• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
1
Αλέξανδρος ΠαπαδιαμάντηςΗ ΦόνισσαΑ'
Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, τηνκεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον«φουγοπόδαρο», η θεια
-
Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δενεκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσηςμικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντοςβρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής,πενιχράς κλίνης της.Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της
εστ
ίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποίαεφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρειςμισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας,έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσανφλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της τηναπούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώραεντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: «Αν είναιφίλος, να χαρή, αν είν' εχθρός, να σκάση...»Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτογυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, μεήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της.Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπενότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Ότανήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβατου συζύγου της
 – 
και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της
 
2
αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησετέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα,έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχεκάμει βαριά λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, ηπρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχανβιασθή να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχεκακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόνσυμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύειολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επίπολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τουοφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσαπλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίουςκόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε ναυποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν τηναπορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θεμου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;»Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη τηςτραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά ταςπρολαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ'αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα,της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής καιμάταιος και βαρύς.Ο πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάννα τηςήτον κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτον μία από τας στρίγλας τηςεποχής της. Ήξευρε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο
-
τρεις φοράς οικλέφτες, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλωνοπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο διά να την εκδικηθούν,επειδή τους είχε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά οι δουλειές των.
 
3
Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να κάμουντίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από χριστιανούς. Ούτε ηΚυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλει κανέν βοήθημα.Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον, από την κορυφήν τ' Αϊ 
-
Θανασού,εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους καιτην πλουσίαν βρύσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνού,ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να κρυφθή ειςμίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο θρους τωνφύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε τρομώδηκίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε αγρίανφωνήν:
 —
Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ' από τους θάμνους, κ' έτρεξεν ωςφοβισμένη τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδωντης. Δεν ήτο πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότετην είχον κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή, κάτω εις το Πυργί,επειδή το μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ, στο Μεροβίλι, δενυπήρχον δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων καιλόχμαι απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς,επήδα ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προπολλού είχε πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθεν της,
 – 
την μίαν των οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο εις εκ των διωκτών
 – 
και τ' αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ' αιμάτωνοντους αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μιαέμπνευσις.Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον εις και μόνοςκαλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μωραΐτη. Ο γερο
-
Μωραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τονΜιστράν εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος
 – 
κατά την
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...