αφαιρούσε από τα κατώτερα δικαστήρια την αρμοδιότητα, όταν ελέγχουντην συνταγματικότητα των νόμων, να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις, πουκρίνουν ως αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα την συρρίκνωση τουασκούμενου ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Ήδη, έξι μόλις χρόνια μετά την προηγούμενη Αναθεώρηση, προτείνεται εκνέου η αναθεώρηση των σχετικών με το σύστημα ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων διατάξεων του Συντάγματος, με τηνκαθιέρωση «ενός ενδιάμεσου συστήματος μεταξύ του διάχυτου και τουσυγκεντρωτικού ελέγχου…με ταυτόχρονη διατήρηση της αρμοδιότηταςόλων των δικαστηρίων, όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών, να ελέγχουντη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την παράλληληόμως υποχρέωσή τους, να παραπέμπουν το ζήτημα τηςαντισυνταγματικότητας που τυχόν ανακύπτει στην Ολομέλεια του οικείουΑνωτάτου Δικαστηρίου».
Ωστόσο, με την πρόταση αναθεωρήσεως εισάγεται,κατ’ ουσίαν,
συγκεντρωτικός έλεγχος της συνταγματικότητος
του νόμου
και καταργείται ο διάχυτος.
Τούτο δε διότι, ενώ ο Αναθεωρητικός νομοθέτηςδιατηρεί τον διάχυτο έλεγχο μόνο για την επιβεβαίωση τηςσυνταγματικότητος του νόμου, αντιθέτως, αφαιρεί, την συμφυή, προς τονέλεγχο τούτο, αρμοδιότητα του φυσικού δικαστή, να μην εφαρμόσει το νόμο,που κρίνει αντισυνταγματικό και τον υποχρεώνει να παραπέμψει το ζήτημαπρος οριστική επίλυση στο προτεινόμενο να ιδρυθεί ΣυνταγματικόΔικαστήριο, στη συνέχεια δε να υιοθετήσει την λύση που θα δοθεί από αυτό.Η ίδρυση όμως Συνταγματικών Δικαστηρίων σε άλλες χώρες υπήρξε, κατάκανόνα, αποτέλεσμα βαθιάς θεσμικής κρίσεως ή ακόμη και καταρρεύσεως τουυφισταμένου πολιτικού συστήματος και απέβλεπε είτε στην θέσπιση, είτε στηνενίσχυση του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Επομένως, ηπρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Χώρα μας - ενόςξένου προς την ελληνική συνταγματική παράδοση και ιστορία θεσμού - ηοποία κατατίθεται σε εποχή ομαλού πολιτικού βίου, χωρίς μάλιστα ναδιευκρινίζεται ούτε η συγκρότησή του, ούτε ο τρόπος αναδείξεως των μελώντου, στοιχειοθετεί την ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικόδικαιοδοτικό σύστημα και άγει σε περιορισμό του ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων από τα Δικαστήρια (πρακτικό 5/2006). Πέραναυτών, η προτεινόμενη λύση δεν θα οδηγήσει σε βελτίωση και επιτάχυνση τηςαπονομής της δικαιοσύνης. Αντίθετα, θα περιπλέξει σε μεγάλο βαθμό τοσύστημα και θα έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωσητης δίκης, δεδομένου ότι τα δικαστήρια, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θαθεωρούν το νόμο ως αντισυνταγματικό, θα πρέπει να διατυπώσουνπροδικαστικό ερώτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Η περιπλοκή μάλιστααυτή αναμένεται να επιταθεί, ενόψει της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής τηςνομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Ε.Δ.Δ.Α.) και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.). Ειδικάδε σε ό,τι αφορά στο Δ.Ε.Κ., επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, κατά τηνπάγια νομολογία του, η αρμοδιότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτωνσε αυτό δεν επιτρέπεται να ανατίθεται σε ένα μόνο εθνικό δικαστήριο, έστω κιαν αυτό είναι Συνταγματικό. Εν όψει αυτών, η Ολομέλεια, επισημαίνει, γιαμία ακόμη φορά, ότι η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την πιο πάνω
Leave a Comment