ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
ΕΙΤΑΝ μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδιαπου ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέ-ρασε η ώρα»εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματασε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχουςτων φυλακώνσε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων— μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι πούσκιζε σίγουρα τοχρόνο,σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τε-λειώσουμεσε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ — δύσκολος δρόμος.Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάςόπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμότου7πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος. ΔΙΠΛΑ σου αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί βγάζει το πό-δι τουτ' αφήνει στη γωνιά — ένα κούφιο ξύλινο πόδι —πρέπει να το γεμίσεις όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμανα φυτέψεις λουλούδιαόπως γεμίζει το σκοτάδι με αστέριαόπως γεμίζει λίγο-λίγο h φτώχεια στοχασμό κι αγάπη.Τόχουμε απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι νάχουνε δυοπόδια
Leave a Comment