μεταγωγικά γύρισαν πίσω στην Κρήτη. Αργότερα μάθαμε ότι έπαθε εμπλοκή το δίδυμοBofors του Κύπριου πυροβολητή και γι αυτό γλυτώσαμε, όσοι γλυτώσαμε.Στις μάχες που ακολούθησαν στο αεροδρόμιο και στην περιοχή τηςΧρυσοσκαλιώτισας στη Λευκωσία, σκοτώθηκαν πολλοί δικοί μας και Τούρκοι. Κάποια στιγμήβρέθηκα περικυκλωμένος και μ’ έπιασαν αιχμάλωτο. Μ’ επήγαν σ’ ένα προσωρινόστρατόπεδο όπου είδα κι άλλους στρατιώτες μας αιχμαλώτους, Ελλαδίτες και Κύπριουςκαθώς και πολλούς αμάχους, άντρες και γυναικόπαιδα, ηλικιωμένους, ακόμα και παπάδες.Όλοι είμασταν απεγνωσμένοι, δεν ξέραμε τι μας περιμένει. Αργότερα μάθαμε για τις μαζικέςεκτελέσεις αιχμαλώτων και αμάχων, για τους βιασμούς και άλλα πολλά. Εκεί γνώρισα και τονπαπα-Γιώργη που μας παρηγορούσε όλους όταν είμασταν στα Άδανα και που πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από τις κακουχίες της φυλακής. Ο γιός του είναι κι αυτός παπάς σήμεραστην Κύπρο κι είμαστε φίλοι.Τι να πρωτοθυμηθώ από τους 8 μήνες αιχμαλωσίας; Τα καθημερινά βασανιστήρια,την πείνα, τα ούρα που πίναμε, την αϋπνία, τις κραυγές, τα ουρλιαχτά, τον πόνο, τα δύοστρατοδικεία που πέρασα, τις δύο εικονικές εκτελέσεις, την κατάρρευση...8 μήνες,...σχώρα μεΧριστέ μου, μα εσύ σταυρώθηκες μιά φορά, εγώ κι οι άλλοι σαν εμένα σταυρωθήκαμε πολλές.Μέσα στην αντάρα της μάχης, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, έπεσαν πάνω μου ξαφνικά και δενπρόλαβα να γυρίσω το όπλο πάνω μου. Οι συμπολεμιστές μου που σκοτώθηκαν στη μάχη καιδεν έπεσαν στα χέρια των Τούρκων, ήταν οι τυχεροί. Στην πρώτη ανταλλαγή αιχμαλώτων εγώκι άλλοι πολλοί από τα Άδανα και από άλλες φυλακές απελευθερωθήκαμε υπό την εποπτείατου Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Μέσω Σμύρνης μεταφέρθηκα με νοσοκομειακό πλοίο στονΠειραιά. Ζύγιζα 40 κιλά. Έμεινα ένα χρόνο στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο. Τους τέσσερειςμήνες τους πέρασα στο ψυχιατρείο, στο υπόγειο για όσους ξέρουν. Ήρθε κι ο Μακάριος εκεί να μας δεί και μας έδωσε τις ευχές του. Όταν πήρα εξιτήριο μου έδωσαν και 500 δραχμές! Κιαπό κει και πέρα κανένα ενδιαφέρον από το κράτος, τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν μαςεπέτρεπε να βρούμε μιά δουλειά η σακατεμένη υγεία μας.Καμία αναγνώριση, ούτε για το αίμα που χύσαμε για την πατρίδα, ούτε για το ότι εγώπροσωπικά «παραθέρισα» 8 μήνες σε τούρκικη φυλακή. Όλα αυτά κι άλλα πολλά φρόντισανοι τότε κι οι μετέπειτα κυβερνώντες μας να τα διαγράψουν, να τα εξαφανίσουν, γιατίφοβούνται μήπως ξεσπάσει κάποτε κανένα τσουνάμι αποκαλύψεων για την τότε και την ωςσήμερα προδοσία στο Κυπριακό και τους πνίξει. Ευτυχώς που υπάρχουν κάποιοι Έλληνες καιμας αναγνωρίζουν. Κάποιοι πατριώτες δημοσιογράφοι, ελάχιστοι έντιμοι πολιτικοί και πολλοίαπλοί πολίτες, νά ‘ναι καλά όλοι τους. Απ’ όσα έχω πληροφορηθεί έχουμε απομείνει 80 πάνω-κάτω οι πολεμιστές του 1974 που φυτοζωούμε, χωρίς δουλειά, χωρίς σύνταξη, άλλοι μεκαρκίνους από τις ναπάλμ, άλλοι να μπαινοβγαίνουν στα ψυχιατρεία κι άλλοι με διάφορασουβενίρ από τότε. Έχει δίκιο το κράτος μας. Είμαστε πολλοί, ποιόν να πρωτοκοιτάξει. Κιέτσι για λόγους ισονομίας προτίμησε να μην βοηθήσει κανέναν μας.Τον Ιούλιο του 2007 με πρωτοβουλία του τότε υφυπουργού Εθνικής Άμυνας, Γιάννη Λαμπρόπουλου, τιμήθηκαν στην Σχολή Ευελπίδων με μετάλλια και διπλώματα όσοιπολέμησαν επίσημα στην Κύπρο. Τους δόθηκε και το δικαίωμα δωρεάν περίθαλψης σταστρατιωτικά νοσοκομεία. Εγώ και άλλοι σαν εμένα, παρόντες στη Μάχη της Κύπρου, αλλάαπόντες από τα επίσημα κιτάπια, είμαστε οι μύγες οι πεταμένες έξω απ’ το προζύμι. Δενυπήρξαμε, δεν πολεμήσαμε, δεν ματώσαμε...«επισήμως». «Κατανοώ το πρόβλημά σου, αλλάδεν μπορώ να κάνω απολύτως τίποτε για την περίπτωσή σου, είναι τα χέρια μου δεμένα», μουείπε πριν από χρόνια ένας υπουργός Εθνικής Άμυνας όταν τον είχα επισκεφθεί στο γραφείο
Πηγή:Εφημερίδα «Εβδόμη» Ανατολικής Αττικής,Συνέντευξη σε Γρ.Ρώντα
Leave a Comment