«Ξεκάθαρη απάντηση!»Στην πόρτα ρώτησα:«Τι έχει σπουδάσει;»«Ο Μιχάλης;»Γέλασε.«..φορτηγατζής!» «Αργήσατε και ανησύχησα» είπε η Έλλη.«Τώρα πια δεν χρειάζεται»«Σας ζήτησε ένας φίλος σας. Εδώ έχω την κάρτα του και ένα τηλέφωνο. Θα είναι μέχρι τις δύο εκεί»Του τηλεφώνησα. Ήταν ο Δημοσθένης.«Σε μισή ώρα στο εστιατόριο. Θέλω να σε δω»Φόρεσα ότι πιο ελαφρύ είχα. Από νωρίς κατέβαινε νότιος άνεμος από τους λόφους, λίβας που σάρωνε την πόλη.Τρύπωσα γρήγορα στην κλιματιζόμενη αίθουσα. Καθόταν στο βάθος μπροστά από τη γυάλινη προθήκη με τα πιάτατης ημέρας. Σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι.«Χτύπησες σοβαρά»«Κινδύνεψα να βρεθώ στο βάθος του γκρεμνού»«Διάβαζα τα γεγονότα καθημερινά. Γράφτηκαν κάτι παράξενα πράγματα. Βέβαια ο Πελώνης δεν τα έγραψεσα σοβαρό ρεπορτάζ, αλλά τα χρησιμοποίησε στο χρονογράφημα. Για χρησμούς, για εφτά φόνους πουμπορεί να γίνουν οκτώ. Για μια περίεργη παράσταση που δόθηκε στους Δελφούς και παρόμοια. Γιατί ταέγραψε όλα αυτά, αφού δεν ήταν κατανοητά σε κανένα;»«Έμαθα πως έπαψε πια να ασχολείται μαζί μου»«Όχι τελείως, αλλά αραιώνει τις αναφορές»«Και ο κόσμος κάνει το ίδιο»«Αφού έπαψε να ρίχνει ξύλα στη φωτιά, αυτή θα σβήσει κάποτε»Παραγγείλαμε. Ζήλεψα το ψάρι που παρήγγειλε ο Δημοσθένης και έκανα το ίδιο.«Έχουν κάποια βάση όλα αυτά που διέρρευσαν πως είπες;»Ξαφνιάστηκε με την απάντηση μου. Έμεινε με το πιρούνι στο χέρι την ώρα που έπαιρνε τη στροφή για το στόμα.«Έχουν!» Δε συνέχισε την κίνηση. Άφησε το πιρούνι κάτω καρφωμένο με την ψαρομπουκιά.«Άκουσε Δημοσθένη, δε θα σου πω γιατί είσαι δημοσιογράφος»«Είμαι διοικητικός!»«Αυτό ξέχνα το! Θα σου πω γιατί είσαι φίλος. Όχι τώρα. Ζητάω μια χάρη πρώτα»«Τι χάρη;»«Πρόκειται για τον Πορφυρογένη. Η κατάσταση του είναι απελπιστική»«Δε θα σε πιστέψω. Τον είδα σήμερα και μου φάνηκε καλύτερος από κάθε άλλη φορά»«Κρύβει την αλήθεια. Προσπαθεί. Τώρα που πέρασαν αρκετές μέρες από το θάνατο της κόρης του και έχεισυνειδητοποιήσει την πραγματικότητα, ανακτά το προσωπικό του στυλ. Η πραγματικότητα φαίνεται στοσπίτι του. Υπάρχει ακαταστασία, παραίτηση, εγκατάλειψη. Η γυναίκα που τον φρόντιζε, τον εγκατέλειψε.Χρειάζεται την καθημερινή φροντίδα»«Να την προσφέρω εγώ;»«Άσε τα αστεία. Είχα αποφασίσει να κάνω εγώ αυτό το ταξίδι, όμως η κατάσταση δεν το επιτρέπει. ΟΠορφυρογένης κατάγεται από να χωριό στις ανατολικές πλαγιές του Παρνασσού»«Τι νόημα έχει αυτό το ταξίδι;»«Αν βιάζεσαι να φας το ψάρι, μη με διακόπτεις»«Σύμφωνοι»Του εξήγησα με κάθε συντομία.«Πρέπει να γυρίσει στο χωριό του. Εκεί θα βρει βοήθεια. Αν φύγει για την Αθήνα αυτό δεν μπορεί να γίνει»«Εσύ τι πιστεύεις;»«Θα επιστρέψει»«Στο διάστημα που δοκιμάζεται, είδες κάποιον δικό του;»«Όχι. Το χωριό του είναι απομονωμένο»«Δεν νομίζω» είπε δύσπιστα «τα γεγονότα έχουν φτάσει σε κάθε γωνιά της χώρας, έστω και εξασθενημένασα σεισμικά κύματα. Δεν πειράζει που μου λες ψέματα θα πάω!»«Υπέροχο ψάρι» είπα.«Υπέροχος ψεύτης» είπε.Το εστιατόριο είχε γεμίσει. Όποιος έμπαινε αισθανόταν την ανάγκη να μας κοιτάξει λίγα δευτερόλεπτα πιο πολύ απότο συνηθισμένο. Κάποιοι πάλι, κοίταζαν την προθήκη αρκετή ώρα ώσπου να αποφασίσουν να πουν αυτό που είχανήδη αποφασίσει. Ήταν ενοχλητικό, αλλά είχα γνωρίσει χειρότερα.Τελειώσαμε το γεύμα σιωπηλά, συνεννοημένοι να μην πούμε τίποτα.Γιατί κάτι όταν θέλουμε να πούμε πολύ, το αφήνουμε τελευταίο; Ο Δημοσθένης δεν αποτελούσε εξαίρεση.«Πως τα πας με την όμορφη;»«Η συνεργασία τερμάτισε στη χαράδρα των Δελφών. Δε βλεπόμαστε»«Τότε φταις εσύ!»«Πως το εννοείς;»«Δε χρειάζεται να στο επιβάλει η ανάγκη για να είσαι μαζί της. Μπορείς να το επιδιώξεις»«Πρέπει να το θέλει»«Όταν έχει απέναντι της κάποιον που ξέρει τι θέλει, δείχνει να μην το ξέρει και δε βρίσκει τρόπο να το δείξει,πάει πολύ να της ρίχνεις ευθύνες»«Ξέρεις ότι συναντά τον Πελώνη;» μου ξέφυγε.Πάγωσε. Μετά ξέσπασε σε γέλια.«Τον Πελώνη; Μια τέτοια γυναίκα αποκλείεται να ενδιαφέρεται για αυτόν. Αυτός ναι, όπως εσύ, όπως εγώ,-4-όπως όλοι μας. Αυτή ποτέ! »
Leave a Comment