• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
 1
«
ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ
 
ΘΕΣΕΙΣ
»
(
Παρουσίαση
 
του
 
βιβλίου
 
του
 
Δημήτρη
 
Ουλή
 
Unplugged-
 Αυτοβιογραφικές 
 
σημειώσεις 
 
ενός 
 
εφέδρου
 
 Λοχία
,
που
 
έγινε
 
στην
«
Αίθουσα
 
Συνταξιούχων
 
Τραπέζης
»
στις
16
Ιανουαρίου
2006).
 Να
 
μετατοπιστείς
 
από
 
τη
 
θέση
 
του
 
συγγραφέα
 
στη
 
θέση
 
του
 
αναγνώστη
,
 να
 
διαβάσεις
 
το
 
βιβλίο
 
σου
 
σαν
 
ένα
 
οποιοδήποτε
 
άλλο
 
βιβλίο
,
σημαίνει 
 
 να
 
αποτολμήσεις
 
 να
 
δεις
 
το
 
παιδί 
 
σου
 
όχι 
 
με
 
τον
 
τρόπο
 
που
 
το
 
είδε
 
η
 
κουκουβάγια
 
του
 
αισώπειου
 
μύθου
,
αλλά
,
θα
 
τολμούσα
 
 να
 
πω
,
με
 
την
 
ειδωλοκλαστική
,
απομυθοποιητική
 
ματιά
 
ενός
 
ξένου
.
Και 
«
αλλάζοντας
 
θέσεις
»,
όπως
 
θα
 
έλεγε
 
ο
David Lodge,
τι 
 
περιμένει 
 
κανείς
;
Για
 
ποιό
 
λόγο
 
 να
 
μετατοπιστεί 
 
κανείς
 
από
 
τη
 
θέση
 
του
 
συγγραφέα
,
στη
 
θέση
 
του
 
αναγνώστη
;
Υποθέτω
,
γιατί 
 
ο
 
τρόπος
 
με
 
τον
 
οποίο
 
κοιτάμε
 
το
 
παιδί 
 
μας
,
η
 
άνευ
 
ορίων
 
και 
 
όρων
 
αγάπη
 
μας
 
προς
 
αυτό
,
γίνεται 
 
συχνά
 
το
 
δικό
 
 μας 
 
τυφλό
 
σημείο
,
 
που
 
μας
 
εμποδίζει 
 
 να
 
κατανοήσουμε
 
το
 
παιδί 
 
μας
 
περαιτέρω
:
είμαστε
 
τόσο
 
βαθιά
 
χωμένοι 
 
μέσα
 
στην
 
αγάπη
 
μας
 
για
 
το
 
παιδί 
 
μας
,
ώστε
 
σπάνια
 
μπαίνουμε
 
στον
 
κόπο
 
 να
 
αναρωτηθούμε
 
ή
 
 να
 
αμφισβητήσουμε
 
τους
 
δρόμους
 
που
 
αυτή
 
ακολουθεί 
.
Κι 
 
έτσι 
 
εξηγείται 
 
πώς
 
καταφεύγουμε
 
συχνά
 
στη
 
γνώμη
 
των
 
ξένων
:
των
 
φίλων
,
των
 
γνωστών
,
των
 
συμμαθητών
,
των
 
δασκάλων
.
Γιατί 
 
αυτοί 
 
ίσως
 
έχουν
 
καταφέρει 
 
 να
 
διαγνώσουν
 
για
 
το
 
παιδί 
 
μας
 
κάτι 
 
που
 
η
 
δική
 
μας
 
αγάπη
 
το
 
έχει 
 
παραβλέψει 
 
μέσα
 
στην
 
 υπερβολή
 
της
,
κάτι 
 
το
 
οποίο
 
η
 
δική
 
μας
 
αγάπη
,
οσοδήποτε
 
πηγαία
 
και 
 
ειλικρινής
,
δεν
 
έχει 
 
καταφέρει 
 
 να
 
εντοπίσει 
.
Θα
 
ήθελα
 
 να
 
μιλήσω
 
σήμερα
 
για
 
το
 
Unplugged 
,
αποδεχόμενος
 
αυτήν
 
ακριβώς
 
την
 
πρόκληση
.
 Να
 
αποστασιοποιηθώ
 
από
 
την
 
ίδια
 
μου
 
την
«
πατρική
»
ιδιότητα
,
 να
 
μην
 
παρασυρθώ
 
από
 
την
«
πατρική
»
μου
 
αγάπη
 
για
 
το
 
βιβλίο
 
μου
,
αλλά
 
 να
 
προσπαθήσω
,
όσο
 
είναι 
 
ανθρωπίνως
 
δυνατό
,
 να
 
δω
 
το
«
πνευματικό
»
μου
 
παιδί 
 
με
 
τον
 
τρόπο
 
που
 
βλέπω
 
όλα
 
τα
 
άλλα
 
παιδιά
.
Θα
 
ξεκινήσω
,
λέγοντας
 
ότι 
 
δεν
 
τρέφω
 
αυταπάτες
 
μεγαλείου
:
το
 
Unplugged 
 
δεν
 
είναι 
 
λογοτεχνικό
 
βιβλίο
 
ούτε
 
μία
 
λογοτεχνική
 
αφήγηση
– 
τουλάχιστον
 
όχι 
 
με
 
την
 
αυστηρή
 
έννοια
 
των
 
όρων
.
Οπως
 
γνωρίζουμε
,
η
 
λογοτεχνία
 
συνιστά
 
ένα
 
ιδιαίτερο
 
είδος
 
λόγου
,
δομικά
 
στοιχεία
 
του
 
οποίου
 
είναι 
 
οι 
 
ήρωες
,
οι 
 
περιγραφές
,
η
 
πλοκή
 
μίας
 
 υπόθεσης
.
Μάταια
 
θα
 
αναζητήσει 
 
κανείς
 
στο
 
Unplugged 
 
τα
 
στοιχεία
 
αυτά
.
Απεναντίας
,
θα
 
έλεγα
 
ότι 
,
σ
ένα
 
πρώτο
,
τουλάχιστον
,
επίπεδο
 
ανάγνωσης
,
το
 
βιβλίο
 
δεν
 
είναι 
 
τίποτε
 
περισσότερο
 
και 
 
τίποτε
 
λιγότερο
 
απ
αυτό
 
που
 
δηλώνει 
 
ο
 
 υπότιτλός
 
του
:
αυτοβιογραφικές 
 
σημειώσεις 
 
ενός 
 
εφέδρου
 
 λοχία
.
Και 
 
εξηγούμαι 
:
α
)
 Αυτοβιογραφικές 
,
διότι 
 
ήρωες
 
δεν
 
 υπάρχουν
:
μοναδικός
 
ήρωας
 
του
 
βιβλίου
 
είναι 
,
τελικά
,
ο
 
ίδιος
 
ο
 
συγγραφέας
 
αυτοβιογραφούμενος
.
Τα
 
όποια
 
πρόσωπα
 
δε
 
πλαισιώνουν
 
τη
 
διήγησή
 
του
,
δεν
 
αποτελούν
«
συμπρωταγωνιστές
»
με
 
την
 
κυριολεκτική
 
έννοια
 
του
 
όρου
,
μα
 
περισσότερο
«
αφορμές
», «
προσχήματα
»
που
 
εφευρίσκει 
 
ο
 
συγγραφέας
 
για
 
 να
 
κοιτάξει 
 
βαθύτερα
 
μέσα
 
του
,
 να
 
αναστοχαστεί 
 
τα
 
βιώματα
 
και 
 
τις
 
σκέψεις
 
του
,
 να
 
προσδιορίσει 
 
επακριβέστερα
 
την
 
ψυχολογική
 
του
 
συνθήκη
.
 
 2
β
)
 Σημειώσεις 
,
γιατί 
 
το
 
Unplugged 
 
δεν
 
είναι 
 
ένα
 
συστηματικό
 
κείμενο
,
ούτε
 
μπορεί 
 
 να
 
ανιχνευθεί 
 
σ
αυτό
 
η
 
πλοκή
 
μίας
 
ενιαίας
 
 υπόθεσης
.
Θα
 
έλεγα
,
μάλιστα
,
ότι 
 
η
 
αποσπασματικότητα
 
του
 
βιβλίου
 
αποτελεί 
 
μοιραίο
 
έκγονο
 
της
 
συνθήκης
 
συγγραφής
 
του
.
Διότι 
 
όποιος
 
έχει 
 
την
 
 υπομονή
 
 να
 
διεξέλθει 
 
το
 
βιβλίο
 
ως
 
την
 
τελευταία
 
του
 
σελίδα
,
εύκολα
 
θα
 
μπορέσει 
 
 να
 
ανιχνεύσει 
 
κάτω
 
από
 
τις
 
γραμμές
 
την
 
αγωνία
,
το
 
αγκομαχητό
,
την
 
αμήχανη
 
ενοχή
 
εκείνων
 
των
 
στιγμών
 
που
 
ο
 
συγγραφέας
 
ένιωθε
 
ότι 
 
έπρεπε
 
μονίμως
 
 να
«
 υποκλέψει 
»,
προκειμένου
 
 να
 
γράψει 
 
έστω
 
και 
 
μία
 
παράγραφο
.
Μακριά
 
από
 
τα
 
 ύποπτα
 
βλέμματα
 
των
 
άλλων
 
στρατιωτών
,
των
 
προϊσταμένων
,
του
 
διοικητή
,
της
 
περιπόλου
 
ή
 
της
 
εφόδου
– 
που
,
βλέποντάς
 
σε
 
 να
 
κρατάς
 
χαρτί 
 
και 
 
στυλό
 
εν
 
ώρα
 
 υπηρεσίας
,
ήταν
 
πάντοτε
 
πρόθυμοι 
 
 να
 
ξεράσουν
 
πάνω
 
σου
 
τις
 
γνωστές
 
και 
 
μη
 
εξαιρετέες
 
ερωτήσεις
:
«
Τι
 
κάνεις 
 
εκεί 
 ,
 λοχία
«
Τι
 
γράφεις 
;» «
 Γιατί 
 
έχεις 
 
παρατημένο
 
το
 
όπλο
 
σου
;
» «
 Γιατί 
 
δεν
 
φοράς 
 
το
 
κράνος 
 
σου
;
» «
 Είσαι
 
επιστήμονας 
 
εσύ
;
»
και 
 
άλλα
 
ηχηρά
.
Τέλος
,
γ
)
ενός
 
εφέδρου
 
λοχία
:
δηλαδή
 
ενός
 
λοχία
 
που
 
πέρασε
 
και
 
έφυγε
 
από
 
το
 
στρατό
 
όπως
 
φεύγει 
 
η
 
βροχή
 
από
 
το
 
αδιάβροχο
,
και 
 
που
 
έχει 
,
συνεπώς
,
τη
 
δυνατότητα
 
 να
 
μιλήσει 
 
γι 
αυτόν
 
από
 
την
 
εκείθε
 
πλευρά
,
αδέσμευτος
 
από
 
τις
 
ιδεολογικές
 
και 
 
συντεχνιακές
 
αγκυλώσεις
 
ενός
«
επαγγελματία
»
στρατιωτικού
.
 Αυτοαναφορικότητα
,
επομένως
,
που
 
βάζει 
 
τον
 
αναγνώστη
 
στον
 
πειρασμό
 
 να
 
διερωτηθεί 
 
μήπως
 
ο
 
συγγραφέας
 
πάσχει 
 
από
 
κάποιο
 
είδος
 
διανοητικής
 
 υποχονδρίας
 
ή
 
από
 
κάποιον
 
διανοητικό
 
 ναρκισσισμό
·
αποσπασματικότητα
,
η
 
οποία
 
ενδέχεται 
 
κάποτε
 
 να
 
αφήσει 
 
τον
 
αναγνώστη
 
μετέωρο
 
ή
 
ανικανοποίητο
.
Και 
 
οργισμένη
 
αντιεξουσιαστικότητα
,
η
 
οποία
 
ίσως
 
 να
 
δώσει 
 
στον
 
αναγνώστη
 
την
 
εντύπωση
 
ότι 
 
ο
 
συγγραφέας
 
δεν
 
μελετά
 
με
 
 νηφαλιότητα
 
και 
 
κριτική
 
απόσταση
 
το
 
αντικείμενό
 
του
,
αλλά
 
προσπαθεί 
 
με
 
λογοτεχνίζουσα
 
γλώσσα
 
 να
 
συντάξει 
 
ένα
 
αντιμιλιταριστικό
 
μανιφέστο
.
Είπα
 
ότι 
 
θα
 
προσπαθήσω
 
 να
 
αντικρύσω
 
το
 
Unplugged 
 
με
 
τον
 
τρόπο
 
που
 
αντιμετωπίζω
 
το
 
οποιοδήποτε
 
βιβλίο
.
Γι 
αυτό
 
και 
 
δεν
 
σκοπεύω
 
 να
 
αρνηθώ
 
ότι 
 
είναι 
 
πράγματι 
 
έκθετο
 
σε
 
τέτοιες
 
ερμηνείες
.
Ούτε
 
θα
 
βιαστώ
 
 να
 
εκλάβω
 
τις
 
συγκεκριμένες
 
ερμηνείες
 
ως
«
παρερμηνείες
».
Θα
 
περιοριστώ
 
μονάχα
 
 να
 
σημειώσω
 
ότι 
 
τέτοιου
 
είδους
 
σχόλια
 
είναι 
 
εύλογα
 
απέναντι 
 
σ
ένα
 
κείμενο
 
που
 
δεν
 
είναι 
 
ούτε
 
διδακτορική
 
διατριβή
,
ούτε
 
εγκύκλιος
 
 υπουργείου
,
αλλά
 
ζωντανή
 
και 
 
γυμνή
 
κατάθεση
 
βιώματος
.
Και 
 
κατανοώ
 
απολύτως
 
σε
 
ποιό
 
βαθμό
 
η
 
γύμνια
 
ενός
 
βιώματος
,
χωρίς
 
ψιμύθια
,
μπορεί 
 
κάποτε
 
 να
 
σοκάρει 
,
 να
 
πλατειάζει 
 
ή
 
 να
 
ξαστοχεί 
,
 να
 
φαντάζει 
 
διφορούμενη
 
και 
 
 να
 
προκαλεί 
 
αμφιθυμία
.
Το
 
βιβλίο
,
θυμάμαι 
,
βρισκόταν
 
ήδη
 
στις
 
προθήκες
 
των
 
βιβλιοπωλείων
 
όταν
 
επισκέφθηκα
 
τον
 
διευθυντή
 
γνωστού
 
λογοτεχνικού
 
περιοδικού
,
προκειμένου
 
για
 
την
 
προώθησή
 
του
 
και 
 
για
 
τις
 
απαραίτητες
«
δημόσιες
 
σχέσεις
».
Παραδίδω
 
δύο
 
αντίτυπα
 «
τιμής
 
ένεκεν
»,
καθώς
 
συνηθίζεται 
,
και 
 
προσπαθώ
,
σχηματικά
,
 να
 
εξηγήσω
 
στον
 
διευθυντή
 
την
 
ιδιαίτερη
 
οπτική
 
μέσα
 
από
 
την
 
οποία
 
αντιμετωπίζω
 
το
 
πρόβλημα
 
του
 
Στρατού
 
και 
 
της
 
Στρατιωτικής
 
θητείας
.
Ο
 
διευθυντής
 
περιεργάζεται 
 
αδιάφορα
 
το
 
βιβλίο
,
κοιτάει 
 
εκ 
 
περιτροπής
– 
μία
 
εμένα
,
μία
 
το
 
εξώφυλλο
 – 
και 
 
κάποια
 
στιγμή
 
με
 
ρωτά
:
 
 3
-
Ιεχωβάς
 
είσαι 
;
Επαναλαμβάνω
:
δεν
 
πρόκειται 
 
 να
 
 υιοθετήσω
 
απολογητική
 
στάση
,
ούτε
 
θα
 
προσπαθήσω
 
 να
 
ανασκευάσω
 
τους
 
χαρακτηρισμούς
.
Μολονότι 
 
γνωρίζω
 
πόσο
 
αήττητη
 
είναι 
 
η
 
ηλιθιότητα
(
προσωπικά
,
έχω
 
μαζέψει 
 
πραμάτεια
 
για
 
επτά
 
ζωές
),
κατανοώ
 
απόλυτα
 
ότι 
,
από
 
μια
 
ορισμένη
 
άποψη
,
το
 
Unplugged 
 
δίνει 
 
λαβές
 
για
 
τέτοιου
 
είδους
 
παρεξηγήσεις
.
Παρά
 
τη
 
δυσάρεστη
 
θέση
 
μου
,
ωστόσο
,
δεν
 
μπορώ
 
 να
 
κρύψω
 
την
 
 υπερηφάνεια
 
μου
 
για
 
το
 
γεγονός
 
ότι 
 
μοιράζομαι 
 
τη
 
ρετσινιά
 
του
«
Ιεχωβά
»,
του
«
θολοκουλτουριάρη
»
ή
 
του
 «
μπούλη
»
και 
 
με
 
άλλους
 
προκατόχους
 
μου
.
Κι 
 
αυτό
 
δεν
 
είναι 
 
λίγο
.
Θυμίζω
 
τους
 
 Κεκαρμένους 
(1959)
του
 
 Νίκου
 
Κάσδαγλη
– 
ίσως
 
το
 
πιο
 
ανατριχιαστικό
 
στο
 
ρεαλισμό
 
του
 
κείμενο
 
από
 
όλα
 
όσα
 
έχουν
 
γραφτεί 
 
για
 
το
 
Στρατό
, «
τον
 
καιρό
 
που
 
η
 
στρατιωτική
 
θητεία
 
ήταν
 
σωφρονιστική
 
και 
 
καταπιεστική
»
1
,
καταστατικά
,
δηλαδή
,
και 
 
προγραμματικά
 
ταξική
.
(
Στην
 
ουσία
 
δεν
 
έχουν
 
αλλάξει 
 
και 
 
πολλά
 
από
 
τότε
·
απλώς
 
τα
 
καψόνια
 
έγιναν
 
ομαδικά
 
και 
 
η
 
εισροή
 
των
«
ελαφρών
»
 ναρκωτικών
 
βοήθησε
 
στη
 
μείωση
 
των
 
αυτοκτονιών
).
Θυμίζω
,
επίσης
,
το
 
 Αγγέλιασμα
(1961)
του
 
Βασίλη
 
Βασιλικού
,
καθώς
 
και 
 
το
 
 Απολύομαι
 
και
 
Τρελαίνομαι
 
του
 
Χριστόφορου
 
Κάσδαγλη
– 
ένα
 
κείμενο
 
που
,
παρά
 
τον
 
ανεκδοτολογικό
 
και 
 
δημοσιογραφικό
 
του
 
χαρακτήρα
,
αναδεικνύει 
 
με
 
ιδιαίτερη
 
επιτυχία
 
την
 
τραγελαφική
 
και 
 
γκροτέσκα
 
διάσταση
 
της
 
στρατιωτικής
 
θητείας
.
Θυμίζω
 
τέλος
,
το
 
βιβλίο
 
του
 
Γιάννη
 
Κιουρτσάκη
 
 Εμείς 
 
οι
 
 Αλλοι
(2000),
το
 
τέταρτο
 
μέρος
 
του
 
οποίου
 
είναι 
 
αφιερωμένο
 
στη
 
στρατιωτική
 
θητεία
.
Επιτρέψτε
 
μου
 
 να
 
παραθέσω
 
ένα
 
απόσπασμα
 
απ
αυτό
 
το
 
τελευταίο
 
βιβλίο
:
Κι 
 
έξαφνα
 
αντήχησε
 
αυτή
 
η
 
απαίσια
 
φωνή
 
κι 
 
έκανε
 
θρύψαλα
 
τους
 
ρεμβασμούς
 
του
. «
Μην
 
τεμπελιάζεις
»,
τον
 
προστάζει 
– 
σαν
 
 να
 
του
 
λέει 
: «
μην
 
ονειρεύεσαι 
,
μην
 
αισθάνεσαι 
,
μη
 
ζεις
».
Ισως
 
και 
 
 να
χει 
 
δίκιο
:
τώρα
 
δεν
 
είναι 
 
καιρός
 
για
 
όνειρα
·
τώρα
 
πρέπει 
 
 να
 
πάει 
 
 να
 
ξαναχωθεί 
 
σ
αυτή
 
την
 
ποντικότρυπα
 
που
 
ονομάζεται 
«
γραφείον
 
στρατολογίας
»,
όπου
 
γράφει 
 
και 
 
ξαναγράφει 
 
σε
 
δελτία
,
καταστάσεις
 
και 
 
βιβλία
 
τις
 
καθημερινές
 
αυξομειώσεις
 
της
 
δυνάμεως
 
του
 
στρατοπέδου
: «
Εγγράφονται 
»
τόσοι 
, «
διαγράφονται 
»
τόσοι 
· «
ενεγράφη
 ...
διεγράφη
...,
ενεγράφη
...
διεγράφη
,
ενεγράφη
...
διεγράφη
,
ενεγράφη
...
διεγράφη
  – 
οχτώ
 
ώρες
 
την
 
ημέρα
.
΄Οπως
 
στη
 
βασική
 
εκπαίδευση
 
στην
 
Τρίπολη
,
όταν
 
άρχισαν
 
τα
 
καψόνια
: «
Οκλαδόν
...
εγέρθητι 
,
οκλαδόν
...
εγέρθητι 
,
οκλαδόν
...
εγέρθητι 
».
΄Η
 
όπως
 
στα
 
εργοστάσια
,
οι 
 
ακατάπαυστες
,
πανομοιότυπες
,
μηχανικές
 
κινήσεις
 
του
 
εργάτη
 
που
 
βιδώνει 
 
την
 
ίδια
 
πάντα
 
βίδα
,
στο
 
ίδιο
 
εξάρτημα
 
μίας
 
άγνωστής
 
του
 
μηχανής
... «
Ενεγράφησαν
...
διεγράφησαν
» -
αυτές
 
οι 
 
ατελείωτες
 
προσθαφαιρέσεις
 
που
 
τελικά
 
αφήνουν
 
στο
 
μυαλό
 
σου
 
ένα
 
πελώριο
 
μηδέν
.
Οι 
«
άνδρες
»,
ως
«
δύναμις
 
του
 
στρατοπέδου
»,
πάει 
 
 να
 
πει 
:
οι 
 
άνθρωποι 
 
 νούμερα
,
αντικαταστατές
 
μονάδες
,
μηχανές
 
δίχως
 
ψυχή
.
Η
 
άρνηση
 
της
 
ζωής
.
Μα
 
 ναι 
: «
μην
 
τεμπελιάζεις
»
θα
 
πει 
 
απλούστατα
 
εδώ
«
μη
 
ζεις
»·
κι 
 
αυτό
 
το
 
στρατόπεδο
 
που
 
κάνει 
 
τους
 
ανθρώπους
 
 νούμερα
 
και 
 
πράγματα
,
αυτό
 
το
 
1
 
Μ
.VITTI,
 Ιστορία
 
της 
 
 Νεοελληνικής 
 
 Λογοτεχνίας 
,
Οδυσσέας
 
Αθήνα
2003,
σελ 
. 523.
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...