3
Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να κάμουντίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από χριστιανούς. Ούτε ηΚυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλει κανέν βοήθημα.Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον, από την κορυφήν τ' Αϊ
-
Θανασού,εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους καιτην πλουσίαν βρύσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνού,ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να κρυφθή ειςμίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο θρους τωνφύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε τρομώδηκίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε αγρίανφωνήν:
—
Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ' από τους θάμνους, κ' έτρεξεν ωςφοβισμένη τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδωντης. Δεν ήτο πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότετην είχον κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή, κάτω εις το Πυργί,επειδή το μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ, στο Μεροβίλι, δενυπήρχον δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων καιλόχμαι απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς,επήδα ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προπολλού είχε πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθεν της,
–
την μίαν των οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο εις εκ των διωκτών
–
και τ' αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ' αιμάτωνοντους αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μιαέμπνευσις.Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον εις και μόνοςκαλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μωραΐτη. Ο γερο
-
Μωραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τονΜιστράν εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος
–
κατά την
Leave a Comment