• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Η παραδοσιακή αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις θέλει τους άμεσους γείτονες κάθε χώρας νααποτελούν δυνητικούς εχθρούς και τους γείτονες των γειτόνων δυνητικούς φίλους. Η παράδοσηαυτή βαραίνει ακόμη και σήμερα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, που βρέθηκε στη δεκαετίατου 1990 να δημιουργεί ανοικτούς λογαριασμούς με όλους σχεδόν τους άμεσους γείτονές μας,λογαριασμούς που στις περισσότερες περιπτώσεις ρίχνουν τη σκιά τους ακόμη και σήμερα.Από την άλλη πλευρά τα σύγχρονα δεδομένα της οικολογικής κρίσης, και ιδίως ο διασυνοριακόςτης χαρακτήρας, επιβάλλουν ακριβώς την αντίθετη προσέγγιση: αν δε συνεργαστείς κατάπροτεραιότητα με τους άμεσους γείτονες για την προστασία από τα μεταλλαγμένα, τα πυρηνικά ήτη ρύπανση των υδάτινων πόρων, καμιά συμμαχία με τρίτες χώρες δε μπορεί να αντισταθμίσει τοπρόβλημα που δημιουργείται για τη χώρα σου.Το στοιχείο αυτό έρχεται να αμφισβητήσει τα στερεότυπα που θέλουν την «πατριωτική»προσέγγιση να ταυτίζεται με την εμμονή στα συμφέροντα της χώρας μας και την αντίστοιχη«διεθνιστική» αντίληψη να παραπέμπει στον αλτρουισμό. Η αντίληψη όμως αυτή κλονίζεται ακόμη περισσότερο, αν την αντιπαραβάλουμε με την ιστορία της περιοχής μας:
Πρόσφατα η Σερβία καταστράφηκε ολοκληρωτικά επιδιώκοντας τους εθνικούς τηςστόχους.
Η Κροατία, που ξεκίνησε πόλεμο για να μπει στην Ευρώπη νωρίτερα από την υπόλοιπηΓιουγκοσλαϋία, βρίσκεται σήμερα θεσμικά και οικονομικά στην ίδια ταχύτητα με τηνΤουρκία.
Στη νεώτερη ελληνική ιστορία, και οι τρεις εθνικές καταστροφές (1897, 1922 και 1974)έχουν συνδεθεί με εξάρσεις στην επιδίωξη «εθνικών πόθων» και όχι με υποχωρητικέςπολιτικές.Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά τελικά μάλλον δεν απέχει πολύ από την αλήθεια ότι στηνπεριοχή μας κάθε χώρα απειλείται πρώτα από όλα από το δικό της εθνικισμό, που την οδηγεί ναβλέπει τα εθνικά της συμφέροντα με την ίδια μυωπική αντίληψη που συνήθως αντιμετωπίζει και την οικολογική κρίση.Στην περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαυϊκής Μακεδονίας, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε ναβρει μια πρώτης τάξεως δικαίωση: Η αναβίωση της ενιαίας Μακεδονίας, ως κοινούδιασυνοριακού ιστορικού και οικονομικού χώρου, αποτελεί σήμερα τον κυρίαρχο εθνικό μύθοτων γειτόνων μας. Στις σημερινές όμως συνθήκες θα απειλούσε να τους μετατρέψει σε απλήενδοχώρα της ελληνικής Μακεδονίας που περιλαμβάνει όχι μόνο το 50% της έκτασης και τουπληθυσμού, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ισχύος και των φυσικών πόρων. Απότην παγίδα αυτή θα μπορούσε να γλυτώσει τους γείτονες μόνο ένας ακόμη πιο κοντόφθαλμοςεθνικισμός: Μετατρέποντας τη διαφορά για το όνομα σε κεντρικό εθνικό μας ζήτημα, η ελληνικήπολιτική έπαιξε αυτόν ακριβώς το ρόλο. Τώρα που το ζήτημα μπαίνει σε νέα φάση, αξίζει μιααναλυτικότερη αναφορά.
Μια διπλωματική ήττα σε δόσεις
15 χρόνια μετά τα συλλαλητήρια για το όνομα της Μακεδονίας και τις συσκέψεις των πολιτικώναρχηγών που έσπευδαν να ακολουθήσουν το κλίμα της εποχής, η επίσημη εξωτερική πολιτική τηςχώρας μας έρχεται πια αντιμέτωπη με τα όριά της:
Πάνω από 120 χώρες, η απόλυτη πλειοψηφία των μελών του ΟΗΕ, αναγνωρίζουν τηνπρώην Γιουγκοσλαυϊκή Μακεδονία με το συνταγματικό της όνομα, ως Δημοκρατία τηςΜακεδονίας.
Οι χώρες που αγνόησαν τις ελληνικές αντιρρήσεις, είναι και αυτές με το μεγαλύτερο ειδικόβάρος: το σύνολο των βαλκανικών χωρών νάμεσά τους και η Σερβία, ήδη επί 
 
Μιλόσεβιτς), αλλά και η Ρωσία, η Κίνα και οι Η.Π.Α. που ταυτίζονται εδώ με κάποιουςαπό τους πιο αδιάλλακτους αντιπάλους τους, από τη Βενεζουέλα μέχρι το Ιράν.
Στο θέμα αυτό η Ελλάδα πρακτικά δεν έχει συμμάχους. Το προσωρινό όνομα ΠΔΓΜχρησιμοποιείται κυρίως από τους διεθνείς οργανισμούς καθώς και από όσες ευρωπαϊκέςκυβερνήσεις επιθυμούν ακόμη να τηρούν τους κανόνες της κοινοτικής αλληλεγγύης.
Σε επίπεδο κοινής γνώμης, μέσων ενημέρωσης, βιβλίων και χαρτών, η γειτονική μας χώρααναφέρεται παντού ως Μακεδονία. Ακόμη χειρότερο για τις ελληνικές ευαισθησίες είναι κάτι που ελάχιστα έχει συζητηθεί: ότι στο εξωτερικό η ελληνική Μακεδονία αναφέρεται πια όλο και συχνότερα ως Βόρεια Ελλάδα
.
 Όλα αυτά σκιαγραφούν μια οδυνηρή αποτυχία στο στόχο να εμποδίσουμε τους γείτονες ναχρησιμοποιούν για τη χώρα τους το όνομα της Μακεδονίας. Η αποτυχία αυτή μπορεί μάλιστα ανάπάσα στιγμή να γίνει ακόμη οδυνηρότερη, αν η διαφορά για το όνομα τεθεί στη ΓενικήΣυνέλευση του ΟΗΕ όπου η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών αναγνωρίζει τους γείτονές μας ωςΔημοκρατία της Μακεδονίας.
Πού αποτυγχάνει η ελληνική πολιτική
Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι μια αποτυχία τέτοιας έκτασης μπορεί να οφείλεται σεσυνωμοσία κατά της Ελληνικής Μακεδονίας και της χώρας μας. Η διεθνής κοινή γνώμη και οι κυβερνήσεις γνωρίζουν τις ελληνικές αντιρρήσεις, έχουν όμως δικούς τους λόγους που δενπείθονται:
Η γειτονική μας χώρα έχει κερδίσει ένα μεγάλο κεφάλαιο συμπάθειας στη διεθνή κοινήγνώμη, ως μόνη γιουγκοσλαβική δημοκρατία που απέκτησε την ανεξαρτησία της τελείωςειρηνικά.
Η Μακεδονία δεν είναι η μόνη περίπτωση που μια ανεξάρτητη χώρα χρησιμοποιεί τοόνομα μιας περιφέρειας κατά πολύ ευρύτερης: το μεγαλύτερο μέρος της Μολδαϋίαςβρίσκεται στη Ρουμανία, του Αζερμπαϊτζάν στο Ιράν και του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο.
Η κληρονομιά των αρχαίων Μακεδόνων ενδιαφέρει τους σημερινούς Ευρωπαίους πολύλιγότερο από ό,τι πριν 100 χρόνια, όταν απέδιδαν στις αποικιακές τους κατακτήσειςεκπολιτιστικό ρόλο και αντιμετώπιζαν το Μ. Αλέξανδρο περίπου ως πρόδρομό τους.
Από την ιστορία της Μακεδονίας, τα μορφωμένα τμήματα της διεθνούς κοινής γνώμηςγνωρίζουν κυρίως την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, όταν μακεδονομάχοι και κομιτατζήδες ανταγωνίζονταν να κερδίσουν την κοινή γνώμη των Μεγάλων Δυνάμεων,επιβεβαιώνοντας τελικά τον τότε πολυεθνικό χαρακτήρα της περιοχής.
Με δεδομένες τις μνήμες αυτές, η επίκληση της ελληνικότητας του σημερινού πληθυσμούτης (ελληνικής) Μακεδονίας δημιουργεί μάλλον αρνητική διάθεση, καθώς οι ανταλλαγέςπληθυσμών (και, πολύ περισσότερο, οι ανώμαλες καταστάσεις των βαλκανικών πολέμωνκαι του ελληνικού εμφυλίου) δε θεωρούνται πια αποδεκτή πρακτική.
Αποτελεί διεθνώς κοινό τόπο ότι κάθε χώρα διαλέγει η ίδια το όνομά της χωρίς ναχρειάζεται να το τεκμηριώσει ιστορικά. Κανείς δεν έχει ποτέ ασχοληθεί με το αν οι σημερινοί Βέλγοι και Ελβετοί είναι όντως νόμιμοι κληρονόμοι των ομώνυμων αρχαίωνγαλατικών φυλών.
Η σύγχρονη επιστήμη της ιστορίας θεωρεί ότι οι λαοί δε διαμορφώνονται από κοινήκαταγωγή και ιστορικές τους περγαμηνές, αλλά από την πεποίθηση των ανθρώπων ότι μοιράζονται κοινή ταυτότητα και πολιτισμό. Από την άποψη αυτή, η ανάδυση ενός νέουλαού δεν αποτελεί «παραχάραξη της ιστορίας» αλλά απόλυτα ομαλή εξέλιξη.
Η Ελλάδα εμφανίζεται ως χώρα που επιθυμεί να έχει όσο το δυνατόν λιγότερες εθνικές και πολιτιστικές μειονότητες. Η πολιτική να αντιμετωπίζονται τα μειονοτικά ζητήματα ωςδυνητική απειλή και όχι ως θέματα πολυπολιτισμικότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων,πείθει αρκετούς ότι κάτι έχουμε να κρύψουμε και μόνο συμπάθειες δεν προκαλεί.
 
Τα στοιχεία αυτά έφεραν τη χώρα μας αντιμέτωπη όχι μόνο με τα συμφέροντα των κυβερνήσεων,αλλά και με το κοινό αίσθημα όσων παρακολουθούν τη διεθνή πολιτική ως πολίτες. Φυσικό ήτανλοιπόν να υπάρξουν παντού κλειστές πόρτες, ενώ τρίτες χώρες εκμεταλλεύτηκαν το θέμα για νααναλάβουν επιδιαιτητικό ρόλο ή και να ασκήσουν πιέσεις για άλλα ζητήματα.
Τι άλλαξε με το «ελληνικό βέτο»;
Το φάσμα της ολοκληρωτικής ήττας φάνηκε να απομακρύνεται στις αρχές Απριλίου, όταν οι ελληνικές απόψεις (και το βέτο που διακηρύχθηκε ότι θα ασκούσαμε) παρουσιάστηκε ότι συνάντησαν απροσδόκητα ευρεία αποδοχή στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Είχεπροηγηθεί δημόσια ελληνική δήλωση ότι η Ελλάδα θα αποδεχόταν για τους γείτονες ένα όνομα μεγεωγραφικό προσδιορισμό της Μακεδονίας, θέση που σιωπηρά είχαμε ήδη υιοθετήσει σε όλες τιςδιαπραγματεύσεις από το 1995 και μετά. Πίσω όμως από το πρόσκαιρο κλίμα ευφορίας πουδημιουργήθηκε κυρίως στα ελληνικά ΜΜΕ, παραμένουν στη σκιά μια σειρά κρίσιμα ζητήματα:
Η ευρωπαϊκή «κατανόηση» στις ελληνικές θέσεις, αποτελούσε μήνυμα προς τις Η.Π.Α. ωςαντίδραση στο σχέδιο διείσδυσης του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας μέσωένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας.
Στο Βουκουρέστι είχαμε απειλή ελληνικού βέτο και όχι επίσημη άσκησή του, που θαπροσέκρουε στην Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995: Πρακτικά μας δόθηκε μια πίστωσηχρόνου για συμβιβασμό, όπως με την Απόφαση της Λισαβόνας της (τότε) Ε.Ο.Κ. το 1992.
Επιπλέον παράγοντα αποτελούσε η ενόχληση των περισσότερων Ευρωπαίων με τιςπροσπάθειες αποδέσμευσης της κυβέρνησης Γκρουέφσκι από τις Συμφωνίες της Οχρίδαςμε την αλβανική μειονότητα της χώρας.
Κρίσιμα ελληνικά στηρίγματα, όπως οι θέσεις της Ρωσίας και της Γαλλίαςδιαμορφώθηκαν με βάση τη «διπλωματία των εξοπλισμών» και τις παραγγελίες της χώραςμας προς την πολεμική τους βιομηχανία. Προς το παρόν τα στηρίγματα αυτά εμποδίζουντην παραπομπή της διαφοράς για το όνομα στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., όπου ησυντριπτική πλειοψηφία των χωρών έχει ήδη αποδεχθεί τη συνταγματική ονομασία τωνγειτόνων.
Σε βάθος χρόνου πάντως η πολιτική του βέτο κινδυνεύει να αποδειχθεί αδιέξοδη. Ήδηπρόσφερε μια άνετη εκλογική νίκη στον κ. Γκρουέφσκι, ενώ η διεύρυνση της Ε.Ε. προς ταΔυτικά Βαλκάνια αποτελεί ζωτικό συμφέρον όχι μόνο των ενδιαφερόμενων χωρών αλλάκαι της ίδιας της Ελλάδας.
Πέρα από όλα αυτά, το όλο κλίμα μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει ριζικά: αν ηΕλλάδα απορρίψει κάποια επόμενη διαμεσολάβηση, αν αμβλυνθεί η στάση της άλληςπλευράς απέναντι στην αλβανική μειονότητα, αν εμφανιστούν επείγοντα συμφέροντα τηςΕ.Ε. στην περιοχή ή αν η ελληνική «διπλωματία των εξοπλισμών» εξαντλήσει τη δυναμικήτης.
Η ουσία της διαφοράς για το όνομα
.Η συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει τη συζήτηση για το Μακεδονικό, δυσκολεύει συνήθως να συνειδητοποιήσουμε την ουσία κάποιων βασικών δεδομένων:
Οι μακεδονικοί πληθυσμοί που αναφέρονταν παλιότερα ως Βούλγαροι ή«Βουλγαρίζοντες» σταδιακά απομακρύνθηκαν από την επιρροή της Βουλγαρίας,διαμορφώνοντας ένα χωριστό λαό. Η εξέλιξη αυτή οριστικοποιήθηκε από το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου.
Για την εξέλιξη αυτή, δεν μας πέφτει λόγος. Δύσκολα όμως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς κάποιο ελληνικό συμφέρον για την αντιστροφή της (με τι τρόπο, άραγε;), πέρα απότην αμηχανία που μας προκαλεί ένα «τεχνητό έθνος».
Οι πληθυσμοί αυτοί χρησιμοποιούσαν τους όρους «Μακεδόνες» και «Μακεδονία», έστωκαι όχι πάντα με εθνοτική σημασία, πολύ πριν τη δημιουργία της Γιουγκοσλαυϊας.
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...