Welcome to Scribd, the world's digital library. Read, publish, and share books and documents. See more
Download
Standard view
Full view
of .
Look up keyword
Like this
1Activity
0 of .
Results for:
No results containing your search query
P. 1
γενιομαστε με τους νεκρους

γενιομαστε με τους νεκρους

Ratings: (0)|Views: 9 |Likes:
Published by toylaki

More info:

Published by: toylaki on Dec 14, 2012
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

10/13/2013

pdf

text

original

 
Born With The Dead (1974)1974 Nebula Award
1.
,
Κι αυτό το ανεκλάλητο για τους νεκρούς όσο ζούσαν
, :
Μπορούν να σου το πουν σαν είναι πεθαμένοι η επικοινωνία
 
Των νεκρών έχει τη γλώσσα της φωτιάς
.
πέρα από τη γλώσσα αυτών που ζουν
Τ
.
Σ
.
Ελλιοτ
: Little Gidding
Υποτίθεται πως η πρώην γυναίκα του, η Συβίλλη, πήγαινε προς τη Ζανζιβάρη. 'Ετσι του είχαν πει, και τοπίστευε. Ο Χόρχε Κλάιν είχε φτάσει σ' αυτό το σημείο της έρευνάς του που θα μπορούσε να πιστέψει οτιδήποτε, αν ηπίστη του θα μπορούσε να τον οδηγήσει στη Συβίλλη. Πάντως δεν ήταν τόσο παράλογο να πηγαίνει στη Ζανζιβάρη.H Συβίλλη πάντα ήθελε να πάει εκεί. Με κάποιον ανεξιχνίαστο τρόπο, αυτό το μέρος της είχε γίνει μονομανία, είχεκυριεύσει το κέντρο της συνείδησής της εδώ και καιρό. 'Οσο ήταν ζωντανή δεν είχε μπορέσει να πάει εκεί, αλλά τώραπου ήταν ελεύθερη από κάθε δέσμευση, η Ζανζιβάρη θα την τράβαγε όπως ένα πουλί η φωλιά του, όπως τονΟδυσσέα η Ιθάκη, όπως ένα σκαθάρι μια φλόγα.Το αεροπλάνο, ένα μικρό Χάβιλλαντ FP- 803 της Αεροπορικής Εταιρείας της Ζανζιβάρης, απογειώθηκε απότo Νταρ-ες-Σαλαάμ με περισσότερες από τις μισές θέσεις κενές στις 09:15 ενός γλυκού, λαμπερού πρωινού,διέγραψε έναν κύκλο πάνω από τα πυκνά μαγγόδεντρα, τα φλογερά κόκκινα λουλούδια και τους ψηλούςκοκοφοίνικες στις γαλαζοπράσινες ακτές του Ινδικού Ωκεανού και κατευθύνθηκε βόρεια, διασχίζοντας το στενόπορθμό που τους χώριζε από τη Ζανζιβάρη. Αυτή η μέρα - Τρίτη, 9 Μαρτίου 1993 - θα ήταν μια ασυνήθιστη μέρα γιατη Ζανζιβάρη: πέντε νεκροί βρίσκονταν στο αεροπλάνο, οι πρώτοι του είδους τους που επισκέπτονταν αυτό τοεύοσμο
νησί. O
Νταούντ Μαχμούτ Μπαρουάνι, ο υγειονομικός υπάλληλος που είχε υπηρεσία εκείνο το πρωί στο Αεροδρόμιο Καρούμε της Ζανζιβάρης, είχε προειδοποιηθεί από τους ηπειρωτικούς υπαλλήλους μεταναστεύσεως. Δεν είχε ιδέα πώς να χειριστεί την κατάσταση, και ήταν ανήσυχος: η κατάσταση ήταν τεταμένη στη Ζανζιβάρη. Πάνταη κατάσταση είναι τεταμένη στη Ζανζιβάρη. Θα έπρεπε να τους αρνηθεί την είσοδο; Οι νεκροί συνιστούσαν κάποιααπειλή στην πάντα αβέβαιη πολιτική σταθερότητα της Ζανζιβάρης: Υπήρχαν λιγότερο φανεροί κίνδυνοι: Οι νεκροί θαμπορούσαν να είναι φορείς επικινδύνων πνευματικών ασθενειών. Υπήρχε καμιά αναφορά στον Αναθεωρημένο Διοικητικό Κώδικα που να δικαιολογεί την άρνηση βίζας με το αιτιολογικό της υποψίας πνευματικών μολύνσεων; ΟΝταούντ Μαχμούτ Μπαρουάνι τσίμπησε κακόκεφα λίγο από το πρωινό του - κρύο
τσαπάττι,
έναν σωρό από κρύεςπατάτες με κάρυ - και περίμενε απρόθυμα την άφιξη των νεκρών.Σχεδόν δυόμισι χρόνια είχαν περάσει από τότε που o Χόρχε Κλάιν είχε δει τελευταία φορά τη Συβίλλη: από τοαπόγευμα του Σαββάτου, 13 Οκτωβρίου 1990, την ημέρα της κηδείας της. Εκείνη την ημέρα κειτόταν στο φέρετρότης σαν να κοιμόταν απλώς, με την ομορφιά της τελείως απείραχτη από την τελευταία της δοκιμασία: χλωμό δέρμα,μαύρα στιλπνά μαλλιά, λεπτά ρουθούνια, γεμάτα χείλη. 'Ενα λαμπερό χρυσό και βιολετί ύφασμα περιτύλιγε τογαλήνιο σώμα της' η μαρμαρυγή μιας ηλεκτροστατικής ομίχλης, αμυδρά αρωματισμένης με γιασεμί, την προστάτευεαπό τη φθορά. Επί πέντε ώρες έπλεε στην εξέδρα της αίθουσας ενόσω διαβαζόταν το τελετουργικό του χωρισμούκαι προσφέρονταν τα συλλυπητήρια - προσφέρονταν σχεδόν λαθραία, σαν να ήταν ο θάνατός της κάτι το πολύτερατώδες για να αναγνωριστεί με μια επίδειξη δυνατού συναισθήματος΄ μετά, όταν έμειναν πια λίγοι άνθρωποι, οεσώτερος πυρήνας του κύκλου των φίλων τους, ο Κλάιν τη φίλησε ελαφρά στα χείλη και την παρέδωσε στουςσιωπηλούς, μαυροντυμένους ανθρώπους που είχε στείλει η Ψυχρή Πόλη. Είχε ζητήσει στη διαθήκη της νααναζωπυρωθεί΄ την πήραν μ' ένα μαύρο φορτηγό για να εξασκήσουν τις μαγείες τους στη σορό της. Το φέρετρο,όπως απομακρυνόταν πάνω στους πλατιούς τους ώμους, φάνηκε του Κλάιν να εξαφανίζεται σ' έναν παλλόμενογκρίζο στρόβιλο που του ήταν αδύνατο να διαπεράσει. Προφανώς δεν θα είχε ποτέ πια νέα της. Τότε οι νεκροί παρέμεναν αυστηρά μεταξύ τους, απομονωμένοι πίσω από τους τοίχους των αυτεπίτακτων γκέτο τους΄ πολύ σπάνιαφαινόταν κανείς έξω από τις Ψυχρές Πόλεις, και οι ίδιοι πολύ σπάνια είχαν έστω και έμμεση επαφή με τον κόσμο τωνζωντανών.
 
'Ετσι του επιβλήθηκε ένας επανορισμός της σχέσης τους. Επί εννιά χρόνια ήταν ο Χόρχε και η Συβίλλη, ηΣυβίλλη και ο Χόρχε, εγώ και συ σχημάτιζαν ένα
εμείς 
, πάνω απ' όλα
εμείς 
, ένα υπερβατικό
εμείς.
Την αγαπούσε μεμια σχεδόν οδυνηρή ένταση. 'Οσο ζούσε πήγαιναν παντού μαζί, έκαναν τα πάντα μαζί, μοιράζονταν τις έρευνες καιτα μαθήματα, αντάλλασσαν σκέψεις, είχαν γούστα που ήταν σχεδόν πάντα ταυτόσημα, τόσο πολύ είχε διαχυθεί οένας μέσα στον άλλον. 'Ηταν ένα μέρος του, κι εκείνος ένα μέρος της, κι ως τη στιγμή του απρόσμενου θανάτου τηςείχε υποθέσει πως θα ήταν έτσι για
πάντα.
'Ηταν ακόμη νέοι, εκείνος τριάντα οκτώ, εκείνη τριάντα τέσσερα, είχανδεκαετίες ολόκληρες μπροστά τους. Και τότε εκείνη έφυγε. Και τώρα ήταν δυο άγνωστοι, εκείνη όχι πια η Συβίλληαλλά απλώς μια νεκρή, εκείνος όχι πια ο Χόρχε αλλά απλώς ένας θερμός. Εκείνη ήταν κάπου στηνΒορειοαμερικανική ήπειρο, περπατούσε, μιλούσε, έτρωγε, διάβαζε, κι όμως είχε φύγει, την είχε χάσει, κι εκείνοςέπρεπε να δεχτεί αυτή τη μεταβολή στη ζωή του, κι επιφανειακά τη δεχόταν, κι όμως, αν και ήξερε πως ποτέ πια δενθα μπορούσε να φέρει τα πράγματα όπως κάποτε ήταν, επέτρεπε στον εαυτό του να παραδίδεται σε μιαεξακολουθητική νοσταλγική ελπίδα να την επανακτήσει.Σύντομα φάνηκε το αεροπλάνο, σκοτεινό στον λαμπερό ουρανό, ένα αιωρούμενο μόριο, ένα ερεθιστικόστίγμα στο μάτι του Μπαρουάνι που μεγάλωνε, κάνοντάς τον να κλείσει τα μάτια του και να φτερνιστεί. Ο Μπαρουάνιδεν ήταν ακόμη έτοιμος. 'Οταν ο Αμέρι Κόμπο, ο ελεγκτής πτήσεων στο διπλανό γραφείο, του τηλεφώνησε για τηντυπική αναγγελία της άφιξης, o Μπαρουάνι του απάντησε, «Ειδοποίησε τον πιλότο να μην αποβιβαστεί κανείςώσπου να δώσω την άδεια. Πρέπει να συμβουλευτώ τους κανονισμούς. Υπάρχει πιθανώς κίνδυνος για τη δημόσιαυγεία». Επί είκοσι λεπτά άφησε το αεροπλάνο να περιμένει, μ' όλες τις πόρτες κλειστές, στον ήσυχο διάδρομο.Περιπλανώμενες γίδες εμφανίστηκαν από τους κοντινούς θάμνους κοιτάζοντάς το προσεκτικά. Ο Μπαρουάνι δενσυμβουλεύτηκε τους κανονισμούς. Τέλειωσε το λιτό του φαγητό μετά σταύρωσε τα χέρια του και προσπάθησε νααποκτήσει την αρμόζουσα ηρεμία. Αυτοί οι νεκροί, είπε στον εαυτό του, δεν μπορούν να κάνουν κακό. Είναιάνθρωποι σαν όλους τους άλλους, μόνο που είχαν υποβληθεί σε μια ασυνήθιστη ιατρική αγωγή. Πρέπει ναξεπεράσει το δεισιδαίμονα φόβο του γι' αυτούς: δεν ήταν κανένας χωριάτης, κανένας ανόητος προληπτικός, ούτε ηΖανζιβάρη ήταν χώρα πρωτόγονων. Θα τους δεχόταν, θα τους έδινε χάπια για τη μαλάρια σαν να ήταν συνηθισμένοιτουρίστες, θα τους έστελνε στις δουλειές τους. Πολύ καλά. Τώρα ήταν έτοιμος. Τηλεφώνησε στον Αμέρι Κόμπο. «Δενυπάρχει κίνδυνος», είπε. «Οι επιβάτες μπορούν να βγουν».'Ηταν εννιά όλοι-όλοι, λίγοι. Οι τέσσερις θερμοί βγήκαν πρώτοι, κάπως ζοφεροί και λίγο ψυχροί, σαν να είχανταξιδέψει με μια ομάδα ελεύθερες κόμπρες. Ο Μπαρουάνι τους ήξερε όλους: η γυναίκα του Γερμανού πρόξενου, ογιος του εμπόρου Τσόουνταρυ και δυο Κινέζοι μηχανικοί. 'Ολοι τους γύριζαν από σύντομες διακοπές στο Νταρ. Τουςπέρασε από την πύλη χωρίς τυπικότητες. 'Υστερα ήρθαν οι νεκροί, μετά από μισό λεπτό: προφανώς κάθονταν μαζί στη μια άκρη του σχεδόν άδειου αεροπλάνου κι οι υπόλοιποι στην άλλη άκρη. 'Ηταν δυο γυναίκες και τρεις άντρες,όλοι τους ψηλοί και εκπληκτικά ακμαίοι. Περίμενε να τους δει να τρικλίζουν, να σέρνουν τα πόδια τους, νακουτσαίνουν, να παραπατούν, αλλά αυτοί κινούνταν με δραστήριο βήμα, σα να είχαν καλύτερη υγεία τώρα, παράόταν ήταν ζωντανοί. 'Οταν έφτασαν στην πύλη ο Μπαρουάνι προχώρησε να τους συναντήσει, λέγοντας μαλακά,«Υγειονομικοί, κανονισμοί, περάστε από εδώ, παρακαλώ». Ανέπνεαν, χωρίς αμφιβολία: αισθάνθηκε αναθυμιάσειςαλκοόλ από τον μεγάλο κοκκινομάλη άντρα, ένα μυστήριο κι ευχάριστο άρωμα, γλυκάνισο ίσως, από τη μελαχροινήγυναίκα. Ο Μπαρουάνι νόμισε πως το δέρμα τους είχε μια παράξενη κέρινη υφή, μια γυαλάδα, αλλά μάλλον ήτανστη φαντασία του΄ το λευκό δέρμα πάντα του φαινόταν τεχνητό. Η μόνη σίγουρη διαφορά που μπόρεσε να βρειστους νεκρούς ήταν στα μάτια τους, στον τρόπο που είχαν να στέκονται ακίνητα σ' ένα έντονο βλέμμα για πολλάδευτερόλεπτα προτού κοιτάξουν αλλού. Αυτά, σκέφτηκε o Μπαρουάνι, ήταν τα μάτια των ανθρώπων που είχανκοιτάξει το Κενό χωρίς να απορροφηθούν μέσα του. 'Ενας στρόβιλος ερωτήσεων δημιουργήθηκε μέσα του: πώςμοιάζει, πώς νιώθεις, τι θυμάσαι, πού πήγες; Τις άφησε μέσα του. Ευγενικά είπε: «Καλωσήρθατε στο νησί τωνγαρυφάλλων. Θα θέλαμε να σας επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι η μαλάρια έχει εξαφανιστεί από το νησί μας, μετά από εκτεταμένα προληπτικά μέτρα, και για να εμποδίσουμε την επάνοδο ανεπιθύμητων ασθενειών θαθέλαμε να πάρετε αυτά τα χάπια προτού προχωρήσετε».Οι τουρίστες είχαν συχνά αντιρρήσεις αυτοί όμως κατάπιαν τα χάπια τους χωρίς λέξη διαμαρτυρίας. Και πάλιο Μπαρουάνι λαχταρούσε να τους πλησιάσει, να πετύχει κάποιου είδους επαφή που ίσως να τον βοηθούσε ναξεπεράσει το βάρος της ύπαρξης. Αλλά μια αύρα, μια ασπίδα παραδοξότητας, τους κύκλωνε και τους πέντε, και, ανκαι ήταν ένας φιλικός άνθρωπος που είχε την τάση να πιάνει εύκολα συζήτηση με ξένους, τους πέρασε σιωπηλάστον Μ'πόντα, της υπηρεσίας μεταναστεύσεως. Το ψηλό μέτωπο του Μ'πόντα γυάλιζε από τον ιδρώτα, και δάγκωνετο χείλι του' προφανώς οι νεκροί τον είχαν αναστατώσει όσο και τον Μπαρουάνι. 'Εψαχνε αδέξια στα έντυπα,σφράγισε μια βίζα σε λάθος θέση, τραύλισε λέγοντάς τους πως έπρεπε να κρατήσει τα διαβατήριά τους για σήμερα.«Θα σας τα στείλω με κάποιον στο ξενοδοχείο σας το πρωί». Ο Μ'πόντα τους υποσχέθηκε, και έστειλε τουςεπισκέπτες στην παραλαβή αποσκευών με υπερβολική βιασύνη.
 
Ο Κλάιν είχε μόνο έναν φίλο με τον οποίο τολμούσε να το συζητήσει, έναν συνάδελφό του στο Πανεπιστήμιοτου Λος Αντζελες, έναν καλοθρεμμένο, μικρό Παρσιστή κοινωνιολόγο από τη Βομβάη που τον έλεγαν ΦράμζιΤζίτζιμποϊ και είχε μελετήσει τον περίπλοκο, νέο πολιτισμό των νεκρών όσο ήταν δυνατόν από έναν θερμό. «Πώςμπορώ να το αποδεχτώ αυτό;» ρώτησε o Κλάιν. «Δεν μπορώ να το αποδεχτώ. Βρίσκεται κάπου εκεί έξω, είναιζωντανή, είναι...» Ο Τζίτζιμποϊ τον έκοψε μ' ένα γρήγορο χτύπημα των δαχτύλων του. «'Οχι αγαπητέ μου φίλε, όχιζωντανή, καθόλου, απλώς αναζωπυρωμένη. Πρέπει να κατανοήσεις τη διαφορά». Ο Κλάιν δεν μπορούσε νακατανοήσει τίποτα σχετικό με το θάνατο της Συβίλλης. Δεν άντεχε να σκέπτεται πως είχε περάσει σε μιαν άλληύπαρξη από την οποία εκείνος αποκλειόταν τελείως. Το να τη βρει, να μιλήσει μαζί της, να συμμετάσχει στηνεμπειρία της σχετικά με το θάνατο και ό,τι υπήρχε πέρα απ' αυτόν, έγινε o μοναδικός του σκοπός. 'Ηταν αξεδιάλυταδεμένος μαζί της, σαν να ήταν ακόμη η γυναίκα τον, σαν ο Χόρχε και η Συβίλλη, αυτή η υπερβατικά ενωμένηοντότητα, να υπήρχε ακόμη κατά κάποιον τρόπο.Περίμενε γράμματά της, αλλά δεν πήρε κανένα. Μετά από λίγους μήνες άρχισε να προσπαθεί να βρει τα ίχνητης, ενοχλημένος από τις παρορμήσεις του κι από τις όλο και πιο συχνές παραβιάσεις που έκανε στο τυπικό αυτούτου είδους της χηρείας. Ταξίδεψε από τη μια Ψυχρή Πόλη στην άλλη - Σακραμέντο, Μπόις, Αν Αρμπορ, Λιούισβιλ -αλλά σε καμιά δεν τον δέχονταν, σε καμιά δεν απαντούσαν καν στις ερωτήσεις του. Από διάφορους φίλους μάθαινεφήμες, πως ήταν με τους νεκρούς της Τιούσον, του Ροανόκη, του Ρότσεστερ, του Σαν Ντιέγκο, αλλά δεν έβγαζετίποτα από αυτές τις ιστορίες' τότε ο Τζίτζιμποϊ, που είχε τα πλοκάμια του στον κόσμο των αναζωπυρωμένων σεπολλά μέρη, και που βοηθούσε τον Κλάιν στην αναζήτησή του αν και διαφωνούσε με το σκοπό της, του έφερε μιααναφορά που φαινόταν αυθεντική και που έλεγε πως βρισκόταν στην Ψυχρή Πόλη Σιών στην νοτιοανατολική Γιούτα.Τον έδιωξαν κι από κει, αλλά όχι εντελώς σκληρά, γιατί κατάφερε να μαζέψει αρκετά πειστικά στοιχεία πως η Συβίλληβρισκόταν όντως εκεί.Το καλοκαίρι του '92 ο Τζίτζιμποϊ του είπε πως η Συβίλλη είχε αναδυθεί από την απομόνωση της ΨυχρήςΠόλης. Την είχαν δει, είπε, στο Νιούαρκ του Οχάιο, στο δημοτικό γήπεδο του γκολφ στο 'Οκταγκον Στέητ Μεμόριαλπαρέα μ' έναν υπεροπτικό κοκκινομάλλη αρχαιολόγο που λεγόταν Κεντ Ζαχαρίας, νεκρός κι αυτός, ειδικός παλιότεραστον Χοπουελιανό πολιτισμό των κατασκευαστών τύμβων της κοιλάδας του Οχάιο. «Είναι μια νέα φάση», είπε οΤζίτζιμποϊ, «που την περιμέναμε. Οι νεκροί αρχίζουν να εγκαταλείπουν την αρχική τους φιλοσοφία τουολοκληρωτικού διαχωρισμού. Αρχίσαμε να τους βλέπουμε σαν τουρίστες που επισκέπτονται τον κόσμο μας -εξερευνούν το σημείο επαφής ζωής-θανάτου, όπως προτιμούν να το ονομάζουν. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον, αγαπητέμου φίλε». Ο Κλάιν πέταξε αμέσως στο Οχάιο και, χωρίς να τη δει στην πραγματικότητα, την ακολούθησε από τοΝιούαρκ στο Τσιλικότε, από το Τσιλικότε στο Μαριέτα, από το Μαριέτα στη Δυτική Βιρτζίνια, όπου έχασε τα ίχνη τηςκάπου μεταξύ του Μάουντσβιλ και του Γουήλινγκ. Δυο μήνες αργότερα έμαθε πως βρισκόταν στο Λονδίνο, μετά στοΚάιρο, μετά στην Αντίς Αμπέμπα. Στην αρχή του'93 ο Κλάιν έμαθε, από το κουτσομπολιό των συναδέλφων του -έναν πρώην Καλιφορνέζο που τώρα βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο Νιερέρε στην Αρούσα - πως η Συβίλλη βρισκότανσ' ένα σαφάρι στην Τανζανία και σχεδίαζε να περάσει, σε λίγες βδομάδες, στη Ζανζιβάρη.Φυσικά. Δέκα χρόνια δούλευε στο ντοκτορά της για την εγκαθίδρυση του Αραβικού Σουλτανάτου στηΖανζιβάρη στην αρχή του δέκατου ένατου αιώνα - μελέτες που διακόπτονταν αναπόφευκτα από άλλες ακαδημαϊκέςαγγαρείες, από φλερτ, από
 
το γάμο, από οικονομικές αναποδιές, από αρρώστιες, από το θάνατο και από πολλέςευθύνες - και ποτέ δεν είχε μπορέσει να επισκευτεί το νησί που ήταν τόσο σημαντικό γι' αυτήν. Τώρα ήταν ελεύθερηαπό άλλες υποχρεώσεις. Γιατί να μην πάει τελικά στη Ζανζιβάρη; Γιατί όχι; Φυσικά: πήγαινε στη Ζανζιβάρη. Κι έτσι κιο Κλάιν θα πήγαινε στη Ζανζιβάρη, να την περιμένει.Καθώς κι οι πέντε πήραν κάποιο ταξί, ο Μπαρουάνι θυμήθηκε κάτι. Ζήτησε από τον Μ'πόντα τα διαβατήρια κιεξέτασε τα ονόματα. Πολύ περίεργα ήταν: Κεντ Ζαχαρίας, Νερίτα Τρέησυ, Σιβύλλη Κλάιν, Αντονυ Γράκχος, ΛώρενςΜόρτιμερ. Ποτέ δεν είχε συνηθίσει τα ονόματα των Ευρωπαίων. Χωρίς τις φωτογραφίες δεν θα μπορούσε ναξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες. Ζαχαρίας, Τρέηση, Κλάιν...
 Α! Κλάιν.
Κοίταξε ένα σημείωμα, δυο βδομάδεςτώρα κολλημένο στο γραφείο του. Κλάιν, μάλιστα. Ο Μπαρουάνι τηλεφώνησε στο Ξενοδοχείο Σιράζι - κάτι που τουπήρε αρκετά λεπτά - και ζήτησε να μιλήσει με τον Αμερικάνο που είχε φτάσει πριν από δέκα μέρες, αυτόν το λιγνόάντρα που τα χείλη του ήταν σφιγμένα από την ένταση, που τα μάτια του γυάλιζαν από την κούραση, αυτόν που είχεζητήσει μια μικρή εξυπηρέτηση από
 
το Μπαρουάνι, μια ειδική εξυπηρέτηση, και του είχε δώσει ένα πολύτιμοχαρτονόμισμα εκατό σελινιών προκαταβολικά. Μετά από μια μεγάλη καθυστέρηση, ενώ χωρίς αμφιβολία υπάλληλοιέψαχναν το ξενοδοχείο, κοιτάζοντας στις τουαλέττες, στο μπαρ, στο σαλόνι, στον κήπο, o Αμερικάνος βρισκότανστην άλλη άκρη της γραμμής. «Το πρόσωπο για το οποίο ενδιαφέρεστε μόλις έφτασε, κύριε», του είπε ο Μπαρουάνι. 
2.

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->