¢È·‰ÚÔÌ‹

«Gender-dominated environments are not good...
particularly in the financial sector where there are
too few women... I honestly think that there
should never be too much testosterone in one room1».
Κριστίν Λαγκάρντ, επικεφαλής του ∆ΝΤ

Πρώτη φορά αντίκριζε την πίσω πλευρά του Κισσάβου στη διαδροµή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Μια κατολίσθηση, το κλείσιµο της
εθνικής οδού και η έξη της να στρίβει πάντα στη λάθος στροφή
την είχαν οδηγήσει στην παρακαµπτήριο για τα φορτηγά. Παραµονή πρωτοχρονιάς του 2010. Για µια στιγµή ένιωσε σαν να
ανταµώνει την αθέατη µεριά της Σελήνης. Ο απογευµατινός
ήλιος ξεκουραζόταν στα απότοµα βράχια, που µάταια περίµεναν λίγο χιόνι. Ένα χιόνι που εκείνο το χειµώνα δεν ήρθε.
Ήταν από τους πιο ανοιξιάτικους χειµώνες που είχε ζήσει η
Μαρκέλλα στην πατρίδα της. Το µόνο που θύµιζε Θεσσαλονίκη
αυτά τα Χριστούγεννα ήταν η οµίχλη, σκέφτηκε. Οµίχλη που
µόνο αργά το µεσηµέρι κατάφερνε ο ήλιος να οδηγήσει στην ήτ1. «Τα περιβάλλοντα στα οποία κυριαρχεί το ένα από τα δύο φύλα δεν
λειτουργούν σωστά. Ειδικά στον χρηµατοοικονοµικό κλάδο, όπου υπάρχουν
ελάχιστες γυναίκες. Ειλικρινά πιστεύω ότι δεν πρέπει να συσσωρεύεται πολλή
τεστοστερόνη σ’ ένα δωµάτιο».

9

τα της, κάθε µέρα, και τις δέκα µέρες παραµονής της Μαρκέλλας στην πόλη.
Ελάφρυνε το πόδι της στο γκάζι. Τις στιγµές που ξόδευε στο
τιµόνι ένιωθε ελεύθερη να δηµιουργήσει δικούς της ήχους και
χρώµατα. Πάει καιρός από τότε που η µουσική συντρόφευε τα
ταξίδια της. Εδώ και χρόνια η σιωπή την ταξίδευε καλύτερα. Οι
κρυφές γωνιές του µυαλού της την περίµεναν σε κάθε στροφή.
Η ψυχή της δεν βιαζόταν να πάει πουθενά. Σε αντίθεση µε την
πραγµατικότητα, που της θύµιζε ότι ο Ηλίας την περίµενε για
να αλλάξουν το χρόνο. Όχι µόνοι τους, βέβαια. Πήρε στιγµιαία
το βλέµµα της από το δρόµο, που ήταν σχεδόν άδειος. Υπολόγιζε ότι θα έφτανε έγκαιρα σπίτι του, αφού περνούσε πρώτα από
το δικό της.
Κάθε χρόνο, το ρεβεγιόν του Ηλία αποτελούσε ηχηρό γεγονός
για τους χρηµατιστηριακούς κύκλους. Παλιότερα στο Λονδίνο και
τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, οι εκλεκτοί παίκτες της αγοράς,
χρηµατιστές, τραπεζίτες, επιχειρηµατίες – κατά αποκλειστικό
σχεδόν λόγο άντρες – µε τις εκάστοτε συνοδούς τους έδιναν πάντα το «παρών». Μόνο µία γυναίκα έπαιζε σε αυτό το επίπεδο
στον συγκεκριµένο χώρο, κι αυτή, σύµφωνα µε τις φήµες, χρειαζόταν δύο δάχτυλα ουίσκι στον καφέ της κάθε πρωί. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν γύρω στα σαράντα ή τουλάχιστον έτσι
έδειχναν. Με τη σιωπηρή επίγνωση της διακριτικότητας που επέβαλε η δουλειά τους, απέφευγαν συστηµατικά όποια κίνηση δηµοσιότητας θα τους εξέθετε έξω από την κλειστή κάστα. Το ύφος
τους ήταν πανοµοιότυπο, απόµακρο, εκπαιδευµένο να αυξοµειώνει τις αποστάσεις που τηρούσε. Το βλέµµα τους ήταν µόνιµα βυθισµένο σ’ ένα σκληρό κενό, σπάνια εστίαζε κάπου και δεν επέτρεπε παρερµηνείες και εισβολείς. Τα κουστούµια τους ήταν
φτιαγµένα από ακριβό ύφασµα και φορεµένα σαν στολές εργα10

σίας. ∆εν ήξερε τι από αυτά της έφταιγε περισσότερο κι ένιωθε
εκτός κλίµατος. Το καθένα ξεχωριστά κι όλα µαζί ήταν αρκετά
για να την κάνουν να αισθάνεται άβολα ανάµεσά τους.
Φέτος θα ήταν η δεύτερη φορά που θα µοιραζόταν τη συγκεκριµένη βραδιά µαζί τους. Η σχέση της µε τον Ηλία µετρούσε
σχεδόν δύο χρόνια. Εκείνος, γόνος εφοπλιστικής οικογένειας
δεύτερης γενιάς, έµοιαζε να κινείται άνετα σε αυτό το σκληρό
περιβάλλον. Η Μαρκέλλα όµως πίστευε ότι δεν ήταν φτιαγµένος από αυτή τη στόφα ανθρώπου.
Ο Ηλίας είχε γεννηθεί µαθηµένος στην καλή ζωή. Ψηλός,
ανοιχτόχρωµος, µε λεπτά χαρακτηριστικά, έµοιαζε νεότερος
απ’ ό,τι ήταν. Κι ας είχε ήδη αφήσει πίσω του τα σαράντα. Το
σώµα του πρόδιδε εγκράτεια και ξόδεµα χρόνου σε φυσική δραστηριότητα, ενώ ήταν απόλυτα συµφιλιωµένος µε την εικόνα
των λιγοστών µαλλιών που του είχαν αποµείνει. Κάπου στα
τριάντα του βρέθηκε να έχει µερίδιο σε µια µικρή τράπεζα. Λίγο
αργότερα, αποδεχόµενος πρόταση φίλων, κατέληξε επικεφαλής
διοικητικού συµβουλίου σε χρηµατιστηριακή. Ήταν η χρηµατιστηριακή στην οποία εργάστηκε η Μαρκέλλα για πρώτη φορά
όταν επέστρεψε από το Λονδίνο. Αργότερα, όταν πια ο πατέρας
του έφυγε από τη ζωή, βρέθηκε στο τιµόνι της οικογενειακής
περιουσίας, το µέγεθος της οποίας ήταν ικανό να προκαλέσει
πονοκέφαλο ακόµη και σε έµπειρους διαχειριστές.
Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν η αποστασιοποιηµένη
στάση του Ηλία απέναντι στο χρήµα, γεγονός που σπάνιζε στον
χρηµατιστηριακό χώρο. Ήταν σαφές για εκείνη ότι τον Ηλία
δεν τον είχε γεννήσει η χρηµατιστηριακή αγορά. ∆εν είχε ανδρωθεί στα γρανάζια της. Μόνο βρέθηκε εκεί για να οδηγήσει
ένα καράβι, µε µια απουσία επίγνωσης που έµοιαζε χαριτωµένη
στα µάτια της. Το µειδίαµα που είχαν προκαλέσει οι σκέψεις
11

της έσβησε. Ένιωσε το πρόσωπό της να σκοτεινιάζει, όταν σκέφτηκε ότι σπάνια της έδειχνε την εµπιστοσύνη που εκείνη επιθυµούσε. Όχι τουλάχιστον όση έδειχνε στους διάφορους συµβούλους που µπαινόβγαιναν στο γραφείο του. Εκείνη, βέβαια,
δεν χρέωνε για τις αναλύσεις και τις συµβουλές της όσα χρέωναν οι εκάστοτε εταιρίες συµβούλων που µίσθωνε ο Ηλίας. Τα
διαπιστευτήρια αυτών των εταιριών συµβούλων ήταν αδιαπραγµάτευτα. Παρουσίαζαν προϋπηρεσία σε ισχυρές πολυεθνικές,
ενώ τα ονόµατά τους προσέθεταν κάτι στο µύθο τους, καθώς
αποτελούσαν συνάθροιση ακαταλαβίστικων αρχικών και αγγλοσαξονικών επωνύµων. Αυτοί οι καλοβαλµένοι διάβολοι, όπως
τους αποκαλούσε η Μαρκέλλα, έπαιζαν τους κανόνες του παιχνιδιού στα δάχτυλα. Έρχονταν πάντα συστηµένοι από ανθρώπους του κύκλου του Ηλία, µε φήµη που τους έθετε αυτόµατα
υπεράνω αµφισβήτησης. Συνήθως, χρέωναν για τις υπηρεσίες
τους δυσθεώρητα ποσά, στην ουσία για να διαπιστώσουν το αυταπόδεικτο πρόβληµα και να προτείνουν την αυτονόητη λύση.
Η ίδια θεωρούσε ότι αυτή η επιλογή του Ηλία, να περνάει τις
αποφάσεις που θέλει µέσω «ειδικών» συµβούλων, ήταν η τέλεια
δικαιολογία για να καλύψει την εγγενή καχυποψία του σε κάθε
φιλική ή άλλη σχέση, µη εξαιρουµένης της δικής τους. Συχνά, οι
συζητήσεις τους γι’ αυτό το θέµα κατέληγαν µε τη Μαρκέλλα να
υψώνει τον τόνο της φωνής της, αποδυναµώνοντας έτσι τα επιχειρήµατά της. Ο Ηλίας, αντίθετα, ήταν ψύχραιµος. Απέφευγε
τους χαρακτηρισµούς και τα ξεσπάσµατα, καταφεύγοντας σε
ήπιες διαπιστώσεις του τύπου: «Συγχέεις την εµπιστοσύνη µε κάτι που είναι αναγκαίο κακό. Άλλο να πω κάτι εγώ ή εσύ και άλλο
να το προτείνουν οι ειδικοί, ανεξάρτητοι σύµβουλοι. Πιο εύκολα
το δέχονται όλοι. Ό,τι και να χρειάζεται να περάσει η διοίκηση
όταν βγει από το δικό τους κανάλι, δεν το αµφισβητεί κανείς.
12

Μου λύνουν τα χέρια». Αυτή η νηφάλια σκέψη του Ηλία καθώς
και η συµπεριφορά του δεν διευκόλυναν καθόλου τη θέση της.
«Κοίτα τώρα!» αναφώνησε σαστισµένη καθώς έσκυψε και µε
µια γρήγορη κίνηση, χωρίς να πάρει τα µάτια της από το δρόµο,
έπιασε στον αέρα το µπουκαλάκι µε το νερό, που της γλίστρησε
τη στιγµή που µόλις είχε ανοίξει το καπάκι. Τίναξε µηχανικά το
νερό από το πουκάµισο και το τζιν της. Ανατρίχιασε νιώθοντας
την ψύχρα του πάνω της, όµως δεν έδωσε σηµασία. Ήταν στον
Καραβόµυλο, έξω από τη Λαµία, και για µια στιγµή χάθηκε κοιτώντας στα αριστερά της την ηρεµία της σκοτεινής θάλασσας.
Τα µάτια της είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Σκεφτόταν να σταµατήσει να πάρει έναν καφέ ή έστω µια κόκα λάιτ. Τη στιγµή που
το δάχτυλό της ετοιµαζόταν να πιέσει το διακόπτη για να κατεβάσει το παράθυρο, το βλέµµα της έπεσε στο πορτοκαλί φως
πλάι στην ένδειξη της βενζίνης. Το θέµα «βενζίνη» δεν την είχε
απασχολήσει καθόλου. ∆εν θυµόταν να έχει ακούσει το προειδοποιητικό µπιπ. Κοίταξε µε προσοχή κάτω από την ένδειξη.
Η εκτίµηση για τη βενζίνη που απέµενε ήταν είκοσι χιλιόµετρα.
Όµως, ήξερε πως δεν µπορούσε να βασιστεί σε αυτό. Προσπαθούσε να κρατήσει σταθερή ταχύτητα και να αποφεύγει τα
άσκοπα φρεναρίσµατα. Προσπέρασε δύο κλειστά βενζινάδικα,
που βρίσκονταν το ένα απέναντι από το άλλο, επιτείνοντας την
αγωνία της. «Ώρες είναι να αλλάξω το χρόνο στην εθνική», µονολόγησε, µε φωνή που πρόδιδε ανησυχία. ∆εν θα ήταν η πρώτη
φορά που η αναβλητικότητα και η αµέλειά της στο θέµα της
βενζίνης την έφερναν σε δύσκολη θέση. Της είχε ξανασυµβεί.
Πέρυσι το χειµώνα δεν ήταν, που γυρίζοντας στην Αθήνα από
την Κόρινθο, νύχτα, µε µισοάδειο ντεπόζιτο, είχε µείνει από
βενζίνη, σχεδόν µεσάνυχτα, έξω από τα διυλιστήρια της Μότορ
Όιλ; ∆εν θα ξεχνούσε ποτέ τη χαρακτηριστική δυσάρεστη µυ13

ρωδιά που την είχε υποδεχτεί όταν βγήκε από το αυτοκίνητο.
Θυµόταν πως είχε µπλέξει τα δάχτυλά της στο συρµατόπλεγµα
που όριζε την περίµετρο του διυλιστηρίου και χάζευε τόνους
καυσίµων να λουφάζουν στα ντεπόζιτά του. Μένοντας εκεί, µετρούσε το χρόνο αντίστροφα, µέχρι να περάσει το µισάωρο που
της είχαν υποσχεθεί από την οδική βοήθεια, µε µόνη της συντροφιά την εγρήγορση, το φόβο και το θόρυβο από τα αυτοκίνητα που περνούσαν µε ταχύτητα δίπλα της.
Ανασήκωσε την πλάτη της και έφερε ασυναίσθητα το σώµα
της πιο κοντά στο τιµόνι. Καθώς κυλούσαν τα χιλιόµετρα, τα
µάτια της παρέµεναν κολληµένα στη δεξιά άκρη του δρόµου.
Αναζητούσε τις µικρές πινακίδες µε τα σήµατα των πρατηρίων
καυσίµων. Η εκτίµηση για τη βενζίνη που απέµενε είχε φτάσει
τα δέκα χιλιόµετρα. Είχε δίκιο ο πατέρας της, σκέφτηκε. Όσες
φορές κι αν του είχε ζητήσει να την αφήσει να πάει κατασκήνωση, εκείνος δεν είχε υποχωρήσει. Η Μαρκέλλα ήταν µοναχοπαίδι, όµως ο λόγος της άρνησής του κρυβόταν αλλού. Τι κι αν
εκείνη ζητούσε από φίλους και συγγενείς να τον µεταπείσουν.
Εκείνος τους εξηγούσε µε ύφος που δεν άφηνε περιθώρια διαπραγµάτευσης: «Μόλις ρωτήσουν ποιο παιδάκι θα πηδήξει αυτό
το χαντάκι», σε αυτό το σηµείο συνήθως σούφρωνε τα φρύδια
του δείχνοντας µε το δάχτυλο, «που δεν έχει καταφέρει κανείς
µέχρι τώρα να πηδήξει, η δικιά µου θα τρέξει πρώτη, και θα
σπάσει και τα µούτρα της». Η Μαρκέλλα άγγιξε το δεξί της βλέφαρο χωρίς να πάρει τα µάτια της από το δρόµο. Πέρασε τα
ακροδάχτυλά της µέσα από τη µικρή αυλακιά που είχαν αφήσει
οι περιπέτειες µε το δανεικό ποδήλατο ένα από τα καλοκαίρια
που είχε περάσει στο πατρικό του πατέρα της στη Χίο. Τρία
ράµµατα ήταν ο απολογισµός εκείνης της βόλτας. ∆εν ήταν ούτε δεκατριών χρονών, τα πόδια της µόλις που κατάφερναν να
14

αγγίξουν τα πετάλια. Κι όµως, δεν φοβήθηκε να κατέβει την
απότοµη κατηφόρα που είχαν δαµάσει µε άνεση τα µεγαλύτερα
παιδιά. Ήταν σχεδόν στη µέση της κατάβασης, όταν η πέτρα
που εντόπισε µπροστά της και προτίµησε να αποφύγει την έκανε να στρίψει απότοµα το τιµόνι. Έχασε τον έλεγχο κι ο πανικός την έριξε στο ρείθρο του δρόµου. Τα γεµάτα τρόµο µάτια
του πατέρα της και τα δάκρυα της µητέρας της όταν την είδαν
µε το πρόσωπο γεµάτο αίµατα ήταν χαραγµένα βαθιά µέσα της.
Ο γιατρός παρηγορούσε περισσότερο εκείνους παρά τη Μαρκέλλα, η οποία ένιωθε µάλλον περήφανη για το κατόρθωµά της
και απολάµβανε την προσοχή όλων. Τόσα χρόνια µετά, η µυρωδιά του κόρφου της µητέρας της, όταν την έκλεισε στην αγκαλιά
της εκείνο το βράδυ λέγοντάς της γλυκόλογα, δεν έσβηνε από
τη µνήµη της. Γύρισε τον κεντρικό καθρέφτη προς το µέρος της.
Ο χρόνος είχε απαλύνει το σηµάδι από το σκίσιµο. Κάτι ήξερε ο
πατέρας, αναλογίστηκε. Η Μαρκέλλα ήταν ένα αδύνατο µελαχρινό κορίτσι µε ζωηρά µάτια, που της άρεσε να φτιάχνει δικά
της µονοπάτια. Το έκανε όµως µ’ έναν τρόπο που µαγνήτιζε τις
αναποδιές και τις ατυχείς συµπτώσεις. Ήταν θαρρείς και της
άρπαζε τη σκυτάλη από το χέρι ένα δαιµόνιο, «το δαιµόνιο του
σώµατός της», όπως έλεγε η µητέρα της, στο οποίο η Μαρκέλλα
δεν είχε καµιά διάθεση να αντισταθεί. Μόνο αφηνόταν στα χέρια του και, µε νέα σπίθα στο βλέµµα κάθε φορά, ξεκινούσε για
νέες ατραπούς.
Θυµήθηκε ότι κάποια στιγµή είχε ακούσει το µπιπ. Είχε περάσει από ανοιχτά βενζινάδικα, αλλά ανέβαλε τον ανεφοδιασµό
για αργότερα, µε τη σκέψη ότι θα έβρισκε παρακάτω. ∆εν ήθελε
καν να φανταστεί το ειρωνικό γέλιο του Ηλία, αν τα έφερνε έτσι
η τύχη και µάθαινε το πάθηµά της. Την είχε πιέσει να πάει µε
το αεροπλάνο στη Θεσσαλονίκη, κι ας ήξερε ότι εκείνη θα έκα15

νε του κεφαλιού της. «24 ώρες» έγραφε η µικρή πινακίδα που
ενηµέρωνε για βενζινάδικο στον παράδροµο, σε χίλια µέτρα. Η
ένδειξη εδώ και λίγη ώρα έδειχνε µηδέν χιλιόµετρα. Ήξερε
όµως ότι είχε λίγες ανάσες στιγµών µέχρι η µηχανή να ρουφήξει
και την τελευταία σταγόνα.
Μπήκε στο βενζινάδικο, έσβησε τη µηχανή και κατέβηκε χωρίς να πάρει το πανωφόρι της. Το χειµωνιάτικο σούρουπο ήταν
έτοιµο να δώσει τη θέση του στο σκοτάδι. Ένιωσε το κρύο αεράκι να διαπερνάει το πουκάµισό της, για να κουρνιάσει στον
κόρφο της. Τα νωπά της ρούχα επέτειναν την αίσθηση της ψύχρας. Αναρρίγησε. ∆εν φαινόταν να υπάρχει ψυχή. Η ησυχία, ο
δυνατός φωτισµός και τα δυο βυτιοφόρα που έστεκαν πίσω από
ντάνες άτακτα στοιβαγµένων ελαστικών ενίσχυαν την αίσθηση
της ερηµιάς. Ένα ξαφνικό παρατεταµένο σύρσιµο στο τσιµέντο
την έκανε να γυρίσει απότοµα το κεφάλι στο πλάι. Ο αέρας
έπαιζε µε τα ξερά φύλλα και τα νεύρα της. Πήρε µε µια γρήγορη
κίνηση τα µαλλιά από τα µάτια της και πλησίασε τον αυτόµατο
πωλητή βενζίνης, για να διαβάσει τις οδηγίες. ∆ίπλα στην υποδοχή των χαρτονοµισµάτων χόρεψαν για τα µάτια της οι αριθµοί 10, 20, 50. Πέρασε βιαστικά τα δυο της χέρια από τις µπροστινές της τσέπες. Κέρµατα. Συνέχισε, για να καταλήξει στην
πίσω τσέπη του τζιν, απ’ όπου έβγαλε δύο χαρτονοµίσµατα.
Ένα των είκοσι και ένα των πενήντα ευρώ. Αυτά ήταν όλα.
Αποφάσισε, για κάθε ενδεχόµενο, να είναι συντηρητική. Έβαλε
το χαρτονόµισµα των είκοσι στην υποδοχή, έπιασε τη µάνικα,
την τράβηξε και κατευθύνθηκε προς το πίσω µέρος του αυτοκινήτου, για να διαπιστώσει ότι είχε σταµατήσει το αυτοκίνητο
µακριά. «∆εν το πιστεύω!» φώναξε την ώρα που άφησε µε νεύρο
τη µάνικα στο έδαφος και κινήθηκε µε γρήγορα βήµατα προς τη
θέση του οδηγού. Παρακαλώντας µέσα της όλα να πάνε καλά,
16

µετακίνησε το αυτοκίνητο και προσπάθησε ξανά. ∆εν ηρέµησε
παρά τη στιγµή που άκουσε το θόρυβο από τη ροή της βενζίνης
στο ντεπόζιτο. Μετά από λίγο, τοποθέτησε ανακουφισµένη τη
µάνικα στη θέση της και κοίταξε γύρω της. Στο βάθος, πλάι
στην είσοδο του πρατηρίου, εντόπισε έναν αυτόµατο πωλητή
αναψυκτικών. Το σκοτάδι είχε αγκαλιάσει το τοπίο. Χαµογέλασε και επέστρεψε βιαστικά στο αυτοκίνητο, αποφασίζοντας να
µη ζορίσει άλλο την τύχη της. Αφέθηκε µε ευχαρίστηση στη ζέστη που την υποδέχτηκε κι έβαλε µπροστά τη µηχανή, ενώ ταυτόχρονα έτεινε το δεξί της χέρι στον κεντρικό καθρέφτη, γυρίζοντάς τον προς το µέρος της. Έριξε µια γρήγορη µατιά στα µαλλιά της και τακτοποίησε µε τα δάχτυλα όσα κάλυπταν το µέτωπό της. Άγγιξε την κόκκινη µύτη της µε την παλάµη. Ήταν παγωµένη. Κοίταξε για άλλη µια φορά το σηµάδι πλάι στο δεξί
βλέφαρο και ένιωσε ένα αίσθηµα δύναµης να την κατακλύζει.
Έπειτα έδεσε τη ζώνη της και έστειλε sms στον Ηλία: «Είµαι
Λαµία. Στις δέκα υπολογίζω να είµαι σπίτι σου. CU».
Είχε µόλις περάσει το κοµµάτι εκείνο της διαδροµής που δεν
της άρεσε ποτέ. Ευτυχώς το σκοτάδι και η αγωνία της για τη
βενζίνη δεν της επέτρεψαν να δει τις «αναµονές» από τσιµέντο
και σίδερο στα σπίτια, κατά µήκος του δρόµου. «Αναµονές» αδύναµες χρόνια τώρα να στεγάσουν τα όνειρα των γονιών για ένα
κεραµίδι πάνω από το κεφάλι των τέκνων τους. ∆εν είδε ούτε τις
πολυκατοικίες αισθητικής παρωχηµένων δεκαετιών να αγωνίζονται να βρουν τη θέση τους σ’ ένα τοπίο που δεν θα τις ενσωµάτωνε ποτέ. Πόση ενορχήστρωση νόµων, αυστηρών προστίµων,
πολεοδοµικών υπηρεσιών και ρουσφετιού χρειάζεται να εφεύρει
κανείς για να δηµιουργήσει τόση ασχήµια γύρω του, σκέφτηκε.
Κοίταξε πάλι την ώρα και πάτησε αποφασιστικά το γκάζι. «Νυχτώσαµε» αναφώνησε.
17

Η Μαρκέλλα αφέθηκε ξανά ελεύθερη στα χέρια της διαδροµής. Σύντοµα ένα συνωµοτικό χαµόγελο σχηµατίστηκε στο πρόσωπό της, καθώς αναλογίστηκε τις θετικές παρενέργειες της αγγαρείας του φετινού ρεβεγιόν. Άφησε για µια στιγµή το τιµόνι και
χαµογέλασε τρίβοντας χαιρέκακα τα χέρια της. Με τη βοήθεια
της «αγίας» οικονοµικής κρίσης θα έβλεπε µια σειρά κατσουφιασµένες ψυχές πίσω από ατάραχα προσωπεία να προσπαθούν να
κρύψουν την αγωνία για τη µείωση της ουράς των µηδενικών
στους λογαριασµούς τους. Ήταν σίγουρη πως το βράδυ θα διασκέδαζε πολύ µε τις προβλέψεις και τις εκτιµήσεις για την οικονοµική κρίση που θα άκουγε από το στόµα τους. Εκτιµήσεις τις
οποίες εκείνη θα µπορούσε άνετα να χαρακτηρίσει αστείες ή
απλά «του κώλου». Χώρια που θα ήταν η καλύτερη αφορµή για να
καθυστερήσει την απάντησή της στην ερώτηση του Ηλία για το
αν είχε µιλήσει στη µητέρα της για το γάµο και να αναβάλει την
όποια συζήτηση για ηµεροµηνίες και τα σχετικά.
Η σκέψη της ξέφυγε. Έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα µάτια της και τα ξανάνοιξε. Αυτή η κίνηση τη γύρισε πίσω. Θυµήθηκε το αγαπηµένο της παιχνίδι, όταν εκείνη κι ο πατέρας της
έκλειναν τα µάτια σκαρώνοντας φανταστικές ιστορίες. Παιχνίδια, σκανδαλιές, ταξίδια σε άγνωστα µέρη, τέρατα, µάγισσες και
σκοτεινοί τόποι. Θυµήθηκε τη φορά που του είπε, σφίγγοντάς
του το χέρι, χωρίς όµως να ανοίξει τα µάτια της: «Μπαµπά, αυτό το κοριτσάκι, που παίζει µαζί µας στην ιστορία, µπορούµε να
το κρατήσουµε κοντά µας;» ∆εν είχε ξεχάσει την κίνησή του να
την πάρει αγκαλιά, ούτε τα λόγια του: «∆υστυχώς όχι. Όµως,
σου υπόσχοµαι ότι εγώ θα είµαι πάντα δίπλα σου».
Έσφιξε τα χέρια της στο τιµόνι και κάρφωσε το βλέµµα της
στην άσφαλτο. ∆εν της είχε πει ποτέ ψέµατα. ∆εν την είχε προδώσει ποτέ. Μόνο που δεν είχε υπολογίσει ότι εκείνον θα τον
18

πρόδιδε κάποτε η καρδιά του. «Αυτή η µάχη, πατέρα, ήταν αλλιώτικη από τις άλλες που έδωσες», µονολόγησε. Η Μαρκέλλα
δεν συµφιλιώθηκε ποτέ µε το γεγονός ότι ήταν µοναχοπαίδι.
Στην αρχή το θεωρούσε αφύσικο. Έπειτα, αυτό που της έλειπε
ήταν ένας άνθρωπος δικός της, να του πει όσα δεν τολµούσε ούτε να ψιθυρίσει στον εαυτό της. Ένιωθε πως σε κανέναν δεν
µπορούσε να ανοιχτεί όπως θα µπορούσε ίσως σ’ εκείνον ή εκείνη που θα είχαν µοιραστεί τη στοργή της ίδιας µητέρας.
Η αλήθεια ήταν ότι αυτά τα Χριστούγεννα δεν είχε ανέβει
µόνο για να δει τη µητέρα της, όπως συνήθιζε πάντα στις γιορτές, από τότε που κατέβηκε για δουλειά στην Αθήνα. Αυτή τη
φορά έπρεπε να της µιλήσει σχετικά µε την πρόταση γάµου του
Ηλία. Όσο όµως και αν πίεσε τον εαυτό της, δεν το έκανε. Αναλογίστηκε την κατάσταση κι ένιωσε πως ήθελε να ξορκίσει τις
φράσεις που κουδούνιζαν στο µυαλό της. ∆άγκωσε τα χείλη της:
«Τι λένε τώρα στον Ηλία;»
Η πρώτη τους συνάντηση είχε γίνει στο γραφείο του, τον
Οκτώβριο του 2000, όταν την είδε για την τελική συνέντευξη
πριν από την πρόσληψή της.
«Μαρκέλλα, λοιπόν», της είπε διαβάζοντας το βιογραφικό
της. «Ιδιαίτερο όνοµα». Είχε κουραστεί να απαντά σε σχόλια για
την καταγωγή της.
«Ο πατέρας µου µεγάλωσε στη Χίο», σχολίασε µε αυθάδεια,
θεωρώντας ότι έτσι θα προλάβαινε την ερώτησή του. ∆εν θα ξεχνούσε το βλέµµα του όταν σήκωσε τα µάτια του από το βιογραφικό της και την κοίταξε µε απορία. «Ο παππούς µου βρέθηκε εκεί µε δυσµενή µετάθεση», συνέχισε εκείνη σε ήπιο ύφος,
αποφεύγοντας να προσθέσει το «εις την πέραν του Αλιάκµονος
περιοχή για να συνετιστεί», για να καταλήξει ύστερα από µια µικρή παύση: «Ήταν στρατιωτικός».
19

Η συνέντευξη δεν είχε κρατήσει πολύ, ήταν όµως καθοριστική για την πορεία της. Θυµόταν ότι είχε σηκωθεί από το γραφείο του όταν της είπε «από ∆ευτέρα ξεκινάτε µαζί µας, µε την
προϋπόθεση να συµφωνήσετε σε µια µικρή αλλαγή». Η Μαρκέλλα δεν είχε αρθρώσει λέξη. Θα συµφωνούσε σε ό,τι της έλεγε. Ήθελε τόσο αυτή τη δουλειά. «Ξέρω ότι έχουµε ζητήσει κάποιον να αναλάβει το τµήµα ανάλυσης της εταιρίας. Κι έχετε
πολύ καλές σπουδές. Όµως, τώρα που σας γνωρίζω, θεωρώ ότι
η δράση σάς πάει καλύτερα. Νοµίζω ότι το τµήµα συναλλαγών
σάς χρειάζεται περισσότερο», της είχε πει µ’ ένα ελαφρύ µειδίαµα. Ήταν καθισµένη στην καρέκλα απέναντί του. Η καρδιά της
χτυπούσε πιο γρήγορα, καθώς δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα είχε
την τύχη να ζήσει την ατµόσφαιρα του τµήµατος συναλλαγών,
της καρδιάς κάθε χρηµατιστηριακής εταιρίας. Το dealing room
είχε µαγεία στα µάτια της, ήταν το όνειρό της.
«Λοιπόν;» τη ρώτησε ανασηκώνοντας τα φρύδια του, θαρρείς
και ο ενθουσιασµός της δεν είχε ήδη αποτυπωθεί στο πρόσωπό
της. Τον ευχαρίστησε χαρίζοντάς του το καλύτερό της χαµόγελο.
«Φυσικά, αν σας αρέσει τόσο το γράψιµο, όπως αναφέρετε
στο βιογραφικό σας, µπορείτε να αρθρογραφείτε στον οικονοµικό Τύπο. Εµείς ενθαρρύνουµε τέτοιες δραστηριότητες και, όπως
ξέρετε, πάντα υπάρχει ζήτηση για έγκριτες αναλύσεις. Εξάλλου,
είµαστε µικρή εταιρία. ∆εν νοµίζω να χαθείτε...» είπε εκείνος γελώντας ενώ έτεινε το χέρι του προς το µέρος της. Την αρχή της
συνεργασίας τους σφράγισε µια σφιχτή χειραψία, στην οποία η
Μαρκέλλα έκλεισε όλο της τον ενθουσιασµό για την έκβαση της
συνάντησής τους.
«Συγχαρητήρια. Θα είστε η µόνη γυναίκα στην αίθουσα, αλλά, αν κρίνω από τη χειραψία, είµαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρετε».
20

Έκτοτε δεν τον έβλεπε συχνά. Θεωρούσε ότι εκείνος θα είχε
κι άλλες δραστηριότητες εκτός από τα ηνία της χρηµατιστηριακής. Με τον καιρό, η αίσθησή της αυτή επιβεβαιώθηκε. Είχε
ακόµα στο µυαλό της την εικόνα του Ηλία να µπαίνει βιαστικός
στην αίθουσα συναλλαγών µιλώντας σ’ ένα κινητό και κρατώντας ένα δεύτερο στο χέρι. Συνήθως έσκυβε και µιλούσε χαµηλόφωνα στους πιο παλιούς, δίνοντας εντολές αγοράς και πώλησης µετοχών. Η περίοδος ήταν δύσκολη. Η πορεία της αγοράς
ήταν καθοδική και η γενική κατάσταση δεν άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές για τα κίνητρά του. ∆εν καταλάβαινε τι τον είχε κάνει να αφήνει τα καράβια του στόλου του στην τύχη τους και να ξοδεύει το χρόνο του
για να κυβερνήσει τη χρηµατιστηριακή. Ένα καράβι που όλες οι
δυνάµεις της αγοράς συνωµοτούσαν στο να βουλιάξει.
Γύρω στα µέσα ∆εκέµβρη του ίδιου έτους, µια Παρασκευή
απόγευµα, οι συνάδελφοί της από το τµήµα συναλλαγών, µαζί κι
εκείνη, είχαν µαζευτεί σε κάποιο από τα χρηµατιστηριακά στέκια στο Κολωνάκι για φαγητό και ποτό. Αφού είχε προχωρήσει
η βραδιά και το αλκοόλ είχε επηρεάσει θετικά το πνεύµα της
παρέας, ήρθε και ο Ηλίας. Είχε καθίσει στην κορυφή του τραπεζιού. Ήταν ευδιάθετος, έβαλε ένα ουίσκι και εντάχθηκε στη συζήτηση σαν να ήταν από ώρα εκεί. Η έλευσή του όµως επέδρασε µάλλον αρνητικά στη Μαρκέλλα, η οποία ένιωσε ένα σφίξιµο
να την πνίγει, διώχνοντας την όποια χαλαρότητα επέβαλλε στη
συµπεριφορά της το ποτό. Παρέµενε σιωπηλή, µην µπορώντας
να χορτάσει τις µεγάλες δόσεις συµπυκνωµένης γνώσης που της
προσφέρονταν απλόχερα. Αφέθηκε στις ιστορίες των συναδέλφων της, που έχτιζαν γύρω της συζητήσεις γεµάτες πείρα και
πεζοδρόµιο.
«Μόνο η Μαρκέλλα δεν µιλάει σήµερα. Τι της κάνατε;» είπε
21

ξαφνικά ο Ηλίας δυνατά, γυρίζοντας προς το µέρος της. Η
Μαρκέλλα θυµόταν ότι την έφερε σε δύσκολη θέση καρφώνοντάς τη στα µάτια. Είχε χαµηλώσει το βλέµµα της, για να διώξει
την αµηχανία που ένιωθε. «∆εν έχω κάτι να πω, προτιµώ να
ακούω», ήταν η κοφτή απάντησή της, την οποία έσπευσε να
γλυκάνει την επόµενη στιγµή µ’ ένα µικρό µειδίαµα.
Η πιάτσα γνώριζε ότι ο Ηλίας ήταν εργένης. Κυκλοφορούσε
πάντα µε ωραίες γυναίκες, όµως δεν είχε αφήσει ποτέ περιθώρια σε καµιά τους να υπαινιχθεί την ύπαρξη σχέσης µαζί του.
Τα αστεία και τα σχόλια στο γραφείο γι’ αυτό το θέµα ήταν
πολλά. Η Μαρκέλλα είχε ενσωµατωθεί στην αντρική κοινότητα
της αίθουσας συναλλαγών, όπου περνούσε σχεδόν όλη τη µέρα
της. Οι συνάδελφοί της ήταν άνετοι µπροστά της και της φέρονταν σαν µέλος της κλίκας. Τουλάχιστον όσον αφορούσε τα
αστεία µεταξύ αντρών, γιατί τα µυστικά της δουλειάς ήταν άλλο
θέµα. Οι συνάδελφοί της, όλοι καλά παιδιά, µε όλη τη σηµασία
του ανώδυνου που κρύβει ο χαρακτηρισµός «καλά», δεν είχαν
καµία σχέση µε τον Ηλία. Ο Ηλίας είχε µια ποιότητα που δεν
έβρισκες στο χώρο του χρηµατιστηρίου. Με τον καιρό, οι δυο
τους ήρθαν πιο κοντά. Η Μαρκέλλα δεν προσπάθησε να τον
φέρει κοντά της. ∆εν έκρυψε στιγµή τα ελαττώµατα και το δύστροπο του χαρακτήρα της, ούτε όµως και την εκτίµησή της για
εκείνον. Ήταν ο εαυτός της. Στην αρχή, εκείνος πύκνωσε τις
επισκέψεις του στη χρηµατιστηριακή, ενώ τα περάσµατά του
από το dealing room κρατούσαν περισσότερη ώρα. Η Μαρκέλλα ένιωσε την προσοχή του να την πολιορκεί. Ήταν εξαιρετικά
διακριτικός, όµως εκείνη ήξερε. ∆εν την άγγιξε ποτέ, µε καµία
αφορµή. ∆εν την ακούµπησε ποτέ φιλικά στην πλάτη. «Τότε θα
ξέρεις ότι ένας άντρας είναι ερωτευµένος µαζί σου αληθινά»,
της είχε πει ο πατέρας της όταν ήταν ακόµα κοριτσάκι, «όταν
22

δεν σπαταλιέται σε ανούσια αγγίγµατα. Όταν ο έρωτας του
απαγορεύει να σε αγγίξει πριν γίνεις εντελώς δική του». Σε αντίθεση µε τους συναδέλφους της, που δεν έδειχναν φειδώ στα
άσκοπα αγγίγµατα, ο Ηλίας έστηνε γέφυρες ορατές µόνο
σ’ εκείνη. Η Μαρκέλλα αναγνώρισε στη διακριτικότητα του
Ηλία τη βεβαιότητα που χρειαζόταν για να µπει στο παιχνίδι,
δίνοντάς του το κλειδί για να εισβάλει στη ζωή της. Το παιχνίδι
αυτό είχε τελειώσει έξω από το σπίτι της µια ∆ευτέρα βράδυ.
Τη βραδιά της υποχώρησής της στο φιλί του. Τη στιγµή που
εκείνος εισέβαλε στον ζωτικό της χώρο κι εκείνη αφέθηκε, κατάλαβε ότι είχε περάσει απέναντι. Αφέθηκε, κι ας ήξερε πως
δεν θα υπήρχε γυρισµός, πως εκείνη τη στιγµή η δουλειά της
στην εταιρία του Ηλία είχε τελειώσει, πως έπαιζε στα ζάρια την
καριέρα της. Η Μαρκέλλα θυµόταν τη γλυκιά και συνάµα πικρή
αίσθηση της στιγµής που συνειδητοποίησε ότι είχε ήδη ενδώσει.
Η φωτισµένη γέφυρα που στεκόταν µπροστά της και το προειδοποιητικό µπιπ για τη βενζίνη, που αυτή τη φορά άκουσε,
την ώθησαν να κόψει απότοµα ταχύτητα, να περάσει σχεδόν
κάθετα στη δεξιά λωρίδα του δρόµου µ’ έναν απότοµο ελιγµό
και να βγει στην έξοδο του Σείριου. Ύστερα από λίγο, πάτησε
το γκάζι µαρσάροντας στο ξεκίνηµα και επέστρεψε στην εθνική.
Η κόκα λάιτ που λαχταρούσε εδώ και ώρες ήταν δίπλα της και ο
δείκτης της βενζίνης σε επίπεδα επανάπαυσης.
Η σκέψη της όµως δεν ησύχαζε. Γύριζε πάλι στον τόπο του
εγκλήµατος. Έπρεπε να δει πώς θα χειριζόταν το θέµα που θα
προέκυπτε. Ο Ηλίας ήταν σαφής στις προθέσεις του από τον
πρώτο κιόλας καιρό της σχέσης τους. Εκείνη απολάµβανε το γεγονός ότι έχει κατακτήσει την καρδιά του και σε στιγµές αυταρέσκειας ένιωθε ότι ίσως ήταν η µόνη που το έχει πετύχει αυτό.
Το ζητούµενο για τον Ηλία δεν ήταν η άψογη εµφάνιση, το
23

χρήµα ή η καταγωγή. Αναζητούσε το διαφορετικό, κι αυτό η
Μαρκέλλα το είχε αντιληφθεί, ίσως µάλιστα και να το εκµεταλλεύτηκε. Μετά από καιρό, παραδέχτηκε µέσα της ότι αυτό που
έφερνε τον Ηλία κοντά της ήταν η συµπεριφορά της. Μια συµπεριφορά που πρόδιδε στα µάτια του πως η καρδιά της, ενάντια στη λογική της, κρατούσε αποστάσεις. ∆εν θα ξεχνούσε ποτέ τη λύπη που είδε στα µάτια του όταν του ανακοίνωσε ότι
φεύγει από τη χρηµατιστηριακή για να εργαστεί στην Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς. Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ στο σπίτι του,
στη Φιλοθέη. Είχε ακόµα στο στόµα την ανάµεικτη µυρωδιά νερού και αγιοκλήµατος από εκείνη τη νύχτα. Ο Ηλίας ήταν ξαπλωµένος σ’ ένα ανάκλιντρο δίπλα στην πισίνα, όταν σηκώθηκε
από τη θέση της για να βρει καταφύγιο στην αγκαλιά του, όπου
την πρόσταξε να φωλιάσει η βραδινή ψύχρα. «Ξέρεις, θα φύγω
από την εταιρία», του είχε πει, νιώθοντας στη στιγµή τα χέρια
του να χάνουν την ψυχή που τα στήριζε, και ας παρέµεναν τυλιγµένα γύρω της. «Το έχουµε συζητήσει αυτό. Κάποια στιγµή
θα µαθευτεί η σχέση µας και δεν νιώθω καλά. Είναι λάθος. Έχω
υποβάλει τα χαρτιά µου στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ζητάνε στέλεχος για τη διεύθυνση εποπτείας αγορών. Σε λίγες µέρες
θα ξέρω». Η Μαρκέλλα έβλεπε στην αντίδραση του Ηλία το αρσενικό που όριζε την περιοχή του.
«Εσύ δεν ήσουν που έλεγες ότι µισείς το ∆ηµόσιο και ότι δεν
θα το επέλεγες ποτέ; Ούτε σε τράπεζα δεν πήγες που τόσο ήθελε ο πατέρας σου και τώρα τα παρατάς όλα; ∆εν χρειάζεται να
πας πουθενά. ∆εν έχεις ανάγκη κανέναν. Κανείς δεν µπορεί να
µου κουνηθεί».
«Ξέρω ότι µπορείς να το µπλοκάρεις», του είχε αντιγυρίσει
εκείνη, «όπως επίσης ξέρω ότι, τώρα που σ’ το είπα, δεν θα το
κάνεις», συνέχισε µε αναίδεια. Αναίδεια για την οποία µετάνιω24

σε την ίδια στιγµή, αναγνωρίζοντας ότι προερχόταν από τη σιγουριά της για τα συναισθήµατα του Ηλία. Μετά θυµόταν ότι
είχε προσπαθήσει να διασκεδάσει την κατάσταση, χρησιµοποιώντας άκοµψα σχόλια του τύπου «έλα, πού ξέρεις, µπορεί
και να σου αρέσει που θα σε ελέγχω». Ο Ηλίας της ξεκαθάρισε
από την αρχή πως δεν θεωρούσε τη συγκεκριµένη κίνηση αναγκαία, δέχτηκε όµως την αποχώρησή της από την εταιρία µε τη
στωικότητα που δείχνει ένας ώριµος ενήλικας στα καπρίτσια
ενός παιδιού. Ίσως γιατί αποφάσισε να της χαρίσει τη νίκη σε
µια µάχη, πριν κερδίσει εκείνος τον πόλεµο.
Λίγους µήνες αργότερα, και αφού εκείνη ξεκίνησε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ο Ηλίας της µίλησε πρώτη φορά για γάµο. Η Μαρκέλλα δεν ένιωθε άνετα καθώς έβλεπε τα περιθώρια
γύρω της να στενεύουν, αλλά δεν το έδειξε. Ο Ηλίας δεν ήταν
ποτέ πιεστικός µαζί της. Ήταν ένας ώριµος άντρας, τουλάχιστον
δέκα χρόνια µεγαλύτερός της, που µάλλον ένιωθε ότι ήθελε να
ξεκινήσει το ταξίδι των γονιδίων του στο χρόνο, κάνοντας οικογένεια. Εκείνη ωστόσο είχε αφήσει το συγκεκριµένο ένστικτο σε
ύπνωση εδώ και κάποια χρόνια. Μόνο µία φορά στη ζωή της είχε
σκεφτεί αυτό το ενδεχόµενο. Κούνησε το κεφάλι της σε µια προσπάθεια να διώξει τη σκέψη της µακριά από αυτό το µονοπάτι.
Ήξερε πού θα κατέληγε πάλι. Σε αυτό που δεν ήθελε να αγγίξει.
Σήµερα, σε αυτό το ταξίδι, οι διαδροµές του µυαλού της τη
γύρισαν πίσω στο χρόνο. Λονδίνο, 1998. Η Μαρκέλλα έκανε το
µεταπτυχιακό της στο London School of Economics, όταν γνώρισε τον Χριστόφορο. Τους είχε συστήσει ο Ιάκωβος, συµφοιτητής της Μαρκέλλας, µε τον οποίο έµεναν στην ίδια εστία, σε διπλανά δωµάτια, και έγιναν σε σύντοµο χρονικό διάστηµα οι καλύτεροι φίλοι. Θυµόταν τη συζήτηση που ξεκίνησε µε τον Ιάκωβο, ένα απόγευµα στο εστιατόριο της εστίας, για το ελληνικό
25

εκπαιδευτικό σύστηµα. ∆εν θα ήταν ένας µήνας που ξεκίνησαν
τα µαθήµατα, και η άποψή της για τη γύµνια της ελληνικής εκπαίδευσης ενισχύθηκε αρκετά. Αφού τελείωσαν το φαγητό, παρέµεναν καθισµένοι στο τραπέζι, µε τους βρώµικους δίσκους
ακόµα µπροστά τους, όταν εκείνη, κατά τη µόνιµη συνήθειά
της, ύψωσε τον τόνο της φωνής της:
«Είµαστε στη φωλιά του λύκου χωρίς όπλα. Ο χειρότερος
Γερµανός ξέρει τυφλό σύστηµα πληκτρολόγησης, παίζει τη βιβλιοθήκη στα δάχτυλα, έχει έναν τόνο εργασίες στην πλάτη του,
σου πετάει κανένα άπταιστο ιταλικό ή γαλλικό για την πλάκα
του και την προφορά του στα αγγλικά την ντρέπεται και η Οξφόρδη». Ο πάντα συγκαταβατικός Ιάκωβος προσπαθούσε να
την ηρεµήσει, υπερασπιζόµενος τις ικανότητες και την καπατσοσύνη των Ελλήνων, που κατά τη γνώµη του ήταν ανίκητες.
Όµως, η Μαρκέλλα δεν πτοήθηκε και συνέχισε στο ίδιο
έντονο ύφος: «Ρε Ιάκωβε, τέσσερα χρόνια σπούδαζα οικονοµικά
στην Ελλάδα και δεν είχα ακούσει λέξη για Θεωρία Παιγνίων.
Έπρεπε να αλλάξω χώρα και να δώσει ο πατέρας µου ένα σκασµό λεφτά, που δεν του περίσσευαν κιόλας, για να µάθω για το
Game Theory; Ολόκληρο Νόµπελ πήρε ο Νας κι εµείς...» ∆εν
είχε καλά καλά τελειώσει τη φράση της, όταν ένα απρόσµενο
«καλησπέρα» προσγειώθηκε δίπλα της µαζί µε µια ευχάριστη
αρσενική αύρα, για να χαλαρώσει την τεταµένη ατµόσφαιρα. Η
Μαρκέλλα ένιωσε τον αέρα που εκτόπισε η κίνησή του. ∆ευτερόλεπτα αργότερα, ένας ψηλός, µελαχρινός νεαρός κάθισε στην
καρέκλα που έστεκε άδεια στο τραπέζι τους. Είχε στρέψει το
σώµα και την προσοχή του σ’ εκείνη και, απευθυνόµενος στον
Ιάκωβο, χωρίς να τον κοιτάξει στιγµή, είπε: «Ποια είναι αυτή η
θερµόαιµη Ελληνίδα, Ιάκωβε;» Η ερώτηση αποδείχτηκε ρητορική, καθώς της πρότεινε την ίδια στιγµή το χέρι του. «Χριστόφο26

ρος. Με συναρπάζουν οι γυναίκες που παίζουν τη Θεωρία Παιγνίων στα δάχτυλα». Η Μαρκέλλα άφησε το χέρι της στο δικό
του, ενώ ο Ιάκωβος ανέλαβε τις υπόλοιπες συστάσεις.
Ο Χριστόφορος ήταν απόφοιτος του City University του
Λονδίνου, λογικά δεν είχε καµιά δουλειά στην εστία του LSE.
Εκείνο το απόγευµα όµως βρισκόταν εκεί για να επισκεφτεί την
αδερφή του, που ξεκινούσε το προπτυχιακό της στο ίδιο πανεπιστήµιο µε τη Μαρκέλλα και τον Ιάκωβο. Ο Χριστόφορος δεν
ήταν από αυτούς που θα άφηναν στην τύχη τη γνωριµία µε µια
κοπέλα που του είχε κινήσει το ενδιαφέρον. ∆ύο µέρες µετά από
εκείνη τη συνάντηση, βρέθηκαν ξανά οι τρεις τους, µε πρωτοβουλία του Χριστόφορου, για ποτό, δυο κτίρια πιο πέρα, µε θέα
τον Τάµεση. Η Μαρκέλλα θυµόταν ότι απολάµβανε την προσοχή του, που ήταν συνεχώς στραµµένη πάνω της. Είχε ενδώσει
µε ευκολία στη γοητεία του δυνατού του µυαλού καθώς και του
παρουσιαστικού του, που δεν περνούσε απαρατήρητο. Την είχαν συνεπάρει ο τρόπος του, η υπερβολική του αισιοδοξία, η
αγάπη του για το ρίσκο. Γρήγορα ερωτεύτηκε αυτό που θεώρησε ότι είδε πίσω απ’ όλα αυτά, ένα εύθραυστο παιδί που έχτιζε
θόρυβο γύρω του για να επιβιώσει.
∆εν θα ξεχνούσε ποτέ το απόγευµα εκείνο που την είχε πάρει
από το χέρι και την πήγε να δουν ένα διαµέρισµα τύπου λοφτ
στο Bankside, στη νότια όχθη του Τάµεση, σχεδόν δίπλα στη
φοιτητική εστία της Μαρκέλλας. Η θέα ήταν εκπληκτική. Είχε
µιλήσει στον Χριστόφορο αρκετές φορές για το όνειρό της να
ζήσει κάποτε σ’ ένα τέτοιο σπίτι. Ωστόσο, ήξερε πως δεν θα
µπορούσαν µε τίποτα να πληρώσουν τέτοια πολυτέλεια. ∆εν είχαν καν µιλήσει για το αν θα έµεναν µαζί. Εκείνη είχε ακόµα τις
σπουδές της να τελειώσει και έναν πατέρα που της είχε ήδη
βρει, µε τις γνωριµίες του και παρά τις δικές της αντιρρήσεις,
27

δουλειά σε τράπεζα στη Θεσσαλονίκη. Ο Χριστόφορος εργαζόταν σ’ ένα µικρό γραφείο για να βγάζει τα έξοδά του – η Μαρκέλλα δεν µπορούσε να θυµηθεί τι ακριβώς έκανε εκεί –, ενώ
ταυτόχρονα έψαχνε τη µεγάλη ευκαιρία, τη «δουλειά-στόχο»,
όπως την αποκαλούσε. Ήταν στο στάδιο της τελετουργίας των
µαθηµατικών και ψυχογραφικών τεστ, για να περάσει αργότερα
στις συνεντεύξεις µε µια χούφτα από τις µεγαλύτερες εταιρίες
του χρηµατοοικονοµικού κλάδου. Με δεδοµένη την κατάστασή
τους και µε θράσος που εξέπληξε και αφόπλισε τη Μαρκέλλα,
την είχε οδηγήσει σ’ ένα από αυτά τα λοφτ. Είχε καθίσει πλάι
του, στον καναπέ ενός εξαιρετικού ζευγαριού Γάλλων, απολαµβάνοντας ένα Beaujolais Nouveau, που η ίδια δεν θα επέλεγε
ποτέ να πιει, ακούγοντάς τον να διαπραγµατεύεται την τιµή και
το χρόνο της εγκατάστασής τους εκεί. Βρέθηκε να ακούει τη
Γαλλίδα να µιλάει στον Χριστόφορο για το επάγγελµα του συντηρητή έργων τέχνης, που προφανώς ασκούσε, ενώ εκείνος
απαντούσε ευφάνταστα και µε ευκολία στις ερωτήσεις του συζύγου της, για τη δική του υποτιθέµενη δουλειά και το εξίσου υποτιθέµενο εισόδηµά του. Βρέθηκε να βλέπει ένα σπίτι που δεν θα
µπορούσε µε τίποτα να αντέξει οικονοµικά, να γεύεται στιγµές
από µια ζωή που λίγο πριν δεν υπήρχε καν στη σκέψη της. Κανονικά αυτό θα έπρεπε να τη θυµώσει, όµως ο Χριστόφορος είχε
καταφέρει να την εγκλωβίσει στην ελευθερία που είχε χτίσει στο
παραµύθι του. Απόλαυσε αυτό το φτηνό ταξίδι στο όνειρο, όπως
εκείνοι που το αγοράζουν εξίσου φτηνά, παίζοντας στη λοταρία.
Θυµόταν τα λόγια του όταν πια είχαν φύγει από το λοφτ.
Ήταν στο δρόµο και περπατούσαν χέρι χέρι προς την εστία,
όταν εκείνος σταµάτησε απότοµα και την κοίταξε στα µάτια.
«Ένα παιχνίδι είναι όλα, και το ορίζεις εσύ. Το παν είναι τι
αφήνεις τους άλλους να πιστεύουν για σένα».
28

Στο τέλος της χρονιάς άρχισε ένας αγώνας δρόµου και για
τους δύο. Εκείνη για να τελειώσει µε επιτυχία τις εξετάσεις της
και ο Χριστόφορος για να κατακτήσει τη «δουλειά-στόχο». Κάθε
φορά γυρνούσε ενθουσιασµένος από τις συνεντεύξεις και της
διηγιόταν περιστατικά από αυτές. Απτόητος από τις απανωτές
απορρίψεις που έτρωγε, µε αποκορύφωµα την ατάκα µιας τύπισσας στην Deutche Bank – «Υou have a dangerous mind. We
can’t afford the risk of having you around1» –, για την οποία
ήταν πολύ περήφανος, κατάφερε τελικά να ξεκινήσει ως εκπαιδευόµενος στην Goldman Sachs.
Το γρατζούνισµα από τη δόνηση στο κινητό απέσπασε στιγµιαία την προσοχή της από το δρόµο. Ήταν sms από τον Ηλία.
«Μόλις µπεις Αττική Οδό, call. Μην ξεχάσεις τα µανικετόκουµπά µου».
Το sms της ολικής επαναφοράς της στην πραγµατικότητα
ήρθε σαν από µηχανής θεός να την προφυλάξει από τις κακοτοπιές. Φτάνοντας στα Οινόφυτα, αναγνώρισε τις εγκαταστάσεις
αρκετών εισηγµένων στο χρηµατιστήριο εταιριών. Η διαδροµή
ήταν ξεκούραστη και σε λίγο θα έφτανε στο τέλος της. Γεγονός
που µάλλον την ευχαρίστησε. Αυτή η χαρά όµως δεν κράτησε
πολύ. Η παλιά πληγή ζητούσε κι άλλο αίµα.
Γύρισε πάλι εκεί, στον τόπο που η καρδιά της απέφευγε να
ανταµώνει τις αναµνήσεις της. Ήταν καλοκαίρι του 1999, λίγο
πριν από τον ∆εκαπενταύγουστο. Εκείνη και ο Χριστόφορος είχαν γυρίσει στην Ελλάδα. Ο Χριστόφορος της πρότεινε να φύγουν για τη Μύκονο. Ήταν ο αγαπηµένος του καλοκαιρινός
προορισµός. Εκείνη θα πήγαινε στο νησί των ανέµων για πρώτη
1. «Έχετε επικίνδυνο µυαλό. ∆εν µπορούµε να πάρουµε το ρίσκο να σας
έχουµε κοντά µας».

29

φορά. Όλη η Ελλάδα ένα απέραντο χρηµατιστήριο. Στην παραλία, στο δρόµο, στις διαφηµίσεις, στα σίριαλ. Όλοι είχαν γίνει
«επενδυτές». Ο χρόνος είχε αναδείξει τη γελοία διάσταση της
«Ελλάδας» που παρέλυε την ώρα της «συνεδρίασης». Λεγόταν
ότι είχαν εγκαταστήσει τηλεοράσεις ακόµη και µέσα στα χειρουργεία. Τα χρήµατα έπεφταν στη χοάνη του χρηµατιστηρίου
άκριτα και µε ανατριχιαστική ευκολία, από τους ίδιους που σε
άλλες στιγµές δίσταζαν να τα ρίξουν στη δουλειά τους από φόβο
µήπως τα χάσουν. Το ψέµα ήταν τόσο όµορφο και το ζούσαν
ταυτόχρονα, όλοι µαζί. Η συλλογική αυταπάτη τράφηκε µε χρήµα ζεστό, που έκρυβε ιδρώτα και στερήσεις χρόνων. Το κόστος
όµως δεν ένοιαζε τότε κανέναν. Ήταν η ώρα να ζήσουν όλοι
µαζί την προσωπική τους δικαίωση στο όνειρο της µεγάλης
ζωής. Σκάφη κι αυτοκίνητα µε βαρύ όνοµα χάρισαν status σε
ανθρώπους που γέµισαν για πρώτη φορά τα ακριβά εστιατόρια
και ξενοδοχεία, ενώ τα σινιέ ρούχα έντυσαν µε στόµφο το ύφος
του σπουδαίου που όλοι είχαν αποκτήσει. Ό,τι άπιαστο για
τους πολλούς πριν από την έλευση του χρηµατιστηρίου έγινε
αίφνης προσιτό, και µάλιστα χωρίς κόπο. Η Μαρκέλλα έβλεπε
µε συµπάθεια την ανθρώπινη αδυναµία. Μήπως και η ίδια δεν
είχε ενδώσει; Ο πειρασµός ήταν µεγάλος και κανείς δεν αντιστάθηκε σε αυτό το κίβδηλο συλλογικό όνειρο. Ωστόσο, δεν ξεχνούσε την αποξένωση που της είχε δηµιουργήσει αυτή η ατµόσφαιρα. Εκείνη κι ο Χριστόφορος είχαν αγοράσει µετοχές και
«έπαιζαν» στο ελληνικό χρηµατιστήριο, ζώντας στο Λονδίνο
όµως δεν είχαν δει το κλίµα από κοντά.
Θυµήθηκε το σύντοµο πέρασµά της από τη Θεσσαλονίκη για
να δει τους γονείς της. Ήξερε ότι σαν µοναχοπαίδι που ήταν
την περίµεναν και οι δύο µε λαχτάρα. Πολλές φορές είχε νιώσει
πως ακόµη και η απουσία της για σπουδές στο Λονδίνο είχε φα30

νεί αιώνας σ’ εκείνους, ιδιαίτερα στον πατέρα της. Τι κι αν της
έλεγε «σε θέλω ανεξάρτητη, να µην έχεις ανάγκη κανέναν, να
δίνεις τις µάχες σου – δεν υπάρχει µεγαλύτερη ικανοποίηση», η
Μαρκέλλα ήξερε πως την ήθελε κοντά του και δεν έµεινε στο
Λονδίνο. ∆εν θα ξεχνούσε εκείνο το πρωί που είχε καβγαδίσει
µαζί του για το θέµα της τράπεζας: «Στην Ελλάδα θα γυρίσω,
αλλά σε τράπεζα εγώ δεν δουλεύω. ∆εν µου πάει. ∆εν θα είµαι
ευτυχισµένη, το καταλαβαίνεις;» του είχε ξεκαθαρίσει. Εκείνος
της είχε απαντήσει ενοχληµένος: «Στη δική µου επιχείρηση πάντως µην ελπίζεις. Η θέση του διευθυντή δεν χήρεψε ακόµα». Η
αδυναµία που της είχε ο πατέρας της συχνά τροφοδοτούσε
εντάσεις, για τις οποίες σύντοµα µετάνιωναν και οι δύο, χωρίς
όµως κανείς τους να υποχωρεί.
Μετά την έντονα φορτισµένη συζήτηση µε τον πατέρα της, η
Μαρκέλλα είχε περάσει από το χρηµατιστηριακό γραφείο µε το
οποίο συνεργαζόταν και όπου διευθύντρια ήταν µια παλιά της
συµφοιτήτρια από το πανεπιστήµιο. Είχε πάει να διευθετήσει
κάτι θέµατα µε το χαρτοφυλάκιο των µετοχών της, τα οποία
όµως αµέσως ξέχασε όταν έκπληκτη βρέθηκε να παρακολουθεί
τη σκηνή από το θέατρο του παραλόγου που εκτυλισσόταν
µπροστά της. Αντί να προχωρήσει προς το βάθος να βρει τη
διευθύντρια, κάθισε όρθια στην άκρη µε την πλάτη στον τοίχο
από το φόβο µην ταράξει, σαν ξένο στοιχείο που ένιωθε πως
ήταν, τα όσα συνέβαιναν. Σχεδόν µεσηµέρι, το γραφείο γεµάτο
άντρες, σαν αυτούς που βρίσκεις στα καφενεία ή στον ιππόδροµο, οι οποίοι είχαν κάνει πηγαδάκια. Μόλις πριν από λίγο είχε
φτάσει η είδηση για ένα σεισµό µέτριας έντασης κάπου στην
Πελοπόννησο. Η σιωπή είχε σύντοµα αποδειχτεί ρηχή. Η ανησυχία όλων αφορούσε µάλλον στον αντίκτυπο της είδησης στην
αγορά παρά στην ουσία του γεγονότος.
31

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful