Εἰρήνη

,
τὸ γλυκὺ ὄνομα

«Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν,
εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν·
οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν,
ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν».
(Ἰω. ΙΔ´ 27)

5 ΜΑΪΟΥ 2012

Περιεχόμενα
Πρόλογος............................................................... 5
Κεφάλαιο Α´.
Πόλεμος καὶ εἰρήνη
α) Οἱ ἔννοιες......................................................... 7
β) Ἡ φιλοσοφικὴ θεώρηση τῶν ἐννοιῶν
ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ὡς τὸν Μεσαίωνα......... 15
Κεφάλαιο Β´.
Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα
α) Ἡ ἀναζήτηση τῆς εἰρήνης στὴ νεότερη
καὶ σύγχρονη ἐποχή ...................................... 29
β) Ἡ σημερινὴ πραγματικότητα ......................... 39
Κεφάλαιο Γ´.
Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ
α) Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.................................... 54
β) Στὴν Καινὴ Διαθήκη ...................................... 64
Κεφάλαιο Δ´.
Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης
α) Ἡ κατάχρηση τοῦ αὐτεξουσίου..................... 86
β) Οἱ συνέπειες .................................................. 89
γ) Ὑπάρχει ἐλπίδα ........................................... 102

4
Κεφάλαιο Ε´.
Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης
α) Ὁ πλοῦτος .................................................... 107
β) Ἡ δόξα τοῦ κόσμου ..................................... 117
γ) Ἡ κοσμικὴ ζωή ............................................ 120
Κεφάλαιο ΣΤ´.
Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης
α) Γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή ............................. 126
β) Γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ
τῶν συνανθρώπων μας ................................ 133
Κεφάλαιο Ζ´.
Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
στὴν ὀρθόδοξη λατρεία...................................... 147
Κεφάλαιο Η´.
Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
α) Μὲ τὸν ἀγώνα............................................... 161
β) Μὲ τὴ θεία βοήθεια....................................... 179
γ) Ὑποδείγματα εἰρηνικά.................................. 190
Πηγὲς καὶ βοηθήματα ....................................... 203

Πρόλογος
ΣYΓΧρΟνΟΣ AνΘρωΠΟΣ καυχᾶται γιὰ τὰ
πνευματικὰ καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὰ τεχνολογικὰ
ἐπιτεύγματά του. Πράγματι κατόρθωσε νὰ
ζεῖ μὲ μεγάλη ἄνεση. Ἔχει κατακτήσει τὸ διάστημα.
Ἡ γῆ ἔγινε τὸ σπίτι του καὶ ὁ Γαλαξίας ἡ γειτονιά
του. Καὶ ὅμως δὲν ζεῖ μιὰ εὐτυχισμένη καὶ ἥσυχη
ζωή. Ποιὰ ἡ αἰτία; Ἡ ἔλλειψη τῆς εἰρήνης. «Τὸ γλυκὺ
πράγμα καὶ ὄνομα», ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, «ἡ πάντα
νοῦν ὑπερέχουσα» (Φιλ. δ´ 7), ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ ζωὴ
τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς
διακατέχεται διαρκῶς ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὸ ὁποῖο εἶναι
ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστατημένης ζωῆς του. Ἀπὸ τὸ
φοβερὸ αὐτὸ ἄγχος, τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἀϋπνία δὲν
μπορεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξει οὔτε ἡ ἀνθρώπινη σοφία
καὶ ἐπιστήμη, οὔτε ἡ τεχνικὴ πρόοδος, ἀλλὰ οὔτε καὶ
ἡ ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ εὐημερία, γιὰ
τὰ ὁποῖα τόσο καυχᾶται ὁ ἄνθρωπος· γιατὶ ὅλα τὰ
παραπάνω, ὅταν δὲν χρησιμοποιοῦνται σωστά, ὁδη-

Ο

6

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

γοῦν ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο καὶ καταντοῦν μέσα
καταστροφῆς τοῦ δυστυχισμένου ἀνθρώπου.
Μόνο Ἕνας ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐλευθερώσει τὸν
ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ ἄγχος. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ὄντως
Εἰρήνη καὶ ποὺ χορηγεῖ τὴ δική Του ὑπερέχουσα πάντα νοῦν εἰρήνη: ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός!
Ὤ, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ! Βοηθάει τὸν ἄνθρωπο·
τὸν παρηγορεῖ· τοῦ δίνει χάρη καὶ δυνάμεις ὑπεράνθρωπες!
Ἑπομένως, αὐτὸς ποὺ κερδίζει τὴν εἰρήνη τοῦ
Χριστοῦ, εἶναι φίλος Του. Κάτι περισσότερο: Παιδί
Του ἀγαπημένο! ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπου περιπατεῖ ζωντανὸς αὐτὸς ὁ Θεός! Καὶ ὑπάρχουν λόγια, γιὰ νὰ
ἐκφρασθοῦν τέτοια βιώματα;
Πότε ἄραγε θὰ θελήσει ὁ σημερινὸς ἀποστάτης
ἄνθρωπος νὰ καταφύγει στὸ μόνο εἰρηνοδότη Χριστό,
γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ἐσωτερική του ἱκανοποίηση, τὴν ψυχική του ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη;

Κεφάλαιο Α´.

Πόλεμος καὶ εἰρήνη
α) Οἱ ἔννοιες
Ὁ πόλεμος καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι οἱ δύο πόλοι γύρω
ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνέκαθεν περιστρέφεται ἡ ἱστορία
ὅλου του κόσμου.
Ἄρση τοῦ πολέμου εἶναι ἡ εἰρήνη. Καὶ ἄρση τῆς
εἰρήνης εἶναι ὁ πόλεμος.
Καὶ οἱ δύο καταστάσεις διέπονται ἀπὸ τοὺς δικούς τους νόμους καὶ δημιουργοῦν διαφορετικὰ ἀποτελέσματα.
Ἂς τὶς δοῦμε ἀναλυτικότερα.
Περὶ πολέμου
Ὡς πόλεμος θεωρεῖται ἡ ἔνοπλη σύρραξη ἀνάμεσά σε κράτη ἢ ἀνάμεσα στοὺς πολίτες μιᾶς καὶ μόνης
χώρας.
Συνηθίζομε νὰ διακρίνομε τοὺς πολέμους σὲ ἐπιθετικοὺς καὶ ἀμυντικούς. Σκοπὸς τοῦ ἐπιθετικοῦ πολέμου εἶναι ἡ κατάληψη ἐδαφῶν, ἡ σύλληψη αἰχμα-

8

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

λώτων, ἡ λεηλασία, ἡ ταπείνωση, ὁ ἀφανισμός, ἡ ὑποδούλωση ἑνὸς λαοῦ.
Δικαίωση βρίσκει μόνο ὁ ἀμυντικὸς πόλεμος, ποὺ
συνίσταται σὲ δικαιολογημένη χρήση ὁπλῶν γιὰ τὴ
διασφάλιση τῆς ἀκεραιότητας καὶ ὑπεράσπισης τῆς
ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας ἑνὸς Ἔθνους.
Μία ἄλλη μορφὴ πολέμου, ἡ πλέον εἰδεχθής, εἶναι
ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Ἐπίθεση ἀδελφῶν ἐναντίον
ἀδελφῶν. Ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων ὁ Ὅμηρος καταρᾶται τὸν ἐπιθυμητή του ἐμφυλίου πολέμου, ὅταν
λέει: «Ἔξω ἀπὸ γένους κοινωνία, ἀνόσιος καὶ χωρὶς
πατρίδα εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν φρικιαστικὸ
ἐμφύλιο πόλεμο».
Τοὺς πολέμους εἶναι δυνατὸ νὰ προκαλοῦν αἴτια
πολιτικά, θρησκευτικά, οἰκονομικά, δημογραφικά. Ὁ
Πλάτων θεωρεῖ τὸν πόλεμο ὡς προϊὸν ἀνθρωπίνων
παθῶν. Ὁ νίτσε, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἰδέες τοῦ
Μάλθους, θεωρεῖ τὸν πόλεμο ὡς βιολογικὴ ἀναγκαιότητα. Κατὰ τὸν ρενὰν μάλιστα «ὁ πόλεμος εἶναι ἕνας
ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς προόδου, ἡ ὤθηση ποὺ ἐμποδίζει
ἕνα ἔθνος νὰ ἀποκοιμηθεῖ».
Ἔτσι κάθε πόλεμος διεξάγεται κάτω ἀπὸ τὶς
πτυχὲς μιᾶς σημαίας καὶ καθορίζεται ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη ἰδεολογία ἢ κίνητρο.
Ὁποιαδήποτε ὅμως μορφὴ καὶ ἂν ἔχει ὁ πόλεμος,
ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἐλατήριά του, γεγονὸς
παραμένει ὅτι τὰ ἀποτελέσματατου εἶναι πάντοτε

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

9

ὀδυνηρά. Πολλοὶ μάλιστα φρονοῦν ὅτι σ᾿ ἕνα πόλεμο
δὲν ὑπάρχουν νικητὲς καὶ νικημένοι. Ὑπάρχουν μόνο
νικημένοι.
Θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ παρατηρήσει κανεὶς ὅτι
χάρη στὸν πόλεμο ἐπισπεύδει ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνικῆς.
Ἀλλὰ ποιὰ πρόοδος μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν
πόνο τῆς μητέρας, τὸ παράπονο τοῦ ὀρφανοῦ;
Ὁ πόλεμος εἶναι μάστιγα, ποὺ καταστρέφει ὅ,τι
μὲ μόχθο δημιουργεῖ ἡ ἀνθρωπότητα στὴν πορεία
της. Ἡ διαρκὴς ἀγωνία καὶ ὁ ἄφατος φόβος, εἶναι ἡ
σκιὰ τοῦ θανάτου, ποὺ βάζει τροχοπέδη στὴν ἀνάπτυξη τῶν τεχνῶν καὶ τῆς ἐσωτερικῆς καλλιέργειας
τοῦ ἀνθρώπου. Μετὰ ἀπὸ κάθε πόλεμο, ἡ πείνα, ἡ
πτώχεια, ἡ ἔλλειψη ἠθικῆς ἰσορροπίας εἶναι τὰ μόνα,
ποὺ ἀπομένουν μαζὶ μὲ τὰ πτώματα καὶ τὰ ἐρείπια.
Καὶ ἂν ὅλες οἱ πληγὲς τῶν ὑλικῶν καταστροφῶν
ἐπουλωθοῦν, ὑπάρχουντα δάκρυα, ὑπάρχει ὁ σπαραγμὸς μιᾶς μητέρας, ποὺ θρηνεῖ γιὰ τὴν ἀπώλεια
τοῦ παιδιοῦ της, ὅπως θρηνεῖ ἡ ἀμνὰς τὸ ἀρνί της
καὶ ἡ Παναγία τὸν Ἰησοῦ ἐσταυρωμένο: «Ὦ γλυκύ
μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον...».
Μὲ τὸν πόλεμο ἀνατρέπεται ἡ φυσιολογικὴ διαδικασία τῆς ζωῆς. Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ πατέρας τῆς ἱστορίας, ὁ Ἡρόδοτος, χαρακτηρίζει ὡς ἀνόητο ἐκεῖνον,
ποὺ προτιμᾶ τὸν πόλεμο ἀπὸ τὴν εἰρήνη. Γράφει, λοιπόν, ὁ Ἡρόδοτος: «Κανεὶς δὲν εἶναι τόσο ἀνόητος,

10

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ὥστε νὰ προτιμᾶ τὸν πόλεμο ἀπὸ τὴν εἰρήνη. Διότι
στὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης τὰ παιδιὰ θάπτουν τοὺς γονεῖς, ἐνῶ στὸν καιρὸ τοῦ πολέμου, οἱ γονεῖς θάπτουν
τὰ παιδιά τους».
Ἀντιθέτως μὲ τὴν εἰρήνη ἡ ζωὴ ἐξακολουθεῖ τὸ
φυσικὸ ρυθμό.
Δυστυχῶς, πάντοτε εἴχαμε πολέμους. Ἀντίζηλες
φυλές, νομάδες, ἀργότερα ἔθνη/αὐτοκρατορίες· ἡ
ἐλπίδα ἡ ὁποία γεννᾶται πάντοτε ἀπὸ μιὰ κατάσταση
ἀνισότητας, ποὺ παρακινεῖ τὸν ἰσχυρότερο ἡ ἐκεῖνον
ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἰσχυρότερο νὰ «κάνει πόλεμο», γιὰ νὰ ἐπιτύχει νέα σχέση δυνάμεων.
Στοὺς πολέμους ποὺ ἐνεπνέονταν ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι δοκιμασία
προκαθωρισμένη, προσεπάθησαν νὰ περιορίσουν
αὐτὴν τὴ βάσανο ἐφευρίσκοντες τὸ δίκαιο τῶν Ἐθνῶν,
τὸ δίκαιο τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ πόλεμος τελείωνε μὲ
μιὰ συνθήκη, ποὺ ὀνομαζόταν συνθήκη εἰρήνης. Ὅλα
ἦσαν εἰρήνη, ἀκόμη καὶ ὁ πόλεμος!
Στὴ σημερινὴ ἐποχή, βλέπομε νὰ ἐμφανίζεται τὸ
ἀντίθετο ἀξίωμα. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὁ πόλεμος εἶναι
συνεχής, ἡ πολιτικὴ εἶναι «ἐν δυνάμει» πόλεμος, δὲν
ὑπάρχουν πλέον συνθῆκες εἰρήνης καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι «ὅλα εἶναι πόλεμος, ἀκόμη καὶ ἡ
εἰρήνη».

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

11

Περὶ εἰρήνης
Τὸ ἄκουσμα τοῦ πολέμου κάνει νὰ ἀγωνιᾶ ἡ
ἀνθρώπινη ψυχή. Ἀντιθέτως, ἡ εἰρήνη ἠλεκτρίζει. Καὶ
εἶναι πόθος βαθύς του ἀνθρώπου ἡ «εἰρήνη, τὸ γλυκὺ
πράγμα καὶ ὄνομα».
Τὸ οὐσιαστικὸ εἰρήνη παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα
εἴρω καὶ σημαίνει συνδέω, συνάπτω. Εἰρήνη ἑπομένως σημαίνει σύναψη, ἕνωση, ἑνότητα, ὁμόνοια.
Ἡ εἰρήνη εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν ὅρος τῶν διεθνῶν σχέσεων. Γενικότερα ὁ ὅρος εἰρήνη μπορεῖ νὰ σημαίνει:
α) Τὸν τερματισμὸ εἰδικῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅπως ἡ
εἰρήνη τῆς Βεστφαλίας, ἡ εἰρήνη τῶν Βερσαλιῶν
κ.λ.π. β) Τὴν ἀνυπαρξία ἐχθροπραξιῶν, γ) Τὴν ἐνεργὸ
φιλία ἢ δ) ὁρισμένους θεσμοὺς ποὺ πέτυχαν νὰ διατηρήσουν τὴν τάξη στὶς σχέσεις μεταξὺ δύο ἡ περισσοτέρων κρατῶν ἥ τῶν κρατῶν γενικῶς. Ὁ ἅγιος
Αὐγουστῖνος διαχώριζε τὴ δεύτερη ἀπὸ τὴν τρίτη καὶ
τὴν τέταρτη ἔννοια, τονίζοντας ὅτι «ἀληθὴς εἰρήνη
δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀνυπαρξία ἐνεργῶν ἐχθροπραξιῶν,
ἀλλὰ ἡ «ἡρεμία μέσα στὴν τάξη».
Στὴ διάκριση αὐτὴ στοιχοῦν σήμερα οἱ ὅροι εἰρηνικὴ συνύπαρξη, ποὺ στὶς περισσότερες περιπτώσεις
ὑπονοεῖ καλυπτόμενη ἐχθρότητα καὶ εἰρηνικὴ συνεργασία, ποὺ ὑποδηλώνει δραστικὲς προσπάθειες, γιὰ
τὴν ἐπίτευξη κοινῶν σκοπῶν καὶ τὴ δίκαιη διευθέτηση
τῶν διαφορῶν. Τὴν ἴδια ἐπίσης διάκριση ὑπονοεῖ τὸ
ὀξύμωρο τοῦ ὅρου ψυχοπολεμικὴ εἰρήνη, δηλαδὴ ἡ

12

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

παρατεινόμενη ἔλλειψη ἐνεργῶν ἐχθροπραξιῶν μεταξὺ κρατῶν, τὰ ὁποῖα πάντως ἔχουν τόση ἀμοιβαῖα
καχυποψία καὶ ἀνταγωνιστικότητα, ὥστε ἐμπλέκονται διαρκῶς σὲ ἐχθρικὲς ἐνέργειες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μόνο ὁ πραγματικὸς πόλεμος λείπει.
Ἡ σύγχυση μεταξύ της συγκεκριμένης καὶ τῆς γενικῆς ἔννοιας τῆς εἰρήνης (ὅπως ὁρίζεται παραπάνω)
ἔχει ὁδηγήσει σὲ παράδοξες ἐκφράσεις, ὅπως τὴν
«εἰρήνη γιὰ τὸν τερματισμὸ τῆς εἰρήνης» καὶ «πόλεμος γιὰ τὸν τερματισμὸ τοῦ πολέμου». Ἡ πρώτη ἀπὸ
τὶς ἐκφράσεις αὐτὲς ἀναφέρεται σὲ μιὰ συνθήκη ἡ
ὁποία τερματίζει ὁρισμένες ἐχθροπραξίες, κατὰ τρόπο ὅμως τόσο ἄδικο, ὥστε νὰ τερματίζει ἐπίσης καὶ
τὴ δυνατότητα νὰ ἐπέλθει εἰλικρινὴς εἰρήνη καὶ συνεργασία μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων μερῶν.
Ὁ ὅρος εἰρήνη χρησιμοποιεῖται μεταφορικὰ καὶ
στὴν κοινωνιολογία, σὰν ἁρμονία, ὁμόνοια καὶ φιλία
μέσα στὴν οἰκογένεια, τὴν ὁμάδα ἡ στὶς λεγόμενες
βιομηχανικὲς σχέσεις (σχέσεις ἐργοδοτῶν ἐργαζομένων «Industrial Relations»). Ἡ χρήση αὐτὴ ἀφορᾶ
στὴν ψυχικὴ κατάσταση ἢ τὴν προσωπικότητα ποὺ
εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ταραχή, φόβο, πάθος ἡ ψυχικὲς συγκρούσεις. Τέλος, στὴ φυσική της ἔννοια ἡ
εἰρήνη εἶναι ἡ ἠρεμία, ἡ γαλήνη, ἡ ἔλλειψη θορύβου.
Ἡ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκδοχὲς τοῦ ὅρου τῆς
εἰρήνης ἀποτέλεσε τὴ βάση ἑνὸς τρόπου θεωρήσεως
στὸ πραγματικὸ πεδίο, γιὰ τὴ διατήρηση τῆς εἰρήνης.

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

13

Οἱ διπλωμάτες ἔχουν συνήθως ὡς στόχο τους τὴν
εἰρήνη, δηλαδὴ τὸν τερματισμὸ ἑνὸς συγκεκριμένου
πολέμου ἢ τὴν εἰρηνικὴ διευθέτηση διαφορῶν, ποὺ
μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν σὲ πόλεμο. Οἱ διεθνεῖς ὀργανώσεις ἐπιδιώκουν τὴν εἰρήνη, δηλαδὴ τὴν προαγωγὴ
τῆς διεθνοῦς συνεργασίας ἢ τὴν ἐγκαθίδρυση θεσμῶν
γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου καὶ τὴ δίκαιη ἐπίλυση
τῶν ἐρίδων. Οἱ ὑπέρμαχοι μιᾶς παγκόσμιας διακυβέρνησης ἢ συνομοσπονδίας ἀντιλαμβάνονται τὴν
εἰρήνη μὲ τὴν ἔννοια νὰ δημιουργήσουν θεσμοὺς μὲ
τὸ ἀναγκαῖο κύρος γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὸ δίκαιο, ποὺ
θὰ ἀποτρέψει τὴ βία. Οἱ εἰρηνιστὲς (Pacifists) καὶ οἱ
ὀπαδοὶ τῆς μὴ ἀντιστάσεως (Non Resisters), παρόλο
ὅτι συχνὰ ἐμφανίζονται νὰ ἀποδίδουν τὴν κύρια σημασία ἁπλῶς στὴν ἔλλειψη τοῦ πολέμου ἢ στὴν
«εἰρήνη μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα» -σ᾿ ἀντίθεση μὲ τοὺς
διεθνιστὲς (Internationalists) ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ
χρησιμοποιηθοῦν στρατιωτικὲς κυρώσεις ἐναντίον
τῶν ἐπιτιθεμένων- οὐσιαστικῶς ἀντιλαμβάνονται τὴν
εἰρήνη σὰν τὴ διατήρηση τῆς ψυχικῆς γαλήνης στὸ
ἐσωτερικὸ καὶ τὴν ὕπαρξη φιλικῶν σχέσεων μὲ ὅλους
τοὺς λαοὺς στὸ ἐξωτερικό. Τὴν τελευταία ἀντίληψη
τῆς εἰρήνης ὑπονοοῦν καὶ διάφορες θρησκευτικὲς
ἔννοιες, ὅπως ἡ «νιρβάνα», δηλαδὴ ἡ ἐξαφάνιση κάθε
ἀνταγωνισμοῦ καὶ κάθε διαμάχης τῶν ἀτόμων μέσα
σ᾿ ἕνα οἰκουμενικὸ πνεῦμα ἁρμονίας καὶ ἠρεμίας.
Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι μιὰ κα-

14

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τάσταση ἡσυχίας, τάξεως καὶ ἁρμονίας. Τὸ φῶς ποὺ
διαλύει τὰ ζοφερὰ σκοτάδια τοῦ πολέμου, διώχνει τὴ
σκιὰ τοῦ θανάτου, στεγνώνει τὰ δάκρυα, ζεσταίνει
τὶς πληγὲς τῶν τραυμάτων, μαλακώνει τὸν πόνο τῶν
πονεμένων καὶ γεμίζει εὐφροσύνη τὶς ψυχές.
Ἡ εἰρήνη εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαίους, θεὰ «βαθύπλουτος, καλλίστη μακαρίων θεῶν». Εἶναι ὁ δίκαιος
ὕπνος. Εἶναι ἡ ἀνατολὴ καὶ ἡ ἐγγύηση τῆς ζωῆς.
Ὅταν προβάλει ἡ εἰρήνη, τὰ πεδία τῶν μαχῶν γίνονται χωράφια, τὰ ὅπλα ἄροτρα, τὰ κράνη φωλιές, ἡ
κατάρα εὐχή, δύναμη ὄχι θάνατος, ἀλλὰ δημιουργία.
Ὁ ἄνθρωπος προάγεται μὲ τὴν καλλιέργεια τῶν
γραμμάτων, τῶν τεχνῶν, τῶν ἐπιστημῶν, μὲ τὰ ἔργα
εἰρήνης. Χάνεται ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία ὑπάρχει εἰρήνη. Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε τὴν ἀναζητᾶ ὁ ἄνθρωπος καὶ
δὲν κουράζεται ποτὲ νὰ ἀγωνίζεται γι᾿ αὐτήν.
Ἡ Λαμπιτὼ στὴ «Λυσιστράτη» τοῦ Ἀριστοφάνους
εἶναι διατεθιμένη νὰ ἀνέβει στὴν κορυφὴ τοῦ Ταϋγέτου, γιὰ νὰ δεῖ τὸ θεῖο πρόσωπο τῆς εἰρήνης: «Ἐγὼ
δὲ καὶ καποττό. Ταΰγετον γ᾿ ἄνω, ἔλσοι μ᾿ ὅπα μέλλοιμι γ᾿ εἰράναν ἰδεῖν...». Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες γενιὲς
τὴν ἀγάπησαν, ὅλες εὐχήθηκαν νὰ παραδώσουν στὶς
ἑπόμενες ὄχι τὸ δαυλὸ τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ τὴ
σκυτάλη τῆς δημιουργίας. Ὅμως οἱ περισσότερες, ἂν
ὄχι ὅλες, δοκίμασαν τὴ θηριωδία τοῦ πολέμου.
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὴ λατρεύουν περισσότερο, νὰ τὴν ἐπιζητοῦν μὲ μεγάλη

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

15

λαχτάρα. Μόνο αὐτὸς ποὺ μάχεται, γνωρίζει τὴν ἀξία
τῆς εἰρήνης. Μόνο λαοὶ ποὺ γνώρισαν τὴ φρίκη τοῦ
πολέμου, ψάλλουν τοὺς ὡραίους ὕμνους πρὸς αὐτήν.
Οἱ Ἕλληνες πολέμησαν πολὺ στὴ διάρκεια τῆς
ἱστορίας τους καὶ γι᾿ αὐτὸ λάτρευσαν ὅσο κανεὶς
ἄλλος λαὸς ὡς θεὰ τὴν Εἰρήνη. Ὁ Παλαμᾶς μὲ ἔξοχο
ποιητικὸ τρόπο δηλώνει τὴν τραγικὴ διάσταση τοῦ
Ἑλληνισμοῦ: «Τί κι ἂν τοῦ πολέμου τὸ χορὸ χορεύω,
γονατιστὸς Εἰρήνη σὲ λατρεύω».
Διότι ἡ εἰρήνη εἶναι ἄνοιξη. Ἡ δυνατότητα γιὰ
ζωὴ καὶ δημιουργία, γιὰ μόρφωση, διάσκεψη καὶ προβληματισμό. Ἡ εἰρήνη εἶναι ζωή. Εἶναι τὸ χαμόγελο
τοῦ κόσμου. Τὴν νιώθει κανεὶς ἐντονότερα, ὅταν τὴν
χάνει. Πολλὰ τὰ ἀγαθά της, πολλὰ τὰ ἐμβλήματά της,
πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ τὴν ὑποστηρίζουν, πολλοὶ αὐτοὶ
ποὺ τὴ λατρεύουν. Λίγοι ὅμως εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν
κάνουν πράξη. Οἱ περισσότεροι τὴν τραγουδοῦν καὶ
τὴν κάνουν σύνθημα πολιτικό, ζήτημα προβληματισμοῦ καὶ φιλοσοφίας. Ὄχι ὅμως καὶ τρόπο ζωῆς.
β) Ἡ φιλοσοφικὴ θεώρηση τῶν ἐννοιῶν ἀπὸ τὴν
Ἀρχαιότητα ὡς τὸν Μεσαίωνα
Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα
Κατὰ καιρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ μέχρι καὶ
σήμερα, διατυπώθηκαν διάφορες σκέψεις καὶ προεβλήθηκαν φιλοσοφικὰ καὶ πρακτικὰ σχέδια σχετικὰ

16

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

μὲ τὸν πόλεμο καὶ τὴν εἰρήνη. Προτάσεις, δηλαδή, οἱ
ὁποῖες προσπαθοῦσαν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν προβληματισμὸ τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ πολέμου καὶ νὰ δώσουν
κατευθύνσεις, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν σὲ μιὰ σταθερὴ
εἰρήνη.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες
βρίσκομε ὄχι βέβαια τὴν ἀπόρριψη κάθε μορφῆς πολέμου, ἀλλὰ τὴν ἀρνησή του, καθὼς καὶ προτάσεις
γιὰ τὴν καλλιέργεια καὶ ἐπικράτηση τῆς ἀντιλήψεως
γιὰ μιὰ κοινωνία εἰρηνική.
Ἔτσι ὁ Ἡσίοδος (τέλος 8ου π.Χ. αἰώνα), ὁ ὁποῖος
καταγόταν ἀπὸ ἀγροτική, βοιωτικὴ οἰκογένεια, σὲ
ἀντίθεση μὲ τὸν Ὅμηρο, ἔγραφε γιὰ τὸ κοινωνικό του
περιβάλλον καὶ ἐξυμνοῦσε τὸ ἰδεῶδες τῆς εἰρηνικῆς
διαβίωσης ἀνάμεσα στὴ γεωργικὴ ἐργασία καὶ τόνιζε
μὲ ἔμφαση τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἡσίοδος προβάλλει μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του ὄχι μόνο ὡς
«ποιητὴς τῆς εἰρήνης», ἀλλὰ καὶ ὡς «ἐπαναστατικὸς
μεταρρυθμιστής», ποὺ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων σαλπίζει στοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων
τὸ προσκλητήριο γιὰ δουλειά, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη.
Ὡς ἕνας ἄλλος «ὑμνητὴς» τῆς εἰρήνης θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομασθεῖ ὁ λυρικὸς ποιητὴς Πίνδαρος
(518-446 π.Χ. περίπου), ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ὁ Ἡσίοδος, σὲ κανένα σημεῖο τῶν ἔργων του δὲν ἐγκωμιάζει
τὸν πόλεμο. Ἀντιθέτως, ἀντιμάχεται κάθε μορφὴ πολέμου καὶ προβάλλει μὲ ἔμφαση τὶς συνέπειές του:

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

17

«Μόνο ὅποιος δὲν γνωρίζει τὸν πόλεμο ἀπὸ
ἐμπειρία, σ᾿ αὐτὸν εἶναι γλυκός· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ
τὸν ἔχει ζήσει, αὐτὸς φοβᾶται ἀφάνταστα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του».
Ἡ ἰδανικὴ κατάσταση γιὰ τὸν ποιητή, ὅπου πρέπει ὅλοι νὰ ἀποβλέπουν, δὲν εἶναι οἱ διαμάχες καὶ οἱ
συγκρούσεις, ἀλλὰ ἡ ἠρεμία (ἡσυχία) καὶ ἡ εἰρήνη.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ προσωποποιεῖ τὴν Ἡσυχία, κόρη τῆς Δίκης (δικαιοσύνης), ἐνῶ τὴ θεωρεῖ φίλη ἀληθινὴ τοῦ
κράτους. Μέσῳ αὐτῆς κάθε πολίτης ἀποκτᾶ ὑπέρτατη εὐδαιμονία.
Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἠράκλειτου (560-480 π.Χ. περίπου) στὴν ἰδέα τῆς εἰρήνης ἐκφράζεται στὰ πλαίσια
μιᾶς διαλεκτικῆς σκέψεως. Ὁ κόσμος, ἰσχυρίζεται ὁ
Ἡράκλειτος, διέπεται ἀπὸ ἕνα διπλὸ νόμο, ὅπου ἡ
βασικὴ ἀντίθεση Ἔρις-Εἰρήνη κυριαρχεῖ σ᾿ ὅλα: «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων βασιλεὺς καὶ
τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε, τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς δὲ
δούλους ἐποίησε, τοὺς δὲ ἐλευθέρους».
Ὡστόσο, σὲ καμιὰ περίπτωση ὁ Ἡράκλειτος δὲν
ἐξυμνεῖτον πόλεμο, ἀντιθέτως, τὸν θεωρεῖ ὡς ἀναγκαία προύποθεση σ᾿ ἕνα ἑνοποιημένο κόσμο, ὁ ὁποῖος
δὲν θὰ ὑπῆρχε χωρὶς τὴ διαρκὴ ἐναλλαγὴ καὶ πάλη
τῶν ἀντιθέτων: «Πρέπει νὰ ξέρουμε, ὁ πόλεμος εἶναι
κοινὸς καὶ δίκαιο εἶναι ἡ διχόνοια καὶ ὅλα μὲ τὴν διχόνοια γίνονται καὶ ἀπὸ ἀνάγκη».
Ἐδῶ ἡ «διχόνοια» σημαίνει τὴ δυαδικὴ ἀντίθεση.

18

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Μὲ ἄλλα λόγια ὁ πόλεμος δὲν κατανοεῖται ὡς ἀγώνας
γιὰ τὴν ἐπιβίωση καὶ ἐπικράτηση μέσῳ τῆς βίας καὶ
τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ ὡς μία ἀναγκαιότητα, ὡς
ἕνας κοσμικὸς νόμος, ἀπὸ ὅπου προέρχεται «ἢ ὡραιότερη ἁρμονία», ἡ εἰρήνη.
Ὁ πόλεμος ἑπομένως γιὰ τὸν Ἠράκλειτο εἶναι
«παιγνίδι τοῦ γίνεσθαι, τοῦ εἶναι καὶ τοῦ χρόνου τῆς
γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς, τῆς διαρκοῦς ἀλλαγῆς καὶ
ἀνανεώσεως τοῦ κόσμου».
Τὸν 5ον καὶ 6ον αἰώνα κεντρικὴ ἰδέα τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς σκέψεως εἶναι ἡ ἁρμονικὴ συμβίωση
τόσο μεταξὺ τῶν πολιτῶν, τῶν μεμονωμένων πόλεων,
ὅσο, κυρίως, καὶ μεταξὺ τῶν κρατῶν. Οἱ Ἑλληνικὲς
πόλει ςκράτη κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἕνα ἀπόλυτο ἐγωκεντρισμὸ ποὺ ὑποθάλπει τὴν ἐμπάθεια καὶ τὶς ἀντιζηλίες μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες καὶ ὁδηγοῦν σὲ ἀλλεπάλληλους πολέμους ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν περίοδο
αὐτή. Ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ βαθμιαία ἀπομόνωση τῶν
πόλεων καὶ ἡ ἀντίστοιχη ἐνδυνάμωση τῆς θέσης τῶν
ἐχθρῶν Περσῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπειλοῦν ἔμμεσα τόσο
τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀσφάλεια τῶν Ἑλλήνων τῆς
Μ. Ἀσίας, ὅσο καὶ κυρίως τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου.
Οἱ σοφιστὲς -μὲ κύριο ἐκπρόσωπό τους τὸ Γοργία- ὁ Ἰσοκράτης, ὁ Λυσίας, οἱ ποιητές, ὅπως ὁ Εὐριπίδης καὶ ὁ Ἀριστοφάνης κ.ἄ. προωθοῦν τὶς ἀνθρωπιστικὲς αὐτὲς ἰδέες καὶ προσπαθοῦν νὰ διαμορφώσουν τὴν πολιτικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς τους. Ὑψώ-

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

19

νουν τὴ φωνή τους καὶ κηρύττουν κυρίως τὴν ἁρμονικὴ συμβίωση καὶ τὴν ἕνωση ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Γίνονται ἐκφραστὲς τοῦ πανελληνισμοῦ (Πανελλήνια
ἰδέα), διότι πιστεύουν ὅτι μὲ τὴν κατάπαυση τῶν
ἐμφυλίων πολέμων καὶ τὴν ἑνοποίηση ὅλων τῶν
Ἑλλήνων, θὰ ἑδραιωθεῖ ἡ κοινὴ εἰρήνη στὸ πανελλήνιο
καὶ θὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἡ ἀπειλὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν
Ἀνατολή.
Ὁ Πλάτωνας (427-347 π.Χ.) ὑποστηρίζει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος θὰ πρέπει νὰ διάγει «τὸν κατ᾿ εἰρήνην
βίον» καὶ νὰ συμπεριφέρεται «νομοταγῶς». Κατανοεῖ τὴν εἰρήνη ὡς τὸ «καλύτερο» ποὺ θὰ μποροῦσε
νὰ ὑπάρξει. Ὁ Πλάτωνας πιστεύει ὅτι, ὅταν τὰ μέλη
μιᾶς κοινωνίας περιορίζονται στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν
βασικῶν τους ἀναγκῶν, τότε θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτραπεῖ κάθε πόλεμος. Στὴν περίπτωση αὐτὴ θὰ εἴχαμε μία «ὑγιῆ πόλη», στὴν ὁποία θὰ ἐπικρατοῦσε ἡ
«εὐήθεια» καὶ ἡ «δικαιοσύνη». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως
ποὺ ἀρχίζει κανεὶς νὰ τοποθετεῖ ὑψηλὲς ἀπαιτήσεις
στὴ ζωή του, οἱ ὁποῖες εἶναι δύσκολο νὰ ἱκανοποιηθοῦν, τότε ὠθεῖται σὲ διενέξεις καὶ πολέμους. Βλέπει δηλαδή, ὡς βασικὴ αἰτία τοῦ πολέμου τὴν προσπάθεια τῶν ἀνθρώπων γιὰ ἱκανοποίηση ἀπραγματοποίητων ἀναγκῶν.
«Διότι τοὺς πολέμους, τὶς ἐπαναστάσεις καὶ τὶς
μάχες τίποτε ἄλλο δὲν προξενεῖ παρὰ μόνο τὸ σῶμα
καὶ οἱ ἐπιθυμίες του».

20

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Καὶ γιὰ νὰ δώσει μεγαλύτερη ἔμφαση στὴν «πηγὴ
τοῦ κακοῦ», τονίζει: «Ἂς μὴ μιλήσομε ἀκόμη γιὰ τὸ
ἂν ὁ πόλεμος ἔχει κακὰ ἢ καλὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ
νὰ τονίσομε αὐτὸ μονάχα, ὅτι δηλαδὴ βρήκαμε ἀπὸ
ποὺ προέρχεται ὁ πόλεμος, ποὺ ἅμα γίνεται, φέρνει
τόσες δυστυχίες καὶ στοὺς πολίτες καὶ στὶς πόλεις».
Ὁ πόλεμος ἰσχυρίζεται ὅτι ἀνήκει στὴν πλευρὰ
τοῦ σωματικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Στόχος του εἶναι
μόνο ἡ ἀπόκτηση κατωτέρων, πρόσκαιρων ἀγαθῶν,
μὲ καταστρεπτικὲς ὅμως συνέπειες γιὰ τὸν ἴδιο τὸν
ἄνθρωπο. Τὸ ἰδανικότερο ὅλων εἶναι μιὰ διαρκὴς κατάσταση εἰρήνης, ἡ ὁποία ὅμως δύσκολα μπορεῖ νὰ
πραγματοποιηθεῖ. Ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ ἐπιδίωξη τῆς
ἀθάνατης ψυχῆς νὰ κυριαρχήσει στὸ σῶμα καὶ νὰ τὸ
ἐξαναγκάσει νὰ περιορίσει τὶς ἀπαιτήσεις του.
Ὁ μαθητὴς τοῦ Πλάτωνα καὶ διδάσκαλος τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὁ Ἀριστοτέλης (384-322 π.Χ.)
ὑπῆρξε ὁ φιλόσοφος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὁρμώμενος ἀπὸ
πραγματικὰ γεγονότα, κατανόησε τὴν εἰρήνη.
Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου διαιρεῖται κατὰ τὸν
Ἀριστοτέλη σὲ «πολεμικὴ» καὶ «εἰρηνική». Οἱ πράξεις
τῶν ἀνθρώπων ἔχουν τόσο δημιουργικό, ὅσο καὶ καταστρεπτικὸ χαρακτήρα.Ἐπίσης ὁ Ἀριστοτέλης ἐμφανίζεται ὡς ὑποστηρικτὴς τῆς ἑνώσεως τῶν Ἑλλήνων
κάτω ἀπὸ μιὰ δύναμη καὶ προβάλλει ἔνθερμα τὴν
«πανελλήνια ἰδέα».
«Ἀλλὰ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων. ἔχει δύναμη νὰ

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

21

κυριαρχήσει ἐπὶ πάντων, ἂν συνενωθεῖ σὲ μιὰ πολιτεία».
Παραμένει ὅμως σταθερὸς στὸ θέμα τῆς διάκρισης μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων. Οἱ ἀντιλήψεις του δηλαδὴ γιὰ τὴν εἰρήνη περιορίζονται στὰ
πλαίσια τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου.
Στὰ ρωμαϊκὰ χρόνια
Ἡ λέξη «εἰρήνη» ἐκφράσθηκε στὰ λατινικὰ μὲ
τὸν ὅρο «Pax» καὶ προβλήθηκε στὸ νέο πλέον χῶρο,
τὸ ρωμαϊκὸ κόσμο, τὸν 1ον αἰώνα.
Ἡ «Pax Romana» στηρίχθηκε βασικὰ στὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο, τὸ ὁποῖο ἀποτέλεσε τὸ μέσο γιὰ τὴν
ἐξασφάλιση τῶν συμφερόντων τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
Βασικοὶ ἐκφραστὲς τῆς Pax Romana ὑπῆρξαν ὁ
Κικέρων, ὁ Σενέκας καὶ ὁ Μάρκος Αὐρήλιος.
Ὁ Μάρκος Ἰούλιος Κικέρων (106-43 π.Χ.) εἶναι
ἡ κορυφὴ τῆς ρωμαϊκῆς σκέψης. Ὁ Κικέρων δὲν
ἀπορρίπτει τὸν πόλεμο, ἀλλὰ τὶς μεθόδους τοῦ πολέμου. Κατανοεῖ τὴν εἰρήνη στὰ πλαίσια τῆς Pax Romana καὶ δέχεται τὴν ἐπικράτηση καὶ τὴν ἐπιβολὴ
τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας ὡς βάση γιὰ τὴν ἑδραίωση
τῆς εἰρήνης.
Ὁ Κικέρων θεωρεῖται ὡς ὁ πρῶτος ἐκπρόσωπος
τῆς ἰδεολογίας τοῦ «δίκαιου πολέμου» (Bellum Justum).Ἡ διάκριση ὅμως μεταξὺ ἑνὸς δίκαιου καὶ ἑνὸς

22

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἄδικου πολέμου (Bellum in Justum) δὲν κατανοήθηκε,
ὅπως αὐτὸ ἔγινε ἀργότερα στὸν Μεσαίωνα, ὡς ἕνα
μέσο ἐπιβολῆς τῆς ἰσχύος, ὅπου μὲ τὸν «δίκαιο πόλεμο» μποροῦσε κανεὶς νὰ μεταβάλει τὸ De Facto μονοπώλιο τῆς φυσικῆς ἰσχύος σ᾿ ἕνα De Jure μονοπώλιο.
Ὁ Λεύκιος Ἀνναῖος Σενέκας (6 π.Χ. – 65 μ.Χ.), ὁ
ὁποῖος γεννήθηκε στὴν Κόρδοβα τῆς Ἱσπανίας, ἦλθε
ὅμως στὴν ρώμη σὲ νεαρὴ ἡλικία, μαζὶ μὲ τὸν Μάρκο
Αὐρήλιο, θεωρεῖται ὡς βασικὸς ἐκπρόσωπος τῶν φιλοσοφικῶν ἀντιλήψεων τῆς νέας Στοᾶς, ποὺ κυριαρχοῦν στοὺς δυὸ πρώτους αἰῶνες τῆς χριστιανικῆς
ἐποχῆς. Μὲ βάση τὴ στωικὴ φιλοσοφία, ὁ Σενέκας
τοποθετήθηκε κριτικὰ στὴν ἀναγνώριση τῆς ὑποδούλωσης τῶν λαῶν καὶ στὴν ἐξαφάνιση τῶν φυλῶν ὡς
μιὰ ἔνδοξη πράξη καὶ διακήρυξε ὅτι «ὁ ἀληθὴς φιλόσοφος εἶναι διδάσκαλος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ». Γι᾿
αὐτὸ καὶ δὲν παραδεχόταν οἱ ἀποφάσεις τῆς Συγκλήτου νὰ νομιμοποιοῦν ἀπάνθρωπες καὶ βίαιες πράξεις. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ πρόταση τοῦ ρωμαίου
φιλοσόφου στὴν ἰδέα τῆς εἰρήνης εἶναι ἡ ἀναφορά
του γιὰ τὸ «εἰδυλλιακὸ κράτος τῆς φύσεως», σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη
ὅτι τὸ ὑπαρκτὸ κράτος εἶναι τὸ «ὕπερτατο μέσο
ἠθικῆς τελειότητας». Ἐγκωμίαζε μὲ ἄλλα λόγια τὴν
«παγκόσμια πόλη τῆς φύσης, ὅπου πραγματοποιεῖται
ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων μὲ βάση τὸ φυσικὸ δίκαιο»
καὶ ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἦσαν εὐτυχισμένοι καὶ ἀθῶοι,

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

23

οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν μιὰ ἁπλὴ ζωὴ χωρὶς τὶς πολυτέλειες
τοῦ πολιτισμοῦ καὶ χωρὶς νὰ ἔχουν κυριευθεῖ ἀπὸ τὸ
κίνητρο τῆς ἀπληστίας καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Εἶναι ἡ «χρυσὴ ἐποχή», ἡ ὁποία
πίστευε ὅτι προηγήθηκε τῆς ἐποχῆς τοῦ πολιτισμοῦ.
Ὁ Μάρκος Αὐρήλιος (121-180 μ.Χ.) εἶναι ὑποστηρικτὴς τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου:
«Κανενὸς ἀνθρώπου τύραννος, κανενὸς ἀνθρώπου
δοῦλος». Προβάλλει μιὰ κοσμοπολίτικη-ἀνθρωπιστικὴ
ἀντίληψη μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ προέλθει ἡ
ἰσοτιμία, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ εἰρηνικὴ διαβίωση μεταξὺ
τῶν ἀνθρώπων. Στὴν αὐτοκρατορικὴ περίοδό του
προσπάθησε, ὅσο ἦταν δυνατό, νὰ ἐφαρμόσει στὴν
καθημερινὴ πρακτικὴ μιὰ «εἰρηνικὴ πολιτική».
Στὸ χριστιανικὸ Μεσαίωνα
Στὰ πρῶτα χρόνια του χριστιανισμοῦ ὑπῆρχε μιὰ
κοινὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου. Μὲ
τὸν Μ. Κωνσταντῖνο ὁ χριστιανισμὸς ἔλαβε τὴ θέση
μιᾶς κρατικῆς θρησκείας καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀνακάλυψε
μέσα ἀπὸ τὰ κοσμικὰ πρότυπα τὸ συσχετισμό της μὲ
τὴν κρατικὴ ἰσχὺ καὶ παράλληλα τὸ μέσο γιὰ τὴν διεξαγωγὴ πολέμων.
Ἀποφασιστικὸ ρόλο γιὰ τὴν ἀντίληψη ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε σ᾿ ὅλο τὸν Μεσαίωνα σχετικὰ μὲ τὸν προβληματισμὸ τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης, ἔπαιξαν οἱ
στοχασμοὶ τοῦ Αὐγουστίνου. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα τεσ-

24

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

σάρων θεωρητικῶν, τοῦ Δάντη, τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτου,
τοῦ Pierre Dubois καὶ τοῦ Fransisco de Victoria.
Ὁ Αὐγουστῖνος (354-430) στηρίζει τὶς σκέψεις
του στὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολίτης δύο
κρατῶν, τοῦ κράτους ποὺ γεννήθηκε καὶ τοῦ κράτους
τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο: «Ἡ ἀνθρώπινη φύση
εἶναι μοναδική: Εἶναι πνεῦμα καὶ σῶμα καὶ γι᾿ αὐτὸ
εἶναι συγχρόνως πολίτης αὐτοῦ του κόσμου καὶ μαζί
της ἐπουράνιας ζωῆς».
Σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὴν ἰδέα τῆς εἰρήνης πιστεύει ὅτι ἡ
ἀληθινὴ εἰρήνη, Pax Aeterna (αἰώνια εἰρήνη), εἶναι ἡ
οὐράνια γαλήνη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς στὸ θεϊκὸ βασίλειο. Ἀντιθέτως μιὰ διαρκὴς εἰρήνη στὴν ἐπίγεια ζωὴ δὲν
μπορεῖ νὰ ἐπικρατήσει. Στὸ θεϊκὸ κράτος ὁ ἄνθρωπος
μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει τὸ ὑψηλότερο ἀγαθό, εἴτε ὡς εἰρήνη στὴν αἰώνια ζωὴ εἴτε ὡς αἰώνια ζωὴ στὴν εἰρήνη.
Ὁ πόλεμος γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο εἶναι κατὰ βάση
πάντα ἕνα κακό, διότι πάντα ἀποτελεῖ τὸ αἴτιο τῆς
ἀδικίας, τουλάχιστον τῆς μιᾶς πλευρᾶς. Δίκαιο ὀνομάζει μόνο τὸν πόλεμο, ὁ ὁποῖος γίνεται γιὰ τὴν ἀποπεράτωση καὶ τὴν ἐπαναπόκτηση καταπατηθέντων
ἀγαθῶν. Ἔτσι διατυπώνεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸ
χριστιανικὸ Μεσαίωνα ἕνα κριτήριο ἐκτιμήσεωςτων
εὐθυνώντου πολέμου.
Στὰ μέσα περίπου τοῦ Μεσαίωνα καὶ μετὰ τὸ
1.000 ἐμφανίζεται μιὰ νέα χριστιανικὴ ἀντίληψη, ἡ
ὁποία συνδέθηκε μὲ τὸ αἴτημα γιὰ δημιουργία μιᾶς

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

25

ἐπίγειας (γήινης), αἰώνιας εἰρήνης, ἀνάλογης μὲ τὴ
θεϊκὴ Pax Aeterna.
Ὁ βασικὸς ἐκφραστὴς τῆς νέας αὐτῆς ἀντίληψης
ὑπῆρξε ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης (1125-1275), θεολόγος τοῦ
Μεσαίωνα. Γιὰ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτο ἡ Vera Pax (ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη) στηρίζεται στὴν κοινωνικὴ τάξη, ὅπως
αὐτὴ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴ θεία θέληση. Ὡρισμένες
ἄλλες κοινωνικὲς (δυτικὲς) τάξεις (διαρρυθμίσεις) δημιουργοῦν μόνο φαινομενικὲς καὶ πρόσκαιρες εἰρηνικὲς
καταστάσεις, ποὺ δὲν διαρκοῦν, διότι δὲν εὐθυγραμμίζονται μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς «θεϊκῆς δικαιοσύνης».
Ὁ πόλεμος ἀντιπροσωπεύει ἕνα νόμιμο πολιτικὸ
μέσο στὰ χέρια τῶν χριστιανῶν μοναρχῶν, μὲ τὴν
ἐννοια ὅτι ὁ στόχος τοῦ πολέμου βρίσκεται στὴν ἀποκατάσταση μιᾶς εἰρηνικῆς τάξεως, ποὺ ἡ χριστιανικὴ
Μοναρχία προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλει μὲ τὴ βοήθεια τῆς
«δίκαιης θείας θέλησης».
Ὁ Δάντης Ἀλιγκιέρι (1265-1321) τόνιζε ὅτι γιὰ
τὴν ἑδραίωση τῆς εἰρήνης ἀπαιτεῖται ἡ ἵδρυση ἑνὸς
παγκόσμιου θεσμοῦ, ποὺ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ διευθετεῖ τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν κρατῶν καὶ νὰ ἒπιβάλει τὴν τάξη στὸ διεθνὴ χῶρο.
Ἡ συμβολὴ τοῦ Πιὲρ ντυμπουὰ (1250-1321) στὴν
ἰδέα τῆς εἰρήνης στηρίζεται στὴ διατύπωση ἑνὸς σχεδίου
ποὺ ἀπέβλεπε στὴ δημιουργία μιᾶς εὐρωπαϊκῆς κοινότητας (συμμαχίας) γιὰ τὴν κατάργηση τοῦ πολέμου,
καθὼς καὶ στὴν ἵδρυση ἑνὸς ἀντιπροσωπευτικοῦ σώ-

26

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ματος διὰ τὴν ἐπανάκτηση τῶν Ἁγίων Τόπων. Παράλληλα πρότεινε τὴ σύσταση ἑνὸς μόνιμου δικαστηρίου, ποὺ
θὰ διευθετοῦσε τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν συμμάχων.
Ἡ ἰδέα τῆς εἰρήνης παίρνει ἰδιαίτερη σημασία τὸν
15ο αἰώνα. Κατ᾿ αὐτὸν ἀντικρούεται ἡ μεσαιωνικὴ
ἀντίληψη σχετικὰ μὲ τὰ θέματα εἰρήνης καὶ πολέμου
ἐν ὄψει τῶν νέων τεχνικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν
πραγματικοτήτων. Τὰ κράτη προσανατολίζουν τὴν
πολιτική τους κατὰ προτίμηση σὲ στόχους ποὺ ἀποβλέπουν στὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ συμφέροντός τους.
Ὁ νικόλαος Μακιαβέλλι (1469-1507) στὸ ἔργο του
«Ὁ Πρίγκιπας» γιὰ πρώτη φορὰ βασίζει τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀτόμων σὲ ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ ἀποκρούει ὁλοκληρωτικὰ τὴν χρήση τοῦ πολέμου ὡς μέσο ἰσχύος.
Τὸ ἐνδιαφέρον στηρίζεται στὴν πολιτικὴ ἐξουσία
καὶ πιστεύει ὅτι μιὰ διαρκὴς εἰρήνη μπορεῖ νὰ ἐπικρατήσει μόνο, ὅταν ὑπάρχει μιὰ ἰσχυρὴ ἐξουσία ποὺ
νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιβάλει τὴν τάξη ἔστω καὶ μὲ
ἐξαναγκαστικὰ μέτρα.
Πάντως ὁ Μακιαβέλλι κάθε ἄλλο παρὰ ἔχει συμβάλει στὴν προώθηση τῆς ἰδέας τῆς εἰρήνης. Ἡ βασική
του συμβολὴ στὴ γενικότερη προβληματική της πολιτικῆς διαδικασίας ἦταν ἡ προβολὴ δυὸ βασικῶν παραγόντων: «συμφέρον» καὶ «ἰσχύς». Δὲν μποροῦσε
ὅμως ὁ Μακιαβέλλι νὰ διακρίνει πόσο ἡ ἐνίσχυση τῆς
ἐξουσίας ὁδηγεῖ στὴν κατεύθυνση μιᾶς πολιτικῆς συμπεριφορᾶς χωρὶς καμία ἀναγνώριση τῆς ἀνθρώπινης

Κεφάλαιο Α´. Πόλεμος καὶ εἰρήνη

27

ἀξιοπρέπειας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, παρὰ μόνο
στὴν ἐπικράτηση τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς ἰσχύος
κατὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ δίκαιου τοῦ ἰσχυροῦ.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Μακιαβέλλι ἐμφανίζονται οἱ
σκέψεις τοῦ Ὀλλανδοῦ Δεσιδέριου Ἔρασμου (14641536), ὁ ὁποῖος τοποθετεῖται ἀπέναντι στὶς πολιτικὲς
καὶ θρησκευτικὲς διαμάχες τῆς ἐποχῆς του μὲ συμβιβαστικὸ καὶ εἰρηνικὸ πνεῦμα.
Ὁ Ἔρασμος ἀντλεῖ, σχετικὰ μὲ τὴν κριτική του
τοποθέτηση πρὸς τὸν πόλεμο, ἐπιχειρήματα τόσο ἀπὸ
τὶς φυσικονομικὲς θέσεις τῆς ἀρχαιότητας, ὅσο καὶ
ἀπὸ τὸν μεσαιωνικὸ χριστιανισμό. Ὁ πόλεμος, τονίζει,
ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, ποὺ
πηγάζει ἀπὸ τὴ φύση, καὶ μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς
χριστιανικῆς φιλοσοφίας.
Οἱ θέσεις τοῦ Ἔρασμου διακρίνονται ἀπὸ πνεῦμα
μὴ πολιτικὸ καὶ οὐτοπιστικό. Ἔχουν ἕνα ἀνθρωπιστικὸ καὶ ἀντιμιλιταριστικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ καὶ
υἱοθετοῦν μιὰ πολεμικὴ γραμμὴ ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ
τὸ πλαίσιο μιᾶς καθαρὰ εἰρηνικῆς ἀντίληψης.
Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλος
αὐτὸς ὁ φιλοσοφικὸς προβληματισμὸς ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως τὸν Μεσαίωνα γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὸν πόλεμο, καλλιέργησε μὲν τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων,
ἀλλὰ δὲν ἐξαφάνισε τὴ φρίκη τῶν πολέμων.
Ἡ εἰρήνη ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι τὸ ἀνέφικτο ζητούμενο.

28

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

29

Κεφάλαιο B´.

Ἡ εἰρήνη·
τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα
α) Ἡ ἀναζήτηση τῆς εἰρήνης
στὴ νεότερη καὶ σύγχρονη ἐποχή
Θὰ περίμενε κανεὶς δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ Χριστὸ νὰ ἦσαν ἀρκετά, γιὰ νὰ καταλάβουμε ποιὰ εἶναι
ἡ σπουδαιότητα τῆς εἰρήνης γιὰ τὸν κόσμο.
Ὅμως ἐξακολουθεῖ ἡ εἰρήνη νὰ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ τοῦ
ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιὰ ὡς σήμερα
ὑπῆρξε μιὰ ἀδιάκοπη σχοινοβασία ἀνάμεσα στὸν πόλεμο καὶ τὴν εἰρήνη. Οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων παρουσιάζονται νὰ κινοῦνται, ὅπως τὸ ἐκκρεμές, ἀνάμεσα στὸν πόλεμο καὶ τὴν εἰρήνη.
Στὴ νεότερη ἐποχή
Ἔτσι μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου πολλὰ στοιχεῖα
της μεσαιωνικῆς σκέψεως ἐμφανίζονται στὴ νεότερη
κατανόηση τῆς ἰδέας τῆς εἰρήνης σὲ συνδυασμὸ πα-

30

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

λαιῶν καὶ καινούργιων στοιχείων. Ἡ πολιτικὴ καὶ
θρησκευτικὴ σκέψη, ποὺ μέχρι τότε ταυτίζονταν,
ἄρχισαν μὲ βραδὺ ρυθμὸ νὰ διαχωρίζονται. Ἀρχίζει
ἡ ἐκτίμηση τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἰδιαιτέρως
στὶς οὐτοπιστικὲς ἀντιλήψεις τοῦ παρελθόντος. Παρουσιάζεται ἡ διαμόρφωση τῶν φεουδαρχικῶν μοναρχιῶν σὲ κράτη κυρίαρχα. Ἡ ἰδέα τῆς εἰρήνης
ἀποκτᾶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἕνα πρακτικὸ χαρακτήρα. Διάφορες περιστάσεις πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀντίθεση ποὺ δημιουργεῖται μεταξὺ κυρίαρχων κρατῶν.
Αἰτία, τὸ συμφέρον ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ καὶ ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Μερικὲς ἀπόψεις ἐπισήμων, πολιτικῶν προσώπων
ἀφενὸς καὶ ἀφετέρου ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων, μᾶς
κατατοπίζουν πληρέστερα.
Ὁ Sully (1560-1641), ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν
του Ἐρρίκου VI στὴ Γαλλία, πρότεινε τὸ «Grand design»(Μεγάλο σχέδιο) γιὰ τὴν Εὐρωπαικὴ Ἕνωση.
Μὲ τὸ σχέδιο αὐτὸ ἀπέβλεπε στὴν ἐνίσχυση τῆς «Republique Christienne». Ὡς πρότυπο γι᾿ αὐτὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ συμβούλιο ὁ Sully προτείνει τὶς «Ἑλληνικὲς
ἀμφικτυονίες». Μὲ τὶς προτάσεις του ὁ Sully δὲν
ἀποτρέπει τὸν πόλεμο σ᾿ ὅλες του τὶς μορφές.
Ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ συγγραφέας Emeric
Crusé (1590-1648) στὸ «Le nouveau cynée», διατύπωσε ἕνα γενικὸ καὶ οἰκουμενικὸ σχέδιο εἰρήνης. Ἀπέ-

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

31

βλεπε σὲ μιὰ μελλοντικὴ παγκόσμια κοινωνία μὲ μιὰ
κοινὴ πολιτικὴ ποὺ θὰ καθόριζε ἰσοτίμως γιὰ ὅλα τὰ
μέλη μέσα ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἐπικρατοῦσε ἡ διαρκὴς
εἰρήνη.
Ἐπίσης ὁ William Peny (1644-18) πρότεινε σχέδιο
γιὰ τὴν ἐπικράτηση καθολικῆς εἰρήνης διὰ μέσου της
δημιουργίας μιᾶς Εὐρωπαϊκῆς Κοινωνίας, ἡ ὁποία ὡς
βασικὴ ἁρμοδιότητα θὰ εἶχε τὴν ἐπίλυση τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κοινωνίας.
Ἀργότερα ὁ Jean- Jacques Rousseau (1712-1778)
διατύπωσε ἕνα συνοπτικὸ Judgement sur la Paix Perpétuelle, ὅπου ὑπογραμμίζει ρεαλιστικὲς ἐλπίδες γιὰ
μιὰ Εὐρωπαϊκὴ ὁμοσπονδία Κρατῶν, πρὸς ἀποτροπὴ
τοῦ πολέμου.
Καταβάλλεται προσπάθεια νὰ προβληθοῦν καὶ
συγκριθοῦν δυὸ διαφορετικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν προώθηση τῆς ἰδέας τῆς εἰρήνης τοῦ ἄλλου φιλοσόφου
Thomas Hobbet, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι
δυνατὸ νὰ ἐξασφαλισθεῖ μέσῳ μιᾶς ἰσορροπίας μεταξὺ τῶν Κρατῶν καὶ τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου Immanuel Kant, ποὺ ἕνα αἰώνα ἀργότερα διακήρυξε
ὅτι ἡ εἰρήνη θὰ μποροῦσε νὰ ἐξασφαλισθεῖ μόνο μέσῳ
δημοκρατικῶν πολιτευμάτων.
Στὴ νεότερη ἐποχή, μέχρι δηλαδὴ τὸν Α´ Παγκόσμιο πόλεμο, ἔχομε Συνέδρια καὶ Διασκέψεις εἰρήνης.

32

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Τὸ 1848 πραγματοποιήθηκε στὶς Βρυξέλλες τὸ Α´
Διεθνὲς Συνέδριο Εἰρήνης.
Ἕνα χρόνο ἀργότερα πραγματοποιεῖται στὸ Παρίσι τὸ Δεύτερο Διεθνὲς Συνέδριο Εἰρήνης (22.8.
1849).
Τὸ 1850 συνέρχεται Διεθνὲς Συνέδριο Εἰρήνης ποὺ
πραγματοποιήθηκε τὸν Αὔγουστο στὴ Φραγκφούρτη
τῆς Γερμανίας. Διηύθυνε ὁ Γάλλος Victor Hugo, ποιητὴς καὶ λογοτέχνης. Σ᾿ αὐτὸ λήφθηκαν ἀποφάσεις
ποὺ εἶχαν ὡς κεντρικὸ ἄξονα τὴν ἑδραίωση τῆς εἰρήνης καὶ τὴν ἐξάλειψη τῶν μιλιταριστικῶν καὶ ἐχθρικῶν τάσεων μεταξὺ τῶν κρατῶν.
Τὸ 1856 στὸ Συνέδριο Εἰρήνης τοῦ Παρισιοῦ, ποὺ
θέτει τέρμα στὸν Κριμαῖκο πόλεμο, καταδικάσθηκαν
ἐπισήμως οἱ ἔνοπλες συγκρούσεις μεταξὺ τῶν
κρατῶν. Ἔγινε τότε σύσταση σ᾿ ὅλα τὰ κράτη νὰ
ἐξαντλοῦν τὶς δυνατότητες διαπραγματεύσεων πρὶν
ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐμπλοκὴ σὲ ἐμπόλεμες καταστάσεις.
Τὸ 1864 τὰ κινήματα εἰρήνης κατέκτησαν μιὰ μεγάλη ἐπιτυχία: Μετὰ ἀπὸ πρωτοβουλία τοῦ ἰατροῦ
Heure Durant ἀμερικανικὰ καὶ εὐρωπαϊκὰ κράτη
συμφώνησαν, σὲ ἑπόμενες καὶ διαφοροποιημένες
συνθῆκες τῆς Γενεύης, νὰ ἐντάξουν διατάξεις σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὄφειλαν στὸ ἑξῆς νὰ σέβονται
τοὺς στρατιῶτες στὸ πεδίο τῆς μάχης (νεκροὺς καὶ
τραυματίες).

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

33

Τὸ πρῶτο παγκόσμιο Συνέδριο Εἰρήνης, συνῆλθε
στὴ ρώμη τὸ 1892 καὶ ἵδρυσε τὸ Διεθνὲς Γραφεῖο
Εἰρήνης, ὀργάνωση ἰδιωτικοῦ χαρακτήρα, ἡ ὁποία
εἶχε ὡς κύριο σκοπὸ νὰ συγκαλεῖ ἐτήσια διεθνῆ συνέδρια εἰρήνης.
Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Τσάρου νικολάου II πραγματοποιήθηκαν τὸ 1899 καὶ τὸ 1907 στὴ Χάγη δυὸ
διασκέψεις Εἰρήνης, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὡς βασικὸ στόχο
τὴν ἐπεξεργασία προτάσεων γιὰ ἀφοπλισμὸ καὶ εἰρηνικὴ διευθέτηση τῶν διεθνῶν διαφορῶν.
Στὴ σύγχρονη ἐποχή
Τὸ 1919 μετὰ τὸ τέλος τοῦ Α´ Παγκοσμίου πολέμου ὑλοποιήθηκε ἡ δημιουργία μιᾶς παγκόσμιας
ὀργάνωσης γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς τάξεως στὸ διεθνὴ
χῶρο καὶ τὴν ἀποτροπὴ μελλοντικῶν πολέμων. Ἡ
παγκόσμια αὐτὴ ὀργάνωση ὀνομάσθηκε «Κοινωνία
τῶν Ἐθνῶν». Σ᾿ αὐτὴ ἐνετάχθησαν 63 κράτη, ἀπὸ τὰ
ὁποῖα τὰ 19 ἀποχώρησαν καὶ πάλι. Τὸ καταστατικό
της συμπεριελάμβανε ἀρχὲς ποὺ εἶχαν ὡς κεντρικὸ
στόχο τὴν ἑδραίωση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης.
Ἐντούτοις, οἱ ἔνοπλες συγκρούσεις συνεχίσθηκαν
μὲ τὴν ἴδια ἔνταση. Καὶ εἴκοσι χρόνια ἀργότερα ξέσπασε ἕνας νέος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Μετὰ τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ Β´
Παγκοσμίου Πολέμου ἱδρύεται τὸ 1945 «ὁ Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν» μὲ σκοπὸ νὰ διαφυλάξει

34

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὴ ἀσφάλεια καὶ εἰρήνη στὸ διεθνῆ χῶρο. Οἱ κανόνες
ποὺ συγκροτοῦν τὸν Καταστατικὸ Χάρτη ἀποτελοῦν
τὴ βάση τῆς μελέτης τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἀναφέρονται κατὰ κύριο λόγο στὶς διαστάσεις γιὰ τὴ διευθέτηση τῶν διακρατικῶν διαφορῶν, τὴν ἀποτροπὴ
τοῦ πολέμου, τὴν εὐρύτερη ρύθμιση τῶν διεθνῶν σχέσεων καὶ γενικὰ τὴν προάσπιση τῆς εἰρήνης.
Τὸ Συμβούλιο Ἀσφαλείας τοῦ Ο.Η.Ε. εἶναι τὸ ταχύτερο ὄργανο, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς διεθνεῖς διαφορές,
εἶναι δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λαμβάνει τὰ «ἀσφαλιστικὰ μέτρα» γιὰ νὰ διευθετηθεῖ μιὰ διένεξη, ὥστε
νὰ μὴν ἐξελιχθεῖ σὲ πόλεμο.
Ἡ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ο.Η.Ε. συζητεῖ καὶ ἐξετάζει τὶς διαφορὲς καὶ τὰ διάφορα προβλήματα ποὺ
ἀναφύονται στὸ διεθνῆ χῶρο καὶ λαμβάνει συγκεκριμένες ἀποφάσεις γιὰ τὴν ἐξομάλυνση τῆς διεθνοῦς
εἰρήνης καὶ ἀσφάλειας.
Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ
Ο.Η.Ε. υἱοθετεῖ ἀρχὲς καὶ στόχους ποὺ, ἐὰν γίνονταν
πραγματικὰ σεβαστὲς ἀπὸ τὰ μέλη του, δὲν θὰ
ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφισβήτηση σχετικὰ μὲ τὴν ἑδραίωση
τῆς παγκόσμιας εἰρήνης. Παρόλα αὐτὰ ὁ κόσμος δὲν
ἄλλαξε. Ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου ἔγινε αἰσθητὸς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, ἰδιαίτερα μὲ τὴν
ἀνακάλυψη τῆς χρήσης τῶν πυρηνικῶν ὅπλων καὶ τὴν
ἔνταση τῶν ἐξοπλισμῶν μεταξὺ τῶν δύο ὑπερδυνάμεων, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

35

Σοβιετικῆς Ἕνωσης, μέχρι πρὸ ὀλίγου, καθὼς ἐπίσης
καὶ ἄλλων συμμαχικῶν κρατῶν.
Ὁ Ο.Η.Ε. προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσει ἄμεσα
καὶ ἀποτελεσματικὰ καταστάσεις κρίσεων μεταξὺ
τῶν κρατῶν καὶ κυρίως γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν κλιμάκωση τῶν κρίσεων αὐτῶν, οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν
νὰ ὁδηγήσουν σὲ πόλεμο καὶ νὰ θέσουν ἔτσι σὲ κίνδυνο τὴ διεθνῆ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια, καθιέρωσε στρατιωτικὲς μονάδες ἀπὸ κράτη-μέλη μὲ κύριο σκοπὸ τὴ
δυναμικὴ ἐπέμβαση μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας.
Ἡ Γενικὴ Συνέλευση τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν πρόβαλλε τὴν ἰδέα τῶν ἀποπυρηνοποιημένων ζωνῶν.
Ἐπανειλημμένως δὲ ὑποστήριξε τὴν ἀναγκαιότητα
καὶ τὴ σημασία τους στὴν ἑδραίωση τῆς παγκόσμιας
εἰρήνης.
Εἶναι ὅμως γνωστὸ ὅτι οἱ διεθνεῖς συμφωνίες καὶ
συμβάσεις ποὺ συνομολογήθηκαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη
τοῦ Ο.Η.Ε., δὲν ἔχουν ἐφαρμοσθεῖ. Πυρηνικὰ ὅπλα
συνεχίζονται νὰ παράγονται καὶ νὰ δοκιμάζονται
διαρκῶς, ἐνῶ ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου γίνεται ὁλοένα
καὶ μεγαλύτερος.
Ὑπάρχει τὸ Διεθνὲς Δικαστήριο τῆς Χάγης, τὸ
ὁποῖο εἶναι ὄργανο μὲ ἀποστολὴ τὴν ἑρμηνεία τῶν
διαφόρων συνθηκῶν σὲ περίπτωση ποὺ τὰ κράτη διαφωνοῦν ὡς πρὸς τὴν ἐπίλυση τῶν διαφορῶν τους, εἴτε
αὐτὲς ἀναφέρονται στὸ πλαίσιο τῶν ἀποφάσεων τοῦ

36

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ο.Η.Ε., εἴτε ἄλλων ἀποφάσεων καὶ κανόνων δικαίου,
ποὺ προύπηρχάν του Ο.Η.Ε. (π.χ. Σύμβαση τῆς Λωζάνης κ.λ.π.). Ἐπίσης ἁρμοδιότητα τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου εἶναι νὰ ἀσχολεῖται μὲ κάθε θέμα διεθνοῦς
δικαίου, νὰ διατυπώνει ἐὰν ὑπάρχουν ἡ δὲν ὑπάρχουν
γεγονότα, ποὺ ἀποτελοῦν παράβαση διεθνῶν ὑποχρεώσεων.
Παρόλα αὐτά σε μιὰ γενικὴ ἐκτίμηση τοῦ ἔργου
τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι δὲν
ὑπῆρξε ἀποτελεσματικό.
Ἡ Διάσκεψη γιὰ τὴν Ἀσφάλεια καὶ συνεργασία
στὴν Εὐρώπη (Δ.Α.Σ.Ε.), στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος
35 εὐρωπαϊκὰ Κράτη (ἐκτὸς τῆς Ἀλβανίας), καθὼς
καὶ οἱ Η.Π.Α. καὶ ὁ Καναδᾶς, ὑπῆρξε ἡ σημαντικότερη πολυμελὴς διεθνὴς προσπάθεια γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἀσφάλειας καὶ τῆς εἰρήνης στὴν Εὐρώπη.
Γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Διασκέψεως αὐτῆς ἔγιναν διάφορες πολυμερεῖς διαβουλεύσεις ἀρχικὰ στὸ
Ἐλσίνκι (ἀπὸ 22.11.1972 ἕως 8.6.1973), δεύτερον στὴ
Γενεύη (ἀπὸ 18.9.1973 ἕως 21.7.1975), τρίτον στὸ
Ἐλσίνκι (ἀπὸ 3.7.1974 ἕως 18.1.975). Αὐτὴ ὑπῆρξε
καὶ ἡ τελικὴ πράξη, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κύριο ἀποτέλεσμα τῆς Δ.Α.Σ.Ε. Τὰ συμμετέχοντα κράτη στὴ Διάσκεψη τοῦ Ἐλσίνκι διακήρυξαν ὅτι εἶναι ἀποφασισμένα νὰ σεβασθοῦν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὶς ἀρχὲς
τῆς τελικῆς Πράξης τοῦ Ἐλσίνκι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ
πολιτικό, οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικό τους σύστημα.

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

37

Οἱ υἱοθετημένες ἀρχὲς τῆς Δ.Α.Σ.Ε. καὶ οἱ συνεχεῖς συμφωνίες δηλώνουν ἕνα πλατύ, μακροχρόνιο
καὶ σαφὲς πλαίσιο γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ἐξασφάλισης
τῆς Εὐρωπαίκης ἀσφάλειας, καὶ ἐπηρεάζουν τὶς διακρατικὲς σχέσεις στὴν Εὐρώπη θετικά. Δημιούργησαν
δὲ ἕνα κλίμα εἰρήνης στὸ διεθνῆ χῶρο.
Τὸ σοσιαλιστικὸ πρότυπο
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς σοσιαλιστικῆς σκέψης ἡ ἰδέατης εἰρήνης ἀκολούθησε μιὰ νέα κατεύθυνση. Οἱ
Μὰρξ καὶ Ἔγκελς καὶ ἀργότερα ὁ Λένιν ὑπῆρξαν οἱ
βασικοὶ θεωρητικοὶ τοῦ σοσιαλισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ πρόβλημα τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ πολέμου σὲ
μιὰ νέα βάση.Ἐτόνισαν ὅτι πρόκειται γιὰ φαινόμενα,
ποὺ καθορίζονται ἀπὸ τὸν ἀνταγωνιστικὸ ταξικὸ χαρακτήρα τῆς κοινωνίας καὶ ὅτι ἡ διαρκὴς εἰρήνη μπορεῖ
νὰ ἐξασφαλισθεῖ διὰ μέσου μιᾶς νέας κοινωνικῆς ρύθμισης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐκμεταλλευτὲς καὶ ἐκμεταλλευόμενοι, προνομιοῦχοι καὶ μὴ
προνομιοῦχοι, ἐνῶ παράλληλα θὰ ἐξασφαλίζεται μιὰ
δικαιότερη κατανομὴ τῆς παραγωγῆς καὶ θὰ στερεώνεται ἡ πολιτικὴ ἐξουσία τῆς ἐργατικῆς τάξεως.
Μιὰ ἄλλη ἀρχὴ ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἰδέα
τῆς εἰρήνης στὴ σοσιαλιστικὴ θεώρηση καὶ ἡ ὁποία
ἀποκρούει τὴν «ἐξαγωγὴ τῆς ἐπαναστάσεως» εἶναι
ἡ «εἰρηνικὴ συνύπαρξη». Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ προεβλήθηκε
ἀπὸ τὸν Λένιν καὶ κατανοήθηκε ὡς μιὰ προσπάθεια,

38

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἡ ὁποία ἀποβλέπει στὴ δημιουργία εἰρηνικῶν καταστάσεων μεταξὺ Κρατῶν μὲ διαφορετικὰ κοινωνικὰ
καὶ οἰκονομικὰ συστήματα, καθὼς ἐπίσης καὶ οἰκονομικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὐτῶν.
Τὸ σοσιαλιστικὸ πρότυπο εἰρήνης βασίζεται στὴ
μαρξιστικὴ κυρίως θεωρία, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ
ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία τῶν μέσων παραγωγῆς, ἡ διάρθρωση τῆς κοινωνίας σὲ ἀνταγωνιστικὲς τάξεις,
καθὼς καὶ ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τὴ
μειοψηφία τῆς ἄρχουσας τάξης, ἀποτελοῦν τὴ βασικὴ
αἰτία τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπιθετικῆς συμπεριφορᾶς.
Καὶ ἄλλες «στρατηγικὲς» γιὰ τὴν εἰρήνη
Δὲν ἔλειψαν καὶ ἄλλες προσπάθειες πρὸς ἀναζήτηση τῶν αἰτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἔλλειψης τῆς
εἰρήνης, ὅπως εἶναι ἡ καταστολὴ τῆς ἀτομικῆς ἐπιθετικότητας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης, ἡ προώθηση εἰρηνικῶν στρατηγικῶν, ὁ ἀφοπλισμὸς καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐξοπλισμῶν, ἡ στρατηγικὴ τῆς ἀποτροπῆς
(μὲ στρατιωτικὰ μέσα), ἡ στρατηγική της κοινωνικῆς
ἄμυνας, ἡ στρατηγικὴ τοῦ μονομεροῦς ἀφοπλισμοῦ,
ἡ εἰρήνη μέσῳ τῆς καταστολῆς τῆς ὀργανωμένης βίας,
ἡ εἰρήνη ὡς ὑπόθεση τῆς ἐπιστήμης, ἡ ἀνάπτυξη τῆς
ἔρευνας τῆς εἰρήνης, ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ στὴν κριτικὴ ἔρευνα τῆς εἰρήνης καὶ τέλος ἡ παιδαγωγική της
εἰρήνης (Peace Education) ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸ μέρος
στὴ γενικότερη ἔρευνα τῆς εἰρήνης. Αὐτὴ στηρίζεται

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

39

στὰ πλαίσια μιᾶς μακροπρόθεσμης ἐρευνητικῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βασικὸ στόχο τὴ συνειδητοποίηση ἐκ μέρους τῶν ἀτόμων, τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ τῶν λαῶν, τῆς ἀξίας μιᾶς εἰρηνικῆς συμβίωσης, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν πολιτικῶν συστημάτων, ἀπὸ τὶς πολιτικές, ἰδεολογικές, θρησκευτικές,
φυλετικὲς κ.λ.π. διαφορὲς μεταξύ τους. Μὲ ἄλλα λόγια ἐπιδιώκεται ἡ ἀναζήτηση τρόπων ἐπικοινωνίας
μεταξὺ τῶν λαῶν πέρα ἀπὸ τὰ σύνορά τῶν κοινωνικοοικονομικῶν συστημάτων διαβίωσής τους, καθὼς
ἐπίσης καὶ ἀνάπτυξης τῆς ἐπιθυμίας γιὰ εἰρήνη ἀντὶ
γιὰ πόλεμο.
Μὲ ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε ἐκτεθέντα νομίζομε ὅτι
δίδεται μιὰ ἰδέα πῶς διὰ μέσου τῶν νεότερων χρόνων
οἱ ἄνθρωποι καταβάλλουν κάθε προσπάθεια γιὰ νὰ
ἀποφύγουν τὸν πόλεμο καὶ ἐπιζητοῦν μὲ κάθε τρόπο
καὶ μέσο τὴν εἰρήνη.
β) Ἡ σημερινὴ πραγματικότητα
Διαπιστώσεις
Ἐὰν ἔριχνε κανεὶς σήμερα ἕνα βλέμμα στὴν ὀθόνη
τῆς παγκόσμιας ἐπικαιρότητας, εὔκολα θὰ μποροῦσε
νὰ διαπιστώσει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δεσπόζει εἶναι ἡ
πανανθρώπινη ἐπιχείρηση γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς εἰρήνης. Διεθνεῖς ἀμφικτυονίες, παγκόσμιες διασκέψεις,
διεθνεῖς ἐπιτροπὲς δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, δια-

40

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

κηρύξεις «πανανθρώπινης συναδέλφωσης», διεθνιστικὰ συνθήματα, εἰρηνευτικὲς δυνάμεις, «κυανόκρανοι», μεσολαβητές, εἰρηνιστές, ἀφίσες, κλάδοι ἐλαίας,
λευκὰ περιστέρια, ὑψωμένες γροθιές, ἰαχές: εἰρήνη!
Αὐτὰ ὅλα στὸ πρῶτο πλάνο.
Καὶ στὸ δεύτερο; Μιὰ ἄριστα ὀργανωμένη συνομωσία μίσους, ἀδικίας, ἐξολοθρευτικῶν πολέμων:
Ἀεροπειρατεῖες, ἐπιχειρήσεις κομμάντος, φόνοι ἀθώων
αἰχμαλώτων, περιύβριση ἀδυνάτων, ἀπαγωγεῖς, δολοφονίες, πειρατές, ληστές, βομβιστές, ἐκμεταλλευτὲς
καὶ πρόσφυγες, ἀνέστιοι, ἄνθρωποι ποὺ πεθαίνουν
ἀπὸ πείνα καὶ ἐγκατάλειψη.
Ἐποχὴ πεισιθάνατη καὶ βαθύτατα λυπημένη μὲ
ἀνθρώπους ποὺ ἀδιάκοπα διψοῦν γιὰ διασκέδαση,
γιὰ κραιπάλη, γιὰ ἱκανοποίηση τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ
ποὺ μέσα, βαθειά τους, ἔχει ἄνοιξει τὰ χείλη της ἡ
πηγὴ τῆς ἀπελπισίας καὶ ἀναβλύζει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
φαρμάκι. Ἐποχὴ σκοτεινή, μὲ ἀνθρώπους τρομαγμένους καὶ μοναχικούς.
Βέβαια, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καμαρώνει γιὰ τὰ
πνευματικὰ καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὰ τεχνολογικά του
ἐπιτεύγματα.Ἡ ἐκπληκτικὴ πρόοδος στὸν τεχνικὸ τομέα τοῦ προσφέρει ἀπεριόριστες δυνατότητες. Ὁ
ἄνθρωπος μπορεῖ σήμερα νὰ ζεῖ μὲ μεγάλη ἄνεση,
μπορεῖ μέσα σὲ λίγες ὧρες νὰ βρίσκεται ἀπὸ τὴ μιὰ
ἄκρη τοῦ κόσμου στὴν ἄλλη, μπορεῖ νὰ βλέπει καὶ νὰ
μιλεῖ σὲ ἀνθρώπους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

41

του.Ἔχει κατακτήσει τὸ διάστημα, ἡ Γῆ εἶναι τὸ σπίτι
του, ὁ Γαλαξίας ἡ γειτονιά του!
Καὶ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους
καὶ γιὰ ἀκόμη περισσοτερουςνὰ ἔχει ὁ ἄνθρωπος μιὰ
εὐτυχισμένη καὶ ἥσυχη ζωή, εἰδικὰ σήμερα ὁ ἄνθρωπος
διακατέχεται ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο ἄγχος, τὸ μεγαλύτερο φόβο καὶ τὴ χειρότερη ἀγωνία. Σήμερα, στὸν αἰώνα
τῆς ἐπανάστασης τῆς Ἐπιστήμης, ζοῦμε συνεχῶς κάτω
ἀπὸ τὴ φοβερὴ σκιὰ τοῦ πολέμου. Καὶ αὐτό, διότι ὁ
αἰώνας τῆς Ἐπιστήμης δὲν ὑπῆρξε αἰώνας τῆς λογικῆς.
Καυχόμαστε γιὰ τὶς πνευματικὲς κατακτήσεις μας,
ἀλλὰ μᾶς διαφεύγει μιὰ λεπτομέρεια. Ποιά; Ἂν κατορθώσουμε τελικὰ νὰ ἐπιβιώσουμε. Τὰ σημερινὰ
ὅπλα τὸ ἀποκλείουν. Ἂν γίνει καὶ ἄλλος παγκόσμιος
πόλεμος, ἡ ζωὴ θὰ ἀφανισθεῖ καὶ ἴσως ὁ πλανήτης
διαλυθεῖ μέσα στὸν περιπλανώμενο κοσμικὸ κονιορτό.
Στοὺς δύο προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους
εἴχαμε ἀπώλεια ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, στὸν τρίτο
θὰ ἔχουμε ἀπώλεια τῆς γῆς.
Βέβαια, οἱ περισσότεροι κλεισμένοι στὸ «καβούκι» τῆς προσωπικῆς τους ἀσφάλειας φαντάζονται ὅτι
μιὰ τέτοια προοπτικὴ εἶναι πολὺ μακριὰ γιὰ νὰ τοὺς
θίξει ἄμεσα. Πιστεύουν ὅτι ἡ λογική τῶν «Μεγάλων»
θὰ πρυτανεύει, ἐφόσον ζοῦν αὐτοί. «Après moi, le
déluge»! Ὁ Λουδοβικισμὸς σ᾿ ὅλη τὴ δόξα του.

42

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Οἱ αἰτίες ποὺ καθιστοῦν ἐπισφαλῆ
τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου
Μελετώντας τὶς αἰτίες ποὺ κλονίζουν τὴν εἰρήνη
τοῦ κόσμου παρατηροῦμε ὅτι ὁ πιὸ σοβαρὸς λόγος
ποὺ καθίστα τὴν εἰρήνη ἐπισφαλῆ εἶναι οἱ ἐξοπλισμοί,
τὰ χημικὰ καὶ πυρηνικὰ ὅπλα ἐπιστημονικῆς τεχνολογίας, τὰ ὁποῖα ἀποβαίνουν ἐπίτευγμα τοῦ πολιτισμοῦ ζοφερὸ καὶ ἐπαίσχυντο.
Τὰ χημικὰ ὅπλα γιὰ πρώτη φορὰ χρησιμοποιήθηκαν στὸν πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ἰδιαίτερα, στὰ
ὑψώματα Ypres, ὅπου τὸ χλώριο τὸ ὁποῖο ἐκτοξεύτηκε ἀπὸ χιλιάδες κυλίδρους ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξόντωση χιλιάδων
στρατιωτῶν. Καὶ ἡ φρίκη ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν
χημικῶν ὅπλων κατὰ τὸν πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο
ἦταν ἐκείνη ποὺ ἔκανε τοὺς λαοὺς ὅλων τῶν χωρῶν
νὰ συγκεντρωθοῦν στὴν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ
ὑπογράψουν τὸ Πρωτόκολλο τῆς Γενεύης τὸ 1925 γιὰ
τὴν κατάργηση τῶν χημικῶν ὅπλων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη
ὑπολογίζεται ὅτι περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο
ἄτομα, κυρίως στρατιῶτες, δέχθηκαν τὴ βλαβερὴ ἐπίδραση τῶν χημικῶν ὅπλων καὶ περίπου τὸ 10% πέθαναν ἀπὸ φρικτὰ ἐγκαύματα ἢ ἀπὸ ἀσφυξία. Κατόπιν χημικὰ ὅπλα ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μικροτέρων πολέμων.
Σήμερα ἡ ἰσχὺς τῶν πυρηνικῶν ὁπλοστασίων ἰσοδυναμεῖ μὲ ἕνα ἑκατομμύριο βόμβες τῆς Χιροσίμα καὶ ὁ

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

43

σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχοντας νωπὰ στὴ μνήμη του τὰ
τραύματα τοῦ προηγούμενου πολέμου αἰσθάνεται σὲ
κάθε βῆμα τὴν ἀπειλὴ τῆς παγκόσμιας καταστροφῆς.
Τὸν Μάϊο τοῦ 1985 πραγματοποιήθηκε διεθνὴς
συνάντηση ὀργάνωσης εἰρήνης στὸ ἐθνικὸ Ἵδρυμα
Ἐρευνῶν μὲ θέμα: «Οἱ κύριοι στόχοι τοῦ φιλειρηνικοῦ
κινήματος, 40 χρόνια στὴν ἀντιφατικὴ νίκη». Προσκεκλημένος τῆς Ε.Ε.Δ.Υ.Ε. ἦταν ὁ Σαμιτέρου Τανιγκούτει, ὁ ὁποῖος ἐπέζησε ἀπὸ τὸ βομβαρδισμὸ τοῦ ναγκασάκι. Ἡ ἀφήγησή του ὑπῆρξε συγκλονιστική:
«Ἔζησα τὸ βομβαρδισμὸ στὸ ναγκασάκι, ὅταν
ἤμουνα 16 χρονῶν. Ἔκανα ποδήλατο 2 χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὸ ἐπίκεντρο. Ἡ ἔκρηξη μὲ πέταξε στὸ χῶμα
μὲ μιὰ ταχύτητα περίπου 280 χιλιόμετρα τὴν ὥρα.
»Τὸ ποδήλατό μου κάηκε ἀπὸ τὴ θερμότητα, ποὺ
ἔλιωσε σίδερα καὶ λάστιχα σὲ μιὰ μάζα. Πεσμένος
στὸ χῶμα ἔτρεμα σὰν νὰ γινόταν σεισμός· καὶ νόμιζα
ὅτι θὰ πεθάνω.
»Μετὰ ἀπὸ μιὰ ὥρα συνῆλθα καὶ κοίταξα τὸν
ἑαυτό μου. Τὸ δέρμα μου ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ πλάτη
μου μέχρι τὰ δάκτυλά μου ἦταν καμμένο, μαύρη στάχτη εἶχε κολλήσει στὰ δάκτυλά μου. Ἐκεῖ μὲ βρῆκαν
μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες. Μετὰ ἀπὸ πεντε μέρες ἄρχισε
ἡ πληγή μου νὰ ματώνει κι ὁ πόνος δυνάμωνε, ἀλλὰ
γιὰ ἕνα μήνα δὲν ὑπῆρχαν καθόλου φάρμακα. Μέρα
μὲ τὴ μέρα τὸ καμμένο μέρος τοῦ σώματός μου σάπιζε. Συνεχῶς ἄκουγα νὰ ψιθυρίζουν γύρω μου ὅτι

44

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

θὰ πεθάνω σὲ μιὰ-δυὸ μέρες. Στὸ στῆθος μου ὑπῆρχαν βαθειὲς πληγές, ποὺ δὲν ἔκλειναν ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ραδιενέργειας, μέχρι ποὺ σάπισαν.
»Ἔτσι ζῶ ἐδῶ καὶ 40 χρόνια. Σήμερα ἡ ἐπιστήμη
ἔχει ἀναπτύξει ὅπλα, ποὺ μποροῦν νὰ καταστρέψουν
10 φορὲς τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ. Ἡ ζωή μου τελείωσε στὸ ναγκασάκι ἐδῶ καὶ 40
χρόνια. Δὲν εἶμαι ἄνθρωπος. Εἶμαι Χιμπουκοῦσα....».
Ἡ ἰσορροπία τρόμου ποὺ ἔχει ἐπιβληθεῖ στὴ διεθνῆ
κονίστρα, ἔχει δημιουργήσει ἕνα κλίμα φόβου, ἀνασφάλειας καὶ ἀμοιβαίας καχυποψίας μεταξὺ τῶν
ὑπερδυνάμεων.
Μεγάλοι κένταυροι, ἀλλὰ καὶ μικροὶ ἐξοδεύουν ἕνα
ἑκατομμύριο δολλάρια τὸ λεπτὸ γιὰ ἐξοπλισμούς, διαθέτουν πυρηνικὰ ὅπλα, ποὺ ἰσοδυναμοῦν μὲ ἕνα ἑκατομμύριο χημικὲς βόμβες σὰν ἐκεῖνες ποὺ ἑξαφάνισαν
τὴ Χιροσίμα, ἐπινοοῦν χημικὲς ἑνώσεις, ποὺ μποροῦν
νὰ μεταβάλουν ὅλη τὴ γῆ σὲ «θάλαμο ἀερίων».
Ἡ ὕπαρξη αὐτῶν τῶν ὅπλων καὶ μόνο ἀποτελεῖ
λεπίδι στὸ λαιμὸ τοῦ πλανήτη. Διότι ἡ κατοχὴ τέτοιων
φονικῶν ἐργαλείων γεννᾶ κάθε στιγμὴ τὸν πειρασμὸ
τῆς χρήσης τους.
Ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια καὶ ἀπὸ λάθος ἂν ἀποδεσμευθεῖ, εἶναι ἱκανὴ νὰ μετατρέψει τὸν πλανήτη σὲ
μιὰ ἄμορφη μάζα καὶ νὰ ἐξαλείψει κάθε ἴχνος ζωῆς
καὶ κάθε προοπτικὴ γιὰ μελλοντικὴ ἐπανεμφάνιση
ζωϊκοῦ ὀργανισμοῦ.

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

45

Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος δὲν διδάχθηκε τίποτε ἀπὸ τὴ
φρίκη τῆς Χιροσίμα. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφαρμόζει
μιὰ πολιτικὴ αὐτοκτονίας. Βλέπει ὡς ἔσχατη λύση
τῶν διαφωνιῶν του τὸν πόλεμο, ποὺ ἔρχεται πάντοτε
ψυχρός, ἀπρόσωπος καὶ θανατηφόρος.
Οἱ δεκάδες ἑστίες «μικρῶν» πολέμων, ποὺ ὑπάρχουν σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς γῆς, ἴσως εἶναι τὸ προμήνυμα τοῦ μεγάλου, τοῦ ὁριστικοῦ. Ἐξάλλου ὅλες οἱ
προηγούμενες ἀνθρωποσφαγὲς ἀπὸ κάποια μικρὴ
αἰτία ξεκίνησαν πάντα.
Εἶναι θλιβερὸ νὰ κατασκευάζει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος «ὑπερόπλα», ποὺ καθένα ἀπὸ αὐτὰ ἀντικαθιστᾶ δεκάδες νοσοκομεῖα, σχολεῖα, στάδια, ἐργατικὲς κατοικίες. Εἶναι θλιβερὸ νὰ μὴ ἐπιλέγει τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ σχολεῖο, ἀλλὰ στὸ νεκροταφεῖο·
ποὺ ὁδηγεῖ στὸ σκοτάδι ἀντὶ στὸ φῶς, «ποὺ ἀφήνει
τὴν εἰρήνη καὶ ἀδράχνεται ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὅπως
αὐτὸς ποὺ πνίγεται ἀπὸ τὰ μαλλιά του»!
Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν εἰρήνη
Ὁπωσδήποτε ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας -ποὺ ὑπέφερε καὶ ὑποφέρει ἀπὸ πολέμους καὶ τὴν ἀπειλὴ τῶν
νέων πολέμων- ἡ ἀνθρωπότητα ἐπιζητεῖ τὴν εἰρήνη.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι ὁ ἕνας
πόλεμος φέρνει τὸν ἄλλο, ἡ μιὰ καταστροφὴ τὴν ἄλλη
καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἄλλη νὰ εἶναι ἡ τελευταία. Γι᾿ αὐτὸ οἱ
ἄνθρωποι ἔχουν καταλάβει τὸ πραγματικό τους συμ-

46

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

φέρον καὶ ἀγωνίζονται συλλογικὰ καὶ ἀτομικὰ γιὰ τὴν
εἰρήνη.
Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ ἀμφισβητήσει αὐτὸ μπροστὰ
στὶς χιλιάδες τῶν διαδηλωτῶν τῆς Οὐάσιγκτον, τῆς
Βόννης, τοῦ Λονδίνου, τῶν Ἀθηνῶν, μπροστὰ στὴ συγκλονιστικὴ ἑνότητα ὅλων τῶν λαῶν γιὰ τὸ ζήτημα
αὐτό, μπροστὰ στοὺς ἐργάτες ποὺ ἀρνοῦνται νὰ φορτώσουν πυρηνικοὺς πυραύλους, μπροστὰ στὸ μαζικὸ
εἰρηνιστικὸ κίνημα, ἀφοῦ πεντακόσια γραμμάρια θανάτου ἀντιστοιχοῦν στὸν καθένα μας;
Βέβαια, πολλοὶ σκεπτικιστὲς λένε: Καὶ τί προσφέρουν οἱ ἐκδηλώσεις αὐτὲς γιὰ τὴν εἰρήνη; Μήπως
εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ
λαοῦ; Οἱ μεγάλοι ἀποφασίζουν. Τὴν ἀπάντηση σ᾿ ὅλα
αὐτὰ μπορεῖ νὰ δώσει τὸ ἀκόλουθο περιστατικό:
Ὁ ντανιὲλ Ἐλσμπεργκ -Ἀμερικανὸς εἰρηνιστής, ὁ
ὁποῖος ἐπὶ Κέννεντυ εἶχε τὴν εὐθύνη καταστρώσεως
τοῦ πυρηνικοῦ προγράμματός τῶν ΗΠΑ- ἀποκαλύπτει ὅτι στὸν πόλεμο τοῦ Βιετνὰμ ὁ Πρόεδρος νίξον
ἀπεφάσισε νὰ χρησιμοποιήσει πυρηνικὰ ὅπλα. Ὁ
ὑπουργός του ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, Χέρνυ Κίσσιγκερ,
κάλεσε τοὺς Βιετναμέζους νὰ διαπραγματευθοῦν μαζί του, γιὰ νὰ μὴ δεχθοῦν πυρηνικὰ πλήγματα. Οἱ
Βιετναμέζοι εἶπαν ὄχι. Καὶ ὅμως τὰ πυρηνικὰ δὲν
χρησιμοποιήθηκαν, διότι, ὅπως ὁμολόγησε ὁ ἴδιος ὁ
νίξον δέκα χρόνια ἀργότερα, φοβήθηκε τὶς διαδηλώσεις τοῦ Ἀμερικάνικου λαοῦ, ποὺ εἶχε σχηματίσει γύ-

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

47

ρω ἀπὸ τὸν λευκὸ Οἶκο ἕνα ἀνθρώπινο δακτύλιο καὶ
τὸν εἶχε ἀποκόψει ἀπὸ ὅλη τὴ χώρα.
Ἄλλοι πάλι δείχνουν μιὰ παθητικὴ αἰσιοδοξία.
Πιστεύουν ὅτι εἶναι τόσο τέλεια τὰ μέσα ἀποτροπῆς
τῆς πυρηνικῆς ἀπειλῆς, ὥστε ποτὲ δὲν ὑπάρχει κίνδυνος γενικῆς ἀνάφλεξης. Ὁ ντανιὲλ Ἐλσμπεργκ στὸ
τελευταῖο του ταξείδι στὴν Ἑλλάδα δήλωσε ὅτι μέσα
στὸ διάστημα 18 μηνῶν ἡ ἀνθρωπότητα βρέθηκε
ἑκατὸ σαράντα ἑπτὰ (147) φορὲς μπροστὰ στὸν κίνδυνο πυρηνικοῦ πολέμου ἀπὸ λάθος τῶν ἀμερικανικῶν ραντάρ. Ἐπίσης δήλωσε ὅτι ἡ Ἀμερικὴ ἔφθασε
δώδεκα φορὲς κοντὰ στὴν ἀπόφαση νὰ χρησιμοποιήσει ἀτομικὲς βόμβες ἐναντίον τῆς ρωσίας καὶ τῆς
Κίνας, ἀλλὰ δὲν τὶς ἔριψε, διότι τελικὰ οἱ ἀντίπαλοι
δέχθηκαν τοὺς ὅρους τῶν Ἀμερικανῶν.
Ἂν ὅμως δὲν τοὺς δεχόντουσαν, οἱ λαοὶ ξέρουν τί
θὰ συνέβαινε καὶ γι᾿ αὐτὸ ξεσηκώνονται. Συνειδητοποιοῦν τὴ μοίρα ὅλων μας σὲ περίπτωση πολέμου καὶ
γι᾿ αὐτὸ ἀντιδροῦν σὲ καθετὶ τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει πιὸ
κοντὰ στὸν ὄλεθρο, πιὸ κοντὰ στὴν καταστροφή.
Οἱ μεγάλοι ἀνθρωπιστὲς πιστεύουν ὅτι εἶναι
ἀναγκαία, ἀλλὰ καὶ δυνατή, ἡ ἐπιβολὴ μιᾶς δίκαιης
καὶ παγκόσμιας εἰρήνης. Ὁ Τζὼν Κέννεντυ λίγο προτοῦ πέσει νεκρός, εἶχε διακηρύξει: «ὅλα τὰ προβλήματα δημιουργήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἄρα μόνο ἀπὸ αὐτοὺς μποροῦν νὰ ἐπιλυθοῦν».
Οἱ λαοὶ ζοῦν καὶ ἐλπίζουν ὅτι θὰ δοῦν κάποτε τὴν

48

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι «θὰ κομματιάσουν σὲ τεμάχια τὶς ρομφαῖες τους καὶ θὰ μεταβάλουν
σὲ ἄροτρα καὶ τὰ πολεμικά τους δόρατα καὶ σὲ θεριστικὰ δρεπάνια. Καὶ δὲν θὰ σηκώσει πλέον τὸ ἕνα
ἔθνος ἐναντίον τοῦ ἄλλου φονικὴ ρομφαία καὶ δὲν θὰ
μάθουν πλέον οἱ λαοὶ νὰ πολεμοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον».
Καὶ τότε πιὰ οἱ ἄνθρωποι, πλήρεις ἥμερων, θὰ
ἀναμένουν τὸν ἀπονότατο θάνατο, ποὺ θὰ ἔρχεται
ἀπὸ γεράματα, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὴ θημωνιὰ στὸ ἁλώνι, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε μιὰ ἄλλη παρομοίωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Περὶ ἀφοπλισμοῦ
Πολὺς λόγος γίνεται στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὸν ἀφοπλισμό - τὴ μείωση καὶ τὴν ἀπομάκρυνση (καταστροφὴ) ὅλων τῶν μέσων, ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ
πολεμικοὺς σκοπούς. Ἀφοπλισμὸς σημαίνει ἀκόμη
κατάργηση ὅλων τῶν κρατικῶν ἔνοπλων δυνάμεων
ποὺ δημιουργήθηκαν γιὰ πολεμικοὺς σκοποὺς -μὲ
ἐξαίρεση τὴ διατήρηση μόνο ἑνὸς ὁρισμένου τμήματος
ἀστυνομικῶν δυνάμεων- καταργηση ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ἐγκαταστάσεων παραγωγῆς ἐξοπλισμοῦ,
μείωση τῆς τεχνικῆς τῶν ὁπλικῶν συστημάτων, καὶ
ἰδιαίτερα ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή.
Στὰ πλαίσια τῆς σημερινῆς πραγματικότητας
εἶναι πλέον γνωστὸ ὅτι ὁ γενικὸς καὶ ὁλοκληρωτικὸς
ἀφοπλισμὸς ἀποτελεῖ ἕνα μελλοντικὸ στόχο καὶ μπο-

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

49

ρεῖ μόνο σταδιακὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ. Καὶ αὐτό,
διὸτι ὁ ἀφοπλισμὸς θεωρεῖται ὡς ὁ ἀποφασιστικότερος παράγοντας γιὰ τὴν ἐξασφάλιση μιᾶς διαρκοῦς
εἰρήνης.
Ἡ Σουηδὴ ἐπιστήμων Αlva Mydral (1902-1986),
ποὺ τιμήθηκε μὲ τὸ βραβεῖο Εἰρήνης, ὑπογραμμίζει
στὸ βιβλίο της «Τὸ παιχνίδι τοῦ ἀφοπλισμοῦ» μὲ
ἔντονα χρώματα τὸ παιγνίδι τὸ ὁποῖο παίζεται πίσω
ἀπὸ τὶς διαπραγματεύσεις γιὰ ἀφοπλισμὸ καὶ περιορισμὸ τῶν ἐξοπλισμῶν: «Κάθε κυβέρνηση ὑπερασπίζεται τὴ συμμετοχή της στὸν ἀγώνα τῶν ἐξοπλισμῶν
ὡς ἀπαραίτητη γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἐθνική της
ἀσφάλεια. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ μιὰ αὐταπάτη. Ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἀγώνα τῶν ἐξοπλισμῶν μιὰ παγκόσμια τρέλα εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ χῶρες ἐξασφαλίζουν ὁλοένα καὶ μεγαλύτερη ἀνασφάλεια μὲ
συνεχῶς αὐξανόμενο κόστος. Ὁ ἀσταμάτητος χαρακτήρας τοῦ ἀγῶνα τῶν ἐξοπλισμῶν θέτει ὁλοένα καὶ
δυσκολοτέρα ἐμπόδια στὶς διαπραγματεύσεις γιὰ
ἀφοπλισμό. Ἐνῶ οἱ διαπραγματευτὲς συνομιλοῦν, τὰ
ὁπλοστάσια ποὺ ἔπρεπε νὰ διαλυθοῦν γίνονται ὁλοένα ἰσχυρότερα. Οἱ διαπραγματεύσεις γιὰ τὸν ἀφοπλισμό, μέχρι τώρα, ἦταν ἕνα λυπηρὸ παιχνίδι τοῦ
Σισύφου καὶ μιὰ μακρὰ σειρὰ χαμένων εὐκαιριῶν».
Μὲ τοὺς διαρκεῖς ἐξοπλισμοὺς κινδυνεύομε ἄμεσα
ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἑαυτούς μας. Ὅταν ἀποθηκεύομε πυρηνικὰ ὅπλα, ἡ ὅταν ἐνταφιάζομε πυρηνικὰ κα-

50

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τάλοιπα. Εἶναι σὰν νὰ ζεσταίνομε ὀχιὲς στὴν κούνια
τοῦ παιδιοῦ μας. Τί θὰ γίνει, ἂν σήμερα ἢ αὔριο ἕνας
παράφρονας ἢ μιὰ τρομοκρατικὴ ὀργάνωση γίνει κάτοχος ἑνὸς κιβωτίου μὲ πυρηνικὰ κατάλοιπα; Τί θὰ
γίνει μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, ὅταν θὰ συνθλίβουν τὰ
βαρέλια μὲ τὸ πυρηνικὸ ὑλικό, ποὺ ρίπτονται στὴ θάλασσα;
Σήμερα ὁλοένα καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι συνειδητοποιοῦν τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης. Οἱ τοπικοὶ πόλεμοι, ποὺ καθημερινὰ ἀντλοῦν ἀνθρώπινο
αἷμα, ἔρχονται ὡς κακοὶ οἰωνοὶ γιὰ τὸ μέλλον τοῦ
κόσμου. Ὁλοένα καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀποκτοῦν τὴ γνώση καὶ τὴν ἐπίγνωση γιὰ τὸ τί περιμένει
τὸν κόσμο σὲ μιὰ αὐριανὴ πυρηνικὴ ἀνάφλεξη.
Παραθέτομε παρακάτω ἕνα συνοπτικὸ πίνακα ποὺ
ἔρχεται νὰ βεβαιώσει τὴν ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου.
Συνολικὸς
ἀριθμὸς νεκρῶν Στρατιῶτες

Α´ παγκόσμιος πόλεμος
B´ παγκόσμιος πόλεμος
Πόλεμος Κορέας
ἐνδεχ. Γ´ παγκόσμιος

9,8
52,0
9,2
300

ἑκατ.
ἑκατ.
ἑκατ.
ἑκατ.

Πολίτες

95%
5%
52% 48%
16% 84%
2% 98%

Ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω καθίσταται φανερὸ ὅτι ἡ
εἰρήνη κατακτᾶται μὲ πάλη, γιατὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
ποὺ κινοῦν τὰ νήματα τῆς Οἰκουμένης, δὲν θὰ θελήσει
νὰ ὑποχωρήσει στὰ συμφέροντά του, οἰκονομικὰ καὶ

Κεφάλαιο B´. Ἡ εἰρήνη· τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα

51

πολιτικά. Ἡ συγκεντρωμένη κοινωνικοπολιτικὴ δομὴ
εὐνοεῖ τὸν πόλεμο καί, ἂν δὲν ἀλλάξει τὸ θλιβερὸ
φαινόμενο τῆς καταστροφῆς ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο,
δὲν θὰ ἐκλείψει. Πρὶν ἀπ᾿ ὅλα λοιπόν, ἐπιβάλλεται
ἐντοπισμὸς τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν φίλων τῆς εἰρήνης,
ἔνταση καὶ συμπαράσταση ὅλων τῶν λαῶν, πάλη γιὰ
τὴν ἀνατροπὴ κάθε ψυχροπολεμικοῦ σχεδίου, γιὰ νὰ
περιορισθοῦν ἀρχικὰ καὶ μετὰ νὰ καταστραφοῦν τὰ
πυρηνικὰ ὅπλα. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι λειτουργοῦν ὡς μέσα ἀποτροπῆς τοῦ πολέμου, παραπέμπει στὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Κάιν.
Σήμερα οἱ συνειδητοποιημένοι εἶναι περισσότεροι,
τὰ γεγονότα περισσότερο φανερά, ἡ ἀπειλὴ ἀμεσότερη. Ἡ εἰρήνη εἶναι ἡ τρισύλλαβη λέξη στὴν καρδιὰ
ὅλων. Ἔχει τυπωθεῖ καὶ ἐκφρασθεῖ ὄχι ὡς ἐπιθυμία,
ἀλλὰ ὡς ἐπιτακτικὸ αἴτημα.
Ἐπιβάλλεται ἀγώνας καθολικὸς γιὰ νὰ ὑπάρξει
ἰσορροπία εἰρήνης, γιὰ νὰ σταματήσουν οἱ θρασεῖες
ἐπεμβάσεις, γιὰ νὰ μπορεῖ κάθε λαός, ἐλεύθερος καὶ
ἀνεξάρτητος, νὰ χαράξει τὸ δικό του εἰρηνικὸ δρόμο,
γιὰ νὰ σταματήσει ἡ ἐκμετάλλευση ἀνθρώπου ἀπὸ
ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μπορέσουμε κάποια ἡμέρα νὰ ζήσουμε σὲ μιὰ κοινωνία, ὅπου ὁ πόλεμος θὰ ἀναφέρεται μόνο στὰ βιβλία, θὰ εἶναι παρελθὸν καὶ ὄχι τὸ
πεπρωμένο μας.
Καὶ ὅλα αὐτὰ διότι -καὶ παράλληλα μὲ τὰ προηγούμενα- μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλοι, λίγο ἡ πολύ,

52

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

αἰσθανόμαστε ὅτι κάπου στὸ σῶμα τῆς Εὐρώπης συνεχῶς δουλεύει τὸ σαράκι τοῦ πολέμου. Καὶ ἀληθινὰ
δὲν πηγαίνει καλά, γιατὶ κάτι βασικὸ μᾶς λείπει: Ὁ
πνευματικὸς προσανατολισμός. Καὶ γιὰ αὐτὸ ἡ κόπωση τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀδιάπτωτη,
γι᾿ αὐτὸ ἡ πλήξη καὶ ἡ ἐσωτερικὴ αὐτοεγκατάλειψη
νεκρώνουν τὴ νέα γενεά, γι᾿ αὐτὸ ζοῦμε σὲ καιρὸ εἰρήνης, ἀλλὰ ἡ καρδιά μας εἶναι ἀνήσυχη καὶ φοβισμένη.

53

Κεφάλαιο Γ´.

Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ
ΟΤE AΛΛΟΤΕ H ΕIρHνΗ, μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες
καὶ ἀγὼνιώδεις μεταπολεμικὲς περιπέτειες,
δὲν ἔδωσε στοὺς λαοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ συλλογισθοῦν καὶ νὰ ἐλέγξουν βαθιὰ τὸ νόημα καὶ τὴν
οὐσία καὶ τὴν πηγή της. Οἱ συζητήσεις, οἱ διαμάχες,
οἱ ἀγρυπνίες ἐπάνω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό της ἔπρεπε
νὰ μᾶς κάνουν νὰ ἀναβλέψομε καὶ νὰ ἀντικρίσομε
τὴν ἀληθινὴ ὄψη της, ποὺ εἶναι καρπὸς ἐλευθερίας
καὶ δικαιοσύνης καὶ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει χρέος νὰ
παλεύει γι᾿ αὐτὴ ἀδιάκοπα γιὰ νὰ ἰσορροπεῖ πάνω
στὸ δικό της αὐχένα ὁλόκληρος ὁ κόσμος μας.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν προσπάθεια προσεγγίσεως τῆς οὐσίας
καὶ τῆς πηγῆς τῆς εἰρήνης ἀνοίγομε τὴν Ἁγία Γραφή.
Τόσο ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν
Καινὴ Διαθήκη ἀντλοῦμε τὰ γνωρίσματα τῆς εἰρήνης
τοῦ Θεοῦ.

Π

54

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

α) Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη
Δῶρο εὐτυχίας
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ λέξη εἰρήνη (Ἐβραϊκὰ
σαλὼμ) χρησιμοποιεῖται γιὰ ἄτομα καὶ ὁμάδες. Περιλαμβάνει καθετὶ ποὺ προάγει ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ
τὴν εὐτυχία τους. Ὅσο ἀφορᾶ στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους, ἡ λέξη σήμαινε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο περίπου σημαίνει καὶ σήμερα γιὰ μᾶς (Γεν. ΛΔ´ 21). Γι᾿
αὐτὸ καὶ ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ πρὸς χαιρετισμὸ
κατὰ τὴν ἄφιξη ἡ ἀναχώρηση. «Εἰρήνη σοι» (Κριτ.
ΣΤ´ 23) ἢ «πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ» (Κριτ. ΙΗ´ 6).
Ὁ κάθε πιστὸς προσδοκᾶ τὴν εἰρήνη ὡς δῶρο
Θεοῦ. «Κύριε, ὁ Θεός μας, δός μας εἰρήνη· δός μας
καὶ αὐτὸ τὸ ἀγαθό, διότι ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσα ἔχομε,
Σὺ μᾶς τὰ ἔδωκες».
Ἀπευθύνεται ὁ χριστιανὸς στὸν Κύριο καὶ Τοῦ ζητεῖ τὸ πολυτιμότατο δῶρο τῆς εἰρήνης, διότι ὁ Μεσσίας μὲ τὸν τίτλο: «Ὁ ἀρχηγὸς τῆς εἰρήνης», φέρνει
τὴν τέλεια καὶ αἰώνια εἰρήνη. «Ἡ εἰρήνη ποὺ θὰ ἐξασφαλίσει θὰ εἶναι διαρκής, δὲν θὰ ἔχει τέλος».
Βεβαίως, ἡ πραγματικότητα στὴν ἱστορία τῆς
ζωῆς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ νέου Ἰσραὴλ τῆς
Χάριτος, εἶναι διπλὴ σὲ σχέση μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ
Θεοῦ. Καὶ αὐτό, διότι ἄλλοτε βιώνεται ἡ εὐλογημένη
παρουσία της καὶ ἄλλοτε ἀπουσιάζει ἐντελῶς.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἡ ὁ λαὸς ἐφαρμόζει τὸ θέλημα

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

55

τοῦ Θεοῦ, τότε εὐλογεῖται μὲ τὴν ποθητὴ εἰρήνη. Στὸν
ΚΗ´ Ψαλμὸ διαβάζομε: «Ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπιτρέψει
ὄλεθρο κατὰ τοῦ λαοῦ Του, ἀλλὰ θὰ δώσει δύναμη
καὶ προστατευτικὴ ἐνίσχυση σ᾿ αὐτόν. Ὁ Κύριος θὰ
εὐλογήσει τὸν λαό Του χαρίζοντας σ᾿ αὐτὸν τὴν ποθητὴ
εἰρήνη».
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἀπουσία τῆς εἰρήνης, ὅπου ὁ
τρόπος ζωῆς δὲν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ εὐθύς. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας στὸ ΚΘ´ κεφάλαιο παρουσιάζει μία
ἀνάλογη εἰκόνα γιὰ τὸν τότε Ἰσραηλιτικὸ λαό: «Δὲν
γνωρίζουν ζωὴ εἰρήνης. Καὶ δὲν ὑπάρχει δίκαιη κρίση
στὴ συμπεριφορά τους, διότι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους
δὲν εἶναι εὐθὺς καὶ ἡ διαγωγὴ τοὺς εἶναι διεστραμμένη». Ὡς αἰτία ἀναφέρονται τὰ ἁμαρτήματα τοῦ
λαοῦ ποὺ ἐξαιτίας αὐτῶν ὁ Θεὸς ἀπέστρεψε τὸ Πρόσωπό Του: «Τὰ ἁμαρτήματά σας δημιουργοῦν χωρισμὸ καὶ διάσταση μεταξύ σας καὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ
Ὁποῖος ἀπέστρεψε τὸ Πρόσωπό Του ἀπό σας, γιὰ νὰ
μὴ σᾶς ἐλεήσει».
Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ φανερώνει ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι οὐράνιο δῶρο ποὺ προσφέρεται στοὺς πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους στὸ θέλημά
Του. Ἡ εἰρήνη ἀποκαθίσταται μὲ τὴν ἄρνηση τῆς ζωῆς
τῆς ἁμαρτίας καὶ δωρίζεται ἀπὸ τὸ Θεὸ σ᾿ αὐτοὺς
ποὺ μετανοοῦν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ διαβεβαιώνει ὁ Ψαλμωδός: «Θὰ λαλήσει καὶ θὰ εὐαγγελισθεῖ εἰρήνη στὸ
λαό του συνδιαλλασσόμενος μαζί του εἰρήνη καὶ συν-

56

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

διαλλαγὴ μὲ τοὺς ἀφοσιωμένους σ᾿ Αὐτὸν καὶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ μετάνοια ἐπιστρέφουν πάλι τὶς
καρδιές τους πρὸς Αὐτόν».
Μάλιστα ὁ προφήτης Ἡσαΐας θέλοντας νὰ φανερώσει ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ αὐξάνει ἀνάλογα μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θείου νόμου, τὴν παρομοιάζει μὲ τὰ δροσιστικὰ νερὰ ποταμοῦ καὶ μὲ τὰ
συνεχῶς ἀνανεούμενα κύματα τῆς θάλασσας. Γράφει:
«καὶ ἐὰν ἄκουες τὶς ἐντολές Μου, ἡ εἰρήνη σου καὶ ἡ
εὐτυχία σου θὰ γινόταν ἄφθονη καὶ συνεχὴς καὶ δροσιστικὴ σὰν ποταμὸς καὶ ἡ δικαιοσύνη σου καὶ ἡ
ἀρετὴ τῶν πολιτῶν σου σάντο κύμα τῆς θάλασσας
ποὺ διαρκῶς ἀνανεώνεται». Τὸν δυναμικὸ χαρακτήρα
τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ δηλώνει καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας, ὅταν στὸ ΙΒ´ κεφάλαιο παρουσιάζει ἀφενὸς μὲν
τὸν εὐσεβῆ, ὁ ὁποῖος σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴν εὐημερία
τῶν ἀσεβῶν καὶ παραπονεῖται γι᾿ αὐτὸ στὸν Θεό· καὶ
ἀφετέρου τὸν Παντεπόπτη καὶ Πάνσοφο Θεό, ὁ
Ὁποῖος τοῦ ἀπαντᾶ μὲ τὶς ἀκόλουθες παροιμιώδεις
φράσεις: «Σὺ τρέχεις μὲ τὰ πόδια σου, τὰ ὁποῖα καὶ
ἔχουν ἀποκάνει ἀπὸ τὸν κόπο. Πῶς λοιπόν, θὰ συναγωνισθεῖς μὲ ἐφίππους ἄνδρες; Σὺ ἔχεις πεποίθηση
καὶ μένεις ἥσυχος σὲ χώρα καὶ περίοδο εἰρήνης. Τί
θὰ κάνεις ὅμως, ἐὰν ἀκούσεις φρυάγματα θηρίων
στὶς ἄγριες περιοχὲς τοῦ Ἰορδάνη;».
Μὲ τὰ παραπάνω λόγια ὁ Θεὸς θέλει νὰ τονίσει
στὸν κάθε πιστὸ ὅτι ἐπειδὴ οἱ θλίψεις βαίνουν αὐξα-

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

57

νόμενες στὸν ἀνθρὼπινο βιοπρέπει καὶ αὐτὸς νὰ εἰρηνεύει στὶς ἀσθενέστερες δοκιμασίες (ὅταν π.χ. τρέχει
πεζὸς ἡ κατοικεῖ σὲ εἰρηνικὴ χώρα), γιὰ νὰ δύναται
νὰ ἀνταπεξέλθει εἰρηνικὰ καὶ θεάρεστα καὶ στὶς χειρότερες (ὅταν π.χ. συναγωνίζεται ἐφίππους ἄνδρες ἢ
βρεθεῖ μέσα στὰ θηρία).
Ὁπωσδήποτε ἐπιστέγασμα τοῦ ἀγώνα τοῦ κάθε
χριστιανοῦ γιὰ τὴν κατάκτηση καὶ διατήρηση τῆς
εἰρήνης τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του θὰ εἰναι καὶ ὁ θάνατός
του νὰ εἶναι εἰρηνικὸς καὶ μακαριστός. Καὶ πάλι ὁ
Προφήτης Ἡσαΐας τὸ ἐπιβεβαιώνει: «Καὶ θὰ γίνει μὲ
εἰρήνη ἡ ταφή του, ἔχει ἀρθεῖ ἀπὸ τὸ μέσο γενεᾶς
πονηρῆς καὶ ἔνοχης».
Δῶρο σωτηρίας καὶ εὐημερίας
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ λέξη εἰρήνη σήμαινε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ καὶ ἐθνικὴ εὐτυχία- καὶ τὴν
κατάσταση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς εὐημερίας σὲ ἀντίθεση πρὸς κάθε εἶδος κακοῦ ἢ πολέμου. Μέσα ἀπὸ
τὰ κείμενα τῶν Προφητῶν βλέπουμε πῶς καὶ αὐτὴ ἡ
εἰρήνη εἶναι δῶρο τοῦ Κυρίου.
Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριος θὰ
συνάψει «διαθήκη εἰρήνης» μὲ τὸν Ἰσραήλ. Μὲ τὴ
διαθήκη αὐτὴ θὰ ἀπομακρύνει τὰ «πονηρὰ θηρία»
στὴν ἔρημο (ὅλους δηλαδὴ τοὺς ἐχθροὺς τῶν Ἰουδαίων θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει) καὶ στὸν περιούσιο λαό
Του θὰ δώσει «ὑετὸν εὐλογίας», μὲ τὸν ὁποῖο θὰ

58

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καρποφοροῦν καὶ ἡ γῆ θὰ δώσει ὅλα τὰ ἀγαθά της.
Οἱ Ἰσραηλίτες θὰ κατοικήσουν στὴν Πατρίδα τοὺς
«ἐν ἐλπίδι εἰρήνης», διότι θὰ γνωρίσουν «ὅτι ἐγὼ
Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν». Αὐτοὶ δὲν θὰ μείνουν πλέον
στὴν κατάσταση τοῦ λιμοῦ καὶ τοῦ ὀνειδισμοῦ, ἐπειδὴ
ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει σ᾿ αὐτοὺς «φυτὸν εἰρήνης» καὶ
θὰ συντρίψει «τὸν ζυγὸ τῶν ἐθνῶν» (Ἰες. ΛΔ´ 2526).
Πολλοὶ ἑρμηνευτὲς τὸ «φυτὸν εἰρήνης» τὸ ταυτίζουν μὲ τὴν «ἄμπελον τὴν ἀληθινὴν» καὶ τὸ «ἄνθος
ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί», δηλαδὴ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι καὶ πάλι προβάλλει ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Χριστὸς
ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ εἰρήνη ὅλων τῶν ἀνθρώπων
καὶ τῶν ἐθνῶν, ὅπως τότε τοῦ Ἰσραήλ.
Ὁ Ἡσαΐας ἐπίσης ἀναφέρει ὅτι οἱ ἄρχοντες τοῦ
λαοῦ θὰ εἶναι φορεῖς τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης
(Κεφ. ξ´ 17): «Οἱ ἄρχοντες θὰ ἀπομακρύνουν τὴν ἀδικία τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον κίνδυνος ἀπὸ
τοὺς ἐχθρούς, διότι αὐτοὶ θὰ εἶναι τὸ «σωτήριον»
στὰ τείχη τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ ἴδιος ὁ προφήτης παρουσιάζει τὴν «εἰρήνη» ὡς δόξαν τοῦ Ἰσραήλ (Κεφ. ξστ´
12).
Βεβαίως, ὅλα τὰ παραπάνω θὰ ἴσχυαν ἐφόσον οἱ
Ἰσραηλίτες θὰ ἦταν πειθαρχικοὶ στὸ θέλημα τοῦ
Θεοῦ. Διότι, δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς στερήθηκαν τὸ
ἀγαθὸ τῆς ἐθνικῆς εἰρήνης ἐξαιτίας τῆς ἀποστασίας
καὶ ἀνυπακοῆς τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Οἱ Προφῆτες τότε ἀντιδροῦσαν στὴν πνευματική,

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

59

ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάπτωση τῶν καιρῶν τους,
ποὺ ὁδηγοῦσε σὲ πολέμους καὶ ἐθνικὲς συμφορές.
Καὶ ἦταν ὁλοφάνερο ὅτι θεωροῦσαν τὸν πόλεμο σὰν
τὴν χειρότερη μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητας. Διότι οἱ
πόλεμοι δὲν ἦσαν συνοριακὰ ἐπεισόδια, συμπτωματικὲς μάχες καὶ πολιορκίες. Γίνονταν καταστροφές.
Ἀπαιτοῦσαν βαρύτατο φόρο σὲ αἷμα καὶ ἀγαθὰ ἀπὸ
τοὺς ἀνθρώπους.
Τὰ κηρύγματα τῶν Προφητῶν ἦσαν γεμάτα ἀγωνία, μὲ σκέψεις ἐπίκαιρες πάνω στὸν πόλεμο καὶ τὴν
εἰρήνη.
Ἔτσι σὲ μιὰ ἀνάλογη ἐμπόλεμη κατάσταση βρίσκεται τὸ Ἰσραηλιτικὸ Ἔθνος, ὅταν ὁ προφήτης Ἱερεμίας ἐκσπᾶ μὲ παράπονο στὸ Θεὸ λέγοντας: «Ἀπέρριψες, λοιπόν, ὁλοτελῶς τοὺς Ἰουδαίους, Κύριε, καὶ
ἀπομακρύνθηκε ἡ ψυχή Σου ἀπὸ τὴν Σιών; Διατί τόσο
σκληρὰ κτύπησες, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχει γιὰ μᾶς θεραπεία; Ἐλπίζαμε καὶ περιμέναμε νὰ ἔλθει εἰρήνη, καὶ
κανένα ἀγαθὸ δὲν εἴδαμε. Περιμέναμε νὰ ἔλθει ὁ
καιρὸς τῆς θεραπείας, καὶ νὰ ἀντὶ θεραπείας ἀναταραχὴ καὶ σύγχυση».
Σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο ὁ ἴδιος προφήτης μιλώντας ἐξ
ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται στοὺς συμπατριῶτες
του καὶ τοὺς ὑποδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ
ἑλκύσουν καὶ πάλι τὴν εὐλογία καὶ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.
Τοὺς συμβουλεύει: «Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος· κρίνατε μὲ
δικαιοσύνη, βγάλατε ἀπὸ τὰ χέρια αὐτοῦ ποὺ ἀδικεῖ

60

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὸν καταπιεζόμενο καὶ ἀδικούμενο· προσήλυτο καὶ
ὀρφανὸ καὶ χήρα μὴ καταδυναστεύετε, μὴ ἀσεβεῖτε
πρὸς τὸ Θεὸ καὶ μὴ χύνετε αἷμα ἀθῶο στὸν τόπο
αὐτόν».
Ὁ αὐτὸς προφήτης σὲ διαφορετικὸ χρόνο καταφέρεται ἐναντίον τῶν ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξαπατοῦσαν τοὺς Ἰουδαίους μέτο νὰ μιλοῦν γιὰ εἰρήνη,
ἐνῶ τὰ σύννεφα τοῦ πολέμου φαίνονταν στὸν ὁρίζοντα τῆς πατρίδας τους. Καὶ πάλι ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ
προλέγει τὴν οἰκτρὴ πτώση τους: «Ὅσοι ἔλεγαν αὐτὰ
-τὰ τῆς εἰρήνης- καταξευτελίσθηκαν, διότι ἀπὸ τὰ
πράγματα διαψεύσθηκαν. Ἀλλὰ καὶ δὲν αἰσθάνονται
τώρα αὐτοὶ τὴν καταισχύνη τους! Δὲν ἔχουν ἐπίγνωση
τοῦ ἐξευτελισμοῦ, στὸν ὁποῖο περιέπεσαν. Γι᾿ αὐτὸ
τοὺς ἀναμένει πτώση. Ὅταν ἔλθει ὁ κατάλληλος
καιρὸς καὶ στὴ δίκαιή μου ὀργὴ τοὺς ἐπισκεφθῶ,
αὐτοὶ θὰ ἐξολοθρευθοῦν, εἶπε ὁ Κύριος».
Ὅμως, παρόλες τὶς ἀδικίεςτου περιούσιου λαοῦ
καὶ τὰ ψέματα τῶν ψευδοπροφητῶν ὁ εὔσπλαγχνος
Κύριος λέει στὸν προφήτη Του νὰ ἀνακοινώσει στοὺς
ἄκαρδους καὶ ἀναίσθητους συμπατριῶτες του ὅτι
ἀποφάσισε νὰ ἀποδώσει τὴν εἰρήνη καὶ σωτηρία στὸν
Ἰσραήλ, θὰ τοὺς ἐλευθέρωνε τότε ἀπὸ τὴ βαβυλώνια
αἰχμαλωσία: «Ἀκούσατέ μου, σεῖς ποὺ ἔχετε χάσει
τὴν εὐαισθησία τῆς συνειδήσεως καὶ γίνατε ἄκαρδοι,
οἱ ὁποῖοι εἶσθε μακριὰ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη καὶ δὲν
εἶσθε δίκαιοι ἐνώπιόν μου. Πλησίασε ὁ καιρὸς νὰ

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

61

ἀποδώσω δικαιοσύνη στοὺς ἐχθρούς του λαοῦ μου,
καὶ τὴ σωτηρία τὴν παρ᾿ ἐμοῦ δὲν θὰ βραδύνω νὰ
παράσχω. Ἔχω ἀποφασίσει νὰ δώσω στὴ Σιὼν σωτηρία στὸν Ἰσραὴλ πρὸς δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ».
Καὶ δωρίζει τὴν εἰρήνη ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους,
διότι τὸ ἔλεός Του εἶναι παντοτινὸ -γιὰ τὸν Ἰσραήλ,
τότε- ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ νέα Σιών, τὴν Ἐκκλησία, σήμερα.
Πολὺ χαρακτηριστικὰ ὑπογραμμίζει τὴν παραπάνω ἀλήθεια ὁ προφήτης Ἡσαΐας, μιλώντας καὶ πάλι
ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ: «Ὅ,τι ἔγινε κατὰ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ νῶε τότε, τοῦτο θὰ κάνω καὶ τώρα σὲ
σένα. Ὅπως δηλαδὴ ὁρκίσθηκα κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη νὰ μὴ στείλω κατακλυσμὸ στὴ γῆ, γιὰ νὰ σᾶς καταστρέψω, οὔτε μὲ τὴν ἀπειλὴ τοῦ κατακλυσμοῦ νὰ
καταστρέψω τὰ βουνὰ οὔτε νὰ βλάπτονται τὰ βουνά
σου, κατὰ παρόμοιο τρόπο ὁρκίζομαι καὶ τώρα ὅτι
τὸ ἔλεός μου, τὸ ὁποῖο θὰ δώσω σὲ σένα τώρα, δὲν
θὰ παύσει παρεχόμενο. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ νέα
Διαθήκη μας αὐτὴ θὰ εἶναι ἀκλόνητη. Διότι ὁ Κύριος
εἶπε: Τὸ ἔλεός μου δίδω σὲ σένα».
Ἐπιπλέον ἡ εἰρήνη εἶναι κεντρικὴ ἔννοια στὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν γιὰ τὴ σωτηρία, ἀλλὰ καὶ γιὰ
τὴν προσδοκώμενη μεσσιακὴ ἐποχή. Τότε ποὺ ἡ εἰρήνη θὰ ἔχει καθολικὴ καὶ παγκόσμια παρουσία.
Ἡ παραπάνω ἀντίληψη διαφαίνεται στὸν ἀκόλουθο λόγο τοῦ προφήτη Ἱερεμία, ὅπου ἐξαρτᾶ τὴν εἰρή-

62

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

νη τῶν αἰχμαλώτων Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν εἰρήνη τῆς
χώρας στὴν ὁποία κρατοῦνταν δέσμιοι: «Ἐπιζητήσατετην εἰρήνη καὶ τὴν εὐημερία τῆς χώρας, στὴν ὁποία
ἐγὼ σᾶς μετώκισα καὶ προσευχηθεῖτε περὶ τῶν κατοίκων τῆς χώρας αὐτῆς πρὸς τὸν Κύριο, διότι στὴν εἰρήνη
τῆς χώρας αὐτῆς ἔγκειται καὶ ἡ δική σας εἰρήνη».
Ἐμφανέστερα ἡ καθολικότητα τῆς εἰρήνης τοῦ
Χριστοῦ προβάλλει στὸν προφήτη Ἡσαΐα. Μὲ σκοπὸ
τὴ λύτρωση καὶ θεραπεία ὁ Μεσσίας δίνει σ᾿ ὅλους
τὴν εἰρήνη Του: «Ἔδωκα εἰρήνη μεγάλη καὶ διηνεκῆ
καὶ στοὺς μακριὰ βρισκόμενους ἐθνικοὺς καὶ στοὺς
πλησίον Ἰουδαίους. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος· θὰ θεραπεύσω αὐτούς». Στὴ μεσσιακὴ ἐποχὴ ὁ παγκόσμιος χαρακτήρας τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται στὰ
προφητικὰ κείμενα καὶ μὲ τὴν κατάργηση τῶν ποικίλων μακροχρόνιων ἀντιθέσεων καὶ ἐχθροτήτων, ὅπως
αὐτὲς φανερώνονται στὴ ζωὴ τῶν ἀγρίων καὶ ἥμερων
θηρίων καὶ ζώων: «Καὶ θὰ βοσκήσει ὁ λύκος μαζὶ μὲ
τὸ ἀρνὶ καὶ ἡ λεοπάρδαλη θὰ συναναπαύεται καὶ θὰ
συγκατοικεῖ μὲ τὸ ἐρίφιο, καὶ τὸ μοσχάρι καὶ ὁ
ταῦρος καὶ ὁ λέοντας θὰ βόσκουν μαζὶ καὶ μικρὸ
παιδὶ θὰ τὰ ὁδηγεῖ».
Οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ παραπάνω χωρίου στὸ «παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτοὺς» λένε ὅτι ἐδῶ ἔχομε τὴν εἰρηνικὴ καὶ ὄχι βίαιη ἄσκηση τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπως τότε στὸν Παράδεισο, ποὺ ὅλη ἡ ἄλογη φύση
ἀποδεχόταν καὶ ὑπήκουε στὸν προπτωτικὸ ἄνθρωπο,

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

63

ἔτσι καὶ στὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ θὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ
εἰρήνη τοῦ Παραδείσου ποὺ χάθηκε.
Ὁ Μιχαίας ἦταν σύγχρονος καὶ νεότερος τοῦ
Ἡσαΐα. Ἡ κτυπητὴ ὁμοιότητα ἀνάμεσα στὶς προφητεῖες του καὶ αὐτὲς τοῦ Ἡσαΐα ὑπογραμμίζουν ἐπίσης
τὸν πόθο γιὰ μιὰ παγκόσμια εἰρήνη, σὲ μιὰ περίοδο
μεγάλων ταραχῶν στὸν κόσμο: «Ἀπὸ τὴ Σιὼν θὰ
ἐξέλθει καὶ θὰ διαγγελθεῖ ὁ νέος νόμος καὶ ὁ λόγος
τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ λόγος αὐτός, ὁ
νέος νόμος τοῦ Θεοῦ, θὰ κρίνει μεταξὺ πολλῶν λαῶν
καὶ θὰ ἐλέγξει τὴ ζωὴ τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν
ἐθνῶν, ἕως τὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα ἄκρα τῆς
οἰκουμένης. Τότε οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ
νόμο τῆς Χάριτος, θὰ κατακάψουν σὲ τεμάχια τὶς
ρομφαῖες τους καὶ θὰ τὶς μεταβάλουν σὲ ἄροτρα καὶ
τὰ πολεμικὰ αὐτῶν δόρατα θὰ τὰ μεταβάλουν σὲ θεριστικὰ δράπανα. Καὶ δὲν θὰ σηκώσει πλέον τὸ ἕνα
ἔθνος ἐναντίον τοῦ ἄλλου φονικὴ ρομφαία».
«Καιροὶ εἰρήνης θὰ ἐπικρατήσουν καὶ ὁ καθένας
θὰ ἀναπαύεται κάτω ἀπὸ τὴν κληματαριά του καὶ
κάτω ἀπὸ τὴ συκῆ του. Κανεὶς δὲν θὰ τοὺς ἐκφοβίζει
πλέον. Αὐτὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν, διότι τὸ στόμα
τοῦ Κυρίου παντοκράτορος τὰ προανήγγειλε. Προηγουμένως ὅμως ὅλα τὰ ἔθνη θὰ βαδίσουν τὸ καθένα
τὸν δρόμο τοῦ δικοῦ τους θεοῦ, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ἰσραηλίτες θὰ κατευθύνομε τὴ ζωή μας στὸ ὄνομα Κυρίου
τοῦ Θεοῦ μας, στὸν αἰώνα καὶ πέρα τοῦ αἰῶνα».

64

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Συγκλονιστικὲς πράγματι εἰκόνες, ὅπου παραστατικότατα ἀποκαλύπτεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ
ὁποῖο παραμένει τελικὰ παντοδύναμο.
Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι στοὺς
Προφῆτες οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκπροσωποῦν τὸ πνεῦμα τῆς
Π. Διαθήκης ἡ ἔννοια τῆς εἰρήνης ἐκφράζει ὅλα τὰ
ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα προσφέρονται στοὺς πιστούς.
Ὁ Ἰσραὴλ ἰδιαίτερα θεωρεῖ τὴν εἰρήνη ὡς καρπὸ
τοῦ συνδέσμου του μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἡ προσδοκία τοῦ
Μεσσία δίδει τὴν ἐλπίδα τῆς πληρότητας τοῦ ἀγαθοῦ
τῆς εἰρήνης.
β) Στὴν Καινὴ Διαθήκη
Ἡ λέξη εἰρήνη ἔχει κυρίως τὴ σημασία τῆς μεσσιακῆς σωτηρίας, ποὺ τονίζουν οἱ Προφῆτες. Γι᾿ αὐτὸ
καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εὔχεται καὶ προτρέπει:
«Τοῦ κατευθῆναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης»
(Λουκ. α´ 79). Καὶ γενικὰ ἡ ζωή μας νὰ μπεῖ σταθερὰ
στὸν ἴσιο δρόμο, ποὺ ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς στὴν κατὰ Θεὸ
εἰρήνη καὶ τὴ σωτηρία.
Ἡ προφορικὴ καὶ γραπτὴ ἀποκάλυψη τοῦ θείου
θελήματος χαρακτηρίζεται ὡς «εὐαγγέλιον τῆς εἰρήνης» (Ἐφεσ. στ´ 15), διότι φανερώνει τὴ γνήσια πηγὴ
τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ βοηθᾶ στὴν κατάκτησή της.
Μὲ βάση, λοιπόν, τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τοὺς Πα-

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

65

τέρες τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ προσπαθήσουμε ἐν συνεχείᾳ νὰ δώσουμε συνοπτικά, ἀφενὸς μὲν τὸ ὕψος
καὶ τὸ πλάτος τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀφετέρου
τὰ βασικὰ γνωρίσματά της.
Ἡ πηγὴ τῆς πραγματικῆς εἰρήνης
Ἡ πηγὴ τῆς εἰρήνης εἶναι ὁ Θεός. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει: «οὐδὲν οὕτως ἴδιον ὡς τὸ
ἐν τῇ φύσει καὶ πρὸς ἑαυτὴν εἰρηναῖον». Εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ἀδιατάρακτη, μόνιμη καὶ αἰώνια εἰρήνη, ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ
τὴ μοναδικὴ πηγή, τὸν Θεό, καὶ ἡ ὁποία εἰρήνη τοῦ
Θεοῦ ἐκχύνεται καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πλάση.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς προϋπάρχων Θεὸς καὶ ὡς
Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὡς ἐνανθρωπήσας Θεός, σχετίζεται μὲ τὴν εἰρήνη. Ἡ σχέση τοῦ Υἵού του Θεοῦ,
τοῦ ἐνανθρωπήσαντος δηλαδὴ Θεοῦ, μὲ τὴν εἰρήνη
φανερώνεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ τῆς Γεννήσεώς
Του ὅταν μετέφερε τὴν εἰρήνη Του «καὶ ἐπὶ γῆς»
ἐκτείνεται δὲ καὶ καθόλη τὴν διάρκεια τῆς δημόσιας
δράσεώς Του καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὴν πρώτη ἐμφάνιση Τοῦ ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν, ὅταν ἀπηύθυνε σ᾿
αὐτοὺς τὴ γεμάτη ἀγάπη καὶ ἐλπίδα ἐκφράση «εἰρήνη ὑμῖν».
Ἔτσι κατὰ τὴ λαμπρὴ καὶ χαρμόσυνη νύκτα τῶν
Χριστουγέννων ὁ μεγάλος χορὸς τῶν οὐρανίων ἀγγέλων ἀνέμελπε τὴ μεγάλη δοξολογία πρὸς τὸ Θεὸ-Πα-

66

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τέρα γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Υἱοῦ Του στὴ γῆ μὲ τὴ
μορφὴ ἀνθρώπου. Καὶ μέσα στὴ χαρμόσυνη ἐκείνη δοξολογία τόνιζαν ἰδιαίτερα οἱ ὁλοφώτεινοι ἄγγελοι ὅτι
θεία συγκατάβαση ἦταν τὸ «ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Δικαιολογοῦσαν δηλαδὴ οἱ οὐράνιοι ψαλμωδοὶ ὅτι ὁ Χριστὸς
Κύριος ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ἁγνὴ Παρθένο μέσα στὸ
Σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ ἦταν ἄρχοντας καὶ φορέας καὶ
κομιστὴς τῆς εἰρήνης, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τόσο
παμπόθητη ἦταν ἀπὸ τοὺς παροίκους τῆς γῆς.
Ἐρμηνεύοντας τὸν ἀγγελικὸ αὐτὸν ὕμνο ὁ ἅγιος
Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, παρατηρεῖ ὅτι οἱ μὲν ἄγγελοι καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις φύλαξαν τὴ θέση
τους, ποὺ τοὺς δόθηκε «καὶ εἰρηνεύουν πρὸς τὸν Θεόν. Διότι μὲ κανέναν τρόπον δὲν ξεφεύγουν πέραν
ἀπὸ αὐτό, τὸ ὁποῖον Ἐκεῖνος ἀποφασίζει, ἀλλὰ μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν δικαιοσύνη καὶ τὸν ἁγιασμόν.
Ἐνῶ ἡμεῖς οἱ ταλαίπωροι ὑψώσαμε ἀντιμετώπους
τὰς ἐπιθυμίας μας ἐμπρὸς εἰς τὸ θέλημα τοῦ Δεσπότου, ἐπήραμεν θέσιν ἐχθροῦ ἀπέναντί Του».
Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι ἡ πηγὴ τῆς εἰρήνης, τὴν
ὁποία καὶ ἐκχύνει πρὸς ὅλα τὰ δημιουργήματά Του.
Τὸ ὕψος τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ
Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ψεύτικη εἰρήνη τοῦ κόσμου,
ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀληθινὴ κατὰ βάθος καὶ
πλάτος εἰρήνη. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ κατ᾿ ἀρχὴν συμφιλιώνει καὶ ἐπαναφέρει σὲ ἐγκάρδια σχέση τὸν

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

67

ἄνθρωπο πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς μὲ τὴν
ἐνανθρώπησή Του καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο κατέλυσε
τὴν ἔχθρα ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.
Τὴν παραπάνω ἀλήθεια ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ ἀπ.
Παῦλος, ὅταν ἔγραφε πρὸς τοὺς Κολασσαεῖς: «Ὁ
Χριστὸς εἰρήνευσε καὶ σᾶς, ποὺ ἄλλοτε εἶσθε ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἐχθροί Του μὲ τὴν προαίρεσή
σας καὶ τὸ ἐσωτερικό σας καὶ μὲ τὰ ἔργα τὰ πονηρὰ
ποὺ κάνατε. Τώρα δὲ σᾶς συνεφιλίωσε διὰ τοῦ θανάτου Του, ποὺ ἦταν σάρκα ἀνθρώπινη δική Του, σᾶς
συνεφιλίωσε μὲ τὸ θάνατό Του, γιὰ νὰ σᾶς παραστήσει ἐνώπιόν Του ἁγίους καὶ ἀμέμπτους καὶ ἀπαλλαγμένους ἀπὸ κάθε κατηγορία».
Σ᾿ ἄλλη δὲ ἐπιστολὴ θὰ ὁμολογήσει ὁ ἀπόστολος
τῶν Ἐθνῶν ὅτι αὐτὴ ἡ εἰρήνη μὲ τὸ Θεὸ σώζει τὸν
ἄνθρωπο: «Διότι, ἐάν, ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τὸ θάνατο τοῦ Υἱοῦ Του,
πολὺ περισσότερο τώρα, ποὺ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δὲν ὑπῆρξε πλέον
ἀνάγκη νὰ ἀποθάνει, ἀλλὰ ζεῖ ἔνδοξος στοὺς οὐρανοὺς ὡς Μεσίτης γιὰ μᾶς».
Ἐπιπλέον ἡ εἰρήνη αὐτὴ μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἐπεκτείνεται καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους:
«Εἰρήνην ἐχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ» (ρωμ. ε´ 1), ὁ Ὁποῖος εἶναι «Ἐκεῖνος
ποὺ εἰρήνευσε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴ θυσία τοῦ σταυρικοῦ

68

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

θανάτου εἴτε τοὺς ἐπὶ γῆς ἀνθρώπους μὲ τὸ Θεὸ καὶ
μεταξύ τους, εἴτε τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ὁποίους συμφιλίωσε μὲ ὅλους μας».
Τὶς παραπάνω ἀλήθειες συνοψίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅταν γράφει: «Ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ εἰρήνη, ζητεῖ μὲ πόθο τὸν Χριστό, διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ εἰρήνη, ὁ
Ὁποῖος ἕνωσε τοὺς δυὸ σ᾿ ἕνα καινούργιο ἄνθρωπο,
φέροντας τὴν εἰρήνη, καὶ εἰρήνευσε μὲ τὸ αἷμα καὶ
τὴ θυσία τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου εἴτε τοὺς
ἀνθρώπους, ποὺ βρίσκονται στὴ γῆ, μὲ τὸ Θεὸ καὶ
μεταξύ τους, εἴτε τοὺς ἀγγέλους, ποὺ βρίσκονται
στοὺς οὐρανούς, τοὺς ὁποίους συμφιλίωσε μὲ ὅλους
μας».
Στὴν πρὸς Κορινθίους Β´ ἐπιστολὴ ὁ ἀπ. Παῦλος
μιλεῖ περὶ τῆς καταλλαγῆς, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἕνεκα
τῆς ἄπειρης Αὐτοῦ φιλανθρωπίας χάρισε στοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἔργο τῆς καταλλαγῆς τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ ἔχει ἀνατεθεῖ ἀπὸ
τὸν Κύριο στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους.
«Ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς
συμφιλίωσε μὲ τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ διὰ μέσου του Ἰησοῦ
Χριστοῦ καὶ ἔδωσε σὲ μᾶς τοὺς Ἀποστόλους τὴ διακονία τῆς συνδιαλλαγῆς. Μᾶς ἀνέθεσε δηλαδὴ νὰ περιοδεύουμε καὶ μὲ τὸ κήρυγμά μας νὰ συμφιλιώνουμε
τοὺς ἀνθρώπους μὲ Αὐτὸν ἐννοῶ δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς
ἦταν ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ συνεπῶς ὁ θάνατος
τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρξε θάνατος ἁπλοῦ ἀνθρώπου,

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

69

ἀλλὰ Θεανθρώπου. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐν τῷ Χριστῷ Θεὸς
συμφιλίωσε τὸν κόσμο πρὸς τὸν ἑαυτό Του, μὴ λογαριάζοντας στοὺς ἀνθρώπους τὰ ἁμαρτήματά τους. Καὶ
Αὐτὸς μας ἀνέθεσε τὸ κήρυγμα τῆς συμφιλιώσεως».
Ἐπίσης ὁ ἀπ. Παῦλος στηριζόμενος στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς εἰρήνης, ποὺ προλέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας,
ἀναφωνεῖ γεμάτος ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων: «Πόσο ὡραῖα εἶναι τὰ πόδια ἐκείνων, ποὺ
ἀναγγέλλουν τὴν εἰρήνη, τὴν ὁποία μὲ τὸ αἷμα Του
ἀποκατέστησε μεταξύ του Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων
ὁ Χριστός· τὰ πόδια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὐαγγελίζονται τὰ ἀγαθὰ καὶ τὶς εὐλογίες, ποὺ μᾶς ἐξασφάλισε
ὁ Λυτρωτής».
Τὸ πλάτος τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε νὰ εἰρηνεύσει μόνο τὰ
ἄτομα. Ἦλθε νὰ ἑνώσει καὶ νὰ εἰρηνεύσει καὶ τοὺς
λαούς.
Ὁ ἀπ. Παῦλος ὑπογράμμιζει:« Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν
σταυρικὸ θάνατό Του κήρυξε χαρμόσυνο μήνυμα εἰρήνης σὲ σᾶς τοὺς ἐθνικούς, ποὺ ἤσασταν μακριά, καὶ
σὲ μᾶς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἤμασταν πλησίον. Καὶ
αὐτό, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰρήνη μας, ὁ Ὁποῖος καὶ
τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, τὰ ἔκανε ἕνα. Αὐτὸς τὸν τοῖχο, ποὺ ὑπῆρχε
στὸ μέσο τῶν δύο λαῶν καὶ τοὺς ἐχώριζε, τὸν γκρέμισε
καὶ τὸν ἔλυσε».

70

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Τόσο μακριὰ βρίσκονταν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τοὺς
Ἕλληνες (τοὺς εἰδωλολάτρες) διαφορὲς θρησκευτικές,
φυλετικές, ἐθνικὲς τοὺς χώριζαν, ὥστε νὰ εἶναι ἀπαγορευμένο νὰ ἐπικοινωνοῦν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τοὺς Ἐθνικούς. Ἦταν ἀπαγορευμένο στοὺς εἰδωλολάτρες νὰ
ἀναμιγνύονται μέτους Ἰουδαίους, λέει ὁ ἑρμηνευτής.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦταν ὁ τοῖχος, «τὸ μεσότοιχον»,
ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ ἀπ. Παῦλος, ποὺ χώριζε τοὺς
Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἡ
ἔλευση ὅμως τοῦ Κυρίου καὶ ἡ ἐπικράτηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως ὅλα αὐτὰ τὰ γκρέμισε καὶ οἱ λαοὶ
ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θρησκεία, τὴ φυλὴ κλπ. ἑνώθηκαν
σ᾿ ἕνα λαό, τὸν χριστιανικό. Γι᾿ αὐτὸ ὁ θεῖος Παῦλος
στὶς ἐπιστολές Του βεβαιώνει: «Στὸ νέο ἄνθρωπο
ποὺ δημιουργεῖ ὁ Χριστὸς μὲ τὴ διδασκαλία Του καὶ
τὴ θυσία Του, δὲν ὑπάρχει διάκριση Ἕλληνα καὶ Ἰουδαίου, περιτμημένου Ἰσραηλίτη καὶ ἀπερίτμητου
ἐθνικοῦ, βάρβαρου καὶ Σκύθη, δούλου καὶ ἐλεύθερου,
ἀλλὰ καὶ ἐνθικότητα καὶ καταγωγὴ καὶ ἀξίωμα καὶ
τὰ πάντα καὶ γιὰ ὅλους τους πιστοὺς εἶναι ὁ Χριστός». Ἐκεῖνος συναδέλφωσε καὶ συναδελφώνει τοὺς
λαούς· κάνει αὐτοὺς ποὺ ἀνήκουν σὲ διάφορα ἔθνη
ἀδελφοὺς καὶ τοὺς χαρίζει τὴν εἰρήνη Του, ὁ «ποιῶν
εἰρήνην» (Ἐφ. β´ 15).
Ἂς ἔλθουμε ὅμως τώρα καὶ στὰ γνωρίσματα τῆς
εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ.

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

71

Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐσωτερική
Ὁ Χριστὸς τὸ περίφημο βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὅταν ἀποχαιρετοῦσε τοὺς ἀγαπητοὺς Μαθητές
Του, τοὺς εἶπε: «Φεύγω καὶ σᾶς ἀφήνω εἰρήνη. Σᾶς
δίνω τὴν ἀληθινὴ καὶ βαθειὰ εἰρήνη, τὴν ὁποία ἦλθα
νὰ φέρω στὸν συνταρασσόμενο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο. Δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ εἰρήνη ὑποκριτικὴ καὶ ἀπατηλὴ καὶ ἀσταθή, σὰν αὐτὴ ποὺ δίνει ὁ κόσμος».
Ἡ εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς εἶναι ἐσωτερική.
Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικὲς περιστάσεις, ἀλλὰ
ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἕνωσή Του μὲ τὸν Πατέρα Του. Ἡ
εἰρήνη τοῦ Κυρίου, ποὺ κληροδοτεῖται σὲ μᾶς, εἶναι
ἡ εἰρήνη μας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ μας. Εἰρήνη
στὰ βάθη τῶν καρδιῶν μας. Γαλήνη συνειδήσεως ποὺ
πηγάζει ἀπὸ τὴν πληροφορία ὅτι συμφιλιωθήκαμε
πρὸς τὸ Θεό. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη ὀνομάζει ὁ Χριστὸς δική Του εἰρήνη. Τὴν εἰρήνη ἡ ὁποία προσιδιάζει στὸν
Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν ὁποία ἦλθε νὰ φέρει στὴ γῆ ὡς
Ἄρχοντας τῆς εἰρήνης. Διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ εἰρήνη μας.
Τοῦ Χριστοῦ ἡ εἰρήνη εἶναι ἐσωτερικὴ καὶ θεία.
Τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ δὲν τὴν δίνουν οἱ ἄνθρωποι,
τὴν δίνει ὁ Θεός. Ὑπογράφεται στὰ ἄδυτα τῆς ψυχῆς
τοῦ ἀνθρώπου μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου.
Καὶ σφυρηλατεῖται ἔπειτα ἀπὸ τὰ διάφορα περιστατικὰ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Τὴν ὑπογράφει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πιστεύει στὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ
Θεοῦ. Ὅταν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε γιὰ τὶς

72

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Ὅταν μετανοεῖ καὶ ἀγωνίζεται,
γιὰ νὰ μὴ ἐπανέλθει πλέον σάυτες. Τὴν ὑπογράφει ὁ
Θεός, ὅταν δέχεται τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τοῦ δίνει τὴν
ἄφεση καὶ τοῦ χορηγεῖ πλούσια τὴ χάρη Του, ὥστε
ἀγωνιζόμενος ὁ πιστὸς νὰ προχωρεῖ χαρούμενος σ᾿
ὅλα τὰ στάδια τῆς ἁγίας ζωῆς. Καὶ δὲν εἶναι τίποτε
ἄλλο ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ παρὰ αὐτὴ ἡ συμφιλίωσή
του μὲ τὸν ἀγαθὸ καὶ παντοδύναμο Θεὸ καὶ Δημιουργό του, τὴν ὁποία ἐπέτυχε γιὰ τοὺς πιστοὺς ὁ
Χριστός. Καὶ τὴν αἰσθάνεται τὴν εἰρήνη αὐτὴ ὁ
πιστὸς καὶ τὴ ζεῖ ὡς κατάσταση χάριτος καὶ εὐτυχίας.
Γεμίζει τὴν καρδιά του ἡ πεποίθηση ὅτι εἶναι παιδὶ
τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς ὅτι εἶναι ὁ Πατέρας του καὶ
ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς του.
Τὴ λύτρωση καὶ τὴ σωτηρία ἔφερε στὸν κόσμο ὁ
σταυρικὸς θάνατος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Καὶ
ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ τὸν οἰκειοποιηθεῖ μὲ τὴν πίστη,
μὲ τὴ μετάνοια, μὲ τὴν ἐξομολόγηση, μὲ τὴ θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ
καὶ γενικὰ μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Μυστηρίων τῆς
Ἐκκλησίας Του, θὰ λάβει ὡς πολύτιμο δῶρο τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῆς συμφιλίωσης μὲ τὸ Θεό.
Ἑπομένως μόνο ὁ Χριστὸς δίνει τὴν πραγματικὴ
εἰρήνη. Διαφέρει ὅμως πολὺ ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
ἀπὸ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου.
Διότι ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου εἶναι ἐξωτερικὴ καὶ

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

73

παροδική. Ἡ ἐξωτερικὴ εἰρήνη ἀναφέρεται στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό.
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ εἰρηνικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Δημιουργὸ συγκεντρώνει τὴν προσοχὴ τῶν Πατέρων, διότι
τὴν θεωροῦν ὡς τὸ σημαντικότερο ἀγαθὸ στὸν ἀγώνα
τῆς λύτρωσης κάθε ἀνθρώπου. Ἡ ἐξωτερικὴ εἰρήνη
δὲν ἀποτελεῖ ἐγγύηση γιὰ τὴ σωτηρία.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρομοιάζει τὴν
ἐξωτερικὴ εἰρήνη μὲ πόλη ποὺ προδίδεται ἀπὸ τοὺς
ἴδιους τους κατοίκους της, καὶ γράφει: «Διότι τί θὰ
μποροῦσε νὰ ὑπάρξει εὐτυχέστερο ἀπ᾿ αὐτὸν ποὺ
ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ γεννᾶται μέσα
του; Διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀπολαμβάνομε ἐξωτερικὴ
εἰρήνη ἄπειρη καὶ περιποίηση, ἀλλὰ στὸ ἐσωτερικό
μας γεννῶνται ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν θόρυβος
καὶ ζάλη, δὲν ἔχουμε κανένα ὄφελος ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ εἰρήνη, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐλεεινότερο ἀπὸ μιὰ πόλη, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη τὴν περιβάλλει κανεὶς μὲ ἄπειρα τείχη καὶ χαρακώματα, ἡ
ὁποία ὅμως προδίδεται ἀπὸ τοὺς κατοίκους».
Σ᾿ ἄλλο σημεῖο διευκρινίζει σὲ τί συνίσταται ἡ
ἀνθρώπινη εἰρήνη, τὴν ὁποία καθόλου δὲν ἐπιδιώκει:
«Ὁ Θεὸς εἶναι εἰρήνη, διότι μᾶς εἰρήνευσε... Μὴ μᾶς
βραβεύει ὁ θυμός... ὄχι ἀνθρώπινη εἰρήνη. Διότι ἡ
ἀνθρώπινη εἰρήνη γίνεται μὲ τὸ νὰ μὴ ὑποφέρει κανένα κακό. Ἀλλὰ τέτοια εἰρήνη δὲν ἐπιθυμῶ, λέει,

74

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ὁποία ἄφησε ὁ Χριστός».
Ὁ ἴδιος ἱεράρχης σὲ διαφορετικὴ χρονικὴ στιγμὴ
θὰ μιλήσει γιὰ τακτικὴ ἀποδοχὴ τῆς εἰρήνης τοῦ
Θεοῦ. Ἐπιπλέον θὰ ὑπογραμμίσει ὅτι εἶναι ἀνωφελὴς
ἡ κοσμικὴ εἰρήνη, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ
εἶναι τὸ πᾶν γιὰ τὴ σωτηρία μας: «Καὶ ἂν ἡ εἰρήνη
εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος, διατὶ μεγαλοφρονεῖς,
διατί ὑπερηφανεύεσαι πολύ, ἀφοῦ μὲ τὴ χάρη τοῦ
Θεοῦ σώθηκες; Καὶ ἂν ἔχεις εἰρήνη μὲ τὸ Θεό, διατὶ
τάσσεσαι μὲ ὁρισμένους; Διότι αὐτὸ εἶναι διαίρεση
σὲ φατρίες. Ποιὸ τὸ ὄφελος, λοιπόν, ἐὰν μὲ αὐτὸν
βρίσκεσθε σὲ εἰρηνικὲς σχέσεις, καὶ σ᾿ αὐτὸν χρεωστεῖτε εὐγνωμοσύνη; Ἐγὼ ὅμως ζητῶ νὰ ἔχετε καὶ
τὰ δύο ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χάρη, ἀπὸ
Αὐτὸν νὰ προέρχονται καὶ πρὸς Αὐτὸν νὰ κατευθύνονται· διότι οὔτε εἶναι σταθερά, ἐὰν δὲν προέρχονται
ἀπὸ τὸν οὐρανό, οὔτε πάλι ἔχομε καμιὰ ὠφέλεια, ἐὰν
δὲν κατευθύνονται πρὸς τὸ Θεό. Καθόλου δὲν ὠφελούμαστε, ἐὰν ἔχομε εἰρήνη ἀκόμη καὶ μὲ ὅλους τους
ἀνθρώπους, ἐνῶ ἔχομε πόλεμο μὲ τὸ Θεό· ὅπως ἐπίσης καθόλου δὲν βλαπτόμαστε, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλοι
μας πολεμοῦν, ἐφόσον ἔχομε εἰρήνη μὲ τὸ Θεό. Ἐξάλλου δὲν ἔχομε καμιὰ ὠφέλεια, ἂν ὅλοι μας ἐκτιμοῦν,
βρισκόμαστε ὅμως σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Κύριο. Δὲν
διατρέχομε κανένα κίνδυνο, καὶ ἂν ὅλοι μας ἀποστρέφονται καὶ μᾶς μισοῦν, ὁ Θεὸς ὅμως μᾶς ἀποδέχεται καὶ μᾶς ἀγαπᾶ.

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

75

Βέβαια ἐδῶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος δὲν ἐννοεῖ ὅτι
πρέπει νὰ ἔχουμε πόλεμο μὲ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸ Θεό. Ἐκφράζει ὅμως μιὰ προτεραιότητα ὑψίστης σημασίας, ποὺ βέβαια δὲν γίνεται δεκτὴ
ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοτώσει τὸ Θεὸ
μέσα τους.
Μόνιμη καὶ ἀναφαίρετη ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
Ἐπιπλέον ἡ φύση τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ εἶναι
τέτοια, ὥστε οὔτε τὰ μειδιάματα τοῦ κόσμου μποροῦν
νὰ τὴν προσφέρουν, οὔτε οἱ συνοφρυώσεις καὶ ἀπειλές του μποροῦν νὰ τὴν ἀφαιρέσουν. «Τὰ δῶρα τὰ
ὁποῖα δίνω Ἐγὼ σὲ σᾶς δὲν ὁμοιάζουν πρὸς τὰ δῶρα,
τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος δίνει στὰ παιδιά του καὶ τοὺς
ὀπαδούς του. Τὰ δῶρα τοῦ κόσμου ἀναφέρονται μόνο
στὸ σῶμα καὶ διαρκοῦν λίγο χρόνο. Τὰ δικά Μου
δῶρα παρέχονται στὴν ψυχὴ καὶ πλουτίζουν αὐτὴ
αἰώνια».
Ὁ κόσμος δίνει, ἀλλὰ καὶ λαμβάνει, ἐνῶ ὁ Χριστὸς
παρέχει σὲ μᾶς τὴν ἀγαθὴ μερίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ
ἀφαιρεθείαπό μας.
Κανένα ἐξωτερικὸ γεγονὸς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν
ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ.Ἂς γίνονται
γύρω του πόλεμοι καὶ μάχες. Ἐφόσον αὐτὸς μετανόησε καὶ ὑπέγραψε συνθήκη εἰρήνης μὲ τὸ Θεό, δὲν
ταράσσεται καὶ δὲν ἀνησυχεῖ. «Οὐ φοβηθησόμεθα ἐν
τῷ ταράσσεσθαι τὴν γῆν» (Ψαλμ. ΜΕ´ 2), λέει γιὰ

76

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὸν πιστὸ ὁ Ψαλμωδός. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἀδιαφοροῦν αὐτοὶ γιὰ τὶς συμφορὲς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὶς
αἰσθάνονται περισσότερο οἱ πιστοί, καὶ ἐνδιαφέρονται καὶ ἐργάζονται καὶ προσεύχονται ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Τὰ ἐξωτερικὰ ὅμως αὐτὰ γεγονότα εἶναι ἀνίκανα
νὰ μεταβάλουν τὴν εἰρηνικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς
τους. Ἄλλωστε, στὸ Θεὸ ἐλπίζουν καὶ στὸ Θεὸ ἀναθέτουν καὶ τὸ ζήτημα τῆς εἰρήνης τῶν λαῶν καὶ μένουν εἰρηνικοὶ καὶ ἥσυχοι καὶ εὐτυχεῖς σὲ ὅλες τὶς
τρικυμίες τῆς ζωῆς.
Ἀναφαίρετη, λοιπόν, ἡ εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ Χριστός.
Εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν πλήρη
ἁρμονία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἔχει θεμέλιο
τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ
εὐχόταν ὁ ἀπ. Παῦλος, ὅταν ἔγραφε στοὺς χριστιανούς. «Ἡ εἰρήνη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴν μεταδίδει
στοὺς δικούς Του, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα κάθε
νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικὸς δὲν μπορεῖ νὰ
νοιώσει, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις
σας, ἐφόσον μένετε ἑνωμένοι μέτον Ἰησοῦ Χριστό».
Καὶ ὁ Κύριος κάποτε ἄλλοτε ἔλεγε στοὺς Μαθητές Του: «Σᾶς εἶπα νὰ ἔχετε εἰρήνη μὲ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἕνωσή σας μὲ Ἐμένα».
Αὐτὴ τὴν εἰρήνη δὲν μποροῦν νὰ τὴν αἰσθανθοῦν
οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν γνώρισαν τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦν νὰ τὴν κατανοήσουν ὅσοι δὲν εἶναι συνδεδεμένοι
μὲ τὸν Χριστό. Μόνο οἱ πιστοὶ τὴν ζοῦν. Εἶναι αὐτὴ

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

77

ἡ εἰρήνη σὰν ἕνα βουνό, ποὺ στέκει μπροστὰ στὴν
καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐμποδίζει νὰ εἰσέλθει μέσα
ἡ ταραχή, ἡ ἀναστάτωση. Φρουρεῖ ἀπὸ κινδύνους τὴν
ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ. Τὴν κρατεῖ ἀκοίμητη. Εἶναι
σὰν ἕνα «μπλόκ», τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὸν ἀέρα νὰ
προσβάλει αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζεῖ ὁ χριστιανός.
Ἀντίδοτο φόβου καὶ ἀποθάρρυνσης
Ἐπίσης ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἀποβαίνει ἀντίδοτο
ἐναντίον κάθε φόβου καὶ κάθε λιποψυχίας καὶ ἀποθάρρυνσης.
Ὁ χρόνος ποὺ μεταβάλλει, μεταφέρει καὶ ἀφαιρεῖ
τοὺς θησαυρούς, τὶς ἀνέσεις, τὴν ὑγεία, τὰ προσφιλῆ
πρόσωπά μας καὶ ὅ,τι ἄλλο ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ πολύτιμο στὴ γῆ, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀφαιρέσει τὴν
εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὁ πιστὸς διατηρεῖ
γαλήνη καὶ ὅταν ἡ φτώχεια καὶ ἡ περιφρόνηση τὸν
κτυποῦν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος
τὸν ἀπειλοῦν.
Καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ μέλλον διαγράφεται γι᾿ αὐτὸν
σκυθρωπὸ καὶ πολυποίκιλοι φόβοι ἔρχονται νὰ ἀποδιώξουν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὴν ἐλπίδα καὶ νὰ χύσουν τὸ
δηλητήριο τῆς μελαγχολίας καὶ τῆς ἀπελπισίας, ἡ
εὐλογία τῆς εἰρήνης φωτίζει τὸν βίο τοῦ χριστιανοῦ,
ὥστε, ὁτιδήποτε καὶ ἂν συναντήσει στὴν πορεία τῆς
ζωῆς του, νὰ μὴ ταράσσεται καὶ νὰ μὴ δείλια, νὰ μὴ
ἀπελπίζεται. «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδὲ

78

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

δειλιάτω...» (Ἰω. ιδ´ 27). Καὶ αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπίσης βεβαίωσε: «Ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»
(Ἰω. ιστ´ 23). Κατὰ συνέπεια μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, χάρη στὴ δική Του δύναμη καὶ κάθε πιστὸς ὀπαδός Του
νικᾶ τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ διωγμοὶ καὶ τὰ
μαρτύρια δὲν μποροῦσαν καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀφαιρέσουν τὴν εἰρήνη ἀπὸ τοὺς μάρτυρες. Μέσα στὴ φωτιὰ τοῦ μαρτυρίου τους οἱ ἅγιοι ἦσαν γαλήνιοι καὶ
εἰρηνικοί, σὰν νὰ βρίσκονταν «ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως». Στὴν περίπτωση τοὺς πραγματοποιεῖται ὁ λόγος τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Πλησίον Σου, Κύριε, εἶμαι ἀσφαλής. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη διαβῶ χαράδρες σκοτεινὲς
καὶ βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ αὐτὸν τὸν θάνατο, ὁποιουσδήποτε κινδύνους καὶ ἂν διατρέξω, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάτι κακό» (Ψαλμ. ΚΒ´ 4).
Οἱ διωγμοὶ καὶ τὰ μαρτύρια δὲν μποροῦν νὰ χωρίσουν τὸν πιοτὸ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀληθινὸς
χριστιανὸς εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν πηγὴ τῆς εἰρήνης, ἡ
ψυχή του εἶναι πάντοτε γεμάτη εἰρήνη.
Ἡ πραγμάτωση τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ
Ὁ ἀπ. Παῦλος ὁραματίζεται τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ νὰ λαμβάνει συγκεκριμένη καὶ μόνιμη μορφὴ
στὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, γι᾿
αὐτὸ καὶ γράφει: «Ἀποτελεῖτε ἕνα ἠθικὸ σῶμα, τὴν
Ἐκκλησία, γι᾿ αὐτό, καθὼς καὶ κληθήκατε σὲ μιὰ καὶ
τὴν αὐτὴ βασιλεία καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ κάλεσε

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

79

ὅλους σας. Ἕνας καὶ μόνο Κύριος ὑπάρχει· μιὰ πίστη
ἔχουν ὅλοι οἱ χριστιανοί, ἕνα βάπτισμα ἔλαβαν ὅλοι.
Ἕνας καὶ μόνος ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας ὅλων ὑπάρχει,
Αὐτὸς ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλους Δεσπότης, καὶ τοῦ
Ὁποίου ἡ δύναμη διαχύνεται διὰ μέσου ὅλων τῶν
μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸ σῶμα Της,
καὶ ὁ Ὁποῖος κατοικεῖ μέσα σ᾿ ὅλους μας».
Μιὰ τέτοια ἑνότητα, μόνο μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο
«σύνδεσμον εἰρήνης» μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ.
Τὸ ἡρωϊκὸ βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, «Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», μᾶς δίνει μιὰ θαυμαστὴ περιγραφὴ τῆς εἰρηνικῆς ζωῆς, ποὺ ἐπικρατοῦσε μεταξὺ
τῶν μελῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τὸ πλῆθος ἐκείνων ποὺ εἶχαν πιστεύσει στὸ Εὐαγγέλιο εἶχε ἁρμονικὴ καὶ ἀδιάσπαστη ὁμοφροσύνη. Τόσο οἱ καρδίες,
ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ὕπαρξη ὅλων ἦσαν
ἑνωμένα σὲ ἕνα, ἐπικρατοῦσε δηλαδὴ μεταξύ τους
πλήρης συμφωνία καὶ ἁρμονία φρονημάτων καὶ συναισθημάτων. Καὶ δὲν βρισκόταν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
ποὺ νὰ λέει ὅτι καὶ τὸ ἐλάχιστο ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά
του καὶ τὴν περιουσία του ἦταν δικό του, ἀλλὰ τὰ
εἶχαν μεταξύ τους ὅλα σὲ κοινὴ ὠφέλεια καὶ χρήση».
Καὶ συνεχίζει προσθέτοντας τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀδελφικῶν καὶ εἰρηνικῶν ἐνεργειῶν τους:
«Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς μεταξύ τους, ποὺ νὰ στερεῖται
τὰ πρὸς συντήρηση. Διότι ὅσοι ἦσαν ἰδιοκτῆτες χωρα-

80

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

φιῶν καὶ σπιτιῶν, τὰ πωλοῦσαν καὶ ἔφερναν τὴν ἀξία
τῶν πωλουμένων κτημάτων τους σὲ χρῆμα καὶ ἐπειδὴ
ἀπὸ εὐλάβεια ἀπέφευγαν νὰ τὴν παραδώσουν στὰ
χέρια τῶν Ἀποστόλων, ἔθεταν αὐτὴν κοντὰ στὰ πόδια
τῶν Ἀποστόλων.
Προσθέτει δὲ ὁ ἱερὸς συγγραφέας τῶν «Πράξεων» καὶ τὴ συγκεκριμένη ἐνέργεια τοῦ Βαρνάβα, ἡ
ὁποία δήλωνε τὴν τάξη μὲ τὴν ὁποία γίνονταν ὅλα,
ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἔδειχναν πρὸς τοὺς Ἀποστόλους: «Διαμοιραζόταν δὲ τὸ χρῆμα στὸν καθένα
σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάγκη ποὺ εἶχε. Ὁ Ἰωσῆς δέ, ποὺ
ἐπονομάσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους Βαρνάβας, ὄνομα ποὺ μεταφράζεται στὴν Ἑλληνικὴ «υἱὸς παρηγορίας καὶ οἰκοδομητικῆς προτροπῆς» καὶ ὁ ὁποῖος
ἦταν Λευΐτης καὶ εἶχε γεννηθεῖ στὴν Κύπρο, εἶχε στὴν
κυριότητά του ἕνα ἀγρό. Καὶ ἀφοῦ τὸν πούλησε ἔφερε τὸ χρῆμα ποὺ εἰσέπραξε καὶ τὸ ἔθεσε μπροστὰ
στὰ πόδια τῶν Ἀποστόλων» (Πράξ. δ´ 35-36).
Τὸ εἰρηνικὸ τῆς ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν σημειώνει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παραβάλλοντας
αὐτὸ μὲ τὴν εἰρηνικὴ ζωὴ τῶν μοναστηριῶν, ὅπου ὅλα
εἶναι κοινά: «᾿Ὅπως ἀκριβῶς σὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦν
στὰ μοναστήρια δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀνωμαλία, ἀλλὰ
ὅλοι βρίσκονται σὲ μιὰ εἰρήνη καὶ χαρὰ καὶ δόξα,
ἔτσι καὶ ἐδῶ. Κανεὶς δὲν περιπαίζεται γιὰ φτώχεια,
κανεὶς δὲν σεμνύνεται γιὰ τὸν πλοῦτο· τὸ δικό μου
καὶ τὸ δικό σου, αὐτὸ μάλιστα ποὺ ὅλα τὰ ἀνατρέπει

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

81

καὶ τὰ κάνει ἄνω κάτω, ἔχει ἀπομακρυνθεῖ· καὶ ὅλα
σ᾿ αὐτοὺς εἶναι κοινά, καὶ τραπέζια καὶ κατοικία καὶ
ροῦχα. Χωρὶς νὰ ἐξαφανίζονται τὰ ἀνθρώπινα δεινά,
ὁ εἰρηνικὸς ἄνθρωπος τὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιτυχία.
Ἔτσι σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν αὐτά».
Ὁ ἀπ. Παῦλος ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν τῶν γνωρισμάτων τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν εὐεργετικῶν
ἀποτελεσμάτων τῆς πολλάκις στὶς ἐπιστολές Του τὴν
εὐχόταν στοὺς πιστούς: «Εἴθε ὁ Κύριος, ἀπὸ τὸν
Ὁποῖο πηγάζει ἡ εἰρήνη, νὰ σᾶς δώσει τὴν εἰρήνη μόνιμη καὶ ἀσφαλισμένη μὲ κάθε τρόπο, ὥστε νὰ μὴ
ἀπομένει μεταξύ σας οὐδὲ ἡ παραμικρὴ ἀφορμὴ διαμάχης ἢ ταραχῆς. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ εἶναι μὲ ὅλους
σας».
Ἀλλοῦ εὔχεται στοὺς χριστιανοὺς ὅπως ἡ χάρη καὶ
ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἐπικρατεῖ σὲ ὅλα: «Ἐγὼ ὁ Παῦλος
γράφω τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ σ᾿ ὅλους τους πιστούς, ὅσοι
βρίσκονται στὴ ρώμη, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἰδιαίτερα ἀγαπητοὶ στὸ Θεὸ καὶ προορισμένοι γιὰ νὰ γίνετε ἅγιοι.
Εὔχομαι δὲ νὰ εἶναι μαζί σας ἡ χάρη καὶ ἡ εἰρήνη
ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα μας καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ
Χριστό» «Εἴθε νὰ πλεονάσει τὸ ἔλεος σὲ σᾶς καὶ ἡ
εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη».
Ἀποῦσα ἡ εἰρήνη
Ὅμως ἂν στρέψουμε ἐρευνητικὰ τὰ μάτια στὴν
σημερινὴ ἐποχὴ ποὺ κατακλύζεται ἀπὸ αἱματηροὺς

82

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

πολέμους σὲ παγκόσμια κλίμακα, δημιουργοῦνται
βασανιστικὰ τὰ ἐρωτήματα.
Μήπως τὸ θεῖο φυτὸ τῆς εἰρήνης δὲν τὸ φύτευσε
στὴ γῆ ὁ Εἰρηνοποιός; Μήπως τὴ δική Του εἰρήνη δὲν
τὴν χάρισε στοὺς ἀνθρώπους; Μήπως δὲν ἔγινε πραγματικότητα τὸ «ἐπὶ γῆς εἰρήνη», ὅπως ἔψαλλαν οἱ
ἄγγελοι;
ναί. Τὴν ἔφερε τὴν εἰρήνη ὁ Χριστός! Τὴν προσέφερε ὡς τὸ πολυτιμότερο δῶρο τὴν εἰρήνη ὁ Εἰρηνοποιός.
Δυστυχῶς, ὅμως, ἀποτελεῖ ἀναντίρρητο γεγονὸς
ὅτι ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος
στὴν πραγματικότητα ποτὲ δὲν ἐπεκράτησε στὸν κόσμο. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλός: Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὴ
δέχθηκε ὡς μήνυμα προσωπικό. Ἡ εἰρήνη δὲν βασίλευσε στὴν ἀνθρωπότητα, διότι πρῶτα πρέπει νὰ βασιλεύσει στὴ συνείδηση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Καὶ
τοῦτο εἶναι δύσκολο, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴ
φύση του ἐγωιστής, ὑπερήφανος, ἄπληστος γιὰ τὴν
ὑπεροχή του, γιὰ νὰ ἐπιβάλει τὴν τυραννία του πάνω
στοὺς ἄλλους.
Ἐπιπλέον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κρατῶν συνέρχονται,
συζητοῦν, ἐκπονοῦν σχέδια γιὰ νὰ σταματήσουν οἱ
πόλεμοι, γιὰ νὰ σβήσει ἡ καταστροφικὴ φλόγα τοῦ
μίσους, γιὰ νὰ ἐγκαινιασθεῖ μεταξὺ τῶν λαῶν ἕνα
κλίμα χαλάρωσης τῶν ἀντιθέσεων. Δὲν παραμελοῦν
ἀκόμη τὴν προσπάθεια νὰ ἐπισπεύσουν τὴν ὁριστικὴ

Κεφάλαιο Γ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ

83

κατάργηση τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, ποὺ δυστυχῶς
χωρίζουν ἀκόμη τοὺς λευκοὺς ἀπὸ τοὺς μαύρους. Οἱ
ὑπεύθυνοι τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς προσπαθοῦν
ἀπὸ κοινοῦ νὰ βροῦν μιὰ λύση στὸ μέγα καὶ πανανθρώπινο πρόβλημα τῆς εἰρήνης. Ὡστόσο, οἱ ἐξοπλισμοὶ ἐξακολουθοῦν, ἡ πολεμικὴ τεχνολογία τελειοποιεῖται, οἱ ἐθνικιστὲς τῶν λαῶν ἀφυπνίζονται, τὰ ἰμπεριαλιστικὰ σχέδια ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν. Καὶ ἔτσι
ἡ εἰρήνη ποὺ φαίνεται νὰ ὑπάρχει εἶναι πλαστή, ἀβέβαιη, φυλακισμένη στὸ παγερὸ κλουβὶ τῆς «ἰσορροπίας τοῦ τρόμου». Εἶναι μιὰ εἰρήνη, ποὺ ἀφήνει τὶς
ψυχὲς μᾶς ἀκάλυπτες σ᾿ ἕνα ἀδιόρατο φόβο, στὸν
ἐφιάλτη τῆς ἀγωνίας, μήπως ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν
ἄλλη ἐκτεθοῦμε σὲ θανάσιμο κίνδυνο. Διότι κάπου
πλησίον μας ἢ μακριά μας, τὰ δάκτυλα δὲν ξεκολλοῦν
ἀπὸ τὴ σκανδάλη τῶν ὅπλων ποὺ σκορπίζουν τὸ θάνατο. Σήμερα ἐκεῖ, αὔριο παρακάτω, κάθε ἡμέρα κάπου. Τί εἴδους εἰρήνη εἶναι αὐτὴ ποὺ συντηρεῖ τὰ
ὄργανα ποὺ τὴν σκοτώνουν; Γνήσια εἰρήνη εἶναι μόνο
ἐκείνη ποὺ ὑπηρετεῖ τὶς ἰδέες καὶ ὄχι αὐτὴ ποὺ προετοιμάζει τὸν ἑπόμενο πόλεμο. Ὄχι, δὲν εἶναι εἰρήνη
αὐτή. Καὶ οὔτε θὰ ὑπάρξει ποτέ, ἂν τὰ ἔθνη δὲν παύσουν νὰ παράγουν μίσος.
Καὶ αὐτό, διότι τὸ μίσος γιὰ νὰ ξεσπάσει, ζητεῖ
ὅπλα. Τὰ ὅπλα σκορπίζουν τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴ δυστυχία, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ τοὺς γεννοῦν μίσος. Καὶ τὸ
μίσος ζητεῖ καὶ ἀλλὰ ὅπλα. Τί φαῦλος κύκλος! Διαβά-

84

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

στε τὶς ἱστορίες ὅλου του κόσμου, ξεφυλλίστε τὶς ἐφημερίδες ὅλου του κόσμου καὶ θὰ ἀνακαλύψετε ποιοὶ
παράγουν τὸ μίσος, ἐπισήμως, νόμιμα, συνειδητά· θὰ
καταλάβετε γιατί οἱ πόλεμοι· θὰ πεισθεῖτε ὅτι ἡ εἰρήνη
δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἰδέα ρομαντική. Διότι ἡ εἰρήνη δὲν
ἔχει ἐθνικότητα, δὲν ἔχει γλώσσα ἢ θρησκεία. Δὲν εἶναι
ἀμερικανική, ρωσική, ἑλληνική, τουρκική, ἀγγλική, κινέζικη.
Ὅσο ὅμως οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται μόνο Ἀμερικανοί, ρῶσοι, Ἕλληνες, Τοῦρκοι, Ἄγγλοι, Κινέζοι, τόσο καὶ ἡ εἰρήνη θὰ εἶναι καλὴ γιὰ τοὺς Ἀμερικάνους,
ἀλλὰ κακὴ γιὰ τοὺς ρώσους, συμφέρουσα γιὰ τοὺς
Τούρκους, ἀσύμφορη γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Καὶ τὰ κανόνια θὰ βροντοῦν, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ὑπερήφανα
τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ταπείνωσαν ἢ ἐκδικήθηκαν τὸν
«προαιώνιο ἐχθρό» τους. Καὶ ἔτσι οἱ ζωὲς θὰ θερίζονται, ἡ δυστυχία θὰ θριαμβεύει καὶ ἡ φιλολογία
γιὰ τὴν εἰρήνη θὰ πλουτίζεται μὲ νέους τόμους!

85

Κεφάλαιο Δ´.

Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης
ΠΟΤΕΛΕI ΚΟΙνO ΤOΠΟ ὅτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος προόδευσε σὲ τόσα πράγματα. Κατάκτησε
τόσα ὑλικὰ ἀγαθά. Ἐφεῦρε μύριους τρόπους
ψυχαγωγίας. Καὶ ἐπιζητεῖ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τῆς
ζωῆς νὰ βρεῖ τὴν εἰρήνη του. Ἀλλὰ ἀντὶ τῆς εἰρήνης
ἔχει ἐνθρονίσει τὸ δαίμονα τῆς ταραχῆς, ὁ ὁποῖος τὸν
δέρνει διαρκῶς, τὸν ἀναστατώνει συνεχῶς. Τὸν κάνει
νὰ ἀγωνιᾶ ἡμέρα καὶ νύκτα. Καὶ πάνω στὰ προβλήματα βλέπει καθημερινὰ ὅτι οὔτε οἱ γενικὲς κατακτήσεις, οὔτε τὸ πλῆθος τῶν διασκεδάσεων, οὔτε τὰ
φαντασμαγορικὰ θεάματα τοῦ αἰῶνα μας, οὔτε οἱ
ἐπιστημονικὲς γνώσεις καὶ σοφίες εἶναι ἱκανὲς νὰ κατασιγάσουν τὴν ταραγμένη ψυχή του, νὰ ἐξαλείψουν
τὸν φόβο, τὴν ἀγωνία, νὰ ἀποδιώξουν τὸ σφίξιμο τῆς
καρδιᾶς. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος διψᾶ τὴν εἰρήνη καὶ
εἰρήνη δὲν ἀπολαμβάνει· θέλει γαλήνη, ἠρεμία ψυχῆς
καὶ συνειδήσεως, καὶ δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ αὐτά.
Ἀναζητώντας τὴν αἰτία τοῦ ἀνειρήνευτου ἀν θρώπου μὲ ἀλάνθαστο ὁδηγὸ τὴν Ἁγία Γραφή, βρί-

A

86

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

σκομε καὶ τὶς συνέπειες τοῦ θέματος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ.
Ἂς παρακολουθήσομε μὲ προσοχὴ τὰ ὅσα τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως σημειώνει γιὰ τοὺς γενάρχες τῶν
ἀνθρώπων.
α) Ἡ κατάχρηση τοῦ αὐτεξουσίου
Αἰτία: Ἡ ραθυμία
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε «κατ᾿
εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ ἠθικοποίηση καὶ
τελείωσή του στὴν ἀρετή.
Τὸ μεγαλεῖο του ἀνθρώπου φαίνεται ἀκόμη καὶ
ἀπὸ τὴ μοναδικὴ καὶ προνομιακὴ θέση, τὴν ὁποία
ἔχει μέσα στὸ σύμπαν. Κατέχει τὸ κέντρο ὅλων τῶν
πραγμάτων. Δὲν δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος χάρη
τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὁ κόσμος χάρη τοῦ ἀνθρώπου.
Πλάστηκε δὲ τελευταῖος ὡς κορωνίδα τοῦ ὅλου δημιουργικοῦ ἔργου.
Ὁ Θεὸς τίμησε τὸν ἄνθρωπο. Χάρη στὸ λογικὸ ὁ
ἄνθρωπος εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίζει τὶς ἠθικὲς
ἀξίες· νὰ συλλαμβάνει τὶς ἰδέες τῆς ἀλήθειας, τῆς
ὡραιότητας, τῆς δικαιοσύνης· γενικὰ νὰ γίνεται δημιουργὸς καὶ διαμορφωτὴς τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ψυχῆς
του, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου στὸν ὁποῖο ἐργάζεται καὶ
ζεῖ.

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

87

Ἦταν ἀγαθὸς καὶ ξένος πρὸς κάθε κακία ὁ
ἄνθρωπος. Ἀλλὰ δὲν ἦταν ὁλοκληρωμένος ἀπὸ τὴν
ἀρχὴ τῆς δημιουργίας του. Μποροῦσε μὲ τὴν ἐλεύθερη
θέλησή του καὶ τὴν ὀρθὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν
ὁποία τὸν προίκισε ὁ Θεὸς-Δημιουργὸς καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς θείας Χάριτος, νὰ ἀσκήσει τὴν ἀρετή, νὰ τελειοποιηθεῖ στὸ ἀγαθό. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε κακὴ
χρήση τῆς ἐλευθερίας του, τοῦ αὐτεξουσίου του.
Ἐνῶ βρισκόταν στὸν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος τέθηκε σὲ δοκιμασία ἀπὸ τὸ Θεό. Εἶχε δώσει σαφῆ
ἐντολὴ ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο: «Ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ
γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ μὴ φάγεσθε ἀπ᾿
αὐτοῦ» (Γέν. β´ 17), γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ ἐλευθερία
τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Μ. Βασίλειος λέει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐνδιαφερόταν
γιὰ τί ἀκριβῶς ἔφαγε ὁ Ἀδάμ, ὑπογραμμίζει ὅμως ὅτι
«κακῶς ἔφαγε, διότι μὲ τὴν πράξη τοῦ ἐκείνη παρέβαινε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπερέβαινε τὰ ὅρια τῆς
ὑπάρξεώς του.
Καὶ ἔτσι ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος! Ἔπεσε, διότι ἔκανε
κακὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου.
Πρῶτος εἶχε ἐκπέσει ἀπὸ τὸν προορισμό του καὶ
εἶχε ὑποστεῖ τὴ διαστροφὴ τῆς φύσεώς του ὁ Ἑωσφόρος. Ἐκεῖνος ὁ ἀποστατημένος ἄγγελος, κινούμενος
ἀπὸ φθόνο, ὑπέδειξε στὸν ἄνθρωπο νὰ ἀκολουθήσει
παρόμοια πορεία.
Ἀλλὰ ἡ πηγὴ τῆς διαστροφῆς τοῦ Ἀδὰμ βρίσκεται

88

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

κυρίως στὴν κατάχρηση τοῦ αὐτεξουσίου του. Ἐνώπιον τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ὑπῆρχε, ὅπως πάντοτε
ὑπάρχει, τὸ διπλὸ ἐνδεχόμενο: τῆς τελειοποιήσεως
στὴν ἀρετὴ ἢ τῆς ἐκπτώσεως στὴν ἁμαρτία. Καὶ ὁ
ἄνθρωπος ἁμάρτησε ἐλεύθερα καὶ ἐνσυνείδητα. Ποία
ἡ αἰτία; Ἡ ραθυμία.
Ὁ πρωτόπλαστος δὲν βιάσθηκε ἀπὸ τὸν διαβολο,
ἁπλὰ πειράσθηκε. Μποροῦσε νὰ ἀποπέμψει τὸν πειραστὴ καὶ νὰ μείνει πιστὸς στὴν ἐντολὴ τοῦ Δημιουργοῦ του. Ἦταν ἐλεύθερος, εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸν πονηρὸ ὑποβολέα καὶ
νὰ στραφεῖ μὲ περισσότερη ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν
Πλάστη του. Δέχθηκε ὅμως εὔκολα τὴν ἀπάτη ἀπὸ
τὸ διάβολο! Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπάτη παρουσίασε
μιὰ διάθεση πραγματικῆς νωθρότητας καὶ ψυχικῆς
χαυνώσεως.
Αὐτὴ ἡ ραθυμία τῶν πρωτοπλάστων, ἡ αὐ τοπεποίθηση καὶ ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τῆς ὑπάρξεώς τους, ἔδωσε ὅλη τὴν εὐχέρεια στὸ διάβολο νὰ πλησιάσει τὸ σκάφος τους, δηλαδὴ τὴν ψυχή τους, τὸ
ὁποῖο ἦταν γεμάτο ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸ
διατρήσει, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ναυαγήσει αὐτό. Ἡ
πτώση ἦταν τὸ τραγικὸ ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσης ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου τοῦ θείου δώρου τῆς
ἐλευθερίας.
Ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐνοχὴ τῶν πρωτοπλάστων γίνεται
ἀκόμη μεγαλύτερη, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι τὰ πνευ-

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

89

ματικὰ ἐφόδια τὰ ὁποῖα διέθεταν ἦταν ἔξοχα· οἱ
πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἱκανότητες τοῦ γενάρχη μας
ἦσαν ὄχι μόνο πολλές, ἀλλὰ καὶ θαυμαστές. Ἡ θέληση
ἦταν ἀναπτυγμένη καὶ σὲ κατάσταση γρηγοροῦσα.
Διανοητικὰ ὁ Ἀδὰμ ἦταν γεμάτος ἀπὸ σύνεση καὶ
σοφία. Γνώριζαν οἱ πρωτόπλαστοι νὰ διακρίνουν τὸ
καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Διότι ὁ Ἀδὰμ τέθηκε ὡς κορωνίδα
ὁλόκληρής της ὁρατῆς κτίσεως. Ἂν δὲν εἶχε γνώση
τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ πονηροῦ, θὰ ἦταν ἀνάξιος μιᾶς
τέτοιας κλήσεως. Ὥστε οἱ πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς
ἱκανότητες τοῦ γενάρχη μας καθιστοῦν τὸ ἠθικό του
ναυάγιο μέσα στὸν Παράδεισο τραγικότερο.
β) Οἱ συνέπειες
Διακοπὴ τῆς κοινωνίας
τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό
Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς καταχρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου ἦλθε ἡ στέρηση τῆς θείας χάριτος καὶ ἡ διακοπὴ
τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Δημιουργό του.
Πρὸ τῆς πτώσεως τὸ μέγιστο ἀγαθὸ καὶ ἡ ὕψιστη
εὐδαιμονία τῶν πρωτοπλάστων ἦταν ἡ ἐγγύτητα, ἡ
ἐπικοινωνία καὶ ἡ συνάφειατους μὲ τὸν Πλάστη τους.
Ἀλλὰ ἡ ἀποστασία τους ἔγινε αἰτία νὰ ντυθοῦμε τὴν
ταπεινότητα, τὴν εὐτέλεια, τὴν αἰσχύνη. Στερηθήκαμε
τὴ μακαρία παραδεισιακὴ ζωὴ καὶ βρεθήκαμε στὴν
ἐξωπαραδεισιακὴ σκληρὴ πραγματικότητα.

90

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Μόλις ἁμάρτησαν οἱ πρωτόπλαστοι κρύφτηκαν
ἀπὸ τὸν Θεό. «Ἄκουσα τὸ θόρυβο τῶν βημάτων Σου,
ἀπαντᾶ ὁ Ἀδάμ, καθὼς περπατοῦσες στὸν Παράδεισο
καὶ μὲ κυρίευσε φόβος, διότι εἶμαι γυμνός. Γι᾿ αὐτὸ
ἔτρεξα καὶ κρύφτηκα, γιὰ νὰ μὴ μὲ συναντήσεις».
Ποιὸς πληροφόρησε τὸν Ἀδὰμ ὅτι ἦταν γυμνός;
«Ποιὸς σὲ πληροφόρησε» τὸν ἐρωτὰ ὁ Θεὸς«καὶ σοῦ
ἀποκάλυψε ὅτι εἶσαι γυμνός; Μήπως ἔφαγες ἀπὸ τὸν
καρπὸ τοῦ δένδρου ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ μόνο σου παρήγγειλα νὰ μὴ φάγεις;». Ὁ Θεός, ἂν καὶ γνώριζε τὰ
πάντα, ρώτησε μὲ φιλανθρωπία τὸν Ἀδάμ, γιὰ νὰ τὸν
βοηθήσει νὰ ὁμολογήσει τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ μετανοήσει.
Καὶ ὁ Ἀδὰμ δὲν τολμᾶ νὰ ἀρνηθεῖ. Ποιὸς μπορεῖ
νὰ ἀποκρυβεῖ ἀπὸ τὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ
ἀποκρυβεῖ καὶ ὁ Ἀδάμ; Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεγελάσει τὸ Θεό, γιὰ νὰ Τὸν ξεγελάσει καὶ ὁ Ἀδάμ;
Ἀλλὰ ὁ Ἀδὰμ ζητεῖ νὰ προστατευθεῖ μὲ μιὰ δικαιολογία ἀνόητη. Δὲν ἀρνεῖται τὴν πράξη, θεωρεῖ
ὅμως αἴτιο αὐτῆς τὴ γυναίκα του.Τὴ γυναίκα ἐκείνη,
ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δώσει ὡς σύντροφο καὶ βοηθὸ
ἀτὴ ζωή: «Ἡ γυναίκα, τὴν ὁποία σὺ ὁ Θεός μου ἔδωσες ὡς σύντροφο καὶ βοηθό μου, αὐτὴ μοῦ ἔδωσε
ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ τοῦ δένδρου καὶ ἔφαγα χωρὶς νὰ γνωρίζω ἀπὸ ποιὰ αἰτία κινουμένη τὸ
ἔκανε».
Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Ἀδὰμ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

91

τὴν θεωρεῖ ὡς μία πράξη, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ
Θεὸς δὲν ἦταν ἐντελῶς ἀνεύθυνος. Εἶναι σὰν νὰ ἔλεγε
ὁ Ἀδάμ:᾿ Ἡ Εὔα μὲ παρέσυρε, τὴν ὁποία Σὺ ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργὸς μοῦ τὴν ἔδωσες. Διατί νὰ μοῦ
τὴν δώσεις;
Καὶ ἀπευθυνόμενος ὁ Θεὸς πρὸς τὴν Εὔα τὴν
ἐρωτᾶ: Ἄκουσες τὸν ἄνδρα σου νὰ σοῦ καταλογίζει
τὴν αἰτία τῆς παρακοῆς του; Ἐξαιτίας ποιᾶς ἀφορμῆς
τὸ ἔκανες αὐτό; Διατὶ ἔγινες αἰτία τόσης ἐκτροπῆς
καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ γιὰ τὸν ἄνδρα σου; Καὶ ἡ
Εὔα ἀκολούθησε τὴν τακτικὴ τοῦ Ἀδάμ. Ἔριψε τὴν
εὐθύνη στὸ φίδι. «Ὁ πονηρὸς διάβολος, μὲ τὴ μορφὴ
τοῦ πανούργου φιδιοῦ, μὲ ἐξηπάτησε καὶ ἔφαγα».
Ὁ ἄνθρωπος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς
Εὔαςστάθηκε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν Θεό. Διότι ἔγινε
ἁμαρτωλός. Καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει
σχέση μὲ τὸν ἅγιο Θεό.
Ἔκτοτε εἶναι μιὰ πραγματικότητα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἁμαρτάνει καὶ δὲν μετανοεῖ, ὁ ἄνθρωπος
ποὺ παραμένει ἁμαρτωλός, εἶναι ἐχθρὸς μὲ τὸν Θεό.
Βρίσκεται σὲ πόλεμο μὲ τὸν Θεό. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη παρουσιάζεται ὁ ἀποστάτης ἄνθρωπος νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ λέει: «Φύγε ἀπὸ
κοντά μου. Δὲν θέλω νὰ ξέρω τὴ γνώμη σου. Ἀφησέ
με ἥσυχο». Αὐτὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅταν
παραβαίνει ὁποιαδήποτε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ κάνει. Δὲν Σὲ λογαριάζω, Ἐγὼ ἔχω τὸ νοῦ μου.Ἔχω τὴ

92

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

δύναμη νὰ κανονίσω τὰ πράγματα τῆς ζωῆς μου μόνος μου. Δὲν Σὲ θέλω σύμβουλο. Αὐτὸ θὰ πεῖ ἁμαρτία. Πόλεμος μὲ τὸν Θεό.
Ὡς ἁμαρτωλὸς ὅμως ὁ πρωτόπλαστος ἐκδιώκεται
ἀπὸ τὸν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος χάνει ὅλα τὰ ἀγαθά, ποὺ εἶχε στὸν Παράδεισο καὶ
πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴν εἰρήνη του, τὴν ἁρμονία καὶ χαρὰ
τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ἀποκόπησαν οἱ ἁρμονικὲς σχέσεις
ἀνάμεσα στὸ πλάσμα καὶ τὸν Πλάστη. Ἀπὸ τότε ἡ
ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ τύψεις καὶ ἐντροπὴ
καὶ κόπους καὶ μόχθους καὶ ἀσθένειες καὶ θάνατο.
Καὶ ἐφόσον μένει ἀμετανόητος ὁ ἁμαρτωλός, ἀρχίζει
ἡ ἔχθρα καὶ ὁ πόλεμος μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ
Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει καὶ ὁ Θεὸς ἐξοργίζεται
κατὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὁ ἁμαρτωλὸς ἐξοργίζει τὸν
Θεὸ καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ συνταράσσει τὸν ἁμαρτωλό.
νὰ ἡ ἔχθρα καὶ ὁ πόλεμος, ἀκατάπαυστος, ἀέναος,
αἰώνιος μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
Συγκλονίζεται δὲ κανείς, ὅταν ἀναλογίζεται ὅτι
μόνος του ὁ ἄνθρωπος προτιμᾶ καὶ πράττει τὴν
ἁμαρτία, ἂν καὶ ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε μόνο γιὰ
νὰ πράττομε τὸ ἀγαθό.
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων: «Εἶναι φοβερὸ κακὸ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ
παρανομία εἶναι ἀρρώστεια βασανιστικὴ τῆς ψυχῆς.
Κόβει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γίνεται αἰτία τοῦ
αἰωνίου πυρός. Ἡ ἁμαρτία εἶναι κακό, τὸ ὁποῖο προ-

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

93

έρχεται ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ φυτρώνει
στὴν ἐλεύθερη προαίρεσή του. Γιὰ νὰ καταλάβεις ὅτι
ἐλεύθερα ἁμαρτάνομε, ἄκουσε τί γράφει ὁ Προφήτης:
«Ἐγὼ σὲ φύτευσα ἀμπέλι καρποφόρο, ὁλόκληρο,
ἐξαιρετικό. Σὺ ὅμως ἄλλαξες; Πῶς ἔγινες ἀγνώριστος;» (Ἱερεμ. β´ 21). Διότι ὡς ἄνθρωποι, ἀλλὰ πρὶν
ἀπὸ ὅλα ὡς χριστιανοί, ποὺ ἔχομε ἀναγεννηθεῖ,
«εἴμαστε δικό Του ποίημα, ποὺ δημιουργηθήκαμε γιὰ
νὰ μένομε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ
πράττομε ἔργα ἀγαθά», λέει ὁ ἀπ. Παῦλος.
»Ὁ Δημιουργός, λοιπόν, εἶναι ἀγαθός, ἀλλὰ γι᾿
αὐτὸ καὶ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἀσχολεῖται μὲ ἔργα ἀγαθά. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἀπὸ τὴν
ἴδια του τὴν προαίρεση ἀκολούθησε τὸ δρόμο τῆς
ἁμαρτίας».
Διάσπαση τῆς προσωπικότητας
καὶ οἱ ἔλεγχοι τῆς συνειδήσεως
Ὑπάρχει ὅμως καὶ δεύτερη ἀρνητικὴ συνέπεια τῆς
καταχρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου του ἀνθρώπου. Ποιὰ
εἶναι; Ἡ ἀνατροπὴ τῶν ψυχικῶν σχέσεων. Καὶ αὐτό,
ἐπειδὴ τὸ αὐτεξούσιο τῶν πρωτοπλάστων διεφθάρη,
ἡ κρίση τοὺς σκοτίσθηκε. Μὲ ἀποτέλεσμα τὸ σῶμα
καὶ ἡ ψυχή, ἐνῶ προηγουμένως βρίσκονταν σὲ ἁρμονικὲς σχέσεις, τώρα μεταβάλλονται σὲ ἀντίπαλες δυνάμεις, «πνεῦμα» καὶ «σάρξ». Γεννᾶται «τὸ φρόνημα τῆς σαρκός, ὅ ἐστιν ἔχθρὰ εἰς Θεόν» (ρωμ. η´ 7).

94

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἑπομένως ἔχομε ὄχι ἁπλῶς διατάραξη, ἀλλὰ διάσπαση τῆς προσωπικότητας. Ὁ ἰὸς τῆς ἁμαρτίας δημιουργεῖ θανατηφόρα καρκινώματα. Προκαλεῖ φοβερὴ
δυσαρμονία στὴν ψυχοσωματικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἕως τότε ζοῦσε εἰρηνικὰ καὶ ἁρμονικά.
Ἐπιπλέον ἡ ἁμαρτία δὲν χωρίζει τὸν ἄνθρωπο μόνο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν χωρίζει καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν
ἑαυτό. Πῶς; Μὲ τοὺς ἐλέγχους τῆς συνείδησης. Εἶναι
πρόγευση τῆς κολάσεως, νὰ ἔχει κανεὶς τὴ συνείδησή
του κατήγορο.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς ἑξῆς διαζωγραφίζει τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως: «Ἐκεῖνος ποὺ
δούλευσε στὴν ἁμαρτία καὶ ἐπετέλεσε τὴν παράλογη
πράξη, δὲν δύναται νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς ἐκείνου τοῦ κατηγόρου. Ἔστω κι ἂν κατορθώσει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων· περιφέρεται ἔχοντας αὐτὸν διαρκῶς μέσα του νὰ τὸν ἐνοχλεῖ,
νὰ τὸν σπαράσσει, νὰ τὸν μαστίζει, ὥστε οὐδέποτε
νὰ ἡσυχάζει, ἀλλὰ νὰ τοῦ ἐπιτίθεται καὶ στὴν οἰκία
καὶ στὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, καὶ ὅταν κοιμᾶται καὶ
ὅταν σηκώνεται νὰ ζητεῖ τὴν τιμωρία τῶν σφαλμάτων
καὶ νὰ θέτει ὑπόψη του καὶ τὸν παραλογισμὸ τῶν
σφαλμάτων καὶ τὴν τιμωρία ποὺ θὰ ἀκολουθήσει γι᾿
αὐτόν».
Ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ στοὺς «Ἀθλίους» του περιγράφει ψυχολογικότατα τὴν ταραχὴ καὶ πάλη τῆς συνειδήσεως: «Ἐξέτασε τὴ θέση του καὶ τὴ βρῆκε ἀφάν-

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

95

ταστη. Τόσο ἀφάνταστη, ὥστε σηκώθηκε καὶ κλείδωσε ἀπὸ μέσα τὴ θύρα του, διότι τὸν κυρίευσε τρομερὴ
ἀνησυχία. Φοβόταν νὰ μὴ εἰσέλθει κανείς. Ἐκεῖνον
τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ μὴ βλέπει, τὸν ἔβλεπε.Τὴ συνείδησή του. Τὴ συνείδησή του, δηλαδὴ τὸν Θεό, ὁ
Ὁποῖος ἔδωσε τὴ συνείδηση».
Πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ καὶ πάλι ὁ μεγάλος ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Διότι τέτοια εἶναι ἡ ἁμαρτία. Προτοῦ μὲν
ἀποτελεσθεῖ κάνει νὰ μεθάει αὐτὸν ποὺ τὴν κάνει.
Ὅταν ὅμως ἐκτελεσθεῖ καὶ ἀποτελεσθεῖ, τότε ἡ ἡδονὴ
ἐξαφανίζεται καὶ σβύνεται καὶ στέκεται γυμνός, λοιπόν, ὁ κατήγορος, δηλαδὴ ἡ συνείδηση ποὺ παίρνει τὴ
θέση τοῦ δημίου καὶ κατακομματιάζει αὐτόν, ποὺ
ἁμάρτησε καὶ ἀπαιτεῖ τὴ χειρότερη καταδίκη, ποὺ
ἐμφανίζεται βαρύτερη καὶ ἀπὸ τὸ μολύβι».
Ὁπωσδήποτε ἀφαιρεῖ τὴν εἰρήνη ὄχι μόνο κάποια
σοβαρὴ ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ κάθε ἀδυναμία, ἡ ὁποία
μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό.Ἔτσι, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχει εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση ὁ ὀλιγόπιστος;
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ
συντήρηση τῆς οἰκογενείας του στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ,
ἀλλὰ κλυδωνίζεται μέσα στὰ κύματα τῆς φροντίδας
καὶ τῆς ἀνησυχίας γιὰ τὸ πῶς θὰ ἀποκαταστήσει τὰ
παιδιά του, πῶς θὰ ἐξελιχθεῖ ἡ ἐπιχείρησή του, πῶς...
Βέβαια, ὅταν κανεὶς θὰ ἀποκτήσει τὴν εἰρήνη τοῦ
Χριστοῦ, παύει νὰ τοῦ εἶναι πρόβλημα ἡ συνείδησή

96

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

του. Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχει ἡ εἰρήνη; Τότε τί γίνεται;
Δὲν κυβερνᾶ ἡ λογική; Γι᾿ αὐτὸ πολλάκις λένε γιὰ τὰ
λάθη ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι: «Μά, τρελάθηκε αὐτὸς
ὁ ἄνθρωπος;». Ὄχι δὲν τρελάθηκε.Ἔχει χάσει τὴν
ἰσορροπία του.Ἔχει χάσει τὴν πειθαρχία μέσα του.Τὸ
σῶμα κυβερνᾶ τὴν ψυχή. Ὅ,τι θέλει τὸ σῶμα, αὐτὸ τὸ
θηρίο, αὐτὸ γίνεται. Γι᾿ αὐτὸ πατέρες, μητέρες σκοτώνουν τὰ παιδιά τους! Τί συμβαίνει; Δὲν ὑπάρχει
ἱεράρχηση. Δὲν ὑπάρ χει λογική. Δὲν ὑπάρχει τὸ
Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τὰ παραπάνω ἐξαφανίζονται, ὅταν
ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ κυριαρχεῖ στὴ ζωή.
Ἂς ἔλθουμε ὅμως τώρα καὶ στὴν τρίτη συνέπεια
τῆς καταχρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου ἀπὸ τοὺς πρωτοπλάστους.
Διάσπαση τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων
Μετὰ τὴν πτώση διασπᾶται ὄχι μόνο ἡ κοινωνία
τῶν πρωτοπλάστων μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ μεταξύ
τους. Ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα στέκονται ἐνώπιόν Του
ἀλληλοκατηγορούμενοι καὶ γίνονται ἀντίμαχοι ὁ ἕνας
πρὸς τὸν ἄλλο. Ἀλλά, ὅταν ἐξορίζονται ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἀποξενώνονται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ μαθητεύουν τώρα στὸ διάβολο.
Πρῶτος μαθητὴς τοῦ διαβόλου γίνεται ὁ υἱὸς τοῦ
Ἀδάμ, ὁ Κάιν. Ἀπὸ τὸ διάβολο διδάσκεται τὸ φθόνο
κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ τὸ φόνο. Ὁ Κάιν
φονεύει τὸν Ἀβελ, ἐξαιτίας τῆς εὔνοιας, τὴν ὁποία

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

97

δείχνει πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός. Μὲ ἄλλα λόγια, μετὰ τὴν
ἀνταρσία στὸν Παράδεισο, ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν
ἀνθρώπων ὄχι μόνο παγώνει, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀγάπης
ἐπιτελεῖται τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου.
Ἐνῶ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση οἱ πρωτόπλαστοι
ζοῦσαν μὲ ἀγάπη, ἀπολαμβάνοντας τὰ πλούσια ἀγαθά του Δημιουργοῦ μὲ ὁμοφροσύνη καὶ ἐλευθερία,
τώρα διαιρέθηκαν καὶ ἀποξενώθηκαν μεταξύ τους οἱ
ἄνθρωποι καὶ βρίσκονται σὲ διάσταση καὶ πόλεμο.
Ὁμολογουμένως, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νὰ βρέ!
κανεὶς τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη εἰρήνη μακριὰ ἀπὸ τὸν
Χριστό.Ἐκεῖ ὅπου λείπει ὁ μόνος Εἰρηνοποιός, ὑπάρχει ὁ φόβος, ἡ ὑποψία, ἡ ταραχὴ καὶ ἀνησυχία, ἡ διαφωνία, ἡ ἀκαταστασία, ἡ φιλονικία, ἡ ἔχθρα, ὁ πόλεμος. Ὅπου εἰσέρχεται ἡ ἁμαρτία ἐκεῖ ἔρχονται καὶ
οἱ διενέξεις. Ὅταν σὲ μιὰ οἰκογένεια ἕνα μέλος της
ἀρχίζει καὶ παίρνει τὸν ἄσχημο δρόμο, ἀμέσως φεύγει
ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια. Ἐπικρατεῖ μιὰ ταραχή.
Ἀρχίζουν οἱ γκρίνιες καὶ ὑποψίες, τὰ πικρὰ λόγια, οἱ
θυμοί, ἡ ἀναστάτωση. Εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία μέσα. Ἀλλὰ
καὶ γενικῶς, ὅπου θὰ εἰσέλθει τὸ ψέμα, ἡ ἀπάτη, ἔχομε ἀναστάτωση.
Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀπολαμβάνουν ἡμέρες εἰρήνης καὶ γαλήνης οἱ οἰκογένειες, ποὺ ἀπομακρύνθηκαν
ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ ὁ μὲν σύζυγος δὲν ξέχασε τὰ νεανικά του παραστρατήματα, ἡ δὲ σύζυγος ζητεῖ καὶ
αὐτὴ τὴ ζωή της σύμφωνα μὲ τὶς νεότερες ἀπαιτήσεις

98

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τῆς κοσμικῆς ζωῆς; Καὶ ὅταν τὸ παιδὶ καὶ ἡ κόρη
ἐπαναστατοῦν κατὰ τῆς πατρικῆς ἐξουσίας; Πόσο
θλιβερὴ καταντᾶ ἡ ζωὴ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, στὶς
ὁποῖες κυριαρχεῖ ὁ ἐγωισμὸς καὶ ὁ θυμὸς καὶ ἡ τυραννικὴ ἐπιβολὴ τῶν συζύγων! Ἢ οἱ ἀφόρητες ἰδιοτροπίες καὶ ἡ πικρὴ καὶ δηλητηριώδης γλώσσα τῶν
γυναικῶν (μαρτύριο ἀληθινό, καθημερινό, μακροχρόνιο); Πόσα τέτοια παραδείγματα ὑπάρχουν, ὥστε νὰ
ἐπιθυμοῦν τὸ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ: «Εἶναι προτιμότερο τὸ ξερὸ ψωμί, ποὺ γίνεται γλυκὸ καὶ εὐχάριστο,
ὅταν συνδέεται μὲ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια, παρὰ τὸ πλούσιο σπίτι, τὸ ὁποῖο εἶναι γεμάτο κρέατα ζώων καὶ
πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτήθηκαν μὲ ἀδικία καὶ συνοδεύονται ἀπὸ γκρίνιες καὶ φιλονικίες».
Καὶ ἂν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια προχωρήσουμε στὶς
κοινωνίες καὶ τὰ κράτη, ποὺ ζοῦν καὶ πολιτεύονται
μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Χριστοῦ, θὰ δοῦμε φίλους τους ὁποίους πρὶν ἀπὸ λίγο τους συνέδεε ἀδελφικὴ ἀγάπη, νὰ παρεξηγοῦν τώρα ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,
νὰ ψυχραίνονται καὶ ὄχι σπανίως νὰ μεταβάλονται
σὲ ἐχθρούς, πράγμα ποὺ καταθλίβει πολὺ καὶ αὐτοὺς
τοὺς ἴδιους.
Θὰ δοῦμε ἐνοίκους τῆς ἴδιας πολυκατοικίας,
ἀνθρώπους τῆς ἴδιας γειτονιᾶς, συντεχνίτες καὶ συναδέλφους στὸ ἴδιο ἔργο, νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὴν ἀντιπάθεια καὶ νὰ φθάνουν μέχρι σημείου, ὥστε νὰ μὴ
μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

99

Θὰ δοῦμε ἱδρύματα, σωματεῖα, συλλόγους, ἑταιρεῖες, κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια νὰ μὴ μποροῦν νὰ συμφωνήσουν, νὰ εἶναι τὰ μέλη διχασμένα,
σχεδὸν νὰ μὴ μιλοῦν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ μποροῦν νὰ λάβουν ἀποφάσεις γιὰ ἔργα
καλὰ καὶ μεγάλα καὶ νὰ γίνονται ἀφορμὴ βλάβης τῶν
κοινωνικῶν συμφερόντων.
Θὰ δοῦμε τὴν πάλη τῶν κοινωνικῶν τάξεων, τὶς
ὀξεῖες ἀντιθέσεις τῶν ἀνταγωνιζομένων οἰκονομικῶν
συνδυασμῶν, τὰ συμφέροντα καὶ τὶς φιλοδοξίες νὰ
φυγαδεύουν πάντοτε τὴν εἰρήνη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ
δημιουργοῦνται ἀγῶνες μακροὶ καὶ στάσεις καὶ αἵματα καὶ ποικίλη ἀκαταστασία.
Ἔχομε πικρὴ πείρα ὅλων αὐτῶν στὸ Κράτος μας.
Ἀπὸ ὅλα ὅσα σημειώσαμε μέχρι τώρα γίνεται
ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ τριπλῆ εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου καταλύθηκε: Ἐχθρὸς μὲ τὸ Θεό, ἐχθρὸς μὲ τὸ συνάνθρωπο,
ἐχθρὸς μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἡ μιὰ ἐπανάσταση ἔφερε
τὴν ἄλλη.
Τὸ ἀνθρώπινο αὐτὸ δράμα -μὲ τὴν ἀρχή, τὴν ἐπίταση καὶ τὴν κορύφωση του- διαγράφεται τόσο καθαρὰ στὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα γιὰ τὸν ἀγαπημένο
ἀποστάτη λαό. Λέει ὁ Κύριος: «Υἱοὺς γέννησα καὶ
τοὺς ἀνέδειξα, ἀφοῦ τοὺς ὕψωσα· αὐτοὶ ὅμως Μὲ
ἀρνήθηκαν, Ὁ βοῦς γνωρίζει τὸν ἰδιοκτήτη ποὺ τὸν
ὁρίζει, καὶ ὁ ὄνος ξέρει τὴ φάτνη τοῦ κυρίου του,
στὴν ὁποία τρώγει καὶ ἔχει τὴν κατοικία του. Ὁ

100

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἰσραὴλ ὅμως δὲν Μὲ ἀναγνωρίζει καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς
δὲν μὲ αἰσθάνεται. Ἀλλοίμονο σὲ Σένα, ὦ ἔθνος
ἁμαρτωλό, λαὲ γεμάτε ἁμαρτίες, ἀπὸ αὐτῶν τῶν
πρώτων στιγμῶν τῆς ζωῆς σας πονηροί, παιδιὰ διεφθαρμένα καὶ ξένα ἐντελῶς πρὸς τὸ νόμο. Ἐγκαταλείψατε τὸν Κύριο καὶ ἐξοργίσατε τὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραὴλ
τὸν ἅγιο. Πρὸς τί νὰ κτυπηθεῖτε καὶ νὰ πληγωθεῖτε
ἀκόμη, ἐφόσον ἐξακολουθεῖτε καὶ προσθέτετε γενικὴ
περιφρόνηση τοῦ νόμου καὶ ἀποστασία; Ὁλόκληρη ἡ
κεφαλή, ἀπὸ τὶς τιμωρίες μου, διατελεῖ σὲ πόνο καὶ
κάθε καρδιὰ βρίσκεται σὲ λύπη».
Ἡ ὕπαρξη τῆς ἀδικίας καὶ τοῦ πολέμου
Καὶ περνᾶμε στὴν τέταρτη ἀρνητικὴ συνέπεια τῆς
κακῆς χρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
καὶ τὴ συνισταμένη τῶν τριῶν προηγουμένων. Εἶναι
δὲ αὐτὴ ἡ ἀδικία καὶ ὁ πόλεμος, ποὺ ἔκαναν τὴν
εἴσοδό τους θριαμβευτικὰ στὴ σκηνὴ τοῦ κόσμου,
μαζὶ μὲ τὴν ἀποστασία.
Ἔτσι ἡ ἠθικὴ σύγχυση, ἡ ταραχή, ἡ ὀδύνη ἔγιναν
οἱ μόνιμοι σύντροφοι τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν λαῶν.
Γι᾿ αὐτὸ γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος μὲ βαθύτατο πόνο
ψυχῆς: «Δὲν ὑπάρχει κανένας, ποὺ νὰ ἔχει διάνοια
καθαρὴ ἀπὸ τὸ σκοτισμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἱκανὴ νὰ
ἐννοήσει τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἀλήθεια· δὲν
ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ ζητεῖ μὲ πόθο νὰ γνωρίσει τὸ
Θεό. Ὅλοι ἐξετράπησαν ἀπότο δρόμο τῆς ἀρετῆς,

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

101

συγχρόνως δὲ καὶ ἐξαχρειώθηκαν. Δὲν ὑπάρχει κανένας, ποὺ νὰ ἐνεργεῖ τὸ ἀγαθό. Δὲν ὑπάρχει οὔτε
ἕνας τάφος ἀνοικτός, ἕτοιμος νὰ καταπιεῖ ὡς ἄλλο
νεκρὸ τὸν πλησίον εἶναι ὁ λάρυγγας τῶν ἀνθρώπων
αὐτῶν· τὸ δηλητήριο τοῦ φιδιοῦ, ποὺ λέγεται ἀσπίς,
εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ χείλη τους. Τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν
τὸ στόμα εἶναι γεμάτο ἀπὸ λόγια κατάρας κατὰ τοῦ
Θεοῦ καὶ ἀπὸ δηλητήριο πικρίας κατὰ τῶν ἄλλων.
Καθὼς δὲ καὶ ὁ Ἡσαΐας λέει· τὰ πόδια τους τρέχουν
αἷμα· στοὺς δρόμους τους καὶ στὶς πράξεις τους σπείρουν συντρίμματα καὶ δυστυχία γιὰ τὸν πλησίον. Ζωὴ
δὲ εἰρηνικὴ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ τοὺς
ἄλλους δὲν γνώρισαν. Δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ
μπροστὰ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους».
Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας προλέγει τὶς συμφορὲς τὶς
ὁποῖες θὰ ὑποστοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι: «Λοιπόν, θὰ γίνει αἰχμάλωτος ὁ λαός μου, διότι δὲν γνωρίζουν αὐτοὶ τὸν Κύριο καὶ πλῆθος νεκρῶν θὰ προέλθει ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐξαιτίας τῆς πείνας καὶ τῆς ἐλλείψεως
νεροῦ. Ἄλλοιμονο σ᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λένε καὶ πὰριστάνουν τὸ κακὸ ὡς καλὸ καὶ τὸ καλὸ ὡς κακὸ καὶ
οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς πράξεις τους παρουσιάζουν τὸ σκότος
ὡς φῶς καὶ τὸ φῶς ὡς σκότος, οἱ ὁποῖοι πείθουν μὲ
τὸ παράδειγμά τους καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι τὸ πικρὸ
εἶναι γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ εἶναι πικρό. Ἀλλοίμονο σ᾿
ἐκείνους ποὺ τρέφουν μέσα τους τὸ φρόνημα ὅτι εἶναι
συνετοὶ καὶ σοφοὶ καὶ οἱ ὁποῖοι στὰ μάτια τους πα-

102

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ρουσιάζονται ὅτι τὰ ξέρουν ὅλα καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη
συμβουλῆς... Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει στὴν σκληρὴ αὐτὴ
ὥρα κανένας ποὺ νὰ τοὺς γλιτώσει. νά, σκοτάδι ἀδιαπέραστο καὶ τρομερὸ στὴν ἀνάγκη καὶ ἀπορία τοὺς
αὐτή».
Καὶ στὴ συνέχεια ὁ ἴδιος ὁ Προφήτης συμπληρώνει τὰ δεινὰ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀναφερόμενος τόσο
στοὺς ἐπερχόμενους πολέμους, ὅσο καὶ στὴν οἰκολογικὴ καταστροφή. Γράφει: «Ἡ γῆ θὰ πενθήσει καὶ
θὰ καταστραφεῖ ἡ οἰκουμένη, θὰ πενθήσουν οἱ ὑπερήφανοι τῆς γῆς, αὐτοὶ ποὺ στηρίζουν τὴν πεποίθησή
τους στὴν εὐφορία της καὶ ἀπὸ τὴν πλούσια συγκομιδὴ τῆς πλουτίζουν καὶ ὑπερηφανεύονται. Ἡ δὲ γῆ
γέμισε ἀπὸ ἀνομίες καὶ ἁμαρτίες γιὰ ἐκείνους οἱ
ὁποῖοι κατοικοῦν σ᾿ αὐτήν, διότι αὐτοὶ περιφρόνησαν
τὰ θεῖα προστάγματα καὶ κατήργησαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα
ἀποτελοῦν διαθήκη παλαιὰ καὶ αἰώνια. Γι᾿ αὐτὸ ἡ
κατάρα θὰ καταφάγει τὴ γῆ καὶ κάθε βλάστησή της,
διότι ἁμάρτησαν οἱ κάτοικοί της. Γι᾿ αὐτὸ θὰ γίνουν
πτωχοὶ αὐτοί, ποὺ κατοικοῦν τὴν γῆ καὶ θὰ μείνουν
λίγοι ἄνθρωποι, διότι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πολλοὶ
θὰ πεθάνουν».
γ) Ὑπάρχει ἐλπίδα
Ὅμως ἀπὸ τὸν ἴδιο Προφήτη ἀκούγεται καὶ τὸ
αἰσιόδοξο μήνυμα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐκφράζον-

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

103

τας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὑπογραμμίζει ὅτι μόνο στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θείου νόμου
βρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία καὶ εἰρήνη. Ἔλεγε:
«Καὶ ἂν θέλετε ἀποφασιστικὰ νὰ μὲ ἀκούσετε μὲ
τὴν καρδιά σας, θὰ φάγετε τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Ἐὰν
ὅμως δὲν θέλετε οὔτε μὲ εἰσακούσετε, μάχαιρα θὰ
σᾶς καταφάγει, θὰ συμβοῦν δὲ αὐτὰ ἀσφαλῶς».
Καὶ παραστατικὰ ἐπιβεβαιώνεται ὁ παραπάνω
προφητικὸς λόγος ἀπὸ τὴν ἀθλία εἰκόνα ποὺ παρουσίαζε ἡ Ἱερουσαλὴμ σὲ ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Ἂν καὶ πρὶν
ἦταν πλήρης δικαιοσύνης δηλαδὴ οἱ κάτοικοί της ἦσαν
ἐνάρετοι καὶ θεοσεβεῖς· τώρα παρομοιάζεται μὲ πόρνη, τὴν ὁποία ὁ καθένας βδελύσσεται καὶ ἐκμεταλλεύεται, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια εἶναι βαθειὰ δυστυχής. Γι᾿
αὐτὸ καὶ ἔντονα ἀπορώντας ὁ Ἡσαΐας λέει: «Πῶς μὲ
τὴν ἀπιστία της ἀπὸ τὸν οὐράνιο νυμφίο ἔγινε πόρνη
ἡ ἄλλοτε πιστὴ καὶ ἀφοσιωμένη σ᾿ Αὐτὸν πόλη Σιών,
ἡ γεμάτη δικαιοσύνη στὴν ὁποία νόμιμα εἶχε ἐγκατασταθεῖ καὶ ἀναπαυθεῖ ἡ δικαιοσύνη, τώρα δὲ ἐγκαταστάθηκαν φονεῖς! Τὰ ἀργυρᾶ σας νομίσματα εἶναι
κίβδηλα, κι αὐτοὶ ποὺ πωλοῦν τὸν οἶνο τὸν ἀναμιγνύουν μὲ τὸ νερό».
Ἀκάθαρτοι, λοιπόν, καί ἀνειρήνευτοι ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ αὐτή τους ἡ ὀδυνηρὴ
ἀποστασία κορυφώνεται, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀνοίγει
πολεμικὸ μέτωπο μαζί τους, διότι δὲν συμβιβάζεται
ἡ ἁγιότητα μὲ τὴν ποικιλόμορφη ἀδικία καὶ ἁμαρτία.

104

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Προαναγγέλλει ὁ Προφήτης σχετικῶς μὲ τὴν τότε
Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἑκάστοτε κοινωνία,
ἐφόσον εἶναι διαχρονικὸς καὶ καθολικὸς ὁ λόγος τοῦ
Θεοῦ: «Γι᾿ αὐτό, διότι δηλαδὴ οἱ ἀρχοντές σου ἐμμένουν στὸ κακὸ καὶ τὴν πονηρία, αὐτὰ λέει ὁ Κύριος,
ὁ Δεσπότης τῶν πνευμάτων, δισχυρὸς ἐξουσιαστὴς
τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλοίμονο στοὺς ἄρχοντες τῆς Ἱερουσαλήμ, διότι δὲν θὰ παύσει οὔτε θὰ καταπραΰνει ὁ θυμός μου κατὰ τῶν ἀντιπάλων μου αὐτῶν καὶ θὰ κάνω
κρίση ἐκδικούμενος καὶ τιμωρώντας τοὺς ἐχθρούς
μου αὐτούς».
Ὅμως καὶ πάλι ἡ αἰσιοδοξία προβάλλει μέσα ἀπὸ
τὸν ἁγιογραφικὸ λόγο τῆς Π.Διαθήκης, ὅταν ὁ Θεὸς
βεβαιώνει μὲ τὸν Ἡσαΐα τὴν τελικὴ νίκη Του ἐναντίον
τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας ἀφενός, καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀφετέρου:
«Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ ὀνομασθεῖς πόλη δικαιοσύνης, ἡ Σιὼν ἡ πρωτεύουσα ποὺ μένει πιστὴ στὸ Θεό».
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος -ἐξακολουθεῖ νὰ βροντοφωνάζει ὁ Προφήτης- ἀσκεῖ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης, τότε
θὰ ζεῖ ἥσυχη ζωὴ ἁπαλλαλγμένη ἀπὸ τὴν ἀβεβαιότητα καὶ τὴ δειλία καὶ τὴ θεομηνία. Κήρυττε: «Καὶ τὰ
ἔργα καὶ οἱ συνέπειες τῆς δικαιοσύνης θὰ εἶναι ἡ
«εἰρήνη»· καὶ θὰ φέρει ἡ δικαιοσύνη ἐπικράτηση τῆς
ἀναπαύσεως καὶ ἡσυχίας καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ζοῦν
ἐλεύθεροι ἀπὸ ἀβεβαιότητες καὶ γεμάτοι πεποίθηση
καὶ θάρρος διαπαντός. Καὶ θὰ κατοικήσει ὁ λαὸς

Κεφάλαιο Δ´. Ὁ ἄνθρωπος, ναυαγὸς τῆς εἰρήνης

105

αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου) στὴν πόλη τῆς εἰρήνης. Χωρὶς νὰ
ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου. Καὶ θὰ κατοικήσει μέσα μὲ θάρρος καὶ πεποίθηση καὶ θὰ ἀναπαυθοῦν ἀποκτώντας πλοῦτο. Ὅταν δὲ ὡς ἄλλη χάλαζα ἐκδηλωθεῖ ἡ θεία ὀργή, δὲν θὰ ἐξέλθει αὐτὴ
ἐναντίον τους. Καὶ θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν μέσα στὰ πυκνὰ δάση ἐξ ἴσου ἥσυχοι καὶ ἀσφαλεῖς, ὅσο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ κατοικοῦν σὴς πεδιάδες».
Ἡ δικαιοσύνη ἔτσι ἐμφανίζεται στὸ Θεὸ ὡς θέλημα, ποὺ εἶναι ἅγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ τέλειο. Ἡ ἀποδοχὴ
καὶ βίωση αὐτοῦ τοῦ θελήματος καρποφορεῖ τὴν εἰρήνη, τὴ θεία προστασία καὶ χαρά.

106

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

107

Κεφάλαιο Ε´.

Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης
ρAΦΑΜΕ σὲ προηγούμενο κεφάλαιο ὅτι ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος ἔχει πλέον διεφθαρμένο τὸ
αὐτεξούσιο καὶ σκοτισμένη τὴν κρίση, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀπουσιάζει συχνάπυκνα ἀπὸ τὴ ζωή του.
Παρὰ ταῦτα ὁ ἄνθρωπος δὲν παύει νὰ ἐπιζητεῖ
τὴν εἰρήνη. νομίζει ὅτι θὰ τὴν βρεῖ στὸν πλοῦτο, στὶς
ἡδονὲς καὶ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, στὰ ἀξιώματα
καὶ τὶς τιμές, στὴ σοφία καὶ τὶς γνώσεις. Τὴν βρίσκει;
Ἂς δοῦμε τὸ θέμα ἀναλυτικὰ μὲ ὁδηγοὺς τοὺς
θεόπνευστους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Γ

α) Ὁ πλοῦτος
Ὁ πλοῦτος αἰτία πολέμου
Οἱ πολλοί, ἄτομα καὶ κράτη, νομίζουν ὅτι ἡ ἐξασφάλιση τῆς εἰρήνης ἔγκειται στὸν πλοῦτο. Διότι ὁ
πλοῦτος παρουσιάζεται στὰ μάτια τους, ὄχι ἁπλῶς
ὡς ἀξία, ἔστω καὶ μεγάλη, ἀλλὰ ὡς πρώτη καὶ κυρίαρχη ἀξία.

108

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ὅμως ὁ φωστήρας τῆς Καισαρείας, ὁ Μ. Βασίλειος. ἀποκαλύπτει τὴν πλάνη τῶν πολλῶν μὲ τὸ λακωνικό, ἀλλὰ σαφὲς ἐρώτημά Του: «Ὡς πότε ὁ
πλοῦτος θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, γιὰ τὸν ὁποῖο
κατασκευάζονται ὅπλα καὶ ἀκονίζονται τὰ ξίφη;».
Ὁ πλοῦτος, λοιπόν, αἰτία πολέμου καὶ ὄχι εἰρήνης.
Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀνάμεσα στὶς
αἰτίες τῆς διχόνοιας περιλαμβάνει καὶ τὴ φιλοχρηματία. Ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος: «Ποιὸ εἶναι τὸ αἴτιο τῆς διχόνοιας;». Καὶ ἀπαντᾶ: «Ὁρισμένες φορὲς ἡ ἀγάπη γιὰ
τὴν ἐξουσία ἡ ἡ φιλοχρηματία, ὁ φθόνος, ἢ τὸ μίσος,
ἢ ἡ ὑπερηφάνεια, ἢ κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν
βλέπομε νὰ παθαίνουν οὔτε ἀκόμη καὶ οἱ ἄθεοι».
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐμβαθύνοντας
στὸν ἀποστολικὸ λόγο περὶ ἑνότητας τοῦ Πνεύματος,
ἀναφέρει ἀρχικῶς ὅτι ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι
ἐκείνη ἡ ἀρετὴ μὲ τὴν ὁποία ἒπιτυγχάνεται ἡ μὲ ἀγάπη ὁμοψυχία τῶν ἀνθρώπων. Ἀντιθέτως, ἡ ἀγάπη τῶν
χρημάτων καταλύει αὐτὸν τὸν μὲ ἅγιο Πνεῦμα σύνδεσμο. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ χρυσορρήμονας Πατέρας:
«νὰ φροντίζετε μὲ κάθε προθυμία νὰ διατηρεῖτε
τὴν ἑνότητα μεταξύ σας μὲ τὴν ὁποία μᾶς ἕνωσε τὸ
Πνεῦμα, χρησιμοποιοῦντες ὡς σύνδεσμο, ποὺ θὰ μᾶς
δένει ὅλους μαζὶ σ᾿ ἕνα, τὴν εἰρήνη(....). Ἀπὸ αὐτὸ
λοιπὸν γεννᾶται καὶ ἡ θερμότητα τῆς ἀγάπηςμε τὸν
σύνδεσμο τῆς εἰρήνης θέλει νὰ δέσει μαζὶ ὅλους μας.

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

109

Ὅπως ἀκριβῶς, λέει, ἐὰν θέλεις νὰ προσδέσεις τὸν
ἑαυτό σου σὲ κάποιον ἄλλον, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ τὸ
κάμεις αὐτὸ μὲ ἄλλο τρόπο, παρὰ μὲ τὸ νὰ προσδέσεις
καὶ ἐκεῖνον στὸν ἑαυτό σου, ἐὰν βεβαίως θέλεις νὰ
κάνεις διπλὸ τὸ δεσμό, πρέπει καὶ ἐκεῖνος νὰ προσδεθεῖ σὲ σένα. Ἔτσι καὶ ἐδῶ θέλει νὰ συνδεθοῦν μεταξύ τους, ὄχι ἁπλῶς νὰ εἰρηνεύουν, οὔτε ἁπλῶς νὰ
ἀγαποῦν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα, μιὰ ψυχή.
»Καλὸς εἰναι αὐτὸς ὁ δεσμὸς μὲ αὐτὸν τὸν δεσμὸ
καὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὸ Θεὸ ἂς συνδέσουμε τοὺς
ἑαυτούς μας. Δὲν πονεῖ οὔτε πιέζει τὰ δεμένα χέρια
αὐτὸς ὁ δεσμός, ἀλλὰ ἐλευθερώνει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ
πολλὴ εὐρυχωρία καὶ μᾶς κάνει περισσότερο νὰ
αἰσθανόμαστε λυμένοι. Ὅταν δισχυρὸς εἶναι δεμένος
μαζὶ μὲ τὸν ἀσθενῆ, στηρίζει καὶ ἐκεῖνον καὶ δὲν τὸν
ἀφήνει νὰ χαθεῖ· καὶ ἂν συνδεθεῖ μὲ τὸν ὀκνηρό, τὸν
διεγείρει. Τί ὅμως καταστρέφει αὐτὸν τὸν δεσμό; Ἡ
ἀγάπη τῶν χρημάτων, τῆς ἐξουσίας, τῆς δόξας καὶ
τῶν ἄλλων ὅσα εἶναι ὅμοια μὲ αὐτά· αὐτὰ τοὺς ἀποχαυνώνουν καὶ τοὺς κατακόπτουν (...). Ὥστε οὔτε
στὰ κακὰ εἶναι δυνατὸ νὰ βροῦμε τὴν εἰρήνη· εἶναι
δυνατὸ ὅμως παντοῦ νὰ βροῦμε αὐτήν, ὅπου ζοῦν μὲ
δικαιοσύνη καὶ ἀρετή».
Ἀγωνίες καὶ ἀγῶνες γιὰ τὸν πλοῦτο
Ἀποτελεῖ ἀναντίρρητη διαπίστωση τὸ γεγονὸς ὅτι
ἡ ἀγάπη τῶν χρημάτων ὁδηγεῖ στὴν πλεονεξία. Ἀλλὰ

110

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἡ πλεονεξία εἶναι ἐκείνη ποὺ γίνεται αἰτία νὰ μεσουρανεῖ ἡ κακία καὶ ἡ ἐχθρότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων
καὶ τῶν λαῶν καὶ νὰ δηλητηριάζεται ἡ τόσο θεάρεστη
ἐπιθυμία τῆς εἰρήνης.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει σχετικὰ τὰ ἑξῆς: «Αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα τῆς
ἀνάγκης, ἡ ἀνάγκη τῆς πλεονεξίας, ἡ πλεονεξία τῶν
πολέμων, οἱ πόλεμοι δὲ εἶναι οἱ πατέρες τῶν φόρων,
οἱ δὲ φόροι ἡ πιὸ βαριὰ συνέπεια τῆς καταδίκης».
Ποιὸς ἄραγε θὰ μποροῦσε νὰ διαφωνήσει μὲ αὐτὴ
τὴν τραγικὴ διαπίστωση, ὅταν ἔχει ὑπόψη του καὶ τὴ
σημερινὴ πραγματικότητα; Ε=iναι ἡ ὄχι πάντοτε ἐπίκαιροι οἱ λόγοι τῶν Πατέρων; Ἀσφαλῶς ναί. Διότι οἱ
λόγοι τους ἐκφράζουν τὴ διδασκαλία Ἐκείνου, ποὺ
εἶναι τώρα καὶ πάντοτε ὁ Αὐτὸς καὶ στοὺς αἰῶνες.
Τὸ παράδειγμα τοῦ ἄφρονα πλουσίου της παραβολῆς τοῦ Κυρίου μᾶς πείθει περὶ αὐτοῦ.
«Τί θὰ κάνω, λέει ὁ ἄφρονας πλούσιος, στὸν
ὁποῖο ὁ πλοῦτος ἐσώρευσε φροντίδες καὶ σκέψεις
ἀγωνιώδεις. Τοῦ ἀπομάκρυνε τὴ λίγη εἰρήνη ποὺ εἶχε
καὶ τοῦ ἐνέβαλε τὴν ἀμηχανία. Τί νὰ κάνω, ἔλεγε,
ἀνήσυχα. Καὶ γκρεμίζει τὶς ἀποθῆκες, γιὰ νὰ κτίσει
ἄλλες μεγαλύτερες. Αὐτὰ μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἀδυσώπητη ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ μεγάλου Κριτῆ.
Ἀλλὰ ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι μιὰ μικρογραφία τῆς
πραγματικότητας. ρίξατε μιὰ ματιὰ στὴν κοινωνία,
τὴν τόσο ἀνήσυχη καὶ ταραγμένη.

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

111

Τὸ χρῆμα, ὁ πλοῦτος εἶναι ὁ θεὸς τῆς ἐποχῆς. Ὁι
ἄνθρωποι προσηλώνουν τὴν ψυχὴ στὸ χρῆμα, διότι
πίσω ἀπὸ αὐτὸ ὑψώνεται σιγὰ-σιγὰ τὸ μέγαρο, ἡ παράτολμη ἐπιχείρηση, ποὺ ὑπόσχεται πολλὰ κέρδη, ἡ
κατάχρηση, ποὺ ἑτοιμάζει τὸ χρῆμα χωρὶς κόπους, οἱ
εὔκολες ἐργασίες, ποὺ χωρὶς κεφάλαιο κάνουν τὸν
πτωχό, πλούσιο. Πρὸς αὐτὸ σπεύδουν οἱ περισσότεροι
μὲ συνείδηση ταραγμένη καὶ βαριὰ ἀπὸ τὰ ψέματα
καὶ τὶς ἀδικίες, μὲ τὴν ψυχὴ ἀνήσυχη γιὰ νὰ βροῦν
τὴν ἀνάπαυση, τὴ χαρά. Ὅμως βρίσκουν τὸ ἐντελῶς
ἀντίθετο.
Δὲν παρατηρεῖτε τί γίνεται σήμερα; Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπιζητεῖ νὰ βρεῖ τὴν εἰρήνη του στὸν
πλοῦτο, βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἀγωνία καὶ ταραχή.
Ὅπως ὁ ὠκεανὸς διαρκῶς ταράσσεται καὶ κινεῖται, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ στηρίζεται
στὸ χρῆμα. Διαρκῶς διερωτᾶται: Πῶς θὰ ἐξασφαλίσω
τὰ πλούτη μου; νὰ κάνω σπίτια καὶ κτήματα, ποὺ
νὰ ἔχουν σήμερα ἀξία; νὰ ἐπεκτείνω τὴν ἐπιχείρηση;
νὰ κάνω συνάλλαγμα; νὰ τὰ ντύσω χρεόγραφα;
Ἀλλὰ ποιὰ νὰ πηγαίνουν πάνω;». Ὅταν βλέπει ὅτι
χάνει, ποιὰ ταραχὴ καὶ ἀγωνία; Ὅταν κερδίζει, ποιὲς
πάλι συγκινήσεις;
Ἂν γνώριζαν οἱ πολλοὶ σὲ ποιὰ ἀγωνία ζοῦν οἱ
πλούσιοι αὐτοί, δὲν θὰ ζήλευαν ποτὲ τὴ θέση τους.
Περνοῦν νύχτες ὁλόκληρες μὲ ἀγωνιώδη αὐπνία. Μάλιστα ὅταν οἱ ἀπότομες μεταβολὲς ἀπειλοῦν νὰ τοὺς

112

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

κάνουν μέσα σὲ μιὰ ἡμέρα φτωχούς, πόσο εἶναι δυστυχεῖς τότε! Ἀμίλητοι, φαρμακωμένοι, ἄϋπνοι, φθείρουν τὴν ὑγεία τους καὶ ὄχι σπανίως καταντοῦν στὴν
αὐτοκτονία.
Ὅπως ὁ ὑδρωπικὸς ὅσο πίνει, ἄλλο τόσο διψᾶ,
καὶ ὅταν πίνει, αὐξάνει μὲν τὸν ὄγκο, καίεται δὲ ἀπὸ
δίψα, ἔτσι καὶ ὁ φιλοχρήματος. «Δὲν θὰ χορτάσει
ποτὲ τὸ χρῆμα ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἀγαπᾶ», λέει ὁ Θεός.
Ἀσθενὴς ὁ φιλάργυρος
Καὶ αὐτό, διότι κατὰ τὸ Μ. Βασίλειο ὁ φιλάργυρος κυνηγᾶ σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ ἕνα ἀγαθό, ποὺ εἶναι
περισσότερο ρευστὸ καὶ ἀπὸ τὸ νερό, ἀποδεικνύοντας
κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ὅτι νοσεῖ σοβαρά. Συγκεκριμένα
σημειώνει ὁ πανεπιστήμονας ἅγιος ἐρμηνεύοντας σχετικὸ ἁγιογραφικὸ λόγο:
«Ἐκεῖνος ποὺ θεωρεῖ τὸν πλοῦτο, ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ ἀδικία, ἱκανὴ ἀφορμὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του
γιὰ νὰ ὑπερισχύσει καὶ ἐπικρατήσει, εἶναι ὅμοιος μὲ
ἄρρωστο, ὁ ὁποῖος τὸ πλῆθος τῆς νόσου τοῦ τὸ θεωρεῖ
ἄκρα ὑγεία. «Μὴ στηρίζετε τὶς ἐλπίδες σας στὴν ἀδικία»· «καὶ μὴ ποθεῖτε τὶς ἁρπαγές, μὲ τὶς ὁποῖες συνήθως ἐπισύρονται τὰ μεγάλα πλούτη». Μᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ ἐπιθυμούμετα ξένα πράγματα. «Καὶ
ἐὰν δῆτε ὡς ποταμὸς νὰ ρέει ἐνώπιον σας ὁ πλοῦτος,
μὴ προσκολλᾶτε σ᾿ αὐτὸν τὴν καρδιά σας καὶ μὴ φθονεῖτε τὴν ἐφήμερη λάμψη του. Ἐὰν δεῖς κάποιον ἀπὸ

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

113

τοὺς πάρα πολὺ πλούσιους, μὴ μακαρίσεις τὴ ζωή
του. Ἐὰν ἀπὸ πολλὰ μέρη καὶ ἀπὸ ἄφθονες πηγὲς σὲ
περικυκλώνουν τὰ χρήματα, μὴ ἀποδέχεσαι τὴν
ἀφθονία τους. «Ἐὰν δῆτε ὡς ποταμὸς νὰ ρέει ὁ
πλοῦτος», θαυμάσατε τὴ φωνή. ρευστὴ εἶναι ἡ φύση
τοῦ πλούτου. Γρηγορότερα ἀπὸ τὸ χείμαρρο διέρχεται ἀπὸ τοὺς πλούσιους, καὶ φυσικὰ διαβαίνει πότε
στὸ ἕνα καὶ πότε στὸν ἄλλον. Ὅπως ἕνας ποταμὸς
ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος, πλησιάζει, ὅσους
βρίσκονται κοντὰ στὴν ὄχθη, συγχρόνως τοὺς ἐγγίζει
καὶ ἀμέσως ἔφυγε, ἔτσι καὶ ἡ εὐκολία τοῦ πλούτου
γρήγορα καὶ φευγαλέα ἔχει τὴν παρουσία, διότι ἀπὸ
τὴν φύση τοῦ διαβαίνει ἀπὸ τοὺς μὲν στοὺς δέ. Σήμερα τὸ χωράφι εἶναι τοῦ τάδε, καὶ αὔριο τοῦ ἄλλου,
καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἄλλου. Στρέψε τὸ βλέμμα σου
πρὸς τὰ σπίτια τῆς πόλεως, πόσα ὀνόματα ἤδη ἔχουν
ἀλλάξει ἀπὸ τότε ποὺ κτίσθηκαν, ὀνοματισμένα πότε
μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς καὶ πότε μὲ τοῦ ἄλλου ἰδιοκτήτη. Καὶ ὁ χρυσὸς πάντα διερχόμενος ἀπὸ τὰ χέρια
τοῦ κατόχου, μεταβαίνει στὸν ἄλλο, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον
πρὸς ἄλλον. Εὐκολότερα μπορεῖς, ἀφοῦ λάβεις νερὸ
στὸ χέρι σου, νὰ τὸ κρατήσεις, παρὰ νὰ διατηρήσεις
τὸν πλοῦτο διαρκῶς γιὰ τὸν ἑαυτό σου».
Ἡ παραπάνω γνώμη τοῦ Μ. Βασιλείου ἔχει διαχρονικὴ ἰσχύ. Καὶ στὶς ἡμέρες μας τί γίνεται γιὰ νὰ
συγκρατηθεῖ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖο διαφεύγει ἀπὸ τὰ
χέρια μὲ μεγαλύτερη εὐκολία ἀπὸ ἐκείνη μὲ τὴν

114

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ὁποία ἦλθε; Μεταβάλλει ἀπὸ τὴ μία ἡμέρα στὴν ἄλλη
τοὺς πλούσιους σὲ φτωχούς. Ἔτσι εἶναι τὸ χρῆμα·
καὶ ὅταν ἔρχεται ἄφθονο καὶ ὅταν φεύγει, ἀντὶ εἰρήνης καὶ ἀναπαύσεως, δημιουργεῖ περισσότερους κόπους, φροντίδες, φόβους, φθόνους, ἀϋπνίες, κινδύνους
καὶ αὐτοκτονίες.
Οἱ λόγοι τοῦ θείου ἀπ. Παύλου ἐφαρμόζονται καὶ
σήμερα. Ποῖοι; «Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν προσκόλληση στὸ
χρῆμα καὶ θέλουν νὰ γίνουν πλούσιοι, πίπτουν μέσα
σὲ πειρασμὸ καὶ παγίδα καὶ σὲ ἐπιθυμίες πολλὲς καὶ
ἐπιβλαβεῖς, οἱ ὁποῖες βυθίζουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ
καταστροφὴ καὶ ἀπώλεια. Πέφτουν δὲ σὲ πειρασμὸ
καὶ καταστρεπτικὴ παγίδα, διότι ρίζα ὅλων τῶν
κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία. Καὶ μερικοὶ κυριευθέντες
ἀπὸ τὴν ὄρεξη καὶ τὴ σφοδρὴ ἐπιθυμία ποὺ γεννᾶ
αὐτὴ πρὸς τὸ χρῆμα, ἀπεπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν πίστη
καὶ ἔμπηξαν στὸν ἑαυτό τους σὰν ἀλλὰ καρφιὰ πολλοὺς πόνους καὶ ἀγωνίες».
Ἐξετάσατε ὅποιον θέλετε πλούσιο καὶ θὰ βρῆτε
πλήρη τὴν ἐφαρμογὴ στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἀπ. Παύλου.
Ἀληθινὰ ἡ φιλαργυρία εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν
κακῶν! Ὄχι μόνο τὴν πίστη του χάνει ὁ φιλοχρήματος, ἀλλὰ καὶ τὴ στοιχειώδη εὐσπλαγχνία, ἐφόσον τίποτε δὲν δίνει γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Ἐπιπλέον, γίνεται ὑπερόπτης καὶ ἐγωϊστής.
Σ᾿ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ διαπίστωση προβαίνει καὶ ὁ
ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν γράφει: «Καὶ οἱ

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

115

ἄνθρωποι, ἀφοῦ ἔσκαψαν καὶ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ γῆ τὸ
χρυσάφι, τὸ ἀσήμι καὶ τοὺς πολύτιμους διαφανεῖς λίθους, καὶ ἀφοῦ κατασκεύασαν μαλακά, περιττὰ ἐνδύματα καὶ ὅ,τι ἄλλο παρόμοιο πράγμα, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀφορμὴ πολέμου καὶ ἐπαναστάσεων, καὶ ἐγκαθιδρύσεως τῆς τυραννίας, ἀποκτοῦν ἔπειτα παράλογη
ὑπεροψία ἐξαιτίας τῆς ἀνοησίας τους καὶ ἀποκλείουν
τὴν ἐλεημοσύνη ἀπὸ δυστυχεῖς συνανθρώπους τους
καὶ δὲν θέλουν οὔτε μὲ αὐτὰ ποὺ γι᾿ αὐτοὺς εἶναι
περιττὰ νὰ βοηθήσουν νὰ ἀποκτήσουν οἱ ἄλλοι τὰ
ἀναγκαῖα (ὢ πόση ἀμορφωσιά, ὢ ποία βαρβαρότητα!) χωρὶς νὰ θυμοῦνται, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, ὅτι ἡ
φτώχεια καὶ ὁ πλοῦτος, ἡ ἐλευθερία, ὅπως τὴν ὀνομάζομε, ἡ δουλεία καὶ τὰ ἀλλὰ παρόμοια, ἐνεφανίσθηκαν στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀργότερα σὰν
ἀρρώστεια, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ κοινοῦ μαζὶ μὲ τὴν κακία, καὶ τὰ ὁποῖα εἰναι δικά της ἐπινοήματα».
Ἀπὸ ὅλα ὅσα σημειώσαμε ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι
ὁ πλοῦτος μόνο τὴν εἰρήνη δὲν ἐγκαθιδρύει στὶς καρδιὲς καὶ κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων. Ὑπάρχουν μάλιστα
περιπτώσεις ποὺ κάνει ἐχθροὺς καὶ αὐτὰ τὰ ἀδέλφια.
Σύγχρονός μας ἅγιος -ὁ ἅγιος νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης- ὑπογραμμίζει τὴ φοβερὴ αὐτὴ ἀλήθεια: «Ἡ
ἄμετρος ἀγάπη ὁποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ ὑπάρχοντα, εὔκολα θέλει τὸν φέρει εἰς τὸ νὰ κάμῃ πολλὰς
ἀδικίαςκαι ἂν δὲν τὸν φέρῃ εἰς τοῦτο, ὅμως εὔκολα
θέλει τὸν φέρει εἰς τὸ νὰ πράξῃ κάθε λογῆς ἄλλας

116

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

κακίας εἰς τὴν ζωήν του (...). Ἐπειδὴ δι᾿ αὐτὴν δὲν
λείπει ἀπὸ κάθε πράγμα μάχη καὶ πόλεμος, ὄχι μόνο
ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς ξένους, ἀλλὰ μερικαῖς φοραῖς
ἀκόμη καὶ ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους ὅπου ἐδέσμευσεν ἡ
φύσις μὲ σφικτὸν δεσμὸν αἵματος, ὡσὰν εἰς τὰ ἀδέλφια, τὰ ὁποῖα ἀφ᾿ οὗ ἐσυλλήφθησαν εἰς τὴν ἰδίαν γαστέραν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς μητρός, ἀφ᾿ οὗ ἐβύζαξαν
ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ γάλα, ἀφ᾿ οὗ ἐκοινώνησαν τόσον
καιρὸν εἰς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ σπίτι, τέλος πάντων ὅταν
θέλουν νὰ μοιράσουν τὴν κληρονομίαν τῶν γονέων
των, πολλαῖς φοραῖς μεταβάλλονται καὶ γίνονται
ἐχθροί».
Τὸ τέλος τῶν πλουσίων
Γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴ διαστροφὴ τὴν ὁποία ὑφίσταται
ὁ φιλάργυρος ἄνθρωπος ἐξαιτίας τῆς κακῆς διαχειρήσεως τοῦ πλούτου, τὸ τέλος του κατὰ τὴν ἡμέρα
τῆς δευτέρας παρουσίας, θὰ εἶναι ἡ αἰώνια τιμωρία
καὶ κόλαση.
Στὸ ἀδιάψευστο βιβλίο τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἁγία Γραφή,
ὁ θεῖος Ἰάκωβος πολὺ παραστατικὰ μιλεῖ γιὰ τὸ κατάντημα καὶ τὴν πανολεθρία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων,
οἱ ὁποῖοι στήριξαν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία τους
στὸ χρῆμα: «Ἐμπρὸς τώρα πλούσιοι κλαύσατε μὲ
ὀλολυγμοὺς γιὰ τὰ δεινὰ καὶ τὴν ἀθλιότητα, τὰ ὁποῖα
ἔρχονται κατεπάνω σας. Ὁ πλοῦτος σας ἔχει σαπίσει
καὶ τὰ πολυτελῆ ροῦχα σας καὶ ὁ ἄργυρος ἔχουν κα-

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

117

τασκουριάσει καὶ ἡ σκουριά τους θὰ μείνει ὡς μαρτυρία κατὰ τῆς ματαιότητάς σας, καὶ θὰ σᾶς φάγει
ζωντανοὺς σὰν φωτιά. Μαζεύσατε ὑλικοὺς θησαυροὺς κατὰ τὶς ἔσχατες τῆς κρίσεως ἡμέρες, κατὰ τὶς
ὁποῖες πρόκειται νὰ τιμωρηθεῖτε. Ἰδοὺ καὶ ὁ μισθὸς
τῶν ἐργατῶν, ποὺ θέρισαν τὰ ἐκτεταμένα χωράφια
σας, τὸ ὁποῖον κατακρατήσατε, φωνάζει δυνατὰ καὶ
οἱ παραπονεμένες κραυγὲς τῶν ἀδικημένων θεριστῶν
ἐμβῆκαν μέσα στὰ αὐτιὰ τοῦ Κυρίου τῶν ἐπουρανίων
δυνάμεων. Ζήσατε μὲ τρυφὲς καὶ ἀπολαύσεις ἐπὶ τῆς
γῆς καὶ περάσατε βίο σπάταλο καὶ ἄσωτο. Παχύνατε
τὶς φιλήδονες καρδιές σας σὰν θρεφτάρια, ποὺ τὰ
παχαίνουν γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς σφαγῆς τους. Ἔτσι καὶ
γιὰ σᾶς ἐπιφυλάσσεται ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως σὰν
ἄλλη ἡμέρα σφαγῆς καὶ καταστροφῆς σας. Καταδικάσατε τοὺς ἀθώους, φονεύσατε τὸν δίκαιο· δὲν ἀντιστέκεται στὴν ἀσυνείδητη σκληρότητά σας».
Πραγματικά, ὄχι μόνο δὲν βρίσκει τὴν εἰρήνη τοῦ ὁ
ἄνθρωπος στὸ χρῆμα καὶ τὰ πλούτη, ἀλλὰ καὶ στὸν
ἀθάνατο θάνατο μὲ σταθερὰ βήματα ὁδηγεῖται.
β) Ἡ δόξα τοῦ κόσμου
Ἄλλος πόλος ἕλξεως ποὺ ἑλκύει τὸν ἄνθρωπο.
Διατὶ νομίζει ὅτι στὴ δόξα τοῦ κόσμου θὰ βρεῖ τὴν
εἰρήνη του. Καὶ γι᾿ αὐτὸ μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐπιδιώκει.

118

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Μά, ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγαπᾶ
τὴν δόξα; Δὲν εἶναι ὁ εὐγενέστερος πόθος τῆς ἀνθρωπινῆς ψυχῆς; Ἀπὸ τὸν πόθο αὐτὸ δὲν φλέγονταν καὶ
οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης; Καὶ τί εἶπαν στὸ Διδάσκαλό τους; «Δὸς ἡμῖν ἵνα
εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἰς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν
ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´ 37). Ἔκαναν ἄσχημα;
Εἶχαν τὸν πόθο, εἶχαν καὶ τὸ θάρρος νὰ τὰ ζητήσουν.
Καὶ τὰ ἐζήτησαν.
Ἀλλ᾿ ἀντὶ γιὰ τὴ δόξα, δέχονται τὴν ἀπάντηση τοῦ
Κυρίου: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μάρκ. ι´ 38). Δὲν
γνωρίζετε τί ζητᾶτε. Ὁ λόγος εἶναι φανερός.
Οἱ Μαθητὲς δὲν ζήτησαν τὴν πραγματικὴ δόξα,
τὴ δόξα τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια. Ζήτησαν κοσμικὰ
μεγαλεῖα καὶ ἐπίγειες τιμές. Μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Διδάσκαλος τοὺς πρόκειται τώρα νὰ βασιλεύσει στὰ Ἱεροσόλυμα, παρόλα τὰ παθήματα ποὺ τοὺς περιγράφει,
ζητοῦν νὰ ἐξασφαλίσουν τὶς πρῶτες θέσεις τῆς βασιλείας αὐτῆς. Μὲ ἕνα λόγο οἱ Μαθητὲς ζήτησαν τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν δόξα τοὺς ἀποτρέπει ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὴ τὴ δόξα τοὺς ἀπάντησε τὸ
«οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
Ἀλλὰ γιατί; Εἶναι κακὸ νὰ ἐπιδιώκει ὁ ἄνθρωπος
τὴ δόξα καὶ τὴν τιμή, τὰ ἐγκώμια καὶ τοὺς ἐπαίνους,
τὰ συγχαρητήρια καὶ τὸν θαυμασμὸ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων;
Κακὸ καθ᾿ ἑαυτὸ δὲν εἶναι. Εἶναι ὅμως κάτι ἄλλο,

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

119

ποὺ ἔχει ἄμεση σχέση μὲ αὐτό. Ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων εἶναι μάταιη καὶ ἀνωφελής. Καπνὸς καὶ ὄνειρο
καὶ «σκιὰ καὶ σκιᾶς ὄναρ» καὶ πομφόλυγα, ποὺ διαλύεται ἀμέσως. Διότι, ἂν ὑποθέσομε πράγμα ποὺ
σπάνια συμβαίνειοτι σ᾿ ὅλη τὴ ζωὴ ἀκούομε ἐγκώμια
καὶ ἐπαίνους, καὶ σ᾿ ὅλη μας τὴ ζωὴ δεχόμαστε
εὐωδέστατο τὸ λιβανωτὸ καὶ ἐδαφιαῖες τὶς ὑποκλίσειςτων διαφόρων θαυμαστῶν μας, καὶ πάλι δὲν κερδίσαμε τίποτε. Γιατί; «Ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος πάντα ταῦτα ἐξηφάνισται»! Ὁ θάνατος! Ὁ μεγαλύτερος
ἐχθρὸς τῆς δόξας τῶν ἀνθρώπων. Ὅλα τὰ σκορπίζει
καὶ δὲν ἀφήνει τίποτε ὄρθιο.
Οἱ Φαρισαῖοι δὲν πίστευσαν στὸν Χριστό, μολονότι ἔβλεπαν ὁλοφάνερα θαύματα. Γιατί; Διότι «ἀγάπησαν τὴν τιμὴ καὶ ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνθρώπων
πολὺ περισσότερο παρὰ τὴ δόξα καὶ τὴν ἐπιδοκιμασία τοῦ Θεοῦ. Καὶ προσθέτει ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὅτι
«Ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ εἶναι φίλος του κόσμου
καὶ τῶν διασκεδάσεων καὶ τῶν ἡδονῶν του, γίνεται
ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ».
Εἶναι, λοιπόν, ποτὲ δυνατὸ κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο
νὰ ζήσουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ νὰ ἔχουν εἰρήνη;
Καὶ δὲν τὴν ἀπομακρύνουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τῆς
ζωῆς τους;

120

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

γ) Ἡ κοσμικὴ ζωή
Εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ φαντάζει. Μὲ τὰ κάλλη της, μὲ τὰ
θέλγητρα ποὺ ἔχει, μὲ τὶς τέρψεις ποὺ γνωρίζει στὸν
ἄνθρωπο: Εἶναι ζωὴ μέλι καὶ γάλα, παράδεισος θελκτικὸς μὲ ὀνειρώδη ἀπόλαυση.Ἔτσι προβάλλει στὸ
σημερινὸ ἄνθρωπο ἡ κοσμικὴ ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας.
Φαίνεται παράδεισος καὶ εἶναι κόλαση. Ὑπόσχεται
ἡδονὴ καὶ προσφέρει πικρία. Ὑπόσχεται τὰ πάντα καὶ
ἀφαιρεῖ τὰ πάντα· ὅ,τι ἔχει λάβει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ
Θεό: Πλούτη, ὑγεία, ζωή, ψυχὴ ἀθάνατη καὶ αἰώνια, ἡ
κοσμικὴ ζωὴ τὰ φθείρει, τὰ καταστρέφει.
Στὴν περίπτωση αὐτὴ πῶς μπορεῖ νὰ εἰναι εἰρηνικὸς ὁ ἄνθρωπος; Γιατί; Διότι εἶναι ἔνοχος ἐνώπιον
τοῦ δίκαιου Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τυραννεῖται, πικραίνεται, στενάζει, θλίβεται, κλαίει, καὶ θρηνεῖ τὴν
ἀνείπωτη συμφορά του. Τυραννεῖται, πικραίνεται, καὶ
στενάζει ἀπὸ τὶς τύψεις καὶ τοὺς ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς του, ἡ ὁποία τοῦ μαρτυρεῖ τὴν ἐνοχὴ καὶ
τῆς ὁποίας οἱ ἔλεγχοι εἶναι δρυμεῖς καὶ ἀδυσώπητοι
καὶ ἀσταμάτητοι. Κλαίει καὶ θρηνεῖ τὴν ταλαιπωρία
τῆς ζωῆς του, τὴ στέρηση, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἐξουθένωση, τὸν ἐξευτελισμό, τὴ δέσμευση τῆς ἐλευθερίας
του, τὰ ὁποῖα εἶναι παράγωγά τῶν ὀλέθριων παθῶν
του. Μπορεῖ ἔτσι νὰ εἶναι εἰρηνικός; Ἀσφαλῶς ὄχι.
Καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσουμε τὴν τραγικότητα τῆς
ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπηρεάζεται καὶ ζεῖ τὴν κοσμικὴ ζωὴ ἀναφερόμαστε μὲ παραδείγματα: Εἶναι

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

121

εἰρηνικός, ἥσυχος, εὐτυχὴς ὁ χαρτοπαίκτης, ὁ μέθυσος,
ὁ ἀκόλαστος καὶ παραστρατημένος ἄνθρωπος; Ἔχει
μέτωπο καθαρὸ καὶ θάρρος καὶ παρρησίας πρόσωπο
ὁ ἐκμεταλλευτὴς καὶ κλέπτης καὶ αἰσχροκερδὴς καὶ
ὁ φιλόνεικος, ὁ βλάσφημος καὶ ὑβριστής, ὁ ὀργιζόμενος
καὶ κακοποιός; Ἔχει χαρὰ καὶ γαλήνη ψυχῆς ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀπέσεισε τὴν πίστη καὶ τὴν ἠθικὴ καὶ κατάντησε ἄθεος καὶ ἀνήθικος μέσα στὴν κοινωνία; Ποτέ!
Ἡ ζωή του, ὅλη του ἡ ζωή, καὶ ἡ δημόσια καὶ φανερή,
καὶ ἡ κρυφὴ καὶ ἰδιωτική, εἶναι ὅλη ἀνησυχία, ὅλη φόβος, ὅλη ἀνυποληψία, ὅλη πικρία, ὅσο καὶ ἂν προσποιεῖται ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς τὸν εὐτυχῆ καὶ χαρούμενο. Κάνει τὸν ἀνεξάρτητο, τὸν ἐλεύθερο ἄνθρωπο,
τὸ φιλελεύθερο πνεῦμα. Αὐτὰ ὅμως εἶναι προσποιητά,
εἶναι τῆς ἀνάγκης. Ἡ πραγματικότητα εἶναι μία. Εἶναι
ἡ ὑποδούλωσή του καὶ ἡ τυραννία της ζωῆς του, ἡ δυσοσμία τῆς ψυχῆς του σκεπασμένη μὲ εὐώδη ἄνθη.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν κοσμικὴ ζωή,
εἶναι ἀνειρήνευτοι, διότι ποτὲ δὲν καλλιέργησαν εἰρηνικὲς σχέσεις μὲ τὸ Θεὸ καὶ δὲν ἀγωνίσθηκαν κατὰ
τὸ θέλημά Του.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρομοιάζοντας
τὰ τρία ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης, τὸν πλοῦτο, τὴ
δόξα καὶ τὴν κοσμικὴ ζωὴ μὲ σχοινιά, μᾶς βοηθεῖ νὰ
καταλάβουμε πόσο αὐτὰ ὁλοκληρωτικὰ δεσμεύουν
τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Σημειώνει ὁ
ἴδιος Πατήρ; «Διότι τίποτε κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο δὲν

122

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

προκαλεῖ τόσο μεγάλη μάχη καὶ πόλεμο, ὅσο ἡ ἀγάπη
τῶν ἀγαθῶν τῆς παρούσας ζωῆς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς
δόξας, τῶν χρημάτων καὶ τῶν ἀπολαύσεων. Ὅταν δὲ
κόψεις ὅλα αὐτὰ τὰ σχοινιὰ καὶ δεῖς προσεκτικὰ ὅτι
ἡ ψυχὴ δὲν ἐξουσιάζεται ἀπὸ κανένα ἀπὸ αὐτά, τότε
θὰ καταλάβεις ποῦ ἔχει τὴν ἀρχὴ ὁ πόλεμος καὶ ποῦ
θὰ θεμελιωθεῖ ἀρετή».
Ἡ ἐκφυλισμένη εἰρήνη
Συνοψίζοντες καὶ ἑρμηνεύοντες τὰ ὑποκατάστατα
τῆς εἰρήνης μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι στοὺς κουρασμένους λαοὺς τῆς ἐποχῆς μας προεβλήθη καὶ δόθηκε
μιὰ εἰρήνη ἀποβλακωτική, ποὺ γεμίζει τὰ στόματα,
ποὺ σβήνει καὶ τὶς τελευταῖες σπίθες μεταφυσικῆς
ἀπὸ τὴ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ποὺ τὸν ἀποκοιμίζει μὲ τὸ στόμα πάνω στὸ πλούσιο μαστὸ τῶν
ὑλικῶν ἀγαθῶν, τῆς ὑλικῆς εὐημερίας, τῆς πολυθρύλητης προόδου.
Ἀλλὰ μιὰ τέτοια εἰρήνη εἶναι ἀνήθικη πραγματικότητα, καταστιγματισμένη ἀπὸ συμβιβασμοὺς καίαπατες, εἰρήνη ποὺ γιὰ χάρη της καὶ ἡ ἀλήθεια θυσιάζεται. Εἶναι μιὰ εἰρήνη μὲ φιλήδονη, ἐπικούρεια φυσιογνωμία, ἀποκτηνωτική, ποὺ χύνει μέσα στὸ κουρασμένο σῶμα τῶν λαῶν τοῦ σημερινοῦ κόσμου δηλητήρια ἀτομισμοῦ, κακότητας, θρασύτητας, καὶ ποὺ
βρίσκεται ἀδιάκοπα ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἐλευθερία
καὶ τὴ δικαιοσύνη.

Κεφάλαιο Ε´. Ὑποκατάστατα τῆς εἰρήνης

123

Ἡ σημερινὴ σύλληψη τῆς εἰρήνης εἶναι καρπὸς τοῦ
πνευματικοῦ μηδενισμοῦ τῆς Εὐρώπης, γι᾿ αὐτὸ καὶ
δὲν ἔχει ἀποδεικτικὴ δύναμη. Στηρίζεται στὸ κενὸ
οὐσιαστικά, ἀφοῦ ὁ ὑλικὸς βίος δὲν μπορεῖ νὰ τὴν
αἰτιολογήσει. Οἱ Εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ εἶναι κουρασμένοι,
ὄχι μονάχα ἀπὸ τὴν ὀδύνη, τὸ αἷμα καὶ τὰ δάκρυα
τοῦ πολέμου. Αὐτὴ ἡ κούραση μετὰ ἀπὸ μιὰ δεκαετία
θὰ εἶχε περάσει. Εἶναι κουρασμένοι, διότι εἶναι ἠθικὰ
ἄδειοι, ἐπειδὴ ἡ ἐλευθερία καθημερινὰ θυσιάζεται
καὶ διότι ἡ εἰρήνη εἶναι καρπὸς ταπεινωτικοῦ γιὰ τὸν
ἄνθρωπο παζαρέματος.
Ἔχουν οἱ εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ μεγάλη πρόοδο: Στὴ
βιομηχανία, στὸ ἐμπόριο, στὶς ἐπιστῆμες, ἀκόμη καὶ
στὶς καλὲς τέχνες. Σ᾿ αὐτὲς τὶς τελευταῖες, βεβαίως,
μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει τὸ κενο τοῦ σημερινοῦ
κόσμου. Αὐτές, μέσα ἀπὸ παραμορφωτικοὺς σπασμοὺς ἀγωνίας, μαρτυροῦν γιὰ τὸ μηδενισμό, ποὺ
κατατρύχει τὸν κόσμο. Καρποὶ εἰρήνης ὅλα αὐτά,
ἀλλὰ εἰρήνης ἐκφυλισμένης, σκοτεινῆς, χωρὶς καμία
ἱλαρότητα.
Τι γὰρ γένοιτο μακαριώτατον τοῦ ἀπηλλαγμένου
τοῦ ἔνδοθεν τικτομένου πολέμου; Κἂν μυριάκις εἰρήνης ἔξωθεν ἀπολαύωμεν θεραπείας, ἔνδοθεν δὲ τίκτηται ἡμῖν ἐκ τῆς τῶν λογισμῶν ταραχῆς θόρυβος
καὶ ζάλη, οὐδὲν ὄφελος τῆς ἔξωθεν εἰρήνης (Ἰω. Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 3. 424).

124

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

125

Κεφάλαιο ΣΤ´.

Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης
ΣΗΜΕρΙνOΣ AνΘρωΠΟΣ διψᾶ τὴν εἰρήνη. Καὶ
ὅμως δὲν τὴν ἀπολαμβάνει. Θέλει γαλήνη.
Ἐπιζητεῖ τὴν ἠρεμία τῆς ψυχῆς καὶ τῆς συνειδήσεώς του. Δὲν ἀκούετε ποιὸ εἶναι τὸ συνηθισμένο παράπονο, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ πονεμένα στήθη
μυριάδων ἀνθρώπων; «Ἔχασα τὴν εἰρήνη μου», λέει
ὁ ἕνας. «Δὲν ἔχω εἰρήνη», φωνάζει ὁ ἄλλος. «Εἶμαι
δυστυχισμένος ἄνθρωπος», ἀνακράζει ὁ τρίτος ἀνήσυχος καὶ ταραγμένος. Τί δείχνουν ὅλα αὐτά; Τὴν
ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Διότι οἱ ἀφορμὲς ποὺ τακτικὰ δίδονται στὴν καθημερινὴ
ζωὴ εἶναι τόσο πολλές, ποὺ ἀφαιροῦν εὔκολα τὴν
εἰρήνη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν τοῦ λείψει, τότε περισσότερο αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη της καὶ ἐκτιμᾶ πόσο
ἀπαραίτητη τοῦ εἶναι, τόσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό
του, ὅσο καὶ γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῶν συνανθρώπων του.

Ο

126

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

α) Γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή
Ἁγιογραφικὴ τεκμηρίωση
Ὁ ἅγιος νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μὲ ἁγιογραφικὴ
τεκμηρίωση αἰτιολογεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης
γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ὅταν γράφει: «Ἡ καρδία
σου ἀγαπητέ, ἐκτίσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο μόνον
τὸ τέλος, διὰ νὰ ἀγαπᾶται καὶ νὰ κατοικῆται ἀπὸ
αὐτόν. Διό, καθ᾿ ἑκάστην σου φωνάζει νὰ Τοῦ τὴν
δώσῃς: «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26).
Ἐπειδὴ δὲ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ὑπερβάλλουσα πάντα νοῦν
εἰρήνην, κάμνει χρεία καὶ ἡ καρδία, ὅπου θέλει νὰ Τὸν
δεχθῇ, νὰ εἶναι εἰρηνικὴ καὶ ἀτάραχος. Καθὼς εἶπεν ὁ
Δαυῒδ «ἐγεννήθη ἐν εἰρήνῃ ὁ τόπος αὐτοῦ» (Ψαλμ. Ε´
2). Διὰ τοῦτο, χρεωστεῖς ἐν πρώτοις, νὰ θεμελιώσῃς,
καὶ νὰ στερεώσῃς τὴν καρδίαν σου, εἰς μίαν εἰρηνικὴν
κατάστασιν· εἰς τρόπον, ὁποὺ ὅλαις σου αἱ ἐξωτερικαὶς ἀρεταὶς νὰ γεννῶνται ἀπὸ τὴν εἰρήνην αὐτὴν καὶ
ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐσωτερικὰς ἀρετάς». Καὶ ὁ Κύριος τὴ
δική Του εἰρήνη ἔδωσε στοὺς Μαθητές Του ὡς κληρονομιά, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀναγκαῖο ἐφόδιο σὲ κάθε ὀπαδό
Του, ὅταν ἔλεγε: «Φεύγω καὶ σᾶς ἀφήνω τὴν εἰρήνη.
Σᾶς δίνω τὴν ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ εἰρήνη, τὴν ὁποία ἔχω
Ἐγὼ καὶ τὴν ὁποία ἦλθα νὰ φέρω στὸ συνταρασσόμενο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο. Δὲν σᾶς δίνω Ἐγὼ εἰρήνη ὑποκριτικὴ καὶ ἀπατηλὴ καὶ ἀσταθῆ, σὰν αὐτὴ ποὺ
δίνει ὁ κόσμος. Ἂς μὴ ταράσσεται ἀπὸ φόβους ἐσω-

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

127

τερικοὺς καὶ ἂς μὴ δειλιάζει ἀπὸ ἐξωτερικὰ φόβητρα
καὶ ἀπειλὲς ἡ καρδιά σας».
Χωρὶς εἰρήνη δὲν ὑπάρχει ἀρετή
Γνώριζε ὁ Κύριος ὅτι τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς τοῦ
ἀνθρώπου τὴν πολεμᾶ καὶ τὴν παίρνει πολλὲς φορὲς
ὁ διάβολος, γιὰ νὰ μὴ προάγεται στὰ ἔργα τῆς
ἀρετῆς. Διότι, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος νικόδημος:
«Ὅταν ἡ καρδία θορυβεῖται καὶ ταράσσεται, εἶναι
πάντοτε ὑποκειμένη εἰς διάφορα κτυπήματα, καὶ πολέμους τῶν ἐχθρῶν· καὶ τὸ περισσότερον, διότι, ὅταν
εἴμεθα ταραγμένοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἰδοῦμεν
καλῶς, καὶ νὰ διακρίνωμεν τὴν εὐθείαν ὁδόν, καὶ τὴν
ἀσφαλῆ στράταν τῆς ἀρετῆς· ὁ ἐχθρός μας λοιπὸν
διάβολος, ὁποὺ μισεῖ πολλὰ αὐτὴν τὴν εἰρήνην (ὡσὰν
ὁποὺ εἶναι τόπος, ὅπου κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,
διὰ νὰ ἐνεργήσῃ πράγματα μεγάλα), πολλαῖς φοραῖς
ἔρχεται ὡσὰν φίλος, καὶ δοκιμάζει νὰ μᾶς τὴν πάρῃ».
Μόνο ὅταν ἐπικρατήσει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ στὴν
ἀνθρώπινη συνείδηση, μόνο τότε μποροῦν νὰ καλλιεργηθοῦν σ᾿ αὐτὴ οἱ χριστιανικὲς ἀρετές, τῶν ὁποίων ἡ ἀντανάκλαση θὰ δημιουργήσει τὴν εἰρήνη καὶ
στὸν κόσμο. Ἡ ψυχὴ ποὺ κλυδωνίζεται ἀπὸ τὰ πάθη
τοῦ μίσους πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, τοῦ φθόνου,
τῆς πλεονεξίας, καὶ ταλαιπωρεῖται διαρκῶς ἀπὸ τὶς
ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου τῆς σάρκας, δὲν εἶναι δυνατὸ
νὰ καταστεῖ ποτὲ κατάλληλο φυτώριο γιὰ τὸ λεπτο-

128

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

φυὲς φυτὸ τῆς ἀγάπης. Πρέπει νὰ ἠρεμήσει καὶ καθαρισθεῖ πρῶτα τὸ ψυχικὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ καλλιεργηθεῖ μὲ τὴν ὑπερατομικὴ χριστιανικὴ διδασκαλία,
νὰ λιπανθεῖ μὲ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου,
καὶ νὰ καταστῇ ἱκανὴ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ ἀναπτύξει τὴν ἀγάπη, τὴν ὁμόνοια, τὴν
εἰρήνη μὲ τοὺς ἄλλους.
Ἀντιθέτως, τὸ πόσο καταστρεπτικὸ εἶναι γιὰ τὴν
ψυχὴ τὸ ἀνειρήνευτο ἐσωτερικό, φανερώνει ὁ λόγος
τοῦ Ἀββᾶ Ισαακ, ὅπου «ὄχημα καὶ ἁμάξι τοῦ διαβόλου» ὀνομάζει τὴ σύγχυση, «ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον καθήμενος εἰσέρχεται εἰς τὴν ταλαίπωρον ψυχὴν καὶ
καταποντίζει αὐτήν».
Ὁ δὲ ἅγιος νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης αἰσθητοποιεῖ
περισσότερο τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει ὁ γεμάτος
ταραχὴ καὶ σύγχυση ἄνθρωπος μὲ τὶς ἀκόλουθες δύο
παρομοιώσεις: «Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου παρομοιαζεται μὲ τὸ βαρίδι τοῦ ὡρολογίου καὶ μὲ τὸ τιμόνι
τοῦ καραβιοῦ. Καὶ καθὼς ὅταν ξεκρατηθῇ τὸ βαρίδι,
παρευθὺς κινοῦνται καὶ ὅλοι οἱ τροχοὶ τοῦ ὡρολογίου·
ὁμοίως καὶ καθὼς ὅταν παραφερθῇ τὸ τιμόνι, καὶ
ὅλον τὸ καράβι παραστρατεῖ· ἔτσι καὶ ὅταν ἡ καρδία
ταραχθῆ μίαν φοράν, παρευθὺς συγκινοῦνται καὶ ὅλα
τὰ ὑγρά, καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ὄργανα τοῦ
σώματος, καὶ αὐτὸς ὁ νοῦς εὐγαίνει ἀπὸ τὰ μέτρα
καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον του. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ
τὴν εἰρηνεύῃς παρευθύς».

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

129

Τὸ βαθύτερο αἴτιο καὶ ἡ ὑπερνίκησή του
Ὁ ὅσιος νικόδημος στὸ βιβλίο του «Ἀόρατος πόλεμος» ἀποκαλύπτει τὴ βαθύτερη αἰτία τῆς ταραχῆς.
«Ἂς εἶσαι βέβαιος», γράφει, «ὅτι κάθε ἐνόχλησις καὶ
ταραχὴ τῆς καρδίας μας, δὲν εἶναι ἀρεστὴ εἰς τοὺς
θείους ὀφθαλμούςδιοτι, ὅ,τι λογῆς αὐτὴ καὶ ἂν εἶναι,
πάντοτε εἶναι συντροφιασμένη ἀπὸ ἀτέλειαν, καὶ
πάντοτε προέρχεται ἀπὸ κάποιαν κακὴν ρίζαν τῆς
φιλαυτίας μας».
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι μία ἀσχήμια
τῆς ψυχῆς· ὑπερνικᾶται μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ὁ
Μ. Βασίλειος ἀναλυτικότερα μιλεῖ γιὰ τὴν ὑπερνίκηση τῆς φίλαυτης ταραχῆς: «Ἐάν, λοιπόν, ἡ εἰρήνη ποὺ
ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴν μεταδίδει στοὺς δικούς Του -τῆς
ὁποίας τὴν τελειότητα κάθε νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος
εἴτε ἀγγελικὸς δὲν μπορεῖ νὰ νοιώσει- θὰ φρουρήσει
τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας» (Φιλ. δ´ 7), μποροῦμε νὰ ξεφύγουμε τὴν ταραχὴ καὶ τὴ σύγχυση τῶν
παθῶν. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι
ἀντίθετη πρὸς τὸ θέλημά Του καὶ ἡ ταραχὴ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ κάλλος καὶ τὴν ὡραιότητα καὶ τὴ δύναμη, γι᾿ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ ταραχὴ μιὰ ἀσχήμια καὶ
ἀδυναμία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν
ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό».
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ φρουρεῖ τὶς
καρδιές μας καὶ μᾶς βοηθεῖ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς
ἀδυναμίες τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου». Καὶ συμβάλλει

130

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο οὐσιαστικὰ στὴν πνευματικὴ
πρόοδό μας.
Ἡ εἰρήνη ὡς σταθερότητα τοῦ νοῦ
Σύμφωνα μὲ τὰ προηγούμενα μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πληρέστερα τὸν ἀκόλουθο λόγο τοῦ Μ
.Βασιλείου, ὅπου θεωρεῖ τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ὡς
τὴν τελειότερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ
γι᾿ αὐτὸ καὶ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀγωνίζονται
γιὰ τὴν κατάκτησή της.
«Φαίνεται δέ», σημειώνει ὁ Μ. Βασίλειος, «ὅτι ἡ
τελειότερη ἀπὸ τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη,
ἡ ὁποία εἶναι μιὰ σταθερότητα τοῦ νοῦ· ὥστε ὁ εἰρηνικὸς ἄνδρας ἔχει ὡς χαρακτηριστικὸ τὴ σεμνότητα
τῶν ἠθῶν· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πολεμεῖται ἀπὸ τὰ πάθη
του, δὲν ἔχει λάβει ἀκόμη τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τὴν
ὁποία ὁ Κύριος ἔδωσε στοὺς Μαθητὲς Του, ἡ ὁποία
«ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» θὰ φρουρήσει τὶς ψυχὲς
τῶν ἀξίων. Αὐτὴν εὔχεται καὶ ὁ Ἀπόστολος στὶς
Ἐκκλησίες, λέγοντας: «Εἴθε νὰ πληθύνουν καὶ νὰ
πλεονάσουν σὲ σᾶς ἡ χάρη καὶ ἡ εἰρήνη». Εἴθε, λοιπόν, ἀφοῦ ἀγωνισθοῦμε καλὰ καὶ συντρίψουμε τὸ
φρόνημα τῆς σάρκας, τὸ ὁποῖο εἶναι «ἔχθρα στὸ Θεὸ»
(ρωμ. η´ 6), καὶ ἀφοῦ φθάσει ἡ ψυχή μας σὲ κατάσταση γαλήνης καὶ ἀταραξίας, νὰ ὀνομασθοῦμε παιδιὰ εἰρήνης, καὶ νὰ λάβουμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ
στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας».

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

131

Ἡ εἰρήνη τὸ οὐσιαστικότερο αἴτιο τῆς εὐτυχίας
Ἀλλὰ βρισκόμενοι κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες
εἰρήνης, τότε πλέον καὶ ἀπὸ δική μας ἐμπειρία θὰ
συμφωνοῦμε μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ Ὁποῖο καὶ
στὴν ἐποχὴ ἀκόμη τῆς Π. Διαθήκης μᾶς πληροφορεῖ
μὲ τὸν Ψαλμωδὸ ὅτι, ὅταν ἔχομε εἰρήνη στὴν ψυχή
μας, εἴμαστε εὐτυχεῖς. Καὶ τὸ λέει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
«Ποιὸς ἄνθρωπος θέλει νὰ ζήσει ζωὴ μακρόβιο καὶ
εἰρηνικὴ καὶ νὰ ἀπολαύσει ἡμέρες ἀνέσεως καὶ εὐτυχίας; Σύ, ποὺ ποθεῖς αὐτό, παῦσε τὴ γλώσσα σου
ἀπὸ κακολογίες πικρὲς καὶ κλεῖσε τὰ χείλη σου, γιὰ
νὰ μὴ λαλοῦν κατασκευάσματα δόλια καὶ συκοφαντικὲς πρὸς καταστροφὴ τοῦ πλησίον ἐπινοήσει. Ἀπομακρύνσου ἀπὸ κάθε εἶδος κακοῦ καὶ κάμε τὸ ἀγαθὸ
γενόμενος εὐεργετικὸς πρὸς ὅλους· ζήτησε νὰ ἔχεις
εἰρήνη μὲ τὸν πλησίον καὶ μὲ τὴ συνείδησή σου, καὶ
ἐπιδίωξε μὲ συνεχεῖς προσπάθειες ὁλονὲν ἀνανεούμενες νὰ ἐπιτύχεις αὐτήν».
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς ξεκαθαρίζει δυὸ πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ πληροφορία ὅτι γιὰ μιὰ ζωὴ εὐτυχισμένη ἀπαραίτητο
στοιχεῖο εἶναι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς· καὶ δεύτερο, ὅτι
κανεὶς δὲν πρέπει νὰ τὴν περιμένει νὰ τοῦ πέσει σὰν
σὲ λαχεῖο αὐτὴ ἡ εἰρήνη, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ζητεῖ
καὶ νὰ τὴν ἐπιδιώκει μὲ ἐπιμονή.Ἡ ἀναζήτηση καὶ
ἐπιδίωξη τῆς εἰρήνης ἀπαιτεῖ κόπο καὶ προσπάθεια.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος καὶ μιὰ

132

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καὶ δυὸ καὶ πολλὲς φορὲς τονίζει: «τὴν εἰρήνην διώκετε» (Ἑβρ. ιβ´ 14)· καὶ «τὰ τῆς εἰρήνης διώκωμεν»
(ρωμ. ιδ´ 19). Ἀκριβῶς διότι σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀγώνισμα
ἐπικεντρώνεται ἡ προσωπικὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία ἑκάστου ἀπὸ τοὺς πιστούς. Καὶ τοῦτο, διότι τότε ἡ ψυχὴ
ἁγιάζεται, λευκαίνεται, ἀπορρίπτει τὸ παλαιὸ καὶ ρυπαρὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας, ἀναγεννᾶται καὶ ζεῖ μέσα
σὲ μιὰ ἄλλη ἀτμόσφαιρα χάριτος, χαρᾶς, εἰρήνης, μακαριότητας. Τίποτε δὲν ταράσσει τότε τὴν ψυχή. Οὔτε
οἱ ἕφοδοι τοῦ πονηροῦ, ποὺ δὲν παύουν νὰ τὴν προσβάλουν οὔτε οἱ θλίψεις καὶ οἱ παντοειδεῖς πόνοι, μὲ
τοὺς ὁποίους εἶναι συνυφασμένη ἡ ὑπαρξή μας οὔτε
οἱ ἀσθένειες καὶ ὁ θάνατος, ποὺ συχνὰ κτυποῦν τὴν
ἀδύνατη φύση μας, οὔτε ἡ ἀδηλότητα τοῦ αὔριο, οὔτε
οἱ «ἀκοὲς πολέμου» καὶ οἱ ποικίλες ἀκατατασίες,
ποὺ ἐπικρατοῦν καὶ στὶς ἡμέρες μας· οὔτε κάτι ἄλλο
ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ τρομάζουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς
δημιουργοῦν ἀνησυχίες καὶ ταραχές. Ἔχει καὶ ὁ
πιστὸς τὶς δυσκολίες του, τὰ προβλήματα, τὶς καθημερινὲς ἀφορμές, ποὺ τοῦ δημιουργοῦν λύπη. Ὅμως,
τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν τοῦ ἀφαιρείτην εἰρήνη του. Διότι
ὁ εἰρηνικός, ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος εἶναι ριζωμένος πάνω στὴν πίστη, θεμελιωμένος πάνω στὸ Χριστό, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπαναλαμβάνει
μαζὶ μὲ τὸν Προφήτη: «Δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάποιο κακό. Διότι Σὺ εἶσαι μαζί μου». Καὶ ὅλων τῶν
ἀληθινὰ πιστῶν τὴν ἠχὼ ἐπαναλαμβάνει: «Γι᾿ αὐτό,

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

133

καὶ ἂν ἀκόμη ἐπισυμβοῦν οἱ κατὰ τὴν συντέλεια ἀνατροπές, δὲν θὰ φοβηθοῦμε, ὅταν ἐκ θεμελίων θὰ σείεται ἡ γῆ καὶ θὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴ θέση τοὺς βουνὰ
ὁλόκληρα γιὰ νὰ πέσουν μέσα στὴ θάλασσα».
Ἔτσι ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς προαγόμενος στὸν
ἀγώνα τῆς ἀρετῆς τῆς εἰρήνης ἀνέρχεται ὁλονὲν καὶ
περισσότερο τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν μὲ χαρὰ καὶ
ἀγαλλίαση, χωρὶς φόβους καὶ πάθη.
β) Γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ
τῶν συνανθρώπων μας
Ἡ εἰρήνη ὡς ἀντιφάρμακο τῶν παθῶν
Καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο λόγο εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἡ εἰρήνη γιὰ τὸν χριστιανό. Δὲν πρέπει νὰ
λησμονεῖ ὅτι εἶναι ναὸς καὶ οἰκοδομὴ Θεοῦ καὶ ἔχει
καθῆκον νὰ οἰκοδομεῖται καὶ νὰ οἰκοδομεῖ. Δὲν εἶναι
ὅμως δυνατὸ νὰ οἰκοδομεῖ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους,
ἐφόσον φιλονικεῖ καὶ δὲν ἔχει εἰρήνη.
Μὲ τὶς ὀρθὲς συμβουλές, τὸν στοργικὸ ἔλεγχο, τὴ
φωτισμένη διδασκαλία, τὸ καλὸ παράδειγμα οἰκοδομεῖ, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους.
Κανεὶς δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρός, ὥστε νὰ μὴ ἔχει ἀνάγκη νὰ οἰκοδομηθεῖ. Καὶ κανεὶς δὲν εἶναι τόσο ἀσθενής, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ οἰκοδομήσει. Καθὸ χρόνο
οἰκοδομοῦμε τοὺς ἄλλους, ἑαυτοὺς εὐεργετοῦμε.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος νύσσης τὴν ἀναγκαιότητα τῆς

134

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

εἰρήνης ὑποστηρίζει, ὅταν τὴν χαρακτηρίζει ὡς ἀντιφάρμακο τῶν διαφόρων παθῶν. Καὶ αὐτό, διότι ἡ
εἰρήνη ἡ ἀμοιβαία δηλαδὴ διάθεση ἀγάπης πρὸς τοὺς
συνανθρώπους μας· σβήνει τὰ ποικίλα ἀρρωστήματα
τῆς ψυχῆς, ποὺ δημιουργοῦνται στὶς διαπροσωπικὲς
σχέσεις. Σημειώνει συγκεκριμένα ὁ παραπάνω ἅγιος:
«Θέλει, λοιπόν, σὺ πρῶτα νὰ εἶσαι γεμάτος ἀπὸ
τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰρήνης καὶ ἔτσι ἔπειτα νὰ μεταδίδεις
σ᾿ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοὺς λείπει τὸ ἀγαθὸ αὐτό (...).
Ἂς σκεφθοῦμε πρῶτα τί εἶναι ἡ εἰρήνη. Τί ἄλλο, παρὰ
μιὰ ἀμοιβαία διάθεση ἀγάπης πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας; Καὶ ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο νοεῖται ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀγάπη; Τὸ μίσος, ὁ φθόνος, ἡ μνησικακία,
ἡ ὑποκρισία, ἡ συμφορὰ τοῦ πολέμου. Βλέπεις, μιὰ λέξη πόσων ἀρρωστημάτων ἀντιφάρμακο εἶναι; Διότι ἡ
εἰρήνη ἀντιτάσσεται ἐξίσου σὲ κάθενα ἀπὸ τὰ ὅσα
κακὰ ἀναφέραμε καὶ μὲ τὴν παρουσία τῆς προκαλεῖ
τὸν ἀφανισμὸ τοῦ κακοῦ. Ὅπως, δηλαδή, ὅταν ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία, ἀφανίζεται ἡ ἀρρώστια, καὶ ὅταν
φανεῖ ἡ εἰρήνη, διαλύονται ὅλα τὰ ἀντίθετά της πάθη».
Καὶ συνεχίζει ὁ φιλοσοφότατος ἅγιος Γρηγόριος
προτρέποντάς μας νὰ σκεφθοῦμε ἀντίθετες πρὸς τὴν
ἀγάπη εἰκόνες μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε ἐναργέστερα τὶς συνέπειες τῆς ἀπουσίας
της. Γράφει: «Πόσο ἀγαθὸ εἶναι αὐτό, δὲν νομίζω ὅτι
χρειάζεται νὰ τὸ ἀποδείξω ὁ ἴδιος· σκέψου μόνος
σου. Πῶς εἶναι ἡ ζωὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποψιάζονται

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

135

καὶ μισοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ποὺ ἡ συνάντησή τους
εἶναι ἀνυπόφορη καὶ ὁ ἕνας ἀποστρέφεται τὸν ἄλλον
σὲ ὅλα. Βουβὰ τὰ στόματά τους καὶ τὰ μάτια τους
κοιτάζουν ἀλλοῦ καὶ εἶναι βουλωμένα τὰ αὐτιὰ στὴ
φωνὴ ἐκείνου ὁ ὁποῖος μισεῖ καὶ τὸν ὁποῖο μισοῦν.
Στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ἀγαπητὸ ὅ,τι δὲν εἶναι
ἀγαπητὸ στὸν ἄλλον, καὶ ἀντίθετα εἶναι μισητὸ καὶ
ἐχθρικὸ ὅ,τι εἶναι ἐπιθυμητὸ γιὰ τὸν ἐχθρό του».
Ἡ εἰρήνη ἐκπέμπεται
Προέκταση τῶν σκέψεων τοῦ ἅγιου Γρηγορίου
νύσσης ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποία δίδει ὁ
ἅγιος νικόδημος ὁ Ἂγιορείτης στὸν ὅρο «γαληνόμορφος καρδία». «Ἐγὼ δὲ στοχάζομαι», γράφει ὁ ἅγιος
νικόδημος, «ὅτι διὰ τοῦτο εἶπε τὴν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων γαληνόμορφον ὁ Μελωδός, διὰ νὰ φανερώςῃ
τοῦτο: «Καθὼς ὅταν εἶναι γαληνιαία ἡ θάλασσα, δεχομένη ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου εἰς τὴν ἐπιφάνειάν της,
ἀντανακλᾶ ταύτας καὶ αὐτὴ ἀπὸ λόγου της, ὥστε δὲν
δύναται τινὰς νὰ τὴν ἴδῃ, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ καρδία τῶν Ἀποστόλων, δεξαμένη τὰς ἀκτῖνας τοῦ ὑπερουσίου Ἡλίου, τοῦ Ἅγιου Πνεύματος, ἀντανακλοῦσε
καὶ αὐτὴ ταύτας ἀπὸ λόγου της, διὰ τὴν βαθείαν
εἰρήνην ὁποὺ εἶχεν· ὥστε ἐφαίνετο καὶ αὐτὴ ἄλλος
ἥλιος, διὰ νὰ μεταδίδῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν τοῦ
Πνεύματος ἔλλαμψιν».
Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο πρέπει νὰ ἔχει κανεὶς τὴν

136

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

γαλήνη τοῦ Οὐρανοῦ, γιὰ νὰ μπορεῖ φυσικὰ καὶ ἀβίαστα νὰ τὴν μεταδίδει καὶ στοὺς ἄλλους.
Ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα οἱ ἅγιοι
συμφωνοῦν στὶς θέσεις καὶ τοποθετήσεις ἀπέναντι
τῶν ποικίλων θεμάτων, ἔστω καὶ ἂν ζοῦν σὲ διάφορες
ἐποχὲς καὶ τόπους. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀκόλουθη
γνώμη τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν
προαναφερθεῖσα ἄποψη τοῦ ἁγίου νικοδήμου.
«Ὅπως τὰ λαμπερὰ καὶ διαφανῆ σώματα, ὅταν
προσπέσει σ᾿ αὐτὰ κάποια ἀκτίνα, ὄχι μόνο τὰ ἴδια
λάμπουν ὁλόκληρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ διαχέεται
ἕνα ἄλλο ἀπαύγασμα φωτός, ἔτσι καὶ οἱ πνευματοφόρες ψυχές, ὅταν καταυγασθοῦν ἀπὸ τὸ ἅγιο
Πνεῦμα, ὄχι μόνο οἱ ἴδιες γίνονται πνευματικές, ἀλλὰ
καὶ ἀφήνουν νὰ διοχετεύεται ἀπὸ αὐτὲς ἡ χάρη καὶ
στοὺς ἄλλους».
Ἡ εἰρήνη γνώρισμα
τῶν γνησίων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ
Τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης ὁ πιστὸς χριστιανὸς
τὴν διαπιστώνει πολὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο.
Διότι χωρὶς αὐτὴ ἀδυνατεῖ νὰ φέρεται ὅπως ἁρμόζει
σ᾿ αὐτὸν ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Πῶς μπορεῖ,
ἀλήθεια, νὰ ὑπάρξει συνεννόηση καὶ κατανόηση μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὅταν εἶναι ταραγμένος; Ἡ ἔλλειψη τῆς εἰρήνης στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ
τὸν παρουσιάζει ἀπαιτητικό, ἐριστικὸ ἄνθρωπο, ποὺ

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

137

δημιουργεῖ ὄχι μόνο ἀντιθέσεις ἀλλὰ καὶ διαμάχες.
Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ πῶς θὰ δώσει τὴν καλὴ
μαρτυρία περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Πῶς θὰ τολμήσει
νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀλήθειά Του, ὅταν
ἡ ζωή του δὲν εἶναι εἰρηνική; Ἔτσι ὄχι ἁπλῶς δὲν
ἀποβαίνει εὐχάριστος καὶ οἰκοδομητικὸς στοὺς
ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπεναντίας τοὺς σκανδαλίζει. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ πλησιάσουν τὸν
Χριστό. Ἀρνοῦνται νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἀποφεύγουν τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί; Διότι
λείπει ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ αὐτοῦ.
Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ συμπεριφορά του δὲν ἑλκύει, δὲν πείθει
τοὺς ἄλλους ὅτι εἶναι καλύτερος ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθεῖ ἐκεῖνος, ποὺ παρουσιάζεται ὡς ὀπαδὸς τοῦ
Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ.
Τὶς παραπάνω ἀλήθειες τονίζει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅταν μὲ ἁγιογραφικὴ τεκμηρίωση ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀγάπη, ποὺ ἐνέχει τὴν εἰρηνικὴ ἑνότητα,
πιστοποιεῖ τὴ γνησιότητα τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου:
«Μὲ αὐτὸ θὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθητές μου,
ἐὰν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ θὰ σᾶς
ἐξασφαλίσει τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση τῶν
ἀνθρώπων περισσότερο ἀπὸ τὴ θαυματουργική σας
δράση. Καὶ πῶς ἐπρόκειτο ἀπὸ αὐτὸ νὰ πιστεύσουν;
Διότι λέει, ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης».
«Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνα ποὺ ἔμαθαν ἀπὸ αὐτούς, τὰ
φυλάξουν, θὰ γνωρίσουν οἱ ἀκροατὲς τὸν διδάσκαλο

138

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἀπὸ τοὺς μαθητές· ἐὰν ὅμως φιλονικοῦν, δὲν θὰ
εἴπουν ὅτι εἶναι μαθητὲς εἰρηνικοῦ Θεοῦ· ἐὰν ἐγὼ
δὲν εἶμαι εἰρηνικός, δὲν θὰ ὁμολογήσουν ὅτι ἔχω ἀποσταλεῖ ἀπὸ σένα. Βλέπεις πῶς μέχρι τέλους αὐτὸ λέει, τὴν πρὸς τὸν Πατέρα Του δηλαδὴ συμφωνία;».
Τὸ εἰρηνικὸ παράδειγμα οἰκοδομεῖ
Καὶ πῶς κατόπιν ὁ πιστὸς θὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς
ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ; Πῶς θὰ ὁμιλήσει μὲ πραότητα
καὶ ἀνεξικακία σὲ ἐκείνους ποὺ θὰ τὸν εἰρωνευθοῦν,
θὰ τὸν χλευάσουν, θὰ τὸν συκοφαντήσουν, θὰ τὸν διώξουν; Διότι βεβαιώνει ὁ Κύριος: «Ἐὰν ἐμένα τὸν Κύριο κατεδίωξαν, θὰ καταδιώξουν καί σας, ποὺ εἶσθε
δοῦλοι Μου». Γι᾿ αὐτὸ συνιστᾶ ὁ ἀπ. Πέτρος: «Τὴν
συμπεριφορά σας μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν νὰ ἔχετε καλή,
ὥστε νὰ προσελκύει τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμό,
καὶ ἔτσι γιὰ ὅσα τώρα σᾶς κατηγοροῦν ὡς ἐγκληματίες καὶ κακοποιούς, παρακινούμενοι ἀπὸ τὰ καλὰ
καὶ ἐνάρετα ἔργα σας, ποὺ θὰ παρακολουθήσουν ἀπὸ
κοντά, θὰ δοξάσουν τὸν Θεὸ κατὰ τὴν ἡμέρα, ποὺ θὰ
σᾶς ἐπισκεφθεῖ».
Τὸ εἰρηνικὸ παράδειγμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διδάσκει κατὰ τὸν πλέον εὔγλωττο τρόπο. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀνωτερότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὸ
πείθει, συγκινεῖ, ἐνθουσιάζει καὶ διακηρύττει «στεντορίᾳ τῇ φωνῇ» ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ εἰρηνικὴ καὶ δημιουργική.

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

139

Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ εἰρηνικὴ καὶ ἐνάρετη ζωὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀφενὸς
μὲν διαλύει τὸ σκότος τῆς κακίας, ἀφετέρου δὲ
ἐμπνέει στὸ νὰ τὴν μιμηθοῦν καὶ ἄλλοι. Σημειώνει
σχετικὰ ὁ ἱερὸς Πατήρ: «Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «Ἔτσι σὰν ἄλλος λύχνος καλὰ τοποθετημένος ἂς
λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς σας ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ἰδοῦν τὰ καλὰ ἔργα σας καὶ δοξάσουν
γιὰ τὰ ἐνάρετα καὶ ἅγια παιδιά του τὸν Πατέρα σας,
ποὺ εἶναι μὲν πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ φανερώνει τὴν παρουσία Του στοὺς οὐρανούς». Εἶδες
ὅτι προτρέπει νὰ λάμψει τὸ φῶς, ποὺ εἶναι ἐντός μας,
ὄχι διὰ τῶν φορεμάτων, ἀλλὰ διὰ τῶν ἔργων; Διότι
ἀφοῦ εἶπε: «Λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν», πρόσθεσε,
«ὅπως ἴδωσι τὰ καλὰ ὑμῶν ἔργα». Αὐτὸ τὸ φῶς,
περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ, δὲν σταματᾶ στὶς αἰσθήσεις
τοῦ σώματος, ἀλλὰ φωτίζει τὶς ψυχὲς καὶ τὴ διάνοια
ἐκείνων ποὺ βλέπουν καί, ἀφοῦ διασκορπίσει τὸ σκότος τῆς κακίας, προσελκύει ἐκείνους ποὺ συναντᾶ στὸ
νὰ μιμηθοῦν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ λάμψουν καὶ αὐτοὶ μὲ
ἴδιο φῶς...».
Συνεχίζοντας ὁ ἱερὸς Πατὴρ ὑπογραμμίζει τὴν
ἀνάγκη τῆς ἀφθονίας τῶν ἐνάρετων εἰρηνικῶν ἔργων
καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς τῶν πιστῶν
οὕτως, ὥστε νὰ φωτίζονται οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας
τῶν πιστῶν καὶ τῶν ἀντιφρονούντων, πρὸς δόξα πάντοτε τῆς Παναγίας Τριάδος.

140

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Γράφει ὁ ἱερὸς Πατήρ: «Λαμψάτω», λέει, «τὸ φῶς
ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Καὶ καλῶς εἶπε
«ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Τόσο μεγάλο πρέπει
νὰ εἶναι, λέει, τὸ φῶς σας, ὥστε ὄχι μόνο νὰ σᾶς φωτίζει σὲ μεγάλο βαθμό, ἀλλὰ καὶ μπροστὰ στοὺς
ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη αὐτοῦ, νὰ φέγγει. Καθώς, λοιπόν, τὸ αἰσθητὸ φῶς ἀπομακρύνει τὸ σκότος
καὶ συντελεῖ, ὥστε οἱ βαδίζοντες στὸ δρόμο τὸν
αἰσθητὸ νὰ βαδίζουν καλά, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ
τὸ νοητὸ φῶς, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄριστη διαγωγή, φωτίζει ἐκείνους ποὺ ἔχουν θολωμένα τὰ μάτια
τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ δὲν δύνανται γι᾿ αὐτὸ νὰ ἰδοῦν τὴν ἀκρίβεια τῆς ἀρετῆς, καὶ
τοὺς καθαρίζει τὰ μάτια τῆς διανοίας, τοὺς ὁδηγεῖ
στὴν εὐθεία ὁδὸ καὶ τοὺς βοηθεῖ, ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ
βαδίζουν στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς. «Ὅπως ἴδωσι τὰ
καλὰ ἔργα ὑμῶν καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν
ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ ἀρετή σας λέει μὲ αὐτά, καὶ ἡ
μεγάλη προσοχὴ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ διαγωγή σας, καὶ
ἡ ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων, συντελοῦν, ὥστε ἐκεῖνοι
ποὺ σᾶς βλέπουν, νὰ δοξάζουν τὸν κοινό μας Δεσπότη. Καθένας λοιπὸν ἀπὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ζεῖ μὲ τόση χριστιανικὴ ἀκρίβεια, ὥστε ὅλοι
ὅσοι σᾶς προσέχουν νὰ εὐλογοῦν καὶ δοξάζουν τὸν
Κύριό μας».
Ἡ μοναδικὴ μορφὴ τοῦ ἀπ. Παύλου ἀποτελεῖ χειροπιαστὴ πραγματικότητα τῶν ὅσων μέχρι τώρα

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

141

ἔχουν λεχθεῖ. Διατηροῦσε πάντοτε τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ μέσα του, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπιτέλεσε στὴ ζωή του
κατορθώματα καὶ πράξεις θαυμαστὲς καὶ θεάρεστες.
Ἀγαποῦσε τὸν πλησίον του, τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς
χριστιανούς, ὅλους γενικῶς τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς
πρόσεχε περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸ τὸν
ἔκανε νὰ τρέχει παντοῦ, γιὰ νὰ διακηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ φωτίσει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παρακαλέσει
τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δεχθοῦν τὴν σωτηρία, ποὺ τοὺς
πρόσφερε ὁ Χριστός. Δὲν παύει νὰ ἀγρυπνεῖ, νὰ μοχθεῖ, νὰ στερεῖται αὐτὸς γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἄλλοι, νὰ
ἐργάζεται μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσει, νὰ χαίρει μὲ ὅσους ἔχαιραν, νὰ κλαίει μὲ
ὅσους ἔκλαιαν, νὰ πονεῖ μὲ τοὺς πονεμένους, νὰ ὑπομένει τοὺς κακούς, νὰ ἀνέχεται τοὺς ἐχθρούς, νὰ
ἐλέγχει τοὺς παρεκτρεπόμενους, νὰ νουθετεῖ μετὰ
δακρύων, νὰ θυσιάζεται γιὰ ὅλους, νὰ προτιμᾶ νὰ
χωρισθεῖ αὐτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐὰν μὲ αὐτὸ ἦταν
δυνατὸ νὰ σωθοῦν οἱ ὁμοεθνεῖς του Ἰσραηλίτες.
Τὸ ἀπαραίτητό της ἐπιδιώξεως τῆς εἰρήνης
Ἀπὸ ὅλα τὰ προηγούμενα ποὺ γράφτηκαν γίνεται
ἀντιληπτὴ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ. Ἂς
σταθοῦμε ὅμως λίγο περισσότερο στὸ ἀπαραίτητο
τῆς ἐπιδιώξεώς της.
Θέλοντας νὰ ὑπογραμμίσει ὁ ἀπ. Παῦλος τὴν
ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης δὲν παραλείπει σχεδὸν σ᾿

142

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ὅλες του τὶς ἐπιστολὲς νὰ ἄρχιζει μὲ τὴ φράση «χάρις
ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρός». Τί φανερώνει αὐτό;
Θεωρεῖ ἀπαραίτητη προύποθεση τὴν εἰρήνη γιὰ τὴ ζωὴ
τοῦ πιστοῦ. Καὶ διατυπώνει ὡς συμπέρασμα στὴν πρὸς
ρωμαίους ἐπιστολή: «Ἀφοῦ, λοιπόν, οἱ ἀρετὲς φέρουν
τέτοιο ἀποτέλεσμα, ἂς ἐπιδιώκουμε καὶ ἐμεῖς καθετὶ
ποὺ συντελεῖ στὴν εἰρήνη καὶ στὴν ἀναμεταξύ σας
πνευματικὴ ὠφέλεια καὶ πρόοδο καὶ οἰκοδομή».
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομο:
«Χωρὶς τὴν εἰρήνη δὲν εἶναι εὔκολο νὰ οἰκοδομεῖ κανεὶς τὸν ἄλλον».
Βεβαίως πολλοὶ εὔχονται ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ
μιλοῦν μεγαλοφώνως περὶ εἰρήνης, ἀλλὰ δὲν διώκουν
τὴν εἰρήνη. Ἡ αὐτοθυσία πρὸς ἀποφυγὴ σκανδαλισμῶν, ἡ συγκατάβαση πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς, ὁ ζῆλος
σὲ ὅσα παραγγέλλει ὁ Θεός, ὅλα αὐτὰ εἶναι ποὺ συντελοῦν στὴν εἰρήνη. Μειλιχιότητα, πραότητα, ταπείνωση, αὐταπάρνηση καὶ ἀγάπη εἶναι οἱ πηγὲς τῆς
εἰρήνης.
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ὁ χριστιανὸς εὐτυχής,
ἐφόσον στερεῖται τῆς εἰρήνης. Γι᾿ αὐτὸ στὸν Τιμόθεο,
ἐπίσκοπο Ἐφέσου τῆς Μ. Ἀσίας, ὁ ἀπ. Παῦλος παραγγέλλει: «Ἐπιδίωκε τὴ δικαιοσύνη, τὴν πίστη, τὴν
ἀγάπη, τὴν εἰρήνη μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸν
Κύριο μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἀνυπόκριτη εὐλάβεια».
Καὶ στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ διατυπώνει τὴν
προτροπή: «Ἐπιδιώκετε νὰ ἔχετε εἰρήνη μὲ ὅλους».

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

143

Πρὸς ἄρση τῶν παρερμηνειῶν
Καὶ πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, πρὸς ἄρση τῶν
παρεξηγήσεων ἑρμηνεύει τὸ «ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς,
προσπαθεῖτε νὰ ἔχετε εἰρηνικὲς σχέσεις μὲ ὅλους, ἂν
εἶναι δυνατό, τοὺς ἀνθρώπους». Θέλει νὰ τονίσει τὴν
εὐσέβεια καὶ τὴν ἀλήθεια χάρη τῆς ὁμόνοιας καὶ τῆς
εἰρήνης. Ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ποὺ διαφωνεῖ ὁ ἄνθρωπος, θὰ προσπαθεῖ κατὰ τέτοιο τρόπο,
ὥστε ἡ ψυχή του νὰ μένει ἐλεύθερη ἀπὸ ἀντιπάθειες
καὶ πάθη. Μόνο κατὰ τὴ γνώμη νὰ εἰναι ἀντίθετος,
γιὰ νὰ διατηρεῖ ἔτσι τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια ἀκέραιη.
Ἂς δοῦμε ὅμως τὸν ἴδιο τὸν λόγο τοῦ ἱεράρχη: «Ὅσο
ἐξαρτᾶται ἀπό σας, προσπαθεῖτε νὰ ἔχετε εἰρηνικὲς
σχέσεις μὲ ὅλους, ἂν εἶναι δυνατόν τους ἀνθρώπους».
Αὐτὸ σημαίνει, «ἂς λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς σας
μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους» (Ματθ. ε´ 16), ὄχι γιὰ νὰ
ζοῦμε μὲ τὴ ματαιοδοξία, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δίδουμε σ᾿
ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν ἀφορμὴ ἐναντίον μας. Γι᾿
αὐτὸ καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ἔλεγε: «Μὴ γίνεσθε ἀφορμὴ
προσκόμματος καὶ πτώσεως οὔτε στοὺς Ἰουδαίους
οὔτε στοὺς Ἕλληνες οὔτε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.
»Πολὺ σωστὰ βέβαια εἶπε, «ἐὰν εἶναι δυνατόν».
Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως,
ὅταν ὁ λόγος εἶναι γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅταν ὁ ἀγώνας
εἶναι γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀδικοῦνται. Καὶ τί ἀπορεῖς,
ἂν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν εἶναι αὐτὸ δυνατό,
τὴ στιγμὴ ποὺ ἔλυσε αὐτὴ τὴν ἀνάγκη καὶ στὸν ἄνδρα

144

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καὶ στὴ γυναίκα, λέγοντας, «ἂν ὅμως ὁ ἄπιστος θέλει
νὰ χωρίσει, ἂς χωρίσει» (Α´ Κορ. ζ´ 15). Αὐτὸ ποὺ
λέει σημαίνει τὸ ἑξῆς: νὰ δίδεις ὅλες τὶς δυνάμεις
σου καὶ σὲ κανένα νὰ μὴ δίνεις ἀφορμὴ ἀντιδικίας
καὶ φιλονικείας, οὔτε στὸν Ἰουδαῖο, οὔτε στὸν ἐθνικό,
ἀλλὰ ἂν κάπου δεῖς ὅτι ζημιώνεται ἡ εὐσέβεια νὰ μὴ
προτιμήσεις τὴν ὁμόνοια ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ νὰ
σταθεῖς γενναία μέχρι θανάτουουτε νὰ πολεμᾶς μὲ τὴ
ψυχή, οὔτε νὰ ἀποστρέφεσαι τὴν γνώμη, ἀλλὰ νὰ μάχεσαι μὲ τὰ πράγματα. Διότι αὐτὸ σημαίνει, «ὅσο
ἐξαρτᾶται ἀπό σας, νὰ ἔχετε εἰρηνικὲς σχέσεις μὲ
ὅλους τους ἀνθρώπους». Καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν εἰρηνεύει,
σὺ νὰ μὴ γεμίσεις τὴν ψυχή σου μὲ πάθος, ἀλλὰ νὰ
εἶσαι φίλος ὡς πρὸς τὴ διάθεση, πράγμα τὸ ὁποῖο προανέφερα, χωρὶς νὰ προδίδεις πουθενὰ τὴν ἀλήθεια».
Ἡ φωνὴ τῶν ἁγίων γιὰ τὴν εἰρήνη
Τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης σημειώνει καὶ ὁ
ἀπ. Πέτρος, ὅταν εὔχεται μὲ ἀφθονία νὰ τὴν ἔχουν οἱ
πιστοί, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κατάκτηση
καὶ διατήρηση τῆς σ᾿ ὁλονὲν καὶ μεγαλύτερους βαθμούς: «Εἴθε νὰ πληθυνθοῦν καὶ νὰ πλεονάσουν σὲ
σᾶς ἡ χάρη καὶ ἡ εἰρήνη». Καὶ προτρέπει τὸν κάθε
χριστιανό: «Ἂς ζητήσει κάθε πιστὸς εἰρήνη καὶ ἂς
τὴν ἐπιδιώξει».
Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ
μᾶς προσανατολίζει στὴν ὀρθὴ ἀναζήτηση τῆς εἰρήνης,

Κεφάλαιο ΣΤ´. Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης

145

ποὺ εἶναι ὁ οὐρανός, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὄντως
εἰρήνη. Προτρέπει δὲ νὰ ἀποκτήσουμε γαλήνη καὶ
ἀκύμαντο νοῦ, γιὰ νὰ σκηνώσει μέσα μας ἡ «ὑπερέχουσα πάντα νοῦν εἰρήνην». Σημειώνει ὁ μεγάλος
ἱεράρχης: «Θὰ τὴν ἐπιδιώξεις δὲ ὄχι μὲ ἄλλο τρόπο,
παρὰ τρέχοντας μὲ σκοπὸ νὰ λάβεις τὸ βραβεῖο τῆς
ἄνω κλήσεως» (Φιλ. γ´ 14). Ἐπάνω εἶναι ἡ ἀληθινὴ
εἰρήνη. Ἐπειδὴ κατὰ τὴ διάρκεια ποὺ συνδεόμαστε
μὲ τὴν σάρκα, συνδεόμαστε καὶ μὲ πολλὰ ποὺ μᾶς
ταράσσουν πολύ. Ζήτησε λοιπὸν εἰρήνη, τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς θορύβους τοῦ κόσμου αὐτοῦ· ἀπόκτησε γαλήνιο νοῦ, κάποια ἀκύμαντη καὶ ἀτάραχη κατάσταση τῆς ψυχῆς, ποὺ δὲν σαλεύεται οὔτε ἀπὸ τὰ
πάθη οὔτε παρασύρεται σὲ συμβιβασμὸ ἀπὸ ψεύτικες
δοξασίες ποὺ στηρίζονται σὲ πιθανότητες, ὥστε νὰ
ἀποκτήσεις τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ποὺ ξεπερνᾶ κάθε
νοῦ καὶ φρουρεῖ τὴν καρδιά σου.
Ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ εἰρήνη, ζητεῖ μὲ πόθο τὸν Χριστό, διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ εἰρήνη, ὁ Ὁποῖος ἕνωσε τοὺς
δυὸ σ᾿ ἕνα καινούργιο ἄνθρωπο, φέροντας εἰρήνη
«καὶ εἰρήνευσε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴν θυσία τοῦ σταυρικοῦ θανάτου εἴτε τοὺς ἀγγέλους στοὺς οὐρανούς,
τοὺς ὁποίους συμφιλίωσε μὲ ὅλους μας, εἴτε τοὺς
ἀνθρώπους στὴ γῆ μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους».

146

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἐπιλογικά
Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, ὅταν ὁ
ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νὰ διατηρεῖ μέσα του τὴν εἰρήνη
τοῦ Θεοῦ -σύμφωνα πάντα μὲ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἁγίας
Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας- τότε
εἶναι εὐτυχής. Καὶ ἡ κατάσταση αὐτή, μέσα στὴν ὁποία
ζεῖ ὁ Χριστιανὸς τὸν ἀναγεννᾶ πνευματικά. Ἀποκτᾶ
τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ κάθε ἴχνος ἐλέγχου τῆς συνειδήσεώς του. Τὸν συνδέει μὲ τὸ Θεὸ μὲ
αἰσθήματα ἐμπιστοσύνης. Ἀναπαύεται τελείως στὸ
Θεό. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη, ὅταν ἐπικρατήσει
μεταξὺ ἀτόμων καὶ λαῶν, θὰ ἔχει ὡς συνέπεια καὶ τὴν
ἁρμονική τους συνεργασία. Διότι ὁ καθένας θὰ ζητεῖ
μόνο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶναι δίκαιο καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο
ἐξυπηρετεῖ τὸν ἄλλον, θὰ ἐφαρμόζει τό: «Μὴ ἐπιδιώκετε καθένας τὰ συμφέροντά του, ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα
ἀρέσουν στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἂς ἐπιζητεῖ καθένας καὶ
τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων». Στὴν περίπτωση αὐτὴ καθένας προτιμᾶ νὰ ἀδικηθεῖ, παρὰ νὰ ἀδικήσει. Φροντίζει νὰ φανεῖ «χρηστός», χρήσιμος στὸν πλησίον του.
Διότι τί ἀποδιώκει τὴν εἰρήνη; Ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ φιλαυτία,
ἡ ἐξυπηρέτηση τῶν ἰδίων συμφερόντων.
Μίση καὶ ἐχθρότητες ἀποδιώκουν τὴν εἰρήνη. Καὶ
εἶναι τόσο συνηθισμένα στοὺς ἀνθρώπους τῶν πόλεων
καὶ τῶν χωριῶν, διότι ὁ Χριστὸς δὲν ἔγινε μόνιμός της
ψυχῆς ἔνοικος. Ἀντίθετα ἡ ἀγάπη τὰ ἐξαφανίζει ὅλα
αὐτὰ καὶ ἡ εἰρήνη παραμένει μόνιμα στὴν καρδιά.

147

Κεφάλαιο Ζ´.

Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
στὴν ὀρθόδοξη λατρεία
Εἰρήνη γιὰ τὴν ψυχή
Τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται νὰ ὑπογραμμίσει καὶ ἡ Ὀρθόδοξη λατρεία μὲ τὶς
εὐχές της. Ἐπιπλέον στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία ἐπιδιώκεται ἡ ἔλευση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν
ψυχὴ τοῦ καθενὸς πιστοῦ, διότι κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο
καὶ μόνο καθίσταται δυνατὴ καὶ στὴν κοινωνία ἡ
εἰρηνικὴ ὕπαρξή της.
Εὔχονται οἱ πιστοὶ στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία πρώτιστα τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης μέσα στὴν ψυχή,
τὴν εἰρήνη δηλαδὴ καὶ τὴ γαλήνη τῆς ἀνθρώπινης
καρδιᾶς ἀπὸ τοὺς κοχλασμοὺς τῶν ἀνθρώπινων
παθῶν, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὶς διάφορες ἐσωτερικὲς
συγκρούσεις. «Εἰρήνη πᾶσιν», «Εἰρήνη ὑμῖν», εὔχεται
πολλάκις ὁ λειτουργὸς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. Οἱ πιστοὶ εὔχονται, ὅπως ἡ εἰρήνη αὐτὴ ἐπικρατήσει καὶ στὸ πνεῦμα τοῦ λειτουργοῦ: «Καὶ τῷ
πνεύματί σου».

148

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἀλλὰ καὶ κάθε δέηση πρὸς τὸ Θεὸ πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ ψυχὴ εἰρηνική, γι᾿ αὐτὸ: «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ
Κυρίου δεηθῶμεν». «Ἔτι καὶ διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ
τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» κ.λ.π., διότι μόνο μὲ τέτοια
ψυχή, μὲ ἤρεμη τὴ συνείδηση μπορεῖ νὰ ἀπευθυνθεῖ
προσευχὴ πρὸς τὸν «Θεὸν τῆς εἰρήνης».
Αὐτὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχῆς ἐπιδιώκει καὶ ἡ ἀκόλουθη εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, ὅταν
παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ κάθε κακία,
ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται τὸ ἅγιο θέλημά Του: «Ἁγίασον δὲ καὶ τὰς ἡμετέρας, Δέσποτα, ψυχὰς εὔχεται ὁ
λειτουργός· καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα καὶ ψηλάφησον τὰς διανοίας καὶ ἀνάκρινον τὰς συνειδήσεις
καὶ ἐκβαλον ἀφ᾿ ἡμῶν πάσαν ἔννοιαν πονηράν, πάντα
λογισμὸν ἀσελγῆ, πάντα φθόνον καὶ τύφον καὶ ὑπόκρισιν, πάντα θυμόν, πάσαν ὀργήν, πάσαν μνησικακίαν, πάσαν βλασφημίαν, πάσαν κίνησιν σαρκὸς τὲ καὶ
πνεύματος ἀπηλλοτριωμένην τοῦ θελήματος τῆς ἁγιότητός Σου.
»Ἁγιασμὸν τῆς ψυχῆς καὶ ἀλλοίωσιν τοῦ φρονήματος», εὔχεται ὁμοίως ὁ ἱερέας πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ θυσιαστηρίου, «ἵνα καθαρῶ συνειδότι προσφέρη τὰ πρὸς
ἱλασμὸν δῶρα» (Θεία Λειτουργία ἁγίου Ἰακώβου).
Μὲ τὴν αἴτηση τῆς εἰρήνης ἀρχίζει ἡ θεία Λειτουργία: «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας
τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Μὲ πυκνὲς
αἰτήσεις εἰρήνης προχωρεῖ:«Βασιλεῦ τῆς εἰρήνης, τὴν

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

149

σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀγάπη», «τὴν
σὴν εἰρήνην δὲ καὶ τὴν σὴν ἀγάπην», ἱκετεύει καὶ
πάλι στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Καὶ
εὔχεται: «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ εἴη μετὰ πάντων
ἡμῶν». Τελειώνει δὲ ἡ Θεία Λειτουργία μὲ τὴν εὐχὴ
τῆς εἰρήνης. Ὁ λειτουργὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση
στρέφεται πρὸς τὸν λαό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν εὐχαριστιακὴ Σύναξη καὶ λέει: «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν».
Ἂς ἀποχωρήσουμε ἀπὸ τὸ ναὸ μὲ εἰρήνη, μεταφέροντες στὸν κόσμο τὴν εὐλογία τῆς εἰρήνης, τὴν ὁποία
λαμβάνει ὁ πιστὸς ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία. Καὶ ὁ
λειτουργὸς ἀναπέμπει ἀμέσως τὴν λεγομένη «ὀπισθάμβωνον εὐχήν». Καὶ παρακαλεῖ «Κύριε, (...) εἰρήνην τῷ κόσμω σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις Σου,
τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ
παντὶ τῷ λαῷ σου». Στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τελειώνει μὲ τὴν ἐκφώνηση τοῦ λειτουργοῦ πρὸς
τὸν λαό: «Ἀπολύεσθε ἐν εἰρήνῃ».
Εὐχαριστώντας τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὁ πιστὸς
χριστιανὸς μετὰ τὴ θεία Λειτουργία, παρακαλεῖ ὅπως
τὰ ζωοποιά Του Μυστήρια συντελέσουν «εἰς φωτισμὸν τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας μου (...) εἰς εἰρήνην τῶν ψυχικῶν μου δυνάμεων (...) εἰς ἀγάπην ἀνυπόκριτον» (Ἀκολουθία Θ. Μεταλήψεως).
Αὐτὴ τὴν εἰρήνη εὔχεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ χριστιανικὴ ψυχὴ μετὰ τὴ λατρεία της πρὸς τὸ Θεό:
«Ἥν, Χριστέ, δεδώρησας, πρὸς τὰ ἄνω πάλιν ἀπιῶν,

150

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

εἰρήνην τοῖς Μαθηταῖς, ταύτην καὶ ἡμῖν, πλουσίως
καταπεμψον, ἐν ἀγάπῃ, πάντα συγκρατοῦν, ὅπως
συμφώνως Σε, τὸν Σωτῆρα μεγαλύνομεν» (Πεντηκοστάριον).
Ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανὸς μὲ τὰ κύματα τῶν
ποικίλων παθῶν καὶ ἀδυναμιῶν «πάλιν καὶ πολλάκις» βοᾶ: «Κυβέρνησον τὸν νοῦν μου καὶ τὰ κύματα
τῶν παθῶν πράϋνον, ὥστε νὰ διασκεδασθῇ ἡ ἀχλὺς
τῆς ψυχῆς διὰ τῆς ἐπικρατήσεως ἐπ᾿ αὐτῆς τοῦ φωτὸς
τῶν εἰρηνικῶν ἐντολῶν Σου» (Παρακλητική). Καὶ ἱκετεύει τὴν Θεοτόκο: «Εἰρήνευσον, Κόρη, τὴ γαλήνη τὴν
τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Σου».
Καὶ ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ ζητᾶμε τὴ δυσεύρετη εἰρήνη, ποὺ φρουρεῖ καὶ ἀσφαλίζει τὸν ὅλο
ἄνθρωπο: «Τὴν σὴν εἰρήνην παράσχου ἡμῖν, φιλάνθρωπε», παρακαλεῖ καὶ ὁ ὑμνωδὸς (στὸ Ὡρολόγιο)·
ταῖς πρεσβείαις δὲ τῆς Θεοτόκου, τῶν ἁγίων, τῶν
μαρτύρων καὶ τῶν ἀγγέλων «ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον
τὴν ζωὴν ἡμῶν» (Ὡρολόγιο)· «φρούρησόν με ἐν τῇ
εἰρήνῃ Σου», παρακαλεῖ ἀλλοῦ, Σὺ «ὁ τὰς εἰρηνοδώρους ἀκτίνας καὶ σωτηρίους, βασιλεῦ τῆς εἰρήνης»
(Παρακλητική).
Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, εὔχονται οἱ πιστοὶ χριστιανοί, νὰ ἐπικρατεῖ πάντοτε στὴν ψυχή τους: «Τὴν
ἡμέραν πᾶσαν ἁγίαν εἰρηνικήν» (Θεία Λειτουργία).
Ζητοῦν παρὰ τοῦ Κυρίου: «Ἄγγελον εἰρήνης,
πιστὸν ὁδηγόν». Καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας:

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

151

«δώρησαι ἡμῖν τὸ ὑπόλοιπον τῆς παρούσης ἡμέρας
εἰρηνικόν» (Εὐχὲς Ἑσπερινοῦ).
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἑσπέρα καὶ τὴ νύκτα «παράσχου ἡμῖν τὴν παροῦσαν ἑσπέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν
νύκτα εἰρηνικήν»· καὶ γενικὰ ὅλο τὸ χρόνο τῆς ζωῆς
τους καὶ μέχρι αὐτῶν τῶν τελευταίων ἡμερῶν τους:
«χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν... εἰρηνικά».
«Εἰρήνευσον ἡμῶν τὴν ζωὴν» καὶ «κατεύθυνον τὰ
διαβήματα ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης», δεόμαστε στὶς
εὐχὲς τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὴ μεγίστη ἀξία καὶ
ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ -ἡ ὁποία σὰν
τροφὸς μᾶς θάλπει καὶ φροντίζει μὲ περισσὴ στοργή- ἀποδιδει τὶς πολλαπλὲς εἰρηνικὲς εὐχὲς τῶν λειτουργῶν του Ὑψίστου. Γράφει: «Τίποτε δὲν εἶναι ἴσο
πρὸς τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, ὅταν εἰσέρχεται στὸ ναό, δὲν ἀναβαίνει σ᾿
αὐτὸν ἐδῶ τὸ θρόνο, πρὶν εὐχηθεῖ σ᾿ ὅλους σας τὴν
εἰρήνη, καὶ ἀφοῦ σηκωθεῖ δὲν ἀρχίζει τὴ διδασκαλία
Του πρὸς ἐσᾶς, προτοῦ καὶ πάλι δώσει σ᾿ ὅλους σας
τὴν εἰρήνη· καὶ οἱ ἱερεῖς, ὅταν πρόκειται νὰ εὐλογήσουν, δὲν ἀρχίζουν τὴν εὐλογία τους, παρὰ ἀφοῦ σᾶς
εὐχηθοῦν τὴν εἰρήνη. Ἀλλὰ καὶ ὁ διάκονος, ὅταν μᾶς
προτρέπει νὰ προσευχηθοῦμε ὅλοι μαζί, συγχρόνως
συνιστᾶ καὶ αὐτὸ κατὰ τὴν προσευχή, νὰ ζητοῦμε δηλαδὴ «τὸν ἄγγελον εἰρήνης» καὶ ὅλα τὰ προσφερόμενα νὰ εἶναι εἰρηνικά. Καὶ ὅταν μᾶς ἀπολύει ἀπὸ

152

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὴ λειτουργικὴ αὐτὴ Σύναξη, τὸ ἴδιο μᾶς εὔχεται, λέγοντας: «Πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ», καὶ γενικὰ τίποτε
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ποῦμε ἢ νὰ κάνουμε χωρὶς τὴν
εἰρήνη. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ τροφός μας καὶ ἡ μητέρα,
ποὺ μᾶς θάλπει μὲ πολλὴ φροντίδα. Ἐννοῶ τὴν εἰρήνη, ὄχι αὐτὴ τοῦ κοινοῦ χαιρετισμοῦ, οὔτε αὐτὴ τῶν
συμποσίων, ἀλλὰ τὴν κατὰ Θεὸ εἰρήνη, τὴν εἰρήνη
τῆς πνευματικῆς ὁμόνοιας».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο συμπληρώνει ὁ ἴδιος ἱερὸς
Πατήρ: «Γι᾿ αὐτὸ προσευχόμαστε καὶ λέμε παρακαλοῦντες τὸν ἄγγελο εἰρήνης καὶ παντοῦ ζητοῦμε εἰρήνη. Διότι τίποτε δὲν εἶναι ἴσο μὲ αὐτή. Στὶς Ἐκκλησίες
ζητοῦμε εἰρήνη, στὶς προσευχές, στὶς παρακλήσεις,
σᾶς προσφωνήσεις, καὶ ὁ προεστὼς τῆς Ἐκκλησίας
δίνει αὐτὴ καὶ μία καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ πολλὲς φορές, λέγοντας, εἰρήνη σὲ σᾶς. Γιατί; Διότι αὐτὴ εἶναι
ἡ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ προϋπόθεση
τῆς χαρᾶς».
Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία ἡ εἰρήνη
τοῦ Θεοῦ, «ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. δ´ 7),
γίνεται τὸ ἱερὸ καὶ γλυκὺ ἄσμα, τὸ ὁποῖο ψάλλουν οἱ
πιστοὶ ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος: «Εἰρήνη φίλη, τὸ γλυκὺ καὶ πράγμα καὶ ὄνομα
(....). Εἰρήνη φίλη, ποὺ εἶσαι φροντίδα μου καὶ μελέτη
μου, καὶ τὸ στολίδι μου».

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

153

Εἰρήνη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο
Ἐπιπλέον στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία τὸ ἰδανικὸ τῆς
παγκόσμιας εἰρήνης κατέχει κεντρικὴ θέση.
Ἀναφέρομε ἐνδεικτικὰ μερικὲς μόνο εὐχὲς καὶ
ὕμνους, διότι εἶναι πάρα πολλὰ «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης
τοῦ σύμπαντος κόσμου», «καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», εὔχεται μὲ τὶς εὐχὲς αὐτὲς ὁ διάκονος.
«Εὐξώμεθα ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», προτρέπει ὁ λειτουργὸς τὸ χριστιανικὸ πλήρωμα κατὰ τὴν ἀπόλυση τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ
Μεσονυκτικοῦ· «εἰρήνη τῷ κόσμω παρὰ τοῦ Κυρίου
αἰτησώμεθα», προτρέπει πάλι ὁ διάκονος τοὺς πιστοὺς στὸν Ὄρθρο. Ἐπαναλαμβάνει δὲ τὴν αὐτὴ προτροπὴ καὶ στὴ Θεία Λειτουργία κατόπιν: «Παῦσον τὰ
φρυάγματα τῶν ἐθνῶν» (Θεία Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου), «τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα», «Κύριε, πράϋνον τὰ ἔθνη» τὰ πολεμικά, «τὸν κόσμον εἰρήνευσον»,
«εἰρήνευσον τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ Σου, Κύριε· διασκέδασον τὰ σκάνδαλα, κατάργησον τοὺς πολέμους, τὰς
τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις κατάλυσον, τὴν σὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἀγάπην χάρισαι ἡμῖν ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν
περάτων τῆς γῆς» (Θεία Λειτουργία Ἰακώβου).
Οἱ Ἀπόστολοι, ἡ Θεοτόκος, ὅλοι οἱ ἅγιοι παρακαλοῦνται στοὺς ὕμνους νὰ πρεσβεύουν καὶ αὐτοί, ὡς
ἔχοντες τὴν παρρησία πρὸς τὸν «μόνον τῆς εἰρήνης
Βασιλέα», νὰ δωρήσει τὴν εἰρήνη, «τὴν ἄνωθεν εἰρήνη», στὸν κόσμο. Σὲ μεγάλο ἀριθμὸ ἀνέρχονται τὰ

154

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τροπάρια, στὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται ἡ παράκληση
τῶν πιστῶν πρὸς τὰ ἱερὰ πρόσωπα, νὰ μεσιτεύουν γιὰ
τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν, πλεῖστα
τῶν ὁποίων προῆλθαν ἀπὸ ἐποχὲς ἀνώμαλες καὶ ταραχώδεις, ὁπότε κατὰ φυσικὸ λόγο ἡ χριστιανικὴ ψυχὴ
αἰσθάνεται ζωηρότερη τὴν ἀνάγκη τῆς εἰρήνης.
Οἱ Μάρτυρες ἐπίσης τῆς χριστιανικῆς πίστεως,
ὅλοι ἐκεῖνοι «οἱ πολύφωτοι ἀστέρες» τοῦ χριστιανικοῦ στερεώματος, οἱ ὁποῖοι «οὐράνωσαν» μὲ τὶς
ἀρετὲς τοὺς τὴ γῆ, πολλάκις στοὺς ὕμνους παρακαλοῦνται νὰ ζητήσουν παρὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν εἰρήνη
τοῦ κόσμου, ὅπως χαρακτηριστικὰ ψάλλει τὸ τροπάριο: «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμω μαρτύρων σου, ἡ Ἐκκλησία ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα στολισαμένη,
δι᾿ αὐτῶν βοᾶ Σοι, Χριστὲ ὁ Θεὸς (...) εἰρήνην τὴ
Ἐκκλησίᾳ Σου δώρησαι...».
«Τὴν ἄνωθεν εἰρήνην δὸς ἡμῖν», «δώρησαι τὴν
εἰρήνην τῷ κόσμῳ Σου», «κατάπεμψον τὴν εἰρήνην
τῷ λαῷ Σου», «εἰρήνην παράσχου», «εἰρήνευσον τὸν
κόσμον» (Πεντηκοστάριον) εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη
κραυγὴ τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος.
Ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν Ἐκκλησία
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη στοὺς κόλπους τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνάμεσα στὶς ἐπὶ μέρους
Ἐκκλησίες γίνεται ἰδιαίτερος λόγος στὶς εὐχὲς τῆς
λατρείας καὶ στοὺς ὕμνους.

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

155

Ἡ χριστιανικὴ καρδία βαθύτατα ὑποφέρει, ὅταν
βλέπει τὴ διχόνοια μέσα στὴν Ἐκκλησία, διότι ἐκεῖ θὰ
ἀνέμενε νὰ ἐπικρατεῖ τὸ εἰρηνικὸ χριστιανικὸ κήρυγμα,
νὰ πρυτανεύει ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτὸ εὔχεται
ὁ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου: «Παῦσον τὰ σχίσματα τῶν
Ἐκκλησιῶν». Εὔχεται ἀκόμη στὸν ἀόρατο Κυβερνήτη
τῆς Ἐκκλησίας: «Εἰρήνευσον τὴν ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ
Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ἀπὸ περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης καὶ στερέωσον αὐτὴν μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Θεία Λειτουργία Μ. Βασιλείου).
Καὶ στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου εὔχεται:
«Ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως πασῶν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν». Καὶ ἀλλοῦ «ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ τὴν Ἐκκλησίαν
Σου συντήρησον Πολυέλεε» (Ὡρολόγιο).
Ἀπάντηση σὲ ἀπορία
Στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία ὅμως ὑπάρχουν καὶ ὁρισμένες φράσεις, εὐχὲς καὶ ὕμνοι, ποὺ εἶναι δυνατὸ
νὰ θεωρηθοῦν ὅτι παραφωνοῦν πρὸς τὴ γενικὴ φωνὴ
ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Διότι ἐκφράζουν τὴν εὐχὴ πρὸς τὸν
Κύριο, ὅπως πατάξει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῶν χριστιανῶν βασιλέων καὶ στρατηλατῶν, «πάντα ἐχθρὸν
καὶ πολέμιον». Ἐξάλλου ὁ σταυρὸς πολλάκις στὴ λατρεία ἀποκαλεῖται «ὅπλον ἀκαταμάχητον» μὲ τὸ
ὁποῖο καταβάλλονται καὶ ἐξολοθρεύονται τὰ πλήθη
τῶν πολεμίων καὶ τῶν ἐχθρῶν τῶν χριστιανικῶν λαῶν,

156

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καὶ δίδονται μὲ τὴ δύναμή Του νίκες καὶ τρόπαια
στοὺς χριστιανοὺς ἄρχοντες.
Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνεύονται σὲ σχέση πάντοτε μὲ τὶς τραγικὲς ἱστορικὲς
περιπέτειες τῶν χριστιανικῶν λαῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες
περιόδους καὶ προέρχονται. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς
εἶναι φυσικό, ὅταν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς
ἀδελφούς του ἐπαπειλούμενους ἀπὸ ἐπιδρομὴ βαρβάρων λαῶν -οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ ζωή του, τὴν
τιμή του, τὴν περιουσία του καὶ τὴν πίστη του ἐπιβουλεύονται- νὰ στρέφει τὰ βλέμματά του πρὸς τὸν
Κύριο καὶ νὰ Τὸν ἱκετεύει, ὅπως ἐν ἰσχύει τὸν ἰθύνοντα τὴν ἀμυντικὴ κατὰ τῶν βαρβάρων αὐτῶν προσπάθεια, ὅπως συμπολεμήσει μαζί του καὶ τελικὰ νὰ
συντρίψει τὴ δύναμή τους καὶ νὰ χαρίσει σ᾿ αὐτοὺς
τὴ νίκη, τὴν ὁποία πολλάκις ἀποδίδει στὴν ἐπέμβασή
Του καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀναπέμπει ἐγκώμια καὶ εὐχαριστίες.
Ἡ ἄμυνα μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις ἐνδείκνυται καὶ
ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἠθική. Διότι ἡ ἐθελούσια παράδοση θὰ ἀποτελέσει αὐτοχειρισμό, ὁ
ὁποῖος καταδικάζεται ἀπολύτως ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ
διδασκαλία. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ψυχὴ δὲν θέλει καὶ
δὲν ἐπιθυμεῖ τοὺς χριστιανοὺς ἄρχοντες φιλοπόλεμους καὶ ἐπιθετικούς. Διότι δὲν λησμονεῖ ὅτι «ὁ Βασιλεὺς τῆς εἰρήνης» «βδελύσσεται ἄνδρα αἱμάτων»
(Ψαλμ. ε´ 7). Εὔχεται ἀπεναντίας, πρὸς τὸν Κύριο
ὅπως φυλάξει ἐν εἰρήνῃ αὐτούς, ὅπως χαρίσει σ᾿

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

157

αὐτοὺς «εἰρηνικὸν βασίλειον, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ γαλήνη αὐτῶν ἤρεμον καὶ ἠσύχιον βίον διαγωμεν ἐν
πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι» (Θ. Λειτουργία ἱεροῦ
Χρυσοστόμου).
Τὸ ἀντίθετο θὰ ἦταν ἀνακολουθία στὴ βασικὴ
ἐντολὴ τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία «μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ λογίζεται τὸ
κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ» (Α´ Κορ. ιγ´ 7). Συνεπὴς πρὸς τὴν ἐντολὴ αὐτὴ ὁ πιστὸς χριστιανὸς εὔχεται νυχθημερὸν κατὰ τὴ λατρεία «ὑπὲρ τῶν μισούντων ἡμᾶς» καὶ «ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν». Παρακαλεῖ
ὅπως ὁ Κύριος πραύνει τὸν «θυμὸν» καὶ τὴν «ὀργὴν»
τῶν ἀνθρώπων· ὅπως ἐνισχύει στὴν ψυχή τους τὴν
ἀγάπη· και ὡς «εἰρήνης βραβευτὴς» καὶ «Θεὸς εἰρήνης καὶ ὁμονοίας καὶ οἰκτιρμῶν» νὰ δώσει «ἀλλήλων
τὰ βάρη βαστάζειν καὶ μετ᾿ εὐνοίας δουλεύειν ἀλλήλους» (εὐχὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὸ
Εὐχολόγιο) εὔχεται ἐπίσης «τοῖς μισοῦσι καὶ ἀδικοῦσιν ἡμᾶς συγχώρησον, Κύριε» (Ὡρολόγιο).
Ἐπιπλέον ὁ παγκόσμιος δεσμὸς τῆς εἰρηνικῆς
ἀγάπης ἐκδηλώνεται μὲ τρόπο μεγαλειώδη στὶς εὐχὲς
τῆς ὀρθόδοξης λατρείας, στὶς ὁποῖες ἐμφανίζεται ὁλόκληρη ἡ δικουμένη ὡσὰν μία δικογένεια γιὰ ἕνα ἕκαστο μέλος. Στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου
εὔχεται ὁ λειτουργός: «Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ καὶ τῶν δι᾿ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων καὶ ἐλέησον αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς κατὰ τὸ

158

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

πλῆθος τοῦ ἐλέους Σου. Τὰ ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον
παντὸς ἀγαθουτᾶς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοία διατηρησοντὰ νήπια ἔκθρεψον, τὴν νεότητα παιδαγώγησον, τὸ γῆρας περικράτησον, τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύθησον· τους ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε· τοὺς ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἐλευθέρωσον· τοῖς πλέουσιν σύμπλευσον· τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσον· χηρῶν πρόστηθι· ὀρφανῶν ὑπεράσπισον·
αἰχμαλώτους ῥῦσαι· νοσοῦντας ἴασαι, ὁ ἰατρὸς τῶν
ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων».
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Αὐτὴ εἶναι σὲ γενικότερες γραμμές ἡ εἰρήνη τοῦ
Χριστοῦ στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία. Ἀλλὰ εἶναι γνωστὸ
ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ μὲ λόγια καὶ εὐχὲς καὶ ἱκεσίες
ὁμολογία. Ἀπαιτεῖται κάθε θυσία γιὰ νὰ ἐπικρατήσει
ἡ εἰρήνη καὶ στὸν κόσμο.
Καιρὸς πλέον εἶναι κλῆρος καὶ λαὸς τοῦ Χριστοῦ
νὰ καταβάλουμε, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις ποὺ διαθέτουμε, μεγαλύτερη προσπάθεια ἀπὸ αὐτὴ ποὺ μέχρι σήμερα καταβάλλαμε, γιὰ νὰ κάνουμε νὰ ἀνθίσει στὶς
καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ,
ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὁποίας εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀποτρέψει κάθε κίνδυνο, νὰ μετατοπίσει πρὸς τὴν πραγματικὴ
πρόοδο τὸν ροῦ τῆς ἱστορίας, νὰ δημιουργήσει
«καινὸν ἄνθρωπον», «γῆν καινήν», «καινὰ τὰ πάν-

Κεφάλαιο Ζ´. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

159

τα». Καὶ αὐτό, διότι ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἔχει μεγίστη, ἀνυπολόγιστη ἀξία. Ὅλος ὁ ὑλικὸς κόσμος μὲ
ὅλες τὶς ἀπολαύσεις καὶ τὶς μάταιες ἐπιδείξεις δὲν
ἰσοφαρίζει μὲ τὴν ἀξία τῆς χριστιανικῆς εἰρήνης. Καὶ
ἂν ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος κατορθώσει νὰ συγκεντρώσει
ὅλες τὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου καὶ ὅλο τὸν ὑλικὸ
πλοῦτο, καὶ ἐπιπλέον ἔχει πλήρη καὶ τέλεια ὑγεία,
εἶναι δυστυχὴς ὅμως χωρὶς τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ,
καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει οὔτε στιγμὴ πραγματικῆς
εὐτυχίας καὶ νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθά του.
Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν ἔχει λησμονήσει ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς καὶ γι᾿ αὐτὸ
τὸν δολοφονεῖ τὸ ἄγχος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀποτέλεσμα
τῆς ἀποστατημένης ζωῆς. Ἀπὸ τὸ φοβερὸ ἄγχος καὶ
τὴν ταραχὴ καὶ ἀϋπνία δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξει
οὔτε ἡ ἀνθρώπινη σοφία, οὔτε ἡ ἐπιστήμη, οὔτε ἡ τεχνικὴ πρόοδος, γιὰ τὴν ὁποία τόσο καυχᾶται ὁ ἄνθρωπος, οὔτε ἡ ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ εὐημερία. Ὅλα αὐτά, ὅταν δὲν χρησιμοποιοῦνται σωστά,
ὁδηγοῦν ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο καὶ καταντοῦν
μέσα καταστροφῆς τοῦ δυστυχισμένου ἀνθρώπου. Μόνο Ἕνας ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο
ἀπὸ τὸ ἄγχος. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ὄντως Εἰρήνη.
Πότε ἄραγε θὰ θελήσει ὁ σημερινὸς ἀποστάτης
ἄνθρωπος νὰ καταφύγει στὸν εἰρηνοδότη Χριστό, γιὰ
νὰ βρεῖ τὴν ἐσωτερικὴ ἱκανοποίηση, τὴν ἀνάπαυση
καὶ τὴν εἰρήνη;

160

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἰδιαίτερα ἡ σημερινὴ νεότητα, ἡ τόσο συμπαθής,
ἀλλὰ καὶ τόσο ἀξιολύπητη, ἡ ὁποία δεινῶς βασανίζεται
καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἰρηνεύσει. Χαρακτηρίζεται ὡς
«ἔξαλλη», «ἐπαναστατημένη», «ὀργισμένη» καὶ «θλιμμένη». Καὶ ὅμως μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, νὰ εἰρηνεύσει, ἐὰν
ταχθεῖ κάτω ἀπὸ τὴ σημαία τοῦ Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης.
Ὁ μακριὰ τοῦ Χριστοῦ κόσμος μὲ τὶς μωρὲς φιλόδοξες, φιλήδονες ἐπιδιώξεις, τὶς ἀχαλίνωτες ἀπαιτήσεις, τὰ τυραννικὰ πάθη, τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴ φιλαυτία, προκαλεῖ συγκρούσεις, ἔριδες καὶ μάχες. Δὲν
ἔχει καταλάβει τί ἀξία ἔχει ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ.
Ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀξία. Δὲν ὑπάρχει
μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτή.
Ὤ! Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ! Εἶναι ἡ συμφιλίωση
μὲ τὸ Θεό! Καὶ ὄχι ἁπλῶς συμφιλίωση, ἀλλὰ κάτι
περισσότερο, κάτι βαθύτερο. Διότι αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ θέλει τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ,
αὐτὸς αἰσθάνεται τὸν Θεὸ Πατέρα. Αἰσθάνεται ὅτι ὁ
Χριστὸς σταυρώθηκε γι᾿αὐτόν. Ὅτι εἶναι ὁ Σωτήρας
του καὶ ὁ Λυτρωτής του. Αἰσθάνεται ὅτι τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιο εἶναι πλησίον του. Τὸν βοηθεῖ. Τὸν παρηγορεῖ. Τοῦ δίδει τὴν χάρη καὶ δυνάμεις ὑπεράνθρωπες.
Ἑπομένως αὐτὸς ποὺ κερδίζει τὴν εἰρήνη τοῦ Χριοτοῦ, εἶναι φίλος Του. Κάτι περισσότερο: Τὸ παιδὶ
Τοῦ τὸ ἀγαπημένο! ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπου περιπατεῖ
ζωντανὸς αὐτὸς ὁ Θεός! Ὑπάρχουν λόγια γιὰ νὰ
ἐκφραστεῖ ἕνα τέτοιο βίωμα;

161

Κεφάλαιο Η´.

Πῶς ἀποκτᾶται
ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ
α) Μὲ τὸν ἀγώνα
Προϋποθέσεις τοῦ ἀγῶνα
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ναζιανζηνὸς γράφει ὅτι ὁ
Ἰησοῦς Χριστός, μέσα στὴ νύκτα τῆς οἰκουμενικῆς
ἀπελπισίας, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του «λύχνον ἧψε
τὴν ἑαυτοῦ σάρκα» καὶ ἔγινε «ἡ τῶν πάντων Αὐγή».
Ἀπὸ τότε οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ζήσουν ὡς ἄτομα, ἀλλὰ καὶ ὡς σύνολα τὸ θαῦμα τῆς εἰρήνης. Ἀρκεῖ
νὰ ἀποδεχθοῦν τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν πραγματοποίηση
αὐτοῦ του ὁράματος.
Βέβαια, τοῦ ἀγώνα αὐτοῦ -γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς
εἰρήνης τοῦ Θεοῦ- πρέπει νὰ προηγοῦνται κάποιοι
ὅροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωταρχικὴ θέση κατέχει ὁ
πόθος καὶ ἡ λαχτάρα τοῦ ἀνθρώπου γι᾿ αὐτὴν ἀφενός,
ἀλλὰ καὶ ἡ συνειδητοποιημένη ἔλλειψή της ἀφετέρου.
Γράφει σχετικῶς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Ὦ
εἰρήνη ἀγαπητή, τὸ ἀγαθὸ τὸ ὁποῖο ἐπαινεῖται μὲν
ἀπὸ ὅλους, ἀλλὰ διαφυλάσσεται μόνο ἀπὸ λίγους,

162

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ποὺ μᾶς ἔχεις ἐγκαταλείψει καὶ ἔχει περάσει ἤδη τόσος χρόνος ἀπὸ τότε; Καὶ πότε θὰ μᾶς ξαναέρθεις;
Διότι σὲ ποθῶ πάρα πολὺ καὶ σὲ ἀγαπῶ πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους (...). Καὶ πραγματικὰ φαίνεται ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ ὑπομένει
κανεὶς τὴν ἀποτυχία, παρὰ νὰ διατηρήσει τὴν εὐτυχία. Ἔτσι συνέβη καὶ μὲ μᾶς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν μὲν πολεμούμαστε εἴχαμε γίνει ἰσχυρότεροι ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ εἴχαμε ὁμονοήσει, μετὰ δὲ ἀπὸ τὴν ἐπανασύνδεσή μας ἔχομε χωρισθεῖ(...). «Ἐμεῖς δὲ εἴμαστε
ἀνίκανοι νὰ πλησιάσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ
ὁμονοήσουμε, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συμφωνήσουμε,
οὔτε μπορεῖ νὰ βρεθεῖ κάποιος λόγος ὁ ὁποῖος θὰ
θεραπεύσει αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ σὰν νὰ εἴμαστε
διδάσκαλοι καὶ ὀπαδοὶ τῆς κακίας καὶ ὄχι τῆς ἀρετῆς,
βρίσκομε μὲν πολλὲς ἀφορμὲς γιὰ πρόκληση διασπάσεως καὶ συγκρούσεων, φροντίζομε δὲ ἐλάχιστα, ἡ
καθόλου, γιὰ τὴν ὁμόνοια».
Ἐπιπλέον σὲ κάποιο εἰρηνικὸ λόγο του ὁ ἅγιος
Γρηγόριος ἀναφέρεται στὴν ἑνότητα, τὴν ὁμόνοια καὶ
τὴν ἀγάπη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὸ κύριο γνώρισμα ἦταν «τὸ ἄρρηκτόν τε καὶ ἀστασίαστον», τὸ ὁποῖο ὅμως «οὐκ εἰς τέλος διεφυλάξαμεν»,
ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, οὔτε ἔχομε γίνει
ἀπὸ τὴ φύση μας ἀνώτεροι ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τῆς διαιρέσεως. «Ἔδει μὲν ἀδελφοί, μήτε διαιρεθῆναι τὸ

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

163

πρῶτον, μήτε τὸ παλαιὸν ἡμῖν καταλυθῆναι ἀξίωμα
καὶ καλλώπισμα». Τὸ νὰ ἀρρωστήσει μὲν κανεὶς ὀφείλεται στὴν κοινὴ φύση καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια,
ἡ ὁποία ἐπηρεάζει τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ ἐκείνους
οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ ἰσχυροὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ
τὸν νοῦ· τὸ νὰ θεραπευθεῖ δὲ καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν
κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους καὶ ἴδιον τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου εἶναι, ἀλλὰ καὶ τῆς χάριτος, ἡ ὁποία καὶ καλῶς
καὶ δικαίως μᾶς ἔδωσε τὸ βραβεῖο καὶ μάλιστα κατὰ
τρόπο ἀνώτερο ἀπὸ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς προσδοκίες
μας καὶ τὶς ἐλπίδες τῶν ἄλλων».
Ἔχομε δηλαδὴ στὰ παραπάνω λόγια τοῦ ἁγίου
Γρηγορίου συνειδητοποίηση ὄχι μόνο της ἐλλείψεως
τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀσθενείας καὶ ἀδυναμίας
τῆς ἀνθρώπινης, στὴν ὁποία καὶ ὀφείλεται αὐτή. Ἀκόμη διαφαίνεται ἡ πίστη τοῦ ἁγίου ὅτι μὲ κάποια θεραπεία καὶ ἀγωγὴ δύναται νὰ ἐπανέλθει τὸ ἀγαθό
της εἰρήνης στὸν ἄνθρωπο.
Καὶ προχωρεῖ ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος σ᾿ ἕνα περαιτέρω βῆμα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς εἰρήνης τοῦ
Χριστοῦ, ὅταν προτείνει ὁ ἀγώνας αὐτὸς νὰ διεξάγεται μέσα στὰ ὀρθόδοξα ὅρια, ἐὰν θέλουμε νὰ μὴν
ἀποδοκιμασθοῦμε καὶ ἀποβοῦν οἱ κόποι μας μάταιοι.
Σημειώνει λοιπόν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεόλογος:
«Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μὲν νὰ παλεύει κανεὶς ἔξω
ἀπὸ τὰ κανονισμένα ὅρια, οὔτε νὰ ἀγωνίζεται κατ᾿
ἄλλον τρόπο. Διότι θὰ ἀποδοκιμασθεῖ καὶ θὰ ἐντρο-

164

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

πιασθεῖ καὶ θὰ χάσει τὴ νίκη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ ἀγωνίζεται κατ᾿ ἄλλον τρόπο,
χωρὶς νὰ ἐφαρμόζει τοὺς ὅρους τοῦ ἀγῶνα, ἔστω καὶ
ἂν εἶναι γενναῖος καὶ πολὺ τεχνίτης. Ἐὰν δὲ ἀγωνισθεῖ κάποιος γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ κατὰ τρόπο ἀντίθετο πρὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μήπως προσφέρει
τίποτε στὴν εἰρήνη μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται γι᾿ αὐτὴ κατὰ
τρόπο μὴ ἐπιτρεπόμενο;».
Ἴσως ὅμως γεννῶνται καὶ μερικὲς ἀπορίες: Πῶς
εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς αὐτὴ τὴν εἰρήνη;
Πῶς νὰ ἔχει μέσα του γαλήνη; Πῶς νὰ τοῦ λείπει ἡ
ταραχή; Πῶς νὰ ζεῖ μ᾿ ἕνα αἴσθημα ἀσφάλειας; Πῶς
νὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πλησίον του; Πῶς νὰ
βλέπει ὅτι ὁ Θεὸς τὸν προστατεύει καὶ ὅλα τὰ κατευθύνει πρὸς τὸ συμφέρον του; Εἶναι αὐτὸ δυνατὸ
νὰ γίνει; Βεβαίως.
Ἡ πράξη τοῦ ἀγώνα
Καὶ ἐρχόμαστε στὴν ἐξάσκηση τοῦ ἀγώνα. Ἀπὸ
τὴν ἀρχὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐμπεδοθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος
δὲν πρέπει νὰ εἶναι φιλοπόλεμος, οὔτε νὰ θέλει νὰ
ἐκδικηθεῖ γιὰ τὸ κακὸ τὸ ὁποῖο τοῦ ἔκαναν. Ἀκόμη
περισσότερο, χρέος κάθε ἀνθρώπου, καὶ ἰδιαιτέρως
τοῦ χριστιανοῦ, εἶναι τὸ νὰ εἶναι εἰρηνικὸς πρὸς
ὅλους, ὅπως ἔλεγε ὁ Χριστός: «Ἀκούσατε ὅτι λέχθηκε
ἐκεῖνος ποὺ πλήγωσε καὶ τραυμάτισε κάποιο, πρέπει
νὰ δώσει ὀφθαλμὸ ἀντὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ ποὺ ἔβγαλε

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

165

καὶ δόντι γιὰ τὸ δόντι τοῦ πλησίον, ποὺ μὲ κτύπημα
τοῦ ἔσπασε ἢ πέταξε ἔξω. Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέω νὰ μὴ
προβάλετε ἀντίσταση στὸν πονηρό, ποὺ χρησιμοποιεῖ
ὡς ὄργανο τοῦ ἐκεῖνον ποὺ σᾶς βλάπτει, ἀλλ᾿ ὁποῖος
σὲ ραπίσει στὸ δεξιὸ μέρος τῆς σιαγόνας, στρέψε σ᾿
αὐτὸν καὶ τὸ ἄλλο μέρος γιὰ νὰ ραπίσει καὶ αὐτό».
Καὶ ἄλλοτε πάλι ὁ ἀπ. Παῦλος τόνιζε:« Ὁ δοῦλος
τοῦ Κυρίου δὲν πρέπει νὰ φιλονεικεῖ, ἀλλὰ ὀφείλει
νὰ εἶναι ἤπιος καὶ γλυκὺς πρὸς ὅλους».
Ἀλλὰ καὶ στὴν Π. Διαθήκη μὲ προτρεπτικὸ τρόπο
διατυπώνεται γιὰ κάθε πιστό: «Ἀπομακρύνσου ἀπὸ
κάθε εἴδους κακὸ καὶ κάνε τὸ ἀγαθὸ γενόμενος εὐεργετικὸς πρὸς ὅλους· ζήτησε νὰ ἔχεις εἰρήνη μὲ τὸν
πλησίον καὶ μὲ τὴ συνείδησή σου, καὶ ἐπιδίωξε μὲ
συνεχεῖς προσπάθειες ὁλονὲν ἀνανεούμενες νὰ ἐπιτύχεις αὐτήν».
Ὁ δὲ ἅγιος νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καθιστᾶ ἐναργέστερη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς εὐδοκεῖ στοὺς εἰρηνικοὺς ἀνθρώπους λέγοντας: «Δὲν ἠθέλησεν ὁ Θεὸς
νὰ τοῦ κτίσῃ ναὸν καὶ κατοικίαν ὁ Δαβίδ, μὲ τὸ νὰ
εἶχεν εἰς ὅλην σχεδὸν τὴν ζωήν του πολέμους καὶ ταραχάς, ἀλλὰ ὁ υἱός του ὁ Σολομῶν. Διατί, κατὰ τὸ
ὄνομά του ἐστάθη εἰρηνικὸς βασιλεύς, καὶ πολέμους
μὲ κανένα δὲν ἔκαμε».
Ὅλα τὰ παραπάνω χωρία μᾶς παρέχουν καὶ τὴν
ἁγιογραφικὴ θεμελίωση τοῦ θέματός μας, ἐνῶ συγχρόνως μᾶς εἰσάγουν στὸν ἀγώνα:

166

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἐπιείκεια
Ἡ εἰρήνη ἀπαιτεῖ πολλὲς θυσίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες
πρώτη καὶ σπουδαιότερη εἶναι ἡ ἐξαφάνιση τοῦ ἐγωϊστικοῦ φρονήματος. Ἀκόμη καὶ σὲ περιπτώσεις ποὺ
τὸ δίκαιο εἶναι μὲ τὸ μέρος μας, συνιστᾶ ὁ Μ. Βασίλειος: «Μέγας πλησίον του Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ
ὑποκλίνεται ταπεινοφρόνως στὸν πλησίον καὶ δέχεται,
χωρὶς νὰ προσβάλεται, τὶς κατηγορίες, ἀκόμη καὶ ἂν
δὲν εἶναι ἀληθεῖς, γιὰ νὰ χαρίσει στὴν Ἐκκλησία τοῦ
Θεοῦ τὸ μέγα ὄφελος, τὴν εἰρήνη. Ἂς ἐπικρατήσει, λοιπόν, ἀνάμεσά σας εὐγενὴς ἅμιλλα, ποιὸς πρῶτος νὰ καταξιωθεῖ θὰ ὀνομασθεῖ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κερδίζοντας γιὰ
τὸν ἑαυτό του τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μὲ τὴν εἰρηνοποιΐα».
Ἐπιπλέον ὁ ἅγιος νικόδημος σημειώνει: «...ἐὰν
ἀγαπᾶς, ἀδελφέ, τὴν εἰρήνην τῆς καρδίας, ἀγωνίσου
νὰ εἰσέλθῃς εἰς αὐτήν, διὰ τῆς θύρας τῆς ταπεινώσεως
(διότι, ἄλλη εἴσοδος εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ταπείνωσιν). Διὰ νὰ ἀποκτήσῃς δὲ τὴν ταπείνωσιν, πρέπει νὰ κοπιάσῃς, καὶ νὰ βιασθῇς (μάλιστα εἰς τὴν
ἀρχήν, εἰς τὸ νὰ ἐναγκαλισθῇς μὲν ὅλας τὰς θλίψεις
καὶ ἐναντιότητας, ὡς ἀγαπητάς σου ἀδελφάς· εἰς τὸ
νὰ φεύγῃς δὲ κάθε δόξαν καὶ τιμήν, ἐπιθυμώντας νὰ
καταφρονῆσαι ἀπὸ κάθε ἕνα, καὶ νὰ μὴν εἶναι τινάς,
ὁποὺ νὰ σὲ ὑπερασπίζεται, καὶ νὰ σὲ παρηγορῇ,
παρὰ ὁ Θεός σου».
Ὅμως ὁ ἀγώνας εἶναι πολυμέτωπος καὶ ποικίλος.
Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται πολλὴ ἀνοχὴ καὶ ἐπιείκεια γιὰ τὰ

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

167

σφάλματα τῶν ἀδελφῶν-συνδούλων μας, συμβουλεύει
ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Μὲ τὸ νὰ ἀνέχεσθε», λέει, «ὁ
ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἀγάπη. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀνέχεσαι, ἂν εἶναι ὀργίλος καὶ κακολόγος; Εἶπε τὸν τρόπο: «Μὲ τὴν ἀγάπη». Ἐὰν δὲν ἀνέχεσαι τὸν πλησίον,
λέει, πῶς θὰ σὲ ἀνεχθεῖ ὁ Θεός; Ἐὰν σὺ δὲν ὑποφέρεις αὐτὸν ὁ ὁποῖος εἶναι σύνδουλός σου, πῶς θὰ σὲ
ὑπομένει ὁ Κύριος; Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ὅλα εἶναι
ὑποφερτά».
«Καὶ νὰ φροντίζετε», λέει, «νὰ διατηρεῖτε τὴν
ἑνότητα τοῦ Πνεύματος μὲ τὸν σύνδεσμο τῆς εἰρήνης». Δέσε, λοιπόν, τὰ χέρια σου μὲ τὴν ἐπιείκεια.
Πάλι ἡ ὡραία λέξη, ὁ δεσμός· ἐμεῖς τὸν ἀφήσαμε καὶ
αὐτὸς πάλι σὲ μᾶς πρόστρεξε. Καλὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ
δεσμά, καλὰ καὶ αὐτά· καὶ ἐκεῖνα ἀπὸ αὐτὰ δημιουργοῦνται. Σύνδεσε τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸν ἀδελφό·
αὐτοὶ ποὺ εἶναι συνδεδεμένοι μὲ ἀγάπη, τὰ πάντα
ὑποφέρουν ὡς ἐλαφρὸ ζυγὸ καὶ ὄχι βαρύ».
Γιὰ τὴν μὴ ἀνταπόδοση τοῦ κακοῦ
Στὴν πρὸς ρωμαίους ἐπιστολὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο
ἐντέλλεται ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς εἰρήνης νὰ εἶναι ἐντονότερος καὶ δυναμικότερος, ἔστω καὶ ἂν ἐξωτερικὰ δὲν γίνεται ἀντιληπτός. Συνιστᾶ δηλαδὴ μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο νὰ μὴν ἀνταποδίδουμε κάποιο κακὸ ἡ ἀδικία ποὺ ἔγινε σὲ βάρος
μας, ἀλλὰ νὰ νικοῦμε μὲ τὴν ἀγαθοεργία καὶ τὸ καλὸ

168

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

γενικὰ παράδειγμα.
«Μὴ ἀποδίδετε σὲ κανένα κακὸ ἀντὶ κακοῦ, ποὺ
σᾶς ἔκανε. νὰ εἶσθε προνοητικοὶ καὶ προσεκτικοί,
ὥστε ἡ διαγωγή σας νὰ εἶναι ἔντιμη καὶ νὰ παρουσιάζεται καλὴ στὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιὰ
νὰ μὴ σκανδαλίζονται αὐτοὶ ἐξ αὐτῆς καὶ σχηματίζουν κακὴ ἰδέα γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς προσπαθεῖτε νὰ ἔχετε
εἰρηνικὲς σχέσεις μὲ ὅλους, ἂν εἶναι δυνατό, τοὺς
ἀνθρώπους. Μὴ ζητεῖτε, ἀγαπητοί, μὲ ἐκδικήσεις νὰ
ὑπερασπίζετε τὸν ἑαυτό σας, ἀλλὰ δώσατε τόπο στὴν
ὀργὴ τοῦ Θεοῦ νὰ ἔλθει καὶ νὰ κάνει αὐτὴ τὴν ἐκδίκηση. Διότι εἶναι γραμμένο· Ἐγὼ θὰ κάνω τὴν ἐκδίκηση, Ἐγὼ θὰ ἀνταποδώσω, λέει ὁ Κύριος. Ἐάν, λοιπόν, πεινᾶ ὁ ἐχθρός σου, δίδε ψωμὶ καὶ τροφὴ σ᾿
αὐτόν· ἐὰν διψᾶ, φέρε νερὸ νὰ πιεῖ, διότι ἐὰν πράττεις αὐτό, θὰ μαζεύσεις πάνω στὸ κεφάλι του σὰν
ἄλλα κάρβουνα ἀναμμένα σωροὺς ντροπῆς καὶ τύψεως συνειδήσεως. Μὴ νικᾶσαι ἀπὸ τὸ κακό, ὥστε
μὲ παραφορὲς καὶ ἐκδικήσεις νὰ παρασύρεσαι καὶ
σὺ σ᾿ αὐτό, ἀλλὰ νίκα μὲ τὸν καλὸ τρόπο καὶ μὲ τὴν
ἀγαθοεργία τὸ κακό».
Αὐτὰ εἶναι καθήκοντα τὰ ὁποῖα ὁ καθένας ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ τηρεῖ ἀπέναντι τῶν
ἄλλων χριστιανῶν ἀδελφῶν του. Ἡ ἀληθὴς κατὰ τοῦ
κακοῦ νίκη συνίσταται στὸ νὰ μεταβάλει τὴν ἐχθρὰ
σὲ ἀγάπη μὲ τὴ μακροθυμία. Πρέπει νὰ γνωρίζει κά-

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

169

θε χριστιανὸς ὅτι μὲ τὴ μακροθυμία καὶ τὴ γλυκειὰ
συμπεριφορὰ πρὸς τὸν ἀδικήσαντα δύναται εἴτε νὰ
καταπραΰνει τὸ μίσος του καὶ νὰ τὸ μεταβάλει σὲ
ἀγάπη, εἴτε, ἐὰν μὲ τὴ σκληρότητα ἐκείνου καθίσταται αὐτὸ ἀνεπίτευκτο, νὰ διατηρεῖ τουλάχιστον ὁ
ἴδιος γαλήνιο καὶ εἰρηνικὸ τὸ ἐσωτερικό του.
Βέβαια, παρουσιάζονται δύσκολα τὰ παραπάνω
πνευματικὰ ἀγωνίσματα γιὰ τὴν εἰρήνη, ὅταν οἱ ἄλλοι
μᾶς βλάπτουν καὶ μᾶς ταπεινώνουν ποικιλοτρόπως.
Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα;
Ὅμως παράλληλα πρὸς αὐτή, ποιὸς δὲν θὰ συμφωνήσει, ὅτι μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ καὶ
τὰ δυσκολοτέρα γίνονται εὔκολα, καὶ τὰ ἀκατόρθωτα
κατορθωτά; Ἐὰν ἡ ψυχὴ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν ἐγώισμο
καὶ τὴν εὐθιξία, ἐὰν αἰσθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι καὶ ὁ
ἴδιος εἶναι δυνατὸ νὰ βλάψει καὶ νὰ ζημιώσει εἴτε θεληματικὰ εἴτε ἀθέλητα, ἐὰν πιστεύσει ὅτι ὁ δίκαιος
Θεὸς ἀναλαμβάνει τὸ δίκαιό του, τὸ ὁποῖο αὐτὸς ποὺ
τὸν ἀδικεῖ καταπατεῖ, εἶναι πλέον βέβαιο ὅτι τὰ κύματα τῆς ἐκδίκησης καὶ τῆς κακίας θὰ κοπάσουν στὴν
ψυχή του, καὶ ὁ ζωογόνος ἥλιος τῆς εἰρήνης θὰ τὴν
φωτίσει καὶ θὰ τὴν θερμάνει.
Ἀλήθεια, σκεφθήκαμε καὶ βαθύτερα ποία ἀμοιβή,
ποία χαρά, ποία ἀγαλλίαση καὶ αἰώνια μακαριότητα
ἐξασφαλίζει τὸ νὰ ἀντιμετωπίζει κανεὶς μὲ καλωσύνη,
μὲ εἰρήνη, μὲ ὑπομονὴ τὶς ἀδικίες καὶ τοὺς κατατρεγμούς, ποὺ δέχεται ἐκ μέρους τῶν συνανθρώπων

170

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

του; Ἔπειτα μὴ λησμονοῦμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ
καὶ ἐμεῖς, ἔνοχοι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Τι τὸ παράδοξο
εἶναι ἂν ὑφιστάμεθα καὶ κάποια ἀδικία ἀπὸ τοὺς
συναμαρτωλούς μας; Ἅγιος καὶ ἀναμάρτητος ὁ Κύριος, κι ὅμως ὑπέμεινε «τὴν ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς
ἀντιλογίαν»· ἐμεῖς δὲν ἔχομε τὸ ψυχικὸ σθένος νὰ
ἀντιμετωπίσουμε μὲ εἰρήνη καὶ ὑπομονὴ τὶς ἀφορμὲς
τῶν συναδέλφων μας; Τότε τί χριστιανοὶ εἴμαστε;
Ἀκόμη μὲ αὐτὴ τὴ θεάρεστη καὶ ταπεινὴ ἀντιμετώπιση τῶν διαφόρων πειρασμῶν καὶ θλίψεων ἀποκτοῦμε τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητας, ἑπομένως καὶ τῆς
εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διακηρύττει ὁ προφητάνακτας Δαβίδ: «Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ δοκιμασία τῶν
θλίψεων ταπεινώθηκαν καὶ ἔγιναν πράοι, θὰ κληρονομήσουν τὴ γῆ, δὲν θὰ ἐξαφανίζονται ἄδοξα ἐξ αὐτῆς
ὡς ἀσεβεῖς, καὶ θὰ ἀπολαύσουν μὲ τρυφὴ τὰ ἀγαθά
της γεμάτοι εἰρήνη».
Ἐπιπλέον οἱ πιστοὶ ποὺ ἀγωνίζονται σύμφωνα
πρὸς τὴν παραπάνω ὑπόδειξη τοῦ ἀπ. Παύλου, εἶναι
σὲ θέση καὶ νὰ λειτουργήσουν εἰρηνευτικὰ μεταξὺ
τῶν ἄλλων συνανθρώπων τους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται
σὲ διαμάχες καὶ ἐχθρές. Διότι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ μιὰ
ἠθικὴ ὑποχρέωση κάθε χριστιανοῦ, σημειώνει ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος: «Δὲν καταργεῖ μόνο τὶς ἀμοιβαῖες διαφωνίες καὶ τὶς ἔχθρες, ἀλλὰ καὶ κάτι παραπάνω ἐπιζητεῖ, τὸ νὰ ἐπαναφέρουμε σὲ ὁμόνοια καὶ ἄλλους,
ποὺ βρίσκονται σὲ διχόνοια».

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

171

Συνεχίζει δὲ ὁ ἱερὸς πατὴρ ἀφενὸς μὲν ἐν θαρρύνοντας στὸν ἀγώνα μὲ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ
ἐπάθλου καὶ ἀφετέρου κατοχυρώνοντας ἁγιογραφικὰ
καὶ τὴν ὕπαρξη τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ κανόνα περὶ καθολικῆς ὑπάρξεως τῆς εἰρήνης. Γράφει: «Καὶ πάλι
πνευματικὴ ἀμοιβὴ προσθέτει· ποιὰ εἶναι αὐτή, λοιπόν; «Διότι θὰ ὀνομασθοῦν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. ε´
9). Διότι αὐτὸ ὑπῆρξε καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μονογενοῦς
Υἱοῦ, νὰ συμφιλιώσει αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν σὲ διάσταση καὶ νὰ συμβιβάσει ἐκείνους ποὺ μάχονταν.
Ἔπειτα γιὰ νὰ μὴ νομίσεις ὅτι σὲ κάθε περίπτωση
εἶναι καλὸ ἡ εἰρήνη, πρόσθεσε· «Μακάριοι καὶ πανευτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν διωχθεῖ γιὰ τὴν
ἀρετὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ τελειότητα» (Ματθ. ε´ 10),
δηλαδὴ γιὰ τὴν προστασία τῶν ἄλλων, γιὰ τὴν εὐσέβεια γενικά. Διότι συνήθως «Δικαιοσύνη» σημαίνει
«τὸ σύνολο τῶν ἀρετῶν τῆς ψυχῆς».
Γιὰ τὴν ἀγάπη
Στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ κατάκτηση τῆς
εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταπολέμηση
τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τὴν ἐκδήλωση ἐπιεικείας καὶ ἀνοχῆς
καὶ τῆς μὴ ἀνταποδόσεως τῆς ἀδικίας πρωταρχικη
θέση κατέχει καὶ ἡ οὐσιαστικὴ παρουσία καὶ ἡ
ἔκφραση τῆς ἀγάπης.
Γιὰ νὰ πέσουν οἱ φραγμοὶ τοῦ μίσους καὶ τῆς
ὑπεροψίας, ποὺ χωρίζουν τοὺς ἀνθρώπους, ἕνας μόνο

172

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

δρόμος ὑπάρχει, νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι ἡ
ἀγάπη στὸ συνάνθρωπό μας, ἀσχέτως χρώματος,
χωρὶς ὅρους καὶ περιορισμούς, μπορεῖ νὰ οἰκοδομήσει
ἕνα κόσμο εἰρήνης. Ἡ ἀγάπη ὅμως δὲν εἶναι ἁπλῶς
μιὰ λέξη, ποὺ ἀνέρχεται στὰ χείλη μας. Εἶναι τὸ βίωμα, εἶναι ἡ θυσία τοῦ ἀτομικοῦ μας συμφέροντος
στὴν ὑπόθεση τοῦ κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ, εἶναι ἡ θαρραλέα ἀπάρνηση ἀκόμη καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ
μας, ποὺ εἶναι δυνατὴ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀγάπης ἀνήκει στὸν Θεό.
Αὐτὸς «πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α´ Ἰω. δ´ 10). Ἡ
δική μας ἀγάπη εἶναι ἀνταπόκριση, ἀλλὰ συγχρόνως
καὶ ἀμοιβή.
Ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον πληρεῖ τὸν ἄνθρωπο χαρᾶς καὶ αἰσιοδοξίας, διότι
ἡ ἀρετὴ αὐτή, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «συνδέει καὶ δὲν ἀφήνει νὰ διασκορπισθεῖ τὸ καλὸ
τὸ ὁποῖο ὑπάρχει μέσα μας, ἔστω καὶ ἂν ἀποτελούμαστε ἀπὸ διαιρεμένη φύση».
Ἱκανοποιεῖ τὸν ὅλο ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἐξευτελίζει. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι κυρίως τὸ «δίδειν», ἀλλὰ
τὸ «δίδοσθαι». Ἀπαιτεῖ ταπείνωση καὶ συμμετοχή.
Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὑπέρβαση τοῦ ἐγώ, εἶναι ἡ ἄνευ
ὅρων ἐπέκταση τοῦ ἐγώ μας πρὸς ὅλους.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θεωρεῖ τὴν ἀγάπη αὐτόματη λύση ὅλων τῶν κοινῶνικῶν προβλημάτων. «Ἐὰν
ὅλοι ἀγαποῦσαν καὶ τοὺς ἀγαποῦσαν, κανεὶς κανένα

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

173

δὲν θὰ ἀδικοῦσε, ἀλλὰ καὶ φόνοι καὶ μάχες καὶ πόλεμοι καὶ ἐπαναστάσεις καὶ ἁρπαγὲς καὶ πλεονεξίες
καὶ ὅλα τὰ κακὰ θὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ καὶ μέχρι
καὶ τὸ ὄνομα κακία θὰ ἀγνοοῦσαν».
Στὴ συνέχεια ὅμως ὁ ἴδιος πατὴρ προβαίνει στὴν
ἀρνητικὴ διαπίστωση τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀγάπης καὶ
τοῦ ἀνδρείου φρονήματος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀγάπη.
Παρομοιάζοντας δὲ τὴ θερμότητα τῆς γνησίας ἐν Κυρίῳ ἀγάπης μὲ τὴ φωτιὰ ποὺ κατακαίει ὁτιδήποτε
εἶναι ἄχρηστο, καθιστᾶ σαφῆ τὴν εὐεργετική της ἐπίδραση στὴν κοινωνία. Σημειώνει, λοιπόν, σχετικὰ ὁ
ἱερὸς Χρυσόστομος:
«Ἂν τὸν ἴδιο Θεὸ ἀγαπήσουμε, ὅπως πρέπει νὰ
Τὸν ἀγαποῦμε, οὔτε ἔτσι Τὸν ἀγαποῦμε, ἀλλὰ ὅλα
τὰ παγώσαμε καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ
τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ἐξαιτίας αὐτοῦ πάγωσε ἡ
ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ἐπειδὴ πάγωσε ἡ ἀγάπη πρὸς
τὸν πλησίον. Διότι δὲν εἶναι δυνατό, δὲν εἶναι δυνατὸ
ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ ἀγαπᾶ, νὰ ἔχει κάποιο γενναῖο καὶ ἀνδρεῖο φρόνημα. Διότι τὸ ὑπόβαθρο ὅλων τῶν ἀγαθῶν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ
ἀγάπη «σ᾿ αὐτὸ κρέμεται ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες»
(Ματθ. κδ´ 40), λέει. Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἡ φωτιὰ
ὅταν πέσει σὲ φυτευμένη ἔκταση συνήθως ὅλα τὰ καθαρίζει, ἔτσι καὶ ἡ θερμότητα τῆς ἀγάπης ὁπουδήποτε καὶ ἂν πέσει, ὅλα τὰ ἐξαλείφει καὶ τὰ διαλύει,
ὅσα καταστρέφουν τὸ θεῖο σπόρο καὶ προετοιμάζει

174

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὴ γῆ ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ γιὰ νὰ δεχθεῖ τὰ σπέρματα».
Ἀπαριθμεῖ δὲ ἀκολούθως ὁρισμένες ἀπὸ τὶς κακίες ποὺ ἐξαφανίζει ἡ παρουσία τῆς ἀγάπης -π.χ. τὸ
πάθος τοῦ φθόνου, τῆς ἀλαζονείας, τοῦ ψεύδους, τῆς
πλεονεξίας κ, λ.π.- τεκμηριώνοντας συγχρόνως τὴ θέση του. «Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη -ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ
ἱερὸς Χρυσόστομος- ὅλα τὰ κακὰ ἑξαφανίζονται· δὲν
ὑπάρχει ἐκεῖ φιλαργυρία, ποὺ εἶναι ἡ ρίζα τῶν κακῶν,
δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπερηφάνεια, δὲν ὑπάρχει ἀλαζονεία,
διότι πῶς μποροῦσε κανεὶς νὰ συμπεριφερθεῖ ἀλαζονικὰ πρὸς τὸν φίλο; Τίποτε, λοιπόν, δὲν κάνει κάποιον ταπεινό, ὅσο ἡ ἀγάπη. Διότι ὑπηρετοῦμε τοὺς
φίλους, ὅπως οἱ δοῦλοι καὶ δὲν ντρεπόμαστε, ἀλλὰ
καὶ εὐγνωμοσύνη χρεωστοῦμε σ᾿ αὐτοὺς γι᾿ αὐτὴ τὴν
δουλεία. Δὲν λυπούμαστε τὰ χρήματα, ἀλλὰ πολλὲς
φορὲς οὔτε καὶ τὰ σώματα· διότι καὶ κάποιος ριψοκινδύνευσε ἀκόμη, γιὰ τὸν ἀγαπώμενο. Φθόνος δὲν
ὑπάρχει, οὔτε κακολογία, ὅπου ὑπάρχει γνήσια ἀγάπη, διότι ὄχι μόνο δὲν κατηγοροῦμε τοὺς φίλους, ἀλλὰ
ἀποστομώνουμε καὶ αὐτούς, ποὺ κατηγοροῦν. Ὅλα
εἶναι γαλήνια, ὅλα ἤρεμα, δὲν φαίνεται οὔτε ἴχνος
μάχης καὶ φιλονικείας, ὅλα εἶναι γεμάτα εἰρήνη, διότι
λέει, «συμπλήρωμα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀγάπη» (ρωμ.
ιγ´ 10), τίποτε τὸ ἀηδὲς δὲν ὑπάρχει σ᾿ αὐτή. Πῶς;
Ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα, ἡ πλεονεξία, ἡ
ἁρπαγή, ὁ φθόνος, ἡ κακολογία, ἡ ἀλοζονεία, ἡ ἐπιορ-

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

175

κία, τὸ ψεῦδος, ὅλα αὐτὰ καταλύονται, ὅταν ὑπάρχει
ἡ ἀγάπη· διότι ἐπιορκοῦν οἱ ἐπίορκοι, ἐπειδὴ θέλουν
ν᾿ ἁρπάξουν· κανένας ὅμως δὲν θέλει νὰ ἁρπάξει ἀπὸ
τὸν ἀγαπώμενο, ἀλλὰ καὶ δίδει τὰ δικά του σ᾿ ἐκεῖνον
ποὺ ἀγαπᾶ καὶ βέβαια πολὺ περισσότερο αἰσθανόμαστε χαρὰ γι᾿ αὐτό, παρὰ νὰ πάρουμε ἀπὸ αὐτόν».
Ἐκ τῶν προηγουμένων γίνεται φανερὸ πῶς ἡ ἀγάπη εἶναι αἰτία χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰρήνης. Καὶ ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος τὴν ταυτόχρονη παρουσία τῆς ἀγάπης
καὶ τῆς εἰρήνης ὑπογραμμίζει, ὅταν λέει: «Διότι ἂν
ὑπάρχει ἡ εἰρήνη, καὶ ἡ ἀγάπη θὰ εἶναι ἂν ὑπάρχει
ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ εἰρήνη θὰ εἶναι».
Τὰ ἴδια ὑποστηρίζει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος νύσσης: «Τί ἄλλο εἶναι (ἡ εἰρήνη) παρὰ κάποια ἀγαπητικὴ πρὸς τὸν ὁμόφυλο συνδιάθεση; Τί, λοιπόν, εἶναι
τὸ ἀντίθετο νοούμενο στὴν ἀγάπη; Τὸ μίσος, ἡ ὀργή,
ὁ θυμός, ὁ φθόνος, ἡ μνησικακία, ἡ ὑποκρισία, ἡ συμφορὰ κατὰ τὸν πόλεμο».
Γιὰ τὴν ἀρετή
Εἶναι φανερὸ λοιπὸν ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη πηγάζει
ἡ εἰρήνη.
Ἡ ἀγάπη, ὅπως παρουσιάσθηκε μέχρι ἐδῶ, εἶναι
γνώρισμα, τὸν κύριο γνώρισμα, τῶν μαθητῶν τοῦ
Σωτῆρα, ἡ ὁποία ἠλεκτρίζει καὶ παρακινεῖ αὐτούς σε
πλούσια παραγωγὴ εἰρηνικῶν ἔργων.
Ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης καὶ Εὐαγγελιστής, ὁ Ἰωάν-

176

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

νης, γράφει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρετὴ ποὺ
μᾶς ἀποδεικνύει ὄντως παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καθὼς καὶ
γενικὰ ἡ ἀρετῆσε ἀντίθεση μὲ τὸν μακριά του Θεοῦ
κόσμο, ὁ ὁποῖος ζεῖ σὲ πνευματικὸ σκοτάδι. Σημειώνει ὁ ἅγιος: «Καθένας ποὺ δὲν ἀσκεῖ στὸ βίο του
κάθε ἀρετὴ αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔχει
Πατέρα τὸν Θεό. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἀγαπᾶ
τὸν ἀδελφό του χριστιανό, δὲν εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ».
«Μὴ παραξενεύεσθε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐὰν
σᾶς μισεῖ ὁ μακριά του Θεοῦ κόσμος. Ἐμεῖς γνωρίζομε
ἀπὸ τὴν πείρα ὅτι ἔχομε μεταβεῖ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ
θάνατο στὴν πνευματικὴ ζωή. Καὶ τὸ ξεύρομε, διότι
ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν
ἀδελφό του, ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει στὸν πνευματικὸ θάνατο» (Α´ Ἰω. γ´ 13).
Στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἀπ. Παύλου ἡ εἰρήνη εἶναι
στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴ χάρη, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὸ
ἔλεος. Εὐρύνεται ἑπομένως τὸ πλάτος τῆς ἀρετῆς,
ὅπως προηγουμένως τὸ σημείωσε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς
Ἰωάννης. Γράφει, λοιπόν, ὁ ἀπ. Παῦλος: «Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ,
δὲν συνίσταται στὸ νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει κανεὶς
ἐλεύθερα. Συνίσταται στὴ δικαιοσύνη, τὴν εἰρήνη καὶ
τὴν ὁμόνοια μὲ τοὺς ἀδελφούς μας καὶ στὴ χαρά, τὶς
ὁποῖες ἀρετὲς γεννᾶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Διότι
ἐκεῖνος, ποὺ μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς δουλεύει στὸν Χριστό, γίνεται εὐάρεστος στὸ Θεὸ καὶ ἐπιδοκιμάζεται

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

177

ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφοῦ λοιπόν, οἱ ἀρετὲς αὐτὲς
φέρουν τέτοιο ἀποτέλεσμα, ἂς ἐπιδιώκουμε καὶ ἐμεῖς
καθετὶ ποὺ συντελεῖ στὴν εἰρήνη καὶ στὴν ἀναμεταξὺ
μας πνευματικὴ ὠφέλεια καὶ πρόοδο καὶ οἰκοδομή».
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τόσο πολὺ εἶχε πεισθεῖ ὅτι
χωρὶς ἀρετὴ ἡ ἐπίτευξη τῆς εἰρήνης εἶναι ἄπιαστο
ὄνειρο, ὥστε νὰ μὴ θεωρεῖ καλὸ κάθε εἶδος εἰρήνης,
ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνο, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν εὐσέβεια καὶ
γενικὰ τὴν ἀρετή.
Πιστεύει ἀκόμη ὁ ἱερὸς Πατὴρ ὅτι ἡ ἀνομία φέρνει
τὸν πόλεμο. Ἡ ἀγάπη ἀντιτίθεται στὴν ἀνομία, διότι
«πλήρωμα νόμου ἡ ἀγάπη». Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τελεία
τήρηση καὶ ἐκπλήρωση τοῦ νόμου. « Ὁ πόλεμος εἶναι
διηνεκὴς (συνεχὴς) κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ
ζεῖ στὴν ἁμαρτία», γράφει ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός.
Γι᾿ αὐτὸ ὑπογραμμίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὁ
πλεονέκτης μὲ τὸν πλεονέκτη δὲν θὰ εἰρήνευε ποτέ·
διότι, ἐὰν βέβαια δὲν ὑπῆρχαν καὶ ἄνθρωποι δίκαιοι
καὶ ἐπιεικεῖς μεταξύ τους, θὰ εἶχε διασπασθεῖ τὸ γένος. Ὅπως ἀκριβῶς δυὸ θηρία τὰ ὁποῖα πεινοῦν πολύ, ἂν δὲν παρουσιασθεῖ μπροστά τους κάτι τὸ ὁποῖο
μποροῦν νὰ φάγουν, κατατρώγονται μεταξύ τους,
ἔτσι θὰ γινόταν καὶ μὲ τοὺς πλεονέκτες καὶ τοὺς κακούς. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει εἰρήνη, ἐὰν
προηγουμένως δὲν ἔχει κατορθωθεῖ ἡ ἀρετή (...).
Ὥστε καμιὰ ἄλλη αἰτία δὲν ὑπάρχει γι᾿ αὐτὸ πάλι,
παρὰ τὸ ὅτι ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη· ἡ δὲ αἰτία, γιάτο

178

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ὅτι ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη, εἶναι ὅτι πληθύνθηκε ἡ ἀνομία. Διότι αὐτὸ παρασύρει σὲ φιλαυτία καὶ διαιρεῖ
καὶ σχίζει τὸ σῶμα καὶ ἀποχαυνώνει καὶ διασπᾶ.
Ὅπου ὅμως ὑπάρχει ἀρετή, κάνει τὸ ἀντίθετο. Διότι
ὁ μὲν ἐνάρετος, καὶ ἀνώτερός τῶν χρημάτων εἶναι
καὶ ὅταν εἶναι ἀναρίθμητη ἡ φτώχεια, δύναται νὰ
εἶναι εἰρηνικός».
Τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀντίληψη ἔχει καὶ ὁ Ἰσίδωρος
Πηλουσιώτης, ὁ ὁποῖος συνδέει ἀναπόφευκτα τὴν
εἰρήνη καὶ τὴν ἐπιδίωξή της μὲ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν
εὐσέβεια: «Ἡ εἰρήνη ἀναμεμιγμένη μὲ τὴν ἀρετὴ
εἶναι θεῖο πράγμα. Ἐὰν ἡ μία εἶναι χωρὶς τὴν ἄλλη,
ἐξευτελίζεται ἡ ὡραιότητα τῆς ἀρετῆς. Διότι ὑπάρχει
μὲν εἰρήνη καὶ στοὺς λύκους πρὸς ὄλεθρο ὅμως τῶν
προβάτων. Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε αὐτὴ
εἰρήνη, ἀφοῦ δὲν κοσμεῖται αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἀρετή. Ἐὰν
δὲ αὐτὴ συγκεντρώνει καὶ τὰ δύο, πράγματι εἰρήνη
μπορεῖ νὰ ὀνομασθεῖ. Πραγματικὴ εἰρήνη εἶναι ἐκείνη,
ποὺ σεμνύνεται γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια».
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπίσης ἐπιζητεῖ τὴν συμβολὴ
τῶν πιστῶν στὴν ἀδελφοποίηση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν
ἐφαρμογὴ τῆς ἀρετῆς, διότι ἡ ἀρετὴ διαλύει μὲν τὴν
ἔχθρα, ἀλλὰ ἡ φιλία κάνει τοὺς ἀνθρώπους οἰκείους
καὶ συνεργάτες. Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπαιτεῖται
ἁρμονικὴ συνεργασία καὶ ἀγάπη τῶν μελῶν καὶ ὄχι
ἁπλῶς οὐδετερότητα ἡ ἀπουσία ἐχθροπραξιῶν. Γράφει: «Διότι ἐὰν κάνετε αὐτά, λέει, ἐὰν ἔχετε τὸ ἴδιο

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

179

φρόνημα καὶ εἰρηνεύετε, θὰ εἶναι καὶ ὁ Θεὸς μαζί
σας. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ἀγάπης καὶ εἰρήνης καὶ
σὲ αὐτὰ χαίρει, σ᾿ αὐτὰ εὐχαριστεῖται. Ἀπὸ ἐδῶ ἔρχεται καὶ σὲ μᾶς εἰρήνη, ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του».
Καὶ συνεχίζει: «Ἀπὸ ἐδῶ ἡ κατάργηση ὅλων τῶν
κακῶν. Αὐτὴ ἔσωσε τὴν οἰκουμένη, αὐτὴ κατέλυσε
τὸν ἀσταμάτητο πόλεμο, αὐτὴ συνήνωσε τὴ γῆ μὲ τὸν
οὐρανό, αὐτὴ ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους ἀγγέλους. Αὐτή,
λοιπόν, ἂς μιμηθοῦμε καὶ ἐμεῖς· διότι ἡ ἀγάπη εἶναι
μητέρα ἄπειρων ἀγαθῶν. Μὲ αὐτὴ σωθήκαμε, μὲ
αὐτὴ δοθῆκαν σὲ μᾶς τὰ ἀπόρρητα ἀγαθά».
Ὁπωσδήποτε ἡ ἀναφορά μας στὶς προαναφερθεῖσες ἀρετὲς δὲν ἐξαντλεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ περιορίζει
σ᾿ αὐτὲς καὶ μόνο τὸν ἀγώνα τοῦ πιστοῦ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ. Τὸν καθιστᾷ ὅμως
καθαρὸ καὶ δεκτικὸ δοχεῖο τῆς πανσθενοῦς θείας χάριτος, τὴν ὁποία συγκρατεῖ μὲ τὰ ποικίλα μέσα καὶ
τρόπους, ποὺ ὁ Θεὸς γνωρίζει νὰ χρησιμοποιεῖ. Καὶ
ὅταν ἡ χάρη σκηνώνει στὸν ἄνθρωπο, τότε πράγματι
αὐτὸς κατέχει τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τὴν «ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν».
β) Μὲ τὴ θεία βοήθεια
Ἀπὸ τὰ χρόνια της Π. Διαθήκης ὁ βασιλιὰς Δαβὶδ
μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ μελέτη καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου
νόμου παρέχουν εἰρήνη στὸν πιστό. Ἑρμηνεύει δὲ ὁ

180

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὴ διαπίστωση
ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ὡς πνευματικὴ τροφὴ ὅπου
εἶναι καὶ ἡ ὑπακοὴ σ᾿ αὐτόν, καταργοῦν τὸ διχασμὸ
τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἐσώτατα πάθη
τῆς ψυχῆς, ἐνῶ παράλληλα προάγεται στὴν ἀρετή.
Σημειώνει, λοιπόν:
«Εἰρήνη πολλὴ κυριαρχεῖ στὴν ψυχὴ ἐκείνων ποὺ
ἀγαποῦν καὶ φυλάσσουν τὸ νόμο Σου, καὶ οὔτε ἀπὸ
κάποιο πειρασμὸ κλονίζονται, οὔτε στὴν ἀρετὴ σκοντάπτουν. Διότι τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς εἰρηνεύσει
τόσο, ὅσο ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀπόκτηση τῆς
ἀρετὴ ς, ἡ ὁποία διώχνει μακριὰ τὸν πόλεμο τῶν
παθῶν καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διχάζεται μὲ
τὸν ἑαυτό του. Διότι, ἂν δὲν νοιώθει κανεὶς μέσα του
αὐτὴ τὴν εἰρήνη, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται σὲ βαθυτάτη
ἐξωτερικὴ εἰρήνη, καὶ ἂν κανένας ἐχθρὸς δὲν κτυπᾶ,
αὐτὸς εἶναι ἀθλιότερος ἀπὸ ὅλους ἐκείνους ποὺ τοὺς
μάχεται ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη».
Ὁ ἐσωτερικός, ἑπομένως, διχασμὸς εἶναι τὸ χειρότερο εἶδος πολέμου, ποὺ βιώνει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ
πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ αἰτιολογήσει τὴν παρακάτω ἀποψή του μὲ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα, ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη τὴν
καταστρέφουν κυρίως τὰ ἐσωτερικὰ πάθη καὶ ὄχι οἱ
ἐξωτερικὲς ἀσθένειες καὶ συμφορές: «Διότι», ὑποστηρίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «οὔτε Σκύθες, οὔτε
Θράκες, οὔτε Σαυρομάτες καὶ Ἰνδοὶ καὶ Μαῦροι, οὔτε

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

181

ὅλα τὰ ἄλλα ἀπολίτιστα ἔθνη, ποὺ συνηθίζουν νὰ κάνουν πολέμους, εἶναι τόσο ἄγρια ὅσο ἕνας παράλογος
συλλογισμὸς ποὺ φωλιάζει στὴν ψυχὴ καὶ ὅσο μιὰ
ἀθέμιτη ἐπιθυμία καὶ ἡ λαχτάρα τῶν χρημάτων καὶ
ὁ πόθος τῆς δυναστείας καὶ ἡ βιοτικὴ μέριμνα. Καὶ
πολὺ εὔλογα. Διότι ἐκεῖνος ὁ πόλεμος εἶναι ἐξωτερικός, ἐνῶ αὐτὴ ἡ μάχη εἶναι ἐσωτερική. Εἶναι δυνατὸ
ὅλοι νὰ παρατηρήσουν αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ὅσα προέρχονται ἀπὸ μέσα μας εἰναι βαρύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ
μᾶς προσβάλλουν ἀπὸ ἔξω καὶ μᾶς φθείρουν περισσότερο. Διότι ὁ σκώληκας, ποὺ γεννᾶται μέσα στὸ
ξύλο, τρώει περισσότερο τὴν ψύχα τοῦ ξύλου· καὶ
στὴ δύναμη καὶ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, τὰ νοσήματα ποὺ φυτρώνουν ἀπὸ μέσα μας προξενοῦν μεγαλύτερη καταστροφὴ ἀπὸ αὐτή, ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ
ἐξωτερικὲς αἰτίες. Καὶ τὰ κράτη δὲν τὰ διέλυσαν τόσο οἱ ἐξωτερικοὶ ἐχθροί, ὅσο οἱ ἐσωτερικοί.Ἔτσι, λοιπόν, καὶ τὴν ψυχὴ δὲν μποροῦν τόσο νὰ τὴν καταστρέψουν μηχανήματα, ποὺ ἔρχονται ἀπ᾿ ἔξω, ὅσο τὰ
νοσήματα ποὺ φυτρώνουν ἀπὸ μέσα».
Καὶ συνεχίζει: «Ἀλλὰ ἐὰν κανείς, ποὺ ἔχει τὸν
φόβο τοῦ Θεοῦ, καταπατήσει ἐντελῶς τὸν πόλεμο
αὐτὸν καὶ ἀποκοιμίσει τὰ πάθη καί, ἀφοῦ πνίξει
ἐκεῖνα τὰ ποικίλα θηρία τῶν παραλόγων συλλογισμῶν, καταφέρει νὰ μὴ φωλιάζουν πλέον μέσα του,
αὐτὸς θὰ ἀπολαύσει πολὺ βαθιὰ καὶ πολὺ καθαρὴ
τὴν εἰρήνη».

182

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Καὶ καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατὴρ στὸ συμπέρασμα
ὅτι ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκτᾶ ὁ πιστὸς μὲ τὴ
μελέτη τοῦ θείου νόμου τὸν κάνει χαρούμενο ἄνθρωπο καὶ ἰσχυρότερο τῶν δαιμόνων: «Ὅποιος», γράφει,
«ἔχει τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ δὲν φοβᾶται ὄχι μόνο βάρβαρο ἐχθρό, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Ἀλλὰ
καὶ χλευάζει ὁλόκληρη τὴ φάλαγγα τῶν δαιμόνων καὶ
εἶναι ὁ πλέον χαρούμενος ἄνθρωπος, διότι δὲν καταπιέζεται ἀπὸ τὴν πτώχεια, διότι δὲν βαρύνεται ἀπὸ
νόσο καὶ ἀρρώστια, οὔτε ταράσσεται ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα ἀπροσδόκητα, διότι ἔχει ψυχὴ γερὴ καὶ δυνατή,
ποὺ μπορεῖ νὰ τακτοποιήσει αὐτὰ τὰ πράγματα
εὔκολα καὶ προσεκτικά».
Ἀπὸ τὴν κοινὴ πίστη
Ἐπιπλέον ἡ μελέτη τοῦ θείου νόμου καὶ ἡ ὑπακοὴ
στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἑδραιώνουν στὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. Τὴν κοινὴ δηλαδὴ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ στὴν ἀλήθεια ὅτι ὅλοι οἱ
πιστοὶ ἀποτελοῦν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἡ
πραγματικότητα αὐτὴ συνυπάρχει μὲ τὴν εὐλογία τῆς
εἰρήνης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ προέτρεπαν οἱ ἅγιοι τοῦ Κυρίου
Ἀπόστολοι: «νὰ φροντίζετε μὲ κάθε προσπάθεια νὰ
διατηρεῖτε μεταξύ σας τὴν ἑνότητα, μὲ τὴν ὁποία σᾶς
ἕνωσε τὸ Πνεῦμα, χρησιμοποιοῦντες ὡς σύνδεσμο, ποὺ
θὰ σᾶς δένει ὅλους μαζὶ σ᾿ ἕνα, τὴν εἰρήνη. Ἀποτελεῖτε
ἕνα ἠθικὸ σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ ἕνα Πνεῦμα ζων-

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

183

τανεύει τὸ σῶμα αὐτό, καθὼς καὶ ἐκλήθητε μὲ μία
ὅλοι σας ἐλπίδα τῆς κλήσεώς σας, διότι ὁ Θεὸς γιὰ
μία καὶ τὴν αὐτὴ βασιλεία καὶ γιὰ τὰ αὐτὰ ἀγαθὰ
κάλεσε ὅλους σας. Ἕνας καὶ μόνος Κύριος ὑπάρχει·
μία πίστη ἔχουν ὅλοι οἱ χριστιανοί, ἕνα βάπτισμα ἔλαβαν ὅλοι. Ἕνας καὶ μόνος Θεὸς καὶ Πατέρας ὅλων
ὑπάρχει, αὐτὸς ποὺ εἶναι ἐπάνω ἀπὸ ὅλους Δεσπότης,
καὶ τοῦ Ὁποίου ἡ δύναμη διαχύνεται μέσα ἀπὸ ὅλα
τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα Της
καὶ ὁ Ὁποῖος κατοικεῖ μέσα σ᾿ ὅλους».
Ἡ εἰρήνη συνδέεται καὶ μὲ τὴν ὁμοψυχία καὶ τὴν
κοινὴ ἰδεολογικὴ τοποθέτηση. Ἔτσι κατανοεῖται ἡ
σύσταση τοῦ ἀπ. Παύλου: «ἡ ἑνότητα τοῦ Πνεύματος» ἐπιτυγχάνεται καὶ διατηρεῖται «ἐν τῷ συνδέσμῳ
τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ´ 3).
Τὸ ἰδεῶδες γιὰ τοὺς πιστοὺς εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ
Πνεύματος. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ Πνεύματος;
Καὶ πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ δώσει τὴν
ἀπάντηση λέγοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει ὅλες
τὶς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων, ὅσο διαφορετικοὶ καὶ
ἂν φαίνονται αὐτοὶ ἐξωτερικά. Μάλιστα ἡ ἑνότητα
αὐτὴ τοῦ Πνεύματος εἶναι ἰσχυρότερη καὶ ἀνώτερη
ἀπὸ κάθε ἄλλη ἑνότητα, ἐφόσον εἶναι πνευματικῆς
φύσεως: «Ὅπως ἀκριβῶς στὸ σῶμα ὑπάρχει πνεῦμα
τὸ ὁποῖο συνέχει τὰ πάντα, ἂν καὶ σὲ διάφορα μέλη,
ἔτσι καὶ ἐδῶ. Διότι γι᾿ αὐτὸ δόθηκε τὸ Πνεῦμα, γιὰ νὰ
ἑνώσει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι χωρισμένοι κατὰ γένη

184

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καὶ κατὰ τοὺς τρόπους. Διότι ὁ γέροντας καὶ ὁ νέος,
ο.πτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος, τὸ παιδὶ καὶ ὁ ἔφηβος, ἡ
γυναίκα καὶ ὁ ἄνδρας καὶ κάθε ψυχὴ γίνεται ἕνα, καὶ
περισσότερο ἀπὸ ὅσο, ἐὰν ἦταν ἕνα σῶμα. Διότι ἀπὸ
αὐτὴ τὴ συγγένεια πολὺ μεγαλύτερη εἶναι ἐκείνη, καὶ
αὐτὴ ἡ ἕνωση εἶναι τελειότερη. Διότι ἡ ἕνωση τῆς
ψυχῆς εἶναι τελειότερη, ὅσο καὶ πιὸ ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη εἶναι αὐτή».
Ἀκριβῶς διότι ἑνωμένοι μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ
γινόμαστε ἕνα σῶμα, ἐπιτρέπεται στὸν πιστὸ δοῦλο
νὰ κοινωνεῖ τῶν ἀρχάντων Μυστηρίων, ἐνῶ ἀπαγορεύεται στὸν κατηχούμενο δεσπότη, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὅλοι εἴμαστε ὁμόδουλοι καὶ ὁμότιμοι, διότι ὅλοι εἴμαστε ἀπελεύθεροι Χριστοῦ καὶ ὀντολογικῶς ἴσοι.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος στὸν ἐπιτάφιό του στὸν Βασίλειο λέει: «Ἔπειθε τοὺς ἀνθρώπους πραγματικὰ νὰ
μὴ καταφρονοῦν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ
ἀτιμάζει τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Κεφαλὴ ὅλων, μὲ τὴν
ἀπανθρωπία μὲ τὴν ὁποία συμπεριφέρονταν αὐτοί».
Τονίζει δὲ ἀλλοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ναζιανζηνός: «Διότι ἀκόμη καὶ ὅταν εἴχαμε χωρισθεῖ σὲ ἀντίπαλες μερίδες, ὑπῆρχε μέσα μας τὸ πιὸ σημαντικό, ἡ
κοινὴ πίστη, καὶ ὅτι γνωρίζαμε ὅτι δὲν εἴχαμε διαφορὲς ὡς πρὸς τὴν ἀλήθεια οὔτε εἴμαστε ἀντίθετοι,
ἀλλὰ εἴχαμε διαμορφωθεῖ μὲ τὸν ἴδιο χαρακτήρα τῆς
πίστεως καὶ τῆς πρώτης μας ἐλπίδας».

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

185

Ἀφοῦ δόθηκε τὸ πλάτος τῆς ἑνότητας τοῦ Πνεύματος, ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος συνεχίζει παρέχοντας
καὶ τὸν τρόπο τῆς διατηρήσεώς της. Ἐρωτᾶ: «Πῶς
δὲ αὐτὴ φυλάσσεται; Ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης».
Πῶς δὲ διατηρεῖται αὐτή; Διὰ τοῦ συνδέσμου τῆς
εἰρήνης.
Γιὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα ἡ εἰρήνη αὐτὴ δὲν ἐμφανίζεται νὰ διατηρεῖται γιὰ λίγο καὶ κατόπιν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζοῦν μὲ τὴν ἀνάμνησή της, ἀλλὰ παρουσιάζεται ὡς «σύνδεσμος» ἢ «δεσμός», κάτι δηλαδὴ ποὺ
δένει τοὺς ἀνθρώπους καὶ καθιστᾶ τὶς σχέσεις τους
σοβαρὲς καὶ ἀνθεκτικὲς στὸ χρόνο καὶ τὶς ἀντιξοότητες. Καὶ αὐτὸς ὁ εἰρηνικὸς καὶ ἐλεύθερος «σύνδεσμος» τοῦ Πνεύματος λειτουργεῖ μὲ τὴν παρουσία
τῆς ἀγάπης. Τότε, ὄχι ἁπλῶς ἑνώνονται, ἀλλὰ ἀδελφώνονται οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μὲ τὸ παράδειγμα τῆς φωτιᾶς καθιστᾶ περισσότερο παραστατικὸ τὸ λόγο του:
«Διότι, ὅπως ἀκριβῶς τὸ πῦρ, ὅταν μὲν βρεῖ ξηρὰ ξύλα, σὲ μιὰ φωτιὰ μετατρέπει τὰ πάντα, ἐνῶ ὅταν
εἶναι ὑγρά, οὔτε ἐνεργεῖ πάνω τους, οὔτε τὰ ἀνάβει,
ἔτσι καὶ ἐδῶ· τίποτε ἀπὸ ὅσα τὴν ψυχραίνουν δὲν
μποροῦν νὰ τὴν κάνουν νὰ συνενώσει, ἐνῶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, τὶς περισσότερες φορὲς τὸ καθένα
ἀπὸ ὅσα τὴν θερμαίνουν. Ἀπὸ αὐτό, λοιπόν, γεννᾶται
καὶ ἡ θερμότητα τῆς ἀγάπης μὲ τὸν σύνδεσμο τῆς
εἰρήνης θέλει νὰ δέσει μαζὶ ὅλους ἐμᾶς· ἔτσι καὶ ἐδῶ

186

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

θέλει νὰ συνδεθοῦν μεταξύ τους, ὄχι ἁπλῶς νὰ εἰρηνεύουν, οὔτε ἁπλῶς ν· ἀγαποῦν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὅλα
ἕνα, μία ψυχή. Καλὸς εἶναι αὐτὸς ὁ δέσμος· καὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὸ Θεὸ ἂς συνδέσουμε τοὺς ἑαυτούς
μας. Δὲν πονάει οὔτε πιέζει τὰ δεμένα χέρια αὐτὸς
ὁ δεσμός, ἀλλὰ ἐλευθερώνει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ πολλὴ
εὐρυχωρία καὶ κάνει νὰ εἴμαστε περισσότερο εὔθυμοι
ἀπὸ ὅ,τι οἱ λυμένοι».1
Μέσα στὴ ζωὴ τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας διαλάμπει ἡ ἔννοια τῆς κοινῆς πίστεως καὶ τῆς ἀδελφότητας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ξεπερνᾶ
τὴν ἔννοια τῆς ἰσότητας. Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ἁπλῶς
ὁμότιμος, εἶναι ἀδελφός. Καὶ τὸν ἀδελφὸ δὲν μπορεῖ
παρὰ νὰ τὸν ἀγαπᾶς, νὰ μοιράζεσαι μαζί του τὴν
ζωὴ καὶ νὰ βαδίζεις μαζί του στὴν ἀπολύτρωση. Γι᾿
αὐτὸ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ προτρέπει: «Διατηρεῖτε
ἀναμμένο μέσα σας τὸ ἐξαγνιστικὸ πῦρ τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς θείας Χάριτος καὶ ε ἲδικῶς καύσατε μὲ αὐτὸ τὸν ἐγωισμό, ποὺ καταστρέφει τὴν ἑνότητα, καὶ νὰ ἔχετε τὴν εἰρήνη μεταξύ σας, χωρὶς νὰ
φιλονεικεῖτε γιὰ πρωτεῖα καὶ τιμητικὲς διακρίσεις».
Στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἕνα πρωτεῖο ἀναγνωρίζεται. Τὸ πρωτεῖο τῆς ἁγιότητας, ποὺ οἰστρηλατεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ πραγματοποιήσει στὸν ὑπέρτατο βαθμὸ τὴν ἀγαθή του φύση. Ὁ Μ.Βασίλειος διακηρύττει: «Ἄρχοντες μέντοι εἰσι οἱ πάσης της γῆς
ἅγιοι διὰ τὴν πρὸς τὸ καλὸν οἰκείωσιν». Οἱ ἅγιοι

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

187

εἶναι βεβαίως οἱ ἄρχοντες ὅλης της γῆς, διότι ἔχουν
οἰκειοποιηθεῖ τὸ καλό.
Ἐτσι μὲ τὴν κοινὴ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὅλοι
οἱ ἀνθρώπινοι διαχωριστικοὶ φραγμοὶ πέφτουν. Ἐξ
ἄλλου στὴ θεία λατρεία τὸ Ποτήριο εἶναι κοινό.
Στὴν Ἐκκλησία τιμοῦνται δοῦλοι ποὺ ἔγιναν ἅγιοι, μάρτυρες, ἱερεῖς, ἐπίσκοποι. Ὁμότιμοι καὶ ὁ
ἄνδρας μέτη γυναίκα. Κοινὴ ἡ ἀρετὴ (ἡ ἠθικὴ μία),
μία ἡ σωφροσύνη, ἡ αἰδὼς μία, ἡ χάρη κοινή, κοινὴ
καὶ ἡ σωτηρία. Ἡ θεία λατρεία καὶ ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία εἶναι διαρκὴς ὑπόμνηση καὶ διαβεβαίωση ὅτι ὁ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος εἶναι κορυφαία στὴ γῆ ἀξία, ἀφοῦ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπέθανε αὐτὸς
ὁ Χριστός.
Ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
Ὅμως μαζὶ μὲ ὅλα τὰ προηγούμενα καὶ ἐπιπλέον
καὶ πρὸ πάντων δὲν πρέπει οὔτε στιγμὴ νὰ μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ εἰρήνη γενικά, καὶ μάλιστα ἡ ἐσωτερική,
τῆς ψυχῆς ἡ εἰρήνη, εἶναι καρπὸς τοῦ Πνεύματος τοῦ
Ἁγίου (Γαλ. ε´ 22), τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς
Χριστὸς ἐγκαινιάζει καὶ «πέμπει» στὶς ψυχὲς τῶν
πιστῶν Του.
Πόσο ὡραία τὸ λέει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Ὁ καρπὸς
ποὺ παράγει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέτο φωτισμὸ καὶ τὴ
χάρη ποὺ χορηγεῖ στὶς ψυχές μας, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ
χαρά, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ συνείδηση, ἡ

188

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

ἀχώριστη ἀπὸ τὴν εἰρήνη, ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ πλατειὰ καρδιὰ στὶς ἀδικίες ποὺ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἡ ἀγαθὴ
διάθεση καὶ καλωσύνη, ἡ εὐεργετικὴ ἐκδήλωση καὶ ἡ
ἐξωτερίκευσή της, ἡ ἀξιοπιστία στοὺς λόγους καὶ τὶς
ὑποσχέσεις μας, ἡ πραότητα, ἡ ἐγκράτεια στὸ πονηρό.
Ποῦ εἶναι οἱ ἀρετὲς αὐτὲς στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν;
Διότι ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἑνωμένη, συνδεδεμένη μὲ κάθε ἀρετή.
Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι καρπὸς τῆς «ἐν Χριστῷ» «καινῆς κτίσεως» (Β´ Κορ. ε´ 17). Καθένας ποὺ
εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστό, εἶναι νέο δημιούργημα
καὶ ἔχει πολλὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὸ ἐλεός Του. Γι᾿ αὐτὸ
γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Σὲ ἐκείνους ποὺ θὰ ἀκολουθοῦν τὴ διδασκαλία αὐτή, γιὰ τὴ νέα κτίση καὶ θὰ τὴν
ἔχουν ὡς μέτρο καὶ ὑπόδειγμα γιὰ νὰ συμμορφώσουν
πρὸς αὐτὴ τὴ ζωὴ τοὺς εἴθε νὰ εἶναι εἰρήνη καὶ ἔλεος
πάνω τους».
Καὶ ἡ εἰρήνη αὐτή, ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα ὡς δῶρο καὶ ἀμοιβὴ ὀτὸν ἀγώνα τοῦ πιστοῦ,
εἶναι τελεία καὶ πλήρης, ὅπως καὶ στοὺς Μαθητές.
Ὅ,τι συνέβη στοὺς Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους κατὰ
τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ κατέβηκε τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα καὶ κατέστησε τὶς καρδιές τους «γαληνόμορφες», ἱλαρὲς καὶ εἰρηνικές, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ
κάθε πιστό, ὁ ὁποῖος προσεύχεται στὴ θεία Λειτουργία καὶ κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Ὅπως
ἔγινε μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν δέχθηκαν τὴν ἐπι-

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

189

φοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἔγιναν κήρυκες
τῆς εἰρήνης, ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τοὺς πιστούς. Ὁ ἅγιος
νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει τὰ ἀκόλουθα γιὰ
τὴν ἀλήθεια αὐτή: «Ἕως νὰ δεχθοῦν τὴν χάριν τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν τελείαν
εἰρήνην καὶ ἀταραξίαν εἰς τὴν καρδίαν των, ἀλλ᾿ ἐμερίζοντο εἰς διαφόρους λογισμούς· ὅταν δὲ ἔλαβον τὴν
χάριν καὶ ἐνέργειαν τοῦ εἰρηνοδώρου καὶ εἰρηνοποιοῦ
Πνεύματος, τότε εἰρήνευσαν μὲ τελειότητα, ἐστερεώθησαν οἱ λογισμοί των, καὶ ἡ καρδία τῶν ἔγινε πραεία,
εἰρηνική, καὶ γαληνόμορφος περισσότερο, παρ᾿ ὅτι ἡ
θάλασσα φαίνεται τοιαύτη ἐν καιρῷ γαλήνης».
Ἂν βάλουμε ὡς στόχο μας νὰ ἀποκτήσουμε τὴν
εἰρήνη, δηλαδὴ νὰ ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, νὰ ἐφαρμόζουμετο νόμο Του, τότε θὰ ἔχουμε καὶ τὴ διατήρηση τῆς εἰρήνης.
Ὑποστηρίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι διασκεδάζουν μὲ
τὰ ταξίδια, τὶς περιηγήσεις, τὰ ἀξιοθέατα. Ὅλα αὐτὰ
δὲν εἶναι τίποτε. Ὅταν ἔχει κανεὶς στὴν καρδιὰ του
τὴν εἰρήνη, ἔχει τὸν Παράδεισο! Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι
ἡ εἰρήνη. Καὶ ὁ Χριστὸς δίδει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη.
Χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι
ματαιοπονία κάθε ἀναζήτηση τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης.
Οἱ μακριὰ τοῦ Χριστοῦ ἄνθρωποι, τὴν ἀναζητοῦν,
προσπαθοῦν, ἀλλὰ ἢ δὲν βρίσκουν πουθενὰ τὴ γαλήνη
τους ἢ ὅ,τι ἐπιτυγχάνουν εἶναι μικρὲς ἀνάπαυλες στὶς
ἀνησυχίες τῆς ψυχῆς τους.

190

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

γ) Ὑποδείγματα εἰρηνικά
Ἀλλὰ μέσα στὰ χριστιανισμὸ ἔχομε παραδείγματα,
ὄχι μόνο λόγια. Ἔχουμε ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν, ζοῦν,
χαίρονται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τους τὴν εἰρήνη τοῦ
Χριστοῦ. Ἂν ἀνοίξουμετην Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴ μελετήσουμε, πόσα τέτοια παραδείγματα θὰ παρουσιασθοὺν μπροστά μας, ποὺ θὰ μᾶς κάνουν νὰ ἀπορήσουμε. Μᾶς διδάσκουν πάνω στὰ πράγματα τί θὰ πεῖ
εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ. «Τὸ γλυκὺ καὶ πράγμα καὶ ὄνομα», ὅπως ἔγραφε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τὸ
ὁποῖο δυστυχῶς, τόσο πολὺ λείπει στοὺς καιρούς μας.
Ἔτσι τὰ εἰρηνικὰ παραδείγματα, μαζὶ μὲ τὸν
ἀγώνα τοῦ πιστοῦ καὶ τὴ θεία βοήθεια, συντελοῦν
στὴν ἀπόκτηση τῆς εἰρήνης, μὲ τὸ νὰ μᾶς ἐνθαρρύνουν
καὶ πείθουν στὸ ὅτι ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι
μιὰ οὐτοπία, ἀλλὰ μιὰ ἁπτὴ πραγματικότητα.
Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά.
Παραδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν
Ὅταν ὁ Κύριος ἔλεγε στὸν Πέτρο τὸ βράδυ ἐκεῖνο
ὅτι θὰ Τὸν προδιδε, δοκίμασε αὐτὸς μεγάλη ταραχή.
Κατόπιν ὅμως παρέδωσε τὴν κὰρδιά του στὸ Χριστὸ
καὶ μπόρεσε νὰ πεῖ ἐκεῖ στὴ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος
ὅτι «Σὲ ἀγαπῶ Κύριε, Σὺ ξέρεις τὴν καρδιά μου.
Ξέρεις ὅτι Σὲ ἀγαπῶ». Καὶ μὲ τὸν πιστὸ χριστιανὸ
τὸ ἴδιο συμβαίνει. Μπορεῖ τὰ πράγματα νὰ ἀλλάζουν.
Ὅμως αὐτὸς παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὸν Χριστὸ

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

191

καὶ βλέπετε ὅ,τι καὶ ἂν συμβαίνει νὰ εἶναι εἰρηνικός.
Ἂς μελετήσουμε ἕνα πὲριστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς
πρώτης Ἐκκλησίας. Ὁ Ἡρώδης ὁ βασιλιάς, ἐγγονὸς
τοῦ Ἡρώδη ποὺ ἔσφαξε τὰ νήπια, ἐγκληματίας καὶ
αὐτός, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους, συλλαμβάνει τὸν ἀδελφὸ τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, τὸν Ἰάκωβο, ἕνα ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀδελφοὺς καὶ ἐκλεκτοὺς ἀποστόλους καὶ τὸν θανατώνει. Ὅταν εἶδε ὅτι ὁ θάνατος
αὐτὸς εὐχαρίστησε τοὺς Ἰουδαίους, ἀμέσως συλλαμβάνει καὶ τὸν Πέτρο· θὰ τὸν ἐκτελοῦσε ἀμέσως, ἂν
δὲν συνέπιπταν οἱ γιορτὲς τοῦ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων.
Ἀφήνει, λοιπόν, νὰ περάσουν οἱ γιορτές. Κατόπιν
τὸν παρουσιάζει μπροστὰ στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸν δικάσει δημοσίως καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσει. Φθάνει τὸ βράδυ τὸ τελευταῖο τῆς ζωῆς τοῦ Ἀποστόλου. Τὸν ἔχει
στὴ φυλακή. Τὸν φρουροῦν δυὸ στρατιῶτες, ποὺ εἶναι
μαζί του δεμένοι μὲ ἁλυσίδες, γιὰ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ
φύγει. Ξεύρει ὅτι τὴν ἄλλη ἡμέρα εἶναι τὸ τέλος του.
Καὶ τί κάνει ὁ ἄξιος τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος;
Κοιμᾶται! Κοιμᾶται ἥσυχος! Διατί; Θυμᾶται τὰ λόγια
τοῦ Κυρίου: «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε» (Ἰω. ιδ´
1). Ἐμπιστευθεῖτε σ᾿ Ἐμένα τὸν Σωτῆρα σας καὶ Θεό
σας. Λέει ὁ Πέτρος: «Θὰ μὲ ἀφήσει νὰ ζήσω; Θὰ πεθάνω; Ὅ,τι θέλεις Κύριε ἂς γίνει· τὸ δικό Σου θέλημα
ἂς γίνει». Καὶ εἰρηνικός, ἐνῶ πρόκειται νὰ θανατωθεῖ,
κοιμᾶται!

192

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἀλλὰ καὶ ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος. Εἶναι μιὰ
μορφὴ ἐξαιρετική. «Πλήρης Πνεύματος Ἁγίου»
(Πράξ. ζ´ 55). Μὲ χαρίσματα ἰδιαίτερα τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁμολογεῖ τὸν Χριστό, τὸν
ἁρπάζουν οἱ φανατικοὶ Ἰουδαῖοι, τὸν βγάζουν ἔξω
ἀπὸ τὴν πόλη σύροντάς τον καὶ ἀμέσως ἁρπάζουν
πέτρες καὶ μὲ δύναμη τὶς ρίχνουν πάνω του. Καθὼς
δέχεται τὰ κτυπήματα, σπάζουν τὰ κόκκαλα. Οἱ πόνοι εἶναι ἀφόρητοι. Τὸν ἀκοῦνε νὰ λέει: «Κύριε,
Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου» (Πράξ. ζ´ 59).
Εἰρηνικός, Κύριε, πάρε μὲ μαζί Σου. Καὶ ὅταν οἱ πέτρες τὸν ἀναγκάζουν νὰ γονατίσει καὶ φθάνει τὸ τέλος του, σηκώνει πάλι τὰ μάτια του καὶ ἀπευθύνεται
πρὸς τὸν Κύριο καὶ λέει: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς
τὴν ἁμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ´ 59). Συγχώρεσέ τους
Κὺριε, γι᾿ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία.
Πόση εἰρήνη πρέπει νὰ εἶχε ἡ καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ
ἁγίου ἀνθρώπου, τοῦ πρωτομάρτυρα, τὴν ὥρα τοῦ
φρικτοῦ μαρτυρίου! Οὔτε δημόσια τους ἐχθρούς του
ἀπειλεῖ, οὔτε ἀναστενάζει. Τίποτε ἀπὸ αὐτά. Γαλήνιος, εἰρηνικὸς λέει: Πάρε τὴν ψυχή μου. Συγχώρησέ
τους. Ἀπόλυτη εἰρήνη!
Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπ. Παῦλος, ὁ ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων, βρίσκεται στὰ τέλη τοῦ βίου
του φυλακισμένος στὴ ρώμη. Ἡ ἀπόφαση ἔχει ἐκδοθεῖ. Ἀναμένει τὸν θάνατό του. Καὶ γράφει: «Χύνω τὸ
αἷμα μου σπονδή, θυσιάζομαι. Ὁ καιρὸς ποὺ θὰ φύγω

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

193

ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο ἔφθασε». Λοιπόν; Τρομάζει;
Φοβᾶται; Ἀγωνιᾶ; Ὄχι. Ἀλλὰ ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως τὸν κάνει νὰ διατυπώνει αὐτὴ τὴ διακήρυξη:
«Ἀγωνίσθηκα στὴ ζωή μου τὸν καλὸ ἀγώνα. Ἐκεῖ
ποὺ μὲ ἔβαλε ὁ Θεὸς ἐργάσθηκα μὲ ὅλη τὴν ψυχή
μου. Ἀγώνα ἔκανα. Μάχη ἔδιδα συνεχῶς. Τὸν δρόμο
μου, τὴ ζωή μου τὴν τελείωσα. Τὴν πίστη, ποὺ μου
ἐνεπιστεύθηκε ὁ Χριστός, τὴν κρατῶ. Δένπερεξεκλινα
καθόλου. Ἐμειναάφοσιωμενος παρὰ τὴν ἀντίδραση
τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν ἐχθρῶν. Λοιπόν, ὁ Κύριος
μου, ποὺ εἶναι δίκαιος Κριτὴς θὰ δώσει καὶ σὲ μένα
σύμφωνα μὲ τοὺς κόπους τὸ στεφάνι τῆς δόξας καὶ
εὐλογίας, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου».
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ἐπίσης, εἶναι μία
ἁγία μορφὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Καταδικάζεται
σὲ θάνατο. Ἡ ἀπόφαση εἶναι νὰ τὸν στείλουν ἀπὸ
τὴν Ἀντιόχεια στὴ ρώμη νὰ θανατωθεῖ. Μὲ συνοδεία
ξεκινᾶ μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια νὰ πάει στὴ
ρώμη ἀπὸ τὴν Ἐγνατία ὁδό. Ἐνῶ πλησιάζει ὁ θάνατος, σκορπίζει τὴν εἰρήνη γράφοντας ἐπιστολὲς στοὺς
συνεργάτες του, δίδοντας συμβουλὲς καὶ παραδίδοντας τὶς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Στὴ ρώμη οἱ χριστιανοὶ γνωστοποιοῦν ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς χριστιανὸς
Ἱεράρχης πρόκειται νὰ θανατωθεῖ. Κινοῦνται μὲ κάθε
τρόπο νὰ σώσουν τὴν ζωή του. Καὶ ὅμως αὐτὸς διαφωνεῖ. «Μὴ κάνετε αὐτό. Μὴ μ᾿ ἐμποδίζετε. Ἐμένα
οὔτε ἡ φωτιά, οὔτε ὁ σταυρός, οὔτε τὰ θηρία, οὔτε

194

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

τὰ βασανιστήρια, οὔτε τὸ ἄλεσμα ποὺ θὰ ὑποστῶ
ἀπὸ τὰ δόντια τῶν θηρίων, οὔτε τὰ βάσανα, ποὺ θὰ
χρησιμοποιήσει ὁ σατανᾶς, θὰ μπορέσουν νὰ μὲ
ἐμποδίσουν. Ἐγὼ ἕνα θέλω. νὰ κερδίσω τὸν Ἰησοῦ
Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, μὴ κάνετε κανένα
κόπο. Ἀφῆστε μὲ νὰ ζυμωθῶ καὶ νὰ γίνω ἄρτος, νὰ
προσφερθῶ θυσία στὸν Κύριό μου. Δὲν ἀγαπῶ τὴ γῆ.
Ὑπάρχει μέσα μου ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ
μὲ φωνάζει: «Δεῦρο πρὸς τὸν Πατέρα». Ἀνέβα πάνω
στὸν Πατέρα σου, τὸ Θεό σου.
Γιὰ μαρτύριο πηγαίνει.Τὰ θηρία θὰ τὸν κατασπαράξουν. Καὶ ὅμως εἶναι γεμάτος ἀπὸ γαλήνη.
Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν μεγάλο καὶ οἰκουμενικὸ διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἅγιο Ἰωάννη
τὸν Χρυσόστομο. Τὸν εἶχαν καταδικάσει σὲ ἡλικία πενήντα δύο ἐτῶν.Ἦταν ἀσθενικός, μὲ πυρετούς, ἐξαντλημένος. Καὶ ὅμως τὸν ἐξαναγκάζουν νὰ πάει ἐξόριστος στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Ἀρμενίας πρὸς τὸν Καύκασο. νὰ ὁδοιπορήσει μέσα στὸ ψύχος τὸ δριμύ. Καὶ
ἐκεῖνος ἔγραφε ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῆς
Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοὺς εἰρήνευε.
«νὰ τὸν ὀνομάσουμε μάρτυρα; Καὶ τοῦ ἁρμόζει
ἐπειδή, χωριστὰ ἀπὸ τὶς ἀσθένειες, τοῦ ὑδρωπικοῦ,
τῶν λαύρων πυρετῶν, καὶ τῆς παντοτεινῆς στομαχαλγίας, ὁποὺ ἔπασχε ὁ τρισμακὰριστός, ἔλαβε καὶ
τόσα βάσανα καὶ μαρτύρια στὴν ἐξορία του, τόσο
ἀπὸ τοὺς σκληροὺς καὶ ἄσπλαγχνους στρατιῶτες,

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

195

ὁποὺ ἦταν μαζί του, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ Φερέτριο, τὸν
ἀπάνθρωπο ἐπίσκοπο τῆς Καισάρειας, ὥστε ὁποὺ
κατ᾿ οὐδένα τρόπο φάνηκε τῶν μαρτύρων κατώτερος·
καθὼς καὶ μόνος ἔγραφε αὐτὰ στὴν ἐπιστολή, μὲ τὸ
χρυσό του καλάμι· «Ἀνηλώθημεν, ἐδαπανήθημεν μυρίοις ἀπεθάνομεν θανάτοις· καὶ ταῦτα ἴσασιν ἀκριβέστερον οἱ καὶ βραχείαν ροπὴν ἡμῖν συγγενόμενοι·
πρὸς οὓς διαλεχθῆναι τί μικρὸν ἠδυνήθην, ὑπὸ τῶν
συνεχόντων πυρετῶν καταβεβλημένος. Καὶ γὰρ τῶν
τὰ μέταλλα ἐργαζομένων, καὶ τὸ δεσμωτήριον οἰκούντων, χαλεπώτερα, καὶ πεπόνθαμεν, καὶ πάσχομεν.
»Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου του, ἦλθαν
οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, Βασιλίσκος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ
ὁ Λουκιανὸς καὶ τὸν προσκάλεσαν γιὰ νὰ ὑπάγει στὰ
Οὐράνια νὰ συγκατοικήσει μὲ αὐτοὺς ὡς συναθλητής·
ἀφήνω νὰ λέω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυρία Θεοτόκος τοῦ
προεῖπε, ὅτι θέλει δοκιμάσει μαρτυρικὸ τέλος».
Τοὺς ἔλεγε νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ὅ,τι
ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς εἶναι γιάτο καλό μας. νὰ μὴ ἔχετε
τίποτε ἐναντίον κανενός. νὰ μὴ ἔχετε βαρειὰ τὴν
καρδιά σας.
Τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του ἔφθασε σ᾿ ἕνα
ἐκκλησάκι, τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου. Καὶ κοιμήθηκε τὸ
βράδυ. Τὴ νύκτα παρουσιάζεται ὁ ἅγιος στὸν ὕπνο
του καὶ τοῦ λέει: «Ἀγαπητὲ ἀδελφέ, ἔχε θάρρος, διότι
αὔριο θὰ εἴμαστε μαζί». Λέει, λοιπόν, στοὺς στρατιῶτες: «Σᾶς παρακαλῶ, μὴ συνεχίσετε τὸ ταξείδιο

196

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

αὐτό, διότι ἐγὼ θὰ φύγω ἀπὸ τὴ γῆ αὐτή». Ἀλλὰ
αὐτοὶ ποῦ νὰ ἀκούσουν.
Σκληροὶ ἄνθρωποι, τὸν παίρνουν καὶ συνεχίζουν
τὴν πορεία, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ συνεχίσουν ἐξ
αἰτίας τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας του, ποὺ εἶχε ἐπιδεινωθεῖ. Ἐπιστρέφουν στὸ ἐκκλησάκι. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος
Ἰωάννης ὁ Χρυσοτόμος κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἔπειτα εἰρηνικὸς εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια:
«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν. Ἀμήν». Δοξασμένο τὸ
ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλα. Ἀμήν.
Ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Ἔπειτα ἀπὸ τέτοιο
μαρτύριο, ἀπὸ τέτοια ταλαιπωρία, ἀπὸ τέτοιο πόλεμο
καὶ κατασυκοφάντηση καὶ καθαίρεση! Εἰρηνικὸς παρ᾿
ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ μὲ
αὐτὸ τὸν τρόπο παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Ὅλος γαλήνη.
Καὶ ἄλλα παραδείγματα, ποὺ δὲν εἶναι λίγα,
ἔρχονται νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μόνο ὁ
ἄνθρωπος ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ καὶ προσπαθεῖ νὰ καταστείλει τὸν πόλεμο τῶν ἐσωτερικῶν παθῶν, μόνο
ἐκεῖνος ἀπολαμβάνει τὴν καθαρὴ καὶ βαθειὰ εἰρήνη.
Αὐτὴ τὴ βαθειὰ εἰρήνη, τὴν στηριγμένη ἐπάνω
στὴν πίστη καὶ στὴν τελεία ἀφοσίωση στὸν Χριστό,
ἀπόλαυσαν καὶ οἱ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πέρασε ἡ ζωή τους μέσα σὲ κακοπάθειες
καὶ ἐξορίες καὶ διωγμοὺς καὶ κακώσεις. Καὶ ὅμως ἡ
εἰρήνη τοῦ Θεοῦ δὲν διασαλεύθηκε στὶς ψυχές τους.
Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του ὁ Μ. Ἀθανάσιος

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

197

πολλάκις, ἀλλὰ γεμάτος εἰρήνη συνεχίζει τὸν πολυμέτωπο ἀγώνα του μέχρι τὴν τελικὴ νίκη. Διέρχεται ἀπὸ
ποικίλες δοκιμασίες, οἱ ὁποῖες ἔθεσαν σὲ κίνδυνο καὶ
αὐτὴ τὴ ζωή του, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἀλλὰ μένει
εἰρηνικὸς καὶ ἀκάματος. Ἀπειλεῖται ὁ Μ .Βασίλειος
ἀπὸ τὸν Μόδεστο, ὅτι, ἂν δὲν ὑποταχθεῖ στὴ βουλὴ
τοῦ βασιλιά, θὰ ὑποστεῖ μεγάλα κακά, θὰ διωχθεῖ, θὰ
ἐξορισθεῖ, θὰ δημευθεῖ ἡ περιουσία του, θὰ θανατωθεῖ,
καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν γεννᾶ τὴν παραμικρὴ σκιὰ
ἀνησυχίας. Ὄχι μόνο μένει εἰρηνικός, ἀλλὰ καὶ βεβαιώνει ὅτι τὸ μεγαλύτερο θεωρούμενο κακό, ὁ θάνατος,
θὰ τὸν ὁδηγήσει μιὰ ὥρα ἐνωρίτερα πλησίον τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τόσο ἀγαπᾶ καὶ γιὰ τὴν χάρη τοῦ Ὁποίου
εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸν δεχθεῖ μὲ χαρὰ τὸν θάνατο.
Τὸ παράδειγμα τῶν Μαρτύρων
Ἀπὸ τὸ φυτώριο αὐτὸ τῆς νέας «ἐν Χριστῷ» ζωῆς,
«ἐν εἰρήνῃ» ἀναδύθηκαν οἱ Μάρτυρες, οἱ κατ᾿ ἐξοχὴν
ἄνθρωποι, ὁ τύπος τοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στὴν ἀνώτατη συνείδηση εἰρήνης.Ὄχι μόνο
δὲν ἀδικεῖ, ἀλλὰ ἀδικούμενος εἰρηνεύει. Πραγματοποιεῖ τὰ θεόπνευστα λόγια: «μετὰ τῶν μισούντων τὴν
εἰρήνην ἤμην εἰρηνικὸς» (Ψαλμ. ρΙΘ´ 7).
Περιφρονήσεις, ἀδικίες, διωγμοί, φυλακίσεις, βασανιστήρια ποικίλαμπροστά τους τὰ ἐργαλεῖα, μὲ τὰ
ὁποῖα σὲ λίγο θὰ τοὺς βασανίσουν, θὰ τοὺς κάψουν,
θὰ τοὺς διαμελίσουν. Βλέπουν τὶς πυρωμένες ἐσχάρες

198

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

καὶ τὰ «ἀρ-θρέμβολα», δηλαδὴ τὰ βασανιστήρια
ὄργανα πρὸς παράλυση τῶν ἁρμῶν τοῦ σώματος, καὶ
τοὺς σιδερένιους ὄνυχες καὶ τὸ λειωμένο μολύβι καὶ
τὴν πίσσα τὴν καυτή, τὰ ξίφη καὶ τὰ ὄργανα τῆς
σταυρώσεως καὶ ἡ καρδιά τους δὲν δοκιμάζει τὴν
παραμικρὴ ταραχή. Εἶναι βέβαιοι ὅτι ὁ θάνατος εἶναι
μετάβαση «ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ θυμηδέστερα καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρά». Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν ἀντιμετώπισαν μὲ μιὰ ὑπέροχη εἰρήνη, προσευχόμενοι γιὰ
τοὺς διῶκτές τους καὶ κατὰ πάντα τρόπο ἐκδηλώνοντας τὴν ἀγάπη τους. Ἀλλὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ παραμένουν φωτεινὰ ὑποδείγματα καὶ πρότυπα, πρὸς τὰ
ὁποῖα πρέπει διαρκῶς νὰ στρέφομε τὰ μάτια μας,
γιὰ νὰ μιμούμαστε τὴν ἁγιότητά τους. Καὶ ὅταν ἡ
καρδιὰ κλονίζεται ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν ἐκδίκηση,
θὰ θυμόμαστε ὄχι μόνο τὴν ὑπέροχη ἀρετή τους, ἀλλὰ
καὶ τὴν πλούσια ἀνταπόδοση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
Τί συγκλονιστικὴ ἀντίθεση πρὸς τοὺς ἀνθρώπους
τοὺς δειλούς, τῆς ὑποχωρητικότητας, μπροστὰ ὄχι σὲ
μαρτύρια, ἀλλὰ φανταστικὲς μόνο ταλαιπωρίες, οἱ
ὁποῖες σὲ τίποτε δὲν μποροῦν νὰ τοὺς βλάψουν!
Τὸ μοναδικὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου
νὰ τὸ ἀσύγκριτο, τὸ μοναδικὸ πρότυπό μας, ὁ
Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Δὲν ἀδικήθηκε ἁπλῶς. Δὲν
κατηγορήθηκε καὶ δὲν συκοφαντήθηκε μόνο. Διώχθηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, ἐνῶ σκόρπιζε ἄφθονα τοὺς

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

199

θησαυροὺς τῆς ἀγάπης Του καὶ τῶν εὐεργεσιῶν Του.
Παραδόθηκε στὸν ὀδυνηρότερο τῶν θανάτων, τὸν θάνατο τοῦ σταυροῦ. Αὐτοῦ, τοῦ θείου μας Σωτῆρα καὶ
Λυτρωτή, τὸ παράδειγμα μᾶς καλοῦν οἱ ἅγιοί Του
Ἀπόστολοι νὰ μιμηθοῦμε. νὰ ὁ θεῖος Πέτρος: «Αὐτὸ
εἶναι ἀρεστὸ στὸ Θεό, διότι ἔχετε κληθεῖ γιὰ νὰ πράττετε τὸ καλὸ καὶ νὰ εὐεργετεῖτε, καὶ ὅταν ἀκόμη παραγνωρίζεσθε καὶ ὑποφέρετε ἄδικα. Καθόσον καὶ ὁ
Χριστὸς ἔπαθε πρὸς χάρη σας, χωρὶς Αὐτὸς νὰ πταίσει σὲ τίποτε καὶ ἄφησε σὲ σᾶς παράδειγμα τέλειο
πρὸς μίμηση, γιὰ νὰ ἀκολουθεῖτε ἀκριβῶς πάνω στὰ
χνάρια Του. Αὐτὸς δὲν ἔκανε ποτὲ ἁμαρτία, οὔτε
βρέθηκε δόλος ἢ ψέμα στὸ στόμα Του. Αὐτός, ἐνῶ
ἐμπαιζόταν καὶ ὑβριζόταν, δὲν ἀνταπέδιδε ὕβρεις
στὶς ὕβρεις· ἐνῶ ἔπασχε ἄδικα, δὲν φοβέριζε μὲ ἐκδικητικὲς ἀπειλὲς αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀδικοῦσαν, ἀλλὰ
ἀνέθεσε τὸν ἑαυτό Του στὸν Θεό, ποὺ πάντοτε κάνει
κρίση δίκαιη. Αὐτὸς βάστασε ὁ ἴδιος πάνω Του τὶς
ἁμαρτίες μας καὶ πρόσφερε μὲ τὸ σῶμα Τοῦ θυσία
γι᾿ αὐτὲς στὸν σταυρό. Καὶ ἔκανε τὴ θυσία αὐτή, γιὰ
νὰ ἐλευθερωθοῦμε καὶ ἀποξενωθοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ζήσομε στὸ ἑξῆς μὲ τὴ δικαιοσύνη καὶ μὲ τὴν
ἀρετή. Μὲ τὶς πληγές Του γιατρευθήκατε».
Ὁ ἀπ. Παῦλος προτρέπει τοὺς χριστιανοὺς νὰ
τρέχουν μὲ ὑπομονὴ τὸν ἀγώνα, ποὺ προβάλλει μπροστά τους, «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν
καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν»(Ἐφεσ. ιβ´ 12).

200

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Ἀντὶ ἐπιλόγου
Τὸ αἰώνιο πρότυπο τοῦ Κυρίου καὶ τὰ φωτεινὰ
παραδείγματα τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων μᾶς φανέρωσαν καὶ αἰσθητοποίησαν τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ προέρχεται χωρὶς καταναγκασμὸ
ἐξωτερικό, χωρὶς αἱματηρὲς ἐπαναστάσεις ποὺ δημιουργοῦν καινούργια τάξη πραγμάτων ποὺ εἶναι
καρπὸς ἀγάπης καὶ ἀγώνα, ποὺ γίνεται «ἐν ἐλευθερίᾳ», ὅπως τὸ διαπιστώνει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος: «Ἔχομε πολεμήσει γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ ἔχομε ταπεινωθεῖ χάρη Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος τάφηκε καὶ
ἀναστήθηκε».
Αὐτὴ ἡ ἀναγωγὴ τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν εἰρήνη στὸ
πρότυπο τοῦ Χριστοῦ καθαγιάζει τὶς προσπάθειες
καὶ δίνει κύρος στὸν χριστιανικὸ ἀγώνα.
Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο δὲν εἶναι ὑπόθεση
μόνο διεθνῶν ὀργανισμῶν -οἱ ὁποῖοι χτίζουν συχνὰ
στὴν ἄμμο, γιὰ νὰ γκρεμισθεῖ τὸ οἰκοδόμημα μὲ
πολλὴ εὐκολία- ἀλλὰ εἶναι ὑπόθεση σχέσεως μὲ τὸν
Χριστὸ καὶ τὴ θυσία Του. Εἶναι ὑπόθεση καρδιᾶς·
ὅταν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἀναγεννηθοῦν καὶ
ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο, ὅταν αἰσθανθοῦν ὅτι χωρὶς
τὸν Χριστὸ «σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία» ὑπάρχει
στὸν κόσμο, μόνο τότε ὑπάρχει ἐλπίδα ὁ κόσμος νὰ
ἀπολαύσει τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν
ἀπολαύσουν οἱ πιστοὶ μιὰ τέτοια εὐλογημένη ἐποχή,

Κεφάλαιο Η´. Πῶς ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

201

θὰ ἔχουν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη τῆς ψυχῆς τους, δὲν
θὰ αἰσθάνονται ἑαυτοὺς «ξένους» καὶ «παροίκους»,
ἀλλὰ «συμπολίτας τῶν ἁγίων καὶ οἰκείους του Θεοῦ»
(Ἐφεσ. β´ 19). Θὰ προάγονται στὴν πνευματικὴ ζωή,
θὰ «συνοικοδομοῦνται εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ
ἐν πνεύματι» (Ἐφεσ. β´ 22), ἕως ὅτου ἔλθει ὁ καιρὸς
νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἄληκτο εἰρήνη τῆς Βασιλείας τοῦ
Θεοῦ. Ἀμήν.

203

Πηγὲς καὶ βοηθήματα

Ἀριστοτέλους: Πολιτικὰ Η´ (Μτφρ. Παπύρου).
Βαρβαρούση Πάρι: «Ἡ ἰδέα τῆς εἰρήνης», ἔκδ. Ἀθήνα 1986.
Καρδαμίτσα: «Ἱστορία τῶν πολιτικῶν θεωριῶν»,
ἔκδ. Πελχιβανίδη, Ἀθήνα 1961.
Βασιλειάδη νικολάου: «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ
συντόμου ἑρμηνείας, ἔκδ. «Σωτῆρος», τόμος 1ος, 10ος,
Ἀθῆναι 1988.
Γρηγορίου Ἱερομονάχου: Θεία Λειτουργία, Σχόλια,
ἔκδ. «Σύναξη», Ἀθήνα 1982.
«ΔΙΔΑΧΗ»: Μηνιαῖον Ἐκκλησιαστικὸν Περιοδικὸν
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσσηνίας.
Diel H.: Die Fragmenta Der Von Sokratiker Fr. 80
μετάφρ. ν. ρούσσου, ἔκδ. Καραβία 1968.
«ΕΚΚΛΗΣΙΑ»: Ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἑλλάδος.
Ἐλευθεριάδη Ἀντωνίου: «Ἔκθεση ἰδεῶν», Ἀθήνα
1988.
ΙΕρΑΤΙΚΟν: ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, Ἀθῆναι 1951.

204

Εἰρήνη, τὸ γλυκὺ ὄνομα

Huizinga J.: Europaischer Humanismus: Erasmus,
1962.
Καργάκου Ἰ. Σαράντου: «Θέματα συγχρόνου προβληματισμοῦ», ἔκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1984.
Καργάκου Ἰ. Σαράντου: «Μαθήματα ἐκθέσεων»
(Παράρτημα 50 θεμάτων συγχρόνου προβληματισμοῦ
ἔκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1985.
Κεσσίδη Θεοχάρη: « Ἡ διαλεκτικὴ τοῦ Ἡρακλείτου
τοῦ Ἐφεσίου στὸ «Ἐπιστημονικὴ σκέψη» 9 (1982).
Κολιτσάρα Ἰωάννου: «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη», κείμενον, ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις, ἔκδ. «ΖωΗ», Ἀθῆναι.
Λεξικὸν Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Unesco, τόμος 1ος.
Μαντζαρίδη Ἰω.: «Χριστιανικὴ ἠθική», ἔκδ. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 1983.
Μαρκαντώνη Ἰω.: «Παιδεία Εἰρήνης», Ἀθήνα 1977.
Ματθαιάκη Ἐμμ. Τίτου, Μητροπολίτου: «Αἱ περὶ εἰρήνης τῶν προφητῶν τοῦ Ἰσραήλ», Ἀθῆναι 1983.
νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Ἑορτοδρόμιον» Βενετία
1836.
νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Πνευματικὰ γυμνάσματα», Βόλος 1961.
νικοδήμου Ἁγιορείτου: Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς
τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἐν ἁγίοις
πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Παλαιὰ Διαθήκη ἔκδ. «ΖωΗ», Ἀθῆναι 1950.
Παπακώστα Σεραφείμ: «Αἱ Παραβολαὶ τοῦ Κυρίου» ἔκδ. ΖωΗ, Ἀθῆναι 1967.

Πηγὲς καὶ βοηθήματα

205

Παρακλητική, ἔκδ. Μιχ. Σαλιβέρου 1913.
Πίνδαρος, Hyporchemata 99a ἔκδ. Ὀξφόρδης Pythia
VIII, ἔκδ. Ὀξφόρδης.
Πλάτων: Φαίδων 66, μτφρ. Παπύρου.
Πλάτων: Πολιτεία, Β, μτφρ. Παπύρου.
Sabine G.H.: «Ἱστορία τῶν πολιτικῶν θεωριῶν»,
ἔκδ. Πεχλιβανίδη, Ἀθήνα 1961.
Σμυρνιάδου Δέσποινα: «Ἡ ἔκθεση σήμερα», τόμος
1ος Ἀθήνα 1987.
«Ὁ ΣωΤΗρ» Ὀρθόδοξον χριστιανικὸν περιοδικόν,
ὄργανον ὁμωνύμου Ἀδελφότητος θεολόγων, τόμοι 1970,
1978, 1985.
Τρεμπέλα ν. Παναγιώτου: « Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας», 22α ἔκδ. «Σωτῆρος»,
Ἀθῆναι 1982.
Τρεμπέλα ν. Παναγιώτου: «Ὑπόμνημα εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν, Ἀθῆναι 1951.
Φούσκα Κων/νου: «Λόγος καὶ ἀγώνας τῶν Τριῶν
Ἱεραρχῶν: ΕΙρΗνΗ ἔκδ. Ι. Μονῆς Ἁγίου νικολάου Ἄ.
Βάθειας Εὔβοιας, Ἀθήνα 1987.
Φυτράκη Ἰ. Ἀνδρέου: «Τὸ ἰδανικὸν τῆς εἰρήνης εἰς
τὴν Ὀρθόδοξον λατρείαν», Μυτιλήνη 1937.
ΨΑΛΤΗρΙΟν: Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου
ἑρμηνείας, τόμος 10ος ἔκδ. «ΣωΤΗρΟΣ» Ἀθῆναι 1993.
ωρΟΛΟΓΙΟν: ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας Ἀθῆναι 1970.

206

ΣΥνΤΜΗΣΕΙΣ
Β.Ε.Π.Ε.Σ.: Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, ἔκδ. Ἀπ.
Διακονίας.
Ε.Π.Ε.:

Ἐκκλησιαστικὴ Πατρολογία Ἑλλήνων,
Μ. Βασιλείου, Ἰω. Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Θεολόγου, Μ. Ἀθανασίου, Κυρίλλου Ἱεροσολύμων.

P.G.

Patrologia Graeca, ἔκδ. J.P. Migne, Paris
1857-1912.

Θ.Η.Ε:

Θρησκευτικὴ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful