ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ
Έβλεπε το πιο γλυκό του όνειρο. Ήταν στο πατρικό τους στο Μαρούσι. Ημάνα του, θολή φιγούρα, μ’ ένα γαλάζιο πτυχωτό φόρεμα, τον έλουζε στομπάνιο. Μέσα, ο πατέρας, μια ακαθόριστη σκιά, άκουγε μουσική καισιγοτραγουδούσε. Τραγούδια της εποχής. Τελευταίες, οι νότες από το«Χάρτινο το φεγγαράκι». Το αγαπημένο της μητέρας του. Στο ενδιάμεσούπνου και αφύπνισης, έμεινε να απολαμβάνει τη μελωδία. Δεν πέρασεόμως πολύ ώρα και κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν πιαξύπνιος και το τραγούδι συνεχιζόταν.«Θ’ άφησα το ραδιόφωνο ανοιχτό», σκέφτηκε. Σηκώθηκε και πήγεστο σαλόνι. Το power του στερεοφωνικού ήταν στο κόκκινο. Τσέκαρε τοκινητό και το ραδιόφωνο της κουζίνας, καθώς στα αυτιά του πλέονάκουγε το «Τζέιλχαους Ροκ» του Έλβις Πρίσλει, το αγαπημένο τουπατέρα του. Τίποτα, όλα κλειστά. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμίτου. Το επόμενο τραγούδι ανακάλεσε μια ξεχασμένη εικόνα. Μόνος,πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, μπροστά σ' όλο του το σόι να τραγουδάειτο «Ομπλαντί Ομπλαντά» των Μπιτλς. «Τι χαριτωμένα που το λέει» – ηΕύα, η ξαδέλφη της μητέρας. Άρχισε να ιδρώνει. Και ν’ ακουγόταν απόκάπου, δεν μπορούσε να είναι κάποιος σταθμός. Ποιος σταθμός θαέπαιζε αποκλειστικά τα τραγούδια της παιδικής του ηλικίας, και μάλισταχωρίς διαφημίσεις; Ποιος σταθμός θα έπαιζε μόνο τα
τραγούδια τους
;Συνειδητοποίησε πως συνέβαινε κάτι τρομακτικό. Το ραδιόφωνο ήτανμέσα στο κεφάλι του, μες στο μυαλό του. Και τώρα έπαιζε την εισαγωγήαπό το «Ποτέ την Κυριακή». Την επόμενη ώρα, ενώ εξακολουθούσε να ακούει το προσωπικότου σάουντρακ, την πέρασε τηλεφωνώντας στους μοναδικούς γνωστούςπου του είχαν απομείνει. Ένας τύπος απ’ το στρατό, ο αδερφός τηςπρώην γυναίκας του κι ένας μακρινός ξάδερφος. Είχε μείνει μόνος του.Χωρισμένος εδώ και δέκα χρόνια, δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά, κάποιεςσκόρπιες περιπετειούλες στη χάση και τη φέξη. Κούκος μόνος.Ο εξωφρενικός ισχυρισμός του αντιμετωπίστηκε με τον δέοντασαρκασμό. Ο ξάδερφος σχολίασε καυστικά, «Ρε συ, μήπως κατέβασες τη λίστα του i-tunes στους νευρώνες», ο αδερφός της Κάτιας τον αποκάλεσε«Ζαν Ντ’ Αρκ του πενταγράμμου», κι ο φίλος απ’ το στρατό του δήλωσεότι είναι τυχερός γιατί δεν θα ξαναχρειαστεί ποτέ του να αγοράσει σιντί.Στο μεταξύ, τα τραγούδια άρχισαν να ξαναπαίζουν από την αρχή. Τοεσωτερικό του πρόγραμμα είχε μια αυστηρή συνέχεια. Σαν πλέι λιστ πουεπαναλαμβάνεται. Πήρε ένα χαρτί και το κατέγραψε. Ήταν εικοσιένατραγούδια. Ελληνικά και ξένα, όλα από εκείνη την εποχή. Στην τρίτηεπανάληψη πια, τηλεφώνησε στον Σπυρόπουλο, το γιατρό του. Εκείνοςτον παρέπεμψε σε ένα νευρολόγο, τον κύριο Γεωργίου. Προσπαθώντας νασυνεννοηθεί ανάμεσα στις γλυκές ενορχηστρώσεις του Χατζιδάκι και τιςσυναισθηματικές οκτάβες του Ανταμό, κατάφερε κι έκλεισε ραντεβού γιατο απόγευμα. Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ήταν ακόμα πιο ανησυχητικό. Έδειξε θρόμβωση στον κροταφικό λοβό. Η ξαφνική μουσική επίθεση των
2
Leave a Comment