• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
 
Ας φάνε παντεσπάνι...
 
Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στις απόψεις των συγγραφέων Απόστολου Δοξιάδη, ΤάκηΘεοδωρόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο Τύπο στις 24-12-2008. Ανκαι ο συντάκτης του δεν ανήκει σε καμιά από τις ομάδες των άμεσα θιγομένων, και παρά το ότι δενέχει άμεση γνώση των γεγονότων που το πυροδότησαν (εισβολές στα θέατρα), επιχειρεί ένανσχολιασμό του κειμένου των τριών, από τη σκοπιά ενός αναγνώστη και περιστασιακού θεατή τουθεάτρου. Ας συγχωρεθεί το μακροσκελές του κειμένου... μέρες που είναι βλέπετε, μια απλή εκδήλωσηπεριφρόνησης δεν είναι αρκετή, ιδιαίτερα όταν το περιφρονητέο αντικείμενο διεκδικεί τη θέση της «φωνής της λογικής» και της «δημοκρατικής ευαισθησίας»...
 Η πρωτοβουλία των τριών αυτών «ανθρώπων της τέχνης» να καλέσουν σε συναγερμό για τηνπροάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τα πρόσφατακατορθώματα του έτερου μεγάλου προστάτη της τέχνης, faux παραιτηθέντα προέδρου της ΕΡΤ, κ.Παναγόπουλου. Όλοι θυμόμαστε πώς πριν λίγες μέρες άσκησε κομψότατα το -προφανώς«άγραφο»- δικαίωμά του (;) να κηρύσσει ένα είδος «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» στο κρατικόκανάλι που διευθύνει και να εκπέμπει ο ίδιος απευθείας μηνύματα χωρίς καν τη δημοσιογραφικήεπίφαση. Εκεί λοιπόν, κατήγγειλε στον ελληνικό λαό ότι οι φαινομενικά ειρηνικοί ακτιβιστές πουκατέλαβαν για λίγο το στούντιο των ειδήσεων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, ήταν στηνπραγματικότητα ασεβείς και αντιδημοκρατικοί (εφόσον βεβήλωσαν την τηλεοπτική αναμετάδοσημιας εκ των ιεροτέρων στιγμών που έχει γνωρίσει η Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι τηνπολυαναμενόμενη ...ειλικρινή συγγνώμη κοτζάμ Πρωθυπουργού), πανούργοι (εφόσον εισήλθανδολίως στο κτίριο χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους σεκιουριτάδες που είχαν προσληφθεί γιατον σκοπό αυτό), αντικοινωνικοί (εφόσον αδιαφόρησαν για τα χρήματα που δαπάνησε ο ελληνικόςλαός για να προσλάβει τους ως άνω σεκιουριτάδες), βίαιοι (εφόσον εισέβαλλαν στον ιερόεργασιακό χώρο τόσων και τόσων αξιοκρατικά επιλεγμένων υπαλλήλων αποσπώντας τις κάμερες,τρομάζοντας την πτωχή τηλεπαρουσιάστρια, «απωθώντας» τον ίδιο –κοτζάμ Πρόεδρο- και περιορίζοντάς τον επί ολόκληρο πεντάλεπτο -!- στο γραφείο του...), ανώνυμοι (εφόσον δεν υπέγραφαν την πράξη τους ) και άρτια εκπαιδευμένοι στην χρήση καμερών (να υποθέσουμε σεκάποιο στρατόπεδο στο Αφγανιστάν;...). Οι προθέσεις του κ. Προέδρου όταν αποδυόταν σε αυτό τοάνευ προηγουμένου παραλήρημα ήταν νομίζουμε πεντακάθαρες: ο «μέσος τηλεθεατής», ο οποίοςβομβαρδιζόταν επί ημέρες από αναφορές σε ακραίους βάνδαλους κουκουλοφόρους καταστροφείς,που συνέχιζαν να αναστατώνουν την Αθήνα, είχε την ευκαιρία να δει στις οθόνες του ακάλυπτα νεαρά πρόσωπα να ξεδιπλώνουν ειρηνικά και αποφασιστικά το πανό τους με το λιτό του μήνυμα. Έπρεπε λοιπόν τώρα να πειστεί εκ νέου ότι αυτό που είδε μπροστά στα μάτια του ήταν στηνπραγματικότητα κάποιοι «μεταμφιεσμένοι κουκουλοφόροι», το ίδιο «βίαιοι, βρόμικοι και κακοί» μετους άλλους, τα ίδια αντικοινωνικά τέρατα στα οποία η μικροαστική –και ίσως περισσότερο ημεγαλοαστική- φαντασία απέδιδε –βοηθούσης της τηλεόρασης- τα γεγονότα αυτού του Δεκέμβρη.Μήπως δεν είναι τα ίδια αντικοινωνικά τέρατα που κάνουν την εμφάνισή τους και στην καταγγελίατων τριών διακεκριμένων «τεχνανθρώπων», και μήπως η αφορμή για το κείμενό τους με τίτλο«επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης», δεν ήταν αντίστοιχη με εκείνη που οδήγησε τον κ.Πρόεδρο σε αυτά τα απίθανα καμώματα;Κανονικά βέβαια θα έπρεπε, πριν μπει κανείς στον κόπο να απαντήσει, να ρωτήσει τουςελλογιμότατους συγγραφείς μας, πόθεν ο τίτλος της καταγγελίας τους, διότι όσο κι αν ψάξαμε στοκείμενό τους δεν βρήκαμε κάτι που να εξηγεί γιατί η εισβολή των ακτιβιστών στα θέατρασυνιστούσε «επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης». «Ποίος εμπόδισε την έκφραση ποίου»τελικά;... Υποψιαζόμαστε ότι πολύ δύσκολα θα βρουν κάποιον, έστω και έναν, που η ελευθερία τηςέκφρασής του να επλήγη συγκεκριμένα από την εισβολή περισσότερο από όσο ...τρόμαξε ητηλεπαρουσιάστρια της ΕΡΤ από την αντίστοιχη οδυνηρή εμπειρία της. Προφανώς είδαν τους
 
εισβολείς σαν ένα είδος «ακτιβιστές-λογοκριτές», αν και πουθενά δεν ακούσαμε ότι κάποιοι διέκοψαν παραστάσεις επειδή δεν τους άρεσαν... Το μόνο ίσως «δικαίωμα» που προκύπτει ότι παραβιάστηκε ήταν το δικαίωμα απρόσκοπτης παρακολούθησης θεατρικής παράστασης», το οποίοόσο σεβαστό κι αν είναι, εξ όσων γνωρίζουμε δεν έχει συμπεριληφθεί εισέτι σε καμία χάρταθεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως συμβαίνει με την ελευθερία της έκφρασης. Οπότε και εμείς έχουμετο δικαίωμα να ερμηνεύσουμε για ακόμη μια φορά τον τίτλο της καταγγελίας τους και τηγενικότερη ιερή αγανάκτηση που κατέλαβε τους τρεις πνευματικούς ανθρώπους σαν σύμπτωμα τηςίδιας λύσσας που κατέλαβε τον αξιότιμο κ. Παναγόπουλο, και την οποία περιγράψαμε παραπάνω...Είναι αλήθεια βέβαια ότι, τόσο στη λύσσα του κ. Επιτυχημένου Προέδρου της Eurovision όσοκαι σε εκείνη των τριών συγγραφέων, δεν μπορεί κανείς παρά να αναγνωρίσει κι ένα είδος«πνευματικού θάρρους». Ο μεν κ. πρόεδρος της ΕΡΤ δεν ακολούθησε την πεπατημένη τόσων και τόσων κρατικών λειτουργών που σε ανάλογες περιπτώσεις επιδεικνύουν τη γνωστή σε όλους μαςδυσκοίλια «κατανόηση», ή και γελοία πλειοδοσία έναντι των κάθε λογής διαμαρτυρομένων, αλλά – ίσως και λόγω της τραγικής γι’ αυτόν σύμπτωσης της ακτιβιστικής ενέργειας με την ομιλία τουπρωθυπουργού- θεώρησε χρέος του να ορθώσει το ανάστημά του ως κρατικός λειτουργός και ναπροβεί στις ...συνταρακτικές καταγγελίες εναντίον των καταληψιών που όλοι απολαύσαμε. Όσο γιατην τριάδα των συγγραφέων, δεν ακολούθησε την πεπατημένη τόσων και τόσων εύκολωνδηλώσεων υποστήριξης ή έστω «κατανόησης» απέναντι στο «κίνημα της νεολαίας» αλλάαντιθέτως πήγε «κόντρα στο ρεύμα» γενικότερα (και είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι τοκείμενο των τριών ξεχειλίζει από υπερηφάνεια γι’ αυτό) κατακεραυνώνοντας την «κοινοτυπία τωνκούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας» που τόσοι και τόσοι «ενοχικοί μεσήλικες»εκθειάζουν. Οι τρεις συγγραφείς δεν έμειναν όμως εκεί, βρήκαν επίσης και το ακόμα μεγαλύτερο«θάρρος» να εγκαλέσουν κιόλας όσους επέδειξαν δημόσια, είτε συμπάθεια, είτε ελλιπήαντανακλαστικά απέναντι στους εισβολείς των θεάτρων, με τον ακόλουθο ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικό τρόπο:«Και, σε κάθε περίπτωση, καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ήπερισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικούμας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους,καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της».Δικαιούται βέβαια κανείς να αναρωτηθεί, πόσο ακριβώς θάρρος χρειάζεται τελικά για νατηρήσει κανείς τη συνεπή ρεπουμπλικάνικη στάση του κ. Προέδρου και των τριών συγγραφέων,και πόσο «πνεύμα» υπάρχει τελικά στο «θάρρος» να εκφράζει κάποιος την καθεστωτική άποψη...Εκείνο όμως που οφείλει κανείς, πέραν πάσης αμφιβολίας, να τους αναγνωρίσει είναι ότι πράγματι,δεν είναι «αχάριστοι σαν κάτι άλλους», κι ότι εκτελούν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο χέρι που τους ταΐζει. Όθεν και τα γαβγίσματα... *** Δεν είναι ασφαλώς παράξενο που, μετά τα κακέκτυπα του Σαρτρ, εμφανίζονται και τακακέκτυπα του Μαλρώ, άλλωστε εδώ και πολλά χρόνια στις τάξεις της διανόησης έχουν μειωθεί σημαντικά εκείνοι που εμπνέονται από την εικόνα του Σαρτρ να μιλά πάνω στο βαρέλι του στουςεξεγερμένους εργάτες κι έχουν αυξηθεί εκείνοι που ονειρεύονται να παίξουν τον ρόλο τουπνευματικού φύλακα του αστικού ρεπουμπλικανικού πολιτισμού. Όμως οι γραμμές αυτές δεν θαγράφονταν αν το μόνο ζήτημα ήταν η γελοιοποίηση του γελοίου. Σκοπός τους είναι νααντιμετωπιστεί κυρίως το σημείο εκείνο της καταγγελίας των τριών που έχει και τις περισσότερες
 
πιθανότητες να συγκινήσει κάποιους γνήσια σκεπτόμενους ανθρώπους, και είναι ταυτόχρονα τοπλέον κουτοπόνηρο. Μιλάμε για την επίκληση του συνθήματος «σκατά στους κουλτουριάρηδες»που όπως μας ενημερώνουν οι συγγραφείς –προφανώς για να ενισχύσουν τη φρίκη τωναναγνωστών τους- «γράφτηκε με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγέ του Εθνικού». Μετά δε,από μια σύντομη ψηλάφησή του διέγνωσαν και τη «ναζιστική υφή» του εν λόγω συνθήματος, όμωςας μην περάσει απαρατήρητη από τον αναγνώστη η συνύπαρξη επί ίσοις όροις μιας τόσο σοβαρήςκαταγγελίας, με την καταγγελία της ρύπανσης του φουαγιέ... γιατί ίσως έχει πολλά να μας πει.Πέρα από τους όποιους συνειρμούς δημιουργούνται ανάμεσα σε αυτό το σύνθημα και στομίσος των ναζί και των όπου γης φασιστών για την τέχνη, τη διανόηση και την κουλτούρα και δηγια ορισμένες πρωτοποριακές μορφές της, πολλοί εύλογα θα ανατριχιάζουν με το σύνθημα αυτό και για έναν άλλο λόγο. Ζώντας σε μια χώρα όπου πολλοί δημιουργοί στους οποίους οφείλουμε τακαλύτερα και πιο ζωντανά κομμάτια της πνευματικής και καλλιτεχνικής μας παραγωγής έχουνλοιδορηθεί κι έχουν δεχτεί κατ’ επανάληψη χυδαίες επιθέσεις από κρατικούς φορείς, από υπουργούς, από τον Τύπο, την τηλεόραση, από κομματικές γραφειοκρατίες με ανάλογουςχαρακτηρισμούς («κουλτουριαραίοι», «λαπάδες», «ελιτιστές» και τα συναφή) είναι επίσης εύλογο να υπάρχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι σε τέτοιους χαρακτηρισμούς. Χώρια που εγείρεται τοζήτημα της χοντροκοπιάς, της κακογουστιάς και της γενίκευσης που εισάγουν τέτοια συνθήματα.Σύμφωνοι. Μας δίνουν όμως όλοι αυτοί οι «δυσάρεστοι συνειρμοί» το δικαίωμα να ερμηνεύουμε,έξω από χώρο, χρόνο και συνθήκες, χωρίς καμιά αντικειμενικότητα –κι εν τέλει χωρίς καμιάαπόπειρα πραγματικής ερμηνείας- το νόημα ενός τέτοιου προκλητικού συνθήματος, ή -ακόμηχειρότερα- να ανάγουμε αυτό το προκαθορισμένο νόημα σε νόημα όλων των ενεργειών που έγιναντο τελευταίο διάστημα στα θέατρα;Φυσικά και όχι. Πρώτα απ’ όλα όποιος εκλαμβάνει τη λέξη «κουλτουριάρης» σαν κάτι μονοσήμαντο το οποίο παραπέμπει αποκλειστικά στο φασιστικό μίσος για την κουλτούρα είναι  υποκριτής (αφού παραγνωρίζει το πλήθος των χρήσεών της στους κόλπους των ίδιων των«καλλιεργημένων» ανθρώπων) ή/και αγνοεί την κοινωνική κριτική που εμπεριέχεται σε αυτή τηλέξη, κριτική που δεν έχει να κάνει απαραίτητα με τον «ελιτισμό» ή τον «ερμητικό» χαρακτήραορισμένων μορφών τέχνης, αλλά με τη συμφιλίωση της υψηλής τέχνης συνολικά με τηνεμπορευματικό καταναλωτικό κόσμο της κουλτούρας, τον συμβιβασμό της με την ανώδυνηθεσούλα που της επιφυλάσσεται μέσα στη μαζική κουλτούρα. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερεςχυδαίες επιθέσεις και οι προκαταλήψεις απέναντι στην υψηλή τέχνη καλλιεργούνται συστηματικάαπό «τα πάνω» (δηλαδή από το πολιτικό σύστημα και τη μαζική κουλτούρα), η αστική ιδεολογίαπροσπαθεί να πείσει τον καλλιτέχνη και τον πνευματικό άνθρωπο ότι η απόρριψη προέρχεται από«τα κάτω», από ένα βορβορώδη και απαίδευτο λαό που προτιμά την ευκολία που του προσφέρει ημαζική κουλτούρα. Συχνά δε, η κυρίαρχη αυτή ιδεολογία οδηγεί τον καλλιτέχνη σε μια παράδοξηκοινωνική αυτοαναφορικότητα: και δεν μιλάμε για το «η τέχνη για την τέχνη» (που πολλές φορέςείναι ένα είδος φυσιολογικής και πολύ δημιουργικής άμυνας του καλλιτέχνη απέναντι στιςκαταπιεστικές κοινωνικές δεσμεύσεις που επιβάλλονται στο έργο του), αλλά για το «η κουλτούραγια τους καλλιεργημένους» που είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Έτσι πολλοί καλλιτέχνεςμετατρέπονται σε ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, σε «ανθρώπους της τέχνης» και εγκλωβίζονται ανάμεσα σε αυτοαναιρούμενες επιλογές: να απορρίψουν τη μάζα προκειμένου να απομακρυνθούναπό τα ενοχλητικά γούστα της περιοριζόμενοι στην ασφάλεια του μειοψηφικού τουςκαλλιεργημένου κοινού (ή άλλως target group με όρους αγοράς), ή να εξιδανικεύσουν αυτή τη μάζαεξασκώντας παράλληλα ένα είδος ιεραποστολής, διαδίδοντας την καθαγιασμένη πλέον τέχνη στουςαδαείς. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσφέρει και μια τρίτη -ιδιαιτέρωςαισιόδοξη και για πολλούς προσοδοφόρα- επιλογή: τον συνδυασμό του μαζικού/εμπορικού με το«ποιοτικό». Η αποθέωση της διαλεκτικής του καπιταλισμού, που ελάχιστη σχέση έχει φυσικά μετην κριτική αυτοκατανόηση του κοινωνικού ρόλου της κουλτούρας...Η τριάδα των συγγραφέων μας ενεργοποιεί ακριβώς κουτοπόνηρα αυτού του είδους τααντανακλαστικά της αστικής αντίληψης για την τέχνη, κάνοντας λόγο για την «πολιτιστικήεπανάσταση των απολίτιστων» που προέβησαν στη βέβηλη πράξη της διακοπής της μυσταγωγίας
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...