π !-
Τι νέος ου ήτον ο άντρας της και τι όμορφος όλο αυτό
. π π π’
συλλογιζόταν η άμοιρη Κι αλήθεια ολύ ιο νέος α αυτή
, π π
φαινόταν κι όχι μόνον α ό τότε ου τα τριαντάφυλλα στα μάγουλα
, π ’
της είχανε σβύσει ου τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ
π , π.
είχαν εταχτή ταυτιά της κίτρινα σα φύλλα φθινο ωρινά Ήτονε
,
μικροκαμωμένος ο Νίκος ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή
π’ , ππ, π
α ανέκαθε με κάτι κοκκάλες στο ρόσω ο με μαλλιά κοκκινω ά
, ’ π ,
κι αριά κ έτσι έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια ιο μεγάλη του
π : , ’
ου δεν είχαν ούτε τρία χρόνια διαφορά αυτός εικοσιδυό κ
π.
εκείνη ήτον και δεν ήτον εικοσι έντε
π ' π’
Κακό ράμα ναν η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη α τον άντρα
! π ’ π π ',
της Τον αγα άει μ άλλοιώτικη αγά η α ό κείνονε με μια
π , ππ π
φωτιά ιο άγρια σα βιαστικιά κι α ελ ισμένη για τη νιότη ου
, π
της φεύγει· και ο καημός αυτός έφτοντας μέσα στη φλόγα την
, π π
ερωτική την κάνει κι α οθεριεύει και ίνει όλη τη γυναικεία
. π π
δροσιά Κι ο νέος άντρας άλι ιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο
π π
βλέ ει να μαραίνεται το ρόδο της λαχτάρας του καιβλέ ει γύρω
π
του νανθούν οι κάμ οι της ζωής και τα γλυκά λουλούδια να
π π. . .
χαιρετούν τις λάνες εταλούδες
, , π’
Όταν το μεσημέρι κατέβαινε ο Νίκος α τον τροχιόδρομο στη
’ π π
στάση της Γαργαρέτας κ έ αιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να άη
π , , π’ πππ,
σ ίτι του ψηλά κάτω α το λόφο του Φιλο ά ου γύριζαν και
π, π π
τον κύτταζαν τα κορίτσια στις όρτες ου ερίμεναν τους άντρες
π π’ .
του σ ιτιού ναρθούν α τη δουλειά να φαν ψωμί Τα ξέρετε δα τα
π, π
αιώνια κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσ ιτα ου
ππ π,
αντι ροσω εύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλο άτια μα ίσως και
, π
το ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας τα κοριτσό ουλα με την
π , π
κορδέλλα φιόγκο ίσω στα μαλλιά με σκερτζότζικη οδίτσα και
π π- π π
μ ότα κουμ ωτή έτοιμα άντα ναδράξουν το χαμόγελο ου ανθίζει
π .
σε νέα χείλια κάτω α ό ένα μουστακάκι
, π π
Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους έτσι ου ερνούσε
π π, π
εταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι ίσω χαριτωμένα αιδί
, ,
σοβαρευούμενο σταράτο με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές
π ;- π π
σαν α ό ξύλο σκαλιστό κι α άνω στα ηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη
( π π π)
αλαφρά σα νάτον αλήθεια εταλούδα ούθελε να ετάξη μια
π π ! '
σταχτιά εταλούδα ου τη φορούσε ατσαλάκωτη Κ είχε και κάτι
,
μικρούτσικα αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του
, π π’
όταν γέλαγε ασ ρίζανε σαν το ρύζι κάτω α το μαύρο
, , π :-
μουστακάκι το άστριφτο ακόμα ου δεν εννοούσε να μεγαλώση
π
έτσι έλεγε μέσα της κάθε φορά ου τον κύτταζε με λαχτάρα και
, . o
θαυμασμό για τα τόσα νιάτα η άμοιρη η γυναίκα του Τ στόμα
, , π
του γέλαγε καμμιά φορά μα τα μάτια του δε γέλαγαν αρά μόνο
π , π π
ανοίγανε διά λατα σα νανθίζανε με κάτι αράξενες κόρες δι λές
π, π• ,
και τρίδι λες γαλαζο ράσινες και τα μακριά ματόκλαδα ίδια
π π,
κρόσσια ου γύριζαν κατα άνω έκαναν ολόγυρα στα μάτια μιαν
π , π
αλλοιώτικη σκιά σαν α ό κλαδιά γερμένα σε βαθύ νερό ου σε
π π . ’
τάραζε ερισσότερο α ό ματιά και σε τραβούσε σα μαγνήτης Κι
π π
ακόμα ιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σ ίτι το σακάκι
π π
τον και το κολλάρο και φορούσε μια αλιά λινή μ λούζα της
, π
δουλειάς γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του ούμοιαζε
, π π
ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο ολοστρόγγυλος και α αλός ό ως
-
σταρχαία αγάλματα των νέων θεών αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα
: π π
του εκείνη έβλε ε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέ τεται
π, . . . π ’
τί οτα με την ψυχή λυμένη Αλήθεια κακό ράμα ναν η
π’ ! π
γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη α τον άντρα Τον αγα άει
, π π π -
αλλοιώτικα με μια φωτιά ιο άγρια ου της ίνει όλη τη δροσιά
--π ’ ’
Ήτον τεχνίτης ξυλογλύ της ο Νίκος κ έβγαζε ταχτικά ίσαμ οχτώ
Leave a Comment