• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
Οι
 
αντιδράσεις
 
στη
 
Συνθήκη
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
Ευρώπης
 
για
 
το
 
 Έγκληµα
 
στον
 
Κυβερνοχώρο
 
1
Κλέφτες
&
Αστυνόµοι
 (
Μέρος
 
Β
’)
 Σε
 
 λιγότερο
 
από
 
τρεις 
 
 µήνες 
 ,
το
Internet 
δεν
 
θα
 
είναι
 
πια
 
το
 
ίδιο
θα
 
αστυνοµεύεται
.
 Στις 
8
 Νοεµβρίου
 
υπογράφηκε
 
η
 
 Συνθήκη
 
για
 
το
 
Έγκληµα
 
στον
 
 Κυβερνοχώρο
 
από
 
τα
 
κράτη
 
 µέλη
 
του
 
 Συµβουλίου
 
της 
 
 Ευρώπης 
.
Θα
 
καταφέρει
 
όµως 
 
η
 
διεθνής 
 
αυτή
 
συνθήκη
 
να
 
επιβάλει
 
για
 
πρώτη
 
φορά
 
την
 
τάξη
 
στο
 
 ∆ιαδίκτυο
 
ή
 
θα
 
είµαστε
 
όλοι
 
ένοχοι
 
προ
 
αποδείξεως 
 
τουναντίον
;
Α
ΝΘΗ
 
Π
ΑΝΑΓΙΤΆΚΗ
 
Στο
 
τεύχος
 
∆εκεµβρίου
,
αναφερθήκαµε
 
αναλυτικά
 
στις
 
διατάξεις
 
της
 
προς
 
 υπογραφή
 
ακόµα
 
τότε
 
Συνθήκης
.
Στο
 
παρόν
 
άρθρο
 
σάς
 
παραθέτουµε
 
τις
 
αντιδράσεις
 
που
 
προκάλεσαν
 
ορισµένες
 
από
 
αυτές
.
Ας
 
δούµε
 
όµως
 
πρώτα
,
ποιο
 
είναι 
 
το
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
 
που
 
ενορχήστρωσε
 
τη
 
σύνταξη
 
της
 
αµφιλεγόµενης
 
για
 
πολλούς
 
συνθήκης
 
αυτής
.
Ποιο
 
είναι
 
το
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
;
Το
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
 
είναι 
 
ένας
 
διεθνής
 
οργανισµός
 
που
 
ιδρύθηκε
 
το
1949
και 
 
εδρεύει 
 
στο
 
Στρασβούργο
.
Η
 
Ελλάδα
 
έγινε
 
το
11
ο
 
µέλος
 
του
 
Συµβουλίου
 
στις
9.8.1949. K
 ύριος
 
ρόλος
 
του
 
είναι 
«
η
 
ενδυνάµωση
 
της
 
δηµοκρατίας
,
των
 
ανθρωπίνων
 
δικαιωµάτων
 
και 
 
της
 
επικράτησης
 
του
 
 νόµου
 
στα
43
κράτη
 
µέλη
 
του
.
Επίσης
,
το
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
 
προστατεύει 
 
την
 
πολιτιστική
 
κληρονοµιά
 
της
 
Ευρώπης
 
σε
 
όλο
 
της
 
το
 
εύρος
».
Οποιοδήποτε
 
κράτος
 
της
 
Ευρώπης
 
µπορεί 
 
 να
 
γίνει 
 
µέλος
 
του
,
αρκεί 
 
 να
 
σέβεται 
 
το
 
 νόµο
,
 να
 
εγγυάται 
 
τα
 
ανθρώπινα
 
δικαιώµατα
 
και 
 
τις
 
βασικές
 
ελευθερίες
 
σε
 
όλους
 
εντός
 
της
 
επικράτειάς
 
του
.
Σκοπός
 
της
 
Συνθήκης
 
είναι 
 
η
 
προστασία
 
της
 
κοινωνίας
 
από
 
το
 
έγκληµα
 
στον
 
κυβερνοχώρο
 
µε
 
τη
 
θέσπιση
 
της
 
κατάλληλης
 
 νοµοθεσίας
 
και 
 
την
 
επίτευξη
 
δικαστικής
 
συνεργασίας
 
µεταξύ
 
των
 
κρατών
 
που
 
θα
 
την
 
 υπογράψουν
.
Οι
 
εργασίες
 
για
 
τη
 
Συνθήκη
 
ξεκίνησαν
 
πριν
 
από
 
τέσσερα
 
χρόνια
.
Η
 
τελευταία
 
αναθεώρηση
 
η
27
η
-
ολοκληρώθηκε
 
το
 
Μάιο
 
του
2001.
Άνοιξε
 
για
 
 υπογραφές
 
όχι 
 
µόνο
 
από
 
τα
 
µέλη
 
του
 
Συµβουλίου
 
αλλά
 
και 
 
άλλα
 
κράτη
,
το
 
 Νοέµβριο
 
του
 
ίδιου
 
έτους
.
Θα
 
τεθεί 
 
σε
 
ισχύ
 
µετά
 
την
 
πάροδο
 
τριών
 
µηνών
,
όταν
 
δηλαδή
 
πέντε
 
κράτη
µε
 
τη
 
συµµετοχή
 
τριών
 
τουλάχιστον
 
κρατών
 
µελών
 
του
 
Συµβουλίου
-
συναινέσουν
.
Στη
 
σύσταση
 
της
 
Συνθήκης
 
συµµετείχαν
 
επίσης
 
από
 
τη
 
θέση
 
του
 
Παρατηρητή
-
οι 
 
Ηνωµένες
 
Πολιτείες
το
 
ενδιαφέρον
 
των
 
οποίων
 
δικαιολογείται 
 
εν
 
µέρη
 
από
 
το
 
γεγονός
 
ότι 
 «
πάσχουν
»
κατά
 
κοινή
 
οµολογία
 
περισσότερο
 
από
 
οποιαδήποτε
 
άλλη
 
χώρα
 
από
 
εγκλήµατα
 
που
 
σχετίζονται 
 
µε
 
τη
 
χρήση
 
Η
 / 
Υ
 
και 
 
του
 
∆ιαδικτύου
.
Συµµετείχαν
 
ακόµα
 
ο
 
Καναδάς
,
η
 
Ιαπωνία
 
και 
 
η
 
 Νότια
 
Αφρική
.
Αν
 
και 
 
δεν
 
είναι 
 
οι 
 
χώρες
 
αυτές
 
δεν
 
είναι 
 
µέλη
 
του
 
Συµβουλίου
 
αφού
 
δεν
 
βρίσκονται 
 
στην
 
Ευρώπη
-
µπορούν
 
 να
 
την
 
 υιοθετήσουν
,
καθώς
 
συµµετείχαν
 
ενεργά
 
στη
 
διαµόρφωσή
 
της
.
Κύριο
 
χαρακτηριστικό
 
της
 
διεθνούς
 
αυτής
 
συνθήκης
 
είναι 
 
η
 
 υποχρέωση
 
που
 
αναλαµβάνουν
 
τα
 
κράτη
 
µέλη
 
 να
 
ποινικοποιήσουν
 
ορισµένη
 
συµπεριφορά
 
στο
 
∆ιαδίκτυο
.
Καθιερώνει 
 
δε
,
την
 
 υποχρέωση
 
εναρµονίσεως
 
των
 
εθνικών
 
 νοµοθεσιών
 
σε
 
θέµατα
 
εγκληµάτων
 
στον
 
κυβερνοχώρο
 
τόσο
 
σε
 
θέµατα
 
ποινικού
 
όσο
 
και 
 
αστικού
 
δικαίου
.
Η
 
∆οµή
 
της
 
Συνθήκης
.
 Έχει 
48
άρθρα
 
οργανωµένα
 
σε
 
τέσσερα
 
κεφάλαια
.
Το
 
πρώτο
 
δίνει 
 
τους
 
απαραίτητους
 
ορισµούς
.
Το
 
δεύτερο
 
αναφέρεται 
 
σε
 
αρχές
 
που
 
θα
 
πρέπει 
 
 να
 
θεσπιστούν
 
στη
 
 νοµοθεσία
 
κάθε
 
κράτους
 
για
 
 να
 
αντιµετωπιστεί 
 
το
 
λεγόµενο
«
κυβερνοέγκληµα
» (“cyber-crime”).
Το
 
τρίτο
 
κεφάλαιο
 
περιγράφει 
 
το
 
 νέο
 
σύστηµα
 
διεθνούς
 
συνεργασίας
 
και 
 
το
 
τελευταίο
,
το
 
τέταρτο
,
ασχολείται 
 
µε
 
θέµατα
 
εγκυρότητας
,
την
 
επιβολή
,
την
 
επικύρωση
 
και 
 
την
 
 υπογραφή
 
της
 
Συνθήκης
.
∆ηµοσιεύεται 
 
στο
 
δικτυακό
 
τόπο
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
 
Οι
 
αντιδράσεις
 
στη
 
Συνθήκη
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
Ευρώπης
 
για
 
το
 
 Έγκληµα
 
στον
 
Κυβερνοχώρο
 
2
Ευρώπης
, www.coe.int
και 
 
συγκεκριµένα
 
στη
 
σελίδα
 conventions.coe.int/Treaty/en/Treaties/Html/185.htm.
Οι
 
επικριτές
.
Ο
 
µεγαλύτερος
 
επικριτής
 
της
 
Συνθήκης
 
 υπήρξε
 
ο
 
µη
 
κερδοσκοπικός
,
ανεξάρτητος
 
οργανισµός
 
που
 
φέρει 
 
την
 
επωνυµία
 
Παγκόσµια
 
Εκστρατεία
 
για
 
την
 
Ελευθερία
 
του
 
∆ιαδικτύου
(Global Internet Liberty Campaign
ή
GILC).
Σε
 
αυτόν
 
συµµετέχουν
28
οµάδες
 
που
 
µάχονται 
 
για
 
τα
 
ανθρώπινα
 
δικαιώµατα
,
την
 
προστασία
 
του
 
ιδιωτικού
 
απορρήτου
 
και 
 
της
 
ελευθερίας
 
στο
 
∆ιαδίκτυο
 
από
 
τις
 
ΗΠΑ
,
Γαλλία
,
Βρετανία
,
Αυστραλία
,
Βουλγαρία
,
Καναδά
,
Ιταλία
,
 Νότια
 
Αφρική
,
Αυστρία
,
Ολλανδία
 
και 
 
∆ανία
.
Η
 
επιστολή
 
τους
 
µε
 
την
 
µακροσκελή
 
λίστα
 
από
 
τις
 
 υπογραφές
 
των
 
µελών
 
του
 
δηµοσιεύεται 
 
στο
 
δικτυακό
 
τόπο
 
του
 
οργανισµού
www.gilc.org
και 
 
συγκεκριµένα
 
στην
 
ιστοσελίδα
www.gilc.org/privacy/coe-letter-1000.html. 
Στην
 
 υιοθέτηση
 
της
 
Συνθήκης
 
αντιδρούν
 
όµως
 
και 
 
πολλές
 
κυρίως
 
ιντερνετικές
 
ή
 
τηλεπικοινωνιακές
 
επιχειρήσεις
ιδιαίτερα
 
από
 
τις
 
ΗΠΑ
 
και 
,
ως
 
εκ 
 
τούτου
,
δεν
 
θεωρείται 
 
βέβαιο
 
ότι 
 
αυτή
 
θα
 
 υιοθετηθεί 
 
και 
 
στην
 
άλλη
 
πλευρά
 
του
 
Ατλαντικού
.
Οι
 
αντιδράσεις
 
των
 
αµερικανικών
 
επιχειρήσεων
.
Κυριότεροι 
 
εκπρόσωποι 
 
των
 
επικριτών
 
στις
 
Ηνωµένες
 
Πολιτείες
 
θεωρούνται 
 
η
A
Τ
&
Τ
 
και 
 
η
AOL Time Warner.
Σύµφωνα
 
µε
 
τον
 
Άλεν
 
Χάµοντ
,
καθηγητή
 
του
 
Πανεπιστηµίου
 
της
 
Σάντα
 
Κλάρα
 
στην
 
Καλιφόρνια
,
οι 
 
επιχειρήσεις
 
αυτές
 
θεωρούν
 
ότι 
 
το
 
Υπουργείο
 
∆ικαιοσύνης
 
και 
 
το
FBI
χρησιµοποιούν
 
ένα
 
ξένο
 
φόρουµ
το
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
,
εν
 
προκειµένω
-
για
 
 να
 
θέσουν
 
σε
 
ισχύ
 
αργότερα
 
και 
 
στη
 
χώρα
 
τους
 
µια
«
συνταγή
»
που
όπως
 
πιστεύουν
-
δεν
 
εξυπηρετεί 
 
τα
 
συµφέροντα
 
των
 
Αµερικανών
 
πολιτών
 
και 
 
επιχειρήσεων
.
Συγκεκριµένα
,
θεωρούν
 
ότι 
 
ο
 
πραγµατικός
 
στόχος
 
της
 
Συνθήκης
 
για
 
το
 
Κυβερνοέγκληµα
 
είναι 
 
 να
 
διευκολύνει 
 
τις
 
οµοσπονδιακές
 
Αρχές
 
 να
 
συλλέγουν
 
αποδεικτικά
 
στοιχεία
 
από
 
το
 
εξωτερικό
,
 να
 
εκδίδουν
 
και 
 
 να
 
προάγουν
 
σε
 
δίκη
 
αλλοδαπούς
 
για
 
τη
 
διάπραξη
 
συγκεκριµένων
 
αδικηµάτων
.
Οι 
 
εξουσίες
 
αυτές
 
όµως
,
λένε
 
εκπρόσωποι 
 
αµερικανικών
 
επιχειρήσεων
,
δεν
 
δίνονται 
 
µόνο
 
στις
 
ΗΠΑ
-
τις
 
αρχές
 
των
 
οποίων
 
ενδεχοµένως
,
εµπιστεύεται 
 
ο
 
Αµερικανός
 
πολίτης
.
Τα
 
ίδια
 
δικαιώµατα
 
αποκτούν
 
και 
 
οι 
 
Αρχές
 
της
 
Βουλγαρίας
(7/5/1992),
της
 
Ρουµανίας
(7/10/1993),
του
 
Αζερµπαϊτζάν
(
από
 
την
25
η
 /1/2001)
και 
 
άλλα
 
κράτη
 
µέλη
 
του
 
Συµβουλίου
. 
Τα
 
κράτη
 
αυτά
,
όπως
 
 υποστηρίζουν
 
οι 
 
δύο
 
µεγάλοι 
 
οργανισµοί 
 
τηλεπικοινωνιών
-
αν
 
και 
 
δηµοκρατικά
 
σήµερα
-
δεν
 
φηµίζονται 
 
για
 
το
 
βαθµό
 
ελέγχου
 
των
 
εξουσιών
 
των
 
αστυνοµικών
 
τους
 
Αρχών
.
Ερωτούν
 
λοιπόν
: «
Θέλουµε
 
επιθεωρητές
 
 να
 
ψαχουλεύουν
 
στα
 
συστήµατα
 
 υπολογιστών
 
των
 
πελατών
 
µας
,
µε
 
βάση
 
εντάλµατα
 
που
 
έχουν
 
εκδοθεί 
 
από
 
κράτη
 
πρώην
 
µέλη
 
του
 
Σοβιετικού
 
µπλοκ 
 
Το
 
αµερικανικό
 
Υπουργείο
 
Εµπορίου
 
και 
 
η
 
Αµερικανική
 
 Ένωση
 
για
 
την
 
Τεχνολογία
 
της
 
Πληροφορίας
(Information Technology Association of America)
έχουν
 
επίσης
 
εκφράσει 
 
τις
 
αντιρρήσεις
 
τους
.
Η
 
κυριότερη
 
ένστασή
 
τους
 
είναι 
 
ότι 
 
αµερικανικές
 
επιχειρήσεις
 
που
 
παρέχουν
 
 υπηρεσίες
 
πρόσβασης
 
στο
 
∆ιαδίκτυο
όπως
 
η
AOL Time Warner
και 
 
η
AT&T-
ήδη
 
δέχονται 
 
διαρκώς
 
εντάλµατα
 
έρευνας
.
Με
 
την
 
 νέα
 
Συνθήκη
 
θα
 
αναγκαστούν
 
 να
 
συνεργαστούν
 
και 
 
µε
 
τις
 
Αρχές
 
πολλών
 
ξένων
 
χωρών
.
Κι 
 
αυτό
 
διότι 
 
αποκτούν
 
από
 
τη
 
Συνθήκη
 
το
 
δικαίωµα
 
 να
 
τους
 
ζητήσουν
 
την
 
ανάκτηση
και 
 
ίσως
 
και 
 
τη
 
διατήρηση
-
στοιχείων
 
των
 
συνδροµητών
 
τους
 
για
 
πράξεις
 
που
 
θεωρούνται 
 
αξιόποινες
 
στην
 
εκάστοτε
 
ξένη
 
χώρα
.
 
Οι
 
αντιδράσεις
 
του
 
οργανισµού
GILC.
 Ένα
 
περίπου
 
χρόνο
 
πριν
 
την
 
 υπογραφή
 
της
 
Συνθήκης
,
ο
GILC
έστειλε
 
επιστολή
 
στο
 
Συµβούλιο
 
της
 
Ευρώπης
,
µε
 
την
 
οποία
 
εκφράζονται 
 
 
Οι
 
αντιδράσεις
 
στη
 
Συνθήκη
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
Ευρώπης
 
για
 
το
 
 Έγκληµα
 
στον
 
Κυβερνοχώρο
 
3
οι 
 
αντιρρήσεις
 
των
 
µελών
 
του
 
σε
 
διάφορες
 
διατάξεις
 
της
 
Συνθήκης
 
για
 
το
 
 Έγκληµα
 
στον
 
Κυβερνοχώρο
.
Υποστηρίζει 
 
ότι 
 
η
 
Συνθήκη
 
έρχεται 
 
σε
 
αντίθεση
 
µε
 
τους
 
ισχύοντες
 
κανόνες
 
για
 
την
 
προστασία
 
του
 
ατόµου
,
ότι 
 
θα
 
διευρύνει 
 
αδικαιολόγητα
 
την
 
αστυνόµευση
 
του
 
∆ιαδικτύου
 
από
 
πλευράς
 
κυβερνήσεων
,
ότι 
 
θα
 
 υπονοµεύσει 
 
την
 
ανάπτυξη
 
 νέων
 
µεθόδων
 
ασφάλειας
 
δικτύων
 
και 
 
ότι 
 
θα
 
περιορίσει 
 
την
 
ευθύνη
 
των
 
κυβερνήσεων
.
Συνεργασία
 
των
ISP.
Ορισµένες
 
από
 
τις
 
πλέον
 
αµφιλεγόµενες
 
διατάξεις
 
είναι 
 
οι 
17, 18, 24
και 
25,
σύµφωνα
 
µε
 
τις
 
οποίες
 
οι 
ISP,
οι 
 
εταιρείες
 
δηλαδή
 
που
 
παρέχουν
 
 υπηρεσίες
 
πρόσβασης
 
στο
 
∆ιαδίκτυο
 
ή
 
και 
 
άλλες
 
διαδικτυακές
 
 υπηρεσίες
,
είναι 
 
 υποχρεωµένοι 
 
 να
 
δίνουν
 
στις
 
Αρχές
 
στοιχεία
 
των
 
συνδροµητών
 
τους
.
Σύµφωνα
 
µε
 
το
GILC,
οι 
 
διατάξεις
 
αυτές
 
συνιστούν
 
µια
 
σοβαρότατη
 
απειλή
 
για
 
το
 
ιδιωτικό
 
απόρρητο
 
και 
 
τα
 
ανθρώπινα
 
δικαιώµατα
 
των
 
χρηστών
 
του
 
∆ιαδικτύου
.
 Έρχονται 
 
δε
,
σε
 
αντίθεση
 
µε
 
καθιερωµένες
 
αρχές
 
που
 
αφορούν
 
στην
 
προστασία
 
των
 
δεδοµένων
 
όπως
,
η
 
 ντιρεκτίβα
 
της
 
ΕΕ
 
για
 
την
 
Προστασία
 
των
 
Προσωπικών
 
∆εδοµένων
.
Η
 
ιστορία
 
διδάσκει 
,
σύµφωνα
 
µε
 
τον
 
µη
 
κερδοσκοπικό
 
οργανισµό
,
ότι 
 
στοιχεία
 
που
 
µεταδίδονται 
 
από
 
τα
 
δίκτυα
 
τηλεπικοινωνιών
 
έχουν
 
χρησιµοποιηθεί 
 
από
 
κυβερνήσεις
 
για
 
 να
 
αναγνωριστούν
«
διαφωνούντες
»,
και 
 
για
 
 να
 
διωχθούν
 
µειονότητες
 
ή
 
αντιπολιτευόµενοι 
.
Ολόκληρο
 
το
 
άρθρο
18,
διατείνονται 
,
αντιφάσκει 
 
µε
 
το
 
άρθρο
8
της
 
Ευρωπαϊκής
 
Συνθήκης
 
για
 
την
 
προστασία
 
των
 
δεδοµένων
 
προσωπικού
 
χαρακτήρα
 
και 
 
µε
 
τη
 
 νοµολογία
 
του
 
Ευρωπαϊκού
 
∆ικαστηρίου
 
Ανθρωπίνων
 
∆ικαιωµάτων
.
Ο
 
αντίλογος
.
Στις
 
επικρίσεις
 
αυτές
 
απαντά
 
το
FBI (
τµήµα
Computer Hacking and IntellectualProperty).
∆ιαψεύδει 
 
ως
 
αβάσιµες
 
οποιεσδήποτε
 
ειδησεογραφικές
 
αναφορές
 
που
 
µεταδίδουν
 
ότι 
 
η
 
εν
 
λόγω
 
Συνθήκη
 
απαιτεί 
 
από
 
τους
ISP
 να
 
συλλέγουν
 
και 
 
 να
 
διατηρούν
 
αποθηκευµένα
 
δεδοµένα
.
Αρνείται 
 
επίσης
 
ότι 
 
τους
 
 υποχρεώνει 
 
 να
 
 υιοθετήσουν
 
κάποιες
 
επιχειρηµατικές
 
πρακτικές
 
και 
 
 να
 
αναπροσαρµόσουν
 
την
 
 υλικοτεχνική
 
τους
 
 υποδοµή
(
κάτι 
 
που
 
αν
 
εφαρµοστεί 
 
στην
 
πράξη
 
θα
 
µας
 
θυµίσει 
 
την
 
ιστορία
 
µε
 
το
 
Σαρκοβόρο
 
του
FBI-
βλ 
.
και 
RAM,
τεύχος
 
Ιανουαρίου
2001,
σελ 
. 92
ή
 
το
Echelon,
τεύχος
 
 Νοεµβρίου
,
σελ 
. 60).To FBI
βεβαιώνει 
 
µάλιστα
 
ότι 
,
η
 
Συνθήκη
 
δεν
 
απαιτεί 
 
από
 
τους
ISP
 να
 
συλλέγουν
 
ή
 
 να
 
διατηρούν
 
δεδοµένα
 
γενικά
.
∆εν
 
απαιτεί 
 
επίσης
,
κάποια
 
επιπλέον
 
 υλικοτεχνική
 
 υποδοµή
.
Ο
 
κυβερνητικός
 
οργανισµός
 
διευκρινίζει 
 
ότι 
 
η
 
Συνθήκη
 
δεν
 
απαιτεί 
 
από
 
τους
ISP
 να
 
κρατούν
 
όλα
 
ή
 
µέρος
 
από
 
τα
-
στοιχεία
 
της
 
κίνησης
 
των
 
συνδροµητών
 
τους
.
Περιλαµβάνει 
 
όµως
 
διατάξεις
 
οι 
 
οποίες
 
διασφαλίζουν
 
ότι 
 
όταν
 
διεξάγεται 
 
µια
 
αστυνοµική
 
έρευνα
 
οι 
 
Αρχές
 
έχουν
 
το
 
δικαίωµα
 
 να
 
ζητήσουν
 
από
 
τον
 
πάροχο
 
 να
 
µην
 
διαγράψει 
 
συγκεκριµένα
 
στοιχεία
 
που
 
βρίσκονται 
 
ήδη
 
στην
 
κατοχή
 
του
.
Τέλος
,
το
FBI
τονίζει 
 
ότι 
 
η
 
Συνθήκη
 
δεν
 
εγείρει 
 
την
 
απαίτηση
 
από
 
τους
 
παρόχους
 
 να
 
αποκαλύψουν
 
αποδεικτικά
 
στοιχεία
,
τα
 
οποία
 
δεν
 
είναι 
 
σε
 
θέση
από
 
τεχνικής
 
απόψεως
-
 να
 
παράσχουν
. (
στόσο
,
δεν
 
απαγορεύεται 
 
στα
 
κράτη
 
µέλη
 
 να
 
θεσπίσουν
 
τέτοιες
 
διατάξεις
 
στην
 
εθνική
 
τους
 
 νοµοθεσία
,
αν
 
κρίνουν
 
ότι 
 
είναι 
 
απαραίτητο
).
Φακέλωµα
 
έπ
αόριστον
;
 Ένα
 
ακόµα
 
θέµα
 
που
 
έχει 
 
προκαλέσει 
 
αντιδράσεις
 
είναι 
 
η
 
απουσία
 
διατάξεων
 
οι 
 
οποίες
 
 να
 
ορίζουν
 
σαφώς
 
ότι 
 
θα
 
πρέπει 
 
 να
 
διαγράφονται 
 
τα
 
όποια
 
προσωπικά
 
στοιχεία
 
παρακρατήθηκαν
 
για
 
τις
 
ανάγκες
 
µιας
 
αστυνοµικής
 
έρευνας
 
όταν
 
πλέον
 
δεν
 
δικαιολογείται 
 
κάτι 
 
τέτοιο
.
Σε
 
ορισµένες
 
χώρες
 
 υπάρχουν
 
στην
 
εθνική
 
τους
 
 νοµοθεσία
 
τέτοιες
 
διατάξεις
.
Σε
 
άλλες
 
όχι 
,
όπως
 
στις
 
ΗΠΑ
στις
 
οποίες
 
θεωρείται 
 
ότι 
 
συντηρούνται 
 
τεράστιες
 
βάσεις
 
δεδοµένων
 
µε
 
στοιχεία
 
των
 
πολιτών
 
τους
.
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...