• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
 
Απόφαση της Ολομέλειας σε Συμβούλιο σχετικά με την αναθεώρηση τουΣυντάγματος (Αριθμός
4/2007 
).Απόφαση της Ολομέλειας σε Συμβούλιο σχετικά με την αναθεώρηση τουΣυντάγματος Αριθμός 4/2007. Το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλειακαι Συμβούλιο Ως προς την αναθεώρηση του άρθρου 100 του Συντάγματος: Οέλεγχος της συνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια, ως ουσιώδεςστοιχείο των μηχανισμών ελέγχου και των ισορροπιών, που χαρακτηρίζουντα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα, αποτελεί θεμελιώδη για το ΚράτοςΔικαίου θεσμό και συνιστά αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του ελληνικούδικαιοδοτικού συστήματος. Το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντοςελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια, που ισχύειστην Χώρα μας, θεμελιώθηκε νομολογιακά ήδη από τον 19 ο αιώνα, υπήρξεπρωτοποριακό για τον ευρωπαϊκό χώρο, ενσωματώνει μακρά και επιτυχήιστορική παράδοση της ελληνικής εννόμου τάξεως, που αποβλέπει στηναποτελεσματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών καιαποτυπώνεται πλέον και ρητά από το ισχύον Σύνταγμα (άρθρα 26 παρ. 3, 87παρ. 2, 93 παρ. 4 και 100).
Βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού είναι η άσκηση τουελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από όλα ανεξαιρέτως ταΔικαστήρια, με την θέσπιση υποχρέωσεώς τους να μην εφαρμόζουν νόμο,το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα
(άρθρο 93 παρ.4), η ανάθεση, από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 2001, στις Ολομέλειες τωνΑνωτάτων Δικαστηρίων της τελικής κρίσεως περί της αντισυνταγματικότητοςδιατάξεως τυπικού νόμου, με την πρόβλεψη υποχρεώσεως των Τμημάτωντους, όταν άγονται σε τέτοια κρίση, να παραπέμπουν το ζήτημα στην οικείαΟλομέλεια (άρθρο 100 παρ. 5) και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο(Α.Ε.Δ.) της αρμοδιότητος για την άρση αμφισβητήσεως για την ουσιαστικήαντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου, σε περίπτωσηεκδόσεως αντίθετων αποφάσεων από τα ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 100παρ.1 εδάφ. ε΄). Η επιτυχής πορεία του ισχύοντος συστήματος ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια οφείλεται στην αξιοποίησητων βασικών αυτών χαρακτηριστικών του και στον τρόπο ασκήσεως τουσχετικού ελέγχου από αυτά. Ο τρόπος αυτός απονομής συνταγματικήςδικαιοσύνης συνέβαλε στην εξοικείωση προς το σύστημα αυτό των φορέωντης νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας και του νομικού κόσμου τηςΧώρας.
Συνέβαλε επίσης στη συνειδητοποίηση από το κοινωνικό σύνολοτης κυρίαρχης θέσεως των συνταγματικών κανόνων στην ελληνική έννομητάξη και εμπεδώθηκε έτσι στον κοινό πολίτη το αίσθημα ότι με την άσκησητου ελέγχου αυτού απολαύει άμεσης προστασίας από τα Δικαστήρια. Γιατους λόγους αυτούς, η Ολομέλεια, η οποία είχε ασχοληθεί και κατά τοπαρελθόν με την μεταβολή του ισχύοντος συστήματος ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων και την εισαγωγή στην ελληνική έννομητάξη του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Σ.Δ.), είχε αποκρούσει,ως μη σκόπιμη οιαδήποτε σχετική αναθεώρηση (πρακτικά 6/2000 και4/2001), θεωρώντας ότι μία μεταβολή της τάξεως αυτής θα αναιρούσε ταβασικά αυτά χαρακτηριστικά του συστήματος, δεδομένου ότι θα
 
αφαιρούσε από τα κατώτερα δικαστήρια την αρμοδιότητα, όταν ελέγχουντην συνταγματικότητα των νόμων, να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις, πουκρίνουν ως αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα την συρρίκνωση τουασκούμενου ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Ήδη, έξι μόλις χρόνια μετά την προηγούμενη Αναθεώρηση, προτείνεται εκνέου η αναθεώρηση των σχετικών με το σύστημα ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων διατάξεων του Συντάγματος, με τηνκαθιέρωση «ενός ενδιάμεσου συστήματος μεταξύ του διάχυτου και τουσυγκεντρωτικού ελέγχου…με ταυτόχρονη διατήρηση της αρμοδιότηταςόλων των δικαστηρίων, όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών, να ελέγχουντη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την παράλληληόμως υποχρέωσή τους, να παραπέμπουν το ζήτημα τηςαντισυνταγματικότητας που τυχόν ανακύπτει στην Ολομέλεια του οικείουΑνωτάτου Δικαστηρίου».
Ωστόσο, με την πρόταση αναθεωρήσεως εισάγεται,κατ’ ουσίαν,
συγκεντρωτικός έλεγχος της συνταγματικότητος
του νόμου
και καταργείται ο διάχυτος.
Τούτο δε διότι, ενώ ο Αναθεωρητικός νομοθέτηςδιατηρεί τον διάχυτο έλεγχο μόνο για την επιβεβαίωση τηςσυνταγματικότητος του νόμου, αντιθέτως, αφαιρεί, την συμφυή, προς τονέλεγχο τούτο, αρμοδιότητα του φυσικού δικαστή, να μην εφαρμόσει το νόμο,που κρίνει αντισυνταγματικό και τον υποχρεώνει να παραπέμψει το ζήτημαπρος οριστική επίλυση στο προτεινόμενο να ιδρυθεί ΣυνταγματικόΔικαστήριο, στη συνέχεια δε να υιοθετήσει την λύση που θα δοθεί από αυτό.Η ίδρυση όμως Συνταγματικών Δικαστηρίων σε άλλες χώρες υπήρξε, κατάκανόνα, αποτέλεσμα βαθιάς θεσμικής κρίσεως ή ακόμη και καταρρεύσεως τουυφισταμένου πολιτικού συστήματος και απέβλεπε είτε στην θέσπιση, είτε στηνενίσχυση του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Επομένως, ηπρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Χώρα μας - ενόςξένου προς την ελληνική συνταγματική παράδοση και ιστορία θεσμού - ηοποία κατατίθεται σε εποχή ομαλού πολιτικού βίου, χωρίς μάλιστα ναδιευκρινίζεται ούτε η συγκρότησή του, ούτε ο τρόπος αναδείξεως των μελώντου, στοιχειοθετεί την ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικόδικαιοδοτικό σύστημα και άγει σε περιορισμό του ελέγχου τηςσυνταγματικότητος των νόμων από τα Δικαστήρια (πρακτικό 5/2006). Πέραναυτών, η προτεινόμενη λύση δεν θα οδηγήσει σε βελτίωση και επιτάχυνση τηςαπονομής της δικαιοσύνης. Αντίθετα, θα περιπλέξει σε μεγάλο βαθμό τοσύστημα και θα έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωσητης δίκης, δεδομένου ότι τα δικαστήρια, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θαθεωρούν το νόμο ως αντισυνταγματικό, θα πρέπει να διατυπώσουνπροδικαστικό ερώτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Η περιπλοκή μάλιστααυτή αναμένεται να επιταθεί, ενόψει της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής τηςνομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Ε.Δ.Δ.Α.) και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.). Ειδικάδε σε ό,τι αφορά στο Δ.Ε.Κ., επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, κατά τηνπάγια νομολογία του, η αρμοδιότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτωνσε αυτό δεν επιτρέπεται να ανατίθεται σε ένα μόνο εθνικό δικαστήριο, έστω κιαν αυτό είναι Συνταγματικό. Εν όψει αυτών, η Ολομέλεια, επισημαίνει, γιαμία ακόμη φορά, ότι η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την πιο πάνω
 
αρμοδιότητα άγει σε περιστολή του ελέγχου της συνταγματικότητος τωννόμων από τα Δικαστήρια, δεν συνιστά βελτίωση του ισχύοντος συστήματος,αλλά ανατροπή της υφισταμένης ισορροπίας εις βάρος του Κράτους Δικαίου(πρακτικό 5/2006) και εκφράζει, ομοφώνως, την αντίθεσή της στην μεταβολήτου ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων καιτην ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ως προς την αναθεώρηση τωνάρθρων 98 παρ.1 εδάφ. β΄, 95 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος: Οιαρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίουεπί των υποθέσεων δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιώνοριοθετούνται επαρκώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, όπως αυτέςέχουν ερμηνευθεί με την 20/2005 απόφαση του Ανωτάτου ΕιδικούΔικαστηρίου. Τυχόν δε ερμηνευτικά προβλήματα μπορούν κάλλιστα νααντιμετωπισθούν είτε από την νομολογία, είτε από τον κοινό νομοθέτη. Εξάλλου, η ίδρυση ειδικών Τμημάτων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τοΕλεγκτικό Συνέδριο για τις προαναφερθείσες κατηγορίες υποθέσεων, ωςρύθμιση οργανωτικού χαρακτήρος, πρέπει να αφήνεται στην αρμοδιότητατου κοινού νομοθέτη και να μην ρυθμίζεται ευθέως από το ίδιο το Σύνταγμα.Επομένως, η Ολομέλεια κρίνει, ομοφώνως, ότι δεν είναι σκόπιμη ηαναθεώρηση των διατάξεων των άρθρων 95 και 98 παρ. 1 εδ. β΄ τουΣυντάγματος. Σε ό,τι αφορά στην προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 20παρ. 1 του Συντάγματος, με σκοπό την συνταγματική κατοχύρωση τουδικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας, επισημαίνεται ότι ηνομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ήδη δεχθεί από το έτος 1993ότι το δικαίωμα αυτό είναι συνταγματικής τάξεως . 718/1993). Ηπροτεινόμενη τέλος αναθεώρηση της προαναφερθείσας συνταγματικήςδιατάξεως με σκοπό την παροχή δυνατότητος στον κοινό νομοθέτη ναθεσπίζει εύλογο χρόνο, εντός του οποίου θα πρέπει να παρέχεται η προστασίααυτή, αλλά και η εν γένει δικαστική προστασία, προκειμένου ναανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ, δεν ενδείκνυται. Τούτο διότι ηεπίκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο τουΚράτους Δικαίου, δεν επιτυγχάνεται με την επιβολή προθεσμιών, εντός τωνοποίων ο δικαστής οφείλει να επιτελεί τα καθήκοντά του, αλλά με την λήψητων κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, σε σχέση με τοανθρώπινο δυναμικό και την υλικοτεχνική υποδομή, κατά τρόπο που ναεξασφαλίζεται η άρτια οργάνωση και λειτουργία του συστήματος παροχήςέννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η οποία αποτελεί πρωταρχικόκαθήκον της Πολιτείας. Επομένως, η Ολομέλεια κρίνει, ομοφώνως, ότι ηαναθεώρηση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος δεν είναι σκόπιμη. Σεσχέση με τις δυο αυτές αναθεωρητικές προτάσεις επισημαίνεται επιπλέον καιτούτο: Τα τελευταία χρόνια, η εξέλιξη της νομοθεσίας (ν. 2522/1997, άρθρο 35του ν. 2721/1999) και της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας έχειοδηγήσει σε σημαντική βελτίωση του συστήματος παροχής έννομηςπροστασίας σε κρίσιμους τομείς, όπως είναι η προστασία του περιβάλλοντος,η διαδικασία αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων κ.λπ., που ρυθμίζονται σεσημαντικό βαθμό και από το κοινοτικό δίκαιο. Η θέσπιση, επομένως,συνταγματικών ρυθμίσεων οργανωτικού ή δικονομικού χαρακτήρος, οι
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...