• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑΜΟΝΑΧΙΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
 
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ 
 Έβλεπε το πιο γλυκό του όνειρο. Ήταν στο πατρικό τους στο Μαρούσι. Ημάνα του, θολή φιγούρα, μ’ ένα γαλάζιο πτυχωτό φόρεμα, τον έλουζε στομπάνιο. Μέσα, ο πατέρας, μια ακαθόριστη σκιά, άκουγε μουσική καισιγοτραγουδούσε. Τραγούδια της εποχής. Τελευταίες, οι νότες από το«Χάρτινο το φεγγαράκι». Το αγαπημένο της μητέρας του. Στο ενδιάμεσούπνου και αφύπνισης, έμεινε να απολαμβάνει τη μελωδία. Δεν πέρασεόμως πολύ ώρα και κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν πιαξύπνιος και το τραγούδι συνεχιζόταν.«Θ’ άφησα το ραδιόφωνο ανοιχτό», σκέφτηκε. Σηκώθηκε και πήγεστο σαλόνι. Το power του στερεοφωνικού ήταν στο κόκκινο. Τσέκαρε τοκινητό και το ραδιόφωνο της κουζίνας, καθώς στα αυτιά του πλέονάκουγε το «Τζέιλχαους Ροκ» του Έλβις Πρίσλει, το αγαπημένο τουπατέρα του. Τίποτα, όλα κλειστά. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμίτου. Το επόμενο τραγούδι ανακάλεσε μια ξεχασμένη εικόνα. Μόνος,πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, μπροστά σ' όλο του το σόι να τραγουδάειτο «Ομπλαντί Ομπλαντά» των Μπιτλς. «Τι χαριτωμένα που το λέει» – ηΕύα, η ξαδέλφη της μητέρας. Άρχισε να ιδρώνει. Και ν’ ακουγόταν απόκάπου, δεν μπορούσε να είναι κάποιος σταθμός. Ποιος σταθμός θαέπαιζε αποκλειστικά τα τραγούδια της παιδικής του ηλικίας, και μάλισταχωρίς διαφημίσεις; Ποιος σταθμός θα έπαιζε μόνο τα
τραγούδια τους 
;Συνειδητοποίησε πως συνέβαινε κάτι τρομακτικό. Το ραδιόφωνο ήτανμέσα στο κεφάλι του, μες στο μυαλό του. Και τώρα έπαιζε την εισαγωγήαπό το «Ποτέ την Κυριακή». Την επόμενη ώρα, ενώ εξακολουθούσε να ακούει το προσωπικότου σάουντρακ, την πέρασε τηλεφωνώντας στους μοναδικούς γνωστούςπου του είχαν απομείνει. Ένας τύπος απ’ το στρατό, ο αδερφός τηςπρώην γυναίκας του κι ένας μακρινός ξάδερφος. Είχε μείνει μόνος του.Χωρισμένος εδώ και δέκα χρόνια, δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά, κάποιεςσκόρπιες περιπετειούλες στη χάση και τη φέξη. Κούκος μόνος.Ο εξωφρενικός ισχυρισμός του αντιμετωπίστηκε με τον δέοντασαρκασμό. Ο ξάδερφος σχολίασε καυστικά, «Ρε συ, μήπως κατέβασες τη λίστα του i-tunes στους νευρώνες», ο αδερφός της Κάτιας τον αποκάλεσε«Ζαν Ντ’ Αρκ του πενταγράμμου», κι ο φίλος απ’ το στρατό του δήλωσεότι είναι τυχερός γιατί δεν θα ξαναχρειαστεί ποτέ του να αγοράσει σιντί.Στο μεταξύ, τα τραγούδια άρχισαν να ξαναπαίζουν από την αρχή. Τοεσωτερικό του πρόγραμμα είχε μια αυστηρή συνέχεια. Σαν πλέι λιστ πουεπαναλαμβάνεται. Πήρε ένα χαρτί και το κατέγραψε. Ήταν εικοσιένατραγούδια. Ελληνικά και ξένα, όλα από εκείνη την εποχή. Στην τρίτηεπανάληψη πια, τηλεφώνησε στον Σπυρόπουλο, το γιατρό του. Εκείνοςτον παρέπεμψε σε ένα νευρολόγο, τον κύριο Γεωργίου. Προσπαθώντας νασυνεννοηθεί ανάμεσα στις γλυκές ενορχηστρώσεις του Χατζιδάκι και τιςσυναισθηματικές οκτάβες του Ανταμό, κατάφερε κι έκλεισε ραντεβού γιατο απόγευμα. Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ήταν ακόμα πιο ανησυχητικό. Έδειξε θρόμβωση στον κροταφικό λοβό. Η ξαφνική μουσική επίθεση των
2
 
τραγουδιών της παιδικής του ηλικίας, οφειλόταν στην ενεργοποίηση τουαντιστοίχου σημείου του εγκεφαλικού φλοιού. «Δεν είναι παράαναμνήσεις», είπε ο γιατρός. «Έχει ξανασυμβεί, υπάρχει εκτενήςβιβλιογραφία επί του θέματος, με συγκεκριμένα περιστατικά.
Ηχητικήεπιληψία 
, είναι ο νευρολογικός όρος. Η φοβερή λεπτομέρεια με τηνοποία εμφανίζονται αυτού του είδους οι ανακλήσεις όταν ερεθιστεί οφλοιός, ξεπερνά κάθε τι που θα μπορούσε να ονομαστεί συνήθης μνήμη.Ο εγκέφαλος είναι ένας αλάνθαστος ψυχικός υπολογιστής. Κατακρατάένα σχεδόν τέλειο αρχείο όλων των εμπειριών της ζωής». Όλα αυτάακούγονταν πολύ ενδιαφέροντα, αλλά στο τέλος της συνάντησης ο γιατρός πρόσθεσε και το πικρό συμπέρασμα: έπρεπε να κάνει επειγόντωςεγχείρηση. Το διάστημα πριν την επέμβαση ο Γεωργίου του έδωσε κάποιαφάρμακα που ανέστειλαν κάπως το εγκεφαλικό τζουκ μποξ. Για τρειςμέρες, όσο διήρκησε η προετοιμασία για το χειρουργείο, άκουγε μόλιςδυο τρεις ώρες μουσική. Το πρώτο μεσημέρι, όταν ο γιατρός ήρθε να τονδει, δεν περίμενε ο ασθενής του να έχει αυτό το γλυκό χαμόγελο.«Δεν έχω ξαναδεί κάποιον να μοιάζει πιο ευτυχισμένος στοπροεγχειρητικό στάδιο».«Γιατρέ να σας κάνω μια ερώτηση. Όταν εγχειριστώ η μουσική θασταματήσει τελείως;»«Εκτός απίθανου απρόοπτου, ναι».Η σκυθρωπή του έκφραση έκανε το γιατρό να απορήσει.«Δηλαδή δεν θέλεις να σταματήσουν;». Τότε εκείνος του μίλησε γιατην οικογένεια του, για το φοβερό δυστύχημα στο Μαλιακό στα πέντετου, στο οποίο σκοτώθηκαν και οι δυο του γονείς. Ύστερα για τα χρόνιαπου πέρασε με μια αυστηρή μακρινή συγγενή της μάνας του που έκανετη ζωή του κόλαση. Και για τέλος του φύλαξε και το πιο εντυπωσιακό.«Είμαι σαρανταπέντε χρονών και ως τώρα δεν είχα σχεδόν καμίαανάμνηση από τους γονείς μου. Σαν όλα να ’χαν σβηστεί. Μέσα από τατραγούδια ξαναγύρισα κοντά τους, ξανάδα τα πρόσωπα τους. Τώρα ξέρωπως ήταν η μητέρα μου, ξέρω πως περπατούσε, πως χαμογελούσε. Δενείναι απλά μια μαυρόασπρη φιγούρα σε μια φωτογραφία. Τώρα, μέσααπό αυτή τη μουσική που ’ρθε απ’ τον ουρανό, ξέρω και τη φωνή τουπατέρα μου. Είχα εξοριστεί από το παρελθόν και ξαφνικά σ’ ένα βράδυεπέστρεψα». Έμειναν άλλες δυο ώρες μαζί. Του διηγήθηκε όλη του τη ζωή. Ο γιατρός έφυγε μ’ ένα σφίξιμο στη καρδιά.Η εγχείρηση πήγε πολύ καλά. Σε μια βδομάδα ήταν σπίτι του. Σ’ άλλη μια ξαναπήγε στη δουλειά του στην τράπεζα. Η μελωδία των νευρώνων είχε σταματήσει πια τελείως. Μόνο τώρα, πριν κοιμηθεί έβαζε να ακούσει το σιντι που έφτιαξε αντιγράφοντας τη λίστα του εσωτερικούτου ντιτζέι. Και, σχεδόν κάθε βράδυ, έβλεπε στο όνειρό του την μάνα τουκαι τον πατέρα του, σαν να ζούσαν, όμορφους και νέους, ν’ ακούνεμουσική.
3
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...