• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
 
1
Αζίζ ΝεσίνΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ
 ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, κάτω απ' το τραπέζι, ένασημειωματάριο. Ρώτησα τους σπιτικούς μην ήταν δικό τους. Δενανήκε σε κανέναν. Ήταν ένα όμορφο και κομψό σημειωματάριομε μπλε εξώφυλλο και χρυσά γράμματα. Άρχισα να τοξεφυλλίζω, για να καταλάβω ποιανού ήταν. Ξαφνιάστηκα κιόλαςαπ' το κοίταγμα της πρώτης σελίδας. Ήταν γραμμένο τ' όνομαενός υψηλού προσώπου, η διεύθυνση του σπιτιού του, οαριθμός τηλεφώνου. Γύρισα τη δεύτερη σελίδα, κι εκεί, το ένακάτω από το άλλο, τα ονόματα τριών προσωπικοτήτων, με τηδιεύθυνση του σπιτιού τους και τον αριθμό του τηλεφώνου.Όσο γύριζα τις σελίδες, τόσο μεγάλωνε και η έκπληξή μου. Τοσημειωματάριο ήταν γεμάτο με τις διευθύνσεις γνωστώνανωτέρων κυβερνητικών υπαλλήλων, οικονομολόγων καιάλλων. Ο κατώτερος βαθμός της κρατικής ιεραρχίας, ανάμεσάτους, ήταν ο βαθμός του Γενικού Διευθυντή... Πρόσεξα και κάτιάλλο: στο σημειωματάριο αυτό, ήταν καταχωρισμένα ταονόματα των πιο δυναμικών πολιτικών του τόπου μας.Όποιος και να 'ταν στη θέση μου, θα δοκίμαζε την ίδια μ'εμένα αμηχανία. Το σημειωματάριο αυτό με τις διευθύνσειςσημαινόντων προσώπων μοιάζει σαν μπόμπα έτοιμη να σκάσει.Το δίχως άλλο θα το άφησε σπίτι μου κρυφά κάποιος εχθρόςμου. Με κυρίεψε ένας ανεξήγητος φόβος. Μπορεί να χτυπήσειξαφνικά η πόρτα, να χυμήξουν μέσα χαφιέδες και να μου πουν:
-
Βγάλε το σημειωματάριο!Εγώ τρέμοντας θα ρωτήσω:
-
Τι σημειωματάριο ζητάτε;Θα ψάξουν το δωμάτιό μου. Θα βρουν το σημειωματάριοκάτω απ' το τραπέζι, λες και το βάλανε εκεί οι ίδιοι, με τα χέριατους.Ξέρω πολύ καλά αυτό που θα συμβεί. Ο παλιάνθρωπος πουάφησε ξεπίτηδες σπίτι μου αυτό το σημειωματάριο, θαειδοποίησε κιόλας την αστυνομία. Φως φανάρι πως έπεσα σεμεγάλη παγίδα...Όταν θα βρουν το σημειωματάριο οι αστυνομικοί θ'αρχίσουν να λένε:
 
2
— Ομολόγησε!... Βαστάς μητρώο κι έγραψες σ' αυτό τοσημειωματάριο τα ονόματα τόσων υψηλών προσώπων; Για νακάνεις εκβιασμούς, ε; Ίσως και καμιά δολοφονία;Αμάν, Γιαραμπή μου!... Τι να τους πω; Σάμπως θα μεπιστέψουν;Πρέπει αμέσως να το κάψω το σημειωματάριο και τηστάχτη του να τη σκορπίσω στους τέσσερις ανέμους. Ποιοςάτιμος να μου σκάρωσε αυτή τη δουλειά;Είχαν έρθει το βράδυ τρεις φίλοι μου στο σπίτι. Αδύνατονα κάνουν αυτοί τέτοιο πράγμα. Ο ένας είναι υφηγητής στοΠανεπιστήμιο, ο άλλος βιβλιοθηκάριος και ο τρίτος φιλόλογος...Την ώρα που ήμουνα έτοιμος να κάψω το σημειωματάριοστο μπάνιο, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο φίλος μου ο Χαλίτ,βιβλιοθηκάριος του Πανεπιστημίου, που 'χε έρθει και χτες τοβράδυ. Ήταν κι αυτός ανήσυχος σαν κι εμένα.— Τι έχεις; μου λέει, σε βλέπω πολύ ωχρό.Τον ρωτάω κι εγώ:— Τι χάλια είναι αυτά, πώς είσαι έτσι;— Αμάν, μήπως μου 'πεσε χτες το βράδυ κανένασημειωματάριο;Του το 'δειξα:—Μήπως είναι αυτό;Το άρπαξε απ' το χέρι μου.— Αμάν, αυτό είναι... Δεν μπορώ να σου εξηγήσω πόσοστενοχωρήθηκα, νομίζοντας ότι το 'χασα...Τον έπιασα αγκαζέ και τον οδήγησα στο δωμάτιο όπου έχωτο γραφείο μου.— Πήγα να πεθάνω από το φόβο μου, του είπα. Πες μουτώρα την αλήθεια, τι τις θέλεις τις διευθύνσεις τόσωνπροσωπικοτήτων; Αυτή τη φορά απόρησε ο φίλος μου:— Δεν έχεις εσύ τέτοιο σημειωματάριο με διευθύνσεις;— Όοοχι...— Αμάν, φρόντισε να κάνεις ένα τέτοιο και να το 'χεις στηντσέπη σου. Κάτσε να σου εξηγήσω, γιατί έγραψα στοσημειωματάριο αυτές τις διευθύνσεις. Μ' έπιασε η μανία ναμαζεύω πένες. Μερικές τις αγόρασα, μερικές μου τις χάρισαν.Έφτασα να 'χω στις τσέπες μου δέκα, δεκαπέντε τέτοιες πένες.Είχα πάει στο ξενοδοχείο να δω ένα Γερμανό φίλο μου ποιητή,που είχε έρθει από τη Γερμανία. Σαν έμαθε ότι κάνω συλλογήαπό πένες, μου χάρισε κι αυτός μία. Μόλις βγήκα απ' τοξενοδοχείο, δεν άντεξα στον πειρασμό, κι όταν έστριψα στη
 
3
γωνιά, είπα να εξετάσω την πένα. Ξέρεις, πάντα κουβαλάω στηντσέπη μου λούπα. Κοίταξα με τη λούπα την άκρη της πένας.Μου φάνηκε πως ήταν χοντρή η μύτη. Έγραψα τυχαία δυολέξεις στο σημειωματάριο. Δυο λέξεις που ήρθαν στο νου μουεκείνη τη στιγμή: «Λεπτή και κομψή». Για να ξύνω τις μύτεςαπό τις πένες έχω μαζί μου πάντα ένα πολύ λεπτό σμυριδόχαρτοσαν κι αυτά που έχουν οι χρυσοχόοι. Πήρα τη λούπα στο χέριμου κι ενώ εξέταζα άλλη μια φορά τη μύτη της πένας, δυο χέραμε άρπαξαν απ' τους ώμους:— Τι κάνεις εκεί;— Εγώ; Τίποτα... Να, εξετάζω την πένα.— Χι χι χίιι... Πένα ε; Τι δουλειά κάνεις;— Εγώ, στο Πανεπιστήμιο...Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα μου, και:— Λοιπόν, καθηγητής ε... Βάι τον καθηγητή, βάι...Ο ένας απ' αυτούς, μ' έσπρωξε με τον αγκώνα του στοαριστερό πλευρό μου λέγοντας:— Προχώρα να δούμε.— Αμάν, μπέηδες... Κάποιο λάθος θα κάνετε...— Περπάτααα... βρέεε...Άρχισα να περπατάω, μόλις έφαγα σπρωξιά και στο δεξίμου πλευρό. Αν σε βαστάει, μην περπατάς... Πήγαμε στοκαρακόλι. Με ρίξανε σε μια κάμαρα. Περίμενα, ούτε φωνή, ούτεακρόαση... Ύστερα από κάμποση ώρα φάνηκε ένας:— Γονάτισε ! μου λέει.— Δε γονατίζω...— Α, ώστε έτσι ε; Βάι, τον καθηγητή, βάι... Βγάλε ό,τιέχεις επάνω σου... Έβγαλα ό,τι είχα επάνω μου και τ'ακούμπησα στο τραπέζι˙ δεκατέσσερις πένες, δύο βιβλία, ένασημειωματάριο, μια λούπα, και δύο φύλλα σμυριδόχαρτο...Εδειξε τις πένες:— Τι είναι αυτά;— Πένες...— Χι χι χίιι... Πένες έ; Βάι τον καθηγητή, βάι... Δεν ήμουνασε θέση να πω ότι δεν είμαι καθηγητής αλλά βιβλιοθηκάριος στοΠανεπιστήμιο. Πήρε στο χέρι του τη λούπα:— Αυτό τι είναι;— Λούπα...— Λούπα έ; Βάι τον καθηγητή, βάι...Ήρθαν άλλοι τρεις. Όλοι μαζί άρχισαν να με ανακρίνουν.Ένας πήρε το σμυριδόχαρτο:
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...