Start Reading

Πόλυ Το Πολικό Αρκουδάκι

Ratings:
Length: 66 pages23 minutes

Summary

Μια φορά κι έναν καιρό, στον μακρινό και παγωμένο Βόρειο Πόλο, ζούσε μία οικογένεια πολικών αρκούδων. Ο πατέρας, η μητέρα, και τα δύο μικρά αρκουδάκια τους, ο Πόλυ και η Μόλυ.
Τα μικρά αρκουδάκια, ζούσαν ευτυχισμένα και προστατευμένα από τους γονείς τους, και οι μέρες τους περνούσαν με παιχνίδια και γέλια. Όταν ο πατέρας αρκούδος πήγαινε για ψάρεμα, έπαιρνε πάντα μαζί του και τον Πόλυ, για να μάθει κι αυτός πως να πιάνει ψάρια, που ήταν η μοναδική τροφή που μπορούσαν να βρουν στην παγωμένη ήπειρο.
Έτσι, όταν κι αυτός θα μεγάλωνε και θα έκανε τη δική του οικογένεια, θα ήξερε πως να της φέρει τροφή, όπως έφερνε κι εκείνος στη δική του. Η Μόλυ, έμενε με τη μητέρα αρκούδα στη φωλιά τους, που ήταν μία μεγάλη σπηλιά, κρυμμένη μέσα στους ατέλειωτους πάγους της Αρκτικής. Εκεί, περίμεναν τους άλλους μέχρι να γυρίσουν, και η μητέρα της μάθαινε διάφορα χρήσιμα πράγματα, όπως το πως να βρίσκει το δρόμο της χρησιμοποιώντας τα αστέρια ή το Βόρειο Σέλας, και διάφορα άλλα.

Πολλές φορές, πηγαίνανε και αυτές για ψάρεμα, αφού όλες οι αρκούδες, θηλυκές και αρσενικές, μπορούν και πρέπει να ξέρουν πως να βρίσκουν τροφή.
Ο Πόλυ ήταν πολύ έξυπνο αρκουδάκι, και μάθαινε γρήγορα όλα τα »κόλπα» που του δίδασκε ο πατέρας του.
Ήταν όμως και πολύ φιγουρατζής, και συνεχώς παινευόταν για τις ικανότητές του στη Μόλυ. Έτσι, όλο την προκαλούσε να παραβγούν στο ψάρεμα, αλλά σπάνια κατάφερνε να τον νικήσει αυτή.

Τα γέλια και η κοροϊδίες του αδερφού της, τα άκουγαν και οι γονείς τους, που είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τον χαρακτήρα του μικρού Πόλυ. Ειδικά η μητέρα του.
Έτσι, μια μέρα, πήρε το μικρό αρκουδάκι μαζί της μία βόλτα μέσα στους πάγους, βρίσκοντας την ευκαιρία να του μιλήσει για το θέμα αυτό, κι ότι δεν ήταν σωστή αυτή η συμπεριφορά του.«Η κάθε αρκούδα, έχει ξεχωριστά χαρίσματα και ταλέντα από τις άλλες», του είπε η μητέρα αρκούδα. ”Εσύ είσαι πολύ καλός στο ψάρεμα, και το βλέπουμε όλοι. Όμως, και η Μόλυ είναι καλή σε άλλα που εσύ δεν είσαι, όπως το να ακολουθεί τα αστέρια και να βρίσκει το δρόμο για το σπίτι μας. Γι” αυτό, δεν είναι σωστό να την κοροϊδεύεις για όσα αυτή δεν είναι τόσο καλή όσο εσύ, και να μάθεις να είσαι ταπεινό και καλό αρκουδάκι’’.
Αυτά του είπε η μητέρα του, και εκείνος, με σκυμμένο κεφάλι, ζήτησε συγνώμη για αυτή τη συμπεριφορά του, και της είπε πως θα σταματούσε να το κάνει αυτό. Έτσι είπε, όμως μέσα του δεν ένιωθε και πολύ μετανιωμένος, και από τότε, φρόντιζε όταν κορόιδευε τη Μόλυ, να μην τους βλέπουν οι γονείς τους. Μία συννεφιασμένη μέρα του πολικού χειμώνα, η οικογένεια ήταν μαζεμένη μέσα στη σπηλιά, για να προστατευτούν από την κακοκαιρία που οι γονείς καταλάβαιναν πως πλησίαζε. Ξαφνικά, το έδαφος άρχισε να τραντάζεται. Ένας δυνατός και οξύς θόρυβος ακούστηκε, όπως ακούγεται ο πάγος όταν σπάζει. Ο πατέρας άρχισε να ανησυχεί, αλλά, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα μικρά του, είπε:
«Μη φοβάστε παιδιά. Μάλλον είναι βροντές αυτός ο θόρυβος που ακούγεται, γιατί θα έρχεται καταιγίδα». Όμως μέσα του, ήξερε πως δεν ήταν κάτι τέτοιο. Υποψιαζόταν κάτι, που θυμόταν ότι είχε συμβεί όταν ήταν αυτός μικρό αρκουδάκι, τότε που έχασε τον δικό του πατέρα.
»Καθίστε για λίγο μέσα στη σπηλιά, κι εγώ με τη μητέρα σας θα βγούμε έξω να δούμε τι συμβαίνει», είπε ο αρκούδος στα μικρά αρκουδάκια.
»Προσέξτε όμως, να μη βγείτε κι εσείς για κανένα λόγο έξω μόνα σας. Να μείνετε μέσα και να μας περιμένετε, όσο κι αν αργήσουμε».
»Ναι μπαμπά», απάντησαν τα δύο μικρά...

Read on the Scribd mobile app

Download the free Scribd mobile app to read anytime, anywhere.