Οι
αντιδράσεις
στη
Συνθήκη
του
Συµβουλίου
της
Ευρώπης
για
το
Έγκληµα
στον
Κυβερνοχώρο
2
Ευρώπης
, www.coe.int
και
συγκεκριµένα
στη
σελίδα
conventions.coe.int/Treaty/en/Treaties/Html/185.htm.
Οι
επικριτές
.
Ο
µεγαλύτερος
επικριτής
της
Συνθήκης
υπήρξε
ο
µη
κερδοσκοπικός
,
ανεξάρτητος
οργανισµός
που
φέρει
την
επωνυµία
Παγκόσµια
Εκστρατεία
για
την
Ελευθερία
του
∆ιαδικτύου
(Global Internet Liberty Campaign
ή
GILC).
Σε
αυτόν
συµµετέχουν
28
οµάδες
που
µάχονται
για
τα
ανθρώπινα
δικαιώµατα
,
την
προστασία
του
ιδιωτικού
απορρήτου
και
της
ελευθερίας
στο
∆ιαδίκτυο
από
τις
ΗΠΑ
,
Γαλλία
,
Βρετανία
,
Αυστραλία
,
Βουλγαρία
,
Καναδά
,
Ιταλία
,
Νότια
Αφρική
,
Αυστρία
,
Ολλανδία
και
∆ανία
.
Η
επιστολή
τους
µε
την
µακροσκελή
λίστα
από
τις
υπογραφές
των
µελών
του
δηµοσιεύεται
στο
δικτυακό
τόπο
του
οργανισµού
www.gilc.org
και
συγκεκριµένα
στην
ιστοσελίδα
www.gilc.org/privacy/coe-letter-1000.html.
Στην
υιοθέτηση
της
Συνθήκης
αντιδρούν
όµως
και
πολλές
κυρίως
ιντερνετικές
ή
τηλεπικοινωνιακές
επιχειρήσεις
–
ιδιαίτερα
από
τις
ΗΠΑ
και
,
ως
εκ
τούτου
,
δεν
θεωρείται
βέβαιο
ότι
αυτή
θα
υιοθετηθεί
και
στην
άλλη
πλευρά
του
Ατλαντικού
.
Οι
αντιδράσεις
των
αµερικανικών
επιχειρήσεων
.
Κυριότεροι
εκπρόσωποι
των
επικριτών
στις
Ηνωµένες
Πολιτείες
θεωρούνται
η
A
Τ
&
Τ
και
η
AOL Time Warner.
Σύµφωνα
µε
τον
Άλεν
Χάµοντ
,
καθηγητή
του
Πανεπιστηµίου
της
Σάντα
Κλάρα
στην
Καλιφόρνια
,
οι
επιχειρήσεις
αυτές
θεωρούν
ότι
το
Υπουργείο
∆ικαιοσύνης
και
το
FBI
χρησιµοποιούν
ένα
ξένο
φόρουµ
–
το
Συµβούλιο
της
Ευρώπης
,
εν
προκειµένω
-
για
να
θέσουν
σε
ισχύ
αργότερα
και
στη
χώρα
τους
µια
«
συνταγή
»
που
–
όπως
πιστεύουν
-
δεν
εξυπηρετεί
τα
συµφέροντα
των
Αµερικανών
πολιτών
και
επιχειρήσεων
.
Συγκεκριµένα
,
θεωρούν
ότι
ο
πραγµατικός
στόχος
της
Συνθήκης
για
το
Κυβερνοέγκληµα
είναι
να
διευκολύνει
τις
οµοσπονδιακές
Αρχές
να
συλλέγουν
αποδεικτικά
στοιχεία
από
το
εξωτερικό
,
να
εκδίδουν
και
να
προάγουν
σε
δίκη
αλλοδαπούς
για
τη
διάπραξη
συγκεκριµένων
αδικηµάτων
.
Οι
εξουσίες
αυτές
όµως
,
λένε
εκπρόσωποι
αµερικανικών
επιχειρήσεων
,
δεν
δίνονται
µόνο
στις
ΗΠΑ
-
τις
αρχές
των
οποίων
ενδεχοµένως
,
εµπιστεύεται
ο
Αµερικανός
πολίτης
.
Τα
ίδια
δικαιώµατα
αποκτούν
και
οι
Αρχές
της
Βουλγαρίας
(7/5/1992),
της
Ρουµανίας
(7/10/1993),
του
Αζερµπαϊτζάν
(
από
την
25
η
/1/2001)
και
άλλα
κράτη
µέλη
του
Συµβουλίου
.
Τα
κράτη
αυτά
,
όπως
υποστηρίζουν
οι
δύο
µεγάλοι
οργανισµοί
τηλεπικοινωνιών
-
αν
και
δηµοκρατικά
σήµερα
-
δεν
φηµίζονται
για
το
βαθµό
ελέγχου
των
εξουσιών
των
αστυνοµικών
τους
Αρχών
.
Ερωτούν
λοιπόν
: «
Θέλουµε
επιθεωρητές
να
ψαχουλεύουν
στα
συστήµατα
υπολογιστών
των
πελατών
µας
,
µε
βάση
εντάλµατα
που
έχουν
εκδοθεί
από
κράτη
πρώην
µέλη
του
Σοβιετικού
µπλοκ
;»
Το
αµερικανικό
Υπουργείο
Εµπορίου
και
η
Αµερικανική
Ένωση
για
την
Τεχνολογία
της
Πληροφορίας
(Information Technology Association of America)
έχουν
επίσης
εκφράσει
τις
αντιρρήσεις
τους
.
Η
κυριότερη
ένστασή
τους
είναι
ότι
αµερικανικές
επιχειρήσεις
που
παρέχουν
υπηρεσίες
πρόσβασης
στο
∆ιαδίκτυο
–
όπως
η
AOL Time Warner
και
η
AT&T-
ήδη
δέχονται
διαρκώς
εντάλµατα
έρευνας
.
Με
την
νέα
Συνθήκη
θα
αναγκαστούν
να
συνεργαστούν
και
µε
τις
Αρχές
πολλών
ξένων
χωρών
.
Κι
αυτό
διότι
αποκτούν
από
τη
Συνθήκη
το
δικαίωµα
να
τους
ζητήσουν
την
ανάκτηση
–
και
ίσως
και
τη
διατήρηση
-
στοιχείων
των
συνδροµητών
τους
για
πράξεις
που
θεωρούνται
αξιόποινες
στην
εκάστοτε
ξένη
χώρα
.
Οι
αντιδράσεις
του
οργανισµού
GILC.
Ένα
περίπου
χρόνο
πριν
την
υπογραφή
της
Συνθήκης
,
ο
GILC
έστειλε
επιστολή
στο
Συµβούλιο
της
Ευρώπης
,
µε
την
οποία
εκφράζονται
Leave a Comment