• Embed Doc
  • Readcast
  • Collections
  • CommentGo Back
Download
 
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣpierre clastres
 
Οι πρωτόγονες κοινωνίες είναι κοινωνίες χωρίς κράτος: αυτή η πραγματολογικήκρίση, σωστή καθεαυτή, υποκρύπτει στην πραγματικότητα μια γνώμη, μιααξιολογική κρίση, η οποία κλονίζει παρευθύς τη δυνατότητα να συσταθεί μιαπολιτική ανθρωπολογία ως αυστηρή επιστήμη. Αυτό που στην ουσία δηλώνεταιείναι ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες
στερούνται
κάτι -το κράτος- το οποίο, όπως καισε κάθε άλλη κοινωνία -τη δική μας, λόγου χάρη- τους είναι απαραίτητο.Επομένως, οι κοινωνίες αυτές είναι
 λειψές 
, δεν είναι εντελώς αληθινές κοινωνίες-δεν είναι εκπολιτισμένες- υπάρχουν βιώνοντας, οδυνηρά προφανώς, μια
έλλειψη
-την έλλειψη του Κράτους- την οποία πασχίζουν, μάταια πάντα, να καλύψουν.Περισσότερο ή λιγότερο συγκεχυμένα, αυτό ακριβώς λένε τα χρονικά τωνπεριηγητών ή οι εργασίες των ερευνητών: δεν μπορούμε να σκεφθούμε τηνκοινωνία χωρίς το κράτος, το κράτος είναι το πεπρωμένο κάθε κοινωνίας. Ηπροσέγγιση αυτή προδίδει μια προσκόλληση εθνοκεντρικού χαρακτήρα ασυνείδητητις περισσότερες φορές και γι' αυτό ιδιαίτερα αμετακίνητη. Το άμεσο, αυθόρμητοσημείο αναφοράς είναι, αν όχι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, πάντως αυτό πουμας είναι πιο οικείο. Πράγματι, καθένας μας φέρει μέσα του, εσωτερικευμένη σαντην πίστη του πιστού, τη βεβαιότητα ότι η κοινωνία υπάρχει για το κράτος. Πώςλοιπόν να συλλάβουμε την ίδια την ύπαρξη των πρωτόγονων κοινωνιών, όχι σανκάποιου είδους "αποπαίδια" της παγκόσμιας ιστορίας, σαν αναχρονιστικέςεπιβιώσεις ενός μακρινού σταδίου που οπουδήποτε αλλού έχει προ πολλούξεπεραστεί; Αναγνωρίζει κανείς εδώ το άλλο πρόσωπο του εθνοκεντρισμού, τησυμπληρωματική του πεποίθηση ότι η ιστορία είναι μονόδρομη, ότι όλες οικοινωνίες είναι καταδικασμένες να ενταχθούν σ' αυτή την ιστορία και ναδιατρέξουν τα στάδια εκείνα, που από την αγριότητα οδηγούν στον πολιτισμό."Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί υπήρξαν άγριοι", γράφει ο Raynal. Όμως η πιστοποίησημιας πρόδηλης εξέλιξης δεν μπορεί να θεμελιώσει ένα δόγμα το οποίο,προσδένοντας αυθαίρετα το καθεστώς του πολιτισμού στον πολιτισμό του κράτους,ορίζει το κράτος ως απαραίτητο πέρας κάθε κοινωνίας. Μπορούμε τότε νααναρωτηθούμε τι έχει καθηλώσει τους τελευταίους λαούς που εξακολουθούν ναείναι άγριοι.Πίσω από τις μοντέρνες διατυπώσεις, η παλιά εξελιξιαρχία παραμένει στηνπραγματικότητα άθικτη. Μολονότι πιο δυσδιάκριτη όταν κρύβεται μέσα στηγλώσσα της ανθρωπολογίας και όχι πια της φιλοσοφίας, τοποθετείται ωστόσο στοίδιο επίπεδο με κατηγορίες που αξιώνουν να είναι επιστημονικές. Αντιληφθήκαμεήδη ότι, σχεδόν πάντα, οι αρχαϊκές κοινωνίες προσδιορίζονται αρνητικά, σύμφωναμε ό,τι τους λείπει: κοινωνίες χωρίς κράτος, κοινωνίες χωρίς γραφή, κοινωνίεςχωρίς ιστορία. Της ίδιας τάξεως φαίνεται να είναι και ο χαρακτηρισμός τωνκοινωνιών στο οικονομικό πεδίο: κοινωνίες με οικονομία επιβίωσης. Αν εννοούμεμε αυτό ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες αγνοούν την οικονομία της αγοράς όπουρέουν τα πλεονάζοντα προϊόντα, στην ουσία δεν λέμε τίποτε, απλώςπεριοριζόμαστε να επισημάνουμε μία ακόμη έλλειψη, και πάντα αναφορικά με τονδικό μας κόσμο: αυτές οι κοινωνίες που είναι χωρίς κράτος, χωρίς γραφή, χωρίςιστορία είναι και χωρίς αγορά. Όμως -μπορεί να αντιτείνει η κοινή λογική- τιχρειάζεται η αγορά όταν δεν υπάρχει πλεόνασμα; Η έννοια της οικονομίας τηςεπιβίωσης κρύβει μέσα της τη σιωπηρή διαβεβαίωση ότι, εάν οι πρωτόγονεςςκοινωνίες δεν παράγουν πλεόνασμα, αυτό συμβαίνει επειδή είναι ανίκανες να τοπαράγουν, εξ ολοκλήρου απορροφημένες καθώς είναι στην παραγωγή τουελάχιστα απαραίτητου για την επιβίωσή τους, για τη συντήρησή τους. Παμπάλαιηεικόνα, και πάντοτε αποτελεσματική, της έσχατης ένδειας των αγρίων. Και για να
 
εξηγήσουν αυτή την ανικανότητα των πρωτόγονων κοινωνιών να αποσπασθούναπό τη στασιμότητα μιας ζωής από μέρα σε μέρα, απ' αυτή τη διαρκή αλλοτρίωσηστην αναζήτηση τροφής, επικαλούνται τον χαμηλό τεχνικό εξοπλισμό, τηντεχνολογική κατωτερότητα.Τι πραγματικά συμβαίνει; Αν με τον όρο τεχνική εννοούμε το σύνολο των μεθόδωντις οποίες μετέρχονται οι άνθρωποι, όχι για να εξασφαλίσουν την απόλυτηκυριαρχία πάνω στη φύση (αυτό ισχύει μόνο για τον δικό μας κόσμο και τοπαράλογο καρτεσιανό του πρόταγμα, που τις οικολογικές του συνέπειες τώραμόλις αρχίζουμε να τις μετράμε), αλλά για να εξασφαλίσουν μια κυριαρχία πάνωστο φυσικό περιβάλλον
προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους και ανάλογη με αυτές 
,τότε είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τεχνική κατωτερότητα τωνπρωτόγονων κοινωνιών, διότι αποδεικνύουν μια ικανότητα να καλύπτουν τιςανάγκες τους τολάχιστον ίση με εκείνη για την οποία υπερηφανεύεται ηβιομηχανική και τεχνοκρατική κοινωνία. Κάθε ανθρώπινη ομάδα δηλαδήκαταφέρνει κατ' ανάγκη να ασκεί τον ελάχιστο απαραίτητο έλεγχο πάνω στοπεριβάλλον που καταλαμβάνει. Μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε καμιά κοινωνία ηοποίια να εγκαταστάθηκε σε φυσικό περιβάλλον που της ήταν αδύνατο να ελέγξει,εκτός βέβαια αν της ασκήθηκε καταναγκασμός ή εξωτερική βία, οπότε είτε χάνεταιείτε αλλάζει τόπο. Αυτό που μας εκπλήσσει στους Εσκιμώους ή τους Αυστραλούςείναι ακριβώς ο πλούτος, η φαντασία και η λεπτότητα της τεχνικήςδραστηριότητας, η εφευρετικότητα και η αποτελεσματικότητα που μαρτυρούν ταεργαλεία αυτών των λαών. Αρκεί άλλωστε μια επίσκεψη στα εθνογραφικάμουσεία: η κατασκευαστική ακρίβεια των σκεύων της καθημερινής ζωήςμετατρέπει σχεδόν κάθε ταπεινό εργαλείο σε έργο τέχνης. Δεν υπάρχει λοιπόνιεραρχία στο τεχνικό πεδίο, δεν υπάρχει ανώτερη ή κατώτερη τεχνολογία, έναντεχνολογικό εξοπλισμό μπορούμε να τον εκτιμήσουμε μόνο ως προς την ικανότητάτου να καλύπτει, σε ένα δεδομένο περιβάλλον, τις ανάγκες της κοινωνίας. Και απόαυτή την άποψη, οι πρωτόγονες κοινωνίες κάθε άλλο παρά ανικανότητα φαίνεταινα έδειξαν στον εφοδιασμό τους με τα κατάλληλα μέσα για την πραγματοποίησητου εν λόγω σκοπού. Αυτή η δύναμη τεχνικής καινοτομίας που επιδεικνύουν οιπρωτόγονες κοινωνίες εκτυλίσσεται φυσικά μέσα στον κόσμο. Τίποτε δεν δίδεταιευθύς εξαρχής, υπάρχει πάντα το υπομονετικό έργο της παρατήρησης και τηςέρευνας, η μακρά διαδοχή δοκιμών και λαθών, αποτυχιών και επιτυχιών. Οιπροϊστοριολόγοι μας πληροφορούν πόσες χιλιετηρίδες χρειάστηκαν οι άνθρωποιτης Παλαιολιθικής Εποχής, για να αντικαταστήσουν τα χοντροκομμένα δίεδραεργαλεία του πρώτου καιρού με τις θαυμάσιες λεπίδες της Σολιτραίας.
[Περίοδος τηςΑνώτερης Παλαιολιθικής Εποχής. Χρονολογείται στα -18.000 έως -15.000 έτη (σ.τ.μ.)]
Από την άλληπάλι, παρατηρούμε ότι η ανακάλυψη της γεωργίας και η καλλιέργεια φυτώνσυνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα στην Αμερική και στον Αρχαίο Κόσμο. Και είμαστευποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι οι Ινδιάνοι της Αμερικής δεν υστερούνκαθόλου, το αντίθετο μάλιστα, στην τέχνη της επιλογής και διάκρισης πάμπολλωνποικιλιών χρήσιμων φυτών.Ας σταματήσουμε για μια στιγμή στο ολέθριο ενδιαφέρον που παρακίνησε τουςΙνδιάνους να θελήσουν μεταλλικά εργαλεία. Σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα τηςοικονομίας στις πρωτόγονες κοινωνίες, αλλά όχι με τον τρόπο που θα νόμιζεκανείς. Υποστηρίζεται ότι οι κοινωνίες αυτές ήταν καταδικασμένες στην οικονομίατης επιβίωσης, λόγω της τεχνολογικής τους κατωτερότητας. Όπως είδαμε, αυτό τοεπιχείρημα δεν έχει ούτε λογική ούτε πραγματική βάση.
 Δεν έχει λογική βάση
,διότι δεν υπάρχει αφηρημένη κλίμακα όπου να μετριούνται οι τεχνολογικές"εντάσεις" ο τεχνικός εξοπλισμός μιας κοινωνίας δεν μπορεί να συγκριθεί άμεσα μετον αντίστοιχο εξοπλισμό μιας διαφορετικής κοινωνίας και τίποτε δεν ωφελεί νααντιπαραβάλουμε το τουφέκι με το τόξο.
 Δεν έχει ούτε πραγματική βάση
, διότι ηαρχαιολογία, η εθνολογία, η βοτανική κ.λ.π. μας αποδεικνύουν ακριβώς τηναποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των άγριων τεχνολογιών. Επομένως, εάνοι πρωτόγονες κοινωνίες στηρίζονται σε μια οικονομία επιβίωσης, αυτό δεν
 
συμβαίνει ελλείψει τεχνικής επιδεξιότητας. Και εδώ ανακύπτει το αληθινόερώτημα: η οικονομία αυτών των κοινωνιών είναι πράγματι οικονομία επιβίωσης;Αν δίνει κανείς ένα νόημα στις λέξεις, αν με τον όρο οικονομία επιβίωσης δενπεριορίζεται να εννοεί οικονομία χωρίςς αγορά και χωρίς πλεόνασμα -πράγμα πουθα ήταν μια απλή κοινοτυπία, ή σκέτη πιστοποίηση της διαφοράς-, τότε στηνπραγματικότητα μας διαβεβαιώνει ότι ο συγκεκριμένος τύπος οικονομίας επιτρέπειστην κοινωνία που θεμελιώνει απλώς και μόνο να επιβιώνει, μας διαβεβαιώνει ότι ηκοινωνία αυτή κινητοποιεί διαρκώς το σύνολο των παραγωγικών της δυνάμεων,ώστε να παράσχει στα μέλη της το ελάχιστο απαραίτητο για την επιβίωση.Στην αντίληψη αυτή ενυπάρχει μια ακράδαντη προκατάληψη, η οποία περιέργωςσυνυπάρχει με την αντιφατική και εξίσου τρέχουσα ιδέα ότι ο άγριος είναιοκνηρός. Εάν στην κοινή γλώσσα εμείς [οι Γάλλοι] λέμε "δουλεύω σαν νέγρος",στη Νότιο Αμερική αντίθετα λένε "τεμπέλης σαν Ινδιάνος". Όμως ένα από τα δύομπορεί να συμβαίνει: είτε ο άνθρωπος των πρωτόγονων κοινωνιών, αμερικανικώνκαι άλλων, ζει σε οικονομία επιβίωσης και περνά τον περισσότερο χρόνο τηςημέρας του αναζητώντας τροφή είτε δεν ζει σε οικονομία επιβίωσης και άρα μπορείνα επιτρέψει στον εαυτό του παρατεταμένη σχολή, καπνίζοντας ξαπλωμένος στηναιώρα του. Αυτό ακριβώς εντυπωσίασε όλους ανεξαιρέτως τους πρώτουςΕυρωπαίους που παρατήρρησαν τους Ινδιάνους της Βραζιλίας. Μεγάλη ήταν ηαποδοκιμασία τους, όταν διαπίστωσαν ότι παλικάρια που έσφυζαν από υγείαπροτιμούσαν να στολίζονται σαν γυναίκες με ζωγραφιές και φτερά, αντί ναιδρώνουν δουλεύοντας στους κήπους τους. Επρόκειτο λοιπόν για ανθρώπους πουαγνοούσαν ηθελημένα πως πρέπει να κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα τουπροσώπου σου. Αυτό πήγαινε πολύ και δε γινόταν να κρατήσει: έστρωσανγρήγορα τους Ινδιάνους στη δουλειά κι αυτοί εξοντώθηκαν. Πράγματι, δύοαξιώματα φαίνεται να έχουν ποδηγετήσει την πορεία του δυτικού πολιτισμού, ήδηαπό τα πρώτα του βήματα: το πρώτο υποστηρίζει ότι η αληθινή κοινωνίααναπτύσσεται στην προστατευτική σκιά του κράτους, το δεύτερο διατυπώνει μιακατηγορηματική προσταγή: ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύει.Είναι γεγονός ότι οι Ινδιάνοι αφιέρωναν λίγο χρόνο σ' αυτό ποου αποκαλείταιεργασία. Και όμως, δεν πέθαιναν από την πείνα. Τα χρονικά της εποχής ομόφωναπεριγράφουν το ωραίο παρουσιαστικό των ενηλίκων, την καλή υγεία τωνπολυάριθμων παιδιών, την αφθονία και ποικιλία των πηγών διατροφής. Ηοικονομία της επιβίωσης επομένως, η οικονομία των ινδιάνικων φυλών, μεκανέναν τρόπο δεν συνεπαγόταν αγωνιώδη αναζήτηση της τροφής επί συνεχούςβάσεως. ¶ρα λοιπόν, μια οικονομία επιβίωσης είναι συμβατή με έναν σημαντικόπεριορισμό του χρόνου που αφιερώνεται στις παραγωγικές δραστηριότητες. Αςπάρουμε την περίπτωση των Νοτιοαμερικάνων γεωργών, των Τουπί-Γκουαρανίλόγου χάρη, που η οκνηρία τους εκνεύριζε τους Γάλλους και Πορτογάλλους. Ηοικονομική τους ζωή βασιζόταν κυρίως στη γεωργία και δευτερευόντως στοκυνήγι, την αλιεία και την τροφοσυλλογή. Χρησιμοποιούσαν τον ίδιο κήπο τέσσεραέως έξι χρόνια συνέχεια. Μετά τον εγκατέλειπαν, είτε επειδή το έδαφος είχεεξαντληθεί είτε επειδή, όπως ήταν και το πιθανότερο, ο χώρος είχε κατακλυσθείαπό παρασιτική βλάστηση που δύσκολα μπορούσε να εξαλειφθεί. Το βασικό μέροςτης δουλειάς το διεκπεραίωναν οι άνδρες, ξεχερσώνοντας με τον λίθινο πέλεκυ καιτη φωτιά την αναγκαία επιφάνεια. Το έργο αυτό επραγματοποιείτο στο τέλος τηςεποχής των βροχών και ενεργοποιούσε τους άνδρες για ένα-δύο μήνες. Όλασχεδόν τα υπόλοιπα στάδια της γεωργικής διαδικασίας -φύτεμα, σκάλισμα,συγκομιδή- τα αναλάμβαναν, σύμφωνα με τον καταμερισμό της εργασίας κατάφύλο, οι γυναίκες. Προκύπτει λοιπόν το εξής χαρούμενο συμπέρασμα: οι άνδρες,το μισό δηλαδή του πληθυσμού, δούλευαν περίπου δύο μήνες κάθε τέσσεραχρόνια! Όσο για τον υπόλοιπο καιρό, τον αφιέρωναν σε ασχολίες που βιώνονταιόχι σαν κόπος αλλά σαν ευχαρίστηση: κυνήγι και ψάρεμα, γιορτές και οινοποσίες,ικανοποίηση, τέλος, της παθιασμένης τους αγάπης για τον πόλεμο.
of 00

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...