Εφαρμογές υπερκειμένου για τη διδασκαλία της

λογοτεχνίας στο Λύκειο
Γιακουμάτου Μαρία-Τερέζα
Επιμορφώτρια Β΄επιπέδου tgiakoum@sch.gr

Περίληψη
Tο υπερκείμενο μπορεί να θεωρηθεί ως η νέα επανάσταση στο χώρο της λογοτεχνίας,
δεδομένου ότι επιτρέπει αλληλεπίδραση του κειμένου με τον αναγνώστη και δόμηση του
κειμένου σε μη γραμμικές μορφές, με αποτέλεσμα να επιτρέπει ανάγνωση πολλαπλών
διαδρομών.
Η εισήγηση παρουσιάζει δύο υπερκειμενικές εφαρμογές λογοτεχνίας επιδιώκοντας να
δώσει απαντήσεις σε δύο μείζονα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά στο κατά πόσο η χρήση των
ΤΠΕ λειτουργεί ως επιστημονική και παιδαγωγική καινοτομία, η οποία (ανα)διαμορφώνει
την πρόσληψη και τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Tο δεύτερο αναφέρεται στην ανίχνευση
των στοιχείων του λογοτεχνικού κειμένου, τα οποία αναδεικνύονται ιδιαίτερα κατά τη
διδασκαλία του με τη χρησιμοποίηση των ΤΠΕ.
Λέξεις κλειδιά: Υπερκειμενική λογοτεχνία, αναγνωστικές κοινότητες, διδασκαλία
λογοτεχνίας, θεωρία λογοτεχνίας, συνεργατική μάθηση, hypertext, διδακτική λογοτεχνίας,
υπερκείμενο, εκπαιδευτικές εφαρμογές, υπερλογοτεχνία

1. Εισαγωγή
Η λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από μία ιδιαιτερότητα ως διδακτικό αντικείμενο. Η
διδασκαλία της ισορροπεί στα σύνορα επιστήμης και τέχνης. Η αξιοποίηση των ΤΠΕ
για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας απασχολεί συστηματικά την εκπαιδευτική
κοινότητα από τη δεκαετία του 1980. Από τα φιλολογικά μαθήματα, η διδασκαλία
της λογοτεχνίας φαίνεται να είναι εκείνο που παρουσιάζει τις πιο ισχυρές
αντιστάσεις στην «εισβολή» των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της
Επικοινωνίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το θέμα από κοντά ως
επιμορφώτρια φιλολόγων στα προγράμματα αξιοποίησης των ΤΠΕ στη
δευτεροβάθμια εκπαίδευσης από το 2000. Η ιδιοσυστασία του αντικειμένου αλλά
και η παρατήρηση ότι συχνά παλαιωμένες προσεγγίσεις επενδύονται μέσω της
τεχνολογίας με σύγχρονη και ελκυστική όψη, μας αναγκάζουν να εστιάσουμε την
έρευνά μας στο ζήτημα της ουσιαστικής αξιοποίησης των ΤΠΕ στο μάθημα της
λογοτεχνίας.

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
Προς αυτή την κατεύθυνση σε συνεργασία με συνάδελφο-επιμορφούμενη
αναπτύξαμε δύο υπερκείμενα υποστηρικτικά της διδασκαλίας ενοτήτων της Β΄και
Γ¨Λυκείου. Στη Β΄Λυκείου αναπτύξαμε ένα ερμηνευτικό υπερκείμενο πάνω στην
Ελένη του Γ. Σεφέρη ενώ στην Γ΄Λυκείου αναπτύξαμε μία υπερκειμενική
ερμηνευτική εφαρμογή σχετική με τον Κρητικό του Δ. Σολωμού. Ειδικότερα στον
κρητικό μας απασχόλησε η διαδικασία δημιουργίας του ποιήματος και οι επιρροές
που δέχθηκε ο εθνικός μας ποιητής από ξένους συγγραφείς. Από πρακτική άποψη,
με τον όρο «υπερκείμενο» εννοούμε μια δυναμική μορφή ηλεκτρονικού κειμένου
που επιτρέπει την εισαγωγή άλλων κειμένων, εικόνων, αρχείων ήχου και ακόμη και
μικρών ταινιών, στα διάφορα σημεία του κειμένου με τη μορφή ενεργών δεσμών.
Το υλικό αυτό βρίσκεται στη διάθεση του χρήστη μόλις επιλέξει τον αντίστοιχο
δεσμό. Ο μαθητής δηλαδή έχει στη διάθεσή του σε ηλεκτρονική μορφή ένα
λογοτεχνικό έργο που εμπεριέχει δεσμούς (links) οι οποίοι οδηγούν σε άλλα
γραπτά, ακουστικά ή οπτικά κείμενα που του παρέχουν ένα πολυποίκιλο και
εκτενές υλικό: ερμηνευτικές προτάσεις για συγκεκριμένα χωρία του λογοτεχνικού
έργου, σχόλια γύρω από τα εκδοτικά ζητήματα του έργου, πραγματολογικές
πληροφορίες, χωρία από άλλα λογοτεχνικά έργα με τα οποία το υπό εξέταση
κείμενο επικοινωνεί διακειμενικά, φωτογραφικό υλικό, τυχόν μελοποιήσεις του
συγκεκριμένου έργου ή απαγγελία του από τη φωνή ηθοποιών, σκηνές από
κινηματογραφικές ταινίες που συνομιλούν με το έργο.
Στις προθέσεις μας ήταν οι μαθητές μας να συμμετέχουν πιο ενεργητικά στην
πορεία
αναζήτησης των πληροφοριών, να έρθουν αντιμέτωποι με τις ποικίλες ερμηνευτικές
προσεγγίσεις που έχουν κατατεθεί για τα αναλυόμενα αποσπάσματα και
γενικότερα να κατακτήσουν μια ενεργητική κριτική στάση στην πράξη της
ανάγνωσης. Εκείνο που χρειάζεται να υπογραμμιστεί εδώ είναι ότι η λογική που
διέπει τη λειτουργία του υπερκειμένου είναι από πολλές απόψεις συναφής με
ζητήματα που έχουν τεθεί στο πεδίο της λογοτεχνικής θεωρίας και ιδίως με την
έννοια της διακειμενικότητας (Δανιήλ, 2005: 539-540), ενώ ο συνδυασμός
λογοτεχνικών κειμένων και οπτικοακουστικών μέσων είναι εφικτός και ικανός να
αποβεί επ’ ωφελεία της μελέτης και των δύο ειδών προς την κατεύθυνση της
ενίσχυσης τόσο της λογοτεχνικής όσο και της οπτικοακουστικής εγγραμματοσύνης
των μαθητών (Πασχαλίδης, 2006).
Καθόλη τη διάρκεια των διδασκαλιών διατηρήσαμε ημερολόγιο παρατήρησης και
ηχογραφήσαμε τις συνεντεύξεις των μαθητών μετά την ολοκλήρωση των
διδακτικών ενοτήτων.

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450

3.2 Τα ερευνητικά ερωτήματα
Τα ερευνητικά ερωτήματα που προσεγγίσαμε είναι:
1) Κατά πόσο η χρήση των ΤΠΕ λειτουργεί ως επιστημονική και παιδαγωγική
καινοτομία, η οποία (ανα)διαμορφώνει την πρόσληψη και τη διδασκαλία
της λογοτεχνίας;
2) Υπάρχουν στοιχεία του λογοτεχνικού κειμένου, τα οποία αναδεικνύονται
ιδιαίτερα κατά τη διδασκαλία του με τη χρησιμοποίηση των ΤΠΕ;

Υπερκείμενο
Ο όρος υπερκείμενο δημιουργήθηκε από τον Theodor Nelson στη δεκαετία του '601
για να περιγράψει ένα είδος ηλεκτρονικού κειμένου, το οποίο διαβάζουμε στην
οθόνη του υπολογιστή και είναι ριζικά διαφορετικό από τον έντυπο λόγο: δεν έχει
ιεραρχημένη δομή2. Η τυπογραφία ήταν επαναστατική ανακάλυψη. Καμία άλλη
τεχνολογική καινοτομία μετά την τυπογραφία δεν έχει ανοίξει τόσους νέους
δρόμους στη λογοτεχνία όσους το διαδίκτυο3. Οι δυνατότητες των ψηφιακών
κειμένων να διακινηθούν σε δευτερόλεπτα σε όλον τον κόσμο, να τροποποιηθούν
και να δημοσιευτούν, να συμπεριλάβουν οπτικό και ηχητικό υλικό αποτελούν
πρόκληση για τους νέους λογοτέχνες να αναδιαμορφώσουν τις μεθόδους γραφής
τους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό τους. Περισσότερο από κάθε άλλη
εφεύρεση, η τεχνολογία της πληροφορίας διευκολύνει τη μετάδοση νοημάτων. Ο
ψηφιακός κόσμος στηρίζεται περισσότερο στο άυλο, καθώς μας κατακλύζει με νέες
δυνατότητες. Μένει σε εμάς να εξερευνήσουμε το μεταλλαγμένο όριο μεταξύ ύλης
και πνεύματος.
Tο υπερκείμενο μπορεί να θεωρηθεί ως η νέα επανάσταση στο χώρο της
λογοτεχνίας, δεδομένου ότι επιτρέπει αλληλεπίδραση του κειμένου με τον
αναγνώστη και δόμηση του κειμένου σε μη γραμμικές μορφές, με αποτέλεσμα να
επιτρέπει ανάγνωση πολλαπλών διαδρομών. Με τον τρόπο αυτό, το θεμελιακό
γλωσσολογικό σχήμα παραγωγής και πρόσληψης του λόγου (πομπός-μήνυμα1

Project Xanadu http://www.xanadu.com.au/xanadu/
Nelson, T. Computer Lib / Dream Machines: New Freedoms Through
Computer Screens—a Minority Report. Chicago: Hugo's Book Service, 1974. σ.78
- - -. "Opening Hypertext: A Memoir". In. Tuman M.C (επιμ.). Literacy online: The Promise (and Peril) of
Reading and Writing with Computers. Pittsburgh: University of Pittsburgh Press, 1992: σ.43-57.
3
Kernan A, Ο θάνατος της λογοτεχνίας, Αθήνα, Νεφέλη, 2001 σ.204
2

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
δέκτης)4 αναδιαμορφώνεται. Ο αναγνώστης αναλαμβάνει το ρόλο του
συνδιαμορφωτή του κειμένου, καθώς συναποφασίζει μαζί με το συγγραφέα τη
δομή του έργου. Δεν προσλαμβάνει απλώς το κείμενο, εμπλέκεται στο παιχνίδι της
ανάγνωσης δυναμικά. Ένας άλλος αναγνώστης, ο οποίος ακολουθεί μια
διαφορετική αναγνωστική διαδρομή, πιθανότατα διαβάζει ένα άλλο έργο. Το
γλωσσικό υλικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση οργανώνεται σαν ένα δίκτυο με
πολλαπλούς κόμβους έτσι, ώστε ο αναγνώστης να πρέπει να παίρνει αλλεπάλληλες
αποφάσεις για την κατεύθυνση που θ' ακολουθήσει5.
Η διαμόρφωση της δομής του κειμένου μέσα από την επιλογή της μιας ή της άλλης
αναγνωστικής διαδρομής επηρεάζει την ίδια την έννοια του κειμένου, το οποίο
βρίσκεται υπό συνεχή διαμόρφωση. Η εμπειρία της ανάγνωσης διευρύνεται. Από
την άλλη, προσφέρεται η δυνατότητα στο συγγραφέα να πειραματιστεί και να
καινοτομήσει. Ένα λογοτεχνικό υπερκείμενο δίνει δυνητικά στον αναγνώστη τη
δυνατότητα επιλογής διαφορετικής συνέχειας για κάθε μέρος του λειτουργώντας
ως λαβύρινθος, όταν οι πληροφορίες εξακτινώνονται προς άπειρες κατευθύνσεις
από μεγάλο αριθμό χρηστών-συγγραφέων σε περιβάλλον διαδικτύου.

Λογοτεχνία και υπερλογοτεχνία
Η έννοια της λογοτεχνίας υπήρξε πάντα μία έννοια σχετική και μεταβλητή. Το
σημασιολογικό πεδίο του όρου μεταβάλλεται διαρκώς ανάλογα με την εποχή αλλά
και τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνωστικού κοινού. Επιπροσθέτως εμπεριέχει
αξιολογικά στοιχεία, εφόσον χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τα πλέον
αξιόλογα κείμενα ενός πολιτισμού. Είναι φανερή η συρρίκνωση του όρου σε σχέση
με το παρελθόν που περιλάμβανε το σύνολο των κειμένων ενός πολιτισμού6.
Σήμερα η λογοτεχνία θεωρείται υποσύνολο του ευρύτερου όρου «γραμματεία»7, ο
οποίος περιλαμβάνει και όλα τα εξωλογοτεχνικά κείμενα. Ας θεωρήσουμε λοιπόν
ότι λογοτεχνία είναι είδος γραφής που εκτιμάται ιδιαίτερα, χωρίς να αυτό να
σημαίνει ότι κάθε συγκεκριμένο δείγμα του είδους αυτού είναι εξ ορισμού καλό.
Γιατί και αυτή η οδός παρουσιάζει ενδιαφέρον. Τι δεν είναι λογοτεχνία; Πού θα
σύρουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο μη λογοτεχνικό και την κακή
λογοτεχνία;8 Αυτό που σε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον θεωρείται
4

Jacobson, R. Δοκίμια για τη γλώσσα της λογοτεχνίας, Εστία, 1998, Αθήνα
Kac E., “Holopoetry, hypertext, hyperpoetry” http://www.ekac.org/holopoetry/hypertext.html
6
Από τα αρχαϊκά κείμενα (Ησιόδου: Έργα και Ημέραι) έως την ελληνιστική περίοδο ( De rerum natura)
πολλά κείμενα με επιστημονικό ή εν γένει διάφορο της «λογοτεχνίας» περιεχόμενο συντάσσονταν σε
ποιητική φόρμα.
7
Kernan Alvin, Ο θάνατος της λογοτεχνίας, Αθήνα, Νεφέλη, 2001 σ.45-48
8
Tzvetan Τ.(επιμ.), Θεωρία Λογοτεχνίας, Κείμενα των Ρώσων φορμαλιστών, Αθήνα, Οδυσσέας, 1995
σ.142-5
5

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
λογοτεχνικό, μπορεί να πάψει να είναι, όπως μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο.
Υπάρχουν μελετητές που υποστηρίζουν ότι η λογοτεχνία είναι μία έννοια, η οποία
αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με το χώρο της κριτικής και της εκπαίδευσης,
επομένως λογοτεχνία είναι μόνον ό,τι διδάσκεται στις διάφορες βαθμίδες της
εκπαίδευσης ή γίνεται αντικείμενο κριτικής από τους κριτικούς. Αν δεχθούμε την
καταλυτική επίδραση των πανεπιστημιακών φιλολογικών ιδρυμάτων τότε έχουμε
ένα νέο είδος: την ηλεκτρονική λογοτεχνία (e-literature) ή κυβερνολογοτεχνία,
αφού στα Πανεπιστήμια -κυρίως των ΗΠΑ- ολοένα και προστίθενται μαθήματα, τα
οποία εξετάζουν αυτήν ακριβώς την ανάδυση ενός νέου είδους.9
Κάθε έργο ηλεκτρονικής λογοτεχνίας είναι μοναδικό. Υπάρχουν μελετητές που
αναφέρονται σε μία νέα μορφή τέχνης, η οποία προκύπτει από την τήξη εικόνας,
κειμένου, βίντεο και ήχου σε ένα μάγμα με στόχο να προκαλέσει εντυπώσεις που
απευθύνονται σε πολλές αισθήσεις10. Είναι αυτό λογοτεχνία; Πρόκειται δηλαδή για
«είδος μικτόν αλλά νόμιμον» κατά το σολωμικό πρότυπο ή μήπως πρόκειται για μία
εικαστική μετατόπιση του πυρηνικού στοιχείου της λογοτεχνίας που είναι η
γλώσσα; Άλλοι πάλι, όταν μιλούν για κυβερνολογοτεχνία (cyberliterature ή κατά
άλλους hyperliterature)11, εννοούν κάθε γραπτό κείμενο που αξιοποιεί τους
υπολογιστές για τη δημιουργία, την κατανάλωση και τη διάδοσή του και το οποίο
επιτρέπει γραμμική ή μη πλοήγηση των περιεχομένων του, είτε με τον έλεγχο του
αναγνώστη είτε δίχως αυτόν.

Αλλαγές στη λογοτεχνία από τις ΤΠΕ
Η επικράτηση των ηλεκτρονικών μέσων και το νέο νοητικό περιβάλλον που αυτά
δημιουργούν επηρεάζουν όχι μόνο τη συγγραφή της έντυπης λογοτεχνίας, με τη
χρήση του επεξεργαστή από τους συγγραφείς.12 Επηρεάζουν επίσης την πρόσληψη
του λογοτεχνικού έργου, καθώς και την παραγωγή θεωρητικού λόγου που το
αφορά.
Η έρευνα εμφανίζει τις ΤΠΕ να επηρεάζουν δραματικά τη θεωρία της λογοτεχνίας,
ενώ συχνά συναντούμε στη βιβλιογραφία αναφορές για την τεχνολογία ως
καταλύτη αλλαγών. Η βιβλιογραφία επικεντρώνεται στη μεταβολή της έννοιας της
λογοτεχνίας όταν εστιάζει στις νέες μορφές κειμενικότητας εισάγοντας την έννοια

9

Resource Center for cybercultural studies http://rccs.usfca.edu/ (5/5/11)
Bolter J. D. Writing Space: The Computer, Hypertext, and the History of Writing (Hillsdale, NJ:
Lawrence Erlbaum Associates, 1991)
11
Νικολαΐδου Σ. – Γιακουμάτου Τ., Διαδίκτυο και Διδασκαλία, Αθήνα, Κέδρος,2001σ.287
12
Eco U., «Ο Η/Υ λειτουργεί σαν τις φράσεις του Προυστ. Είναι πνευματώδης αλλά και αποχαυνώνει»,
Γλώσσα Πολύτροπος, 1, 1997, 25-32. F. Sagan, H. Bazin, P. Djian, «Σύγχρονοι Γάλλοι συγγραφείς: Πένα,
υπολογιστής ή γραφομηχανή», Γλώσσα Πολύτροπος, 1, 1997, 33-36. Επίσης, Bolter 2006, 7-66.
10

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
της πολυτροπικότητας13. Άλλοτε μετατοπίζει το βάρος στο συγγραφέα και
προκρίνει τη συνεργατική γραφή η οποία υποστηρίζεται από τα νέα περιβάλλοντα
συγγραφής. Άλλοτε πάλι αναφέρεται σε νέες αναγνωστικές πρακτικές εκθειάζοντας
τις δυνατότητες του υπερκειμένου.
Στην πραγματικότητα όμως αν και η λογοτεχνία επηρεάζεται από τις αλλαγές στην
τεχνολογία του μέσου γραφής η πρακτική της συγγραφής και της ανάγνωσης
φαίνεται να αντιστέκεται σε δραματικές αλλαγές. Κι αν μεταφερθούμε στη
διδακτική πράξη τότε φαίνεται ότι η σχολική μοίρα κάθε θεωρίας μοιάζει να είναι
τελικά η αποτελμάτωση. 14
Η χρήση των ΤΠΕ για τη διδασκαλία του μαθήματος συνδυάστηκε, υπογείως και
άρρητα, με λογοτεχνικές θεωρίες, οι οποίες μπορούσαν να πλαισιώσουν την
εκάστοτε τεχνολογική προσέγγιση. Έτσι, οι ιστορικοφιλολογικές προσεγγίσεις του
μαθήματος, οι οποίες χρησιμοποιούν τις ΤΠΕ με στόχο την ανάκτηση
ιστορικοφιλολογικών και περικειμενικών πληροφοριών, σχετίζονται με λογοτεχνικές
θεωρίες που αντιλαμβάνονται το κείμενο ως δημιούργημα της ιστορικής συγκυρίας
και της εποχής, καθώς και με θεωρίες που εστιάζουν στη συγγραφική πρόθεση και
τη συγγραφική ιδιοφυΐα. Αντιθέτως οι κειμενοκεντρικές προσεγγίσεις του
μαθήματος, οι οποίες χρησιμοποιούν τις ΤΠΕ για να ανιχνεύσουν τη δομή, τα
κατασκευαστικά μέρη του λογοτεχνικού έργου και τη λειτουργία τους σχετίζονται
συνήθως με φορμαλιστικές ή δομιστικές θεωρίες, ενίοτε και με προσεγγίσεις της
Νέας Κριτικής. Τέλος η επικοινωνιακή προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων, η
οποία εστιάζει στον πολυτροπικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας και στη διάδραση
κειμένου και αναγνώστη, συνδέεται με τις θεωρίες της ανάγνωσης.
Από το σύνθετο χώρο της θεωρίας της λογοτεχνίας τα τελευταία χρόνια γίναμε
μάρτυρες μίας αλλαγής παραδείγματος συγκεκριμένα της ανόδου του αναγνώστη.
Η σημαντικότερη ίσως μετατόπιση στη θεώρηση της σύγχρονης λογοτεχνίας, είναι
το πέρασμα από το συγγραφέα στον αναγνώστη.
Κοινό σημείο όλων των
αναγνωστικών θεωριών το οποίο και εντοπίζεται στα σύγχρονα προγράμματα
σπουδών είναι ο δημιουργικός ρόλος του αναγνώστη, ο οποίος ανασύρεται από την
παθητικότητά του και επιβάλλεται ως νοηματοδότης του λογοτεχνικού έργου. Ο
δημιουργικός ρόλος του αναγνώστη υποστηρίζεται ιδιαίτερα από τα περιβάλλοντα
του web 2.0 κυρίως δε τα αναγνωστικά ιστολόγια.

Εκπαιδευτικές εφαρμογές του υπερκειμένου στη λογοτεχνία
13

Χοντολίδου, Ε. «Εισαγωγή στην έννοια της πολυτροπικότητας», Γλωσσικός Υπολογιστής, 1(1),
Δεκέμβριος 1999, σσ. 115-118.
14
Compagnon, A. Ο δαίμων της θεωρίας, λογοτεχνία και κοινή λογική, μετάφραση: Α. Λαμπρόπουλος,
Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003, 4 (εφεξής: Compagnon 2003).

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
Ειδικότερα, η εφαρμογή εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων με αξιοποίηση του
Υπερκειμένου (Hypertext) προσφέρει νέες δυνατότητες στη διδασκαλία. Το γεγονός
ότι μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας μια δυναμική μορφή ηλεκτρονικού
κειμένου που επιτρέπει την εισαγωγή άλλων κειμένων, εικόνων, αρχείων ήχου και
ακόμη και μικρών ταινιών, στα διάφορα σημεία του κειμένου με τη μορφή ενεργών
δεσμών επιλύει πολλά από τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε στη διδασκαλία μας.
Εκείνο που χρειάζεται να υπογραμμιστεί εδώ είναι ότι η λογική που διέπει τη
λειτουργία του Υπερκειμένου είναι από πολλές απόψεις συναφής με ζητήματα που
έχουν τεθεί στο πεδίο της λογοτεχνικής θεωρίας. «Ξέρουμε τώρα», σημειώνει ο
Roland Barthes το 196815 «ότι ένα κείμενο δεν είναι φτιαγμένο από μια γραμμή
λέξεων, από όπου αναδύεται μια έννοια μοναδική, κατά κάποιο τρόπο θεολογική (η
οποία θα ήταν «μήνυμα» του «Συγγραφέα – Θεού»), αλλά ένας χώρος με
πολλαπλές διαστάσεις, όπου παντρεύονται και αλληλοαμφισβητούνται ποικίλες
γραφές, από τις οποίες καμία δεν είναι η αρχική. Το κείμενο είναι ένα πλέγμα
αναφορών, προερχόμενων από τις χίλιες τόσες εστίες πολιτισμού».
Είναι, επομένως, απολύτως συμβατή με τη λειτουργία των λογοτεχνικών σπουδών,
αλλά και με τη φύση των λογοτεχνικών κειμένων, η παροχή προς τους μαθητές
σχολίων και άλλων κειμένων που περιβάλλουν και υποστηρίζουν ποικιλοτρόπως το
πρωτότυπο έργο που οι ίδιοι μελετούν. Έχοντας στη διάθεσή του ο μαθητής της
λογοτεχνίας ένα λογοτεχνικό έργο το οποίο εμπεριέχει δεσμούς (links) που οδηγούν
σε άλλα κείμενα, τα οποία του παρέχουν ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αναλύσεις,
σχόλια γύρω από εκδοτικά ζητήματα ή ζητήματα ύφους και μέτρου,
πραγματολογικές πληροφορίες ή χωρία από άλλα λογοτεχνικά έργα που
επικοινωνούν διακειμενικά με το κείμενο που μελετά, είναι σε θέση να κατανοήσει
πληρέστερα τη σύνθετη φύση της λογοτεχνίας και την πολυσημία της. Με τον
τρόπο αυτό, με τη δική του ενεργητική συμμετοχή στην πορεία αναζήτησης των
πληροφοριών, επιτυγχάνεται, ασφαλέστερα πιστεύουμε από τις παραδοσιακές
μεθόδους, η κατάκτηση ενεργητικής – κριτικής στάσης στην πράξη της ανάγνωσης•
κοινό ζητούμενο τόσο στις λογοτεχνικές σπουδές όσο και στην «ανοικτή» διεργασία
μάθησης στην οποία στοχεύει το νέο σχολείο.
Στην περίπτωση της κατασκευής ενός εκπαιδευτικού για τη λογοτεχνία
υπερκειμένου μπορούμε να παράσχουμε στο μαθητή τις ερμηνευτικές προτάσεις
που έχουν καταθέσει διάφοροι μελετητές, σε άμεση σύνδεση με συγκεκριμένα
τμήματα του λογοτεχνικού κειμένου που μελετά. Έχουμε τη δυνατότητα να
αναδείξουμε τα σημεία εκείνα του κειμένου στα οποία διασταυρώνονται οι λόγοι
των μελετητών, να παρουσιάσουμε με άμεσο και ευθύ τρόπο την πορεία των
15

Barthes R., «Ο θάνατος του συγγραφέα» στο Εικόνα-Μουσική-Κείμενο, μτφρ. Γ. Σπανός, Αθήνα,
Πλέθρο, 1988, 141.

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
διαδοχικών προσλήψεων που έχει δεχθεί το χωρίο αυτό και να καλέσουμε τον
μαθητή σε ενεργοποίηση και εγρήγορση. Ο αναγνώστης καλείται να αναπτύξει τη
δική του ερμηνευτική πρόταση, μέσω της κριτικής ανάγνωσης. Ο μαθητής, που
προσεγγίζει ένα λογοτεχνικό κείμενο υπερκειμενικά κι εκτίθεται στον πλούτο των
σχολίων, θα αντιληφθεί την ανάγνωση της λογοτεχνίας ως μια διαδικασία συνεχούς
ανατροφοδότησης, επαναξιολόγησης και επανασημασιοδότησης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι
στο εξωτερικό διατίθενται πλέον στο εμπόριο
υπερκειμενικές εφαρμογές σχετικές με μεγάλα έργα της λογοτεχνίας. Για
παράδειγμα πρόσφατα κυκλοφόρησε μία εφαρμογή για ipad που μεταφέρει την
«Ερημη χώρα» του Ελιοτ στον ψηφιακό κόσμο. Η εφαρμογή περιλαμβάνει:
κινηματογραφημένη ερμηνεία του ποιήματος από ηθοποιό, συγχρονισμένη με το
κείμενο, ηχογραφημένες αναγνώσεις του ποιήματος από τον ίδιο τον συγγραφέα
και καταξιωμένους ερμηνευτές, διαδραστικές σημειώσεις που αναδύονται μέσω
υπερδεσμών, βίντεο όπου μιλούν ειδικοί μελετητές, το αυθεντικό χειρόγραφο που
αποκαλύπτει πώς διαμορφωνόταν το ποίημα με την επιμέλεια του Έζρα Πάουντ,
επισκόπηση της δομής των στίχων και γρήγορη πλοήγηση μέσα στο ποίημα.
Η κατασκευή όμως μιας τέτοιας εφαρμογής απαιτεί εξοικείωση με το μέσο και
γι΄αυτό το λόγο σπανίως συναντάται ως εκπαιδευτική εφαρμογή στο επίπεδο της
δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στο επιμορφωτικό υλικό του Β΄επιπέδου δεν έχει
συμπεριληφθεί καμία αναφορά στις εκπαιδευτικές εφαρμογές της κατασκευής
υπερκειμένου. Οι εκπαιδευτικοί δείχνουν μία προτίμηση προς τα ιστολόγια, τα
οποία δεν απαιτούν εξοικείωση με τον κώδικα της HTML και είναι πιο εύχρηστα για
το μέσο χρήστη.

Η χρήση του υπερκειμένου στη μελέτη της λογοτεχνίας
Ένα παράδειγμα εφαρμογής του υπερκειμένου στη μελέτη της
λογοτεχνίας:

Οι πειραματικές διδασκαλίες με την υποστήριξη του υπερκειμένου έγιναν στο 2ο
Λύκειο Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ελληνικού σε δύο τμήματα κατά τη διάρκεια
των σχολικών ετών 2009-10 και 2010-11. Οι μαθητές του διαπολιτισμικού Λυκείου
δεν έχουν την εμπειρία της γλώσσας, της παράδοσης της χώρας, της εκπαιδευτικής
πορείας. Υπήρχε λοιπόν ανάγκη να προσεγγίσουν αλλιώς τους όρους της
ποιητικότητας. Από την άλλη έχουν μια πιο "παρθένα" ματιά μια και οι
περισσότεροι δεν παρακολουθούν φροντιστήρια και δεν έχουν στο μυαλό τους τα

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
"στερεότυπα" που συναντάμε συχνά σε Έλληνες μαθητές οι οποίοι τείνουν να
προσεγγίζουν τα κείμενα με «συνταγές».
Σε αυτή την ενότητα θα παρουσιάσουμε την προσπάθεια της αξιολόγησης του
παρουσιαζόμενου project, αρχικά μέσω της παρατήρησης των μαθητών και έπειτα
μέσω μιας ημι-δομημένης συνέντευξης που ακολούθησε μετά την ολοκλήρωση του
προγράμματος. Ο κυριότερος σκοπός αυτής της διαδικασίας ήταν να
προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε μέσω της παρατήρησης τις δυνατότητες
παιδαγωγικής αξιοποίησης των υπερκειμένων στη διδασκαλία της λογοτεχνίας.
Επιπλέον, μέσω της συνέντευξης μας δίνεται η ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε τις
παρατηρήσεις μας ή να δούμε κάποια διαφορετική οπτική γωνία που πιθανώς να
μας είχε ξεφύγει κατά την παρατήρηση, για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις
εκπαιδευτικές δυνατότητες του υπερκειμένου.
Ακολούθησε μια μικρή συνέντευξη περίπου δέκα λεπτών με τον καθένα από τους
μαθητές σχετικά με την εμπειρία που απέκτησαν από την ενασχόληση τους με το
project.
Οι διδάσκουσες ζητούσαν διευκρινήσεις σε όσες απαντήσεις δεν ήταν σαφείς ή
υπήρχε κάποια αντίφαση. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια συζήτηση όπου όλη η
ομάδα των συμμετεχόντων απαντούσε σε ερωτήσεις που είχαν σχεδιαστεί για να
εντοπιστεί η ανάπτυξη της δυναμικής των επιμέρους ομάδων. Είχαμε την ευκαιρία
μέσω των συνεντεύξεων να λάβουμε μια γενικότερη ανατροφοδότηση για τη
διαδικασία μάθησης που προσφέρει η ενασχόληση των μαθητών με το
υπερκείμενο.
Μετά το πέρας των συνεντεύξεων έγινε λεπτομερειακή ανάλυση των
παρατηρήσεων που καταγράφηκαν κατά την διάρκεια των εκπαιδευτικών
δραστηριοτήτων και των σημειώσεων που είχαν κρατηθεί κατά την διάρκεια των
συνεντεύξεων, για να μπορέσουμε να βρούμε τον συσχετισμό με τα ερευνητικά
δεδομένα. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι κατά την ενασχόληση των μαθητών με
το υπερκείμενο καλλιεργήθηκαν μεταγνωστικές δεξιότητες.
Ειδικότερα, η εφαρμογή των δυνατοτήτων του Υπερκειμένου (Hypertext)
προσφέρει νέες δυνατότητες στις παρεχόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και
επιλύει, ως ένα βαθμό, πολλά από τα προβλήματα διαθεσιμότητας εποπτικού
υλικού που αντιμετωπίζουμε στη διδασκαλία.
Βέβαια η μελέτη των λογοτεχνικών κειμένων μέσα σε ένα ηλεκτρονικό
υπερκειμενικό περιβάλλον διαφοροποιείται σημαντικά από τον τρόπο μελέτης με
τις

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
παραδοσιακές έντυπες μεθόδους, κυρίως, στα εξής:
α) Η μελέτη από την οθόνη ενός υπολογιστή είναι σχετικά ανοίκεια και απαιτεί
κάποιο χρόνο εξοικείωσης από την πλευρά του εκπαιδευόμενου. Οι μαθητές ειδικά
στην εφαρμογή του Κρητικού του Σολωμού που περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα
παραπονέθηκαν για αισθήματα κόπωσης από την ανάγνωση στην οθόνη ή
αδυναμία συγκέντρωσης. Υπήρξαν περιπτώσεις μαθητών που δεν είχαν πρόσβαση
στο διαδίκτυο στον οικιακό τους υπολογιστή με αποτέλεσμα να καταφεύγουμε στη
λύση της εκτύπωσης των σημείων εκείνων που ο μαθητής ήθελε και σε έντυπη
μορφή. Στην περίπτωση της Ελένης του Σεφέρη η μελέτη ολοκληρώθηκε εντός του
σχολικού εργαστηρίου.
β) Μέσα στους συνδέσμους περιλαμβάνεται ένας πλούτος υλικού τον όγκο του
οποίου αγνοεί ο μαθητής. Η παροχή του υλικού αυτού σε έντυπη μορφή –εάν κάτι
τέτοιο ήταν εφικτό- θα δημιουργούσε ένα επιπρόσθετο βάρος, κυριολεκτικό και
μεταφορικό. Ο μαθητής έχει πρόσβαση σε εξειδικευμένο υλικό που έχει
προεπιλεγεί από τους διδάσκοντες για να μελετήσει.
γ) Ο τρόπος ανάγνωσης και μελέτης δεν είναι ο ευθύγραμμος παθητικός
τρόπος που επιβάλει η μορφή ενός κειμένου. Ο κάθε μαθητής επιλέγει ο
ίδιος τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργοποιήσει τις υπάρχουσες πληροφορίες,
ανάλογα
με τη διάθεσή του, τα ενδιαφέροντά του, το διαθέσιμο χρόνο. Η πορεία της μελέτης
με τον τρόπο αυτό είναι ανοικτή, ενεργητική και διαφοροποιημένη από
μαθητή σε μαθητή και από περίσταση σε περίσταση.

5. Συμπεράσματα

Αν στα πλαίσια της επιμόρφωσης Β΄επιπέδου συμπεριληφθεί κεφάλαιο με
τις δυνατότητες του υπερκειμένου πιστεύουμε ότι μπορεί να αποτελέσει το
εφαλτήριο για την παραγωγή καινοτόμου και δυναμικού εκπαιδευτικού
υλικού, με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, συμβατού τόσο με τις
εξαγγελίες του Υπουργείου για το νέο σχολείο όσο και με τις σύγχρονες
θεωρίες της λογοτεχνίας, και ικανού να καλύψει τα κενά και τις αδυναμίες
που παρουσιάζουν τα έντυπα συμβατικά υλικά. Η εξοικείωση αρχικά και στη

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
συνέχεια η άσκηση των εκπαιδευομένων πάνω σε ζητήματα ερμηνευτικής
προσέγγισης και κριτικής ανάγνωσης των λογοτεχνικών κειμένων θεωρούμε
πως ενισχύουν όχι μόνο τη λογοτεχνική εγγραμματοσύνη τους (που είναι το
αρχικό και βασικό ζητούμενο ενός προγράμματος σπουδών), αλλά και τη
συνολική εγγραμματοσύνη τους σε συναφείς τομείς: οπτικοακουστικός,
πληροφορικός, γραμματικός, κοινωνικός, ιστορικός, αισθητικός
γραμματισμός). Η ανάπτυξη της κριτικής στάσης των μαθητών απέναντι σε
λογοτεχνικά φαινόμενα και όρους που είχαν συνηθίσει να δέχονται με μια
αμηχανία, παθητικότητα ή αδιαφορία, ενισχύει τη συνολική τους κριτική
εγγραμματοσύνη, η οποία «καθιστά τα άτομα ικανά να συμμετέχουν στην
πολιτιστική πολιτική και οικονομική ζωή της κοινωνίας τους. Ακόμη
περισσότερο, τους δίνει τη δύναμη να την αλλάξουν» (Traves, 1992: σ. 7785).
Οι διδάσκοντες δεν προσκάλεσαν τους μαθητές είτε σε επίσκεψη ενός
κατασκευασμένου από τους ίδιους υπερκειμένου, που θα περιείχε σχολιασμούς,
είτε στην περιπέτεια της κατασκευής ενός πολυεπίπεδου κειμένου που θα
συνομιλούσε με άλλα κείμενα. Σε αυτό το σημείο ενοχοποιείται η απουσία
αναφορών στις εκπαιδευτικές εφαρμογές του υπερκειμένου στο επικαιροποιημένο
επιμορφωτικό υλικό. Είναι προφανές ότι οι τεχνικές δυσκολίες κατασκευής
υπερκειμένου και ανάρτησης στο διαδίκτυο λειτουργούν ανασταλτικά και οι
εκπαιδευτικοί περιορίζονται στις επιλογές της πεπατημένης οδού αντικαθιστώντας
το βιβλίο με δικτυακές σελίδες. Σε αρκετές περιπτώσεις επιλέγονται
δραστηριότητες που ταιριάζουν περισσότερο στο επίπεδο του Γυμνασίου, π.χ.
χρωματισμός λέξεων παρά στο επίπεδο του Λυκείου.
Η χρήση των ΤΠΕ δημιουργεί προσδοκίες για μία καινοτόμο , πιο συμμετοχική,
θεσμική ανάγνωση των λογοτεχνικών κειμένων στη σχολική τάξη, οι οποίες τις πιο
πολλές φορές όπως διαπιστώθηκε, δεν εκπληρώνονται. Θα διατηρήσουμε όμως την
αισιοδοξία μας ότι, καθώς οι συνθήκες ωριμάζουν, τα εργαλεία γίνονται ολοένα και
πιο εύχρηστα, οι ΤΠΕ θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν για τη διδασκαλία του
μαθήματος έτσι ώστε να αναδειχθούν συστατικά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού
κειμένου.

Αναφορές

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
1. BECTA

(2001),

Computer

Games

in

Education:

Findings

report,

http://www.becta.org.uk/page_documents/research/cge/report.pdf
ανακτήθηκε 15/7/2011
2. Dillon, R., (2010) On the Way to Fun: An Emotion-Based Approach to Successful
Game Design A.K. Peters
3. Facer, K. (2003), Computer games and learning, http://www

.nestafuturelab.org/research/discuss/02discuss01.htm
4. Hämäläinen, Raija (2011) Using a game environment to foster collaborative
learning: a design based study. Technology Pedagogy and Education 20(1)
5. Järvinen A. (2008) Games without Frontiers: Theories and Methods for Game
Studies and Design, Tampere University Press. http://acta.uta.fi/english/

teos.php?id=11046
6. Klawe, M. (1999), Computer games, education and interfaces: The E-GEMS
project, In Proceedings of the Graphics Interface 1999 Conference, 36-39,
Ontario, Canada
7. McFarlane, A., Sparrowhawk, A., & Heald, Y. (2002). Report on the educational
use of games. TEEM: Teachers Evaluating Educational Multimedia. Retrieved
from http://www.teem.org.uk/publications/teem_gamesined_full.pdf
8. Oliver, M., & Carr, D. (2009). Learning in Virtual Worlds: Using Communities of
Practice to Explain How People Learn from Play. British Journal of Educational
Technology, 40(3), 444-457. Retrieved from EBSCOhost.
9. Prensky, M. (2001), Digital game-based learning, New York: McGraw-Hill
10.Paraskeva, F., Mysirlaki, S., & Papagianni, A. (2010). Multiplayer Online Games as
Educational Tools: Facing New Challenges in Learning. Computers & Education,
54(2), 498-505. Retrieved from EBSCOhost.

Δανιήλ Χ. (2005), «Μια Εφαρμογή Υπερκειμένου για τη Μελέτη της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε Πλαίσιο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως
Εκπαίδευσης: Σολωμός-Καβάφης-Καρυωτάκης», στο Λιοναράκης Α. [επιμ],
3rd International Conference on open and Distance learning, Applications of
pedagogy and Technology, Αθήνα: Προπομπός, σ. 535-559

Abstract
Hypertext can be considered as the new revolution in literature, since it allows an interactive relationship
between the text and the reader and a non-linear text layout, so that multiple readings are possible.
This report presents two hypertextual literature applications, seeking to give answers to two major questions.

Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Πληροφορική στην εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο
Πειραιά, 8/10/2011 σσ. 441-450
The first one is whether the use of ICT works as scientific and pedagogical innovation, which (re)shapes
literature’s apprehension and teaching. The second is about detecting the literary text’s elements, that are
particularly underlined through the use of ICT.

Λέξεις κλειδιά: digital games, social games, lesson plan, cooperative skills,