Στίχ
.
β´
.
Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με
,
καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς
.
Θεὸς Κύριος
,
καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν·εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου
.
Στίχ
.
γ´
.
Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη
,
καί ἐστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν
.
Θεὸς Κύριος
,
καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν·εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου
.
Ἦχος β´
.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ
,
ἀπὸ τοῦ ξύλουκαθελὼν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα
,
σινδόνι καθαρᾷ
,
εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν
,
ἐνμνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο
.
Δόξα
.
Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον
,
ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος
,
τότε τὸν ᾍδην ἐνέκρωσαςτῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺςτεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίωνἀνέστησας πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶνἐπουρανίων ἐκραύγαζον· ΖωοδόταΧριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν
,
δόξα σοι
.
Καὶ νῦν
.
Ταῖς μυροφόροις γυναιξί
,
παρὰ τὸ μνῆμαἐπιστάς
,
ὁ Ἄγγελος ἐβόα· Τὰ μύρα τοῖςθνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια
,
Χριστὸς δὲδιαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος
.
Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις·Ὅτι σὸντὸ κράτος
...
Εἶτα ψάλλομεν τὰ παρόντα καθίσματα
.
Ἦχος α´
.
Τὸν τάφον σου
,
Σωτήρ
.
Σινδόνι καθαρᾷ καὶ ἀρώμασι θείοις
,
τὸΣῶμα τὸ σεπτόν
,
ἐξαιτήσας Πιλάτῳ
,
μυρίζει καὶ τίθησιν
,
Ἰωσὴφ καινῷμνήματι· ὅθεν ὄρθριαι
,
αἱ μυροφόροι γυναῖκες
,
ἀνεβόησαν· Δεῖξον ἡμῖν ὡςπροεῖπας
,
Χριστὲ τὴν Ἀνάστασιν
.
Δόξα
.
Στίχ
.
γ´
.
Η σωτηρία μας ἔγινε ἀπό τόν Κύριον καί εἶναι θαυμαστή στά μάτια μας
.
Ὁ Θεός Κύριος φανερώθηκε σέ μᾶς· εὐλογημένος εἶναι αὐτός
,
πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου
(
ὁἀπεσταλμένος
).
Ἦχος β´
.
Ὁ εὐγενής Ἰωσήφ
,
ἀφοῦ κατέβασε ἀπό τό σταυρό τόἄχραντό σου Σῶμα
,
τό περιτύλιξε σέ καθαρό σεντόνι
,
ραντίζοντάς το μέ ἀρώματα
,
καί τό ἐνταφίασε σέ μνῆμακαινό
(
καινούργιο
).
Δόξα
.
Ὅταν κατέβηκες στό θάνατο
,
ἐσύ πού εἶσαι ἡ ζωή ἡἀθάνατη
,
τότε νέκρωσες τόν ᾅδη μέ τήν ἀστραπή τῆςθεότητός σου· ὅταν δέ ἀνέστησες καί τούς νεκρούς ἀπό τάἔγκατα τῆς γῆς
,
ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων
(
οἱ ἄγγελοι
)
κραύγαζαν· Χριστέ ὁ Θεός
,
πού παρέχεις ζωή
,
δόξα σοι
.
Καί νῦν
.
Στίς μυροφόρες γυναῖκες
,
πού παρουσιάστηκε κοντά στόμνῆμα
,
ὁ ἄγγελος ἔλεγε μεγαλοφώνως· τά μύραἁρμόζουν στούς θνητούς
,
ὁ δέ Χριστός
,
πού πᾶτε νάμυρίσετε
,
ἀποδείχτηκε ξένος τῆς διαφθορᾶς
(
τῆςἀποσύνθεσης
).
Συναπτή μικρά καί ἐκφώνησις·Ὅτι σόν τό κράτος
...
Εἶτα ψάλλομεν τά παρόντα καθίσματα
.
Ἦχος α´
.
Τόν τάφον σου
,
Σωτήρ
.
Ὁ Ἰωσήφ
,
ἀφοῦ ζήτησε τό σεπτό σῶμα ἀπό τόν Πιλάτο
,
τόπεριτύλιξε σέ σεντόνι καθαρό
,
τό ἄλειψε μέ μύρα καί τότοποθέτησε σέ μνῆμα καινό
(
καινούργιο
,
ἀχρησιμοποίητο
).
Διά τοῦτο καί οἱ γυναῖκες
,
πού ἦλθανπολύ πρωί στό μνημεῖο
,
ἀναβόησαν· δεῖξε μας
,
Χριστέ
,
ὅπως προεῖπες
,
τήν ἀνάσταση
.
Δόξα
.
Φανέρωσέ μας
,
Χριστέ
,
ὅπως προεῖπες
,
τήν Ἀνάσταση
.
Καί νῦν
.
Ἕτερον
.
Ὅμοιον
.
Ἐξεπλάγησαν οἱ στρατιές τῶν ἀγγέλων
,
ὅταν εἶδαν τόνΧριστό
,
πού κάθεται στούς κόλπους τοῦ Πατρός
,
νάκατατίθεται νεκρός στόν τάφο
,
αὐτός πού εἶναι ἀθάνατος·
Leave a Comment