513
asterisked
ση
µ
ειω
µ
ένος
-
η
-
ο
µ
ε
αστερίσκο
asymmetricrhythmic theory
ασυ
µµ
ετρική
ρυθ
µ
ική
θεωρία
(
η
)asyndeton
σχή
µ
α
ασύνδετο
(
το
)atelic
ατελικός
-
ή
-
ό
ATN
ΓΕ∆Μ
atomic phonology
φωνολογία
του
ατό
µ
ου
(
η
)atonal
µ
η
µ
ουσικοτονικός
-
ή
-
ό
ATR
ΠΒΓ
attenuative
µ
ετριαστικός
-
ή
-
ό
attested
επιβεβαιω
µ
ένος
-
η
-
ο
attitudinal
συ
µ
περιφορικός
-
ή
-
ό
attribute
ιδιότητα
(
η
)attribute
επίθετο
(
το
)attribution
επιθετικός
προσδιορισ
µ
ός
(
ο
)attributive
επιθετικός
-
ή
-
ό
audible friction
ακουστή
τριβή
(
η
)auditory phonetics
αντιληπτική
φωνητική
(
η
)augmentative
µ
εγεθυντικός
-
ή
-
ό
,
επαυξητικός
-
ή
-
ό
augmentedtransition network grammar
γρα
µµ
ατική
ενισχυ
µ
ένου
δικτύου
µ
ετάβασης
(
η
)autohyponym
αυτοϋπώνυ
µ
ο
(
το
)autolexical syntax
αυτολεξική
σύνταξη
(
η
)automata
αυτό
µ
ατα
(
τα
,
πληθ
.)automatic
αυτό
µ
ατος
-
η
-
ο
automatic speechrecognition
αυτό
µ
ατη
αναγνώριση
ο
µ
ιλίας
(
η
)automaton
αυτό
µ
ατο
(
το
)autonomous
αυτόνο
µ
ος
-
η
-
ο
autonomous syntax
αυτόνο
µ
η
σύνταξη
(
η
)autosegment
αυτοτε
µ
άχιο
(
το
)autosegmental phonology
αυτοτε
µ
αχιακή
φωνολογία
(
η
)aux
βοηθ
auxiliary
βοηθητικός
-
ή
-
ό
avalent
ασθενής
-
ής
-
ές
avoidancelanguages
γλώσσες
αποφυγής
(
οι
)axiom
αξίω
µ
α
(
το
)axiomatic
αξιω
µ
ατικός
-
ή
-
ό
axis
άξονας
(o) baby-talk
βρεφική
ο
µ
ιλία
(
η
),
µ
ωρουδίστικη
ο
µ
ιλία
(
η
) back
οπίσθιος
-
α
-
ο
backchannelling
ένδειξη
λήψης
(
η
),
ανατροφοδότηση
(
η
) back-formation
αναδρο
µ
ικός
σχη
µ
ατισ
µ
ός
(
ο
) backgrounding
βάθος
(
το
) backlooping
ανακύκλωση
(
η
) bar
τονού
µ
ενος
-
η
-
ο
,
τόνος
(
ο
) barrier
φραγ
µ
ός
(
ο
) base
βάση
(
η
) basic
βασικός
-
ή
-
ό
basilect
βασίλεκτος
(
η
) basilectal
βασιλεκτικός
-
ή
-
ό
beat
διακρότη
µ
α
(
το
),
κρούση
(
η
) behaviourism
συ
µ
περιφορισ
µ
ός
(
ο
),
µ
πιχεβιορισ
µ
ός
(
ο
) benefactive
ευεργεσιακός
-
ή
-
ό
bidialect(al)ism
διδιαλεκτισ
µ
ός
(
ο
) bidirectionality
διπλοκατευθυντικότητα
(
η
) bilabial
διχειλικός
-
ή
-
ό
bilateral
διπλευρικός
-
ή
-
ό
,
δίπλευρος
-
η
-
ο
bilateral opposition
δίπλευρη
αντίθεση
(
η
) bilingual
διπλόγλωσσος
-
η
-
ο
,
δίγλωσσος
-
η
-
ο
bilingualism
διπλογλωσσία
(
η
),
διγλωσσία
bimoraic
δι
µ
οραϊκός
-
ή
-
ό
binary feature
δυαδικό
χαρακτηριστικό
(
το
) bind
συνδέω
/-
ο
µ
αι
αναφορικά
,
δεσ
µ
εύω
/-
ο
µ
αι
αναφορικά
binding
αναφορική
σύνδεση
(
η
),
αναφορική
δέσ
µ
ευση
(
η
) binomial
διωνυ
µ
ικός
-
η
-
ο
biolinguistics
βιογλωσσολογία
(
η
) bioprogram(me)hypothesis
υπόθεση
του
βιοπρογρά
µµ
ατος
(
η
) bipositionality
διπλοθεσία
(
η
) biuniqueness
α
µ
φι
µ
ονοση
µ
αντότητα
(
η
),
α
µ
φι
µ
ονοσή
µ
αντο
(
το
) bivalent
δισθενής
-
ής
-
ές
black Englishvernacular
καθο
µ
ιλου
µ
ένη
των
αγγλοφώνων
αφροα
µ
ερικανών
(
η
) blade
λεπίδα
της
γλώσσας
(
η
) bleaching
αποχρω
µ
ατισ
µ
ός
(
ο
),
ξεθώριασ
µ
α
(
το
) bleed
απαγορεύω
bleeding
απαγόρευση
(
η
) blend
α
µ
άλγα
µ
α
(
το
),
µ
ίγ
µ
α
(
το
)
συ
µ
φυρ
µ
ός
(
ο
) blending
α
µ
αλγά
µ
ωση
(
η
) block
αποκλείω
,
ε
µ
ποδίζω
block language
συντ
µ
η
µ
ένος
λόγος
(
ο
) blocked
αποκλεισ
µ
ένος
-
η
-
ο
blocking
αποκλεισ
µ
ός
(
ο
)Bloomfieldian(ism)
Μπλου
µ
φιλντ
(
του
)Bloomfieldiansim
µ
πλου
µ
φιλντιανισ
µ
ός
(
ο
)Boolean
Μπουλ
(
του
) bootstrap(ping)
βάση
εκκίνησης
(
η
) borrow
δανείζο
µ
αι
borrowing
δανεισ
µ
ός
(
ο
) bottom-up
από
κάτω
προς
τα
πάνω
,
από
τη
βάση
προς
τα
πάνω
bound
δεσ
µ
ευ
µ
ένος
-
η
-
ο
boundary tone
οριακός
τόνος
(o) boundary-symbol/-marker
συνοριακό
σύ
µ
βολο
(
το
) /
συνοριακός
δείκτης
(
ο
) bounded foot
δεσ
µ
ευ
µ
ένος
πόδας
(
ο
) boundedness
δεσ
µ
ευτικότητα
(
η
) bounding theory
θεωρία
των
δεσ
µ
εύσεων
(
η
) brace
άγκιστρα
(
τα
) bracketed grid
επιγεγρα
µµ
ένο
πλέγ
µ
α
(
το
) bracketing
περίκλειση
σε
αγκύλες
(
η
) bracketing paradox
παράδοξο
της
περίκλεισης
σε
αγκύλες
(
το
) brackets
αγκύλες
(
οι
) branch
κλάδος
(
ο
,
η
) branching
διακλάδωση
(
η
),
διακλαδού
µ
ενος
-
η
-
ο
Leave a Comment