/  3
 
 Όχι στην απαξίωση του ΣτΕ
 
Των Επ. Σπηλιωτόπουλου, Χρίστου Πολίτη και Νίκου Κ. Αλιβιζάτου
*Δενείναι η πρώτη φορά, τα τελευταία χρόνια, που οι κυβερνώντες, με πρόσχημα τηνκαθυστέρηση έργων ή τη βελτίωση της λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας,επιχειρούν να το απαξιώσουν. Έτσι, το 1993, είχε επιχειρηθεί να αποδυναμωθεί με νόμο το Ε΄ Τμήμα, που είχεασκήσει ενοχλητική για ορισμένους γνωμοδοτική αρμοδιότητα και είχε αναπτύξει  νομολογία αποφασιστική για την προστασία του περιβάλλοντος. Το 2001 πάλι, παρ’ολίγον να περάσει με την αναθεώρηση του Συντάγματος διάταξη που θα επέτρεπεστην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να αφαιρεί κατά βούληση από το Συμβούλιοκρίσιμες αρμοδιότητές του. Τέλος, με την υπό εξέλιξη συνταγματική αναθεώρηση και την πρόταση να συσταθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, επιδιώκεται να αφαιρεθεί από ταανώτατα δικαστήρια και κυρίως από το Συμβούλιο η κορωνίδα των αρμοδιοτήτωντου, δηλαδή ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Τώρα, η απαξίωση τουΣυμβουλίου επιδιώκεται εκ πλαγίου, με τα μέτρα που πρότεινε ο υπουργόςΔικαιοσύνης, θύμα καθώς φαίνεται κακής πληροφόρησης.Τα μέτρα αυτά μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ανώδυνα: από τη μια προτείνεται ησύσταση ενός καινούργιου Τμήματος, με αρμοδιότητα τον έλεγχο των δημόσιωνσυμβάσεων. Από την άλλη προτείνεται ένας δικαστής να μην μπορεί να υπηρετήσει στο ίδιο Τμήμα του Συμβουλίου περισσότερο από πέντε χρόνια.Για τα μέτρα αυτά, η διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου γνωμοδότησε ότι αντίκεινται στο Σύνταγμα. Ο δε υπουργός Δικαιοσύνης, αντιδικώντας, δηλώνει δημόσια ότι η γνωμοδότηση προέρχεται από ιδιοτελή κίνητρα και ανεπίτρεπτοκομματισμό.Είναι όμως προφανές ότι τα μέτρα αυτά πλήττουν την ανεξαρτησία του δικαστηρίου. Έτσι, η δημιουργία ενός ακόμη Τμήματος, χωρίς το ίδιο το δικαστήριο να το έχει ζητήσει, συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στα εσωτερικά του. Εν πάση περιπτώσει, ηκοινή λογική λέει ότι δεν θα επιταχύνει από μόνη της τους ρυθμούς του δικαστηρίου,αν ταυτόχρονα δεν ληφθούν γενναία και ριζικά μέτρα για τη μείωση του φόρτου του.Η ανά πενταετία μετακίνηση των αντιπροέδρων, των συμβούλων και των παρέδρωναπό Τμήμα σε Τμήμα ώστε, σύμφωνα με τις ανοίκειες διατυπώσεις του κ. υπουργού, να αποτραπούν «παθογένειες» και «καθεστωτικές αντιλήψεις», δεν ανήκει ούτε στηνκυβέρνηση ούτε στον νομοθέτη να την αποφασίζει, χωρίς τη γνώμη ή πρόταση τουίδιου του Συμβουλίου, διότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανεξαρτησίας του και της άσκησης του δικαιοδοτικού του έργου. Ως εκ τούτου, ανήκει στο ίδιο τοδικαστήριο να αποφασίζει γι’ αυτήν. Πολύ περισσότερο που η ρύθμιση, έτσι όπωςπροτείνεται, είναι φωτογραφική, αφού, καταλαμβάνοντας και τους ήδη υπηρετούντες,
 
αποβλέπει στην άμεση απομάκρυνση συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών από ταΤμήματα στα οποία υπηρετούν σήμερα.Πού οφείλεται όμως η συνεχιζόμενη αυτή επίθεση; Γιατί όλες οι κυβερνήσεις ταβάζουν με το Συμβούλιο της Επικρατείας;Για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδιομορφίες της σύγχρονης ιστορίας μας, τοδικαστήριο αυτό αναδείχθηκε ως το πιο ανεξάρτητο δικαστήριο της νεότερηςΕλλάδας. Γνωστότερο, όχι όμως και μοναδικό δείγμα της ανεξαρτησίας του ήταν ηστάση που τήρησε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974).Η τελευταία αυτή διαπίστωση για την ανεξαρτησία του δικαστηρίου έχει ιδιαίτερησημασία αν αναλογισθεί κανείς ότι διάδικος σε όλες τις υποθέσεις είναι η Διοίκηση.Μια Διοίκηση νοσούσα, και λόγω της πανθομολογούμενης δυστυχώς αλλά και διαχρονικής διαφθοράς της. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, για τον πολίτη που αδικείται από το κράτος, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο. Ίσωςγι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να ενοχλεί ορισμένους πολιτικούς, που προσάπτουν στουςλειτουργούς του ανύπαρκτες σκοπιμότητες. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς τιςαπαράδεκτες επιθέσεις που έκαναν εναντίον του οι περισσότεροι από τους κατάκαιρούς υπουργούς Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων.Αντί λοιπόν ο υπουργός Δικαιοσύνης, ως καθ’ ύλην αρμόδιος, να υπερασπισθεί τοΣυμβούλιο ως όφειλε, προτίμησε να ενταχθεί στους παραδοσιακούς επικριτές του.Και τούτο, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, σαν νααπευθυνόταν σε υφισταμένους του. Ως δικαιολογητικό λόγο της πρωτοβουλίας τουεπικαλείται τις 30.000 υποθέσεις που φαίνεται ότι εκκρεμούν σήμερα ενώπιον τουδικαστηρίου, καθώς και τις καθυστερήσεις που σημειώνονται στην εκδίκασή τους.Ο λόγος αυτός είναι προσχηματικός, αν αναλογισθεί κανείς ότι τις μισές τουλάχιστοναπό τις υποθέσεις αυτές τις προκάλεσε το ίδιο το Δημόσιο, είτε άμεσα, με τηναδικαιολόγητη άσκηση ένδικων μέσων ακόμη και όταν τα κρίσιμα νομικά θέματαέχουν ήδη λυθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου, είτε έμμεσα, λόγωγραφειοκρατίας και προπάντων έλλειψης επαρκούς κατάρτισης και ευθυνοφοβίας τωναρμόδιων υπαλλήλων. Και ακόμη αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι, περισσότερο από κάθεάλλο παράγοντα, η παρελκυστική τακτική του Δημοσίου η αποστολή ήκαθυστέρηση της αποστολής του φακέλου) είναι εκείνη που προκαλεί τις μεγάλεςκαθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων.Δεν θα ήταν άσκοπο εν προκειμένω να υπομνησθεί ότι οι 5.000 αποφάσεις που τοΣυμβούλιο εκδίδει κατά μέσο όρο ετησίως είναι πολύ περισσότερες από τιςαποφάσεις που εκδίδουν τα άλλα ανώτατα δικαστήρια της χώρας και οποιοδήποτεάλλο ευρωπαϊκό ανώτατο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων του Δικαστηρίου τωνΕυρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τωνΔικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο.Ως δικηγόροι, οι υπογράφοντες έχουν την τιμή να παρίστανται στο Συμβούλιο τηςΕπικρατείας επί αρκετές δεκαετίες. Υπό την ιδιότητά τους αυτή, αλλά και ωςπανεπιστημιακοί δάσκαλοι, δεν έχουν τον παραμικρό δισταγμό να βεβαιώσουν ότι τοΣυμβούλιο με τη νομολογία του έχει θεμελιώσει την αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει εμείνει στην εμπέδωσή του. Όση επιστημονική κριτική μπορεί να κάνει κανείς σε

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...