• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
 511
ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ
 
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
 
ΟΡΩΝ
 
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ
 
Γ
.
Ι
.
Ξυδόπουλος
 
© 2003-2006
a-bar-binding
 
µ
η
 
α
-
δέσ
µ
ευση
(
η
) (
αναφορική
 
δέσ
µ
ευση
 
σε
 
θέση
µ
η
 
ορίσ
µ
ατος
),
 
αναφορική
 
δέσ
µ
ευση
 
σε
µ
η
 
οργανική
 
θέση
 abbreviation
 
συντο
µ
ογραφία
(
η
),
 
βραχυγραφία
(
η
),
 
σύντ
µ
ηση
(
η
)abbreviatory
 
συντο
µ
ογραφικός
-
ή
-
ό
,
 
συντο
µ
ογραφη
µ
ένος
-
η
-
ο
 abducted
 
πεπλατυσ
µ
ένες
 
πτυχές
(
οι 
),
 
πεπλατυσ
µ
ένες
 
χορδές
(
οι 
)a-binding
 
α
-
δέσ
µ
ευση
(
η
) (
αναφορική
 
δέσ
µ
ευση
 
σε
 
θέση
 
ορίσ
µ
ατος
),
 
αναφορική
 
δέσ
µ
ευση
 
σε
 
οργανική
 
θέση
 ablative
 
αφαιρετικός
-
ή
-
ό
 ablaut
 
µ
ετάπτωση
(
η
)abrupt
 
απότο
µ
ος
-
η
-
ο
 absolute
 
απόλυτος
-
η
-
ο
 absolutive
 
απόλυτος
-
η
-
ο
,
 
αντικει 
µ
ενικός
-
ή
-
ό
 accent
 
τόνος
(
ο
),
προφορά
(
η
)accented
 
τονισ
µ
ένος
-
η
-
ο
 accentual
 
τονικός
-
ή
-
ό
 accentuation
 
τονισ
µ
ός
(
ο
)acceptability
 
αποδεκτότητα
(
η
)acceptable
 
αποδεκτός
-
ή
-
ό
 accessibility
 
προσβασι 
µ
ότητα
(
η
)accidence
 
τυπολογικό
µ
έρος
(
το
)accommodate
 
προσαρ
µ
όζω
 accomodation
 
προσαρ
µ
ογή
(
η
)accusative
 
αιτιατική
(
η
)accusativity
 
αιτιατικότητα
(
η
)acoustic
 
ακουστικός
-
ή
-
ό
 acoustic domainanalog
 
ανάλογο
 
ακουστικού
 
πεδίου
(
το
)acoustic feature/cue
 
ακουστικό
 
χαρακτηριστικό
(
το
)
 
ακουστική
 
ένδειξη
(
η
)acoustic phonetics
 
ακουστική
 
φωνητική
(
η
)acoustics
 
ακουστική
(
η
)acquire
 
κατακτώ
,
αποκτώ
 acquisition
 
κατάκτηση
(
η
),
απόκτηση
(
η
),acrolect
 
ακρόλεκτος
(
η
)acrolectal
 
ακρολεκτικός
-
ή
-
ό
 acronym
 
ακρωνύ
µ
ιο
(
το
)across-the-board phenomena
 
διάχυτα
 
φαινό
µ
ενα
(
τα
),
 
φαινό
µ
ενα
 
εκτός
 
ορίων
(
τα
)actant
 
καθορισ
µ
ένο
 
στοιχείο
(
το
)active
 
ενεργητικός
-
ή
-
ό
 actor-action-goal
 
δράστης
-
πράξη
-
στόχος
(
ακολουθία
)(
η
)actualization
 
ενεργοποίηση
(
η
)actualize
 
ενεργοποιώ
 acute
 
οξύς
-
εία
-
 ύ
 additive bilingualism
 
προσθετική
 
δι 
(
πλο
)
γλωσσία
(
η
)address
 
προσαγόρευση
(
η
),
προσφώνηση
(
η
)adducted
 
πεπιεσ
µ
ένες
 
πτυχές
(
οι 
),
 
πεπιεσ
µ
ένες
 
χορδές
(
οι 
)adequacy
 
επάρκεια
 adequate
 
επαρκής
-
ής
-
ές
 adessive
 
επιτοπικός
-
ή
-
ό
(
η
)adjacency
 
γειτνίαση
(
η
)adjacency pair 
 
γειτνιαστικό
 
ζεύγος
(
το
)adjacency principle
 
αρχή
 
της
 
γειτνίασης
(
η
)adjacent
 
γειτνιάζων
-
ουσα
-
ον
 adjectival
 
επιθετικός
-
η
-
ό
 adjective
 
επίθετο
(
το
)adjoin
 
προσαρτώ
 adjunct
 
προσάρτη
µ
α
(
το
)adjunction
 
προσάρτηση
(
η
)adjunctival
 
προσαρτη
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 adnominal
 
µ
ετονο
µ
ατικός
-
ή
-
ό
,
επονο
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 adstratum
 
αντίστρω
µ
α
(
το
)adultocentric
 
ενηλικοκεντρικός
-
ή
-
ό
 adultomorphic
 
ενηλικό
µ
ορφος
-
η
-
ο
 advanced tongueroot
 
προωθη
µ
ένη
 
βάση
 
της
 
γλώσσας
(
η
)advancement
 
προβιβασ
µ
ός
(
ο
)adverb
 
επίρρη
µ
α
(
το
),
 
επιρρη
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 adverbial
 
επιρρη
µ
ατικό
(
το
),
 
επιρρη
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 adversative
 
εναντιω
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 aerometry
 
αερο
µ
ετρία
(
η
)affect
 
συναίσθη
µ
α
(
το
)affected
 
επιβαρυ
µ
ένος
-
η
-
ο
,
 
επηρεασ
µ
ένος
-
η
-
ο
 affective
 
συναισθη
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 affirmative
 
καταφατικός
-
ή
-
ό
 affix
 
πρόσφυ
µ
α
(
το
),
παράθη
µ
α
(
το
)affixation
 
προσφυ
µ
ατοποίηση
(
η
),
 
παραθη
µ
ατοποίηση
(
η
)affixing
 
προσφυ
µ
ατοποίηση
(
η
)
 
προσφυ
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 
 
παραθη
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 affricate
 
προστριβό
µ
ενος
-
η
-
ο
 affricated
 
προστρι 
µµ
ένος
-
η
-
ο
,affrication
 
πρόστριψη
(
η
)agent
 
δράστης
(o)agentive
 
δράστη
ε
/
του
),
 
ποιητικό
 
αίτιο
(
το
)agentless
 
χωρίς
 
δράστη
 agglutinating
 
συγκολλητικός
-
ή
-
ό
 agglutination
 
συγκόλληση
(
η
)agglutinative
 
συγκολλητικός
-
ή
-
ο
 agr 
 
Συ
µ
φ
 agrammatism
 
αγρα
µµ
ατισ
µ
ός
(
ο
)agreement
 
συ
µ
φωνία
(
η
)airstreammechanism
 
µ
ηχανισ
µ
ός
 
του
 
ρεύ
µ
ατος
 
αέρα
(
ο
)Aktionsart
 
λεξικό
 
ποιό
 
ενέργειας
(Aktionsart) (
το
)alethic
 
αληθειακός
-
ή
-
ό
 algorithm
 
αλγόριθ
µ
ος
(
ο
)alienable
 
αλλοτριώσι 
µ
ος
-
η
-
ο
,
 
αποσπάσι 
µ
ος
-
η
-
ο
 
 
 512
allative
 
κινησιακός
-
ή
-
ό
(
η
)allo-
 
αλλο
-alpha movement
 
µ
ετακίνηση
 
του
 
αλφα
(
η
)alpha notation
 
συ
µ
βολισ
µ
ός
 
άλφα
(
ο
)alphabetism
 
αρκτικόλεξο
(
το
)alternant
 
εναλλάκτης
(
ο
)alternating
 
εναλλασσό
µ
ενος
-
η
-
ο
,
 
αναπληρών
-
ούσα
-
όν
 alternation
 
εναλλαγή
(
η
)alveo(lo)-palatal
 
φατνιοουρανικός
-
ή
-
ό
 alveolar 
 
φατνιακός
-
ή
-
ό
 alveolo-palatal
 
φατνιοουρανικός
-
ή
-
ό
 ambifix
 
α
µ
φίθη
µ
α
(
το
)ambiguity
 
α
µ
φιση
µ
ία
(
η
)ambiguous
 
α
µ
φίση
µ
ος
-
η
-
ο
 ambisyllabic
 
α
µ
φισυλλαβικός
-
ή
-
ό
 ambisyllabicity
 
α
µ
φισυλλαβικότητα
(
η
)ambisyllabification
 
α
µ
φισυλλαβισ
µ
ός
(
ο
)ambisyllabify
 
α
µ
φισυλλαβίζω
 amelioration
 
βελτίωση
(
η
)amplitude
 
εύρος
(
το
)anacoluthon
 
ανακόλουθον
(
το
)analogy
 
αναλογία
(
η
)analysable
 
αναλύσι 
µ
ος
-
η
-
ο
 analysis-by-synthesis
 
ανάλυση
µ
έσω
 
σύνθεσης
(
η
)analytic
 
αναλυτικός
-
ή
-
ό
 analyticity
 
αναλυτικότητα
(
η
)anaphor 
 
αναφορικό
 
στοιχείο
(
το
)anaphora
 
αναφορικότητα
(
η
),
 
αναπο
µ
πή
(
η
)anaphoric
 
αναφορικός
-
ή
-
ό
,
 
αναπε
µ
πτικός
-
ή
-
ό
 anaptyctic
 
αναπτυκτικός
-
ή
-
ό
 anaptyxis
 
ανάπτυξη
(
η
)anchor 
 
αγκυρώνω
,
 
άγκυρα
(
η
)anchored
 
αγκυρω
µ
ένος
-
η
-
ο
 anchoring
 
αγκύρωση
(
η
)angle brackets
 
γωνιώδεις
 
αγκύλες
(
οι 
)animate
 
έ
µ
ψυχος
-
η
-
ο
 animateness
 
ε
µ
ψυχότητα
(
η
)antecedent
 
ηγού
µ
ενο
 
στοιχείο
(
το
),
 
ση
µ
είο
 
αναφοράς
(
το
)anterior 
 
πρόσθιος
-
α
-
ο
(2)anthropologicallinguistics
 
ανθρωπολογική
 
γλωσσολογία
(
η
)anthropophonics
 
ανθρωποφωνητική
(
η
)anticipation
 
προδρο
µ
ική
 
παραδρο
µ
ή
(
η
)anticipatory
 
προληπτικός
-
ή
-
ό
,
 
οπισθοχωρητικός
-
ή
-
ό
 antipassive
 
αντιπαθητική
(
η
)antonym
 
αντώνυ
µ
ο
(
το
)antonymy
 
αντωνυ
µ
ία
(
η
)aorist
 
αόριστος
(o)aoristic
 
αοριστικός
-
ή
-
ό
 a-over-a
 
α
-
πάνω
 
στο
-
α
(
το
)aperiodic
 
απεριοδικός
-
ή
-
ό
 aperture
 
άνοιγ
µ
α
(
το
)apex
 
άκρο
(
το
)aphaeresis
 
αφαίρεση
(
η
)aphesis
 
άφεση
(
η
)aphetic
 
αφετικός
-
ή
-
ό
 apical
 
ακραίο
-
α
-
ο
 apico-
 
ακραιο
-apocope
 
αποκοπή
(
η
)apodosis
 
απόδοση
(
η
)appellative
 
ονο
µ
ατοδοτικό
(
το
)appendix
 
παράρτη
µ
α
(
το
)applicability
 
εφαρ
µ
οσι 
µ
ότητα
(
η
)applicable
 
εφαρ
µ
όσι 
µ
ος
-
η
-
ο
 application
 
εφαρ
µ
ογή
(
η
)applicative
 
εφαρ
µ
οστικός
-
ή
-
ό
 applied linguistics
 
εφαρ
µ
οσ
µ
ένη
 
γλωσσολογία
(
η
)apposition
 
παράθεση
(
η
)appositional
 
παραθετικός
-
ή
-
ό
 appropriate
 
κατάλληλος
-
η
-
ο
 appropriateness
 
καταλληλότητα
(
η
)approximant
 
προσεγγιστικός
-
ή
-
ό
 arbitrariness
 
αυθαιρετότητα
(
η
)arbitrary
 
αυθαίρετος
-
η
-
ο
 arbitrary reference
 
αυθαίρετη
 
αναφορά
(
η
)arboreal
 
δενδρικός
-
ή
-
ό
 arc
 
τόξο
(
το
)archiphoneme
 
αρχιφώνη
µ
α
(
το
)archistratum
 
αρχιστρώ
µ
α
(
το
)area
 
περιοχή
(
η
)areal
 
χωρικός
-
ή
-
ό
,
 
τοπικός
-
ή
-
ό
 argument
 
όρισ
µ
α
(
το
)arrangement
 
διευθέτηση
(
η
)article
 
άρθρο
(
το
)articulate
 
αρθρώνω
 articulation
 
άρθρωση
(
η
),
 
διάρθρωση
(
η
)articulator 
 
αρθρωτής
(
ο
)articulator model
 
αρθρωτικό
 
πρότυπο
(
το
)articulator-basedfeature theory
 
θεωρία
 
των
 
χαρακτηριστικών
 
βάσει 
 
των
 
αρθρωτών
(
η
)articulatory
 
αρθρωτικός
-
ή
-
ό
 articulatory analog
 
αρθρωτικό
 
ανάλογο
(
το
)articulatory phonetics
 
αρθρωτική
 
φωνητική
(
η
)articulatory phonology
 
αρθρωτική
 
φωνολογία
(
η
)articulatory setting
 
αρθρωτική
 
ρύθ
µ
ιση
(
η
),
 
ρύθ
µ
ιση
 
των
 
αρθρωτών
(
η
)artificial language
 
τεχνητή
 
γλώσσα
(
η
)ascension
 
ανάβαση
(
η
)ascriptive
 
προσάπτουσα
(
η
)aspect(ual, -izer)
 
ποιό
 
ενεργείας
(
το
),
όψη
(
η
)Aspectsmodel/theory
 
πρότυπο
/
θεωρία
 
των
 
Απόψεων
(
το
),
 
πρότυπο
/
θεωρία
 
των
 
 Όψεων
(
το
)aspectual
 
του
 
ποιού
 
ενέργειας
 aspectualizer 
 
δείκτης
 
ποιού
 
ενέργειας
(
ο
)aspirated
 
δασυνό
µ
ενος
-
η
-
ο
 aspiration
 
δάσυνση
(
η
)ASR 
 
ΑΑΦ
 assign
 
αποδίδω
,
εκχωρώ
 assignment
 
απόδοση
(
η
),
 
εκχώρηση
(
η
)assimilation
 
αφο
µ
οίωση
(
η
)association
 
σύνδεση
(
η
),
συνειρ
µ
ός
(
ο
)association line
 
γρα
µµ
ή
 
σύνδεσης
(
η
)associative
 
συνειρ
µ
ικός
-
ή
-
ό
 asterisk 
 
αστερίσκος
(
ο
)
 
 513
asterisked
 
ση
µ
ειω
µ
ένος
-
η
-
ο
µ
ε
 
αστερίσκο
 asymmetricrhythmic theory
 
ασυ
µµ
ετρική
 
ρυθ
µ
ική
 
θεωρία
(
η
)asyndeton
 
σχή
µ
α
 
ασύνδετο
(
το
)atelic
 
ατελικός
-
ή
-
ό
 ATN
 
ΓΕ∆Μ
 atomic phonology
 
φωνολογία
 
του
 
ατό
µ
ου
(
η
)atonal
 
µ
η
µ
ουσικοτονικός
-
ή
-
ό
 ATR 
 
ΠΒΓ
 attenuative
 
µ
ετριαστικός
-
ή
-
ό
 attested
 
επιβεβαιω
µ
ένος
-
η
-
ο
 attitudinal
 
συ
µ
περιφορικός
-
ή
-
ό
 attribute
 
ιδιότητα
(
η
)attribute
 
επίθετο
(
το
)attribution
 
επιθετικός
 
προσδιορισ
µ
ός
(
ο
)attributive
 
επιθετικός
-
ή
-
ό
 audible friction
 
ακουστή
 
τριβή
(
η
)auditory phonetics
 
αντιληπτική
 
φωνητική
(
η
)augmentative
 
µ
εγεθυντικός
-
ή
-
ό
,
 
επαυξητικός
-
ή
-
ό
 augmentedtransition network grammar 
 
γρα
µµ
ατική
 
ενισχυ
µ
ένου
 
δικτύου
 µ
ετάβασης
(
η
)autohyponym
 
αυτοϋπώνυ
µ
ο
(
το
)autolexical syntax
 
αυτολεξική
 
σύνταξη
(
η
)automata
 
αυτό
µ
ατα
(
τα
,
πληθ
.)automatic
 
αυτό
µ
ατος
-
η
-
ο
 automatic speechrecognition
 
αυτό
µ
ατη
 
αναγνώριση
 
ο
µ
ιλίας
(
η
)automaton
 
αυτό
µ
ατο
(
το
)autonomous
 
αυτόνο
µ
ος
-
η
-
ο
 autonomous syntax
 
αυτόνο
µ
η
 
σύνταξη
(
η
)autosegment
 
αυτοτε
µ
άχιο
(
το
)autosegmental phonology
 
αυτοτε
µ
αχιακή
 
φωνολογία
(
η
)aux
 
βοηθ
 auxiliary
 
βοηθητικός
-
ή
-
ό
 avalent
 
ασθενής
-
ής
-
ές
 avoidancelanguages
 
γλώσσες
 
αποφυγής
(
οι 
)axiom
 
αξίω
µ
α
(
το
)axiomatic
 
αξιω
µ
ατικός
-
ή
-
ό
 axis
 
άξονας
(o) baby-talk 
 
βρεφική
 
ο
µ
ιλία
(
η
),
 
µ
ωρουδίστικη
 
ο
µ
ιλία
(
η
) back 
 
οπίσθιος
-
α
-
ο
  backchannelling
 
ένδειξη
 
λήψης
(
η
),
 
ανατροφοδότηση
(
η
) back-formation
 
αναδρο
µ
ικός
 
σχη
µ
ατισ
µ
ός
(
ο
) backgrounding
 
βάθος
(
το
) backlooping
 
ανακύκλωση
(
η
) bar 
 
τονού
µ
ενος
-
η
-
ο
,
 
τόνος
(
ο
) barrier 
 
φραγ
µ
ός
(
ο
) base
 
βάση
(
η
) basic
 
βασικός
-
ή
-
ό
  basilect
 
βασίλεκτος
(
η
) basilectal
 
βασιλεκτικός
-
ή
-
ό
  beat
 
διακρότη
µ
α
(
το
),
 
κρούση
(
η
) behaviourism
 
συ
µ
περιφορισ
µ
ός
(
ο
),
 
µ
πιχεβιορισ
µ
ός
(
ο
) benefactive
 
ευεργεσιακός
-
ή
-
ό
  bidialect(al)ism
 
διδιαλεκτισ
µ
ός
(
ο
) bidirectionality
 
διπλοκατευθυντικότητα
(
η
) bilabial
 
διχειλικός
-
ή
-
ό
  bilateral
 
διπλευρικός
-
ή
-
ό
,
 
δίπλευρος
-
η
-
ο
  bilateral opposition
 
δίπλευρη
 
αντίθεση
(
η
) bilingual
 
διπλόγλωσσος
-
η
-
ο
,
 
δίγλωσσος
-
η
-
ο
  bilingualism
 
διπλογλωσσία
(
η
),
 
διγλωσσία
  bimoraic
 
δι 
µ
οραϊκός
-
ή
-
ό
  binary feature
 
δυαδικό
 
χαρακτηριστικό
(
το
) bind
 
συνδέω
/-
ο
µ
αι 
 
αναφορικά
,
 
δεσ
µ
εύω
/-
ο
µ
αι 
 
αναφορικά
  binding
 
αναφορική
 
σύνδεση
(
η
),
 
αναφορική
 
δέσ
µ
ευση
(
η
) binomial
 
διωνυ
µ
ικός
-
η
-
ο
  biolinguistics
 
βιογλωσσολογία
(
η
) bioprogram(me)hypothesis
 
 υπόθεση
 
του
 
βιοπρογρά
µµ
ατος
(
η
) bipositionality
 
διπλοθεσία
(
η
) biuniqueness
 
α
µ
φι 
µ
ονοση
µ
αντότητα
(
η
),
α
µ
φι 
µ
ονοσή
µ
αντο
(
το
) bivalent
 
δισθενής
-
ής
-
ές
  black Englishvernacular 
 
καθο
µ
ιλου
µ
ένη
 
των
 
αγγλοφώνων
 
αφροα
µ
ερικανών
(
η
) blade
 
λεπίδα
 
της
 
γλώσσας
(
η
) bleaching
 
αποχρω
µ
ατισ
µ
ός
(
ο
),
 
ξεθώριασ
µ
α
(
το
) bleed
 
απαγορεύω
  bleeding
 
απαγόρευση
(
η
) blend
 
α
µ
άλγα
µ
α
(
το
),
 
µ
ίγ
µ
α
(
το
)
 
συ
µ
φυρ
µ
ός
(
ο
) blending
 
α
µ
αλγά
µ
ωση
(
η
) block 
 
αποκλείω
,
 
ε
µ
ποδίζω
  block language
 
συντ
µ
η
µ
ένος
 
λόγος
(
ο
) blocked
 
αποκλεισ
µ
ένος
-
η
-
ο
  blocking
 
αποκλεισ
µ
ός
(
ο
)Bloomfieldian(ism)
 
Μπλου
µ
φιλντ
(
του
)Bloomfieldiansim
 
µ
πλου
µ
φιλντιανισ
µ
ός
(
ο
)Boolean
 
Μπουλ 
(
του
) bootstrap(ping)
 
βάση
 
εκκίνησης
(
η
) borrow
 
δανείζο
µ
αι 
  borrowing
 
δανεισ
µ
ός
(
ο
) bottom-up
 
από
 
κάτω
 
προς
 
τα
 
πάνω
,
 
από
 
τη
 
βάση
 
προς
 
τα
 
πάνω
  bound
 
δεσ
µ
ευ
µ
ένος
-
η
-
ο
  boundary tone
 
οριακός
 
τόνος
(o) boundary-symbol/-marker 
 
συνοριακό
 
σύ
µ
βολο
(
το
) /
συνοριακός
 
δείκτης
(
ο
) bounded foot
 
δεσ
µ
ευ
µ
ένος
 
πόδας
(
ο
) boundedness
 
δεσ
µ
ευτικότητα
(
η
) bounding theory
 
θεωρία
 
των
 
δεσ
µ
εύσεων
(
η
) brace
 
άγκιστρα
(
τα
) bracketed grid
 
επιγεγρα
µµ
ένο
 
πλέγ
µ
α
(
το
) bracketing
 
περίκλειση
 
σε
 
αγκύλες
(
η
) bracketing paradox
 
παράδοξο
 
της
 
περίκλεισης
 
σε
 
αγκύλες
 (
το
) brackets
 
αγκύλες
(
οι 
) branch
 
κλάδος
(
ο
,
η
) branching
 
διακλάδωση
(
η
),
 
διακλαδού
µ
ενος
-
η
-
ο
 
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...