/  17
 
Παρέμβαση φορέων και κινήσεων πολιτών στο σχέδιο νόμου για τις ΑΠΕ - προτάσεις
Μία από τις πρώτες νομοθετικές πρωτοβουλίες του νεοσύστατου υπουργείου περιβάλλοντος,ενέργειας και κλιματικής αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) ήταν αυτή που αφορούσε τις ΑΠΕ, με τον εύγλωττοτίτλο
“Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής”
. Η πρωτοβουλία δημοσιοποιήθηκε στις 3/12/2009, ενώ το πλήρες κείμενοστις 9/12/2009. Η χρονική αυτή στιγμή συνέπεσε με την περίοδο της προετοιμασίας τηςσυνόδου της Κοπεγχάγης, μια περίοδο αυξημένων προσδοκιών και απαιτήσεων των πολιτώνγια τη λήψη μέτρων κατά της κλιματικής αλλαγής. Άρα, και μια περίοδος ευνοϊκή για τηναποδοχή μέτρων μεγαλύτερης διείσδυσης των ΑΠΕ.Θα το πούμε καθαρά και από την αρχή:
το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν, πράγματι,επιδιώκει αυτό που υπόσχεται ή, αντίθετα, επιχειρεί μονομερώς να διευκολύνει τις μεγάλεςεπενδύσεις, ακόμη και σε βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος
.Τα ερωτηματικά και η κριτική ξεκινούν από τη διαδικασία της διαβούλευσης. Ανακοινώθηκε ότιη διαβούλευση θα διαρκέσει, περίπου, ένα μήνα, έως τις 15/1/2010 αι ώρα 18.00).Πρόκειται, ουσιαστικά, για ηλεκτρονικό σχολιασμό, μέσω της ιστοσελίδας του υπουργείου.Κατά την ανταλλαγή δηλώσεων, ανάμεσα στην ηγεσία του ΥΠΕΚΑ και την προηγούμενη ηγεσίατου ΥΠΑΝ, προέκυψε ότι η επεξεργασία του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου κράτησε ενάμισι,περίπου, χρόνο. Δεν διαγράφει κανείς την αξία αυτής, έστω, της διαβούλευσης, ακόμη και ανδεν γνωρίζουμε τη διαδικασία ενσωμάτωσης - αξιολόγησης των σχολίων. Ωστόσο, γεννιέται η
πρώτη ένσταση:
γιατί τόση βιασύνη στο χρόνο της διαβούλευσης και γιατί μόνο μέσα στα στενά καιαπρόσωπα όρια του διαδικτύου; Γιατί ένας προκαθορισμένος διάλογος άρθρο – άρθρο καιόχι μια ανοιχτή ανταλλαγή (και αντιπαράθεση) απόψεων και λογικών στα κεντρικάπροβλήματα της ενεργειακής πολιτικής, της χωροθέτησης, του ελέγχου και τηςπεριβαλλοντικής αξιολόγησης των εγκαταστάσεων; Γιατί δεν υιοθετείται μια πρόσωπο μεπρόσωπο συζήτηση, σε ανοιχτές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στις περιοχές μεγάληςσυγκέντρωσης έργων ΑΠΕ;Στο σχέδιο νόμου, ήδη από το άρθρο 1, δηλώνεται ως εθνικός δεσμευτικός στόχος, το ποσοστόσυμμετοχής 20% των ΑΠΕ στην κάλυψη της τελικής κατανάλωσης ενέργειας το 2020.Ταυτόχρονα, καθορίζεται ότι η προστασία του κλίματος, μέσω της προώθησης της παραγωγήςενέργειας από ΑΠΕ, αποτελεί
προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για τη χώρα, η οποίαλαμβάνεται καθοριστικά υπ’ όψη σε περιπτώσεις στάθμισης με άλλες περιβαλλοντικές ήκοινωνικές παραμέτρους
”, θέση που επαναλαμβάνεται ακόμη πιο απροκάλυπτα και εμφατικάστη συνέχεια (άρθρο 8, παρ.1). Στο σημείο αυτό υπάρχει η
δεύτερη ένσταση:
μπαίνει ένας αριθμητικός στόχος (20%), στο όνομα του οποίου γίνεται πληθώραπαρεμβάσεων και εκπτώσεων στη νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Για τηνακρίβεια,
οι αρχές της βιωσιμότητας και της προστασίας βασικών περιβαλλοντικών καικοινωνικών αγαθών, εκτιμώνται ως δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με τηνπροώθηση των ΑΠΕ,
που, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, αφορούν κυρίως μεγάληςκλίμακας εγκαταστάσεις με πιθανές επιπτώσεις σε οικοσυστήματα, φυσικούς, ιστορικούς καιπαραγωγικούς πόρους.
1
 
αλλά και η
τρίτη ένσταση:
ο στόχος του 20% δεν ποσοτικοποιείται, δεν μεταφράζεται, δηλαδή, σε MW και MWh, ώστε ναμπορέσει κάποιος να τον αξιολογήσει και να τον κρίνει. Για να γίνει κάτι τέτοιο, είναιαπαραίτητη μια αξιόπιστη εκτίμηση των ενεργειακών αναγκών και η τεκμηριωμένη σύνθεσητου ενεργειακού μείγματος. Αυτό, όμως, είναι αντικείμενο του μακροχρόνιου ενεργειακούσχεδιασμού, που παρόλο ότι έχει νομοθετικά προβλεφθεί από το 1999 (ν. 2773), εξακολουθείνα μην υφίσταται. Η ηγεσία, μάλιστα, του ΥΠΕΚΑ επέλεξε να τον επεξεργαστεί και να τονπαρουσιάσει σε δεύτερη φάση, βάζοντας κατά τη λαϊκή έκφραση “το κάρο μπροστά από τοάλογο”. Πως είναι, λοιπόν, δυνατό να συζητάμε για τόσο σοβαρές υποχωρήσεις στηνπεριβαλλοντική νομοθεσία, με έναν τόσο απροσδιόριστο στόχο, μέσα σε ένα εξίσουαπροσδιόριστο ενεργειακό τοπίο; Πως είναι δυνατό χωρίς μετρήσιμους στόχους το ΥΠΕΚΑ νασχεδιάσει αξιόπιστα, να παρακολουθήσει και να μετρήσει την πρόοδο των ΑΠΕ, τα μέτρα γιατην εξοικονόμηση, την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση των εκπομπών των ρύπων; Γιατίείναι, προφανώς, διαφορετικό (ποσοτικά και ποιοτικά) ο στόχος του 20% να υποθηκεύεταιστην προοπτική περαιτέρω γιγαντισμού της κατανάλωσης ενέργειας και διαφορετικό ναεμπλουτίζει ένα συνδυασμό μέτρων για την αποφυγή κάθε κατασπατάλησης φυσικών πόρων.Από την ανάγνωση των επόμενων άρθρων διαπιστώνουμε ότι το προτεινόμενο σχέδιο νόμουεξαντλείται, κυρίως, στα εξής:Σε άρση των χωροταξικών περιορισμών και των τοπικών αντιδράσεων
,
δηλαδή
Σε αλλαγές των προβλέψεων του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ(περιορισμός των περιοχών αποκλεισμού και των ζωνών ασυμβατότητας), του νομοθετικούπλαισίου για τη γη υψηλής παραγωγικότητας και του αρχαιολογικού νόμου, ώστε ναεκλείψουν και άλλα εμπόδια στην άναρχη και εκτεταμένη ανάπτυξη έργων ΑΠΕ.
Στην αναγωγή του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ σε “υπερ-νόμο”, στιςδιατάξεις του οποίου είναι υποχρεωμένα να οπισθοχωρήσουν περιφερειακά πλαίσιαχωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, ρυθμιστικά σχέδια, γενικά πολεοδομικάσχέδια ή άλλα σχέδια χρήσεων γης.
Στην επιδότηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των κατοίκων τωνσυγκεκριμένων οικισμών, που εγκαθίστανται τα πάρκα ΑΠΕ, και την εκτέλεση έργων σεαυτούς τους οικισμούς, μέσω της αναδιανομής του υφιστάμενου ανταποδοτικού τέλους πουεισέπραττε συνολικά ο –διευρυμένος- ΟΤΑ (άρθρο 7). Με βάση τις προβλέψεις αυτές προκύπτει η
τέταρτη ένσταση
:
 Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, πολλαπλασιάζει τα εκρηκτικά προβλήματα που δημιουργούνταιαπό την υπερσυγκέντρωση και την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των εγκαταστάσεων μεγάληςκλίμακας σε δάση, οικοσυστήματα, μοναδικά τοπία, ιστορικές περιοχές, πολύτιμη γη υψηλήςπαραγωγικότητας κλπ. Το νέο νομοσχέδιο αντί να προτείνει λύσεις, ώστε ναελαχιστοποιηθούν τα προβλήματα, επιχειρεί να αμβλύνει τις τοπικές αντιδράσειςπροβλέποντας, άμεσο όφελος για τους κατοίκους των περιοχών εγκατάστασης. Οι προβλέψειςαυτές, απογυμνωμένες από την ουσιαστική αντιμετώπιση περιβαλλοντικών επιπτώσεων,αποτελούν στην πραγματικότητα δωροδοκία των τοπικών κοινωνιών για να παραβλέψουν τιςτυχόν οχλήσεις,; όπως π.χ. την υποβάθμιση σπουδαίων φυσικών και παραγωγικών πόρωνπου θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
2
 
ενώ οι υπόλοιπες ρυθμίσεις αφορούν:
 
Στην απάλειψη ορισμένων γραφειοκρατικών διαδικασιών, όπως η μέχρι τώρα εμπλοκήτου υπουργείου ανάπτυξης στην έκδοση της άδειας παραγωγής και η ενοποίηση τηςπρομελέτης και της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότιεπιτυγχάνεται η απαραίτητη ενοποίηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αξιολόγησης (θααναφερθούμε στη συνέχεια).
Σε μια σοβαρότατη οπισθοδρόμηση στο θέμα των υδροηλεκτρικών έργων, η οποίασυνίσταται στην ένταξη στις ΑΠΕ
και μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων
ισχύος μέχρι100 MW. Προκαλεί αρνητική εντύπωση η μεθόδευση εισαγωγής αυτής της αλλαγής στις“λοιπές διατάξεις” (άρθρο 12) και η πλήρης αποσιώπησή της από όλες τις παρουσιάσεις τουσχεδίου νόμου και τα σχετικά δελτία τύπου. Αυτή την αλλαγή στάσης έσπευσε να υιοθετήσεικαι η ΡΑΕ, η οποία στα έργα ΑΠΕ (αρχείο αιτήσεων – κύκλος Δεκεμβρίου) κατατάσσειυδροηλεκτρικά έργα ισχύος από 72 – 367 MW.
Σε μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων, που, όμως, καιανεπαρκή είναι και μακρινό ορίζοντα εφαρμογής έχουν. Στο άρθρο 10 τα μέτρα για τονκτιριακό τομέα περιορίζονται στα νέα κτίρια και, μάλιστα, οι ουσιαστικές ρυθμίσειςπρογραμματίζονται για μετά από μια δεκαετία
Στην εξασφάλιση της ταχείας εξυπηρέτησης των επενδυτών, χωρίς καμία αναφορά στησυνεχή συρρίκνωση της διαδικασίας περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης και σταπολλαπλά εμπόδια που συναντούν οι πολίτες, όταν επιχειρούν να παρέμβουν σε αυτήν.Ταυτόχρονα, απουσιάζουν
ουσιαστικά
μέτρα για τη διευκόλυνση των αυτοπαραγωγών -δηλαδή των παραγωγών που καλύπτουν τις δικές τους επαγγελματικές ή οικιακές ανάγκες- και την ανάπτυξη αποκεντρωμένων ΑΠΕ, τοπικού χαρακτήρα κτός από τηνπροβλεπόμενη εξαίρεση από την έκδοση έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας απότην Πολεοδομία για την τοποθέτηση ΑΠΕ σε κτίρια).Η συνεκτίμηση των στόχων και των επιμέρους ρυθμίσεων του σχεδίου νόμου οδηγεί στην
πέμπτη ένσταση:
Το σχέδιο νόμου δεν ενδιαφέρεται για ενεργειακό σχεδιασμό συμβατό με την προστασία τουπεριβάλλοντος. Αντιθέτως, ευνοεί την περιβαλλοντοκτόνα λογική των ενεργειακώνέργων μεγάλης κλίμακας από ιδιωτικές επενδύσεις, που έχουν στόχο την άμεσηκερδοφορία και που νέμονται για το σκοπό αυτό δημόσιους πόρους (οικονομικά κίνητρακαι γη, συχνά δάσος, αλλά και νερό το οποίο σύμφωνα με την οδηγία 2000/60/ΕΚ δενείναι εμπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που πρέπει ναπροστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης). Εξυπηρετεί μιασυγκεκριμένη εκδοχή της λεγόμενης “πράσινης ανάπτυξης”, αυτήν που βλέπει τη διέξοδοαπό την οικονομική κρίση στην περαιτέρω συσσώρευση κεφαλαίου και όχι στηνφιλοπεριβαλλοντική και κοινωνικά δίκαιη αναδιανομή του. Με φορείς, σε πολλέςπεριπτώσεις, αυτούς που έχουν πρωταγωνιστήσει (ή και πρωταγωνιστούν ακόμη) σε αυτόπου ονομάζουμε “βρώμικη” ανάπτυξη. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε, κάλλιστα, ναέχει προταθεί από το υπουργείο Οικονομίας.
3

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...