Find your next favorite book

Become a member today and read free for 30 days
Η Νεκρή Συγγραφέας

Η Νεκρή Συγγραφέας

Read preview

Η Νεκρή Συγγραφέας

Length:
238 pages
3 hours
Publisher:
Released:
Apr 10, 2021
ISBN:
9781071526521
Format:
Book

Description

Η Άννα είναι μια συγγραφέας μέσης ηλικίας που μεγάλωσε την κόρη της μόνη της. Στο σήμερα, η Μπέρτα έχει μεγαλώσει και η επιθυμία που είχε να γνωρίσει τον πατέρα της, τον οποίο έχει δει μόνο σε φωτογραφία, φουντώνει όταν η σχέση με το αγόρι της περνάει κρίση. Ο Χανς δουλεύει σε ένα εργοστάσιο και έχει μια αδερφή, την Κλάρα, μια έφηβη την οποία δεν καταλαβαίνει κανείς και η οποία έχει εμμονή με έναν τύπο που οδηγεί μια κίτρινη μηχανή. Αλλά είναι, κυρίως, η ιστορία της Άννα Φλίντερ, που όταν επιλέγει να γράψει ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, η έμπνευση την επισκέπτεται παίρνοντας τη μορφή του άντρα που πριν χρόνια εγκατέλειψε.

«Είναι ένα έργο που απευθύνεται σε όσους αρέσει να διαβάζουν και αφήνονται να απορροφηθούν από την ανάγνωση» -κριτική από την εφημερίδα La Mañana.

Publisher:
Released:
Apr 10, 2021
ISBN:
9781071526521
Format:
Book

About the author

Núria Añó (Lleida, 1973) is a Catalan/Spanish writer, a translator and a regular speaker at conferences and symposia, where she gives papers on literary creation, films, cities or authors like Elfriede Jelinek, Patricia Highsmith, Salka Viertel, Karen Blixen, Alexandre Dumas or Franz Werfel at University of Lleida (UdL), Tunis University, University of Jaén (UJA), International University of Andalucía (UNIA), Spanish National Research Council (CSIC-Madrid), Sysmän Kirjasto Library in Finland, Shanghai Writers' Association (SWA), Fudan University in China, East China Normal University, Sinan Mansion, Instituto Cervantes in Shanghai, Conrad Festival in Poland, Massolit Books, Baza or Instituto Cervantes in Krakow, also in libraries, secondary schools or in higher education. She also acts as a juror for international competitions.Her first story was published in 1990. Other short stories and essays were published in anthologies such as Dones i literatura a Lleida (1997); VIII Concurs de Narrativa Literària Mercè Rodoreda (1997); Estrenes (2005); Escata de drac (2012); Des lettres et des femmes... La femme face aux défis de l'histoire (2013); Fábula (2013); Grief (2014); Resonancias (2014); Les romancières sentimentales: nouvelles approches, nouvelles perspectives (2014); Letralia, Year XXI (2016); Cien años del Genocidio Armenio: Un siglo de silencio (2016); Revista Narrativas, no. 43 (2016); L'art de l'adaptation: féminité et roman populaire (University of Lleida, 2016); April Issue, Nebula (2017); Cine y Literatura. 21 años de Letralia (2017); The Mother Tongue in a Foreign Land (Shanghai Writers' Association, 2017); Domuzime, no. 4 (2017); Revista Literaria Visor, no. 12 (2018); Exilios y otros desarraigos (Editorial Letralia, 2018); China Life magazine, no. 151 (2018); Shanghai Get-Together (2018); Mémoires et écrits de femmes: La création féminine revisitée (2019) and in Agapè. De l'amour dans le patrimoine littéraire (2019) and in Diccionari literari (2019).Her novel" Els nens de l'Elisa" was third among the finalists for the 24th Ramon Llull Prize for Catalan Literature and was published in 2006. "L'escriptora morta" [The Dead Writer, 2020], in 2008; "Núvols baixos" [Lowering Clouds, 2020], in 2009, and "La mirada del fill", in 2012. Her most recent work "El salón de los artistas exiliados en California" [The Salon of Exiled Artists in California, 2020] is a biography of screenwriter Salka Viertel, a Jewish salonnière and well-known in Hollywood in the thirties as a specialist on Greta Garbo scripts.Some of her novels, short stories and articles are translated into Spanish, French, English, Italian, German, Polish, Chinese, Latvian, Portuguese, Dutch and Greek.Her writing focus on the characters' psychology, generally antiheroes. The characters are the most important in her books, much more than the topic, due to "an introspection, a reflection, not sentimental, but feminine". Her novels cover a multitude of topics, treat actual and socially relevant problems such as injustices or poor communication between people and frequently, the core of her stories remains unexplained. Añó asks the reader to discover the "deeper meaning" and to become involved in the events presented.Literary Prizes/ Awards:2020. Awarded at International Writing Program in China.2019. Awarded at International Writer's and Translators' House in Latvia.2018. Fourth prize of the 5th Shanghai Get-together Writing Contest.2018. Selected for a literary residence in Krakow UNESCO City of Literature, Poland.2017. Awarded at the International Writers' and Translators' Center of Rhodes in Greece.2017. Awarded at the Baltic Centre for Writers and Translators in Sweden.2016. Awarded at the Shanghai Writing Program, hosted by the Shanghai Writer's Association.2016. Awarded by the Culture Association Nuoren Voiman Liitto to be a resident at Villa Sarkia in Finland.2004. Third among the finalists for the 24th Ramon Llull Prize for Catalan Literature.1997. Finalist for the 8th Mercè Rodoreda Prize for Catalan Short Stories.1996. Awarded the 18th City of Almenara Joan Fuster Prize for Fiction.

Book Preview

Η Νεκρή Συγγραφέας - Núria Añó

Η Νεκρή Συγγραφέας

Núria Añó

Μετάφραση: Sofia Maria Mouzakiti

Η Νεκρή Συγγραφέας

Συγγραφέας: Núria Añó

Copyright © 2019 Núria Añó

Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά ως L’escriptora morta © 2008

www.nuriaanyo.com

Με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Διανέμεται από την Babelcube, Inc.

www.babelcube.com

Μετάφραση: Sofia Maria Mouzakiti

Σχεδιασμός εξώφυλλου: © 2019 Núria Añó. Φωτογραφία Yerson Retamal και Gordon Johnson

Τα «Babelcube Books» και «Babelcube» είναι εμπορικά σήματα και ανήκουν στην Babelcube Inc.

Περιεχόμενα

Title page

Copyright

Η Νεκρή Συγγραφέας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Άλλα βιβλία της συγγραφέως

Το σαλόνι των εξόριστων καλλιτεχνών στην Καλιφόρνια

Το βλέμμα του γιου

Σχετικά με τον μεταφραστή

Η Νεκρή Συγγραφέας

Núria Añó

ΟΧανς βγαίνει από το σπίτι στις τέσσερις και μισή. Φοράει ένα από τα πιο καινούρια τζιν που βρήκε στη ντουλάπα του και μια δερμάτινη ζακέτα που ακόμα του κουμπώνει. Με το κεφάλι πιο σκυφτό απ' όσο θα 'πρεπε και τα χέρια στις τσέπες ο νέος πλησιάζει στο συγκρότημα κατοικιών. Η σιλουέτα του διαγράφεται μέσα από ένα από τα παράθυρα. Η Άννα σηκώνεται στη στιγμή και κατευθύνεται προς την είσοδο. Ο Χανς ούτε που προλαβαίνει να χτυπήσει το κουδούνι· η γυναίκα ήταν πιο γρήγορη. Τώρα τον παροτρύνει να καθίσει στην πιο άνετη πολυθρόνα και σιγουρεύεται πως θα περάσει το χρόνο του ευχάριστα. Του αναφέρει ότι η Μπέρτα στεγνώνει τα μαλλιά της. Το λέει αυτό ενώ του σερβίρει ένα ποτήρι από εκείνο το λικέρ που, προσεκτικά, αγοράζει για αυτόν τον νέο. Στο κάτω κάτω σύντομα θα είναι πεθερά και γαμπρός, αν και ο Χανς δεν έχει καταλήξει στην απόφαση του. Θα ήθελε να κάνει αυτό το βήμα, έχοντας τουλάχιστον δικό του όχημα, όμως τα πάντα είναι πιο ακριβά απ' όσο νόμιζε. Ούτε η Μπέρτα έχει καταλήξει στην απόφασή της. Φούστα μακριά ή κοντή. Με μάλλινο πουλόβερ ή μπλούζα. Η πεθερά, η γυναίκα αυτή μοιάζει στη Μπέρτα, μόνο με είκοσι έξι χρόνια παραπάνω, και είναι καλοσυνάτη με τον Χανς. «Ευχαριστώ, Άννα», λέει εκείνος. Μία από αυτές τις λέξεις που τον κάνουν να φαίνεται ευγενής και μοναδικός. Αλλά όχι απαραίτητος. Η Μπέρτα θα μπορούσε να βγει με άλλον. Τότε θα έπαυαν οι περιποιήσεις, το λικέρ, οι καλοί τρόποι και όλο το σκηνικό που συνήθως τον αναμένει. Μία ατελείωτη αναμονή που αποδέχεται ως ένα ακόμη μέρος αυτού που το λένε αγάπη. Από την άλλη αν κάποιος ήξερε τί έχει πια αυτή η Μπέρτα, τότε θα κατανοούσε γιατί ο Χανς ακολουθεί αυτή τη διαδρομή ξανά και ξανά. Ίσως δε γνωρίζει άλλη, καλύτερη διαδρομή και γι' αυτό επιστρέφει εδώ αντί να πάει κάπου αλλού. Εδώ του φέρονται καλά. Του φέρονται σα να ήταν στο σπίτι του. Πράγμα που δε σημαίνει ότι του φέρονται τόσο καλά στο σπίτι του. Η Άννα φέρνει ένα δίσκο και του προσφέρει μπισκότα. Και από τις τόσες λεπτομέρειες που φροντίζει για αυτόν τον νέο θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι η ίδια αυτή γυναίκα θα μπορούσε να καταλήξει με τον Χανς. Κυρίως εξαιτίας στιγμών όπως αυτή που ακολουθεί, όταν εκείνη τον κοιτά επίμονα κάτω από μια στρώση αϊλάινερ. Μια κατάσταση που θα μπορούσε και να παιχτεί εάν, αντί για ένα χωριό σαν και τούτο, ζούσαν ανώνυμα στην πόλη.

Κατά πως φαίνεται τα πάντα εδώ είναι περιφραγμένα από βουνά, αγροκτήματα και το κουτσομπολιό που κάνει τη γύρα του από γειτονιά σε γειτονιά. Τοπική εορτή το Μάιο. Παζάρι, τη Δευτέρα. Αν και το να βολτάρουν με εσπαντρίγιες και το καλάθι παραμάσχαλα το κάνουν κάθε πρωί. Μερικές φορές δεν αγοράζουν τίποτα. Ανακατεύουν τα ρούχα κάποιου πάγκου σα να ψάχνουν κάτι που δεν κατορθώνουν να βρουν. Και όλα μοιάζουν πιο ακριβά απ' όσο οι ίδιες θα πλήρωναν για ένα κομμάτι ρούχων σαν και αυτά. Αφού αργότερα όλο και κάποιο ψεγάδι εμφανίζεται, κάποιο κατασκευαστικό ελάττωμα το οποίο δείχνουν στον πωλητή αναφωνώντας, και το οποίο μειώνει την αξία του κομματιού. Ακόμα και έτσι, πάντα υπάρχει κάποιος που αγοράζει χωρίς να γκρινιάξει. Καστανά σπαστά μαλλιά, χέρια συγγραφέως ή κάποιου επαγγέλματος που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την ύπαιθρο. Και που πληρώνει με χαρτονομίσματα από τα μεγάλα. Κόσμος που φτάνει από διάφορα μέρη και κρύβεται σε κάποιο από αυτά τα άδεια σπίτια που υπάρχουν για να διαλέξεις. Ένα πρόκειται να ανακαινιστεί. Άλλο έπρεπε να ανοικοδομηθεί. Ίσως η κυρία όπως αποκαλείται θα προτιμούσε να επισκεφθεί τη βίλα, στις μονοκατοικίες. Ο περίγυρος είναι ιδανικός. «Κυρία Άννα Φλίντερ, εδώ είχαμε την τιμή να φιλοξενήσουμε έναν ποιητή που μιλούσε για τα τοπία μας και για αυτά τα βουνά σα να ήταν μια προέκταση γης που ενώνει τους συντοπίτες μας με το Θεό. Έλεγε ότι οι άνθρωποι του τόπου μας όταν πεθαίνουν, κάνουν την πιο σύντομη και ταυτόχρονα την πιο διθυραμβική διαδρομή ολόκληρης της ζωής τους. Δυστυχώς το έργο του δεν ήταν πολύ εκτενές». Ακούγεται το θρόισμα των ξερών φύλλων, μια μεγάλη ποσότητα φύλλων που ο πωλητής και η Άννα πατούσαν εδώ και ώρα κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής. «Και εδώ, όπως μπορείτε να δείτε, βρίσκεται ένα από τα πιο μοντέρνα συγκροτήματα κτιρίων που διαθέτει το γραφείο μας. Φινιρίσματα πρώτης ποιότητας. Προσοχή στο σκαλοπάτι. Εδώ βρίσκεται η σαλονοτραπεζαρία. Δύο μεσαίου μεγέθους κρεβατοκάμαρες. Ένα μπάνιο με ντουζιέρα και πόρτες βελανιδιάς. Πως σας φαίνεται; Τα παράθυρα είναι από ανοξείδωτο ατσάλι και διπλά τζάμια. Ηχομονωτικοί τοίχοι. Στις μέρες μας γίνονται εργασίες με υλικά άριστης ποιότητας. Προσωπικά, σας βλέπω να γράφετε σε αυτή τη μεριά του παραθύρου από όπου φαίνεται η δύση του ήλιου πίσω από τα βουνά. Ή εδώ, σε αυτή τη χαριτωμένη κάμαρα, από όπου θα μπορείτε να βλέπετε το δρόμο και τους γείτονες σας. Τι λέτε; Και το καλύτερο απ' όλα, μια ευρύχωρη κρεβατοκάμαρα όπου εσείς και ο σύζυγός σας, εμ, καταλαβαίνετε».

Η Άννα βιαζόταν, βιαζόταν πολύ. Κάτι το οποίο δεν είχε κληρονομήσει η Μπέρτα. Ίσως η κόρη είναι πιο αναποφάσιστη· χαρακτηριστικό της μεριάς του πατέρα της. Που να ξέρει και η Άννα. Ίσα που τον γνώρισε. Και ούτε τον Χανς έχει γνωρίσει καλά. Ξέρει ότι του αρέσει το κυνήγι, ότι του αρέσει η Μπέρτα, το λικέρ φουντουκιού και τα μπισκότα που αγοράζει η Άννα. Παρόλα αυτά, όταν ο νέος βρίσκεται στο σπίτι, συνήθως μιλάει λίγο. Η Άννα ανοίγει την τηλεόραση και μετά από λίγο αναφωνεί: «Δες πως τρέχει αυτή η λεοπάρδαλη!». Ο Χανς απαντάει: «Οι λεοπαρδάλεις είναι οι πιο γρήγορες».

Να, πλησιάζει η Μπέρτα, διασχίζει το σαλόνι και όπως οι μέλισσες πάνε στη γύρη, πηγαίνει και κάθεται στα γόνατα του Χανς. Φιλί υποδοχής και τσεκάρει τη μπλούζα του, που είναι η ίδια με την προηγούμενη εβδομάδα. Εν τέλει, δεν έχει σημασία. Αφού τώρα τον αγκαλιάζει και δεν το σκέφτεται αυτό, αλλά το από δω και στο εξής. Ξαφνικά, ο Χανς τεντώνει το ένα του χέρι προς το τραπέζι και αμέσως η Άννα του δίνει το τηλεκοντρόλ. «Όχι, όχι δεν ήταν αυτό». Οπότε η Άννα φέρνει κοντά του το ποτήρι, «Όχι, ούτε αυτό, άλλο». Διότι το μόνο που επιθυμεί ο Χανς είναι να πιάσει το πορτοφόλι του και να δείξει αυτά τα δύο εισιτήρια για το σινεμά. Με τη σειρά της η Μπέρτα σηκώνεται και πάει να πάρει το παλτό της. Ο Χανς κατεβάζει την τελευταία γουλιά λικέρ και κουμπώνει τη ζακέτα.

Ο ταξιθέτης ανοίγει την κουρτίνα και καθοδηγεί και τους δύο με ένα φακό. Και έτσι βρίσκονται μπροστά σε μία από αυτές τις ταινίες, στις οποίες πάντα φτάνουν κάπως καθυστερημένοι· είναι κάτι που συμβαίνει όταν ζει κανείς εδώ χωρίς να έχει αυτοκίνητο. Επίσης, αυτή η ταινία δεν είναι από τις κλασικές που συνήθως αρέσουν στη Μπέρτα, ήδη έχει αρχίσει να καλύπτει το ένα της μάτι και να κοιτά προς τα αριστερά της. Ρωτάει πολύ χαμηλόφωνα τον Χανς όμως αμέσως εκείνος τινάζεται στο κάθισμα. Όντως, η Μπέρτα πλέον μπορεί να ξανακοιτάξει την οθόνη.

Μια ταινία τρόμου. Καμία σχέση με την Κλάρα, που υπομένει ένα μαρτύριο το οποίο η ίδια επιβάλλει στον εαυτό της. Φλέβες, πόσο ανατριχιαστικές όταν τις βλέπεις κάτω από το φως της λάμπας. Γαλαζοπράσινα αιμοφόρα αγγεία καλυμμένα από λεπτό δέρμα. Τόσο λεπτό που θα ήταν εύκολο να ανοιχτεί με μια μικρή δραστική τομή. Παρ' όλα αυτά, η Κλάρα δε βιάζεται πια όσο πριν από μερικά λεπτά, όταν έπιανε το ψαλίδι από την κοφτερή του πλευρά και ήταν έτοιμη να το κάνει. Ίσως έπρεπε να αναβιώσει τη στιγμή που έπαιρνε τηλέφωνο τον αγαπημένο της Πωλ, αυτό το όνομα για το οποίο μέρα νύχτα λιώνει, και όπως φαίνεται εκείνος διατυπώνει μονάχα δύο ερωτήσεις: «Κλάρα; Ποιά Κλάρα;».

Κάτι τέτοια τσαντίζουν τη δεκαπεντάχρονη νέα, αν και το χέρι με το οποίο πιάνει το ψαλίδι δεν είναι και πολύ σταθερό. Της λείπουν ακόμα πρακτική και πείσμα. Επίσης, θα μπορούσε να το κάνει υπερβολικά καλά και να πεθάνει στην προσπάθεια. Πωλ, Πωλ, Πωλ, Πωλ, Πωλ. Μόνο που αν αυτός δε την θυμάται, τότε ποιός ο λόγος; Έτσι το βλέπει. Αφού όπως και να το δει, συνεχίζει βάφοντας τα μάτια της, πλένοντας τα δόντια της, βάζοντας αποσμητικό, αλλάζοντας μπλούζα και ξαναπερνά από το μοναδικό σημείο στο σπίτι που φιλοξενεί μια κάποια οικεία ατμόσφαιρα, και όπου το φως του ήλιου τρυπώνει και φέγγει τις κοντινές στο παράθυρο γωνίες. Αυτή η φωτεινότητα αργοσβήνει με το λυκόφως, ενώ η Άννα, κάπως μακριά από το κέντρο, γεμίζει ένα δοχείο και ποτίζει τα λουλούδια.

Η Μπέρτα και ο Χάνς μόλις μπήκαν στη μοναδική ντισκοτέκ της περιοχής. Αν στο σινεμά ίσα που μπορούσαν να μιλήσουν, τώρα και να ήθελαν δε πρόκειται να συνεννοηθούν. Εκείνη λέει: «Κάτι με κόκα κόλα». Και ο Χανς λέει στο σερβιτόρο: «Όχι, όχι, σου είπα με κόκα κόλα». Λίγο αργότερα, της δίνει το ποτό και τη ρωτά: «Τι κάνουμε, Μπέρτα;» Και εκείνη υπό το φως ενός κόκκινου προβολέα απαντάει: «Αφού το λες εσύ!». Πλησιάζουν κάτι φίλοι. Ακολουθεί μια σειρά από χαιρετισμούς, φιλιά, αγκαλιές, έπειτα τα αγόρια κάνουν χειραψίες και κάθονται στο μπαρ. Εκεί μιλάνε για λίγο από όλα, αν και το θέμα του κυνηγιού κερδίζει το περισσότερο ενδιαφέρον. Κυρίως από την 1η Οκτωβρίου ως τις 15 Δεκεμβρίου. Στα κορίτσια έρχεται όρεξη για χορό. Η Μπέρτα τις ακολουθεί. Όπως χορεύουν ο οποιοσδήποτε θα έλεγε ότι ψάχνονται. Ύστερα πάνε με τη σειρά στο μπάνιο. Η μία βγάζει το κραγιόν, ξεκινά να φρεσκάρεται και τότε, ενώ κοιτάζεται από τα πλάγια, ρωτά τις άλλες δύο αν διαγράφεται το σουτιέν της. Άλλη κοιτάζεται από τη μια μεριά, μετά από την άλλη και σύντομα ανακαλύπτει ότι έχει φύγει πόντος στο καλσόν της. Αργά η γρήγορα και η Μπέρτα παρατηρεί τον εαυτό της στον καθρέφτη, στην αρχή χωρίς να έχει την εντύπωση ότι η εικόνα αυτή και η ίδια είναι το ίδιο άτομο. Η Μπέρτα κάνει μια χειρονομία παραίτησης μπροστά στον καθρέφτη και αυτός δείχνει τον ίδιο μορφασμό. Κάνοντας νόημα με το χέρι ζητά ένα κραγιόν. Άραγε θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει στον Χανς, που έχει τον ένα αγκώνα πάνω στη μπάρα ενώ σηκώνει το δάχτυλο στο σερβιτόρο, γιατί έχει την αίσθηση ότι η κοπέλα του περνάει περισσότερο χρόνο με τις φίλες της από ότι με εκείνον; Του το δημιουργεί το αλκοόλ; Η μουσική; Όντως, που είναι η Μπέρτα; Έχει δει κανείς τη Μπέρτα;

Η Κλάρα, υπό από το φως μιας λάμπας που φέγγει μουντά το δρόμο, δε βλέπει καμία Μπέρτα. Ίσα που διακρίνει την ίδια της τη σκιά. Μια σκιά που στην αρχή είναι πίσω της και όπως προχωρά εμφανίζεται μπροστά της. Α, αλλάζει ξανά. Πληρώνει την είσοδό της και πάει κατευθείαν εκεί που πρέπει. Πάει μπροστά στον Χανς και του ζητάει μια βότκα λεμόνι, αφού πιστεύει πως τον αδερφό της θα τον εξυπηρετήσουν πιο γρήγορα. Ταυτόχρονα, ρίχνει μια ματιά στην πίστα και τα ρεζερβέ τραπέζια. Ο Πωλ δεν έχει έρθει. Κρίμα τα λεφτά που μόλις χάλασε για να το μάθει. Η Κλάρα κοιτάζει τον αδερφό της και ενώ μοιάζει να είναι αυτόφωτη τη στιγμή που εκείνος της δίνει το ποτό, τώρα είναι σε έκλειψη. Ο Χανς εξαρτάται από εκείνο τον μεγάλο ήλιο που είναι η Μπέρτα. Η Μπέρτα εξαρτάται ακόμα από τη μητέρα της. Και η Κλάρα όσον αφορά αυτό το θέμα δε μετράει καθόλου.

Θα μπορούσε κανείς να πει στον Χανς ότι ενώ δαγκώνει το δεύτερο χάμπουργκερ, του κρέμεται μια λωρίδα κρεμμύδι στο πιγούνι; Η Μπέρτα ψάχνει το χέρι του κάτω από το τραπέζι. Βέβαια πλησιάζει η ώρα που τα τρία ζευγάρια θα πρέπει να μοιραστούν ένα μόνο αυτοκίνητο. Αυτό είναι ένα επακόλουθο του να έχεις πραγματικούς φίλους. Φίλους χωρίς μυστικά που καταλήγουν να αποκαλύπτονται ενώ ξεντύνονται. Η Μπέρτα γνωρίζει πως όσο και αν ο Χανς τρώει, πίνει, ακούει ή μιλάει θα κοντραριστούν ξανά λίγο, όπως κάθε Κυριακή. Και η Μπέρτα, ενώ γεύεται έναν ζεστό καφέ σε αυτό το μπαρ, θα πρέπει να αισθάνεται το πώς ο Χανς πιάνει το χέρι της κάτω από το τραπέζι. Παρατηρεί τις φίλες τις, πώς ερωτοτροπούν με τα ζευγάρια τους. Με φυσικότητα! Μισοκλείνει λοιπόν τα μάτια της, αρκετά ώστε να ξέρει οτι θα προτιμούσε να γυρίσει σπίτι της. Τόσο απλά σα να ανοίγεις το καπάκι του πιάνου και να παίζεις ένα κομμάτι απ' έξω στις έντεκα το βράδυ, χωρίς να πρέπει να ψάξεις την παρτιτούρα και χωρίς η μητέρα της να πει: «Με έκανες να τα χάσω! Ξέρεις τι σημαίνει να χάνει κανείς τα λόγια του σε μια στιγμή σαν και αυτή; Και ο Χανς; Δεν ήρθε μαζί σου στο σπίτι ο Χανς;». Αλλά ο νέος είναι ακόμα εδώ, κοιτάζει το ρολόι του και χασμουριέται. Και τότε τα δάχτυλα της Μπέρτα κινούνται νευρικά στο χέρι του, προφανώς και οι δυο ενωμένοι από μια μελωδία που δεν κατορθώνει να ακουστεί.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της Κλάρα είναι πως, οτιδήποτε και να κάνει, κανείς δε δίνει σημασία. Μπορεί να μπει και να βγει από τη ντίσκο. Να ξαναβγεί και να ξαναμπεί. Ή να δείξει τις χλωμές παλάμες της που βρέθηκαν στο τσακ να υποστούν ένα πλήγμα. Ένα τεράστιο πλήγμα. Αλλά πέραν αυτού είναι καλά. Γιατί δεν έκανε ζημιά στον εαυτό της! Ε, εσύ, μη τρομάζεις, αυτό το κορίτσι απλώς περιμένει λίγη προσοχή. Η Κλάρα είναι ο τύπος ανθρώπου που, και στην πόλη να ζούσε, θα περνούσε το ίδιο απαρατήρητη. Με μόνη διαφορά ότι, σε περίπτωση που το έκανε, ακόμα και αν το προσπαθούσε στη μέση του δρόμου ή σε ένα φανάρι, οι περαστικοί θα συνέχιζαν αδιάφορα την πορεία τους. Στο δρόμο για το σπίτι περνάει τους κόμπους του χεριού της από όλες τις σοβατισμένες επιφάνειες που συναντά. Και αυτά είναι όλα όσα βλέπει πριν σβήσει το φως του δωματίου της: γρατζουνιές στο χέρι της, ένα δωμάτιο γεμάτο αφίσες και μια στοίβα ρούχα που πρέπει να διπλώσει.

«Και άλλο αυτοκίνητο που απομακρύνεται προς το βουνό», λέει ένας που ζει στο συγκρότημα κτιρίων και ακολουθεί τη διαδρομή του με κιάλια. Μόλις σταματά το αυτοκίνητο, η Μπέρτα και ο Χανς παραμένουν καθιστοί με το βλέμμα καρφωμένο στα μπροστινά καθίσματα. Αφού λοιπόν δε σκέφτονται να κάνουν τίποτα, τουλάχιστον θα μπορούσαν να παραχωρήσουν τη θέση τους στο ζευγάρι που πρέπει να βγει έξω. Άλλωστε μιλάμε για την Μπέρτα, που δεν της κάνει κέφι και δεν ψήνεται. Εκείνη είναι καλά εκεί που είναι. Καθιστή και με τον Χανς στο πλευρό της, ο ίδιος πρέπει να σκαρφιστεί πως θα βάλει το ένα του χέρι κάτω από το πουλόβερ της. Όχι, εκείνη σταματά το χέρι του. Έξω, ο πισινός ενός άλλου τύπου κολλάει στο παράθυρο του αυτοκινήτου ενώ η κοπέλα γονατίζει μπροστά του. Ο Χανς λέει στη Μπέρτα ενώ βλέπει το μπροστινό κάθισμα να γέρνει προς τα πίσω: «Δεν έπρεπε να είχαμε έρθει, έτσι δεν είναι;». Είναι που η Μπέρτα δεν έχει όρεξη. Περίεργο που εκείνη και το αγόρι της πιάνουν μια θέση που δεν αξίζουν. Άραγε υπάρχουν ευγενείς ψυχές μέσα σε αυτούς τους δύο νέους, που έπιασαν μια καλή θέση και τώρα φοβούνται μήπως κρυώσουν; Η Μπέρτα και ο Χανς βγαίνουν από την άλλη πόρτα.

Εκείνη πιάνεται από το χέρι του Χανς. Αν και όλα να αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν είναι αρκετό. Και ο ένας και ο άλλος απομακρύνονται από το δρόμο και πλησιάζουν στην είσοδο εκείνου του σπιτιού. Η Μπέρτα τον αποχαιρετά με ένα φιλί ενώ λέει: «Συγνώμη, πραγματικά λυπάμαι». Εντάξει, εκείνος λυπάται ακόμα περισσότερο, ενώ κατηφορίζει το δρόμο. Λίγο αργότερα, ο Χανς αφήνει τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι του χολ. Από κει πηγαίνει στα τυφλά προς το δωμάτιο του. Ανοίγει και κλείνει την πόρτα. Μπαίνει στο μπάνιο και βγαίνει. Βάζει το ξυπνητήρι στις έξι.

Είναι Δευτέρα πια. Η μέρα που έχει παζάρι! Οι πάγκοι ξεκινούν να γεμίζουν με εμπόρευμα. Όλο και κάτι βρίσκει να ψηλαφίσει ο Χανς πρωί πρωί ντυμένος με τη στολή της εταιρίας. Αργότερα η Μπέρτα, που περιμένει στη στάση των λεωφορείων, αποφασίζει να αγοράσει άλλο ένα από αυτά τα πουλόβερ που δε θα καταφέρει να εγκαινιάσει. Και η Κλάρα με την τσάντα της φορτωμένη με βιβλία και σημειώσεις, περιμένει το δεύτερο λεωφορείο να την πάει για ακόμα μία φορά από εκείνο τον ατελείωτο δρόμο, και χαζεύει τα πουλόβερ που κοστίζουν περισσότερα χρήματα από όσα έχει εκείνη πάνω της. Εν τω μεταξύ το μάτι της πέφτει πάνω σε ένα σουγιά. Ρωτάει τον πωλητή αν κόβει. Ο πωλητής αναρωτιέται: «Αν κόβει; Μα πώς γίνεται να μην κόβει ένας σουγιάς! Φυσικά εξαρτάται από το τι πρέπει να κόψετε. Τι είναι αυτό που θα επιθυμούσατε να κόψετε, δεσποινίς;». Η Κλάρα παραμένει αμίλητη. Το μοναδικό της μεταφορικό μέσο μόλις έφτασε.

You've reached the end of this preview. Sign up to read more!
Page 1 of 1

Reviews

What people think about Η Νεκρή Συγγραφέας

0
0 ratings / 0 Reviews
What did you think?
Rating: 0 out of 5 stars

Reader reviews