1

Για τον θρόνο της Θερίνια

2

Τίτλος: Για τον θρόνο της Θερίνια

Συγγραφέας: Στυλιανός Κιλημάντζος

© Andy’s Publishers, Αθήνα 2010, ISBN 978-960-9450-46-1

Andy’s Publishers
Σόλωνος 54 ● 10672 ● Αθήνα ● EU Hellas (GR)
ΤΗΛ: (+30) 210 3628288 ● FAX: (+30) 210 3600024
URL: www.andyspublishers.com

Απαγορεύεται η μετάφραση, προσαρμογή, αναπαραγωγή
μερική ή συνολική, καθώς και η δημόσια προβολή του
παρόντος με κάθε τρόπο ή μέσο και σε οποιαδήποτε χώρα,
χωρίς προηγούμενη άδεια των εκδοτών. Η παράβαση των
ανωτέρω επιφέρει κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται από την
ελληνική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομοθεσία που διέπει
την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων (Ν. 2121/1993 &
κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα).

3

Στυλιανός Κιλημάντζος

Για τον θρόνο της Θερίνια

andy’s publishers
2011

4

Στους γονείς μου
που με έμαθαν να αγαπάω το βιβλίο

5

1
Ο Αθίριλ είχε κάτσει στην άκρη της προβλήτας και με τα
μάτια κλειστά, άφηνε το παιχνιδιάρικο αεράκι να του δροσίζει
το πρόσωπο και να του ανακατεύει τα μαλλιά. Οι ήχοι της
θάλασσας, που ήταν το μόνο πράγμα που έσπαγε την ησυχία
στην παραλία, τον χαλάρωναν και τον υπνώτιζαν. Ένιωθε σαν
να βρισκόταν μόνος του στην άκρη του κόσμου, αυτήν την
ήρεμη νύχτα, μια μοναξιά που πάντα επιδίωκε και στην οποία
έβρισκε ευτυχία και συγκέντρωση. Έχοντας τα μάτια του
κλειστά, ταξίδευε μακριά από αυτόν τον κόσμο. Σε έναν κόσμο
στον οποίο έχανε την πραγματική του ταυτότητα και υπόσταση
και γινόταν κάποιος άλλος. Κάποιος χωρίς υποχρεώσεις και
καθήκοντα. Ένας άνθρωπος απλός, χωρίς αξιώματα που να
τον ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Σε εκείνον τον κόσμο
μπορούσε να ονειροπολήσει με τις ώρες και να αφεθεί στην
λήθη. Έμεινε για αρκετή ώρα με τα μάτια κλειστά,
φυλακίζοντας έξω από το μυαλό του οτιδήποτε δυσάρεστο.
Κάποια στιγμή όμως έπρεπε να κοιτάξει και πάλι μπροστά του.
Να κοιτάξει αυτά που του επιφύλασσε το αύριο.
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στην θάλασσα που
απλωνόταν μπροστά του. Θα ήθελε όσο τίποτα εκείνη την
στιγμή να δεί τον ορίζοντα. Όμως τα πάντα καλύπτονταν από
ένα ξύλινο τείχος. Τα εξακόσια πολεμικά πλοία που είχε υπό
τις διαταγές του είχαν κατακλύσει το λιμάνι της Φέργκα. Η
Φέργκα ήταν η νοτιότερη πόλη της πατρίδας του, της Θερίνια.
Πρίν από χρόνια ο παππούς του, που ήταν τότε ο βασιλιάς της
χώρας, είχε λύσει το αιώνιο πρόβλημα των Θερίνιων. Η Θερίνια
ήταν χώρα ορεινή και επομένως, ο λαός είχε ελάχιστη
πρόσβαση στην θάλασσα. Όντας περιτριγυρισμένοι από
γειτονικές παραθαλάσσιες χώρες, είχαν αποκλειστεί τελείως
από το υγρό στοιχείο, μην μπορώντας να αναπτύξουν ναυτικό
εμπόριο που θα τους απέφερε ανυπολόγιστα έσοδα. Ο
παππούς του, βλέποντας τις άλλες χώρες να πλουτίζουν από
την θάλασσα, δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτήν την κατάστασή

6

άλλο. Η Φέργκα έκανε το λάθος εκείνη την εποχή να είναι
ανεξάρτητη επαρχία.
Δεν είχε δηλώσει υποταγή σε κανένα μεγάλο κράτος και
κανένας δεν είχε ενδιαφερθεί για την τύχη της, αφού όλες οι
χώρες είχαν πολύ καλύτερα λιμάνια για να εξυπηρετούνται τα
πλοία τους. Εκτός από την Θερίνια. Οι Θερίνιοι, έμπειροι και
ικανοί πολεμιστές, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εξοντώσουν
τους προστάτες της πόλης, που αποτελούνταν κυρίως από
ψαράδες, που δεν είχαν κρατήσει στην ζωή τους άλλο όπλο
πέρα από το καμάκι για τα θαλάσσια κήτη. Ο παππούς του
έμεινε στην ιστορία ως ο καταστροφέας της Φέργκα. Με
έρευνες που έγιναν τα επόμενα χρόνια, αποδείχτηκε ότι το
τοπικό στοιχείο θα εξαλειφόταν τελείως. Την ημέρα που ο
Αθίριλ καθόταν στην άκρη της αποβάθρας αγναντεύοντας, δεν
υπήρχε στην Φέργκα ούτε ένας αυθεντικός ντόπιος. Ντόπιοι
πλέον θεωρούνταν οι Θερίνιοι που είχαν γεννηθεί στην πόλη.
Αυτή η γενοκτονία είχε φέρει ανυπολόγιστα οφέλη στην χώρα.
Το θαλάσσιο εμπόριο άνοιγε την αγκαλιά του και στους
Θερίνιους, που ποτέ δεν τους έλειπε η τόλμη.
Η χώρα είχε φαινομενικά ατέλειωτα αποθέματα ξυλείας.
Τα καράβια φτιάχνονταν ασταμάτητα το ένα μετά το άλλο και
οι ναυτικοί των άλλων χωρών που είχαν αποσυρθεί από την
ενεργό δράση, έβρισκαν το πιο γενναιόδωρο μεροκάματο
διδάσκοντας στους Θερίνιους τα μυστικά της ναυσιπλοΐας.
Σύντομα, η κάποτε ορεινή αυτή χώρα, βγαίνοντας από το
αδιέξοδο αιώνων, έγινε μια μεγάλη ναυτική δύναμη. Τα νησιά
που απλώνονταν στον ωκεανό ήταν έδαφος πρόσφορο για
εμπορικές συναλλαγές. Με την οικονομία της χώρας να
δυναμώνει όλο και περισσότερο, δεν άργησε η στιγμή που τα
νησιά έγιναν στενοί σύμμαχοι και συνεργάτες του βασιλιά,
προκειμένου να πλουτίσουν και αυτά με την σειρά τους. Τα
θερινιακά πλοία όργωναν τις θάλασσες, αποτελώντας τον
συνδετικό κρίκο για εκατοντάδες νησιά. Πλέον οποιοσδήποτε
Θερίνιος και αν έδενε το πλοίο του σε κάποιο συμμαχικό
λιμάνι, αντιμετωπιζόταν σαν ντόπιος, έχοντας στην διάθεση
του όλες τις υπηρεσίες και ανέσεις, που το κάθε νησί μπορούσε

7

να προσφέρει. Ο αγώνας των νησιών να κερδίσουν την
βασιλική εύνοια, ωφελούσε τα μέγιστα κάθε υπήκοο της
χώρας.
Η μεγαλύτερη ακμή ήρθε τον καιρό της βασιλείας του
πατέρα του, που διαδέχτηκε τον παππού του στον θρόνο μετά
τον θάνατο του τελευταίου. Η μεγαλύτερη παρακμή ήρθε με
τον θάνατο του πατέρα του και την ανάληψη της βασιλείας
από τον μεγάλο του αδερφό. Ο Νέγουεν μόλις έκατσε στον
θρόνο της Θερίνια, έδωσε υποσχέσεις για μεγάλες δόξες στον
λαό του. Τα πράγματα εδώ και χρόνια πήγαιναν απ’ το καλό
στο καλύτερο για το βασίλειο, με αγαθά και ρευστό να
καταφθάνουν ασταμάτητα από τα νησιά. Τα νησιά με την
σειρά τους είχαν όλα τα οφέλη που επιδίωκαν από τους
Θερίνιους και έτσι η συνεργασία συνεχιζόταν χωρίς παράπονα.
Ο Νέγουεν λοιπόν, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να
διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση. Ήταν μια προσδοκία
που δεν επαληθεύθηκε ποτέ. Ο πλούτος τυφλώνει συνήθως τον
άνθρωπο και ο αδερφός του Αθίριλ δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Από την αρχή της βασιλείας του παραμέλησε με πρωτοφανή
αδιαφορία τα βασιλικά του καθήκοντα και απλά, επιδιδόταν
ασταμάτητα σε γλέντια και διασκεδάσεις, που δεν του άφηναν
χρόνο ούτε για να σκεφτεί ούτε για να δράσει.
Η ασωτία αυτή του νέου βασιλιά φυσικά δεν επηρέασε
τον ίδιο αλλά τον λαό. Και όχι τόσο την ενδοχώρα όσο τα νησιά.
Τα μέτρα κατά της εγκληματικότητας χαλάρωσαν αισθητά. Ο
Νέγουεν παραμέλησε ανάμεσα σε άλλα, την οργάνωση του
στρατού, του ναυτικού, των περιπολιών στις πόλεις αλλά και
στην θάλασσα, όπου τόσα χρόνια το πολεμικό ναυτικό
διαφύλαττε τα συμφέροντα των νησιών και της ενδοχώρας,
προστατεύοντας τα εμπορικά πλοία από οποιονδήποτε
κίνδυνο. Οι στρατιωτικοί δεν πληρώνονταν επαρκώς όπως
άλλοτε και έτσι σταμάτησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες
τους στον βασιλιά σε στεριά και θάλασσα. Η ανυπαρξία
ετοιμοπόλεμου στόλου χτύπησε τα νησιά σαν πανούκλα.
Ανυπεράσπιστοι πια οι νησιώτες, έγιναν έρμαιο των ληστρικών
διαθέσεων των πειρατών, που άδραξαν την ευκαιρία και

8

εξαπέλυσαν επίθεση σε όλα τα μήκη και πλάτη του ωκεανού.
Η μόνη παραθαλάσσια περιοχή της Θερίνια που έμεινε
ανέγγιχτη ήταν η Φέργκα.
Η στρατιωτική δύναμη εκεί ήταν πολύ ισχυρή, αφού οι
Θερίνιοι δεν θα άφηναν τα δικά τους εδάφη να πέσουν στα
χέρια των πειρατών. Έτσι στην περιοχή η άμυνα ήταν
ισχυρότατη με πρωτοβουλία των κατοίκων. Ακόμα και σε αυτή
την περίπτωση, ο βασιλιάς αδιαφόρησε. Χωμένος στο παλάτι
του στα βάθη της χώρας, στην πρωτεύουσα Τύοναν,
αδιαφορούσε για το τι συνέβαινε στην θάλασσα και συνέχιζε
να απολαμβάνει όσα είχε κληρονομήσει. Στο μεταξύ, τα
συμμαχικά νησιά το ένα μετά το άλλο, παραδίνονταν στις
φλόγες και οι κάτοικοι σφαγιάζονταν αδιακρίτως. Οι πειρατές
διέθεταν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, την
απόλυτη ελευθερία στις θάλασσες και δεν θα έχαναν την
ευκαιρία να πάρουν εκδίκηση, για τις ταπεινώσεις και τις
στερήσεις που αναγκάζονταν να υποστούν τόσον καιρό. Το
εμπόριο και η αλιεία σταμάτησαν σχεδόν ολοκληρωτικά. Οι
νησιώτες δεν τολμούσαν να βγούν στην θάλασσα με τα
πλεούμενα τους και ο τρόμος επικρατούσε παντού. Τα έσοδα
της χώρας μειώθηκαν τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του
Νέγουεν, όσο ποτέ άλλοτε από την κατάκτηση της Φέργκα και
μετά.
Με τα βασιλικά ταμεία να αδειάζουν και τον λαό να
πεινάει, δύο πράγματα συνέβησαν. Ο Νέγουεν άρχισε να
βλέπει από πρώτο χέρι την οικονομική δυσχέρεια στην οποία
είχε περιέλθει η χώρα, γεγονός που του στερούσε μέρος των
ακριβών απολαύσεων του. Δεύτερη συνέπεια ήταν η δυσμένεια
του λαού, που εκφραζόταν με καθημερινές διαμαρτυρίες έξω
απ’ το παλάτι. Όλη αυτή η φασαρία είχε αρχίσει να ενοχλεί τον
βασιλιά και δεν τον άφηνε να χαλαρώσει, αφού οι φωνές
έφταναν μέχρι τα βασιλικά δωμάτια. Όταν ο Νέγουεν
αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση, κάλεσε τον
αδερφό του στην αίθουσα του θρόνου. Ο Αθίριλ ξαφνιάστηκε
με την πρόσκληση αυτή. Οι δύο αδερφοί είχαν ψυχραθεί λόγω
των διαφωνιών τους σχετικά με την διακυβέρνηση της χώρας

9

και του έκανε σπάνια πια την τιμή να τον δέχεται. Όταν
έφτασε μπροστά στον θρόνο, ο Νέγουεν μπήκε κατευθείαν στο
θέμα.
«Αδερφέ γνωρίζεις τον λόγο που έχει προκαλέσει τόση
ταραχή
στο
βασίλειο
τελευταία.
Ο
λαός
είναι
δυσαρεστημένος».
«Λογικό είναι. Η οικονομία μας πάει απ’ το κακό στο
χειρότερο. Ο λαός είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να τρώει με
χρυσά κουτάλια. Τελευταία τα πράγματα έχουν σφίξει πολύ.
Πρέπει να σταλεί στόλος στα νησιά. Οι θάλασσες πρέπει να
ξαναγίνουν ελεύθερες για εμπόριο. Οι πειρατές μας έχουν
προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά».
«Όλα αυτά τα γνωρίζω. Άλλωστε μου τα επισημαίνεις και
εσύ συνέχεια με ενοχλητική πολλές φορές επιμονή.
Αποφάσισα λοιπόν να λάβω δραστικά μέτρα για να αποδείξω
σε όλους πόσο ικανός βασιλιάς είμαι. Θα ηγηθείς ενός στόλου
που θα είναι αρκετά ικανός ώστε να κατατροπώσει του
πειρατές. Ήδη έχω δώσει διαταγή να συγκεντρωθούν εξακόσια
πλοία στην Φέργκα. Σε μερικές μέρες θα είναι έτοιμα να
σαλπάρουν με δική σου διαταγή. Πρέπει να μου δώσεις όμως
μια απάντηση αμέσως. Θα είναι μια καλή ευκαιρία να
δραστηριοποιηθείς. Γράφοντας ποίηση απ΄ το πρωί ως το βράδυ
έχεις παραγίνει μαλθακός».
«Τουλάχιστον εγώ περνάω τον καιρό μου δημιουργώντας
κάτι. Εσύ δεν έχεις προσφέρει το παραμικρό στον κόσμο, από
την μέρα που κάθισες σε αυτόν τον θρόνο. Μόνο τα γλέντια και
τα όργια με τις παλλακίδες σου συγκαταλέγονται στα βασιλικά
σου κατορθώματα. Δεν είσαι σε θέση να με κρίνεις».
«Αθίριλ, η ζωή σου είναι πραγματικά για γέλια. Έχεις στα
χέρια σου τόση εξουσία και τόσα πλούτη και απλά αδιαφορείς.
Αφιερώνεις όλο σου τον χρόνο στην τέχνη σου και αρκείσαι σε
μια μόνο γυναίκα, ενώ μπορείς να έχεις διαφορετική κάθε
βράδυ. Περνάς τον χρόνο σου με τους κοινούς ανθρώπους και
γνέφεις σαν χαζός ενώ εκείνοι σου λένε τα ασήμαντα
προβληματάκια τους. Δεν έρχεσαι στις δεξιώσεις που
παραθέτω στο παλάτι, για τις πραγματικά σημαντικές

10

προσωπικότητες της χώρας και δεν ανέχεσαι καν να γνωρίσεις
τους αριστοκράτες που αποτελούν την Αυλή μου. Οι συνήθειες
σου θα ταίριαζαν περισσότερο σε έναν ψαρά της Φέργκα, παρά
σε έναν πρίγκιπα».
«Η Νιίρα και εγώ σκοπεύουμε να παντρευτούμε. Δεν
νομίζω λοιπόν ότι θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να της δείξω
την αφοσίωση μου, μοιραζόμενος πόρνες μαζί σου. Τους
αυλικούς σου θα συνεχίσω να τους απεχθάνομαι, μέχρι να
καταφέρουν να ανελιχθούν σε κάτι παραπάνω από τους
γλοιώδεις κόλακες που είναι σήμερα. Οι κοινοί, όπως τους λές,
άνθρωποι, έχουν πετύχει πολύ περισσότερα πράγματα στην
ζωή τους, απ’ ότι αυτοί οι άχρηστοι που έχεις γύρω σου για να
τονώνεις τον εγωισμό σου. Όσο για τους ψαράδες της Φέργκα
καλά θα κάνεις να τους εκτιμάς πολύ περισσότερο. Με τον
τρόπο που ξοδεύεις τα κρατικά έσοδα και με την κατάσταση
στα νησιά, θα τους έχουμε μεγάλη ανάγκη σε λίγο καιρό για
να επιβιώσουμε ως κράτος».
«Ανοησίες! Η Θερίνια έχει και άλλα έσοδα. Ξεχνάς τις
καλλιέργειες και τα ορυχεία μεταλλευμάτων;»
«Η σοδιά φέτος καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς απ’ το
χαλάζι και τα ορυχεία θέλουν κρατικές επιχορηγήσεις για να
συνεχίσουν να δουλεύουν. Το μετάλλευμα δεν βγαίνει μόνο του
απ’ τη γή. Όταν οι μεταλλωρύχοι και οι αγρότες ήρθαν να σου
ζητήσουν κάποια ενίσχυση, εσύ ούτε που δέχτηκες να τους δείς.
Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το οποίο να έχεις ασχοληθεί
πραγματικά;»
Ο Νέγουεν κούνησε το χέρι του ανυπόμονα για να τον
σωπάσει.«Έχεις αρχίσει να με κουράζεις. Δεκάρα δεν δίνω για
τους ξυπόλητους. Ότι χρωστάω το χρωστάω στον παππού και
τον πατέρα μας. Εκείνοι μου πρόσφεραν όλα αυτά τα πλούτη
και τις ανέσεις».
«Έστω λοιπόν για την μνήμη τους, μη αφήσεις την χώρα
που τόσο απλόχερα σου έδωσε ο πατέρας να καταρρεύσει.
Πρέπει να κάνεις κάτι».

11

«Θα κάνω. Σου έδωσα ολόκληρο στόλο για να
αντιμετωπίσεις το πιο πιεστικό απ’ όλα τα προβλήματα.
Λοιπόν θα βοηθήσεις τον λαό σου ή είσαι μόνο λόγια»;
«Θα κάνω ότι χρειαστεί για την πατρίδα μου» είπε ο
Αθίριλ περισσότερο σπρωγμένος από την οργή του παρά από
την λογική. Καθώς καθόταν στην αποβάθρα καταλάβαινε, ότι
αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που ο αδερφός του του είχε
επιτεθεί με αυτόν τον τρόπο. Ήξερε ότι αν του πλήγωνε την
περηφάνια, θα δεχόταν να αναλάβει τον στόλο στη στιγμή.
Από μικρό παιδί ο Νέγουεν ήταν καλύτερος σε αυτά τα
παιχνίδια. Ο αθώος Αθίριλ την είχε πατήσει πολλές φορές με
παρόμοια τεχνάσματα στο παρελθόν. Τώρα όμως δεν
επρόκειτο για παιδικά παιχνίδια. Το θέμα ήταν σοβαρότατο.
Από τις αποφάσεις που θα έπαιρνε από δώ και πέρα ο Αθίριλ,
θα κρίνονταν οι τύχες των νησιών. Πώς όμως θα μπορούσε να
αισθάνεται σίγουρος για την επιτυχία της εκστρατείας, όταν
δεν είχε την παραμικρή πείρα από πόλεμο ή ναυσιπλοΐα. Τον
έλουσε κρύος ιδρώτας σκεφτόμενος το έργο που είχε αναλάβει.
Άκουσε ελαφριά βήματα από την αποβάθρα και ένα οικείο
άρωμα έφτασε μέχρι τα ρουθούνια του.
Δύο λεπτά χέρια άγγιξαν το πρόσωπο του και χάιδεψαν
τα μαλλιά του, με ένα άγγιγμα που γι’ αυτόν ήταν πάντα
ευεργετικό. Γύρισε και κοίταξε τα γαλάζια μάτια της Νιίρα που
τον κοίταζαν με ανησυχία. Έκατσε δίπλα του, στρέφοντας το
βλέμμα της στα πλοία που λικνίζονταν απαλά στο λιμάνι.
«Γιατί κάθεσαι μόνος σου; Όλα τα πανδοχεία της πόλης
είναι γεμάτα από στρατιώτες που πίνουν για την επιτυχία της
εκστρατείας. Οι καπετάνιοι των πλοίων το ίδιο. Δεν φαίνεται
να συμμερίζεσαι την χαρά τους».
«Χαρά για ποιό πράγμα; Είμαι αρχηγός σε μια εκστρατεία
που σημαίνει τόσα πολλά και δεν έχω ξαναβρεθεί σε μάχη ούτε
στα όνειρα μου. Θα βρίσκομαι σε ένα πλοίο για μήνες, ενώ
μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο διάστημα που έχω περάσει σε
πλεούμενο είναι μερικές μέρες. Ξεκινάω μια ζωή στην οποία
δεν είμαι μαθημένος και δεν ξέρω αν θα προσαρμοστώ
εγκαίρως».

12

«Μήπως ο αδερφός σου έχει δίκιο που σε λέει μαλθακό;»
Γύρισε και την κοίταξε εξοργισμένος. «Σοβαρά μιλάς;
Δίνεις δίκιο σε αυτόν τον άχρηστο που δεν ξέρει να κάνει
τίποτα καλύτερο απ’ το να μεθοκοπάει; Και ποιός είναι αυτός
που θα μιλήσει σε μένα για μαλθακότητα; Έχει πολεμήσει
ποτέ στην ζωή του; Έχει πάρει ποτέ μέρος σε μάχη; Γιατί δεν
πήγαινε αυτός στα νησιά για να τα ελευθερώσει και έστειλε
εμένα τον ΄΄μαλθακό΄΄ να βγάλω το φίδι από την τρύπα;»
Η Νιίρα τον κοίταξε με ένα περιπαιχτικό χαμόγελο.
«Αφού είσαι καλύτερος από αυτόν γιατί κάθεσαι και
παραπονιέσαι. Δεν είναι αντάξιο σου να οικτίρεις τον εαυτό
σου. Πρέπει να δείς αυτήν την εκστρατεία σαν μια ευκαιρία να
αποδείξεις ποιός πραγματικά είσαι. Πρέπει να σφίξεις τα
δόντια και να υποδεχτείς τις δυσκολίες που θα έρθουν με
γενναιότητα. Μην το βλέπεις σαν αγγαρεία. Αν επιτύχεις, πέρα
απ’ το γεγονός ότι θα έχεις προσφέρει μια ανυπολόγιστης
αξίας υπηρεσία στον λαό σου, θα έχεις και προσωπικά οφέλη.
Όλοι θα σε θαυμάζουν και θα σε αναγνωρίσουν ως άξιο ηγέτη
τους. Όταν θα κάνουν την σύγκριση ανάμεσα σε σένα και τον
αδερφό σου, τότε η ζυγαριά θα γέρνει υπέρ σου με συντριπτική
διαφορά. Όλοι ξέρουν πόσο δυσαρεστημένος είναι ο λαός από
τον Νέγουεν. Σκέψου να γυρίσεις θριαμβευτής απ΄ τα νησιά.
Θα έχεις τις καρδιές όλων με το μέρος σου».
«Για να κάνω τι Νιίρα; Μήπως υπονοείς να εκθρονίσω τον
ίδιο μου τον αδερφό; Να πνίξω την ίδια μου την χώρα στο αίμα
προκαλώντας εμφύλιο πόλεμο; Ο πατέρας σου σου γέμισε το
κεφάλι με αυτές τις ηλίθιες ιδέες;»
«Ο πατέρας μου σε θαυμάζει και σε θεωρεί άξιο να
κυβερνήσεις. Τόσο κακό σου φαίνεται δηλαδή;»
«Ο πατέρας σου είναι σοφός άνθρωπος. Όταν όμως
αρχίζει και μιλάει για αλλαγές στην εξουσία, τα λόγια του
ισοδυναμούν με προδοσία. Αν οι απόψεις του έβγαιναν
παραέξω, τότε μεγάλες συμφορές θα έπεφταν πάνω του και
κατά συνέπεια και σε σένα. Τόσο απερίσκεπτα που φέρεται θα
έλεγα ότι δεν νοιάζεται ούτε για τον εαυτό του, ούτε για το

13

σπίτι του. Αν πάθεις κάτι εξαιτίας του, θα έχει να κάνει μαζί
μου».
«Ο πατέρας μου έχει δύναμη. Ακόμα κα αν ο ίδιος πάθει
κάτι, υπάρχουν άνθρωποι που θα με προστάτευαν με την ίδια
τους την ζωή για χάρη του. Μην ανησυχείς όμως. Μπορεί να
θεωρεί τον αδερφό σου κακό ηγέτη, όμως σε όλους τους
κοσμικούς κύκλους είναι γνωστός ως υπόδειγμα πίστης στον
θρόνο. Είναι ένας ρόλος που τον κατέχει πολύ καλά».
«Όπως και να έχει δεν με ενδιαφέρει η βασιλεία. Εγώ το
μόνο που ήθελα ήταν να με ακούει που και που όταν του δίνω
μια συμβουλή. Δεν το κάνω για να τον μειώσω, αλλά επειδή
πιστεύω ότι πραγματικά μπορώ να προσφέρω. Είμαι πιο κοντά
στους ανθρώπους απ’ ότι εκείνος και γνωρίζω τις ανάγκες
τους. Όμως δεν μπορώ να του ξυπνήσω το ενδιαφέρον ότι και
να του πώ. Τον τελευταίο καιρό ούτε καν που ανέχεται να με
δεί. Τον ενοχλώ λέει».
«Ίσως αν γυρίσεις νικητής να είσαι πολύ σπουδαίος στα
μάτια του, για να συνεχίσει να σε αγνοεί» είπε η Νιίρα χωρίς
να πιστεύει ούτε στιγμή αυτό που έλεγε. Δεν θα μπορούσε να
έχει χειρότερη γνώμη για τον αδερφό του αρραβωνιαστικού
της. Ήξερε ότι δεν είχε ελπίδα να γίνει ποτέ καλός ηγέτης και
το γεγονός ότι ο Αθίριλ δεν είχε καμία φιλοδοξία να αναλάβει
την βασιλεία την γέμιζε απελπισία.
«Ας πάμε στο δωμάτιο. Δεν έχει νόημα να το συζητάμε
άλλο. Απόψε είναι η τελευταία μας νύχτα μαζί. Έχουμε
καλύτερα πράγματα να κάνουμε απ’ το να τσακωνόμαστε.
Αύριο θα πάω να χαιρετήσω και τον πατέρα σου στο εξοχικό
σας. Ελπίζω να μην αρχίσει πάλι το γνωστό του τροπάρι» είπε
εκείνος καθώς σηκωνόταν. Την πήρε απ’ το χέρι και
κατευθύνθηκαν πρός την πόλη.
Ο δούκας Φένερσιφτ, απ’ το μπαλκόνι του εξοχικού του
στην Φέργκα, μπορούσε να δεί τον θερινιακό στόλο που ήταν
αραγμένος στο λιμάνι. Η καρδιά του γέμιζε περηφάνια και
ελπίδα, που επιτέλους η χώρα ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει
τον καρκίνο που κατέτρωγε τα νησιά και να επιστρέψει σε
παλιές δόξες. Ήταν αισιόδοξος ότι ο Αθίριλ, ο άντρας που

14

αγάπαγε η κόρη του, θα αποδεικνυόταν αντάξιος του
εγχειρήματος. Ακόμα όμως και στην αντίθετη περίπτωση, είχε
λάβει μέτρα για την ασφάλεια του. Ήξερε ότι η Νιίρα δεν θα το
άντεχε αν ο αγαπημένος της πέθαινε. Από αγάπη λοιπόν για
την κόρη του, θα φρόντιζε ο Αθίριλ να έβγαινε σώος απ’ την
δοκιμασία. Αυτό το θέμα το είχε διευθετήσει καιρό τώρα.
Ήταν όμως και άλλα θέματα, εξίσου επείγοντα, τα οποία
ακόμα απαιτούσαν την προσοχή του. Όταν η μαύρη άμαξα
σταμάτησε μπροστά από το εξοχικό του, δεν χρειαζόταν την
ανακοίνωση της υπηρέτριας του, ότι ένας αγγελιοφόρος είχε
έρθει να τον δεί. Το μήνυμα ήταν αναμενόμενο και είχε
περάσει πολλές νύχτες άγρυπνος περιμένοντας το. Δεν ήξερε
όμως αν τα νέα θα ήταν ευχάριστα ή όχι. Όταν ο αγγελιοφόρος
μπήκε μέσα και μετά από μια μικρή υπόκλιση του παρέδωσε το
γράμμα, άρχισε να το ανοίγει με τρεμάμενα χέρια. Όταν
διάβασε το περιεχόμενο η καρδιά του ανασκίρτησε. Στράφηκε
πρός τον αγγελιοφόρο.
«Κατέβα κάτω και περίμενε με. Σε δέκα λεπτά θα κατέβω
και θα φύγουμε αμέσως». Ο αγγελιοφόρος υποκλίθηκε και
πάλι και έφυγε απ’ το δωμάτιο. Ο Φένερσιφτ μάζεψε βιαστικά
μερικά ρούχα και έβαλε σε ένα πουγκί μερικά χρυσά
νομίσματα απ’ το μυστικό του χρηματοκιβώτιο. Πρίν φύγει
έβγαλε ένα σπίρτο και έκαψε το γράμμα που μόλις είχε
διαβάσει. Κατεβαίνοντας τις σκάλες έπεσε πάνω στην
υπηρέτρια του.
«Που πάτε κύριε; Να ετοιμάσω την βραδινή σας
ενδυμασία;»
«Όχι. Βιάζομαι πάρα πολύ. Αύριο θα έρθουν να με δούν ο
Αθίριλ και η Νιίρα. Πές τους ότι μια επείγουσα δουλειά
απαιτούσε την παρουσία μου και έπρεπε να φύγω αμέσως απ’
την πόλη. Πές τους να μην ανησυχούν και ότι θα γυρίσω
γρήγορα. Ευχήσου στον Αθίριλ καλή επιτυχία από μένα.
Φεύγω. Θα τα πούμε σε μερικές μέρες».
«Μα κύριε…» η πόρτα έκλεισε ερμητικά πίσω του και
χάθηκε στην νύχτα. Δευτερόλεπτα μετά ακούστηκε ήχος από
τις οπλές των αλόγων και η άμαξα που ξεκινούσε. Η

15

ηλικιωμένη υπηρέτρια έμεινε να κοιτάζει σαστισμένη την
πόρτα.

16

2
Ο Αθίριλ κοιτούσε το πλήθος που ζητωκραύγαζε κατά
μήκος της προβλήτας στο λιμάνι της Φέργκα. Έβλεπε την Νιίρα
που με δάκρυα στα μάτια του κουνούσε το χέρι για χαιρετισμό.
Έβλεπε τα παιδιά που στριμώχνονταν μπροστά από τους
μεγάλους, προσπαθώντας να δούν το μεγαλοπρεπή στόλο,
καθώς έφευγε απ’ το λιμάνι. Μερικοί θαρραλέοι έφηβοι είχαν
βουτήξει στην θάλασσα και ακολουθούσαν τα καράβια. Η
ορχήστρα της πόλης έπαιζε πανηγυρικά εμβατήρια, τα οποία
συνοδεύονταν από κουβέντες για σίγουρη νίκη και θρίαμβο
κατά των πειρατών. Ο Αθίριλ σκεφτόταν πώς είναι δυνατόν να
είναι ο μόνος που δεν πίστευε, με τόση σιγουριά, στην επιτυχία
της εκστρατείας. Ξαφνικά τον κυρίευσαν πάλι οι αμφιβολίες
του και σκέφτηκε ότι δεν άξιζε την εμπιστοσύνη που του
έδειχνε ο λαός του. Ο αδερφός του φυσικά δεν είχε έρθει.
Τα μεγαλεία του παλατιού πίσω στην πρωτεύουσα τον
υπνώτιζαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να κρατήσει ούτε τα
προσχήματα. Η χώρα στην οποία βασίλευε ξεκινούσε πόλεμο
και εκείνος δεν μπορούσε να κάνει ούτε καν μια δημόσια
εμφάνιση, για να ενθαρρύνει τους στρατιώτες και τον μικρό
του αδερφό. Το ταξίδι από την Τύοναν μέχρι την Φέργκα, θα
καταπονούσε φαίνεται τον βασιλικό του πισινό. Ξεφύσηξε
νιώθοντας το παράπονο να τον πνίγει. Ήξερε μέσα του ότι δεν
τον ένοιαζε τόσο η απουσία του αδερφού του. Ήταν και
κάποιος άλλος που πάντα του στεκόταν τα τελευταία χρόνια,
αλλά εκείνη την ημέρα απουσίαζε ακόμα και αυτός. Ο δούκας
Φένερσιφτ, ο μέλλοντας πεθερός του, ήταν άφαντος από το
προηγούμενο βράδυ. Υποτίθεται ότι θα συζητούσαν και θα τον
συμβούλευε για την εκστρατεία. Ποιά δουλειά θα μπορούσε να
είναι πιο επείγουσα από αυτή; Ένιωθε πώς όλοι του γυρνούσαν
την πλάτη στην πιο κρίσιμη φάση της ζωής του.
Όλοι εκτός από εκείνη. Συγκέντρωσε το βλέμμα του και
πάλι στην Νιίρα, απομονώνοντας την απ’ οτιδήποτε άλλο.
Εκείνη ήταν πάντα δίπλα του και τον στήριζε. Μαζί της
μοιραζόταν όλες του τις φοβίες και τις χαρές. Σε αυτήν θα

17

έβρισκε στήριγμα στο μακρινό ταξίδι στα νησιά. Η σκέψη της
θα τον συντρόφευε και θα τον βοηθούσε. Για χάρη της θα
γύρναγε πίσω. Η καρδιά του σφίχτηκε όταν η μορφή της
χάθηκε, μαζί με το πλήθος στην προβλήτα του λιμανιού.
Απόμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα και μετά, όπως
του είχε μάθει ο πατέρας του, γύρισε να κοιτάξει πρός τον
στόχο του. Πρός το άπειρο γαλάζιο στις πτυχές του οποίου
κρυβόταν το πεπρωμένο του. Η «Αέρινη», η ναυαρχίδα του
στόλου έσχιζε τα νερά με χάρη και ταχύτητα. Όντας αρχηγός
της εκστρατείας του είχαν κάνει την τιμή να ταξιδεύσει μαζί
της. Καθώς αγνάντευε τη θάλασσα απ’ το κατάστρωμα,
άκουσε βήματα πίσω του και ένα βαρύ χέρι προσγειώθηκε με
δύναμη στον ώμο του. Μορφάζοντας γύρισε να δεί ποιός ήταν
και αντίκρισε τον Ντάργκαν, τον καπετάνιο. Ο Ντάργκαν με τα
ψαρά του γένια και μαλλιά, το χιλιοχαρακωμένο πρόσωπο και
τα μισά του δόντια, αποτελούσε το πρότυπο του κλασσικού
θαλασσόλυκου. Η λαρυγγώδης φωνή του αντήχησε σε όλο το
κατάστρωμα.
«Έλα μικρέ, το σπαθί δεν το χρειάζεσαι ακόμα. Μέχρι να
φτάσουμε στο πρώτο νησί, είναι ευκαιρία να σε μάθω μερικά
πραγματάκια που πρέπει να ξέρει ένας ναυτικός». Ο Αθίριλ
δεν ήταν σίγουρος ότι θα του άρεσε αυτή η πρωτοβουλία του
καπετάνιου. Σύντομα θα μάθαινε πόσο δύσκολη είναι η ζωή
πάνω στο πλοίο.
*************
Η άμαξα μετά από μιας μέρας ταξίδι έφτασε στον
προορισμό της. Ο δούκας Φένερσιφτ βγήκε και τέντωσε το
σώμα του με ανακούφιση. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε
τριγύρω και τελικά στάθηκε στην έπαυλη που ορθωνόταν
μπροστά του. Το μεγαλείο του χτίσματος τον άφησε αδιάφορο,
αφού από το προηγούμενο βράδυ η ανησυχία φώλιαζε στην
καρδιά του. Έριξε άλλη μια διερευνητική ματιά τριγύρω και
πέρασε μέσα από την πύλη, όπου τον υποδέχτηκαν διάφοροι
φανταχτερά ντυμένοι υπηρέτες. Ο αγγελιοφόρος που τον είχε

18

μεταφέρει με την άμαξα κατευθύνθηκε πρός τους στάβλους. Ο
Φένερσιφτ οδηγήθηκε σε μια μεγάλη αίθουσα όπου θα
περίμενε τον οικοδεσπότη του. Μετά από μερικά λεπτά μια
πόρτα άνοιξε και ο δούκας Λιούτιμαρ πλησίασε με ανοιχτές
αγκάλες τον διακεκριμένο καλεσμένο του.
«Φένερσιφτ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω μετά από τόσον
καιρό» είπε καθώς τον έσφιγγε με υπερβάλλοντα ζήλο στην
αγκαλιά του.
Ο Φένερσιφτ κατάφερε να απελευθερωθεί από τον θερμό
εναγκαλισμό και δήλωσε, «και εγώ χαίρομαι Λιούτιμαρ, αν και
οι συνθήκες δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές. Οι άλλοι έχουν
έρθει;»
«Μονάχα άλλοι δύο. Περιμένουμε πολλούς ακόμα. Όσοι
ευγενείς είναι με το μέρος μας, αλλά και μερικοί νεόπλουτοι
της αστικής τάξης, θα περπατούν σύντομα σε αυτούς τους
διαδρόμους». Η αναφορά στους εκπροσώπους της αστικής
τάξης ήταν ζωγραφισμένη με ένα τόνο δυσαρέσκειας.
«Ακόμα πιστεύω πάντως ότι έπρεπε να συναντηθούμε
στην Φέργκα. Όσο πιο μακριά από την Τύοναν τόσο το
καλύτερο».
«Δεν έχεις δίκιο. Με την εκστρατεία τώρα όλα τα
βλέμματα είναι στραμμένα εκεί. Εδώ στην Πάρνια θα
μπορούμε να κινηθούμε χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί και χωρίς
να κινήσουμε υποψίες και ας είμαστε πιο κοντά στην
πρωτεύουσα. Μην ανησυχείς υπερβολικά. Όλα θα πάνε καλά».
Ο Φένερσιφτ έγνεψε χωρίς όμως να πείθεται από τα
λόγια του συντρόφου του. Την συζήτηση τους την συνέχισαν
στο δείπνο, μαζί με τους άλλους δύο αριστοκράτες που είχαν
έρθει για την συνάντηση. Όταν ξύπνησε το άλλο πρωί το
αίσθημα ανησυχίας υπήρχε ακόμα γαντζωμένο μέσα του.
Ένιωθε ένα βάρος στο στήθος του. Όταν κατέβηκε στην
τραπεζαρία είδε ότι είχαν έρθει οι περισσότεροι από τους
καλεσμένους. Τα περισσότερα πρόσωπα του ήταν γνωστά και
του σύστησαν και όσους δεν γνώριζε. Ο Λιούτιμαρ τον
πλησίασε χαμογελαστός όπως πάντα.

19

«Καλημέρα! Έλα μαζί μου. Θέλω να σου γνωρίσω ένα
πολύ καλό μου φίλο. Από εδώ, ο δούκας Τίμπελ». Ο Φένερσιφτ
έδωσε το χέρι του στον άγνωστο ο οποίος του το έσφιξε με
ενθουσιασμό.
«Τιμή μου να γνωρίζω το άνθρωπο στον οποίο οφείλουμε
αυτήν την συγκέντρωση. Οι ιδέες και οι πράξεις σας αποτελούν
έμπνευση για όλους μας».
«Ευχαριστώ πολύ. Λιούτιμαρ, ελπίζω να μην αργήσουμε
να ξεκινήσουμε τις συζητήσεις. Ο χρόνος είναι μια πολυτέλεια
που δεν έχουμε».
«Πάντα ανήσυχος έτσι Φένερσιφτ; Μέχρι το απόγευμα
πιστεύω, θα έχουμε συγκεντρωθεί όλοι. Νωρίς το βράδυ θα
ξεκινήσουμε το συμβούλιο. Μέχρι τότε σε συμβουλεύω να
απολαύσεις την διαμονή σου. Η Πάρνια είναι από τις
ομορφότερες πόλεις της χώρας. Γιατί δεν πάς μια βόλτα;»
Ο ανυπόμονος δούκας σκέφτηκε ότι αυτή, όντως θα ήταν
η καλύτερη λύση. Βγήκε από την έπαυλη αλλά αντί να πάει
πρός την πόλη, κατευθύνθηκε πρός το πυκνό δάσος που
περικύκλωνε την κατοικία του Λιούτιμαρ. Ο καιρός ήταν
δροσερός και το αεράκι τον χαλάρωνε. Καθώς προχωρούσε πιο
βαθιά μέσα στην πυκνή βλάστηση, είχε συγκεντρώσει την
προσοχή του στους ήχους του δάσους. Διάφορα μικρά ζώα
τρέπονταν σε φυγή καθώς αντιλαμβάνονταν την παρουσία
του. Του άρεσε να τα παρατηρεί, καθώς χώνονταν σε τρύπες
στο έδαφος ή σε κουφάλες δέντρων. Η ευδαιμονία που ένιωθε
από την βόλτα του στο δάσος όμως, δεν κράτησε πολύ. Τον
κυρίευσε η αίσθηση ότι μια επικίνδυνη παρουσία βρισκόταν
κοντά. Δεν βασιζόταν σε κάποιο απτό στοιχείο. Ήταν απλά
κάτι που είχε σφηνωθεί στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Στάθηκε και σάρωσε με το βλέμμα του την δασική έκταση που
απλωνόταν μπροστά του. Δεν μπορούσε να εντοπίσει τίποτα.
Άρχισε να τριγυρνάει ανάμεσα στα δέντρα, ψάχνοντας
για κάτι που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να προσδιορίσει.
Ένιωθε σταγόνες ιδρώτα να κυλούν στο σώμα του και η
αναπνοή του γινόταν πιο κοφτή καθώς λαχάνιαζε. Όσο όμως
και να προσπαθούσε, δεν μπορούσε να βρεί την πηγή της

20

ανησυχίας του. Κρυμμένα πίσω από μια φυλλωσιά, δύο μάτια,
που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν σε άνθρωπο, κοιτούσαν με
ικανοποίηση τον αγχωμένο άντρα. Το θέαμα διασκέδαζε τον
κάτοχο των ματιών. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε σε ένα
εξώκοσμο φολιδωτό πρόσωπο. Ο Φένερσιφτ μετά από αρκετή
ώρα άκαρπου ψαξίματος, παραιτήθηκε καθώς ένιωσε την
κούραση να τον καταβάλλει. Πήρε το δρόμο του γυρισμού
αποκαμωμένος. Η βόλτα δεν του είχε προσφέρει την χαλάρωση
που τόσο επιζητούσε. Τα δύο μάτια τον ακολούθησαν χωρίς να
τον χάσουν ούτε στιγμή. Γύρισε στην έπαυλη και κλείστηκε στο
δωμάτιο του χωρίς να πεί κουβέντα σε κανέναν. Περίμενε να
έρθει το βράδυ και να συναντηθεί επιτέλους με τους
υπόλοιπους συνεργάτες του.
Με μεγάλη ανακούφιση άκουσε το χτύπημα στην πόρτα
του, όταν ο ήλιος είχε δύσει για τα καλά. Ο υπηρέτης τον
πληροφόρησε ότι όλοι οι καλεσμένοι είχαν συγκεντρωθεί στην
τραπεζαρία και τον περίμεναν. Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά
και άνοιξε την πόρτα της τραπεζαρίας με δύναμη. Εκεί τον
υποδέχτηκαν με χαμόγελα και επιφωνήματα, αλλά δεν
απάντησε με παρόμοιο ενθουσιασμό σε κανέναν. Έκατσε
σιωπηλός δίπλα στον Λιούτιμαρ και τον κοίταξε με νόημα,
δίνοντας του να καταλάβει ότι ήταν ώρα να ξεκινήσουν. Στους
στάβλους της έπαυλης ο αγγελιοφόρος που είχε μεταφέρει τον
Φένερσιφτ, έκανε τον τελευταίο έλεγχο της ημέρας στα άλογα,
πρίν τα αφήσει να κοιμηθούν. Ήταν όλα βουρτσισμένα και
ταϊσμένα επαρκώς, όπως απαιτούσε ο κύριος του.
Καθώς κλείδωνε και ετοιμαζόταν να φύγει, ένιωσε κάτι
να τυλίγεται στο πόδι του. Αμέσως έσκυψε να δεί τι ήταν αλλά
πρίν προλάβει να αντιδράσει, το πλάσμα άφησε το πόδι του και
όρμησε στον λαιμό του με απίστευτη ταχύτητα. Γάντζωσε τα
δόντια του πάνω στον άτυχο άνθρωπο, ο οποίος αγωνιζόταν
μάταια να απελευθερωθεί. Αίμα ανάβλυζε από τον λαιμό του
και από το στόμα του, καθώς χτυπιόταν απελπισμένος, μην
μπορώντας καν να φωνάξει για βοήθεια. Μετά από λίγο έπεσε
κάτω τρέμοντας και ξεψύχησε. Το πλάσμα σύρθηκε μακριά
από το πτώμα αποκαλύπτοντας ένα ξεσκισμένο λαιμό. Το

21

φονικό ζώο γύρισε πίσω στον κύριο του, ο οποίος το χάιδεψε
τρυφερά, για την καλή δουλειά που είχε κάνει. Ο επικίνδυνος
άντρας έστρεψε τα μάτια του πρός την έπαυλη. Με αργά και
σίγουρα βήματα κατευθύνθηκε πρός το κτίσμα, που ήταν
γεμάτο από μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες
της χώρας.
Το πρόσωπο του χαρακτήριζε μια θανατηφόρα σιγουριά.
Δεν δίστασε ούτε στιγμή όταν οι φύλακες στην πύλη τον
πλησίασαν και τον ρώτησαν ποιός ήταν. Σύντομα βρέθηκαν
και οι δύο πεσμένοι στο έδαφος, με δύο από τα ερπετά του να
κρέμονται από τους λαιμούς τους. Τα ουρλιαχτά τους σύντομα
πνίγηκαν στο ίδιο τους το αίμα. Μέσα στην αίθουσα του
συμβουλίου η συζήτηση είχε ανάψει για τα καλά, με τον
Φένερσιφτ να πρωτοστατεί. Η φωνή του θα μπορούσε να
γκρεμίσει τοίχους εκείνο το βράδυ. Δεν φαινόταν κανείς από
τους άλλους να καταλαβαίνει, πόση προσοχή έπρεπε να
επιδείξουν στο επικίνδυνο σχέδιο που ήθελαν να
αποτολμήσουν. Όλες οι ιδέες που είχαν πέσει στο τραπέζι
εκείνο το βράδυ, ήταν ανώριμες αν όχι εντελώς ανόητες. Το
χειρότερο ήταν ότι ο ενθουσιασμός είχε καταλάβει τους
περισσότερους συμμετέχοντες στο συμβούλιο και βρισκόταν
μόνος του, χωρίς υποστήριξη, στην προσπάθεια του να τους
εκλογικέψει. Φώναζε αδιάκοπα, αλλά φαινόταν να έχει χάσει
την προσοχή του ακροατηρίου.
Κάποια στιγμή που η υπομονή του έφτασε στα όρια της,
κοπάνησε με όλη του την δύναμη την γροθιά του στο τραπέζι.
Αυτή η κίνηση αν και συμπτωματική, φάνηκε να πυροδοτεί μια
αλυσιδωτή αντίδραση. Ο γδούπος στο τραπέζι έγινε ένα με τον
θόρυβο που έκανε η πόρτα της αίθουσας, καθώς υποχωρούσε
μετά από ένα υπεράνθρωπο χτύπημα. Ο Φένερσιφτ έμεινε
κοκαλωμένος, καθώς στην είσοδο έκανε την εμφάνιση του ένας
άντρας που αντί για δέρμα ήταν καλυμμένος με φολίδες. Θα
μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς σαν ένα τεράστιο φίδι με
πόδια και χέρια. Το τερατούργημα αυτό της φύσης, στεκόταν
στην πόρτα με ένα χαιρέκακο χαμόγελο στο πρόσωπο του. Ο
Φένερσιφτ ένιωσε πάλι το αίσθημα που είχε νιώσει στο δάσος

22

νωρίτερα. Τώρα ήξερε σε τι οφειλόταν. Ο φολιδωτός άντρας
έμεινε ακίνητος για μερικά μονάχα δευτερόλεπτα, πρίν
εξαπολύσει τον τρόμο. Σηκώνοντας τα χέρια του στον αέρα,
υπερμεγέθη φίδια άρχισαν να βγαίνουν από όλο του το σώμα.
Ήταν σαν να έβγαιναν μέσα από τα ίδια του τα σωθικά. Σαν το
εσωτερικό του να ήταν γεμάτο φίδια αντί για κόκαλα, αίμα και
όργανα.
Τα φίδια έπιασαν αμέσως δουλειά. Πετάχτηκαν με
ακρίβεια και γραπώθηκαν από τους λαιμούς των συνωμοτών.
Όσοι δεν πέθαναν στο πρώτο κύμα της επίθεσης, άρχισαν να
τρέχουν
πανικόβλητοι
πρός
κάθε
κατεύθυνση,
σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στο άλλον ή πέφτοντας πάνω
στους τοίχους. Ο Φένερσιφτ έβγαλε το σπαθί του και έκοψε στα
δύο το πρώτο φίδι που όρμησε για τον λαιμό του. Το δεύτερο
πρόλαβε και τον δάγκωσε στο χέρι πρίν και αυτό συναντήσει
την κοφτερή του λεπίδα. Κοίταξε την πληγή απ’ όπου
ανάβλυζε αίμα και αναρωτήθηκε αν τα φονικά αυτά
πλάσματα ήταν δηλητηριώδη. Υπέθεσε πώς δεν ήταν γιατί
επέμεναν πολύ σε κάθε τους δάγκωμα, στηριζόμενα
περισσότερο στην δύναμη τους. Αν είχαν δηλητήριο δεν θα
χρειαζόταν να σπαταλήσουν τόσο χρόνο σε κάθε τους θύμα.
Απεγνωσμένα κοίταξε τριγύρω για κάποια διέξοδο, ενώ το
μακελειό στην αίθουσα συνεχιζόταν. Παντού έπεφταν κορμιά
και ακούγονταν ουρλιαχτά τρόμου και οδύνης. Δεν μπορούσε
να συγκεντρώσει τις σκέψεις του με τόσο θόρυβο.
Κάποια στιγμή πήρε το μάτι του έναν από τους ευγενείς
να προσπαθεί να ανοίξει ένα παράθυρο για να βγεί έξω. Ο
άντρας όμως ήταν άτυχος, καθώς το παράθυρο είχε μαγκώσει
και δεν άνοιγε. Αντίθετα η προσπάθεια του προσέλκυσε δύο
φίδια που τον άρπαξαν και σε λίγα δευτερόλεπτα τον είχαν
ξεσκίσει. Ο Φένερσιφτ άρπαξε την ευκαιρία και ενώ τα φίδια
αποτελείωναν ακόμα τον άτυχο άντρα, όρμησε με φόρα πρός
το παράθυρο και πέρασε μέσα από το τζάμι θρυμματίζοντας
το. Το σώμα του βρέθηκε στο κενό και άρχισε να πέφτει. Παρά
τα χρόνια του δεν είχε χάσει την ευλυγισία του. Κατάφερε και
προσγειώθηκε στα πόδια του με μια μικρή θλάση στον

23

αριστερό αστράγαλο. Κουτσαίνοντας άρχισε να τρέχει πρός το
δάσος. Ήλπιζε να βρεί ένα μέρος να κρυφτεί από τον
δολοφόνο. Η καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα από την
ταραχή του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε.
Ήξερε ότι αυτή δεν ήταν μια τυχαία επίθεση. Κάποιος τους είχε
ανακαλύψει και ήθελε να σταματήσει την συνομωσία τους.
Δεν μπορούσε όμως να φανταστεί ποιός θα μπορούσε να
είναι. Εκείνος τουλάχιστον είχε κινηθεί με άκρα μυστικότητα,
ώστε να μην τους ανακαλύψουν οι αντίπαλοι τους. Η διαρροή
θα πρέπει να είχε γίνει από αλλού. Κάποιος από τους
συνωμότες είχε φανεί απρόσεκτος, ή ακόμα χειρότερα, τους
είχε προδώσει στον αντίπαλο. Γύρισε να δεί πίσω του,
αντιλαμβανόμενος ότι είχε πιο σημαντικά προβλήματα να
σκεφτεί εκείνη την στιγμή. Με τρόμο διαπίστωσε ότι μερικά
φίδια αλλά και ο κύριος τους, τον ακολουθούσαν με ταχύτητα.
Σύντομα θα κάλυπταν την διαφορά που τους χώριζε και τότε
δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φαντασία, για να σκεφτεί ποιό θα
ήταν το τέλος του. Προσπάθησε να αγνοήσει τον πόνο στον
αστράγαλο του και να επιταχύνει. Οι διώκτες του και πάλι
όμως ήταν γρηγορότεροι. Η μόνη του ελπίδα ήταν να χανόταν
μέσα στο δάσος και να έβρισκε μια κρυψώνα όπου κανένα
βλέμμα δεν θα μπορούσε να τον εντοπίσει.
Πέρασε τα πρώτα δέντρα και η πυκνή βλάστηση τον
κάλυψε από παντού. Ένιωσε έστω και για λίγο μια αίσθηση
ασφάλειας. Όμως σύντομα άκουσε κλαδιά να τσακίζουν .
Θόρυβος που σήμαινε βήματα ανθρώπου. Οι σύντροφοι του
κυνηγού του δεν θα ήταν μακριά. Και αμφέβαλλε ότι θα
μπορούσε να ακούσει τα φίδια να έρπουν εναντίον του. Έτσι
άρχισε για άλλη μια φορά να κουτσαίνει, όσο πιο μακριά
μπορούσε από τον θόρυβο. Στηριζόταν στο σπαθί του όποτε
κουραζόταν και το πόδι του δεν τον βαστούσε. Σύντομα όμως
ένιωθε τέτοια κούραση, που το μόνο που θα του πρόσφερε
ανακούφιση ήταν να πέσει κάτω. Είχε φτάσει σε ένα ξέφωτο
όταν οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και έπεσε στα γόνατα.
Σύρθηκε μέχρι ένα δέντρο και πήρε μια πέτρα από το έδαφος.

24

Ρίχνοντας αγωνιώδεις ματιές πίσω του, άρχισε να σκαλίζει
κάτι πάνω στον κορμό.
Μόλις τέλειωσε μάζεψε μερικά κλαριά και δημιούργησε
ένα σωρό γύρω από εκείνο το σημείο. Αυτή η υποτυπώδης
κάλυψη ήλπιζε ότι θα ήταν αρκετή, για να περάσει το μήνυμα
απαρατήρητο από τα μάτια του φολιδωτού άντρα. Ύστερα
άκουσε βήματα και ετοιμάστηκε να συναντήσει το τέλος του.
Κράτησε το σπαθί του και με τα δύο του χέρια και περίμενε,
αποφασισμένος να πάρει λίγο αίμα από τον αντίπαλο,
φεύγοντας για τον άλλο κόσμο. Το θανάσιμο πλάσμα έκανε
την εμφάνιση του. Ζύγισε για λίγο τον Φένερσιφτ και
κατάλαβε ότι ήταν ανήμπορος. Χαμογέλασε διασκεδάζοντας
με το θέαμα του πληγωμένου δούκα. Σήκωσε τα χέρια του και
τρία φίδια ξεπήδησαν με αφύσικη ταχύτητα από το στήθος του,
για τον λαιμό του θύματος του.
*************
Ο καπετάνιος Ντάργκαν ούρλιαζε διαταγές και
βλαστημούσε όποτε κάποιος ναύτης έδειχνε αμέλεια στην
δουλειά του. Στην στιγμή όμως μπορούσε να αλλάξει διάθεση
και να αρχίσει τα καλαμπούρια, εξισώνοντας τον εαυτό του με
όλους όσους ήταν πάνω στο καράβι υπό τις διαταγές του. Δεν
προσπαθούσε ποτέ να επιβληθεί στους ναύτες με το αξίωμα
του, αλλά πάντα προσπαθούσε να επιβάλλει την τάξη
χτυπώντας τους στο φιλότιμο και μιλώντας για τις ανάγκες του
πλοίου. Ακόμα και όταν τους κατσάδιαζε το έκανε σαν να
μίλαγε στους στενούς του φίλους. Πάντοτε ήταν διαθέσιμος
για να ακούσει τα προβλήματα του πληρώματος και δεν
απομονωνόταν στην καμπίνα του, ούτε μίλαγε με επίσημο
ύφος στους αξιωματικούς του, όπως συνήθιζαν οι ομόλογοι του
σε άλλα καράβια. Τον Αθίριλ φαινόταν να τον έχει συμπαθήσει
από την πρώτη στιγμή. Αυτό όμως δεν φαινόταν καθόλου στην
ανάθεση καθηκόντων. Ο Αθίριλ πραγματικά ξεθεωνόταν στην
δουλειά από το πρωί ως το βράδυ. Σε λίγο καιρό, του είχε πεί ο
καλοπροαίρετος καπετάνιος, θα γινόταν ένας πραγματικός
θαλασσόλυκος.

25

Ο Αθίριλ συνέχιζε να μην συμμερίζεται τον ενθουσιασμό
του επίδοξου δασκάλου του. Το δέρμα του είχε ξεφλουδίσει
παντού από την συνεχή έκθεση στον ήλιο και η πανταχού
παρούσα αλμύρα της θάλασσας του προκαλούσε φαγούρα
όταν δε έβρισκε χρόνο να ξεπλυθεί. Οι μύες του πονούσαν από
την συνεχή καταπόνηση. Οι δουλειές στο καράβι πραγματικά
δεν τελείωναν ποτέ. Η χειρότερη στιγμή ήταν όμως όταν
έπρεπε να μάθει να σκαρφαλώνει στο κατάρτι. Το ρεζιλίκι
εκείνης της ημέρας ακόμα δεν το είχε ξεπεράσει. Είχε πέσει
τόσες φορές, ευτυχώς από μικρό ύψος, που δεν είχε αφήσει
σημείο στο σώμα του χωρίς μελανιές. Ο Ντάργκαν αφού είδε
ότι ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως, τον λύτρωσε λέγοντας του ότι
θα δοκίμαζαν μια άλλη μέρα. Ο Αθίριλ από τότε έτρεμε για τον
ερχομό εκείνης της μέρας. Μέσα του ήξερε ότι το πρόβλημα δεν
ήταν στην φυσική του ικανότητα να σκαρφαλώνει. Το
πρόβλημα ήταν ψυχολογικό. Μετά από τόσα χρόνια
ανακάλυψε ότι φοβόταν τα ύψη. Φυσικά δεν ήταν έτοιμος να το
αποκαλύψει σε κανέναν ακόμα. Αρκετούς λόγους είχαν να
γελούν ήδη μαζί του.
Η προσαρμογή του λοιπόν στους θαλασσινούς ρυθμούς
αργούσε και ένιωθε πιο δυστυχισμένος από οποιαδήποτε άλλη
φάση της ζωής του. Σκεφτόταν ότι μια ζωή καλοπέρασης στο
παλάτι δεν του είχε προσφέρει τίποτα. Ήταν μαλθακός και
ανήμπορος να αντέξει οποιαδήποτε βαριά μορφή εργασίας.
Είχε αρχίσει να εύχεται να συναντήσουν επιτέλους τους
πειρατές, για να αποδείξει ότι υπήρχε και κάτι στο οποίο ήταν
καλός. Στην μάχη. Σκέφτηκε ότι τυπικά ήταν ανώτερος του
Ντάργκαν και ότι θα μπορούσε να του ζητήσει να τον
απαλλάξει από τα καθήκοντα του ναύτη. Άλλωστε ο ρόλος του
ήταν να ηγηθεί της εκστρατείας. Όμως έτσι θα έχανε τον
σεβασμό όλων. Και ιδίως του Ντάργκαν που είχε αρχίσει να
εκτιμά πολύ. Έπρεπε να αντέξει τις κακουχίες και να αποδείξει
ότι ήταν διαφορετικός από τον αδερφό του. Μπορούσε να
σταθεί στο ύψος του όποτε οι συνθήκες το απαιτούσαν. Ένιωσε
το γνώριμο χτύπημα στον ώμο και γύρισε να αντικρίσει τον
ψαρομάλλη άντρα.

26

«Πώς πάει μικρέ, έμαθες επιτέλους να δένεις κανένα
κόμπο της προκοπής;» Ο Αθίριλ άρπαξε ένα κομμάτι σχοινί και
έκανε στα γρήγορα ένα κόμπο που του είχε μάθει την
προηγούμενη μέρα. Ο καπετάνιος μούγκρισε με ικανοποίηση.
«Υπάρχει ακόμα ελπίδα για σένα μικρέ» είπε γελώντας
με εκείνο το γέλιο που έμοιαζε περισσότερο με βήχα
φυματικού. «Ελπίζω αύριο να καταφέρεις να σηκώσεις τα
μούτρα σου από το πάτωμα. Με τέτοιες ακεφιές πώς θα
ευχαριστηθείς τις ομορφιές του Μερίγκαλ».
«Μερίγκαλ, θα φτάσουμε αύριο στο Μερίγκαλ;»
«Πρωί-πρωί. Ελπίζω να μην έχεις κανονίσει τίποτα. Ο
αρχηγός της εκστρατείας θα πρέπει να βγάλει λόγο στον λαό,
για την ανάγκη καταπολέμησης των πειρατών και την
απαραίτητη παρουσία του στόλου. Κάποιος πρέπει να
δικαιολογήσει σε αυτούς τους ανθρώπους, τις σχεδόν διπλάσιες
δημόσιες εισφορές που πλήρωσαν πέρσι».
«Δηλαδή θα πρέπει να πώ ψέματα. Ένα μεγάλο μέρος
αυτών των εισφορών πήγαν στο παλάτι και όχι για την
κατασκευή του στόλου».
«Αγόρι μου αυτό το ξέρουμε εγώ και εσύ. Και καλύτερα
να μείνει έτσι. Εκτός αν θές αντί για φιλοξενία να
αποκομίσουμε πιο δυσάρεστες εμπειρίες από τους κατοίκους
του νησιού».
«Αυτά είναι καθήκοντα για τον πολιτικάντη τον αδερφό
μου. Εγώ δεν ξέρω να ξεγελάω τον κόσμο ούτε να μιλάω από
το βήμα. Τους μιλάω πάντα πρόσωπο με πρόσωπο. Βρίσκομαι
πάντα κοντά τους».
«Αυτό αποδεικνύει ότι είσαι πιο έξυπνος ηγέτης από τον
αδερφό σου. Άσε λοιπόν την κλάψα και προετοίμασε λόγο για
αύριο. Λούσε τα ξανθά σου τα μαλλιά που σε λίγο θα γίνουν
μαύρα από την βρώμα, και βγάλε έξω την βασιλική σου
φορεσιά. Αύριο θα έχουμε γλέντια».
Αφού ο Ντάργκαν απομακρύνθηκε ρίχνοντας κατάρες σε
ένα παρακείμενο ναύτη για μια του απροσεξία, ο Αθίριλ
κοίταξε το είδωλο του σε ένα βαρέλι με νερό. Ο καπετάνιος είχε
δίκιο. Η εμφάνιση του ήταν άθλια. Γυμνός από την μέση και

27

πάνω, ξυπόλητος, με ένα χιλιοτρυπημένο παντελόνι,
μουτζουρωμένος από την κορφή ως τα νύχια. Σχεδόν δεν
αναγνώριζε τον εαυτό του. Τότε σκέφτηκε πόσο καλό θα του
έκανε ένα ζεστό μπάνιο και πώς η προετοιμασία του λόγου θα
ήταν μια καλή δικαιολογία για να αποφύγει τις αγγαρείες για
την υπόλοιπη μέρα. Με ένα φωτεινό χαμόγελο, που είχε καιρό
να εμφανιστεί στο πρόσωπο του, έτρεξε για την καμπίνα του.
Το Μερίγκαλ αποδείχτηκε πολύ καλύτερο απ’ ότι του
είχαν περιγράψει. Το πρώτο από τα νησιά της συμμαχίας με
τους Θερίνιους, από ιστορικής απόψεως επειδή ήταν το πρώτο
που είχε συνάψει συνεργασία με τον παππού του Αθίριλ αλλά
και γεωγραφικά, αφού βρισκόταν πιο κοντά στην Φέργκα από
οποιοδήποτε άλλο νησί, ήταν απλά ένα μαργαριτάρι
παρατημένο σε μια γαλάζια έρημο. Το νησί ήταν καταπράσινο
από την πλούσια βλάστηση που το χαρακτήριζε και οι κάτοικοι
είχαν φροντίσει έξυπνα να διατηρήσουν αυτήν την ομορφιά. Οι
κατοικημένες περιοχές είχαν χτιστεί με τρόπο τέτοιο ώστε να
μην καταστρέφουν την φυσική ομορφιά. Έχτιζαν με μέτρο και
χρησιμοποιούσαν μονάχα την απολύτως απαραίτητη ξυλεία
για τις ανάγκες τους. Ακόμα και στους κεντρικούς δρόμους της
πόλης του Μερίγκαλ έβλεπε κανείς λουλούδια όπου και αν
γυρνούσε το βλέμμα του. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με
ζουμερούς καρπούς που αποτελούσαν πραγματικό γλύκισμα
για όποιον είχε την τύχη να δοκιμάσει την γεύση τους.
Την εμπειρία της διαμονής στο Μερίγκαλ έκανε αξέχαστη
η ευωδιά των ανθέων που φαινόταν να ποτίζει τα πάντα,
κάνοντας τα πιο υπέροχα απ’ ότι ήδη ήταν. Ακόμα και το
λιμάνι δεν είχε την δυσωδία που ήταν τόσο χαρακτηριστική και
συνηθισμένη στο λιμάνι της Φέργκα. Γενικά ο Αθίριλ είχε
ερωτευτεί αυτό το μέρος παρόλο που βρισκόταν εκεί μονάχα
μερικές ώρες. Η ομιλία του με πολύ ιδρώτα και άγχος είχε πάει
αρκετά καλά. Τα εξακόσα πλοία, που είχαν αράξει στα ανοιχτά
του κόλπου του Μερίγκαλ, δήλωναν πολύ περισσότερα απ’ όσα
θα μπορούσε να εκφράσει ο πρίγκιπας. Ο βασιλιάς επιτέλους
είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει τους πειρατές. Αυτή τη φορά
είχε κρατήσει την υπόσχεση του. Ο λαός ήταν

28

κατενθουσιασμένος με την παρουσία του ναυτικού και οι
επευφημίες δεν είχαν τελειωμό. Μελανό σημείο των
εκδηλώσεων χαράς ήταν η παρουσία των χήρων και των
ορφανών των εμπόρων και των ψαράδων που είχαν πέσει
θύματα των πειρατών.
Όταν οι επίσημοι προσπάθησαν να τις απομακρύνουν
φοβούμενοι την δυσαρέσκεια του Αθίριλ, εκείνος τους
παραμέρισε και πήγε κοντά στις χτυπημένες απ’ την μοίρα
οικογένειες. Άκουσε τα παράπονα τους και υποσχέθηκε ότι θα
πολεμούσε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, για να
εκδικηθεί για τους άδικους θανάτους που είχαν υποστεί εκείνοι
αλλά και όλα τα άλλα νησιά. Σε μερικά βλέμματα έβλεπε μια
σιωπηλή κατηγορία εναντίον του. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι
ήταν μερικώς υπεύθυνος για τις συμφορές αυτών των
ανθρώπων. Στο κάτω κάτω ήταν ο δεύτερος ισχυρότερος
άντρας αυτής της χώρας. Είχε μεγάλη εξουσία και επομένως
και μεγάλες ευθύνες. Η δυστυχία που είδε τον έκανε να
πεισμώσει περισσότερο και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή
την εξουσία πιο αποτελεσματικά στο μέλλον. Τι εξηγήσεις
όμως να έδινε σε αυτούς τους ανθρώπους για την παραμέληση
των νησιών από την Θερίνια; Πώς να εξηγήσει ότι ο αδερφός
του έβρισκε σημαντικότερη την προσωπική του ευχαρίστηση
από τις ανάγκες των υπηκόων του;
Εκείνη την ημέρα ντράπηκε για την αδιαφορία που είχε
δείξει ο αδερφός του όσο ποτέ άλλοτε. Τώρα έβλεπε για πρώτη
φορά το πρόβλημα κατάματα. Όμως οι νησιώτες ήταν
αποφασισμένοι να κάνουν την διαμονή του στο Μερίγκαλ
αξέχαστη. Όλοι οι ντόπιοι μάγειροι επιστρατεύτηκαν για να
ετοιμάσουν ένα ανεπανάληπτο τραπέζι για τους τιμώμενους
φιλοξενούμενους. Οι μουσικοί κούρδισαν τα όργανα τους και
σύντομα όλο το νησί αντηχούσε από τους ήχους της γιορτής. Η
διάθεση του Αθίριλ άλλαξε αναγκαστικά πρός το καλύτερο και
άφησε τον εαυτό του να χαλαρώσει και να απολαύσει την
γιορτή. Μετά από τις πρώτες μέρες του ταξιδιού και της
καινούργιας του ζωής ως ναύτη, ένιωθε για πρώτη φορά και
πάλι άνετα, βρισκόταν στον φυσικό του χώρο. Ξέροντας ότι

29

σύντομα θα ανέβαινε και πάλι στο πλοίο, αντιμετωπίζοντας
διάφορες αγγαρείες, χαλάρωσε και προσπάθησε να απολαύσει
το διάλειμμα όσο περισσότερο μπορούσε.
Το κρασί δεν φαινόταν να τελειώνει ποτέ και σύντομα
έχασε το λογαριασμό των ποτηριών που είχε πιεί. Αν έκρινε
όμως από τον τρόπο που τα πάντα γύριζαν γύρω του, τότε
πρέπει να είχε πιεί πολύ. Οι φωνές γύρω του άρχισαν να
ξεμακραίνουν και τα πάντα ήταν θολά. Δεν μπορούσε να
εστιάσει πουθενά το βλέμμα του. Ξαφνικά τα πάντα χάθηκαν
από μπροστά του και το κεφάλι του έπεσε με ένα δυνατό
γδούπο στο τραπέζι. Το γλέντι δεν σταμάτησε και κανείς δεν
έδωσε σημασία στον κοιμισμένο πρίγκιπα. Όλοι λίγο πολύ
στην ίδια κατάσταση βρίσκονταν. Συνέχισαν τα τραγούδια και
τους χορούς, με τους Θερίνιους ναύτες να πρωτοστατούν αφού
δεν είχαν συχνά τέτοιες ευκαιρίες για διασκέδαση. Μονάχα μια
μοναχική φιγούρα φαινόταν να μην απολαμβάνει το γλέντι.
Ένας γέρος ναυτικός καθόταν σε μια απόμερη γωνιά και
ρούφαγε κάθε τόσο μια γουλιά από το ποτήρι του.
Δεν τραγούδαγε ούτε μιλούσε σε κανέναν. Όλο το βράδυ
δεν είχε σηκωθεί καθόλου από την καρέκλα του. Το μόνο που
έκανε ήταν να τρώει, να πίνει και να ρίχνει κλεφτές ματιές
στον Αθίριλ. Την τελευταία μισή ώρα όμως, το βλέμμα του είχε
καρφωθεί πάνω του έντονο. Ήταν σαν η λιποθυμία του Αθίριλ
να μεγάλωνε ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του αγνώστου.
Σαν να περίμενε από καιρό μια στιγμή που είχε τώρα έρθει.
Αποφασισμένος, μαζεύοντας το κουράγιο του, άφησε το ποτήρι
στο τραπέζι και σηκώθηκε. Ένας μεθυσμένος συνάδερφος του
πήγε κοντά του τρεκλίζοντας και τον αγκάλιασε από τον ώμο
για να χορέψουν. Ο γέρος, αρκετά χειροδύναμος, τον έσπρωξε
στέλνοντας τον να προσγειωθεί με το πρόσωπο στο χώμα. Το
συμβάν πέρασε απαρατήρητο μέσα στο γενικότερο κομφούζιο.
Ο άγνωστος με σταθερό αλλά αργό βήμα, άρχισε να
κατευθύνεται πρός τον στόχο του πιο αποφασισμένος από
πρίν. Η απόσταση του από τον Αθίριλ ολοένα και μειωνόταν.
Λίγα βήματα πρίν φτάσει ακριβώς από πάνω του, έβγαλε
από την ζώνη του, όπου είχε κρυμμένο, ένα μικρό μαχαίρι.

30

Κοίταξε για τελευταία φορά γύρω του. Κανείς δεν ήταν αρκετά
νηφάλιος για να τον αντιληφθεί. Σήκωσε το κεφάλι του
λιπόθυμου πρίγκιπα έτσι ώστε να φανεί ο λαιμός του.
Ακούμπησε το μαχαίρι στο λαρύγγι και ετοιμάστηκε να κάνει
την θανάσιμη τομή. Ένα τεράστιο χέρι τον άρπαξε από τα
μαλλιά και κάρφωσε το κεφάλι του στο τραπέζι με τρομερή
δύναμη. Η κίνηση επαναλήφθηκε πέντε-έξι φορές ακόμα μέχρι
που το αίμα του επίδοξου δολοφόνου χρωμάτισε το γιορτινό
τραπέζι. Η μουσική σταμάτησε και όλοι γύρισαν σαστισμένοι
να δούν τον Ντάργκαν, που κράταγε στα χέρια του τον νεκρό
άντρα. Ο καπετάνιος άφησε το άψυχο κορμί να πέσει στο
έδαφος και γύρισε να κοιτάξει τον Αθίριλ που μόλις είχε
ξυπνήσει από το τράνταγμα του τραπεζιού. Κοίταζε τον
θηριώδη
καπετάνιο
της
«Αέρινης»
σαστισμένος,
προσπαθώντας να συνέλθει και να καταλάβει τι είχε μόλις
συμβεί. Ο Ντάργκαν τον κοιτούσε με αυστηρό βλέμμα και
συνάμα ανήσυχο. Ο Αθίριλ δεν ήξερε τι, αλλά σίγουρα είχε
κάνει κάποιο λάθος.
«Γυρίστε όλοι στα καράβια σας τώρα. Το γλέντι τελείωσε»
είπε στους ναύτες οι οποίοι, αν και απογοητευμένοι, δεν
τόλμησαν να φέρουν αντίρρηση στον εξοργισμένο καπετάνιο
τους. «Εσύ έλα στην καμπίνα μου, θέλω να σου μιλήσω» είπε
στον Αθίριλ χωρίς καν να τον κοιτάει.
Ο Αθίριλ μάζεψε τα κομμάτια του και άρχισε να
προετοιμάζεται για την κατσάδα. Σιγά σιγά όλα
τακτοποιούνταν στο κεφάλι του. Κάποιος μόλις είχε
προσπαθήσει να τον σκοτώσει και εκείνος δεν είχε πάρει
χαμπάρι. Αν δεν ήταν ο Ντάργκαν σε επιφυλακή, το δικό του
αίμα θα βρισκόταν χυμένο πάνω στο τραπέζι, αντί του
άγνωστου ναύτη που θέλησε να τον σκοτώσει. Όλοι πλέον
ήταν ανάστατοι και ειδικά οι κάτοικοι του νησιού, που έβλεπαν
ότι το κακό είχε μπεί στα σπίτια τους. Η πρώτη σκέψη όλων
ήταν ότι ο άντρας ήταν κατάσκοπος των πειρατών. Αν λοιπόν
είχε καταφέρει ένας πειρατής να εισχωρήσει σε ένα πλοίο του
βασιλικού στόλου και να φτάσει μέχρι την κεντρική πλατεία
της πόλης του Μερίγκαλ, τότε τι ελπίδα είχαν να αμυνθούν

31

ενάντια σε αυτήν την απειλή. Οι πειρατές μέχρι τώρα δρούσαν
μονάχα στα ανοιχτά της θάλασσας. Αν τώρα το θράσος τους
ήταν τέτοιο ώστε να βγαίνουν και στην στεριά, για να
σκοτώσουν και να κλέψουν, δεν θα μπορούσαν οι κάτοικοι να
νιώθουν ασφαλείς ούτε πίσω από τα τείχη των πόλεων τους.
Αφού είχαν χάσει την θάλασσα τώρα θα έχαναν και την
στεριά. Όλα θα πέρναγαν στην κυριαρχία των πειρατών και
εκείνοι δεν θα είχαν κανένα καταφύγιο. Βέβαια όλα αυτά ίσως
ήταν υπερβολικά βασιζόμενα σε ένα μόνο περιστατικό. Ο λαός
του Μερίγκαλ όμως, όπως συμβαίνει συνήθως με τους
ανθρώπους, βιάστηκε να βγάλει τα συμπεράσματα του και να
προβεί σε δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον. Ακόμα λοιπόν
και αν πολλά από αυτά που ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ είχαν
λίγες πιθανότητες να συμβούν στο άμεσο μέλλον, ήταν αρκετά
για να στείλουν τους νησιώτες ανήσυχους στα κρεβάτια τους
και να βασανίσουν το μυαλό τους για πολύ καιρό. Ο Αθίριλ δεν
βρισκόταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Ήταν η πρώτη
φορά στην ζωή του που είχε φτάσει τόσο κοντά στον θάνατο.
Αντί να το αντιμετωπίσει όπως θα άρμοζε στον αρχιστράτηγο
μιας εκστρατείας, εκείνος είχε πέσει με τα μούτρα στο τραπέζι,
αναπνέοντας μέσα από τα υπολείμματα του κρασιού του.
Την ίδια μέρα που έλεγε σε εκείνους τους ανθρώπους ότι
θα θριάμβευαν κατά των πειρατών. Αναρωτιόταν, μετά από
αυτό που είχαν δεί εκείνη τη νύχτα, πόσο ασφαλείς θα
ένιωθαν με εκείνον υπεύθυνο της ασφάλειας τους. Θα ήταν
πραγματικά αστείο αν εκείνος ο γερο-πειρατής είχε
διεκπεραιώσει την αποστολή του. Η φημισμένη εκστρατεία θα
τέλειωνε πρίν να δοθεί η πρώτη μάχη και τα εξακόσια πλοία
θα γυρνούσαν άπραγα στην Φέργκα σε αναζήτηση αρχηγού. Ο
Ντάργκαν τον είχε κατσαδιάσει όπως ακριβώς περίμενε ότι θα
έκανε. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη που του είχαν δείξει και
είχε φανεί απίστευτα απρόσεκτος και ανώριμος. Τελικά
αποδείχτηκε ότι ο δολοφόνος είχε πιάσει δουλειά στην
«Αέρινη» πρίν ένα μήνα. Όλον αυτόν τον καιρό θα πρέπει να
παρακολουθούσε στενά τον Αθίριλ και μόλις έκρινε ότι η
στιγμή ήταν κατάλληλη, άδραξε την ευκαιρία. Και δεν θα είχε

32

δυσκολευτεί καθόλου αν δεν ήταν τον άγρυπνο βλέμμα του
Ντάργκαν σε επιφυλακή. Η εκτίμηση που τόσο σκληρά πάλευε
να κερδίσει τόσον καιρό από τους συνταξιδιώτες του θα
χανόταν. Θα έπρεπε να περιμένει για την επόμενη ευκαιρία να
αποδείξει την αξία του. Όσο και αν αυτή αργούσε να έρθει.

33

3
Ο επιθεωρητής Καράνταρ της αστυνομίας της Τύοναν
έπαιρνε τον μεσημεριανό του υπνάκο πεσμένος στο γραφείο
του, ανάμεσα από τόνους χαρτιά που αφορούσαν αμέτρητες
άλυτες υποθέσεις. Υποθέσεις που θα έπρεπε να έχουν λυθεί
από καιρό ή να μπούν στο ράφι και να ξεχαστούν για πάντα. Ο
ευτραφής Θερίνιος δεν είχε την διαύγεια για οποιοδήποτε από
τα δύο καθήκοντα. Οι υπερβολικές ποσότητες μπύρας, κρασιού
και οποιουδήποτε άλλου αλκοολούχου έπεφτε στα χέρια του,
τον εμπόδιζαν να επιτελέσει οποιαδήποτε άλλη λειτουργία,
πέρα από τους υπνάκους του που συνήθως διαρκούσαν καθ’
όλη την διάρκεια της βάρδιας του. Ο μεσήλικας αλκοολικός,
ήταν κάποτε το καμάρι της αστυνομίας της πρωτεύουσας. Στα
νιάτα του δεν υπήρχε μυστήριο που να μην μπορούσε να λύσει.
Ήταν ο πρώτος στον οποίον έτρεχαν οι αρχές κάθε φορά που
κάποιο άλυτο έγκλημα βασάνιζε την αρμονία της πόλης.
Όμως υπήρξε ένα έγκλημα που δεν κατάφερε ποτέ να
λύσει. Η δολοφονία της γυναίκας του. Η πρώτη του αποτυχία
που έμελλε να αποτελέσει και την καταστροφή του. Δεν
κατάφερε ποτέ ξανά να ορθοποδήσει και να γίνει ο σπουδαίος
ερευνητής που κάποτε ήταν. Τώρα πια, οι έρευνες του
περιορίζονταν στον πάτο ενός μπουκαλιού. Μια παθητική
φιγούρα για την ύπαρξη της οποίας αδιαφορούσαν οι πάντες.
Τον διατηρούσαν στο σώμα από λύπηση και μόνο. Είχε
συνηθίσει να είναι ξεχασμένος από τους ανθρώπους, σχεδόν
αόρατος. Του άρεσε έτσι. Στο μεθύσι δεν χρειαζόταν
συντροφιά. Χωμένος μέσα στην τρύπα που αποκαλούσε
γραφείο, μεθοκοπούσε καθημερινά, βγαίνοντας μονάχα για
ανεφοδιασμό. Εκείνη την ημέρα όμως κάποιος τον θυμήθηκε,
σπάζοντας την ηρεμία της μοναξιάς του. Άκουσε ένα δυνατό
χτύπημα στην πόρτα και με κόπο αναγκάστηκε να σηκωθεί για
να ανοίξει. Μόλις άνοιξε είδε τον αρχηγό της αστυνομίας να
ορμάει μέσα, με ένα μορφασμό αηδίας να στολίζει τον
πρόσωπο του. Κοίταξε τον Καράνταρ και η δυσφορία του

34

μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Ο ζαλισμένος άντρας ήξερε ότι
ο αρχηγός του δεν είχε έρθει για καλό σκοπό.
«Πάλι μεθυσμένος έτσι; Δεν μου κάνει εντύπωση. Έχω να
σε δώ νηφάλιο κάτι χρόνια».
«Εχθές βράδυ ήμουν μεθυσμένος. Τώρα απλά έχω
πονοκέφαλο».
«Τα αστειάκια δεν θα σε βοηθήσουν εκεί που θα σε
στείλω. Αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα να ξεφορτωθούμε την
άχρηστη παρουσία σου. Δεν προσφέρεις τίποτα στο σώμα,
οπότε δεν υπάρχει λόγος να πιάνεις χώρο. Το γραφείο σου θα
δοθεί σε άλλον. Κατά προτίμηση κάποιον που θα δουλεύει
κιόλας, αν θυμάσαι τι πάει να πεί αυτό».
«Δεν έχω πρόβλημα αρχηγέ. Βάλτε με σε καμιά γωνίτσα
να κάθομαι και εγώ θα τα βολέψω».
«Δεν θα σου έρθουν τόσο βολικά αυτή τη φορά Καράνταρ.
Παίρνεις μετάθεση. Έχουμε πολλαπλή δολοφονία στην
Πάρνια. Θα πάς εκεί να εξιχνιάσεις το έγκλημα. Κάποιος
τοπικός άρχοντας έκανε δεξίωση και κάλεσε τα μεγαλύτερα
κεφάλια της αριστοκρατίας. Βρέθηκαν όλοι νεκροί πλήν ενός.
Το περίεργο είναι ότι δεν έχουν πληγές από σπαθί ή κάποιο
άλλο όπλο. Όλων οι λαιμοί βρέθηκαν ακρωτηριασμένοι σαν να
τους είχε μασήσει κάποιο σαρκοφάγο ζώο. Πολύ περίεργη
υπόθεση. Βέβαια για ένα μεγάλο ερευνητή σαν εσένα θα είναι
παιχνιδάκι. Ο επιζών όμως δεν θα σε βοηθήσει και πολύ. Από
την ταραχή του έχει ξεχάσει τι έγινε στην έπαυλη. Του
έρχονται μονάχα σκόρπιες εικόνες οι οποίες δεν βγάζουν
κανέναν νόημα. Ουσιαστικά δεν έχεις κανέναν μάρτυρα να σε
βοηθήσει. Κάτι θα βρείς όμως, δεν σε φοβάμαι εσένα».
Ο Καράνταρ άκουγε έκπληκτος και ενοχλημένος από την
έντονη ειρωνεία του αρχηγού του. Δεν άντεχε την ιδέα ότι θα
έπρεπε να ταξιδέψει σε μια άλλη πόλη και να δουλέψει ξανά σε
μια υπόθεση. Φοβόταν ότι είχε ξεχάσει τα μυστικά του
επαγγέλματος από καιρό. Πώς θα μπορούσε να δουλέψει όντας
συνεχώς μεθυσμένος; Τότε μια σκέψη του καρφώθηκε στο
μυαλό σαν καλοακονισμένο στιλέτο προκαλώντας του
πραγματικό τρόμο. Θα έπρεπε να κόψει το ποτό. Μα αυτό ήταν

35

αδύνατον. Δεν μπορούσαν να του ζητήσουν κάτι τέτοιο μετά
από τόσον καιρό. Το ποτό ήταν η ζωή του. Μια ζωή που δεν είχε
κανέναν άλλο σκοπό για να συνεχίσει να υφίσταται. Ήταν η
κινητήρια δύναμη του. Αν δεν είχε αυτή τη μοναδική απόλαυση
δεν είχε και λόγο να ζεί. Αν όμως τον έδιωχναν από το σώμα
δεν θα μπορούσε να προσφέρει στον εαυτό του ούτε τα
απολύτως απαραίτητα για να ζήσει. Ήταν με την πλάτη στον
τοίχο και ο μισητός άντρας μπροστά του το ήξερε πολύ καλά.
«Γιατί δεν αναλαμβάνει την υπόθεση η αστυνομία της
Πάρνια; Εγώ δεν ξέρω καν πρός τα πού πέφτει αυτή η πόλη».
«Εντολές από το παλάτι. Ο βασιλιάς ενοχλήθηκε πολύ
που τόσοι εκπρόσωποι της ευγενούς τάξης βρέθηκαν νεκροί.
Φοβάται ότι μπορεί και ο ίδιος να γίνει στόχος. Έστειλε εντολή
να στείλουμε στην Πάρνια τον καλύτερο μας. Όπως
καταλαβαίνεις κανένας δεν έχει όρεξη να τρέχει στην Πάρνια.
Εσύ είσαι ο μόνος που δεν χρειαζόμαστε εδώ μέσα. Καιρός
λοιπόν να κάνεις κάτι για να κερδίσεις τον μισθό σου. Φεύγεις
αύριο. Ετοίμασε τα πράγματα σου και κάνε και μπάνιο.
Βρωμάς ολόκληρος. Θα παρουσιαστείς στις τοπικές αρχές της
πόλης. Αν εμφανιστείς τύφλα στο μεθύσι θα σου κάνω την ζωή
κόλαση και θα μείνεις για πάντα στο δρόμο. Ξέχνα την
τεμπελιά και το ποτό». Με αυτά τα λόγια ο αρχηγός πέταξε τον
φάκελο της υπόθεσης και έφυγε από το γραφείο του Καράνταρ,
βροντώντας την πόρτα πίσω του. Ο Καράνταρ έμεινε
περίλυπος να κοιτάει τους τοίχους γύρω του, αναλογιζόμενος
την νέα πραγματικότητα που απλωνόταν μπροστά του.
Προσπαθούσε να βρεί κάπου μέσα του τον χαμένο του εαυτό,
εκείνον που κάποτε ήταν το καμάρι της αστυνομίας της
Τύοναν και που τώρα ήταν ο περίγελος όλης της πόλης.
Όταν την άλλη μέρα ο αμαξάς τράβηξε τα χαλινάρια των
αλόγων και του φώναξε να ξυπνήσει για να κατέβει, η διάθεση
του δε είχε βελτιωθεί ούτε στο ελάχιστο. Το ταξίδι ήταν
πολύωρο και είχε την εντύπωση ότι είχαν περάσει από τους πιο
κακοτράχαλους δρόμους σε όλη την Θερίνια. Η μέση του τον
πέθαινε και η έλλειψη του αλκοόλ είχε αρχίσει να δείχνει τα
οδυνηρά σημάδια της. Ας τον έβγαζε κάποιος με ένα μαχαίρι

36

από την δυστυχία του. Ο θάνατος φαινόταν ελκυστικός καθώς
ο ήλος τον τύφλωνε με την έξοδο του από τη άμαξα. Κοίταξε
γύρω του την Πάρνια. Την πόλη που θα ήταν το σπίτι του για
τους προσεχείς μήνες. Αν ο αρχηγός δεν έμενε ικανοποιημένος
από εκείνον, μπορεί και για πάντα. Εκ πρώτης όψεως δεν
φαινόταν καθόλου άσχημη. Τα σπίτια ήταν πιο μικρά απ’ ότι
στην Τύοναν και οι δρόμοι πιο στενοί και όχι τόσο
πολυσύχναστοι. Υπήρχε περισσότερο πράσινο και περισσότερη
ησυχία. Ο ήλιος φαινόταν να λούζει τα πάντα με το φώς του,
δίνοντας τους μια ευεργετική λάμψη που ομόρφαινε το σκηνικό
ακόμα περισσότερο. Ίσως σε αυτήν την πόλη έβρισκε ηρεμία
και τον χρόνο που χρειαζόταν για να αναδιοργανώσει την
διαλυμένη του ζωή. Ο νούς του άρχισε να ταξιδεύει όταν μια
φωνή τον προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα. Είχε
έρθει άλλωστε να επιτελέσει ένα έργο. Ήταν κάτι που θα
έπρεπε να θυμίζει συνέχεια στον εαυτό του.
«Ο επιθεωρητής Καράνταρ;» Η φωνή άνηκε σε ένα νεαρό
άντρα γύρω στα εικοσιπέντε. Το βλέμμα του κοιτούσε τον
Καράνταρ γεμάτο προσμονή. Ο μεγαλύτερος άντρας
αναρωτήθηκε τι ακριβώς είχαν πεί οι υπεύθυνοι της Τύοναν σε
εκείνους τους ανθρώπους. Ο αρχηγός είχε πεί πώς θα έπρεπε
να στείλουν έναν ήρωα στην μικρή πόλη. Αυτήν την εντύπωση
φαινόταν να έχει και ο νεαρός που είχε έρθει να τον
συναντήσει. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα ειρωνικό
χαμόγελο όταν αναλογίστηκε την κοροϊδία της όλης ιστορίας.
«Ναί εγώ είμαι. Εσύ νεαρέ, είσαι απεσταλμένος των
τοπικών αρχών;»
«Μάλιστα. Φέτος έπιασα δουλειά στο τμήμα της Πάρνια.
Φέντουιν στις υπηρεσίες σας». Ο νεαρός αστυνομικός στάθηκε
προσοχή στυλώνοντας το βλέμμα του ευθεία, σαν να
βρισκόταν μπροστά σε κάποιον στρατηγό. Ο Καράνταρ
ξεφύσηξε ανυπόμονα.
«Εντάξει Φέντουιν δεν είναι ανάγκη να είσαι τόσο
τυπικός μαζί μου. Μου είπαν ότι θα συνεργαζόμουν με κάποιον
έμπειρο συνάδελφο από το τμήμα της πόλης σας. Ξέρεις πότε
θα μπορέσω να τον συναντήσω για να με ενημερώσει για την

37

υπόθεση;» Ο νεαρός άνοιξε το στόμα του να πεί κάτι αλλά
δίσταζε.
«Τι συμβαίνει παιδί μου;»
«Φοβάμαι ότι ο έμπειρος βοηθός που περιμένατε είμαι
εγώ».
«Μας πώς είναι δυνατόν; Μια τόσο σοβαρή υπόθεση και
την ανέθεσαν σε εσένα; Δεν μου είπες ότι δουλεύεις μόλις
μερικούς μήνες στο σώμα;»
«Η αλήθεια είναι ότι το τμήμα μας δεν είναι και πολύ
οργανωμένο. Βλέπετε οι κάτοικοι δεν μας έχουν ιδιαίτερη
ανάγκη. Συνήθως δεν συμβαίνει τίποτα το αξιόλογο στην πόλη
μας. Όλοι μας γνωριζόμαστε μεταξύ μας και σπάνια κάποιος
τολμάει να διαπράξει κάποιο έγκλημα. Επίσης εδώ ζούν και
πολλοί πλούσιοι που περιστοιχίζονται από σωματοφύλακες.
Αν κάποιος ταραξίας εμφανιστεί, συνήθως οι σωματοφύλακες
αναλαμβάνουν την αντιμετώπιση του προβλήματος».
«Δηλαδή εσείς είστε διακοσμητικοί εδώ πέρα;»
«Θα μπορούσατε να το πείτε και έτσι». Ο Καράνταρ δεν
έκανε κάποιο αρνητικό σχόλιο. Ποιός ήταν άλλωστε αυτός, που
τόσα χρόνια πληρωνόταν για να μεθάει, ώστε να μπορεί να
κατακρίνει τους άλλους.
«Πόσοι άνδρες αποτελούν το τμήμα σας;»
«Είμαστε καμιά δεκαριά».
«Δέκα άνδρες για ολόκληρη την πόλη;»
«Μάλιστα. Υπάρχουν όπως σας είπα και οι
σωματοφύλακες».
«Οι σωματοφύλακες όμως δεν φάνηκαν να είναι αρκετοί
στην περίπτωση των φόνων στην έπαυλη του δούκα».
«Αυτή η υπόθεση πραγματικά έχει τρομοκρατήσει την
περιοχή. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι είδους ζώο θα
μπορούσε να σκοτώσει τόσους άνδρες και μάλιστα ένοπλους.
Υπό κανονικές συνθήκες τίποτα δεν θα μπορούσε να περάσει
τους φύλακες γύρω από την έπαυλη και να εισχωρήσει στην
συγκέντρωση των ευγενών. Η ιδιαιτερότητα αυτή είναι που μας
ανάγκασε να ζητήσουμε βοήθεια από την Τύοναν. Πραγματικά
δεν ξέρουμε τι να υποθέσουμε».

38

«Σίγουρα δεν πρόκειται απλά για κάποιο ζώο. Απ’ όσα
διάβασα για την υπόθεση, η επίθεση αυτή πρέπει να ήταν
προσεκτικά σχεδιασμένη και οργανωμένη. Έχουμε να κάνουμε
με άνθρωπο και μάλιστα κάποιον ιδιαίτερα έξυπνο και ικανό
στις δολοφονίες. Κάποιον που θα είχε συμφέρον από τον
θάνατο τόσων ευγενών. Ένα από τα πρώτα πράγματα που
πρέπει να κάνουμε λοιπόν, είναι να ανακαλύψουμε γιατί είχαν
συγκεντρωθεί όλοι αυτοί οι δούκες στην Πάρνια. Δεν νομίζω
ότι πρόκειται απλά για μια κοινωνική επίσκεψη στον δούκα
Λιούτιμαρ».
«Ελάτε να σας δείξω που θα μένετε και αφού βολευτείτε
θα πάμε στην έπαυλη να κάνετε όλες τις απαραίτητες
έρευνες».
Ο Καράνταρ θα έμενε με ένα ζευγάρι ηλικιωμένων οι
οποίοι ήταν πρόθυμοι να ικανοποιήσουν κάθε του επιθυμία,
δίνοντας ανώτερο νόημα στην έννοια της φιλοξενίας. Από την
πρώτη στιγμή που μπήκε στο μικρό σπίτι με τον όμορφο
καταπράσινο κήπο, τον έκαναν να νιώσει σαν να ήταν μέλος
της οικογένειας τους και τον περιποιήθηκαν ανάλογα. Ο
Καράνταρ είχε αρχίσει να νιώθει άβολα με την φροντίδα που
δεχόταν. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του κανένας δεν είχε
νοιαστεί ποτέ γι’ αυτόν. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι ούτε που τον
ήξεραν καθόλου, αυτό όμως δεν τους εμπόδιζε να του φερθούν
σαν να ήταν παιδί τους. Αφού έφαγε σπιτικό κοκκινιστό, το
πρώτο σπιτικό φαΐ που έβαλε στο στόμα του μετά από χρόνια,
ο Φέντουιν ήρθε να τον συναντήσει για να πάνε στην έπαυλη.
Ο νεαρός αστυνομικός απολάμβανε και αυτός την συμπάθεια
του ζευγαριού, κάτι που φάνηκε από τον ενθουσιώδη τρόπο με
τον οποίο τον υποδέχτηκαν. Η κυρία Λοντίρα δεν τους άφηνε
να φύγουν πρίν ο Φέντουιν δοκιμάσει λίγο από το κοκκινιστό
της. Έφυγαν και οι δύο για την έπαυλη με βαριά στομάχια.
«Λοιπόν, σε περιποιήθηκαν οι οικοδεσπότες σου;» ρώτησε
ο Φέντουιν αφού είχαν μπεί στην άμαξα.
«Αστειεύεσαι; Χρόνια είχα να φάω τόσο καλά.
Αναρωτιέμαι πώς αυτοί οι άνθρωποι έβαλαν έναν άγνωστο

39

μέσα στο σπίτι τους και του φέρονται σαν βασιλιά. Είναι
πραγματικά άγιοι και οι δύο τους».
«Αυτό είναι αλήθεια. Όμως υπάρχει και ένας άλλος λόγος
για την καλοσύνη τους». Ο Καράνταρ τον κοίταξε
ερωτηματικά.
«Πρίν από μερικά χρόνια έχασαν το παιδί τους. Ήταν
τριάντα χρονών, καλό παιδί και εργατικός. Μια μέρα έπεσε
από το άλογο του και έσπασε τον αυχένα του. Παραλίγο να
πεθάνουν και οι δύο από την στενοχώρια τους. Από τότε κάθε
νέος της πόλης που θέλει βοήθεια ξέρει ότι θα την βρεί σε
αυτούς τους δύο ανθρώπους. Είναι έτοιμοι να προσφέρουν το
σπιτικό τους σε οποιονδήποτε είναι κοντά στην ηλικία του
παιδιού τους. Είναι σαν να νοιώθουν ότι αφού δεν πρόλαβαν να
περιποιηθούν όσο θα ήθελαν το παιδί τους, θα το
ξεπληρώσουν βοηθώντας άλλους».
Ο Καράνταρ σκεφτόταν ακόμα την δραματική αυτή
ιστορία όταν έφτασαν στον προορισμό τους. Τότε ο Φέντουιν
του έδειξε ένα-ένα τα σημεία στα οποία είχαν βρεθεί τα
πτώματα. Πρώτα εκείνο του σταβλίτη, μετά των φυλάκων,
ύστερα πήγαν στην αίθουσα όπου είχαν πεθάνει οι
περισσότεροι ευγενείς και τέλος πήγαν βαθιά στο δάσος.
«Εδώ γιατί με έφερες;» ρώτησε ο Καράνταρ όταν έφτασαν
σε ένα ξέφωτο.
«Εδώ βρέθηκε το τελευταίο πτώμα. Ο λαιμός του ήταν
ξεσκισμένος όπως όλων των άλλων. Κρατούσε ένα σπαθί.
Φαίνεται ότι κατάφερε να ξεφύγει προσωρινά από το μακελειό
στην έπαυλη και βρέθηκε στο δάσος, όμως ο δολοφόνος τον
πρόλαβε και παρά την αντίσταση του έχασε την μάχη. Πρέπει
να πάλεψε για αρκετή ώρα, γιατί είχε τις περισσότερες πληγές
απ’ όλα τα άλλα πτώματα».
«Θυμάσαι το όνομα του;»
«Ναί, δούκας Φένερσιφτ».
«Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ
το παλάτι. Έπεσαν μερικά από τα σημαντικότερα κεφάλια της
Αυλής σε αυτή τη σφαγή. Ο Φένερσιφτ ήταν άντρας με μεγάλη
δύναμη και επιρροή στις υψηλές τάξεις. Αν θυμάμαι καλά θα

40

πάντρευε και την κόρη του με τον πρίγκιπα Αθίριλ,
δυναμώνοντας έτσι τους δεσμούς του με τον θρόνο».
«Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να λύσετε την υπόθεση
επιθεωρητή. Αλλιώς ο βασιλιάς θα δυσαρεστηθεί και θα μπούν
οι αρχές της πόλης στο στόχαστρο».
«Θα κάνω ότι μπορώ. Αργότερα θα δώ τα πτώματα. Πρός
το παρόν θα εξετάσω το έδαφος για ίχνη ή κάποιο άλλο
στοιχείο. Θα ξεκινήσω από αυτό το ξέφωτο και μετά θα
συνεχίσω με την έπαυλη».
«Πιστεύετε ότι υπάρχει ελπίδα να βρείτε κάτι;»
«Μάλλον. Ο δολοφόνος αν και αποτελεσματικός ήταν
απρόσεκτος. Η δουλειά δεν ήταν καθαρή. Οι σκοτωμοί ήταν
υπερβολικά βίαιοι. Όταν η αδρεναλίνη ανεβαίνει συνήθως το
λάθος γίνεται εύκολα».
Ο Καράνταρ έβγαλε έναν μεγεθυντικό φακό και άρχισε
να κοιτάει προσεκτικά κάθε εκατοστό του εδάφους. Το πρώτο
πράγμα που παρατήρησε ήταν κάποιες γραμμές στο έδαφος.
Έμοιαζαν με γραμμές που δημιουργήθηκαν από κάτι που
σερνόταν στο χώμα. Το ξέφωτο ήταν διάστικτο από σταγόνες
αίματος, αλλά σε ένα συγκεκριμένο σημείο, ο λεκές του
αίματος που είχε μείνει πάνω στα πεσμένα φύλλα ήταν πολύ
μεγαλύτερος. Υπέθεσε ότι εκεί είχε πέσει ο Φένερσιφτ για
τελευταία φορά. Ο Φέντουιν του επιβεβαίωσε το συμπέρασμα
του.
«Το πτώμα βρέθηκε σε εκείνο το σημείο. Φαινόταν σαν να
προσπαθούσε να φτάσει σε εκείνο το δέντρο. Δεν νομίζω
βέβαια ότι κάτι τέτοιο θα τον έσωζε. Ότι και αν προσπαθούσε
να κάνει οι δυνάμεις του τον πρόδωσαν. Το χέρι του βρέθηκε
μερικά εκατοστά μακριά από τον κορμό».
Ο Καράνταρ σχημάτισε στο μυαλό του την εικόνα του
πεσμένου πτώματος. Ακολούθησε την νοητή γραμμή που θα
σχημάτιζε το χέρι του νεκρού δούκα πρός το δέντρο. Το βλέμμα
του έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο χαμηλότερο
σημείο του κορμού. Μερικά φύλλα κάλυπταν την ξύλινη
επιφάνεια, χωρίς όμως να φαίνονται σαν να έχουν έρθει εκεί
τυχαία, από κάποιον άνεμο. Κάποιος πρέπει να τα είχε

41

στοιβάξει εκεί για κάποιον συγκεκριμένο σκοπό. Ο Καράνταρ
άπλωσε το χέρι του και έβγαλε τα φύλλα προσεκτικά από την
μέση. Το πρόσωπο του φωτίστηκε από την έξαψη της
ανακάλυψης. Ένιωσε ένα ελάχιστο δείγμα της ικανοποίησης
που κάποτε ένιωθε όντας μεγάλος ερευνητής.
«Φέντουιν αυτό μάλλον σε ενδιαφέρει». Ο νεαρός
αστυνομικός έσκυψε από πάνω του και είδε τι είχε τραβήξει την
προσοχή του Καράνταρ. Στον κορμό ήταν χαραγμένες δύο
λέξεις. «ΓΡΑΜΜΑ ΔΩΜΑΤΙΟ». Ο Φέντουιν έσμιξε τα φρύδια
του προσπαθώντας να κάνει κάποια υπόθεση.
«Υπάρχει κάποιο γράμμα που ήθελε ο Φένερσιφτ να
βρούμε, ξέροντας ότι θα πεθάνει;» ρώτησε τον εμπειρότερο
συνάδερφο του.
«Δεν μπορεί να υπάρχει άλλη εξήγηση. Και φυσικά αυτό
το δωμάτιο δεν μπορεί να βρίσκεται πουθενά αλλού παρά μόνο
στην έπαυλη, αφού ο Φένερσιφτ δεν είχε μείνει σε κανένα άλλο
κτίριο της πόλης. Το κακό είναι ότι δεν ξέρουμε σε ποιό
ακριβώς δωμάτιο κοιμόταν. Έχει πολλές κρεβατοκάμαρες η
έπαυλη;»
«Είναι μεγαλύτερη και από πολλές αντίστοιχες της
Τύοναν. Ο δούκας Λιούτιμαρ δεν ξέχναγε να επιδεικνύει τον
πλούτο του με κάθε ευκαιρία που του δινόταν».
«Αυτό φοβάμαι σημαίνει περισσότερη δουλειά για σένα
αγαπητέ Φέντουιν. Μάζεψε τους λιγοστούς συναδέλφους σου
από το τμήμα και κάντε το σπίτι άνω κάτω, αφού βέβαια έχω
τελειώσει με την επιθεώρηση του. Αφού μαζέψω όσα στοιχεία
θέλω, μετά θα μπείτε μέσα και θα ψάξετε τα πάντα. Θα
αναποδογυρίσετε έπιπλα, θα βγάλετε έξω όλα τα συρτάρια, θα
ξηλώστε ακόμα και σανίδες από το πάτωμα, μέχρι να βρείτε το
γράμμα του Φένερσιφτ. Δεν θα σταματήσετε μέχρι να βρεθεί.
Συνεννοηθήκαμε;»
«Μάλιστα, φεύγω αμέσως για την πόλη». Ο νεαρός
ακουγόταν και ήταν ενθουσιασμένος. Ήταν φανερό ότι η
πρώτη του επαφή με ένα σοβαρό έγκλημα, που του έδινε την
ευκαιρία να εξασκήσει πραγματικά τις ικανότητες του, είχε
εκτινάξει τις προσδοκίες του στα ύψη. Ο Καράνταρ έριξε μια

42

τελευταία ματιά στο ξέφωτο και μετά κατευθύνθηκε μόνος του
πρός την έπαυλη. Όταν πρόσεξε το μέγεθος του τεράστιου
κτίσματος έβγαλε ένα μικρό αναστεναγμό. Είχε πολλή δουλειά
στα χέρια του. Σκέφτηκε όμως ότι δεν είχε και τίποτα άλλο να
κάνει στην ζωή του. Αυτή η υπόθεση ήταν τώρα πια όλη του η
ζωή. Μπορούσε να αφοσιωθεί πλήρως σε αυτή. Αυτός ήταν και
ο λόγος που είχαν στείλει έναν αργόσχολο σαν αυτόν στην
Πάρνια. Κάποιον που θα μπορούσε να αφιερωθεί
ολοκληρωτικά στην ανεύρεση του δολοφόνου. Καθώς πέρναγε
μέσα από τον κήπο κατευθυνόμενος πρός την αίθουσα
υποδοχής, μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό του. Είχε να πιεί μια
ολόκληρη μέρα και δεν φαινόταν να τον ενοχλεί αυτή η
παράλειψη.

43

4
Η «Αέρινη» έσχιζε τα κύματα με τα πανιά της να είναι
φουσκωμένα με τους θαλασσινούς ανέμους, δίνοντας μια
αναζωογονητική ταχύτητα στο ταξίδι τους. Ο Αθίριλ είχε
ξεφύγει για λίγο από την επίβλεψη του Ντάργκαν και λιαζόταν
στο κατάστρωμα χαζεύοντας τα δελφίνια που χοροπηδούσαν
δίπλα τους. Όσο περνούσε ο καιρός ένιωθε όλο και πιο άνετα
στον καινούργιο του ρόλο. Είχε μάθει να εκτιμάει τις ομορφιές
της θάλασσας και οι δουλειές του καραβιού του φαίνονταν όλο
και πιο εύκολες. Είχε αρχίσει να σκληραγωγείται και
καταλάβαινε ότι αυτή η αλλαγή θα του χρησίμευε στο μέλλον.
Το θέμα της απόπειρας εναντίον του είχε ξεχαστεί. Όμως τα
μέτρα είχαν αυξηθεί. Έστω και καθυστερημένα έγινε ένας
έλεγχος των καταλόγων με τα ονόματα των ναυτικών και
στρατιωτών που αποτελούσαν τον στόλο. Οποιοσδήποτε δεν
είχε τα επίσημα χαρτιά που του επέτρεπαν να δουλεύει σε
κάποιο από τα βασιλικά πλοία θα συλλαμβανόταν αμέσως.
Τελικά δεν υπήρξαν τέτοια κρούσματα.
Έτσι η εκστρατεία συνεχιζόταν μέσα σε χαλαρούς
ρυθμούς. Είχαν περάσει ήδη από πέντε νησιά και η υποδοχή
ήταν πάντα το ίδιο ενθουσιώδης. Κάθε επίσκεψη τέλειωνε με
ένα μεγαλόπρεπο φαγοπότι και έτσι το ηθικό παρέμενε
ακμαίο. Από τα λεγόμενα των νησιωτών αποδείχτηκε ότι οι
πειρατές μαθαίνοντας για τον τεράστιο στόλο, είχαν
αποσυρθεί στα νότια απαλλάσσοντας έναν μεγάλο μέρος των
νησιών από την καταστροφική παρουσία τους. Αυτός ήταν και
ο λόγος που τόσον καιρό δεν είχε ανοίξει ούτε ρουθούνι. Με
εξαίρεση φυσικά τον γερο-πειρατή που κατέληξε με το
πρόσωπο του πολτοποιημένο από τα χέρια του Ντάργκαν. Ο
Αθίριλ όμως ήταν σίγουρος ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να
κυλάει τόσο ομαλά αυτή η περιπέτεια. Κάποια στιγμή οι
πειρατές θα σταματούσαν να υποχωρούν και χωρίς να έχουν
άλλη επιλογή θα πέρναγαν στην αντεπίθεση. Σαν
επιβεβαίωση των σκέψεων του ακούστηκε η φωνή του
παρατηρητή.

44

«Άνθρωπος στην θάλασσα. Άνθρωπος στην θάλασσα».
Όλο το πλοίο βρέθηκε ξαφνικά σε κατάσταση έκτακτης
ανάγκης. Ο Αθίριλ προσπαθούσε να εντοπίσει απεγνωσμένα
τον ναυαγό μέσα στο απέραντο γαλάζιο, χωρίς όμως να μπορεί
να δεί τίποτα. Άκουσε βαριά βήματα στο κατάστρωμα και
γυρνώντας είδε τον Ντάργκαν με ένα κιάλι στο χέρι. Ο
καπετάνιος εντόπισε σχεδόν αμέσως τον άνθρωπο που
χρειαζόταν επειγόντως την βοήθεια τους. Έριξαν άγκυρα και
μια λέμβος στάλθηκε αμέσως πρός το μέρος του άτυχου
ανθρώπου. Ο Αθίριλ παρακολουθούσε με ανυπομονησία την
διάσωση. Αρκετά από τα άλλα πλοία είχαν σταματήσει και
αυτά και είχαν στείλει βάρκες για να περισυλλέξουν τον
ναυαγό. Η δικιά τους όμως έφτασε πρώτη. Κατά την επιστροφή
της στο καράβι ο Αθίριλ είδε με ανησυχία ότι ο άντρας ήταν
πεσμένος στον πάτο και δεν κουνιόταν καθόλου. Αναρωτήθηκε
αν τον είχαν βρεί πολύ αργά. Οι ναύτες που ήταν πάνω στην
«Αέρινη» έριξαν σχοινιά στους συναδέλφους τους για να
δέσουν και να σηκώσουν τον αναίσθητο άντρα.
Τον ανέβασαν στο καράβι και ο γιατρός άρχισε τις
προσπάθειες να τον συνεφέρει. Μετά από λίγη ώρα και τις
επίμονες προσπάθειες του γιατρού ο άντρας άνοιξε τα μάτια
του και ανέκτησε την αναπνοή του. Μόνο τότε πρόσεξε ο
Αθίριλ τις λωρίδες αίματος στο σώμα του. Κάποιος είχε
μαστιγώσει βάναυσα αυτόν τον κακομοίρη πρίν τον πετάξει
στη θάλασσα. Ο Ντάργκαν παραμέρισε τους ναύτες και τον
κοίταξε σκεπτικός.
«Σηκώστε τον και πηγαίνετε τον στην καμπίνα μου.
Γιατρέ θα συνεχίσεις εκεί την εξέταση» είπε και όλοι
βιάστηκαν να εκτελέσουν τις διαταγές του.
Το πλοίο ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του και όλοι
επέστρεψαν στις δουλειές τους. Ο Αθίριλ όμως ήταν γεμάτος
περιέργεια να μάθει τι είδους συμφορά είχε βρεί αυτόν τον
άτυχο άνθρωπο. Αν ήταν οι πειρατές που του το είχαν κάνει
αυτό τότε θα έπρεπε να δράσουν αμέσως. Να τους βρούν και
να τους τιμωρήσουν για το έγκλημα τους. Μπορεί να υπήρχαν
και άλλα θύματα και να χρειάζονταν την βοήθεια τους.

45

Έπρεπε να μπορέσει να τους μιλήσει το συντομότερο δυνατόν,
για να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί. Πέρασαν δύο ώρες όταν ο
Ντάργκαν εμφανίστηκε και πάλι στο κατάστρωμα. Από το
πρόσωπο του φαινόταν ότι δεν είχε καλά νέα. Κάλεσε τους
άντρες γύρω του και όλοι έτρεξαν να ακούσουν με ενδιαφέρον
τα νέα.
«Παιδιά, οι μέρες την τεμπελιάς τελείωσαν. Ήρθε η ώρα
να πιάσουμε δουλειά. Ο ναυτικός που περισυλλέξαμε δούλευε
σε ένα εμπορικό πλοίο. Εχθές δέχτηκαν επίθεση από ένα
πειρατικό και σφάχτηκαν όλοι πλήν του ίδιου. Τελευταία
στιγμή πρόλαβε και πήδηξε στην θάλασσα, λίγο πρίν το
καράβι του γίνει παρανάλωμα του πυρός. Πρίν προλάβει να
ξεφύγει όμως οι πειρατές είχαν προλάβει να τον μαστιγώσουν
και ξυλοκοπήσουν άγρια. Εκτός από αυτό έχει και υποθερμία
από τις πολλές ώρες που έμεινε στο νερό. Ο γιατρός δεν είναι
αισιόδοξος. Από αυτά που μας είπε αν κρατήσουμε ίδια πορεία
και σταθερή ταχύτητα, σε μια μέρα θα πρέπει να τους
συναντήσουμε. Είναι μόνο ένα πλοίο οπότε δεν θα πρέπει να
έχουμε πρόβλημα, αλλά θέλω να δείξετε την απαιτούμενη
προσοχή. Με αυτά τα καθάρματα ποτέ δεν μπορείς να είσαι
σίγουρος».
Από εκείνη την στιγμή όλες οι συζητήσεις στρέφονταν
γύρω από την επικείμενη μάχη. Οι άντρες δεν φαίνονταν να
φοβούνται να πολεμήσουν και ανυπομονούσαν να σκοτώσουν
όσους περισσότερους πειρατές μπορούσαν, κερδίζοντας έτσι
δόξα αλλά και χρήμα, αφού όσοι ξεχώριζαν στις μάχες
έπαιρναν κάτι παραπάνω για επιβράβευση. Η διαφορά τους με
τον Αθίριλ ήταν ότι είχαν πάρει μέρος σε τόσες μάχες, που και
οι ίδιοι είχαν ξεχάσει πόσες ήταν πλέον. Οι αμέτρητες ουλές
στα σώματα τους το αποδείκνυαν αυτό. Ο Αθίριλ δεν ήξερε τι
θα αντιμετώπιζε την επόμενη μέρα. Δεν μπορούσε να ξέρει τι
θα έπρεπε να περιμένει και έτσι δεν μπορούσε να συμμεριστεί
τον ενθουσιασμό τους. Ένιωθε όμως ντροπή που ήταν τόσο
άπειρος στην μάχη και έτσι είχε και αυτός λόγο να ανυπομονεί
να πέσουν οι πειρατές στα χέρια του. Αγωνιούσε να αποδείξει
την αξία του. Δεν άντεχε πια να είναι ο χαϊδεμένος πρίγκιπας

46

που δεν είχε ιδέα από τις κακουχίες του πολέμου. Είχε έρθει η
ώρα να βαπτιστεί με αίμα.
Οι ναύτες το γλέντησαν εκείνο το βράδυ. Αν τους έβλεπε
κάποιος που δεν ήξερε την ιστορία τους θα νόμιζε ότι
επέστρεφαν σπίτι τους και όχι ότι ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν
και πιθανόν να σκοτωθούν. Η απειλή βέβαια του ενός πλοίου
ήταν μικρή, αλλά η «Αέρινη» όντας ναυαρχίδα θα ήταν στην
πρώτη γραμμή. Οποιοσδήποτε από όσους κάθονταν στο
κατάστρωμα με μια μπύρα στο χέρι εκείνο το βράδυ, την
επόμενη μέρα μπορεί να μην ήταν πια κοντά τους. Το σχέδιο
μάχης ήδη είχε συζητηθεί. Δεν ήταν τίποτα περίπλοκο. Όταν
θα εντόπιζαν το πλοίο δύο από τα πολεμικά του στόλου θα το
κύκλωναν, κλείνοντας του έτσι το δρόμο. Καθώς θα άλλαζε
πορεία για να ξεφύγει, η «Αέρινη» θα έκανε έφοδο από πίσω
ολοκληρώνοντας τον κύκλο και θα έκανε επίθεση με όλη της
την δύναμη. Αφού οι άντρες της πηδούσαν στο πειρατικό και
ξεκινούσαν τη μάχη, τα άλλα δύο πλοία θα πλησίαζαν και θα
άφηναν και το δικό τους φορτίο πολεμιστών. Έτσι
υπερτερώντας σε αριθμό και πιεζόμενο από όλες τις πλευρές,
το καράβι θα έπεφτε γρήγορα στα χέρια τους.
Η συνάντηση του Ντάργκαν, των άλλων δύο καπετάνιων
και του Αθίριλ, ήταν σύντομη αλλά αρκετή, ώστε ο Αθίριλ να
βγάλει κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Στα μάτια των άλλων
καπετάνιων ήταν ένας κομπάρσος και τίποτα άλλο. Ήταν
φανερό τι πίστευαν για εκείνον. Δεν είχε έρθει για να
πολεμήσει. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να λερώσει τα βασιλικά
του χέρια με αίμα; Ο ρόλος που του είχαν αποδώσει ήταν
εκείνος του κατασκόπου. Αυτός θα παρακολουθούσε με μάτι
κριτικό την πορεία της εκστρατείας και μετά θα έτρεχε στον
αδερφό του τον βασιλιά, για να ρουφιανέψει όσους κατά την
γνώμη του, δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα για το καλό
της πατρίδας. Οι άλλοι δύο καπετάνιοι δεν είχαν γυρίσει να του
απευθύνουν ούτε μια φορά τον λόγο. Αν δεν ήταν ο Ντάργκαν
να ζητήσει την γνώμη του, η φωνή του δεν θα είχε ακουστεί
καθόλου κατά την διάρκεια της συνάντησης. Ακόμα και όταν
μιλούσε για να ρυθμίσει κάποιες μικρολεπτομέρειες, οι δύο

47

άντρες τον κοιτούσαν σαν να μην περίμεναν ότι είχε ιδέα από
τακτικές εφόδου. Η έκπληξη που είδε στα μάτια τους τον
ενόχλησε περισσότερο και από τον τρόπο που τον αψηφούσαν
νωρίτερα.
Με λίγη μπύρα παραπάνω και τα φιλικά πειράγματα των
ναυτών είχε αρχίσει να ξεπερνάει τον εκνευρισμό του. Σε μια
έκρηξη πείσματος αποφάσισε ότι δεν τον ένοιαζε αν οι άλλοι
καπετάνιοι θα τον θεωρούσαν ικανό. Ήταν ανώτερος τους και
είτε το ήθελαν είτε όχι θα έπρεπε να υπακούσουν στις εντολές
του. Αν σε κάποια κρίσιμη στιγμή σε ώρα μάχης κάποιος δεν
τον υπάκουε, θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Η έλλειψη
πειθαρχίας δεν είναι ανεκτή σε μια εκστρατεία. Αν συνέβαινε
κάτι τέτοιο θα τιμωρούσε παραδειγματικά τον απείθαρχο, για
να περάσει το μήνυμα του και στους άλλους. Έπρεπε να πνίξει
την καλοσύνη του και να δείξει την απαιτούμενη αυστηρότητα.
Κάποια στιγμή κουράστηκε να τα σκέφτεται όλα αυτά και
αφέθηκε στην επίδραση της μπύρας και στις κουβέντες της
παρέας του. Με το πέρασμα της ώρα οι φωνές και τα γέλια
ξεμάκραιναν όλο και περισσότερο. Το σώμα του χαλάρωσε και
το σχεδόν άδειο μπουκάλι έπεσε από τα χέρια του. Ο θόρυβος
δεν τον ενόχλησε αφήνοντας τον να κοιμηθεί βαθιά.
Κοντά στο ξημέρωμα της επόμενης μέρας, ο άντρας που
είχαν σώσει την προηγούμενη πέθανε. Ο Αθίριλ ξύπνησε από
τα μουρμουρητά των γύρω του. Το νέο σύντομα απλώθηκε σε
όλο το πλοίο. Μετά από μια ώρα όλοι ήταν συγκεντρωμένοι για
να πούν το τελευταίο αντίο στον άτυχο συνάνθρωπο και να
παραδώσουν το σώμα του στην θάλασσα. Ύστερα η μέρα
συνεχίστηκε όπως όλες οι προηγούμενες και ο Αθίριλ
αναρωτιόταν, πώς είναι δυνατόν να συνεχίζεται η ζωή τόσο
ανεπηρέαστη από έναν θάνατο. Σύντομα κατάλαβε ότι πάνω
σε ένα πλοίο, όπου όλοι έπρεπε να βρίσκονται σε συνεχή
εγρήγορση, δεν είναι δυνατόν να μένουν πίσω για να
θρηνήσουν κάποιον, αλλά πρέπει να συνεχίζουν ώστε να
διατηρηθούν οι ίδιοι στην ζωή. Το πλοίο ποτέ δεν σταματούσε
να ζητάει την προσοχή τους. Μετά από μερικές ώρες και αφού
τέντωνε τους πιασμένους από την δουλειά μύες του,

48

αντιλήφθηκε ότι δεν είχε σκεφτεί για ώρα τον νεκρό. Η
διαπίστωση τον ενόχλησε γιατί δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι
μια ανθρώπινη ζωή που χάθηκε, θα μπορούσε να ξεχαστεί
τόσο εύκολα. Ο Ντάργκαν τον είδε προβληματισμένο και τον
πλησίασε.
«Τι έγινε, κουράστηκες κιόλας; Ούτε μεσημέρι δεν είναι
καλά καλά».
«Σκέφτομαι εκείνον τον κακομοίρη που μαζέψαμε εχθές.
Δεν φαίνεται όμως να έχει επηρεάσει κανέναν άλλον ο χαμός
του. Όλα φαίνονται να κυλούν κανονικά».
«Έτσι πρέπει. Αλίμονο μας αν για κάθε νεκρό τα
παρατάγαμε όλοι και βάζαμε τα κλάματα. Έχω μαζέψει
πολλούς στο καράβι μου μετά από ναυάγια. Οι περισσότεροι
δεν άντεχαν πάνω από μερικές ώρες. Άλλοι ήταν ήδη νεκροί
όταν τους έβρισκα. Όλοι όσοι είναι σε αυτό το καράβι έχουν
συνηθίσει να βλέπουν πεθαμένους ή ετοιμοθάνατους. Και
έχουν συνηθίσει να το ξεπερνούν γρήγορα και να κοιτάζουν
μπροστά. Η πραγματικότητα δεν δίνει σε κανέναν χρόνο να
συνέλθει. Αν μείνεις πίσω προχωράει χωρίς εσένα. Δεν έχει
νόημα να κάθεσαι αδρανής και να θρηνείς για τον άλλον, όταν
υπάρχει κάτι που μπορείς να κάνεις για να διορθώσεις τα
πράγματα. Όταν βρούμε το πειρατικό που ευθύνεται για τον
θάνατο του, τότε να δείξεις πόσο λυπήθηκες για εκείνον,
κόβοντας όσους περισσότερους λαιμούς μπορείς. Μέχρι τότε
ψηλά το κεφάλι και δουλειά. Προσπάθησε να μη το
σκέφτεσαι».
Ο Ντάργκαν τον άφησε με ένα φιλικό χτύπημα στην
πλάτη και έσπευσε να επιβλέψει το υπόλοιπο πλήρωμα. Ο
Αθίριλ βυθίστηκε και πάλι στις σκέψεις μαζεύοντας μηχανικά
σε κουλούρα ένα σχοινί. Καταλάβαινε ότι ο καπετάνιος είχε
απόλυτο δίκιο, αλλά δεν μπορούσε ακόμα να το αποδεχτεί.
Ήταν όμως ένα σημείο απ’ όσα είχε πεί ο καπετάνιος στο οποίο
συμφωνούσε. Θα σκότωνε όποιον πειρατή έπεφτε στα χέρια
του και θα τον έκανε να πληρώσει για τους αμέτρητους
ναυτικούς που είχαν πεθάνει στα χέρια τους. Με αυτήν την

49

υπόσχεση συνέχισε σιωπηλός την δουλειά του, ανυπομονώντας
για την μάχη με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Ο παρατηρητής του πειρατικού «Σκυλοπνίχτης» είχε
βυθιστεί στο καλάθι του και ονειρευόταν το μερτικό του από
την χθεσινή δουλειά. Το εμπορικό που είχε πέσει στα χέρια
τους και που είχαν λεηλατήσει με μεγάλη επιτυχία, μετέφερε
πλούσιο φορτίο χρυσαφικών, σπάνιων μπαχαρικών και άλλων
πολύτιμων υλικών που σίγουρα θα μπορούσαν να
χρυσοπουλήσουν στα νησιά των πειρατών, εξασφαλίζοντας
για τους εαυτούς τους μια πλουσιοπάροχη αμοιβή.
Ξερογλειφόταν όσο σκεφτόταν πόσα λεφτά θα είχε την
επόμενη φορά που θα πάταγαν ξανά το πόδι τους στην στεριά.
Θα μπορούσε να πιεί ολόκληρη ταβέρνα με τα λεφτά αυτά και
να διαλέξει από τις πιο ακριβές πόρνες για το κρεβάτι του.
Τεντώθηκε βαριεστημένα και αποφάσισε να σηκωθεί για να
κοιτάξει τον ωκεανό. Αν ο καπετάνιος τον έβλεπε να
τεμπελιάζει θα τον περίμενε ο βούρδουλας. Δεν μπορούσε
βέβαια να φανταστεί τι ενδιαφέρον θα μπορούσε να δεί, αφού ο
καιρός ήταν καλός και είχαν να δούν βασιλικό πλοίο σε
περιπολία μήνες ολόκληρους. Πλέον όχι μόνο τα πειρατικά
αλλά και τα νόμιμα εμπορικά από τα άλλα βασίλεια,
λυμαίνονταν τα θερινιακά νερά. Σίγουρα θα γυρνούσαν πίσω
στο ορμητήριο τους ανενόχλητοι. Επίσης έχοντας το αμπάρι
τους γεμάτο, δεν θα διακινδύνευαν νέα μάχη με κάποιο
εμπορικό, ακόμα και αν συναντούσαν κάποιο.
Όταν σηκώθηκε και κοίταξε μακριά στον ορίζοντα,
ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και να μην μπορούν να τον
στηρίξουν. Από μακριά κάτι πλησίαζε και ότι και αν ήταν δεν
μπορούσε να είναι καλό. Η θάλασσα σε μια ευθεία γραμμή είχε
σκοτεινιάσει. Η γραμμή χανόταν κάπου στο βάθος, όπου δεν
μπορούσε να φτάσει το βλέμμα του. Πιέζοντας τον εαυτό του
περισσότερο κατάφερε να διακρίνει πανιά. Ήταν λοιπόν
καράβια. Πώς βρέθηκαν όμως τόσα πολλά στην περιοχή;
Άραγε εκείνοι ήταν ο στόχος τους; Καταλαβαίνοντας ότι αυτό
ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο, συγκράτησε τον πανικό του
και άρχισε ένα φωνάζει τον καπετάνιο. Μετά από λίγο μέσα

50

στα μουρμουρητά των ανυπόμονων πειρατών, ακούστηκε ο
γνώριμος ήχος που έκανε το ξύλινο πόδι του καπετάνιου πάνω
στο κατάστρωμα, αποτέλεσμα μια άτυχης συνάντησης του
άντρα στα νιάτα του με έναν καρχαρία. Ο βλοσυρός αρχηγός
έβγαλε το κιάλι του και έστρεψε την προσοχή του πρός το
σημείο που του έδειχνε ο τρεμάμενος παρατηρητής.
Κατέβασε το κιάλι και ξεστομίζοντας μια κατάρα
χαμηλόφωνα, διέταξε τους άντρες του να πλεύσουν πρόσω
ολοταχώς. Σχεδόν ταυτόχρονα τρία καράβια του τεράστιου
στόλου ξεμάκρυναν από την υπόλοιπη ξύλινη μάζα και
κατευθύνθηκαν πρός το μέρος τους. Τα δύο έκαναν κύκλο και
πλησίαζαν από τα πλάγια. Το τρίτο ερχόταν κατευθείαν επάνω
τους. Ο έμπειρος καπετάνιος δεν μπορούσε να πιστέψει την
ταχύτητα με την οποία κινούνταν τα τρία καράβια. Κάλυπταν
την απόσταση με αδίστακτο ρυθμό. Αν το πειρατικό δεν
ανέπτυσσε ταχύτητα σύντομα, τα πράγματα θα ήταν σκούρα.
Ο πειρατής άρχισε να φωνάζει στους άντρες του με
αυξανόμενη αγωνία. Δεν είχαν ελπίδα να τα βάλουν με τρία
καράβια ταυτόχρονα. Ακόμα όμως και αν τα κατάφερναν,
υπήρχαν εκατοντάδες άλλα που θα έφταναν στην θέση τους. Η
μόνη λύση ήταν η φυγή. Ο «Σκυλοπνίχτης» άρχισε να
αναπτύσσει ταχύτητα με τις επίμονες προσπάθειες του
πληρώματος. Ο άνεμος ήταν καλός, θα τον εκμεταλλεύονταν
όμως και οι αντίπαλοι του.
Το πειρατικό ξεχύθηκε μπροστά ενώ οι αφροί των
κυμάτων μούσκευαν τα πρόσωπα των αγωνιζόμενων επιβατών
του. Ο καπετάνιος ένιωσε το σκαρί να ζορίζεται αλλά δεν
μπορούσε να το λυπηθεί τώρα. Η τύχη τους κρεμόταν από μια
κλωστή. Σήκωσε και πάλι το κιάλι. Οι διώκτες τους ήταν ακόμα
πιο κοντά. Μπορούσε να διακρίνει καθαρά τις θερινιακές
σημαίες. Η ταχύτητα τους δεν ήταν αρκετή. Κάτι έπρεπε να
κάνει για να μεγαλώσει την απόσταση. Αλλιώς ήταν χαμένοι.
Το μυαλό του άρχισε να ψάχνει πυρετωδώς για την λύση. Δεν
μπορούσε όμως να σκεφτεί τίποτα παραπάνω απ’ ότι ήδη
έκανε. Δεν έλειπε η ικανότητα από το πλήρωμα. Απλά τα
καράβια που τους κυνηγούσαν ήταν ολοκαίνουργια ενώ το δικό

51

του ήταν παλιό και μέτριας κατασκευής. Για εμπορικά
πλεούμενα ήταν μια χαρά. Εναντίον πολεμικών όμως δεν
μπορούσε να σταθεί επάξια. Ξαφνικά η λύση που είχε στο πίσω
μέρος του μυαλού του ως λύση απελπισίας, άρχισε να φαίνεται
και η μοναδική διέξοδος. Με καρδιά σφιγμένη για την απώλεια
διέταξε τους ναύτες να πετάξουν όλο τους το φορτίο στην
θάλασσα.
Ο Αθίριλ ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει σε
πρωτόγνωρους ρυθμούς. Η αδρεναλίνη τον είχε κατακλύσει
και η ταχύτητα με την οποία έπλεαν του έδινε μια απίστευτη
αίσθηση ελευθερίας. Όσο έβλεπε το πειρατικό να πλησιάζει
τόσο περισσότερο η επιθυμία του για μάχη μεγάλωνε. Χωρίς να
μπορεί να εξηγήσει το γιατί, είχε ξεχάσει όλες του τις
αναστολές και τους φόβους. Ακόμα και η οργή που ένιωθε για
τον χαμό του άτυχου ναύτη τώρα είχε χαθεί. Ήθελε να
πολεμήσει γιατί ένιωθε ότι είχε ανάγκη την δράση.
Συνειδητοποιούσε πόσο παιδικό ήταν κάτι τέτοιο αλλά δεν
μπορούσε να το καταπολεμήσει. Αυτή θα ήταν η πρώτη του
μάχη. Ξαφνικά το όνειρο σπιλώθηκε. Το πειρατικό άρχισε να
ξεμακραίνει. Ο Αθίριλ ήταν μπερδεμένος, μην μπορώντας να
καταλάβει πώς ανέπτυσσε μεγαλύτερη ταχύτητα το αντίπαλο
καράβι. Γύρισε στον Ντάργκαν που παρακολουθούσε το
θήραμα τους με το κιάλι.
«Τι συνέβη;»
«Πετάνε το φορτίο τους στην θάλασσα για να
ελαφρύνουν το καράβι. Είναι εντελώς απελπισμένοι». Το
τελευταίο σχόλιο συνοδεύτηκε από ένα άγριο χαμόγελο που
πάγωσε το αίμα του Αθίριλ. Ο μεγαλύτερος άντρας δεν
φαινόταν να ανησυχεί. Έτσι και ο Αθίριλ καθησύχασε τους
φόβους του. Η «Αέρινη» κράτησε σταθερή ταχύτητα. Τα δύο
καράβια όμως που πλεύριζαν το πειρατικό έφυγαν μπροστά με
ακόμα μεγαλύτερη ορμή. Ο Αθίριλ κατάλαβε ότι οι πειρατές
δικαίως ήταν απελπισμένοι. Ένα αίσθημα ικανοποίησης γέμισε
το στήθος του. Ήταν ηγέτης ενός εκπληκτικού στόλου που θα
έσπερνε τον τρόμο σε όλα τα πέρατα του ωκεανού. Το γεγονός
ότι οι πειρατές έτρεχαν έντρομοι να ξεφύγουν τον γέμιζε

52

περηφάνια. Δεν έπρεπε απλώς να νικήσουν τους πειρατές,
έπρεπε να τους ταπεινώσουν. Είχαν επιδείξει απαράδεκτη
αλαζονεία κατά της πατρίδας του. Θα έπρεπε να καταλάβουν
ότι ποτέ ξανά δε θα έμεναν ατιμώρητοι για τα εγκλήματα τους.
Τα μάτια του ήταν κολλημένα στην πορεία των δύο
καταδιωκτικών και στην τρελή τους πορεία πρός το πειρατικό.
Η απόσταση είχε φτάσει σε σημείο που όλα έδειχναν ότι η
μάχη θα ακολουθούσε σύντομα.
Ο καπετάνιος του «Σκυλοπνίχτη» είδε τους γάντζους να
πετάγονται και από τα δύο καράβια ταυτόχρονα από
διαφορετικές μεριές. Διέταξε τους άντρες του να τους
αφαιρέσουν από το καράβι του αλλά οι δύο πρώτοι που το
επιχείρησαν έπεσαν νεκροί από τα βέλη των τοξοτών του
βασιλιά. Άρπαξε μια ασπίδα και το σπαθί με το οποίο ήταν
ζωσμένος και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τους πρώτους
εισβολείς κάτω από μια βροχή βελών. Το κατάστρωμα ξαφνικά
γέμισε άντρες που πάλευαν ο καθένας για την ζωή του και από
τους ήχους της μάχης. Έβλεπε τους άντρες του να πέφτουν ο
ένας μετά τον άλλον και κατάλαβε ότι όλα ήταν χαμένα. Οι
εχθροί ήταν πολύ περισσότεροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι. Ο
θάνατος του δεν θα αργούσε. Έτσι με μια εκδικητική μανία
στράφηκε εναντίον τους, αποφασισμένος να πάρει όσους
περισσότερους μπορούσε μαζί του. Δύο πολεμιστές βρέθηκαν
στον δρόμο του και τον αντιμετώπισαν με περίτεχνες κινήσεις
του σπαθιού, που φανέρωναν την εκπαίδευση τους. Ο
καπετάνιος όμως χωρίς να πτοηθεί και με την οργή να του δίνει
δύναμη τους θέρισε με το σπαθί του χωρίς δισταγμό.
Η «Αέρινη» έφτασε ενώ η μάχη είχε ήδη ανάψει για τα
καλά. Η πλάστιγγα έγερνε σημαντικά πρός τους συναδέρφους
τους, αλλά η μάχη καλά κρατούσε και έτσι θα υπήρχε και για
αυτούς δράση. Όρμησαν όλοι με μια ιαχή και άρχισαν να
πετσοκόβουν τους κακοποιούς. Ο Αθίριλ ένιωθε για πρώτη
φορά το σπαθί του να χώνεται σε ζωντανή σάρκα και να
αποσύρεται αφήνοντας άψυχα κουφάρια. Δεν μπορούσε να
καταλάβει τι αισθήματα του προκαλούσε η πρωτόγνωρη αυτή
εμπειρία, γιατί έπρεπε να πολεμάει με καταιγιστικό ρυθμό.

53

Ήταν όμως σίγουρος ότι η φιλοσοφική του φύση θα έβρισκε
άφθονη τροφή για σκέψη στο γεγονός αυτό. Καθώς
προσπαθούσε να μένει σε εγρήγορση και με τα χτυπήματα να
έρχονται από όλες τις κατευθύνσεις, το βλέμμα του έπεσε
πάνω σε έναν πειρατή θηριώδη στην όψη, ο οποίος ήταν
γεμάτος αίματα από την κορφή ως τα νύχια. Το βλέμμα του
Αθίριλ έπεσε στα πτώματα που βρίσκονταν γύρω του και
κατάλαβε ότι το αίμα δεν ήταν δικό του αλλά ανήκε στα πολλά
θύματα του.
Ο καπετάνιος του «Σκυλοπνίχτη» ήταν ασταμάτητος.
Όλοι οι αντίπαλοι που έρχονταν πρός το μέρος του φαίνονταν
να είναι ασήμαντοι και μικροί μπροστά στην οργή του και την
απελπισία του που ήταν και οι κινητήριες δυνάμεις του. Οι
επιτιθέμενοι που έρχονταν πρός το μέρος του, έπεφταν όπως
τα φύλλα το φθινόπωρο και εκείνος είχε μονάχα μερικές
αμυχές που δεν ενέπνεαν καμία ανησυχία. Αφού είχαν
τολμήσει να επιτεθούν στο καράβι του θα το πλήρωναν
ακριβά. Οι ναύτες του φώναζαν το όνομα του βλέποντας την
παλικαρίσια προσπάθεια του και έπαιρναν κουράγιο. Τότε
όμως μέσα από την μάζα των ανθρώπων, εμφανίστηκε ένας
ξανθός πολεμιστής με τα διακριτικά του βασιλικού
αξιωματούχου. Ούρλιαζε με μανία καθώς ερχόταν με το σπαθί
υψωμένο για να τον αντιμετωπίσει. Ο καπετάνιος γέλασε. Αν
νόμιζε αυτό το παιδαρέλι ότι μπορούσε να τον τρομάξει, τότε
θα ήταν πραγματικά διασκεδαστικό να τον στείλει και αυτόν
στον άλλο κόσμο μαζί με τους συντρόφους του. Στύλωσε τα
πόδια του για να είναι καλύτερα στηριγμένος και τον περίμενε.
Τα δύο σπαθιά συναντήθηκαν στέλνοντας μια τρομερή
δόνηση στα κορμιά των δύο αντρών. Κρατήθηκαν και οι δύο με
όλη τους την δύναμη, ώστε να μην χάσουν την ισορροπία τους
από το τράνταγμα. Ξανασήκωσαν τα σπαθιά τους για να
ξαναπροσπαθήσουν και έτσι ξεκίνησε μια σειρά από ανελέητα
χτυπήματα που όλα όμως αποκρούονταν και από τις δύο
πλευρές με επιτυχία. Ο πειρατής αφού είδε ότι δεν μπορούσε
να χτυπήσει τον Αθίριλ ψηλά, σε μια αιφνιδιαστική
προσπάθεια στόχευσε στα πόδια του Θερίνιου, εκείνος όμως

54

πήδηξε εγκαίρως αποφεύγοντας την επικίνδυνη σπαθιά και
ρίχτηκε μπροστά λαβώνοντας τον αντίπαλο στο στήθος. Η
λεπίδα δεν πρόλαβε να μπεί βαθιά μέχρι την καρδιά, γιατί ο
πειρατής αμέσως απομακρύνθηκε, το πρώτο αίμα όμως ήταν
δικό του. Ο πληγωμένος γρυλίζοντας οργισμένος όρμησε
μπροστά. Ο Αθίριλ πρόσεξε ότι για κάποιον με ξύλινο πόδι
κινούταν με απίστευτη ταχύτητα. Ο πειρατής κατηύθυνε το
σπαθί του με μια κάθετη κίνηση πρός το κεφάλι του Αθίριλ. Ο
νεαρός απέκρουσε με ευκολία και βρήκε άνοιγμα για το σώμα
του άλλου άντρα. Το σπαθί του προστάτευε ακόμα το κεφάλι
του, έτσι χρησιμοποίησε την γροθιά του στέλνοντας την με
δύναμη στο στομάχι του πειρατή.
Ο καπετάνιος τρέκλισε πρός τα πίσω, παλεύοντας να
ανακτήσει την αναπνοή του. Ο Αθίριλ είδε την ευκαιρία και
όρμησε. Υποτίμησε όμως τον αντίπαλο του αφού εκείνος, αν
και αποσυντονισμένος, αντιλήφθηκε την κίνηση του και ο
πρίγκιπας πλήρωσε αυτήν την λανθασμένη κρίση του. Καθώς
εφορμούσε μπροστά αμελώντας να πάρει κάποια προφύλαξη,
ο πειρατής τίναξε το οπλισμένο χέρι του κι η λεπίδα βρήκε τον
Αθίριλ στο πρόσωπο. Ούρλιαξε καθώς ένιωσε τον πόνο να τον
κεραυνοβολεί και το πρόσωπο του να σχίζεται στα δύο.
Κατέβασε το χέρι του και αντίκρισε το αίμα του πηχτό και
σκούρο. Ο Ντάργκαν φώναξε κάτι γεμάτος ανησυχία και
έτρεξε στο πλευρό του. Βλέποντας τι είχε γίνει έτριξε τα δόντια
του και έστρεψε την προσοχή του στον πειρατή. Η μάχη είχε
τελειώσει από ώρα και οι επιζώντες έβλεπαν τους δύο
μονομάχους. Ο καπετάνιος του «Σκυλοπνίχτη» θεωρώντας τον
εαυτό του θριαμβευτή, χαμογέλασε αυτάρεσκα και
ετοιμάστηκε για την νέα πρόκληση. Πρίν ο Ντάργκαν όμως
προλάβει να κινηθεί, μια φωνή έσκισε τον αέρα
ακινητοποιώντας τον.
«Ντάργκαν, μην τολμήσεις να ανακατευτείς» είπε ο
Αθίριλ τρέμοντας από τον πόνο. Είχε σταθεί όρθιος
κραδαίνοντας το σπαθί του και αδιαφορώντας για την πληγή
του. Ο επίδοξος προστάτης του κάτι πήγε να πεί, αλλά το
παγωμένο βλέμμα του πρίγκιπα έπνιξε τα λόγια του.

55

Προχώρησε με το σπαθί του υψωμένο μπροστά του και
πλησίασε απειλητικά τον αντίπαλο του. Ο πειρατής για μια
στιγμή φάνηκε να εκπλήσσεται με την δύναμη του νεαρού,
αλλά το γεγονός δεν τον επηρέασε για πολύ. Όρμησε πρώτος
θέλοντας να τρομάξει τον Αθίριλ με την πρωτοβουλία του. Ο
Θερίνιος όμως απέκρουσε αμέσως το χτύπημα του και πέρασε
γρήγορα στην αντεπίθεση. Με κάθε του κίνηση η αιμορραγία
στο πρόσωπο του χειροτέρευε. Δεν έδινε όμως σημασία και
εκτόξευε
διαδοχικά
χτυπήματα
στον
καπετάνιο,
προσπαθώντας να τον αναγκάσει να κάνει το λάθος που θα
τον καταδίκαζε σε θάνατο. Δύο φορές το σπαθί του πέρασε
ξυστά από το πρόσωπο του άλλου άντρα, σε μια προσπάθεια
να του ανταποδώσει το χτύπημα που είχε δεχτεί
προηγουμένως.
Και ο πειρατής όμως δεν είχε λίγες ευκαιρίες στις οποίες
θα μπορούσε να είχε λήξει την μονομαχία υπέρ του. Η μάχη
ήταν αμφίρροπη, αλλά ο Αθίριλ ήταν αποφασισμένος να
νικήσει. Ο εγωισμός του δεν του επέτρεπε άλλη εναλλακτική
λύση. Η οργή του έδινε δύναμη, την έλεγχε όμως όποτε
κινδύνευε να τον οδηγήσει σε βεβιασμένες κινήσεις και λάθη.
Αντίθετα ήταν μια βεβιασμένη κίνηση του αντιπάλου που του
έδωσε την ευκαιρία που ζητούσε. Ο κουρασμένος άντρας
βλέποντας όλους του τους ναύτες να είναι νεκροί ή αιχμάλωτοι
από τους βασιλικούς, θέλησε να τελειώνει μια και καλή με τον
πρίγκιπα για να συναντήσει μετά την μοίρα που τον περίμενε.
Προσπάθησε με ένα οριζόντιο χτύπημα να αποκεφαλίσει τον
Αθίριλ. Έριξε όλο του το σώμα μπροστά θυσιάζοντας έτσι την
ισορροπία του. Ο Αθίριλ το αντιλήφθηκε και έδρασε ανάλογα.
Έκανε μια βουτιά με τα πόδια αποφεύγοντας τον
αποκεφαλισμό και στέλνοντας το σώμα του με όλη του την
ορμή στο ξυλοπόδαρο του εχθρού του.
Το ψεύτικο μέλος κομματιάστηκε από την τρομερή
κλωτσιά και ο κάτοχος του έχασε εντελώς την ισορροπία του.
Προσπάθησε να την ανακτήσει κρατώντας τα χέρια του
ανοιχτά, αφήνοντας τον εαυτό του εντελώς ακάλυπτο. Ο
Αθίριλ δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο, για να στείλει

56

αμείλικτα το σπαθί του βαθιά στο στομάχι του άντρα. Εκείνος
με μάτια ορθάνοιχτα, παραδόθηκε τελείως στον θάνατο και
έτσι το σώμα του άρχισε να κυλά πρός τα κάτω, βυθίζοντας το
σπαθί ακόμα βαθύτερα στη σάρκα του. Με αυτόν τον τρόπο
τελείωσε, και ο θάνατος του συνοδεύτηκε από τα
απογοητευμένα μουρμουρητά των ανθρώπων που κάποτε τον
ακολουθούσαν ως αρχηγό τους. Ο Αθίριλ έσπρωξε το πτώμα
από πάνω του και σηκώθηκε για να κοιτάξει για πρώτη φορά
το τοπίο μετά την μάχη. Αίμα και πτώματα παντού. Ευτυχώς
κατά το μεγαλύτερο μέρος ανήκαν στους άλλους. Ο Ντάργκαν
τον πλησίασε και τον ρώτησε αν ήταν εντάξει. Δεν ήξερε τι να
απαντήσει. Ήταν καταματωμένος και εκτός από το πρόσωπο
του πονούσε και όλο το υπόλοιπο σώμα του. Έστεκε
σαστισμένος να κοιτάει τους πειρατές, να μεταφέρονται
αλυσοδεμένοι στα καράβια του βασιλικού στόλου, ενώ ακόμα
προσπαθούσε να ηρεμήσει τους χτύπους της καρδιάς του.

57

5
Το πτώμα του δούκα Φένερσιφτ ήταν παραμορφωμένο
ιδιαίτερα στην περιοχή του λαιμού. Όπως δηλαδή όλων των
πτωμάτων. Το πλάσμα ή τα πλάσματα που ήταν υπεύθυνα για
το πολλαπλό φονικό, είχαν μυτερά δόντια οπότε ήταν μάλλον
σαρκοβόρα. Η λογική έλεγε ότι εκτός από τρομερή μυϊκή
δύναμη, πρέπει να ήταν και τρομερά ευέλικτα, αφού είχαν
προλάβει οποιονδήποτε είχε προσπαθήσει να τρέξει πρός την
σωτηρία του. Ο μόνος επιζών, ο δούκας Τίμπελ, είχε γλιτώσει
επειδή ήταν λιπόθυμος και τον νόμισαν για νεκρό. Αν είχε
επιχειρήσει να τρέξει, θα βρισκόταν και αυτός στο νεκροτομείο
μαζί με τους υπόλοιπους. Το μυαλό του Καράνταρ βασανιζόταν
να βρεί την ταυτότητα του πλάσματος, το οποίο θα έπρεπε να
αναζητά. Στο δάσος είχε δεί καθαρά σημάδια από κάτι που
σερνόταν στο έδαφος. Το μυαλό του είχε πάει στα φίδια. Πολύ
μεγάλα φίδια. Άλλα ερπετά όπως οι αλιγάτορες αποκλείονταν,
αφού δεν υπήρχε λίμνη ή ποτάμι σε ακτίνα χιλιομέτρων. Οι
υποψίες του επιβεβαιώθηκαν όταν βρήκε στην έπαυλη ένα
κομμάτι από φολιδωτό δέρμα. Το ερώτημα πλέον ήταν τι είδους
φίδι θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοιον όλεθρο.
Για να λύσει το μυστήριο αναγκάστηκε να διαβάσει μια
εγκυκλοπαίδεια ερπετολογίας. Ο πιο πιθανός υποψήφιος που
βρήκε ήταν ένα είδος φιδιού που είχε την ικανότητα να
πραγματοποιεί μεγάλα άλματα. Οι σαΐτες, όπως ονομάζονταν,
μπορούσαν να πετύχουν άνθρωπο στον λαιμό ακόμα και αν
ήταν ανεβασμένος σε ράχη αλόγου. Το μυστήριο πάντως δεν
διαφωτίστηκε αφού οι σαΐτες είχαν μέγεθος συνηθισμένου
φιδιού. Τα φίδια που είχαν επιτεθεί στην έπαυλη θα
μπορούσαν άνετα να καταπιούν και βόα. Αυτό τουλάχιστον
μαρτυρούσε το μέγεθος των δαγκωματιών. Οπότε είχε να κάνει
με κάτι το οποίο ίσως η επιστήμη δεν είχε ανακαλύψει ακόμα.
Αυτό το γεγονός έκανε τον αντίπαλο του ακόμα πιο
επικίνδυνο, αφού ήταν εντελώς άγνωστος και δεν γνώριζε
κανένα τρόπο αντιμετώπισης του. Ακόμα όμως και αν είχε να
κάνει με κάποιο υπερφυσικό φίδι, η ίδια απορία παρέμενε. Τι

58

είχε ωθήσει ένα ή περισσότερα φίδια να επιτεθούν στην
έπαυλη; Τα φίδια απέφευγαν συνετά τους ανθρώπους. Κάποιος
τα είχε οδηγήσει εκεί. Κάποιος που είχε κέρδος από τον θάνατο
τόσων ευγενών.
Σκέπασε το πτώμα και βγήκε έξω στον καθαρό αέρα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και γέμισε τα πνευμόνια του με
οξυγόνο. Ένιωθε ένα πλάκωμα στο στήθος όποτε έμπαινε σε
νεκροτομείο. Ο ιατροδικαστής είχε πέσει στο γραφείο του
αναίσθητος από το κρασί και δεν τον κατάλαβε που πέρασε
από δίπλα του. Η εικόνα του αναίσθητου άντρα του έφερε
δυσάρεστες αναμνήσεις στο μυαλό. Δεν είχε περάσει πολύς
καιρός από τότε που βρισκόταν στην ίδια άθλια κατάσταση.
Καμιά φορά η έλλειψη τον βασάνιζε. Εκείνες τις στιγμές έτρεχε
να ασχοληθεί με κάτι για να ξεχαστεί. Η παρέα του Φέντουιν
και των δύο γερόντων τον βοηθούσαν πάρα πολύ. Καθώς
περιπλανιόταν στα άδεια σοκάκια το μυαλό του πήγε στην
Νιίρα, την κόρη του δούκα Φένερσιφτ. Είχε φτάσει στην Πάρνια
εκείνο το πρωί μαυροντυμένη, για να παραλάβει το σώμα του
πατέρα της και να το κηδέψει όπως άξιζε σε ένα τόσο
σημαντικό άντρα. Την είχε παρακαλέσει να αφήσει το πτώμα
για άλλη μια νύχτα, για να το κοιτάξει για άλλη μια φορά. Το
πτώμα δεν του είχε δώσει όμως κάποιο καινούργιο στοιχείο.
Ήταν καλύτερα να αφήσει τον νεκρό να αναπαυθεί για πάντα.
Θα έπρεπε να ψάξει αλλού για απαντήσεις.
Ο δούκας Τίμπελ παρέμενε σιωπηλός και με το βλέμμα
του να χάνεται στο κενό. Ένα βλέμμα απλανές, μέσα στο οποίο
δεν μπορούσε να ανιχνεύσει κανείς ψυχή ανθρώπου να το
χρωματίζει. Μπορεί και να τα είχε χάσει για πάντα. Δεν του
ήταν περισσότερο χρήσιμος απ’ ότι του ήταν οι νεκροί. Δεν
μπορούσε να περιμένει άλλο πότε θα συνέλθει ο σοκαρισμένος
δούκας, έπρεπε να στρέψει αλλού τις έρευνες του. Οι
αστυνομικοί της Πάρνια είχαν κάνει το σπίτι φύλλο και φτερό.
Κανένα ίχνος του γράμματος. Αν δεν έβρισκαν το γράμμα, αν
όντως υπήρχε, δεν θα έβρισκε ούτε εκεί διέξοδο από το τέλμα
στο οποίο είχε περιέλθει η έρευνα του. Ξεφύσηξε
εκνευρισμένος. Δεν μπορούσε να του πάει τίποτα καλά; Το

59

μόνο που ήξερε, και αυτό απλά το είχε υποθέσει, ήταν ότι
κάποιος με τεράστια φίδια στην κατοχή του είχε σκοτώσει τους
δούκες. Δεν τολμούσε να πεί το συμπέρασμα του σε κανέναν.
Θα τον εμπαίζανε και με το δίκιο τους. Κατάλαβε ότι δεν
έβγαζε πουθενά το να βασανίζεται. Γύρισε στο σπίτι όπου τον
φιλοξενούσαν, για να κοιμηθεί απογοητευμένος και
αποκαμωμένος.
Τέτοια ώρα οι γέροντες θα έπρεπε να κοιμούνται.
Ξεχώριζε όμως από το παράθυρο ένα αχνό φώς. Μπήκε μέσα
και είδε τον Φέντουιν να τον περιμένει στο τραπέζι της
κουζίνας, με μια αχνιστή γαβάθα σούπα που ο νεαρός είχε ήδη
φτάσει μέχρι την μέση.
«Τι έγινε μικρέ, σπίτι δεν έχεις;» Εκείνος δεν απάντησε
αλλά με ένα χαμόγελο πασαλειμμένο από σούπα, έκανε νόημα
στον Καράνταρ να κοιτάξει στο τραπέζι. Τα μάτια του
επιθεωρητή άνοιξαν διάπλατα, καθώς καρφώνονταν πάνω σε
ένα φάκελο τσαλακωμένο και σκισμένο σε μερικά σημεία.
«Το βρήκες!» Άνοιξε τον φάκελο με την καρδιά του να
είναι έτοιμη να φύγει από την θέση της. Έβγαλε έξω το
γράμμα και το κοίταξε αχόρταγα. Ο ενθουσιασμός του χάθηκε
μονομιάς. Πήγε να πεί κάτι αλλά το μόνο που βγήκε ήταν μια
βλαστήμια. Το χαρτί ήταν γεμάτο από γράμματα που του ήταν
παντελώς άγνωστα και ακατανόητα. Ο δημιουργός του
γράμματος, μάλλον ο Φένερσιφτ, είχε χρησιμοποιήσει κάποιο
κώδικα που δεν μπορούσε να αναγνώσει το κοινό μάτι. Ίσως οι
σύντροφοι του στην έπαυλη να ήταν μυημένοι σε αυτού του
είδους την γραφή. Όμως δεν του χρησίμευε και πολύ αυτό το
ενδεχόμενο, αφού όλοι στην έπαυλη ήταν νεκροί και ο Τίμπελ
ήταν στον κόσμο του. Αυτή λοιπόν ήταν η μεγάλη του ελπίδα;
Ωραία τα είχε καταφέρει πάλι!
«Υποτίθεται ότι πρέπει να καταλάβω κάτι από αυτό το
πράγμα;» είπε στον Φέντουιν καθώς πέταγε το γράμμα όλο
νεύρα στο τραπέζι.
«Είναι τουλάχιστον μια καλή αρχή. Θα προτιμούσατε να
μην είχαμε βρεί τίποτα;»

60

«Μα ουσιαστικά δεν βρήκατε τίποτα!» αποκρίθηκε ο
Καράνταρ συγκρατώντας τον εαυτό του για να μην ουρλιάξει
ωθούμενος από την οργή. Ο Φέντουιν στενοχωρημένος, ένιωσε
να του κόβεται η όρεξη. Παραμέρισε το φαΐ του και κοίταξε
σκεφτικός τον ανώτερο του. Ο Καράνταρ γύρισε πρός το μέρος
του μετανοιωμένος.
«Συγχώρα με μικρέ, εσύ έκανες ότι ακριβώς σου ζήτησα.
Δεν φταίς εσύ για το γράμμα. Πές μου, που το βρήκατε τελικά;»
«Ο μακαρίτης ήταν παμπόνηρος. Το είχε καταχωνιάσει
μέσα στο πάπλωμα του κρεβατιού του. Ευτυχώς που μας
είπατε να διαλύσουμε τα πάντα, αν δεν το βρίσκαμε με την
πρώτη. Καθώς ένας από τους δικούς μου ξεκοίλιαζε με το
μαχαίρι του το πάπλωμα, το γράμμα πετάχτηκε έξω. Μας πήρε
πολλές μέρες με ελάχιστα διαλείμματα, αλλά τελικά οι κόποι
μας είχαν αποτέλεσμα». Το τελευταίο σχόλιο ακολούθησε ένα
μειδίαμα ικανοποίησης.
«Κανέναν άλλο νέο; Βρήκατε τίποτα άλλο;» ρώτησε ο
Καράνταρ.
«Όχι αλλά είχαμε επισκέψεις. Έφτασαν οι τεθλιμμένοι
κληρονόμοι του δούκα Λιούτιμαρ. Ήλπιζαν να μείνουν στην
έπαυλη. Όταν είδαν το χάλι που είχαμε δημιουργήσει
εξοργίστηκαν και καταφέρθηκαν εναντίον μου και εναντίον
του υπευθύνου της έρευνας. Περιττό να σας πώ ότι έχετε γίνει
λιγάκι αντιπαθής στις αριστοκρατικές τάξεις».
«Γραμμένους τους έχω. Τελικά τι έγινε, πώς τους
ξεφορτώθηκες;»
«Τους εξήγησα ότι όλα αυτά γίνονταν για να
ανακαλύψουμε τον δολοφόνο του εκλιπόντος συγγενή τους.
Πίστευα ότι θα έδειχναν κατανόηση. Φαίνεται όμως ότι δεν
τους πολυνοιάζει ποιός σκότωσε τον Λιούτιμαρ. Αφού ούτε
αυτό το επιχείρημα τους έπεισε αναγκάστηκα να μοιράσω
μερικές κλωτσιές. Απείλησαν ότι θα ξανάρθουν με
σωματοφύλακες την επόμενη φορά».
«Ας κοπιάσουν αν θέλουν. Έχω τέτοια νεύρα που θα μου
άρεσε πολύ να τα εκτονώσω πάνω στις αριστοκρατικές πλάτες
τους. Βρήκατε τίποτα άλλο;»

61

«Μόνο προσωπικά αντικείμενα άνευ σημασίας. Τίποτα
που να μπορεί να μας οδηγήσει στην λύση του μυστηρίου.
Ακόμα ο λόγος για την σύναξη των ευγενών παραμένει
μυστήριο. Αλλά κάτι μου λέει ότι το γράμμα θα είναι
διαφωτιστικό, αν μπορέσουμε να το μεταφράσουμε».
Ο Καράνταρ είχε σταθεί μπροστά από το παράθυρο και
σάρωνε με το βλέμμα του το νυχτερινό τοπίο. Το φεγγαρόφωτο
τον έλουζε ολόκληρο δίνοντας του μια αίσθηση απόκοσμη.
Δάγκωνε τα χείλια του με νευρικότητα, καθώς προσπαθούσε
να συγκεντρώσει την σκέψη του στην λύση του προβλήματος.
Το γράμμα αυτό ίσως ξετύλιγε το κουβάρι του μυστηρίου και
του έδινε μια καλή αρχή πάνω στην οποία θα μπορούσε να
βασιστεί, ώστε να φτάσει μέχρι το τέλος. Εκεί που θα
βρίσκονταν όλες οι απαντήσεις. Συνέχισε να στέκεται
σκεπτικός και αμίλητος μπροστά από το παράθυρο. Ο Φέντουιν
κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τον ενοχλήσει και να τον βγάλει
από τους συλλογισμούς του. Έτσι πήρε κοντά του την γαβάθα
και αποτελείωσε την σούπα του. Ο Καράνταρ με μια βαθιά
ανάσα πήρε την απόφαση του με βαριά καρδιά. Έπρεπε να
βάλει το καθήκον του πάνω από τα προσωπικά του
συναισθήματα και να φανεί δυνατός σε αυτό που έπρεπε να
κάνει την επόμενη μέρα.
«Αύριο θα φύγω από την πόλη. Πρέπει να κάνω ένα
σημαντικό ταξίδι που μπορεί να μας βοηθήσει πολύ στην
υπόθεση. Θα πάρω μαζί μου και το γράμμα». Ο Φέντουιν
άφησε κάτω το κουτάλι προβληματισμένος. Δεν του άρεσε
αυτή η εξέλιξη.
«Και που ακριβώς θα πάτε;»
**************
Η άμαξα μετά από το πολύωρο ταξίδι έφτανε στην
Τύοναν. Από μακριά μπορούσε να δεί άνετα τα ψηλά κτίρια και
τους πύργους του παλατιού. Δεν του είχε λείψει καθόλου η
πόλη που τόσα χρόνια έμενε και εργαζόταν. Άλλωστε δεν
έλειπε πολύ καιρό. Είχε συνδέσει την πρωτεύουσα με όλα τα
δεινά της ζωής του και δεν επιθυμούσε να την ξαναδεί.
Ευτυχώς δεν θα χρειαζόταν. Ο προορισμός του ήταν άλλος.

62

Έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο και έδωσε οδηγίες
στον αμαξά, για το που ακριβώς θα έπρεπε να κατευθύνει τα
άλογα του. Η άμαξα έστριψε ακολουθώντας μια πορεία
παράλληλη με την πόλη, διατηρώντας όμως μια σεβαστή
απόσταση. Το μέρος στο οποίο πλησίαζε ήταν μια
παραγκούπολη στα προάστια της μεγαλούπολης. Ένα
εξαθλιωμένο τοπίο όπου μόνο οι φτωχοί και οι απόβλητοι της
κοινωνίας μπορούσαν να αποκαλέσουν σπίτι, χωρίς να
νιώθουν κάποια ντροπή. Οι πένητες οι οποίοι είχαν χάσει τα
πάντα στην ζωή τους, μαζί και την αξιοπρέπεια τους, ώστε να
νιώθουν ευγνωμοσύνη που υπήρχε έστω και αυτό το άθλιο
καταφύγιο, για να τους στεγάσει.
Σε αυτό το άθλιο μέρος που είχε να επισκεφτεί χρόνια, ο
Καράνταρ ήλπιζε να βρεί κάποιες απαντήσεις. Οι απαντήσεις
αυτές όμως προϋπέθεταν κάποιες συναντήσεις οι οποίες του
ήταν πολύ δυσάρεστες. Δεν επρόκειτο για έλλειψη αγάπης
πρός τους γονείς του, κάθε άλλο, όμως το πλήθος των
παρεξηγήσεων που τους είχαν χωρίσει στο παρελθόν τον
έκανε να νιώθει άβολα που θα τους έβλεπε και πάλι. Ο
πατέρας του πρίν από πολλά χρόνια είχε κάνει το λάθος να
καταφερθεί με πολύ σκληρά λόγια κατά του παλατιού. Τότε
ήταν ακόμα βασιλιάς ο πατέρας του Αθίριλ και του Νέγουιν.
Κατά γενική ομολογία ήταν ο ικανότερος βασιλιάς των
τελευταίων χρόνων. Όμως ο πατέρας του Καράνταρ, όντας
κυβερνητικό στέλεχος και δουλεύοντας πολλές φορές με άτομα
της Αυλής, ήξερε περισσότερα απ’ ότι ο περισσότερος κόσμος.
Γίνονταν διάφορες ανομίες από τους παλατιανούς με την
ανοχή του θρόνου, που ήθελε να αποσιωπήσει το θέμα,
διατηρώντας έτσι κάποιες ισορροπίες και αρμονία στην χώρα.
Η κατάληξη ήταν ο πατέρας του να χάσει το αξίωμα του και να
κατασχεθεί όλη του η περιουσία. Έτσι αναγκάστηκε να ζήσει
έξω από την Τύοναν σε αυτό το ξεχασμένο μέρος.
Εκείνη την εποχή ο Καράνταρ ήταν ακόμα ένας
επιτυχημένος αστυνομικός. Το καμάρι του τμήματος. Πέρα από
τις ικανότητες του στήριζε το καλό του όνομα και στις πολύ
καλές δημόσιες σχέσεις του. Γνώριζε αυτούς που είχαν

63

σημασία στην πόλη και είχε φροντίσει να κερδίσει την
συμπάθεια τους. Η καλή του φήμη δεν μπορούσε να κηλιδωθεί
από τις ασυναρτησίες του πατέρα του. Αρνήθηκε δημόσια
οποιαδήποτε σχέση με τον πατέρα του και έκανε γνωστά τα
φιλικά του αισθήματα πρός τον θρόνο. Στον πατέρα του δεν
θέλησε να ξαναμιλήσει ποτέ πια. Και το είχε καταφέρει. Ο
γέροντας ήταν πολύ περήφανος για να πάει αυτός πρώτος και
να του χτυπήσει την πόρτα. Και δυστυχώς ο Καράνταρ του είχε
μοιάσει πολύ για να κάνει αυτός την πρώτη κίνηση. Δεν είχε
παραμερίσει τον εγωισμό του ακόμα και όταν είχε πλέον
φτάσει στον πάτο και δεν είχε τίποτα να χάσει. Τότε ήταν που
μέσα στις ατέλειωτες στιγμές μέθης, κατάλαβε επιτέλους ότι
δεν είχε φερθεί σωστά. Είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα δύο
ανθρώπους, που δεν είχαν σταματήσει ποτέ να του
συμπαραστέκονται και να τον στηρίζουν σε κάθε του απόφαση.
Έπρεπε να μπεί στην ζωή του εκείνο το γράμμα για να
βρεί την δύναμη να πάει κοντά τους. Θα έλεγε κανείς ότι
πήγαινε μόνο και μόνο γιατί τους είχε ανάγκη. Όμως η καρδιά
του πρόσμενε με αγωνία αυτή τη συνάντηση. Του είχαν λείψει
με τρόπο που δεν μπορούσε να περιγράψει. Η άμαξα
σταμάτησε και κατέβηκε σε ένα λασπωμένο δρόμο που έμοιαζε
να είναι ο κεντρικός δρόμος αυτού του χωριού, αν μπορούσε να
το πεί κανείς έτσι. Η εξαθλίωση και η παρακμή ήταν έκδηλες
όπου και αν έπεφτε η ματιά του. Είτε σε λερωμένα και
μισοδιαλυμένα άψυχα αντικείμενα, είτε στα αποστεωμένα
πρόσωπα των δύστυχων κατοίκων. Φοβόταν. Φοβόταν να
αντικρίσει τους γονείς του να βρίσκονται σε παρόμοια
κατάσταση με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήξερε αν θα
μπορούσε να το αντέξει. Έπρεπε όμως. Με αυτήν την υπόθεση
του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Ήθελε να την αρπάξει όσο
τίποτα άλλο. Και ο πατέρας του ήταν ο καταλληλότερος για να
τον βοηθήσει σε αυτό το αίνιγμα, που στεκόταν εμπόδιο στην
επιτυχία του. Θα ζητούσε λοιπόν την βοήθεια του και ας
καταρρακωνόταν ο εγωισμός του. Δεν είχε πια σημασία.
Ο πατέρας του, διάσημος γλωσσολόγος και ειδικός στην
αποκρυπτογράφηση, ίσως να μπορούσε να βγάλει άκρη με

64

αυτούς τους ακαταλαβίστικους χαρακτήρες που αποτελούσαν
το γράμμα, το πιο σημαντικό του στοιχείο. Ήξερε άπειρους
στρατιωτικούς μυστικούς κώδικες αλλά και πολλές διαλέκτους,
της θερινιακής και άλλων γλωσσών, άγνωστες στον
περισσότερο κόσμο. Αν δεν τα κατάφερνε και ο πατέρας του,
τότε δεν πίστευε ότι υπήρχε κάποιος άλλος ο οποίος να
μπορούσε να μεταφράσει το γράμμα. Στράφηκε σε έναν
ρακένδυτο που στεκόταν με απορία κοντά στην άμαξα και τον
ρώτησε αν ήξερε που βρισκόταν το σπίτι των γονιών του. Ο
άντρας αναγνώρισε το όνομα του πατέρα του και του έδειξε
πρός τα που θα έπρεπε να πάει. Ο Καράνταρ μπορούσε να
διακρίνει ένα σπιτάκι το οποίο βρισκόταν σε αρκετή απόσταση
από τα υπόλοιπα, σαν να προσπαθούσε να ξεχωρίσει.
Αποφάσισε να καλύψει την απόσταση με τα πόδια, παρά την
ενοχλητική λάσπη που κυριαρχούσε στον δρόμο.
Όσο πλησίαζε τόσο οι φόβοι του υποχωρούσαν. Το
σπιτάκι ήταν μικρό και φανέρωνε την φτώχεια του ιδιοκτήτη
του. Ήταν όμως καθαρό και περιποιημένο. Είχε ακόμα και έναν
υποτυπώδη κηπάκο να το ομορφαίνει, τον μοναδικό στην
περιοχή. Έφτασε έξω από τον μικρό φράχτη που περιτριγύριζε
τα λουλούδια και σταμάτησε. Ξαφνικά του κόπηκαν τα πόδια.
Τι θα έλεγε στους γονείς του μετά από τόσα χρόνια; Πώς θα
μπορούσε καν να ξεκινήσει να τους μιλάει; Πώς θα
δικαιολογούσε την εμφάνιση του μετά από τόσα χρόνια
απουσίας; Δεν είχε ιδέα και ούτε μπορούσε να δώσει μια
επαρκή απάντηση σε κάποιο από όλα αυτά τα ερωτήματα. Μην
έχοντας λοιπόν εναλλακτική λύση, πήρε μια βαθιά ανάσα και
προχώρησε. Χτύπησε την πόρτα, μια φορά διστακτικά και
άλλες δύο δυνατά. Άνοιξε μια γυναίκα με γκρίζα ανακατεμένα
μαλλιά. Τον κοίταξε σαστισμένη και πάγωσε στην θέση της.
Άνοιξε το στόμα της να πεί κάτι αλλά η φωνή δεν έβγαινε.
«Μητέρα» είπε αποφασίζοντας να μιλήσει πρώτος. Εκείνη
συνέχισε να μην μπορεί να αρθρώσει κουβέντα. Τον κοίταζε
και προσπαθούσε να πιστέψει ότι δεν έβλεπε κάποιο όνειρο.
Κάποιο βασανιστικό όνειρο που είχε έρθει να της θυμίσει τι
ήταν αυτό που τόσο της είχε λείψει. Που χωρίς αυτό ένιωθε

65

κενή. Το παιδί της. Του έχωσε ένα δυνατό χαστούκι στο
μάγουλο και μετά ξεσπώντας σε λυγμούς έπεσε στην αγκαλιά
του και έμεινε εκεί για πολλή ώρα. Εκείνος την έσφιξε και
ένιωσε απίστευτη ανακούφιση, που έβλεπε ότι δεν είχε χαθεί η
αγάπη της για εκείνον. Με αυτή την συνειδητοποίηση
χαμογέλασε και αφέθηκε και αυτός με την σειρά του στην
συγκίνηση της στιγμής. Έμειναν αρκετή ώρα έτσι, ακίνητοι.
Όταν συνήλθαν μπήκαν μέσα και έκατσαν για να περιμένουν
τον πατέρα του που είχε πάει για ψάρεμα. Δεν τους πείραζε η
αναμονή. Έτσι και αλλιώς είχαν να πούν τόσα πράγματα.
Αγνοούσαν ο ένας την τύχη του άλλου για χρόνια. Έπρεπε να
γεμίσουν σιγά σιγά το κενό που είχε δημιουργήσει η
μακρόχρονη απόσταση. Είχαν να ανταλλάξουν χαρές και
λύπες, κυρίως το δεύτερο, και ήθελαν τον χρόνο τους.
Ντρεπόταν που δεν είχε κανέναν τρόπο να κάνει την
μητέρα του περήφανη. Να της πεί ότι είχε γίνει πλέον ένας
λαμπρός ερευνητής της αστυνομίας και ότι όλοι βασίζονταν
πάνω του για βοήθεια και για να λύσει τις πιο δύσκολες
υποθέσεις. Ότι είχε μια ευτυχισμένη οικογένεια και ότι
μεγάλωνε πολλά παιδιά όπως ήταν πάντα η ευχή της για
εκείνον. Ότι κέρδιζε αρκετά ώστε να ζεί άνετα και να έχει ότι
επιθυμεί η ψυχή του. Ότι οι άνθρωποι τον σέβονταν για τις
ικανότητες του και για τον χαρακτήρα του και ότι χαίρονταν να
τον προσκαλούν στα σπίτια τους. Ότι ήταν ένας επιφανής
πολίτης που είχε επιτύχει όλους τους στόχους που είχε βάλει
στην ζωή του. Δεν μπορούσε καν να της πεί ότι είχε δίπλα του
μια γυναίκα που τον αγαπούσε και την αγαπούσε και εκείνος.
Όταν της είπε για τον θάνατο της γυναίκας του εκείνη του
έσφιξε το χέρι γεμάτη κατανόηση. Του ήταν δύσκολο να
θυμάται όλες τις συμφορές της ζωής του, αλλά μιλώντας για
αυτές ένιωθε σαν να ανακουφιζόταν από ένα αβάσταχτο
βάρος.
Από τότε που είχε χηρέψει και είχε ξεκινήσει εκείνον τον
μακρύ κατήφορο, κανένας δεν βρέθηκε που να τον θεωρεί
αρκετά δικό του ώστε να του μιλήσει για αυτά που τον
βασάνιζαν. Είχε ξεχάσει πόσο όμορφα ένιωθε όταν μιλούσε

66

στην μητέρα του για όσα τον απασχολούσαν. Δεν έπρεπε ποτέ
να έχει απομακρυνθεί από τους γονείς του. Ήταν σίγουρος ότι
θα είχαν καταφέρει να τον βοηθήσουν με το πένθος του και δεν
θα χρειαζόταν να βουλιάξει στο ποτό. Δεν είχε όμως νόημα να
τα σκέφτεται αυτά εκ των υστέρων. Έπρεπε να καλύψει το
χαμένο έδαφος από εδώ και πέρα. Και ενώ όλα φαίνονταν τόσο
εύκολα και όμορφα, ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο
πατέρας του. Έμεινε για λίγο στο κατώφλι ακίνητος και μετά
πέρασε μέσα χωρίς να πεί κουβέντα. Άφησε το καλάμι του και
την ψαριά της ημέρας. Δεν φαινόταν και πολύ πλούσια, αλλά
θα έφτανε για ένα καλό βραδινό. Είχε την πλάτη του
γυρισμένη στον Καράνταρ και την μητέρα του προσπαθώντας
να απομονωθεί. Η σιωπή ήταν βασανιστική.
Τελικά αποφάσισε να μιλήσει η μητέρα του πρώτη.
«Όντερ ήρθε το παιδί να μας δεί». Η απάντηση του δεν
φανέρωνε τα συναισθήματα του για την επίσκεψη του γιού του.
«Βάλε τα ψάρια να βράσουν. Δεν έχω φάει τίποτα εδώ και
ώρες». Η μητέρα του μην ξέροντας τι άλλο να κάνει υπάκουσε.
Εκείνος πήρε την θέση της στο τραπέζι απέναντι από τον
Καράνταρ. Έβγαλε την πίπα του και άρχισε να την γεμίζει με
καπνό. Οι κινήσεις του ήταν επιδεικτικά αργές και άνετες. Ο
Καράνταρ ήταν σίγουρος ότι ήθελε να του σπάσει τα νεύρα.
Άναψε την πίπα και πήρε μια μεγάλη ρουφηξιά. Άφησε ένα
δαχτυλίδι καπνού να αιωρηθεί ανάμεσα τους. Οι δύο άντρες
συνέχιζαν να κάθονται σιωπηλοί ο ένας απέναντι από τον
άλλον, περιμένοντας ο καθένας τον άλλον να κάνει την πρώτη
κίνηση. Θύμιζαν μονομάχους που ζύγιζαν τις δυνάμεις τους.
Τελικά την πρωτοβουλία πήρε ο πατέρας του.
«Γιατί ήρθες μέχρι εδώ; Τι θές;»
«Γιατί πρέπει να θέλω κάτι για να έρθω να σας δώ;»
«Γιατί δεν πρόκειται να με κάνεις να πιστέψω ότι ξαφνικά
μετά από τόσα χρόνια σου λείψαμε. Λέγε λοιπόν, τι θές; Αν
πρόκειται για δανεικά όπως βλέπεις ίσα που επιβιώνουμε.
Λάθος πόρτα χτύπησες». Ο Καράνταρ καταπίεσε την
παρόρμηση του να τον βρίσει και ξεροκατάπιε. Άλλωστε ο
γέρος είχε δίκιο. Είχε έρθει να ζητήσει κάτι. Έβγαλε το γράμμα

67

και το πέταξε πάνω στο τραπέζι. Ο πατέρας του το κοίταξε με
το φρύδι σηκωμένο.
«Θέλω να μου το αποκρυπτογραφήσεις. Είναι πολύ
σημαντικό γιατί ίσως με βοηθήσει να λύσω μια σημαντική
υπόθεση. Η καριέρα μου έχει πάρει την κατρακύλα και πρέπει
να κάνω κάτι εντυπωσιακό για να επανέλθω. Αυτή η υπόθεση
ενδιαφέρει ιδιαίτερα το παλάτι».
«Αφού ενδιαφέρει το παλάτι τότε να τσακιστώ να αρχίσω
δουλειά. Δεν θα ήθελα να δυσαρεστήσω το παλάτι και να μου
κατασχέσει την παράγκα μου. Μπορεί μάλιστα να μου πάρει
και τα ψάρια που ψάρεψα σήμερα. Δεν είναι σπουδαία ψαριά
αλλά ένας αντίπαλος του παλατιού δεν έχει δικαίωμα καν να
τρώει έτσι δεν είναι;»
«Η ειρωνεία και τα νεύρα είναι που σε έχουν φτάσει εδώ
που είσαι τώρα. Καλό θα ήταν να άλλαζες επιτέλους τακτική.
Δεν σε συμφέρει πια να τα βάζεις με αντιπάλους που είναι
ισχυρότεροι από σένα».
«Δεν με νοιάζει τι θα μου κάνουν γιατί δεν έχω πια
τίποτα να χάσω. Δεν βλέπεις πώς ζούμε; Τι άλλο μπορούμε να
χάσουμε; Τι άλλο να μου στερήσουν; Έχω φτάσει στον πάτο και
δεν φοβάμαι πια κανέναν. Και αισθάνομαι υπέροχα». Ο
Καράνταρ είχε αρχίσει να σκέφτεται μήπως οι στερήσεις είχαν
αρχίσει να τρελαίνουν τον πατέρα του. Το μάτι του γυάλιζε όση
ώρα μίλαγε για το τι θα μπορούσε να του κάνει το παλάτι.
Έτρεφε ακόρεστο μίσος για την βασιλεία που τόσο τον είχε
αδικήσει. Το γεγονός ότι στον θρόνο καθόταν άλλος πια, δεν
μετρίαζε καθόλου την οργή του. Αποφάσισε να χαμηλώσει
τους τόνους.
«Πατέρα δεν ήρθα να τσακωθούμε. Αν δεν θές να
βοηθήσεις δεν πειράζει. Εμένα μου φτάνει και μόνο το ότι σας
είδα μετά από τόσα χρόνια. Ήρθα να συμφιλιωθούμε αν
γίνεται και να ξεχάσουμε ότι μας χωρίζει. Τώρα πια δεν είμαι
από τα αγαπημένα παιδιά του παλατιού. Ούτε να με ξέρουν
δεν θέλουν. Οπότε δεν έχουμε και πολλά να μας χωρίζουν».
«Η προδοσία σου όμως παραμένει. Το ότι ξέκοψες από
τους παλατιανούς δεν σε εξιλεώνει για τον τρόπο που μας

68

ξέχασες και μας εγκατέλειψες στην μοίρα μας». Ο Καράνταρ
δεν είχε τι να απαντήσει. Προτίμησε να σηκωθεί για να φύγει
και να σταματήσει εκεί ο καβγάς, πρίν ειπωθούν λόγια πιο
βαριά που θα μετάνιωναν και οι δύο. Άπλωσε το χέρι του πρός
το γράμμα αλλά πρίν προλάβει να το πάρει, ο πατέρας του το
άρπαξε και άρχισε να το διαβάζει. Ίσως για αυτήν την ξαφνική
μεταστροφή του πατέρα του να έφταιγε μια δολοφονική ματιά
που του είχε ρίξει η μητέρα. Παλιά και επιτυχημένη μέθοδος.
Άλλωστε πίστευε ότι ο πατέρας του ήθελε να τον βοηθήσει,
απλά πρίν το κάνει έπρεπε να βγάλει από μέσα του κάποια
απωθημένα που τον καταπίεζαν χρόνια. Μάλλον του άξιζε η
κατσάδα.
Ο
πατέρας
του
μελετούσε
το
γράμμα
συνοφρυωμένος, ένδειξη ότι προσπαθούσε να συγκεντρωθεί.
Αυτό το ύφος το θυμόταν από παλιά, αφού το είχε δεί
αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Έκρύψε το χαμόγελο που του
έφερε η ανάμνηση. Στο δωμάτιο ακούγονταν μόνο οι ήχοι από
τα κουζινικά σκεύη που χρησιμοποιούσε η μητέρα του.
«Μου φαίνεται ότι κάτι μου θυμίζει η γραφή αυτή» είπε
ξαφνικά ο πατέρας του, «θα πρέπει όμως να συμβουλευτώ
κάποια βιβλία που είχα κάποτε, αλλά χάθηκαν μαζί με όλη την
υπόλοιπη περιουσία μου».
«Υπάρχει περίπτωση να τα βρώ στην κρατική βιβλιοθήκη;
Μπορώ να τα δανειστώ και να στα φέρω».
«Μπορεί και να υπάρχουν. Θα σου γράψω σε ένα χαρτί
ποιά χρειάζομαι. Ελπίζω να τα βρείς, αλλιώς δεν θα μπορέσω
να σε βοηθήσω». Πήρε ένα χαρτί και έγραψε με ένα φτερό τα
βιβλία που χρειαζόταν. Του το έδωσε και εκείνος του έριξε μια
ματιά πρίν το βάλει στην τσέπη του. Η συζήτηση είχε τελειώσει
και η αμηχανία είχε επανέλθει ανάμεσα τους. Ο Καράνταρ είχε
χαμηλώσει το βλέμμα στο τραπέζι και δεν έλεγε κουβέντα. Ο
πατέρας του κάπνιζε με φαινομενική απάθεια την πίπα του και
τον μιμούταν στην σιωπή. Χωρίς να μπορεί να βρεί κάτι
ουσιώδες να πεί ο Καράνταρ σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να
φύγει. Η μητέρα του έτρεξε κοντά του.
«Δεν θα μείνεις μαζί μας να φάμε;»

69

«Όχι καλύτερα να πηγαίνω. Έχω δουλειές στην πόλη και
πρέπει να περάσω και από την βιβλιοθήκη για τα βιβλία του
πατέρα. Θα τα ξαναπούμε σύντομα» έσκυψε και φίλησε την
μητέρα του τρυφερά. Τον πατέρα του τον χαιρέτισε με ένα
νεύμα του κεφαλιού και βγήκε βιαστικά από την πόρτα. Καθώς
απομακρυνόταν από το σπίτι σκεφτόταν λυπημένος, ότι η
πρώτη του συνάντηση με τον πατέρα του δεν είχε πάει και τόσο
καλά. Βέβαια τι θα μπορούσε να περιμένει, μετά από τον τρόπο
που είχαν χωρίσει την τελευταία φορά που μίλησαν. Κανονικά
θα έπρεπε να έχει εκπλαγεί και να νιώθει απέραντη
ευγνωμοσύνη που είχε δεχτεί να τον βοηθήσει. Από αυτό το
γεγονός καταλάβαινε, ότι ο πατέρας του δεν έτρεφε μνησίκακα
αισθήματα για εκείνον. Σίγουρα όμως δυσκολευόταν να
ανοιχτεί τόσο εύκολα όσο η μητέρα του. Θα χρειαζόταν καιρός
για να θεραπευθούν οι πληγές του παρελθόντος και να
ξεχαστούν πολλά άσχημα που είχαν γίνει και ειπωθεί. Θα
έπρεπε να κάνει υπομονή και να περιμένει πότε ο πατέρας του
θα τον εμπιστευόταν και πάλι. Περπάτησε μέχρι το κέντρο του
λασπωμένου δρόμου, προσπαθώντας να αποστρέψει το
βλέμμα του από την κατάντια των κατοίκων. Δύσκολο, αφού
όπου και να γυρνούσε υπήρχε εξαθλίωση. Ανέβηκε στην
άμαξα που τον περίμενε και κατευθύνθηκε πίσω στην Τύοναν.
Μετά από λίγη ώρα περπατούσε στους ασφυκτικά
πολυσύχναστους δρόμους της πρωτεύουσας, αναπολώντας την
ηρεμία της Πάρνια. Πρίν πάει στην βιβλιοθήκη είχε ένα πολύ
δυσάρεστο καθήκον, να συναντηθεί με τον αρχηγό της
αστυνομίας. Ήξερε ότι θα αντιμετωπιζόταν με ειρωνική
διάθεση από το αφεντικό του και προετοιμαζόταν από τώρα
ψυχολογικά, ώστε να μην χάσει την ψυχραιμία του και του
χώσει καμιά μπουνιά. Τότε μάλλον θα τον έβγαζαν κακήν
κακώς από την έρευνα και από το σώμα γενικότερα. Ήταν μια
καθόλου ελκυστική προοπτική. Για να λύσει αυτήν την
υπόθεση είχε ξαναμιλήσει με τον πατέρα του. Σίγουρα θα
ανεχόταν για μια ώρα αυτόν τον εκνευριστικό και ασήμαντο
ανθρωπάκο. Έφτασε μπροστά από το αρχηγείο της
αστυνομίας. Για άλλη μια φορά διάφορες εικόνες από το

70

παρελθόν κατέκλυσαν το νού του, οι περισσότερες περιείχαν
και κάποιο μπουκάλι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε. Ένα
βήμα πρίν μπεί είδε με την άκρη του ματιού του κάτι γνώριμο
που του τράβηξε την προσοχή. Η καφετιά άμαξα με τα
χρυσαφένια πόμολα και το οικόσημο του ίδιου χρώματος του
ήταν γνωστή. Ανήκε σίγουρα στη Νιίρα, την κόρη του μακαρίτη
Φένερσιφτ, και φαινόταν να βιάζεται.

71

6
Είχε περάσει αρκετές μέρες θρηνώντας για τον πατέρα
της, τον τελευταίο κοντινό της συγγενή, αφού την μητέρας της
την είχε χάσει σε μικρή ηλικία. Ο σύντροφος της βρισκόταν
κάπου στα ανοιχτά του ωκεανού πολεμώντας για την πατρίδα
τους. Αυτά τα γεγονότα είχαν σαν αποτέλεσμα να έχει μείνει
τελείως μόνη και αυτή η μοναξιά την τσάκιζε. Ήθελε κάποιον
που αγάπαγε και την αγάπαγε και εκείνος πραγματικά για να
μιλήσει. Να πεί για τον πόνο που ένιωθε και μαζί του να
μπορέσει να βρεί παρηγοριά. Κάποιον που θα καταλάβαινε σε
τι κόλαση βρισκόταν και θα μπορούσε να της προσφέρει μια
διέξοδο. Μάταια προσπαθούσε να σκεφτεί ποιός θα μπορούσε
να της σταθεί σε μια τόσο σημαντική στιγμή. Τα δύο πιο
αγαπημένα της πρόσωπα είχαν φύγει και οι φιλίες
σκοπιμότητας που δημιουργεί κανείς στην Αυλή, δεν
ενδείκνυνται για τέτοιες περιπτώσεις. Κανένας από όλους
αυτούς τους κομψευόμενους ευγενείς που συνήθως την
περιτριγύριζαν, δεν θα νοιαζόταν να την υποστηρίξει τώρα που
είχε μια πραγματική ανάγκη.
Όλες αυτές οι σκέψεις της προκάλεσαν απελπισία, την
οποία με την σειρά της διαδέχτηκε η οργή. Οργή που είχε
τρομερή ανάγκη να ξεσπάσει κάπου. Αφού λοιπόν είχε
φροντίσει τα πάντα για την μεταφορά του πατέρα της μέσα σε
ένα κουτί από πάγο, για να διατηρηθεί το πτώμα, το οποίο θα
έφτανε σύντομα στην Φέργκα για την κηδεία, αποφάσισε να
πάει να ξεσπάσει σε έναν άνθρωπο τον οποίο τον θεωρούσε
και μερικώς υπεύθυνο για τις συμφορές της και για τον οποίον
ένιωθε ανέκαθεν κάποια αντιπάθεια. Τον Βασιλιά. Η άμαξα
της σταμάτησε μπροστά από το παλάτι και εκείνη πετάχτηκε
έξω πρίν καν προλάβει ο αμαξάς να της ανοίξει την πόρτα. Οι
φύλακες της τεράστιας πύλης πήγαν κάτι να της πούν, αλλά
μόλις αναγνώρισαν το πρόσωπο της έσκυψαν σε μια σύντομη
υπόκλιση και την άφησαν να περάσει. Πέρασε ανάμεσα τους
χωρίς καν να τους ρίξει μια ματιά και προχώρησε στην αυλή
του παλατιού, που ήταν σαν μια μικρότερη πόλη μέσα στην

72

πόλη. Προχωρούσε με την απαραίτητη υπεροψία που μια
δέσποινα της Αυλής όφειλε να έχει, ενισχυμένη με την οργή
που την φούντωνε.
Έτσι με στητό παράστημα προχώρησε από τους
τεράστιους κήπους με τα εξωτικά δέντρα από τα βάθη της
ανατολής, όπου μπορούσε κανείς να χαθεί αν περιπλανιόταν
πολύ βαθιά σε αυτήν την απομίμηση ζούγκλας, πέρασε δίπλα
από τα κλουβιά με τα άγρια ζώα και αδιαφόρησε για το άγριο
γρύλισμα ενός μαύρου πάνθηρα, δεν γύρισε καν το κεφάλι της
στις μηχανικές μαριονέτες με τα διαμαντένια μάτια που
υποκλίνονταν όποτε κάποιος περνούσε από δίπλα τους, μπήκε
στην αίθουσα υποδοχής του παλατιού με τον μεγαλύτερο
τρούλο του κόσμου να δεσπόζει από πάνω της και το ψηφιδωτό
του νεαρού βασιλιά να την κοιτάζει αυστηρά, και μετά από
αρκετή ώρα περιπλάνησης στους χρυσαφένιους διαδρόμους του
παλατιού, έφτασε στα δωμάτια του σημαντικότερου ανθρώπου
της χώρας και ζήτησε από τον υπηρέτη που βρισκόταν απ’ έξω
ακρόαση. Εκείνος όμως δίστασε.
«Αρχόντισσα Νιίρα, ο Βασιλιάς αυτήν την στιγμή δεν
είναι διαθέσιμος. Ίσως θα μπορούσατε να περάσετε αργότερα».
«Δεν βρίσκεται στο παλάτι;»
«Βρίσκεται αλλά είναι απασχολημένος αυτήν την στιγμή
και δεν μπορεί να δεχτεί κανέναν. Αν θέλετε μπορούμε να
ορίσουμε κάποια μέρα και ώρα που μπορείτε να ξαναπεράσετε
και θα ειδοποιηθεί για να σας περιμένει». Η Νιίρα ήδη
φορτισμένη ένιωθε το αίμα της να ανεβαίνει στο κεφάλι.
«Πές του ότι και αν κάνει να το διακόψει τώρα γιατί θέλω
να του μιλήσω για ένα θέμα πολύ σημαντικό».
«Δυστυχώς αυτό που μου ζητάτε είναι αδύνατον. Με
διέταξε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Σε αντίθετη περίπτωση
θα τιμωρηθώ αυστηρά». Οι φύλακες που στέκονταν λίγο πιο
πέρα έβλεπαν τον υπηρέτη να ιδρώνει από την αγωνία του και
είχαν ήδη αρχίσει να ψιθυρίζουν γελώντας μεταξύ τους. Η
Νιίρα έχασε και το τελευταίο ίχνος υπομονής που της απέμενε
και ξέσπασε σπρώχνοντας τον υπηρέτη μακριά της και

73

ορμώντας στην πόρτα του βασιλικού δωματίου ανοίγοντας την
διάπλατα.
«Όχι!» φώναξε έντρομος ο υπηρέτης καθώς έπεφτε
φαρδύς πλατύς στο πάτωμα και οι δύο φύλακες έτρεξαν να
πιάσουν την Νιίρα που ήδη είχε μπεί στο δωμάτιο. Το θέαμα
που αντίκρισε η νεαρή αρχόντισσα δεν την ξάφνιασε καθόλου.
Ο βασιλιάς Νέγουεν μαζί με κάποιο άλλο άτομο, ήταν χωμένος
κάτω από τα πολυτελή σκεπάσματα του επιδιδόμενος στην
αγαπημένη του ασχολία. Για να μην νιώσει την απόλυτη
αποστροφή για αυτόν η Νιίρα, ευχήθηκε το άλλο άτομο να
ήταν γυναίκα. Δυστυχώς με τον φιλήδονο βασιλιά τίποτα δεν
ήταν βέβαιο. Τελικά μια έντρομη γυναικεία φωνή ακούστηκε
και η κόμισα Κορέλια πετάχτηκε από το κρεβάτι, καλύπτοντας
με ότι μπορούσε να βρεί την γύμνια της. Καθώς έψαχνε τα
ρούχα της η Νιίρα τους κοιτούσε και τους δύο με το πιο ψυχρό
βλέμμα που μπορούσε να επιστρατεύσει, ενώ ο Νέγουεν είχε
σηκωθεί και χωρίς να προσπαθεί να κρύψει τα απόκρυφα
σημεία του σώματος του, πήγε να βάλει λίγο κρασί για τον ίδιο
αλλά και για την αναπάντεχη επισκέπτρια του. Οι φύλακες
είχαν σταθεί στην πόρτα μην ξέροντας τι να κάνουν.
«Συνοδέψτε την κόμισα Κορέλια μέχρι την άμαξα της.
Έχω να συζητήσω κάτι σοβαρό, όπως φαίνεται, με την γυναίκα
του αδερφού μου». Η Κορέλια πέρασε από δίπλα της κοιτώντας
την με μάτια που έκαιγαν από οργή. Η Νιίρα μόλις είχε κάνει
έναν εχθρό με αυτό το ξέσπασμα που επέτρεψε στον εαυτό της.
Όταν όλοι έφυγαν και έμειναν οι δύο τους, ο γυμνός ακόμα
Νέγουεν της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί. Εκείνη αρνήθηκε με
μια κίνηση του κεφαλιού της, ενώ προσπαθούσε να έχει το
βλέμμα της επικεντρωμένο στο πρόσωπο του. Ήξερε ότι η
παράλειψη του να ντυθεί, ήταν εκτός από επίδειξη του
ανδρισμού του και ένας τρόπος να την αποδιοργανώσει και να
την αντιμετωπίσει πιο εύκολα στην λογομαχία που θα
ακολουθούσε. Δεν σκόπευε να πέσει σε αυτήν την φτηνή
παγίδα.

74

«Ήρθα να μιλήσουμε για τον θάνατο του πατέρα μου και
κάποιων άλλων ευγενών στην Πάρνια. Φαντάζομαι θα το έχεις
ακούσει όσο και αν είσαι μονίμως στον κόσμο σου».
«Ναί το έμαθα και δεν σου κρύβω ότι λυπήθηκα πάρα
πολύ. Είναι κρίμα να χάνονται άνθρωποι της ανώτερης τάξης.
Εμείς οι γαλαζοαίματοι πρέπει να προσέχουμε ο ένας τον
άλλον. Είμαστε άλλωστε λιγότεροι από τον απλό λαό και
επομένως πιο πολύτιμοι αλλά, πολλές φορές, και πιο ευάλωτοι.
Ειδικά ο θάνατος του πατέρα σου ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για
την Αυλή και εμένα τον ίδιο. Ένας τόσο λαμπρός άνθρωπος θα
μας λείψει πολύ. Μην διστάσεις να έρθεις σε εμένα όποτε
νιώθεις ότι η θλίψη σε καταβάλλει. Ειδικά με τον Αθίριλ
μακριά θα πρέπει να νιώθεις πολύ μόνη».
«Πίστεψε με, θα προτιμούσα να πέσω σε έναν λάκκο με
φίδια παρά να κλειστώ εδώ μέσα μαζί σου. Μπορεί να έχεις
όποια θές σε όλο το βασίλειο, εμένα όμως δεν θα με έχεις ποτέ.
Έχω προσέξει το ζηλόφθονο βλέμμα σου όποτε είμαι μαζί με
τον Αθίριλ. Είσαι βασιλιάς και ακόμα ζηλεύεις όσα έχει αυτός.
Δεν χορταίνεις ποτέ με τίποτα. Τα θές όλα για σένα και δεν
ανέχεσαι τίποτα να ξεφεύγει από τα νύχια σου».
«Εγώ ζηλεύω τον Αθίριλ; Μικρή μου Νιίρα κινδυνεύεις να
γίνεις αστεία. Είμαι ο άρχοντας της Θερίνια. Ποιός άνθρωπος
στον κόσμο μπορεί να πεί ότι έχει περισσότερα από μένα;
Μήπως δεν είμαστε η ισχυρότερη δύναμη που υπάρχει σε
στεριά και θάλασσα; Μήπως υπάρχει κάποιος άλλος που οι
αποφάσεις του να είναι πιο σημαντικές από τις δικές μου;
Μήπως κινεί κάποιος άλλος τα νήματα σε αυτό το παλάτι και
δεν το έχω πάρει είδηση; Ο Αθίριλ βρίσκεται στα ανοιχτά του
ωκεανού παλεύοντας να γίνει ναύτης. Συναναστρέφεται με
βρωμερούς εργάτες που είναι κατώτεροι σε καταγωγή και
ανατροφή. Διοικεί ένα στόλο που εγώ απλόχερα του παρέδωσα.
Ακόμα και αυτήν την ασήμαντη εξουσία που έχει, σε εμένα την
χρωστάει. Αν δεν είχα αποφασίσει να τον στείλω σε αυτήν την
αποστολή, ακόμα θα προσπαθούσε να γίνει ποιητής και να σε
εντυπωσιάζει με αθώα και αφελή λογάκια για αιώνιες αγάπες.

75

Πραγματικά, τι διαθέτει που εγώ δεν μπορώ να αποκτήσω στη
στιγμή;»
«Αν δεν τον ζηλεύεις τότε γιατί μόλις σου μίλησα για
εκείνον κοκκίνισες ολόκληρος και τα μάτια σου κοντεύουν να
πεταχτούν από τις κόγχες σου; Δεν είσαι τόσο αδιάφορος όσο
θα περίμενε κανείς για κάποιον τόσο ασήμαντο και αδύναμο».
Ο Νέγουεν έτριξε τα δόντια το από οργή αλλά κατάφερε τελικά
να επανακτήσει την ψυχραιμία του. Έχοντας χάσει την αρχική
καλή του διάθεση, αποφάσισε να βάλει κάτι επάνω του και να
καταπιεί μονομιάς το κρασί του. Η Νιίρα βλέποντας τον να
χάνει την ψυχραιμία του, θέλησε να χαμογελάσει σαρδόνια
αλλά αντιστάθηκε στην παρόρμηση. Είχε έρθει εδώ για
κάποιον σοβαρό σκοπό και όχι για να πικάρει τον Νέγουεν.
«Λέγε τι θές λοιπόν γιατί η συζήτηση άρχισε να με
κουράζει» είπε ο Βασιλιάς της.
«Θέλω να βάλεις τους ανθρώπους σου να βρούν τον
δολοφόνο του πατέρα μου και να τον κρεμάσεις στο κέντρο της
Τύοναν. Θέλω να τον δούν όλοι να σπαρταράει, καθώς η
άχρηστη ψυχή του θα φεύγει για τον άλλο κόσμο. Δεν πρέπει
να του επιτραπεί να ζεί αυτού του δόλιου υποκειμένου, που
επιτέθηκε χωρίς αιτία σε τόσους ανύποπτους ανθρώπους. Ο
πατέρας μου ειδικά δεν είχε βλάψει ποτέ κανέναν. Δεν του
άξιζε τέτοιο τέλος».
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος για αυτό».
«Τι εννοείς;»
«Πολλές φήμες ακούγονταν για τον πατέρα σου. Από
ασήμαντες μέχρι και πολύ σημαντικές. Φήμες που θα
μπορούσαν να προκαλέσουν την άμεση εκτέλεση του».
«Τι έχεις ακούσει που θα μπορούσε να οδηγήσει στην
εκτέλεση του πατέρα μου. Πάντα υποστήριζε το παλάτι και τον
θρόνο. Ο πατέρας σου τον εκτιμούσε πολύ κατά την βασιλεία
του. Το ίδιο και ο Αθίριλ».
«Ναί, ο Αθίριλ το συνηθίζει να είναι λίγο αφελής. Γι' αυτό
και δεν θα γινόταν ποτέ καλός βασιλιάς. Ο πατέρας σου
λέγεται ότι εποφθαλμιούσε τον θρόνο».

76

«Ανοησίες. Ο πατέρας μου ποτέ δεν θα ήθελε να καθίσει
στον θρόνο. Αν ήθελε να προδώσει το στέμμα θα μπορούσε να
το κάνει όταν ήταν νέος ακόμα, όχι στα γεράματα. Το μόνο που
ήθελε ήταν να με δεί ευτυχισμένη και να περάσει τα υπόλοιπα
χρόνια της ζωής του στην γαλήνη της Φέργκα».
«Έλα τώρα Νιίρα. Ο πατέρας σου δεν θα μπορούσε να
κάτσει σε ένα μέρος ανενεργός ούτε αν του έκοβαν και τα δύο
του πόδια. Ομολογώ ότι πολλές φορές είχα ενοχληθεί από τις
συνεχείς παρεμβάσεις του σε κρατικά θέματα. Για όλα είχε
γνώμη και δεν δίσταζε ποτέ να την εκφράσει, ακόμα και αν
προκαλούσε την δυσαρέσκεια των άλλων ευγενών».
«Των άλλων ευγενών που δεν τολμούσαν να πούν την
γνώμη τους για να μην δυσαρεστήσουν τον Βασιλιά. Εκείνους
που ήξεραν να ανοίξουν το στόμα τους μόνο για να σε
κολακέψουν και να σου υπενθυμίσουν πόσο μεγάλος και
τρανός είσαι. Ένας βασιλιάς δεν χρειάζεται τέτοιους
ανθρώπους. Χρειάζεται ανθρώπους που θα του πούν τι
πραγματικά πιστεύουν και θα τον συμβουλεύσουν στις
δύσκολες στιγμές. Θα ήθελα να ήξερα αν γίνει πόλεμος, πόσοι
από αυτούς θα σταθούν στο πλευρό σου να σε βοηθήσουν και
να σου συμπαρασταθούν».
«Στο απίθανο ενδεχόμενο που κάποιος θα τολμήσει να
θίξει τα θερινιακά συμφέροντα, τότε θα σκεφτώ τι θα κάνω.
Δεν με ενδιαφέρει να μιλήσω για τους ευγενείς της Αυλής. Ο
πατέρας σου ακόμα και αν έκανε ότι έκανε για το καλό της
χώρας, δεν έπαυε να κινεί υποψίες. Δεν λέω ότι είχαν κάποια
λογική βάση και έτσι δεν έδωσα και συνέχεια στο θέμα.
Κάποιος όμως, λιγότερο ψύχραιμος από έμενα, μπορεί να
αποφάσισε ότι δεν θέλει να κινδυνεύσει ο θρόνος, από ένα
γέροντα με υπερβολικές πολιτικές ανησυχίες. Μπορεί να είναι
κάποιος από αυτούς τους αυλικούς που τόσο περιφρονείς, ή
ακόμα και ένας βασιλόφρων πολίτης. Το θέμα είναι Νιίρα, ότι
ακόμα και αν δεν έβλαπτε άμεσα ο πατέρας σου κάποιον, είχε
δημιουργήσει και αυτός και τα φιλαράκια του πάρα πολλές
αντιπάθειες. Ο Φένερσιφτ, ο Λιούτιμαρ και όλοι όσοι βρέθηκαν

77

στην Πάρνια νεκροί, είχαν κάνει ισχυρότατους εχθρούς. Απλά
πλήρωσαν το τίμημα».
«Απλό το θεωρείς εσύ να χάνουν τόσοι άνθρωποι την ζωή
τους και όσοι έχουν εξουσία σε αυτή τη χώρα να μην κάνουν
τίποτα απολύτως;»
«Ας μην παίζουμε με τις λέξεις Νιίρα. Ξέρεις τι εννοώ
όταν λέω «απλά». Είναι κάτι που συμβαίνει όταν υπάρχουν
αντικρουόμενα συμφέροντα και κάποιοι προσπαθούν να τα
προστατέψουν. Ο πατέρας σου έπρεπε να είναι πιο
προσεκτικός. Δεν ξέρω τι νόημα έχει να το συζητάμε άλλο. Τι
πίστευες ότι θα πετύχαινες με την επίσκεψη σου εδώ;»
«Ήλπιζα να σε πείσω να δώσεις την υπόθεση σε κάποιον
άλλον από αυτόν τον επιθεωρητή Καράνταρ. Ρώτησα και
έμαθα ότι είναι ένας μέθυσος ανίκανος να λύσει οποιαδήποτε
υπόθεση. Μάλιστα έμαθα ότι η εντολή για την ανάθεση της
υπόθεσης σε εκείνον, ήρθε κατευθείαν από το παλάτι με τις
ευλογίες του Βασιλιά. Να θεωρήσω ότι δεν επιθυμείς και τόσο
να λυθεί αυτή η υπόθεση; Μήπως έχεις κάτι να κρύψεις;»
«Το να κατηγορείς έστω και εμμέσως τον Βασιλιά για
ατιμία τιμωρείται με θάνατο. Δεν θα άντεχα στην σκέψη να
μην ξαναδώ το όμορφο σου πρόσωπο Νιίρα. Γι’ αυτό μη το
σκαλίζεις άλλο το θέμα. Είναι πολύ πιο πολύπλοκο από ότι
νομίζεις και δεν θές να προκαλέσεις την δυσμένεια όσων
μπορεί να εμπλέκονται».
«Ώστε προστατεύεις κάποιους έτσι δεν είναι; Φοβάσαι ότι
θα εκθέσεις σημαντικά πρόσωπα αν λυθεί η υπόθεση. Έτσι
αποφάσισες να την αφήσεις άλυτη και έστειλες έναν
τελειωμένο στην Πάρνια που ξέρεις ότι θα γυρίσει με άδεια
χέρια».
«Νιίρα αν δεν έχεις κάτι άλλο σημαντικό να πείς θα σε
παρακαλούσα να φύγεις, γιατί έχω πολλές επείγουσες
υποθέσεις που απαιτούν την άμεση προσοχή μου». Η Νιίρα
στράφηκε να φύγει, καταπνίγοντας μετά βίας ένα κύμα θυμού,
που κινδύνευε να πάρει τον έλεγχο των πράξεων της. Γύρισε με
μάτια που έκαιγαν και κοίταξε τον Νέγουεν.

78

«Δεν θα αφήσω τον φονιά του πατέρα μου ατιμώρητο.
Την αδιαφορία που δείχνεις σε αυτό το έγκλημα θα την
πληρώσεις κάποια στιγμή». Γύρισε και έφυγε ενώ ο Νέγουεν
χαμογελούσε ειρωνικά με το τελευταίο της σχόλιο. Η σιγουριά
που ένιωθε έχοντας καταλάβει την μεγαλύτερη εξουσία σε όλη
τη χώρα, τον έκανε να βρίσκει διασκεδαστική οποιαδήποτε
απειλή πρός το άτομο του. Όμως κατά βάθος διέβλεπε ένα
πιθανό κίνδυνο. Αν η Νιίρα ανακατευόταν στην υπόθεση,
μπορεί να αποκαλύπτονταν στοιχεία τα οποία να έφερναν σε
δύσκολη θέση την Αυλή. Ο Βασιλιάς της Θερίνια ξάπλωσε
αναπαυτικά στο κρεβάτι του και αναστέναξε τεμπέλικα.
Μπορεί αυτή η δολοφονία να είχε λύσει ένα πιθανό πρόβλημα,
όμως φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει πολύ περισσότερα.
Κάποια στιγμή θα έπρεπε να ασχοληθεί με την επίλυση τους.
Πρός το παρόν το μόνο που είχε όρεξη να κάνει ήταν να φάει
μερικά σταφύλια, περιμένοντας την επόμενη επίσκεψη της
ημέρας, η οποία πιθανότατα θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη από
εκείνη της Νιίρα. Οι κυρίες που επιθυμούσαν την εύνοια του
δεν είχαν τελειωμό.
Η μέρα δεν εξελισσόταν και με τον καλύτερο τρόπο για
έναν επιθεωρητή από την Τύοναν. Ο Καράνταρ χαμένος μέσα
σε τόνους σκονισμένων βιβλίων, βήχοντας και βλαστημώντας
την τύχη του, προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρεί το τελευταίο
από τα βιβλία που του είχε υποδείξει ο πατέρας του. Τα νεύρα
του δεν οφείλονταν μόνο στο γεγονός, ότι το τελευταίο από τα
σπάνια βιβλία αρνιόταν πεισματικά να αποκαλύψει την θέση
του, αλλά και στο γεγονός ότι είχε ακούσει τα εξ αμάξης από
τον Αρχηγό της αστυνομίας. Ο τράγος φαίνεται ότι περίμενε
πραγματικά θαύματα από τον ταλαίπωρο πρώην μεθύστακα, ο
οποίος θα έπρεπε ήδη να έχει βρεί τον στυγερό δολοφόνο. Στην
κατσάδα έπαιξε μεγάλο ρόλο και η παράλειψη του Καράνταρ
να αναφέρει το γράμμα, παρουσιάζοντας έτσι τον εαυτό του με
άδεια χέρια. Όμως ήξερε πολύ καλά ότι ο προϊστάμενος του θα
ανέθετε την αποκωδικοποίηση του κειμένου σε κάποιον άλλον.
Κατά προτίμηση κάποιον ο οποίος δεν είχε διωχθεί από την
πόλη, με μοναδική του ιδιοκτησία τα ρούχα που φορούσε. Ο

79

πατέρας του όμως ήταν ο καλύτερος και ο Καράνταρ, όφειλε να
του δώσει την ευκαιρία να το αποδείξει και να προσπαθήσει
ταυτόχρονα να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα τους.
Έτσι υπέμεινε στωικά τις κάπως έντονες παρατηρήσεις
του αντιπαθούς αυτού γραφειοκράτη και έφυγε από το
Αρχηγείο γεμάτος χολή. Τώρα η σκόνη είχε γεμίσει τα ρούχα
του και τα μαλλιά του και τα πράγματα γίνονταν χειρότερα
από το γεγονός, ότι δεν μπορούσε να βρίσει με την ησυχία του
αναγκάζοντας τους υπεύθυνους της βιβλιοθήκης να τον
πετάξουν έξω. Είχε χάσει την υπομονή του πρό πολλού, όμως
είχε
μια
σημαντική
κινητήρια
δύναμη.
Όταν
θα
αποκαλυπτόταν το μήνυμα και θα έλυνε την υπόθεση, θα
έβλεπε τα μούτρα του Αρχηγού. Αυτή η ανταμοιβή ήταν
αρκετή να τον κάνει να μην ξαναβγεί από την βιβλιοθήκη,
μέχρι να ανακαλύψει το δύστροπο βιβλίο. Προσπάθησε να
καταπολεμήσει τη ζαλάδα που τον έπιανε, καθώς διάβαζε τις
επιγραφές πάνω στα ατέλειωτα βιβλία και συνέχισε με πείσμα
την αναζήτηση. Μετακίνησε ένα τόμο ανυπολόγιστης ηλικίας
και βάρους και τότε, σαν να ανακάλυπτε χρυσό στα έγκατα
κάποιου χρυσωρυχείου, διάβασε πανηγυρικά τον τίτλο του
βιβλίου που τόσο απεγνωσμένα χρειαζόταν. Το πήρε στα χέρια
του και το φίλησε παθιασμένα, σαν να ξανασυναντούσε την
χαμένη του σύζυγο και σηκώθηκε από το χάος μέσα στο οποίο
είχε χαθεί για ώρες.
Πήρε μια άμαξα που είχε σταθεί έξω από την βιβλιοθήκη,
περιμένοντας να ψαρέψει κάποιον πελάτη και είπε φουριόζικα
στον οδηγό τον προορισμό του. Ανυπομονούσε να δείξει στον
πατέρα του τα βιβλία που είχε βρεί και ήξερε ότι και εκείνος θα
χαιρόταν πολύ, που θα έβρισκε και πάλι απασχόληση σχετική
με το αντικείμενο που τον ενδιέφερε πάντοτε. Την αγαπούσε
ανέκαθεν την δουλειά του και η πραγματική τιμωρία για αυτόν
δεν ήταν ούτε η κατάσχεση της περιουσίας του, ούτε η εξορία
του από την πόλη. Το να μην μπορεί να είναι χαμένος μέσα σε
βιβλία και να μην αποκρυπτογραφεί κωδικοποιημένα
μηνύματα, ήταν για αυτόν πραγματικός θάνατος. Αργός,
οδυνηρός και ανελέητος. Ο Καράνταρ είχε καταλάβει από το

80

σπασμένο πρόσωπο του πατέρα του, πόσο τον πονούσε αυτή η
καταραμένη αδράνεια στη οποία είχε περιπέσει. Φυσικά δεν θα
το παραδεχόταν ποτέ σε κανέναν, ούτε καν στην γυναικά του,
όμως είχε ανάγκη αυτήν την ευκαιρία που του πρόσφερε ο
Καράνταρ. Θα βοηθούσε το γιό του αλλά και τον εαυτό του
ταυτόχρονα.
Πίσω στην Τύοναν από την οποία απομακρυνόταν ο
Καράνταρ με ταχύτητα, σε ένα αρχοντικό που ξεχώριζε από τα
περισσότερα κτίσματα της πόλης, έμπαινε από ένα παράθυρο
με μοναδική για άνθρωπο ευκινησία, μια κουκουλοφορεμένη
μορφή. Προχώρησε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο χωρίς να
δυσφορεί από την έλλειψη φωτός και στάθηκε μπροστά από
έναν καναπέ στο οποίο καθόταν σιωπηλός ο εργοδότης του,
χτυπώντας ανυπόμονα τα διαμαντοστόλιστα δάχτυλα του στο
γόνατο του. Ο κουκουλοφόρος κατέβασε την κουκούλα,
αφήνοντας να αποκαλυφθεί ένα φολιδωτό κεφάλι που
χαρακτηριζόταν από δύο ψυχρά μάτια, που δεν άφηναν να
φανεί το παραμικρό από τις σκέψεις του. Δύο μάτια που δεν θα
μπορούσαν να ανήκουν σε άνθρωπο. Κάρφωσε αυτό το
εξώκοσμο βλέμμα στον άνθρωπο που καθόταν μπροστά του. Ο
άλλος μίλησε πρώτος.
«Γιατί άργησες;»
«Ο αστυνομικός έμεινε πολλή ώρα μέσα στην βιβλιοθήκη.
Αναγκάστηκα να τον περιμένω για να δώ που θα πάει μετά.
Βγήκε με μια αγκαλιά βιβλία και φαινόταν ενθουσιασμένος.
Μετά πήρε την κατεύθυνση για την παραγκούπολη όπου
μένουν οι γονείς του».
«Εκείνη;»
«Όταν έφυγε από το παλάτι γύρισε στο πατρικό της. Δεν
έκανε όμως ετοιμασίες για να φύγει για την Φέργκα όπως είχες
προβλέψει. Μάλλον θέλει να μείνει στην Τύοναν. Ίσως θέλει
να είναι κοντά στο παλάτι όπου επικεντρώνονται και όλες της
οι υποψίες».
«Ναί, την υποτίμησα την μικρή Νιίρα. Περίμενα ότι θα
την καταλάμβανε η θλίψη και ότι θα πήγαινε στην Φέργκα, για

81

να περιμένει στο λιμάνι τον ιππότη της να γυρίσει για να την
παρηγορήσει».
«Τι να κάνω με το γράμμα; Να πάω να το πάρω και τους
σκοτώσω όλους;»
«Ηρέμησε αιμοχαρή μου φίλε. Τα φιδάκια σου ήδη
διασκέδασαν αρκετά στην Πάρνια. Θέλω πρώτα να το
αποκρυπτογραφήσει ο γέρος. Δεν έχουμε ιδέα τι πληροφορίες
μπορεί να μας δώσει. Όταν μάθουμε, ανάλογα με τα
συμφέροντα μας θα το καταστρέψουμε ή θα το αφήσουμε να
αποκαλύψει σε όλον τον κόσμο, αυτά που έχει να πεί. Ήδη ο
φόνος έχει τραβήξει το ενδιαφέρον όλης της χώρας. Όλοι θα
περιμένουν με τα αυτιά ορθάνοιχτα, για κάποιο νέο στοιχείο
σχετικά με τον φονιά».
«Και με την κοπέλα;»
«Είναι άχρηστη στον σκοπό μας και επομένως
αναλώσιμη. Θα την παρακολουθείς και αυτήν. Αν δείς ότι
αρχίζει και ανακατεύεται πάρα πολύ με την υπόθεση, τότε δεν
θα έχουμε άλλη επιλογή απ΄ το να την σκοτώσουμε».

82

7
Οι επόμενες μέρες από την ημέρα που ο Αθίριλ βρέθηκε
με το πρόσωπο χαραγμένο από το χτύπημα του πειρατή, ήταν
πραγματικά εφιαλτικές για τον νεαρό. Ένιωθε το κεφάλι του
να κόβεται στα δύο από τον οξύ πόνο και οι περιποιήσεις του
γιατρού, ο οποίος προσπαθούσε να εμποδίσει την μόλυνση του
τραύματος, έκαναν τα πράγματα χειρότερα. Η πληγή έπρεπε
να καθαρίζεται επιμελώς και ο γιατρός δεν διέθετε κάποιον
ανώδυνο τρόπο για να το επιτύχει αυτό. Παρά τα βότανα που
έδινε στον Αθίριλ για να αδρανήσουν οι αισθήσεις του,
χρειάζονταν τέσσερις άντρες για να κρατήσουν κάτω τον
τραυματία, κατά την διάρκεια του καθαρισμού. Την υπόλοιπη
μέρα έπρεπε να την περνάει στην καμπίνα του με δεμένο το
κεφάλι. Οι πολλές κινήσεις του είχαν απαγορευτεί, αφού ο
κίνδυνος της αιμορραγίας ακόμα δεν είχε περάσει. Ο γιατρός
του είχε πεί ότι ήταν πολύ τυχερός. Λίγα εκατοστά ακόμα και
θα είχε μείνει τυφλός από το ένα μάτι. Ευτυχώς όμως το σπαθί
είχε σταματήσει λίγο πρίν γίνει η ανεπανόρθωτη για την
όραση του βλάβη.
Ο Αθίριλ σφαδάζοντας από τους πόνους δεν ένιωθε και
τόσο τυχερός. Όμως ήταν ευγνώμων που είχε ακόμα το μάτι
του. Μετά από κάποιο καιρό και με πολλά βότανα ο πόνος
υποχώρησε λίγο και τα υπολείμματα του έμαθε να τα αντέχει
αδιαμαρτύρητα. Άρχισε να κινείται ελευθέρα πλέον μέσα στο
καράβι, αφού είχε πάρει και την άδεια του γιατρού. Ακόμα
όμως και χωρίς την συγκατάθεση του ήταν αποφασισμένος να
βγεί από την καμπίνα του. Είχε συνηθίσει σε ένα διαφορετικό
τρόπο ζωής από τότε που είχε ανέβει στην «Αέρινη» και η
ακινησία ήταν πραγματικό μαρτύριο για εκείνον. Φυσικά
δουλειές δεν μπορούσε να κάνει ακόμα. Οποιαδήποτε
σωματική πίεση θα μπορούσε να σπάσει τα ράμματα και να
επιδεινώσει την κατάσταση του και πάλι. Έτσι πέρναγε τον
περισσότερο καιρό αγναντεύοντας την θάλασσα και μιλώντας
με τον Ντάργκαν. Η μονοτονία έσπασε ακόμα περισσότερο,

83

όταν είδαν από μακριά να αχνοφαίνεται το επόμενο νησί που
βρισκόταν στην πορεία τους, η Φερούβια.
Η «Αέρινη» άφησε τα άλλα πλοία να την περιμένουν στα
ανοιχτά και έπλευσε πρός τον κολπίσκο που αποτελούσε το
φυσικό λιμάνι του νησιού. Οι κάτοικοι βλέποντας την
θερινιακή σημαία, έτρεξαν όλοι να υποδεχτούν το πλοίο με
εκκωφαντικούς πανηγυρισμούς. Ο καθένας άφησε στη μέση τη
δουλειά που έκανε και έσπευσε στην αποβάθρα. Μπορούσε να
δεί κανείς ψαράδες με τα καλάμια στους ώμους, γυναίκες να
φοράνε ακόμα τις ποδιές από το μαγείρεμα και να έχουν τα
παιδιά τους αγκαλιά, τον φούρναρη να τρέχει καλυμμένος με
ζύμη. Ο Αθίριλ όμως πρόσεξε και άλλα πράγματα εκτός από
αυτές τις ευχάριστες εικόνες. Είδε σπίτια καμένα και
απομεινάρια από καράβια να στολίζουν την παραλία. Είδε τα
σημάδια της εγκατάλειψης αυτού του νησιού από την χώρα
του, που είχε ορκιστεί να προστατεύει αυτό και όλα τα άλλα
νησιά της συμμαχίας. Οι πειρατές δεν είχαν χάσει την
ευκαιρία. Προσπάθησε να καταπολεμήσει την θλίψη που
γεννιόταν μέσα του και να χαμογελάσει, αλλά ακόμα και αυτό
του προξενούσε πόνο στην πληγή του. Έτσι έμεινε
ανέκφραστος, καθώς κατεβαίνοντας περικυκλώθηκε από το
πλήθος που ήθελε να του δείξει την ευγνωμοσύνη του.
Τα νέα είχαν ταξιδεύσει γρήγορα και οι πειρατές
κατατρομαγμένοι από το μέγεθος του στόλου, είχαν
εξαφανιστεί από τις θάλασσες και είχαν κρυφτεί ένας θεός
ξέρει που. Οι νησιώτες ένιωθαν και πάλι ασφάλεια. Δεν
φοβόντουσαν να ξανοιχτούν με τις βάρκες τους ή να
υποδεχτούν κάποιο εμπορικό πλοίο. Τον τελευταίο καιρό, όπως
είπαν στον Αθίριλ, τα πράγματα είχαν φτάσει σε απελπιστικό
σημείο. Οι πειρατές έδεναν άφοβα στο λιμάνι και δεν
πτοούνταν από τις απειλές των κατοίκων, που με τα λιγοστά
όπλα που είχαν προσπαθούσαν να τους εκφοβίσουν. Μερικοί
πιο γενναίοι από το νησί είχαν φτάσει πιο πέρα από τον απλό
εκφοβισμό και είχαν επιτεθεί. Δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία
να μετανιώσουν για την πράξη τους. Οι καταραμένοι εκείνοι
δολοφόνοι, ήξεραν να χειρίζονται το σπαθί και το μαχαίρι πολύ

84

καλύτερα από τους άπειρους ψαράδες. Μετά από αυτά τα
τραγικά γεγονότα κανένας δεν τόλμησε να σηκώσει το
ανάστημα του μπροστά τους. Αλώνιζαν ελεύθεροι και
ανενόχλητοι στο νησί, παίρνοντας χωρίς να ακούνε καμία
διαμαρτυρία οτιδήποτε ήθελαν. Από τρόφιμα και χρυσαφικά
έως και γυναίκες.
Μερικοί Φερουβιανοί προσπάθησαν να κρύψουν κάποια
από τα αγαθά τους και ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν τίποτα
αξίας στο σπίτι τους. Οι πειρατές κατάλαβαν το ψέμα τους και
αφού βρήκαν και πήραν ότι πολύτιμο είχαν, έκαψαν τα σπίτια
των άτυχων ανθρώπων με τους ίδιους μέσα. Τα ουρλιαχτά
τους, καθώς καίγονταν ζωντανοί, είχαν χαραχτεί στην μνήμη
όλων τους. Ο Αθίριλ άκουγε με φρίκη τα αίσχη των ανθρώπων
που είχε ορκιστεί να πατάξει και το μένος του φούντωνε
ολοένα και περισσότερο. Και ήξερε ότι αυτά τα γεγονότα θα
είχαν επαναληφθεί σε πολλά νησιά ακόμα, ανεβάζοντας τον
αριθμό των θυμάτων σε ύψη που δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται.
Οι κακόμοιροι αυτοί άνθρωποι ένιωθαν τέτοια ανακούφιση που
κάποιος είχε επιτέλους νοιαστεί για την τύχη τους, που δεν είχε
υψωθεί εναντίον του ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας, την οποία
φυσικά θα άκουγε βουβός, αφού τι δικαιολογία θα μπορούσε
να προβάλλει. Ας ερχόταν ο αδελφούλης του να εξηγήσει που
βρισκόταν ο θερινιακός στόλος τόσα χρόνια.
Όχι μόνο δεν ζητούσαν εξηγήσεις αλλά αντίθετα,
επιθυμούσαν να μάθουν για την κατάσταση της υγείας του,
αφού τους προκαλούσε ανησυχία ο επίδεσμος που κάλυπτε το
μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του. Ένιωθε πραγματικά
συγκινημένος από τις εκδηλώσεις του κόσμου και η
αποφασιστικότητα μέσα του γινόταν όλο και πιο συμπαγής.
Θα κυνηγούσε τους υπαίτιους τόσων συμφορών μέχρι την άκρη
της γής, αρκεί να τους έκανε να πληρώσουν για ότι είχαν με
τόση κακία προκαλέσει. Με τον Ντάργκαν στο πλευρό του και
μερικούς στρατιώτες για συνοδεία, άφησαν τους κατοίκους να
τους ξεναγήσουν και να τους δείξουν όσες από τις ομορφιές
του νησιού είχαν απομείνει ανέγγιχτες, από την καταστροφική
μανία των πειρατών. Φυσικά, όπως τον πληροφόρησαν, είχαν

85

ήδη ξεκινήσει οι προετοιμασίες για το τσιμπούσι που θα
γινόταν το βράδυ πρός τιμήν των σωτήρων. Τα τρόφιμα βέβαια
ήταν λιγοστά για ευνόητους λόγους, αλλά θα έκαναν ότι
περνούσε από το χέρι τους για να μείνει ο πρίγκιπας
ικανοποιημένος.
Ο Αθίριλ τους διαβεβαίωσε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν
θα ήταν αναγκαίο γιατί σκόπευαν να σαλπάρουν αμέσως. Οι
νησιώτες δεν άκουγαν ούτε κουβέντα πάνω στο θέμα. Θα τους
έκαναν το τραπέζι και θα τους έστελναν στις επικείμενες
μάχες με γεμάτο στομάχι. Ο νεαρός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε
τρόπος να αποφύγουν την ευγνωμοσύνη των Φερουβιανών και
έτσι συγκατένευσε αναλογιζόμενος όμως τον χαμένο χρόνο.
Επίσης ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά να πιεί ελάχιστα
και να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα, ενθυμούμενος πώς πήγε
να καταλήξει η προηγούμενη γιορτή που είχε οργανωθεί πρός
τιμήν τους. Με εκείνον σφαγμένο, αν δεν είχε υπάρξει η
έγκαιρη παρέμβαση του καπετάνιου της «Αέρινης», που
φαινόταν να έχει αναλάβει έναν ρόλο φύλακα αγγέλου. Δεν θα
άφηνε τον εαυτό του να υποστεί για δεύτερη φορά τέτοια
δημόσιο ευτελισμό. Το βράδυ ήρθε και η πόλη έσφυζε από
κόσμο που έτρεχε, είτε επειδή είχε κάποια δουλειά, ή για να
πιάσει μια καλή θέση σε ένα από τα τραπέζια που είχαν στηθεί
στην κεντρική πλατεία. Φαίνονταν να είναι όλοι
εγκλωβισμένοι σε έναν φρενήρη ρυθμό ενθουσιασμού και
έξαρσης προετοιμασιών.
Όλοι πάλευαν να αποσπάσουν μερικές κουβέντες από
τον αρχηγό της εκστρατείας, ο οποίος ένιωθε τις τύψεις του να
μεγαλώνουν όλο και περισσότερο με κάθε εκδήλωση αγάπης
αυτών των ανθρώπων. Ένιωθε να πιέζεται από όλους αυτούς
τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν, γιατί πέρα από τις ενοχές
του, είχε να αντιμετωπίσει και την ανησυχία του για κάποια
αιφνιδιαστική απόπειρα των πειρατών, να βλάψουν τον ίδιο ή
τον στόλο με κάποιο τρόπο. Η πολυκοσμία του προκαλούσε
σύγχυση και αδυνατούσε να ξεχωρίσει κάποια ύποπτη κίνηση.
Ήλπιζε ο Ντάργκαν να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον
ίδιο και να έχει τραβήξει λιγότερο την προσοχή του κόσμου

86

πάνω του. Έτσι ίσως ο καπετάνιος να είχε περισσότερες
πιθανότητες να διακρίνει κάτι αξιοσημείωτο. Κάθισε στην θέση
που του υπέδειξαν κατηφής, λόγω της ενόχλησης που ένιωθε
απ΄ όλη αυτή την κατάσταση και επειδή το πρόσωπο του είχε
αρχίσει και πάλι να τον πονάει. Είχε ανακαλύψει πώς το να
μιλάει πλέον δεν ήταν η απλή πράξη που κάποτε θεωρούσε.
Οποιαδήποτε μυϊκή κίνηση του προσώπου αποτελούσε πια
βασανιστήριο.
Έκατσε συνεχίζοντας να παρατηρεί τον χώρο. Από τα
πρώτα λεπτά είχε αρχίσει να βαριέται αφού ούτε να πιεί ήθελε
αλλά ούτε και να φάει επιθυμούσε, με τον πόνο να του κόβει
την όρεξη. Οι οικοδεσπότες προσπαθούσαν να τον κάνουν να
ευθυμήσει με κάθε δυνατό τρόπο και που και που τους έδειχνε
ένα ψεύτικο χαμόγελο για να μην τους απογοητεύσει. Στο
μεταξύ μακριά από το νησί, εκεί που είχαν αράξει τα υπόλοιπα
πλοία του στόλου, μια μοναχική βαρκούλα πλησίαζε αθέατη
από τους παρατηρητές που το είχαν ρίξει ήδη στο ποτό. Η
γκρίνια που μόνο η «Αέρινη» και οι άντρες της θα κατέβαιναν
στο νησί είχε ξεκινήσει από νωρίς. Οι άντρες των άλλων
πλοίων λοιπόν, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να
πνίξουν τον πόνο τους στο ποτό. Υπήρχαν αντικειμενικές
δυσκολίες στο να κατέβουν σε ένα μικρό νησί άντρες από
εξακόσια πλοία. Δυσκολίες που μόνο οι καπετάνιοι
κατανοούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν και στους
άντρες τους, οι οποίοι δεν συμμερίζονταν τις απόψεις τους. Οι
επιθυμίες του σώματος πολύ συχνά υπερτερούν της λογικής.
Έτσι ενώ οι ναύτες αρνούνταν πεισματικά να φυλάξουν
σκοπιά, η μικρή βάρκα ολοένα και πλησίαζε. Είχε μέσα μονάχα
τρείς άντρες. Ήταν υπεραρκετοί για την αποστολή που είχαν
σταλθεί να εκτελέσουν. Τα τραγούδια και οι αγριοφωνάρες των
Θερίνιων κάλυπταν το σιγανό πάφλασμα από την κίνηση της
βάρκας. Οι τρείς πειρατές χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον. Η
αποστολή τους αποδεικνυόταν πολύ πιο εύκολη απ’ ότι την
είχαν αρχικά υπολογίσει. Οι Θερίνιοι δεν περίμεναν επίθεση,
νιώθοντας πανίσχυροι με τον στόλο των εξακοσίων καραβιών.
Μπορεί να μην ήταν ο μεγαλύτερος που είχε φτιαχτεί ποτέ,

87

αλλά έχοντας να αντιμετωπίσει σκόρπια πειρατικά, ήταν
υπεραρκετός. Αυτό είχε αποδειχτεί από το γεγονός ότι τα
περισσότερα κουρσάρικα είχαν εξαφανιστεί, μην τολμώντας
να αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο αυτήν την μεγάλη ναυτική
δύναμη. Τίποτα όμως δεν τους εμπόδιζε να τους ξαφνιάζουν με
μικροεκπλήξεις όπως η συγκεκριμένη, ειδικά αφού οι Θερίνιοι
ναύτες εξαιτίας της υπερβολικής σιγουριάς τους, είχαν αρχίσει
να γίνονται απρόσεχτοι.
Όταν ο Αθίριλ είδε στο βάθος τους ωκεανού τις φλόγες να
υψώνονται στον έναστρο νυχτερινό ουρανό, νόμισε ότι θα
πάθει συγκοπή. Έτριψε τα μάτια του πιστεύοντας ότι δεν
έβλεπε καλά, αλλά με μια δεύτερη ματιά καθώς και με τις
μαινόμενες κραυγές του Ντάργκαν, κατάλαβε ότι έβλεπε πολύ
καλά. Ο στόλος τους καιγόταν. Για δεύτερη φορά θα έφτανε
στο σημείο να μετανιώσει για την στάση του σε ένα νησί και τις
λίγες στιγμές χαλάρωσης. Οι πειρατές καραδοκούσαν κάθε
στιγμή, όπως με πίκρα αντιλαμβανόταν ο Θερίνιος πρίγκιπας.
Πετάχτηκε πάνω και άρχισε να παραμερίζει όποιον έβρισκε
μπροστά του, βάζοντας πολλές φορές περισσότερη δύναμη από
την απαιτούμενη και σκορπώντας έτσι άτομα σε διάφορες
κατευθύνσεις. Ο Ντάργκαν βρισκόταν λίγο πιο μπροστά του,
σε μια παρόμοια προσπάθεια απεγκλωβισμού από το πλήθος.
Μετά από μερικές στιγμές όλο το πλήθος είχε αντιληφθεί το
τραγικό γεγονός και είχαν αρχίσει οι φωνές υστερίας και
έκπληξης από όλες τις κατευθύνσεις. Οι τρομαγμένοι
άνθρωποι δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν και απλά στέκονταν
δείχνοντας ο ένας στον άλλον τις φλόγες.
Ο Αθίριλ έφτασε δίπλα στον Ντάργκαν, που έτρεχε με
όλη του την δύναμη πρός την αποβάθρα. Με κομμένη την
ανάσα ο καπετάνιος γύρισε και του μίλησε.
«Δεν μπορούμε να φτάσουμε εγκαίρως μέχρι εκεί με την
«Αέρινη». Μέχρι να σηκώσουμε τα πανιά και να οργανωθεί το
πλήρωμα θα έχουνε καεί ένα σωρό πλοία. Θα πάρουμε
μερικούς κωπηλάτες και θα πάμε με μια βάρκα. Έτσι θα
μπορούμε να περνάμε και ανάμεσα από τα καράβια
ανεμπόδιστοι». Ο Αθίριλ έγνεψε δείχνοντας την συμφωνία του.

88

Όταν έφτασαν στην αποβάθρα ήδη μια βάρκα είχε
κατέβει και τους περίμενε. Οι άντρες του Ντάργκαν ήξεραν
καλά τον καπετάνιο τους και μπορούσαν να προβλέψουν την
θέληση του. Άρχισαν να κωπηλατούν με δαιμονισμένο ρυθμό,
προσπαθώντας να φανούν γρηγορότεροι από τις φλόγες. Η
θάλασσα είχε γεμίσει από βαρκούλες οι οποίες είχαν κατέβει
από τα καράβια που ήταν σώα και έσπευδαν να βοηθήσουν την
άτυχη σειρά των πυρακτωμένων πλεούμενων. Ο Αθίριλ
ασθμαίνοντας και κωπηλατώντας κατάφερε να κάνει έναν
πρόχειρο υπολογισμό. Αν η εκτυφλωτική λάμψη δεν τον
ξεγελούσε, πρέπει να είχαν πιάσει φωτιά γύρω στα δέκα
καράβια. Αμελητέα ποσότητα, αλλά ο Αθίριλ δεν θα άντεχε να
έχει βάρος στην συνείδηση του τον χαμό έστω και ενός
καραβιού. Η ευθύνη θα τον βάραινε πιο πολύ απ’ όλους. Αφού
όμως είχε την ευθύνη για τα καράβια, θα είχε και την ευθύνη
για την τιμωρία όσων είχαν αμελήσει να τα προσέχουν.
Αμέσως μετά όμως σκέφτηκε, ότι αυτοί που είχαν δείξει τέτοια
αμέλεια, ίσως να είχαν τιμωρηθεί ήδη χάνοντας την ζωή τους.
Έφτασαν κοντά στα φλεγόμενα καράβια και άρχισαν με
κουβάδες να ρίχνουν θαλασσινό νερό για την κατάσβεση. Από
τις βάρκες όμως λίγα πράγματα μπορούσαν να γίνουν. Ο
Αθίριλ διαπίστωσε γρήγορα ότι όσο επικίνδυνο και αν ήταν, θα
έπρεπε να ανέβουν πάνω στα καταστρώματα, για να σβήσουν
τις φωτιές στα πανιά και στα κατάρτια. Άρχισε να φωνάζει
μέσα από τον εκκωφαντικό θόρυβο που έβγαζαν οι φλόγες, σε
κάποιον πάνω από το καράβι να του πετάξει ένα σχοινί. Μετά
από ώρα εμφανίστηκε ένας μουτζουρωμένος από στάχτες
ναύτης, που του πέταξε ένα σχοινί για να ανέβει. Ο Αθίριλ
αφού σιγουρεύτηκε ότι ήταν καλά στερεωμένο από το άλλο
άκρο, άρχισε να σκαρφαλώνει. Κάποιος τον τράβηξε από την
μπλούζα εμποδίζοντας τον. Γύρισε και αντίκρισε τον
Ντάργκαν.
«Άσε με. Από δώ κάτω δεν γίνεται τίποτα. Πρέπει να
ανέβω στο κατάστρωμα».

89

«Είναι επικίνδυνο. Άσε αυτούς που είναι πάνω να την
σβήσουν. Αν βυθιστεί το καράβι μπορεί να μην προλάβεις να
ξεφύγεις».
«Αν δεν ανέβω εγώ τότε δεν θα ανέβει και κανένας
άλλος. Παράτα με, θα το ρισκάρω». Έσπρωξε με δύναμη τον
άλλον άντρα και απελευθερωμένος άρχισε και πάλι την
ανάβαση. Ο Ντάργκαν έπεσε φαρδύς πλατύς στον πάτο της
βάρκας, ταρακουνώντας την επικίνδυνα για όσους ήταν μέσα.
Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βλαστημάει με όσες βρισιές
διέθετε το πλούσιο λεξιλόγιο ενός ναυτικού, που έχει φάει τα
λιμάνια του κόσμου με το κουτάλι. Ο Αθίριλ δεν του έδωσε την
παραμικρή σημασία και συνέχισε να σκαρφαλώνει, ώσπου
έφτασε τον ναύτη που του είχε πετάξει το σχοινί και εκείνος
τον βοήθησε να ανέβει. Έπεσε κατευθείαν με μανία ενάντια
στην καταστροφική φωτιά και έριχνε νερό ασταμάτητα. Από τα
άλλα καράβια μερικοί τον αντιλήφθηκαν και έτσι μπήκε σε
εφαρμογή το σχέδιο του. Οι ναύτες που δεν ήθελαν να νιώθουν
υποδεέστεροι του, ανέβηκαν στα καταστρώματα αφήνοντας
την ασφάλεια των βαρκών και άρχισαν να καταπολεμούν τις
φλόγες. Η μάχη ήταν σκληρή και η φωτιά είχε φουντώσει για
τα καλά και πέρα από κάθε έλεγχο. Ήδη ο Αθίριλ άκουγε από
μερικά καράβια τον ήχο του τριξίματος και του σπασίματος,
που σήμαινε ότι τα κατάρτια και άλλα τμήματα τους
υποχωρούσαν.
Έπρεπε να βιαστούν αλλιώς σε λίγο θα επέπλεαν πάνω
σε καυσόξυλα. Ο Αθίριλ διέκρινε με την άκρη του ματιού του
τον Ντάργκαν, να ρίχνει και εκείνος νερό στη φωτιά λίγα
μέτρα πιο πέρα. Ξαφνικά άκουσαν έναν υπόκωφο θόρυβο και
είδαν το κατάρτι να υποχωρεί από την θέση του. Ερχόταν
κατευθείαν επάνω τους. Ο Ντάργκαν όρμησε πρός τη μεριά του
Αθίριλ και τον παρέσυρε μαζί του σε μια κάπως πιο ασφαλή
γωνία. Το φλεγόμενο στέλεχος έπεσε με πάταγο ανοίγοντας
τρύπα στο κατάστρωμα και καταπλακώνοντας δύο ναύτες. Ο
πρίγκιπας ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται από τον άδικο
θάνατο τους και διαπίστωσε ότι παρόμοιες σκηνές
εκτυλίσσονταν και στα υπόλοιπα καράβια που είχαν

90

παραδοθεί στις φλόγες. Παντού επικρατούσε χάος και
καταστροφή. Έβλεπε τον στόλο που του είχαν εμπιστευτεί να
δέχεται ένα πλήγμα, που το ένιωθε σαν χτύπημα σε εκείνον
τον ίδιο. Κάποιος του έσφιξε το μπράτσο σε σημείο που να τον
πονάει και ξύπνησε από τις σκέψεις του.
«Δεν υπάρχει ελπίδα για αυτό το καράβι. Πάμε σε άλλο
που ίσως έχει λιγότερες ζημιές» του είπε ο Ντάργκαν.
Βούτηξαν στα κρύα νερά, βρίσκοντας ανακούφιση, από την
ζέστη που τους χτυπούσε ανελέητα για τόση ώρα. Κολύμπησαν
μέχρι την κοντινότερη βάρκα και σταμάτησαν να
ξαποστάσουν, μέχρι να ριχτούν και πάλι στην μάχη της
κατάσβεσης. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου τους βρήκαν
εξαντλημένους από την υπερπροσπάθεια. Η νύχτα δεν έκρυβε
καμία ανάπαυλα για αυτούς, αφού δεν σταμάτησαν στιγμή
μέχρι και η τελευταία φλόγα να εξαφανιστεί. Τώρα η μυρωδιά
του καμένου επικρατούσε παντού στην ατμόσφαιρα και τα
βογκητά των ανδρών, άλλα από κούραση, άλλα από
εγκαύματα, τόνιζαν το συναίσθημα της δυστυχίας που
επικρατούσε στον ένδοξο στόλο. Ο τελικός απολογισμός ήταν
εννιά τελείως κατεστραμμένα καράβια και καμιά εικοσαριά
νεκροί. Και όλα αυτά όπως έμαθε αργότερα ο Αθίριλ, είχαν
επιτευχθεί με ένα μόνο βαρκάκι. Τρείς πειρατές και ένας
μικρός καταπέλτης που εκσφενδόνιζε ένα εύφλεκτο μείγμα
από πίσσα και άλλα υλικά, ήταν αρκετά για να προκαλέσουν
τέτοια καταστροφή.
Τα παλιότερα χρόνια ο Αθίριλ θα έπρεπε να ζητήσει από
τους καπετάνιους των πλοίων, να αυτοκτονήσουν για να
γλιτώσουν την ατίμωση για την αμέλεια που είχαν επιδείξει.
Τέτοιες μεθόδους όμως ο Αθίριλ τις θεωρούσε άχρηστες και
απαρχαιωμένες.
Κοιτάζοντας
τα
απομεινάρια
των
κατεστραμμένων καραβιών, η οργή μέσα του όλο και
φούντωνε. Καταλάβαινε όμως ότι δεν είχε νόημα να ξεσπάσει
πάνω στους άντρες του καταλογίζοντας ευθύνες. Οι υπεύθυνοι
για την καταστροφή αυτή βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και
έπρεπε να πληρώσουν. Θα φρόντιζε για την βελτίωση της
φρούρησης του στόλου, αφού έβρισκε πρώτα και τιμωρούσε

91

εκείνους που τόσο άνανδρα είχαν επιτεθεί στους Θερίνιους.
Γύρισε πρός τον Ντάργκαν με το πρόσωπο του να φανερώνει
τις σκέψεις του πρίν καν μιλήσει.
«Θα πάρουμε την «Αέρινη» και θα τους βρούμε. Φεύγουμε
τώρα. Πές το στους άντρες. Να ετοιμαστούν αμέσως».
«Ο στόλος είναι ακόμα ευάλωτος και συγχυσμένος. Ίσως
θα έπρεπε να περιμένουμε να οργανωθούμε πρώτα και μετά
να τους αναζητήσουμε».
«Ήδη θα βρίσκονται μακριά. Δεν σκοπεύω να τους δώσω
της ευκαιρία να μεγαλώσουν την απόσταση ανάμεσα μας, με
το να καθυστερώ άλλο εδώ. Θα φύγουμε αμέσως και όταν τους
βρούμε θα επιστρέψουμε για τον υπόλοιπο στόλο. Μέχρι τότε
οι καπετάνιοι να μάθουν να πειθαρχούν λίγο τους άντρες τους.
Θα φανεί χρήσιμο στην συνέχεια». Με αυτά τα λόγια γύρισε
την πλάτη του στο καπετάνιο, δείχνοντας έτσι ότι θεωρούσε το
θέμα λήξαν. Ο Ντάργκαν αναστέναξε με την στενοκεφαλιά
του πρίγκιπα, αλλά έδωσε αμέσως στους άντρες του τις
κατάλληλες οδηγίες. Η αλήθεια ήταν ότι και εκείνος ήθελε να
πιάσει στα χέρια του τους εμπρηστές, παρά τις φωνές της
λογικής. Έτσι μετά από λίγο η θερινιακή ναυαρχίδα έπλεε σε
μια αποστολή εκδίκησης.
Μετά από μια μέρα ένα πειρατικό φάνηκε στον ορίζοντα.
Ο Αθίριλ δεν μπορούσε να ξέρει αν ήταν το καράβι που
αναζητούσαν, αλλά διέταξε την καταδίωξη του έτσι και
αλλιώς. Οι άντρες έλαβαν θέσεις μάχης και πλεύρισαν το
καράβι. Ήταν σταματημένο και μάλλον οι πειρατές
ξεκουράζονταν. Γενικά δεν φαινόταν κίνηση πάνω στο
κατάστρωμα, ως την στιγμή που ο παρατηρητής κάπως
καθυστερημένα σήμανε τον συναγερμό. Οι φωνές του
αφύπνισαν όλο το πλήρωμα, αλλά ήταν πλέον αργά. Οι
Θερίνιοι έπεσαν πάνω τους όπως οι ακρίδες κατασπαράζουν
ένα χωράφι. Ο Αθίριλ ήταν ο πρώτος που πήδηξε στο εχθρικό
σκάφος, καρφώνοντας έναν πειρατή στην κοιλιά και έναν άλλο
στο μάτι. Τον μισότυφλο πειρατή αποτελείωσε ο Ντάργκαν που
ακολουθούσε. Ο Αθίριλ βρέθηκε σχεδόν αμέσως αντιμέτωπος
με άλλους δύο άντρες. Όμως δεν στάθηκαν ικανοί να τον

92

σταματήσουν. Έσκυψε αποφεύγοντας το σπαθί του πρώτου και
κλωτσώντας τον με δύναμη στο στομάχι, τον έκανε να χάσει
την αναπνοή του. Όντας ακόμα σε χαμηλή θέση κάρφωσε τον
δεύτερο στον δεξιό μηρό και καθώς σηκωνόταν του έκοψε πέρα
για πέρα τον λαιμό.
Ο προηγούμενος αναζητούσε το σπαθί του που του είχε
πέσει μετά την κλωτσιά. Καθώς ήταν στα τέσσερα ο Αθίριλ τον
κάρφωσε στην πλάτη και η αιχμή βγήκε από την άλλη μεριά
τρυπώντας το ξύλο του καραβιού. Την ξεκάρφωσε με βιασύνη
και ρίχτηκε και πάλι στην μάχη. Οι άντρες του Αθίριλ έβλεπαν
τον αρχηγό τους για δεύτερη φορά να παλεύει σαν πραγματικό
λιοντάρι και γνωρίζοντας την απειρία του στις μάχες έκριναν
ότι ήταν αξιοθαύμαστος. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο
πρίγκιπας είχε καταφέρει να αλλάξει την γνώμη των ναυτών
της «Αέρινης» για εκείνον. Τον θεωρούσαν πλέον
αναμφισβήτητα ένα ικανότατο πολεμιστή. Έμενε τώρα αυτή η
άποψη να διαδοθεί σε όλο το στόλο. Συνέχιζε να περιστρέφει το
σπαθί του και να το τινάζει πρός οποιαδήποτε κατεύθυνση. Τα
σώματα έπεφταν το ένα μετά το άλλο. Οι Θερίνιοι
αποδεκάτιζαν τους πειρατές αλύπητα. Όταν η μάχη τελείωσε
ήταν δύσκολο κάποιος να σταθεί όρθιος, από το πολύ αίμα που
είχε απλωθεί στον χώρο.
Οι ελάχιστοι επιζώντες παραδόθηκαν ελπίζοντας στον
οίκτο των νικητών. Καμιά δεκαριά άτομα βρίσκονταν
γονατισμένοι και άοπλοι, μπροστά στον Αθίριλ, περιμένοντας
να ακούσουν τι θα αποφάσιζε για αυτούς. Εκείνος τους κοίταζε
με βλέμμα σκοτεινό.
«Θα σας ρωτήσω μια φορά μόνο. Εσείς βάλατε φωτιά
στον στόλο;» Οι αιχμάλωτοι δεν τόλμησαν καν να μιλήσουν. Το
μόνο που κατάφερε ένας από αυτούς ήταν να γνέψει
καταφατικά με το κεφάλι ενώ έτρεμε σύγκορμος,
υποπτευόμενος την τρομερή μοίρα που του επιφυλασσόταν. Ο
Αθίριλ δεν περίμενε για άλλη επιβεβαίωση της ενοχής του.
Χωρίς να το καλοσκεφτεί καν, γύρισε στους άντρες του για να
δώσει την διαταγή.

93

«Κάψτε το καράβι με αυτούς μέσα. Δέστε τους για να μην
μπορούν να πηδήξουν στην θάλασσα».
Την διαταγή
διαδέχτηκαν
τα κλαψουρίσματα των πειρατών που
παρακαλούσαν για λύπηση και τα έκπληκτα επιφωνήματα
από την θερινιακή πλευρά, που δεν είχε συνηθίσει σε τόσο
σκληρά μέτρα. Ο πολιτισμός που είχε απλωθεί στην χώρα από
άκρη σε άκρη, δίδασκε τον σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή,
όσο ποταπή και αν ήταν μερικές φορές αυτή. Ο Ντάργκαν είχε
διαπιστώσει ότι όταν ο Αθίριλ ήταν σε αυτήν την κατάσταση,
γινόταν αμετάπειστος. Έτσι κράτησε την διαφωνία του μέσα
του. Ανησυχούσε όμως πολύ για τον προστατευόμενο του.
Ήθελε να τον σκληραγωγήσει, αλλά ο νεαρός έδειχνε να
παίρνει διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που ήθελε ο
καπετάνιος να τον καθοδηγήσει. Μια άλλη άποψη βέβαια ήταν
ότι σε ένα πόλεμο η συμπόνια δεν έχει χώρο. Αυτοί οι
άνθρωποι είχαν διαπράξει τα πιο επαίσχυντα εγκλήματα. Ίσως
ο τρόπος του πρίγκιπα να ήταν ο πιο αποτελεσματικός.
Η ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα αυτών των σκληρών
μέτρων, δεν έκανε πιο εύκολο το άκουσμα των φρικιαστικών
ουρλιαχτών των ανθρώπων που καίγονταν ζωντανοί. Ο
Ντάργκαν απόστρεψε το βλέμμα από το φλεγόμενο σκάφος
και γύρισε πρός τον Αθίριλ. Ο ξανθός πολεμιστής είχε
στυλώσει το βλέμμα του στις φλόγες και το πρόσωπο του
φαινόταν να έχει πετρώσει σε μια συγκεκριμένη έκφραση
απάθειας. Απομακρύνθηκαν από την σκηνή του μακελειού και
έβαλαν πλώρη για το νησί στο οποίο τους περίμενε ο
υπόλοιπος στόλος. Ο αρχηγός της εκστρατείας αιμορραγούσε
από το πρόσωπο, καθώς οι έντονες κινήσεις είχαν ξανανοίξει
την πληγή του. Αυτό όμως αντί να φανερώνει κάποια
αδυναμία, τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο φοβερός. Οι
ναύτες της «Αέρινης» τον κοίταζαν με τρόπο που δεν τον είχαν
ξανακοιτάξει ποτέ. Όταν γύρναγε να τους κοιτάξει,
προσποιούνταν ότι επιδίδονταν σε κάποια άλλη ασχολία και
προσπαθούσαν να τον αποφύγουν. Διέκρινε φόβο στις
εκφράσεις τους και αυτό ήταν κάτι που τον έκανε να νιώθει μια
περίεργη, αρρωστημένη ικανοποίηση.

94

8
Ο Καράνταρ έφτασε για άλλη μια φορά μπροστά από το
σπίτι των γονιών του. Κατέβηκε από την άμαξα με τα βιβλία
αγκαλιά και μην πολυβλέποντας που πάει, κατάφερε να
φτάσει μέχρι την πόρτα και να την κλωτσήσει για να του
ανοίξουν. Η μητέρα του του άνοιξε με το συνηθισμένο της
χαμόγελο στο στόμα. Ένα χαμόγελο που της είχε στερήσει για
πολλά χρόνια. Άφησε τα βιβλία πάνω στο τραπέζι και
σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο του. Ο πατέρας του
καθόταν σε μια γωνία και κάπνιζε την πίπα του.
«Πατέρα τα βρήκα όλα όσα μου ζήτησες. Θα μπορέσεις
να το μεταφράσεις;» Εκείνος δεν μίλησε. Πήρε ένα από τα
βιβλία στα χέρια του και χάιδεψε με τα δάχτυλα του το
ανάγλυφο εξώφυλλο. Ύστερα μύρισε το παλιό χαρτί και ο
Καράνταρ διέκρινε στο πρόσωπο του μια υποψία ευτυχίας.
Άφησε το βιβλίο κάτω και γύρισε πρός τον γιό του.
«Θα πρέπει να μου δώσεις μερικές μέρες. Μια πρώτη
υπόθεση είναι ότι το γράμμα είναι γραμμένο σε κάποια αρχαία
διάλεκτο, που ακόμα και αν μεταφρασθεί δεν θα δίνει
κατευθείαν το νόημα. Ίσως είναι γραμμένο με μορφή
αινίγματος ή κάποιου κωδικού. Θα χρειασθώ χρόνο και
συγκέντρωση. Θα πρέπει λοιπόν να περιμένεις».
«Εντάξει. Έτσι και αλλιώς έχω και εγώ δουλειά πίσω στην
Πάρνια. Θα πρέπει να επιστρέψω σύντομα». Η μητέρα του
τινάχτηκε στο άκουσμα αυτών των λέξεων.
«Θα φύγεις σύντομα;»
«Φαντάζομαι μπορώ να μείνω άλλα μια μέρα. Αύριο όμως
θα φύγω. Με περιμένει δουλειά. Αν ο πατέρας δεν βρεί άκρη με
το γράμμα, θα πρέπει να κινηθώ αλλιώς για την επίλυση της
υπόθεσης». Η μητέρα του λάμποντας από χαρά έτρεξε να
φτιάξει βραδινό για όλη την οικογένεια. Ο πατέρας του ήδη
είχε καταπιαστεί με τα βιβλία μην δίνοντας καμία σημασία σε
όσα έλεγαν. Το σπίτι στην παραγκούπολη έξω από τη Τύοναν,
ξαναχρωματιζόταν από ζωή και ενέργεια, διώχνοντας μακριά
την αδράνεια και την μιζέρια που κυριαρχούσαν για καιρό.

95

Την επόμενη ημέρα ο Καράνταρ έφυγε και αρκετές ώρες
αργότερα έφτασε στην Πάρνια. Πήγε κατευθείαν στο
αστυνομικό τμήμα όπου ο Φέντουιν τον υποδέχτηκε με
ενθουσιασμό.
«Τι νέα από την Τύοναν; Θα μεταφράσουν το γράμμα;»
«Δεν ξέρω ακόμα. Το άφησα εκεί και θα περιμένουμε για
λίγο καιρό. Δεν μπορεί να γίνει από την μια μέρα στην άλλη».
«Ο Αρχηγός της αστυνομίας τι είπε για το γράμμα;
Φαντάζομαι θα ενθουσιάστηκε». Ο Καράνταρ καταπίεσε ένα
χαμόγελο πρίν απαντήσει.
«Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει ιδέα για το γράμμα. Και όχι,
δεν ήταν καθόλου ενθουσιασμένος που με είδε».
«Μα γιατί δεν του το είπατε; Είναι το πιο σημαντικό
στοιχείο που έχουμε».
«Ήθελα να δώσω το γράμμα σε ένα πρόσωπο
εμπιστοσύνης. Εκείνος θα αναφέρει μονάχα σε μένα ότι
ανακαλύψει. Και είναι ίσως ο καλύτερος που υπάρχει σε αυτή
τη δουλειά».
«Είναι κάποιος φίλος σας;»
«Όχι είναι ο πατέρας μου. Παλιά μετέφραζε και
αποκωδικοποιούσε μηνύματα για την κυβέρνηση. Τώρα έχει
βγεί στην σύνταξη, αλλά πιστεύω έχει ακόμα το χάρισμα. Δεν
υπάρχει καλύτερος. Αν δεν λύσει αυτός το αίνιγμα, κανένας
δεν θα το κάνει».
«Τότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ευχόμαστε
η προσπάθεια του πατέρα σας να στεφθεί από επιτυχία».
«Δεν νομίζω ότι θα αντέξω να κάτσω άπραγος τόσον
καιρό. Μπορεί το μήνυμα να κάνει πολύ καιρό για να
αποκαλύψει τα μυστικά του. Δεν μπορούμε να καθόμαστε με
σταυρωμένα χέρια».
«Δεν υπάρχει και τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε. Ο
δούκας Τίμπελ εξακολουθεί να βρίσκεται σε κωματώδη
κατάσταση. Δεν έχει υπάρξει η παραμικρή βελτίωση στην
υγεία του από τότε που τον βρήκαμε ανάμεσα στα πτώματα».
«Οι γιατροί τι λένε;»

96

«Μπορεί και να μην συνέλθει ποτέ. Υπάρχουν
περιπτώσεις όπου άνθρωποι μετά από μια τρομερά τραυματική
εμπειρία έμειναν για πάντα φυτά».
«Άμα πάω στο νοσοκομείο και τον αρχίσω στις
σφαλιάρες, λές να συνέλθει;»
«Δεν νομίζω ότι θα ήταν η επιστημονικότερη μέθοδος».
«Βρήκατε τίποτα άλλο στην έπαυλη του Λιούτιμαρ;»
«Τίποτα καινούργιο. Μερικά ακόμα κομμάτια από δέρμα
φιδιού στο πάτωμα και στα νύχια των θυμάτων και μερικά
κομμάτια από δόντι. Τα ίδια ακριβώς που βρίσκαμε και πρίν
φύγετε. Οι έρευνες σταμάτησαν και έχω κλείσει την έπαυλη.
Θα υπάρχει εκεί ένας φρουρός κάθε μέρα για να μην μπορέσει
να μπεί κάποιος μέσα».
«Ώστε λοιπόν πρέπει να αρχίσουμε να ψάχνουμε για
φίδια. Υπάρχει περίπτωση να κυκλοφορεί στην περιοχή κάποιο
φίδι, το οποίο να είναι τεράστιο σε μέγεθος και με τρομερές
φονικές ικανότητες, αλλά να μην έχει καταγραφεί ποτέ από
τους ζωολόγους;»
«Φαντάζομαι όλα είναι πιθανά. Πρίν μερικά χρόνια
ανακαλύφθηκε σε ένα χωριό, μιας μέρας ταξίδι από εδώ, ένα
καινούργιο είδος σκορπιού πιο δηλητηριώδους από τους
κανονικούς. Για κάποια ιδιοτροπία της φύσης ευδοκιμούσε
μονάχα στην συγκεκριμένη περιοχή και ήταν άγνωστο στον
περισσότερο κόσμο. Οι κάτοικοι όμως μπορούσαν να τον
αναγνωρίζουν από το μέγεθος του, που ήταν πολύ μεγαλύτερο
από το κανονικό και να τον σκοτώνουν με προσοχή. Πολύς
κόσμος έχει πεθάνει πάντως από το δηλητήριο του. Είναι μόνο
λίγα χρόνια που ένας ζωολόγος βρέθηκε τυχαία στην περιοχή
και κατέγραψε την ύπαρξη αυτού του φονιά. Αλλιώς ακόμα και
σήμερα μόνο οι χωριανοί θα ήξεραν για την ύπαρξη του και
κανένας άλλος. Επίσης οι έμποροι φέρνουν από τα νησιά κάθε
λογής περίεργα πλάσματα, που ούτε ονειρευόμασταν ποτέ ότι
θα βλέπαμε στην Θερίνια».
«Ωραία. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έχουμε να κάνουμε με
ένα φίδι άγνωστο στον κόσμο, που ξαφνικά αποφάσισε να
έρθει στην Πάρνια και να σκοτώσει μερικούς ανθρώπους.

97

Ποιός μπορεί να μας πεί τι είναι αυτό το φίδι και που μπορούμε
να το βρούμε; Ποιός τριγυρνάει στα δάση πιο πολύ και από
τους ζωολόγους, ώστε να έχει περισσότερες γνώσεις από τους
επιστήμονες και να έχει δεί κάποια στιγμή στην ζωή του ένα
τέτοιο φίδι;» Ο Φέντουιν δίστασε να απαντήσει. Μετά όμως από
λίγη σκέψη αποφάσισε να πεί στον Καράνταρ την ιδέα του.
«Υπάρχει κάποιος ο οποίος ξέρει το δάσος καλύτερα από
οποιονδήποτε άλλον στην Πάρνια, είναι όμως λύση
απελπισίας».
«Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ έχω αρχίσει σιγά σιγά να
απελπίζομαι. Οπότε πές μου ποιός είναι».
Καθώς ο Φέντουιν αποκάλυπτε την ύπαρξη εκείνου του
προσώπου στον ανώτερο του, στο νοσοκομείο της Πάρνια, η
νοσοκόμος που είχε την νυχτερινή βάρδια, πήγαινε
βαριεστημένα πρός το δωμάτιο του μοναδικού ασθενή του
ιδρύματος. Ήταν ο δούκας Τίμπελ που από την σκοπιά της
νοσοκόμας ήταν το είδος του τέλειου ασθενή. Σίγουρα ήταν
κουραστικό το γεγονός ότι δεν μπορούσε να εκτελέσει μόνος
του ούτε την παραμικρή λειτουργία, από την άλλη όμως, δεν
γκρίνιαζε ποτέ, δεν έφερνε αντιρρήσεις και ακόμα και αν τον
ξεχνούσαν για μερικές ώρες, δεν είχε την δυνατότητα να
παραπονεθεί σε κάποιον ανώτερο, κάτι που θα σήμαινε
μπελάδες για τις νοσηλεύτριες. Έτσι, με αρκετή ώρα
καθυστέρηση, η νοσοκόμα πήγαινε στον δούκα το βραδινό του,
το οποίο θα έπρεπε να φυσικά να του ταΐσει. Όταν άνοιξε την
πόρτα του δωματίου, το εν λόγω βραδινό κατέληξε στο πάτωμα
και ένα τσίριγμα διαπέρασε το πέπλο σιωπής που είχε απλωθεί
γύρω από το νοσοκομείο, λόγω της περασμένης ώρας.
Ο φωτισμός ήταν χαμηλός. Μόλις ένα κερί έκαιγε στο
δωμάτιο του ασθενούς. Ήταν όμως αρκετό ώστε να φαίνεται
ολοκάθαρα, ο φολιδωτός άνθρωπος που στεκόταν πάνω από το
κρεβάτι του. Δύο μάτια ψυχρά στράφηκαν πρός την άτυχη
γυναίκα. Δύο μάτια που στόλιζαν ένα πρόσωπο απόλυτης
αταραξίας. Το πλάσμα ούτε καν που ξαφνιάστηκε. Το
επάγγελμα του αλλά και η ίδια του η φύση, δεν του επέτρεπαν
τέτοιες αδυναμίες. Η νέα γυναίκα στράφηκε να φύγει. Η ηλικία

98

της της επέτρεπε να κινηθεί γρήγορα. Παρόλα αυτά όμως,
έκανε μόλις δύο βήματα. Στο τρίτο, ένιωσε ένα δυνατό
τράβηγμα στα μαλλιά της και τινάχτηκε στον πλησιέστερο
τοίχο. Ο ήχος και ο πόνος δεν άφηναν αμφιβολίες. Είχε σπάσει
το χέρι της. Βογκώντας και κλαίγοντας απελπισμένη, άρχισε
να σέρνεται κατά μήκος του διαδρόμου. Ένιωσε και πάλι ένα
τράβηγμα αυτή τη φορά στα ρούχα της. Τη γύρισε ανάσκελα
και την ακινητοποίησε.
Με σίγουρες και απλές κινήσεις της έσκισε τη στολή που
φορούσε. Την κοίταξε για μια στιγμή γυμνή και το χέρι του
αργά αλλά σταθερά άρχισε να εξερευνά την περιοχή ανάμεσα
στους μηρούς της. Ακόμα και την στιγμή αυτή της έκστασης, το
φολιδωτό του πρόσωπο παρέμενε πετρωμένο. Σαν ένα άγαλμα
που είχε ζωντανέψει για να διαπράξει ένα έγκλημα και να
χαθεί και πάλι στην ακινησία. Το κλάμα της κοπέλας
δυνάμωσε μαζί με την απελπισίας της. Μια φωνή όμως
ακούστηκε για να βάλει τέλος στο μαρτύριο.
«Και λένε ότι εσείς τα φίδια είστε ψυχρόαιμα ζώα.
Καταπίεσε τις ερωτικές σου ορέξεις πρός το παρόν. Δεν είναι
κατάλληλη ούτε η ώρα ούτε το μέρος. Απλά αποτελείωσε τη».
Στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων η κοπέλα ούρλιαξε
έντρομη. Ήταν ένα ουρλιαχτό που διακόπηκε απότομα από
έναν αηδιαστικό ήχο, καθώς το χέρι του δολοφόνου
διαπερνούσε την κοιλιακή χώρα και ξέσκιζε τα άντερα της.
Κράτησε το άλλο του χέρι πάνω από το στόμα της, μέχρι τους
τελευταίους σπασμούς του σώματος της και την τελική
ακινησία που επισημαίνει το θάνατο. Η φωνή από το δωμάτιο
δεν ξανακούστηκε και ο υπερφυσικός δολοφόνος ακούγοντας
βήματα από τους χαμηλότερους ορόφους, έφυγε όπως είχε
έρθει. Χάθηκε από το παράθυρο σαν νυχτερινό αεράκι.
Όταν ο Καράνταρ και ο Φέντουιν έφτασαν στο
νοσοκομείο, σπρωγμένοι από τις φωνές που ακούγονταν σε
όλη την Πάρνια, ήξεραν ότι κάποια συμφορά είχε συμβεί. Οι
περισσότεροι κάτοικοι είχαν τρέξει στο νοσοκομείο, γεμάτοι
αγωνία να μάθουν τι είχε αναστατώσει την ήρεμη πόλη, για
δεύτερη φορά τον τελευταίο καιρό. Τα κλάματα μαρτυρούσαν

99

κάποιο θάνατο για το έμπειρο αυτί του Καράνταρ, που είχε
ζήσει πολλές φορές στην ζωή του αντίστοιχες σκηνές. Ίσως
περισσότερες φορές απ’ όσες θα ήθελε. Όταν κατάφεραν να
περάσουν από το πλήθος που είχε μαζευτεί στην είσοδο και να
ανέβουν στον όροφο που είχε συντελεστεί το έγκλημα,
αντίκρισαν το φρικτά παραμορφωμένο κορμί της νοσοκόμας,
καθώς και τις συναδέλφους της που είχαν μαζευτεί τριγύρω
ουρλιάζοντας από οδύνη. Ο Καράνταρ διέταξε τους
αστυνομικούς που βρίσκονταν εκεί να απομακρύνουν τις
συντετριμμένες γυναίκες και να μην αφήσουν κανέναν άλλο
να ανέβει σε εκείνον τον όροφο. Το αίσθημα της συμπόνιας
υπερνικήθηκε από το αίσθημα του καθήκοντος και ο
επιθεωρητής άφησε το πτώμα και έτρεξε στο δωμάτιο του
μοναδικού του μάρτυρα.
Ο δούκας Τίμπελ βρισκόταν πεσμένος στο πάτωμα και
κατά τα φαινόμενα απείραχτος. Ο Καράνταρ τον κοίταξε
προσεκτικά για κάποιο στοιχείο. Το βλέμμα του κοίταζε όπως
πάντα στο κενό και η αναπνοή του ίσα που ακουγόταν. Ο
δολοφόνος λοιπόν είχε έρθει να αποτελειώσει την δουλειά που
του είχαν αναθέσει και είχε αφήσει στη μέση. Η νοσοκόμα
όμως τον είχε ανακαλύψει, πληρώνοντας το με τη ζωή της. Οι
φωνές της όμως τράβηξαν την προσοχή του κόσμου και έτσι
για να μην ριψοκινδυνέψει να τον δούν, άφησε τον Τίμπελ για
άλλη μια φορά ζωντανό. Μην βλέποντας κάτι αξιόλογο στο
δωμάτιο, σήκωσε το πεσμένο σώμα από το πάτωμα και το
απόθεσε μαλακά πάνω στο κρεβάτι. Μετά φώναξε τον
Φέντουιν. Ο νεαρός φάνηκε μετά από λίγο στην πόρτα
περιμένοντας οδηγίες.
«Από δώ και πέρα τρείς άντρες θα φυλάνε τον δούκα.
Ένας μέσα στο δωμάτιο, ένας απ’ έξω και ένας στην είσοδο του
νοσοκομείου. Όλοι οι υπόλοιποι θα ξεχυθούν αμέσως τώρα
στην πόλη και στο δάσος και θα ψάξουν να βρουν τον
δολοφόνο. Ίσως να μην έχει πάει πολύ μακριά. Θα φύγω και
εγώ να ψάξω σε όσα περισσότερα μέρη μπορώ. Μόλις
αναθέσεις στους άντρες τα καθήκοντα τους έλα να με βρείς».
Τα πράγματα έγιναν όπως τα διέταξε ο επιθεωρητής από την

100

Τύοναν. Οι λιγοστοί άντρες της πόλης χτένισαν την περιοχή
όσο καλύτερα μπορούσαν. Ο δολοφόνος όμως ήταν πανούργος
και όπως όλα έδειχναν, είχε δυνάμεις που κανένας κοινός
θνητός δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί. Το ευχάριστο όμως
ήταν ότι ο Καράνταρ κατάφερε να εμφυσήσει στους άντρες του
την άποψη, ότι δεν είχαν να κάνουν με ένα φίδι, αλλά όλοι
πλέον πίστευαν ότι αντιμετώπιζαν ένα πλάσμα ανώτερης
νοημοσύνης από αυτή ενός κοινού ερπετού.
Τα πράγματα ήταν δύσκολα και οι περισσότεροι
αστυνομικοί γύρισαν άπραγοι στο τμήμα. Ήταν όμως και ένας
από τους άντρες που εξαπέλυσε ο Καράνταρ στο κυνήγι, ο
οποίος στάθηκε τυχερός. Βέβαια αν κάποιος ρώταγε τον ίδιο
τον αστυνόμο Ένοραν, θα του έλεγε ότι κάθε άλλο παρά
τυχερός αισθάνθηκε, όταν συνάντησε άθελα του τον δολοφόνο,
που με τόσο ζήλο όλοι οι συνάδελφοι του αναζητούσαν. Ήταν
μια συνάντηση που κατά παράδοξο τρόπο, κατέληξε με τον
νεαρό από την Πάρνια σώο και αβλαβή, με μοναδική επίπτωση
την άμεση ανάγκη για αλλαγή εσωρούχων. Δεν έβλεπες και
κάθε μέρα ένα φολιδωτό άνθρωπο να κινείται εναντίον σου με
απειλητικές διαθέσεις. Αλλά αν αναλογιστεί κανείς και την
έλλειψη εμπειρίας του νέου, τότε χειρίστηκε το θέμα αρκετά
ψύχραιμα. Ο εν λόγω αστυνόμος δεν είχε μέσα του πολύ
ανεπτυγμένο το αίσθημα του καθήκοντος. Οι επαγγελματικές
όμως επιλογές στην Πάρνια δεν ήταν πολλές και έτσι, για να
μην ακολουθήσει την γεωργική καριέρα του πατέρα του, έγινε
αστυνομικός.
Σίγουρα ήταν μια πολύ καλή λύση, αφού η
εγκληματικότητα στην επαρχιακή πόλη ήταν μηδαμινή. Η
αδράνεια ήταν πλέον αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς του και
δύσκολα θα την αποχωριζόταν. Όταν δημιουργήθηκε όλη αυτή
η αναστάτωση στο νοσοκομείο, ήξερε ότι η νύχτα θα ήταν
μεγάλη και δύσκολη. Όταν ο Φέντουιν έδωσε τις εντολές να
κάνουν την πόλη και την γύρω περιοχή φύλλο και φτερό, για
να βρούν το δολοφόνο, το σχέδιο δημιουργήθηκε αμέσως στο
μυαλό του τεμπέλη Ένοραν. Θα έτρεχε στο δάσος και θα
κρυβόταν στην κουφάλα της αιωνόβιας βελανιδιάς, που

101

στέγαζε όλα τα παιδικά του όνειρα στο παρελθόν. Είχε καιρό
να πάει και τώρα του δινόταν μια πολύ καλή ευκαιρία. Αφού
χωρίστηκε από τους υπόλοιπους συναδέλφους και ο καθένας
πήρε τον δρόμο του, μπήκε στο δάσος και μετά από λίγη ώρα
έφτασε στον προορισμό του. Τα πάντα ήταν όπως τα θυμόταν.
Ο χρόνος δεν φαινόταν να αγγίζει πια το δέντρο.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στο εσωτερικό του και άναψε την
πίπα του. Κάτι τέτοιες στιγμές πραγματικά ευχόταν να
σταματήσει ο χρόνος. Η ησυχία του δάσους τον ηρεμούσε και
τον σιγοκοίμιζε. Η ηρεμία όμως δεν έμελλε να κρατήσει. Μια
σκιά κάλυψε την είσοδο της κουφάλας και το φεγγαρόφωτο
χάθηκε από τα μάτια του ξαπλωμένου άντρα. Έσβησε αμέσως
την πίπα του και προσπάθησε να μείνει τελείως ακίνητος.
Άκουγε βήματα έξω. Κάποιος περπατούσε στα σκοτεινά και
δεν πρέπει να ήταν αστυνομικός. Όλοι οι άντρες του τμήματος
είχαν πάρει μαζί τους φανάρι. Η κάποιου του είχε σπάσει ή
χωρίς καν να ψάξει είχε βρεί το άτομο που καταδίωκαν. Δεν
τόλμησε να αναλάβει δράση. Είχε δεί τα πτώματα και στη
έπαυλη αλλά και την σφαγμένη γυναίκα στο νοσοκομείο.
Ήταν μια κατάληξη που δεν ζήλευε καθόλου. Η μόνη επιλογή
που του φαινόταν σωστή, ήταν να λουφάξει ακίνητος και
αθόρυβος μέσα στο δέντρο και να περιμένει μέχρι το θανάσιμο
πλάσμα να φύγει μακριά.
Ο φολιδωτός άντρας φαινόταν ολοκάθαρα στο φώς του
φεγγαριού. Η εμφάνιση του γέμισε τον Ένοραν δέος. Τι
πλάσμα ήταν αυτό που βρισκόταν μπροστά του; Ποιός λάκκος
της κολάσεως είχε γεννήσει αυτό το έκτρωμα, που περπατούσε
τις νύχτες στους δρόμους της πόλης και έσπερνε τον τρόμο και
τον θάνατο; Και το κυριότερο ερώτημα, γιατί να ήταν τόσο
άτυχος ώστε να πέσει πάνω του; Είχε πληρώσει την τεμπελιά
του με τιμωρία πολύ αυστηρότερη, απ’ ότι ταίριαζε στο μικρό
του παραστράτημα. Ο φόβος του προκαλούσε αυτόν τον
καταιγισμό σκέψεων αυτολύπησης. Το ελάχιστο αστυνομικό
ένστικτο που έκρυβε όμως μέσα του, τόσο βαθιά που ούτε ο
ίδιος γνώριζε την ύπαρξη του, τον ώθησε να πλησιάσει ακόμα
πιο κοντά στη είσοδο της κουφάλας, για να κοιτάξει καλύτερα

102

αυτό το αξιοθαύμαστο πλάσμα. Τότε ήταν που έκανε το λάθος
του. Ο ελάχιστος θόρυβος που έκανε καθώς μετακινήθηκε,
ήταν αρκετός για τις αυξημένες αισθήσεις του πλάσματος,
ώστε να τον αντιληφθεί και να γυρίσει εναντίον του, με
κινήσεις αμείλικτα αποφασισμένες.
Τον άρπαξε κατευθείαν από τον λαιμό και τον κάρφωσε
πάνω στον κορμό, που από καταφύγιο κινδύνευε να γίνει τώρα
πια ο τάφος του. Ο Ένοραν άρχισε να κλωτσάει και να
συσπάται με όλη τη δύναμη που δίνει σε κάποιον η απελπισία.
Τίποτα όμως δεν ήταν αρκετό για να κάμψει την απειλή. Και
ενώ ο άμοιρος άντρας νόμισε ότι είχε φτάσει στα όρια του
ανθρώπινου τρόμου, ο φολιδωτός άντρας άνοιξε την παλάμη
του και ένα φίδι άρχισε να ξεπροβάλλει από μέσα. Το ερπετό
πλησίασε το στόμα του κοντά στο πρόσωπο του Ένοραν και
ανοιγόκλεισε παιχνιδιάρικα τα σαγόνια του. Ο αστυνόμος
άρχισε να ουρλιάζει φτάνοντας στα όρια του παραληρήματος.
Μέσα όμως στην απελπισία του, ξαφνικά ένα ίχνος ψυχραιμίας
έκανε την εμφάνιση του, για να θυμίσει στον άντρα που ήταν
ένα βήμα πρίν τον θάνατο, ότι υπήρχε μια ελπίδα.
Ο άσπλαχνος δολοφόνος ετοιμάστηκε να δώσει την
εντολή, που θα έστελνε το φίδι του με θανατηφόρα
αποτελέσματα, στον λαιμό του καινούργιου αυτού θύματος. Η
εντολή όμως δεν δόθηκε ποτέ. Ο πόνος που ένιωσε ο
μυστηριώδης αυτός άνθρωπος ήταν πολύ ισχυρός, ακόμα και
για κάποιον με τις δικές του δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να
ολοκληρώσει την φονική του κίνηση. Ο Φέντουιν είχε επιμείνει,
όλοι οι αστυνόμοι εκτός από το μαχαίρι και το σπαθί που ήταν
φανερά κρεμασμένα στην ζώνη τους, να έχουν και ένα στιλέτο
κρυμμένο στο μανίκι τους. Ένας πολύ απλός μηχανισμός που
ήταν δεμένος στον καρπό τους, τους επέτρεπε με μια μόνο
κίνηση να απελευθερώνουν το στιλέτο από την θήκη του και
να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν σε δύσκολες καταστάσεις.
Το στιλέτο του Ένοραν βρισκόταν καρφωμένο στο δεξί πλευρό
του φολιδωτού άντρα, τα ουρλιαχτά του οποίου αντηχούσαν
τώρα σε όλα το δάσος, τρομάζοντας ακόμα περισσότερο τον
κακόμοιρο αστυνομικό.

103

Είχε κλείσει τα μάτια του και περίμενε το τέλος.
Αναπάντεχα όμως ένιωσε να πέφτει και όταν άνοιξε τα μάτια
του, το πλάσμα που παραλίγο να δώσει τέλος στην ζωή του,
είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του μια λίμνη αίματος.
Έκλαψε νιώθοντας την ανακούφιση να καταλαμβάνει όλο του
το κορμί. Τα μέλη του πονούσαν από την ένταση και το σφίξιμο
των τρομακτικών αυτών στιγμών, ένιωθε ένα ασταμάτητο
τρέμουλο, θα ζούσε όμως. Θα ζούσε και θα έλεγε σε όλους τι
είχε δεί και νιώσει εκείνο το βράδυ. Ο δολοφόνος πλέον δεν
ήταν μια σκιά που χανόταν στο σκοτάδι. Ήταν από σάρκα και
οστά, μπορούσε να τον περιγράψει και να βοηθήσει στην
αναζήτηση του. Ίσως τώρα να μπορούσαν να κατανοήσουν
καλύτερα με τι είχαν να κάνουν. Του πήρε ώρα να συνέλθει και
να πάρει το δρόμο για την πόλη. Έπρεπε να πάει κατευθείαν
στο τμήμα για αναφορά. Κοίταξε την γέρικη βελανιδιά σα να
την αποχαιρετούσε. Θα έκανε σίγουρα, αρκετό καιρό να την
ξαναδεί.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν έχεις πιεί τίποτα, όργανο;» Ο
Καράνταρ κοίταζε με καχυποψία τον νεαρό αστυνομικό που
καθόταν μπροστά του. Μόλις είχε ακούσει μια απίθανη ιστορία
για ένα πλάσμα που ήταν κάτι ανάμεσα σε φίδι και άνθρωπο.
Αν δεν υπήρχαν ίχνη από φίδι στην έπαυλη και αν δεν ήταν
τόσο ανεξήγητο όλο αυτό το μυστήριο, θα είχε πετάξει τον
παραμυθά με τις κλωτσιές έξω. Όταν όμως οι απαντήσεις είναι
λιγοστές και τα ερωτήματα αυξάνονται, τότε πρέπει να
επιδεικνύει κανείς κάποια ανεκτικότητα.
«Σας ορκίζομαι, ήμουν απόλυτα νηφάλιος όταν αυτό το
πράγμα μου επιτέθηκε» είπε ο Ένοραν με παράπονο που μετά
από την περιπέτεια του αυτή αντιμετώπιζε τέτοια καχυποψία.
«Αν όσα λέει είναι αλήθεια, τότε έχουμε ένα πολύ
σημαντικό στοιχείο στα χέρια μας. Έχουμε περιγραφή του
δολοφόνου που μπορεί να μας χρησιμεύσει πολύ στη σύλληψη
του» είπε ο Φέντουιν με ενθουσιασμό.
«Μην χαίρεσαι και τόσο. Ένας άνθρωπος με την
τερατώδη μορφή που μας περιγράφει το παλικάρι από δώ, δεν
θα κυκλοφορεί σε μια πόλη χωρίς τις κατάλληλες

104

προφυλάξεις. Ακόμα και αν δεν είχε γίνει κανένα έγκλημα, με
την εμφάνιση του θα έσπερνε τον τρόμο και σίγουρα θα
έβρισκε τον μπελά του έτσι και αλλιώς. Κατά πάσα πιθανότητα
ψάχνουμε για κάποιον που φοράει μακρύ χιτώνα και
κουκούλα, για να μην φαίνεται καθόλου το δέρμα του» είπε ο
Καράνταρ προβληματισμένος.
«Ίσως πρέπει να αξιοποιήσουμε την λύση που σας
πρότεινα προηγουμένως» είπε ο Φέντουιν. Ο νεαρός από την
Πάρνια, λίγο πρίν τους διακόψουν οι φωνές για το φονικό στο
νοσοκομείο, είχε ξεκινήσει να λέει στον Καράνταρ για ένα
τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να μάθουν ότι ήθελαν, για
οποιοδήποτε πλάσμα που υπήρχε μέσα σε μύθους και λαϊκές
δοξασίες, όχι όμως και στα κατάστιχα των επιστημόνων. Ζούσε
βαθιά στο δάσος ένας γέροντας, ο οποίος είχε απαρνηθεί την
κοινωνική ζωή και είχε αποσυρθεί στην απομόνωση, με
μοναδική παρέα τα ζώα του δάσους. Ήταν ένας άκακος
γεροντάκος, που χρησίμευε στους κατοίκους ως φόβητρο για τα
άτακτα πιτσιρίκια. Αν και άγγιζε τα όρια της τρέλας μετά από
τόσα χρόνια απομόνωσης, οι γνώσεις του πάνω στα πλάσματα
του δάσους ήταν μοναδικές. Ήξερε την ονομασία, τις
διατροφικές συνήθειες, το καταφύγιο και οτιδήποτε μπορούσε
να ξέρει κανείς για κάθε κάτοικο του δάσους. Πέρα όμως από
αυτά ήξερε λεπτομέρειες για την φύση πλασμάτων, που
πολλοί είχαν ακούσει μόνο σε μύθους ή που δεν γνώριζαν καν.
Επίσης υποστήριζε ότι είχε συναντήσει πολλά από αυτά
τα πλάσματα και είχε επιζήσει, γιατί παρόλο που πολλά από
αυτά ήταν επικίνδυνα, αναγνώριζαν την αγάπη του για την
φύση και του είχαν επιτρέψει να συνεχίσει να ζεί. Φυσικά
κανένας δεν πίστευε τα λόγια ενός τρελού, που για να
καταπολεμήσει την μοναξιά του μίλαγε στα ζώα και πίστευε
ότι του απαντούσαν κιόλας. Ο Καράνταρ σκεφτόταν πόσο
αξιόπιστη βοήθεια θα μπορούσε να προσφέρει αυτός ο
άνθρωπος, που όπως όλα έδειχναν ζούσε σε ένα δικό του κόσμο
που είχε πλάσει ο ίδιος στο μυαλό του, χωρίς να έχει ιδιαίτερη
επαφή με την πραγματικότητα. Ο κατατρομαγμένος
αστυνομικός που είχε δεί στο τμήμα πάντως, έλεγε την

105

αλήθεια ή τουλάχιστον μέρος της. Δίπλα στην βελανιδιά, ο
επιθεωρητής μπορούσε να διακρίνει καθαρότατα το αίμα που
είχε ποτίσει τη χαμηλή βλάστηση. Σίγουρα λοιπόν ο
αστυνομικός είχε πληγώσει κάποιον με το μαχαίρι του. Το μόνο
που δεν μπορούσε να αποδειχθεί ακόμα, ήταν αν αυτός ο
κάποιος είχε όντως αυτήν την παράδοξη εμφάνιση που
περιέγραφε ο Ένοραν, ο οποίος είχε αρνηθεί να ακολουθήσει
τους υπόλοιπους, στο σημείο όπου παραλίγο να χάσει την ζωή
του.
Βέβαια η συμμετοχή του δεν χρειάστηκε. Βρήκαν εύκολα
το σημείο μετά τις οδηγίες που τους έδωσε και άρχισαν να
ψάχνουν για στοιχεία. Πέρα όμως από το αίμα, τίποτα άλλο
δεν μαρτυρούσε την παρουσία του πανούργου αυτού
πλάσματος σε εκείνο το σημείο, λίγη ώρα νωρίτερα. Ο
Καράνταρ είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με την άκαρπη
αναζήτηση τους. Αφού πέρασε αρκετή ώρα και δεν είχαν βρεί
τίποτα, πήρε τον Φέντουιν σε μια γωνία και του μίλησε.
«Δεν βγάζουμε άκρη εδώ πέρα. Πρέπει να πάμε σε αυτόν
τον μουρλό που λές ότι είναι κρυμμένος στο δάσος. Δεν βλέπω
να υπάρχει άλλη λύση. Ξέρεις που ακριβώς βρίσκεται;»
«Ναί. Καμιά φορά του πηγαίνω φαΐ, αν και γενικά δεν
φαίνεται να έχει πρόβλημα να αυτοσυντηρηθεί. Καλό θα είναι
πάντως να πάρουμε και τον Ένοραν μαζί μας. Καλύτερα να
του περιγράψει εκείνος αυτό που είδε, για να είμαστε σίγουροι
ότι θα ακούσει την σωστή περιγραφή».
«Ας τον πάρουμε. Αν καταφέρει βέβαια να ελέγξει το
τρέμουλο στα πόδια του και μπορέσει να κουνηθεί».
«Πιστεύω ότι με λίγο κρασί θα συνέλθει. Πάμε πίσω στο
τμήμα». Πραγματικά μετά από μερικά ποτηράκια ο Ένοραν
φαινόταν να έχει ξαναβρεί το κέφι του και να μην έχει πλέον
πρόβλημα να βγεί από το τμήμα ή να ξαναμπεί στο δάσος. Τον
διαβεβαίωσαν φυσικά ότι το σπίτι του μυστηριώδους γέροντα
του δάσους, ήταν πολύ μακριά από την γνωστή σε όλους πλέον
βελανιδιά και ότι δεν διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο να πέσουν
πάνω στον δολοφόνο. Έτσι οι τρείς τους ξεκίνησαν χωρίς να
πούν σε κανέναν που πήγαιναν, για να αποφύγουν τα

106

ειρωνικά σχόλια. Και ο ίδιος ο Καράνταρ πάντως δεν ένιωθε
και πολύ καλά με τον εαυτό του, που ήταν έτοιμος να
εμπιστευτεί μια φαινομενικά τόσο αναξιόπιστη πηγή. Πρώτα
είχε ρίξει τα μούτρα του και είχε ξαναμιλήσει με τον πατέρα
του μετά από τόσα χρόνια και τώρα πήγαινε να ακούσει για
μυθικά πλάσματα και υπερφυσικά φαινόμενα. Πρέπει να ήταν
πραγματικά απελπισμένος. Η πολυετής πείρα του όμως του
είχε διδάξει να μην αγνοεί κανένα στοιχείο. Στην καριέρα του
πολλές φορές η λύση είχε εμφανιστεί στα πιο απίθανα σημεία.
Σε κάποιο άλλο σημείο του δάσους μια φωτιά σιγόκαιγε.
Ένα στιλέτο που μόλις είχε αφαιρεθεί από την πληγή που είχε
ανοίξει, ερχόταν σε επαφή με τις φλόγες και το πυρακτωμένο
χρώμα του γυάλιζε ανάμεσα από τις σκιές των δέντρων. Το
πλάσμα που είχε ανάψει την φωτιά έσφιγγε τα δόντια του,
παλεύοντας να αντέξει τον πόνο που ένιωθε στο πλευρό του
και να συγκρατήσει με το δεύτερο χέρι του, την ακατάσχετη
αιμορραγία που είχε προκληθεί από το χτύπημα. Απομάκρυνε
το στιλέτο από τις φλόγες και το παρατήρησε. Είχε θερμανθεί
ικανοποιητικά. Τότε έκλεισε τα μάτια και με μια μονοκόμματη
κίνηση, αδίστακτη όπως όταν σκότωνε τα θύματα του,
ακούμπησε το πυρακτωμένο μέταλλο πάνω στην πληγή του.
Το σώμα του τρεμούλιασε και μια υποψία λυγμού ακούστηκε
από μέσα του. Αυτό ήταν όμως όλο. Δεν επέτρεψε στον εαυτό
του την πολυτέλεια να ξαναουρλιάξει, όπως όταν είχε μπεί η
λεπίδα βάναυσα στο σώμα του. Είχε μάθει να ανέχεται τον
πόνο και να τον αντέχει στωικά, όσο μεγάλος και αφόρητος και
αν ήταν. Όταν το μαρτύριο τελείωσε ανακάλυψε ότι η υπομονή
του επιβραβεύτηκε. Η πληγή καυτηριάστηκε και η αιμορραγία
σταμάτησε. Περιεργάστηκε το στιλέτο. Αποφάσισε να το
κρατήσει. Θα του θύμιζε το καθήκον του να εκδικηθεί για
αυτήν την ταπείνωση. Και ο θάνατος εκείνου που του την
προκάλεσε δεν θα ήταν καθόλου γρήγορος.

107

9
Οι τρείς αστυνόμοι τελικά έφτασαν στον προορισμό τους.
Ο Ένοραν είχε αρχίσει να συνέρχεται από την επήρεια του
αλκοόλ και τώρα έριχνε ανήσυχες ματιές γύρω του,
συνειδητοποιώντας ότι είχε ξαναμπεί στο δάσος στο οποίο δεν
ήθελε σε καμία περίπτωση να βρίσκεται, ακόμα και αν
κατευθύνονταν σε αντίθετη κατεύθυνση από το σημείο όπου
βρισκόταν η βελανιδιά. Ο Φέντουιν ήταν μπροστά και τους
οδηγούσε. Μπορούσαν καθαρά να ακούσουν το κελάρυσμα του
νερού σε μικρή από αυτούς απόσταση. Δεν άργησε να
εμφανιστεί μπροστά τους ένας μικρός καταρράχτης, που
γέμιζε μια λιμνούλα με γαλάζια καθάρια νερά. Η
περιβάλλουσα βλάστηση ήταν πλούσια και πολύχρωμη,
προσφέροντας στον θεατή μια σκηνή ομορφιάς και αρμονίας.
Μέσα σε αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, στο ομορφότερο ίσως
σημείο του δάσους, είχε διαλέξει να στήσει το ταπεινό του
σπιτικό ο γέροντας. Δίπλα στην λίμνη διακρινόταν μια μικρή
καλύβα φτιαγμένη από καλάμια. Ο Φέντουιν πλησίασε και
χτύπησε την πόρτα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα αυτή
άνοιξε και μέσα από την καλύβα, εμφανίστηκε ένα
αναμαλλιασμένο γέρικο κεφάλι με μάτια μισόκλειστα, εξαιτίας
της ηλιακής λάμψης που έπεσε ξαφνικά πάνω τους.
«Ποιός είσαι και γιατί διακόπτεις έτσι βάναυσα τον ύπνο
μου;»
«Εγώ είμαι δεν με θυμάσαι; Ο Φέντουιν, ο αστυνόμος από
την πόλη. Σου έχω φέρει τόσες φορές φαΐ και τώρα με
ξέχασες;»
«Πολλοί μου φέρνουν φαΐ από την πόλη όταν έχουν
ανάγκη από την συμβουλή μου. Όποτε αρρωσταίνει κάποιου η
αγελάδα ή δεν έχει καλή σοδειά, τρέχει στον σωτήρα. Όταν
όμως δεν έχουν ανάγκη τις γνώσεις μου, ποτέ δεν
εμφανίζονται για να δούν αν ζώ ή αν πέθανα. Εγώ λοιπόν γιατί
να σας θυμάμαι;» Ο Καράνταρ γέλασε με αυτά τα λόγια. Ο
άνθρωπος αυτός αν και τρελός, όπως υποστήριζαν οι
περισσότεροι, φαινόταν να έχει μια σωστή αντίληψη των

108

πραγμάτων. Τα λόγια του όμως φανέρωναν και την πίκρα για
την αχαριστία των ανθρώπων και την ευκολία με την οποία
τον ξεχνούσαν, παρά τα όσα τους προσέφερε κατά καιρούς.
«Έλα τώρα μην γίνεσαι κακός. Ποτέ δεν σου έχω ζητήσει
το παραμικρό αντάλλαγμα για τα γεύματα που σου έχω
εξασφαλίσει. Πάντα το έκανα επειδή σε συμπαθώ. Έτσι δεν
είναι;» συνέχισε ο Φέντουιν.
«Ίσως. Αυτή τη φορά όμως είναι διαφορετικά. Ή κάνω
λάθος;» Λέγοντας αυτά τα λόγια ο γέροντας, κοίταξε πέρα από
τον ώμο του Φέντουιν τους δύο άντρες που τον συνόδευαν. Ο
Φέντουιν δίστασε να απαντήσει και χαμήλωσε το βλέμμα του,
προσπαθώντας να βρεί τον πιο αξιοπρεπή τρόπο να ζητήσει
χάρη από τον τρελό του χωριού.
«Έχεις δίκιο. Αυτή τη φορά είναι διαφορετικά τα
πράγματα. Χρειαζόμαστε την βοήθεια σου. Εξαρτάται η τύχη
όλης της Πάρνια από το αν μπορέσεις να μας βοηθήσεις. Ήδη
έχουν πεθάνει πολλά άτομα. Μπορεί να πεθάνουν ακόμα
περισσότεροι». Ο γέροντας τον κοίταξε συνοφρυωμένος.
Ύστερα το βλέμμα του έπεσε πάνω στο πακέτο που κρατούσε ο
επισκέπτης του.
«Τι έχεις εκεί;» τον ρώτησε και ο Φέντουιν χαμογέλασε,
γιατί ήξερε ότι είχε αγγίξει την ευαίσθητη χορδή του περίεργου
αυτού ανθρώπου. Μερικά λεπτά αργότερα κάθονταν και οι
τέσσερις δίπλα στην λίμνη πάνω στο δροσερό γρασίδι, ενώ ο
γέροντας έτρωγε αχόρταγα το απρόσμενο δώρο του νεαρού
αστυνομικού.
«Τι είναι λοιπόν αυτό που ήρθατε να μάθετε;»
«Όπως σου είπα κυκλοφορεί ένας δολοφόνος στην πόλη
και απ’ ότι φαίνεται έχει κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις. Εσύ
είσαι ειδικός σε αυτά τα θέματα. Θέλω να ακούσεις την
περιγραφή που θα σου κάνει ο συνάδελφος από δώ και να μου
πείς αν ξέρεις με τι έχουμε να κάνουμε και πώς
αντιμετωπίζεται». Τότε ο Ένοραν ξεκίνησε για άλλη μια φορά
την εξιστόρηση της περιπέτειας του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση
στην εμφάνιση του πλάσματος, στην υπερφυσική του δύναμη
και στο γεγονός ότι φίδια έβγαιναν μέσα από το σώμα του. Τα

109

λόγια του κέρδισαν το άμεσο ενδιαφέρον του γέροντα, ο οποίος
έφτασε στο σημείο να σταματήσει να τρώει, προκειμένου να
ακούσει με μεγαλύτερη προσοχή. Ο Φέντουιν παρατήρησε το
ύφος του και κατάλαβε ότι γνώριζε αυτό το πλάσμα, για το
οποίο είχαν έρθει να του μιλήσουν. Αυτό ήταν ενθαρρυντικό,
γιατί έτσι θα έβρισκαν επιτέλους χρήσιμες πληροφορίες. Το
πρόσωπο του ηλικιωμένο ανθρώπου όμως φανέρωνε και φόβο,
ο οποίος έφτανε σιγά σιγά και στην καρδιά του Φέντουιν.
«Γνωρίζεις κάτι για αυτό το άτομο; Υπάρχει όντως ένα
τέτοιο πλάσμα;» είπε στον γέροντα.
«Μεγάλη συμφορά έπεσε πάνω στην πόλη σας. Αν ο
φίλος σου δεν ονειρευόταν όρθιος, τότε έχετε να κάνετε με ένα
Φιδογητευτή». Οι τρείς άντρες κοιτάχτηκαν απορημένοι. Ο
γέρος συνέχισε καταλαβαίνοντας ότι έπρεπε να δώσει κάποιες
επιπλέον εξηγήσεις.
«Πρίν από χιλιάδες χρόνια ένας μάγος κατάφερε, μετά
από πολύ κόπο και πειραματισμό, να δημιουργήσει την πρώτη
μορφή συμβίωσης. Κατάφερε να ενώσει έναν από τους μαθητές
του με ένα φίδι. Το φίδι μπορούσε να κινηθεί μέσα στο σώμα
του και να γίνει μέρος του, όπως όλα τα υπόλοιπα όργανα.
Μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τηλεπάθεια και
οποιαδήποτε στιγμή το φίδι μπορούσε να ξέρει και να
καταλαβαίνει την θέληση του ξενιστή του. Η συμβίωση ήταν
πλήρως αλληλοεξαρτώμενη. Από την στιγμή που συνδέθηκαν,
δεν μπορούσαν να χωριστούν ούτε να ζήσει ο ένας χωρίς τον
άλλο. Το φίδι θα πέθαινε χωρίς τον ξενιστή. Και ο ξενιστής
όμως αν πέθαινε το φίδι, θα ήταν σαν να έχανε κάποιο βασικό
όργανο του σώματος του και πολύ δύσκολα θα επιβίωνε. Ο
άνθρωπος που μεταφέρει μέσα του το φίδι, μπορεί να το
ελέγξει και με την σκέψη του να του στέλνει εντολές, τις οποίες
το φίδι ακολουθεί αβίαστα. Ο δεσμός τους είναι ιερός και δεν
υπάρχουν φιλονικίες μεταξύ τους».
«Εξαιτίας της μαγείας που χρησιμοποιείται για να γίνει
αυτή η ένωση και οι δύο αποκτούν ικανότητες που πρωτύτερα
δεν είχαν. Ο άνθρωπος αποκτά τρομερή μυϊκή δύναμη και
αντοχή στον πόνο. Μπορεί να δημιουργήσει ανοίγματα στο

110

σώμα του για να απελευθερώνει το φίδι, τα οποία κλείνουν
αμέσως, χωρίς να αφήνουν ούτε σημάδι. Και το φίδι γίνεται
πολύ δυνατό και το μέγεθος του αυξάνεται πέρα από το
φυσιολογικό. Χάνει το δηλητήριο του ως όπλο, αφού του είναι
πλέον άχρηστο. Η δύναμη του του αρκεί για να σκοτώσει τον
οποιονδήποτε. Αρκεί να του το ζητήσει ο ξενιστής του. Όπως
διαπίστωσε και ο φίλος σας, οι αλλαγές δεν είναι μόνο
εσωτερικές. Ο Φιδογητευτής παίρνει κάποια από τα
χαρακτηριστικά του συμβιωτή του. Το δέρμα του συνήθως,
αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που οι αλλαγές είναι ακόμα
πιο ριζικές. Ο άνθρωπος κρατάει τα χαρακτηριστικά της
προηγούμενης ζωής του, που του είναι απολύτως χρήσιμα.
Όπως τα πόδια και τα χέρια, η έλλειψη των οποίων αποτελεί
μειονέκτημα των ερπετών. Συνδυάζει έτσι όλες τις αρετές των
δύο ειδών, αποβάλλοντας όμως τα μειονεκτήματα».
«Ο άνθρωπος, όσο περισσότερο καιρό είναι ξενιστής, τόσο
περισσότερο απομακρύνεται από την φύση του. Χάνει την
ανθρωπιά του και γενικά τα διάφορα συναισθήματα που
χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους. Δεν νιώθει οίκτο για κανέναν.
Ούτε φόβο, αγωνία ή θυμό. Αν κάτι τον εξοργίσει, μπορεί να
καταπιέσει την οργή του και να πράξει με σκέψη και
ψυχραιμία. Δεν υπάρχει περίπτωση να πέσει θύμα
υπερβολικής αισιοδοξίας ή περηφάνιας. Πάντα αντιμετωπίζει
τον αντίπαλο του με όλες του τις δυνάμεις, όσο αδύναμος και
αν είναι. Είναι με λίγα λόγια ο τέλειος δολοφόνος. Έχει φυσικό
ένστικτο για φόνο. Είναι κάτι που μπορεί να το κάνει χωρίς
ιδιαίτερη σκέψη, γιατί του βγαίνει φυσικά. Ποτέ δεν θα
διστάσει, δύσκολα θα κάνει το λάθος. Ακόμα όμως και αν το
κάνει, δύσκολα κάποιος θα μπορέσει να το εκμεταλλευτεί,
εξαιτίας των μοναδικών του δυνάμεων. Όλοι οι Φιδογητευτές
που δημιουργήθηκαν, έγιναν άριστοι δολοφόνοι και
χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν όχι μόνο από μάγους, αλλά
και από βασιλείς κρατών. Η αποτελεσματικότητα τους τους
έκανε περιζήτητους. Την αμοιβή τους φυσικά λίγες τσέπες
μπορούν να την αντέξουν».

111

Το τελευταίο σχόλιο ο Καράνταρ το υπογράμμισε με
ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μπορούσαν να υποθέσουν, ότι ο
εργοδότης του δολοφόνου προερχόταν από την υψηλή κοινωνία
της χώρας. Ίσως θα έπρεπε να αρχίσει να ψάχνει ποιοί από
τους αριστοκράτες, θα επωφελούνταν από τους θανάτους στην
Πάρνια. Ίσως όλα είχαν σχέση με τις συνεχείς σιωπηλές μάχες
που έδιναν οι παλατιανοί, για άνοδο στην εξουσία και
μεγαλύτερη προσέγγιση στον Βασιλιά. Πολλές κυρίες της
Αυλής προσέφεραν το κορμί τους για να κερδίσουν την εύνοια
του. Οι άντρες θα έπρεπε να βρούν άλλες μεθόδους. Μεθόδους
που ίσως οδηγούσαν και σε ένα τόσο στυγερό έγκλημα. Οι
σκέψεις του επιθεωρητή διακόπηκαν, όταν ο Φέντουιν ρώτησε
κάτι τον γέροντα.
«Γιατί
ο
μάγος
δημιούργησε
τόσους
πολλούς
Φιδογητευτές; Και πώς υπάρχουν ακόμα μετά από τόσα χρόνια;
Λογικά ο μάγος πρέπει να έχει πεθάνει εδώ και καιρό».
«Ο μάγος πέθανε πολύ πιο σύντομα απ’ όσο νομίζεις. Ο
μαθητής του θέλησε να φτιάξει και άλλους, ομοίους του.
Ζήτησε λοιπόν από τον δάσκαλο του, να επαναλάβει την
διαδικασία και με άλλους μαθητές του. Ο μάγος όμως,
αντιλαμβανόμενος την δύναμη που κατείχε το δημιούργημα
του, θεώρησε επικίνδυνο να απελευθερώσει στον κόσμο μια
στρατιά από αυτά τα υπερφυσικά πλάσματα. Ο Φιδογητευτής
είχε ήδη χάσει την αγάπη που κάποτε έτρεφε για τον δάσκαλο
του, εξαιτίας της συμβίωσης του με το φίδι. Χωρίς ιδιαίτερη
σκέψη τον σκότωσε και πήρε τις σημειώσεις του. Επειδή ήταν
ακόμα μαθητευόμενος μάγος, δεν μπορούσε να ολοκληρώσει
την διαδικασία μόνος του. Ζήτησε τη βοήθεια πιο έμπειρων
μάγων, που δεν είχαν ηθικές αναστολές για αυτό που έκαναν.
Το μυστικό πλέον είχε διαρρεύσει. Οι πιο ικανοί μάγοι
δημιουργούσαν
Φιδογητευτές
συνέχεια
και
τους
χρησιμοποιούσαν ως όργανα καταστροφής για τους δικούς
τους σκοπούς. Όσο ζεί έστω και ένα μάγος που γνωρίζει τον
τρόπο, οι Φιδογητευτές δεν θα εκλείψουν ποτέ».
«Στην έπαυλη υπήρχαν πολλά θύματα. Δεν νομίζω ότι
είναι δουλειά ενός μόνο φιδιού. Υπάρχει περίπτωση να έχουμε

112

να κάνουμε με πολλούς Φιδογητευτές, ή αυτός ο ένας να
συμβιώνει με πολλά ερπετά» ρώτησε ο Καράνταρ.
«Οι πιο ικανοί μπορούν και συμβιώνουν με περισσότερα
από ένα φίδια. Συνήθως δουλεύουν μόνοι τους γιατί είναι τόσο
ικανοί, ώστε δεν έχει νόημα να δουλεύουν σε ομάδες. Ένας
αρκεί για να εκτελέσει και τις πιο δύσκολες αποστολές. Αν
έχεις δίκιο και έχετε να κάνετε με κάποιον ο οποίος συμβιώνει
με έναν αριθμό φιδιών, τότε θα πρέπει να προσέχετε. Θα είναι
πολύ δυνατός και επικίνδυνος. Σπεσιαλίστας στο είδος του. Δεν
είναι εύκολο να ελέγχεις πολλά φίδια συγχρόνως, ειδικά σε
αυτό το μέγεθος. Τα θύματα του μακελειού δεν είχαν ελπίδα.
Εσείς τουλάχιστον έχετε προειδοποιηθεί. Αξιοποιήστε όσα
ξέρετε για να τον αντιμετωπίσετε. Να θυμάστε. Είτε
πληγώσετε αυτόν, είτε τα φίδια του, είναι το ίδιο πράγμα».
«Ξαφνικά φαίνεται να σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ζήτημα.
Τι έγινε η αγάπη σου για όλα τα πλάσματα της φύσης; Εσύ δεν
θα έπρεπε να επιθυμείς τον θάνατο κάποιου, που έχει τόσο
στενή σχέση με τα ζώα» παρατήρησε ο Φέντουιν.
«Η σχέση τους είναι ανίερη για τα δεδομένα της φύσης.
Δεν συνδέονται με αγάπη πραγματική, αλλά με μαγεία. Τα
φίδια δεν ακολουθούν τον ξενιστή από επιλογή, αλλά για
λόγους επιβίωσης. Ο μάγος που κάνει την σύνδεση δεν τους
αφήνει καμιά επιλογή. Η δικιά μου σχέση με τα ζώα στηρίζεται
στον αλληλοσεβασμό και την κατανόηση. Δεν έχει καμία
σχέση με μαγεία. Δεν θα άφηνα ποτέ κάτι τόσο αισχρό να
μολύνει εμένα και τα πλάσματα του δάσους. Ο Φιδογητευτής
είναι ένα έκτρωμα, καθώς και όλοι οι όμοιοι του. Η φάρα τους
πρέπει να εκλείψει από τον κόσμο μας». Τα μάτια του γέροντα
γούρλωναν με κάθε λέξη μίσους που πρόφερε. Τον Φέντουιν
τον ξένιζε αυτή η συμπεριφορά, από έναν άνθρωπο που ήταν
πάντα αδιάφορος και απομακρυσμένος από τα εγκόσμια
πεπραγμένα.
«Θέλω να έρθεις μαζί μας στην πόλη για μερικές μέρες.
Αυτός ο δολοφόνος κυκλοφορεί στο δάσος και μπορεί να σε
βρεί κανένα κακό. Αν είσαι μαζί μας θα μπορώ να σου

113

εγγυηθώ για την ασφάλεια σου» είπε ο νεαρός. Ο γέροντας
κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Ποιό μέρος θα ήταν καλύτερο για μένα να πεθάνω, από
το δάσος που με έχει φιλοξενήσει τόσα χρόνια». Ο Φέντουιν
θέλησε να διαμαρτυρηθεί για αυτήν του την απόφαση, αλλά ο
γέροντας τον σταμάτησε αποφασισμένος.
«Πηγαίνετε πίσω στην πόλη στην οποία νιώθετε τόσο
άνετοι και ευτυχισμένοι. Να θυμάστε τι σας είπα και να
κινηθείτε με προσοχή και σύνεση. Μόνο τότε θα έχετε κάποια
ελπίδα εναντίον του εχθρού σας. Σας εύχομαι κάθε επιτυχία,
γιατί αυτό το πλάσμα είναι μια ανωμαλία της φύσης.
Δημιούργημα ενός διεστραμμένου μυαλού. Δεν πρέπει να ζεί.
Και τώρα πηγαίνετε».
Ο Φέντουιν είχε μείνει βουβός με το πείσμα του γέροντα
και προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να τον
μεταπείσει. Εκείνος όμως χωρίς να περιμένει την αναχώρηση
τους, αποχώρησε και κρύφτηκε και πάλι μέσα στην σκοτεινή
του καλύβα, για να συνεχίσει χορτάτος πλέον, τον ύπνο του. Ο
Καράνταρ σκούντηξε τον συνάδελφο του στον ώμο και ο
δεύτερος σηκώθηκε δύσθυμος, ακολουθούμενος από τον
Ένοραν. Οι τρείς άντρες άρχισαν να απομακρύνονται από την
καλύβα με προορισμό τους την πόλη. Ήταν όλοι τους
προβληματισμένοι. Ήξεραν πλέον τι είχαν να αντιμετωπίσουν,
αλλά η γνώση δεν τους έδινε ιδιαίτερο κουράγιο. Ίσως η
φαντασία τους δεν ήταν αρκετή, ώστε να συναγωνιστεί την
πικρή αλήθεια, η οποία ξεπερνούσε τους αρχικούς τους φόβους.
Άλλωστε ποιός λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να συλλάβει
με το μυαλό του, μια τέτοια μορφή ζωής. Έτσι ο
προβληματισμός ήταν διάχυτος, καθώς η μικρή παρέα
πλησίαζε στους δρόμους της Πάρνια, σιωπηλά και άκεφα.

114

10
Ο Αθίριλ είχε συνηθίσει τις τελευταίες εβδομάδες να
έρχεται σε επαφή με πρωτόγνωρες εμπειρίες. Για πρώτη φορά
στην ζωή του, είχε γίνει αρχηγός στόλου. Για πρώτη φορά είχε
δουλέψει πάνω σε ένα καράβι σαν απλός ναύτης. Για πρώτη
φορά είχε σκοτώσει και κινδυνέψει να σκοτωθεί. Και εκείνη την
ημέρα, για πρώτη φορά είχε καταφέρει να υπερνικήσει την
υψοφοβία του και με πολύ ιδρώτα και ένα ανελέητο ανακάτεμα
στο στομάχι, να ανέβει μέχρι την καλαθούνα του παρατηρητή.
Οι ναύτες και ο Ντάργκαν ανάμεσα τους, ξέσπασαν σε
ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, αστειευόμενοι βεβαίως για
το κατόρθωμα. Άλλωστε για αυτούς ήταν μια καθημερινότητα
το σκαρφάλωμα στο κατάρτι. Για τον αρχηγό τους όμως, ήταν
κάτι που χρειάστηκε μεγάλη ψυχική δύναμη για να το
καταφέρει. Στεκόταν απολαμβάνοντας τους καρπούς της
επιτυχίας του και την απίστευτη θέα. Απέραντο γαλάζιο
τονισμένο από κάτι λιγότερο από εξακόσια καράβια. Αυτό το
«κάτι λιγότερο» ήταν που τον τσιμπούσε ενοχλητικά σαν
σκέψη. Δεν του άρεσε καθόλου να θυμάται την πρόσφατη
πυρκαγιά.
Επαναλάμβανε όμως συνέχεια στον εαυτό του, ότι
ενθυμούμενος παλιές αποτυχίες, θα μπορούσε να αποφύγει
ανάλογες μελλοντικές. Κάθε λάθος μπορούσε κάτι να τον
διδάξει. Και αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να εφαρμόσει στην
πράξη. Οι μέρες που ακολούθησαν τα γεγονότα στην
Φερούβια, χαρακτηρίστηκαν από έντονη αναταραχή στις
τάξεις του θερινιακού στόλου. Οι ναύτες προσπαθούσαν να
κρατήσουν τις αποστάσεις τους από τον Αθίριλ και όταν οι
άλλοι καπετάνιοι έμαθαν για την πυρπόληση του πειρατικού,
με ζωντανούς ανθρώπους μέσα, διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Ο
Αθίριλ αναγκάστηκε να τους θυμίσει, ότι εκείνος ήταν ο
αρχηγός της εκστρατείας και ότι δεν τους έπεφτε λόγος. Δεν
είχαν δικαίωμα να αμφισβητούν τις αποφάσεις του και έπρεπε
απλά να τις ακολουθούν κατά γράμμα. Οποιαδήποτε άλλη
ενέργεια, τους τόνισε, θα εθεωρείτο προδοσία, κάτι που στην

115

Θερίνια, τιμωρείται με απαγχονισμό. Οι καπετάνιοι δεν
μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτό το παιδαρέλι τους έκανε το
αφεντικό. Στο τέλος όμως κατάλαβαν ότι οι επιλογές τους ήταν
περιορισμένες.
Ήξερε ότι με αυτήν την τακτική δεν αποκτούσε φίλους,
αλλά όταν είχε προσπαθήσει τις πρώτες μέρες να κερδίσει τον
σεβασμό τους με ηπιότερες τακτικές, τότε είχε κερδίσει απλά
τον παραγκωνισμό του με συνοπτικές διαδικασίες. Σε μια
κρίσιμη ώρα, μια τέτοια αδιαφορία για τις βουλές του αρχηγού,
θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα, ίσως και
στην καταστροφή. Μπορεί να ήταν πρωτάρης, αλλά δεν έπαυε
να είναι γιός βασιλιά. Παρακολουθούσε τα μυστικά της
ηγεσίας από μικρό παιδί και ήξερε κάποιες βασικές αρχές. Ένα
στράτευμα οφείλει να κινείται σαν ένα ενιαίο σώμα. Οι
διαφωνίες την ώρα της μάχης δεν είχαν χώρο. Οι καπετάνιοι
και οι επιζώντες ναύτες των καμένων καραβιών, είχαν αφεθεί
ως τιμωρία στην Φερούβια. Σε έναν οργισμένο λόγο ο
πρίγκιπας, είχε δηλώσει ότι άτομα που μεθοκοπούν κατά την
διάρκεια της σκοπιάς τους, δεν έχουν δικαίωμα να αποτελούν
μέρος του ένδοξου βασιλικού στόλου. Περισσότερη γκρίνια και
διαμαρτυρίες ακολούθησαν αυτήν την απόφαση, αλλά δεν
υπήρχε περίπτωση ανάκλησης της.
Έτσι με τον καιρό είχε αρχίσει να δημιουργεί ένα όνομα,
ανάλογο του αξιώματος του. Παρουσίαζε την εικόνα του
αυστηρού και αποφασιστικού ηγέτη που δεν χαριζόταν σε
κανέναν. Ήξερε βέβαια ότι αυτός ο ρόλος δεν ταίριαζε στην
ιδιοσυγκρασία του. Δεν του άρεσε ούτε να επιβάλλεται στους
άλλους, ούτε να γίνεται αντιπαθητικός. Όμως αυτός ο ρόλος
του είχε επιβληθεί, από ένα καπρίτσιο του αδερφού του και δεν
μπορούσε παρά να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές στον εαυτό
του, ώστε να οδηγήσει αυτόν τον στόλο στην επιτυχία. Αυτό
που τον ανησυχούσε ήταν ότι είχε συλλάβει τον εαυτό του να
αντλεί ευχαρίστηση, κάποιες μεμονωμένες στιγμές, από την
σφαγή των πειρατών, αλλά και από την επιβολή στους ναύτες.
Είχε ακούσει ότι η εξουσία διαφθείρει. Αν από τόσο νωρίς
ένιωθε αυτήν την έπαρση, αργότερα σε τι αυταρχικό τέρας θα

116

μεταμορφωνόταν; Μετά από λίγη σκέψη αποφάσισε ότι είχε
πολύ σημαντικότερα ζητήματα να τον απασχολούν, από την
διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Οι πειρατές δικαίως
τιμωρήθηκαν, το ίδιο και οι Θερίνιοι που είχαν αμελήσει τόσο
τα καθήκοντα τους. Οποιοσδήποτε σωστός ηγέτης, το ίδιο θα
έκανε.
Πάντως οι ναύτες της «Αέρινης» που τον ζούσαν από
κοντά καθημερινά, δεν ένιωθαν για εκείνον την αντιπάθεια
που είχε αρχίσει να καλλιεργείται στα υπόλοιπα καράβια. Τον
ήξεραν καλύτερα και γνώριζαν ότι έκανε ότι θεωρούσε σωστό,
για την ευημερία του στόλου, που ήταν υπ’ ευθύνη του. Τον
είχαν δεί στις πιο ήρεμες και προσωπικές στιγμές του, όταν δεν
ήταν ο αρχηγός του στόλου, άλλα ένας από αυτούς. Ήταν
παρήγορο να υπάρχουν και κάποιοι που δεν τον θεωρούσαν
τέρας. Ήξερε βέβαια ότι, ούτε οι άνθρωποι της «Αέρινης» θα
ξεχνούσαν εύκολα την πυρπόληση του πειρατικού, με
ανθρώπους που ακόμα ανέπνεαν στο κατάστρωμα. Δεν είχε
επιδείξει αυτοκυριαρχία ούτε στο ελάχιστο στην συγκεκριμένη
περίπτωση. Ακόμα όμως και εκείνη την υπέροχη στιγμή, που
ένιωθε ότι αν άπλωνε το χέρι του θα άγγιζε τα ουράνια, δεν
μπορούσε να νιώσει οίκτο για τα θύματα του, ξέροντας τι είχαν
κάνει. Τον οίκτο θα τον εκμεταλλεύονταν τόσο καλά, όσο την
αδιαφορία του αδερφού του τόσα χρόνια. Δεν μπορούσε πλέον
να τους αφήσει να κερδίσουν άλλο έδαφος εις βάρος της
Θερίνια.
Καθώς ο άνεμος παρέσερνε τα μαλλιά του, θυμήθηκε το
τελευταίο βράδυ στη Φέργκα, πρίν αναχωρήσει με τον στόλο.
Και τότε αγνάντευε τη θάλασσα, βυθισμένος στις σκέψεις του.
Είχαν γίνει τόσα από τότε. Θα γίνονταν πολλά ακόμα.
Θυμήθηκε την Νιίρα που ήρθε να τον μαλώσει για τις
αμφιβολίες του και να του δώσει κουράγιο. Με έκπληξη και
κάποια ενόχληση, συνειδητοποίησε πόσο σπάνια την
σκεφτόταν πάνω στο πλοίο. Οι καθημερινές του υποχρεώσεις
απαιτούσαν εκτός από σώμα, και μυαλό. Αναρωτήθηκε για
εκείνη, τι να έκανε και αν ήταν καλά. Ξαφνικά ένιωσε την
έλλειψή της και έχασε το κέφι του. Ίσως ήταν καλύτερα που

117

ήταν μονίμως απασχολημένος. Όταν το μυαλό μουδιάζει από
την κόπωση και σταματάει να σκέφτεται ορισμένα πράγματα,
πολλές φορές είναι καλύτερα. Κοίταξε πρός τα κάτω χωρίς να
του αρέσει το θέαμα. Η προσπάθεια που είχε καταβάλλει για
να ανέβει, ήταν μονάχα το μισό μέρος του μαρτυρίου. Το
κατέβασμα ήταν εξίσου ουσιώδες, αν δεν ήθελε να περάσει την
υπόλοιπη ζωή του στο παρατηρητήριο, ή να αναγκάσει τον
Ντάργκαν να γκρεμίσει όλο το στέλεχος με κανένα τσεκούρι.
Έτσι και αλλιώς όμως, μπορούσε να δεί στο βάθος του
ορίζοντα, μια σκουρόχρωμη βούλα.
Σίγουρα θα πρέπει να
ήταν ένα νησί. Έπρεπε να κατέβει κάτω και να συσκεφτεί με
τον Ντάργκαν. Ο καπετάνιος θα ήξερε αν ανήκε στη συμμαχία
και μετά θα αποφάσιζαν αν θα σταματούσαν. Όπως
αποδείχτηκε αργότερα στην καμπίνα του καπετάνιου, το νησί
αποτελούσε μέρος της συμμαχίας και μάλιστα έπρεπε να
κατέβουν, γιατί είχαν χάσει επαφή από καιρό. Είχαν μήνες να
ακούσουν νέα του νησιού, αφού τα νερά στην περιοχή ήταν
πολύ επικίνδυνα, όχι μόνο από τους πειρατές, αλλά και από
δυνατά ρεύματα. Τα καράβια λοιπόν δε πλησίαζαν συχνά. Τα
θερινιακά πλεούμενα, είχαν περιορίσει την ακτίνα δράσης τους
σε νησιά πιο κοντά στη Φέργκα, εδώ και χρόνια. Όσο ο καιρός
περνούσε και τα λιμάνια διαδέχονταν το ένα το άλλο, φοβόταν
ότι η κατάσταση θα ήταν όλο και χειρότερη, αφού όσο
μεγάλωνε η απόσταση από την κυρίως χώρα, τόσο αυξανόταν
και η γενναιότητα των πειρατών. Ένιωθαν την απειλή μακρινή.
Θα τους έδειχνε όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε πια.
Όταν η «Αέρινη» πλησίασε αρκετά, πήρε το κιάλι και
προσπάθησε να δεί τι γινόταν στο νησί. Ο στόλος σίγουρα θα
έπρεπε να έχει γίνει πλέον ορατός από τους ντόπιους. Οι
συνηθισμένες εκδηλώσεις χαράς όμως αυτή τη φορά έλειπαν.
Φυσικά αυτό δεν ενόχλησε τον Αθίριλ, επειδή το θεώρησε
έλλειψη σεβασμού. Τον ανησύχησε επειδή, ένιωθε τον φόβο, ότι
οι κάτοικοι δεν ήταν σε θέση να τρέξουν να τον
προϋπαντήσουν.
Αυτή
η
αλλόκοτη
ησυχία,
που
πρωτοσυναντούσε σε νησί από την μέρα που μπάρκαρε,
προμήνυε κάτι κακό. Τι ακριβώς κακό θα το μάθαιναν, όταν θα

118

κατέβαιναν στο νησί να ερευνήσουν την περιοχή, σε
αναζήτηση στοιχείων. Η «Αέρινη» πλησίασε και έκοψε
ταχύτητα, για να δέσει στη έρημη αποβάθρα. Η αγωνία του
Αθίριλ μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, κάνοντας το μυαλό του
να πλάθει φριχτά σενάρια, για την τύχη των εξαφανισμένων
ανθρώπων. Μια ομάδα με επικεφαλής τον ίδιο, κατέβηκαν
στην παραλία και κατευθύνθηκαν με τα όπλα ανά χείρας, πρός
το κοντινό χωριό.
Από τα πρώτα βήματα που έκαναν στο δρόμους του
οικισμού, μπόρεσαν να καταλάβουν ότι είχε δοθεί μάχη.
Τζάμια σπασμένα, πόρτες ανοιγμένες ή τσακισμένες, έπιπλα
αναποδογυρισμένα και πεταμένα στην μέση του δρόμου,
μαυρισμένοι τοίχοι που μαρτυρούσαν το πέρασμα φωτιάς από
πάνω τους και γενικά μια χαώδης κατάσταση, που δεν άφηνε
αμφιβολίες σε κανέναν για το γεγονός, ότι κάτι δεν είχε πάει
καθόλου καλά σε εκείνον τον τόπο. Ο Αθίριλ προχωρούσε
πρώτος, με τον Ντάργκαν δύο βήματα πιο πίσω του. Ο
πεπειραμένος καπετάνιος δεν ήθελε να μπερδεύονται οι ρόλοι.
Όλα έπρεπε να συνηγορούν, στο ότι ο πρίγκιπας ήταν ο
απόλυτος αρχηγός τους. Τον άφηνε πιο μπροστά για να τους
οδηγάει, αλλά ήταν πάντα αρκετά κοντά για να μπορέσει να
προστατεύσει τον νεαρό, αν παρουσιαζόταν κάποιος κίνδυνος.
Η σκηνή της ερήμωσης συνεχιζόταν, όση ώρα και αν
περπατούσαν. Η ζωή είχε αφήσει εκείνο το μέρος για τα καλά
και ίσως και οι ίδιοι, να μην ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι.
Το τοπίο προκαλούσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα στους
εξερευνητές. Ένιωθαν συναισθήματα, που έρχονταν σε πλήρη
αντίθεση με εκείνα που είχαν νιώσει, στα προηγούμενα νησιά.
Δεν ένιωθαν ούτε την φιλόξενη διάθεση των κατοίκων, δεν
υπήρχαν καν κάτοικοι εδώ άλλωστε, ούτε τους περίμενε ένα
γεμάτο τραπέζι με όλα τα καλά που μπορούσαν να σκεφτούν
οι μάγειρες της περιοχής, ούτε χαμόγελα και επευφημίες να
τους κάνουν να νιώθουν σαν ήρωες και απελευθερωτές.
Κανένας δεν θα το παραδεχόταν, αλλά όλοι ήθελαν να φύγουν
το συντομότερο δυνατόν από αυτό το καταραμένο μέρος. Οι
πειρατές δεν είχαν αφήσει τίποτα που να αξίζει την προσοχή

119

των Θερίνιων. Ο Αθίριλ όμως επέμενε, ελπίζοντας πώς ίσως,
υπήρχε έστω και ένας επιζών. Απόδιωχνε λοιπόν εκείνο το
δυσάρεστο
προαίσθημα,
που
προσπαθούσε
να τον
προειδοποιήσει για κάποιον ακόμα αόριστο κίνδυνο και
συνέχιζε με αργό αλλά σταθερό βήμα.
Μακριά από το βλέμμα των ανυποψίαστων ανδρών, μια
μοναχική μορφή, άρχισε να τραβάει το σχοινί μιας τροχαλίας.
Το σχοινί αυτό, όντας δεμένο στην πόρτα ενός κλουβιού,
τεντώθηκε απότομα και άρχισε να την παρασέρνει μαζί του,
απελευθερώνοντας κάτι άγριο και θανατηφόρο. Ένα
χρεμέτισμα ακούστηκε και μετά βαριά βήματα από οπλές. Ένα
ογκώδες, πεινασμένο πλάσμα, βγήκε αργά με ερευνητικό
βλέμμα από το κλουβί. Η αιχμαλωσία και η πείνα είχαν
εντείνει τα φονικά του ένστικτα στο έπακρο και η ανάγκη για
λεία ήταν μεγάλη. Βγήκε από την κρυψώνα του και τα μάτια
του γυάλισαν, καθώς εντόπισαν τους άτυχους άντρες. Ο Αθίριλ
ένιωσε ένα τρεμούλιασμα της γής και άκουσε την έντρομη
φωνή ενός από τους άντρες της «Αέρινης»: «Είναι ένας
κερατόχοιρος! Τρέξτε!». Το μόνο που πρόλαβε να κάνει, ήταν
να ορμήσει μέσα σε ένα σπίτι μέσα από το σπασμένο
παράθυρο, γρατζουνίζοντας το σώμα του σε πολλά σημεία,
από τα εναπομείναντα γυαλιά.
Αυτές οι μικρές πληγές που προκλήθηκαν από την βουτιά
του, δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με το τι έπαθαν μερικοί
άντρες που δεν αντέδρασαν εγκαίρως. Αυτό το πλάσμα είχε το
μέγεθος ενός νεαρού ελέφαντα. Το πρόσωπο του είχε τα
κλασσικά χαρακτηριστικά ενός κοινού αγριόχοιρου, όμως όλο
το υπόλοιπο σώμα του, πέρα από το αφύσικο μέγεθος του, ήταν
καλυμμένο ολόκληρο από μυτερά κέρατα. Αυτό το τεράστιο
κερασφόρο κτήνος, ποδοπάτησε τρείς από τους άντρες που
βρήκε στο δρόμο του, ενώ άρπαξε στα δόντια του
διαμελίζοντας τελείως, έναν τέταρτο. Ο Ντάργκαν που είχε
αποφύγει και εκείνος την πρώτη αιφνιδιαστική έφοδο του ζώου,
όρμησε με το σπαθί του στοχεύοντας για τον λαιμό. Με ένα
τίναγμα της πλάτης του, το πανούργο πλάσμα, κάρφωσε ένα
από τα κέρατα του στον ώμο του καπετάνιου, ο οποίος

120

κρεμάστηκε αβοήθητος. Η μύτη είχε μπεί βαθιά και ο άντρας
αδυνατούσε να απελευθερωθεί, σφαδάζοντας από τους πόνους
που προκαλούσαν τα τραντάγματα από τον καλπασμό του
κτήνους.
Οι υπόλοιποι άντρες συνήλθαν από το αρχικό σόκ και
προσπάθησαν να αντιδράσουν. Έκαναν κάποιες προσπάθειες
να πλησιάσουν το αφηνιασμένο τέρας, αλλά αυτό στάθηκε
αδύνατον. Ο όγκος του και τα μυτερά του κέρατα, ήταν έτοιμα
να σπείρουν τον θάνατο. Επίσης δεν έμενε στιγμή ακίνητο.
Τρανταζόταν συνεχώς και εφορμούσε όποτε εντόπιζε κάποιο
θήραμα. Τα σαγόνια του έκλειναν απειλητικά, ελάχιστα
εκατοστά από τα μέλη των ναυτών, που προσπαθούσαν να
απελευθερώσουν τον Ντάργκαν. Ένα κέρατο χώθηκε στο μάτι
ενός άντρα βγάζοντας το τελείως. Ο άτυχος πολεμιστής
γονάτισε στο έδαφος, σφαδάζοντας από τους πόνους. Ο
κερατόχοιρος αντιλήφθηκε την αδυναμία του και γύρισε για να
τον αποτελειώσει. Μονάχα μερικά εκατοστά ακόμα και θα τον
έλιωνε κάτω από το βάρος του, για να γευτεί μετά την σάρκα
του με την ησυχία του. Τα χέρια του Αθίριλ, που δεν μπορούσε
πλέον να μένει απλός θεατής, άρπαξαν τον τραυματία και τον
έριξαν μέσα στην οικία, όπου είχε βρεί και αυτός καταφύγιο.
Εκείνος όμως δεν τον ακολούθησε. Έπρεπε να αντιμετωπίσει
αυτόν τον θεριστή.
Με μεγάλη λύπη, είδε τον φίλο του να κρέμεται
αβοήθητος, από την πλάτη του τέρατος. Ευτυχώς ο
θαλασσόλυκος, είχε λιποθυμήσει από τον πόνο και δεν
καταλάβαινε πλέον τίποτα. Ο Αθίριλ ένιωσε τυχερός για αυτήν
την συγκυρία. Δεν θα μπορούσε να συγκεντρωθεί ακούγοντας
τα βογκητά του Ντάργκαν, αλλά και δεν θα τολμούσε να
στοχεύσει πρός το κτήνος, με τον καπετάνιο να χτυπιέται
προσπαθώντας να απελευθερωθεί. Θα μπορούσε να τον
τραυματίσει ακόμα χειρότερα, σε μια ενδεχόμενη αστοχία του.
Τώρα που οι σπασμωδικές κινήσεις του πλέον έλειπαν, ο
κίνδυνος για κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ μικρότερος. Ο
κερατόχοιρος όρμησε εναντίον του, με μεγαλύτερο μένος από
πρίν. Του είχε στερήσει ένα σίγουρο θήραμα. Θα έπρεπε να

121

πληρώσει με την ζωή του. Ο Αθίριλ όμως κυλίστηκε στο έδαφος
αποφεύγοντας το τρείς φορές, εξοργίζοντας το ακόμα
περισσότερο. Το μυώδες πλάσμα δεν μπόρεσε να σταματήσει
εγκαίρως την φόρα που είχε πάρει, καταλήγοντας να γκρεμίσει
σπίτια και κολώνες, κατά μήκος του δρόμου. Ένα
αιματοβαμμένο πεδίο καταστροφής, μαρτυρούσε την δράση
του.
Ο Αθίριλ είχε διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε κάποιος να
πλησιάσει αρκετά κοντά, ώστε να πληγώσει το ζώο. Οι
πληγωμένοι σύντροφοι του, μπορούσαν να το πιστοποιήσουν
αυτό. Έπρεπε να το βάλλουν από μακριά. Με θλίψη του όμως
διαπίστωσε μια σπουδαία, όπως είχαν έρθει τα πράγματα,
παράλειψη. Δεν είχαν φέρει μαζί τους καθόλου τηλέμαχα
όπλα. Χωρίς ακόντια ή τόξα, υπήρχε μόνον μια λύση. Το
μαχαίρι του. Θα έπρεπε να στοχεύσει ανάμεσα από την
πληθώρα των φυσικών αιχμών του ζώου, ώστε να καταφέρει
να πλήξει κάποιο ζωτικό σημείο. Έπρεπε να στοχεύσει
γρήγορα και να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το παχύδερμο
ανέπτυσσε ταχύτητα και ερχόταν κατά πάνω του, με τις
φονικότερες των διαθέσεων. Έβγαλε το μαχαίρι του και
ετοιμάστηκε. Τέντωσε το χέρι του πρός τα πίσω και η λεπίδα
εκτοξεύθηκε. Οι ελπίδες του όμως δεν επαληθεύθηκαν. Το
όπλο χτύπησε σε ένα από τα δεκάδες κέρατα και
εξοστρακίστηκε. Βούτηξε στο πλάι φωνάζοντας ταυτόχρονα
για ένα μαχαίρι, πρός τους συντρόφους του. Ο κοντινότερος
του πέταξε το δικό του και ο Αθίριλ το έπιασε στον αέρα.
Ετοιμάστηκε για την δεύτερη του ευκαιρία. Ο
κερατόχοιρος έβγαλε ένα οργισμένο μούγκρισμα, που
φανέρωνε την απογοήτευση του. Το πεισμωμένο ζώο δεν θα
παρατούσε την προσπάθεια του, αν δεν τον ξεκοίλιαζε.
Κάποιος από τους δύο θα έπρεπε να πεθάνει. Αυτή η
μονομαχία δεν θα μπορούσε να τελειώσει με κανέναν άλλο
τρόπο. Ο τεράστιος αυτός όγκος σάρκας και οστών, κινήθηκε
για άλλη μια φορά. Δεν φαινόταν να κουράζεται ποτέ. Λές και
ήταν γεννημένο να κινείται συνεχώς, σπέρνοντας τον τρόμο
και την καταστροφή. Ο Αθίριλ στερέωσε τα πόδια του στην γή

122

και ετοιμάστηκε να πετύχει ότι δεν κατάφερε την προηγούμενη
φορά. Οι ναύτες της «Αέρινης» έμεναν καθηλωμένοι στις
γωνίες τους, μετά βίας αναπνέοντας. Το μαχαίρι έφυγε. Ο
Αθίριλ έβρισε αμέσως. Κατάλαβε ότι είχε λαθέψει. Δεν είχε
δώσει στην βολή του αρκετό ύψος. Το είδε να απομακρύνεται
από τον στόχο του, που ήταν το σημείο ανάμεσα στα μάτια του
ζώου και να παίρνει μια κατηφορική τροχιά.
Ένιωσε την απογοήτευση να βαραίνει τα μέλη του και
ήδη η συνείδηση του πάλευε να τον επαναφέρει στην
πραγματικότητα και να μην τον αφήσει να παραδοθεί ακόμα.
Αυτό όμως κράτησε κλάσματα δευτερολέπτου, αφού η εξέλιξη
ήταν μαγευτικά απρόσμενη. Το μαχαίρι ολοκλήρωσε την
πτήση του και καρφώθηκε στο αριστερό μπροστινό πόδι του
κτήνους. Η μάζα έπεσε με το πρόσωπο στην γή, συνεχίζοντας
την τρελή της πορεία, σερνάμενη ακάθεκτα. Ο κίνδυνος δεν
είχε αποφευχθεί. Τα κέρατα κατευθύνονταν ακόμα εναντίον
του πρίγκιπα. Απλά ο κερατόχοιρος αποτελούσε κίνδυνο άθελα
του και όχι συνειδητά, όπως μερικές στιγμές πρίν. Ο Θερίνιος
όμως κράτησε για άλλη μια φορά την ψυχραιμία του. Περίμενε
για την κατάλληλη στιγμή και εκείνη ακριβώς, βούτηξε και
πάλι πλαγίως, ξεφεύγοντας από την αρπάγη του θανάτου.
Κύλησε τρείς φορές στο χώμα, ακούγοντας τον πάταγο που
έκανε εκείνο το υπερμέγεθες γουρούνι, καθώς συγκρουόταν με
ένα ακόμα σπίτι, προσθέτοντας μερικά ακόμα συντρίμμια στον
απολογισμό της ημέρας.
Μέσα από τα συντρίμμια, ακούστηκε ένα βογκητό που
πρόδιδε πόνο. Έτσι τουλάχιστον ήλπιζε, ο καταπονημένος
πολεμιστής. Ο σκοτεινός όγκος σηκώθηκε μέσα από τον
κονιορτό. Ο Αθίριλ με χαρά είδε, ότι πολλά από τα κέρατα του,
είχαν συνθλιβεί κάτω από το βάρος του ίδιου του του σώματος
και αιμορραγούσε σε πολλά σημεία. Επίσης μερικά σπασμένα
δοκάρια, είχαν καρφωθεί μέσα στην σάρκα του, προκαλώντας
του πόνο και δυσκολία στην κίνηση. Αυτή η ανώμαλη
προσγείωση, δεν έκανε καθόλου καλό, στον εγωισμό του ζώου.
Η λεπίδα από το μαχαίρι είχε σπάσει και είχε μείνει
σφηνωμένη στο πόδι του, αναγκάζοντας το να κουτσαίνει. Έτσι

123

λαβωμένος σε πολλά σημεία, ο κυνηγός αυτός της φύσης,
κάρφωσε τα κόκκινα από οργή μάτια του, στον καταραμένο
εκείνον άνθρωπο, που αψηφούσε την ανωτερότητα του και
επέμενε να αντιστέκεται. Ο Αθίριλ του αντιγύρισε το βλέμμα.
Δεν θα έδειχνε φόβο, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα.
Ο κερατόχοιρος εφόρμησε μπροστά. Με μια κοφτή εντολή
του Αθίριλ, άλλο ένα μαχαίρι, στάλθηκε από τους ναύτες πρός
το μέρος του. Τότε όμως μια σκέψη που πάγωσε όλο του το
σώμα, πέρασε από το μυαλό του καταστρέφοντας με τα
μοχθηρά της νύχια, κάθε δυνατότητα για σωστή αντίδραση. Ο
Ντάργκαν δεν βρισκόταν πια πάνω στο σώμα του
κερατόχοιρου. Η τελευταία σύγκρουση, ίσως ήταν μοιραία για
τον καπετάνιο και αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε το τσακισμένο
του κορμί θα πρέπει να βρισκόταν άψυχο, κάπου στα
συντρίμμια. Ίσως το κέρατο από το οποίο κρεμόταν τόση ώρα,
να είχε καρφωθεί ακόμα πιο βαθιά με την σύγκρουση,
κόβοντας το νήμα της ζωής του. Ακόμα όμως και αν κάτι τέτοιο
δεν είχε συμβεί, θα μπορούσε να έχει καταπλακωθεί από το
σώμα του τεράστιου αυτού πλάσματος, ή να έχει βρεθεί στην
ίδια μοίρα από τα συντρίμμια που είχαν πέσει καθώς το κτίσμα
κατέρρεε. Και εκείνος ήταν που είχε αναγκάσει το κτήνος, σε
αυτήν την τρελή πορεία. Εκείνος θα ήταν υπεύθυνος για ότι θα
είχε συμβεί.
Οι φωνές των έντρομων αντρών της θερινιακής
ναυαρχίδας, τον ξύπνησαν από τον λήθαργο των σκέψεων του,
που λίγο ακόμα και θα του είχαν στοιχίσει την ζωή. Ο θάνατος
ερχόταν με φόρα κατά πάνω του. Πήδηξε και πάλι, αυτή τη
φορά όμως όχι πολύ μακριά. Στόχευσε ενώ ήταν ακόμα στον
αέρα και ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πρίν συγκρουστεί με
το έδαφος, ένιωσε την χαρά του θριάμβου. Το μαχαίρι δεν
καρφώθηκε, αλλά όμως, πέρασε από το δεύτερο μπροστινό
πόδι που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν ακόμα άθιχτο. Πέρασε
αρκετά κοντά, ώστε να δημιουργήσει μια τομή αρκετά βαθιά
και καταστρεπτική για τον τένοντα, ώστε και αυτό το πόδι να
παραμείνει άχρηστο. Το παχύδερμο έζησε για δεύτερη φορά
την προηγούμενη πτώση, με την ίδια επώδυνη σφοδρότητα.

124

Σκόνη κάλυψε τα πάντα και όλοι κράτησαν την ανάσα τους
περιμένοντας. Ακούστηκε μια κίνηση. Ένα σύρσιμο. Ένα
παραπονεμένο γρύλισμα. Μετά τίποτα. Η σκόνη κατακάθισε
και αποκάλυψε το θέαμα, που όλοι περίμεναν εναγωνίως. Ο
χοίρος είχε μείνει στο έδαφος κοιτώντας τους, ανήμπορος να
αντιδράσει. Είχε παραιτηθεί.
Φωνές χαράς ξέσπασαν από παντού και τα πανηγύρια
ξεκίνησαν χωρίς καθυστέρηση. Οι άντρες της «Αέρινης»
έτρεξαν κοντά στον αρχηγό τους και τον αγκάλιασαν, δίνοντας
του συγχαρητήρια, για τον τρομερό τρόπο με τον οποίο είχε
αντιμετωπίσει το τρομακτικό εκείνο ζώο, στου οποίου τον
δρόμο κανένας άλλος δεν είχε τολμήσει να σταθεί. Ο Αθίριλ
όμως τους παραμέρισε όλους, χωρίς να συμμερίζεται την
εμφανή χαρά και ανακούφισή τους. Έτρεξε με την καρδιά του
να χτυπάει δυνατά πρός το σπίτι, ή ότι είχε απομείνει από
αυτό, στο οποίο βρισκόταν το σώμα του Ντάργκαν. Έσκυψε και
άρχισε να παραμερίζει με όλη του την δύναμη τα μπάζα, που
εμπόδιζαν το έργο του και δεν τον άφηναν να δεί που ακριβώς
βρισκόταν, ο γενναίος καπετάνιος. Τα χέρια του είχαν ματώσει
από την προσπάθεια, αφού τα συντρίμμια ήταν γεμάτα από
μυτερές προεξοχές. Ο πόνος όμως δεν τον ένοιαζε. Ο
Ντάργκαν ήταν πάντα εκεί για εκείνον. Του όφειλε πολλά. Δεν
θα άντεχε να σκέφτεται, ότι μια φορά που τον χρειάστηκε
εκείνος, δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στο κάλεσμα για
βοήθεια.
Συνέχισε το σκάψιμο με εντεινόμενη αγωνία. Οι
υπόλοιποι είχαν ριχτεί και αυτοί, με παρόμοιο ζήλο, στην
ανεύρεση του αγαπημένου τους αρχηγού. Ξαφνικά, ένα χέρι
εμφανίστηκε μέσα από την σκόνη και γράπωσε τον Αθίριλ.
Ήταν εκείνος. Ο νεαρός έσκαψε με μανία στο συγκεκριμένο
σημείο. Μετά από λίγα λεπτά ένας ταλαιπωρημένος
Ντάργκαν, έβγαινε βογκώντας και υποβασταζόμενος μέσα
από πέτρες και δοκάρια. Τα δοκάρια αυτά τελικά
αποδείχθηκαν χρήσιμα, αφού τα χρησιμοποίησαν για να
φτιάξουν ένα πρόχειρο φορείο, για τον βαριά τραυματισμένο
σύντροφο τους. Έσπευσαν να γυρίσουν στο καράβι, όπου ο

125

γιατρός θα ήξερε καλύτερα απ’ όλους, τι θα έπρεπε να κάνει. Ο
Αθίριλ έβλεπε την τεράστια πληγή από το κέρατο του
κερατόχοιρου και η ανησυχία του μεγάλωνε ακόμα
περισσότερο. Με κάθε τράνταγμα, το αιχμηρό μέλος, ,διείσδυε
ακόμα περισσότερο στην σάρκα του άτυχου άντρα. Είχε ήδη
χάσει πολύ αίμα και έπρεπε να βιαστούν. Μπορούσε ήδη να δεί
καθώς έτρεχε κρατώντας το φορείο, το κατάρτι της ναυαρχίδας
να ξεπροβάλει ανάμεσα από τις σκεπές των σπιτιών.
Μετά από μια ώρα καθόταν σκεπτικός στην κουπαστή
κοιτάζοντας το νησί, αναμοχλεύοντας στο νού την πιο
πρόσφατη περιπέτεια τους. Άκουσε βήματα και γύρισε αμέσως
περιμένοντας μια απάντηση.
«Θα ζήσει. Θα αργήσει όμως να ξανανέβει στο
κατάστρωμα, για να διοικήσει το πλήρωμα. Φαίνεται πώς όλα
πλέον, περνάνε στα δικά σου χέρια».
Ο Αθίριλ άκουσε τα λόγια του γιατρού, χωρίς να αφήσει
κάποια αντίδραση να φανερωθεί στο σημαδεμένο πρόσωπο
του. Απλά γύρισε και πάλι πρός το νησί. Κάθε νησί και μια
παγίδα. Κάθε παγίδα και ένα καινούργιο θύμα από το
θερινιακό έμψυχο δυναμικό. Οι πειρατές ήξεραν καλά τι
έκαναν. Δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τον πανίσχυρο στόλο
του. Έτσι έκαναν κάτι σαν ανταρτοπόλεμο της θάλασσας. Ένα
είδος πολέμου που μέχρι στιγμής, έδειχνε να ταιριάζει πολύ
περισσότερο στους αντιπάλους, παρά στις δικές του δυνάμεις.
Όμως όταν η γάτα είναι αποφασισμένη και δυνατή, πόσο
άραγε μπορεί να αντέξει το ποντίκι; Όσοι πειρατές είχαν πέσει
στα χέρια του, είχαν πληρώσει ακριβά την ατυχία τους. Όποτε
ο στόλος είχε ζημιωθεί, είχαν καταφέρει να απαντήσουν με ένα
ακόμα πιο σκληρό χτύπημα στους υπαίτιους. Αυτή η φορά, δεν
έπρεπε να αποτελέσει εξαίρεση. Άραγε ο κερατόχοιρος είχε
αφεθεί ελεύθερος στο νησί, ή μήπως κάποιος τον είχε
ελευθερώσει την κατάλληλη στιγμή; Στην δεύτερη περίπτωση,
αυτός ο κάποιος θα πρέπει να ήταν ακόμα πάνω στο νησί.
Πήρε μερικούς ξεκούραστους άντρες μαζί του και
ξανακατέβηκε από το καράβι. Η καινούργια ομάδα ήταν
εμφανώς αγχωμένη. Είχαν δεί σε τι κατάσταση είχαν γυρίσει

126

μερικοί από τους συντρόφους τους και είχαν προσέξει το
γεγονός ότι μερικοί, δεν είχαν επιστρέψει καθόλου. Ο Αθίριλ
διαισθάνθηκε την ψυχική τους κατάσταση, όμως ήταν πολύ
εκνευρισμένος και ανυπόμονος, ώστε να κάνει μια από τις
συνηθισμένες εμψυχωτικές ομιλίες, που αρμόζουν σε ένα
στρατιωτικό ηγέτη. Προχωρούσε με βήμα αποφασιστικό και
ύφος που έδειχνε, ότι όποιον δεν ήταν πρόθυμος να τον
ακολουθήσει, θα τον περίμενε μια χειρότερη μοίρα, από
οποιονδήποτε κίνδυνο θα έβρισκαν πάνω στο νησί. Το βλέμμα
του τιναζόταν σε διάφορες κατευθύνσεις, προσπαθώντας να
εντοπίσει την παραμικρή κίνηση στην έρημη πόλη. Στον
παραμικρό ήχο που προκαλούσε το αδύναμο φύσημα του
ανέμου, τέντωνε το αυτί του προσεκτικά. Ένιωθε μέσα του μια
ανεξήγητη σιγουριά, ότι κάποιος ήταν ακόμα εκεί και θα τον
έβρισκε.
Έφτασαν στο σημείο που βρισκόταν πεσμένος ο
κερατόχοιρος. Το ζώο είχε σταματήσει να κουνιέται και είχε
παραδοθεί τελείως στην ακινησία. Το βλέμμα του, αν και δεν
ήταν ανθρώπινο, χαρακτηριζόταν από μια απέραντη δυστυχία.
Ένα τόσο δυνατό πλάσμα, δεν συνήθιζε εύκολα στην ιδέα της
ήττας. Οι άντρες το κοίταξαν έντρομοι, αν και ήταν ανήμπορο
να τους βλάψει. Οι περισσότεροι, μπορεί και όλοι, δεν είχαν
ξαναδεί ποτέ στην ζωή τους κάτι τέτοιο, πράγμα που
συνέβαινε άλλωστε και με τον Αθίριλ. Αν δεν είχε ακούσει τις
κραυγές ενός ναύτη της προηγούμενης ομάδας, ούτε το όνομα
του δεν θα ήξερε. Αγνόησε το κτήνος, αφού δεν αποτελούσε
πλέον κίνδυνο. Αποφάσισε, ότι εκεί ήταν ένα καλό σημείο, για
μια πιο προσεκτική έρευνα. Γύρισε στους άντρες του.
«Ψάχνουμε για έναν ή περισσότερους ανθρώπους, οι
οποίοι θα μπορούσαν να ελευθερώσουν αυτό το πράγμα
εναντίον μας. Κάντε το μέρος άνω κάτω, αλλά φέρτε μου
κάποιον. Δεν θα γυρίσουμε αν δεν βρούμε τουλάχιστον ένα
σημάδι, ότι κάποιος έμενε εδώ και μας περίμενε».
Δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω να ειπωθεί. Η ομάδα
επιδόθηκε αμέσως στο καθήκον της και ο Αθίριλ τους άφησε,
ήσυχος ότι θα έκαναν σωστά την δουλειά τους. Ο ίδιος δεν

127

έκατσε να ψάξει στην πόλη, αλλά κατευθύνθηκε σε ένα ύψωμα
που ήταν λίγο πιο έξω από την πόλη και είχε πολλούς βράχους
και εγκοπές στην γή, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια
πάρα πολύ καλή κρυψώνα για κάποιον. Ήταν επίσης το
μοναδικό σημείο πρός το οποίο, θα μπορούσε κάποιος να
κατευθυνθεί, προσπαθώντας να αποφύγει την θάλασσα, απ’
όπου ερχόταν εκείνος και η ομάδα του. Πήγε λοιπόν εκεί
αποφασισμένος, να μην αφήσει καμία πιθανότητα
ανεκμετάλλευτη. Έφτασε στο ύψωμα και θηκάρωσε το σπαθί
του. Για να σκαρφαλώσει θα χρειαζόταν και τα δύο του χέρια.
Άρχισε να ανεβαίνει, στήνοντας πολλές φορές το αυτί του, για
κάποιον θόρυβο που θα πρόδιδε το θύμα του. Ένα θύμα, που
ακόμα υπήρχε μόνο στην φαντασία του. Ο ήλιος έκαιγε και ήδη
είχε αρχίσει να ιδρώνει.
Μετά από λίγο αποφάσισε να σταματήσει λίγο και να
βγάλει την μπλούζα του. Είχε φτάσει σχεδόν στην κορυφή.
Όμως εκεί δεν μπορούσε να κρυφτεί κανείς. Στόχος του ήταν
να φτάσει σε κάποιες εγκοπές, που φαίνονταν από τα αριστερά
του. Ήπιε λίγο νερό και συνέχισε πρός την πιθανή κρυψώνα. Το
σημείο ήταν αρκετά απότομο, έτσι χρειάστηκε να κρατηθεί
αρκετά γερά, ώστε να τραβήξει τον εαυτό του μέσα και να ρίξει
μια ματιά στην φυσική εσοχή. Ήταν θέμα κλασμάτων του
δευτερολέπτου, που το μαχαίρι βρήκε τον ώμο του και όχι τον
λαιμό του. Λίγο αργότερα αν είχε κινηθεί, ο πειρατής θα τον
είχε σκοτώσει στην στιγμή. Το αίμα ανάβλυσε καυτό από την
πληγή και λέρωσε το γυμνό του στήθος. Ο πρίγκιπας όμως δεν
πτοήθηκε πολύ. Έσφιξε τα δόντια και άρπαξε τον επιτιθέμενο
από τον λαιμό. Εκείνος για να μπορέσει να απελευθερωθεί από
την μέγγενη του Θερίνιου, έστριψε το μαχαίρι μέσα στην
πληγή. Ο Αθίριλ απάντησε, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο
τον λαιμό.
Ο επίδοξος δολοφόνος άρχισε να πανικοβάλλεται. Ο
αέρας δεν έφτανε στα πνευμόνια του και το χρώμα του έδειχνε
τα πρώτα σημάδια ασφυξίας. Άφησε το μαχαίρι και έδωσε
μερικά αδύναμα χτυπήματα στο στήθος του Αθίριλ. Δεν
κατάφερε τίποτα και με ένα απότομο τράβηγμα, που

128

δυσκόλευσε και αυτήν την ελάχιστη αναπνοή που είχε
καταφέρει να διατηρήσει, βρέθηκε έξω στον φωτεινό ουρανό,
αντικρίζοντας έναν άνθρωπο εκτός εαυτού. Ο στραγγαλιστής
του τον ακούμπησε σε ένα βράχο και με μια κίνηση που
πονούσε και μόνο να την βλέπει κανείς, έβγαλε το μαχαίρι από
τον ώμο του. Το αίμα πιτσίλισε το πρόσωπο του πειρατή,
τρομοκρατώντας τον ακόμα περισσότερο. Ο ξανθός άντρας
κάρφωσε με την σειρά του το μαχαίρι στον ώμο του κουρσάρου
και άρχισε να το γυρίζει με κακία που έλαμπε στα μάτια του. Ο
κακοποιός ούρλιαξε και άρχισε να ικετεύει για έλεος. Το
ζητούσε όμως από λάθος άνθρωπο. Απελπισμένος και
σίγουρος για τον θάνατο του, άρχισε να συσπάται από τους
λυγμούς. Ο πόνος ήταν ανυπόφορος και μπορούσε να οδηγήσει
στην τρέλα και τον πιο δυνατό άντρα.
«Ο πόνος μπορεί να σταματήσει. Πρέπει όμως να μου
πείς, μερικά πραγματάκια πρώτα. Συμφωνείς;» είπε ο Αθίριλ.
Ο πειρατής έγνεψε με το κεφάλι του, πώς φυσικά συμφωνούσε.
Λίγοι θα είχαν πράξει διαφορετικά στην θέση του.
«Ωραία. Αυτό που θέλω να μου πείς είναι, πότε θα έρθουν
οι φίλοι σου να σε μαζέψουν».
Πέρασε μια μέρα. Κόντευε μεσημέρι όταν το πειρατικό
έφτασε στην παραλία του νησιού και άραξε για να κατέβουν οι
επιβάτες του. Οι άντρες του καραβιού είχαν πάρει όλες τις
απαραίτητες προφυλάξεις, πρίν φτάσουν στο νησί.
Παρακολουθούσαν από μακριά, όλη την προηγούμενη μέρα,
τον τεράστιο στόλο να φτάνει στα ανοιχτά του νησιού και ένα
μοναδικό καράβι να αφήνει τους ναύτες του πάνω στο νησί. Αν
όλα είχαν πάει καλά, μερικοί από αυτούς τους ναύτες δεν θα
είχαν ξαναγυρίσει ποτέ στις καμπίνες τους, μετά από την
περιήγηση τους σε εκείνον τον τόπο. Τελικά, μετά από ώρες, ο
στόλος είχε αναχωρήσει για τον επόμενο προορισμό του και το
νησί ήταν και πάλι ασφαλές για εκείνους. Πήγαν σίγουροι
πλέον ότι δεν διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο και ανυπόμονοι να
δούν τα αποτελέσματα της παγίδας τους. Μια ομάδα από πέντε
άντρες κατέβηκε στην στεριά, όλοι τους οπλισμένοι. Δεν
ήξεραν αν ο κερατόχοιρος είχε γυρίσει στο κλουβί του και δεν

129

ήθελαν να πάθουν ότι ήλπιζαν, ότι θα είχαν πάθει οι εχθροί
τους.
Προχώρησαν διστακτικά πρός την πόλη, την οποία είχαν
λεηλατήσει αυτοί και οι συνάδελφοι τους κατ’ επανάληψη και
που πλέον δεν είχε ούτε έναν κάτοικο, να της δώσει έστω και
μια μικρή λάμψη ζωής. Προχώρησαν και αυτό που είδαν έφερε
αγαλλίαση στην καρδιά τους. Θερινιακά πτώματα παντού,
σκορπισμένα στους δρόμους της πόλης. Μέσα στα γκρεμισμένα
σπίτια, ανάμεσα από τα μπάζα, μπορούσε κανείς ξεκάθαρα να
δεί διάφορα ανθρώπινα μέλη να προεξέχουν. Ο κερατόχοιρος
είχε προκαλέσει μεγάλη καταστροφή. Μπορούσαν μόνο να
φανταστούν, με πόση οργή ξεκοίλιαζε τους καταραμένους
Θερίνιους και έστελνε την ψυχή τους στον άλλο κόσμο. Όσες
περισσότερες εικόνες απορροφούσαν, τόσο περισσότερο η
καρδιά τους ευφραινόταν από την επιτυχία. Άρχισαν τα
χωρατά και τα πειράγματα. Τα γέλια τους αντηχούσαν στην
ερημιά. Σκέφτονταν πόσο χαρούμενος θα ήταν ο καπετάνιος,
από την συγκομιδή των πτωμάτων.
Το μόνο που έμενε τώρα, ήταν να βρούν τον φίλο τους τον
Φέσπιακ και τον κερατόχοιρο και να έφευγαν από εκείνον τον
τόπο του θανάτου. Άρχισαν να φωνάζουν το όνομα του, χωρίς
όμως να πάρουν απάντηση. Μήπως ο Φέσπιακ είχε πέσει και
αυτός θύμα της μανίας του ζώου; Ξαφνικά, μια απάντηση ήρθε
στα καλέσματα τους. Ήταν μια απάντηση που τους πάγωσε το
αίμα. Ένα κεφάλι κύλησε ανάμεσα τους. Ήταν του Φέσπιακ.
«Αυτό μου φαίνεται ανήκει σε εσάς. Ο φίλος σας δεν
μπορεί να σας μιλήσει πρός το παρόν. Σε λίγο όμως θα πάτε να
τον συναντήσετε εκεί που τον έστειλα, οπότε μην
στενοχωριέστε πολύ για την απουσία του».
Οι πειρατές γύρισαν και αντίκρισαν έναν μοναχικό
πολεμιστή να τους προκαλεί, με το σπαθί του έτοιμο για μάχη.
Θα πρέπει να ήταν τρελός αν νόμιζε, ότι θα μπορούσε να τα
βάλει με όλους. Όρμησαν εναντίον του εξαγριωμένοι από την
προκλητική του συμπεριφορά, αλλά και για τον θάνατο του
φίλου τους. Οι καρδιές τους αναπήδησαν από τον τρόμο, όταν
είδαν με τα ίδια τους τα μάτια, τα πτώματα των Θερίνιων, να

130

σηκώνονται από το έδαφος και να ρίχνονται εναντίον τους.
Ήταν όλα λοιπόν ένα τέχνασμα. Όμως οι ναύτες του
πειρατικού, δεν είχαν χρόνο να συνειδητοποιήσουν την πλάνη
τους. Ήταν νεκροί μέσα σε δευτερόλεπτα, αφού οι μέχρι πρίν
από λίγα λεπτά «νεκροί» Θερίνιοι, ήταν διπλάσιοι σε αριθμό. Ο
Αθίριλ συγκέντρωσε τους άντρες του. Κανείς δεν είχε πάθει
τίποτα. Οι πειρατές δεν ήξεραν τι τους χτύπησε και είχε σταθεί
αδύνατον για αυτούς να αμυνθούν, στην ξαφνική επίθεση που
δέχτηκαν.
Η ομάδα κινήθηκε για τον επόμενο στόχο. Το εχθρικό
καράβι λικνιζόταν αμέριμνα, από το γαλήνιο πάφλασμα των
ήρεμων νερών του κόλπου. Ο καπετάνιος περίμενε με
ανυπομονησία την επιστροφή της ομάδας, με νέα που ήλπιζε
ότι θα ήταν ευχάριστα. Ήθελε να νιώσει την ικανοποίηση, ότι η
ιδέα του είχε φέρει την συμφορά στους καταραμένους και
υπερόπτες Θερίνιους. Ευλογημένη η μέρα που θα γύρναγαν
πίσω στην βρωμερή τους χώρα και θα τους άφηναν ήσυχους να
συνεχίσουν την ζωή τους, όπως πρίν. Η ματιά του σάρωνε την
παραλία, αλλά δεν μπορούσε να δεί πουθενά κανέναν. Ίσως να
είχε συμβεί κάτι κακό. Ή ίσως οι άντρες του απλά να
χαζολογούσαν στη στεριά, αδιαφορώντας για την αγωνία του.
Συνοφρυώθηκε στην πιθανότητα αυτή και σκέφτηκε δύο, τρία
καψόνια, αν η δεύτερη του σκέψη έβγαινε αληθινή. Ξαφνικά
όμως, άκουσε έναν ήχο. Τα αυτιά του τεντώθηκαν. Από που να
ήρθε άραγε; Ένας δεύτερος ήχος, πολύ πιο δυνατός
ακολούθησε, συνοδευόμενος από ένα τράνταγμα κάτω από τα
πόδια του.
Ελάχιστα μέτρα μακριά του, είχε προσγειωθεί το
τσακισμένο σώμα του παρατηρητή. Ένα βέλος είχε διαπεράσει
το ένα του μάτι, με την μύτη του να εξέχει από το πίσω μέρος
του κεφαλιού του. Ο καπετάνιος αμέσως γύρισε για να σημάνει
τον συναγερμό. Το μόνο πράγμα όμως που βγήκε από το στόμα
του, ήταν το ίδιο του το αίμα, καθώς το σπαθί του Αθίριλ τον
διαπέρασε αφαιρώντας του την ζωή. Ένας ένας οι πειρατές που
βρίσκονταν για την νυχτερινή βάρδια στο κατάστρωμα, έπεσαν
νεκροί. Το μέρος γέμισε από αποφασισμένους Θερίνιους. Ο

131

Αθίριλ κάνοντας νοήματα για να μην προδοθούν από την
ομιλία τους, διέταξε τους πολεμιστές του να κατευθυνθούν
πρός τους κοιτώνες, των υπόλοιπων ναυτών του καραβιού.
Ήταν λιγότεροι τώρα και έπρεπε να τους αιφνιδιάσουν, ενώ οι
άλλοι ακόμα κοιμόντουσαν. Ο Αθίριλ μπήκε πρώτος και
κατέβηκε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, τις σκάλες του
καραβιού. Ο φωτισμός εκεί κάτω ήταν ελάχιστος και τον
συντηρούσαν μόνο μερικά κεριά.
Πέρασαν όλοι μέσα από την μικρή πορτούλα και άρχισαν
την περιπλάνηση τους μέσα στο εσωτερικό του καραβιού, σε
αναζήτηση των ανύποπτων αντιπάλων τους. Ο καθένας
έβλεπε μονάχα την πλάτη του μπροστινού του, ενώ όλοι
στηρίζονταν στον Αθίριλ για να τους καθοδηγήσει. Ο χώρος
ήταν ασφυκτικά στενός και πνιγηρός, το φώς ήταν λίγο και οι
κινήσεις τους απελπιστικά περιορισμένες, αφού και ο
παραμικρός τριγμός θα μπορούσε να αποβεί μοιραίος. Σε αυτές
τις καθόλου ιδανικές συνθήκες, συνέχισαν την ριψοκίνδυνη
επιχείρηση τους. Σε μια στιγμή ο Αθίριλ, σταμάτησε απότομα.
Η μικρή ουρά των αντρών κοκάλωσε και εκείνη. Όλοι
τέντωσαν τους λαιμούς τους, για να δούν τι είχε σταματήσει
τον αρχηγό τους. Μέσα από μια μικρή πορτούλα, μια αχτίδα
φωτός χαράκωνε το σκοτεινό πάτωμα. Αυτή η αχτίδα
διακοπτόταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, από μια σκιά.
Κάποιος ήταν σε αυτό το δωμάτιο και σίγουρα δεν κοιμόταν.
Αν ήθελαν να συνεχίσουν, θα έπρεπε να τον εξοντώσουν
πρώτα. Δεν είχαν καμία πιθανότητα να περάσουν από αυτήν
την πόρτα, χωρίς να τους αντιληφθεί.
Ο Αθίριλ άνοιξε την πόρτα ελάχιστα. Είδε έναν τροφαντό
άντρα, με βρώμικη ποδιά και μαντίλα στο κεφάλι. Πρέπει να
ήταν ο μάγειρας και εκείνο το δωμάτιο κάτι που έμοιαζε με
κουζίνα. Οι κανόνες υγιεινής, δεν φαίνονταν να ισχύουν στη
συγκεκριμένη περίπτωση. Από το μυαλό του πρίγκιπα πέρασε
αστραπιαία η απαστράπτουσα κουζίνα της «Αέρινης» και την
σύγκρινε άθελα του με την θλιβερή εικόνα βρωμιάς και
δυσωδίας που είχε μπροστά του εκείνη την στιγμή. Ο μάγειρας
δεν φαινόταν να έχει αντιληφθεί, ότι ένας ξανθός άντρας με

132

σπαθί στο χέρι, κρυφοκοίταζε στην κουζίνα του. Συνέχιζε να
ανακατεύει αμέριμνος με την κουτάλα του, ένα ζωμό
απροσδιορίστου ποιότητος, μέσα σε μια κατσαρόλα που ένας
θεός ήξερε πότε είχε πλυθεί για τελευταία φορά. Ο Αθίριλ
αποφάσισε να κάνει την κίνηση του και να ριψοκινδυνεύσει
κάποια πιθανή φασαρία. Άνοιξε την πόρτα και με μια
αστραπιαία κίνηση, όρμησε στον μάγειρα. Όλα έπρεπε να
γίνουν σε κλάσματα δευτερολέπτου και από το στόμα του
θύματος, να μην βγεί ο παραμικρός ήχος.
Καθώς όμως ο Αθίριλ βρισκόταν στην μέση της επίθεσης
του, ο μάγειρας με ένα αναπάντεχο τίναγμα, έστειλε όλον τον
καυτό ζωμό, πάνω στον Αθίριλ. Τελευταία στιγμή ο Θερίνιος
πρόλαβε να γυρίσει την πλάτη του και να προφυλάξει το
πρόσωπο του, από το καυτό υγρό. Ένιωσε την πλάτη του να
τσουρουφλίζεται και έσφιξε τα δόντια για να μην ουρλιάξει. Ο
πόνος τον γονάτισε και ένιωσε την λαβή του σπαθιού του, να
ξεγλιστράει από τα χέρια του. Ο μάγειρας βλέποντας την
ευκαιρία του, πήρε έναν μπαλτά, με τον οποίο συνήθως
τεμάχιζε το κρέας και ζύγωσε για το τελειωτικό χτύπημα.
Έπεσε όμως νεκρός στο δεύτερο βήμα. Ο άντρας που ερχόταν
ακριβώς πίσω από τον Αθίριλ, ο Κίντεν, έριξε με θανατηφόρα
ακρίβεια το στιλέτο του στο λαρύγγι του επιτιθέμενου. Ο
άντρας έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα της κουζίνας, αλλά αυτός
ήταν ο μοναδικός θόρυβος που προκλήθηκε από την όλη
διαμάχη. Μια λίμνη αίματος σχηματίστηκε γρήγορα, γύρω από
το πτώμα. Όλοι κράτησαν την αναπνοή τους, περιμένοντας να
δούν αν κάποιος είχε ξυπνήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα,
ανάσαναν με ανακούφιση, αφού δεν φάνηκε καμία κίνηση από
πουθενά.
Ο Κίντεν έπιασε τον Αθίριλ από το μπράτσο και τον
βοήθησε να σηκωθεί. Αφού ο πληγωμένος στάθηκε επιτυχώς
στα πόδια του, του έδωσε το σπαθί του το οποίο το κράτησε,
όσο πιο σταθερά του επέτρεπε ο πόνος του. Τελικά
αποδείχθηκε πώς ο μάγειρας ήταν αρκετά πανούργος, αφού
είχε αντιληφθεί τον Θερίνιο αλλά προσποιήθηκε το αντίθετο,

133

για να τον πιάσει απροετοίμαστο σε μια ξαφνική επίθεση. Ο
Κίντεν κοίταξε τον αρχηγό του με ανησυχία.
«Θα καταφέρεις να συνεχίσεις ή να εγκαταλείψουμε;»
ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Σε καμία περίπτωση. Μπορούμε να αποφύγουμε την
μάχη και να τους σφάξουμε όλους στον ύπνο, εξοικονομώντας
άντρες και δυνάμεις. Είναι ευκαιρία που δεν θα ξαναέχουμε. Σε
λίγο ξημερώνει. Προχωράμε όπως σχεδιάσαμε, με μια όμως
διαφορά».
«Και ποιά είναι αυτή;»
«Ο πόνος στην πλάτη μου μπορεί να με κάνει απρόσεχτο,
καθώς θα σας οδηγάω. Αντί λοιπόν για μένα, επικεφαλής θα
μπείς εσύ». Ο Κίντεν ένιωσε έκπληξη από αυτήν την απόφαση.
Βλέποντας όμως τον τρόπο που έτριζαν τα δόντια του αρχηγού,
καθώς συγκρατούσε τον πόνο του, κατάλαβε την
αναγκαιότητα της.
«Εντάξει προχωράμε» ψιθύρισε στους άντρες και η ομάδα
ξεκίνησε, αφήνοντας το μικρό απρόοπτο πίσω της. Η μικρή
τους πορεία στο σκοτάδι ξεκίνησε εκ νέου. Ο Κίντεν φαινόταν
να έχει εμπειρία στο θέμα, αφού οι κινήσεις του
χαρακτηρίζονταν από τρομερή άνεση. Ο Αθίριλ ένιωσε ακόμα
μεγαλύτερη σιγουριά για την απόφαση του. Άλλωστε ήταν μια
απόφαση που έπρεπε να παρθεί σε δευτερόλεπτα. Ώρες όμως
του φάνηκαν αντίθετα, τα λίγα λεπτά που χρειάστηκαν για να
φτάσουν μέχρι μια πόρτα και να σταματήσουν για δεύτερη
φορά. Αυτή τη φορά ήλπιζαν σε λιγότερες απώλειες. Ο Κίντεν
άνοιξε με προσοχή το πόμολο και η πόρτα έτριξε, καθώς άνοιγε
και φανέρωνε τους κοιτώνες των πειρατών. Το τρίξιμο
προκάλεσε μια πληθώρα κατάρων, όλες φυσικά εσωτερικές.
Τελικά οι πολεμιστές δεν έγιναν αντιληπτοί από κανέναν,
μπαίνοντας έτσι ανενόχλητοι στο μεγάλο δωμάτιο. Το πρώτο
κεφάλι που έφυγε απ’ την θέση του, ήταν ενός πειρατή που
ξύπνησε καθώς ο Κίντεν πέρασε από δίπλα του.
Η κραυγή που προσπάθησε να βγάλει για να ειδοποιήσει
τους συντρόφους του, δεν βγήκε ποτέ από το στόμα του. Ο
γδούπος όμως από το κομμένο μέλος που κατρακύλησε στο

134

πάτωμα, ξύπνησε τους πιο κοντινούς από τους κοιμισμένους
κουρσάρους, οι οποίοι προσπάθησαν και αυτοί να μιμηθούν
τον αποθανόντα φίλο τους. Με τον γρήγορο θάνατο και αυτών
η σφαγή ξεκίνησε για τα καλά. Ο Αθίριλ δεν έμεινε πίσω. Οι
σουβλιές που ένιωθε στην παραμικρή κίνηση, δεν ήταν αρκετές
για να τον κατευνάσουν. Οι περισσότεροι πέθαναν πρίν
καταλάβουν τι συνέβαινε, αλλά μερικοί πρόλαβαν να πάρουν
τα όπλα. Έτσι ξεκίνησε μια άγρια μάχη, σε έναν απελπιστικά
στενό χώρο. Πολλά χτυπήματα γίνονταν στην τύχη και
ορισμένα είχαν ολέθρια αποτελέσματα για τον χτυπημένο.
Μέσα στον ελάχιστο φωτισμό των κεριών, το λάθος γινόταν
εύκολα και πολλοί τραυμάτισαν ή και σκότωσαν τους ίδιους
τους τους συμπολεμιστές. Όμως μέσα σε αυτόν τον
πανζουρλισμό, οι Θερίνιοι ήταν εκείνοι που ήταν
ετοιμοπόλεμοι και αποφασισμένοι. Οι εχθροί τους,
επηρεασμένοι ακόμα από τον βαθύ ύπνο στον οποίο είχαν
παραδοθεί, έκαναν μέσα στο ξάφνιασμα τους κινήσεις
σπασμωδικές και άστοχες.
Η καρδιά τους χτύπαγε γρήγορα και η ανάσα τους ήταν
κομμένη από τον τρόμο. Η επίθεση αυτή, ξαφνικά μέσα στην
νύχτα, έμοιαζε με εφιάλτη. Ήταν όμως ένας εφιάλτης
πραγματικός και όχι του ονειρόκοσμου. Το στενό δωμάτιο
γέμισε από την αποφορά του χυμένου αίματος και τα πόδια
των πολεμιστών είχαν κοκκινίσει μέχρι το γόνατο, από το
ζωοφόρο υγρό που έπεφτε και χανόταν ανάμεσα από τις
χαραμάδες. Κορμιά είχαν γεμίσει το πάτωμα και δυσκόλευαν
την κίνηση των επιζώντων, που ακόμα πολεμούσαν με μίσος.
Μέσα από το σκοτάδι ξέφευγαν κραυγές και ο ήχος του
μετάλλου πάνω σε μέταλλο. Όσο όμως περνούσε η ώρα, η
νύχτα σαν να προσπαθούσε να επιβάλλει την ησυχία που
συνήθως την χαρακτηρίζει, έσβησε αυτούς τους ήχους και όλα
πήραν ένα τέλος. Κάποιοι άντρες βγήκαν και πάλι στην
επιφάνεια, μακριά από τα βάθη του καραβιού και ανέπνευσαν
και πάλι καθαρό αέρα. Ένας από αυτούς γύρισε με φωνή
σφιγμένη από τον πόνο και είπε: «Κίντεν, κάνε το σινιάλο».

135

Ο δεύτερος πήρε ένα βέλος, του έβαλε φωτιά και το
εκτόξευσε στον αέρα. Το πύρινο βέλος διέγραψε μια κυκλική
τροχιά και η φθίνουσα πορεία του κατέληξε στο νερό,
σβήνοντας έτσι την φωτεινή γραμμή που δημιούργησε
προσωρινά στον ουρανό. Μετά από κάποια ώρα, η «Αέρινη»
μπήκε στον κολπίσκο και κατευθύνθηκε με προφυλάξεις πρός
το πειρατικό. Σύντομα οι ναύτες συνειδητοποίησαν ότι, εκείνοι
που τους κουνούσαν τα χέρια από το κατάστρωμα ήταν οι
συμπολεμιστές τους, που είχαν καταφέρει να φέρουν είς πέρας
την αποστολή τους. Είχαν εξουδετερώσει επιτυχημένα ακόμα
ένα εχθρικό καράβι και είχαν πάρει εκδίκηση για τον θάνατο
των συντρόφων τους και των τραυματισμό άλλων, ανάμεσα
στους οποίους και ο καπετάνιος τους. Οι άντρες της «Αέρινης»
ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, για να
τιμήσουν την μικρή ομάδα που είχε κατέβει στο νησί και είχε
στήσει την παγίδα τόσο επιτυχημένα.
Βοήθησαν τον Αθίριλ να ανέβει στην θερινιακή
ναυαρχίδα και ειδοποιήθηκε αμέσως ο γιατρός να κοιτάξει τα
εγκαύματα του. Η μέρα ήταν δύσκολη για τον κουρασμένο
θεραπευτή, αφού είχε πολλούς να φροντίσει. Όμως δεν έδειξε
έλλειψη ενδιαφέροντος, για τον άνθρωπο που δεν είχε διστάσει
να πάρει όλες τις αποφάσεις πάνω του, από την στιγμή που ο
καπετάνιος ήταν εκτός μάχης. Και φυσικά δεν ήταν η πρώτη
φορά, που είχε δείξει τέτοια ικανότητα για πρωτοβουλία. Έτσι
η «Αέρινη» έφυγε μακριά και ξανοίχτηκε και πάλι. Ένας
τεράστιος πολεμικός στόλος την περίμενε μιας ημέρας ταξίδι
από εκεί, όπως επίσης και πολλές άγνωστες ακόμα
περιπέτειες.

136

11
Η άμαξα κουνιόταν αρκετά και ο Καράνταρ είχε
κουραστεί εδώ και ώρα από το συνεχές ταρακούνημα. Έτσι
όταν έφτασε στην παραγκούπολη έξω από την Τύοναν, το
άθλιο θέαμα δεν τον πείραξε καθόλου. Χαιρόταν που
επιτέλους θα κατέβαινε και θα γλίτωνε την ζαλάδα. Πλήρωσε
τον αμαξά, με την ελπίδα ο επόμενος να είναι ικανότερος και
λιγότερο βιαστικός. Κατευθύνθηκε γρήγορα πρός το σπίτι των
γονιών του, αν μπορούσε κανείς βέβαια να το πεί σπίτι. Είχε
αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα και δεν τον ενοχλούσε
πολύ τώρα πια. Χτύπησε την πόρτα και η πάντα χαρωπή
μητέρα του, τον χαιρέτησε με αγκαλιές και φιλιά. Χαιρόταν να
την βλέπει να χαμογελάει. Φαινόταν να το έχει ανάγκη. Μπήκε
μέσα και αντίκρισε τον πάντα σκυθρωπό πατέρα του. Πήρε μια
ανάσα και οπλίστηκε με υπομονή. Κάποτε θα έφτιαχναν τα
πράγματα μεταξύ τους. Έκατσε απέναντι του και περίμενε να
του απευθύνει εκείνος το λόγο.
Η ιεροτελεστία ακολουθήθηκε και πάλι. Ο πατέρας του
άφησε κάτω ότι διάβαζε, κάνοντας μετά το ίδιο με την πίπα του
και τα γυαλιά του. Κάρφωσε τον Καράνταρ με ένα βλέμμα, που
σοβαρότερο του δεν υπήρχε και ξεδίπλωσε από την τσέπη του
το γράμμα. Ακολούθησε ένα άλλο κομμάτι χαρτί που
πιθανότατα ήταν η μετάφραση. Έτσι τουλάχιστον ήλπιζε ο
Καράνταρ. Είχε φτάσει με πολλές ελπίδες εκείνη την ημέρα,
στο φτωχικό των γονιών του. Τα στοιχεία είχαν αρχίσει να
παρουσιάζονται ένα ένα από μόνα τους. Είχαν μάθει, έστω και
από έναν τρελό γέρο, με τι είχαν να κάνουν. Αυτό ήταν πολύ
θετικό, ακόμα και αν χρειάστηκε να πεθάνει μια νεαρή
γυναίκα, για να ξετρυπώσουν έστω και προσωρινά τον
δολοφόνο. Η αλήθεια βέβαια, ήταν πολύ τρομακτική για να
νιώσει κανείς ιδιαίτερη χαρά για αυτά που είχαν μάθει. Ακόμα
όμως και ένα πλάσμα τόσο τρομερό, όσο αυτός ο Φιδογητευτής,
ήταν προτιμότερος από το απόλυτο σκοτάδι στο οποίο ζούσε
μέχρι εκείνη τη στιγμή.

137

Ο πατέρας του μετά από λίγη ώρα, αποφάσισε να
μιλήσει.
«Η αρχική μου εκτίμηση ήταν σωστή. Όχι μόνο πρόκειται
για κάποιου είδους κωδικό, αλλά και για αρχαίο κείμενο που
χρειάζεται μετάφραση. Είναι μια αρκετά προσεγμένη δουλειά,
αλλά πιστεύω ότι βρίσκομαι σε καλό δρόμο».
«Μπορείς να μου δώσεις κάποιες πρώτες πληροφορίες για
το περιεχόμενο. Έστω κάτι το γενικό, που θα με βοηθήσει να
καταλάβω τα κίνητρα του φόνου ή κάτι για τον δολοφόνο;»
«Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα κομμάτι, από κάποιο έργο
της αρχαίας θερινιακής λογοτεχνίας. Αυτός που έγραψε το
γράμμα, θα πρέπει να είχε κάποιες γνώσεις για τους
κλασσικούς». Ο Καράνταρ σκέφτηκε ότι θα ήταν απόλυτα
λογικό, ένας άντρας της κοινωνικής τάξης του Φένερσιφτ, να
έχει την απαιτούμενη μόρφωση ώστε να χρησιμοποιήσει ένα
απόσπασμα από κάποιο έργο των κλασσικών. Ο πατέρας του
λοιπόν είχε βγάλει ένα σωστό συμπέρασμα, από τα λίγα
στοιχεία που του είχε αποκαλύψει μέχρι στιγμής, το
μυστικοπαθές κείμενο. Αυτό δυστυχώς δεν ήταν αρκετό. Ήταν
άλλωστε κάτι που ήξερε ήδη. Δεν αποτελούσε κάποιο νέο
στοιχείο, απλά μια μικρή απόδειξη της οξυδέρκειας του πατέρα
του. Ζήλευε πολλά από αυτόν τον άνθρωπο. Δεν είπε τίποτα
και άφησε τον πατέρα του να συνεχίσει.
«Αν μπορέσω να προχωρήσω λίγο ώστε να καταλάβω για
ποιόν συγγραφέα πρόκειται, αλλά και για ποιό έργο, τότε ίσως
μπορέσω να βρώ το αυθεντικό κείμενο και τότε όλα θα γίνουν
σαφώς πιο εύκολα. Μέχρι τότε φοβάμαι ότι θα πρέπει να
περιμένεις. Κάνω ότι μπορώ. Άλλωστε δεν έχω και με τίποτα
άλλο να ασχοληθώ εδώ πέρα». Ο Καράνταρ διέκρινε μέσα από
το πικρόχολο σχόλιο του πατέρα του, έναν ενθουσιασμό ο
οποίος αποτελούσε ζωοφόρο δύναμη, για τον κουρασμένο και
αδικημένο εκείνον άνθρωπο. Είχε ξαναδώσει στον πατέρα του
κάτι χαμένο εδώ και πολύ καιρό. Λόγο για να συνεχίσει να ζεί.
Έναν σκοπό. Για έναν τέτοιο χαρακτήρα, ένας σκοπός ήταν
τόσο απαραίτητος όσο και το οξυγόνο. Ο Καράνταρ ήξερε ότι
αυτή η χωρίς νόημα απομονωμένη ζωή, σκότωνε τον

138

ατιμασμένο πρώην κυβερνητικό, αργά και βασανιστικά. Αυτό
το γράμμα θα έσωζε και τους δύο. Την καριέρα την δική του και
την ψυχική υγεία του πατέρα του.
Ο πατέρας του βέβαια, δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου
που θα έδειχνε ανοιχτά αυτόν τον ενθουσιασμό. Προσπάθησε
λοιπόν να τον καλύψει με διάφορα τεχνάσματα, όπως αυτή η
προσποιητή δυστυχία και γκρίνια. Όμως ο Καράνταρ τον ήξερε
αρκετά καλά, ώστε όσα χρόνια και να είχαν περάσει χώρια, να
καταλαβαίνει πότε ήταν ευτυχισμένος και πότε όχι. Καταπίεσε
ένα χαμόγελο γιατί ήξερε ότι αν ο γονιός του αντιλαμβανόταν
τις σκέψεις του γιού του, θα κλεινόταν και πάλι στο καβούκι
του και δεν θα άφηνε κανένα συναίσθημα να ξαναφανεί, μέσα
από το αδιαπέραστο τείχος του εγωισμού του. Άπλωσε το χέρι
του σε μια ασυνήθιστη και για τους δύο κίνηση και του έσφιξε
το μπράτσο.
«Το ξέρω ότι κάνεις ότι καλύτερο μπορείς. Πάντα αυτό
έκανες και τίποτα λιγότερο. Δεν ανησυχώ και σε ευχαριστώ
πολύ, για αυτήν την μεγάλη χάρη που κάνεις για μένα». Ο
επιθεωρητής δεν πήρε απάντηση από τον ηλικιωμένο που είχε
απέναντι του και τον οποίο είχε εκπλήξει με αυτήν την
ξαφνική εκδήλωση τρυφερότητας και ευγνωμοσύνης. Ο
Καράνταρ δεν έφυγε αμέσως. Κάτι τον κράταγε στην καρέκλα
του ακίνητο. Έτσι όταν η μητέρα του του σέρβιρε στο τραπέζι
που κάθονταν, δεν έφερε αντίρρηση. Έφαγαν μαζί και
συζήτησαν ανάλαφρα. Ήταν σαν κάποιο μαγικό χέρι, να
έσβησε τα τελευταία χρόνια που μόλυναν την ευημερία αυτής
της οικογένειας, σαν ανοιχτή πληγή. Ήταν λές και όλα είχαν
διορθωθεί σαν από θαύμα. Ένα θαύμα που ο ίδιος ήλπιζε να
κράταγε για πάντα.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, αποχαιρέτησε τους γονείς του
και περπάτησε έξω από την παραγκούπολη, στον δρόμο που
οδηγούσε στην Τυόναν. Όλο και κάποια άμαξα θα πέρναγε,
την οποία θα μπορούσε να μισθώσει για να τον πάει πίσω στην
Πάρνια. Βαριόταν και μόνο στη σκέψη του ταξιδιού που τον
περίμενε και ξαφνικά η διανυχτέρευση στην πρωτεύουσα, του
φάνηκε μια πολύ ελκυστική ιδέα. Θα μπορούσε να πάρει τον

139

δρόμο της επιστροφής το επόμενο πρωί. Τι θα μπορούσε
άλλωστε να συμβεί μέσα σε ένα βράδυ, κατά την απουσία του;
Οι σκέψεις του διακόπηκαν από τον ήχο μιας άμαξας που
πλησίαζε και αμέσως γύρισε για να κάνει νόημα στον οδηγό.
Μόλις όμως είδε την άμαξα, το χέρι του κατέβηκε βιαστικά.
Από τα περίτεχνα χρυσά σύμβολα και στολίδια που
χαρακτήριζαν τόσο έντονα την άμαξα που περνούσε,
κατάλαβε ότι δεν ήταν μια οποιαδήποτε άμαξα την οποία θα
μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Ήταν μια άμαξα που την είχε
ξαναδεί. Ήταν το όχημα που μετέφερε την Νιίρα.
Την τελευταία φορά που την είχε δεί, η κοπέλα ήταν
φανερά αναστατωμένη και έμπαινε με φαινομενικά άγριες
διαθέσεις στο παλάτι. Ποτέ δεν έμαθε τι είχε ειπωθεί ανάμεσα
σε εκείνη και τον βασιλιά εκείνη την ημέρα, ούτε πόσο πολύ
μεγάλωσε η αηδία της για τον νεαρό και ανεύθυνο ηγεμόνα. Το
μόνο που ήξερε σίγουρα ο επιθεωρητής ήταν, ότι αυτή η βαριά
μελαγχολία που ζωγράφιζε τα μάτια της από την πρώτη μέρα
που την είχε γνωρίσει, μέχρι εκείνη τη στιγμή λίγο πιο έξω από
την Τύοναν, παρέμενε αμετάβλητη. Η άμαξα είχε σταματήσει
ακριβώς μπροστά του, κάτι που συνειδητοποίησε μόνο όταν
άνοιξε η πόρτα. Ξυπνώντας από την ονειροπόληση του και
καταλαβαίνοντας ότι η νεαρή αριστοκράτισσα τον κοιτούσε
ανυπόμονα, ανέβηκε και κάθισε απέναντι της. Η πόρτα έκλεισε
και ο Καράνταρ άκουσε τον οδηγό να δίνει στα άλογα το
σύνθημα, για να ξεκινήσουν και πάλι. Μια σιωπή βαθιά
απλωνόταν μέσα στην μικρή καμπίνα. Ένιωθε την αμηχανία
να του πλακώνει το στήθος και ευχόταν εκείνη να ξεκινούσε να
μιλάει. Να του εξηγήσει γατί είχε ψάξει να τον βρεί, αφού δεν
ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστέψει ότι η συνάντηση τους ήταν
τυχαία.
«Με αναγνωρίζεις;» τον ρώτησε με την παγωμένη φωνή
της.
«Μάλιστα είχαμε συναντηθεί όταν είχατε έρθει στην
Πάρνια για...»
«Για το πτώμα του πατέρα μου» συμπλήρωσε αμείλικτα
την πρόταση του.

140

«Ναί τότε» προσπάθησε να βρεί κάτι παραπάνω να πεί,
για να μην φαίνεται τόσο ανόητος στα μάτια της. Ανίκανος να
συμπληρώσει μια απλή πρόταση. Το μυαλό του όμως είχε
κολλήσει και οι σκέψεις δεν σχηματίζονταν ολοκληρωμένες. Τι
ήταν αυτό που τόσο τον σύγχυζε; Είχε γνωρίσει προσωπικά
άτομα της αριστοκρατικής τάξης και στο παρελθόν. Ήταν
συνηθισμένος στο υπεροπτικό τους ύφος και στην αφ’ υψηλού
αντιμετώπιση. Τι ήταν διαφορετικό με αυτήν την γυναίκα;
Έφταιγε που ήξερε το δράμα της; Το βλέμμα το τόσο έντονα
μελαγχολικό; Σαν να απαιτούσε μια απάντηση από εκείνον.
Απάντηση σε αμέτρητα «γιατί». Απάντηση που πρός το παρόν,
δεν είχε να της δώσει.
«Ελπίζω να με συγχωρήσετε για την μικρή απαγωγή που
οργάνωσα. Ήθελα να μιλήσουμε και εδώ, μακριά από την
Τύοναν, είναι πιστεύω η ιδανική τοποθεσία. Βλέπετε στην
πόλη, υπάρχουν άτομα που δεν έχουν λυπηθεί καθόλου για
τον θάνατο του πατέρα και δεν θέλω να με δούν να μιλάω μαζί
σας». Άτομα που δεν είχαν λυπηθεί από τον θάνατο του
Φένερσιφτ; Αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον. Έπρεπε να της
αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες.
«Θέλω να συζητήσω μαζί σας μερικά πράγματα, για την
έρευνα που διεξάγετε». Τώρα θα άρχιζαν τα δύσκολα.
«Έχετε κάποιο στοιχείο σχετικά με το ποιός μπορεί να
έκανε αυτό το φριχτό έγκλημα; Δεν θέλω να σας πιέσω, αλλά
μερικά σπουδαία άτομα του κύκλου μου χάθηκαν εκείνη τη
μέρα, εκτός από τον πατέρα μου».
«Η αλήθεια είναι ότι δεν μου επιτρέπεται να μιλάω για
αυτά τα θέματα με πολίτες. Αναφορά δίνω μόνο στον διοικητή
μου στην Τύοναν». Αλλά ακόμα και αυτός δεν είχε μάθει όλη
την αλήθεια σκέφτηκε ασυναίσθητα.
«Α σας παρακαλώ μη με κουράζετε με τυπικότητες. Η
μυστικότητα σας έχει νόημα, μόνο με εκείνους οι οποίοι
ωφελήθηκαν από τον θάνατο του πατέρα μου. Εγώ το μόνο
που θέλω είναι να βρεθεί ο δολοφόνος και επιθυμώ να
βοηθήσω όσο μπορώ. Δεν έχετε κανέναν λόγο να με
υποπτεύεστε. Μπορείτε να με εμπιστευθείτε». Η ανυπομονησία

141

που τόσο έντονα χρωμάτιζε την φωνή της, αλλά και η έξυπνα
καλυμμένη προσταγή της, τον εκνεύρισαν. Η απάντηση του
ήταν δριμύτερη απ’ όσο θα επιθυμούσε.
«Δεν έχω κανένα λόγο να σας υποπτεύομαι; Είναι ψέμα
λοιπόν ότι είστε η μοναδική κληρονόμος του πατέρα σας;» Το
βλέμμα που ακολούθησε την ερώτηση του, δεν θα ευχόταν να
το συναντήσει ούτε ο χειρότερος εχθρός του. Ο Καράνταρ δεν
μπορούσε να πιστέψει, πώς ένα τόσο όμορφο πρόσωπο,
μπορούσε να παραμορφωθεί τόσο πολύ. Ένιωθε καρφωμένος
στο κάθισμα του από τα δύο μάτια, ανήμπορος να κουνηθεί
μπροστά στην οργή που ήταν έτοιμη να ξεχειλίσει. Η φωνή της
βγήκε τρεμάμενη και με δυσκολία φαινόταν να κρατάει τα
δάκρυα της.
«Ελεεινέ μεθύστακα, εμένα κατηγορείς για τον θάνατο
του πατέρα μου; Έχεις ιδέα πόσα με συνέδεαν μαζί του; Έχεις
ιδέα πόσο πολύ και πόσο ειλικρινά τον αγαπούσα;» Είχε σφίξει
τις γροθιές της τόσο πολύ, που οι κόμποι των δαχτύλων της
είχαν ασπρίσει. Έσφιγγε τα δόντια της, ενώ όλο της το σώμα
έτρεμε, από την οργή που της είχε δημιουργήσει εκείνος. Ο
Καράνταρ έμεινε σιωπηλός, περιμένοντας να περάσει η
καταιγίδα. Δεν του ήταν καινούργια όλα αυτά. Στο παρελθόν
είχε αντιμετωπίσει πολλές φορές συζύγους, άντρες και
γυναίκες, ή γιούς και κόρες που είχαν σκοτώσει κάποιον
συγγενή τους και οδύρονταν για τον χαμό του. Στο τέλος όμως
αποκαλυπτόταν, ότι όχι απλώς η θλίψη τους ήταν μια σειρά
καλοπαιγμένων θεατρινισμών, αλλά ότι εκείνοι είχαν
διαπράξει το έγκλημα. Είχε μάθει λοιπόν να μένει
ασυγκίνητος, ως όφειλε, μπροστά σε τέτοιου είδους
συναισθηματικές εξάρσεις. Και πάλι όμως, οι συνηθισμένοι
κανόνες δεν ίσχυαν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ένιωθε
τύψεις για ότι είχε πεί και μια πιεστική ανάγκη να ζητήσει
συγνώμη. Να της πεί ότι την πίστευε και ότι μπορούσε να
ηρεμήσει. Κούνησε το κεφάλι του αποδιώχνοντας αυτές τις
ανόητες σκέψεις. Μάλλον η αποχή από το ποτό, είχε επηρεάσει
περίεργα την ψυχολογία του.

142

Η Νιίρα τώρα τρανταζόταν από μικρούς λυγμούς που
πάλευε να περιορίσει, πρίν επεκταθούν σε κλάμα γοερό. Είχε
κρύψει το πρόσωπο της στις μικροσκοπικές της παλάμες και
έπαιρνε κοφτές και γρήγορες ανάσες. Ο Καράνταρ συνέχιζε να
διατηρεί την αυτοκυριαρχία του και να παραμένει ακίνητος στο
κάθισμα του. Δεν σταμάτησε να προσποιείται, ότι όλη αυτή η
σκηνή, τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Δεν μπορούσε να αφήσει
όλα αυτά τα ανεξήγητα συναισθήματα, που τάραζαν τον
εσωτερικό του κόσμο, να φανερωθούν και να βάλουν σε
κίνδυνο την δουλειά του. Κάτι τέτοιο δεν θα το επέτρεπε σε
καμία περίπτωση. Μπορεί οι μέρες της δόξας του να είχαν
περάσει ανεπιστρεπτί, όμως θα παρέμενε ένας επαγγελματίας.
Δεν ήταν ο μόνος όμως που είχε διδαχθεί να κρύβεται πίσω
από μάσκες, σε όλη του τη ζωή. Τελικά οι συνήθειες και οι
διδαχές μιας ζωής μέσα στην Αυλή του βασιλιά, μιας ζωής
μέσα στην λάμψη της αριστοκρατίας και μέσα στον βούρκο των
παρασκηνίων, βγήκαν στην επιφάνεια. Η Νιίρα, ενθυμούμενη
την ευγενή καταγωγή της, καταπίεσε το αίσθημα της αδικίας
που την έπνιγε και βρήκε τον αυτοέλεγχο της.
«Με συγχωρείτε για αυτό το ανόητο ξέσπασμα. Δεν είμαι
ο εαυτός μου τελευταία. Θα ήθελα αν γίνεται να ξεχάσουμε
την όλη σκηνή και ιδιαίτερα αυτόν τον απαράδεκτο
χαρακτηρισμό που χρησιμοποίησα εναντίον σας».
«Μην ανησυχείτε. Με έχουν αποκαλέσει πολύ χειρότερα
πράγματα στην ζωή μου. Είναι ένα από τα αρνητικά του
επαγγέλματος».
«Καταλαβαίνω φυσικά ότι σαν επαγγελματίας, έχετε
υποχρέωση να υποπτεύεστε τους πάντες και τα πάντα.
Επομένως και εμένα. Είναι στην φύση της δουλειάς σας να
αποστασιοποιείστε και να βλέπετε τα πάντα αντικειμενικά».
Σε αυτά τα λόγια, ένιωσε ένα ειρωνικό χαμόγελο να προσπαθεί
να ανέβει στα χείλια του. Μόνο επαγγελματικές δεν ήταν οι
σκέψεις που έκανε τόση ώρα. Τελικά συγκρατήθηκε. Έπρεπε να
φαίνεται και να είναι σοβαρός.
«Αν όμως κάνετε μια υποχώρηση και με εμπιστευτείτε,
τότε θα δείτε ότι μπορώ να φανώ μια πολύ χρήσιμη σύμμαχος.

143

Αυτά τα χρήματα, τα οποία αναφέρατε ως ένα πιθανό κίνητρο
για να σκοτώσω τον πατέρα μου, μπορούν να ανοίξουν πολλές
πόρτες για σας και για τον σκοπό μας». Σε αυτά τα λόγια
έσκυψε, πλησιάζοντας τον λίγο περισσότερο. Τα μάτια της
έκλεισαν ελάχιστα, παίρνοντας ένα συνωμοτικό ύφος. Ο
Καράνταρ ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται. Είχε την
εντύπωση ότι ήταν έτοιμος να κάνει συμφωνία, με κάποιο
δαιμόνιο του κάτω κόσμου.
«Πείτε μου επιθεωρητή. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος με
τον οποίο θα μπορούσα να βοηθήσω; Κάτι θα μπορείτε να
σκεφτείτε, έτσι δεν είναι;»
Τελικά σκέφτηκε και όσα ζήτησε έγιναν πραγματικότητα,
πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο θα μπορούσε να ελπίζει. Κατ’ αρχάς
στους λιγοστούς άντρες του τμήματος της Πάρνια,
προστέθηκαν δεκαπέντε μισθοφόροι. Οι περιπολίες αυξήθηκαν
και κάλυπταν περισσότερες περιοχές. Η φύλαξη του δούκα
Τίμπελ πολλαπλασιάστηκε, ώστε να μην ξαναυπάρξει άλλο
θύμα από τον δολοφόνο, είτε πρόκειται για νοσοκόμα, είτε για
τον ίδιο τον δούκα. Αυτά έγιναν για να διασφαλιστεί η
προστασία της πόλης. Δεν έμειναν όμως μόνο στην άμυνα. Ο
Καράνταρ πρότεινε στην Νιίρα, ύστερα από κάποιες σχετικές
εξηγήσεις, να συσταθεί μια ομάδα από έμπειρους κυνηγούς
θηρίων. Υπήρχε μια ελπίδα ότι το θανατηφόρο εκείνο πλάσμα,
παραμόνευε ακόμα στο δάσος. Είχαν βρεθεί τα ίχνη της
παρουσίας του, πολύ καιρό μετά τους φόνους της έπαυλης, στο
νοσοκομείο. Ο Καράνταρ ήταν σίγουρος ότι ήθελε να
αποτελειώσει την δουλειά που είχε αρχίσει και να στείλει και
τον τελευταίο της παρέας, να συναντήσει τους ήδη νεκρούς
φίλους του.
Η Νιίρα άκουγε έκπληκτη και με κάποια ίσως δυσπιστία,
τα λόγια του επιθεωρητή. Είχε υποσχεθεί όμως ότι θα
βοηθούσε. Δεν είχε σημασία τι της ζητούσε ο Καράνταρ. Εκείνη
θα το έδινε. Αρκεί να έπιαναν τον δολοφόνο. Εκείνον δηλαδή
που με το χέρι του, είχε κόψει το νήμα της ζωής του πατέρα της.
Γιατί ο πραγματικός δολοφόνος, εκείνος που είχε δώσει την
εντολή και είχε καταστρώσει το όλο σχέδιο, ήταν άλλος. Ήταν

144

κάποιος ο οποίος βρισκόταν πολύ ψηλά. Τόσο ψηλά που ούτε ο
βασιλιάς δεν σκόπευε να την βοηθήσει εναντίον του. Αν όμως
έπιαναν το όργανο του εγκλήματος, τότε ίσως να έφταναν και
μέχρι τον εγκέφαλο. Αν έφταναν ως εκεί τα πράγματα και η
αστυνομία αδυνατούσε να τα βάλει με κάποιον πανίσχυρο
ευγενή, τότε θα συνέχιζε μόνη της. Δεν θα την ένοιαζαν οι
συνέπειες. Σίγουρα μετά θα την τιμωρούσαν, μπορεί και με
θάνατο. Εκείνος όμως που ευθυνόταν, όσο ισχυρός και αν ήταν,
θα πέθαινε. Δεν θα τον έσωζε ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς.
Στάθηκε αρκετά δύσκολο να εξηγήσει την φύση του
θηράματος στους υποψήφιους κυνηγούς. Τελικά αρκέστηκε να
πεί, ότι κάποιο θηρίο που κατάφερνε να διαφύγει από την
προσοχή των κατοίκων της πόλης, είχε επιτεθεί με
θανατηφόρα
αποτελέσματα
σε
μερικούς
ανθρώπους
σπέρνοντας τον πανικό στην περιοχή. Το πλάσμα αυτό δεν το
είχε δεί κανείς και επομένως περιγραφή δεν υπήρχε. Αυτό το
μικρό ψέμα και η παράλειψη της αναφοράς του Ένοραν, έκανε
τα πράγματα πιο εύκολα. Αν άρχιζαν να μιλούν για κάποιον
άνθρωπο με φολιδωτό δέρμα, υπεράνθρωπη δύναμη και
τεράστια φίδια που τον υπηρετούσαν και ζούσαν μέσα στο
σώμα του, η αναζήτηση κυνηγών μάλλον θα τέλειωνε γρήγορα
και θα ήταν ανεπιτυχής. Κανένας δεν θα έχανε τον καιρό του
με παραμύθια. Έπρεπε λοιπόν να αποκρύψουν την αλήθεια,
για να αποφύγουν τον χλευασμό και κατ’ επέκταση την
αδιαφορία. Αυτή η τακτική προϋπόθετε κάποιους κινδύνους για
τους κυνηγούς, οι οποίοι δεν θα ήξεραν τι ακριβώς
αντιμετώπιζαν. Ο Καράνταρ και η Νιίρα όμως δεν
κατάφεραν να βρούν καλύτερη λύση.
Έτσι μια βροχερή μέρα στην Πάρνια, φιγούρες
γεροδεμένων και αρματωμένων αντρών, άρχισαν να μπαίνουν
στην πόλη. Τα βήματα τους ηχούσαν βαριά, καθώς οι μπότες
τους βυθίζονταν μέσα στα λασπόνερα του δρόμου. Ο
σιδερένιος ήχος από τα όπλα τους που χτυπούσαν το ένα πάνω
στο άλλο, καθώς και τα παραμορφωμένα από την κούραση και
τον καιρό πρόσωπα τους, τους έκαναν ακόμα πιο
τρομακτικούς. Τα ρούχα τους ήταν από τομάρια ζώων που

145

είχαν σκοτώσει και είχαν πολυάριθμες θήκες και ζωνάρια για
το πλούσιο οπλοστάσιο τους. Τα καπέλα τους ήταν φαρδιά και
σκίαζαν το πρόσωπο τους και όπως όλος τους ο ρουχισμός,
είχαν τα χρώματα της γής. Ο καθένας έφτασε μόνος του. Έτσι
ξεκίνησαν από το πρωί και μέχρι αργά το απόγευμα είχαν
φτάσει όλοι. Συνολικά δέκα. Τους είχαν δοθεί οδηγίες να
κατευθυνθούν πρός το δημαρχείο, από την πρώτη στιγμή που
θα έφταναν στην πόλη. Εκεί ο Δήμαρχος της Πάρνια είχε
προετοιμάσει μια αίθουσα ειδικά για αυτούς και θα παρέθετε
γεύμα για το καλωσόρισμα τους.
Ο Δήμαρχος, ο Καράνταρ και η Νιίρα τους υποδέχονταν
όλη μέρα. Ο Καράνταρ ένιωθε σαν πολιτικός με τόσες
χειραψίες. Ο ρόλος του επισήμου της πόλης, δεν του ταίριαζε
καθόλου. Εκτός από αυτό, ένιωθε και αμηχανία από τα παγερά
πρόσωπα των κυνηγών. Στην πραγματικότητα όμως τους
καταλάβαινε. Ήταν μοναχικοί άνθρωποι, που για το
επάγγελμα
που
είχαν
ακολουθήσει
έπρεπε
να
περιπλανιούνται μόνοι τους στα δάση, μακριά από
οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία. Η μοναξιά και τα θηρία
που κυνηγούσαν ήταν η μόνιμη τους παρέα. Ήταν λογικό
λοιπόν να μην αισθάνονται και ιδιαίτερα άνετα σε εκείνη την
περίλαμπρη αίθουσα με τα τεράστια τραπέζια, τους φωτεινούς
πολυελαίους, τους υπηρέτες να χαιρετούν με κλίση της
κεφαλής και τα πολυτελή σερβίτσια που τους περίμεναν για
χρήση. Μέχρι το τέλος της βραδιάς διαπιστώθηκε και από τον
Δήμαρχο και από το υπηρετικό προσωπικό, ότι επρόκειτο για
την πιο σιωπηλή δεξίωση που είχε γίνει ποτέ, στην αίθουσα
τελετών του δημαρχείου.
Όλα αυτά όμως δεν φάνηκαν να επηρεάζουν τον
Καράνταρ. Ο επιθεωρητής ήταν ο άτυπος συνοδός της Νιίρα. Η
γοητευτική κοπέλα είχε φορέσει την μάσκα της χαρούμενης
οικοδέσποινας και το χαμόγελο σπανίως άφηνε το πρόσωπο
της. Κάθονταν μαζί και το μεγαλύτερο μέρος του δείπνου
μιλούσε μαζί του. Βέβαια οι επιλογές της ήταν κάπως
περιορισμένες, είχε σκεφτεί πικρόχολα ο Καράνταρ. Όμως κάτι
του έλεγε ότι δεν ήταν αυτός ο μοναδικός λόγος. Μέσα από την

146

συνεργασία τους τις τελευταίες μέρες, είχε ίσως φτάσει στο
σημείο να τον συμπαθεί και να τον εμπιστεύεται. Ίσως να μην
ήταν πια για αυτήν ο «ελεεινός μεθύστακας». Του απηύθυνε
συχνά τον λόγο και όταν της μιλούσε εκείνος δεν σταματούσε
να τον κοιτάζει, δίνοντας του την εντύπωση, ότι πρόσεχε και
την παραμικρή λέξη που εκείνος πρόφερε. Τον είχε
ενθουσιάσει αυτό το τόσο ασήμαντο γεγονός. Ποτέ δεν
περίμενε ότι θα μπορούσαν οι δύο τους, να κάνουν τόσο καλή
παρέα. Το γέλιο της όταν της έλεγε κάτι αστείο του έδινε
απίστευτη χαρά.
Όταν όμως οι συνδαιτυμόνες σηκώθηκαν από το τραπέζι
και κατευθύνθηκαν στα δωμάτια τους, τότε μια τρομερή
ανησυχία τον κυρίεψε. Ήταν πολύ πιθανό όλα αυτά να ήταν
μια καλοστημένη παγίδα. Η όμορφη δολοφόνος που ξελογιάζει
με τα θέλγητρα της τον αστυνομικό που προσπαθεί να
διαλευκάνει τον φόνο, που η ίδια έχει διαπράξει. Δεν θα ήταν η
πρώτη φορά που ένα τέτοιο σενάριο θα παιζόταν, εις βάρος
ενός ανύποπτου αστυνομικού. Ή πολλές φορές και
καχύποπτου αστυνομικού, αλλά ίσως, πολύ τυφλωμένου από
τον έρωτα, για να παραδεχθεί την αλήθεια στον εαυτό του.
Κάτι τέτοιες περιπτώσεις συνήθιζε να τις κοροϊδεύει κάποτε,
ακόμα και τις μέρες της παρακμής του. Το θεωρούσε την
υπέρτατη ανοησία κάποιος να καταστρέψει την καριέρα του,
για ένα καλό κρεβάτι. Και εκείνος ήταν έτοιμος να τα
θαλασσώσει σε μια υπόθεση, που ίσως του έδινε πίσω την
αξιοπρέπεια του και την υστεροφημία του. Και όλα αυτά για
ένα ζευγάρι πανέμορφα γαλάζια μάτια και ένα ολόλευκο
χαμόγελο. Όχι. Είχε κάνει ανοησίες αρκετές για μια ολόκληρη
ζωή. Δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια για τίποτα άλλο, παρά
μονάχα για σωστές και λογικές κινήσεις. Θα ήταν αυστηρός
και σταθερός στον σκοπό του.
Καθώς όμως έφυγε από το δημαρχείο, ένιωσε ένα
λεπτοκαμωμένο χέρι να τον σταματάει πιέζοντας του το
μπράτσο. Γύρισε να την κοιτάξει με όλες τις άμυνες που
κατείχε σε ετοιμότητα. Η γοητεία της δεν θα τον ξεγελούσε
έτσι εύκολα. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενε.

147

Το βλέμμα της ήταν ψυχρό και ένιωθε να τον τρυπάει
δυσάρεστα κοιτώντας τον. Το στόμα της είχε χάσει εκείνη την
χαριτωμένη καμπύλη που αποτελούσε το χαμόγελο της. Τώρα
υπήρχε μόνο μια ευθεία γραμμή. Αυστηρή και απόλυτη. Ήταν
σίγουρος ότι όσο όμορφα και αν ήταν τα χείλια της, δεν θα
ξεστόμιζαν κάτι ευχάριστο. Η μάσκα της χαρούμενης
οικοδέσποινας πλέον δεν χρειαζόταν. Έτσι είχε επιστρέψει το
πιο ειλικρινές πρόσωπο της πληγωμένης κόρης, που μέσα στον
πόνο της έχει γίνει αδίστακτη και δεν υπολόγιζε τίποτα
προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της. Αυτήν την στυγνή
προσωπικότητα είχε τώρα να αντιμετωπίσει, αναγκασμένος να
ξεχάσει τις ευχάριστες στιγμές που έζησε τις τελευταίες ώρες.
«Αύριο θα είναι μια πολύ σημαντική μέρα. Σας
παρακαλώ να ξυπνήσετε νωρίς. Δεν θα πάρετε μέρος στο
κυνήγι, αλλά όμως, θα ήθελα να είμαστε και οι δύο σε
ετοιμότητα αν προκύψει κάτι».
«Μην ανησυχείτε Νιίρα. Θα είμαι εδώ όταν οι κυνηγοί θα
μπαίνουν στο δάσος. Είναι και για μένα πολύ σημαντικό σας
θυμίζω. Δεν έχω κάποιον άλλο σκοπό στη ζωή μου αυτή τη
στιγμή, πέρα από το να συλλάβω ή να σκοτώσω τον δολοφόνο
του πατέρα σας». Μετά από το δείπνο και από την οικειότητα
που είχαν αποκτήσει προσωρινά, ο πληθυντικός του φαινόταν
πολύ υποκριτικός, ψεύτικος. Εκείνη όμως το επέλεξε έτσι. Η
τυπικότητα των λόγων της σήμαινε απλά ότι το θέατρο είχε
τελειώσει για απόψε, γιατί για θέατρο επρόκειτο. Όταν έμεναν
οι δύο τους, ξαναγίνονταν δύο απλοί συνεργάτες, που
απαιτούσαν ο ένας από τον άλλον μονάχα τα
προσυμφωνηθέντα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
«Ωραία λοιπόν. Θα τα πούμε αύριο. Καλό σας βράδυ».
Απάντησε μόνο με ένα νεύμα του κεφαλιού. Φοβήθηκε ότι αν
άνοιγε το στόμα του, θα τολμούσε να πεί πράγματα που θα την
προσέβαλλαν πάρα πολύ και τότε ίσως, τα κατέστρεφε όλα.
Άλλωστε δεν είχε δίκιο να θυμώνει. Πρίν από μερικά
δευτερόλεπτα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του, να
παραμείνει ένας επαγγελματίας και να μην αποκλίνει από την
πορεία του. Εκείνη απλά έκανε αυτό που ήταν σωστό και

148

λογικό, πιο αποτελεσματικά από αυτόν. Ανησυχούσε τρομερά
όμως. Ανησυχούσε γιατί έβλεπε πόσο πολύ τον ενοχλούσε, σαν
βελόνα στο στήθος, η αδιαφορία της. Τον ανησυχούσε το
βλέμμα του που είχε καρφωθεί στην σιλουέτα που
απομακρυνόταν με χάρη και που δεν μπορούσε να το
αποτραβήξει όσο και αν προσπαθούσε. Τον ανησυχούσε αυτή η
γλυκιά μελαγχολία, που ένιωθε για πρώτη φορά, από τότε που
είχε πρωτοδεί μια άλλη όμορφη γυναίκα. Μια γυναίκα που δεν
βρισκόταν πια κοντά του. Μια γυναίκα που η απουσία της είχε
καταστρέψει την ζωή του, ολοκληρωτικά.
Το επόμενο πρωί οι κυνηγοί σηκώθηκαν από νωρίς και
στρώθηκαν στην δουλειά. Ζώστηκαν με τα διαφόρων ειδών
όπλα τους και προχώρησαν πρός το δάσος, όπου και χάθηκαν
από τα μάτια των θεατών, μέσα στις άγριες και πυκνές
φυλλωσιές. Οι περισσότεροι άνθρωποι που παρευρέθησαν
στην αναχώρηση των κυνηγών είχαν την απορία, αν τελικά
αυτό που κυνηγούσε η αστυνομία, ήταν ζώο ή άνθρωπος.
Ακούγονταν διάφορες φήμες, που μπέρδευαν ακόμα
περισσότερο τις ήδη συγκεχυμένες πληροφορίες. Οι
αστυνομικοί τηρούσαν σιγή ιχθύος ύστερα από διαταγές του
πρωτευουσιάνου επιθεωρητή και οι καημένοι κάτοικοι της
πόλης έμεναν τόσον καιρό στο σκοτάδι. Ήξεραν με σιγουριά
ότι οι νεκροί είχαν βρεθεί διαμελισμένοι με τον χειρότερο
τρόπο. Οπότε είχαν να κάνουν είτε με κάποιο θηρίο, είτε με
κάποιον παρανοϊκό και τρομερά χειροδύναμο άντρα. Ίσως
κάποιον τόσο δυνατό και κτηνώδη, που να χρειάζονταν δέκα
κυνηγοί για να τον συλλάβουν.
Ίσως γι’ αυτό η αστυνομία έκρυβε τα πάντα από τους
κατοίκους. Επειδή ήθελε να κρύψει τις δικές της αδυναμίες.
Ασφαλές συμπέρασμα δεν είχε καταφέρει κανείς να βγάλει
πάντως και έτσι οι διαβουλεύσεις συνεχίζονταν με αμείωτο
ρυθμό. Για να ανάψει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον των
Παρνιανών, κάποιος πρότεινε να βάλουν στοίχημα, για το
ποιός κυνηγός θα έβρισκε πρώτος το θηρίο ή άνθρωπο ή ότι
τέλος πάντων ήταν. Η ιδέα είχε τελικά μεγάλη απήχηση και οι
προτιμήσεις του καθενός, μαζί με το ποσό που στοιχημάτιζε,

149

άρχισαν να καταγράφονται. Ο Καράνταρ χαμογέλασε για μια
στιγμή, διασκεδάζοντας με τον τρόπο που οι κάτοικοι της
πόλης αντιμετώπιζαν την όλη κατάσταση. Μετά όμως η
έκφραση του συννέφιασε. Πρώτον γιατί είδε την πλάτη και του
τελευταίου κυνηγού να χάνεται και δεύτερον γιατί είδε εκείνη.
Εκείνη βέβαια δεν τον είδε. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε;
Έχοντας την πλάτη της γυρισμένη και κοιτάζοντας και εκείνη
επίμονα στο δάσος, αναμφίβολα ανήσυχη για το αποτέλεσμα
του κυνηγιού και σχεδιάζοντας στο μυαλό της το επόμενο βήμα
της εκδίκησης, αν κάτι δεν πήγαινε καλά.
Αναμφίβολα, ήταν θέματα σημαντικότερα για εκείνη,
από το να ασχολείται μαζί του. Εκείνος τόσον καιρό και ακόμα
δεν είχε καταφέρει να συλλάβει τον δολοφόνο. Δεν είχε λόγο
να του ρίξει ούτε μια ματιά λύπησης για την ανικανότητα του.
Τώρα πλέον μπορούσε να στρέψει το βλέμμα της σε άντρες
ικανούς, που θα της έφερναν αυτό που τόσο επιθυμούσε.
Άντρες που όταν αναλάμβαναν μια δουλειά, την εκτελούσαν
όπως είχαν υποσχεθεί. Το αστείο βέβαια ήταν, ότι αυτή τη
δουλειά δεν τη ζήτησε ποτέ του. Το γεγονός παρέμενε όμως, ότι
ήταν δική του υπόθεση και έπρεπε να τα βγάλει πέρα. Και στα
μάτια της δεν είχε καταφέρει τίποτα. Ούτε καν για το γράμμα
δεν μπορούσε να της πεί. Και αυτό βέβαια άχρηστο ήταν πρός
το παρόν. Ίσως ο πατέρας του κάπως να είχε προχωρήσει. Αυτό
όμως ανήκε στο μέλλον. Τώρα είχαν να κάνουν με πιο
χειροπιαστά θέματα. Μπορεί ως το τέλος της ημέρας, να είχαν
το πλάσμα εκείνο στα χέρια τους. Νεκρό ή ζωντανό. Στην
δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να το ανακρίνει και να
αποδείξει ότι κάποιο ρόλο έπαιζε και αυτός στην όλη ιστορία.
Δεν θα τον παραγκώνιζαν από την δική του υπόθεση έτσι
εύκολα.
Μετά από αυτήν την έντονη κρίση αυτολύπησης και
συμπλέγματος κατωτερότητας, κατάφερε να ηρεμήσει κάπως
τα νεύρα του και να σκεφτεί πιο λογικά. Οι κυνηγοί ήταν εκεί
ύστερα από δική του απαίτηση. Είχαν έρθει για να κάνουν την
δουλειά τους και να φύγουν ζωντανοί και με αρκετά νομίσματα
παραπάνω στις τσέπες τους. Δεν είχαν όρεξη να

150

παραγκωνίσουν κανένα από την θέση του, ούτε τους ενδιέφερε
ιδιαίτερα τι θα γινόταν με το θήραμα αφού το έπιαναν. Η Νιίρα
λογικό ήταν να έχει αγωνία για την έκβαση του κυνηγιού και
να μην ασχολείται μαζί του, αλλά να έχει όλη της την προσοχή
στραμμένη στο δάσος. Η αλήθεια ήταν ότι και εκείνος, αντί να
κάθεται και να αυτοκαταστρέφεται ψυχολογικά με χιλιεσδυό
ανοησίες, θα έπρεπε να στρέψει όλο του το ενδιαφέρον εκεί.
Πάλι ξέφευγε από τον αντικειμενικά σημαντικότερο στόχο του.
Ήταν κάτι που τον εκνεύριζε απίστευτα. Βέβαια πλέον τα
πράγματα είχαν ξεφύγει, για εκείνη τη μέρα τουλάχιστον, από
τα χέρια του. Όταν θα ξανάπιανε δράση θα υποχρέωνε τον
εαυτό του να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος.

151

12
Ο πρώτος κυνηγός που ξεκίνησε εκείνη την ημέρα, ήταν
ένας δασύτριχος μελαχρινός άντρας από τις ορεινές περιοχές
της Θερίνια. Το πόδι του δεν το είχε πατήσει ποτέ στην Τύοναν
και η Πάρνια, απ’ όσο θυμόταν, πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη
πόλη που είχε δεί στην ζωή του. Μια ζωή γεμάτη από σκηνές
κυνηγιού, αίματος και σφαγής. Είχε άπειρες πληγές που
αποδείκνυαν την πείρα του στο επάγγελμα του, από νύχια
δόντια ή ουρές άγριων θηρίων. Πάντα όμως έβγαινε νικητής
και ο τοίχος του σπιτιού του ήταν γεμάτος από τρόπαια, που
μεγάλωναν την υστεροφημία του ακόμα περισσότερο. Οι
επισκέψεις από συγχωριανούς δεν έλειπαν άλλωστε. Το όνομα
του ήταν Ούφερεκ. Η μεγάλη του περηφάνια ήταν ένα όπλο
δικής του κατασκευής και επινοήσεως, με το οποίο είχε
αποσβέσει στο πολλαπλάσιο τα χρήματα που είχε ξοδεύσει για
την κατασκευή του. Δύο ογκώδη βραχιόλια, ένα για τον κάθε
καρπό, εκτόξευαν γάντζους με σχοινί στην άκρη, οι οποίοι
αιχμαλώτιζαν το θήραμα, όχι μόνο λόγω των σχοινιών αλλά
και λόγω του απίστευτου πόνου που ένιωθαν τα άτυχα
ζωντανά.
Μετά από την εισχώρηση των γάντζων βαθιά στην σάρκα
του ζώου, τα υπόλοιπα ήταν εύκολη δουλειά. Έδενε τα σχοινιά
σε κάποιο δέντρο και άφηνε το κτήνος να σφαδάζει και να
παλεύει, μέχρι την εξάντληση και την τελική πτώση. Μετά
πλησίαζε με ασφάλεια πια, για να δώσει το τελικό χτύπημα με
το σπαθί. Η διαδικασία είχε επαναληφθεί άπειρες φορές,
αποτελώντας πλέον ρουτίνα για τον Ούφερεκ. Και μπορούσε
πλέον να καυχιέται, ότι ήξερε καλά τα μυστικά της και πώς να
αποφεύγει τις παγίδες της. Με περίσσια αυτοπεποίθηση
λοιπόν, μπήκε στο δάσος για να βρεί και να σκοτώσει αυτό το
κτήνος, το οποίο ούτε του είχαν περιγράψει πώς ακριβώς ήταν.
Του είχαν πεί ότι ήταν πολύ πιθανό να του επιτεθεί εκείνο
πρώτο και ότι θα ήταν κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή
του. Σε αυτά τα λόγια είχε χαμογελάσει. Αν είχαν έστω και την
παραμικρή ιδέα τι είχε δεί τόσα χρόνια στα δάση, δεν θα του

152

έλεγαν αυτές τις ανοησίες. Στην πραγματικότητα δεν τον
ένοιαζε. Ότι και να ήταν αυτό το τρομερό κτήνος, θα το
σκότωνε όπως είχε σκοτώσει στο παρελθόν τόσα και τόσα. Μια
περιγραφή δεν θα άλλαζε και πολλά.
Οι εντολές που είχε πάρει βέβαια ήταν σαφείς. Το ζώο
έπρεπε να σκοτωθεί μονάχα αν δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Προτεραιότητα των κυνηγών ήταν να το αιχμαλωτίσουν
ζωντανό. Ένα μάτσο ανοησίες δηλαδή. Ποιά θα ήταν η
ευχαρίστηση του κυνηγιού, αν δεν ένιωθες την έξαρση που
προσέφερε η στιγμή του φόνου; Δεν μπορούσε ούτε να
καταλάβει, ούτε να ανεχτεί μια τέτοια εκκεντρικότητα. Ήταν
αποφασισμένος να αγνοήσει τις εντολές, εκείνου του χοντρού
αστυνόμου από την Τύοναν. Λογικό ήταν ένας πρωτευουσιάνος
να έχει τέτοιες παράλογες απαιτήσεις. Τι ιδέα είχαν αυτοί από
κυνήγι; Στις μεγάλες πόλεις πήγαιναν και έπαιρναν το κρέας
έτοιμο από τον χασάπη. Δεν ήξεραν τον κόπο και τους
κινδύνους που κάποιοι σαν εκείνον είχαν περάσει, για να έχουν
εκείνοι ζεστό το φαΐ στο τραπέζι τους. Όχι, ήταν
αποφασισμένος. Μέσα από εκείνο το δάσος, θα έβγαινε
έχοντας στην πλάτη του φορτωμένο ένα πτώμα. Θα
ισχυριζόταν ότι η μάχη ήταν σκληρή. Το τέρας είχε προβάλλει
σθεναρή αντίσταση και δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να το
σκοτώσει. Είχε κινδυνεύσει η ζωή του, αλλά τελικά τα είχε
καταφέρει.
Θα του όφειλαν συγχαρητήρια και ευχαριστίες. Δεν θα
τολμούσαν να του γκρινιάξουν κιόλας. Με τις υπηρεσίες του θα
είχε σώσει την Πάρνια από αμέτρητους μελλοντικούς
θανάτους και θα είχε πάρει εκδίκηση για τα άτυχα θύματα που
ήδη είχαν πάει στον άλλο κόσμο, από τα δόντια του αδηφάγου
σαρκοβόρου. Ή τουλάχιστον υπέθετε ότι ήταν σαρκοβόρο.
Ούτε καν αυτό δεν του είχαν προσδιορίσει. Ας είναι. Σύντομα
θα βρισκόταν από την αδύναμη μεριά της τροφικής αλυσίδας.
Οι αισιόδοξες σκέψεις συνέχισαν να φουσκώνουν το μυαλό του
Ούφερεκ, κάνοντας τον όμως απρόσεκτο. Τόσο απρόσεκτο που
δεν αντιλήφθηκε τα δύο μάτια, που γεμάτα δολοφονική μανία
τον παρακολουθούσαν από ψηλά. Δύο μάτια που ανήκαν σε

153

έναν εχθρό, που ο άτυχος κυνηγός ήδη είχε υποτιμήσει. Έναν
εχθρό που δεν συγχωρούσε να τον υποτιμούν. Και η τιμωρία
ήταν πάντα θάνατος. Ο Φιδογητευτής κινήθηκε αθόρυβα
ανάμεσα στα δέντρα και άρχισε να πλησιάζει το νέο του
θήραμα.
Δεν θα τον σκότωνε κατευθείαν αποφάσισε. Ήθελε
πρώτα να παίξει λίγο. Είχε γίνει πολύ εύκολο το καθήκον του
τον τελευταίο καιρό και είχε αρχίσει να βαριέται. Αν και όπως
έδειχναν σήμερα τα πράγματα, θα είχε πολλή δουλειά μέσα
στο δάσος. Πήδηξε λίγα εκατοστά πίσω από τον Ούφερεκ.
Φρόντισε να κάνει ασυνήθιστο για εκείνον θόρυβο, ώστε να
γίνει αντιληπτός από τον κυνηγό. Όντως ο άντρας γύρισε και
αυτό που είδε, έφερε τον τρόμο στην καρδιά του. Η εμπειρία
βοήθησε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Κατάφερε και κράτησε
την ψυχραιμία του, παίρνοντας βαθιές ανάσες. Το πρώτο
πράγμα που έκανε, ήταν να στοχεύσει σωστά και χωρίς
βιασύνη με τους γάντζους του. Ένιωσε το τίναγμα από τα
βραχιόλια, καθώς τα δύο μεταλλικά όπλα έφευγαν με ορμή
από τις υποδοχές τους. Η ελπίδα αναπήδησε μέσα του. Η βολή
ήταν καλή. Θα έφτανε επιτυχώς στον στόχο της. Αυτό που είδε
όμως του έφερε σαστιμάρα και δυστυχία. Αργότερα θα
ακολουθούσε και ο άφατος τρόμος, που είχε λείψει μονάχα για
λίγα δευτερόλεπτα από την έναρξη της μάχης.
Ο Φιδογητευτής χωρίς να καταβάλλει ιδιαίτερη
προσπάθεια, απέφυγε τους γάντζους με δύο αστραπιαία
τινάγματα του σώματος του. Με ένα τρίτο τίναγμα έπιασε τα
σχοινιά που πέρναγαν ξυστά από το κεφάλι του. Ο Ούφερεκ
αντιλήφθηκε τι πήγαινε να συμβεί και με απελπισμένες
κινήσεις άρχισε να λύνει τα βραχιόλια. Οι χοντροκομμένες
κατασκευές όμως δεν έβγαιναν εύκολα. Ο κυνηγός ένιωσε το
σώμα του να βρίσκεται στον αέρα, από το τράβηγμα του
αντιπάλου του. Ένιωσε τα πλευρά του να σπάνε όταν έφτασε
με φόρα στον πρώτο κορμό. Ο πόνος τον έσπρωχνε στην
λιποθυμία και σκέφτηκε ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο, αν
αυτή η τακτική συνεχιζόταν. Δεύτερος κορμός πάντως δεν
ήρθε. Προσγειώθηκε στο έδαφος σφίγγοντας τα δόντια,

154

εξαιτίας του πόνου που προσέφερε το τράνταγμα. Το
ανθρωπόμορφο τέρας τον περιεργαζόταν με το βλέμμα από
απόσταση. Δεν έκανε καμία κίνηση εναντίον του. Ο Ούφερεκ
άδραξε την ευκαιρία και έβγαλε τα παραλίγο μοιραία
περικάρπια.
Σηκώθηκε και έβγαλε από την θήκη της πλάτης το
τσεκούρι του. Τρεκλίζοντας πάσχισε να πλησιάσει τον
Φιδογητευτή και να τον πλήξει θανάσιμα. Ο στόχος του δεν
κινήθηκε για να τον αποφύγει ή να βγεί από την πορεία του.
Έμεινε εκεί, περιμένοντας τον. Η ατάραχη φυσιογνωμία του
τον έκανε ακόμα πιο τρομακτικό. Ειδικά αν αναλογιζόταν
κανείς το γεγονός, ότι ένας άντρας με τσεκούρι και άγριες
διαθέσεις ερχόταν κατά πάνω του. Ο Ούφερεκ έχανε την
ελάχιστη αυτοπεποίθηση που του είχε μείνει, με κάθε
δευτερόλεπτο. Με μια αδύναμη προσπάθεια, επιχείρησε να
τσακίσει το κεφάλι του άλλου. Ο άντρας με το φολιδωτό δέρμα
για άλλη μια φορά, αποδείχθηκε πολύ γρήγορος για τα μέτρα
του κυνηγού. Μια δεύτερη προσπάθεια βρήκε και αυτή το κενό.
Η τρίτη σταμάτησε στο χέρι του Φιδογητευτή. Όχι όμως με την
λεπίδα αλλά με την λαβή, την οποία έπιασε με τρομερή
δύναμη, ανακόπτοντας την πορεία του τσεκουριού πρός τον
λαιμό του. Τράβηξε με τη βία το όπλο από τον αδύναμο άντρα,
στέλνοντας τον μερικά μέτρα πιο πέρα.
Πέταξε το τσεκούρι μακριά, σαν να ήταν κάποιο όπλο
ανάξιο για τις ικανότητες του και πλησίασε τον πονεμένο και
πεσμένο στο έδαφος άντρα. Στάθηκε για μια στιγμή ώστε να
σκεφτεί καλύτερα τι σαδιστικό τέλος θα έδινε σε αυτήν την,
όπως αποδείχθηκε, χαμηλής πρόκλησης διαμάχη. Ο Ούφερεκ
ένιωσε το τέλος να πλησιάζει και έβγαλε το μαχαίρι του σε μια
τελευταία προσπάθεια άμυνας. Ο Φιδογητευτής του άρπαξε το
οπλισμένο χέρι, γυρνώντας τον καρπό με δύναμη μέχρι που
ακούστηκε ο ήχος του σπασίματος, ακολουθούμενος από
ουρλιαχτά πόνου. Το μαχαίρι έπεσε κάτω άχρηστο πια. Μετά
ανέλαβε το δεύτερο χέρι. Τοποθέτησε τον αγκώνα του κυνηγού
στο γόνατο του και κρατώντας τον καρπό σταθερό έσπρωξε με
δύναμη. Ο ίδιος ήχος ακούστηκε για δεύτερη φορά, ενώ ο

155

άμοιρος άντρας σπαρταρούσε από τον πόνο. Δυστυχώς για
εκείνον το μαρτύριο θα είχε και συνέχεια. Η αρρωστημένη
φαντασία του Φιδογητευτή, δεν θα τον άφηνε να φύγει από την
ζωή έτσι εύκολα.
Τα δύο καλάμια των ποδιών έσπασαν, με αντίστοιχα
λακτίσματα του αδίστακτου δολοφόνου. Το βασανιστήριο
συνεχίστηκε με το τράβηγμα των ποδιών, μέχρι που το
σπασμένο κόκαλο τρύπησε το δέρμα και φανερώθηκε μέσα
από την ματωμένη σάρκα. Σε κάποιο σημείο της
διεστραμμένης αυτής διαδικασίας, ο Ούφερεκ λιποθύμησε
προσωρινά λυτρωμένος. Συνήθως οι άνθρωποι βλέπουν
εφιάλτες κατά την διάρκεια του ύπνου. Ο κυνηγός όμως
βρέθηκε σε έναν, όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του. Εκείνο το
τέρας που τον είχαν στείλει να κυνηγήσει, είχε ανοίξει μια
τρύπα στο στομάχι του. Ένιωθε το αίμα να μουσκεύει το κορμί
του και αναρωτήθηκε, αν θα τον άφηνε να πεθάνει έναν αργό
θάνατο από αιμορραγία. Ο βασανιστής του είχε γονατίσει από
πάνω του και τον κοιτούσε με ένα ύφος διασκέδασης, στα
συνήθως ψυχρά χαρακτηριστικά του.
«Θέλω να σου συστήσω έναν νεαρό μου φίλο. Είναι ο
μικρότερος της παρέας μου και έτσι τον προσέχουμε και τον
εκπαιδεύουμε, για να γίνει τόσο ικανός όσο και οι υπόλοιποι
της ομάδας. Οι δύο σας θα γνωριστείτε πολύ καλά, αφού θα
περάσετε μαζί τις τελευταίες σου στιγμές σε αυτόν τον κόσμο.
Βλέπεις έχω λόγο που άνοιξα αυτήν την τρύπα στο σώμα σου.
Το μικρό μου φιδάκι χρειάζεται μια δίοδο, ώστε να μπεί μέσα
σου και να σου κατασπαράξει τα σωθικά. Έτσι και εγώ θα
διασκεδάσω, βλέποντας σε να κατακρεουργείσαι εκ των έσω
και ο μαθητευόμενος μου θα μάθει για πρώτη φορά στην μικρή
ακόμα ζωή του, την ευχαρίστηση που προσφέρει ο θάνατος του
αντιπάλου. Είναι πραγματικά μια από τις πιο πολύτιμες
στιγμές στην ζωή του είδους μου, όταν βλέπεις ένα νεαρό
ερπετό να μετατρέπεται σιγά σιγά σε έναν ανηλεή φονιά. Δεν
νιώθεις υπερήφανος που θα πάρεις μέρος, σε αυτήν την μαγική
τελετή μύησης; Αν παραβλέψεις το γεγονός του θανάτου σου,

156

πιστεύω θα μπορέσεις να κατανοήσεις το μεγαλείο της
στιγμής».
Ο Ούφερεκ που νόμιζε ότι είχε φτάσει σε επίπεδα
απόλυτης οδύνης, ούρλιαξε νιώθοντας τον απόλυτο τρόμο.
Ούρλιαξε πρίν καν το μικρό φίδι εμφανιστεί μέσα από τον ώμο
του Φιδογητευτή και χωθεί με μανία μέσα στο στομάχι του,
αρχίζοντας έτσι το καταστροφικό του έργο. Αυτό ήταν το
τραγικό τέλος του κάποτε σπουδαίου αυτού κυνηγού. Γνώρισε
ίσως τον χειρότερο θάνατο, αφού η σαδιστική μανία του
Φιδογητευτή κατευνάστηκε κάπως, από το πρώτο του θύμα.
Έτσι οι υπόλοιποι κυνηγοί που περιφέρονταν στο δάσος της
Πάρνια εκείνη τη μέρα, είχαν την ευτυχία γρήγορων και σαφώς
λιγότερο βασανιστικών θανάτων. Οι ικανότητες, τα όπλα και η
εμπειρία των συνήθως θανατηφόρων αυτών ανθρώπων, δεν
φάνηκαν να έχουν καμία σημασία μπροστά στην ανυπέρβλητη
ανωτερότητα του υπερφυσικού εκείνου δολοφόνου. Ένας ένας
άφησαν την τελευταία τους πνοή σε εκείνο το δάσος,
βρίσκοντας όλοι ασυνήθιστα βίαιο θάνατο. Αν και για το
πλάσμα που τους πρόσφερε αυτόν τον θάνατο, τα υψηλά
επίπεδα βίας ήταν κάτι το απόλυτα συνηθισμένο.
Οι άντρες αυτοί έφυγαν από την ζωή με μια απορία, που
κανείς δεν ξέρει αν απαντήθηκε στον άλλο κόσμο. Άλλωστε τι
γίνεται τότε μονάχα οι νεκροί το ξέρουν και δυστυχώς δεν
μπορούν να μας το πούν. Πάντως ο Ούφερεκ ήταν ο μόνος ο
οποίος είδε το πρόσωπο, που άλλαξε οριστικά την μοίρα του. Οι
υπόλοιποι δεν άκουσαν ούτε τον παραμικρό ήχο, καθώς ο
πανούργος κακοποιός τους πλησίαζε, για να τελειώσει το
μακάβριο έργο του με ένα καλοζυγισμένο και μοναδικό
χτύπημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις βέβαια, άφηνε αυτήν την
χαρά στα φίδια του, που έσπευδαν πάντα να ικανοποιήσουν με
τις δολοφονικές τους επιδόσεις τον αφέντη τους. Η μέρα
έφτανε στο τέλος της και το φώς ολοένα και χανόταν. Ο
Καράνταρ κοιτούσε με αυξανόμενη ανησυχία μια πρός το
δάσος κα μια πρός τον ουρανό, που φορούσε αργά αλλά
σταθερά την μαύρη του φορεσιά. Κανένα νέο από το δάσος. Οι
κάτοικοι στην πλειοψηφία τους είχαν βαρεθεί και είχαν γυρίσει

157

στα σπίτια τους. Η Νιίρα φυσικά παρέμενε στο πλευρό του και
περίμεναν μαζί κάποιον να βγεί από το δάσος, με κάποια νέα.
Κατά προτίμηση ευτυχή.
Η νύχτα ήλθε και απήλθε. Νέο κανένα. Ο Καράνταρ
άφησε άλλη μια μέρα περιθώριο. Τα πράγματα παρέμειναν
όπως είχαν. Ο Καράνταρ και η Νιίρα γεμάτοι αγωνία και όλους
τους υπόλοιπους κατοίκους, με εξαίρεση τον Φέντουιν, να
συνεχίζουν την ζωή τους ξεχνώντας σιγά σιγά το θέμα. Μόνο ο
νεαρός αστυνομικός στήριζε ψυχολογικά τον επιθεωρητή και
την νεαρή αριστοκράτισσα. Αλλά και εκείνος μπορούσε να
κάνει λίγα, καθώς έβλεπαν άλλο ένα σχέδιο τους να
καταδικάζεται σε αποτυχία και το ηθικό τους να πέφτει
ανάλογα. Τελικά ο Καράνταρ δεν άντεξε άλλο την αναμονή.
Την τρίτη μέρα έδωσε διαταγή στους μισθοφόρους και στους
αστυνόμους να μπούν στο δάσος και να αρχίσουν τις έρευνες
για την ανεύρεση των κυνηγών. Έμειναν μονάχα λίγοι στο
νοσοκομείο για να φυλάνε τον, πάντα αναίσθητο, Τίμπελ. Ο
Ένοραν ήταν ένας από αυτούς πρός μεγάλη του ανακούφιση. Ο
Φέντουιν δεν θα τον έστελνε έτσι και αλλιώς στο δάσος, αφού ο
φόβος του θα τον έκανε όχι απλά άχρηστο για την ομάδα, αλλά
πιθανώς και επικίνδυνο.
Και οι υπόλοιποι της ομάδας βέβαια, δεν ήταν ιδιαίτερα
χαρούμενοι για την αποστολή τους. Είχαν ακούσει τον Ένοραν
να μιλάει για αυτό το πλάσμα και η εξαφάνιση των κυνηγών
δεν τους ανέβαζε καθόλου την ψυχολογία. Διστακτικοί και με
τα όπλα τους πανέτοιμα, μπήκαν λοιπόν στο δάσος.
Μισθοφόροι αλλά και ένστολοι γίνονταν ένα, καθώς είχαν μια
κοινή αποστολή και ίσως και κοινή μοίρα. Το δάσος ήταν
σιωπηλό και ακόμα και τα πουλιά φαίνονταν να είχαν
λουφάξει, εξαιτίας του θανατικού που είχε συμβεί μέσα στο
δάσος τους. Η κατάσταση ήταν τεταμένη και οι άντρες
πετάγονταν με τον παραμικρό ήχο που έσπαγε την σιωπή. Ένα
κλαράκι σπασμένο από το πόδι κάποιου από την ομάδα,
κάποιο κουκουνάρι που έπεφτε από το δέντρο του, το θρόισμα
των φύλλων από το απαλό άγγιγμα του ανέμου. Όλοι αυτοί οι
φυσικοί ήχοι του δάσους, αποτελούσαν αιτία συναγερμού για

158

τους τρομαγμένους άντρες. Και σύντομα τα πράγματα έγιναν
χειρότερα.
Όταν ανακαλύφθηκε το πρώτο πτώμα, με δυσκολία οι
περισσότεροι κατάφερναν να μην κάνουν εμετό, από το
αηδιαστικό θέαμα. Τα πτώματα ήταν διαμελισμένα και
έμοιαζαν να έχουν φαγωθεί από κάποιο άγριο ζώο. Τα μέλη
της ομάδας, έβαλαν αυθόρμητα τους εαυτούς τους, στην θέση
των άτυχων κυνηγών. Τώρα εκείνοι βρίσκονταν μέσα στο
βασίλειο εκείνου του κτήνους. Μπορεί να τους θεωρούσε
απειλή και να είχαν και εκείνοι τον ίδιο απαίσιο θάνατο. Ο
εγωισμός τους δεν τους επέτρεπε να φύγουν από εκεί και να
αφήσουν την δουλειά τους στην μέση. Ακόμα τουλάχιστον.
Πάντως οι έρευνες άρχισαν να γίνονται με πολύ πιο γρήγορους
ρυθμούς, με την ελπίδα τα πτώματα να ανακαλυφθούν
γρήγορα και η ομάδα να γυρίσει ασφαλής πίσω στην πόλη.
Τοποθέτησαν τα πτώματα, που έμοιαζαν περισσότερο με μάζες
κρεάτων, σε φορεία και συνέχισαν να διεισδύουν όλο και
βαθύτερα στο δάσος εκείνο του θανάτου.
Δεν άργησαν να ανακαλύψουν και τον Ούφερεκ και να
νιώσουν οίκτο για το φρικτό τέλος που υπέθεσαν ότι θα είχε.
Υπέθεσαν μόνο. Γιατί το πραγματικό μαρτύριο ήταν χειρότερο
και απ’ ότι μπορούσαν να φανταστούν. Οι καρδιές των αντρών,
είχαν μαυρίσει από το απάνθρωπο αυτό καθήκον, που τους
είχε επιβληθεί. Ήξεραν όμως ότι θα ήταν αμαρτία αυτοί οι
άνθρωποι που καλά καλά δεν τους γνώριζαν, να μείνουν
άθαφτοι και να μην έχουν οι οικογένειες τους την ευκαιρία να
τους θρηνήσουν και να μάθουν το τέλος τους. Κατανοούσαν το
καθήκον τους και την σπουδαιότητα της αποστολής τους, αυτό
όμως δεν μείωνε καθόλου τους φόβους τους που αυξάνονταν
λεπτό με λεπτό. Ο κίνδυνος του θανάτου βάραινε ασφυκτικά
τις πλάτες τους και έκανε την εργασία ακόμα πιο δύσκολη.
Όταν επιτέλους και το τελευταίο πτώμα βρέθηκε, όχι σε
καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα, πήραν τον δρόμο του
γυρισμού με ανανεωμένο κουράγιο. Όταν είδαν τα φώτα της
Πάρνια να τους περιμένουν, έβγαλαν όλοι αναστεναγμούς
ανακούφισης και μερικοί έφτασαν στο σημείο να δακρύσουν.

159

Ήταν θαύμα ή σύμπτωση; Ότι και αν ήταν, ο Φιδογητευτής
τους είχε αφήσει να ζήσουν. Για εκείνη τη μέρα τουλάχιστον.

160

13
Στην ατέλειωτη ωκεάνια μάζα που ο άνθρωπος για
αιώνες εναπόθετε τα όνειρα του, για να ανακαλύψει πολλές
φορές τους χειρότερους εφιάλτες του, ο θερινιακός στόλος
συνέχιζε το ταξίδι του, κυνηγώντας έναν εχθρό που αρνιόταν
πεισματικά, την κατά μέτωπο επίθεση. Έναν εχθρό που είχε
αναλωθεί σε έναν ανταρτοπόλεμο, που προκαλούσε μικρές
υλικές ζημιές στους Θερίνιους και κατάφερνε περισσότερο να
τους σπάει τα νεύρα. Όμως η κακή ψυχολογία σε έναν στόλο
τόσο μεγάλο, μπορούσε σε ένα κρίσιμο σημείο να φέρει την
καταστροφή. Πολλές φορές ο Αθίριλ είχε διαπιστώσει
εκνευρισμό και τσακωμούς ανάμεσα στους στρατιώτες, αλλά
και υπερβολική πίστη στις δυνάμεις τους, που κατέληγαν σε
έλλειψη προσοχής και φαινόμενα όπως αυτό της μεγάλης
πυρκαγιάς. Οι προσπάθειες αυτές δολιοφθοράς των πειρατών,
συνεχίζονταν με αμείωτους ρυθμούς. Ποτέ όμως δεν
κατάφεραν να ξανακάνουν ιδιαίτερη ζημιά στα καράβια. Ο
Αθίριλ είχε προειδοποιήσει για την αυστηρότητα που θα
επιδείκνυε, σε όποιον δεν ήταν αρκετά προσεκτικός στην
σκοπιά του.
Οι συγκρούσεις με πειρατικά είχαν πολλαπλασιαστεί
επίσης. Πάντα όμως οι αντίπαλοι διέθεταν ένα με δύο πλοία. Ο
Αθίριλ ως καπετάνιος τη «Αέρινης», απόντος του Ντάργκαν,
είχε δώσει γύρω στις δεκαπέντε ναυμαχίες. Φυσικά ήταν όλες
νικηφόρες. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να
στριμώξουν τους εχθρούς και να τους αντιμετωπίσουν όλους
μαζί. Και κατ’ επέκταση, να τους καταστρέψουν όλους. Μόνο
με μια ολοκληρωτική νίκη τα νησιά θα ένιωθαν και πάλι
ασφαλή. Μόνο τότε θα μπορούσαν να γυρίσουν πίσω στην
πατρίδα. Να μπούν στο λιμάνι της Φέργκα θριαμβευτές. Να
ακούσουν τις επευφημίες του λαού και να γευτούν την
απόλυτη δικαίωση για τις προσπάθειες τους. Τότε θα μπορούσε
και εκείνος να κοιτάξει τον βασιλιά αδερφό του στα μάτια και
να του πεί χωρίς λόγια, ότι ήταν καλύτερος. Μόνο με ένα
βλέμμα. Και μετά θα έτρεχε στην αγκαλιά της Νιίρα και όλα

161

θα ήταν όμορφα, όπως πρίν. Και αν όλα πήγαιναν καλά, δεν
θα ξαναμπλεκόταν η χώρα σε πόλεμο, για πολύ καιρό.
Θα είχε βέβαια πάντα τα σημάδια από τις μάχες, για να
του θυμίζουν τα όσα είχε περάσει. Στο χαρακωμένο του
πρόσωπο και στην καμένη του πλάτη, είχαν προστεθεί πολλές
ακόμα ουλές, που θα έμεναν για πάντα στο σώμα του. Θα
συνόδευαν τις αναμνήσεις που είχε μαζέψει μέχρι τώρα και
όσες ακόμα τον περίμεναν, απ’ όσα θα ζούσε μέχρι την τελική
επικράτηση. Αν βέβαια επιβίωνε από αυτήν την εκστρατεία,
για να μπορεί αργότερα να διηγείται ο ίδιος τις περιπέτειες του.
Αν κάποιο από τα σπαθιά ή τα βέλη που περνούσαν ξυστά από
δίπλα του, δεν έβρισκε κάποια στιγμή στόχο, σε μια από τις
πολλές μάχες που θα έδινε. Αν συνέχιζε να την γλιτώνει για
μερικά εκατοστά, όπως συνέβαινε μέχρι εκείνη την στιγμή και
δεν τέλειωνε η τύχη του παίρνοντας μαζί και την σύντομη ζωή
του. Σκεφτόταν τον Ντάργκαν που ακόμα ανάρρωνε και
ένιωσε έναν εκνευρισμό για τον τρόπο που είχαν έρθει τα
πράγματα. Ένιωθε ενοχές για τον τρόπο με τον οποίο είχε
πάρει την αρχηγία της «Αέρινης».
Οι άλλοι καπετάνιοι, που δεν παρέλειπαν να δείχνουν
την αντιπάθεια τους για τον πρίγκιπα, είχαν αφήσει να
εννοηθεί ότι δεν είχε στενοχωρηθεί και τόσο ο Αθίριλ για τον
τραυματισμό του Ντάργκαν. Ανόητοι άνθρωποι. Ακόμα δεν
είχαν καταλάβει το μέγεθος της εξουσίας του. Δεν ήταν
ανάγκη να τραυματιστεί ο Ντάργκαν αφού, ως αρχηγός της
εκστρατείας, είχε έτσι και αλλιώς τον έλεγχο της ναυαρχίδας
και όλου του στόλου. Πάρα την γελοιότητα του όλου
πράγματος όμως, μέσα του μπορούσε να διακρίνει τις πληγές
από τα κοντάρια όσων τον εχθρεύονταν. Κοντάρια που
ταξίδευαν από στόμα σε στόμα με μορφή ψιθύρου και που
πάντα έφταναν να καρφωθούν στα αυτιά και την καρδιά του
Αθίριλ. Προκαλώντας του απορία με την κακία και την
αχαριστία που έδειχναν ορισμένοι άνθρωποι. Αν χρειαζόταν
άραγε κάποια στιγμή όλο του το στόλο, θα μπορούσε να
βασιστεί σε όλους; Φοβόταν την ανταρσία. Μόνο τους ναύτες
του καραβιού του εμπιστευόταν. Όλους τους άλλους τους

162

αντιμετώπιζε με καχυποψία, που οι ίδιοι είχαν κερδίσει για τον
εαυτό τους.
Με μια φωνή που ακούστηκε από το παρατηρητήριο, ο
Αθίριλ κάρφωσε τα μάτια του κατευθείαν στον ορίζοντα. Η
διαίσθηση ή το αμείλικτο χέρι της μοίρας, οδήγησε το βλέμμα
του με την πρώτη ματιά στον κίνδυνο που ερχόταν κατά πάνω
τους. Καράβια. Και αυτή τη φόρα δεν ήταν ένα ή δύο. Με μια
πρώτη εκτίμηση υπολόγιζε γύρω στα εκατό. Είχε έρθει λοιπόν
η ώρα για μια σοβαρή ναυμαχία; Οι σκέψεις του θα έπαιρναν
την απάντηση τους. Ο στόλος του θα δοκιμαζόταν ολόκληρος
και ας ήταν ο εχθρός και πάλι υποδεέστερος. Τουλάχιστον
είχαν επιτέλους να κάνουν με μια υπολογίσιμη δύναμη. Είχε
έρθει η ώρα οι γκρινιάρηδες καπετάνιοι του να έδειχναν τι
αξίζαν και αν ήταν τόσο καλοί στον πόλεμο, όσο ήταν και στο
να υπονομεύουν πίσω από την πλάτη του τον αρχηγό τους.
Αρκετά έβγαζε μέχρι εκείνη την ημέρα η «Αέρινη» τα κάστανα
από την φωτιά. Έφτασε η στιγμή που θα έβαφαν και οι άλλοι
τα χέρια τους με αίμα, ή το κατάστρωμα των καραβιών τους θα
βαφόταν από το δικό τους αίμα. Γύρισε στους άντρες του οι
οποίοι περίμεναν για τις διαταγές. Ο παρατηρητής διακήρυξε
ότι οι σημαίες ήταν πειρατικές. Κάθε αμφιβολία λοιπόν είχε
πια διαλυθεί. Είχαν αποφασίσει να σταματήσουν να τρέχουν
και να πολεμήσουν σαν άντρες. Αν ένας τέτοιος
χαρακτηρισμός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για βιαστές και
στυγερούς δολοφόνους.
Ο Αθίριλ άρχισε να ουρλιάζει τις διαταγές του στους
ναύτες του. Η «Αέρινη» άρχισε να προετοιμάζεται για την
ναυμαχία και πάνω στο κατάστρωμα οι ναύτες κινούνταν πέρα
δώθε σαν τα μυρμήγκια, με πυρετώδεις ρυθμούς. Πάνω στο
παρατηρητήριο, ο άντρας που τους είχε πρωτοειδοποιήσει για
τον ερχομό του αντιπάλου, μετέφερε τις διαταγές του αρχηγού
του και στα υπόλοιπα καράβια, χρησιμοποιώντας για σινιάλο
δύο αναμμένους δαυλούς και κουνώντας τους με τον
προσυμφωνημένο από τους καπετάνιους τρόπο. Το μήνυμα για
την επερχόμενη μάχη, απλώθηκε σαν τον άνεμο σε όλον το
στόλο και μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε από την

163

«Αέρινη» μέχρι και το τελευταίο καράβι, θέτοντας αυτήν την
τρομερή πολεμική δύναμη σε κίνηση. Η θάλασσα γέμισε από
τις φωνές των Θερίνιων και από τους ήχους των
προετοιμασιών. Η τρομερή ξύλινη μάζα κινήθηκε σύσσωμη
πρός τα ενωμένα πειρατικά.
Από τον πειρατικό στόλο ακουγόταν αντίστοιχος
ορυμαγδός, καθώς υψώνονταν και εκεί φωνές που μετέφεραν
διαταγές, οι οποίες συνήθως δεν εκφράζονταν από τους
ανωτέρους με τον πιο ευγενικό τρόπο. Η ποικιλία των
γλωσσών από τις διάφορες φυλές που αποτελούσαν το
πειρατικό σύνολο, έκανε τον θόρυβο να ηχεί ακόμα πιο
απόκοσμος και βαρβαρικός, κάνοντας αυτούς τους
εγκληματίες των θαλασσών να φαίνονται ακόμα πιο απεχθείς.
Οι βρισιές και οι επιτακτικές κοφτές εντολές των καπετάνιων,
αναμειγνύονταν με τον ανθρώπινο ιδρώτα, το τρίξιμο των
κουπιών και των σχοινιών, το ποδοβολητό των ναυτών και
βέβαια, με τον ήχο του ατσαλιού, καθώς τα όπλα έβγαιναν από
τις θήκες τους για να σπείρουν τον θάνατο. Το θέαμα των δύο
αντιπάλων να ζυγώνουν ο ένας τον άλλον ήταν επιβλητικό.
Εκείνη τη μέρα όμως μονάχα οι ίδιοι οι πολεμιστές θα
παρακολουθούσαν την μάχη, αφού δεν υπήρχε ανθρώπινη
ψυχή πουθενά τριγύρω. Κάτι που ήταν λογικό αφού
βρίσκονταν στην μέση του γαλάζιου πουθενά.
Την ιστορία τους οι επιζώντες θα την έλεγαν αργότερα,
για να καταγραφεί και να μείνει ζωντανή για τις επόμενες
γενιές. Κανένας άλλος όμως δεν θα γινόταν μάρτυρας της
τρομερής εκείνης ναυμαχίας. Ακόμα και τα θαλασσοπούλια
απομακρύνθηκαν από την περιοχή, σαν να ήθελαν να
αφήσουν χώρο ελεύθερο στους δύο παλαιστές, για να
ξεδιπλώσουν τις θανατηφόρες κινήσεις τους. Ο θαλάσσιος
στίβος γινόταν για εκείνη τη μέρα τουλάχιστον δικός τους. Τα
στοιχεία της φύσης τους χαρίστηκαν. Τους έδωσαν την άδεια
να πολεμήσουν ο καθένας για τον σκοπό του, χωρίς
παρεμβολές. Έτσι τους πρόσφεραν ήρεμα νερά και ούριο άνεμο
για τα πανιά τους. Ουρανό ασυννέφιαστο για καλή ορατότητα.
Δροσιά για να αντέξουν την πολύωρη μάχη. Την

164

θαλασσοταραχή θα την δημιουργούσαν άνθρωποι εκείνη τη
μέρα. Και θα έβαφαν τα νερά κόκκινα. Με μια κραυγή του
Αθίριλ η «Αέρινη» ξεχύθηκε μπροστά δίνοντας το έναυσμα. Τα
υπόλοιπα καράβια ακολούθησαν αμέσως.
Η απάντηση ήρθε κατευθείαν. Τα κουρσάρικα κινήθηκαν
και αυτά με την σειρά τους και οι επιβάτες τους ξεροκατάπιαν,
βλέποντας τον εξαπλάσιο αριθμό του αντίπαλου τους. Δεν
υπήρχε όμως άλλη επιλογή. Ήλπιζαν ότι μετά από τόσες
μάχες, οι Θερίνιοι θα κουράζονταν και θα επέστρεφαν στην
πατρίδα τους για να γλεντήσουν για τις νίκες τους, αφήνοντας
και πάλι τα νησιά στα νύχια τους. Όμως εκείνος ο
καταραμένος πρίγκιπας, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να τους
εξαφανίσει τελείως και δεν θα σταματούσε όσο ζούσε. Έπρεπε
λοιπόν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα ζούσε για πολύ ακόμα.
Χωρίς αυτόν ο στόλος θα γυρνούσε πίσω στην Φέργκα και θα
τους άφηναν επιτέλους ήσυχους. Οι αρχηγοί των πειρατών
είχαν αποφασίσει, ότι όσοι άντρες και αν χάνονταν στο
εγχείρημα, ο Αθίριλ έπρεπε να πεθάνει. Έτσι λοιπόν,
προσπαθούσαν να μην δίνουν σημασία στον όγκο που ερχόταν
να τους καταπιεί σύσσωμους, αλλά μόνο στο ένα εκείνο καράβι
που θα τους πρόσφερε τον στόχο τους. Την «Αέρινη».
Όταν τα έμβολα βρήκαν τα πλευρά των στόχων τους, το
χάος ξεχύθηκε σε όλο του το τρομακτικό μεγαλείο. Άνθρωποι
πετάχτηκαν μέτρα μακριά με τα μέλη τους συντετριμμένα,
θραύσματα που έκοβαν σαν μαχαίρια τύφλωσαν μάτια και
έκοψαν αρτηρίες, πεσμένα κατάρτια καταπλάκωσαν κορμιά.
Με την πρώτη επαφή των καραβιών προκλήθηκε όλεθρος. Ο
θερινιακός στόλος κύκλωσε τον πειρατικό αποκόβοντας κάθε
έξοδο διαφυγής. Ήταν σαν να έσφιγγαν μια θηλιά γύρω από
τον λαιμό τους και ήταν ζήτημα χρόνου μέχρι η ασφυξία να
τους καταβάλλει. Οι Θερίνιοι χτυπούσαν από όλες τις μεριές.
Τα έμβολα τους θέριζαν τα εχθρικά καράβια στέλνοντας
δεκάδες ψυχές στον πάτο της θάλασσας. Ο πάταγος του ξύλου
που έσπαγε, μαζί με τις κραυγές πόνου, ήταν κάτι το
τρομακτικό. Ο Αθίριλ ένιωθε σαν να βρισκόταν στο επίκεντρο
ενός σεισμού. Το τράνταγμα από την σύγκρουση της «Αέρινης»

165

με ένα πειρατικό, τον έστειλε να κατρακυλήσει για μερικά
μέτρα. Όταν σηκώθηκε, αίμα έτρεχε από το δεξί του φρύδι. Είχε
χτυπήσει το κεφάλι του και ένιωθε λίγο ζαλισμένος. Ο Κίντεν,
που είχε γίνει έμπιστος του τον τελευταίο καιρό, έτρεξε κοντά
του.
«Είστε καλά Μεγαλειότατε; Αιμορραγείτε». Ο Αθίριλ
κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει λίγο το μυαλό του.
«Εντάξει είμαι. Δεν μπορούμε να κινηθούμε άλλο. Το έμβολο
έχει κολλήσει. Πρέπει να επιτεθούμε σε μάχη σώμα με σώμα.
Ετοιμάστε τους γάντζούς».
Ο Κίντεν επανέλαβε την διαταγή, αν και οι περισσότεροι
είχαν τρέξει ήδη να εκτελέσουν την βούληση του καπετάνιου.
Οι γάντζοι έλαμψαν απ' τις ακτίνες του ήλιου, καθώς διέσχισαν
το κενό ανάμεσα στα δύο καράβια και καρφώθηκαν στο σκαρί
του πειρατικού. Οι Θερίνιοι πολεμιστές άρχισαν να περνάνε με
τα σχοινιά των γάντζων απέναντι και να θερίζουν με τα
σπαθιά τους, ενώ ακόμα βρίσκονταν αιωρούμενοι. Οι εχθροί
τους αντεπιτέθηκαν αμέσως με μίσος, για να τους απωθήσουν.
Οι Θερίνιοι όμως ήταν αποφασισμένοι. Το πρώτο κύμα
πειρατών υποχώρησε από την ορμή της στρατιάς του Αθίριλ
και άρχισε να ψάχνει οδούς διαφυγής. Ο Αθίριλ αντιλήφθηκε
την αδυναμία τους και έσπευσε να τους καταδιώξει. Ή θα
πέθαιναν από το χέρι του, ή θα πήδαγαν στην θάλασσα και τα
υπόλοιπα θα τα κανόνιζαν οι καρχαρίες. Πελεκούσε με το
σπαθί του όποιο μέλος μπορούσε να πετύχει, προσπαθώντας
να προκαλέσει όση περισσότερη ζημιά μπορούσε. Έστω και
ένας νεκρός πειρατής παραπάνω, είχε σημασία για εκείνον.
Ένα άνοιγμα είχε δημιουργηθεί μέσα στον όχλο των
πειρατών. Μέσα σε εκείνο το άνοιγμα το οποίο ο ίδιος είχε
ανοίξει, βρισκόταν ο Αθίριλ, προσπαθώντας να προχωρήσει
όσο πιο βαθιά γινόταν, μέσα από κορμιά, αίμα και το πανταχού
παρόν ατσάλι. Ο Αθίριλ όμως μέσα στην παραζάλη της μάχης
και του επικείμενου θριάμβου, δεν αντιλήφθηκε την παγίδα
των εχθρών του. Ήταν πλέον πολύ αργά, όταν κατάλαβε ότι
όσο καλός και αν ήταν με το σπαθί, η εισχώρηση του στις
εχθρικές γραμμές, παραήταν εύκολη. Ξαφνικά όλοι έκλεισαν

166

τριγύρω του, σαν μια γιγάντια παλάμη αποτελούμενη από
ανθρώπινα σώματα. Τότε κατάλαβε ότι εκείνος ήταν ο βασικός
τους στόχος. Μπορεί να αποφάσισαν για πρώτη φορά να τους
πολεμήσουν στα ίσα, αλλά οι αντίπαλοι του δεν είχαν αλλάξει
τακτική. Και πάλι είχαν εκείνον για κεντρικό τους στόχο, με
την ελπίδα ότι με τον θάνατο του, η εκστρατεία θα έπαιρνε
τέλος. Αυτό που ενοχλούσε τον Αθίριλ απίστευτα, ήταν ότι
ίσως και να είχαν δίκιο. Ήταν πολλές φορές που ένιωθε, ότι
ήταν ο μόνος που νοιαζόταν πραγματικά για την αποστολή
τους και πώς όλοι οι υπόλοιποι το θεωρούσαν αγγαρεία.
Εκείνη τη στιγμή όμως είχε πολύ πιο σοβαρά προβλήματα
να λύσει. Δεχόταν επιθέσεις απ’ όλες τις μεριές, από άντρες
μαινόμενους και απελπισμένους. Κάτι τέτοιο ήταν λογικό. Τους
είχε προσφέρει απλόχερα μια μοναδική ευκαιρία να
ξεμπερδεύουν μαζί του. Αν ο Ντάργκαν ήταν εκεί, θα τον είχε
προλάβει πρίν πέσει τόσο χαζά στην παγίδα και μετά θα του
είχε κάνει κήρυγμα για νεανικό αυθορμητισμό, συνοδευόμενο
από αρκετή δόση βλακείας. Βρισκόταν στο επίκεντρο μιας
θύελλας σπαθιών, προσπαθώντας να αποφύγει η να
αποκρούσει τις αιχμές τους, λυγίζοντας το σώμα του σε
στάσεις που δεν ήξερε ότι ήταν ικανός να πάρει. Είχε φτάσει
στα όρια του, αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης του έδινε
ακόμα μεγαλύτερες δυνάμεις. Ήταν σίγουρος ότι οι άντρες του
θα τον έσωζαν, μόλις αντιλαμβάνονταν τι είχε συμβεί. Ήλπιζε
μόνο να μην ήταν πολύ αργά μέχρι τότε. Όμως όλες οι σκέψεις
χάθηκαν από το μυαλό του, μαζί με οποιαδήποτε σταθερή
εικόνα από τα μάτια του. Ένιωσε να βρίσκεται στον αέρα, να
τον καταπίνει το σκοτάδι και μετά να νιώθει ένα οξύ πόνο στα
πλευρά του, από το ξαφνικό τράνταγμα.
Είχε πέσει στο εσωτερικό του καραβιού. Το έμβολο της
«Αέρινης» σε συνδυασμό με την φωτιά που είχε ξεσπάσει,
είχαν αποδυναμώσει το παλιό σκαρί, με αποτέλεσμα μεγάλο
τμήμα του καταστρώματος να καταρρεύσει. Άκουγε παντού
τριγύρω του κραυγές αγωνίας, από τους άντρες που είχαν
πέσει μαζί του και είχαν τραυματιστεί. Λίγα μέτρα μακριά του
βρισκόταν ένας πειρατής. Ο Αθίριλ τον αναγνώρισε, γιατί ήταν

167

ένας από εκείνους που τον είχαν κυκλώσει για να τον
αποτελειώσουν, όταν βρίσκονταν ακόμα στην επιφάνεια. Ένα
τεράστιο σπασμένο δοκάρι τον είχε διαπεράσει πέρα για πέρα
και εξείχε μαζί με εντόσθια από το στομάχι του. Ο άντρας
βογκούσε αδύναμα και έφτυνε αίμα. Ο Αθίριλ δεν του έδινε
πάνω από μερικά λεπτά ζωής. Σηκώθηκε και άρχισε να ερευνά
τον χώρο, τρεκλίζοντας από τον πόνο στα πλευρά του. Το
σκοτάδι διαλυόταν από το φώς του ήλιου, που τρύπωνε
αδιάκριτα από το άνοιγμα, που τόσο ξαφνικά τον είχε
απομακρύνει από το επίκεντρο της μάχης και πιθανότατα του
είχε σώσει την ζωή.
Βρήκε και άλλους ετοιμοθάνατους άντρες ανάμεσα σε
βαρέλια, έπιπλα, κομμάτια ξύλου και νερό, που σύντομα θα
γέμιζε τα αμπάρια και θα βύθιζε το καράβι. Η μάχη από πάνω
μαινόταν με αμείωτο μένος και από τις δύο παρατάξεις.
Έψαχνε με μανία να βρεί τρόπο να ξανανέβει πάνω.
Προσπαθούσε να βρεί κάποια σκάλα, που θα τον οδηγούσε και
πάλι δίπλα στους συμπολεμιστές του. Και ενώ ο εκνευρισμός
είχε αρχίσει να τον καταβάλλει, μια έξοδος φάνηκε στο βάθος
ενός έρημου διαδρόμου, που είχε πάρει κλίση, μαζί με όλο το
υπόλοιπο κήτος. Άρχισε να τρέχει πρός τα κεί, νιώθοντας την
ελπίδα μέσα του να ξαναθεριεύει. Πρίν μπορέσει να φτάσει
όμως, ένας όγκος τον χτύπησε με δύναμη, στέλνοντας τον
πάνω στον πλησιέστερο τοίχο. Το χτυπημένο πλευρό του
άρχισε και πάλι να διαμαρτύρεται. Εκείνος που του είχε
επιτεθεί του όρμησε με ένα μαχαίρι. Ο Αθίριλ γράπωσε τον
καρπό του, λίγο πρίν ο άλλος του κόψει την καρωτίδα.
Σταμάτησε το φονικό χέρι, χωρίς όμως να καταφέρει να το
απομακρύνει.
Ο πειρατής συνέχισε να πιέζει για να βρεί η λεπίδα του
σάρκα. Ο Αθίριλ του έδωσε δύο απανωτά χτυπήματα στο
στομάχι και ένιωσε τον άλλον άντρα να σφίγγεται καθώς του
κοβόταν η αναπνοή. Αυτό δεν αρκούσε όμως για να τον κάνει
να παραιτηθεί. Ο πεισματάρης φονιάς απάντησε με δύο
αγκωνιές του ελεύθερου του χεριού, στο πρόσωπο του Θερίνιου.
Στη στιγμή το πρόσωπο του πρίγκιπα γέμισε με αίματα

168

προερχόμενα από τα ρουθούνια του. Το μαχαίρι προχώρησε
λίγο ακόμα και μια μικρή κόκκινη γραμμή εμφανίστηκε στον
λαιμό. Ο Αθίριλ είδε με απελπισία το σπαθί του να κείτεται
λίγο πιο μακριά από εκείνον, αλλά όχι αρκετά κοντά ώστε να
το φτάσει. Μια δεύτερη δυσάρεστη διαπίστωση ήρθε να
προστεθεί στην πρώτη, όταν βρήκε την θήκη του μαχαιριού του
άδεια. Προφανώς είχε χαθεί κάπου με την πτώση. Τα
περιθώρια στένευαν και έπρεπε να ληφθούν αποφασιστικά
μέτρα. Με μια ξαφνική προσποίηση, έκανε τον αντίπαλο του
να πιστέψει ότι πήγαινε για τα μάτια του και τελευταία στιγμή
άλλαξε πορεία, πηγαίνοντας πρός τα κάτω. Το ελεύθερο χέρι
του κουρασμένου από την προσπάθεια άντρα δεν τον πρόλαβε.
Ο πρίγκιπας βρήκε τα γεννητικά όργανα του άλλου και
τα έστριψε με μανία. Κάτι ανάμεσα σε μουγκρητό και
ουρλιαχτό ακούστηκε από το στόμα του πειρατή, ο οποίος
πανικόβλητος από τον πόνο, απομακρύνθηκε από το παρ'
ολίγον θύμα του. Δεν απομακρύνθηκε όμως αρκετά. Ένα
αρχέγονο ένστικτο, που είχε μείνει καλά κρυμμένο για χρόνια,
φανερώθηκε ξαφνικά, ωθώντας τον Αθίριλ σε ένα απίστευτο
ξέσπασμα βίας. Άρπαξε με τα δόντια του το λαρύγγι του
εχθρού του, με την μασέλα του να κλείνει σαν μέγγενη και να
μην ανοίγει με καμία ανθρώπινη δύναμη. Ένιωθε το θύμα το
να σπαρταράει και να ουρλιάζει υστερικά. Ένιωθε γιατί δεν
μπορούσε να δεί. Το βλέμμα του είχε θολώσει και οι σκέψεις
πηγαινοέρχονταν σπασμωδικά και ξαφνικά, πρίν προλάβει να
τις κατανοήσει. Με ένα τελειωτικό τίναγμα του κεφαλιού,
απέσπασε το στόμα του από τον ματωμένο και
κατακρεουργημένο λαιμό. Ένιωσε στο στόμα του το κομμένο
καρύδι και το έφτυσε με αδιαφορία, ραντίζοντας το πάτωμα με
αίμα.
Ξύπνησε από την παραζάλη του φόνου, μονάχα όταν
άκουσε τον τριγμό του καραβιού, καθώς βυθιζόταν ακόμα
περισσότερο. Μια σανίδα υποχώρησε και τινάχτηκε μερικά
εκατοστά μακριά του. Νερό άρχισε να μπαίνει από το φρέσκο
άνοιγμα, κάνοντας τα πράγματα ακόμα πιο δυσοίωνα. Ο
Αθίριλ έσπευσε να βγεί στην επιφάνεια. Η μάχη συνεχιζόταν,

169

με την υπεροχή των αντρών του όμως φανερή. Τριγύρω από το
καράβι επικρατούσε χάος. Έβλεπε παντού φωτιές, χωρίς να
ξέρει όμως ποιανού τα σκαριά καίγονταν. Δεν μπορούσε όμως
να ανησυχήσει εκείνη την ώρα για τους υπόλοιπους. Έπρεπε
να σώσει την ναυαρχίδα, η οποία ήταν ακόμα κολλημένη στο
καταραμένο το κουρσάρικο, που βυθιζόταν ασταμάτητα στον
ανελέητο ωκεανό. Η μάχη έπρεπε να τελειώσει όσο πιο
σύντομα γινόταν και μετά να αποκολλούσαν την «Αέρινη».
Όρμησε ανάμεσα στους μαχόμενους, προσπαθώντας να
πετύχει τη νίκη μια ώρα αρχύτερα. Οι πειρατές όμως δεν
φαίνονταν και εκείνοι ιδιαίτερα πρόθυμοι, να μείνουν άλλο
πάνω στον πλωτό εκείνο τάφο.
Άρχισαν να παραδίνονται, αφού κάθε ελπίδα για νίκη
είχε πια χαθεί. Πρώτα ένας δύο διστακτικά και μετά από λίγο
όλοι μαζί, σαν μια κίνηση συγχρονισμένη, πέταξαν τα όπλα
τους κάτω και σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Ο Αθίριλ αμέσως
διέταξε να τους αρπάξουν και να τους σύρουν μέχρι την
«Αέρινη». Θα χρειάζονταν βοήθεια για να την γλιτώσουν
αυτήν την φορά. Όλοι οι επιζώντες μεταφέρθηκαν με επιτυχία
και για πρώτη φορά, άρχισε μια επιχείρηση συνεργασίας
ανάμεσα στους πειρατές και τους Θερίνιους. Όλοι μαζί
παλεύοντας με νύχια και με δόντια για την ζωή τους, άρχισαν
να σπρώχνουνε με δοκάρια το βυθιζόμενο πειρατικό μακριά,
ενώ οι κωπηλάτες ένιωθαν τα χέρια τους να ξεκολλάνε απ' την
υπερπροσπάθεια, να δώσουν στην «Αέρινη» αρκετή ώθηση
ώστε να ξεφύγει από την πλωτή παγίδα. Ο ιδρώτας κυλούσε
άφθονος από τα ανθρώπινα κορμιά και η ανάσες έβγαιναν
κοφτές και ζεστές, καθώς το αγκομαχητό συνεχιζόταν. Μερικά
κοντάρια λύγισαν και έσπασαν, στέλνοντας τους ναύτες που
τα κρατούσαν να πέσουν κάτω και να σηκωθούν πάλι, γεμάτοι
αγωνία για να συνεχίσουν την προσπάθεια.
Η κλίση που είχαν πάρει τους έκανε να αγωνιούν ακόμα
περισσότερο, αφού ήξεραν τι σήμαινε αυτό. Αν βυθίζονταν, τα
φαντάσματα των νεκρών πειρατών θα γελούσαν πολύ με το
πάθημα τους. Θα είχαν καταφέρει να πάρουν εκδίκηση για τον
θάνατο τους, από τον άλλο κόσμο. Συνέχισαν με ακόμα

170

περισσότερη επιμονή να σπρώχνουν. Έσπρωχναν μέχρι που
ένα εκκωφαντικό τρίξιμο, συνοδευόμενο από σπάσιμο ξύλων,
γέμισε τον χώρο. Το έμβολο ξεκαρφώθηκε από τα πλευρά του
αντίπαλου και καταδικασμένου καραβιού και απελευθέρωσε
έτσι την «Αέρινη», σώζοντας τις ζωές όλων τους. Το θερινιακό
σκαρί τραντάχτηκε σύγκορμο και η πλώρη απελευθερωμένη
πλέον, τινάχτηκε ψηλά και ξανάπεσε με δύναμη στο νερό.
Κύματα ανασηκώθηκαν και τους έλουσαν, ενώ πανηγύριζαν
την σωτηρία τους και οι Θερίνιοι ειδικά την νίκη τους. Οι
πειρατές είχαν αρχίσει να λουφάζουν, ξέροντας ότι μπορεί να
σώθηκαν μονάχα προσωρινά. Ο ξανθός πρίγκιπας πιθανότατα
θα διέταζε την εκτέλεση τους, όπως είχε κάνει και με όλους
τους προηγούμενους που είχαν πέσει στα χέρια του. Η έλλειψη
οίκτου που επιδείκνυε για το είδος τους, ήταν πλέον γνωστή σε
όλους.
Ο Αθίριλ γύρισε πρός τους άντρες του με ένα άγριο
χαμόγελο ικανοποίησης. Ήταν βρεγμένος, ματωμένος και αν
και δεν το έδειχνε το πλευρό του τον πέθαινε. Οι αιχμάλωτοι
ήταν έτοιμοι να ακούσουν την θανατική τους καταδίκη.
Μερικοί άφηναν μικρούς λυγμούς να τους ξεφύγουν. Ο Αθίριλ
απόλαυσε τον τρόμο τους για λίγη ώρα, γεμίζοντας την καρδιά
του ικανοποίηση. Όταν όμως γύρισε να δώσει τις διαταγές του,
ακόμα και οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι γούρλωσαν τα μάτια τους
έκπληκτοι.
«Δέστε αυτά τα καθίκια με αλυσίδες και ετοιμαστείτε να
συνεχίσουμε την μάχη. Η μέρα ακόμα έχει πολύ δρόμο μέχρι
να τελειώσει».
Έτσι οι αιχμάλωτοι, έβλεπαν ανήμποροι να αντιδράσουν,
τους συντρόφους του να σφαγιάζονται και τα καράβια τους να
καίγονται και να βυθίζονται, καθώς οι Θερίνιοι έσπερναν
ασταμάτητα την καταστροφή. Ακούραστα και αποφασισμένα,
έσπρωχναν ασταμάτητα τους πειρατές πρός τον θάνατο τους
και έσβηναν τα όνειρα τους για μελλοντική κυριαρχία στις
θάλασσες της Θερίνια. Δεν έφτανε μόνο η νίκη, αλλά η
ολοκληρωτική καταστροφή τους. Για να επιτευχθεί αυτό, ούτε
ένας δε κατάφερε να ξεφύγει από τα χέρια του βασιλικού

171

στόλου εκείνη τη μέρα. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
άντρα που δούλευε στα κουρσάρικα, πιάστηκαν όλοι. Πολλοί
χάθηκαν στη μάχη και ακόμα περισσότεροι είδαν την αλυσίδα
να γίνεται ο μόνιμος σύντροφος τους, σε μια καινούργια ζωή
μέσα στη σκλαβιά, όπου πλέον οι μόνοι οι οποίοι θα
μπορούσαν να πάθουν κακό, θα ήταν αυτοί οι ίδιοι και όχι
αθώοι ψαράδες που πάλευαν να ζήσουν τις οικογένειες τους.
Η ναυμαχία κατέληξε σε πραγματική πανωλεθρία για
τους πειρατές. Από την αρχή είχαν πάρει μεγάλο ρίσκο,
αποφασίζοντας να αντιμετωπίσουν σε ανοιχτή μάχη τον
θερινιακό στόλο. Ήξεραν ότι η ολοκληρωτική καταστροφή
ήταν πολύ πιθανή. Όμως ήλπιζαν ότι μέσα στον χαμό της
μάχης, κάποια λεπίδα θα έβρισκε τον καταραμένο Θερίνιο
αρχηγό. Όμως ούτε καν αυτήν την μικρή ευτυχία δεν τους
είχαν χαρίσει οι θεοί. Είχαν αποτύχει ακόμα και σε αυτό. Έτσι
λοιπόν ένας ολόκληρος στόλος είχε χαθεί για το τίποτα.
Πλήρης αποτυχία. Και τώρα από τα κάποτε τρομερά σκυλιά
των θαλασσών, απέμεναν μόνο πτώματα, καυσόξυλα και
σκλάβοι. Όσοι πειρατές είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στην
μάχη της ιστορικής εκείνης μέρας, σίγουρα θα μάθαιναν για
την καταστροφή και θα έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από καμιά
πέτρα σαν τα φίδια. Ο μύθος του ξανθού πρίγκιπα έπαιρνε
ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις. Πλέον ακόμα και οι
καπετάνιοι
των
άλλων
καραβιών,
βλέποντας
τον
αιματοβαμμένο από δικό του αλλά και ξένο αίμα και έχοντας
δεί το θάρρος του στην μάχη, δεν μπορούσαν παρά να
αποδεχτούν το μεγαλείο του.
Ο Αθίριλ αφού πήρε αναφορές απ' όλα τα καράβια,
μπόρεσε να απευθύνει τον νικητήριο λόγο στους άντρες του
στην «Αέρινη». Από την θερινιακή πλευρά είχαν χαθεί μόνο
τρία καράβια. Οι απώλειες σε έμψυχο υλικό ήταν επίσης
λιγοστές. Όσοι Θερίνιοι όμως είχαν χαθεί πολεμώντας ηρωικά
για την πατρίδα τους, θα έκαναν το ταξίδι για τον άλλο κόσμο
με βασιλικές τιμές και οι οικογένειες τους θα ανταμείβονταν
πλουσιοπάροχα. Αυτό ήταν προσωπική του δέσμευση και
όποιες αντιρρήσεις και να έφερνε ο Νέγουεν, η υπόσχεση θα

172

γινόταν πραγματικότητα. Οι άντρες παρέμεναν ακίνητοι
περιμένοντας τα λόγια του.
«Πολεμιστές της Θερίνια. Σήμερα αποδείξατε ότι το
βασίλειο μας μπορεί να κυριαρχεί και στις θάλασσες όπως και
στην ξηρά, όπου κανείς εχθρός δεν έχει τολμήσει να μας
ενοχλήσει
για
δεκαετίες.
Τα
τελευταία
χρόνια
αναγκαζόμασταν να δεχόμαστε την μια ταπείνωση μετά την
άλλη, όταν τα καράβια μας έφταναν στην Φέργκα
λεηλατημένα ή ακόμα χειρότερα δεν έφταναν ποτέ. Όταν
έρχονταν μηνύματα απελπισίας από τα νησιά για τις
επιδρομές, τους θανάτους, τους βιασμούς και εμείς
καθόμασταν αμέτοχοι να βλέπουμε την τιμή της χώρας να
αμαυρώνεται. Σήμερα αποδείξατε ότι όταν ο Θερίνιοι
αποφασίσουν να κάνουν κάτι, όσο δύσκολο και να φαίνεται, το
κατορθώνουν. Όταν οι Θερίνιοι θέλουν, μπορούν. Μονάχα τον
κακό μας εαυτό πρέπει να φοβόμαστε και τίποτα παραπάνω.
Δοξασμένοι Θερίνιοι, ξέρω πόσο περιμένετε την μέρα της
επιστροφής στα σπίτια σας και στις οικογένειες σας. Σας
υπόσχομαι ότι αυτή η μέρα θα έρθει σύντομα. Μόνο λίγα νησιά
έχουν μείνει ακόμα, που χρειάζονται την φροντίδα μας και
σύντομα θα πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού, για να
γνωρίσουμε την αποθέωση από τους συμπατριώτες μας, στα
πάτρια εδάφη».
Τα τελευταία λόγια έφεραν μια έξαρση χειροκροτημάτων
και επευφημιών, από τους άντρες της ναυαρχίδας. Κατά τη
διάρκεια της νύχτας το μήνυμα για την επιστροφή, είχε φτάσει
μέχρι και το τελευταίο νικηφόρο καράβι και τα γλέντια δεν
άργησαν να ξεκινήσουν. Οι καπετάνιοι φάνηκαν ελαστικοί και
άφησαν τους πολεμιστές να χαρούν την νίκη τους. Άλλωστε
και οι ίδιοι συμμερίζονταν την χαρά τους και ήξεραν ότι με την
σπουδαία εκείνη νίκη, είχαν κερδίσει πολλά. Δόξα, χρήματα
από τον βασιλιά, όπως είχε υποσχεθεί αν η εκστρατεία ήταν
νικηφόρα, γρήγορη επιστροφή στην πατρίδα. Δεν μπορούσαν
να νιώσουν και φόβο ότι κάποιος θα τους αιφνιδίαζε την ώρα
της μέθης τους, από το γλυκό ποτό της επιτυχίας και από το
άφθονο κρασί. Όσοι μπορούσαν να τους απειλήσουν,

173

βρίσκονταν ή αλυσοδεμένοι ή στον πάτο της θάλασσας, τροφή
για τα ψάρια. Οι ελάχιστοι που δεν είχαν μπεί καν στον κόπο
να παρευρεθούν στην στρατηγικής σημασίας μάχη, ήταν
μάλλον απίθανο να βρούν ξαφνικά το θάρρος, να αντισταθούν
στο θερινιακό κύμα που κατέπνιγε τα πάντα στο διάβα του.
Όχι μετά απ' ότι είχε γίνει εκείνη τη μέρα.
Ακόμα και ο Αθίριλ για πρώτη φορά ένιωσε να χαλαρώνει
κάπως. Δεν του πήγαινε η καρδιά να σταματήσει την ευφορία,
που ξεπηδούσε από τις καρδιές των αντρών του στόλου του.
Ήπιε λίγο, αλλά αυτό που του έδινε πραγματική ικανοποίηση,
ήταν να κάθεται μόνος του παράμερα και να βλέπει τα φώτα
που έκαιγαν από τα υπόλοιπα καραβιά γύρω τους. Έτσι όπως
είχαν γεμίσει την θάλασσα, ένιωθε μια ψευδαίσθηση
κυριαρχίας πάνω στο υγρό στοιχείο. Προσπάθησε να διώξει
από το μυαλό του αυτές τις σκέψεις, γιατί οι θεοί δεν
εκτιμούσαν την ύβρη. Μπορούσαν να πάρουν πίσω εκείνο που
με τόσο κόπο είχε κερδίσει, αν τολμούσε να πιστέψει ότι είχε
φτάσει το μεγαλείο τους. Δεν μπορούσε όμως εύκολα να
υπερνικήσει την υπερηφάνεια που ένιωθε. Ήξερε ότι οι
πρόγονοι του είχαν καταφέρει πολύ περισσότερα από εκείνον.
Είχαν δοξαστεί σε μάχες που είχαν μείνει στην ιστορία, οι
ανδριάντες τους κοσμούσαν τα πιο γνωστά σημεία της Τύοναν
και όχι μόνο. Όμως ήταν άνθρωποι που είχαν μεγαλώσει σε
καιρούς άγριους. Τα παλιά χρόνια η ειρήνη ήταν πράγμα
σπάνιο και τα θερινιακά σύνορα άλλαζαν καθημερινά,
ανάλογα με τις νίκες και τις ήττες του λαού του.
Εκείνος όμως, έχοντας μεγαλώσει στην ειρήνη και στην
πολυτέλεια, δεν είχε την εμπειρία που είχαν εκείνοι. Δεν είχε
ζήσει τίποτα απ΄ όλα αυτά, μέχρι την στιγμή που ανέβηκε σε
εκείνο το καράβι και αναγκάστηκε να παλέψει για τη ζωή του,
απέναντι σε ανθρώπους που ήταν αποφασισμένοι να τον
σκοτώσουν και όχι απλά να τον στείλουν στο δωμάτιο του με
μερικές μελανιές από ξύλινο σπαθί, όπως συνέβαινε με τον
δάσκαλο του στην ξιφασκία. Τα μαθήματα βέβαια τον είχαν
ωφελήσει. Του έλειπε όμως η αγριάδα και η αποφασιστικότητα.
Αρετές που τώρα τις είχε αποκτήσει. Και με πλεόνασμα

174

μάλιστα, όπως συνήθιζε να του λέει ο Ντάργκαν όταν τον
μάλωνε για τις απάνθρωπες τακτικές του κατά των πειρατών.
Όμως ήξερε μέσα του ότι είχε δίκιο. Μπορεί να θύμιζαν
βάρβαρο αρχηγό οι αποφάσεις του, όμως δεν μπορούσε να
φανταστεί ότι θα μπορούσαν να καταλάβουν αυτοί οι
τιποτένιοι, κάποια άλλη γλώσσα. Όχι μετά από αυτά που είχε
δεί να κάνουν.

175

14
Οι Θερίνιοι έμειναν στην τοποθεσία της μάχης εκείνο το
βράδυ, καθώς και όλη την επόμενη μέρα. Αυτό έδωσε την
ευκαιρία σε ένα μοναχικό καράβι, να απομακρυνθεί χωρίς
κίνδυνο από την περιοχή. Αυτό το καράβι είχε μείνει αμέτοχο
στην ναυμαχία, παρακολουθώντας όμως τις εξελίξεις με
αγωνία από μακριά. Ο καπετάνιος του έβλεπε μέσα από το
κιάλι του την σφαγή, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και
εκνευρισμό. Περίμενε υπομονετικά να δεί αυτό που τον
ενδιέφερε. Έβλεπε ένα ένα τα κουρσάρικα να βυθίζονται, ή να
καταλαμβάνονται από τον εχθρό. Δεν τον ένοιαζαν όμως ούτε
εκείνα ούτε οι ανθρώπινες ζωές που χάνονταν. Συνέχιζε να
κοιτάει απαθής και χωρίς να του περνάει από το μυαλό ούτε
για μια στιγμή, να πάρει μέρος σε εκείνη τη χαμένη μάχη.
Χαμένη πρίν καν αρχίσει. Οι Θερίνιοι ήταν πανίσχυροι. Καθώς
το σκεφτόταν ο Ίμαθαλ, ο μεγάλος και τρανός λήσταρχος των
θαλασσών, απορούσε με τον εαυτό του αλλά και με τους
ομοίους του, αν και ποτέ δεν τους θεωρούσε ίδιους με εκείνον,
πώς κατάφερε και τους έπεισε να πέσουν σε αυτήν την
αποστολή αυτοκτονίας. Μάλλον η απελπισία τους είχε
οδηγήσει, παρά ο παθιασμένος λόγος του. Ο ξανθός σκύλος
φαινόταν να θέλει να τους καταδιώξει μέχρι τα πέρατα της
γής. Πόσο ακόμα θα έτρεχαν;
Τον είχε βολέψει πολύ καλά αυτή η αυτοθυσία. Άλλωστε
κάποιος έπρεπε να χαθεί για το γενικό καλό και σε καμία
περίπτωση δεν θα ήταν αυτός ο Ίμαθαλ. Είχε καταλάβει εδώ
και χρόνια, ότι ένα πρόσωπο είχε σημασία σε εκείνον τον
κόσμο. Και αυτό δεν ήταν άλλο από τον εαυτό του. Οι άντρες
του ξέροντας τις τακτικές του, λίγο ξαφνιάστηκαν όταν πήραν
την εντολή να μείνουν διακριτικά αλλά σταθερά, πίσω από
τους υπόλοιπους και τελικά μακριά από την μάχη, στην
ασφάλεια. Ο άνθρωπος που είχε ξεσηκώσει όλη την πειρατική
κοινωνία, αν μπορούσε να πεί κανείς ότι υφίστατο κάτι τέτοιο,
είχε μείνει πίσω, προδίδοντας τους ανθρώπους στους οποίους
είχε στηρίξει όλες του τις ελπίδες. Άλλωστε, σκέφτηκε

176

ειρωνικά, κάποιος έπρεπε να μείνει πίσω ώστε να
πληροφορήσει το σκορποχώρι που είχε μείνει από την φάρα
του, ότι όλα είχαν χαθεί και πώς καλό θα ήταν, να ψάξουν σε
άλλες θάλασσες να βγάλουν το ψωμί τους. Πράγμα δύσκολο,
αν αναλογιστεί κανείς την μέριμνα που επιδείκνυαν τα
υπόλοιπα βασίλεια, για τις θάλασσες τους. Ο Θερίνιος
βασιλιάς φαίνεται, ήταν ο τελευταίος των ηλιθίων και ακόμα
και αυτός είχε έναν αδερφό, να του θυμίσει τι έπρεπε να κάνει
εδώ και καιρό. Κρίμα.
Θα έπρεπε να σκέφτεται και εκείνος ένα προορισμό, όπου
θα μπορούσε να πλιατσικολογεί με τον λιγότερο δυνατό
κίνδυνο. Έναν προορισμό για εκείνον και τους άθλιους που είχε
την ατυχία να επανδρώνουν το καμάρι του, την «Απείθαρχη».
Ήταν ένα πολύ καλό σκαρί στο οποίο είχε πρωτοανέβει ως
απλός μούτσος. Ήταν ένα εμπορικό, που έκανε δρομολόγια
στα νερά του βασιλείου της Βελίντια. Με τα χρόνια ο
καπετάνιος είχε αρχίσει να του παραχωρεί όλο και
περισσότερες ευθύνες, κάνοντας τον έτσι να ανεβαίνει στην
ιεραρχία. Με την εξυπνάδα του είχε καταφέρει να κερδίσει την
συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του. Αυτό ήταν και το λάθος
του προηγούμενου καπετάνιου. Ένα βράδυ ο Ίμαθαλ τον
μαχαίρωσε στον ύπνο του. Μαζί με μερικούς ακόμα ναύτες ,
που όπως αποδείχθηκε αργότερα είχαν και προηγούμενη
εμπειρία από ανταρσίες και άλλες άνομες πράξεις, κατέλαβαν
τον έλεγχο του καραβιού, προσφέροντας απλόχερα την
κοφτερή άκρη του λεπιδιού του, σε όποιον δεν συμφωνούσε με
αυτήν την αλλαγή. Από τότε τα πράγματα άλλαξαν άρδην, για
το βελιντιανό πλεούμενο. Από το κατάρτι κατέβηκαν τα
χρώματα της Βελίντια και ανεβοκατέβαιναν σημαίες όλων των
βασιλείων, ανάλογα με το που έπλεαν κάθε φορά οι ίδιοι αλλά
και οι φιλοδοξίες του Ίμαθαλ.
Συνέχισαν να μεταφέρουν εμπόρευμα, με την διαφορά ότι
δεν το αγόραζαν αλλά το έκλεβαν. Όσο περνούσε ο καιρός
στρατολογούνταν όλο και περισσότερα κατακάθια από όλες τις
χώρες του κόσμου, για να βοηθήσουν στις σφαγές και στο
πλιάτσικο. Ο Ίμαθαλ με τα τεχνάσματα του και τους έξυπνους

177

χειρισμούς του, κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει από τα νύχια
των στρατιωτικών καραβιών που διαφύλατταν την ασφάλεια
κάθε χώρας. Είχε καταφέρει έτσι να εξασφαλίσει για τον εαυτό
του και το πλήρωμα του, κάποια φήμη, καθώς και αρκετά
πλούτη. Πλούτη τα οποία σκόπευε να φορτώσει στην
«Απείθαρχη» μόλις έφτασε στο άντρο του και να εξαφανιζόταν
από την περιοχή, για πολλά πολλά χρόνια. Στον δρόμο θα
έπρεπε να σκεφτεί και μια ιστορία, για το πώς ήταν ο
μοναδικός επιζών της πανωλεθρίας των πειρατών. Οι
αγαπητοί του συνάδελφοι δεν θα το εκτιμούσαν, αν τους έλεγε
ότι είχε ξεσηκώσει για μάχη ολόκληρο στόλο, ενώ εκείνος είχε
οπισθοχωρήσει αφήνοντας τους άλλους να σφαχτούν για χάρη
του.
Όταν έφτασε στο ερημονήσι που ήταν ότι πιο κοντινό είχε
σε σπίτι, ήταν ήδη βράδυ της επόμενης μέρας. Κατέβηκε στην
παραλία και κατευθύνθηκε πρός την κορυφή του λόφου, όπου
ήταν χτισμένη η κατοικία του. Είχε δώσει διαταγή στους άντρες
να περιμένουν λίγη ώρα μέχρι να ετοιμαστεί και μετά να
έρθουν να τον βοηθήσουν, να μεταφέρει την λεία που είχε
καταφέρει να μαζέψει τόσα χρόνια στο καράβι. Ένιωθε έναν
εκνευρισμό που αναγκαζόταν να φύγει από εκείνο το μέρος.
Είχε βολευτεί καλά εκεί τα τελευταία δύο χρόνια και τον
ανακούφιζε να ξέρει ότι μετά από κάθε ταξίδι, επιτυχημένο ή
αποτυχημένο, υπήρχε ένα μέρος που θα μπορούσε να
ξεκουραστεί από τις ταλαιπωρίες της θάλασσας, προτού
ξαναμπαρκάρει. Το σπίτι του ήταν χτισμένο στο τέρμα του
λόφου, ώστε να είναι σε θέση να βλέπει όλη την θάλασσα
τριγύρω του και έτσι να μην χρειάζεται να στηρίζεται σε
τεμπέληδες παρατηρητές για την ασφάλεια του. Από εκεί
μπορούσε να δεί οποιοδήποτε καράβι ή καράβια, έρχονταν
πρός το μέρος του με άγριες διαθέσεις.
Έτσι όταν έφτασε πια μετά από μια κουραστική ανάβαση
μπροστά από την πόρτα, το μάτι του έπεσε κατευθείαν στον
μικρό στολίσκο που είχε αράξει από την άλλη μεριά του
νησιού, παραμένοντας αθέατος από τους άντρες του Ίμαθαλ
και από τον ίδιο, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ενστικτωδώς

178

στράφηκε πρός την παραλία για να καλέσει τους υπόλοιπους
σε συναγερμό. Η γλώσσα του όμως δεν κουνήθηκε από την
θέση της, καθώς μια αστραφτερή λεπίδα ακούμπησε απαλά,
γεμάτη επικίνδυνες υποσχέσεις, στον λαιμό του. Ξεροκατάπιε
και ετοιμάστηκε να συναντήσει, με κάποια καθυστέρηση, τους
υπόλοιπους πειρατές που είχαν χάσει την ζωή τους στην μάχη.
Μετά από δύο δευτερόλεπτα άνοιξε τα μάτια του και με
έκπληξη διαπίστωσε, ότι ζούσε ακόμα. Μάλλον το γεγονός δεν
οφειλόταν σε λάθος. Γύρισε και κοίταξε τον σιωπηλό άντρα,
που θέλησε να τον ξυρίσει τόσο ξαφνικά. Φαινόταν καθαρά
από την ενδυμασία του, ότι επρόκειτο για κάποιον ιππότη που
υπηρετούσε σε κάποια πλούσια Αυλή.
Ο ιππότης κατέβασε το σπαθί του και οπισθοχώρησε,
ανοίγοντας τον δρόμο για έναν επίσης καλοντυμένο άντρα ο
οποίος ήταν άοπλος.
«Είσαι ο Ίμαθαλ;» ρώτησε. Ο Ίμαθαλ έγνεψε καταφατικά
με την περιέργεια του να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.
Λίγα μέτρα πιο πέρα μπορούσε να διακρίνει μια στρατιωτική
ακολουθία, να περιμένει διακριτικά αλλά πάντα σε ετοιμότητα.
Δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβει να φτάσει τους άντρες του,
χωρίς να βρεθεί με πέντ’ έξι βέλη στην πλάτη. Άλλωστε αν τον
ήθελαν νεκρό, το θέμα θα είχε λήξει μέσα σε λίγα
δευτερόλεπτα. Όμως παρέμενε ακόμα ζωντανός και ο άοπλος
άντρας φαινόταν να θέλει να του μιλήσει. Η άπληστη μύτη του
οσμίστηκε κάποια κερδοφόρα συμφωνία. Αναθάρρησε και μια
υποψία χαμόγελου σχηματίστηκε στα χείλη του.
«Μπορούμε να πάμε κάπου και να μιλήσουμε;» τον
ρώτησε ο άλλος. Ο Ίμαθαλ άνοιξε την πόρτα και τον
υποδέχτηκε στο φτωχικό του. Πιο ψύχραιμος πλέον, μπόρεσε
να δεί τα διακριτικά στον ώμο του άντρα και να δεί ότι ήταν
Σεντουίνος. Έκατσαν και ο Ίμαθαλ παρέμεινε σιωπηλός,
περιμένοντας από τον αναπάντεχο επισκέπτη του, να του
αποκαλύψει τι δουλειά είχε στο νησί του.
«Θα μπώ κατευθείαν στο θέμα γιατί ο χρόνος είναι
πολύτιμος, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα. Στη χθεσινή
μάχη οι δικοί σου σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο στόλος

179

των πειρατών καταστράφηκε ολοσχερώς και πλέον οι
θερινιακές θάλασσες ανήκουν και πάλι στην Θερίνια, για δική
της χρήση και μόνο. Αυτό δεν αρέσει καθόλου στον βασιλιά
μου. Μας βόλευε πολύ σαν χώρα να μένουν στο έλεος σας και
αφύλαχτες οι θάλασσες και τα νησιά της Θερίνια, γιατί έτσι
πηγαινοερχόμασταν και εμείς με την ησυχία μας. Τώρα έτσι
όπως ήρθαν τα πράγματα, το θαλάσσιο εμπόριο μας θα πληγεί
σοβαρά. Αυτό δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε».
«Αν έχετε τα μέσα, μπορείτε να διεκδικήσετε με τη
δύναμη μερίδιο, από την θαλάσσια κυριαρχία της Θερίνια.
Εμένα τι με χρειάζεστε;»
«Πιστεύω ότι είσαι αρκετά έξυπνος για να καταλάβεις
τους λόγους. Αν εμπλακούμε σε πόλεμο με την Θερίνια, ακόμα
και αν νικήσουμε τον ολοκαίνουργιο στόλο τους, θα πρέπει να
τους αντιμετωπίσουμε και στην ξηρά. Εκεί δεν έχουμε καμία
ελπίδα. Είναι πανίσχυροι. Ότι γίνει, πρέπει να γίνει στο νερό
και το όνομα του βασιλιά μου, να μην εμπλακεί καθόλου στην
όλη ιστορία. Ο στόλος που θα νικήσει τον πρίγκιπα Αθίριλ,
πρέπει να έχει πειρατική σημαία».
«Δεν βρισκόμαστε σε κάποιο παραμύθι. Τα πειρατικά
ανεβάζουν σημαίες χωρών, ανάλογα με τα νερά στα οποία
βρίσκονται, για να πλησιάζουν ανύποπτα εμπορικά. Έχεις την
εντύπωση πώς πρίν κάνουμε επιδρομή, διατυμπανίζουμε ποιοί
είμαστε;»
«Στην χθεσινή μάχη όμως όλοι είχαν ανεβάσει την μαύρη
σημαία με την νεκροκεφαλή».
«Ναί. Σκέφτηκα ότι θα τους έδινε ένα αίσθημα ενότητας
μια κοινή σημαία. Είναι το μοναδικό κοινό στοιχείο που
μπορούσα να βρώ, για να ενώσω ένα στόλο που αποτελούταν
από εκατοντάδες διαφορετικούς λαούς. Σε άλλη περίπτωση,
δεν θα είχα κάνει αυτήν την χαζομάρα».
«Φοβάμαι ότι θα πρέπει να την ξανακάνεις. Ο στόλος που
θα επιτεθεί στους Θερίνιους, πρέπει να περάσει για
πειρατικός».
«Μα για ποιό στόλο μιλάς επιτέλους; Δεν είδες τι έγινε
χθές; Οι πειρατές διαλύθηκαν. Όσοι άκουσαν την φωνή της

180

λογικής, απομακρύνθηκαν από τα νησιά της Θερίνια πρίν καν
αρχίσει η μάχη. Τώρα θα βρίσκονται μίλια μακριά, ευλογώντας
ο καθένας τους θεούς που πιστεύει, που του έδωσαν την
φώτιση να εξαφανιστεί, πρίν γίνει τροφή για τα ψάρια. Δεν
υπάρχει πλέον άλλη ναυτική δύναμη στην περιοχή».
«Υπάρχουν χίλια ετοιμοπόλεμα καράβια, τα οποία θα
σου διατεθούν για να καταστρέψεις τον Αθίριλ μια για πάντα».
Ο Ίμαθαλ γούρλωσε τα μάτια του ακούγοντας την πρόταση
αυτή. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα του ζητούσαν να ηγηθεί, ενός
τόσο μεγάλου στόλου. Και μάλιστα, δεν μιλούσαν για τα
σαπιοκάραβα τα οποία χρησιμοποιούσαν συνήθως οι
κουρσάροι. Εδώ είχε να κάνει με σκαριά ενός πλούσιου
κράτους, με παράδοση στη ναυσιπλοΐα. Σκαριά αντάξια των
ικανοτήτων του, με αντίστοιχα ικανά πληρώματα. Ο Ίμαθαλ
ένιωσε την φλόγα της φιλοδοξίας του να φουντώνει
παθιασμένα μέσα στο στήθος του. Φαντάστηκε τον εαυτό του,
να οδηγεί με την «Απείθαρχη», τον τεράστιο εκείνο στόλο πρός
τη νίκη. Η εικόνα φάνταζε τέλεια στο μυαλό του πειρατή.
Αναρωτήθηκε αν έφτασε επιτέλους εκείνη η στιγμή, που η
μοίρα θα του έδινε την δόξα που πραγματικά του άξιζε, που
τόσον καιρό του διέφευγε. Είχε έρθει άραγε η ώρα να υψωθεί
πιο πάνω από εκείνα τα αποβράσματα, που αναγκαζόταν τόσα
χρόνια να συναναστρέφεται και επιτέλους να γράψει το όνομα
του στην ιστορία;
Αποτράβηξε το νού του από αυτά τα ελπιδοφόρα όνειρα,
για να κοιτάξει και πάλι την πραγματικότητα στα μάτια. Ο
Σεντουίνος αγγελιοφόρος περίμενε υπομονετικά για την
απάντηση του.
«Εγώ όμως τι θα κερδίσω απ’ όλα αυτά; Εσείς έχετε
πολλά συμφέροντα σε αυτήν την ιστορία. Εγώ γιατί να κάνω
όλη τη δουλειά για λογαριασμό σας, ενώ εσείς θα είστε
ασφαλείς μέσα στα ανάκτορα σας;»
«Πίστεψε με, ο βασιλιάς μου δεν ξεχνάει ποτέ τους
ανθρώπους που τον βοηθούν, να πετύχει τους σκοπούς του. Θα
ανταμειφθείς πλουσιοπάροχα σε χρυσάφι, αλλά και μέρος του
στόλου θα μείνει στα δικά σου χέρια, να τον χειριστείς όπως

181

εσύ νομίζεις. Δεν είναι μια πολύ συμφέρουσα συμφωνία;
Σκέψου ότι το χρυσάφι που έχεις μαζέψει μέχρι τώρα, δεν είναι
τίποτα μπροστά στο ποσό που θα σου δοθεί αν δουλέψεις μαζί
μας. Και με το τέλος της εκστρατείας θα έχεις και τον δικό σου
στόλο. Όχι ένα καράβι μόνο».
Ο Ίμαθαλ ένιωσε ότι πειθόταν, όμως δεν έπρεπε να
δεχτεί τόσο εύκολα γιατί θα έπεφτε και η τιμή για τις
υπηρεσίες του. Σκέφτηκε λοιπόν να προσποιηθεί τον απρόθυμο
για λίγο, για να δεί μέχρι που θα έφταναν αυτοί οι
καλοντυμένοι φλώροι, που είχαν έρθει μέσα στο άντρο του να
τον ξαφνιάσουν, με αυτόν τον τρόπο.
«Και αν παρ' όλες τις υποσχέσεις εγώ αποφασίσω ότι
είναι καλύτερο να σηκωθώ να φύγω και να μην ξαναγυρίσω
ποτέ σε αυτόν τον τόπο; Τι θα γίνει τότε;»
«Θα χάσεις το κεφάλι σου, αφού πρώτα δείς το καράβι
σου να τυλίγεται στις φλόγες και τους άντρες σου να
αιχμαλωτίζονται, για να πουληθούν για σκλάβοι». Αυτό
περιόριζε αρκετά τις επιλογές του. Για τους άντρες του δεν
έδινε δεκάρα. Το καράβι του και το κεφάλι του όμως,
επιθυμούσε να τα κρατήσει και τα δύο ανέπαφα. Προσπάθησε
να διακρίνει μέσα στο βλέμμα του αγγελιοφόρου αν μπλόφαρε
ή όχι. Το πρόσωπο του άντρα όμως ήταν τελείως ανέκφραστο.
Από ένα άγαλμα πιο πολλά θα μπορούσε να εκμαιεύσει.
Σκέφτηκε όμως ότι οι πιθανότητες να μπλοφάρει ήταν λίγες.
Οι Σεντουίνοι δεν είχαν πραγματικά τίποτα να χάσουν από τον
θάνατο του. Απλά μετά θα έπρεπε να ψάξουν για άλλον
πειρατή. Οπότε μπορούσε να είναι σίγουρος, ότι η απειλή ήταν
αληθινή και πώς δεν τον συνέφερε να εξωθήσει τα πράγματα
στα άκρα.
«Εντάξει λοιπόν. Ας συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του
σχεδίου σας, ξεκινώντας από το πόσο ακριβώς χρυσάφι
σκοπεύει ο βασιλιάς σου να μου δώσει».
***************
Η άμαξα έκανε για άλλη μια φορά την γνωστή διαδρομή
από την Πάρνια, μέχρι την παραγκούπολη που βρισκόταν έξω

182

από την Τύοναν. Ο Καράνταρ επικαλέστηκε μια επείγουσα
συνάντηση, με μια από τις πηγές του στην πρωτεύουσα, που θα
του έδινε πολύτιμα στοιχεία για την υπόθεση. Η Νιίρα, όπως
ήταν φυσικό, ήταν γεμάτη περιέργεια και ήθελε να
ακολουθήσει και εκείνη τον επιθεωρητή, για να ακούσει και η
ίδια τα στοιχεία, που θα τους οδηγούσαν πιο κοντά στον
δολοφόνο του πατέρα της. Όμως ο Καράνταρ προσπάθησε να
την πείσει να μην έρθει μαζί του, ισχυριζόμενος ότι ο
άνθρωπος που θα συναντούσε, είχε εμπιστοσύνη μόνο στον
ίδιο και σε κανέναν άλλον. Τελικά τα κατάφερε και εκείνη
παρέμεινε με τον Φέντουιν στην Πάρνια. Ένιωθε
ανακουφισμένος, όχι μόνο γιατί δεν ήθελε η Νιίρα να μάθει
τίποτα για το γράμμα, γεγονός που θα οδηγούσε σε μια σειρά
επίμονων ερωτήσεων, αλλά και επειδή ένιωθε ασφυκτικά την
ανάγκη να φύγει μακριά της.
Η κατάσταση στην όμορφη επαρχιακή πόλη, είχε γίνει
πραγματικά ανυπόφορη. Μετά το φιάσκο με τους κυνηγούς, η
Νιίρα ήταν ένα άτομο που δύσκολα μπορούσε κάποιος να το
ανεχτεί δίπλα του. Ήταν μονίμως εκνευρισμένη, ανυπόμονη
και με κάθε της κίνηση και κουβέντα, φαινόταν να κατηγορεί
τον Καράνταρ και για αυτήν την αποτυχία. Τα λόγια της ειδικά
όταν βρίσκονταν οι δύο τους, έκοβαν σαν μαχαίρι, γεμάτα
δηλητήριο και κατηγορίες, άδικες και ανυπόστατες. Ο
Καράνταρ πολλές φορές έφτασε στα όρια του. Ένιωθε δυνατή
την επιθυμία, να δώσει ένα γερό χαστούκι σε αυτό το
αριστοκρατικό μάγουλο και να την κάνει να σωπάσει μια και
καλή. Όμως κάτι μέσα του τον εμπόδιζε. Κάτι που δεν ήθελε με
τίποτα να παραδεχτεί και όμως ήταν εκεί, να σκαλίζει τα
σωθικά του. Και όσο και αν υπέφερε κοντά της, η εσωτερική
εκείνη αρρώστια, τον έστελνε πάντα κοντά της οικειοθελώς,
για να τον κάνει και πάλι κομμάτια με την κακία της.
Ο Φέντουιν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν καθόλου καλά
και προσπαθούσε να τον κάνει να νιώσει καλύτερα,
διαβεβαιώνοντας τον ότι κάποια λύση θα έβρισκαν για τον
Φιδογητευτή. Υπήρχαν όμως στιγμές που ο Καράνταρ,
δυσκολευόταν να κρατήσει το μυαλό του συγκεντρωμένο στον

183

υπερφυσικό εκείνο δολοφόνο. Ο νούς του ακολουθούσε άλλα
μονοπάτια, απαγορευμένα. Έτσι αποφάσισε να φύγει. Δεν είχε
ιδέα πώς να αντιμετωπίσει έναν τόσο δυνατό αντίπαλο, οπότε
είχε ανάγκη έστω και προσωρινά, να στρέψει την προσοχή του
στο άλλο σκέλος αυτού του αινίγματος. Γιατί και ποιός είχε
στείλει τον Φιδογητευτή στο καταστροφικό του έργο; Δύο
ερωτήματα των οποίων τις απαντήσεις, ήλπιζε να βρεί στο
γράμμα. Είχε ανάγκη από κάπου να πιαστεί. Έπρεπε κάτι να
πάει καλά επιτέλους. Δεν μπορούσε η τύχη να του γυρνάει για
πάντα την πλάτη. Κάποτε τα πράγματα θα βελτιώνονταν. Είχε
ανάγκη να το πιστεύει αυτό. Αλλιώς…
Έφτασε έξω από το σπίτι των γονιών του και λίγο πρίν
χτυπήσει την πόρτα, στάθηκε λίγο για να αδειάσει το μυαλό
του, από όλες τις σκέψεις που τον ταλάνιζαν. Δεν ήθελε να
φανεί η αγωνία του στους γονείς του. Μπήκε μέσα σε εκείνο το
σπίτι που είχε αρχίσει να συνηθίζει πλέον και που δεν του
έκανε τόσο άσχημη εντύπωση όσο παλιότερα. Εξακολουθούσε
να πιστεύει ότι οι γονείς του δεν ανήκαν σε εκείνη την τρώγλη.
Όμως δεν τον ξένιζε τόσο πολύ όσο παλιότερα και δε τον
εξόργιζε σε σημείο να θέλει να φύγει. Στο πίσω μέρος του
μυαλού του, είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται δειλά δειλά μια
υπόσχεση. Θα τους έπαιρνε από εκείνο το λάκκο και θα τους
πρόσφερε ένα μέρος να μείνουν, που θα ήταν αντάξιο ενός
επιτυχημένου επαγγελματία όπως ο πατέρας του και μιας τόσο
σεμνής και καλής γυναίκας, γεμάτη φροντίδα και αγάπη, όπως
η μητέρα του. Μπήκε μέσα έχοντας καταφέρει να σχηματίσει
ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του, κυρίως για τα μάτια της
μητέρας του. Δεν ήθελε να δεί στο γέρικο πρόσωπο της, να
προστίθενται και άλλες ρυτίδες εξαιτίας του.
Αφού την αγκάλιασε και την φίλησε, πήγε πρός τον
πατέρα του. Και εκεί γνώρισε την πρώτη έκπληξη της ημέρας.
Ο πατέρας του, σήκωσε το βλέμμα και του χαμογέλασε. Ήταν
κάτι που είχε να δεί χρόνια. Τι άραγε ήταν αυτό, που είχε
καταφέρει να βγάλει τον πατέρα του από την αιώνια δυσθυμία
του;

184

«Έλα κάθισε. Ήθελα εδώ και μέρες να σου μιλήσω, αλλά
δεν ήξερα πώς να σε βρώ» του είπε ο γέροντας
εξακολουθώντας να χαμογελάει, ενώ του έγνεφε με το χέρι να
καθίσει απέναντι του. Ο Καράνταρ έκατσε με τις ελπίδες του
να έχουν αναπτερωθεί απίστευτα και την καρδιά του να
χτυπάει σαν τρελή από την προσμονή. Ο πατέρας του κάτι είχε
ανακαλύψει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αλλιώς αυτήν την
ξαφνική μεταστροφή και τον ενθουσιασμό.
«Στην αρχή κατάφερα να αποκωδικοποιήσω μόνο τις δύο
πρώτες γραμμές. Ανακάλυψα πώς είχα δίκιο όταν σου έλεγα
ότι πρόκειται μάλλον, για αρχαία θερινιακά. Όμως δεν ήταν
ένα οποιοδήποτε κείμενο. Ούτε ήταν γραμμένο για πρώτη
φορά από το άτομο που σου το έδωσε. Η δεύτερη μου υποψία,
ότι δηλαδή πρόκειται για κάποιο ποίημα, βγήκε και αυτή
αληθινή. Έχεις ακουστά έναν αρχαίο Θερίνιο ποιητή, τον
Άσρκιμαρ;» Ο Καράνταρ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του,
παρακινώντας τον πατέρα του να συνεχίσει. Εκείνος έκανε
έναν μορφασμό αποδοκιμασίας για την άγνοια του γιού του
και συνέχισε.
«Ο Άσρκιμαρ ήταν ο πρώτος ποιητής της αρχαιότητας,
που τόλμησε να γράψει για τα δικαιώματα του λαού και να
αμφισβητήσει το απόλυτο δίκιο του μονάρχη. Υποστήριξε ότι οι
υπήκοοι πρέπει να ξεσηκώνονται και να στρέφονται εναντίον
ενός τυραννικού μονάρχη, που δεν πρόσφερε τα αναμενόμενα
στον λαό. Ξεκίνησε πρώτα με ποιήματα, αλλά συνέχισε με
δοκίμια και με φλογισμένους λόγους στις πλατείες, με τα
πλήθη να συρρέουν για να τον ακούσουν. Φυσικά οι
εξτρεμιστικές, για την εποχή, απόψεις του δεν άρεσαν καθόλου
στο παλάτι. Έτσι η σταδιοδρομία του κατέληξε σε έναν πρόωρο
και οδυνηρό θάνατο. Τα κείμενα του διαβάζονται όμως, ακόμα
και σήμερα και έχουν εμπνεύσει πολλές επαναστάσεις στο
παρελθόν. Το κείμενο αυτό που μου έφερες, είναι ένα ποίημα
του Άσρκιμαρ. Από την στιγμή που κατάφερα να σπάσω τον
κωδικό και να διαβάσω τους δύο πρώτους στίχους, κατάλαβα
ότι μάλλον πρόκειται για ένα ποίημα του Άσρκιμαρ.
Αναγκάστηκα να πάω κρυφά στην πόλη για να βρώ μια

185

ανθολογία του. Και εκεί ανακάλυψα ποιό είναι αυτό το ποίημα,
το οποίο είναι γραμμένο σε αυτό το κομμάτι χαρτί. Από τη
στιγμή που ήξερα με ποιό κείμενο είχα να κάνω, η
αποκωδικοποίηση ήταν πολύ εύκολη. Απλά ήθελα να
ξεμπλέξω το πλέγμα μέχρι και τον τελευταίο στίχο, για να μην
έχω καμία αμφιβολία ότι είχα βρεί το σωστό ποίημα.
Τελικά είχα δίκιο. Είχα βρεί το σωστό ποίημα και ήταν του
Άσρκιμαρ. Είναι η ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων, που
προσπαθούν να εκθρονίσουν τον τυραννικό βασιλιά της χώρας
τους, αλλά βρίσκουν όλοι στο τέλος φριχτό θάνατο και η
επανάσταση τους αποτυγχάνει. Ο θάνατος των αντρών αυτών
όμως, που ήταν πολύ αγαπητοί από τον λαό, οδηγεί τους
ανθρώπους της χαμηλής τάξης σε εξέγερση και εκδικούνται
τον χαμό τους, αφαιρώντας την εξουσία από τον βασιλιά. Σου
έχω μεταφράσει το ποίημα από τα αρχαία θερινιακά για να το
διαβάσεις. Προσπάθησα να κρατήσω όσο μπορούσα τη ρίμα, μη
ξεχνάς όμως ότι είναι μετάφραση». Ο Καράνταρ είχε ήδη
ανατριχιάσει. Δεν χρειαζόταν να διαβάσει το ποίημα για να
καταλάβει, τι ήθελε να του πεί ο Φένερσιφτ από τον άλλο
κόσμο. Η περίληψη που του είχε κάνει ο πατέρας του ήταν
αρκετή. Οι ευγενείς που είχαν χαθεί στην Πάρνια, ετοίμαζαν
αλλαγή στο καθεστώς και ο βασιλιάς είχε λάβει τα μέτρα του
καταλλήλως. Αν όμως αυτό ήταν αλήθεια, τότε ο βασιλιάς είχε
διαπράξει ένα απεχθές έγκλημα κατά της υψηλής κοινωνίας
της χώρας. Αν και είχαν μοναρχία, οι νόμοι του κράτους
περιόριζαν σημαντικά τις εξουσίες των βασιλιάδων.
Ένας από τους νόμους που κανένας βασιλιάς δεν
μπορούσε να παραβεί, αλλά ούτε και να αλλάξει ή καταργήσει,
ήταν ο νόμος για την προστασία των ευγενών. Όσοι είχαν
αποκτήσει τίτλο ευγενείας, δεν θανατώνονταν ακόμα και σε
περίπτωση προδοσίας. Ο βασιλιάς κατά την θητεία του οποίου
είχαν εγκληματήσει, έπρεπε να τους δικάσει, να ενημερώσει
τον λαό για τα εγκλήματα τους και μετά να τους φυλακίσει,
φροντίζοντας όμως πάντοτε για την ασφάλεια τους και την
υγεία τους. Η αριστοκρατική τάξη της Θερίνια ανέβαζε και
κατέβαζε κυβερνήσεις. Δεν θα είχαν λοιπόν ιδιαίτερη δυσκολία

186

να επιβάλλουν έναν νόμο που θα τους προστάτευε, όποια
ανομία και αν διέπρατταν. Και δεν ήταν ο μόνος που
προστάτευε τα δικαιώματα τους. Ο Καράνταρ είχε πιάσει το
κεφάλι του και σκεφτόταν που είχε μπλέξει. Πώς να λύσει την
υπόθεση, όταν τα στοιχεία έδειχναν ανάμειξη του βασιλιά στο
έγκλημα; Μήπως είχε παρερμηνεύσει το ποίημα; Τι άλλο όμως
θα μπορούσε να σημαίνει η επιλογή και το περιεχόμενο του
συγκεκριμένου κειμένου; Ταίριαζε τόσο πολύ με την
κατάσταση την οποία είχε αντιμετωπίσει ο Καράνταρ στην
Πάρνια. Ακόμα και το γεγονός ότι οι νεκροί ήταν, εκτός από
πανίσχυροι άντρες και αγαπητοί από τον λαό. Μια αγάπη που
την είχαν κερδίσει δαπανώντας άφθονο χρυσάφι, φροντίζοντας
για τις ανάγκες των φτωχών.
Μια πολιτικά σωστότατη κίνηση, που είχε αυξήσει στα
ύψη την δημοτικότητα τους, σε αντίθεση με τον Νέγουεν, που
με κάθε του κίνηση γινόταν όλο και πιο αντιπαθής από τους
υπηκόους του. Ήταν ένα σχέδιο που πρέπει να είχε τεθεί σε
εφαρμογή εδώ και χρόνια. Υπέσκαπταν χρόνια ολόκληρα την
θέση του Νέγουεν, μεγαλώνοντας την αγάπη του λαού για
εκείνους, ώστε οι Θερίνιοι να δέχονταν αβίαστα την αλλαγή
στην εξουσία, όταν η ώρα θα ερχόταν. Ο βασιλιάς προφανώς
τα είχε μάθει όλα και τους είχε τιμωρήσει, θάβοντας για πάντα
τα σχέδια τους στο σκοτάδι. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι
ερευνώντας μια υπόθεση φόνου, είχε σκοντάψει σε μια τέτοιου
μεγέθους πολιτική σκευωρία. Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό και
άλλο ένα ενδεχόμενο. Ο βασιλιάς να είχε βάλει το χέρι του,
ώστε να αναλάμβανε εκείνος την υπόθεση. Απλά θα είχε
ζητήσει μέσω κάποιου άλλου από τον Αρχηγό της αστυνομίας,
να βάλει στην υπόθεση τον πιο άχρηστο από τους επιθεωρητές.
Το αφεντικό του δεν πρέπει να το σκέφτηκε ούτε δύο λεπτά
πρίν διαλέξει εκείνον. Ποτέ δεν ξεχνούσε να του υπενθυμίζει
ότι τον θεωρούσε νεκρό φορτίο στο τμήμα.
Θαύμασε ακόμα περισσότερο την προνοητικότητα του
Φένερσιφτ. Ήταν λές και ο νεκρός δούκας, ήξερε πρίν πεθάνει
ποιά θα ήταν η μοίρα του. Είχε βρεί έτσι αυτό το τόσο ταιριαστό
με την κατάσταση του, ποίημα, για να το αφήσει σαν στοιχείο

187

στον Καράνταρ. Έναν άνθρωπο που δεν θα γνώριζε ποτέ, που
όμως οι ζωές τους τόσο πολύ θα επηρέαζαν η μια την άλλη. Ο
πατέρας του έβλεπε τα σημάδια της ανησυχίας, εμφανή στο
πρόσωπο του και κατάλαβε ότι τα νέα δεν ήταν καθόλου καλά.
Του έσφιξε το μπράτσο και τον ταρακούνησε λίγο για να τον
συνεφέρει.
«Τι συμβαίνει; Νόμιζα ότι θα χαιρόσουν με την
αποκωδικοποίηση. Μου είχες πεί ότι μπορεί να σε βοηθούσε, να
λύσεις την υπόθεση που σου έχουν αναθέσει. Τελικά τα
στοιχεία δεν είναι αρκετά;»
«Δεν είναι αυτό πατέρα. Απλά τα πράγματα ήρθαν με
τρόπο που δεν περίμενα. Η υπόθεση περιπλέκεται πολύ. Ποτέ
δεν περίμενα μια τέτοια εξέλιξη. Δεν ξέρω αν μπορώ να
συνεχίσω ως εκεί που πρέπει και να φέρω τον ένοχο στην
δικαιοσύνη». Ο πατέρας του τον κοίταξε στα μάτια με βλέμμα
σοβαρό και συνάμα βλοσυρό.
«Όλη μου την ζωή προσπαθούσα να κάνω αυτό που
πρέπει και θεωρούσα σωστό. Όποιες και να ήταν οι συνέπειες.
Σε δίδαξα να κανείς και εσύ πάντα το ίδιο. Μην χάνεις το
κουράγιο σου. Σου ανέθεσαν μια δουλειά. Έχεις υποχρέωση να
την κάνεις. Αν κάνεις σωστά την δουλειά σου, θα έχεις πάντα
το δίκιο με το μέρος σου». Ο Καράνταρ ακούγοντας αυτά τα
λόγια, δεν κατάφερε να αποφύγει την σκέψη, ότι αυτή η
νοοτροπία είχε κοστίσει πολύ στον πατέρα του. Είχε όμως δίκιο.
Ενώ ήταν πιο πεζός από τον πατέρα του και πάντα απέρριπτε
τον ιδεαλισμό, όποτε συγκρουόταν με το προσωπικό του
συμφέρον, ένιωθε ότι έπρεπε να φτάσει μέχρι τέλους. Αυτή η
υπόθεση είχε γίνει πλέον ζήτημα προσωπικής υπερηφάνειας.
Όμως δεν γινόταν να εμφανιστεί ξαφνικά στην Τύοναν και να
διατάξει την σύλληψη του βασιλιά. Σαν σκέψη ήταν
τουλάχιστον γελοία. Θα βρισκόταν στα μπουντρούμια πρίν καν
προλάβει να τελειώσει την πρόταση του. Έπρεπε να βρεί άλλον
τρόπο, πιο έμμεσο. Σε αυτό μάλλον θα μπορούσε να τον
βοηθήσει η Νιίρα, με τις διασυνδέσεις του πατέρα της.
Συγκέντρωσε κάπως τις σκέψεις του και σήκωσε το κεφάλι για

188

να αντικρίσει τον πατέρα του, που περίμενε ακόμα για κάποια
αντίδραση.
«Πατέρα δεν είναι εύκολο αυτό που έχω να κάνω, αλλά
θα προσπαθήσω όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Όπως
και αν εξελιχθούν τα πράγματα, σε ευχαριστώ πολύ για την
βοήθεια σου. Ήταν πραγματικά πολύτιμη. Χωρίς εσένα θα
ήμουν ακόμα στο σκοτάδι».
«Τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Πραγματικά δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν πρέπει να
πιστέψω τα συμπεράσματα στα οποία με οδηγεί το ποίημα. Δεν
πρέπει να βιαστώ, γιατί μπορεί να υποπέσω σε λάθη που δεν
θα μου συγχωρεθούν. Ίσως μπλέξω άσχημα. Χρειάζομαι χρόνο
για να σκεφτώ σοβαρά». Σηκώθηκε και τους χαιρέτισε και τους
δύο. Μετά έφυγε για την Τύοναν. Θα πήγαινε στο παλιό του
σπίτι στην πρωτεύουσα, όπου θα μπορούσε να σκεφτεί
ανενόχλητος την επόμενη του κίνηση. Δεν ήταν σίγουρος ούτε
για το αν έπρεπε να το πεί στη Νιίρα. Θα εξοργιζόταν και θα
έκανε του κεφαλιού της. Βιαστικές κινήσεις που σίγουρα δεν θα
είχαν κανένα αποτέλεσμα και θα τους πρόδιδαν στο παλάτι. Η
μυστικότητα ήταν απαραίτητη σε αυτήν την κατάσταση. Δεν
μπορούσε να επιτρέψει στη Νιίρα να κάνει τον κόσμο άνω
κάτω και να αποκαλύψει σε όλους αυτά που είχε μάθει. Θα
κατέστρωνε ένα σχέδιο προσεκτικό και λεπτομερές και θα το
ακολουθούσε βήμα βήμα με αργούς και μελετημένους
ρυθμούς.

189

15
Με αυτές τις σκέψεις απομακρύνθηκε από την
παραγκούπολη και χάθηκε στο σκοτάδι. Από το σκοτάδι βγήκε
και μια μορφή η οποία είχε ακούσει όλη τη συζήτηση με τον
πατέρα του και που έπρεπε να σπεύσει να αναφέρει τις πολύ
ενδιαφέρουσες πληροφορίες στον εργοδότη του. Έτσι ο
Φιδογητευτής αθόρυβα και κρυφά από τα ανθρώπινα
βλέμματα, σαν αερικό, ακολούθησε τον Καράνταρ στην πόλη.
Όταν έφτασε πια εκεί, μπήκε στο αρχοντικό από την μυστική
δίοδο που του είχε δείξει το αφεντικό του, παραμένοντας
αθέατος ακόμα και από τους υπηρέτες του σπιτιού, που
βρίσκονταν σε κάθε δωμάτιο. Όταν έφτασε στο σκοτεινό
δωμάτιο όπου γίνονταν οι συναντήσεις, τράβηξε ένα κορδόνι
που βρισκόταν στον τοίχο. Το κορδόνι ενεργοποίησε έναν
μηχανισμό που έβγαλε ένα σιγανό ήχο. Έναν ήχο, που
ακούστηκε μονάχα, σε ένα από τα πολλά δωμάτια του
αρχοντικού και από ένα μόνο άτομο.
Εκείνο το άτομο δεν άργησε να φανεί μέσα από μια
μισάνοιχτη πόρτα, κάνοντας όση περισσότερη ησυχία
μπορούσε, ώστε να μην γίνει αντιληπτό από τους άλλους
κατοίκους του σπιτιού. Κοίταξε τον Φιδογητευτή για μια στιγμή
και μετά έκατσε απέναντι του, περιμένοντας να ακούσει τα
νέα.
«Είχαμε εξελίξεις με το γράμμα. Ο γέρος τελικά
κατάφερε και έσπασε τον κωδικό. Το κείμενο που είχε αφήσει
πίσω ο Φένερσιφτ, ήταν ενός αρχαίου Θερίνιου ποιητή.
Εξιστορεί τον θάνατο κάποιων αντρών, οι οποίοι προσπάθησαν
να ανατρέψουν έναν τύραννο. Τους πρόλαβε όμως, πρίν
καταφέρουν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Η ιστορία
μοιάζει πολύ με την δικιά μας, έτσι δεν είναι;»
«Ναί. Ο Φένερσιφτ ποτέ δεν σταμάτησε να υποπτεύεται
ότι κάποιος μπορεί να τους προδώσει στον βασιλιά και είχε
πάρει τα μέτρα του. Τελικά έκανε λάθος, γιατί τον θάνατο του
από αλλού τον βρήκε. Τα στοιχεία που άφησε πίσω όμως δεν
παύουν να εξυπηρετούν τον σκοπό μας. Πραγματικά ο δούκας

190

δεν θα έκανε τόσο καλά την δουλειά του, ακόμα και αν δούλευε
συνειδητά για εμάς».
«Πώς θα συνεχίσουμε από δώ και πέρα;» ρώτησε ο
Φιδογητευτής.
«Πρέπει να αρχίσω, μέσω των ανθρώπων μου, να διαδίδω
στην πόλη αυτά που έχουμε μάθει. Φυσικά δεν θα τα πώ όλα
με κάθε λεπτομέρεια, γιατί τότε θα κινήσουμε υποψίες. Όμως
θα αφήσω να διαρρεύσουν αρκετά στοιχεία, ώστε να αρχίσει να
φαίνεται ότι ο βασιλιάς δεν έχει και τόσο καθαρή την φωλιά
του. Όσο περνάει ο καιρός θα μαθαίνονται όλο και
περισσότερα, ώστε οι υποστηρικτές των νεκρών της Πάρνια θα
αρχίσουν να ξεσηκώνονται. Η αριστοκρατική τάξη δεν θα
μείνει φυσικά αμέτοχη και σιγά σιγά ο Νέγουεν θα νιώθει την
πίεση από παντού. Ποιές είναι οι προθέσεις του Καράνταρ. Θα
αποκαλύψει όσα έμαθε ή φοβάται;»
«Φοβάται και δεν είναι σίγουρος για το τι πρέπει να κάνει.
Όμως πιστεύω ότι μέσα του θέλει πολύ να λύσει την υπόθεση,
για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του και να βγεί μέσα από τον
βούρκο στον οποίο έχει πέσει τόσα χρόνια. Θα βουλώσει
αρκετά στόματα, είναι η αλήθεια, αν λύσει την υπόθεση».
«Δεν μπορούμε όμως να περιμένουμε για πάντα, μέχρι να
πάρει την απόφαση του. Πρός το παρόν δεν βιαζόμαστε πολύ.
Πρέπει να γίνουν αρκετά πράγματα, πρίν αποκαλύψουμε στον
κόσμο την αλήθεια, για το φονικό που προκάλεσε ο βασιλιάς».
«Την αλήθεια;» ρώτησε ο Φιδογητευτής με ειρωνικό ύφος.
«Την αλήθεια όπως την διαμορφώνουμε εμείς. Την
αλήθεια που μας βολεύει. Την αλήθεια που θα ρίξει τον
Νέγουεν από τον θρόνο και θα μου δώσει την εξουσία. Θα
δώσουμε πρός το παρόν στον Καράνταρ ελευθερία κινήσεων.
Όταν όμως έρθει η μεγάλη στιγμή, όλα τα πιόνια θα πρέπει να
είναι στην θέση τους. Και ο Καράνταρ θα κατέχει την πιο
σημαντική. Πρέπει λοιπόν να τον ελέγχουμε και να τον
οδηγούμε εκεί που θέλουμε».
«Ακόμα όμως και αν το σχέδιο σου λειτουργήσει και ο
Νέγουεν χάσει τον θρόνο, καταδικασμένος για τους φόνους
στην Πάρνια, η διαδοχή πάει στον αδερφό του. Θα πρέπει να

191

τον βγάλεις και εκείνον από την μέση. Δεν φοβάσαι μην σου
προκαλέσει προβλήματα;»
«Ο Αθίριλ; Με πιάνουν τα γέλια και μόνο στην σκέψη του
μαμμόθρεφτου. Είχε μερικές τυχερές νίκες απέναντι σε κάτι
σαπιοκάραβα των πειρατών και ξαφνικά έσπευσαν όλοι να τον
ανακηρύξουν ήρωα. Τόσο χαζός είναι ο κόσμος. Θα έρθει και η
ώρα του Αθίριλ μην ανησυχείς. Αν δεν κάνουν οι πειρατές την
δουλειά μας για μας, έχω ανθρώπους και στον στόλο υπό τις
διαταγές μου. Αν ο Αθίριλ γυρίσει νικητής, δεν θα προλάβει να
πατήσει το πόδι του στο λιμάνι της Φέργκα για να
πανηγυρίσει».
«Εντάξει. Εγώ να μείνω στην Τύοναν να παρακολουθώ
τον Καράνταρ; Πήγε στο παλιό του σπίτι στο κέντρο. Ίσως
μείνει μερικές μέρες. Ήταν αρκετά συγχυσμένος».
«Όχι. Θα βάλω κάποιον άλλον να αναλάβει τον
επιθεωρητή μας. Εσύ θα πάς πίσω στην Πάρνια να παραδόσεις
αυτό». Ο εργοδότης του έβγαλε ένα μπουκαλάκι μέσα από τον
μανδύα του και το έδωσε στο φολιδωτό χέρι, που έστεκε
προτεταμένο. Ο δολοφόνος περιεργάστηκε το φιαλίδιο πρίν το
κρύψει μέσα στα ρούχα του.
«Έφτασε κιόλας ο καιρός για την τρίτη δόση;»
«Ναί. Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε να αργήσει να πάρει
το φάρμακο. Αν γίνει αυτό, όλα θα τιναχτούν στον αέρα.
Πήγαινε τώρα και φρόντισε αυτό να φτάσει εκεί που πρέπει. Αν
σε χρειαστώ θα σε ανακαλέσω από την Πάρνια». Ο
Φιδογητευτής χάθηκε όπως πάντα αθόρυβος. Το μυαλό που
είχε οργανώσει όλη αυτή τη μηχανορραφία, έμεινε μόνο του
στο σκοτεινό δωμάτιο, να τρίβει τα χέρια του με ικανοποίηση
που όλα δούλευαν στην εντέλεια. Την επόμενη κιόλας μέρα, οι
φήμες άρχισαν να εξαπλώνονται στην πόλη. Τίποτα δεν ήταν
ακόμα σίγουρο. Κάποια αόριστα στοιχεία, που έδιναν
καινούργια τροπή στην υπόθεση των φόνων στην Πάρνια.
Κανείς δεν μπορούσε να πεί με σιγουριά κάτι. Οι άνθρωποι
όμως μιλούσαν μεταξύ τους. Και εκείνα που δεν τολμούσαν να
πούν φωναχτά, τα ψιθύριζαν με μυστικότητα. Στα σπίτια τους
όταν ήταν σίγουροι ότι δεν τους άκουγε κανείς και στις

192

ταβέρνες, όπου ένα ποτήρι παραπάνω έκανε τους ανθρώπους
λιγότερο προσεκτικούς.
Έτσι σαν την ομίχλη που αγκαλιάζει τα σοκάκια και τους
δρόμους το χειμώνα, το «μυστικό» διαδόθηκε και βλέμματα
γεμάτα καχυποψία άρχισαν να στρέφονται πρός το παλάτι,
περιμένοντας εξελίξεις. Στο παλάτι όπου ο άρχοντας όλου του
κράτους συνέχιζε να ζεί την ζωή του ατάραχος, χωρίς να
νοιάζεται για τις φήμες που συνέχιζαν να διαβάλλουν το
βασιλικό όνομα. Φήμες την κυκλοφορία των οποίων, είχαν
τρέξει να του προλάβουν οι κόλακες και οι ευνοούμενοι του. Ο
Νέγουεν όμως δεν νοιάστηκε ιδιαίτερα. Η αντίδραση του ήταν,
να φωνάξει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του, την δούκισσα
Κορντέλια, η οποία είχε γίνει η πιο συχνή του επισκέπτρια σε
σύγκριση με τις άλλες κυρίες της Αυλής. Αφού ο νεαρός
βασιλιάς είχε ικανοποιήσει τα πάθη του με την πανέμορφη
γυναίκα, άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί που είχε φτάσει μόλις
εκείνη την ημέρα από τα βασιλικά κελάρια, που ποτέ δεν
απογοήτευαν το εκλεπτυσμένο γούστο του. Κατάπιε με μανία
το πρώτο ποτήρι για να δροσίσει το λαιμό του, που είχε ξεραθεί
από την γρήγορη ανάσα της έξαψης. Μετά γέμισε ένα δεύτερο
για εκείνον και άλλο ένα για την προσκεκλημένη του. Εκείνη
παρέμενε γυμνή στο κρεβάτι, χωρίς να έχει σκεπαστεί. Ήξερε
ότι του άρεσε να την κοιτάζει για ώρα και δεν του στερούσε το
θέαμα. Ξάπλωσε δίπλα της και απόλαυσαν μαζί το γλυκό
πιοτό. Την σιωπή έσπασε εκείνη.
«Τι θα κάνεις για αυτά που ακούγονται στην πόλη;»
Εκείνος γέλασε πρίν απαντήσει.
«Για τις φήμες; Αυτές που λένε ότι είμαι ο σατανικός
δολοφόνος του Φένερσιφτ και των άλλων; Τίποτα». Είδε την
έκπληξη στο πρόσωπο της και προχώρησε στην εξήγηση της
απόφασης του.
«Ο κόσμος μιλάει για το παλάτι και σχολιάζει πάντα και
το παραμικρό κουτσομπολιό, που βγαίνει για εμένα ή κάποιον
άλλο ευγενή. Όσο αβάσιμο και αν είναι κάτι, οι άνθρωποι για
να περάσουν την ώρα τους, θα το πάρουν, θα το διογκώσουν,
θα το διαστρεβλώσουν και ύστερα θα το διαδώσουν παντού

193

γύρω τους. Ο λαός έκανε έτσι πολύ πρίν γεννηθούμε και θα
κάνει έτσι για πολύ καιρό αφού θα έχουμε πεθάνει. Για πάντα.
Δεν έχει νόημα λοιπόν να αρχίσω να τιμωρώ όλους όσους
τολμούν και διαδίδουν αυτά τα αισχρά ψέματα για έμενα. Αν
συλλάβω κάποιους, απλά θα συνεχιστούν τα κουτσομπολιά με
περισσότερη μυστικότητα. Ότι όμως κι αν κάνω, δεν μπορεί να
μου εξασφαλίσει ότι θα σταματήσουν τελείως. Με την
αδράνεια θα πετύχω πολλά περισσότερα».
«Τι μπορεί να πετύχεις δηλαδή;»
«Τα σενάρια είναι πολλά και ενδιαφέροντα. Ας
υποθέσουμε ότι ο λαός είναι πεπεισμένος πώς είμαι ένοχος.
Αποδείξεις δεν υπάρχουν. Οι αμφιβολίες λοιπόν θα στερούν
την δύναμη και την αποφασιστικότητα για μια επανάσταση.
Είναι πολύ απίθανο να ξεσηκωθούν σύσσωμοι εναντίον μου.
Ακόμα όμως και έτσι, ο στρατός είναι πάντα με το μέρος του
βασιλιά. Οι στρατηγοί έχουν ορκιστεί και δεν πατούν ποτέ τον
όρκο τους. Ειδικά αν, όπως είπα πρίν, δεν υπάρχουν αποδείξεις
παρά μόνο φήμες. Αν λοιπόν ο λαός τα σκεφτεί όλα αυτά και
δεν επαναστατήσει, όχι μόνο κανείς δεν θα με έχει βλάψει,
αλλά το φόβητρο θα έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο.
Κανείς δεν θα τολμήσει να μου αντισταθεί, φοβούμενος μην
έχει την ίδια μοίρα με τον Φένερσιφτ και την παρέα του.
Υπάρχει βέβαια και το άλλο και πιο πιθανό ενδεχόμενο. Ότι αν
δεν κάνω τίποτα, ο κόσμος κάποια στιγμή θα βαρεθεί και απλά
θα ξεχάσει το όλο θέμα. Αν αντίθετα προσπαθήσω να κλείσω
με την βία τα στόματα, όλοι θα πειστούν ότι είμαι ένοχος και
ότι έχασα την ψυχραιμία μου. Όπως βλέπεις αγαπητή μου,
μπορεί ο αδερφός μου να με κατηγορεί ότι είμαι τεμπέλης,
αλλά καμιά φορά αν αφήνεις τα πράγματα να εξελιχθούν
μόνα τους, βγαίνεις κερδισμένος».
Η Κορντέλια είχε μείνει άφωνη από την εξυπνάδα και
προνοητικότητα που επιδείκνυε ο Νέγουεν. Ξαφνικά
σκεφτόταν ότι τον είχε υποτιμήσει πάρα πολύ και ότι όλη αυτή
η αδιαφορία που τον χαρακτήριζε, ίσως ήταν απλά
φαινομενική. Ένα προκάλυμμα που χρησιμοποιούσε για να
ξεγελάσει τους αντιπάλους του και να τους κάνει να

194

φανερώνουν πιο εύκολα τις προθέσεις τους, νομίζοντας τον
απροετοίμαστο. Τον κοίταξε με ανανεωμένο ενδιαφέρον και
μια λάμψη που δεν υπήρχε πρίν, εμφανίστηκε στα μάτια της.
Πάντα την εξίταραν οι έξυπνοι άντρες που κατείχαν εξουσία.
Εκείνος μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε κερδίσει το κορμί της μόνο
για το δεύτερο σκέλος των προτιμήσεων της. Εκείνη τη στιγμή
όμως η δούκισσα διαπίστωνε πώς τελικά, ίσως να άξιζε τον
θρόνο και για την πονηριά του. Η διαπίστωση αυτή έκανε την
Θερίνια καλλονή, να θελήσει να προσφέρει μερικές ακόμα
στιγμές ευχαρίστησης στον βασιλιά της. Εκείνος φυσικά δεν
αρνήθηκε.
Στο μεταξύ ο Καράνταρ τράβαγε τα μαλλιά του. Όλη η
πόλη μίλαγε για πράγματα, που έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι
μόνο εκείνος γνώριζε. Είχε περάσει στο σπίτι του ατέλειωτες
ώρες, σκεπτόμενος διάφορα ψέματα που θα μπορούσε να πεί
στην Νιίρα, ώστε εκείνη να μην εξοργιστεί και ξεκινήσει τον
πόλεμο μόνη της. Είχε καταφέρει να καταστρώσει ένα αρκετά
ελπιδοφόρο σχέδιο, που θα έκανε την πριγκίπισσα να τον
βοηθήσει μέσω των διασυνδέσεων του πατέρα της, χωρίς να
κάνει ευθεία επίθεση στον βασιλιά και τους προδώσει έτσι
όλους. Και ενώ είχε αρχίσει να ελπίζει πώς πραγματικά θα
πετύχαινε την συνεργασία της με τους δικούς του όρους, έπεσε
ο κεραυνός που κατέστρεψε όλα του τα σχέδια. Μια μέρα σε
μια ταβέρνα που είχε πάει για να φάει, συνοδεύοντας το κρέας
μόνο με νερό για να μην ξανακυλήσει στο ποτό, άκουσε δύο
άντρες να συζητούν. Δεν ήξεραν πολλές λεπτομέρειες αλλά το
είπαν ξεκάθαρα, υπήρχαν υποψίες πώς ο Νέγουεν ήταν
ύποπτος για τους φόνους. Ήταν δυνατόν να έχει διαδοθεί; Και
αν ναί από ποιόν;
Τον επιθεωρητή τον έλουσε κρύος ιδρώτας και δεν άγγιξε
μπουκιά από το φαΐ του. Για να διαπιστώσει πόσο μεγάλη ήταν
η ζημιά, έβαλε μερικά τσιράκια του από τον υπόκοσμο, να
μάθουν αν κυκλοφορούσε κάποια φήμη στην πιάτσα για τον
βασιλιά. Οι περισσότεροι τον ειρωνεύτηκαν ότι κοιμόταν
όρθιος, αν δεν είχε ακούσει τις φήμες από τις οποίες είχε
βουίξει η Τύοναν. Αυτά τα νέα τον βύθισαν ακόμα περισσότερο

195

στην απελπισία. Η απομόνωση του στο παλιό του σπίτι, τον
είχε οδηγήσει μακριά από τις εξελίξεις και του είχε στερήσει
την ευκαιρία να κινηθεί εγκαίρως. Δεν είχε αμφιβολία ότι
σύντομα, η Νιίρα θα τα μάθαινε όλα. Έπρεπε να επιστρέψει
στην Πάρνια και να την συγκρατήσει. Μετά θα είχε καιρό να
ανακαλύψει ποιός είχε αφήσει τις φήμες να διαρρεύσουν,
δυσκολεύοντας τόσο τα σχέδια του. Έφυγε λοιπόν εσπευσμένα
από την πρωτεύουσα, με την ανησυχία να μεγαλώνει μέσα του,
με ανάλογο ρυθμό με τις φήμες που αυξάνονταν μέρα με τη
μέρα. Για άλλη μια φορά, σκεφτόταν με πικρία, η τύχη του είχε
γυρίσει την πλάτη.
Εν τω μεταξύ στην Πάρνια, ο Φέντουιν συνέχιζε να
εκτελεί τα καθήκοντα του ως αστυνομικός της πόλης και
μάλιστα με αυξημένες δικαιοδοσίες, αφού ο Καράνταρ
απουσίαζε. Έλεγχε καθημερινά τις σκοπιές και μέσα αλλά και
στην περίμετρο της πόλης. Οι κάτοικοι ήταν πλέον
τρομοκρατημένοι μετά τον θάνατο των κυνηγών. Δεν ήταν
μόνο ο θάνατος, αλλά και ο αποτροπιαστικός τρόπος με τον
οποίον είχαν πεθάνει. Ο δολοφόνος που κυκλοφορούσε στην
πόλη τους, ή τουλάχιστον στο δάσος που ήταν εκεί κοντά,
έδειχνε μια πρωτοφανή όρεξη για σφαγή και σαδισμό. Αυτό
που έκανε δεν αποτελούσε απλώς αυτοάμυνα, αλλά και
πραγματική ευχαρίστηση. Άλλος ένας λόγος λοιπόν να
υποθέτουν, ότι είχαν να κάνουν με κάτι που έμοιαζε
περισσότερο με άνθρωπο. Αφού τα ζώα συνήθως δεν
σκοτώνουν από ευχαρίστηση. Ένας άνθρωπος όμως, δεν θα
ήταν ικανός να σκοτώσει δέκα οπλισμένους και χειροδύναμους
άντρες με τέτοια ευκολία. Με τόσο περιπαιχτικό τρόπο.
Ο Φέντουιν βέβαια ήξερε την αλήθεια. Τους την είχε πεί ο
γέροντας του δάσους. Ο Καράνταρ στην αρχή δυσκολευόταν να
πιστέψει, τα γεγονότα όμως τον ανάγκασαν να δεί την
αλήθεια. Ο Φέντουιν δεν αμφέβαλλε όμως. Είχε εμπιστοσύνη
στον γέροντα. Τον ήξερε καλύτερα από τους άλλους
Παρνιανούς, οι οποίοι δεν ανέχονταν να του μιλήσουν, παρά
μόνο σε εξαιρετική ανάγκη. Ο Φέντουιν ήξερε ότι δεν ήταν
τρελός, όπως ήθελαν να πιστεύουν από παλιά. Ήξερε πολύ

196

καλά τι έλεγε. Οι γνώσεις του ήταν μοναδικές και ξεπερνούσαν
τα στενά όρια της μικρής πόλης. Αυτό όμως δεν μπορούσαν να
το ανεχτούν οι υπόλοιποι. Δεν μπορούσαν να νιώθουν
κατώτεροι από έναν άνθρωπο, ο οποίος ζούσε στα δάση και
μίλαγε στα ζώα. Αψηφούσε τις αστικές εξουσίες και
αδιαφορούσε για τα πλούτη, όταν όλοι οι υπόλοιποι μοχθούσαν
καθημερινά να φτιάξουν έστω και μια μικρή περιουσία, ζώντας
οργανωμένα μέσα στους ρυθμούς που υπαγόρευε η αστική
κοινωνία.
Ήταν διαφορετικός. Με τον τρόπο ζωής του, απλά
αμφισβητούσε πράγματα που για αιώνες οι άνθρωποι
θεωρούσαν δεδομένα. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσαν να το
ανεχθούν. Ήταν ευκολότερο και προτιμότερο να βαπτίζουν τις
γνώσεις του και την νοοτροπία του τρέλα. Να ξεχωρίσουν τους
εαυτούς τους από εκείνον και να τον απομακρύνουν, ώστε να
μην χρειάζεται πλέον να ακούν τις ενοχλητικές ιστορίες του.
Να όμως που μια από τις ιστορίες του ήταν αληθινή. Ο
Φιδογητευτής υπήρχε. Ο Ένοραν τον είχε δεί, με αποτέλεσμα
να μην μπορεί πλέον ούτε καν να πλησιάσει στο δάσος από την
τρομάρα του. Οι κυνηγοί τον είχαν δεί και αυτοί μαζί με την
νυχτερινή νοσοκόμα που φύλαγε τον Τίμπελ. Δυστυχώς δεν
είχαν ζήσει προκειμένου να επιβεβαιώσουν και αυτοί, την
ύπαρξη του πλάσματος που είχε δεί ο Ένοραν. Αλλά ίσως δεν
χρειαζόταν. Μόνο τα πτώματα τους να κοίταγε κανείς,
μπορούσε να πειστεί. Ο Φέντουιν είχε ακόμα χαραγμένο στο
μυαλό του, εκείνο το ανατριχιαστικό θέαμα καθώς
κατευθυνόταν πρός το νοσοκομείο όπου φυλαγόταν ο Τίμπελ.
Ήθελε να ελέγχει πάντα προσωπικά τις σκοπιές, γιατί πολλές
φορές οι άντρες του χαλάρωναν και τεμπέλιαζαν.
Βέβαια δεν είχε και μεγάλη σημασία πια. Ο Φέντουιν είχε
απογοητευτεί και είχε σταματήσει από καιρό να περιμένει
βοήθεια από τον δούκα. Δεν έτρεφε ελπίδες ότι θα ξυπνούσε
ποτέ, για να τους πεί ότι είχε διαδραματιστεί, σε εκείνη τη βίλα
του θανάτου. Κάποτε τον εξόργιζε το γεγονός, ότι ο μοναδικός
τους μάρτυρας βρισκόταν σε αυτήν την άθλια κατάσταση.
Τώρα πια είχε σταματήσει να νιώθει έστω και αυτήν την οργή.

197

Άλλωστε αν και νεαρότερος, είχε διαπιστώσει ότι ήταν πιο
ψύχραιμος και από την Νιίρα και από τον Καράνταρ. Οπότε
έπρεπε τουλάχιστον εκείνος να μένει συναισθηματικά
σταθερός, ώστε να στηρίζει και εκείνους. Έφτασε μπροστά από
το νοσοκομείο όπου το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι. Οι σκοποί
της εισόδου έλειπαν. Ήταν έτοιμος για χοντρό κατσάδιασμα,
μέχρι που είδε το παράθυρο στο δωμάτιο του Τίμπελ σπασμένο.
Κάτι είχε συμβεί. Άραγε ο Φιδογητευτής είχε επιστρέψει για
άλλη μια φορά; Ο Φέντουιν έτρεξε με όλες του τις δυνάμεις.
Φτάνοντας στο όροφο που στέγαζε τον δούκα, είδε τα σημάδια
της μάχης. Τα περισσότερα έπιπλα ήταν πεσμένα και
σπασμένα, ενώ οι φρουροί κείτονταν σε διάφορα σημεία
αναίσθητοι ή νεκροί. Με την πρώτη ματιά δεν μπορούσε να
είναι σίγουρος τι από τα δύο.
Όρμησε στο δωμάτιο όπου αντίκρισε τον Φιδογητευτή και
η ανάσα του κόπηκε. Έμεινε κοκαλωμένος στην θέση του
καθώς το εξώκοσμο πλάσμα τον κοίταξε με τα παγωμένα
μάτια του, απογυμνωμένα από κάθε τι ανθρώπινο. Χίλιες
εικόνες πλημμύρισαν το κεφάλι του μαρμαρωμένου
αστυνόμου. Τι θα μπορούσε να κάνει ενάντια σε αυτό το
πλάσμα; Τόσοι άλλοι είχαν πεθάνει στα χέρια του. Εκείνος τι το
καλύτερο θα μπορούσε να κάνει, ώστε να μην έχει την ίδια
μοίρα με τους άλλους; Ο Φιδογητευτής χωρίς να βιάζεται
καθόλου, άφησε σε ένα τραπεζάκι ένα φιαλίδιο που κρατούσε
και άρχισε να κινείται πρός τον αντίπαλο του. Σήκωσε τα χέρια
του ψηλά και μέσα από τα μπράτσα του, δύο κεφάλια φιδιών
έκαναν την εμφάνιση τους. Ο Φέντουιν, αν και ήξερε από τον
γέροντα τις ικανότητες εκείνου του φανταστικού όντος, δεν
μπορούσε να μην νιώσει δέος και τρόμο μαζί. Όμως το αρχαίο
ένστικτο της επιβίωσης, του έδωσε ξαφνικά την δύναμη να
σκεφτεί και να αντιδράσει. Το μούδιασμα στο νού και στο σώμα
έφυγε, από την στιγμή που η συνειδητοποίηση ότι εκείνα τα
φίδια σήμαιναν το τέλος του, εμπότισε τον εγκέφαλο του.
Χωρίς άλλη καθυστέρηση άρπαξε το φανάρι που βρισκόταν
δίπλα στην πόρτα και το πέταξε με δύναμη πάνω στον
Φιδογητευτή.

198

Ο Φιδογητευτής παρόλο που είχε καταπληκτικά
αντανακλαστικά, δεν περίμενε μια τέτοια αντίδραση και δεν
κατάφερε να αποφύγει το φλεγόμενο αντικείμενο. Το φανάρι
έσπασε πάνω του, απελευθερώνοντας την φλόγα που έκρυβε
μέσα του. Το λάδι που συντηρούσε αυτήν την φλόγα,
απλώθηκε στο φολιδωτό κορμί καίγοντας το ανελέητα. Ένα
έντονο σφύριγμα ακούστηκε από τα δύο φίδια, αλλά και από τα
υπόλοιπα που άρχισαν να βγαίνουν μέσα από το σώμα, σαν
ναύτες που εγκατέλειπαν ένα βυθιζόμενο καράβι. Η κραυγή
του ίδιου του Φιδογητευτή, σκέπασε τους ήχους των ανήσυχων
φιδιών του. Χτυπούσε το σώμα του με τα χέρια του,
προσπαθώντας να σβήσει την φωτιά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Φέντουιν ξαφνικά ένιωσε τις ελπίδες του να
ξαναζωντανεύουν. Ο δολοφόνος φαινόταν να απελπίζεται. Για
μια φορά βρισκόταν εκείνος σε μειονεκτική θέση και ο
Παρνιανός έπρεπε να το εκμεταλλευτεί όσο είχε καιρό.
Ξεθηκάρωσε το σπαθί του και όρμησε για να τον αποτελειώσει
μια και καλή. Όμως καθώς έτρεχε, τα φίδια έσπευσαν να
βοηθήσουν τον αφέντη τους.
Τυλίχτηκαν γύρω από τα πόδια του επιτιθέμενου και τον
έριξαν κάτω. Ο Φέντουιν είδε το σπαθί του να πετάγεται
μακριά από το χέρι του. Έβγαλε το μαχαίρι του και αμέσως
άρχισε να αμύνεται, έστω και πεσμένος, απέναντι στα
τεράστια φίδια που ετοιμάζονταν να τον καταβροχθίσουν.
Κάρφωνε με μανία τα ερπετά, κόβοντας μεγάλα κομμάτια
σάρκα από πάνω τους. Όμως εκείνα αν και πληγωμένα,
συνέχισαν να επιτίθενται, αποφασισμένα να τον προσθέσουν
στην μακρά λίστα των θηραμάτων τους. Η επίθεση όμως
διακόπηκε απότομα. Ο Φιδογητευτής βλέποντας πώς δεν
μπορεί να σβήσει την φωτιά, αποφάσισε να βρεί κάπου νερό.
Πήδηξε λοιπόν από το παράθυρο και προσγειώθηκε στον
δρόμο, μην δείχνοντας να ενοχλείται καθόλου από την πτώση.
Τα φίδια αναγκασμένα να τον ακολουθήσουν, άφησαν
απρόθυμα τον Φέντουιν ζωντανό και έφυγαν και αυτά από το
παράθυρο. Τινάχτηκαν σαν βέλη από το παράθυρο και
προσγειώθηκαν δίπλα στον κύριο τους. Ύστερα από λίγο ο

199

φυγάς έγινε μια αχνή λάμψη στη νύχτα. Ο Φέντουιν
καταράστηκε την τύχη του και τον εαυτό του, που έχασε μια
τόσο μεγάλη ευκαιρία να εξολοθρεύσει τον θανάσιμο αντίπαλο
τους.
Τράβηξε το βλέμμα του από το παράθυρο, αφού δεν είχε
πια νόημα να ασχολείται με τον Φιδογητευτή. Είχε χαθεί
τουλάχιστον για απόψε. Αυτή η μάχη είχε τελειώσει. Έκρυβε
μέσα του μια μικρή ελπίδα, ότι μπορεί να πέθαινε από τα
εγκαύματα που του είχε προκαλέσει. Όμως η πιο ρεαλιστική
πλευρά του εαυτού του του έλεγε, ότι ένα πλάσμα που είχε
αποδειχθεί πανίσχυρο, θα επιβίωνε ακόμα και από τις
καταστροφικές συνέπειες της φωτιάς. Στράφηκε πρός τον
Τίμπελ. Ο δούκας συνέχιζε να παραμένει εγκλωβισμένος μέσα
στον αφύσικό λήθαργο του, χωρίς να γνωρίζει ότι έφτασε για
άλλη μια φορά ένα βήμα πρίν το θάνατο. Αγνοώντας πώς
εκείνο το βράδυ, μερικοί καλοί άντρες είχαν πεθάνει για να τον
προστατεύσουν. Χάθηκαν κάνοντας το καθήκον τους, όπως
όφειλαν βέβαια. Το γεγονός αυτό όμως δεν απάλυνε καθόλου
τον πόνο του Φέντουιν, που εκείνη τη στιγμή που η αδρεναλίνη
υποχωρούσε, συνειδητοποιούσε ότι είχε χάσει μερικούς φίλους
στη νυχτερινή εκείνη συμπλοκή.
Άφησε αυτές τις ζοφερές σκέψεις και βεβαιώθηκε ότι ο
Τίμπελ δεν είχε πάθει κανένα κακό, κάνοντας έναν σύντομο
έλεγχο των ζωτικών του ενδείξεων. Όλα έδειχναν ότι ο Τίμπελ
θα συνέχιζε να αναπνέει για κάποιον καιρό ακόμα. Δυστυχώς
η αναπνοή του ήταν και η μόνη ομοιότητα του με ζωντανό
άνθρωπο. Το βλέμμα του αστυνομικού έπεσε πάνω στο
φιαλίδιο, που έμεινε αφημένο πάνω στο τραπεζάκι. Το πήρε
στα χέρια του και αφού το περιεργάστηκε λίγο, άνοιξε το
πώμα. Θέλησε να το μυρίσει αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Κατά
πάσα πιθανότητα ήταν δηλητήριο και μερικά ισχυρά
δηλητήρια μπορούσαν να σκοτώσουν, μόνο και μόνο με την
μυρωδιά τους. Έκλεισε το πώμα και το φύλαξε για να το δώσει
σε κάποιον ειδικό. Ξαφνικά όμως του γεννήθηκε η απορία:
γιατί ο Φιδογητευτής να χρησιμοποιήσει δηλητήριο για να
σκοτώσει τον Τίμπελ; Μέχρι τώρα δεν είχε δείξει ότι προτιμάει

200

τις λεπτές μεθόδους φόνου, αλλά την αιματηρή σφαγή. Τι είχε
αλλάξει ξαφνικά; Εκτός από αυτό ο Φέντουιν θυμήθηκε, ότι και
άλλη φορά ο Φιδογητευτής είχε προσπαθήσει να βλάψει τον
Τίμπελ και ενώ είχε καταφέρει να εισχωρήσει στο νοσοκομείο,
πάλι είχε αποτύχει την τελευταία στιγμή. Ο Φιδογητευτής δεν
χρειαζόταν πολύ χρόνο για να σκοτώσει κάποιον. Ειδικά
κάποιον αναίσθητο. Κάτι ύποπτο συνέβαινε λοιπόν.
Ο Φέντουιν δεν ήξερε τι να υποθέσει για αυτές τις
μυστήριες συγκυρίες. Αλλά όπως όφειλε ένας ικανός
ερευνητής, έπρεπε να δεί τα γεγονότα σε βαθύτερο επίπεδο.
Να ξεπεράσει το προφανές και να ανακαλύψει την κρυμμένη
αλήθεια. Κοίταξε τον αναίσθητο άντρα και μερικές τρελές
θεωρίες άρχισαν να γεμίζουν το μυαλό του. Κούνησε το κεφάλι
του κατηγορώντας τον εαυτό του, ότι είχε αγγίξει τα όρια της
παραφροσύνης με όλη αυτή την ιστορία. Όμως η υποψία ήταν
εκεί, ριζωμένη στο μυαλό του σαν ένα ζιζάνιο που δεν έλεγε να
ξεριζωθεί με τίποτα. Πλησίασε τον δούκα και τον ταρακούνησε
με όλη του τη δύναμη. Όταν δεν είχε αποτέλεσμα αποφάσισε
να τον χαστουκίσει, αλλά τελικά συγκρατήθηκε. Το
αποφάσισε, του είχε στρίψει τελείως. Και ξαφνικά την πλήρωνε
ο καημένος ο Τίμπελ τη νύφη. Δεν του έφταναν τα βάσανα του
και η θλιβερή κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Είχε και ένα
απελπισμένο όργανο της τάξης, που αντί να τον προστατεύει
ετοιμαζόταν να τον σπάσει και στο ξύλο.
Αφού βεβαιώθηκε λοιπόν, με κάπως βάρβαρο τρόπο, ότι ο
Τίμπελ ήταν όντως αναίσθητος, πήγε να καλέσει γενικό
συναγερμό. Έπρεπε να διαδοθεί το νέο για το τι είχε γίνει
εκείνο το βράδυ και να τακτοποιηθεί και πάλι το νοσοκομείο.
Καινούργιες σκοπιές έπρεπε να αναληφθούν και οι δυνάμεις
που προστάτευαν την πόλη να αναδιοργανωθούν. Οι ίδιες
δυνάμεις που για μια ακόμα φορά, είχαν βγεί χαμένες από την
μάχη και που δεν είχαν χάσει τον μοναδικό τους μάρτυρα, για
λόγους που κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει. Ίσως ήταν
καθαρή τύχη. Ο Φέντουιν δεν το πίστευε αυτό. Από την άλλη
όμως δεν ήξερε και τι θα έπρεπε να πιστέψει. Σταμάτησε
λοιπόν να κάνει υποθέσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά. Ήταν

201

πολύ αναστατωμένος άλλωστε, για να σκεφτεί καθαρά.
Συνέχισε κατηφής λοιπόν την πορεία του πρός το τμήμα, για
να μεταφέρει τα δυσάρεστα νέα. Που να το φανταστεί ο
κακόμοιρος ότι θα αντιμετώπιζε και άλλη απειλή εκείνο το
βράδυ; Και μάλιστα μια απειλή μαινόμενη και όχι ψυχρά
υπολογιστική όπως ο Φιδογητευτής.
Πρός μεγάλη δυστυχία όλων, η Νιίρα είχε ανησυχητικά
μαντάτα από την Τύοναν. Απ’ όσα μπόρεσε να καταλάβει ο
Φέντουιν από τις υστερικές κραυγές της μανιακής
αριστοκράτισσας, ο βασιλιάς Νέγουεν είχε ανακατευτεί στην
δολοφονία του πατέρα της. Το χειρότερο ήταν ότι εκείνος ο
«άθλιος μεθύστακας», αυτός υπέθετε ότι ήταν ο Καράνταρ, της
είχε αποκρύψει την αλήθεια. Γι’ αυτό και η τόση επιμονή του
να πάει μόνος στην πρωτεύουσα. Ο Φέντουιν κουνούσε το
κεφάλι του απογοητευμένος και κουρασμένος. Ένιωθε
απίστευτα μόνος στην προσπάθεια του να κρατήσει την πόλη
του όρθια και ασφαλή, από έναν εχθρό δυνατότερο. Οι
συνεργάτες του ήταν ο καθένας στον κόσμο του, έχοντας τις
δικές τους υποθέσεις στο μυαλό τους και βάζοντας πάντα τις
ανάγκες τους σε προτεραιότητα, ενώ το κοινό καλό ερχόταν σε
δεύτερη μοίρα. Δεν σκέφτονταν καθαρά και οποιαδήποτε
στιγμή ξεσπούσαν σε κρίσεις οργής η Νιίρα και κατάθλιψης ο
Καράνταρ. Και τώρα αυτή η ιστορία με τον βασιλιά. Αν κάποιος
διέδιδε ότι κατηγορούσαν τον ανώτατο άρχοντα του κράτους
για δολοφονία, θα τους κρεμούσαν όλους με συνοπτικές
διαδικασίες, εκτός από την Νιίρα που θα την γλίτωνε το
γαλάζιο αίμα της.
Απορροφημένος έτσι όπως ήταν σε αυτές του τις σκέψεις,
άφησε την έξω φρενών Νιίρα σύξυλη και σηκώθηκε και έφυγε,
χωρίς να πεί κουβέντα. Έπρεπε να μείνει επειγόντως μόνος του
και να ηρεμήσει λίγο. Ας αναλάμβαναν οι υπόλοιποι
αστυνομικοί τα καθήκοντα τους και ας ξαλάφρωναν και την
δικιά του πλάτη από τις ευθύνες για μια φορά. Ήθελε ένα
διάλειμμα από όλη αυτή την παράνοια που ζούσε, από τότε
που ξεκίνησε αυτή η καταραμένη ιστορία. Πήγε λοιπόν στο
σπίτι του και κλειδώθηκε για ώρες. Δεν απάντησε όταν του

202

χτύπησαν την πόρτα. Δεν ασχολήθηκε να βγεί και να δεί αν
όλα είχαν οργανωθεί σωστά. Τα έκλεισε όλα έξω από το μυαλό
του και άφησε τον γλυκό λήθαργο να τον παρασύρει.

203

16
Στην «Αέρινη» αλλά και σε όλον τον υπόλοιπο θερινιακό
στόλο, περνούσαν μέρες ευτυχισμένες. Μέρες θριάμβου και
δόξας. Όλα πλέον φαίνονταν εύκολα στους Θερίνιους
πολεμιστές. Η αντίσταση που συναντούσαν από τους πειρατές
άγγιζε τα όρια του μηδαμινού. Οι περισσότεροι είχαν
εξαφανιστεί από προσώπου γής, ενώ όσοι είχαν μείνει πίσω,
ήταν εκείνοι οι ανόητοι που ακόμα ήλπιζαν ότι ο Αθίριλ μετά
τον μεγάλο του θρίαμβο, θα γυρνούσε πίσω και θα άφηνε τα
τελευταία ασήμαντα νησιά της παραμεθορίου στην τύχη τους.
Σύντομα κατάλαβαν ότι ούτε ένα θερινιακό ή συμμαχικό νησί
δεν θα έμενε ανεπηρέαστο, από τον αέρα της απελευθέρωσης
που σάρωνε τα πελάγη. Όταν και τα τελευταία κουρσάρικα
βυθίστηκαν ή πιάστηκαν σώα για να χρησιμοποιηθούν από
τους Θερίνιους, έφτασε και η εκστρατεία στο τέλος της. Ο
στόλος, που μαζί με τα πειρατικά που είχαν καταφέρει να
διασώσουν για λογαριασμό τους, προσμετρούσε σχεδόν
εφτακόσια καράβια, είχε αράξει στο νησί Βίντελεν. Το απώτατο
άκρο της θερινιακής επικράτειας. Στην «Αέρινη» ο Αθίριλ μαζί
με τον Ντάργκαν, που είχε συνέλθει πια από τον τραυματισμό
του, έβλεπαν όσα είχαν καταφέρει και ένιωθαν την ευφορία
που φέρνει μια τόσο μεγάλη ικανοποίηση.
Ο Ντάργκαν ήταν χαμογελαστός και απερίγραπτα
ευτυχισμένος που μπορούσε και πάλι να μυρίζει τον καθαρό
αέρα της θάλασσας, αντί να ασφυκτιά μέσα στην καμπίνα του
καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι. Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω στο
καράβι, μη μπορώντας να χορτάσει την ελευθερία κινήσεων
που είχε επανακτήσει. Έπρεπε απλά να αποφύγει τις απότομες
κινήσεις του είχε πεί ο γιατρός, αλλά κατά τα άλλα θα
μπορούσε να κινείται ελεύθερα πλέον. Ο βετεράνος
καπετάνιος για το μόνο που είχε να παραπονεθεί ήταν, ότι είχε
χάσει την μεγάλη ναυμαχία. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει με
τίποτα το γεγονός ότι είχε χάσει μια τόσο μεγάλη ευκαιρία, να
γράψει το όνομα του στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Ο
Αθίριλ βέβαια τον διαβεβαίωνε ότι όσο ζούσε, δεν θα άφηνε να

204

ξεχαστεί η πολύτιμη βοήθεια που του είχε δώσει από την αρχή
του ταξιδιού. Θα φρόντιζε σαν αρχιστράτηγος της εκστρατείας
που ήταν, να διαφημίσει αρκετά το όνομα του Ντάργκαν στους
ιστορικούς που θα κατέγραφαν τα γεγονότα. Με αυτήν την
υπόσχεση καθησυχάστηκαν κάπως οι φόβοι του Ντάργκαν.
Ο καπετάνιος όμως, παρόλο που ο Αθίριλ ήταν και
εκείνος χαμογελαστός και μίλαγε σε όλους τους άντρες του
καραβιού με κέφι, διέκρινε μια μελαγχολία στα μάτια του
πρίγκιπα. Μπορούσε να καταλάβει ότι κάτι τον απασχολούσε.
Επειδή όμως υπήρχαν άλλοι μπροστά, δεν θέλησε να πεί κάτι
στον Αθίριλ και να τον εκθέσει. Έτσι προσποιήθηκε ότι δεν
συνέβαινε τίποτα και συνέχισαν τις κουβέντες και τα
καλαμπούρια με τους ναύτες. Αργότερα όμως πήγε στην
καμπίνα του, για να του μιλήσει και να καταλάβει τι βασάνιζε
τον νεαρό του φίλο. Όταν μπήκε μέσα είδε ότι το γραφείο του
αρχηγού της εκστρατείας ήταν γεμάτο χάρτες.
«Σκοπεύεις να κάνεις κανένα ταξίδι Αθίριλ;» ρώτησε ο
Ντάργκαν. Ο Αθίριλ τον κοίταξε σκεπτικός και δεν απάντησε.
Έκλεισε την πόρτα και με βλέμμα γεμάτο καχυποψία στάθηκε
μπροστά από τους χάρτες του.
«Το ενδεχόμενο να αφήναμε το Βίντελεν και να
προχωρούσαμε πέρα από την επικράτεια μας πώς σου
φαίνεται;»
«Με πιάνει τρόμος και μόνο που το ακούω. Καλά πώς σου
μπήκε τέτοια ιδέα στα καλά καθούμενα; Δεν θές να γυρίσεις
πίσω στην Φέργκα; Έχεις τόσα πράγματα που σε περιμένουν
εκεί. Η αγαπημένη σου, ο λαός που θα σε συγχαρεί για τις
επιτυχίες σου, ο αδερφός σου τον οποίο θα καταπλήξεις με την
εντυπωσιακή σου είσοδο στο λιμάνι και θα τον κάνεις να
καταπιεί τα όσα εξευτελιστικά έχει πεί για σένα κατά καιρούς.
Άλλωστε είναι καιρός και να παντρευτείς, έτσι δεν είναι;»
«Και ποιός θα είναι ο σκοπός μου για όλη την υπόλοιπη
ζωή μου; Να γονιμοποιώ την Νιίρα για να μου φέρνει στον
κόσμο πριγκιπικά κουτσούβελα; Τι αξία θα έχω εγώ σαν
άντρας; Πέρα από το σπέρμα μου τι άλλο θα προσφέρω σε
αυτόν τον κόσμο και στην χώρα μου;» Ο Ντάργκαν τον άκουγε

205

ανήσυχος και χωρίς να μπορεί να καταλάβει την αιτία αυτής
της συμπεριφοράς.
«Όσον αφορά την οικογένεια κακώς την υποτιμάς τόσο.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία στον κόσμο. Δεν είναι πιο
άξιος ο άντρας που με το σπαθί του αφαιρεί τη μια ζωή μετά
την άλλη, αλλά αυτός που φέρνει στον κόσμο άξια τέκνα που
θα γίνουν μια μέρα σωστοί και χρήσιμοι πολίτες. Στο έχω
ξαναπεί. Αυτή η δίψα σου για αίμα με ανησυχεί πάρα πολύ και
δεν ξέρω που θα καταλήξει. Νικήσαμε. Πρέπει πια να
ηρεμήσεις και να συνεχίσεις την ζωή σου, από εκεί που την
είχες αφήσει».
«Από εκεί που την είχα αφήσει; Να γυρίσω στην
προηγούμενη μου ζωή; Έχεις ιδέα σε τι εφιάλτη μου ζητάς να
επιστρέψω;»
«Σε λυπάμαι πραγματικά κακομοίρη. Ζωή σε πολυτελή
παλάτια, με εκατοντάδες υπηρέτες να τρέχουν για να
πραγματοποιήσουν στην στιγμή την κάθε σου επιθυμία, μια
πανέμορφη αρραβωνιαστικιά. Έχεις δίκιο. Ο θάνατος θα ήταν
προτιμότερος από αυτήν την κόλαση».
«Μη με ειρωνεύεσαι!» είπε ο Αθίριλ χτυπώντας με μανία
το χέρι του στο τραπέζι. «Εσύ νομίζεις ότι στο παλάτι όλα είναι
μέλι γάλα. Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Πράγματι
μια ζωή ζούσα μέσα στις ανέσεις και τα πλούτη και πρίν ανέβω
στην «Αέρινη», δεν είχα κοπιάσει ποτέ στην ζωή μου. Όμως για
να τα απολαμβάνω όλα αυτά, έπρεπε να μένω μια ζωή στο
περιθώριο. Να μην έχω καμία απολύτως εξουσία. Να μην κάνω
τίποτα απολύτως! Και πάνω απ’ όλα, έπρεπε να ανέχομαι τον
αδερφό μου, με την ειρωνεία του και την συνεχή κριτική του.
Λόγια γεμάτα φαρμάκι, που ποτέ δεν αμελούσαν να μου
υπενθυμίζουν ποιός είναι ο βασιλιάς και έχει επομένως το
πάνω χέρι. Εδώ έξω όμως άλλαξαν τα δεδομένα. Εδώ όλοι
βρίσκονται υπό τις διαταγές μου και όποιος τόλμησε να με
αμφισβητήσει το μετάνιωσε. Στην θάλασσα κατάφερα έναν
άθλο. Το όνομα μου πλέον το προφέρουν με θαυμασμό. Στην
Τύοναν δεν είχα καταφέρει ποτέ τίποτα. Και αν γυρίσουμε

206

πίσω, πάλι στο τίποτα θα γυρίσω. Δεν αντέχω να τα χάσω όλα
και να γίνω πάλι ένας ασήμαντος. Δεν το καταλαβαίνεις;»
«Δεν είναι ανάγκη να γίνεις ένας ασήμαντος. Μπορείς να
απαιτήσεις ενεργό θέση στην διακυβέρνηση της χώρας. Δεν
υπάρχει μόνο ο θρόνος. Υπάρχουν πολλά σημαντικά πόστα,
από τα οποία θα μπορείς να επηρεάζεις την πολιτική
κατάσταση της Θερίνια».
«Και ποιός θα μου το δώσει αυτό το σημαντικό πόστο; Ο
Νέγουεν; Εκείνος με θέλει όσο πιο μακριά από τα κοινά
γίνεται. Γιατί, έχεις την εντύπωση, με έστειλε στην εκστρατεία;
Χάθηκαν οι ικανοί ναύαρχοι; Γιατί να ρισκάρει και να στείλει
εμένα που ήμουν ανίδεος; Να με ξεφορτωθεί ήθελε. Για να μην
του γκρινιάζω που δεν κάνει τίποτα, ο άχρηστος! Αφού λοιπόν
δε με θέλει μέσα στα πόδια του, γιατί να μην του κάνω και εγώ
την χάρη και να εξαφανιστώ στις θάλασσες;»
«Να εξαφανιστείς για να μην πρέπει να αντιμετωπίσεις
τον αδερφό σου; Πολύ γενναία απόφαση. Μου κάνει εντύπωση
που ο άνθρωπος που ξεκοίλιασε ένα σωρό πειρατές, φοβάται
ένα και μόνο άνθρωπο».
«Δεν είναι ένας άνθρωπος. Είναι ο βασιλιάς της Θερίνια.
Από την στιγμή που θα πατήσω το πόδι μου στη Φέργκα,
μπορεί να με κάνει ότι θέλει, αρκεί να δώσει τη διαταγή. Να
μου το θυμάσαι Ντάργκαν, θα με παραγκωνίσει πολύ
χειρότερα αυτή τη φορά. Γιατί τώρα με τις επιτυχίες μου, θα
φοβάται ακόμα περισσότερο μη του κλέψω τον θρόνο. Θα
φοβάται επειδή θα είμαι ακόμα πιο δημοφιλής. Ενώ εκείνος…
Εκτός αν έχουν γίνει συνταρακτικές αλλαγές στην χώρα μας,
ακόμα κανείς δεν θα τον χωνεύει».
«Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε μάλλον εκείνος θα
πρέπει να φοβάται παρά εσύ» είπε ο Ντάργκαν όλο νόημα. Ο
Αθίριλ γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο με αγανάκτηση.
«Α, μην αρχίσεις να μου λές και σύ να γίνω βασιλιάς και
να διώξω τον Νέγουεν. Αυτές τις γελοίες φαντασιώσεις τις έχω
χορτάσει τόσον καιρό από τον πεθερό μου. Δεν μπορώ να τα
ακούω και από εσένα. Συνεννοημένοι είσαστε;»

207

«Εγώ δεν είπα τίποτα. Εσύ συμπέρανες ότι εγώ σου
πρότεινα κάτι τέτοιο. Εγώ είμαι στρατιωτικός, πιστός στον
βασιλιά και στο έθνος».
«Ναί καλά. Σβήσε αυτό το πονηρό χαμόγελο από το
πρόσωπο σου και ίσως να σε πιστέψω. Ποτέ δεν θα οδηγούσα
την χώρα μου σε τέτοιο αδιέξοδο. Αν επιδιώξω την άνοδο μου
στον θρόνο, θα οδηγήσω την χώρα με μαθηματική ακρίβεια
στον εμφύλιο. Τότε όλα όσα καταφέραμε εδώ θα χαθούν. Αν
είμαστε απασχολημένοι να τρωγόμαστε μεταξύ μας, ξέρεις
πόσο γρήγορα θα ξαναγεμίσουν οι θάλασσες από πειρατές;
Και δεν είναι μόνο οι πειρατές οι οποίοι θα χαίρονταν από μια
αποδυναμωμένη Θερίνια. Πολλοί μας φθονούν και θέλουν να
μας καταστρέψουν».
«Και βέβαια δεν θα ήθελα να δώ την χώρα μας να χάνει
την δύναμη της. Δεν σου ζητάω να προκαλέσεις κακό στη
Θερίνια. Απλά όταν θα γυρίσεις στην πατρίδα δεν θα είσαι ο
ίδιος άνθρωπος. Ξέχνα τη δόξα και την υστεροφημία. Πάνω απ’
όλα έχεις αλλάξει εδώ» είπε ο Ντάργκαν χτυπώντας με το χέρι
του το στήθος του στο σημείο της καρδιάς. «Είσαι άντρας τώρα
πια. Γενναίος και ηγετικός. Έμαθες να παίρνεις πρωτοβουλίες
μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, για θέματα που αφορούσαν
την ζωή χιλιάδων αντρών. Και τα κατάφερες μέσα από
καταστάσεις που πολλοί θα είχαν λυγίσει και θα είχαν
αποτύχει. Δεν οφείλονται όλα αυτά μόνο στις συμβουλές μου
Αθίριλ. Σίγουρα η καθοδήγηση είναι σημαντική, εσύ όμως
έγινες αρχηγός, με όλη τη σημασία της λέξεως, σε πολύ μικρό
χρονικό διάστημα. Το έχεις μέσα σου λοιπόν. Όπως ο πατέρας
σου και ο παππούς σου, είσαι άξιος να οδηγείς. Δεν το ήθελε η
μοίρα να γίνεις βασιλιάς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν
μπορείς να απαιτήσεις κάποια άλλη θέση στην κυβέρνηση. Το
δικαιούσαι και τώρα πια έχεις μάθει να παίρνεις έστω και με
την βία αυτό που σου ανήκει, όπως ακριβώς πήρες πίσω και
αυτά τα νησιά. Ποτέ στη ζωή σου δεν θα είσαι ένα τίποτα. Δεν
μπορείς πλέον να είσαι ένα τίποτα. Έχεις μεταμορφωθεί σε
κάτι σπουδαίο και αυτό δεν μπορεί να χαθεί από τη μια μέρα
στην άλλη».

208

Ο Αθίριλ είχε μείνει άφωνος από το πάθος με το οποίο ο
Ντάργκαν ουσιαστικά, έπλεκε το εγκώμιο του. Προσπαθούσε
να χωνέψει αυτά που άκουγε, αλλά δυσκολευόταν να τα
πιστέψει. Βαθιά μέσα του σκεφτόταν ότι ο Ντάργκαν ίσως και
να τον κορόιδευε. Μπορεί να του έλεγε αυτά τα απίθανα
πράγματα, μόνο και μόνο για να τον πείσει να γυρίσουν πίσω
και να τελειώνουν με αυτήν την εκστρατεία, που όπως
φαινόταν, μονάχα τον ίδιο κράταγε ευτυχισμένο. Όλοι οι άλλοι
δεν έβλεπαν την ώρα να γυρίσουν στα σπίτια τους. Κάτι που θα
έπρεπε να θέλει και ο ίδιος. Δεν το ήθελε όμως με τίποτα. Τι
του συνέβαινε; Μήπως η θάλασσα τον είχε πειράξει; Πώς είναι
δυνατόν να μην θέλει να γυρίσει στην πολυαγαπημένη του
πατρίδα; Και όμως. Καθώς έφερνε στο μυαλό του την στιγμή
που θα αντίκριζε και πάλι τον αδερφό του, ένα τρέμουλο τον
διαπερνούσε. Ένα τρέμουλο διχασμένο ανάμεσα στην οργή και
στην αμφιβολία. Ήταν σίγουρος ότι ο αδερφός του θα τον
φθονούσε για τις επιτυχίες του και θα προτιμούσε να τον
χλευάσει. Ο Αθίριλ δεν ήξερε αν είχε πια την υπομονή να τον
ανεχτεί. Αν έχανε την υπομονή του και συγκρούονταν τα δύο
αδέρφια, ποιός ξέρει μέχρι που μπορούσαν να φτάσουν τα
πράγματα;
«Πιστεύεις ότι οι άντρες θα αρνηθούν να με
ακολουθήσουν ακόμα πιο μακριά;»
«Δεν νομίζω να αρνηθούν γιατί σε σέβονται και σε
αγαπούν. Δεν θές όμως να εκμεταλλευτείς την πίστη τους σε
εσένα και να δείς μέχρι που μπορεί να φτάσει. Πίστεψε με, κάτι
τέτοιο θα το μετανιώσεις αν το επιχειρήσεις. Άσε που τους
υποσχέθηκες ότι σύντομα θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Αν
φανείς ψεύτης στην πρώτη σημαντική υπόσχεση που τους
έδωσες, θα αρχίσουν να σε παρομοιάζουν επικίνδυνα με τον
αδερφό σου. Πάντα να κρατάς τους άντρες ικανοποιημένους.
Δώσε διαταγή για επιστροφή στην πατρίδα».
«Δεν σκοπεύω να καθυστερήσω πολύ την επιστροφή μας.
Θέλω απλά να μείνω λίγο ακόμα με την «Αέρινη» στα ανοιχτά.
Εδώ που μόνο καλές αναμνήσεις έχω. Να εξερευνήσω τις
περιοχές πέρα από την Θερίνια».

209

«Την αντίδραση των άλλων βασιλείων όταν θα μπείς στα
χωρικά τους ύδατα δεν την σκέφτεσαι;»
«Δεν θα προκαλέσω κανέναν. Θα πλέω με ειρηνικές
διαθέσεις σε μια εξερευνητική αποστολή. Γιατί να μας
επιτεθούν; Σε τι θα τους έχουμε ενοχλήσει;»
«Έλα Αθίριλ μην κάνεις πώς δεν καταλαβαίνεις. Τόσο
αφελής δεν είσαι. Δεν μπορείς να μπείς στην περιοχή μιας
άλλης χώρας με εφτακόσια πολεμικά πλοία, δίχως να
προκαλέσεις διπλωματικό επεισόδιο. Σύνελθε». Ο αυστηρός
τόνος του Ντάργκαν κατάφερε να βγάλει κάπως τον Αθίριλ
από τις ονειροπολήσεις του. Άρχισε σιγά σιγά να διαπιστώνει
ότι δεν υπήρχε καμία λύση, πέρα από την επιστροφή στην
Φέργκα. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν λοιπόν να το
πάρει απόφαση και να σκέφτεται πώς θα αντιμετώπιζε τον
αδερφό του χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, αλλά και χωρίς
να υποχωρήσει στα αιτήματα του για τον ίδιο και τους άντρες
του στόλου. Ο Ντάργκαν είδε, ότι τα σκληρά του λόγια
συνέτριψαν άκαρδα τα όνειρα του Αθίριλ. Τον λυπήθηκε
πραγματικά, γιατί ακόμα και μετά από αυτήν την εκστρατεία
έκρυβε ένα παιδί μέσα του. Αυτή η πιο ευαίσθητη πτυχή του
εαυτού του, τον έκανε να στενοχωριέται πιο εύκολα και να
παίρνει κάποια γεγονότα πιο κατάκαρδα απ’ ότι θα έπρεπε.
Προσπάθησε λοιπόν να ρίξει το σκληρό προσωπείο του
δασκάλου και να παρηγορήσει τον νεαρό.
«Στην «Αέρινη» θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτος. Μην
στενοχωριέσαι λοιπόν. Όποτε θές θα μπορείς να έρχεσαι να
την βλέπεις και αν θές θα μπορείς να με ακολουθείς και στα
ταξίδια μου. Δεν θα χαθούν όλα μόλις γυρίσουμε πίσω στη
Φέργκα». Ο Αθίριλ κουνούσε το κεφάλι δείχνοντας ότι
συμφωνούσε, στην πραγματικότητα όμως δεν πίστευε ότι τα
πράγματα θα ήταν τα ίδια. Όλα θα άλλαζαν άρδην μόλις
γύριζε πίσω. Και οι φόβοι που μόλις είχε εκφράσει στον γέρο
καπετάνιο, θα επιβεβαιώνονταν. Ο στόλος έμεινε για μερικές
μέρες ακόμα στο νησί Βίντελεν. Οι Θερίνιοι αγωνιστές το
διασκέδαζαν πραγματικά, αφού τους φέρονταν σαν ήρωες, που
ήταν άλλωστε. Όλοι οι κάτοικοι τους έδειχναν συνεχώς την

210

ευγνωμοσύνη τους, με πρώτες και καλύτερες τις νεαρές
κοπέλες της περιοχής. Ο Αθίριλ βλέποντας τους να
καλοπερνάνε, καθυστερούσε την επιστροφή και απέφευγε
κάθε συζήτηση για το θέμα. Ήξερε όμως, ότι ο μικρός
παράδεισος του Βίντελεν, δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει
για πάντα τα σπίτια των ναυτών. Όπως το περίμενε λοιπόν ότι
θα γινόταν, όταν οι Θερίνιοι ξεμέθυσαν από τους γλυκούς
χυμούς της διασκέδασης και της ανεμελιάς, άρχισαν να
γκρινιάζουν και να απαιτούν να ξεκινήσουν το ταξίδι του
γυρισμού. Ο Αθίριλ με βαριά καρδιά αλλά και με αίσθηση
καθήκοντος, έδωσε την διαταγή να αποπλεύσουν. Προτιμούσε
να υποστεί τον αδερφό του, παρά να κατηγορηθεί ως ψεύτης.
Έτσι λοιπόν ο νικηφόρος στόλος της Θερίνια, ξανοιγόταν
για μια ακόμα φορά στις θάλασσες, με αντίθετη όμως
κατεύθυνση. Σε ένα ερημικό νησί που είχε πάρει ζωή τον
τελευταίο καιρό, ένας άλλος στόλος ακόμα μεγαλύτερος,
προετοιμαζόταν για την δικιά του εκστρατεία. Η πανίσχυρη
αρμάδα των Σεντουίνων ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, με σκοπό
την καταστροφή του Θερινιακού στόλου. Μια καταστροφή που
θα απέφερε ανυπολόγιστα οφέλη για το εμπόριο και τη
εξουσία των Σεντουίνων στην θάλασσα. Ο Ίμαθαλ, ο
ακρογωνιαίος λίθος της όλης επιχείρησης, στεκόταν στην
κορυφή του λόφου όπου βρισκόταν το σπίτι του και θαύμαζε τα
χίλια πλοία, που τόσο απλόχερα του είχε προσφέρει ο
Σεντουίνος βασιλιάς. Μέσα από την ανοιχτή πόρτα του μικρού
οικήματος, μπορούσε να δεί τα σεντούκια με το σεντουίνικο
χρυσάφι. Στην όψη τους, δεν μπορούσε να συγκρατήσει το
χαμόγελο που ερχόταν αυθόρμητα στο πρόσωπο του. Είχε
περάσει πολλές ώρες τις τελευταίες νύχτες, παίρνοντας στα
χέρια του τα χρυσά νομίσματα και αφήνοντας τα να πέφτουν
μέσα από τα δάχτυλα του. Ονειρευόταν μέρα και νύχτα τι θα
κάνει με τόσα λεφτά. Είχε τόσες επιθυμίες χρόνων να
πραγματοποιήσει. Και τώρα πια είχε τα χρήματα για να τα
καταφέρει. Αν έβγαινε ζωντανός από την εκστρατεία,
υπενθύμιζε στον εαυτό του.

211

Οι προετοιμασίες συνεχίζονταν με πυρετώδεις ρυθμούς.
Στον Ίμαθαλ είχε δοθεί η επιλογή να επιλέξει εκείνος το
πλήρωμα της «Απείθαρχης». Μπορούσε αν ήθελε να κρατήσει
του πειρατές που είχε ήδη ή να τους αντικαταστήσει με τους
ικανούς Σεντουίνους ναυτικούς. Έτσι ο Ίμαθαλ, ανάλογα με τις
επιδόσεις του καθενός, έκρινε ποιοί θα έπρεπε να μείνουν. Οι
μισοί σχεδόν διατηρήθηκαν στο πλήρωμα του καραβιού του
Ίμαθαλ.
Οι
υπόλοιποι
που
κρίθηκαν
ανεπαρκείς,
αντικαταστάθηκαν από Σεντουίνους. Οι καινούργιες τους
θέσεις ήταν στον πάτο της θάλασσας, με μοναδικό εφόδιο ένα
μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη. Δεν έπρεπε άλλωστε να
διαρρεύσει πρός τα έξω η μασκαράτα που ετοίμαζαν οι
Σεντουίνοι και ο καιροσκόπος πειρατής. Άλλο που δεν έλεγε ο
απεσταλμένος του βασιλιά στον Ίμαθαλ. Με άκρα
μυστικότητα έπρεπε να διεξαχθεί η επιχείρηση καταστροφής
του Αθίριλ και του στόλου του. Οι Σεντουίνοι δεν έπρεπε να
αποκαλυφθούν ως φορείς της επίθεσης σε καμία περίπτωση.
Θα διατυμπάνιζαν παντού ότι ήταν αιμοβόροι πειρατές,
διψασμένοι για θερινιακό αίμα. Ο Ίμαθαλ δεν ήταν σίγουρος
ότι θα πετύχαινε στην αποστολή που του είχαν αναθέσει.
Ακόμα όμως και αν δεν τα κατάφερνε, θα έπαιρνε το χρυσάφι
και θα εξαφανιζόταν. Άσε τους Σεντουίνους μετά να
ψάχνονται. Αν όμως νικούσε τον Αθίριλ, τότε θα πετύχαινε με
ένα σμπάρο δυό τρυγόνια. Ακόμα τον είχε άχτι για όλη αυτή
την ανακατωσούρα που είχε φέρει στις θάλασσες.
Διέκοψε τους συλλογισμούς του και γύρισε να κοιτάξει
πίσω του, απ’ όπου και είχε ακούσει βήματα. Ήταν ο
Σεντουίνος απεσταλμένος μαζί με έναν ένστολο. Ο ξένος
άντρας ήταν γεροδεμένος, ψηλός και σμιχτοφρύδης. Έδινε την
εντύπωση ανθρώπου που ήταν όλη την ώρα ενοχλημένος με
κάτι. Ο Ίμαθαλ συμπέρανε ότι ήταν υψηλόβαθμος
αξιωματικός. Ο απεσταλμένος του το επιβεβαίωσε.
«Ίμαθαλ θέλω να σου γνωρίσω τον ναύαρχο Σολοστάου.
Είναι ένας από τους εθνικούς μας ήρωες. Έχει καταφέρει
μεγάλες επιτυχίες εναντίον των εχθρών μας στην θάλασσα και
όσοι τον έχουν αντιμετωπίσει στο παρελθόν τον τρέμουν». Ο

212

Ίμαθαλ ήδη είχε αρχίσει να βαριέται. «Θα σε ακολουθήσει στην
«Απείθαρχη» όπου και θα επιβλέπει τις κινήσεις σου».
«Τι!; Αυτό μας έλειπε τώρα. Δεν είχαμε συμφωνήσει κάτι
τέτοιο. Είχαμε πεί ότι εγώ θα επιλέξω ποιός θα είναι πάνω στο
καράβι μου. Ήταν ένας από τους βασικούς όρους της
συμφωνίας μας».
«Αυτό ίσχυε για το πλήρωμα σου. Για τους άντρες που θα
έχεις υπό τις διαταγές σου. Ο ναύαρχος Σολοστάου θα είναι
αυτόνομος. Δεν θα μπλέκεται στα πόδια σου και ούτε εσύ στα
δικά του. Θα επέμβει μονάχα αν παρεκκλίνεις από το σχέδιο
μας. Δεν είσαι και ιδιαίτερα αξιόπιστος ξέρεις. Ο βασιλιάς μου
ανησυχεί, ότι ίσως μπείς στον πειρασμό να εγκαταλείψεις τα
υπόλοιπα πλοία και να εξαφανιστείς, όπως έκανες ήδη μια
φορά. Κάτι τέτοιο δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε.
Χρειαζόμαστε έναν αυθεντικό πειρατή να μας καθοδηγεί, ώστε
να πετύχει η μικρή μας απάτη». Ο Ίμαθαλ έτριζε τα δόντια του
από οργή. Αυτή η καινούργια εξέλιξη κατέστρεφε τελείως το
εναλλακτικό του σχέδιο. Ποτέ του δεν είχε ριχτεί σε μάχη χωρίς
να έχει πρώτα διασφαλίσει τρόπους διαφυγής, αν τα πράγματα
δεν πήγαιναν κατ’ ευχή. Ξαφνικά όμως με αυτόν τον
παλαιολιθικό ναυτικό πάνω από το κεφάλι του, περιορίζονταν
οι κινήσεις του σημαντικά. Προσπάθησε να φανεί πιο
διαλλακτικός.
«Άκουσε να δείς. Φυσικά και θα ήταν τιμή μου να με
συνοδεύει ένας ένδοξος άντρας όπως ο κύριος, αλλά έχω δεί
στο παρελθόν καράβια να χάνονται επειδή το πλήρωμα
παίρνει διαταγές από δύο άντρες. Δύο ηγετικές φυσιογνωμίες
που διαφωνούν, μόνο τον αποσυντονισμό του συνόλου
μπορούν να προκαλέσουν. Στο λέω επειδή ενδιαφέρομαι για το
καλό της εκστρατείας».
«Άσε τις γαλιφιές σου κατά μέρος και άκουσε με καλά.
Ξέρω που ακριβώς την έχεις γραμμένη την εκστρατεία και δεν
πρόκειται να με πείσεις για το πραγματικό σου ενδιαφέρον.
Όσο για την ανησυχία για το ποιόν θα υπακούει το πλήρωμα,
σου εξήγησα ήδη. Ο Σολοστάου θα επέμβει μονάχα αν δεν
τηρήσεις τα προσυμφωνηθέντα. Αλλιώς δεν έχεις τίποτα να

213

φοβάσαι». Ο εξοργισμένος πειρατής ήδη μετάνιωνε την ώρα
και την στιγμή που είχε διώξει το μισό του πλήρωμα. Μπορεί
να ήταν άχρηστοι, αλλά υπάκουαν αυτόν και μόνο. Όλοι αυτοί
οι Σεντουίνοι που είχε μαζέψει, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι
θα εκτελούσαν χωρίς δισταγμό τις διαταγές του Σολοστάου.
Ήταν άλλωστε και «εθνικός ήρωας». Η καλή διάθεση που είχε
εκείνο το πρωινό, είχε χαθεί χωρίς ίχνος. Χρειαζόταν μερικές
στιγμές μόνος με το χρυσάφι του για να συνέλθει.
«Όπως θέλεις. Θα τον πάρω μαζί μου λοιπόν. Και ας
ελπίσουμε ότι δεν θα τα κάνουμε κουλουβάχατα». Μπήκε στο
σπίτι του και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Ο απεσταλμένος
χαμογέλασε και μετά κατευθύνθηκε στα προσωρινά
καταλύματα που είχαν στήσει στο νησάκι οι Σεντουίνοι. Ο
στόλος ξεκίνησε μερικές μέρες αργότερα από το συμβάν. Οι
κατάσκοποι έλεγαν ότι ο Αθίριλ επιτέλους είχε ξεκινήσει για
την πατρίδα του. Οι Σεντουίνοι δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν
τους Θερίνιους στον ανοιχτό ωκεανό. Έτσι απλά θα
κατέστρεφαν τα καράβια τους. Το σχέδιο τους ήταν πιο
φιλόδοξο. Ήθελαν η μάχη να γίνει στην Φέργκα, ώστε μετά
την καταστροφή της πλωτής στρατιωτικής μηχανής, να
προχωρούσαν και στην καταστροφή του λιμανιού. Αν
εξαφανιζόταν η παραλιακή πόλη από τον χάρτη, τότε τα
όνειρα των Θερίνιων για κυριαρχία στα πελάγη, θα βυθίζονταν
μαζί με τα πλοία τους. Ο Ίμαθαλ από τις πρώτες ώρες της
συνύπαρξης του με τον Σολοστάου, προσπάθησε να τον
ψυχολογήσει και αν το έκρινε δυνατόν να τον φέρει στα νερά
του. Ο ναύαρχος όμως ήταν ένα αδιαπέραστο τείχος ηθικής.
Πιστός στην πατρίδα και τον βασιλιά, δεν υπήρχε περίπτωση
να προδώσει ποτέ τα ιδανικά του. Αφού λοιπόν ο Ίμαθαλ δεν
μπορούσε να τον προσεταιριστεί, θα έπρεπε να τον βγάλει από
την μέση. Όταν θα ερχόταν η ώρα της μεγάλης μάχης, μέσα
στην αναμπουμπούλα, εύκολα θα μπορούσε να τον καρφώσει
στην πλάτη μουλωχτά και μετά να ρίξει τον φόνο στους
Θερίνιους.
Σε γενικές γραμμές δεν τον ενοχλούσε. Όντως έκανε ότι
του είχαν υποσχεθεί οι Σεντουίνοι. Καθόταν σε μια μεριά

214

παρατηρώντας τις κινήσεις γύρω του, είτε αυτές γίνονταν από
τους ναύτες ή τον ίδιο τον Ίμαθαλ. Δεν είχε κάνει ούτε καν ένα
σχόλιο για τις διαταγές του Ίμαθαλ και την διακυβέρνηση του
πλοίου. Γενικώς δεν αναμειγνυόταν σε τίποτα. Εφόσον το
σχέδιο προχωρούσε όπως έπρεπε, έμενε ικανοποιημένος.
Παρόλα αυτά ο πειρατής ένιωθε ανησυχία και ενόχληση και
μόνο στην ιδέα ότι ο Σολοστάου βρισκόταν εκεί και τον ήλεγχε
συνεχώς. Αισθανόταν συχνά την ανάγκη να κοιτάζει πάνω
από τον ώμο του, σαν καταδιωγμένος. Ήταν κάτι το οποίο το
σιχαινόταν. Δεν ανεχόταν να μην είναι απόλυτος άρχοντας στο
δικό του καράβι. Ο καπετάνιος δεν πρέπει να λογοδοτεί σε
κανέναν, πέρα από τους θεούς και την θάλασσα. Δεν ήξερε αν
θα είχε την υπομονή να περιμένει μέχρι την ναυμαχία, ώστε να
ξεπαστρέψει εκείνον τον ενοχλητικό τυπολάτρη. Αν όμως
βιαζόταν και έκανε τον φόνο πιο πρίν, τότε δεν θα μπορούσε
να το δικαιολογήσει. Τα βλέμματα θα στρέφονταν σε αυτόν.
Και υπήρχαν χίλια πλοία γύρω του, που ήταν έτοιμα να τον
καταπιούν ολόκληρο αν η προδοσία του μαθευόταν, πέρα από
τους Σεντουίνους ναύτες που έτρεφε πάνω στον κόρφο του.
Ήταν λοιπόν πραγματικά περικυκλωμένος. Δεν
μπορούσε να κάνει τίποτα πρίν την ναυμαχία. Αναγκαστικά
θα έκανε υπομονή και θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή.
Άλλωστε τώρα δεν ήταν απλά ένας καπετάνιος. Ήταν ηγέτης
στόλου. Έπρεπε να σχεδιάζει την κάθε κίνηση του προσεκτικά
και να κρίνει ποιά θα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να δράσει.
Με συνθήκες όσο το δυνατό ευνοϊκότερες και με το μικρότερο
δυνατό ποσοστό ρίσκου. Ήταν ένας ρόλος που του ταίριαζε
δηλαδή, αφού είχε εξασκηθεί σε αυτόν για το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής του. Το ίδιο θα έκανε λοιπόν και τώρα για να
μην υποπέσει σε δραματικά λάθη, που θα έβλαπταν βασικά
τον ίδιο. Λάθη μοιραία, αν αναλογιζόταν κανείς με ποιούς είχε
να κάνει. Οι Σεντουίνοι κατά βάθος του άρεσαν σαν λαός. Δεν
είχε γνωρίσει ποτέ άλλους από κοντά. Αυτή η πρώτη επαφή
που είχε μαζί τους όμως, του είχε κάνει καλή εντύπωση. Ακόμα
και αν οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να του έκοβαν το λαρύγγι.
Ήταν άπληστοι όπως εκείνος, αλλά μεθοδικοί και

215

υπομονετικοί. Επιθυμούσαν τον στόχο τους παθιασμένα, αλλά
ήξεραν να περιμένουν. Ήταν πραγματικά παμπόνηροι. Και
πλήρωναν καλά. Ειδικά αυτό το τελευταίο, τους έκανε
ιδιαίτερα αγαπητούς στην καρδιά του φιλάργυρου πειρατή.
Δεν έφτανε όμως ο θαυμασμός του για να τον εμποδίσει
να δεί το συμφέρον του. Αν έχαναν τη ναυμαχία στη Φέργκα,
θα έφευγε πρίν καν καλά καλά συνειδητοποιήσουν οι Θερίνιοι
τη νίκη τους. Τινάχτηκε καθώς ένα χέρι τον σκούντηξε στον
ώμο, πιάνοντας τον τελείως απροετοίμαστο. Ήταν ο
Σολοστάου. Ο Ίμαθαλ συγκράτησε ένα σχόλιο για την μητέρα
του Σεντουίνου ναύαρχου και φόρεσε το διπλωματικό του
χαμόγελο.
«Ναύαρχε μου, πώς μπορώ να σας βοηθήσω.
Παρατηρήσατε κάποια παρατυπία από πλευράς πληρώματος;»
«Το πλήρωμα κάνει τη δουλειά του στην εντέλεια. Το
κομμάτι τουλάχιστον που ανήκει στον βασιλικό στόλο». Ο
πειρατής κατάπιε την σπόντα για τους άντρες του και πλάτυνε
ακόμα πιο πολύ το χαμόγελο του.
«Ο λόγος που θέλω να σου μιλήσω είναι για να προτείνω
μια αποστολή κατασκοπίας. Μπορεί να ξέρουμε χονδρικά την
δύναμη των Θερίνιων, αλλά ότι ξέρουμε το ξέρουμε μονάχα
από παρατήρηση, που έχει γίνει από μεγάλη απόσταση.
Τέτοιου είδους κατασκοπία είναι ανεπαρκής και μπορεί να
οδηγήσει σε σφάλματα, που ίσως αργότερα αποδειχτούν
καθοριστικά για την έκβαση της μάχης. Θέλω λοιπόν να
συσταθεί μια ομάδα, η οποία θα εισχωρήσει μυστικά στον
θερινιακό στόλο και θα μπορέσει να μας δώσει χρήσιμες
λεπτομέρειες για το δυναμικό των αντιπάλων, είτε έμψυχο είτε
υλικό».
«Ναί αλλά κάτι τέτοιο μπορεί να μας ξεσκεπάσει τελείως
και να χρειαστεί να αναβάλλουμε την εκστρατεία» είπε ο
Ίμαθαλ που δεν είχε καμία όρεξη για ανούσια ρίσκα.
«Αυτό αποκλείεται να συμβεί. Η ομάδα θα αποτελείται
μονάχα από Σεντουίνους, φυσικά. Είναι πολύ απίθανο να
συλληφθούν λόγω των ικανοτήτων τους. Ακόμα όμως και σε
αυτήν την ατυχή περίπτωση, θα δώσουν τέλος στην ζωή τους,

216

πρίν μπορέσει κάποιος να τους ανακρίνει». Ο πειρατής μπήκε
στον πειρασμό να ειρωνευτεί την τόσο μεγάλη αφοσίωση των
στρατιωτών στο βασίλειο. Αλλά για άλλη μια φορά
συγκρατήθηκε. Προσπαθούσε να σκεφτεί αν θα είχε κάποιο
κέρδος από αυτήν την αποστολή ή αν του ήταν παντελώς
αδιάφορη. Έτσι και αλλιώς αν κάτι πήγαινε στραβά,
σεντουίνικο αίμα θα χυνόταν. Ασήμαντη απώλεια για τον ίδιο.
«Φυσικά αυτοί οι άντρες θα χρειαστούν κάποιον αρχηγό
που θα τους οδηγήσει. Αν λοιπόν δεν έχεις αντίρρηση,
προσφέρομαι εγώ για αυτή τη θέση». Ο Ίμαθαλ μόνο που δεν
πήδηξε από χαρά. Γέρος άνθρωπος και να τρέχει σε μια τόσο
επικίνδυνη αποστολή; Πολλά θα μπορούσαν να συμβούν στον
γερασμένο Σολοστάου. Και το καλύτερο απ’ όλα ήταν, ότι θα
ήταν ειλικρινής όταν θα έλεγε στους Σεντουίνους, ότι δεν είχε
καμία σχέση με τον θάνατο του ναυάρχου και ότι η αποστολή
κατασκοπίας ήταν καθαρά δική του απόφαση και ευθύνη.
Όμως τη χαρά του για τις ευχάριστες πιθανότητες που
διαγράφονταν στο μυαλό του, επισκίασε μια υποψία, την οποία
και εξέφρασε αμέσως.
«Δεν έχω καμία αντίρρηση για την αποστολή. Όμως η
δουλειά σας δεν είναι να παρακολουθείτε τις κινήσεις μου; Όσο
λείπετε δεν θα φοβάστε για το τι μπορεί να κάνω;»
«Πίστεψε με. Ότι και αν επιχειρήσεις θα αποτύχεις. Και
στην τιμωρία μου θα είμαι αμείλικτος». Στα τελευταία του
λόγια ο Σολοστάου κοίταξε με νόημα τα καράβια που έπλεαν
περήφανα δίπλα στην «Απείθαρχη», ίσως λίγο πιο κοντά απ’
ότι πρότειναν οι κανόνες ναυσιπλοΐας. Και μάλλον δεν ήταν
σύμπτωση. Ο πειρατής το έπιασε το μήνυμα, αλλά δεν θα έδινε
σε αυτό το απολίθωμα την ικανοποίηση να δεί την
δυσαρέσκεια του. Χαμογέλασε λοιπόν και πάλι, σαν μια
άβουλη μαριονέτα, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που
τα πράγματα θα άλλαζαν υπέρ του. Και τότε…
Ο Αθίριλ ονειρευόταν ταξίδια σε θάλασσες μακρινές,
άγνωστους τόπους που έκρυβαν άλυτα μυστήρια, πλάσματα
που o κόσμος δεν είχε ξαναδεί, που ζούσαν για αιώνες κρυφά
από την ανθρώπινη ματιά, ανακαλύψεις που θα αναστάτωναν

217

τα λιμνάζοντα νερά της θερινιακής κοινωνίας. Όταν όμως το
έντονο χτύπημα της πόρτας της καμπίνας του τον ξύπνησε,
θυμήθηκε ότι όλα αυτά θα έμεναν απλά όνειρα. Ότι
γυρνούσαν στη Φέργκα, όπου τίποτα καινούργιο δεν τον
περίμενε. Έτσι πίστευε εκείνος τουλάχιστον. Σηκώθηκε
αλαφιασμένος. Ποτέ δεν τον ξυπνούσαν χωρίς σημαντικό
λόγο. Έτρεξε στην πόρτα όπου τον περίμενε ο Κίντεν.
«Μάλλον πρέπει να έρθετε πάνω. Κάποιο καράβι του
στόλου έχει πιάσει φωτιά». Ο Αθίριλ ένιωσε το αίμα να του
ανεβαίνει στο κεφάλι.
«Μα ποιός…;» ρώτησε τον επίσης απορημένο Κίντεν. Ο
ναύτης δεν είχε απάντηση. Έτρεξαν στο κατάστρωμα όπου
τους περίμενε ο Ντάργκαν. Έβλεπε με το κιάλι τις φλόγες και
τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου του ήταν σφιγμένα. Ο
Αθίριλ του το άρπαξε από το χέρι για να δεί και ο ίδιος. Η οργή
μέσα του αυξανόταν όλο και περισσότερο. Ενώ νόμιζε ότι όλα
είχαν τελειώσει και είχε κατατροπώσει τους εχθρούς του, είχε
έρθει τώρα αυτή η πυρκαγιά για να ξυπνήσει άσχημες μνήμες.
Ξύπναγε όμως μέσα του και μια μικρή ελπίδα. Μια ελπίδα που
τον γέμιζε ένοχες και δεν ήθελε να παραδεχτεί. Ίσως η
εκστρατεία λοιπόν να μην είχε τελειώσει ακόμα. Διέταξε
αμέσως να ριχτεί μια βάρκα στο νερό και πήδηξε μέσα μαζί με
τον Κίντεν και μερικούς άντρες. Τον Ντάργκαν τον άφησε
επικεφαλής της «Αέρινης». Φτάνοντας κοντά στο φλεγόμενο
πλοίο παρατηρούσε κινητικότητα, αλλά η φωτιά δεν είχε πάρει
ιδιαίτερη έκταση. Οι φόβοι του καθησυχάστηκαν κάπως.
Ανέβηκε πάνω και πήγε να βρεί τον καπετάνιο.
«Τι συνέβη εδώ; Ήταν ατύχημα;»
«Φοβάμαι πώς όχι» είπε ο καπετάνιος. «Κάποιος ή
κάποιοι είχαν ανέβει στο καράβι. Ένας από τους σκοπούς
πρέπει να τους αντιλήφθηκε και μας κάλεσε σε συναγερμό.
Άναψαν τη φωτιά για να κρυφτούν στον καπνό και να
μπορέσουν να διαφύγουν. Μου φαίνεται δεν είχαν καν βάρκα
μαζί τους. Από τα λίγα που κατάφερα να δώ μέσα από τον
καπνό, έφευγαν κολυμπώντας». Ο Αθίριλ έσφιξε τα δόντια του
για να συγκρατήσει τη μανία του. Γύρισε χωρίς να το έχει

218

καλοσκεφτεί στον καπετάνιο και είπε: «Ξεκίνα να τους
προλάβουμε τώρα. Κάπου εδώ κοντά θα είναι και το πλοίο
τους».
«Μα ακόμα δεν έχουμε σβήσει καλά-καλά τη φωτιά».
«Δε με νοιάζει. Διέταξε τους κωπηλάτες να ξεκινήσουν
τώρα!» Ο καπετάνιος δεν θέλησε να δοκιμάσει την οργή του
πρίγκιπα. Είχε δεί και αυτός και οι συνάδερφοι του από τα
άλλα πλοία και άλλες φορές τον αρχηγό τους σε αυτήν την
έξαλλη κατάσταση και είχαν μάθει ότι ούτε ο Ντάργκαν δεν
μπορούσε να τον ηρεμήσει τότε. Έδωσε λοιπόν με βαριά καρδιά
τη διαταγή, βλέποντας ταυτόχρονα ένα μέρος του κεντρικού
καταρτιού να γλείφεται από τις φλόγες. Η εικόνα θα μπορούσε
να έχει βγεί από κάποιο τρομακτικό παραμύθι, που λένε στα
παιδιά όταν δεν τρώνε το φαΐ τους. Σαν πλοίο φάντασμα,
ολόφωτο μέσα στη νύχτα από τις φλόγες, ξεμάκρυνε από τον
υπόλοιπο στόλο σα να αναζητούσε ψυχές για να πάρει μαζί του
στον άλλο κόσμο. Κατά κάποιο τρόπο αυτή ήταν αλήθεια. Αν ο
ξανθός άντρας που καθόταν στην πλώρη έβρισκε αυτό που με
τόση λύσσα αναζητούσε, κάποιες ψυχές θα άφηναν εκείνον τον
κόσμο. Την ίδια ώρα, οι Θερίνιοι ναύτες προσπαθούσαν να
σβήσουν τη φωτιά που κατέτρωγε το σκάφος τους και που αν
εξαπλωνόταν θα τους οδηγούσε όλους στο θάνατο. Ο
καπετάνιος ακόμα δε μπορούσε να πιστέψει τι έκανε. Αλλά δεν
είχε άλλη επιλογή.
Το φλεγόμενο πλοίο στην μανιασμένη πορεία του
συνάντησε μια βάρκα. Οι κωπηλάτες της, είχαν δεί τους
Θερίνιους να πλησιάζουν και κωπηλατούσαν σαν τρελοί, στην
προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τα νύχια του Αθίριλ. Ο
πρίγκιπας με το που τους είδε, θέριεψε ακόμα περισσότερο και
άρχισε να κραυγάζει στους άντρες του να επιταχύνουν. Οι
κωπηλάτες και των δύο πλευρών έφτασαν στα απώτατα όρια
των φυσικών τους αντοχών. Οι μέν για την επιβίωση και οι δέ
για να μην δυσαρεστήσουν τον αρχηγό τους. Βρίσκονταν πλέον
πολύ κοντά στη μικρή βάρκα. Ο Αθίριλ άρχισε να εκτοξεύει
εναντίον των επιβατών της ακόντια και καμάκια. Δύο από τις
βολές του ήταν επιτυχημένες και η μικρή ομάδα έχασε δύο από

219

τους άντρες της. Οι υπόλοιποι όμως συνέχιζαν να παλεύουν
για τη ζωή τους με κάθε δύναμη που τους απέμενε. Ο Αθίριλ
ήταν πολύ κοντά. Ένιωθε ότι αν άπλωνε το χέρι του, μπορούσε
να τους αγγίξει. Ετοιμάστηκε να ρίξει άλλο ένα ακόντιο.
Η κίνηση του όμως διακόπηκε από τις φωνές τρόμου που
ακούστηκαν πίσω του, καθώς και τον τρομακτικό τριγμό που
προκλήθηκε από το κεντρικό κατάρτι, καθώς υποχωρούσε και
έπεφτε με καταστροφική δύναμη στο κατάστρωμα. Οι
περισσότεροι κινήθηκαν εγκαίρως και πήδηξαν στη θάλασσα,
γλιτώνοντας το πλάκωμα από το τεράστιο στέλεχος και την
αποτέφρωση που θα ακολουθούσε, από τις φλόγες που ακόμα
μαίνονταν. Μερικοί όμως δεν ήταν αρκετά γρήγοροι. Ο Αθίριλ
άνηκε στους πρώτους. Βουτηγμένος στα παγωμένα νερά του
ωκεανού, έβλεπε τη μικρή βάρκα να απομακρύνεται
πανηγυρικά. Η οργή του δεν τον άφηνε να νιώσει ούτε το κρύο
του νερού, αλλά ούτε και θλίψη για τους ναύτες που είχαν
μόλις χαθεί. Είχε στυλώσει το βλέμμα του στο χαμένο του
στόχο, δίνοντας μια νοερή υπόσχεση για εκδίκηση.

220

17
Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του Καράνταρ είχαν
διπλασιαστεί. Η ανησυχία για το μέλλον της χώρας του αλλά
και για τον ίδιο, τον είχαν καταβάλλει. Η Τύοναν έβριθε από
τις φήμες για τον βασιλιά και κάποιοι από τους ευγενείς ήταν
έτοιμοι να αντιδράσουν. Λεγόταν ότι ακόμα και οι
παραδοσιακοί εχθροί του Φένερσιφτ, σε παιχνίδια εξουσίας
χρόνων, είχαν φρίξει από τα νέα. Αν ο βασιλιάς σκότωσε τόσο
βάναυσα τόσους ευγενείς στην Πάρνια, τότε σίγουρα θα το
ξανάκανε σε οποιονδήποτε τολμούσε να του αντισταθεί. Αυτό
όμως δεν ήταν πλέον νόμιμη βασιλεία, αλλά καθαρή τυραννία.
Δεν ήταν κράτος βάρβαρο και υπόδουλο στις ορέξεις του
ανώτατου άρχοντα. Ακόμα και αυτός ήταν υπόλογος στους
νόμους. Η αριστοκρατική τάξη είχε τη δύναμη να αποτινάξει
από πάνω της μια τέτοια αδικία. Και ήταν σίγουρο ότι θα
προτιμούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη δύναμη, παρά να
σκύψουν το κεφάλι και να ανεχθούν τους άτιμους αυτούς
φόνους. Ο Καράνταρ αναρωτιόταν αν όλα αυτά σήμαιναν
εμφύλιο πόλεμο. Η σκέψη και μόνο του προκαλούσε ρίγη. Θα
διχαζόταν η πατρίδα του από δικό του λάθος; Επειδή εκείνος
δεν ήταν ικανός να κρατήσει κρυφό ένα τόσο σπουδαίο
μυστικό; Πώς είχε γίνει η υπόθεση αυτή ξαφνικά τόσο
σπουδαία; Πώς είχε ξεφύγει έτσι από τα χέρια του και από τις
δυνατότητες του;
Κοίταξε το τσαλακωμένο χαρτί που βρισκόταν στα χέρια
του. Είχε ξεχάσει πια πόσες φορές είχε διαβάσει εκείνο το
ποίημα. Μπορούσε να το απαγγείλει χωρίς να το διαβάζει αν
χρειαζόταν. Άραγε το χρειαζόταν πια; Φαινομενικά αποδείκνυε
την ενοχή του βασιλιά. Χρειαζόταν όμως αυτή η απόδειξη; Τα
μεγάλα κεφάλια στην Τύοναν είχαν βγάλει την ετυμηγορία
τους και ήταν έτοιμοι να επιβάλλουν και την ποινή. Οπότε τι
σημασία είχε πλέον ένα κομμάτι χαρτί, όταν πανίσχυρες
δυνάμεις κινούνταν πλέον αυτοβούλως μέσα στη χώρα;
Φανταζόταν πώς μόνο τα πράγματα χειρότερα θα μπορούσε
να κάνει η ύπαρξη του. Θα ήταν μια βεβαίωση των

221

φημολογούμενων εγκλημάτων του βασιλιά. Και οι τελευταίες
αμφιβολίες θα πέθαιναν. Και θα γεννιόταν το χάος της
εμφύλιας σύρραξης. Μέσα του ήλπιζε ότι κάποια λύση θα
βρισκόταν. Οι Θερίνιοι είχαν να στραφούν ο ένας κατά του
άλλου κάποιους αιώνες. Δεν μπορεί τόσο ξαφνικά να
ξεχνούσαν τι ένωνε αυτή τη χώρα και την έκανε τόσο μεγάλη.
Αν όμως οι αποφάσεις παίρνονταν από άτομα όπως η Νιίρα,
τότε δεν υπήρχε ελπίδα.
Οι φόβοι του αν και έντονοι εξαφανίστηκαν, προσωρινά
τουλάχιστον από το απότομο σταμάτημα της άμαξας. Είχε
φτάσει και πάλι στην Πάρνια. Κατέβηκε και προσπάθησε να
πάρει το ύφος του σίγουρου και αυστηρού επιθεωρητή. Θα το
χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει την δύστροπη συνεργάτιδα
του. Αν και αυτό που έκαναν μόνο ως συνεργασία δεν
μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μάλλον αντίπαλοι θα έπρεπε να
λέγονται. Πήρε μια βαθιά ανάσα για δύναμη και
κατευθύνθηκε πρός την πόλη. Πήγε στο αστυνομικό τμήμα
αναζητώντας τον Φέντουιν. Ο νεαρός αστυνομικός όμως
έλειπε. Το όργανο που ήταν σε υπηρεσία εκείνη την ώρα, του
διηγήθηκε τα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν κατά την
απουσία του. Μετά την επίθεση του Φιδογητευτή ο Φέντουιν
είχε επισκεφτεί έναν ειδικό σε μια γειτονική πόλη, για να του
ζητήσει την συμβουλή του για ένα στοιχείο που είχε βρεί στο
δωμάτιο του δούκα Τίμπελ. Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν
αυτό το στοιχείο, αλλά γενικά ο Φέντουιν φαινόταν να
υποπτεύεται κάτι και δεν εμπιστευόταν σε κανέναν τίποτα
μετά την τελευταία επίθεση του Φιδογητευτή. Ο Καράνταρ
πλέον είχε συνηθίσει να ακούει κακά νέα και τα δέχτηκε όλα
με ψυχραιμία. Τα χτυπήματα όμως δεν είχαν τελειώσει.
«Η Νιίρα που βρίσκεται;» ρώτησε φοβούμενος την
απάντηση.
«Έφυγε χθές εσπευσμένα. Ένας αγγελιοφόρος έφτασε
και θέλησε να της μιλήσει επειγόντως. Μάλλον αυτά που της
είπε δεν την χαροποίησαν ιδιαίτερα. Αναχώρησε λίγο αργότερα
για την Τύοναν χωρίς να μας αφήσει καθόλου εντολές. Πάντως
οι σκοπιές στην πόλη και στο νοσοκομείο συνεχίζονται

222

κανονικά. Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για τίποτα
επιθεωρητή». Ο Καράνταρ γέλασε με το πόσο έξω έπεφτε σε
αυτήν του την δήλωση ο άντρας που είχε απέναντι του. Η Νιίρα
τα είχε μάθει όλα. Ήταν χαζός που ήλπιζε έστω και για λίγο
ότι δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο. Πήγαινε στην Τύοναν να
ξεσηκώσει τους υπόλοιπους ευγενείς εναντίον του βασιλιά. Η
χώρα θα πνιγόταν στο αίμα. Η απελπισία ξαφνικά ήταν πολύ
μεγάλη για να την αντέξει. Έπεσε όσο πιο αξιοπρεπώς
μπορούσε στην πλησιέστερη καρέκλα και έμεινε ακίνητος,
αδιαφορώντας για τις επίμονες ερωτήσεις του αστυνόμου
σχετικά με το αν ήταν καλά. Δεν είχε κουράγιο να αρθρώσει
ούτε κουβέντα. Έπρεπε επειγόντως να ανασυγκροτηθεί και να
αποφασίσει τι να κάνει. Αν βέβαια μπορούσε πλέον να παίξει
κάποιον σημαντικό ρόλο, στα τρομακτικά παιχνίδια εξουσίας
που θα διαδραματίζονταν προσεχώς.
Η Μολτίνα ανατολική γειτόνισσα της Πάρνια, ήταν μια
πόλη που είχε να προσφέρει μια πληθώρα διασκεδάσεων στον
κουρασμένο ταξιδιώτη. Αμέτρητα πανδοχεία με κρασί από τους
καλύτερους αμπελώνες του βασιλείου, πανέμορφες γυναίκες
που ήταν έτοιμες για τα πάντα και σε λογικές τιμές, ναρκωτικά
από εξωτικές χώρες που δεν βρίσκονταν πουθενά αλλού στην
Θερίνια και ότι άλλο μπορούσε να φανταστεί ο ακούραστος
ανθρώπινος νούς. Ο Φέντουιν όμως δεν θα καταλάβαινε
διαφορά, ακόμα και αν βρισκόταν στην έρημο, χωρίς να
υπάρχει ψυχή γύρω του για χιλιόμετρα. Τόσο αδιάφορα του
ήταν όσα τον περιέβαλλαν. Είχε έρθει και εκείνος όπως και
τόσοι άλλοι για να βρεί κάτι στην Μολτίνα, που δεν μπορούσε
να βρεί στην δικιά του πόλη. Δεν είχε όμως σχέση με τις ηδονές
του σώματος, αλλά με το καθήκον του. Οι υποψίες από το
βράδυ της επίθεσης δεν τον άφηναν σε ησυχία. Κάτι μέσα του
του έλεγε, ότι εκείνο το φιαλίδιο έκρυβε ένα πολύ σημαντικό
μυστικό. Ένα μυστικό που θα βοηθούσε την έρευνα τους και
που θα έριχνε φώς σε πολλές από τις σκοτεινές πτυχές της
υπόθεσης.
Είχε ήδη συμπληρώσει μια μέρα διαμονής στην πόλη,
περιμένοντας τα αποτελέσματα από την έρευνα που θα έκανε

223

ο ειδικός στις τοξικές ουσίες, στον οποίο είχε δώσει το φιαλίδιο
με το άγνωστο υγρό. Του είχε πεί να ξαναπάει την επόμενη
μέρα, γιατί θα χρειαζόταν κάποιες ώρες μέχρι να διαπιστώσει
ποιά ήταν η ουσία με την οποία είχαν να κάνουν. Η μέρα είχε
περάσει και είχε έρθει η ώρα να μάθει την αλήθεια. Περνούσε
ανάμεσα από τους ανθρώπους που κατέκλυζαν καθημερινά
τους δρόμους της πόλης, χωρίς να διστάζει να δείξει την
δυσαρέσκεια του που τον καθυστερούσαν. Έφτασε στο μαγαζί
και άνοιξε απότομα την πόρτα, αδιαφορώντας για τα
βλέμματα μερικών πελατών που τον κοίταξαν με
ανασηκωμένο φρύδι. Συνέχισε την έφοδο του μέχρι το γραφείο
του ιδιοκτήτη του καταστήματος. Χτύπησε μια φορά την πόρτα
και μπήκε πρίν ακούσει κάποιον να του δίνει την άδεια. Ο
τοξικολόγος πετάχτηκε ξαφνιασμένος από την θέση του. Είχε
μπροστά του διάφορα φιαλίδια και ήταν εμφανώς
απορροφημένος από την δουλειά του, όταν ο Φέντουιν
εισέβαλλε. Αφού αναγνώρισε τον πελάτη του, του έδειξε που
μπορούσε να καθίσει χωρίς να συγκρατήσει έναν μορφασμό
για την έλλειψη τρόπων του αστυνομικού.
Ο Φέντουιν αγνοώντας την πρόσκληση για να καθίσει,
μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Τι έμαθες για το υγρό που σου
έφερα. Είναι δηλητήριο; Πρέπει να μου πείς γρήγορα γιατί
σήμερα θέλω να γυρίσω στην Πάρνια».
«Ηρεμήστε αστυνόμε. Η Πάρνια είναι κοντά και δεν
νομίζω να φύγει από την θέση της όσο λείπετε».
«Θα σου έλεγα τώρα καμιά κουβέντα αρά έχε χάρη»
σκέφτηκε ο Φέντουιν, αλλά δεν είπε τίποτα και απλά έκατσε
αδημονώντας. Το να απαντούσε καταλλήλως στην αναίδεια
αυτού του ανθρώπου μονάχα θα παράτεινε την αγωνία του.
«Λοιπόν. Αυτό το υγρό είναι πολύ σπάνιο. Δεν είχα
παρόμοιο δείγμα ώστε να το συγκρίνω, αλλά το δοκίμασα σε
ένα από τα ποντίκια μου. Από τις παρατηρήσεις που έκανα
κατάλαβα μάλλον για ποιό υγρό πρόκειται. Δεν είμαι βέβαια
σίγουρος γιατί όπως προείπα δεν έχω παρόμοιο δείγμα για
σύγκριση. Απ’ όσα έχω ακούσει όμως, μπορώ να πώ ότι τα
συμπτώματα είναι τα ίδια με ενός σπάνιου φαρμάκου, το οποίο

224

δεν μπορεί να παραχθεί στην Θερίνια. Έχει έρθει λοιπόν απ’
έξω».
«Και τι κάνει αυτό το φάρμακο σε όποιον το πάρει; Το
ποντίκι πέθανε;»
«Αντιθέτως, το ποντίκι ζεί. Απλά θα κοιμάται για πολύ
καιρό ακόμα».
«Δηλαδή το υγρό είναι υπνωτικό;»
«Όχι. Είναι κάτι πολύ πιο ισχυρό. Είναι ένα φάρμακο που
καταστέλλει τις λειτουργίες του δέκτη σε σημείο λίγο πιο πάνω
από τον θάνατο. Το υποκείμενο που το καταναλώνει, χάνει
κάθε επαφή με το περιβάλλον και δεν μπορεί να επανέλθει με
κανένα τρόπο, παρά μόνο αφού περάσει η επήρεια του. Όμως
καμία ουσιαστική βλάβη δεν προκαλείται στον οργανισμό και
το υποκείμενο βγαίνει απόλυτα υγιές από την όλη διαδικασία».
Ο
Φέντουιν
άρχισε
να
κάνει
κάποιες
οδυνηρές
συνειδητοποιήσεις. Κάποιος τους είχε ξεγελάσει πάρα πολύ
άσχημα, κάτι που τον έκανε να νιώθει τελείως άχρηστος σαν
αστυνομικός. Οι υποψίες του λοιπόν έβγαιναν αληθινές. Και να
φανταστεί κανείς ότι είχε νιώσει ενοχές που είχε
κακομεταχειριστεί τον Τίμπελ. Μακάρι να τον είχε σαπίσει στο
ξύλο. Ήταν και αυτός λοιπόν μέσα στο κόλπο. Ο Φιδογητευτής
ήταν συνεργάτης του. Μαζί πρέπει να σχεδίασαν το μακελειό,
αν και δεν ήξερε ακόμα τι συμφέρον είχε από αυτούς τους
θανάτους ο δούκας, αλλά θα το μάθαινε σύντομα. Σηκώθηκε
από την καρέκλα του αποφασισμένος.
«Θέλω το φιαλίδιο πίσω. Είναι στοιχείο σε μια υπόθεση.
Ελπίζω ότι δεν το χάλασες όλο στο ποντίκι».
«Όχι βέβαια. Χρειάστηκα μονάχα μερικές σταγόνες.
Ελπίζω να σας βοήθησα αρκετά αστυνόμε».
«Ναί. Αρκετά ώστε να ξέρω πλέον πώς να φερθώ σε
εκείνο το «υποκείμενο» για το οποίο μου έλεγες πρίν». Έφυγε
βιαστικός για την Πάρνια, αφήνοντας τον τοξικολόγο να
προσπαθεί να ερμηνεύσει τα λόγια του. Φυσικά δεν σκότισε και
ιδιαίτερα το μυαλό του. Την αμοιβή του την είχε πάρει και αυτό
ήταν που τον ενδιέφερε. Είχε και άλλους πελάτες να

225

ασχοληθεί, αντί να τον απασχολούν οι υποθέσεις ενός αγενή
αστυνομικού από την Πάρνια.
Όταν άνοιξε τα μάτια του για πρώτη φορά μετά από
βδομάδες, το φώς που έμπαινε από το παράθυρο τον πόνεσε με
την ξαφνική επίθεση του. Ένιωθε το στόμα του ξεραμένο και το
κορμί του αδύναμο. Παρόλο που το φάρμακο περιείχε φυσικές
ενδυναμωτικές ουσίες για να αντέξει τη μακρά νάρκη, η
έλλειψη νερού και τροφής τον είχαν καταστήσει ανήμπορο. Δεν
ανησυχούσε όμως γιατί αν όλα είχαν πάει σύμφωνα με το
σχέδιο, τότε ήταν ανάμεσα σε φίλους που θα τον φρόντιζαν.
Όταν όμως κατάφερε να γυρίσει το κεφάλι του, ώστε να δεί
ποιός ήταν μαζί του στο δωμάτιο, μια βαθιά ανησυχία
πλημμύρισε τον δούκα Τίμπελ. Ο άνθρωπος που κοιμόταν στην
καρέκλα απέναντι του φορούσε αστυνομική στολή. Ήταν
δυνατόν να ήταν ακόμα στην Πάρνια και ξύπνιος; Δεν θα
έπρεπε να ξυπνήσει πρίν το σώμα του μεταφερθεί στην
Τύοναν. Κάποιο μεγάλο λάθος είχε γίνει και αν δεν σκεφτόταν
κάποια έξυπνη ιστορία γρήγορα, τότε εκείνος θα έπρεπε να
υποστεί τις συνέπειες αυτού του λάθους. Άκουσε την καρέκλα
να τρίζει και είδε τον φρουρό να στέκεται από πάνω του. Μετά
εξαφανίστηκε, προφανώς για να ειδοποιήσει ότι ο δούκας είχε
ξυπνήσει.
Πρίν μπορέσει να σκεφτεί το οτιδήποτε, είχαν πέσει
γιατροί και νοσοκόμες από πάνω του για να τον συνεφέρουν.
Μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει να μιλήσει και ακόμα και οι
σκέψεις του σχηματίζονταν με δυσκολία. Χρειαζόταν χρόνο για
να βρεί τις δυνάμεις του. Ίσως θα μπορούσε να το προβάλλει
αυτό σαν δικαιολογία ή να προσποιηθεί αμνησία. Και να
ελπίζει ότι κάποια βοήθεια θα ερχόταν σύντομα από την
Τύοναν. Στο βάθος του δωματίου μπορούσε να διακρίνει ένα
μεγαλόσωμο γενειοφόρο, ο οποίος παρακολουθούσε βλοσυρός
τους γιατρούς, καθώς τον περιποιούνταν. Από τα διακριτικά
της στολής του μπορούσε να υποθέσει, ότι ήταν υψηλόβαθμός
αστυνόμος. Πιθανότατα εκείνος που είχε αναλάβει την
υπόθεση, για να παρακολουθεί με τόσο ενδιαφέρον τις
φροντίδες των γιατρών. Αυτός ήταν λοιπόν που έπρεπε να

226

προσέχει. Που θα του έκανε επικίνδυνες ερωτήσεις, τις οποίες
έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο. Αποθήκευσε στη μνήμη
του την πληροφορία και αφέθηκε στο απαλό άγγιγμα των
νεαρών κοριτσιών που τον περιτριγύριζαν. Πρώτα θα
συνερχόταν και μετά θα αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του.
Άλλωστε δεν μπορούσαν να τον πιέσουν. Ήταν και αυτός ένα
από τα θύματα…
Ο Καράνταρ θα μπορούσε να περπατάει πάνω σε
αναμμένα κάρβουνα και πάλι να νιώθει λιγότερη αγωνία και
ανυπομονησία από αυτή που ένιωθε. Όταν ο φρουρός έφερε
την είδηση ότι ο Τίμπελ είχε συνέλθει, τότε τόλμησε να
πιστέψει ότι η τύχη άρχισε και πάλι να του χαμογελάει. Θα
ήταν μια πολύ ευχάριστη αλλαγή να πήγαινε και κάτι καλά
επιτέλους. Όμως αυτή η στιγμή θα αργούσε. Οι γιατροί έλεγαν
ότι ακόμα και αν είχε ξυπνήσει, θα έπρεπε να περάσει λίγος
καιρός μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να μπορέσει να
θυμηθεί τι έγινε στην έπαυλη του Λιούτιμαρ. Ακόμα δεν ήταν
σε θέση να ανακριθεί. Ο επιθεωρητής θα έπρεπε να κάνει
υπομονή, την ίδια ώρα που όλο του το είναι του έλεγε να πάει
στην Τύοναν για να κάνει ότι μπορεί ώστε να σταματήσει τη
Νιίρα. Βέβαια είχε ελάχιστες ελπίδες να πετύχει κάτι θετικό
μαζί της. Το πιο πιθανό ήταν ότι θα την εξόργιζε ακόμα
περισσότερο. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να κάτσει έτσι
στωικά και να δεί την Τύοναν αρχικά και τις υπόλοιπες πόλεις
σε δεύτερη φάση, να τυλίγονται στις φλόγες. Οι γείτονες τους
πραγματικά θα έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση.
Από την άλλη όμως, είχε εμφανιστεί από το πουθενά μια
ελπίδα εκεί στην Πάρνια, που μπορεί να οδηγούσε στην
ειρηνική επίλυση της υπόθεσης. Αν ο Τίμπελ ισχυριζόταν ότι
δεν υφίσταται θέμα συνομωσίας κατά του βασιλιά, τότε
αμέσως θα χανόταν και το κίνητρο που θα οδηγούσε τον
βασιλιά στο απεχθές έγκλημα του. Και όσο για το γράμμα που
αποδείκνυε το αντίθετο, ακόμα το είχε στην κατοχή του.
Οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε να καταστραφεί και να μην
μάθει κανείς για την ύπαρξη του. Κάπως θα τα μπάλωνε στο
Φέντουιν. Και ίσως και στον πατέρα του. Είχε αποφασίσει ότι

227

ήταν προτιμότερο να την γλιτώσει ο βασιλιάς, παρά να
ξεσπάσει εμφύλιος. Αν από εκεί και πέρα ο Νέγουεν συνέχιζε
να αδιαφορεί για τους πάντες και τα πάντα και ξεσπούσε
επανάσταση εναντίον του, τότε το αίμα δεν θα λέρωνε πλέον
τα δικά του χέρια. Δεν θα ήταν δικό του το φταίξιμο. Αν ο
Τίμπελ δήλωνε άγνοια για συνομωσία κατά του θρόνου,
υπήρχε μια ελπίδα. Και πάλι μικρή βέβαια, γιατί πολλοί θα
σκέφτονταν ότι δεν ομολογεί εύκολα κάποιος, ότι
δολοπλοκούσε εναντίον του ισχυρότερου άντρα του κράτους.
Πολλοί θα ισχυρίζονταν ότι ο Τίμπελ λέει ψέματα. Οπότε η
κατάσταση ήταν δύσκολη έτσι και αλλιώς.
Με πικρία ο Καράνταρ σκεφτόταν, ότι διαφαινόταν από
καιρό ότι η κατάσταση θα έφτανε εκεί που ήταν εκείνη τη
στιγμή. Ένας κακός βασιλιάς έθετε ο ίδιος την εξουσία του σε
κίνδυνο, από την στιγμή που δεν φρόντιζε να κρατά τους
υπηκόους του ικανοποιημένους. Πολλοί βασιλιάδες είχαν
καταφέρει να ξεγελάσουν τον λαό και να κρύψουν τις ανομίες
τους, παρουσιάζοντας πρός τα έξω ένα ψεύτικο και
υποτιθέμενα αγαθό προσωπείο. Αυτός ο κακομαθημένος
νεαρός δεν είχε ούτε την ευθιξία να προσποιηθεί ενδιαφέρον
για τα κοινά. Και χωρίς τις δολοφονίες, πάλι η επανάσταση θα
γινόταν. Με αρχηγό τον Φένερσιφτ απ’ ότι έδειχναν τα
πράγματα. Απλά αντί για τον ίδιο, τελικά θα την καθοδηγούσε
η διάδοχος του, η Νιίρα. Αν ήξεραν όλοι την σοβαρότητα της
κατάστασης, ίσως να μην ήταν τόσο πρόθυμοι να
καθυστερήσουν την ανάκριση, προκειμένου ο Τίμπελ να
αναρρώνει μέσα στις ανέσεις, αδιαφορώντας για το τι γίνεται
γύρω του. Όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να
αισθανθεί λύπηση για τον δούκα. Όχι μόνο η ζωή του είχε
μικρή σημασία μπροστά στο μέλλον ολόκληρης της χώρας,
αλλά είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον θάνατο χωρίς κάποια
σοβαρή ζημιά, ενώ οι φίλοι του είχαν σφαγιαστεί με τον
χειρότερο τρόπο. Ήταν πολύ τυχερός.
Το άκουσμα αλόγων και αμαξών να περνούν θορυβωδώς
από τον δρόμο, τον ώθησε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο
του τμήματος. Δύο υπερπολυτελείς άμαξες είχαν μόλις

228

σταματήσει και ένας αγγελιοφόρος με χρυσοκέντητη στολή
ερχόταν να του χτυπήσει την πόρτα. Οι χτύποι της καρδιάς του
επιταχύνθηκαν αμέσως, λόγω του κακού προαισθήματος που
καρφώθηκε κατευθείαν στο μυαλό του. Ο αγγελιοφόρος και οι
άμαξες μόνο που δεν φώναζαν ότι ήταν από το παλάτι. Η
μεγαλοπρεπής τους εμφάνιση δεν επέτρεπε καμιά αμφιβολία.
Ο Καράνταρ άνοιξε την πόρτα πρίν ο αγγελιοφόρος χτυπήσει.
Ότι ήταν να γίνει ας γινόταν μια ώρα αρχύτερα. Ο
απεσταλμένος ξαφνιάστηκε, αλλά η έκπληξη έφυγε από το
πρόσωπο του σχεδόν αμέσως. Με υπεροψία χαρακτηριστική
ακόμα και των υπαλλήλων της Αυλής, μίλησε στον Καράνταρ.
«Μπορώ παρακαλώ να μιλήσω στον επιθεωρητή
Καράνταρ από την Τύοναν. Πρόκειται για υπόθεση του
κράτους».
«Τον έχετε μπροστά σας. Περί τίνος πρόκειται;»
«Ήρθα να παραλάβω και να μεταφέρω με κάθε ασφάλεια
τον δούκα Τίμπελ στην Τύοναν. Ο βασιλιάς έκρινε ότι έχει
μείνει πάρα πολύ καιρό μακριά από την πρωτεύουσα, όπου θα
μπορούν να του δοθούν πολύ καλύτερες ιατρικές φροντίδες απ’
ότι εδώ. Παρακαλώ να με συνοδεύσετε στο νοσοκομείο ώστε να
είστε μάρτυρας της παραλαβής του ασθενούς». Ο Καράνταρ
γνώριζε ότι οι αγγελιοφόροι δεν ευθύνονταν για τα μηνύματα
που μετέφεραν και ότι πολλοί στο παρελθόν είχαν φονευθεί
αδίκως, εξ αιτίας κάποιου δυσάρεστου μηνύματος. Όμως, η
ιδέα να βγάλει το σπαθί του και να σουβλίσει επί τόπου εκείνον
τον αντιπαθητικό μορφονιό, ήταν ακαταμάχητα δελεαστική
για τον Καράνταρ.
«Με κάθε σεβασμό στον βασιλιά μας, αυτό που ζητάτε
είναι αδύνατον. Ο ασθενής μπορεί να προσφέρει πολύτιμες
πληροφορίες για την έρευνα που διεξάγω. Δεν μπορεί να
μετακινηθεί αν δεν ανακριθεί πρώτα από έμενα. Μετά ο
βασιλιάς μπορεί να τον πάρει και να τον κάνει ότι θέλει».
«Τολμάτε και αντιτίθεστε στη βούληση του βασιλιά; Αυτό
είναι λόγος θανάτωσης».

229

«Είμαι σε θέση να ξέρω ότι ο βασιλιάς έχει πιο σημαντικά
προβλήματα αυτή τη στιγμή, για να τον ενδιαφέρει το δικό μου
κεφάλι. Οπότε κράτα για άλλον τις απειλές σου».
«Δεν μου αφήνεις άλλη επιλογή επιθεωρητή. Άντρες!».
Καμιά δεκαριά ένοπλοι κατέβηκαν από τις άμαξες
αγριοκοιτάζοντας τον Καράνταρ. Σχεδόν αμέσως, τέσσερις
αστυνομικοί που κρυφάκουγαν την κουβέντα, βγήκαν με τα
σπαθιά στα χέρια και στάθηκαν στο πλευρό του Καράνταρ.
Δυστυχώς οι υπόλοιποι αστυνομικοί και μισθοφόροι, ή
εκτελούσαν αλλού τα καθήκοντα τους, ή ήταν νεκροί. Κάτω
από το πρίσμα αυτού του αριθμητικού μειονεκτήματος, αλλά
και με μια ιδέα να διαμορφώνεται στο μυαλό του, ο Καράνταρ
είπε: «Εντάξει. Δεν υπάρχει λόγος αιματοχυσίας. Θα στον
δώσω τον Τίμπελ. Αν και ξέρω ότι κάποιοι δεν θα χαρούν με
τον τρόπο που ο βασιλιάς παρεμποδίζει έτσι την έρευνα μου».
«Είμαι σίγουρος ότι μέσα στην απέραντη μεγαλοψυχία
του, θα σε αφήσει να δείς τον Τίμπελ στο παλάτι. Ο βασιλιάς
δεν επιθυμεί τίποτα άλλο, παρά μόνο δικαιοσύνη». Με ένα
νεύμα του απεσταλμένου όλα τα σπαθιά μπήκαν στη θέση
τους. Το ίδιο και από την πλευρά των Παρνιανών του
Καράνταρ. Ύστερα διέταξε τους αστυνομικούς να παραμείνουν
στο τμήμα και οδήγησε μόνος του τον απεσταλμένο στο
νοσοκομείο. Οι γιατροί δήλωσαν από την πρώτη στιγμή την
διαφωνία τους για την μετακίνηση του Τίμπελ, αλλά ο
απεσταλμένος δεν τους έδωσε καμία σημασία. Ο Τίμπελ
φαινόταν και αυτός έκπληκτος με όσα συνέβαιναν και φάνηκε
να αγχώνεται ακόμα περισσότερο, όταν έμαθε ότι οι άντρες
είχαν έρθει να τον πάρουν για λογαριασμό του βασιλιά. Ο
Καράνταρ ήξερε ότι αν ήταν συνωμότης, ο φόβος του ήταν
λογικός. Ήξερε τι τον περίμενε στα χέρια του βασιλιά. Παρόλα
αυτά ο επιθεωρητής αναρωτιόταν αν ο βασιλιάς είχε τόσο
θράσος, ώστε να δολοφονήσει τον Τίμπελ, ενώ ήδη κάποιοι
αστυνομικοί αλλά και ο ίδιος, ήταν μάρτυρες την ώρα που ο
τραυματίας δούκας αρπαζόταν μέσα από τα χέρια τους, με
εντολή του ίδιου του Νέγουεν.

230

Ο Τίμπελ έριχνε τρομαγμένες ματιές πρός τον Καράνταρ,
ο οποίος όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Πρός το παρόν.
Γιατί είχε σκοπό να είναι παρών έστω και αφανώς, όταν ο
Νέγουεν θα έδινε εντολή εκτέλεσης του τελευταίου
επικίνδυνου μάρτυρα. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, τότε θα
διαλύονταν και οι τελευταίες αμφιβολίες που είχε για την
ενοχή του μονάρχη του. Η αποστολή έφυγε με τον
απεσταλμένο να απευθύνει έναν σύντομο αλλά επίσημο
χαιρετισμό. Δεν φαινόταν να τον έχει πτοήσει καθόλου η
ένταση που δημιουργήθηκε μερικές στιγμές νωρίτερα. Συνέχιζε
να φέρεται σαν όλα να είχαν δουλέψει στην εντέλεια. Ίσως να
περίμεναν πολύ περισσότερη αντίσταση και γι’ αυτό άλλωστε
είχαν έρθει τόσο καλά οπλισμένοι. Δεν είχε καμία σημασία.
Μόλις οι άμαξες απομακρύνθηκαν αρκετά, ο Καράνταρ πήδηξε
στο άλογο του και κατευθύνθηκε βιαστικά πρός το τμήμα.
Έπιασε τον πρώτο αστυνόμο που βρήκε μπροστά του και του
έδωσε τις διαταγές του.
«Όταν έρθει ο Φέντουιν πές του ότι αναγκάστηκα να
αφήσω τον Τίμπελ να φύγει, αλλά ότι θα τον ακολουθήσω
κρυφά για να διασφαλίσω την σωματική ακεραιότητα του. Αν
δεν μπορέσω να έρθω ο ίδιος στην Πάρνια, θα στείλω
αγγελιοφόρο με νέα». Μετά ώθησε το άλογο του να ξεχυθεί
μπροστά για να προλάβει τις άμαξες. Ο Παρνιανός έμεινε
απορημένος να τον κοιτάζει, καθώς εξαφανιζόταν στον
ορίζοντα. Αποθήκευσε όμως τις διαταγές στο μυαλό του, ώστε
να αναφέρει ότι έπρεπε στον Φέντουιν. Η αστυνομία έμενε και
πάλι χωρίς αρχηγό. Και με την φυγή του επιζήσαντα δούκα, η
υπόθεση δεν θα ενδιέφερε πλέον ούτε τους τελευταίους από
τους κατοίκους της πόλης, που ακόμα τους απασχολούσε η
έκβαση της. Πολλοί ένιωσαν και ανακούφιση. Ίσως με τη φυγή
του δούκα, εκείνο το τέρας που είχε σκοτώσει τόσον κόσμο, να
μην εμφανιζόταν ξανά. Η Πάρνια ήταν μια ήσυχη πόλη. Οι
πολίτες της δεν ένιωθαν άνετα με όλα αυτά τα μυστήρια και
τους θανάτους. Λίγη ηρεμία και επιστροφή στην παλιά ρουτίνα
τους, ήταν παραπάνω από ευπρόσδεκτες.

231

Ο Καράνταρ δεν είχε χρόνο να τυλίξει κουρέλια γύρω από
τις οπλές του αλόγου του ώστε να κινείται αθόρυβα, αλλά
έκανε μια νοερή σημείωση να το κάνει με την πρώτη στάση.
Επίσης θυμήθηκε ότι δεν είχε καν χρόνο για να εφοδιαστεί με
προμήθειες. Θα έπρεπε λοιπόν να κυνηγήσει. Κάτι που δεν τον
ανησυχούσε. Αν και μεγαλωμένος σε πόλη, ήξερε καλά τα
μυστικά του κυνηγιού. Άλλα λοιπόν ήταν τα μεγάλα και μέχρι
εκείνη τη στιγμή, άλυτα προβλήματα που έπρεπε να
αντιμετωπίσει. Ο Τίμπελ σκεφτόταν και αυτός τα προβλήματα
που είχε να αντιμετωπίσει, με αυτή την ξαφνική τροπή των
γεγονότων. Κοίταξε τον απεσταλμένο με καχυποψία και
τόλμησε μια ερώτηση.
«Γιατί ο βασιλιάς ενδιαφέρεται τόσο για μένα, ώστε να
θέλει την άμεση παρουσία μου στην Τύοναν;»
Ο απεσταλμένος χαμογέλασε και κοίταξε τον Τίμπελ
πονηρά. «Η καρδιά σας μπορεί να επιστρέψει πίσω στη θέση
της αγαπητέ δούκα. Δεν ερχόμαστε εκ μέρους του βασιλιά,
αλλά ενός πολύ καλού σας φίλου στην Τύοναν, που κατάφερε
να αποσπάσει την βασιλική σφραγίδα για αυτήν την εντολή
παράδοσης σας σε εμάς. Ο βασιλιάς δεν έχει ιδέα για την τύχη
σας και αν και θα έπρεπε, δεν τον ενδιαφέρει και καθόλου». Ο
Τίμπελ ανάσανε ανακουφισμένος. Δεν ήξερε τι είχε πάει
στραβά και είχε ξυπνήσει νωρίτερα απ’ ότι έπρεπε, αλλά το
λάθος είχε πλέον διορθωθεί.
«Ο φίλος μας ο Φιδογητευτής φαίνεται ότι απέτυχε. Δεν
πήρα στην ώρα μου την δόση του φαρμάκου και
αποκαλύφθηκα στους Παρνιανούς» είπε στον απεσταλμένο.
«Του έτυχε κάτι απρόοπτο και λόγω τραυματισμού
αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την τελευταία αποστολή. Μικρό
το κακό. Απλά έπρεπε να επισπεύσουμε αυτό που θα γινόταν
έτσι και αλλιώς. Την επιστροφή σας στην Τύοναν δηλαδή. Ο
καιρός που περιμέναμε πλησιάζει. Η τελική σύγκρουση δεν θα
αργήσει να συντελεστεί. Και εσείς ως ένας από τους βασικούς
παράγοντες και εμπνευστές του σχεδίου μας, πρέπει να είστε
παρών, όταν θα δρέψουμε τους καρπούς των κόπων μας».

232

«Ο Φιδογητευτής τραυματίστηκε; Ελπίζω να μην είναι
κάτι
σοβαρό.
Τον
χρειαζόμαστε
ακόμα
μέχρι
να
ολοκληρώσουμε την αποστολή μας. Δεν μας συμφέρει να τον
έχουμε από τώρα εκτός μάχης».
«Μην ανησυχείτε. Είχε πολλαπλά σοβαρά εγκαύματα,
αλλά απλά άλλαξε δέρμα και τώρα είναι σαν καινούργιος.
Αυτό το πλάσμα δεν σταματά να μας εκπλήσσει». Ο Τίμπελ
συμφώνησε νεύοντας καταφατικά με το κεφάλι του. Εκεί όμως
έκοψε την κουβέντα. Είχαν μπεί στην τελική ευθεία για την
ολοκλήρωση του σχεδίου τους. Έπρεπε να συγκεντρωθεί ώστε
στις κρίσιμες στιγμές, να μην γίνει κανένα λάθος. Συνέχισαν
λοιπόν την πορεία τους πρός την πρωτεύουσα, που σύντομα θα
γινόταν το κέντρο συνταρακτικών εξελίξεων και πιθανώς
αιματηρών συγκρούσεων. Συνέχισαν αγνοώντας ότι τους
ακολουθούσε ένας αστυνομικός, ο οποίος ήξερε και εκείνος τι
έκρυβε το μέλλον για την χώρα. Ήξερε για τις αναταραχές που
θα ξεσπούσαν και πώς ο Τίμπελ ήταν με κάποιο τρόπο
αναμεμειγμένος. Απλά δεν ήξερε ακριβώς, πόσο μεγάλος ήταν
ο ρόλος του υποτιθέμενα τραυματισμένου δούκα. Ούτε ήξερε
το μυστικό που με τόση βιασύνη, έσπευδε ο Φέντουιν να του
αποκαλύψει.

233

18
Την επόμενη μέρα και μετά από βιαστική και εντατική
πορεία, έφτασαν στην Τύοναν. Ο Καράνταρ εξαντλημένος και
καταβεβλημένος από την έλλειψη νερού και τροφής, τους
ακολουθούσε επίμονα. Δεν είχαν κάνει στάση το προηγούμενο
βράδυ όπως ήλπιζε, με αποτέλεσμα να μην βρεί χρόνο για
κυνήγι ή έστω για να πιεί λίγο νερό από κάποιο ποτάμι. Ήταν
όμως τέτοια η επιμονή του να μάθει τι επιφύλασσε ο βασιλιάς
στον Τίμπελ, που δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να εγκαταλείψει
την καταδίωξη. Συνέχισε λοιπόν και μέσα στην πόλη όπου το
καθήκον του ήταν πλέον πιο εύκολο. Με τον συνωστισμό που
χαρακτήριζε καθημερινά τους δρόμους της μεγαλούπολης,
μπορούσε να κινείται απαρατήρητος, όντας κρυμμένος μέσα
στο πλήθος. Το άλογο του το είχε αφήσει σε ένα δημόσιο
στάβλο, αφού οι άμαξες είχαν επιβραδύνει και δεν το είχε πια
ανάγκη για να τις προλάβει. Φορώντας και μια κουκούλα που
κάλυπτε το κεφάλι και το πρόσωπο του, είχε σημαντικές
ελπίδες να μην τον αναγνωρίσουν.
Η πρώτη έκπληξη ήρθε όταν οι άμαξες προσπέρασαν τα
βασιλικά ανάκτορα. Με το ενδιαφέρον και την περιέργεια του
Καράνταρ να εκτινάσσονται στα ύψη, τάχυνε το βήμα του
αφού πλέον δεν ήξερε τον προορισμό τους και φοβόταν μην
τους χάσει. Τι κρυβόταν άραγε πίσω από αυτήν την ξαφνική
αλλαγή; Εκτός αν δεν ήταν αλλαγή αλλά προκαθορισμένο από
την αρχή, ότι ο Τίμπελ δεν θα πατούσε το πόδι του στο παλάτι.
Οι υποθέσεις βομβάρδιζαν το μυαλό του επιθεωρητή, ενώ για
πρώτη φορά άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του η σκέψη
πώς, οι απεσταλμένοι δεν ήταν του βασιλιά, αλλά απλά είχαν
χρησιμοποιήσει την ψεύτικη ιδιότητα τους για να πετύχουν
τους σκοπούς τους. Αρχικά όμως απέρριψε την ιδέα, γιατί ήξερε
ότι μέσα του δεν ήθελε να πιστέψει στην ενοχή του βασιλιά και
ήταν έτσι προκατειλημμένος. Η αναζήτηση του τον οδήγησε σε
ένα αρχοντικό, που δεν μπορούσε παρά να ανήκει σε κάποιον
Θερίνιο αριστοκράτη. Οι επιβάτες κατέβηκαν και παρατήρησε
ότι ο Τίμπελ ήταν με το κεφάλι καλυμμένο, όπως ο ίδιος.

234

Ο Καράνταρ κοίταξε το κτίριο και προβληματίστηκε λόγω
της ισχυρής φύλαξης του. Δεν θα ήταν εύκολο να βρεί
ελεύθερη είσοδο. Θα έπρεπε να περιμένει την κάλυψη της
νύχτας. Ακόμα και τότε όμως τα πράγματα θα ήταν δύσκολα.
Θα αναγκαζόταν να εξουδετερώσει κάποιους φύλακες,
κινδυνεύοντας έτσι να γίνει αντιληπτός λόγω κάποιου θορύβου
την ώρα της πάλης. Με οποιονδήποτε τρόπο όμως έπρεπε να
μπεί μέσα. Να μάθει τι σκοπό είχαν για τον Τίμπελ αυτοί οι
άνθρωποι και αν τελικά δούλευαν όντως για τον βασιλιά, ή για
κάποιον άλλον. Μέχρι το βράδυ είχε αποφασίσει, ότι θα
έμπαινε από την πίσω είσοδο που ήταν φτιαγμένη
παραδοσιακά για το υπηρετικό προσωπικό. Και εκεί βέβαια
υπήρχαν φρουροί, αλλά ο Καράνταρ ήλπιζε ότι η προσοχή τους
θα ήταν μικρότερη, καθώς θα την αποσπούσαν οι μυρωδιές της
κουζίνας και οι κουβέντες με τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες.
Οι υποθέσεις του βγήκαν αληθινές. Όταν ξαναβρέθηκε κοντά
στην πίσω είσοδο του αρχοντικού, διέκρινε έναν μόνο φρουρό
και αυτόν απασχολημένο.
Είχε στριμώξει σε μια γωνία μια από τις υπηρέτριες, η
οποία δεν φαινόταν να δυσανασχετεί καθόλου. Μέσα στο
πάθος των ερωτοτροπιών τους δεν τον άκουσαν καν να
πλησιάζει. Με ένα μετρημένο χτύπημα με τη λαβή του σπαθιού
του στο κεφάλι του φρουρού, κατάφερε να τον ρίξει αναίσθητο
και αμέσως να κλείσει το στόμα της κοπέλας, πρίν εκείνη
προλάβει να ουρλιάξει. Μετά τους έδεσε και τους δύο
χειροπόδαρα, χωρίς να παραλείψει να τους φιμώσει. Έριξε μια
κλεφτή ματιά μέσα στο σπίτι, όπου διαπίστωσε ότι η κουζίνα
ήταν άδεια και εκείνη την ώρα τουλάχιστον δεν φαινόταν
κάποιος άλλος φρουρός τριγύρω. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι
δεν μπορούσε να εμφανιστεί κάποιος ανά πάσα στιγμή. Γι’
αυτό φρόντισε να κρύψει καλά το ζευγάρι που μόλις είχε
αιφνιδιάσει. Η πόρτα για το κελάρι που βρισκόταν εκεί κοντά
του έδωσε και την ιδέα. Τους έκλεισε εκεί και μετά άρχισε να
εξετάζει τις επιλογές που είχε από εκεί και πέρα. Μετά από
λίγη σκέψη αποφάσισε ότι είχε τις λιγότερες πιθανότητες να
τον ανακαλύψουν, αν απέφευγε να μπεί μέσα στο σπίτι.

235

Κοίταξε προσεκτικά τα αναρριχόμενα φυτά που στόλιζαν
το εξωτερικό του κτίσματος. Άρπαξε ένα από αυτά και το
τράβηξε με δύναμη. Το φυτό παρέμεινε επίμονα στην θέση του,
χωρίς να αποκολληθεί ούτε εκατοστό από τον τοίχο. Μάλλον
αυτά τα φυτά βρίσκονταν εκεί για χρόνια και είχαν γίνει έναν
με τα τούβλα που τα στήριζαν. Λογικά θα κρατούσαν.
Στηρίζοντας λοιπόν τις ελπίδες του και το κορμί του σε αυτά,
άρχισε την ανάβαση. Κάθε φορά που έφτανε κοντά σε κάποιο
παράθυρο, σταματούσε και προσπαθούσε να κρυφακούσει, με
την ελπίδα ότι θα υπέκλεπτε κάποιο σημαντικό στοιχείο από
κάποια συζήτηση. Κάποιους που ίσως να μιλούσαν για την
τύχη του Τίμπελ. Όμως όσο συνεχιζόταν η ανάβαση τόσο
χανόταν αυτή η ελπίδα. Νιώθοντας τα μέλη του κουρασμένα
και τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν σιγά σιγά,
αποφάσισε να μπεί μέσα σε κάποιο δωμάτιο. Άλλωστε είχε
φτάσει επικίνδυνα ψηλά. Θυμήθηκε ότι λίγο νωρίτερα είχε δεί
ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Μη θέλοντας λοιπόν να κάνει
θόρυβο σπάζοντας κάποιο τζάμι, ξανακατέβηκε πρός εκείνο το
σημείο.
Μπήκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, πατώντας
προσεκτικά και κρατώντας την ανάσα του. Τέντωσε τα αυτιά
του θέλοντας να εντοπίσει κάποιον ήχο, που θα πρόδιδε
κάποια άλλη παρουσία μέσα στο δωμάτιο. Δεν ακουγόταν ούτε
καν μια ανάσα. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν μόνος.
Παίρνοντας θάρρος κατευθύνθηκε πρός την πόρτα. Την άνοιξε
τόσο ώστε να μπεί λίγο από το φώς του διαδρόμου μέσα στο
δωμάτιο. Κοίταξε πίσω του και σιγουρεύτηκε ότι το δωμάτιο
ήταν όντως άδειο. Βγήκε στο διάδρομο κοιτάζοντας δεξιά και
αριστερά για να εντοπίσει κάποιον. Η τύχη ήταν μέχρι στιγμής
μαζί του. Δεν ερχόταν κανείς. Άρχισε να προχωράει στήνοντας
αυτί σε κάθε πόρτα που συναντούσε. Μετά από ώρα δεν είχε
ανακαλύψει ούτε ψυχή σε εκείνον τον όροφο. Αποφάσισε να
κατέβει τις σκάλες και να πάει στον προηγούμενο. Ξεκίνησε
και πάλι την ίδια διαδικασία μέχρι που του φάνηκε ότι άκουσε
ομιλίες. Μερικά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που στεκόταν,
μπορούσε να διακρίνει φώς να βγαίνει από την χαραμάδα μιας

236

πόρτας.
Κατευθύνθηκε
κατευθείαν
πρός
τα
εκεί
αλαφροπατώντας. Το πρώτο συμπέρασμα που έβγαλε ήταν ότι
οι συνομιλητές ήταν και οι δύο άντρες. Υπέθεσε ότι επρόκειτο
για τον απεσταλμένο και τον Τίμπελ. Ήθελε όμως να
σιγουρευτεί.
Έμεινε τελείως ακίνητος και συγκέντρωσε όλη του την
προσοχή στην συνομιλία. Σιγά σιγά αυτά που άκουγε άρχισαν
να βγάζουν νόημα. Όσο πέρναγε η ώρα σιγουρευόταν όλο και
περισσότερο, ότι οι συνομιλητές ήταν αυτοί που είχε
υποπτευθεί εξαρχής.
«Και πόσον καιρό θα πρέπει να κρύβομαι;» ρώτησε η
φωνή που μάλλον ανήκε στον Τίμπελ.
«Ακριβώς δεν ξέρω. Πρώτα όμως θα περιμένουμε να
ξεσπάσει η μπόρα και να καταλαγιάσει. Μετά θα μπορούμε να
βγούμε θριαμβευτές. Αν τα πράγματα πάνε όπως τα έχουμε
σχεδιάσει, τις προσεχείς ημέρες δεν θα είναι καθόλου ασφαλές
να κυκλοφορεί κάποιος στους δρόμους της πόλης» απάντησε ο
απεσταλμένος.
«Τελικά η Νιίρα το έχει πάρει απόφαση να κηρύξει
πόλεμο στον βασιλιά;»
«Ναί. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχει μαζέψει στο σπίτι
της όλους τους φίλους του πατέρα της και προσπαθεί να τους
πείσει να ενώσουν τους μισθοφόρους τους με τους δικούς της.
Ήδη πολλοί έχουν πειστεί, χωρίς μάλιστα ιδιαίτερη
προσπάθεια εκ μέρους της. Η σύγκρουση με την Βασιλική
Φρουρά δεν θα αργήσει».
«Δεν έχουν ελπίδα ενάντια στη Βασιλική Φρουρά.
Αποτελείται από τους καλύτερους πολεμιστές της χώρας».
«Θα την αποδυναμώσουν όμως αρκετά ώστε να
μπορέσουμε μετά να την νικήσουμε εμείς. Και στην
προσπάθεια τους θα καταστραφούν και οι ίδιοι. Μετά από αυτή
τη σύγκρουση, θα είμαστε η μόνη αξιόλογη δύναμη στην χώρα.
Μετά θα μένει μονάχα ο τακτικός στρατός που βρίσκεται στην
θάλασσα με τον Αθίριλ».
Ο Τίμπελ γέλασε στο άκουσμα αυτού του ονόματος. «Ο
Αθίριλ δεν ηγείται αυτού του στρατού; Τότε δεν έχουμε να

237

φοβηθούμε τίποτα. Καλά αυτός ακόμα δεν έχει πνιγεί
προσπαθώντας να σκοτώσει κανένα πειρατή;»
«Τα πράγματα έχουν αλλάξει όσο ήσουν ναρκωμένος. Ο
Αθίριλ πέτυχε μεγάλες νίκες κατά των πειρατών και τον
περιμένουν θριαμβευτή πίσω στη Φέργκα».
«Δηλαδή μπορεί να μας προκαλέσει προβλήματα;» είπε ο
Τίμπελ συνοφρυωμένος.
«Είναι ένας παράγοντας που δεν είχαμε υπολογίσει. Δεν
περιμέναμε να γυρίσει ζωντανός από την εκστρατεία. Τελικά
όμως τα κατάφερε. Δεν μας συμφέρει να συγκρουστούμε μαζί
του. Έχει το στρατό με το μέρος του. Ο λαός επίσης τον
λατρεύει. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε κάποια
συμφωνία μαζί του».
Ο Τίμπελ ακουγόταν εξοργισμένος. «Άκου να δείς, ο
θρόνος είναι ένας και δεν χωράει δύο βασιλιάδες. Αν ο Αθίριλ
με τα μυαλά φουσκωμένα από την επιτυχία απαιτήσει τον
θρόνο, τότε αυτόματα θα γίνει εχθρός μου. Και αν δεν
μπορούμε να τον νικήσουμε στρατιωτικά, μπορούμε να
ξεφορτωθούμε τον ίδιο, με πλάγια μέσα».
«Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν η καλύτερη μέθοδος.
Μπορούμε να τον αφήσουμε να πάρει τον θρόνο για μερικούς
μήνες και μετά κάποιο δηλητήριο ίσως…». Ο Καράνταρ δεν
μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. Η αλήθεια κρυβόταν
σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που οι υποψίες
οι δικές του, αλλά και όλου του υπόλοιπου κόσμου οδηγούσαν.
Ο βασιλιάς ήταν ο στόχος της τρομερής αυτής συνομωσίας και
όχι ο εμπνευστής της. Αν είχε καταλάβει καλά ο Τίμπελ όλον
αυτό τον καιρό δεν ήταν σε κώμα αλλά ναρκωμένος. Και ο
μόνος, πέρα από τους άντρες του Καράνταρ και τις νοσοκόμες,
που τον είχε πλησιάσει αρκετά στο νοσοκομείο ήταν ο
Φιδογητευτής. Εκείνος που υποτίθεται είχε φτάσει μια ανάσα
από τον Τίμπελ με φονικές διαθέσεις δύο φορές, έχοντας
αποτύχει και τις δύο. Μήπως λοιπόν η αποστολή του δεν ήταν
να σκοτώσει αλλά να ναρκώνει τον Τίμπελ, δίνοντας του την
δυνατότητα να προσποιείται το άμοιρο θύμα; Αν αυτό ήταν
αλήθεια και ο Φιδογητευτής δούλευε για τον Τίμπελ και την

238

ομάδα του, τότε οι φόνοι στην Πάρνια ήταν δική τους δουλειά
και όχι του βασιλιά.
Έπρεπε να πάει να βρεί οπωσδήποτε την Νιίρα και να την
σταματήσει πρίν επιτεθεί άδικα στον βασιλιά. Πώς όμως θα
την έπειθε; Με τι στοιχεία θα της αποδείκνυε ότι δεν έλεγε
ψέματα, μόνο και μόνο για να την εμποδίσει να πάρει την
εκδίκηση της; Θα έπρεπε να την φέρει μυστικά στην κρυψώνα
του Τίμπελ. Αν έβλεπε με τα μάτια της τον Τίμπελ να κρύβεται
στην Τύοναν, αντί να ενώνει τις προσπάθειες του με τους
άλλους επαναστάτες ευγενείς, τότε θα καταλάβαινε ότι κάτι
ύποπτο συνέβαινε. Πήγε να σηκωθεί αλλά ένα χέρι τον άρπαξε
και τον τράνταξε πάνω στην πόρτα. Αυτή άνοιξε και έτσι
βρέθηκε πεσμένος μέσα στο δωμάτιο με τους δύο άντρες να τον
κοιτάνε έκπληκτοι και τον Φιδογητευτή να στέκεται από πάνω
του απειλητικά. Το χέρι του πετάχτηκε πρός την θήκη του
σπαθιού του, αλλά ένα φιδίσιο πόδι τον κλώτσησε με δύναμη
κόβοντας του την ανάσα και κάθε όρεξη για αντίσταση. Ο
Τίμπελ τον πλησίασε και του μίλησε.
«Επιθεωρητή, τι κρίμα και τι ανόητο εκ μέρους σας να
επιμείνετε τόσο σε αυτήν την υπόθεση. Από την στιγμή που
παρενέβη ο βασιλιάς είχατε κάθε δικαιολογία να παραιτηθείτε
από την προσπάθεια σας να λύσετε το μυστήριο. Και τώρα που
τα μάθατε όλα πείτε μου, τι καταλάβατε; Το μόνο που
καταφέρατε είναι να υπογράψετε την καταδίκη σας». Γύρισε
πρός τον Φιδογητευτή για να του δώσει την κοφτή διαταγή του.
«Πάρ’ τον κάπου μακριά από εδώ και καθάρισε τον. Φρόντισε ο
θάνατος του να μην οδηγήσει σε εμάς». Ο δολοφόνος άρπαξε
τον Καράνταρ και τον έβαλε στον ώμο του. Ο επιθεωρητής
άρχισε να χτυπιέται, αλλά ένα χτύπημα στον θώρακα ήταν
αρκετό, ώστε να του κόψει την ανάσα κάνοντας την αντίσταση
αδύνατη. Νικημένος και πονεμένος σήκωνε που και που το
κεφάλι για να δεί που πήγαιναν. Μετά από λίγη ώρα
περπάτημα, είχαν φτάσει σε μια από τις πιο κακόφημές
γειτονιές της Τύοναν. Ήταν μια περιοχή γεμάτη κλέφτες,
πόρνες, βιαστές και γενικώς αποτελούσε καταφύγιο για
οποιονδήποτε ήθελε να ξεφύγει από τον νόμο. Είχε έρθει

239

πολλές φορές εδώ αναζητώντας πληροφορίες, που διάφορα
καρφιά του έδιναν είτε με δωροδοκία είτε με απειλή. Ο
Φιδογητευτής διάλεξε μια γωνία και τον έριξε κάτω. Ένιωσε τα
πλευρά του να διαμαρτύρονται έντονα. Δεν είχε όμως καιρό να
ασχοληθεί με τον πόνο του. Έπρεπε να βρεί κάποιο τρόπο να
ξεφύγει. Ο χρόνος του είχε τελειώσει.
Ο Φιδογητευτής με την συνηθισμένη του κίνηση, άπλωσε
το χέρι του για να αφήσει να αποκαλυφθεί ένα από τα φίδια
του. Το φίδι βλέποντας ότι το θύμα ήταν ήδη παραδομένο,
πλησίασε νωχελικά τον λαιμό για το τελικό χτύπημα. Όταν ο
Καράνταρ του κάρφωσε το κεφάλι με το σπασμένο τούβλο που
είχε βρεί δίπλα του, το φίδι και ο κύριος του ούρλιαξαν και οι
δύο, μοιραζόμενοι τον πόνο και την έκπληξη. Ο Καράνταρ
θυμήθηκε τα λόγια του γέροντα του δάσους. Ότι νιώθει εκείνος
νιώθουν και τα φίδια του, αλλά και το αντίστροφο. Καθώς το
φίδι σπάραζε στο έδαφος, ο Φιδογητευτής έπιανε το κεφάλι του
βγάζοντας ένα απάνθρωπο ήχο πόνου. Ο Καράνταρ βρήκε την
ευκαιρία να φύγει. Σηκώθηκε λοιπόν και άρχισε να τρέχει.
Πρόλαβε όμως να κάνει μόλις δύο βήματα πρίν ο
Φιδογητευτής, παρά τον πόνο του, τον αρπάξει και τον πετάξει
στον πλησιέστερο τοίχο. Το σαθρό οικοδόμημα γκρεμίστηκε
από την πρόσκρουση, παγιδεύοντας τον Καράνταρ από κάτω.
Ο Φιδογητευτής πλησίασε και πάλι. Ένα δεύτερο φίδι, κάπως
αναστατωμένο όμως, έβγαινε από το στήθος του. Το νέο ερπετό
αν και συνέπασχε με τον σύντροφο του, είχε την δύναμη να
ολοκληρώσει την μισοτελειωμένη δουλειά.
Πλησίασε
δείχνοντας τα τεράστια δόντια του.
Μέσα από τα απειλητικά σαγόνια του ξαφνικά
ξεπρόβαλλε ένα βέλος. Ο Φιδογητευτής ξέσπασε και πάλι σε
θρηνητικά ουρλιαχτά. Ο Καράνταρ σήκωσε, όσο του επέτρεπαν
τα συντρίμμια, το κεφάλι του για να δεί τον σωτήρα του. Ήταν
ο Φέντουιν. Η ανακούφιση που ένιωσε ήταν προσωρινή, αφού
όσα βέλη και αν έριχνε ο βοηθός του, δεν θα μπορούσε να
νικήσει τον υπεράνθρωπο αντίπαλο τους. Ο τελευταίος ήδη
είχε αρχίσει να κινείται κατά του νεαρού αστυνομικού, ο οποίος
τον έβλεπε να πλησιάζει με απάθεια, χωρίς να προσπαθεί καν

240

να τον πλήξει με το τόξο του. Ο Φιδογητευτής έχοντας ήδη δύο
φίδια ετοιμοθάνατα, δεν ρίσκαρε να χρησιμοποιήσει και τρίτο.
Η μυϊκή του δύναμη και μόνο, ήταν αρκετή για να τους
αποτελειώσει και τους δύο. Έτρεχε με μένος εναντίον του
Φέντουιν με τα χέρια απλωμένα, έτοιμα να συνθλίψουν ότι
άγγιζαν. Ο Φέντουιν τον περίμενε ψύχραιμα και όταν έφτασε
αρκετά κοντά, έσκυψε με μια αστραπιαία κίνηση, απέφυγε τα
χέρια και σηκώνοντας και πάλι το κορμί του, σφήνωσε με
δύναμη το φιαλίδιο που κρατούσε στο στόμα του αντιπάλου
του. Εκείνος έκανε μερικά βήματα φτύνοντας γυαλιά και υγρό
μαζί. Γύρισε και κοίταξε απορημένος τον αστυνόμο από την
Πάρνια.
«Αυτό θα πρέπει να το θυμάσαι φιδάνθρωπε. Το έδινες
στον φιλαράκο σου τον Τίμπελ για να κοιμάται και να
αποφεύγει τις ερωτήσεις μας. Μας ξεγελάσατε για αρκετό
καιρό. Τώρα ήρθε η ώρα να γευτείτε και εσείς το δικό σας
φαρμάκι». Ένιωθε την κακία στη φωνή του καθώς έλεγε αυτές
τις λέξεις, αλλά δεν τον ένοιαζε. Όχι ξέροντας για πόσους
θανάτους ήταν υπεύθυνο αυτό το πλάσμα. Αυτό το πλάσμα το
οποίο άρχισε αργά αλλά σταθερά, να χάνει τον έλεγχο των
κινήσεων του. Τα φίδια του άρχισαν να βγαίνουν από το σώμα
του και να σέρνονται στο έδαφος ζαλισμένα. Το μυώδες σώμα
του έμεινε σχεδόν το μισό, χωρίς τους συντρόφους του να είναι
μέσα του, δανείζοντας του τη δύναμη τους. Τρεκλίζοντας
κατάφερε να φτάσει μερικά εκατοστά μακριά από τον
Φέντουιν, ανίκανος όμως να κάνει κακό. Απλά έπεσε κάτω και
εκεί έμεινε. Ο Φέντουιν δεν ήλπιζε ότι θα μπορούσαν να τον
πείσουν να σταθεί ως μάρτυρας εναντίον των συνωμοτών. Έτσι
χωρίς δισταγμό, έβγαλε το σπαθί του και του έκοψε το κεφάλι.
Το ακέφαλο σώμα που άρχισε να συσπάται μιμήθηκαν και τα
φίδια, πρίν σταματήσουν όλα μαζί, για πάντα.
Ο Φέντουιν έμεινε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα, με το
βλέμμα καρφωμένο στο πτώμα. Του φαινόταν απίστευτο ότι
είχε σκοτώσει τον Φιδογητευτή. Και όμως τα είχε καταφέρει.
Θα μπορούσε όμως να νιώσει περήφανος αργότερα. Ακόμα
υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να γίνουν και χρειάζονταν την

241

συγκέντρωση του. Έτρεξε κοντά στον Καράνταρ που ακόμα
πάλευε να απελευθερωθεί από τα μπάζα. Τον βοήθησε
βγάζοντας τους σωρούς τούβλων από πάνω του και
στηρίζοντας τον για να σταθεί όρθιος. Ο επιθεωρητής τον
κοίταξε με απορία.
«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ πέρα; Δεν ήσουν εκτός Πάρνια
για μια έρευνα;»
«Εκείνη την ημέρα που έφυγες από την Πάρνια, δε σε
πρόλαβα για μόλις μια ώρα. Όταν έμαθα ότι ο Τίμπελ μας
ξέφυγε μέσα από τα χέρια, τότε δεν μπορούσα να ηρεμήσω από
τα νεύρα μου. Έφυγα λοιπόν για σε βρώ εσένα και τον
απατεώνα στην Τύοναν και να τον ξεσκεπάσω».
«Εσύ πώς ξέρεις για τον Τίμπελ; Εγώ σήμερα έμαθα ότι
μας ξεγελούσε τόσον καιρό, αλλά ακόμα δεν ξέρω πώς
ακριβώς. Άκουσα μόνο ότι ήταν ναρκωμένος. Και τι έπαθε ο
Φιδογητευτής; Πώς τον νίκησες;»
«Του έριξα στο στόμα το φάρμακο που τόσον καιρό
έπαιρνε ο Τίμπελ για να συνεχίζει να βρίσκεται σε λήθαργο και
να μας δίνει την εντύπωση ότι είναι σε κώμα. Γι' αυτό ο
Φιδογητευτής είχε εισβάλλει δύο φορές στο νοσοκομείο, χωρίς
να αγγίξει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά του Τίμπελ. Δεν
ερχόταν για να τον σκοτώσει αλλά για να του δώσει το
φάρμακο».
«Έπρεπε να είχαμε υποπτευθεί κάτι».
«Είχα υποπτευθεί αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Αλλά στην
τελευταία επίθεση του Φιδογητευτή άφησε πίσω το φιαλίδιο με
το υγρό. Το πήγα λοιπόν σε έναν ειδικό για να μου πεί περί
τίνος πρόκειται. Δεν φαντάστηκα ότι στο μεταξύ ο Τίμπελ θα
έκανε φτερά».
«Και πώς με βρήκες;»
«Στάθηκα τυχερός. Στην αρχή έψαξα στο τμήμα, αλλά
κανείς δεν ήξερε ότι ήσουν στην πόλη. Μετά πήγα στο παλάτι
και περίμενα απ’ έξω μήπως έβλεπα κάποιο σημάδι ότι ο
Τίμπελ ήταν εκεί. Μετά αποφάσισα να ερευνήσω και άλλα
αρχοντικά της περιοχής και ειδικά του ίδιου του Τίμπελ, αν και
δεν περίμενα να κάνει την ανοησία να πάει εκεί. Ήξερα ότι θα

242

ήθελε να μείνει μυστική η παρουσία του στην πόλη. Απ’ έξω
βέβαια δεν μπορούσα να μάθω και πολλά, αλλά ακόμα και αν
κατάφερνα να μπώ σε κάποιο από αυτά, δεν ήξερα αν θα άξιζε
τον κόπο. Δεν ήξερα που βρίσκεται ο Τίμπελ ή εσύ. Έτσι
συνέχισα να περιπλανιέμαι στους δρόμους με την ελπίδα να
βρώ κάτι. Και είδα τον Φιδογητευτή να βγαίνει από κάπου και
να κουβαλάει κάτι στον ώμο του. Τον παρακολούθησα και
πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ήσουν εσύ. Τελευταία στιγμή τη
γλίτωσες. Εσύ όμως τι έμαθες; Που ήσουν και πώς σε βρήκε ο
Φιδογητευτής;»
Ο Καράνταρ του διηγήθηκε όσα είχε ακούσει για την
συνομωσία κατά του βασιλιά. Μια συνομωσία που είχε ρίζες
βαθιά μέσα στο παλάτι, αφού οι συνωμότες μπορούσαν να
εξασφαλίσουν και έγγραφα με την βασιλική σφραγίδα, όπως
αυτό με το οποίο είχαν αρπάξει τον Τίμπελ μέσα απ’ τα χέρια
τους. Του εξήγησε ότι δεν είχαν πολύ χρόνο και πώς έπρεπε να
βρούν τη Νιίρα, πρίν εκείνη εξαπολύσει την επίθεση της κατά
του βασιλιά. Η διαμάχη αυτή θα ζημίωνε και τους δύο,
προσφέροντας απλόχερα τον θρόνο στους συνωμότες. Ο
βασιλιάς μπορούσε να κατηγορηθεί για ένα σωρό αρνητικά του
χαρακτήρα του, αλλά ο φόνος δεν συγκαταλεγόταν σε αυτά. Η
αδιαφορία του όμως για την επίλυση του μυστηρίου και την
ανεύρεση του ενόχου, ίσως τις προσεχείς ημέρες του κόστιζαν
τον θρόνο. Ξεκίνησαν λοιπόν για το σπίτι της Νιίρα. Δεν είχαν
χρόνο να καθυστερήσουν, φοβούμενοι την οργή της ή
ψάχνοντας για τα κατάλληλα λόγια. Θα έφταναν μπροστά της
και απλά θα της έλεγαν όσα ήξεραν, χωρίς περιστροφές.
Όταν έφτασαν μπροστά από την πύλη μπορούσαν
εύκολα να καταλάβουν ότι κάτι συνέβαινε. Η φρούρηση ήταν
πολύ πιο ενισχυμένη απ’ ότι συνήθως, σαν οι κύριοι του
αρχοντικού να περίμεναν φασαρίες. Οι φρουροί τους κοίταξαν
καχύποπτα, πιάνοντας τις λαβές των σπαθιών τους σε μια
επίδειξη ετοιμότητας. Από την διάθεση τους ο Καράνταρ
κατάλαβε ότι δεν θα τους άφηναν εύκολα να μπούν μέσα,
οπότε θα έπρεπε να ανακαλύψει πόσο μακριά μπορούσε να
φτάσει η εξουσία του, ως επιθεωρητής της αστυνομίας της

243

Τύοναν. Προχώρησε μπροστά, φουσκώνοντας το στήθος του
όσο μπορούσε περισσότερο. Η αγέρωχη όψη ήταν απαραίτητη
σε τέτοιες περιστάσεις. Το αστυνομικό του σήμα λαμπύριζε στο
σημείο της καρδιάς.
«Έρχομαι από την αστυνομία της Τύοναν για ένα πολύ
σημαντικό θέμα για την αρχόντισσα Νιίρα. Παρακαλώ να με
οδηγήσετε σε εκείνη αμέσως». Ένας από τους φρουρούς
πλησίασε λίγο, όντας πάντα έτοιμος να τραβήξει όπλο, αν αυτό
κρινόταν απαραίτητο.
«Η κυρία μου δεν μπορεί να μιλήσει αυτή τη στιγμή σε
κανέναν. Έχει πολύ σημαντικές επισκέψεις και μας ζήτησε να
μην την απασχολήσει κανείς. Θα πρέπει να έρθετε κάποια
άλλη φορά. Φυσικά μπορείτε να αφήσετε όνομα έτσι ώστε να
ειδοποιηθεί για την υπόθεση σας».
«Αυτό είναι αδύνατον. Πρέπει να της μιλήσω για θέματα
που αφορούν την ίδια αλλά και το κράτος. Τίποτα δεν μπορεί
να είναι πιο σημαντικό από αυτό για το οποίο ήρθα. Να την
ειδοποιήσετε αμέσως και να με οδηγήσετε μπροστά της». Ο
φρουρός με μια μικρή λάμψη θυμού να περνάει από τα μάτια
του, προχώρησε λίγο ακόμα.
«Σας εξήγησα ότι δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Παρακαλώ να
φύγετε χωρίς να δημιουργήσετε φασαρίες. Αλλιώς θα
αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω πιο ακραία μέσα για να σας
απομακρύνω». Έσφιξε ακόμα πιο πολύ τη λαβή του σπαθιού
του για να δώσει έμφαση στα λόγια του.
«Ελπίζω να κάνω λάθος και να μην άκουσα, μόλις τώρα,
μια απειλή εναντίον ενός αστυνομικού οργάνου της Τύοναν. Σε
περίπτωση που το ξεχνάτε, είστε ένας απλός πολίτης, ακόμα
και αν δουλεύετε για μια εξέχουσα προσωπικότητα της υψηλής
κοινωνίας. Αν ακουμπήσετε έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά
μου ή του συνεργάτη μου, τότε όλη αστυνομική δύναμη της
πόλης θα πέσει στα κεφάλια σας. Κάτι που επίσης θα γίνει αν
δε με αφήσετε να περάσω. Αυτές τις μέρες, δε νομίζω ότι η
κυρία σου θα εκτιμούσε ιδιαίτερα την προσέλκυση τόσης
προσοχής στο αρχοντικό της. Αν γίνει εδώ κάποια φασαρία,
μπορεί ο κόσμος να αρχίσει να κάνει ενοχλητικές ερωτήσεις.

244

Τότε σίγουρα κάποιος θα πληρώσει για το ατυχές περιστατικό.
Και σε διαβεβαιώνω ότι δεν θα είμαι εγώ». Η αλλαγή από
πληθυντικό σε ενικό αριθμό ταίριαξε τέλεια με το απειλητικό
βλέμμα του Καράνταρ. Έδειξε στον φύλακα ότι οι ευγενείς του
διαθέσεις θα ίσχυαν, μόνο στην περίπτωση που η επιθυμία του
γινόταν πραγματικότητα. Σε αντίθετη περίπτωση θα αγρίευαν
τα πράγματα. Ήλπιζε ότι ο φύλακας θα πίστευε τη μπλόφα.
Γιατί αλλιώς, δεν ήξερε αν θα ήταν σε θέση να συγκεντρώσει
αστυνομική δύναμη και να εισβάλλει διά της βίας στο
αρχοντικό.
Ο άντρας το σκέφτηκε για λίγο και τελικά αποφάσισε να
αποφύγει τους μπελάδες.
«Περάστε στο προαύλιο. Θα στείλω κάποιον να
ειδοποιήσει για τον ερχομό σας».
«Ευχαριστώ πολύ» είπε ο Καράνταρ δείχνοντας την
ικανοποίηση του. Μετά από ολιγόλεπτη αναμονή, πέρασαν
μέσα από τον κεντρικό διάδρομο του ισογείου και ανέβηκαν τις
σκάλες για τον επόμενο όροφο. Ο υπηρέτης που τους οδηγούσε
τους είπε να περιμένουν, καθώς εκείνος χάθηκε μέσα σε ένα
δωμάτιο. Μετά από λίγο ξαναβγήκε και τους ένευσε να μπούν
μέσα. Με δυσκολία κρατούσε την περιφρόνηση για τους δύο
αστυνομικούς, από το πρόσωπο του. Ο Καράνταρ ένιωθε ότι
δεν ήταν καλοδεχούμενοι σε αυτό το σπίτι και ότι η
συμπεριφορά του φύλακα ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Με την είσοδο του στο δωμάτιο παρατήρησε ότι η Νιίρα ήταν
μόνη της. Για αυτό ένιωσε ευγνωμοσύνη. Θα ήταν πιο εύκολο
να πεί ότι είχε να πεί στη Νιίρα προσωπικά, παρά μπροστά στη
μισή αριστοκρατία της χώρας. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε.
Το βλέμμα της δεν προμήνυε τίποτα καλό.
«Κανονικά θα έπρεπε να διατάξω να σε γδάρουν ζωντανό
για τα ψέματα που μου είπες».
«Ποιά ψέματα ακριβώς;»
«Έφυγες από την Πάρνια για μια σύντομη δουλειά.
Υποσχέθηκες ότι θα γυρνούσες νωρίς και τελικά
εξαφανίστηκες. Περίμενα όσο μπορούσα, αλλά ήδη είχα
υποπτευθεί ότι κάτι μου έκρυβες. Αλλιώς γιατί τόση επιμονή

245

να έρθεις στην πόλη μόνος σου; Όταν οι άνθρωποι μου μου
έστειλαν τα νέα για τις φήμες που κυκλοφορούσαν, τότε
κατάλαβα τι μου έκρυβες».
«Σου έκρυψα αυτό που νόμιζα ότι ήταν η αλήθεια, γιατί
ήξερα ότι δεν θα είχες ούτε την ωριμότητα, ούτε την ψυχραιμία
ώστε να πάρεις σωστές αποφάσεις». Τα χείλια της
τραβήχτηκαν πρός τα πίσω από την οργή και έδειξε τα δόντια
της σαν λύκαινα.
«Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι; Ξέρεις τι μπορώ να σου
κάνω…»
«Θα μιλάω όπως θέλω σε μια αυθάδη κακομαθημένη
κοπέλα που τολμάει και με απειλεί αν και γνωρίζει την
ιδιότητα μου. Και από δώ και πέρα κομμένες οι απειλές. Οι
ανώτεροι μου γνωρίζουν όλα όσα σκοπεύεις να κάνεις και ότι
βρίσκομαι εδώ. Αν πάθουμε κάτι εμείς οι δύο όλη η αστυνομία
της Τύοναν θα βρεθεί στην πόρτα σου. Κλείσ’ το στόμα σου
λοιπόν και άκου τι έχω να σου πώ, πρίν κανείς το μεγαλύτερο
λάθος της ζωής σου». Είδε το πρόσωπο της να κοκκινίζει και τις
φλέβες της να πετάγονται στο μέτωπο της. Παρά την εμφανή
οργή της όμως έμεινε σιωπηλή αφήνοντας τον να μιλήσει.
«Ο βασιλιάς είναι αθώος. Οι φήμες δεν είναι αληθινές.
Σήμερα ανακάλυψα ότι κρύβεται κάποιος άλλος πίσω από την
δολοφονία του πατέρα σου. Όλα έγιναν για να ενοχοποιηθεί ο
βασιλιάς. Ο δούκας Τίμπελ σχεδίασε τα πάντα για να
προκαλέσει τη σύγκρουση των ευγενών και του βασιλιά, ώστε
να αποδυναμωθείτε και να καταλάβει αυτός το θρόνο».
«Ο δούκας Τίμπελ; Μα ήταν και αυτός ανάμεσα στα
θύματα. Βρίσκεται ακόμα σε κώμα στην Τύοναν. Δεν είναι
δυνατόν να τα έχει σχεδιάσει όλα αυτός».
«Και όμως είναι. Έπαιρνε όλον αυτόν τον καιρό ένα
φάρμακο που του έδινε τη δυνατότητα να παραμένει
αναίσθητος. Στην πραγματικότητα δεν έπεσε θύμα του
Φιδογητευτή. Αυτός είναι το αφεντικό του και μάλιστα έχει και
συνεργάτες μέσα στο παλάτι. Τώρα βρίσκεται στην Τύοναν και
χαίρει άκρας υγείας». Μπορούσε να δεί τη δυσπιστία στο
πρόσωπο της. Ήταν κάτι που το κατανοούσε. Δεν ήταν μια

246

ιστορία που γινόταν εύκολα πιστευτή. Έπρεπε όμως να την
πείσει. Ήταν η πιο σημαντική αποστολή της ζωής του. Δεν
μπορούσε να αποτύχει.
«Έχεις αποδείξεις για όλα αυτά που μου λές;» ρώτησε η
Νιίρα.
«Αν έρθεις μαζί μου εκεί που κρύβεται ο Τίμπελ, θα δείς
με τα μάτια σου ότι δεν σου λέω ψέματα. Δεν έχω να κερδίσω
τίποτα από το να σε εξαπατήσω Νιίρα. Σκέψου λογικά. Γιατί να
σου πώ ψέματα;»
«Γιατί δεν θές να γίνει πόλεμος. Το ξέρω πολύ καλά ότι
είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τον Νέγουεν να μείνει
ατιμώρητος για όσα έχει κάνει, προκειμένου να μην πληγεί η
ειρήνη στη χώρα. Ευγενής ο σκοπός σου δεν αντιλέγω. Δεν
είναι όμως ευγενές να παραμένει ένας τέτοιος άνθρωπος στο
θρόνο. Η ειρήνη δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτα, αν ο ηγέτης
μας δεν είναι ικανός να καθοδηγήσει τη χώρα σε καλύτερες
μέρες. Αν στον θρόνο καθίσει κάποιος άξιος, τότε λίγο αίμα
αξίζει να χυθεί. Χωρίς θυσίες δεν επιτυγχάνεται το μεγαλείο».
«Δηλαδή ακόμα και αν ο Νέγουεν είναι αθώος, είσαι και
πάλι αποφασισμένη να εξαπολύσεις επίθεση εναντίον του;»
«Ο Νέγουεν ακόμα και αν δεν σκότωσε τον πατέρα μου,
κάθε άλλο παρά αθώος είναι. Ήξερε ότι ο πατέρας μου είχε
μεγάλη δύναμη στα χέρια του. Μεγαλύτερη απ’ όση άρεσε στον
Νέγουεν. Ο θάνατος του πατέρα μου λοιπόν ήταν για αυτόν
θεόσταλτο δώρο. Δεν έκανε την παραμικρή κίνηση για να
συλληφθεί ο δολοφόνος. Ακόμα και αν δεν τα σχεδίασε εκείνος
όλα, η αδιαφορία που επέδειξε τον καθιστά συνένοχο. Και για
αυτή του τη συνενοχή, αύριο θα πληρώσει».
«Αύριο!; Δεν πρέπει να επιτεθείς. Είναι μεγάλο το λάθος
που πάς να κάνεις. Θα καταστραφείς. Τον Τίμπελ δεν τον
σκέφτεσαι; Ακόμα και αν νικήσουν οι δυνάμεις σου τη Βασιλική
Φρουρά, δεν θα αντέξουν ένα ξαφνικό χτύπημα από τους
μισθοφόρους του Τίμπελ και των άλλων συνωμοτών. Και σου
εγγυώμαι, κρύβονται πολλοί πίσω από αυτήν την ιστορία».
«Θα τους αντιμετωπίσω όλους όταν έρθει η ώρας τους.
Τώρα προέχει η απελευθέρωση της χώρας από έναν ανίκανο

247

βασιλιά. Φρουροί!» Αμέσως στο δωμάτιο μπήκαν τέσσερις
μεγαλόσωμοι και οπλισμένοι άντρες.
«Συλλάβετε τους δύο κυρίους. Έχουν σημαντικές
πληροφορίες για την επιχείρηση μας και μπορεί να
μαρτυρήσουν πράγματα που πρέπει να μείνουν κρυφά πάση
θυσία. Φυλακίστε τους αλλά χωρίς να πάθουν κανένα κακό».
Οι φωνές διαμαρτυρίας του Καράνταρ δεν είχαν κανένα
αποτέλεσμα. Τους πήραν σαν τσουβάλια και τους
απομάκρυναν από το δωμάτιο. Εκείνη καθόταν απαθής και
τους έβλεπε να απομακρύνονται. Τους πέταξαν μέσα στο
κελάρι και κλείδωσαν την πόρτα. Απ’ έξω μπορούσε να
ακούσει τις φωνές δύο φρουρών. Απογοητευμένος έκατσε στο
πάτωμα και έκλεισε λίγο τα μάτια του, προσπαθώντας να
ηρεμήσει. Ο Φέντουιν έκατσε δίπλα του.
«Δεν έχεις λόγο να κατηγορείς τον εαυτό σου πλέον. Η
επίλυση της υπόθεσης, όπως διαπίστωσες, δεν είχε καμία
σχέση με την απόφαση της Νιίρα για το αν θα επιτεθεί ή όχι
στον βασιλιά. Ήταν αποφασισμένη. Ίσως το κάνει για να
συνεχίσει το έργο του πατέρα της. Νιώθει χρέος απέναντι του
και θέλει να πραγματοποιήσει εκείνο που ο ίδιος δεν είχε την
ευκαιρία να πραγματοποιήσει. Είναι πολύ πιθανό ακόμα και
αν ο Φένερσιφτ και οι υπόλοιποι ζούσαν, η ιστορία στο τέλος να
είχε πάρει την ίδια τροπή. Ακούγονταν εδώ και πολύ καιρό
φήμες για κάποια συνομωσία κατά του βασιλιά. Απλά κανείς
δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Τελικά αποδείχθηκε ότι οι
συνομωσίες ήταν δύο. Και η μια χρησιμοποίησε την άλλη. Δεν
νομίζω λοιπόν ότι οι δικές μας πράξεις, θα μπορούσαν να
αλλάξουν και πολύ την κατάσταση. Οπότε μην έχεις τύψεις».
«Μάλλον έχεις δίκιο. Θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα. Είτε
όμως θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, βρεθήκαμε και
εμείς στη μέση αυτής της ιστορίας. Και δεν με κάνει να νιώθω
καλύτερα για τον εαυτό μου η διαπίστωση, ότι είμαι ανήμπορος
να κάνω κάτι». Ο Φέντουιν συμφώνησε σιωπηλά με αυτά τα
λόγια, νιώθοντας και ο ίδιος την οργή και την απογοήτευση
κάποιου, που βλέπει τις εξελίξεις να τον προσπερνούν, χωρίς
να μπορεί να κάνει κάτι για να τις κατευθύνει.

248

19
Έμειναν όλο το βράδυ στο κελάρι χωρίς να
συνειδητοποιήσουν πότε τους πήρε ο ύπνος. Την άλλη μέρα
τους ξύπνησαν οι φωνές και ο θόρυβος της προετοιμασίας. Ο
Φέντουιν πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε μπροστά από ένα
παραθυράκι που του πρόσφερε κάποια ελάχιστη ορατότητα. Ο
μικρός μισθοφορικός στρατός συγκεντρωνόταν για να
ξεκινήσει την πορεία του πρός το παλάτι. Οι ευγενείς ήταν
πάνω στα άλογα τους και επέβλεπαν τους άντρες τους. Η
Νιίρα με βλέμμα αδημονίας, χτένιζε από το άλογο της όλο το
στράτευμα, για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κάποιο ψεγάδι
που θα χαλούσε το θρίαμβο της. Όταν όλα ήταν έτοιμα
ξεκίνησαν. Από την πρώτη στιγμή που οι μισθοφόροι
ξεχύθηκαν στους δρόμους της Τύοναν, προκλήθηκε πανικός.
Δεν πείραξαν κανέναν πολίτη, αλλά και μόνο η παρουσία τους
προμήνυε μεγάλες συμφορές για την πόλη. Εκείνη η μέρα θα
βαφόταν κόκκινη. Και συνήθως οι θάνατοι αθώων, δεν λείπουν
από αυτές τις περιπτώσεις. Άντρες και γυναίκες, με τα παιδιά
τους αγκαλιά, έτρεχαν να βρούν κάποιο καταφύγιο είτε στα
σπίτια τους είτε στο πλησιέστερο κτίριο. Οι δρόμοι άδειαζαν
μέσα σε μερικά λεπτά από όπου περνούσε ο στρατός της Νιίρα.
Οι δύο αστυνομικοί έβλεπαν ηττημένοι και το τελευταίο
τμήμα των μισθοφόρων να χάνεται από το πεδίο όρασης τους.
Δεν είχαν λόγια να πούν ο ένας στον άλλον. Απέμειναν
σιωπηλοί λοιπόν, συνειδητοποιώντας ότι σπουδαία γεγονότα
θα διαδραματίζονταν εκείνη την ημέρα. Ξαφνικά η πόρτα
άνοιξε και εμφανίστηκαν οι φρουροί τους. Σηκώθηκαν όρθιοι
αμέσως, με την υποψία ότι οι άντρες της Νιίρα είχαν
αποφασίσει να παρακούσουν την κυρία τους και να τους
βλάψουν, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για τον τρόπο με τον οποίο
τους είχε φερθεί ο επιθεωρητής το προηγούμενο βράδυ. Τα
λόγια ενός από τους φρουρούς όμως, δεν επαλήθευσαν τους
φόβους τους.
«Η αρχόντισσα Νιίρα λέει πώς δεν μπορείτε πλέον να
εμποδίσετε την ροή των γεγονότων. Η επανάσταση ξεκίνησε

249

και θα στεφθεί με επιτυχία ότι και αν κάνετε εσείς. Επομένως
μπορείτε να φύγετε». Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν δύσπιστα και
τελικά, με σκυμμένα τα κεφάλια, αποφάσισαν να φύγουν.
Μόλις βγήκαν έξω στους ερειπωμένους δρόμους, ο Φέντουιν
γύρισε πρόν τον Καράνταρ.
«Τώρα τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε;»
«Σαν αστυνομικοί πρέπει να διασφαλίσουμε τις ζωές των
πολιτών. Το μοναδικό μέρος στο οποίο οφείλουμε λοιπόν να
είμαστε είναι στην περιοχή γύρω από το παλάτι, όπου και θα
λάβουν μέρος οι εχθροπραξίες. Φυσικά θα είναι μια αποστολή
που θα θέσει τις ζωές μας σε άμεσο κίνδυνο. Αν δε θέλεις να
έρθεις λοιπόν, το καταλαβαίνω. Έτσι και αλλιώς στην αναρχία
που επικρατεί αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει κάποια αρχή η
οποία θα μας τιμωρήσει για την αδράνεια μας. Μάλλον θα θές
να γυρίσεις στην Πάρνια».
«Δεν με ξέρεις καθόλου καλά μου φαίνεται. Δεν θα
μπορούσα να γυρίσω την πλάτη μου ούτε σε εσένα, ούτε όμως
και σε αυτές τις τόσο σημαντικές εξελίξεις. Ότι και να γίνει
σήμερα, θα έχει αργά ή γρήγορα επιπτώσεις σε όλη τη χώρα,
επομένως και στην Πάρνια. Πρέπει να έρθω μαζί σου, όχι μόνο
για να βοηθήσω όποιον μπλεχτεί άθελα του σε αυτή τη
διαμάχη, αλλά και για να δώ την έκβαση της. Μπορεί μέχρι το
τέλος της μέρας να έχουμε άλλον βασιλιά. Ή βασίλισσα»
πρόσθεσε πονηρά.
«Γυναίκα στο θρόνο της Θερίνια; Δεν νομίζω ότι έχουμε
προοδεύσει τόσο πολύ για να δεχτούμε κάτι τέτοιο. Μάλλον ο
αρραβωνιαστικός της Νιίρα θα επωφεληθεί από μια πιθανή
της νίκη σήμερα. Αν βέβαια γυρίσει ποτέ του από τα νησιά».
Με αυτά τα λόγια και με τον Φέντουιν να τον ακολουθεί, ο
Καράνταρ κίνησε για το παλάτι. Το τι θα έβλεπαν τα μάτια
τους μόλις έφταναν εκεί, προτιμούσε να μην το σκέφτεται.
***************
Όσο περνούσαν οι μέρες και έφτανε η μεγάλη στιγμή,
αυτός ο άντρας την εξέπληττε όλο και περισσότερο. Είναι
δυνατόν να είχε πέσει τόσο έξω στην αξιολόγηση της για

250

εκείνον; Ίσως και να ήταν έτσι. Αλλά ακόμα και αν είχε κάνει
λάθος για εκείνον, ήταν πολύ αργά πια για να κάνει πίσω. Η
μηχανή της καταστροφής είχε μπεί σε λειτουργία και δεν
μπορούσε να σταματήσει από την στιγμή που είχε ξεκινήσει
για το καταστροφικό της έργο. Εκείνη τη μέρα θα γινόταν
μεγάλη σφαγή, μια σφαγή για την οποία η ίδια ήταν υπαίτια.
Ένα μέρος αυτής της μηχανής αποτελούσε και η ίδια. Το πιο
σημαντικό ίσως. Όλα όσα θα γίνονταν στους δρόμους της
Τύοναν εκείνη τη μέρα ήταν δευτερεύοντα. Όλα είχαν ως
σκοπό να διευκολύνουν την αποστολή την δικιά της, που αν
αποτύγχανε, τότε όλα όσα είχαν γίνει τους τελευταίους μήνες,
θα αποδεικνύονταν μάταια. Η συνομωσία είχε σκοπό την
αλλαγή του άντρα που θα καθόταν στον θρόνο της Θερίνια.
Και εκείνος ο σκοπός βρισκόταν πλέον στα χέρια της και μόνο.
Έπρεπε λοιπόν να φανεί αντάξια των περιστάσεων και με
ψυχρή αποφασιστικότητα να εκτελέσει το καθήκον της. Για
πρώτη φορά όμως από τότε που είχε συλλάβει αυτό το
σατανικό σχέδιο, η δούκισσα Κορντέλια ένιωθε αδύναμη να
προχωρήσει.
Βρισκόταν στα διαμερίσματα του βασιλιά. Ήταν συνεχώς
δίπλα του τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο από δική της επιδίωξη
αλλά και από δική του απαίτηση. Με φρίκη διαπίστωνε ότι είχε
αρχίσει να δημιουργείται ένας δεσμός ανάμεσα τους. Με την
στενή επαφή που χαρακτήριζε πλέον την σχέση τους, είχε
ανακαλύψει κάποια ψήγματα των χαρακτηριστικών, που είχαν
οδηγήσει τους προγόνους του στο μεγαλείο. Η πίεση ίσως της
επανάστασης, η ανάγκη για μια σωστή ηγεσία, είχαν οδηγήσει
τον Νέγουεν να μεταμορφωθεί σε έναν ηγέτη που δεν
περιοριζόταν απλά στο να δίνει εντολές από την άνεση της
κρεβατοκάμαρας του. Ζωσμένος πλέον μόνιμα με σπαθί,
επιθεωρούσε προσωπικά την Βασιλική Φρουρά, η οποία όπως
όλοι τον διαβεβαίωναν, θα κατέπνιγε οποιαδήποτε
επανάσταση. Ο Νέγουεν όμως επέμενε σε διορθώσεις, οι οποίες
θα έφταναν το προσωπικό του στράτευμα στην τελειότητα.
Ανακαλώντας από το πίσω μέρος του μυαλού του τις
στρατιωτικές γνώσεις που του είχε διδάξει ο πατέρας του,

251

σχεδίαζε μαζί με τους στρατηγούς του το σχέδιο απόκρουσης
του εχθρού και αντεπίθεσης, για τον οριστικό εκμηδενισμό του.
Ήταν ένας άνθρωπος τελείως αλλαγμένος. Ένας δραστήριος
άντρας που η Κορντέλια ένιωθε πώς είχε αρχίσει να
ερωτεύεται. Και δεν ήταν μονόπλευρο. Το προηγούμενο βράδυ
της είχε κάνει έρωτα με πρωτοφανές πάθος. Με μια
πρωτόγνωρη λάμψη στα μάτια του. Ήταν σαν ο κίνδυνος που
διέτρεχε, να λειτουργούσε σαν αφροδισιακό για εκείνον.
Καθώς τον έβλεπε να στέκεται στο παράθυρο
περιμένοντας να δεί τη Νιίρα να καταφθάνει στο παλάτι, όλες
αυτές οι σκέψεις στριφογύριζαν στο νού της. Όλη αυτή η
απρόσμενη αγωνία της προκαλούσε ζαλάδα. Ένιωσε με τα
ακροδάχτυλα της την μικρή λεπίδα που βρισκόταν σε μια
κρυφή πτυχή του φορέματος της. Ήταν η λεπίδα με την οποία
θα του έπαιρνε τη ζωή. Η λεπίδα που δεν ήθελε πια να
χρησιμοποιήσει. Πίεσε όμως τον εαυτό της να δεί την αλήθεια
κατάματα. Αν ο Νέγουεν ζούσε και ο Τίμπελ δεν ανέβαινε στον
θρόνο, τότε ο συνένοχος της νιώθοντας προδομένος, θα
αποκάλυπτε στον βασιλιά και την δικιά της ανάμειξη. Αν
αντίθετα ο Τίμπελ νικούσε την αποδυναμωμένη από την μάχη
με την Νιίρα Βασιλική Φρουρά, όταν θα έβρισκε τον Νέγουεν
ζωντανό και εκείνη στο πλευρό του, θα τους εκτελούσε και
τους δύο. Παγιδευμένη λοιπόν σε δύο εκδοχές που οδηγούσαν
αμφότερες στον θάνατο της, η Κορντέλια κατάλαβε ότι έπρεπε
να ακολουθήσει τον μοναδικό δρόμο που ανοιγόταν μπροστά
της. Να σκοτώσει τον βασιλιά της Θερίνια και να γίνει
βασίλισσα στο πλευρό του Τίμπελ.
«Σου συμβαίνει κάτι;» τι ρώτησε βλέποντας την
προβληματισμένη.
«Τίποτα άρχοντα μου. Απλά έχω λίγη αγωνία για την
μάχη». Εκείνος γέλασε και την πλησίασε.
«Μην ανησυχείς καλή μου. Οι άντρες μου είναι άριστοι
πολεμιστές και είναι πρόθυμοι να δώσουν την ζωή τους για τον
βασιλιά τους. Αντίθετα οι μισθοφόροι των ευγενών, πολεμούν
μόνο για το κέρδος. Αν κάτι δεν πάει καλά στη μάχη, θα είναι
οι πρώτοι που θα το βάλουν στα πόδια, αφήνοντας τη Νιίρα

252

ανυπεράσπιστη. Έχω προβλέψει την κάθε λεπτομέρεια. Δεν
γίνεται να χάσουμε σήμερα». Της χάιδευε τα μαλλιά καθώς
μιλούσε και εκείνη ένιωθε αυτή την τρυφερότητα να την πνίγει
με τύψεις. Ήθελε να του πεί ότι δεν τα είχε υπολογίσει όλα. Ότι
δεν είχε υπολογίσει τον τρίτο στρατό που θα εμφανιζόταν μετά
την καταστροφική σύγκρουση. Τον στρατό που θα έβαζε το
τελευταίο λιθάρι σε όλο αυτό το οικοδόμημα ραδιουργιών που
χτιζόταν εδώ και χρόνια.
«Ναί έχεις δίκιο. Με συγχωρείς που αμφέβαλλα για τις
ικανότητες σου. Είσαι και εσύ σπουδαίος ηγέτης όπως οι
προκάτοχοι σου. Είναι πολύ άδικο που οι ευγενείς σε
κατηγορούν για τους φόνους στην Πάρνια. Χωρίς μάλιστα να
έχουν αποδείξεις. Αναρωτιέμαι πώς ξεκίνησαν όλες αυτές οι
φήμες;»
«Χωρίς αμφιβολία από τους ευγενείς. Αφορμή έψαχναν
για να με εκθρονίσουν. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν ήταν οι
ίδιοι οι σημερινοί εχθροί μου, που τους έβγαλαν από την μέση
για να ρίξουν σε εμένα το φταίξιμο. Ακόμα όμως και έτσι να
μην είναι, τότε σίγουρα εκμεταλλεύτηκαν πολύ καλά αυτό το
γεγονός. Και εγώ τους βοήθησα κάνοντας το λάθος να
αδιαφορήσω και να μην φροντίσω προσωπικά για την
διαλεύκανση της υπόθεσης. Αρχικά δεν το θεώρησα σημαντικό.
Μετά όμως το όλο θέμα πήρε πολιτικές διαστάσεις, μέχρι που
φτάσαμε ως εδώ. Σε μια επανάσταση. Ίσως όμως το λάθος μου
να βγεί σε καλό. Σήμερα θα φανεί ποιοί είναι πιστοί σε εμένα
και ποιοί καιροφυλαχτούσαν για να προκαλέσουν την πτώση
μου. Μετά τη νίκη μου θα γίνει εκκαθάριση σε βάθος, στο
παλάτι και σε όλους τους τομείς της κυβέρνησης». Η Κορντέλια
ήξερε καλά τι σήμαινε μια «εκκαθάριση». Σφαγή παντός
αντιφρονούντα, ακόμα και ατόμων που υπήρχε η παραμικρή
αμφιβολία για την πίστη τους. Είχαν χαθεί πολλοί αθώοι και
άξιοι άντρες στη θερινιακή ιστορία, κατά την διάρκεια
παρόμοιων «εκκαθαρίσεων».
«Το καλύτερο απ’ όλα είναι ότι ο λαός θα δεί την Νιίρα
και τους συνεργάτες της, να φέρνουν όλη αυτή την
αναστάτωση στη χώρα. Στην συνείδηση του λαού εγώ απλά θα

253

είμαι το θύμα της υπόθεσης, που προσπαθεί να διατηρήσει την
δίκαιη θέση του. Να διατηρήσει τα κληρονομικά του
δικαιώματα. Αφού τελειώσει αυτή η υπόθεση στο πεδίο της
μάχης, μετά θα πρέπει να κάνω και μια εκστρατεία
προπαγάνδας, που θα με αθωώνει πλήρως από το έγκλημα της
Πάρνια και θα ενοχοποιεί τους μέχρι τότε νεκρούς ευγενείς,
που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι». Η Κορντέλια συνέχισε να
χαμογελάει, δείχνοντας τη συμφωνία της στα σχέδια του
Νέγουεν. Ήξερε ότι ήταν πλέον στο χέρι της το αν θα τα
πραγματοποιούσε ποτέ ή όχι.
Η Νιίρα ήταν εκείνη που έδωσε το σύνθημα για την
επίθεση, με μια πολεμική κραυγή που ακούστηκε καθαρά
στους άντρες της, χωρίς να αμφισβητηθεί από κανέναν. Όλοι
όρμησαν σαν ένα σώμα πρός το παλάτι, καθώς η νεαρή
πολεμίστρια ξεχύθηκε στην επίθεση με το άλογο της,
κραδαίνοντας περήφανα το σπαθί της. Κανείς δεν θα επέτρεπε
να πληγωθεί ο αντρικός του εγωισμός βλέποντας μια γυναίκα
να ρίχνεται στη μάχη πρίν από εκείνον. Θα ήταν κάτι το
πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής. Έτσι την
ακολούθησαν όλοι αφηνιασμένοι και διψασμένοι για αίμα.
Ήταν κάτι στο οποίο η Νιίρα υπολόγιζε ότι θα γίνει. Μην όντας
όμως σίγουρη, αυτή η ξαφνική της έφοδος αποτελούσε ένα
ρίσκο, το οποίο τελικά κέρδισε. Αν η στρατιά έφτανε έξω από
το παλάτι και δίσταζε, τότε όλα θα χάνονταν. Όλες της οι
ελπίδες στηρίζονταν στην ορμή της επίθεσης, στην ωμή
δύναμη. Σε αυτήν την πρώτη φάση τα είχε καταφέρει. Από εκεί
και πέρα ο κάθε στρατιώτης έπρεπε να κάνει το καθήκον του
ξεχωριστά. Η Βασιλική Φρουρά με νεύρα από ατσάλι, είδε την
αντίπαλη δύναμη να ζυγώνει σαν χείμαρρος, έτοιμος να
αφήσει ένα γυμνό τοπίο στο πέρασμα του.
Οι άντρες του Νέγουεν περίμεναν ακίνητοι το
επερχόμενο χτύπημα, χωρίς να ανοιγοκλείνουν ούτε καν τα
βλέφαρα. Αυτή η αφύσικη ακινησία ήταν πιο εκφοβιστική και
από τον χειρότερο πολεμικό παιάνα. Έδιναν στον αντίπαλο την
εντύπωση, ότι τον θεωρούσαν μια απειλή τόσο ασήμαντη, που
δεν είχαν λόγο καν να κουνηθούν από την θέσης τους για να

254

αποφύγουν την επέλαση. Φυσικά αυτή η ψευδαίσθηση
διαλύθηκε όταν την τελευταία στιγμή, οι δύο πρώτες σειρές της
Βασιλικής Φρουράς παραμέρισαν, για να εμφανιστούν τα
τεράστια δόρατα που έκρυβαν οι αφανείς μέχρι εκείνη τη
στιγμή στρατιώτες. Οι ήδη πτοούμενοι επαναστάτες έπεσαν με
τη φόρα που είχαν πάνω στα δόρατα, που διαπέρασαν χωρίς
καμία δυσκολία σάρκα αλόγων και ιππέων, προκαλώντας τον
όλεθρο. Από την πρώτη στιγμή της σύγκρουσης,
παρουσιάστηκε η ανάγκη για ανασύνταξη των πολεμιστών της
Νιίρα. Όλοι όμως οι ευγενείς ήταν απασχολημένοι σε μάχες
σώμα με σώμα ή νεκροί, ώστε να μην μπορούν να
καθοδηγήσουν τους πολεμιστές τους και η Νιίρα βρισκόταν
πεσμένη μαζί με τα θύματα του πρώτου κύματος της επίθεσης.
Καθώς οι Βασιλικοί Φρουροί με τα δόρατα πίεζαν το κέντρο των
επαναστατών, οι υπόλοιποι είχαν ήδη ξεχυθεί στα δύο άκρα
δημιουργώντας έναν κλοιό από σπαθιά αδιαπέραστο. Ένα
κομμάτι των επαναστατών όμως κατάφερε να αποσπαστεί από
τον όχλο και ο αρχηγός τους τους διέταξε να ανασυνταχθούν
σε σχηματισμό εφόδου. Θα εφορμούσαν ξανά, χωρίς όμως αυτή
τη φορά να τους περιμένουν εκπλήξεις.
Και πάλι οι προβλέψεις τους ήταν λανθασμένες. Καθώς η
μικρή ομάδα ετοιμαζόταν να επιτεθεί με τον γενναίο αρχηγό
της μπροστάρη, εμφανίστηκαν από τα παράθυρα και τις
σκεπές των κοντινών κτιρίων οι τοξότες του Νέγουεν,
στερώντας τους την ευκαιρία να βοηθήσουν τους συντρόφους
τους. Τα θανατηφόρα βέλη τους λίγες φορές αστόχησαν,
ρίχνοντας νεκρό πρώτα τον αρχηγό για να προκαλέσουν τον
τρόμο και μετά όλους τους υπόλοιπους. Οι λίγοι επαναστάτες
που πρόλαβαν να αντιδράσουν απαντώντας και αυτοί με δικά
τους βέλη, βρέθηκαν σύντομα με δύο ή και παραπάνω βέλη
καρφωμένα στην πλάτη τους. Δεν καλύπτονταν από πουθενά
καθώς ήταν περικυκλωμένοι από παντού. Μέσα σε μερικά
λεπτά η τελευταία ελπίδα των επαναστατών για ανάκαμψη,
κειτόταν στους αιματοβαμμένους δρόμους της Τύοναν.
Η σφαγή του κυρίως σώματος του στρατού της Νιίρα, που
ήταν επίσης περικυκλωμένο, ήταν αντίστοιχη. Ο στρατός των

255

εξεγερθέντων ευγενών κατέρρεε χωρίς κάποια ένδειξη
βελτίωσης της κατάστασης. Αντίθετα τα πράγματα έδειχναν
ότι επιζώντες θα υπήρχαν μονάχα αν οι Βασιλικοί έπαιρναν
εντολή από τον Νέγουεν να δείξουν έλεος, ενδεχόμενο μάλλον
απίθανο. Η Νιίρα συνήλθε από την λιποθυμία που είχε
προκληθεί από την πτώση του αλόγου της και το χτύπημα στο
κεφάλι της. Ευτυχώς η περικεφαλαία είχε προστατεύσει το
κρανίο και τον αυχένα της. Ένιωθε ότι το κεφάλι της πήγαινε
να σπάσει και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Εκτός από
εκείνον στο κεφάλι της ένιωθε και έναν οξύ πόνο στο αριστερό
της πόδι. Σηκώνοντας το βλέμμα διαπίστωσε ότι είχε πλακωθεί
από το άλογο της. Δεν ήξερε πόση ζημιά είχε πάθει ή αν
μπορούσε να περπατήσει, πάντως το σίγουρο ήταν ότι δεν
μπορούσε να σηκώσει το νεκρό άλογο χωρίς βοήθεια. Κοίταξε
γύρω της βλέποντας την καταστροφή των σχεδίων της.
Τουλάχιστον όταν θα συναντούσε τον πατέρα της στον άλλο
κόσμο, θα μπορούσε να του πεί ότι έκανε ότι μπορούσε. Δεν
δείλιασε μπροστά στον εχθρό και έπεσε στο πεδίο της μάχης.
Ίσως ο Αθίριλ αν μάθαινε για τον θάνατο της, να έπαιρνε
εκείνος εκδίκηση σκοτώνοντας τον αδερφό του.
Μέσα από το χάος ξεχώρισε έναν Βασιλικό να
κατευθύνεται πρός το μέρος της. Βρήκε το σπαθί της πεσμένο
λίγα εκατοστά πιο πέρα από εκείνη και το άρπαξε. Έστω και
πλακωμένη θα έφευγε πολεμώντας. Ο άντρας γέλασε
δείχνοντας να διασκεδάζει με τις απελπισμένες προσπάθειες
της αδύναμης αντιπάλου του. Ξεκίνησε την επίθεση του με
μερικές περιπαιχτικές σπαθιές, για να την γελοιοποιήσει
ακόμα περισσότερο. Η Νιίρα με σπασμωδικές κινήσεις
προσπαθούσε να προβάλλει κάποια υποτυπώδη αντίσταση.
Ήταν φανερό πώς ήταν θέμα χρόνου πρίν δεχθεί το τελικό
χτύπημα. Με ένα ξαφνικό και δυνατό τίναγμα του σπαθιού του
ο άντρας τρύπησε το μπράτσο της. Η σουβλιά που ένιωσε στο
χέρι της την έκανε να ρίξει το σπαθί, μένοντας έτσι τελείως
ανυπεράσπιστη. Ο στρατιώτης πλησίασε για να βάλει τέλος
στην εύκολη για εκείνον διαμάχη. Εκείνη μην ξεχνώντας ποτέ
την περηφάνια που επέβαλλε η καταγωγή της, κάρφωσε το

256

βλέμμα της πάνω του, αρνούμενη να δείξει φόβο έστω και στο
τέλος. Μια φωνή όμως σταμάτησε τον στρατιώτη πρίν
εκτελέσει το θύμα του. Ήταν η φωνή του Καράνταρ.
«Μην τολμήσεις να την πειράξεις». Ο Φρουρός γύρισε να
κοιτάξει τον παχουλό αστυνομικό και παραξενεύτηκε. Οι
υπόλοιποι αστυνομικοί νιώθοντας κάποια αμηχανία για την
όλη υπόθεση, είχαν αποφασίσει να απέχουν από την μάχη.
Φαίνεται όμως ότι υπήρχαν και εξαιρέσεις. Αποφάσισε ότι η
ανήμπορη κοπέλα δεν θα πήγαινε πουθενά, μέχρι να δώσει
ένα μάθημα σε αυτό το παχύδερμο που τόλμησε να τον
προκαλέσει. Επιτέθηκε λοιπόν ξαφνικά για να τελειώνει
γρήγορα και να μην χάσει άλλο το χρόνο του με αυτούς τους
δύο. Με ανέλπιστη ταχύτητα για τα κιλά του ο Καράνταρ
απέφυγε το αντίπαλο σπαθί και στριφογυρίζοντας γύρω από
τον εαυτό του, κατάφερε ένα χτύπημα στο πλευρό του
αντιπάλου του. Αίμα άρχισε να αναβλύζει από το βαθύ κόψιμο.
Ο στρατιώτης όμως δεν πτοήθηκε. Οργισμένος και με πρόσωπο
κατακόκκινο, όρμησε να κατασπαράξει τον Καράνταρ. Τα δύο
σπαθιά συναντήθηκαν με μια εντυπωσιακή κλαγγή, καθώς
τραντάζονταν τα σώματα των μονομάχων. Ο Καράνταρ
χρησιμοποιώντας έξυπνα τον όγκο του, απώθησε τον άλλον
άντρα ο οποίος έχασε για μια στιγμή την ισορροπία του. Αυτή η
μια στιγμή ήταν αρκετή, ώστε ο αστυνομικός να τον κλωτσήσει
στο θώρακα και να τον σωριάσει κάτω. Ο πεσμένος άντρας
προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ο Καράνταρ πάτησε τον καρπό
του οπλισμένου χεριού. Ο ετοιμοθάνατος γρύλισε μην
μπορώντας να αποδεχθεί την ήττα. Το σπαθί που πέρασε μέσα
από το στόμα του κόβοντας σχεδόν το κεφάλι του στα δύο,
έσβησε κάθε ήχο.
Ο αστυνόμος γεμάτος ανησυχία θηκάρωσε το σπαθί του
και έτρεξε στο πλευρό της γυναίκας για την οποία ρίσκαρε τη
ζωή του. Τη γυναίκα που πλέον δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι
αγαπούσε. Ήταν σώα και τον κοιτούσε με μάτια που
φανέρωναν την έκπληξη της με τον πιο εύγλωττο τρόπο. Το
μπράτσο της αιμορραγούσε και το πόδι της ήταν πλακωμένο
από το ογκώδες άτι. Αλλά δεν φαινόταν να έχει πάθει κάτι πιο

257

σοβαρό. Επειδή δεν είχαν χρόνο για εξηγήσεις, δεν της είπε
τίποτα. Άρπαξε το άλογο και με τρομερή δύναμη το σήκωσε
όσο χρειαζόταν, ώστε να μπορέσει η Νιίρα να απελευθερωθεί.
Εκείνη μετακινήθηκε δαγκώνοντας τα χείλια της για να μην
φωνάξει από τον πόνο. Ύστερα την σήκωσε στα χέρια του και
άρχισε να απομακρύνεται από το πεδίο της μάχης. Στάθηκαν
τυχεροί γιατί το κέντρο της διαμάχης είχε μεταφερθεί μακριά
τους. Έτσι κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν χωρίς να τους
αντιληφθεί κανείς. Οι τοξότες στα κτίρια όμως καραδοκούσαν.
Έχοντας καλή οπτική γωνία, αντιλήφθηκαν την φυγή του
Καράνταρ και άρχισαν να τον βάλλουν από ψηλά. Τα δύο
πρώτα βέλη πέρασαν σφυριχτά πάνω από το κεφάλι του, αλλά
το τρίτο τον πέτυχε στον αριστερό ώμο. Έπεσε κάτω βάζοντας
το σώμα του ανάμεσα στους τοξότες και τη Νιίρα για να την
προστατεύσει. Οι αιχμηρές σαΐτες έπεφταν βροχή και έτσι
όπως είχαν ακινητοποιηθεί ο θάνατος τους ήταν σίγουρος,
αργά ή γρήγορα. Ξαφνικά όμως μια άμαξα εισέβαλλε στο
σκηνικό, στερώντας από τους τοξότες την καλή ορατότητα που
είχαν μια στιγμή πρίν. Στάθηκε ανάμεσα στους τοξότες και το
καταδικασμένο ζευγάρι. Ο Φέντουιν που την οδηγούσε, πήδηξε
κάτω και έτρεξε κοντά τους.
«Σήκω δεν έχουμε πολύ χρόνο. Πρέπει να χωθούμε σε
κάποιο στενάκι και να χαθούμε από τα μάτια τους». Ο νεαρός
γύρισε να κοιτάξει την άμαξα που δεν μπορούσε πια να
χρησιμοποιηθεί. Τα δύο άλογα που την έσερναν είχαν πέσει
ήδη νεκρά από τα εχθρικά βέλη. Πήρε τη Νιίρα από τα χέρια
του τραυματισμένου φίλου του και άρχισαν να τρέχουν με όσο
περισσότερη ταχύτητα τους επέτρεπαν οι δυνάμεις τους. Πίσω
τους μπορούσαν να ακούσουν τις κραυγές χαράς των νικητών,
καθώς και την αγωνία των τραυματισμένων ή ετοιμοθάνατων.
Η μάχη δεν είχε καμία έκπληξη σχετικά με την έκβαση
της. Όπως φαινόταν από τα πρώτα λεπτά της μάχης έτσι και
έγινε. Η νίκη του Νέγουεν ήταν συντριπτική. Οι αρχηγοί της
επανάστασης αναζητήθηκαν ανάμεσα στους επιζώντες και
συνελήφθησαν. Δεν είχαν μείνει ούτε οι μισοί από όσους είχαν
ξεκινήσει αυτό το επικίνδυνο εγχείρημα. Όσο για τους κοινούς

258

στρατιώτες που είχαν χρησιμοποιηθεί, εκτελούνταν επί τόπου.
Και τους ευγενείς τους περίμενε παρόμοια μοίρα. Ο Νέγουεν
δεν θα άφηνε τους νόμους του κράτους να τον συγκρατήσουν
από την εκδίκηση του. Απλά η δική τους εκτέλεση θα γινόταν
ένα δημόσιο θέαμα, για τα μάτια όλου του κόσμου. Θα έστελνε
έτσι το κατάλληλο μήνυμα πρός κάθε κατεύθυνση. Καθώς ο
Νέγουεν είχε βγεί από την ασφάλεια του παλατιού του και
περιφερόταν ανάμεσα στα πτώματα, γευόμενος τους καρπούς
της νίκης του, ένας στρατός ετοιμαζόταν να μπεί στην πόλη,
μετατρέποντας τον θρίαμβο του σε τραγωδία. Ο στρατός του
Τίμπελ σχηματιζόταν αργά αλλά σταθερά για χρόνια. Μικρές
ομάδες ανθρώπων με την πρόφαση της αναζήτησης εργασίας,
έμπαιναν στην πόλη και περίμεναν το κάλεσμα του εργοδότη
τους. Έτσι σχηματίστηκε ένα σώμα κάτω από την μύτη του
αδιάφορου βασιλιά, χωρίς να κινηθεί καμία υποψία. Μετά από
την μεγάλη αναμονή οι πολεμιστές αυτοί, που σκότωναν για
επάγγελμα, είχαν επιτέλους συγκεντρωθεί για την μεγάλη
στιγμή.
Άνθρωποι που επίσης δούλευαν για τον Τίμπελ, είχαν
σταθεί σε στρατηγικά σημεία της πόλης και μόλις η μάχη
τελείωσε, έκαναν το σινιάλο που πληροφορούσε τον δούκα για
τον νικητή και για την λήξη της μάχης. Ο δολοπλόκος άντρας
χαμογέλασε πονηρά. Όλα μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν πάει
ακριβώς όπως τα είχε σχεδιάσει. Είχε έρθει η ώρα του για να
δράσει. Το πιο αποφασιστικό κομμάτι του σχεδίου του
επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Σήκωσε το χέρι του και
ακολουθούμενος από την δύναμη που είχε συγκεντρώσει,
κατέβηκε τον λόφο που είχε χρησιμοποιήσει για
παρατηρητήριο. Η αλαζονεία των Θερίνιων βασιλιάδων είχε
στερήσει την Τύοναν από οποιαδήποτε μορφή οχύρωσης. Ποιός
εχθρός θα ήταν αρκετά δυνατός, ώστε να περάσει νικηφόρα
από τα πανίσχυρα συνοριακά φυλάκια και να φτάσει στην
καρδιά του βασιλείου; Έτσι με χαρακτηριστική ευκολία, το
μείγμα Θερίνιων και βαρβάρων μισθοφόρων του επίδοξου
σφετεριστή, έκανε την είσοδο του στην πρωτεύουσα. Για
δεύτερη φορά μέσα σε μια μέρα, οι κάτοικοι ένιωσαν τον τρόμο

259

ενός προελαύνοντος στρατού. Όταν ο Νέγουεν άκουσε τον
συναγερμό που καλούσαν οι άντρες του, ένα σκοτεινό
προαίσθημα κατάπιε το νού του.

260

20
Η θέα της Φέργκα προκάλεσε στο στήθος του Αθίριλ ένα
φούσκωμα που του κόβε την ανάσα. Με δυσκολία
προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα συγκίνησης, που
είχαν βαλθεί να τον ρεζιλέψουν μπροστά σε όλους του τους
άντρες. Αυτήν την στιγμή την έτρεμε, αφού ήταν πεπεισμένος
ότι ο φθόνος του αδερφού του, θα του αφαιρούσε όποιο κύρος
είχε καταφέρει να κερδίσει σε αυτήν την εκστρατεία. Το μόνο
που τον παρηγορούσε ήταν η ελπίδα, ότι ο κόσμος θα συνέδεε
την επιτυχία με το όνομα του, αποτυπώνοντας το έτσι στην
ιστορία του τόπου. Παρά τους φόβους του όμως για την
αναγκαστική του επιστροφή στην πατρίδα, η χαρά που ένιωθε
μέσα του κόντευε να τον κατακλύσει. Άλλωστε δεν μπορούσε
να μην σκέφτεται ότι θα έβλεπε ξανά τη Νιίρα. Η παρουσία της
και μόνο θα ήταν ικανή να διώξει όλα τα σύννεφα από την
ψυχή του. Αν δεν ήταν στην πόλη θα έστελνε στην Τύοναν
αγγελιοφόρο να την ειδοποιήσει για την άφιξη του. Μετά θα
μπορούσε να αντιμετωπίσει τον αδερφό του.
Η «Αέρινη» έδεσε στο λιμάνι της Φέργκα και ο Αθίριλ
κατέβηκε βιαστικός. Οι κάτοικοι της παραθαλάσσιας πόλης
άρχισαν να συγκεντρώνονται στο λιμάνι, για να είναι
παρόντες στην επιστροφή του μεγάλου στόλου. Ο Αθίριλ όμως
παρατήρησε με δυσφορία, ότι δεν εκδήλωναν ανοιχτά την χαρά
τους και τον ενθουσιασμό τους για την επιστροφή του. Μήπως
η παρουσία του στόλου δεν ήταν αρκετή για να δείξει στους
Θερίνιους ότι είχαν γυρίσει νικητές; Θα ανέβαινε σε κάποιο
ψηλό σημείο, όπου θα μπορούσε να ακουστεί καθαρά απ’
όλους και θα ξεδιάλυνε τις όποιες αμφιβολίες είχαν. Όταν
όμως είδε το κατακίτρινο πρόσωπο του δημάρχου της Φέργκα
να τον πλησιάζει βιαστικά, τότε κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε
συμβεί και είχε αναγκάσει τους θαλασσινούς να είναι τόσο
κουμπωμένοι στην υποδοχή.
«Πρίγκιπα Αθίριλ καλώς ήρθατε. Τα νέα για τις μυθικές
σας νίκες έχουν φτάσει σε εμάς από καιρό. Τα νησιά από πού
περάσατε, δεν σταμάτησαν να στέλνουν γράμματα

261

ευγνωμοσύνης πρός την κυβέρνηση της χώρας, για την
ευεργετική σας παρουσία στους ωκεανούς». Ο Αθίριλ έχασε
την υπομονή του με όλες αυτές τις γαλιφιές και αποκρίθηκε
πιο απότομα απ’ όσο θα επιθυμούσε.
«Δήμαρχε στάζετε ολόκληρος από τον ιδρώτα και είστε
κάτωχρος. Δεν κάνει τόση ζέστη, οπότε υποθέτω ότι κάτι δεν
πάει καλά. Μιλήστε μου ελεύθερα, οφείλω να ξέρω τα πάντα
που συμβαίνουν στη χώρα». Ο δήμαρχος πήρε μια βαθιά ανάσα
και μίλησε αφού το βλέμμα του Αθίριλ δεν του άφηνε
περιθώρια για ανυπακοή.
«Στην Τύοναν έχει ξεσπάσει πόλεμος. Μια ομάδα
αντιφρονούντων ευγενών ξεσηκώθηκε με αφορμή μια ομαδική
δολοφονία που έγινε στην Πάρνια. Οι επαναστάτες
κατηγορούν τον βασιλιά για το έγκλημα και κινήθηκαν
εναντίον του για να τον εκθρονίσουν. Δεν έχουμε πληροφορίες
για την έκβαση της μάχης, αλλά τα τελευταία νέα που είχαμε
ήταν, ότι οι ευγενείς είχαν κυκλώσει το παλάτι και η Βασιλική
Φρουρά καθοδηγούμενη από τον ίδιο τον αδερφό σας,
ετοιμαζόταν να τους αποκρούσει». Ο Αθίριλ ένιωσε ένα
συναίσθημα παρόμοιο με πτώση σε απύθμενο λάκκο. Το στόμα
του στέγνωσε και έχασε τα λόγια του. Με δυσκολία κατάφερε
τελικά να ξεστομίσει την ερώτηση του.
«Ξέρεις αν ανάμεσα στους επαναστάτες ήταν και ο
δούκας Φένερσιφτ;» Ο δήμαρχος έχασε και αυτό το ελάχιστο
χρώμα που του είχε απομείνει.
«Άρχοντα μου, ο αγαπημένος μας δούκας Φένερσιφτ ήταν
ένας από τους φονευθέντες της Πάρνια». Ο λάκκος για τον
Αθίριλ έγινε ακόμα πιο σκοτεινός. Το αξίωμα του όμως
απαιτούσε ψυχραιμία. Οι γονείς του του είχαν απαγορεύσει
από πολύ παλιά, να δείχνει στους υπηκόους του την παραμικρή
αδυναμία, ή γενικά το οποιοδήποτε συναίσθημα. Έκανε τη
φωνή του όσο πιο ψυχρή και σταθερή μπορούσε.
«Δήμαρχε αν υπάρχουν άλλα άσχημα νέα θα ήθελα να
τα μάθω. Ας τελειώνουμε επιτέλους με όλες αυτές τις
εκπλήξεις. Τι άλλο πρέπει να μάθω πρίν φύγω για την Τύοναν
για να βοηθήσω τον αδερφό μου;»

262

«Έχουμε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που αφορά την
αρραβωνιαστικιά σας. Λέγεται ότι πήρε και αυτή μέρος στην
επανάσταση. Ήταν μάλιστα πρωτεργάτισσα της επίθεσης.
Είναι όμως ανεπιβεβαίωτη πληροφορία όπως σας είπα. Μπορεί
να πρόκειται απλώς για μια φήμη». Ο δήμαρχος είπε τις
τελευταίες λέξεις με φωνή τρεμάμενη. Ο Αθίριλ επιστράτευσε
όλο του το κουράγιο για να συγκρατήσει τα συναισθήματα του.
Οργή, απογοήτευση, έκπληξη, όλα πάλευαν μέσα του για να
βγούν στην επιφάνεια, ενώ εκείνος προσπαθούσε με όλες του
τις δυνάμεις να μην αφήσει τίποτα να φανεί πρός τα έξω. Τα
χτυπήματα όμως ήταν απανωτά. Ο αδερφός του και η
αρραβωνιαστικιά του σε αντίπαλα στρατόπεδα; Εμφύλιος στη
χώρα που άφησε σε ειρήνη; Ο πεθερός του νεκρός ίσως με
εντολή του αδερφού του; Πώς ήταν δυνατόν να είχαν αλλάξει
τόσο πολύ τα πράγματα τον καιρό που έλειπε; Τι είδους κατάρα
είχε πέσει στον τόπο του. Χωρίς να πεί κουβέντα έκανε
μεταβολή και κατευθύνθηκε πρός την «Αέρινη». Έπρεπε να
απευθυνθεί στο στρατό του, να εξηγήσει πώς είχε η κατάσταση
και να οδηγήσει τους πολεμιστές του στο πλευρό του αδερφού
του, πρίν να ήταν πολύ αργά.
Ανέβηκε βιαστικά και βρήκε τον Ντάργκαν που έδινε
οδηγίες στους ναύτες. Τον πλησίασε και ο καπετάνιος με την
πρώτη ματιά που του έριξε, κατάλαβε ότι κάτι τον είχε
αναστατώσει. Τον ρώτησε τι είχε συμβεί και ο Αθίριλ τον πήρε
παράμερα για να του εξηγήσει τα γεγονότα και να του
γνωστοποιήσει την απόφαση του να χρησιμοποιήσει το στρατό,
για να βοηθήσει τον αδερφό του. Ο καπετάνιος έμεινε
σιωπηλός χωρίς να εκφέρει γνώμη. Ο Αθίριλ υπέθεσε ότι
άφηνε την απόφαση εξ ολοκλήρου πάνω του και ότι τον
θεωρούσε ακόμα αρχηγό του, παρόλο που η εκστρατεία είχε
λάβει τέλος. Σε μερικές ώρες οι εντολές είχαν δοθεί και οι
Θερίνιοι
στρατιώτες
απογοητευμένοι
που
δεν
θα
ξεκουράζονταν και συνάμα ανήσυχοι για τα τεκταινόμενα
στην Τύοναν, άρχισαν να σχηματίζουν σειρές σε στέρεο πλέον
έδαφος, με το βλέμμα και το νού στην πρωτεύουσα. Η στρατιά
του Αθίριλ θα ξεκινούσε, μόλις και ο τελευταίος στρατιώτης

263

κατέβαινε από τα καράβια του ένδοξου στόλου. Τα μαχητικά
πλεούμενα που τόσον καιρό μετέφεραν τις ελπίδες και τους
άντρες της Θερίνια, έμεναν τώρα μόνα τους, με ελάχιστο
αριθμό πληρώματος για να τα φυλάει και να τα συντηρεί. Υπό
κανονικές συνθήκες ο στόλος δεν θα έμενε τόσο αφύλακτος. Η
κρισιμότητα της κατάστασης όμως επέβαλλε στον Αθίριλ να
πάρει το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του και να σπεύσει
υπέρ της διατήρησης της νομιμότητας. Έστω και αν αυτή
εκφραζόταν με τον Νέγουεν στον θρόνο.
Ο Αθίριλ δεν σκόπευε να αφήσει τις προσωπικές τους
διαφορές να επηρεάσουν την τύχη του βασιλείου. Πίστευε στον
θεσμό του βασιλιά, αφού γεννήθηκε και μεγάλωσε στα
ανάκτορα της Τύοναν. Ήταν μεγαλωμένος με την πεποίθηση
ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση θα μπορούσε να οδηγήσει στην
αναρχία. Για αυτόν το λόγο από παλιά, δεν ήθελε να ακούει
κουβέντα από τον Φένερσιφτ για αντικατάσταση του Νέγουεν
από τον ίδιο. Επίσης όμως είχε υποχρέωση να προστατεύει και
τους νόμους του κράτους. Αν ο αδερφός του είχε τολμήσει να
αγγίξει τον Φένερσιφτ, τότε θα φρόντιζε να τιμωρηθεί με τα
νόμιμα μέσα. Το τι θα έκανε με τη Νιίρα αν όντως εκείνη είχε
πάρει μέρος στην επανάσταση, αυτό δεν ήθελε ούτε να το
σκέφτεται. Καθώς απομακρύνονταν από την Φέργκα, ο
Ντάργκαν που ίππευε κοντά του, φαινόταν σκεφτικός και
θλιμμένος. Ο Αθίριλ ένιωσε ότι ήταν υποχρεωμένος να
ενδιαφερθεί για το τι απασχολούσε τον φίλο του.
«Ντάργκαν θέλω να σε ευχαριστήσω που έρχεσαι μαζί
μου. Καταλαβαίνω πόσο δύσκολο σου είναι να αφήνεις τη
θάλασσα και την «Αέρινη», για να πολεμήσεις μαζί μου».
«Δεν είναι η «Αέρινη» ο λόγος που είμαι θλιμμένος. Ο
θάνατος του δούκα Φένερσιφτ ήταν μεγάλο πλήγμα για μένα».
«Δεν ήξερα ότι ήσασταν τόσο δεμένοι».
«Με τον δούκα είχαμε πολεμήσει στο παρελθόν μαζί,
όταν εσύ ακόμα ήσουν αγέννητος, αλλά και αργότερα. Αυτές οι
κοινές αναμνήσεις είχαν δημιουργήσει μια δυνατή φιλία
ανάμεσα μας. Ο θάνατος του είναι κάτι που δεν μπορώ εύκολα
να δεχτώ».

264

«Γι’ αυτό έρχεσαι στην Τύοναν; Για να βρείς τον δολοφόνο
και να πάρεις εκδίκηση;»
«Όχι είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό. Είμαι γέρος πια και
δεν έχω μέσα μου αρκετή δύναμη για να γυρεύω εκδίκηση. Μου
λείπει η φλόγα, η οργή, όπως θές πέσ’ το. Έχω όμως δώσει μια
υπόσχεση στον Φένερσιφτ και πρέπει να την τηρήσω. Μέχρι
τουλάχιστον να περάσει ο κίνδυνος».
«Μα τι λές τώρα; Ποιά υπόσχεση;»
«Πρίν ξεκινήσει η εκστρατεία κατά των πειρατών, ο
Φένερσιφτ χρησιμοποίησε όλη του την επιρροή για να βρεθείς
στην «Αέρινη». Από την στιγμή που θα ήσουν στο καράβι μου
θα ήσουν και δική μου ευθύνη. Ο φίλος μου και πατέρας της
αρραβωνιαστικιάς σου, με έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα άφηνα
κανένα κακό να σε βρεί και ότι θα σε γυρνούσα σώο πίσω στη
Θερίνια. Δύσκολη υπόσχεση να κρατήσει κανείς, αν σκεφτείς
ότι λίγο έλειψε να μην είμαι καν ζωντανός ώστε να σε
προστατεύω. Πάντως λίγο η τύχη, λίγο ότι πολεμήσαμε
γενναία και άξια, τελικά τα καταφέραμε και είμαστε και οι δύο
ζωντανοί σήμερα. Δεν μπορώ όμως να σε αφήσω τώρα που
ένας νέος κίνδυνος εμφανίστηκε. Και αυτήν την περιπέτεια
πρέπει να τη ζήσουμε μαζί».
«Ντάργκαν όπως τα βλέπω εγώ τα πράγματα δεν μου
χρωστάς τίποτα. Η εκστρατεία τελείωσε και η υπόθεση στην
οποία ριχνόμαστε τώρα, είναι τελείως διαφορετική και καμία
σχέση δεν έχει με τους πειρατές. Τυπικά δεν έχω πλέον καν
στρατιωτικό αξίωμα. Η εξουσία που μου είχε δοθεί ήταν
προσωρινή. Οι στρατιώτες με ακολουθούν από αφοσίωση ή
ίσως επειδή κάποιος παρέλειψε να τους ενημερώσει για αυτήν
την μικρή λεπτομέρεια. Εσύ όμως πραγματικά δεν χρειάζεται
να νιώθεις καμία υποχρέωση απέναντι μου. Αν θές μπορείς και
τώρα να γυρίσεις στο λιμάνι».
«Μικρέ δεν καταλαβαίνεις τίποτα μου φαίνεται. Μετά
από τόσες περιπέτειες δεν μου είναι εύκολο να σε αφήσω.
Πονάω όταν φεύγω από το καράβι μου, αλλά πονάω επίσης
όταν χάνω τον άνθρωπο που πήρα άβγαλτο παιδαρέλι και τον
είδα να βρίσκει τον πολεμιστή που κρυβόταν μέσα του. Αν δεν

265

σταθεροποιηθεί η κατάσταση στη χώρα και δεν νιώθω
σίγουρος για την ασφάλεια σου, δεν μπορώ να σε αφήσω μόνο
σου. Θα πάμε λοιπόν στη Τύοναν και ότι είναι να πάθουμε, θα
το πάθουμε μαζί». Ο Αθίριλ ένιωσε συγκίνηση από την ένδειξη
αφοσίωσης του γέρου καπετάνιου. Συνέχισαν λοιπόν σιωπηλά
την πορεία τους, όταν ξαφνικά άκουσαν τις φωνές των
στρατιωτών και τις μακρινές φωνές ανησυχίας των
Φεργκανών. Ο Αθίριλ ακολούθησε τα έκπληκτα βλέμματα των
αντρών του και κατάλαβε ότι ο κίνδυνος ερχόταν από την
θάλασσα. Άρπαξε το κιάλι του και κοίταξε στον ωκεανό,
νιώθοντας κρύο ιδρώτα να τον κόβει. Ένας τεράστιος στόλος,
σίγουρα μεγαλύτερος από τον θερινιακό, κατευθυνόταν με
ταχύτητα στο λιμάνι. Οι πειρατικές σημαίες που κυμάτιζαν στα
ξάρτια τους, μαρτυρούσαν και τις άγριες διαθέσεις τους.
Τα ελάχιστα πληρώματα που είχαν μείνει στα πλοία, δεν
είχαν καμία ελπίδα απέναντι στον πανέτοιμο και πολυπληθή
αντίπαλο. Ο στρατός του Αθίριλ δεν είχε τον χρόνο να
προλάβει να φτάσει στη θάλασσα. Ο ένδοξος θερινιακός
στόλος σύντομα θα μετατρεπόταν σε αποκαΐδια και ο Αθίριλ το
ήξερε. Η Φέργκα όμως μπορούσε να σωθεί. Την πόλη
τουλάχιστον είχαν χρόνο να την προετοιμάσουν για άμυνα.
Αυτό που ήταν μέσα στις δυνατότητες του να πετύχει, ο Αθίριλ
δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να το χάσει.
«Πάμε να υπερασπιστούμε τη Φέργκα! Όλοι στη Φέργκα
να απωθήσουμε τα σκυλιά της θάλασσας!» Η φωνή του βγήκε
σχεδόν τσιριχτή, από την αγωνία του να προλάβει ο ίδιος και το
στράτευμα να κατέβουν εγκαίρως στο λιμάνι. Ο λόφος
θάφτηκε μέσα σε σύννεφα σκόνης, καθώς άντρες και άλογα
έτρεχαν στην κατηφοριά, για να πέσουν με λύσσα πάνω στους
αυθάδεις πειρατές, που είχαν τολμήσει να φτάσουν τόσο κοντά
στο βασίλειο τους και να επιτεθούν. Ο Αθίριλ κατά την
διάρκεια της κατάβασης, ένιωθε απίστευτη οργή για τον εαυτό
του. Έπρεπε να το είχε καταλάβει, ότι εκείνη η ομάδα που είχε
επιτεθεί στο στόλο μετά την ολοκληρωτική νίκη κατά των
πειρατών, ήταν προμήνυμα μπελάδων. Η υποψία πώς υπήρχαν
και άλλοι πειρατές διατεθειμένοι να αντισταθούν στην

266

εκκαθάριση των νησιών, είχε ριζώσει βαθιά μέσα του. Είχε
επιλέξει όμως να την αγνοήσει θεωρώντας τον εαυτό του
υπερβολικό. Το από που είχε εμφανιστεί αυτή η τεράστια
πειρατική δύναμη και γιατί δεν είχε πάρει μέρος στην
τελευταία μεγάλη ναυμαχία, ήταν σημαντικά ερωτήματα, που
θα έπρεπε να απαντηθούν αργότερα. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε
να πολεμήσει και πάλι με όλη του την καρδιά για το βασίλειο.
Ο Ίμαθαλ δεν είχε φυσικά καμία όρεξη να ηγηθεί της
επίθεσης κατά των λιγοστών Θερίνιων. Όμως με το άγρυπνο
βλέμμα του Σεντουίνου Σολοστάου προσκολλημένο πάνω του,
οι επιλογές ήταν λίγες. Έτσι αναγκάστηκε να επιστρατεύσει τις
ικανότητες του στην ξιφασκία. Ικανότητες που παρά την
συνηθισμένη δειλία του, ήταν διόλου ευκαταφρόνητες.
Άλλωστε οι Θερίνιοι ήταν και λίγοι και αιφνιδιασμένοι. Η νίκη
των Σεντουίνων συμμάχων του ήταν θέμα χρόνου. Όρμησε
λοιπόν με προσποιητή παλικαριά στη μάχη, φροντίζοντας
πάντα να έχει δύο με τρείς έμπιστους ναύτες κοντά του για
προστασία. Οι Σεντουίνοι δεν έσφαζαν με την λύσσα και την
οργή που διακατείχε συνήθως τους πειρατές. Οι κινήσεις τους
ήταν ψυχρές και υπολογισμένες με ακρίβεια. Άριστα
εκπαιδευμένοι πολεμιστές, έκαναν το καθήκον τους όχι από
ευχαρίστηση, αλλά από υποχρέωση πρός τον βασιλιά τους, που
υπάκουαν τυφλά. Μετά την εκτέλεση και του τελευταίου ναύτη
του εκάστοτε πλοίου, έβαζαν φωτιά στο σκάφος μην
αφήνοντας καμία ελπίδα διάσωσης του. Η διαδικασία θα
συνεχιζόταν, μέχρι και το τελευταίο θερινιακό πολεμικό να
εξαφανιζόταν από την επιφάνεια των γαλάζιων νερών της
Φέργκα.
Ο κόλπος της Φέργκα είχε χαθεί μέσα σε μια πύρινη
κόλαση. Ο ουρανός είχε χαθεί από τα μάτια των
παρευρισκόμενων, από τους καπνούς που υψώνονταν
απειλητικά. Το θέαμα του στόλου που χανόταν μέσα στον
φλεγόμενο θάνατο, μπορούσε να λυγίσει και την πιο σκληρή
καρδιά. Η δημιουργία αυτού του στόλου είχε κοστίσει πολύ
στους Θερίνιους και σε χρήμα αλλά και σε έμψυχο δυναμικό.
Είχαν επιστρατευθεί χιλιάδες εργάτες για την δημιουργία του

267

και η φορολογία για την εξασφάλιση των απαραίτητων
κεφαλαίων, είχε λυγίσει τα πιο φτωχά στρώματα της
κοινωνίας. Και βέβαια αυτός ο στόλος θα δημιουργούσε τις
προϋποθέσεις, για την δημιουργία ακόμα περισσότερων
καραβιών στο μέλλον και την όλο και μεγαλύτερη επέκταση
του βασιλείου στις θάλασσες. Όλα αυτά τα όνειρα και τα
σχέδια για το μέλλον όμως, χάθηκαν μέσα σε λιγότερο από μια
ώρα. Μοναδικό απομεινάρι του στόλου, που κατατρόπωσε τους
κουρσάρους, ήταν η «Αέρινη». Η ναυαρχίδα όντας δεμένη στην
προβλήτα, ήταν αρκετά κοντά στους υπερασπιστές της
Φέργκα, ώστε να γλιτώσει από τη μοίρα των υπολοίπων.
Οι Σεντουίνοι ριψοκινδύνευσαν να πυρπολήσουν ακόμα
και την «Αέρινη», παρά την εγγύτητα της στο λιμάνι. Οι
κάτοικοι της πόλης όμως, βλέποντας ότι ο στρατός δεν
προλάβαινε να φτάσει για να τους αποκρούσει, ρίχτηκαν
ηρωικά στην υπεράσπιση της, διώχνοντας τους Σεντουίνους
μακριά. Με ότι όπλο μπορούσε να βρεί ο καθένας πρόχειρο,
ρίχτηκαν πάνω στους εισβολείς για να σώσουν ένα καράβι
σύμβολο για την θερινιακή ναυσιπλοΐα. Ήταν μια μικρή νίκη
γοήτρου, μέσα στην πανωλεθρία που υπέστησαν εκείνη την
αποφράδα ημέρα. Οι Σεντουίνοι ικανοποιημένοι από την
επιτυχία της αποστολής τους, αποσύρθηκαν στα ανοιχτά του
κόλπου και καμάρωναν από μακριά την καταστροφή που είχαν
προκαλέσει. Ο Αθίριλ έφτασε στο λιμάνι και βουβός από την
θλίψη, έμεινε να κοιτάει τα καμένα απομεινάρια που κάποτε
οδηγούσε από νίκη σε νίκη. Για άλλη μια φορά η λέξη εκδίκηση
χαράχτηκε με πύρινα γράμματα στην ψυχή του. Στη θλιβερή
όμως διαπίστωση, ότι δεν είχε πια τα μέσα να κυνηγήσει
οποιονδήποτε θαλάσσιο αντίπαλο, λύγισε και δάκρυσε.
Ο Ίμαθαλ σκεφτόταν το ενδεχόμενο να μαχαιρώσει τον
Σολοστάου πιο σοβαρά από οποιαδήποτε άλλη φορά. Ο
Σεντουίνος ναύαρχος, μεθυσμένος από τη νίκη του στόλου του,
είχε αναλωθεί σε μια έξαρση έπαρσης και λαϊκής
υπερηφάνειας, που τον έκανε πιο ανυπόφορο απ’ ότι συνήθως.
Η άκρατη πολυλογία του είχε οδηγήσει τον πειρατή στα όρια
της υπομονής του. Μέσα στους ατέλειωτους επαίνους που

268

έπλεκε ο περιχαρής στρατιωτικός για τον λαό του, δεν
αμελούσε να υπενθυμίζει στον Ίμαθαλ ότι εκείνοι είχαν
επιτύχει εκεί που οι πειρατές, ή μάλλον «αυτή η άθλια ράτσα»,
είχαν αποτύχει παταγωδώς. Τα χρυσά νομίσματα που ήταν
όμως φυλαγμένα στην καμπίνα του, έδιναν στον φιλάργυρο
άντρα τη δύναμη να αντέξει και αυτή τη σειρά προσβολών.
Έτσι και αλλιώς τι σημασία είχαν τα λόγια του γερο-ξεκούτη; Η
αποστολή τους είχε τελειώσει και μαζί της έπαιρνε τέλος και η
συνεργασία τους. Σύντομα θα ξανοιγόταν και πάλι με την
«Απείθαρχη» πιο πλούσιος από ποτέ, αν και με πλήρωμα
κάπως κουτσουρεμένο. Αλλά αυτό θα διορθωνόταν με ευκολία
στο επόμενο λιμάνι που θα έδεναν.
Ο επαρμένος ναύαρχος συνέχιζε το φλογερό λογύδριο
του, χωρίς κάποιο σύντομο τέλος να διαβλέπεται στον
ορίζοντα. Ο Ίμαθαλ έπρεπε λοιπόν να δράσει σύντομα, γιατί
μέχρι να σταμάταγε ο Σολοστάου, οι Θερίνιοι μπορεί και να
τους προλάβαιναν κολυμπώντας.
«Χμ, ναύαρχε, μήπως να διατάξουμε την αναχώρηση σιγά
σιγά; Οι άντρες σίγουρα θα είναι κουρασμένοι και όσο πιο
γρήγορα φτάσουμε σε ασφαλή νερά, τόσο πιο σύντομα θα
μπορούν να αναπαυθούν».
«Αυτό είναι κάτι που θα έκανες εσύ και η άτιμη φάρα σου.
Όσο όμως έχω την διοίκηση αυτού του στόλου, τα πράγματα θα
γίνονται με τον πρέποντα τρόπο. Δεν έχουμε αποκομίσει όλα
τα δυνατά οφέλη από την ευκαιρία που μας έχει δοθεί. Θα
ξαναεπιτεθούμε». Ο πειρατής ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο
κεφάλι του.
«Είσαι τρελός; Αφού η αποστολή μας ήταν να
καταστρέψουμε τον στόλο. Τι άλλο μπορούμε να πετύχουμε;
Δεν έχει νόημα να επιτεθούμε δεύτερη φορά. Μόνο χαμένοι
μπορούμε να βγούμε».
«Ξεχνάς ότι ο βασιλιάς μου ήθελε και τον στόλο
κατεστραμμένο και την πόλη ισοπεδωμένη, ώστε να
εξαφανιστεί και ο τελευταίος συνδετικός κρίκος των Θερίνιων
με τη θάλασσα. Πρέπει λοιπόν να βγούμε στη στεριά και να
αφήσουμε μόνο στάχτες στο πέρασμα μας».

269

«Και για ποιό λόγο να βγούμε στη στεριά; Οι καταπέλτες
δεν σου κάνουν; Μπορούμε από εδώ που βρισκόμαστε να μην
αφήσουμε ούτε κτίριο όρθιο και μάλιστα με απόλυτη
ασφάλεια. Ο βασιλιάς σου θα είναι διπλά ικανοποιημένος που
εκτέλεσες την αποστολή και μάλιστα με σχεδόν μηδενικές
απώλειες».
«Ποιός νομίζεις ότι είναι ο βασιλιάς μου που θα
απασχολήσει το μυαλό του για τις ζωές των στρατιωτών;
Γεννιούνται και εκπαιδεύονται για να πεθάνουν για το στέμμα
και την πατρίδα τους. Και το κάνουν αδιαμαρτύρητα γιατί είναι
η ύψιστη τιμή να πεθάνουν στο πεδίο της μάχης. Θάνατος πολύ
προτιμότερος από το να αφήσεις την τελευταία σου πνοή γέρος
και ξεμωραμένος στην αυλή του σπιτιού σου». Ο Ίμαθαλ με
φανερή δυσκολία να συγκρατήσει τα νεύρα του, με τα
παράλογα επιχειρήματα του Σεντουίνου, έσφιξε τις γροθιές
του αλλά δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια να μεταπείσει
τον ξεροκέφαλο άντρα.
«Αν δεν σε ενδιαφέρει από πονοψυχία τότε δές το
στρατηγικά το θέμα. Αν βγούμε εκεί έξω θα χάσουμε. Θα
αποδεκατιστούμε. Αυτή τη στιγμή το μάτι των Θερίνιων στάζει
αίμα. Θα ορμήσουν καταπάνω μας σαν κανίβαλοι, με το μίσος
να τους δίνει ακόμα μεγαλύτερη δύναμη απ’ ότι συνήθως. Τα
κατορθώματα του στρατού ξηράς των Θερίνιων είναι γνωστά
παντού. Διαθέτουν έναν από τους καλύτερους στρατούς στον
κόσμο. Η δική σου χώρα έχει ναυτική παράδοση. Μείνε στο
υγρό στοιχείο στο οποίο έχεις πλεονέκτημα. Μη το πετάς στα
σκουπίδια μόνο και μόνο για να ικανοποιήσεις τον εγωισμό
σου». Ο Ίμαθαλ πολύ αργά κατάλαβε ότι το να εξυμνεί τον
θερινιακό στρατό, ήταν η χειρότερη δυνατή τακτική που θα
μπορούσε να ακολουθήσει. Είδε τα μάτια του Σολοστάου να
αστράφτουν από οργή και κατάλαβε ότι είχε χάσει τη μάχη
οριστικά. Ο Σεντουίνος με ατσάλινη πλέον θέληση, πήρε την
απόφαση του.
«Θα βγούμε και στην ξηρά και η μεγαλειώδης μας νίκη
θα σου κλείσει το στόμα μια και καλή. Θα δείς ότι δεν είμαστε
δειλοί να χτυπάμε από μακριά και μετά να τρεπόμαστε σε

270

φυγή. Εμείς πολεμάμε μέχρις εσχάτων και καλά θα κάνεις να
μας μιμηθείς, γιατί έτσι και τολμήσεις να επιχειρήσεις να
διαφύγεις, εγώ προσωπικά θα σε σφάξω σαν αρνί». Ο Ίμαθαλ
έσκυψε το κεφάλι ηττημένος και δήλωσε ότι θα πολεμούσε στο
πλάι των συμμάχων του, χωρίς να επιχειρήσει να αποφύγει την
οργή των Θερίνιων για χάρη της ασφάλειας. Μια δήλωση πέρα
για πέρα ψευδής. Από το νού του πειρατή ξεπήδησαν μέσα σε
δευτερόλεπτα σχέδια απόδρασης, που όλα τροφοδοτούνταν
από την αισιόδοξη πρόβλεψη, ότι ο Σολοστάου θα ήταν πολύ
απασχολημένος για να ασχολείται μαζί του. Μέσα στην
κόλαση που θα ξεσπούσε σύντομα, θα ήταν αδύνατο να
παρακολουθεί ο ναύαρχος την κάθε του κίνηση. Θα έπεφτε σαν
τρελός πάνω στους Θερίνιους για να αποδείξει πόσο ανδρείος
είναι και κάθε σκέψη για την μοίρα του πειρατή συμμάχου θα
χανόταν στο λεπτό. Ο Ίμαθαλ από την άλλη, σκόπευε να
υποχωρήσει στις πίσω γραμμές του στρατού και να φύγει μόλις
η μάχη σοβάρευε. Στην χειρότερη περίπτωση, ενδεχόμενο που
ούτε ήθελε να σκέφτεται, θα άφηνε την «Απείθαρχη» και τα
χρυσά νομίσματα και θα εγκατέλειπε την περιοχή με άδεια
χέρια. Χρήματα θα έβρισκε την ευκαιρία να ξανακερδίσει.
Οι Σεντουίνοι πληροφορήθηκαν την απόφαση του
αρχηγού τους και περίμεναν μια ολόκληρη μέρα στα ανοιχτά
του κόλπου της Φέργκα, μέχρι οι φωτιές που είχαν προκαλέσει
να κατασιγάσουν και οι καπνοί να εξαφανιστούν. Χρειάζονταν
καλή ορατότητα για το νέο τους εγχείρημα. Τη δεύτερη αυτή
επίθεση που θα τους χάριζε, όπως ήλπιζαν και την
ολοκληρωτική νίκη. Ο Αθίριλ με ελάχιστο ύπνο, στεκόταν στην
αποβάθρα παρακολουθώντας τις κινήσεις των εχθρών του.
Στην αρχή δεν τολμούσε να ελπίζει, όμως με το πέρασμα της
ώρας μπορούσε πλέον να νιώθει σίγουρος. Οι πειρατές δεν
είχαν σκοπό να φύγουν. Η παραμονή τους στη Φέργκα σήμαινε
μόνο ένα πράγμα: σκόπευαν να επιτεθούν. Θα έπαιρνε λοιπόν
την εκδίκηση του. Ήταν μια τροπή των γεγονότων ανέλπιστη.
Ο Αθίριλ αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν οι πειρατές να
επιδείκνυαν τέτοια αλαζονεία. Είχαν καταστρέψει τον στόλο,
βασισμένοι καθαρά στο στοιχείο του αιφνιδιασμού. Αν

271

επιτίθονταν ξανά, θα αντιμετώπιζαν μια οργανωμένη άμυνα.
Που τη βρήκαν οι πειρατές τόση γενναιότητα; Και πώς ήταν
δυνατόν να οργανώθηκαν τόσο αποτελεσματικά και να
πολέμησαν ως μια ενιαία στρατιά; Αυτά τα δύο ερωτήματα
μαζί με τον απρόσμενα μεγάλο αριθμό των εχθρικών πλοίων,
έβαζε τον Αθίριλ σε σκέψεις. Ξαφνικά δεν ήταν τόσο σίγουρος
ότι είχαν όντως να κάνουν με πειρατές. Διάφορα ενδεχόμενα
άρχισαν να γεννιούνται στο κεφάλι του, καθώς κατέστρωνε το
σχέδιο άμυνας της πόλης. Ένα σχέδιο που δεν θα έμενε μόνο
στην άμυνα, αλλά θα είχε και σκοπό την πλήρη εξουδετέρωση
των καταστροφέων του στόλου του.
Όταν πλέον ο θαλάσσιος δρόμος άνοιξε κάπως για τους
Σεντουίνους, άρχισαν να προσεγγίζουν το λιμάνι. Πρός μεγάλη
τους έκπληξη δεν συνάντησαν καμία αντίσταση με την
απόβαση τους στα θερινιακά χώματα. Μπορούσαν να
διακρίνουν τον θερινιακό στρατό στις παρυφές ενός από τα
τρία βουνά, που δέσποζαν πάνω από την πόλη. Η συνήθως
κατοικημένη περιοχή είχε ερημωθεί τελείως. Όλα τα σπίτια και
τα αγροκτήματα ήταν άδεια από οποιαδήποτε ανθρώπινη
μορφή. Μονάχα τα ζώα που συντηρούσαν οι κάτοικοι για τις
καθημερινές τους διατροφικές ανάγκες, είχαν απομείνει ως
μοναδικοί μάρτυρες της εισόδου των Σεντουίνων στη Φέργκα.
Η στιγμή ήταν ιστορική και σε κάποιον αντικειμενικό
παρατηρητή δεν μπορούσε να μην προκαλέσει δέος. Μετά από
αμέτρητα χρόνια, πόδι εισβολέα πατούσε στην κυρίως Θερίνια,
σε μια εποχή που μονάχα οι νησιώτες ανησυχούσαν για την
ασφάλεια τους. Ο Ίμαθαλ από την πρώτη στιγμή ένιωσε ότι
κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρά το μίσος που είχε συνηθίσει να
νιώθει για τον Αθίριλ, ήξερε ένα πράγμα: ο πρίγκιπας δεν ήταν
δειλός. Αν είχε υποχωρήσει και είχε δώσει τόσο χώρο στους
Σεντουίνους, το έκανε για να εφαρμόσει κάποιο στρατηγικό
τέχνασμα. Και αύτη η πιθανότητα σήμαινε μόνο μπελάδες για
τον ίδιο και τους αντιπαθητικούς συνεργάτες του.
Ο Σολοστάου διέταξε να προχωρήσουν αλλά με προσοχή.
Η στρατιά κινήθηκε με αργό ρυθμό ρίχνοντας απορημένες
ματιές τριγύρω, αλλά και ευθεία μπροστά στους ατάραχους

272

Θερίνιους στρατιώτες. Πέρασαν την πόλη και πλησίασαν πρός
τις παρυφές, όπου οι αμυνόμενοι είχαν αποφασίσει να
προβάλλουν την αντίσταση τους. Ο Σολοστάου κατάλαβε ότι
δεν μπορούσε να διστάσει άλλο. Έπρεπε ή να επιτεθεί ή να
διατάξει υποχώρηση. Η δεύτερη επιλογή θα κατέστρεφε το
ηθικό των στρατιωτών του και θα τον έκανε να φαίνεται
γελοίος στα μάτια τους. Ο καιρός για προσοχή και σύνεση είχε
παρέλθει. Είχε φτάσει η στιγμή για δράση. Με μια κραυγή οι
Σεντουίνοι ξεχύθηκαν μπροστά. Οι Θερίνιοι πήραν θέσεις
μάχης και προέταξαν τις ασπίδες τους. Το επιθετικό κύμα ήταν
ισχυρό και συντάραξε τους αμυνόμενους. Η συνοχή του
στρατεύματος όμως κράτησε. Και οι δύο πλευρές άρχισαν να
πιέζουν μπροστά, ωθώντας τον αντίπαλο πρός τα πίσω. Στην
αρχή το πείσμα και η δυναμικότητα τους δημιούργησε μια
ισορροπία. Κανείς δεν υποχωρούσε. Ο κάθε στρατιώτης
στύλωνε τα πόδια του με δύναμη στη γή και έσπρωχνε πρός τα
εμπρός. Με το πέρασμα της ώρας όμως οι Θερίνιοι φάνηκαν να
υποχωρούν αργά αλλά σταθερά. Με μια κραυγή χαράς, ο
Σολοστάου ώθησε τους άντρες του να εκμεταλλευτούν αυτήν
την ένδειξη αδυναμίας των αντιπάλων τους και να
διπλασιάσουν τις προσπάθειες τους για να τελειώνουν με αυτή
τη μάχη μια και καλή.
Οι Σεντουίνοι υπάκουσαν στον αρχηγό τους αν και η
προέλαση τους ήταν δύσκολη. Οι πεισματάρηδες Θερίνιοι δεν
υποχωρούσαν εύκολα και το έδαφος έκρυβε παγίδες. Αίμα,
αιχμηρά όπλα και πτώματα μπορούσαν να κάνουν ακόμα και
τον πιο προσεκτικό, να σκοντάψει και να χάσει την ζωή του
από κάποιον εχθρό που παραμόνευε. Οι Θερίνιοι αντίθετα
προχωρώντας πρός τα πίσω, είχαν μόνο καθαρό έδαφος, το
οποίο είχαν φροντίσει να απαλλάξουν από πέτρες και κλαδιά
πρίν από τη μάχη. Η υποχώρηση τους γινόταν με τακτική και
όχι άναρχα. Δεν σταμάτησαν στιγμή να προκαλούν απώλειες
στους επιτιθέμενους, εξασθενίζοντας έτσι τη δύναμη τους. Η
υποχώρηση όμως συνεχιζόταν και αν δεν άλλαζε κάτι
σύντομα, οι Θερίνιοι θα έχαναν την μάχη. Πίσω τους
βρισκόταν το βουνό που με το κακοτράχαλο έδαφος του και την

273

ανοδική του κλίση, αποτελούσε πολύ άσχημη επιλογή για
γρήγορη υποχώρηση. Ο Σολοστάου είχε αρχίσει να γεύεται τη
νίκη και ήταν μια γεύση που τον μεθούσε. Έδωσε διαταγή να
δώσουν οι άντρες του την τελική ώθηση, που θα γονάτιζε τους
Θερίνιους. Είχαν αποδειχτεί πολύ πιο εύκολοι αντίπαλοι απ’
ότι υπολόγιζε αρχικά.
Σε αυτή τη βιασύνη για επίλυση της διαμάχης και στην
υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του στρατεύματος από τον
αντίπαλο αρχηγό, ήταν που υπολόγιζε ο Αθίριλ όταν
κατέστρωνε το σχέδιο του. Οι επιτιθέμενοι είχαν ρίξει όλο τους
το βάρος μπροστά, αδιαφορώντας για τα μετόπισθεν και τις
εκτεθειμένες πλευρές του σώματος. Είχαν πέσει στην παγίδα.
Την κατάσταση άλλαξε ένα φλεγόμενο βέλος που εκτοξεύθηκε
μέσα από το θερινιακό στράτευμα και διέσχισε τον ουρανό
πάνω από το πεδίο της μάχης, για να χαθεί σε ένα σημείο που
κανείς δεν πρόσεξε. Το σινιάλο είχε δοθεί. Μέσα από τις
δασώδεις περιοχές που βρίσκονταν στα χαμηλότερα σημεία
των δύο άλλων βουνών, ξεχύθηκε ένα μείγμα από Θερίνιους
στρατιώτες και πολίτες της Φέργκα, που είχαν κρυφτεί
περιμένοντας να έρθει ή ώρα να παίξουν τον δικό τους ρόλο
στη μάχη. Σε ανύποπτο χρόνο οι Σεντουίνοι βρέθηκαν
περικυκλωμένοι. Αντί να αγωνίζονται να καταστρέψουν,
ξαφνικά αγωνίζονταν για να επιβιώσουν. Το κομμάτι που είχε
ο Αθίριλ υπό την αρχηγία του και που είχε πάρει από την αρχή
μέρος στη μάχη, σταμάτησε να υποχωρεί, άλλωστε και η
υποχώρηση ήταν σκηνοθετημένη. Είχε σκοπό να ξεγελάσει
τους εχθρούς και να τους προσελκύσει πρός το κέντρο της
πεδιάδας. Εκεί που τώρα ενώνονταν οι τρείς θερινιακές
στρατιές για να συνθλίψουν τους εισβολείς.
Ο Σολοστάου ήταν ψύχραιμος χάρη στην πολύχρονη
πείρα του. Έδωσε λοιπόν τις κατάλληλες διαταγές για να
ανασυνταχθούν οι στρατιώτες του και να αντεπιτεθούν. Ο
θερινιακός αιφνιδιασμός όμως είχε εκδηλωθεί πολύ γρήγορα,
για να αφήσει περιθώρια αντίδρασης στους περικυκλωμένους
αγωνιστές. Άρχισαν να πιέζουν τους ψευτοπειρατές ολόγυρα,
σαν μια θηλιά γύρω από τον λαιμό του κρεμασμένου. Μια

274

θηλιά που έσφιγγε αποφασιστικά και με δύναμη. Ο Σολοστάου
είδε τους πολεμιστές του να σφαγιάζονται και κατάλαβε ότι η
ήττα δεν θα αργούσε να έρθει. Έδωσε λοιπόν την τελευταία του
διαταγή.
«Μέχρι θανάτου» φώναξε. Του το επέβαλλε η παράδοση
της χώρας του και η προσωπική του τιμή. Καλύτερα νεκρός
παρά νικημένος και σκλάβος. Η μάχη λοιπόν δεν θα
σταματούσε με παράδοση κάποιας πλευράς. Ήταν μια μάχη
μέχρι τελικής πτώσεως. Το χειρότερο είδος δηλαδή, αφού η
απελπισία του θανάτου έκανε τον άνθρωπο το μεγαλύτερο
θηρίο από οποιοδήποτε όν στον κόσμο. Βέβαια τα πράγματα
δεν θα ήταν πολύ διαφορετικά, ακόμα και αν ο Σολοστάου δεν
αποφάσιζε να καταδικάσει τον εαυτό του και τους δικούς του
είς θάνατον. Ο Αθίριλ για άλλη μια φορά είχε χάσει τον έλεγχο
των πράξεων του και δεν μπορούσε να νιώσει οίκτο για
κανέναν. Αυτή τη φορά όμως την ίδια τρέλα μοιράζονταν και οι
άντρες του, τρελαμένοι από θλίψη για την πυρπόληση του
στόλου τους. Δεν ήταν μόνο η δόξα. Για πολλούς από αυτούς ο
στόλος σήμαινε μια νέα ευκαιρία για ένα αξιόλογο μέλλον.
Ένα απάγκιο από την φουρτούνα της αβεβαιότητας. Τη
δυνατότητα να πετύχουν στη θάλασσα εκεί που είχαν αποτύχει
στην ξηρά. Τώρα όμως όλα τους τα όνειρα είχαν καεί και είχαν
βυθιστεί στον πυθμένα της θερινιακής θάλασσας.
Έτσι ο ψυχρός υπολογισμός και οι μελετημένες κινήσεις
των Σεντουίνων, έχαναν τη μάχη κόντρα στο πάθος και την
οργή των Θερίνιων. Ο Αθίριλ με αεικίνητο βλέμμα σάρωνε την
αντίπαλη ανθρώπινη μάζα, για να εντοπίσει τον αρχηγό τους.
Όταν ο Σολοστάου έδωσε και την τελευταία του διαταγή, ο
πρίγκιπας τον ξεχώρισε και τον έβαλε στο στόχαστρό του.
Βέβαια μέχρι να βρεθούν αντιμέτωποι, χρειάστηκε να βγάλουν
και οι δύο από την μέση πολλούς υποδεέστερους αντιπάλους.
Το θέαμα των παιδιών της Θερίνια που πέθαιναν στα χέρια του
Σεντουίνου, φούντωνε ακόμα περισσότερο την οργή μέσα του.
Κλάδευε με το σπαθί του δεξιά και αριστερά τους αντιπάλους,
σαν περικοκλάδες που εμπόδιζαν την διάβαση του μέσα από
μια ζούγκλα. Οποιονδήποτε άλλον τον θεωρούσε ενόχληση,

275

που απλά τον καθυστερούσε από τον σημαντικότερο αντίπαλο.
Το μεγάλο τρόπαιο της αναμέτρησης. Τον σκηνοθέτη αυτής της
εισβολής. Όταν επιτέλους στάθηκαν αντικριστά, δεν
αντάλλαξαν ούτε κουβέντα. Δεν είχε μείνει τίποτα να ειπωθεί
άλλωστε. Ήξεραν και οι δύο τον ρόλο τους και πώς η εξέλιξη
του έργου θα ήταν τραγική, για τη μια ή την άλλη πλευρά.
Τα σπαθιά υψώθηκαν και συναντήθηκαν στον αέρα,
στέλνοντας μικροσκοπικά κομμάτια μετάλλου τριγύρω.
Ρίχτηκαν και οι δύο στην επίθεση από την πρώτη στιγμή.
Κανένας από τους δύο δεν προσπάθησε να κρατήσει αμυντική
στάση ή να αντιμετωπίσει τον άλλον συντηρητικά και
προσεκτικά. Χωρίς καμία προφύλαξη, αδιαφορώντας για την
ασφάλεια τους, πολεμούσαν λυσσαλέα. Ο Σολοστάου δεν είχε
τίποτα να χάσει επομένως η στάση του ήταν λογική. Ήθελε
πεθαίνοντας να προκαλέσει όση περισσότερη ζημιά μπορούσε
στον αντίπαλο. Αν αυτό σήμαινε την εξόντωση του αρχηγού,
τότε θα έφευγε με την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση. Ο
Αθίριλ από την άλλη είχε κάθε λόγο να ζήσει και να
προστατευθεί. Θα γινόταν θριαμβευτής για δεύτερη φορά στην
τόσο σύντομη στρατιωτική του καριέρα. Είχε την
αδιαμφισβήτητη υποστήριξη των στρατιωτών του και
μπορούσε αφού ξελάσπωνε τον Νέγουεν από τα μπλεξίματα
του στην Τύοναν, να εκβιάσει για κάποιο σημαντικό
στρατιωτικό πόστο. Πέρα από τις στρατιωτικές επιτυχίες και
την καταξίωση, τον περίμενε και ένας γάμος με τη Νιίρα. Ένας
γάμος που ονειρευόταν από καιρό. Θα μπορούσε λοιπόν να
είναι ευτυχισμένος σε όλα τα επίπεδα. Και όμως. Ήταν
διατεθειμένος να ρισκάρει να τα χάσει όλα σε μια στιγμή, απλά
για να νιώσει τη χαρά της σφαγής.
Είναι λογικό για έναν άνθρωπο που μια ζωή καταπίεζε
τον εγωισμό του, να νιώθει με τόση δύναμη στα χέρια του, μια
ασταμάτητη ορμή να πετύχει όλα όσα είχε στερηθεί παλιότερα.
Και φυσικά δεν θα επέτρεπε σε κανένα εμπόδιο να σταθεί στον
δρόμο του. Αυτός ο παραλογισμός που τον διακατείχε στη
μάχη, τον έκανε άλλωστε και τόσο φοβερό αντίπαλο. Μέσα
όμως σε αυτήν την φρενίτιδα, υπήρχαν ψήγματα λογικής και

276

προνοητικότητας. Αυτά απέτρεπαν τον άδικο χαμό του,
εξαιτίας κάποιου ανόητου λάθους. Οι δύο αντίπαλοι πάντως
πιο πολύ θύμιζαν αγρίμια παρά νοήμονα όντα. Με κάθε
αποτυχημένη προσπάθεια τους να ξεπαστρέψουν ο ένας τον
άλλο, γρύλιζαν από την λύσσα με την οποία τους γέμιζε η
αποτυχία και η παράταση της μονομαχίας. Λουσμένοι στον
ιδρώτα και το αίμα, δικό τους και ξένο, έμοιαζαν σαν να είχαν
βγεί μέσα από κάποιον εφιάλτη. Έναν εφιάλτη που δεν έλεγε
να τελειώσει. Γύρω τους η μάχη συνεχιζόταν και τίποτα δεν
έδειχνε να αλλάζει υπέρ των Σεντουίνων. Θα γνώριζαν όχι
απλώς την ήττα, αλλά την πανωλεθρία. Ήδη τα λιγοστά από
τα καράβια του τεράστιου στόλου που είχαν αράξει στο λιμάνι,
είχαν αντιληφθεί την κατάσταση και έφευγαν να συναντήσουν
τον υπόλοιπο στόλο στα ανοιχτά, απ’ όπου θα έπαιρναν τον
πικρό δρόμο του γυρισμού. Θα τους περίμενε η οργή του
βασιλιά τους και η κοινωνική απαξίωση. Ο λαός τους δεν
ανεχόταν τους ηττημένους.
Το μόνο ελαφρυντικό που θα είχαν θα ήταν η σωτηρία
του στόλου τους και η εκτέλεση της αποστολής κατά το ήμισυ.
Θα περνούσαν χρόνια μέχρι να υπάρξει ξανά θερινιακός
στόλος. Η ήττα λοιπόν δεν ήταν ολοκληρωτική. Οι
εναπομείναντες Σεντουίνοι αξιωματικοί σκαρφίζονταν ήδη
τρόπους, για να επιρρίψουν όλη την ευθύνη στον Σολοστάου
και τον Ίμαθαλ. Ειδικά με τον δεύτερο, δεν θα είχαν ιδιαίτερα
προβλήματα να πείσουν τον βασιλιά, ότι δεν είχε αντεπεξέλθει
στις υποχρεώσεις του. Σχετικά με τον πρώτο δεν θα είχαν και
άδικο να τον κατηγορήσουν. Παρά τη φήμη του και την
εμπειρία του, είχε επιδείξει ανάρμοστη για την ηλικία του
ανωριμότητα και βιασύνη στην διεξαγωγή της επίθεσης. Δεν
αντιμετώπισε την διαδικασία και την οργάνωση της μάχης με
ψυχραιμία. Τα λόγια του Ίμαθαλ τον είχαν επηρεάσει πολύ
αρνητικά, όπως άλλωστε έδειχνε και το αποτέλεσμα. Με αυτά
τα αρνητικά λοιπόν συναισθήματα έφυγε ο εχθρικός στόλος,
για να μεταφέρει το μήνυμα που θα ενίσχυε ακόμα πιο πολύ
την υστεροφημία της Θερίνια. Οι Θερίνιοι δεν έχαναν στη
στεριά. Και αυτό δεν φαινόταν να μπορεί να αλλάξει σύντομα.

277

Πίσω στη Φέργκα ακόμα έπεφταν κορμιά. Συνήθως
παραμορφωμένα από τα χτυπήματα που είχαν δεχτεί και τα
είχαν οδηγήσει στον να μείνουν άδεια, άψυχα κουφάρια. Οι δύο
μονομάχοι όμως παρέμεναν ακόμα ζωντανοί. Η φούρια τους
είχε κοπάσει βέβαια. Η μυϊκή κούραση ήταν εμφανής. Τα μέλη
δεν υπάκουαν στις εντολές του μυαλού, με την ίδια ταχύτητα ή
προθυμία που είχαν νωρίτερα. Κινούνταν πρός την εξάντληση
και σύντομα κάποιος από τους δύο, αν όχι και οι δύο, θα
κατέρρεαν. Σε αυτόν τον αγώνα αντοχής λοιπόν, προβάδισμα
είχε φυσικά ο Αθίριλ. Τα χρόνια είχαν περάσει για τον
Σολοστάου και ας μην το είχε παραδεχτεί ποτέ του. Έπρεπε να
είχε περάσει από καιρό στη σύνταξη, αλλά ο εγωισμός του δεν
του το επέτρεπε. Δεν μπορούσε μετά από μια ζωή γεμάτη
συγκινήσεις, να συμβιβαστεί με ήρεμα γεράματα και απόσυρση
από τα κοινά. Ούτε ανεχόταν αναλάβει κάποια διοικητική θέση
μακριά από την δράση και τις μάχες. Ακόμα και εκείνη τη
δύσκολή στιγμή που χρειαζόταν όλες του τις δυνάμεις για να
αποφύγει τις σπαθιές του Θερίνιου, δεν μετάνιωνε για τις
επιλογές του. Δεν τον ένοιαζε να σωθεί. Μαχόταν για να
σκοτώσει τον Αθίριλ. Αυτός ήταν ο μόνος του σκοπός.
Ο Θερίνιος πρίγκιπας είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται μια
μικρή καθυστέρηση στις αντιδράσεις του άλλου άντρα.
Αποφάσισε λοιπόν να τα δώσει όλα για όλα και με την
κατάλληλη πίεση, να οδηγήσει τον αντίπαλο στο λάθος. Έδωσε
ένα ψηλό χτύπημα για αντιπερισπασμό και αμέσως κατέβασε
το σπαθί του στοχεύοντας για το στομάχι. Κατάφερε μόνο μια
γρατζουνιά, πρίν ο Σολοστάου απομακρυνθεί σε ασφαλές
σημείο. Είδε όμως κόκκινο να χρωματίζει τη στολή του σε
εκείνο το σημείο. Ο Σεντουίνος συνέχιζε κρατώντας με το ένα
χέρι το στομάχι του. Αυτό περιόρισε ακόμα περισσότερο την
κινητικότητα του. Ο Αθίριλ όρμησε αυτή τη φορά για το
πρόσωπο. Η επίθεση του αποκρούστηκε αλλά μπόρεσε να
κρατήσει το αντίπαλο σπαθί μακριά αρκετή ώρα, ώστε να
δώσει μια δυνατή γροθιά στο μάτι του ναυάρχου,
περιορίζοντας την ορατότητα του σημαντικά. Ο Σολοστάου

278

όρμησε για τον κορμό του Αθίριλ, μην έχοντας άλλη λύση από
την κατά μέτωπο επίθεση.
Η βιασύνη του του κόστισε δύο ακόμα σοβαρές πληγές
στο σαγόνι και το μέτωπο. Άρχισε να περιστρέφει το σπαθί του
στα τυφλά. Από καθαρή τύχη θα πετύχαινε τον στόχο του. Ο
Αθίριλ όμως πήδηξε μακριά γα να αποφύγει να κοπεί στα δύο.
Ενώ ήταν ακόμα στον αέρα, είδε ότι ο Σολοστάου είχε αφήσει
τον εαυτό του εντελώς ακάλυπτο. Για να μην χάσει λοιπόν
αυτή τη μοναδική ευκαιρία, αποφάσισε να ρισκάρει. Πρίν πέσει
στο έδαφος τίναξε το σπαθί του μένοντας άοπλος σε
περίπτωση που αστοχούσε. Το όπλο όμως οδηγημένο με
ακρίβεια και σιγουριά, δεν λάθεψε. Κάρφωσε τον
καταπληγωμένο άντρα στο στήθος, κάνοντας αυτήν την
τελευταία πληγή μοιραία. Έπεσε κάτω φτύνοντας αίμα και
μουγκρίζοντας. Στις κραυγές του ήταν αναμεμειγμένη η οργή
με την απελπισία. Ο Αθίριλ στάθηκε από πάνω του για να
απολαύσει το θέαμα. Δεν του έδωσε το χαριστικό χτύπημα.
Περίμενε μέχρι και η τελευταία σταγόνα ζωής να φύγει από
μέσα του. Έπαιρνε χαρά από εκείνο το τρομερό βλέμμα που
είχε ο Σολοστάου. Ένα βλέμμα αμίμητο, που μόνο ο
ετοιμοθάνατος μπορεί να έχει. Όταν και η τελευταία ανάσα
βγήκε από το πεσμένο κορμί, μόνο τότε ο Αθίριλ ξεκάρφωσε το
σπαθί του και ξεκίνησε πρός αναζήτηση νέας λείας.

279

21
Ο τρόμος του Ίμαθαλ είχε φτάσει σε απερίγραπτο σημείο.
Αυτή ήταν μια μάχη που δεν την παρακολουθούσε
παρασκηνιακά, αλλά ήταν μέσα στο κέντρο των εξελίξεων. Και
μάλιστα πολύ κακών εξελίξεων. Συνήθως του άρεσε να
αποδεικνύεται ότι έχει δίκιο. Ένιωθε το στήθος του να
φουσκώνει από υπερηφάνεια στην επαλήθευση κάποιας
πρόβλεψης του. Τον έκανε να φαίνεται ευφυής στα μάτια των
πειρατών συνάδερφων του και είχε κερδίσει κάποιο κύρος και
σεβασμό χάρη σε αυτή του τη διορατικότητα. Εκείνη την ημέρα
όμως δεν χαιρόταν καθόλου που είχε δίκιο. Ευχόταν με όλες
του τις δυνάμεις να είχε διαψευσθεί και ας έπρεπε μετά να
αντιμετωπίσει τον χλευασμό του Σολοστάου. Αν συνέβαινε
αυτό τότε θα έφευγε από την Φέργκα πλούσιος και πάνω απ’
όλα ζωντανός. Όμως μπορούσε να διαγνώσει με μεγάλη
ευκολία, ότι η κατάσταση έτσι όπως είχε διαμορφωθεί, δεν του
επέτρεπε να ελπίζει. Οι Σεντουίνοι σφάζονταν παντού γύρω
του και οι Θερίνιοι είχαν σχηματίσει έναν κλοιό με αυξανόμενη
πίεση πρός το κέντρο των αντιπάλων τους. Κανένας δεν
μπορούσε να ξεφύγει, αφού όλες οι πλευρές ήταν καλυμμένες
από Θερίνιους. Σύντομα ο κλοιός θα έκλεινε τελείως,
παγιδεύοντας στον θάνατο όλους όσους βρίσκονταν μέσα του.
Τα πράγματα γίνονταν ακόμα χειρότερα από το ηλίθιο πείσμα
των συμμάχων του. Δεν δέχονταν σε καμία περίπτωση να
παραδοθούν, καταδικάζοντας έτσι τους εαυτούς τους σε
σίγουρο θάνατο. Εκείνος όμως σε τι έφταιγε, ώστε να του
στερούν την επιλογή;
Είχε προσπαθήσει ήδη δύο φορές να παραδοθεί, αλλά οι
άντρες που είχε απέναντι του δεν είχαν σταθεί καν να τον
ακούσουν. Ευτυχώς και στις δύο περιπτώσεις είχε να κάνει με
ψαράδες απαίδευτους στον πόλεμο. Είχαν πιάσει τα όπλα από
ανάγκη, για να προστατεύσουν την πόλη τους από τους
εισβολείς. Δεν είχε συναντήσει ιδιαίτερο πρόβλημα στο να τους
ξεκάνει και τους δύο. Ένιωθε όμως ότι η τύχη του σύντομα θα
τον εγκατέλειπε. Τότε μέσα στην απελπισία του, είδε κάτι που

280

του θύμισε τις ακτίνες του ήλιου, όταν έβρισκαν ένα άνοιγμα
μέσα από την συννεφιά και έφταναν μέχρι την επιφάνεια της
θάλασσας, κάνοντας το νερό να λαμπυρίζει. Μέσα στη έξαρση
της μάχης ένα κομμάτι του κλοιού είχε σπάσει. Ίσως οι
μελλοντικοί νικητές βέβαιοι για τον θρίαμβο τους να είχαν
χαλαρώσει. Ή οι Σεντουίνοι, αποδεικνύοντας τις πολεμικές
τους ικανότητες, είχαν καταφέρει να διασπάσουν τις εχθρικές
γραμμές σε εκείνο το σημείο. Ο λόγος δεν τον ενδιέφερε, μόνο
το αποτέλεσμα. Έτρεξε με όλες του τις δυνάμεις σε εκείνο το
σημείο. Στα δευτερόλεπτα που χρειάστηκε για να διανύσει την
απόσταση, σκεφτόταν συνέχεια ότι δεν θα τα κατάφερνε.
Κάποιο αδέσποτο βέλος θα τον πετύχαινε ή κάποιος
στρατιώτης θα αντιλαμβανόταν την φυγή του και τότε όλα θα
τελείωναν.
Και όμως. Έφτασε μέχρι το κενό και ξέφυγε από το
κέντρο της μάχης, τρέχοντας με μανία πρός τη Φέργκα. Πίσω
από τα σπίτια κρυβόταν η θάλασσα. Θα έβρισκε κάποια βάρκα
και θα έφτανε με ασφάλεια στην «Απείθαρχη». Σύντομα θα
πατούσε και πάλι στο κατάστρωμα του αγαπημένου του
σκαριού. Και δεν θα ξαναέμπλεκε σε μια τόσο επικίνδυνη
υπόθεση ποτέ στη ζωή του. Επίσης δεν είχε σκοπό να ξαναμπεί
σε θερινιακά νερά, ούτε για τον μεγαλύτερο θησαυρό του
κόσμου. Οι υπόλοιπες θάλασσες θα επαρκούσαν για να βγάζει
το ψωμί του. Χώθηκε στα στενά της πόλης και προσπάθησε να
προσανατολιστεί. Δεν θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα. Η Φέργκα
βρεχόταν από θάλασσα κατά το μεγαλύτερο μέρος της.
Προσπερνώντας ένα ακόμα σπίτι, βρέθηκε τελικά στον
κεντρικό δρόμο και εκεί απλωνόταν μπροστά του ο ωκεανός, σε
όλο του το γαλάζιο μεγαλείο. Η καρδιά του ήταν έτοιμη να
αναπηδήσει έξω από το στήθος του. Χαρά και ελπίδα τον
γέμισαν ενέργεια. Παρά την κούραση του άρχισε να τρέχει
γεμάτος όρεξη, σαν μόλις να είχε ξεκινήσει τη μέρα του.
Άρπαξε την πρώτη ψαρόβαρκα που βρήκε μπροστά του και
άρχισε να την σέρνει πάνω στην αμμουδιά πρός τη θάλασσα.
Δεν σκέφτηκε να κοιτάξει στον ορίζοντα για ίχνη του στόλου ή
του καραβιού του. Προτεραιότητα είχε η φυγή του από εκείνο

281

το καταραμένο μέρος. Μετά όλα θα έφτιαχναν. Όλα θα
λύνονταν.
Καθώς αγωνιζόταν να ρίξει τη βάρκα στο νερό,
αντιλήφθηκε ότι είχε κοινό. Τρία παιδία, γύρω στα δώδεκα με
δεκαπέντε, τον παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον. Προφανώς
ήταν ντόπια και κρύβονταν μέχρι να τελειώσει η μάχη και να
γυρίσουν οι γονείς τους πίσω. Στην αρχή δεν τους έδωσε
σημασία, αλλά οι ματιές τους άρχισαν να τον ενοχλούν και
αποφάσισε να τα διώξει.
«Μπάσταρδα, πηγαίνετε σπίτια σας γρήγορα και αφήστε
ήσυχο μη σας σουβλίσω. Ακούσατε! Δρόμο!» Αφού εκτόξευσε
την απειλή του επέστρεψε στο καθήκον του, που όσο περνούσε
η ώρα έπαιρνε όλο και πιο επείγοντα χαρακτήρα. Μπορεί να
τον ανακάλυπταν από στιγμή σε στιγμή. Μετά από μερικά
λεπτά γύρισε να κοιτάξει πίσω του και με έκπληξη διαπίστωσε
ότι τα πιτσιρίκια, όχι απλώς δεν είχαν φύγει, αλλά τον είχαν
πλησιάσει ακόμα περισσότερο από πρίν. Το ένα από αυτά
κρατούσε μια πέτρα, ενώ τα άλλα δύο ήταν οπλισμένα με δύο
ξύλινα ραβδιά. Ο Ίμαθαλ τα κοίταξε διασκεδάζοντας με την
σκηνή και γέλασε.
«Τι θα κάνετε; Θα με τρυπήσετε με τα ξυλαράκια σας; Τι
νομίζετε ηλίθια σαμιαμίθια, ότι παίζουμε εδώ πέρα; Εδώ
γίνεται πόλεμος και εκεί έξω οι πατεράδες σας μπορεί να έχουν
σκοτωθεί ήδη. Θα είναι κρίμα να αφήσετε μόνες τους τις
μανάδες σας. Μη με προκαλείτε λοιπόν άλλο, γιατί δεν το έχω
σε τίποτα να σας ξεπαστρέψω εκεί που στέκεστε. Τσακιστείτε
και φύγετε από εδώ πέρα! Εξαφανιστείτε από τα μάτια μου!» Η
έκπληξη του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν τα δύο παιδιά
με τα ραβδιά του επιτέθηκαν. Το ένα στόχευσε για τα μάτια του
και το άλλο για τα πόδια. Γράπωσε το ένα ραβδί καθώς
περνούσε ξυστά από τη μύτη του, δίνοντας ταυτόχρονα μια
γερή μπουνιά με το άλλο του χέρι στον επιτιθέμενο. Το δεύτερο
παιδί όμως τον πέτυχε στο δεξί καλάμι, πονώντας και
εξοργίζοντας τον μαζί. Και ο δεύτερος μικρός ήρωας είχε την
τύχη του φίλου του. Κυλίστηκε στο χώμα από το δυνατό
χτύπημα του πειρατή. Τότε μόνο, ενώ ήταν ήδη αργά, ο Ίμαθαλ

282

κατάλαβε τον αντιπερισπασμό. Ο τρίτος της παρέας
ανενόχλητος, στόχευσε και εκσφενδόνισε την πέτρα που
κρατούσε. Ο φυγάς πειρατής δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη
δύναμη του φαινομενικά αδύναμου αντιπάλου του, αν δεν
ένιωθε την πέτρα να του ραγίζει το κρανίο την ώρα που τον
πέτυχε στο μέτωπο. Μπόρεσε να αντέξει όρθιος από την
σφοδρότητα του χτυπήματος μόνο ένα δευτερόλεπτο, πρίν
πέσει κάτω. Μια πτώση που θα ήταν και η τελευταία του, αφού
πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι του σε μια γωνία της βάρκας,
σπάζοντας τον αυχένα του. Έτσι με ένα δυνατό κράκ, έπεσε για
να μην ξανασηκωθεί ποτέ. Αυτό ήταν το τέλος του Ίμαθαλ,
ενός από τους πιο πονηρούς αλλά και πιο δειλούς πειρατές της
εποχής του.
Στην θάλασσα οι πιστοί άντρες του Ίμαθαλ θα
συναντούσαν σύντομα τον αρχηγό τους. Οι Σεντουίνοι δεν τους
χρειάζονταν άλλο. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τους
χρειάστηκαν ιδιαίτερα. Έτσι βρέθηκαν όλοι με κομμένα τα
λαρύγγια στη θάλασσα, για να θρέψουν όποιο τυχερό
σαρκοβόρο ψάρι περνούσε από την περιοχή. Η «Απείθαρχη» θα
περνούσε από μια σειρά μετατροπών που θα βελτίωναν τις
δυνατότητες της και θα έπλεε στο εξής με σεντουίνικη σημαία.
Το καράβι αποδείχτηκε το μόνο ευχάριστο αναμνηστικό από
αυτήν την περιπέτεια για τους Σεντουίνους, που πάντα
φρόντιζαν να επεκτείνουν τον στόλο τους όσο το δυνατόν
περισσότερο. Στη στεριά η μάχη παρουσίαζε ενδιαφέρον
μονάχα ως πρός το πότε θα αποφάσιζαν οι Σεντουίνοι να
παραδοθούν ή αν θα πέθαιναν όλοι. Τελικά όταν είχαν μείνει
μόνο μια χούφτα επιζώντες, αποφάσισαν να πετάξουν τα
όπλα. Δεν είχαν κουράγιο ούτε καν να δώσουν τέλος στη ζωή
τους. Το ηθικό τους είχε καταστραφεί τελείως και έμεναν
απαθείς, καθώς οι Θερίνιοι τους απογύμνωναν από τα όπλα
τους και τις εξαρτήσεις τους. Ο Ντάργκαν πλησίασε τον Αθίριλ
για να τον ρωτήσει για το ποιό θα ήταν το επόμενο βήμα του.
Παρέμενε ακόμα το ζήτημα της Τύοναν. Δεν είχαν ιδέα τι
συνέβαινε στην πρωτεύουσα. Δεν γνώριζαν ποιός ήταν ο

283

νικητής στη διαμάχη που είχε ξεσπάσει και που θα όριζε την
τύχη όλου του βασιλείου.
«Θα διανυχτερεύσουμε εδώ. Οι άντρες δεν είναι σε θέση
για πορεία αυτή τη στιγμή. Είναι εξαντλημένοι και
πληγωμένοι. Αύριο που θα νιώθουμε όλοι καλύτερα, θα
ξεκινήσουμε για την Τύοναν. Δεν μπορούμε να αναβάλλουμε
την προέλαση μας για πολύ δυστυχώς. Δεν έχω εμπιστοσύνη
στον αδερφό μου πώς θα χειριστεί το ζήτημα σωστά».
«Και με αυτούς τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Ντάργκαν
δείχνοντας με το βλέμμα του τους αιχμαλώτους.
«Θα τους ανακρίνω. Πρέπει να μάθουμε ποιός τους
έστειλε, γιατί πειρατές δεν είναι σε καμία περίπτωση. Είναι
άρτια εκπαιδευμένοι πολεμιστές, πλήρως εξοπλισμένοι. Αν ο
αρχηγός τους δεν ήταν τόσο βιαστικός, μπορεί να είχαμε χάσει
τη σημερινή μάχη. Σταθήκαμε κάπως τυχεροί και αυτός αρκετά
ανόητος. Θα μάθω οπωσδήποτε ποιός μας επιτέθηκε και όταν
τελειώσουμε με την εξέγερση στην Τύοναν, θα ζητήσω
επιπλέον στρατό και θα ξεκινήσω εκστρατεία για να εκδικηθώ
τον υπαίτιο αυτής της καταστροφής». Το βλέμμα του
πλανήθηκε πρός τη μεριά της θάλασσας. Ο στόλος δεν
φαινόταν από εκεί που βρίσκονταν, αλλά με τα μάτια της
φαντασίας τους, έφεραν και οι δύο στο νού τους τις εικόνες των
ρημαγμένων καραβιών. Ο Ντάργκαν ακόμα δεν μπορούσε να
το πιστέψει. Ένιωθε πολύ τυχερός που τουλάχιστον η «Αέρινη»
είχε γλιτώσει, αλλά ο αφανισμός του υπόλοιπου στόλου του
δημιουργούσε ένα πόνο αφόρητο. Μπορούσε να καταλάβει τι
ένιωθε ο Αθίριλ γιατί βρίσκονταν και οι δύο στην ίδια
κατάσταση. Έπρεπε όμως να ξεπεράσουν τη θλίψη τους άμεσα
και να έρθουν αντιμέτωποι με τις υποχρεώσεις τους, που
έδειχναν να μην έχουν τελειωμό.
Ο Νέγουεν είχε κλειστεί στο παλάτι του και έβλεπε με
θλίψη τη φρουρά των επίλεκτων πολεμιστών του να χάνουν τη
μάχη, κόντρα στον αναπάντεχο εχθρό που είχε εμφανιστεί από
το πουθενά, για να πέσει πάνω στους κουρασμένους και
πληγωμένους από την προηγούμενη μάχη άντρες του. Δεν
μπορεί να ήταν σύμπτωση η επιλογή της συγκεκριμένης

284

χρονικής στιγμής. Και η προηγούμενη μάχη και αύτη η
αιφνιδιαστική έφοδος, ήταν μέρη ενός καλοστημένου σχεδίου.
Το μόνο σίγουρο ήταν ότι και η Νιίρα είχ