Enjoy millions of ebooks, audiobooks, magazines, and more, with a free trial

Only $11.99/month after trial. Cancel anytime.

Χαμηλά σύννεφα
Χαμηλά σύννεφα
Χαμηλά σύννεφα
Ebook253 pages

Χαμηλά σύννεφα

Rating: 0 out of 5 stars

()

About this ebook

Η Γαβριέλα είναι μια ηθοποιός που, όταν η καριέρα της φτάνει στο τέλος της, πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην πόλη όπου πέρασε την εφηβεία της. Η ξαφνική επίσκεψή της αιφνιδιάζει δυο από τις φίλες της, που βλέπουν σε εκείνη ένα είδος διαφυγής από πολλές γκρι και μονότονες ημέρες. Επίσης η ηθοποιός μπορεί να διαισθανθεί μέσω εκείνων τη ζωή που θα μπορούσε να είχε. Αντί αυτού, το βάρος της φήμης την καταδιώκει εδώ και σαράντα χρόνια και μόνο ένα πράγμα μοιάζει προφανές: αυτό το ταξίδι ξυπνάει παλιά πάθη και αναστατώνει τις ζωές όλων όσων επισκέπτεται.

"Η Νούρια Ανιό μας παρουσιάζει ένα κομμάτι πραγματικής ζωής, διαμελισμένο με το φίνο νυστέρι της γραφής της. Η νουβέλα είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αποτελεί μια από τις μεγάλες υποσχέσεις της σύγχρονης καταλανικής αφήγησης."—L'Ull crític

LanguageΕλληνική γλώσσα
PublisherBadPress
Release dateOct 8, 2021
ISBN9781667407227
Χαμηλά σύννεφα
Read preview
Author

Núria Añó

Núria Añó (1973) is a Catalan/Spanish novelist and biographer. Her first novel "Els nens de l’Elisa" was third among the finalists for the 24th Ramon Llull Prize and was published in 2006. "L’escriptora morta" [The Dead Writer, 2020], in 2008; "Núvols baixos" [Lowering Clouds, 2020], in 2009, and "La mirada del fill", in 2012. Her most recent work "El salón de los artistas exiliados en California" [The Salon of Exiled Artists in California] (2020) is a biography of screenwriter Salka Viertel, a Jewish salonnière and well-known in Hollywood in the thirties as a specialist on Greta Garbo scripts.Some of her novels, short stories and articles are translated into Spanish, French, English, Italian, German, Polish, Chinese, Latvian, Portuguese, Dutch, Greek and Arabic.Añó’s writing focus on the characters’ psychology, most of them antiheroes. The characters in her books are the most important due to an introspection, a reflection, not sentimental, but feminine. Her novels cover a multitude of topics, treat actual and socially relevant problems such as injustices or poor communication between people. Frequently, the core of her stories remains unexplained. Añó asks the reader to discover the deeper meaning and to become involved in the events presented.Literary Prizes/ Awards:2020. Awarded at International Writing Program in China.2019. Awarded at International Writers’ and Translators’ House in Latvia.2018. Fourth prize of the 5th Shanghai Get-together Writing Contest.2018. Selected for a literary residence in Krakow UNESCO City of Literature, Poland.2017. Awarded at the International Writers’ and Translators’ Center of Rhodes in Greece.2017. Awarded at the Baltic Centre for Writers and Translators in Sweden.2016. Awarded at the Shanghai Writing Program, hosted by the Shanghai Writer’s Association.2016. Awarded by the Culture Association Nuoren Voiman Liitto to be a resident at Villa Sarkia in Finland.2004. Third among the finalists for the 24th Ramon Llull Prize for Catalan Literature.1997. Finalist for the 8th Mercè Rodoreda Prize for Short Stories.1996. Awarded the 18th Joan Fuster Prize for Fiction.

Read More From Núria Añó

Related to Χαμηλά σύννεφα

Related Books

Reviews for Χαμηλά σύννεφα

Rating: 0 out of 5 stars
0 ratings

0 ratings0 reviews

What did you think?

Tap to rate

    Book preview

    Χαμηλά σύννεφα - Núria Añó

    Χαμηλά σύννεφα

    Núria Añó

    Μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα

    Χαμηλά σύννεφα

    Συγγραφέας: Núria Añó

    Copyright © 2021 Núria Añó

    Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά ως Núvols baixos © 2009

    www.nuriaanyo.com

    Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος.

    Διανέμεται από την Babelcube, Inc.

    www.babelcube.com

    Μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα

    Σχεδιασμός εξωφύλλου: © 2021 Núria Añó. Φωτογραφία Birgit Eilenberger και Gordon Johnson

    Τα «Babelcube Books» και «Babelcube» είναι εμπορικά σήματα και ανήκουν στην Babelcube Inc.

    Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται αυστηρά, χωρίς τη γραπτή εξουσιοδότηση του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις κυρώσεις που ορίζει ο νόμος, η μερική ή ολική αναπαραγωγή αυτού του έργου με οποιοδήποτε μέσο ή διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγής και της επεξεργασίας υπολογιστή. Εάν επιθυμείτε να μοιραστείτε αυτό το βιβλίο με άλλους, αγοράστε επιπλέον αντίγραφα. Σας ευχαριστούμε για τον σεβασμό της σκληρής δουλειάς αυτής της συγγραφέως.

    Περιεχόμενα

    Title Page

    Copyright

    Χαμηλά σύννεφα

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

    Άλλα βιβλία της συγγραφέως

    Το σαλόνι των εξόριστων καλλιτεχνών στην Καλιφόρνια

    Η Νεκρή Συγγραφέα‪ς‬

    Το βλέμμα του γιου

    Χαμηλά σύννεφα

    Núria Añó

    ΗΜαριάν καθόταν στην πολυθρόνα όταν χτύπησε το κουδούνι. Τα πόδια της πιο αργά από ότι συνήθως, σαν να πέρασε καιρός που φορούσε παντόφλες και πλέον να μη θυμόταν ότι σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα· ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ’ αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πώς έφτασε εδώ, παρόλο που ναι το φινίρισμα της άκρης της σφίγγει τα δάχτυλα του ποδιού. Και πώς κοιτάει την ώρα, κάποια θα μπορούσε να παρατηρήσει εκείνο το επιτοίχιο ρολόι αρκετή ώρα, μέχρι που να έχει την εντύπωση ότι η γυναίκα την όποια μόλις υπέδειξαν να περάσει, φτάνει αργά. Δε θα ήξερε πώς να το πει, αλλά σαράντα χρόνια χωρίς να ειδωθούν… Τόσο κακές είναι οι επικοινωνίες; Και τι συμβαίνει τώρα, η επισκέπτρια χάνει χρόνο χαιρετώντας τα μέλη αυτής της οικογένειας, σαν να μη θυμόταν εκείνη, σκέφτεται η Μαριάν καθώς γέρνει την πλάτη και κατεβάζει το στρίφωμα της φούστας της. Ταυτόχρονα, η ηθοποιός πλησιάζει ένα χέρι στην πόρτα, και ο οποιοσδήποτε θα έβλεπε ότι κάνει την κίνηση να περάσει, μόνο που τη συγκρατούν από την άλλη πλευρά του παραθύρου. Πόσες λέξεις θα μπορούσαν να αποφύγουν μεταξύ τους, τι έγινε με το ταξίδι, ότι διατηρείσαι πολύ καλά, και η παλάμη του χεριού της γλιστρώντας από το τζάμι προς το πόμολο· ξαφνικά, σαν να έπρεπε να αποφασίσει αν θα έμπαινε ή όχι. Λοιπόν η κόρη ήδη είχε κάνει την γκάφα, και η Μαριάν δεν το ήθελε αυτό, τι ξέρω εγώ, εδώ κάθεται μια γυναίκα που δεν περίμενε μια ημέρα να ακούσει το όνομα τέτοιας ασθένειας, επιπλέον τώρα ό,τι έγινε, έγινε. Ούτε και αν ανασηκωνόταν δε θα μπορούσε να παλέψει ενάντια σ’ αυτή τη λέξη, αλλά πώς να το έλεγε, το χέρι της ηθοποιού φαίνεται και πάλι πολύ κοντά στο τζάμι, παρόλο που την κάνουν να οπισθοχωρήσει με τις ανοησίες τους, αν άξιζε το αγαλματίδιο για δεν ξέρω ποια ταινία. C’est la vie , εκφράζει η άλλη πλησιάζοντας το χέρι της στο πόμολο. Και αν είχες την ευκαιρία να συσχετιστείς με τους πιο επιθυμητούς άντρες, γιατί να το κρύψεις, λέει η κόρη αυτής της ηλικιωμένης, αφού μόνο που τους βλέπω ακόμη μου αρέσουν. Αλήθεια; Εμένα πλέον όχι, τονίζει η ηθοποιός. Η οποία μετά από αυτό ανοίγει την πόρτα και βρίσκει την άλλη όρθια. Ώρα ήταν πια, αναφωνεί η Μαριάν κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Ήταν περισσότερο από ώρα, συμπεραίνει η Γαβριέλα με μια αγκαλιά.

    Και γιατί δε μένει εδώ; Υποδεικνύει η κόρη της Μαριάν, σε ένα λεπτό θα της ετοίμαζα ένα δωμάτιο. Η Γαβριέλα εμφανίζεται καθισμένη σε μια γωνία όταν το ακούει, το χέρι της σφίγγει αυτό της Μαριάν, σαν να περίσσευαν οι λέξεις, αλλά στη θέση τους τα μάτια της πολύ προσεκτικά, παρατηρείται μια λάμψη και στις δυο πλευρές, παρόλο που η ηθοποιός διακόπτει αυτή τη στιγμή και γυρίζει απαλά τον λαιμό για να ενημερώσει ότι μένει ήδη σε ένα ξενοδοχείο. Σε ένα ξενοδοχείο, και πώς γίνεται αυτό; Αναφωνεί η κόρη, όταν θα μπορούσατε να μείνετε εδώ όσες ημέρες σας βόλευε! Παρομοίως η Γαβριέλα επιστρέφει σ’ εκείνο το χέρι της Μαριάν, το φέρνει στο πρόσωπό της, ένα χέρι που φιλάει. Θα μείνω μόνο τρείς μέρες, εκφράζει η ηθοποιός γυρίζοντας και πάλι, όπως θα ξέρετε πάντα μένουν πράγματα για να γίνουν· σενάρια, τελικά. Ναι, η Μαριάν έχει μια ιδέα του τι σημαίνει αυτό. Εκείνης τα σχέδια εξατμίστηκαν, όπως ο ατμός μιας χύτρας πιέσεως, κάτι ορατό και μη ορατό. Και μιλάει μόνη η κόρη: σας ετοιμάζω το δωμάτιο. Η ο εγγονός: με τίποτα, να της δώσεις το δικό σου. Και η κόρη: θέλεις να το βουλώσεις; Δε βλέπεις ότι μπορεί να μας ακούσει; Επιπλέον η ηθοποιός σταυρώνει τα πόδια προς εκείνη την πλευρά για να δηλώσει ότι το έχει ήδη πληρωμένο, το ξενοδοχείο. Ο Άρθουρ πέθανε, λέει ξαφνικά η Μαριάν. Το ξέρω, συνεχίζει η Γαβριέλα, αλλά έχουν ήδη περάσει χρόνια από τότε. Ναι, με χαμηλή φωνή η άλλη, που τώρα κοιτάει από το παράθυρο και αναστενάζει. Αν δεις φως στο γκαράζ, λέει σε λίγο, πες στον Άρθουρ να περάσει, περνάει τη ζωή εκεί, μόλις που βλεπόμαστε. Κατόπιν η Γαβριέλα σηκώνεται από τον καναπέ και προσθέτει: αλλά τώρα δε ζεις πλέον σ’ εκείνο το σπίτι. Α, όχι; Εκφράζει η άλλη.

    Κυριακή το σούρουπο, θα μπορούσε να πει η Γαβριέλα καθώς κατεβαίνει από αυτό το μπλοκ διαμερισμάτων και κοιτάει προς τα επάνω. Παρόλο που στο τελευταίο σκαλί αμφιβάλλει για ένα λεπτό, αν θα κατευθυνθεί προς το ξενοδοχείο. Ωστόσο, αποφασίζει να κάνει το επόμενο βήμα σε αντίθετη κατεύθυνση. Το πρόσωπό της στο φώς, σαν να είχε προβλέψει καλύτερο καιρό από ότι κάνει στην πραγματικότητα. Πιθανότατα γιατί από αυτή την πόλη φυλάει αναμνήσεις εξαιρετικές, σαν το πέρασμα των χρόνων να κατάφερε να σβήσει πολλές γκρίζες μέρες από το ημερολόγιο, και τώρα να έπρεπε να ανεβάσει το πέτο του παλτού και να αναπνεύσει από τη μύτη καθώς παρατηρεί αυτή την πόλη διαφορετική από τις εφηβικές της αναμνήσεις. Δεν ξέρω, πιθανότατα εκεί όπου εκείνη περίμενε σπίτια, βρίσκει πολυκατοικίες πολύ ψηλές και, όπου ανοιχτούς χώρους, όλα στοιβαγμένα, σαν σε αυτή τη γη να μην υπήρχε πλέον αρκετό μέρος για να οικοδομήσουν. Είναι βέβαιο ότι εκείνη δεν είναι αρχιτέκτονας, ούτε θα ήθελε, κάποια έγινε ηθοποιός αντί γι’ αυτό, αν και τώρα προχωρά ποιος ξέρει προς ποια κατεύθυνση. Ή αλλιώς εκπλήσσεται κάνοντας βόλτες ή περιμένοντας σε κάποιο φανάρι, σαν αυτή η πόλη να μην ήταν πλέον εκείνη, αλλά στη θέση της πολλοί νέοι δρόμοι. Ωστόσο σηκώνει ένα χέρι και τώρα εμφανίζεται κάποιος ταξιτζής, τι σημασία έχει, κάποια δεν είχε προβλέψει το να χαθεί εδώ.

    Γαβριέλα, φωνάζει η Σύλβια μόλις ανοίγει την πόρτα, αυτή που συχνά φλυαρεί και τώρα μόνο τονίζει αργά και με έμφαση κατά τη διάρκεια της αγκαλιάς: έπρεπε να με είχες ειδοποιήσει πριν. Αμέσως η ηθοποιός μπαίνει και κρεμάει το παλτό της στην κρεμάστρα της εισόδου, κατόπιν πηγαίνει προς το σαλόνι, τρίβει τα χέρια όταν λέει: αν το είχα προγραμματίσει, δε θα είχα έρθει. Ναι, τελικά, η Σύλβια την προσκαλεί να καθίσει και η άλλη κάθεται, και οι δυο πολύ κοντά σ’ αυτό το τραπέζι όπου και οι δυο σταυρώνουν τώρα τα χέρια, η μια με το πρόσωπο λίγο χαμηλωμένο. Τι συμβαίνει; Ρωτάει η Γαβριέλα σηκώνοντας το πηγούνι της. Τίποτα, απαντάει η άλλη. Η ίδια που σηκώνεται και παίρνει δυο ποτήρια από το ντουλάπι, μετά σερβίρει ένα λικέρ χωρίς βιασύνη. Ποιος να το έλεγε, αμφισβητεί η ηθοποιός χαμηλώνοντας το βλέμμα. Και κλαίει η Σύλβια, δεν ξέρω, σε άσχημη στιγμή αποφασίζει να κλάψει, παρόλο που βρίσκει κάποιο μαντήλι στην ποδιά της, αμέσως αναφωνεί: σκεφτόμουν ότι δε θυμόσουν πια, εμένα, ω! Και γιατί να με θυμάσαι; Έχεις πετύχει τη μεγάλη ζωή και είχες ό,τι θέλησες, παντρεμένη και χωρισμένη δυο φορές, και με τι άντρες! Χίλιες φορές καλύτερους από τον δικό μου, μόνο που εδώ όλα είναι τα ίδια, σαν ένα σταματημένο ρολόι, και εσύ έκανες καλά που έφυγες, σου το είπα μια φορά και σου το επαναλαμβάνω τώρα, εδώ δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από μιζέρια. Εγώ δε θυμάμαι αυτό, εκφράζει η ηθοποιός μετά από μια γουλιά. Παρομοίως η Σύλβια διαγράφει ένα ελαφρύ χαμόγελο, μετά πίνει. Είσαι καλύτερα; Ρωτάει η Γαβριέλα. Καλύτερα, επαναλαμβάνει η άλλη. Εσύ είσαι καλά, είσαι άνετη, θέλεις να φας κάτι; Ταυτόχρονα η ηθοποιός συγκατατίθεται και αρνείται με το κεφάλι, αυτό που είναι περίεργο είναι ότι η Σύλβια συλλαμβάνει αμέσως αυτή τη μη λεκτική επικοινωνία και εγώ έχω χάσει την πρώτη κίνηση του κεφαλιού. Αλλά τι έλεγα, α ναι, ο σύζυγος της Σύλβιας εμφανίζεται τώρα από κάποια μεριά, και τι βλέπει σ’ αυτό το τραπέζι! Κάποιος δε θα πίστευε ποτέ σε θαύματα, αλλά τώρα, τώρα θα έπεφτε με την πλάτη αν δεν αγκάλιαζε ήδη τη Γαβριέλα. Φαίνεται λίγο νευρικός, δεν περίμενε να βρεθεί τόσο κοντά μ’ αυτή τη γυναίκα της οθόνης που έλεγε η σύζυγος μια μέρα ότι έζησε εδώ, τρεις ή τέσσερις δρόμους πιο κάτω από όπου ζούσε εκείνος! Και πώς έχουν τα πράγματα, εκείνος δεν τη θυμάται νέα, με τη σειρά του τη θεωρεί αθάνατη από δεν ξέρω ποια ταινία, εκείνος θα γνωρίζει, αλλά σε περισσότερες από μια περιπτώσεις τον βοήθησε ως εικόνα για να τραβήξει μαλακία καθώς η γυναίκα του κοιμόταν. Ή μήπως η γυναίκα του δεν κοιμόταν; Ταυτόχρονα, ένας άντρας ο οποίος θα έλεγε κάποιος ότι υπήρξε στενά συνδεδεμένος με τη Γαβριέλα. Με κάποιον τρόπο οικείο, όσο και αν σήμερα την κοιτάει σε απόσταση μιας πιθαμής και θα έκλαιγε μπροστά της για τη σκληρότητα του χρόνου που πέρασε. Ούτε με ένα σπαθί και έναν κακότροπο χαρακτήρα δε θα πετύχαινε τέτοιο αποτέλεσμα. Σύλβια, λέει ο σύζυγος, εσύ συνέχισε, αναλαμβάνω εγώ το δείπνο. Και κάποιος μαντεύει από το έκπληκτο βλέμμα εκείνης, σαν να μην πίστευε αυτό που μόλις άκουσε, και να έπρεπε να επαληθεύσει με τα ίδια της τα μάτια πώς μετακινούνται ντουλάπια και πώς, κοιτώντας προς την άλλη πλευρά, η ηθοποιός παίρνει και πάλι το παλτό της από την κρεμάστρα και κάνει μια ερώτηση: Τα λέμε αύριο; Επίσης η Σύλβια σκέφτεται λίγα δευτερόλεπτα, κατόπιν υποδεικνύει: τηλεφώνησέ μου στα μισά του πρωινού.

    Και γιατί δεν έμεινε να δειπνήσει η Γαβριέλα; Ρωτάει ο σύζυγος τη Σύλβιας. Εσένα σου φαίνεται, τον επιπλήττει εκείνη, ότι κάποια σαν εκείνη θα της σέρβιρες τέσσερα λαχανικά μισό ωμά και ένα καμένο εσκαλόπ; Ούτε κάποια μπορεί να εμφανιστεί από το βράδυ ως το πρωί, μια Κυριακή σαν να μη συμβαίνει τίποτα, και να περιμένει να την καλέσουν για δείπνο. Βλέπεις τι είχαμε για σήμερα, ξαναλέει η Σύλβια, εκείνη θα είναι συνηθισμένη να τρώει δεν ξέρω κι εγώ τι, χαβιάρι, και εμείς είμαστε ένα ζευγάρι μεγάλων που πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με έναν μόνο μισθό, εάν τουλάχιστον με είχες αφήσει να δουλέψω όταν ήταν η στιγμή, τώρα θα είχαμε δυο μισθούς, και θα μπορούσαμε να είχαμε καλέσει τη Γαβριέλα να δειπνήσει σε κάποιο εστιατόριο, εγώ ήδη το έχω σκεφτεί, αλλά αμέσως είδα ότι θα δυσκολευόμασταν με όσα μένουν από αυτόν τον μήνα. Για να δούμε πόσα μένουν, συνεχίζει σε λίγο αυτή η γυναίκα, αν και περιμένω να μην είναι πολλές μέρες, για το καλό της, δε θα ήθελα να έβλεπε πώς η φίλη της σπαταλάει κάθε μέρα που περνάει, ω, αλλά σίγουρα θα έχει μια ιδέα όταν θα με δει από εδώ κι από εκεί με τα εγγόνια! Δεν ξέρω γιατί ήρθε, το πρώτο που μου είπε, ότι αν άνοιγα την κουρτίνα θα έβλεπα μια ηλικιωμένη να χαιρετάει από μια καμπίνα τηλεφώνου πιο κοντινή, αυτή, έλεγε τη συγκεκριμένη στιγμή που κι εγώ επίσης σήκωνα το χέρι μου και σκεφτόμουν: γη, κατάπιε με! Και κατόπιν αυτό που ακολουθεί, πάει και λέει ότι ήρθε για να επισκεφτεί τη Μαριάν, όταν στην πραγματικότητα εγώ ήμουν η φίλη της, εκείνη ήταν μεγαλύτερη από εμάς, εκείνη ήταν ήδη λογοδοσμένη όταν εμείς ακόμη πηγαίναμε σχολείο. Αλλά αν θέλει τη Μαριάν, καταλήγει καθώς πλησιάζει ένα ποτήρι νερό, εδώ την έχει παρούσα.

    Η Γαβριέλα βρίσκεται στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο, το τηλέφωνο στο χέρι. Όποιος κι αν είναι δεν απαντάει. Έτσι λοιπόν θα πρέπει να συνεχίσει με αυτό που έκανε, ένα δείπνο που αποφασίζει να πάρει εδώ, στην οικειότητα των φώτων της μαξιλάρας και των ατέλειωτων χρωμάτων που εμφανίζονται στην τηλεόραση. Όσο και αν ανοίγει και κλείνει τα μάτια, βρίσκεται στη μέση μιας πόλης που έχει πολύ καιρό που δεν πατούσε. Μια αιωνιότητα. Απάντησε, απάντησε, ψιθυρίζει και πάλι στο ακουστικό. Και επιτέλους εμφανίζεται εκείνη η φωνή που εκείνη προσπαθεί να κρατήσει στην άλλη άκρη χωρίς να παραπονεθεί. Σου δίνω το τηλέφωνο αυτού του ξενοδοχείου, εκφράζει η ηθοποιός στον εκπρόσωπό της με μια κάρτα στα χέρια, εάν δε με βρεις σου αφήνω το φαξ της ρεσεψιόν. Πότε θα αγοράσεις ένα κινητό; Φαίνεται να τη διακόπτει αυτός ο νέος. Θα με έπαιρνες περισσότερο στα σοβαρά αν είχα ένα; Απαντάει η Γαβριέλα ξαφνικά. Και πώς με προκαλείς όταν θυμώνεις. Η ηθοποιός πλησιάζει τη συσκευή στο αυτί, σαν να ήταν σημαντικό οτιδήποτε επρόκειτο να του έλεγε, την ίδια στιγμή, κοιτάει προς τα επάνω, για την ακρίβεια κάποια θα επιθυμούσε να ακούσει τόσα πράγματα, και τώρα μόνο ακούει, αυτό το ναι ή όχι, εξαρτάται. Μια μοντέρνα γυναίκα, η Γαβριέλα, που γυρίζει το βλέμμα της προς το κρεβάτι και αναπαράγει μια έκφραση δυσαρέσκειας με τη σχισμή των χειλιών, σαν να συγκρατούσε πολύ θυμό αλλά, την ίδια στιγμή, ικανή να επιμηκύνει το θέμα της συζήτησης καθώς μεταδίδει ένα ναζιάρικο χαμόγελο, αυτό χάνεται από το πρόσωπό της μόλις το κλείνει. Τότε κατεβάζει ένα πόδι από το κρεβάτι, παίρνει την ατζέντα της από την τσάντα και παρατηρεί το μέλλον από μια στοίβα λευκές σελίδες. Λευκό, όπως το νυχτικό που φοράει κάποιος τη Μαριάν από το κεφάλι. Ή όπως το βαμβάκι με το οποίο η Σύλβια αφαιρεί δύο στρώσεις βαφής από τα νύχια με ασετόν, για να κερδίσει χρόνο. Χρόνο που, για τη Μαριάν, περνάει ξαπλωμένη σε ένα ξένο κρεβάτι, όπου είναι δεμένη με ένα δερμάτινο λουρί για να μην το σκάσει, ούτε να πέσει, ούτε καν να κουνηθεί. Μια γυναίκα που σε κάποια διαυγή στιγμή συνειδητοποιεί τη φασαρία που προκαλεί και κλαίει. Όπως με τη σειρά της η Γαβριέλα.

    Τώρα ακούγεται ο εγγονός που είναι η σειρά του να φροντίσει, ο πιο μικρός, ο οποίος μόλις φτάνει ήδη τσιρίζει από χαρά. Τον συνοδεύει η εννιάχρονη αδερφή του, λόγω ηλικίας, εκείνη θα μπορούσε να φροντίσει τον μικρό· το σχολείο δε βρίσκεται τόσο μακριά. Η Σύλβια τους καλωσορίζει. Ο ένας μετά τον άλλο παίρνουν πρωινό στο σπίτι αυτών των τόσο συμπαθητικών παππούδων, οι οποίοι πάντα έχουν κάτι να αφηγηθούν. Η κόρη της Σύλβιας επίσης μπαίνει και λέει ότι έκλεισε ραντεβού στον γιατρό για το παιδί, φαίνεται ότι βήχει και έχει μύξες, πάνω απ’ όλα πες του να τον εξετάσει καλά, ούι, θα αργήσω. Ναι, η Σύλβια και ο σύζυγός της γνωρίζουν με το παραπάνω αυτό το ούι. Κάποια που φεύγει. Οι υπόλοιποι μένουν σ’ εκείνο το τραπέζι όπου τελειώνει κι άλλο μπουκάλι γάλα. Να πηγαίνω κι εγώ, λένε ο ένας μετά τον άλλο καθώς σηκώνονται από την καρέκλα. Τι σημασία έχει, τα εγγόνια γεμίζουν τις καρδιές με νεότητα, όπως μια άνοιξη μετά από μια μακράς διάρκειας χειμερία νάρκη, κατά την οποία τα χέρια μακραίνουν όπως αυτά ενός σκιάχτρου για να τους αγκαλιάσουν. Όπως θα τα μάκραινε ο σύζυγος της Σύλβιας για να σφίξει τη μέση της Γαβριέλας, εάν τον άφηνε να την πιάσει. Ένας άντρας που ήδη είχε μια ευκαιρία χθες, και σήμερα θα μπορούσε να μαζέψει τα κομματάκια με τη σκούπα και το φαράσι. Όχι, αυτός δεν είναι του στυλ της Γαβριέλας. Ούτε τα χέρια του που αντέχουν μια σκληρή καθημερινή δουλειά θα μπορούσαν να καταφέρουν να ανταγωνιστούν με τα γυαλιστερά χέρια αυτής της γυναίκας που χθες έβαζε ένα χέρι της στον ώμο του, ναι, καθώς του έδινε ένα φιλί σε κάθε μάγουλο. Αν σήμερα το αφηγούνταν στη δουλειά, κανείς δε θα τον πίστευε. Επιπλέον, θα έπρεπε να πει φράσεις όπως: Ναι, φίλε, η Γαβριέλα Μπέιτς! Αυτή που έκανε αυτή και εκείνη την ταινία, έλα, πώς είναι δυνατόν τώρα να μη θυμάμαι, πείτε μου ονόματα κάποιων, όχι, κάποια πιο πρόσφατη, για να δούμε αν κάποιος από εμάς θυμηθεί. Και έτσι θα έμεναν όταν θα εμφανιζόταν, με το στόμα μισάνοιχτο, σαν εκείνος ο τίτλος να τους θύμιζε μια παλιά ταινία. Και μεγάλη, προσθέτει άλλος. Έλα, τώρα ας συνεχίσουμε, η δουλειά είναι πολλή σκληρή και δεν επιδέχεται παύσεις. Ούτε καν όταν κάποιος φτάνει εξαντλημένος στο σπίτι, δεν ξεκουράζεται. Πάντα ενσωματώνεται άλλη βάρδια μετά τη δική του. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μια μέρα ο σύζυγος της Σύλβιας σηκώνει κιλά και κιλά βάρους με τη μηχανή και, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται ότι προτιμάει αυτό από το να βρίσκεται στο σπίτι.

    Η Γαβριέλα φτάνει σ’ αυτό το πάρκο που της έδωσε ραντεβού η Σύλβια, η οποία, μόλις τη βλέπει σηκώνει ένα χέρι από απόσταση, παρόλο που βρίσκεται μόνη εδώ, με έναν εγγονό που κατεβαίνει από το καροτσάκι. Η ηθοποιός πλησιάζει αυτό το παιδί και του λέει κάτι με ένα χαμόγελο, αλλά απ’ ότι φαίνεται ο μικρός το μόνο που περιμένει είναι να τον ξεδέσουν και φεύγει προς μια κούνια. Η Γαβριέλα βολεύεται στο παγκάκι, φοράει μια μπλούζα χρώματος έντονου μπλε με ένα είδος μπορντούρας στη γροθιά, αυτή φαίνεται κάτω από ένα ανοιχτόχρωμο παλτό. Ούτε τα φαρδιά παντελόνια ή τα παπούτσια με λίγο τακούνι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν με κάποιο από τα κομμάτια που η άλλη φοράει, σκέφτεται η Σύλβια καθώς πιέζει τα δάχτυλά της στην τσάντα. Αυτός είναι ο πιο μικρός, προσθέτει σαν καλή γιαγιά, αλλά η κόρη μου έχει άλλα δυο, μια εννιά χρονών που είναι πολύ μελετηρή και ο μεγαλύτερος είναι δεκαεφτά, ένας ξεδιάντροπος, μεγάλωσαν και τους τρεις ανά διαστήματα, σαν να μην τολμούσαν μονομιάς, και τώρα βλέπεις, αυτόν όπως τον βλέπεις πρέπει να τον φροντίζω όλη την ημέρα, προληπτικά, αφού εκ των πραγμάτων ήδη πηγαίνει στο νηπιαγωγείο, αλλά όταν είδαν ότι έβηχε μου είπαν να τον πάρω, σαν εγώ να μην είχα τίποτα άλλο να κάνω, τελικά, χαίρομαι

    Enjoying the preview?
    Page 1 of 1