• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
Το πολιτικό διακύβευμα της ελληνικότητας στη στρατηγική τωνκομμάτων
Δευτέρα, 09 Μάρτιος 2009
του Γιώργου Κοντογιώργη
1.
Η εύκολη και βολική διαπίστωση είναι ότι τα κόμματα δεν έχουνστρατηγική στο ζήτημα της ελληνικότητας. Είναι αφοσιωμένα στηνδιαχείριση της καθημερινότητας με στόχο τη μακροημέρευσή τους στηνπολιτική σκηνή. Άλλωστε για να εντάξουν την ελληνικότητα στηστρατηγική τους πρέπει προηγουμένως να έχουν επεξεργασθεί τοπεριεχόμενό της. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι ο διάλογος αυτόςέχει απασχολήσει το κομματικό σύστημα.Εκτιμώ ότι η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Τα ελληνικά κόμματα έχουν εξ ολοκλήρου εγκολπωθεί την κρατοκεντρική λογική στο ζήτημα αυτό. Στομέτρο που, στην εποχή μας, το έθνος ενσαρκώνεται από το κράτος, ηελληνικότητα ως ταυτοτική έννοια και ως προγραμματικός λόγοςσυναρτάται με το γινόμενό του. Αυτομάτως η μέριμνα του πολιτικούπροσωπικού εστιάζεται στο κράτος, ενώ την ίδια στιγμή διακινείται ηβεβαιότητα της νεοτερικής ιδεολογίας ότι το έθνος είναι μια κατασκευή πουκαλείται να υπηρετήσει τη νομιμοποιητική βάση του συστήματος τουκράτους. Υπό την έννοια αυτή, η αντίληψη που θα διαμορφώσουμε για τοπεριεχόμενο και περαιτέρω για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τηςελληνικότητας, δηλαδή για την ταυτοτική σημειολογία του έθνους, θα τοαποφασίσει το κράτος, όχι η κοινωνία. Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο και οπρογραμματικός λόγος του κράτους για την ελληνικότητα συναρτώνταιευθέως με το συμφέρον του και πιο συγκεκριμένα με το συμφέρον τουφορέα του, του πολιτικού προσωπικού. Η τροπή που έλαβε η αντιπαράθεσηγια το βιβλίο της «ΣΤ Δημοτικού», δεν άφησε να διαφανεί με σαφήνεια ότιεπρόκειτο για εγχείρημα του κράτους στο οποίο εκλήθησαν ναανταποκριθούν οι συγγραφείς του.Η προεπιλογή αυτή, που υποτάσσει την ελληνικότητα στο διατακτικό (στοσύστημα και το συμφέρον) του κράτους, αποτελεί κοινό τόπο όλων τωνκομμάτων. Το ζήτημα, εντούτοις, δεν τίθεται ως προς την πολιτικήυποστασιοποίηση του έθνους, η οποία αποτελεί αυτονόητη συνθήκη, αλλάως προς το κατά πόσον η αντίληψη της ελληνικότητας που διακινεί τοκράτος-έθνος είναι συμβατή με το (προ-ενθοκρατικό) της προηγούμενο ή,ακόμη, εάν συναντάται με την πρόσληψή της από την σύνολη κοινωνίακαι, σε κάθε περίπτωση, με το συμφέρον της. Διευκρινίζω ευθύς αμέσωςότι όταν αναφέρομαι στο παρελθόν δεν υπαινίσσομαι απλώς τα ιστορικάπεπραγμένα με τα οποία επενδύεται η συνείδηση και το περιεχόμενο τηςελληνικότητας. Αναφέρομαι επίσης, θα έλεγα κυρίως, στη συνάφεια του1
 
σήμερα με τη γεωγραφία του ελληνισμού και με το πρόταγμα τηςελληνικότητας που προϋπήρξε του ελληνικού κράτους-έθνους.Οι επιστήμες του ελληνικού κράτους-έθνους φρόντισαν να επιλύσουν τοζήτημα αυτό με την υιοθέτηση του εθνοκρατικού επιχειρήματος πουυποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεότερο κράτος καιεπίσης με την επιλογή της ιστόρησης του έθνους με βάση τα πεπραγμένατου κράτους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η νεοελληνική ιστοριογραφίααγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά τον εκτός του κράτους-έθνους ελληνισμό.Αναφέρεται, για παράδειγμα, στην ανυπαρξία της αστικής τάξης στοεσωτερικό του κράτους, αποφεύγει όμως να διασταυρώσει το γεγονός αυτόμε το ευρωπαϊκό μέγεθος και την οικουμενική ιδιοσυστασία της ελληνικήςαστικής τάξης. Η απόκρυψη της ιστορίας του έθνους ή, αλλιώς, η ιστόρησήτου δυνάμει των πεπραγμένων του κράτους, συνδυάζεται με τηνενοχοποίηση του προ-εθνοκρατικού παρελθόντος για την μηανταποκρισιμότητα του τελευταίου στην κοινωνική και εθνική προσδοκία.Το γνωσιολογικό αβαθές του διαβήματος αυτού εξηγεί επίσης τον άκρωςεπιθετικό τρόπο με τον οποίο οι επιστήμες του κράτους διακινούν τον«εθνικισμό» του ενάντια σε κάθε απόπειρα να καλλιεργηθεί μια ιδέα τηςελληνικότητας που θα βασίζεται στην έννοια της κοινωνίας-έθνους.
2.
Η εθνοκρατική αυτή προσέγγιση της ελληνικότητας δεν είναι άδολη.Συναρτάται με τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, που εγκαθίδρυσε ηνεοτερικότητα, και, συγκεκριμένα, με τον ενδείκτη της ελευθερίας πουαναγνωρίζεται στο συλλογικό υποκείμενο. Έτσι, κάθε απόκλιση από τηνεθνοκρατική αντίληψη της ελληνικότητας, που θα συνεπήγετο γιαπαράδειγμα την απόδοση της ευθύνης για την οριοθέτηση τουπεριεχομένου της στην κοινωνία, καταγράφεται ως απαράδεκτη διότιοδηγεί στην υπονόμευση της αποκλειστικής πολιτικής αρμοδιότητας τουκράτους. Εξού και οι πνευματικοί θιασώτες της ιδέας αυτής προειδοποιούντην κοινωνία ότι η χειραφέτησή της –η μη αποδοχή της αρχής τηςπολιτικής κυριαρχίας του κράτους ή, αλλιώς, η αξίωσή της να επενδυθεί ηίδια ενμέρει ή ενόλω το πολιτικό σύστημα- θα συνεπήγετο εξορισμού τηνεξαφάνιση του έθνους. Επισείοντας την απειλή για το έθνος, οι κάτοχοι τουκράτους, αναμένουν να υφαρπάσουν τη συναίνεση της κοινωνίας στηνπολιτική τους κυριαρχία. Να εγκιβωτίσουν την κοινωνία στην ιδιωτικήσφαίρα, ώστε να αποδεχθεί την ιδιότητα του «ανήκειν» στο κράτος ή,αλλιώς, την αποκλειστική νομή της πολιτείας από το κομματικό σύστημα.Με δεδομένη την παραδοχή αυτή μπορούμε να συγκρατήσουμε δυοειδικότερες κατευθύνσεις σκέψης για την ελληνικότητα. Η μια, τηςρητορικής ελληνικότητας, η οποία πλειοδοτεί σε μια επιλεκτική επίκλησητων στοιχείων που συνθέτουν, κατ’αυτήν, το ειδοποιό γνώρισμα τουελληνισμού στην ιστορία και, ιδίως, στη μεγιστοποίηση της εθνικής2
 
στόχευσης (των «εθνικών δικαίων» κλπ) στο πλαίσιο του διαλόγου της μετην κοινωνία. Και η άλλη, που προκρίνει την απομείωση του βάρους τουπαρελθόντος στο γινόμενο της ελληνικότητας και την αποστροφή προς τιςεκκρεμότητες που ανάγονται σ’αυτήν ή που υποχρεώνουν το νεοελληνικόκράτος να τις διαχειρισθεί. Η αποκοπή της κοινωνίας από το παρελθόν τηςσυνδυάζεται με την ενοχοποίησή του –και συνάμα της ιδίας- για την«αδυναμία» του κράτους να ανταποκριθεί στην επιχειρησιακή τουαποστολή.Όσο και αν από πρώτη άποψη οι «σχολές» αυτές δείχνουν να διαφέρουνκαι, μάλιστα, να συγκρούονται, είναι απολύτως συμπληρωματικές. Η μια,σπεύδει να επενδύσει πολιτικά στην κοινωνία, επιλέγοντας τημεγιστοποίηση της ρητορικής της για το εθνικό διακύβευμα, ενώ είναι ήδηαποφασισμένη να μην επενδύσει σε πολιτικές (σε δυνατότητες, δυνάμειςκαι πολιτική βούληση) για την επίτευξη του στόχου. Η «σχολή» αυτή,παλαιότερη, χρεώνεται με την αποδόμηση του κοσμοσυστημικούελληνισμού και την ανασυγκρότησή του στα όρια ενός κράτους,αναντίστοιχου με το διατακτικό της εθνικής ολοκλήρωσης. Η άλλη,σύγχρονη, επιδιώκει να κλείσει οριστικά τις εθνικές/ιστορικές εκκρεμότητεςκαι το προσδόκιμο της κοινωνικής αξίωσης ώστε το συγκριτικόπροηγούμενο του έθνους που ενθυλακώνει η κοινωνία να πάψει ναπαρενοχλεί τη σχέση της με το κράτος. Η πρώτη, χρεώνεται με τηναπαξίωση των ιστορικών εκκρεμοτήτων (του κυπριακού ή του σκοπιανούκ.α), με την ιδιοποίηση του κράτους και τη διάχυτη εξαχρείωσή του. Ηδεύτερη, πιστώνεται το εγχείρημα για τη νομιμοποίηση της εθνοκρατικήςελληνικότητας, και, περαιτέρω, με την απόσυρση του παρελθόντος ωςιστορίας του νεοελληνικού κράτους, με το κλείσιμο του κεφαλαίου τηςιστορικής μνήμης, έτσι ώστε να μην προσφέρονται για σύγκριση με ταπεπραγμένα του κράτους-έθνους.Ώστε, η συμπληρωματικότητα των στρατηγικών αυτών συναντάται στηνκοινή στόχευση που είναι η αποδοχή μιας ιδέας της ελληνικότητας που θαπροσιδιάζει στο «μέτρο» του κράτους-έθνους, θα διέρχεται από το«ανήκειν» της κοινωνίας σ’αυτό και θα καθαγιάζει τις επιλογές των νομέωντου ή, στην χειρότερη περίπτωση, θα ευθύνει την κοινωνία γι’αυτές.
3.
Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια βαθιά ανελεύθερη καιαντιδημοκρατική στρατηγική στόχευση. Αντί να επιχειρείται ηανταποκρισιμότητα του κράτους με τις προσδοκίες της κοινωνίας,επιδιώκεται η συνθηκολόγηση της κοινωνίας με ένα κράτος κατοχής, πουλειτουργεί επιχειρησιακά με γνώμονα κυρίως το συμφέρον των νομέωντου. Οίκοθεν νοείται ότι το αίτημα για την ανταποκρισιμότητα του κράτουςμε το πρόταγμα της κοινωνίας δεν υπαινίσσεται την εγγραφή του σε τροχιάεθνικισμού, αλλά την απο-ιδιοποίησή του και την εναρμόνιση της3
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...