Welcome to Scribd, the world's digital library. Read, publish, and share books and documents. See more
Download
Standard view
Full view
of .
Save to My Library
Look up keyword
Like this
1Activity
0 of .
Results for:
No results containing your search query
P. 1
ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Ratings: (0)|Views: 81 |Likes:
Μια μικρή ιστορία για μεγάλες ψυχές...
Μια μικρή ιστορία για μεγάλες ψυχές...

More info:

Published by: ΑΤΜΑΤΖΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ on Nov 26, 2009
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

11/26/2009

pdf

text

original

 
 ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ 
 Έφτασα, όπως κάθε πρωί στην ώρα μου στην οδό Σαπφούς, όπου στάθμευα τοαυτοκίνητό μου σε μια αλάνα. Η διαδρομή, περπατώντας, ήταν περίπου είκοσι λεπτάαπό εκεί μέχρι τη δουλειά μου και την έκανα με ακρίβεια κάθε μέρα. Περνούσα απ’τα δικαστήρια, μετά από το λιμάνι έπαιρνα την παραλιακή κι από την πλευρά τηςθάλασσας έφτανα στην πλατεία Αριστοτέλους. Πολλές φορές πήγαινα επίτηδες μέχρι το Λευκό πύργο και γυρνούσα πάλι, επειδή μου άρεσε να βλέπω το Θερμαϊκό εκείνητη συγκεκριμένη ώρα. Άπλωνα το βλέμμα μου στη θάλασσα κι ένοιωθα πάντα το ίδιοσυναίσθημα της ταραχής που ένοιωσα, όταν εφτάχρονο παιδί για πρώτη φορά, τηνείδα από ένα αστικό που διέσχιζε την Εγνατία. Μέχρι τότε η μεγαλύτερη ποσότητα νερού που είχα δει ήταν στη μπανιέρα που μ’ έπλενε με το ζόρι η μάνα μου. Αυτός οτεράστιος, μπλε, ζωντανός όγκος νερού που είδα για μια στιγμή ανάμεσα στιςπολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης, με τον Όλυμπο μισοχιονισμένο στο βάθος, μουπροκάλεσε δέος και ταραχή τόσο που κόλλησα τη μύτη μου στο τζάμι του αστικούκαι προσπαθούσα σε κάθε δρόμο που ήταν κάθετος στην Εγνατία να δω το μαγικόθέαμα που αιχμαλώτισε την παιδική μου φαντασία.Δυστυχώς στο χωριό που γεννήθηκα δεν είχαμε ούτε ποτάμια ούτε λίμνεςούτε θάλασσα. Μόνο χωράφια υπήρχαν γύρω απ’ το χωριό κι ένας ορίζοντας πουάλλαζε χρώμα ανάλογα με την εποχή: πράσινος την άνοιξη, χρυσαφί το καλοκαίρι,καφέ το φθινόπωρο και άσπρος το χειμώνα. Έτσι λοιπόν κάθε πρωί επέλεγα να κάνω τη διαδρομή πάνω στο πλακόστρωτοτης παραλίας μέχρι να φτάσω στη δουλειά μου στην πλατεία Αριστοτέλους. Κάποιεςφορές, ακριβώς την ώρα που έφτανα εκεί, έσκαγε μύτη ο ήλιος πίσω απ’ το ΛευκόΠύργο σαν τα παιδάκια που παίζουνε κρυφτό. Άλλοτε πάλι δε μπορούσα να δω ούτεστο ένα μέτρο απ’ την ομίχλη κι ορισμένα πρωινά η σιωπηλή υγρασία μου τρυπούσετα κόκαλα. Όταν έβρεχε, μου άρεσε να περπατώ στην κόχη της προβλήτας βλέπονταςτη βροχή να μπιμπικιάζει τη θάλασσα αλλά τις φορές που ο Βαρδάρης φυσούσεοργισμένος, απέφευγα να πλησιάσω στην προκυμαία, για να μη με ρίξει στο νερό.Η θάλασσα άλλοτε επίπεδη σαν γκρίζο πάτωμα πάνω στο οποίο θα μπορούσες να περπατήσεις κι άλλοτε φουσκωμένη, σκοτεινή κι ατίθαση, τίναζε με ορμή την υγρή κώμη της στην παραλιακή λεωφόρο, φτάνοντας μέχρι την απέναντι πλευρά τουδρόμου και βρέχοντας τους περαστικούς.Κάθε πρωί ο περιπτεράς άνοιγε την ίδια ώρα τα στόρια απ’ το περίπτερο, οι καθαρίστριες σφουγγάριζαν τις άδειες καφετέριες, τα φορτηγά ξεφόρτωναν τόνουςποτά και αναψυκτικά ενώ τ’ αδέσποτα γαύγιζαν επιλεκτικά στους περαστικούς,θαρρείς και ξεχώριζαν τους φοβιτσιάρηδες και τους κακούς.Οι ίδιοι άνθρωποι, την ίδια ώρα κάθε πρωί, στις ίδιες διαδρομές. Και κάθεπρωί η ίδια θλίψη μέσα μου για τον ίδιο λόγο: που δε μπορούσα να μπω σ’ ένακαράβι-φορτηγό, απ’ αυτά που ήταν αραγμένα έξω απ’ το λιμάνι φορτωμένα μεκοντέινερς. Να γυρίσω όλο τον κόσμο, έστω κι αν όλη τη μέρα δούλευα ματσακόνι και πινέλο κάτω από τον καυτό ήλιο. Μ’ έπιανε θλίψη επειδή έτσι που τα ’φερε ηζωή, δεν ταίριαξε η ψυχή μου με τη δουλειά μου. Δεν ήταν η ψυχή μου για νακλειστεί σ’ ένα γραφείο με χαρτιά.«Κάποια μέρα θα φύγω από ’δω» έλεγα μέσα μου κάθε φορά.Εκείνο το πρωί όμως η ταραχή μου ήταν διπλή και το σφίξιμο στο στομάχι μου ανυπόφορο. Η κρίσιμη μέρα είχε φτάσει και τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Ούτε το1
 
θάρρος και η τόλμη μας ήταν εξασφαλισμένα αλλά ούτε και το τι θα επακολουθούσεήταν γνωστό σ’ εμάς που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε μια παράτολμη ενέργεια, σεώρα αιχμής, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης../. Ήταν ένας ασπρομάλλης γύρω στα πενήντα πέντε. Γιώργο τον λέγανε. Τηνπρώτη μέρα που εμφανίστηκε στο γραφείο μετά τη μετάθεσή του από την επαρχίαφαινόταν ότι ένοιωθε άβολα. Μάλλον επειδή, όπως έλεγε, στα τριάντα πέντε χρόνιαδουλειάς του ήταν η πρώτη φορά που θα εργαζόταν σε μεγάλη πόλη και σε χώρο πουδούλευαν πάνω από είκοσι άτομα.Το πολυώροφο κτίριο στέγαζε περίπου διακόσιους πενήντα υπαλλήλους αλλάοι συστάσεις γνωριμίας του περιορίστηκαν στον τέταρτο και τον πέμπτο όροφο, εκεί όπου κυρίως θα ήταν η δουλειά του. Θα εργαζόταν στον ίδιο χώρο πουεργαζόμασταν κι εμείς. Ο όροφος ήταν χωρισμένος στα δύο με ψηλές ντουλάπες.Μπροστά απ’ τις ντουλάπες με θέα την πλατεία Αριστοτέλους υπήρχαν άνετα και πολυτελή γραφεία, ενώ πίσω απ’ τις ντουλάπες φτηνά γραφεία, κολλημένα το έναδίπλα στο άλλο για «καλύτερη αξιοποίηση του χώρου». Κάθε τόσο βέβαια όλο και στρίμωχναν κάποιον καινούργιο «αξιοποιώντας καλύτερα το χώρο».Στα πολυτελή γραφεία εργαζόντουσαν τα «στελέχη». Ήταν όλοι πάνω απότριάντα χρονών και δούλευαν πληκτρολογώντας τον υπολογιστή τους χωρίς ναμιλάνε μεταξύ τους. Σαν κωπηλάτες σε γαλέρες που κωπηλατούν ρυθμικά και ακατάπαυστα βλέποντας μόνο το κουπί τους από το φινιστρίνι.Πίσω απ’ τις ντουλάπες ήμασταν εμείς. Υπήρχε μεγάλη ένταση εκεί. Έναμελίσσι από νεαρά παιδιά (κορίτσια και αγόρια) που το πιο μεγάλο ήταν γύρω σταείκοσι πέντε. Κουβαλούσαν βιαστικά στοίβες από φακέλους, με καρότσια. Οι φάκελοι περνούσαν από γραφείο σε γραφείο και τους καταχωρούσαν στακομπιούτερ τους ενώ ταυτόχρονα απαντούσαν στα τηλέφωνα που χτυπούσανσυνεχώς σα δαιμονισμένα. Τελικά τους έπαιρναν πάλι με τα καρότσια για να τουςπάνε είτε στο αρχείο είτε στους «κωπηλάτες».Ο καινούργιος ο ασπρομάλλης μας κοίταζε έκπληκτος θαρρείς και δεν είχεξαναδεί κάτι τέτοιο. Όλη την ώρα μουρμούριζε ακατάληπτες φράσεις από τις οποίεςξεχώριζα μερικές λέξεις πού και πού.Κάποια στιγμή προς το μεσημέρι της πρώτης ημέρας με πλησίασε:-Συγνώμη ρε Ανδροκλή αλλά αφήνετε τις γυναίκες να σηκώνουνε κιβώτια και  να μεταφέρουνε καρότσια;Τον κοίταξα αμήχανος και ξαφνιασμένος.-Κύριε Γιώργο, για να κάνουμε και λίγο χιούμορ, μου φαίνεστε λίγο χωριάτηςκαι λίγο αναρχικός! Κάνω λάθος; Από το πρωί που ήρθατε εδώ σας ακούω να λέτεσυνέχεια «γαμώ την ξεφτίλα μου» και «γαμώ την ξεφτίλα μου». Όλο για κάτεργα και σκλαβοπάζαρα μουρμουρίζετε. Τι σας έκανε τόση εντύπωση;-Χαμαλίκι είναι! Χαμαλίκι! Αυτό είναι δουλειά για άντρες. Μου τη δίνει αυτότο σκηνικό που βλέπω απ’ το πρωί.. Εκείνοι οι μαντράχαλοι δίπλα, κάθονται σταγραφεία τους κι εδώ τα κοριτσάκια σηκώνουν βάρη. Κοίτα αυτήν εκεί. Όπως και νατη ζυγίσεις δε θα είναι πάνω από σαράντα πέντε κιλά. Τι βάρος να σηκώσει τοκαημένο; Δεν είμαστε καθόλου καλά. Ξεφτιλιστήκαμε τελείως. Οι γυναίκες είναι για να τις αγαπάμε και να μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Τις κάναμε σαν τους άντρες και τι καταλάβαμε; Μπερδέψαμε τους ρόλους μας. Ούτε αυτές είναι πλέον καλές μανάδεςκαι σύζυγοι, ούτε εμείς είμαστε άντρες πια.2
 
Τελικά εγκαταστάθηκε σ’ ένα γραφείο που έβλεπε και τους δύο χώρους και του ανέθεσαν την εποπτεία ενός τμήματος της δουλειάς μας. Η πρώτη κουβέντα πουείπε για το γραφείο του ήταν ότι «αυτό δεν ήταν γραφείο, ήταν τραβεστί. Ούτε στηνπλατεία ανήκε ούτε στον ακάλυπτο».«Θα έχουμε πολύ γέλιο μ’ αυτόν» σκέφτηκα αλλά τελικά δεν είχαμε!./.Δύο ημέρες μετά, ο φίλος μου ο Ανέστης, ένα συμπαθητικό παλικάρι πουκουβαλούσε κάθιδρος, όλη μέρα πάνω-κάτω τους φακέλους με τα καρότσια, μπήκεγια λίγο στο γραφείο της υποδιευθύντριας και μετά άρχισε να μας αποχαιρετάει έναν-έναν. Τον απέλυσαν! Έτσι απλά όπως γινόταν συνήθως. Σε φώναζε η υποδιευθύντρια στο γραφείο της λίγο πριν λήξει το ωράριο εργασίας και σου έλεγε:-Αύριο δε θα ’ρθεις στη δουλειά. Θα σε φωνάξουμε εμείς αν σε χρειαστούμε.Πήγε ν’ αποχαιρετήσει και τον «παππού» όπως ονομάσαμε τον ασπρομάλλη νεοφερμένο. Μίλησε για λίγο μαζί του και μετά έφυγε βουρκωμένος ενώ την ίδια ώραο «παππούς» έβγαινε στο μπαλκόνι. Πήγε στη γωνία από τη μεριά της θάλασσας κι ατένιζε αφηρημένος ένα επιβατικό καράβι που, εκείνη την ώρα. έφευγε για Σάμο.Μετά από λίγο ήρθε κατ’ ευθείαν σ’ εμένα:-Θέλω να σου μιλήσω, μου είπε.-Σας ακούω κύριε Γιώργο.-Όχι εδώ, έξω. Ένα τσιγάρο κουβέντα θα κάνουμε.Βγήκαμε στο μπαλκόνι που έβλεπε την πλατεία Αριστοτέλους.ίναι αλήθεια αυτό που μου είπε ο Ανέστης; Είστε «νοικιασμένοι»εργαζόμενοι; Εργάζεστε εδώ αλλά στα επίσημα χαρτιά, άλλος είναι ο εργοδότης σας;-Ναι του απάντησα.-Και μ’ αυτό το καθεστώς κάποιοι εδώ εργάζονται μέχρι και πέντε χρόνια;-Ναι είπα πάλι.Κοκκίνισε από έκδηλο θυμό.-Καλά ρε γαμώτο τι ξεφτίλα είν’ αυτή; Πού καταντήσαμε; Άκου να δεις!Είναι συνηθισμένος λέει ο Ανέστης. Αν είναι τυχερός, θα τον ξαναπροσλάβουν σεμερικούς μήνες. Δηλαδή σας απολύουν και σας ξαναπαίρνουν για να μην έχετεεργασιακά δικαιώματα;-Όχι πάντα. Αυτό συμβαίνει μόνο με τα «καλά παιδιά» κύριε Γιώργο.Ξαναπαίρνουν μόνο αυτούς που είναι πειθήνιοι, λιγομίλητοι και εργατικοί. Τουςάλλους απλά δεν τους καλούν να δουλέψουν ξανά. Κι αν θέλετε το πιστεύετε, υπάρχουν γυναίκες με παιδιά εδώ μέσα οι οποίες, χωρίς υπερβολή, προσεύχονται να υπάρχει πάντα δουλειά κι ας τις βγάζουν την πίστη. Κι ας τις ξεφτιλίζουν καθημερινάμε προσβολές και ύπουλες συμπεριφορές. Τα θεσμικά και νόμιμα εργασιακάδικαιώματά τους ούτε καν τα σκέφτονται. Είναι μεγάλη πολυτέλεια επειδή τομεροκάματο είναι γι’ αυτούς εντελώς, μα εντελώς, απαραίτητο.-Ντρέπομαι ρε Ανδροκλή. Μά το θεό σου λέω ντρέπομαι…Αγρίεψε! Πήρε φόρα κι εγώ δε μπορούσα να κάνω κάτι έτσι που ήτανφορτισμένος. Απλά στάθηκα μπροστά του για να μη βλέπουν οι από μέσα τιςχειρονομίες του και το οργισμένο ύφος του.Είπε για τον συνδικαλισμό ότι «κατάντησε ρουσφετομάγαζο που έχασε πιατην αξιοπιστία του και τον προσανατολισμό του επειδή τα συνδικαλιστάκια μέθυσαναπτη συνδιαχείριση της εξουσίας, ταυτίστηκαν με τα κόμματα και με τουςεργοδότες και δεν εμπνέουν πλέον κανέναν». «Τόσα χρόνια έβλεπαν το δάχτυλο κι όχι το φεγγάρι» έλεγε. «Ακόμη και σήμερα δεν κατάλαβαν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός3

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->