• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΗΜΕΙΑΣ 2003
 
ΤΟ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ
 
COCO
22
 
Μοριακός τύποςΠροσομοίωμα μορίουΦυσικές ιδιότητες
 
CO
2
ΑέριοΆοσμοΆχρωμοΣ.π =-56,6
ο
CΣ.ζ = -78
ο
CΠυκνότητα = 1,98 g/l
 
Υπάρχει στην ατμόσφαιρα σε ποσοστό 0,032 % κατ’ όγκο. Η σημασία του όμως για τη ζωή είμαι μεγάλη, αφού είναι απαραίτητο σταφυτά για τη λειτουργία της φωτοσύνθεσης. Προέρχεται από την καύση ουσιών που περιέχουν άνθρακα. Είναι αδρανές αέριο που δενκαίγεται και δεν συντηρεί την καύση. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται στους πυροσβεστήρες ως υλικό κατάσβεσης της φωτιάς. Τέτοια συστήματαπυρόσβεσης χρησιμοποιούνται στα αεροπλάνα, στα πλοία στα εργοστάσια και άλλου.Το διοξείδιο του άνθρακα με ψύξη στερεοποιείται. Το στερεό διοξείδιο του άνθρακα είναι γνωστό ως «Ξηρός πάγος». Μίγματαξηρού πάγου με διάφορους διαλύτες χρησιμοποιούνται πάρα πολύ ως ψυκτικά μέσα (ψυκτικά μίγματα). Το διοξείδιο του άνθρακαδιαλυμένο αποτελεί συστατικό διάφορων αναψυκτικών και ποτών (αναψυκτικά με ανθρακικό, αφρώδεις οίνοι, αεριούχα ποτά). 
ΕΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ
ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ (CO
2
)
1.
 
Ιστορικό
Ο Πρώτος που παρασκεύασε διοξείδιο του άνθρακα ήταν ο Φλαμανδός ιατρός και χημικός Βάν Χέλμοντ (Van Helmont) γύρω στα1630. Ερευνήθηκε αργότερα από τον Άγγλο χημικό Τζ. Μπλέκ (J. Black – 1755) και το Σουηδό χημικό Τ.Ο. Μπέργκμαν (Τ.Ο. Bergman –1774). Λεπτομερέστερα ασχολήθηκε ο Λαβουαζιέ (Lavouasier – 1783), ο οποίος απέδειξε ότι είναι ένα οξείδιο του άνθρακα. Προσδιόρισετη σύσταση του καίγοντας ξυλάνθρακα και αδάμαντα με οξυγόνο και ανακάλυψε πώς ενώνεται με βάσεις ονομάζοντάς το όξινο ανθρακικόαέριο. Στις 9 Μαΐου 1794 κατά την περίοδο του τρόμου, οδήγησαν τον Antoine-Laurent Lavoisier στην γκιλοτίνα. Αυτό το γεγονός έκλεισετο πρώτο και μεγαλύτερο κεφάλαιο στη φυσιολογία του διοξειδίου του άνθρακα. Για την αρχή παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα και τησχέση του προς το οξυγόνο και τη ζωή, που είχε ανακαλύψει o Lavoisier πριν από το θάνατό του, αποτελεί ακόμη και σήμερα τησημαντικότερη από τις γνώσεις στον τομέα αυτό. Πράγματι, όπως είπε ο συνάδελφός του Lagranz, "χρειάστηκε μόνο ένα λεπτό για νακόψουμε ένα κεφάλι, που παρόμοιο δεν πρόκειται να γεννηθεί ούτε σε 100 χρόνια".Η μεγάλη συμβολή του Lavoisier στην επιστήμη ήταν ότι απέδειξε πως, σε γενικές γραμμές, η καύση της φωτιάς και ο αναπνευστικόςμηχανισμός στα ζώα είναι ίδια. Και οι δύο αυτές λειτουργίες χρειάζονται ένωση οξυγόνου από τον αέρα και ανθρακούχο υλικό: και τα δύουλικά καταλήγουν σε απελευθέρωση θερμότητας και παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα.Το διοξείδιο του άνθρακα είχε ανακαλυφθεί νωρίτερα το 1757 και το οξυγόνο το είχαν περιγράψει οι Mayow, Scheele και Priestley.Αλλά ο Lavoisier ήταν εκείνος που πρώτος έδειξε το ρόλο που παίζει το οξυγόνο και τη διαδικασία με την οποία παράγεται το διοξείδιο τουάνθρακα.Έναν αιώνα αργότερα το πρώτο βιβλίο φυσιολογίας που κυκλοφόρησε στην Αγγλική γλώσσα ήταν εκείνο του Michael Foster τουΠανεπιστημίου Cambridge. Το βιβλίο ανέφερε την πρώιμη εκπαίδευση πολλών φυσιολόγων που κατά την διάρκεια των 35 χρόνωνσυνετέλεσαν στην ανάπτυξη της αναπνοής και στην αυξανόμενη αναγνώριση του ρόλου που παίζει στη φυσιολογία του σώματος τοδιοξείδιο του άνθρακα. Τα γεγονότα και οι ιδέες που παρουσίασε ο Foster δείχνουν την πρόοδο που σημειώθηκε, 100 χρόνια μετά τοθάνατο του Lavoisier, και το σημείο εκκίνησης της σύγχρονης έρευνας. Το πρώτο κεφάλαιο της φυσιολογίας του διοξειδίου του άνθρακαασχολείται με το Lavoisier και κλείνει με το θάνατό του, το δεύτερο το παρουσιάζει ο Foster, και συμβαδίζει με το 19ο αι. και το τρίτο , μετο υλικό του οποίου ασχολείται αυτή η εργασία, είναι προϊόν της γενιάς που έχει κάνει πειράματα τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.,και με τα θεωρητικά αποτελέσματά της συνέβαλε ουσιαστικά στην κλινική ιατρική και χειρουργική και ειδικά στη θεραπεία.
·
Αντίθεση μεταξύ ζωής και φωτιάς.
 
 
 
Η σημαντικότερη πρόοδος που σημειώθηκε στη φυσιολογία της αναπνοής, όπως παρουσιάζεται από το Foster, πέρα από τη θεωρίατου Lavoisier, ήταν ότι η οξείδωση της ζώσας ύλης, σε σχέση με τη φωτιά στα υλικά και τα προϊόντα, είναι σημαντικά διαφορετική στηδιαδικασία της και τον έλεγχό της. Αν τροφοδοτήσουμε τη φωτιά με καθαρό οξυγόνο, τότε η καύση αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Αλλάόταν ένας άνθρωπος ή ζώο αναπνεύσουν οξυγόνο, δεν σημαίνει ότι θα καταναλώσει περισσότερο οξυγόνο ούτε ότι θα παράγειπερισσότερη θερμότητα. Ούτε βέβαια ότι θα εκπνεύσει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από το αν αναπνεύσει μόνο αέρα. Αν και οιγιατροί δύσκολα μπορούν να πεισθούν, το οξυγόνο δεν είναι σε καμιά περίπτωση διεγερτικό των ανθρώπινων όντων. Είναι απλά μιαβασική τροφή, μια τροφή που δεν μπορούμε να αναγκάσουμε το σώμα να πάρει περισσότερο. Ακόμη και αραιωμένος ο αέρας, ή σεπεριπτώσεις καρδιακού νοσήματος - σε περιπτώσεις που ο άνθρωπος υποφέρει από έλλειψη παροχής οξυγόνου - το σώμα καταναλώνει τοφυσιολογικό ποσό. Τα συμπτώματα ασφυξίας αποτελούν έκφραση της έντασης του σώματος να επιτύχει μεγαλύτερο ποσό. Είτε τοεπιτυγχάνει είτε πεθαίνει.Ο Lavoisier είχε υποθέσει ότι η ζωτική καύση μπορεί να συμβεί στα πνευμόνια όπου έρχεται ο αέρας που εισπνέουμε. Ο αέρας αυτόςέρχεται στους ιστούς, στους οποίους μεταφέρεται το οξυγόνο. Το γεγονός αυτό απέδειξε ο Magnus, o Γερμανός φιλόσοφος, που απέσπασεπρώτος αέρια από το αίμα με αντλία και έδειξε ότι το αρτηριακό αίμα περιέχει περισσότερο οξυγόνο και λιγότερο διοξείδιο του άνθρακααπό ότι το φλεβικό αίμα. Στη συνέχεια ο Hoppe-Seyler, ένας από τους πρώτους βιοχημικούς, απομόνωσε την αιμοσφαιρίνη, το χρωστικόυλικό των ερυθροκυττάρων του αίματος, με μορφή καθαρών κρυστάλλων, και έδειξε ότι αυτή η ουσία αποτελεί ένα χαλαρό συνθετικόυλικό με το οξυγόνο. Η αιμοσφαιρίνη είναι το μέσο με το οποίο το αίμα μεταφέρει το οξυγόνο.
· Αλκάλια του αίματος ως μέσα μεταφοράς του Διοξειδίου του άνθρακα.
 
Αργότερα κατά τον 19ο αι. στο Βερολίνο ο Ζuntz αναγνώρισε ότι το διοξείδιο του άνθρακα, σε αντίθεση προς το οξυγόνο, δενμεταφέρεται μέσω της αιμοσφαιρίνης. Έδειξε ότι το διοξείδιο του άνθρακα συνδυάζεται στο αίμα με βάσεις, κυρίως με το διττανθρακικόνάτριο. Απέδειξε λοιπόν για πρώτη φορά αυτό που ονομάζουμε σήμερα γενικά, αλλά μάλλον σωστά "αλκαλικά αποθέματα".Ο τρόπος μεταφοράς του διοξειδίου του άνθρακα είναι ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του αίματος και της αναπνοής. Ηαπόδειξη έγκειται σε δύο περιστατικά που έδειξε ο Pflager και άλλοι κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής περιόδου του 19ου αι. Ένα απόαυτά τα χαρακτηριστικά είναι ότι το πλάσμα του αίματος, αν αποσυντεθεί στα στοιχεία που το αποτελούν, θα διαθέτει λίγο από το διοξείδιοτου άνθρακα ακόμη και σε κενό αέρα. Το άλλο γεγονός είναι ότι όλο το διοξείδιο του άνθρακα στο πλάσμα, και σε απλό διάλυμα, σεσυνδυασμό με αλκαλικά και διττανθρακικά εξέρχεται εύκολα αν υπάρχουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος. Έτσι η αιμοσφαιρίνη τωνερυθρών αιμοσφαιρίων, εφοδιάζοντας με αλκάλια, δυναμώνει την ικανότητα του πλάσματος να μεταφέρει διοξείδιο του άνθρακα. Δίνουν,λοιπόν τη δυνατότητα στο αίμα να απορροφά αυτό το αέριο στους ιστούς και να το αποβάλει στους πνεύμονες με ελαφρές διαφορέςπίεσης.Στο μεταξύ ένα άλλο πρόβλημα πρωτογενούς σημασίας τράβηξε την προσοχή των ερευνητών: το πρόβλημα αφορούσε όχι μόνο τοπώς αναπνέουμε, αλλά το γιατί, όχι με την έννοια της ανάγκης, αλλά επίσης , το γιατί με την έννοια της αιτίας. Είναι κοινοτυπία νααναφέρουμε ότι η φυσική άσκηση, που έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη κατανάλωση οξυγόνου και την παραγωγή διοξειδίου τουάνθρακα, συνοδεύεται από αύξηση του όγκου του αέρα που αναπνέουμε. Η ανάγκη είναι προφανής. Αλλά ποια είναι η φύση τουερεθίσματος και ποιοι οι μηχανισμοί ελέγχου που προξενούν αυτή τη ρύθμιση του αερισμού των πνευμόνων; Αυτό το θέμα έχει συζητηθείεπί μακρόν. Αλλά είναι λάθος να υποθέσουμε ότι υπάρχει μόνο ένας λόγος που θα εξηγούσε τα πάντα, αφού η αναπνοή είναι αποτέλεσμαπολλών παραγόντων.
· Νευρική και χημική ρύθμιση της αναπνοής.
Οι παράγοντες που έχουν αποκαλυφθεί ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Aν ρίξετε ένα κουβά παγωμένο νερό σ' ένα άτομο, θα δείτε ότικρατάει την αναπνοή του. Πειράξτε ένα κεντρομόλο νεύρο, θα σας προκαλέσει πόνο και τότε θα φωνάξετε. Γαργαλίστε το λαιμό σας ή τημύτη σας, θα βήξετε ή θα φταρνιστείτε. Υπάρχουν αναπνευστικά αντανακλαστικά που διεγείρουν τις νευρικές ώσεις στο αναπνευστικόκέντρο. Αλλά το σημαντικότερο από οποιοδήποτε νευρικό στοιχείο στην αναπνοή είναι τα νεύρα των οποίων οι ίνες υπάρχουν στιςαπολήξεις των πνευμόνων και μεταφέρουν ώσεις στο αναπνευστικό κέντρο, ώστε να απελευθερώνει ένα αντανακλαστικό στο διάφραγμακαι σε άλλους αναπνευστικούς μύες για να μειώνουν την αναπνοή. Αντίθετα, κάθε αναπνοή προξενεί αντανακλαστικά μία εκπνοή. Στομηχανισμό αυτό οφείλει η αναπνοή το ρυθμικό της χαρακτήρα ή, όπως θα έλεγε και ένας μηχανικός, η αναπνοή είναι ένας μηχανισμόςπαλινδρόμησης.Όμως για την εξήγηση αυτή που βασίζεται σε νευρικούς παράγοντες, συγκεντρώθηκαν στοιχεία που συνηγορούν για το χημικόέλεγχο της δραστηριότητας της αναπνοής. Το αίμα που ρέει προς και από το αναπνευστικό κέντρο, βρέθηκε ότι επηρεάζει σημαντικά τηδραστηριότητα της αναπνοής. Όταν το αίμα γίνει αγγειακό, διεγείρεται το κέντρο για να παράγει μία αντίρροπο αύξηση στον όγκο τηςαναπνοής. Αντίθετα, αν το αίμα υπεραεριστεί στους πνεύμονες, η δραστηριότητα του κέντρου σταματά και έχουμε άπνοια. Στηνκατάσταση αυτή το υποκείμενο ούτε αναπνέει ούτε θέλει να το κάνει.Σχετικά με τη θεωρία του χημικού ελέγχου, αναπτύχθηκαν δύο ομάδες. Η μία υποστηρίζει ότι το αναπνευστικό κέντρο επηρεάζεταιπρωτίστως από το βαθμό που έχει οξυγονωθεί το αίμα, και η άλλη παρουσίασε στοιχεία που στηρίζουν ότι καθοριστικό ρόλο παίζει το ποσότου διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα. Και οι δύο ομάδες προσκόμισαν στοιχεία που στήριξαν την άποψή τους. Σίγουρα η αναπνοήεπηρεάζεται από την πίεση οξυγόνου που έχει συνηθίσει το άτομο, μία πίεση που εξαρτάται από το ύψος που βρίσκεται η χώρα στην οποίαζει, πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Ο εγκλιματισμός στο ύψος είναι αργή διαδικασία, χρειάζεται μέρες και εβδομάδες. Μόνο κάτω απόσυνθήκες ξαφνικής έλλειψης οξυγόνου ή μετά από μυϊκή καταπόνηση παρουσιάζεται άμεση ανάγκη για οξυγόνο.Από την άλλη πλευρά η φύση προβλέπει ότι στον υγιή άνθρωπο και στο ζωικό βασίλειο, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, τοοξυγόνο είναι πάντα άφθονο και κατά συνέπεια η επίδρασή του στην αναπνοή θα ήταν, υπό φυσιολογικές συνθήκες, σχετικά ελαφριά. Οιαλλαγές στο ποσό του διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται κατά τη σωματική παύση και άσκηση είναι που επηρεάζουν τον ερεθισμόπου προκαλεί τις ρυθμίσεις της αναπνοής σε διαφορετικές ανάγκες οξυγόνου. Ο Foster , στο βιβλίο που αναφέραμε πιο πάνω, γράφει ότιαπό τα στοιχεία που διαθέτουμε, το οξυγόνο είναι σημαντικότερο από το διοξείδιο του άνθρακα. Αλλά ήδη από το 1885 ο Miescher, έναςΕλβετός φυσιολόγος, σε μία εργασία που θεωρείται υψίστης σημασίας, συνοψίζει ότι οι μεταβολές του διοξειδίου του άνθρακα προκαλούντην άμεση ρύθμιση της αναπνοή.
· Η αναπνοή της ζωής.
Κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας παρουσιάστηκαν στοιχεία που δείχνουν ότι το οξυγόνο είναι το σημαντικότερο για τηζωή από το διοξείδιο του άνθρακα. Όμως ανακαλύψεις για το θέμα αυτό, που αρχικά ήταν καθαρά επιστημονικές και θεωρητικές,βρίσκουν σήμερα ευρεία εφαρμογή για απάλειψη του πόνου και την εξασφάλιση της ζωής.Πριν εξετάσουμε κάθε ένα από τα θέματα αυτά, καλό θα ήταν να διευκρινίσουμε ορισμένες βαθιά εντυπωμένες, αλλά λανθασμένες,απόψεις που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα και εμποδίζουν την αλήθεια να εκφραστεί.Ο ανθρώπινος νους έχει από τη φύση του την τάση να αντιλαμβάνεται τη φύση ηθοπλαστικά. Πριν τη σύγχρονη επιστημονική περίοδο,που χρονικά τοποθετείται στα τελευταία είκοσι χρόνια, κάθε πρόβλημα είχε δύο όψεις: του καλού και του κακού, του δίκαιου και τουάδικου, του Θεού και του διαβόλου. Αυτές οι δεισιδαιμονίες, ήταν ακόμα βαθιά ριζωμένες στα θέματα που αφορούσαν την υγεία και τηναρρώστια. Ο Lavoisier συνέβαλε χωρίς να το θέλει στην αντίληψη αυτή όταν όριζε το οξυγόνο ως το μέσο που στηρίζει τη ζωή και τόνιζετην αποπνικτική δύναμη του διοξειδίου του άνθρακά. Έτσι ένα τουλάχιστον αιώνα μετά το θάνατό του, ακόμη και σήμερα, στον τομέα τηςαναπνοής το οξυγόνο θεωρείται καλό ενώ το διοξείδιο του άνθρακα κακό.
2. Ύπαρξη
Είναι η σπουδαιότερη ένωση του άνθρακα. Περιέχεται πάντοτε στον ατμοσφαιρικό αέρα (0,2 του λίτρου κατά κυβ. μέτρο). Περιέχεταισε μεγάλη αναλογία στο μετά μεταλλικά νερά και σε μικρότερη στο πόσιμα, στα οποία και δίνει ευφραντική γεύση. Ενωμένο με πολλέςβάσεις, σχηματίζει εκτεταμένα στρώματα της Γης. Επίσης βρίσκεται ενωμένο με πολλά ορυκτά, όπως είναι ο ανθρακικός σίδηρος ήσιδηρίτης (FeCO3), ο ανθρακικός μόλυβδος (PbCO3) κ.α. Παράγεται επίσης κατά τη ζύμωση σακχαρούχων οπών όπως είναι ο μούστος(γλεύκος), καθώς επίσης κατά την αναπνοή των ζώων και των φυτών και οργανικών ουσιών και σε κάθε είδους καύση.
3. Παρασκευή
Παρασκευάζεται κυρίως, βιομηχανικά και εργαστηριακά, από ασβεστόλιθους, αφού επιδράσουμε με θειικό ή υδροχλωρικό οξύ, όπωςπ.χ.
CaCo
3
+ H
2
SO
4
 
CaSO
4
+ H
2
O + CO
2
 MgCO
3
+ 2HCL
MgCl
2
+ H
2
O + CO
2
 Επίσης εάν θερμάνουμε στους 700 – 800οC ανθρακικά άλατα, όπως π.χ. ασβεστόλιθου και μαγνησίου, παίρνουμε διοξείδιο του α. σε
 
ποσοστό 50% περίπου του βάρους του ασβεστόλιθου και λίγο περισσότερο του μαγνησίου, όπως πχ. 
CaCO
3
 
CaO + CO
2
 Από όλα τα ανθρακικά άλατα τα μόνα που δεν δίνουν διοξείδιο του α. θερμαινόμενα είναι τα Κ2CΟ3 (ανθρακικό νάτριο), τα οποία δεναποσυντίθενται. Πιο εύκολη είναι η θερμική διάσπαση των όξινων αλάτων, όπως π.χ. του όξινου ανθρακικού νατρίου. 
Ca (HCO
3
)
2
 
CaCO
3
+ H
2
O + CO
2
 2NaHCO
3
 
Na
2
CO
3
+ H
2
O + CO
2
 Μεγάλα ποσά διοξειδίου του άνθρακα παίρνουμε βιομηχανικά από τη ζύμωση σακχαρούχων οπών, σαν δεύτερο προϊόν, στηβιομηχανία του κρασιού, του ζύθου, κ.α. σύμφωνα με την αντίδραση. 
C
6
H
12
O
6
 
2C
2
H
5
OH + 2CO
2
 
Τέλος το CO
2
παράγεται και από οποιοδήποτε τέλεια καύση του άνθρακα η οξειδώσίμου ανθρακικής ενώσεως, όπως π.χ.
C + O
2
 
CO
2
 2CO + O
2
 
2CO
2
 
4. Ιδιότητες
 
· Φυσικές Ιδιότητες
Είναι αέριο, άχρωμο με ελαφρά δηκτική οσμή και όξινη γεύση. Είναι βαρύτερο του αέρα,, με ειδικό βάρος 1,529 gr/cm3. Σε 0οC κα πίεση760 mmHg έχει πυκνότητα 1,977 gr/lit. Υγροποιείται με πίεση 34 ατμοσφαιρών και θερμοκρασία 0οC, ενώ με πίεση 1 ατμόσφαιραςυγροποιείται σε θερμοκρασία – 78oC. Έχει κρίσιμη θερμοκρασία 31ο,35C , κρίσιμη πίεση 78 ατμόσφαιρες και κρίσιμη πυκνότητα 0,46gr/cm3. Εάν αφήσουμε να εξαερωθεί απότομα υγρό CO2, τότε αυτό απορροφάει μεγάλο ποσό θερμότητας (4kcal/mole, 4 χιλιοθερμίδεςανά γραμμάριο), με αποτέλεσμα να ψυχθεί ταχύτατα και να στερεοποιηθεί ένα μέρος του CO2 ονομάζεται «ξηρός πάγος»., γιατί από τηστερεά κατάσταση μεταβαίνει αυτόματα, σε συνήθεις συνθήκες, στην αέρια, χωρίς να μεσολαβήσει αυτόματα, σε συνήθεις συνθήκες, στηναέρια, χωρίς να μεσολαβήσει υγρή φάση. Το CO2 διαλύεται εύκολα στο νερό. Με κανονικές συνθήκες ένα λίτρο νερού διαλύει 1,5 λίτραCO2. Δεν είναι δηλητηριώδες, σε αντίθεση με το μονοξείδιο, που είναι ισχυρότατο δηλητήριο.. Η δυσφορία που δημιουργείται σε κλειστούςχώρους, οφείλεται κυρίως στην αύξηση της σχετικής υγρασίας από την εκπνοή υδρατμών, και όχι στο CO2. Το CO2 προκαλεί αναισθησίαή και θάνατο ακόμα. Εάν ο εισπνεόμενος αέρας περιέχει 20 – 30% CO2 m εμποδίζει την απόδοση CO2 του αίματος με την εκπνοή, μεαποτέλεσμα την βαθμιαία δηλητηρίαση του οργανισμού και το θάνατο του ανθρώπου. Όλα αυτά τα συμπτώματα εξαφανίζονται μόλιςμεταφέρουμε αυτόν που πάσχει στον καθαρό αέρα.
· Χημικές Ιδιότητες
Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ένα αμεταλλοξείδιο κα σαν τέτοιο αντιδρά με το νερό και δίνει το αντίστοιχο οξύ, δηλ. το ανθρακικόοξύ. 
CO
2
+ H
2
O
H
2
CO
3
 Το ανθρακικό οξύ δεν είναι καθόλου σταθερό γι’ αυτό, εύκολα αποσυντίθεται με ελάχιστη θέρμανση. Εξ’ αιτίας όμως των ίδιωνχημικών ιδιοτήτων καλείται συνήθως ανθρακικό οξύ και το ίδιο το CO2. Το CO2 με βάσεις και οξείδια μετάλλων σχηματίζει άλατα. Σεχαμηλές θερμοκρασίες με αμμωνία (NH3), αλκάλια ή αλκαλικές γαίες, δίνει όξινα άλατα. Π.χ. με αμμωνία δίνει όξινο ανθρακικό αμμώνιο: 
CO
2
+ NH
3
+ H
2
O
NH
4
HCO
3
 Με καυστικό κάλι (KOH) δίνει όξινο ανθρακικό κάλι: 
CO
2
+ KOH
KHCO
3
 Με θέρμανση έχουμε: 
CO
2
+ 2NH
2
+ H
2
O
(NH
4
)
2
CO
3
(ανθρακικό αμμώνιο) 
2
+ 2KOH
C
2
CO
3
+ H
2
O (ανθρακικό κάλι)
 Με άλατα πολλών βαρέων μετάλλων σχηματίζει αδιάλυτα ιζήματα, όπως π.χ. 
CO
2
+ H
2
O + FeCl
2
 
FeCO
3
+2HCL CO
2
+ H
2
O + Zn (NO
3
)
2
 
ZnCO
3
+ 2HNO
3
 Δεν καίγεται ούτε συντελεί στην καύση. Παρ’ όλα αυτά μερικές ουσίες πολύ ευοξείδωτες, όπως το μαγνήσιο και κατά δεύτερο λόγο τοκάλιο, το νάτριο κ.α., όταν θερμανθούν έντονα, μπορούν να καούν με το οξυγόνο του CO2,αποβάλλοντας τον άνθρακα κατά τηναντίδραση: 
2Mg + CO2
2MgO + C
 Το αργίλιο επίσης σε πολύ υψηλή θερμοκρασία καίγεται μερικώς ενώνεται με τον άνθρακα που αποβάλλεται, σχηματίζονταςανθρακαργίλιο: 
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...