Ο ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ (Μέρος πρώτο)

Εισαγωγικό σχόλιο

Δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο “Σαλπάροντας για τη φιλελεύθερη Ουτοπία”
μόνο για έναν λόγο. Για να γίνει κατανοητό όταν μιλάμε για κλοπή και διαστρέβλωση
ιδεών, τι εννοούμε. Είναι ένα κείμενο γραμμένο από φιλελεύθερο ο οποίος στην σημερινή
συγκυρία (οικονομική κρίση), ντρέπεται να πει ότι είναι νεοφιλελεύθερος και αναζήτα
“νέα” ερμηνευτικά εργαλεία.
Το ψευδό ζήτημα αναρχισμός και καπιταλισμός δεν είναι νέο έχει τεθεί από πιο παλιά
και δεν μας ανησυχεί τόσο γιατί έχει απαντηθεί. Αυτό που μας ανησυχεί λίγο περισσότερο
είναι η διαπίστωση ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, υπάρχει ένα δεξιό ρεύμα στον
αναρχικό χώρο όχι συγκροτημένο ή μεθοδευμένο από κάποιους, αλλά περισσότερο σαν
αίσθηση, σαν γνώμη, σαν εκσυγχρονιστική τάση, η οποία προσομοιάζει λίγο πολύ με την
πιο κάτω εκδοχή και παίρνει ανά εποχές “πλειοψηφικές” διαστάσεις. Προέρχεται σίγουρα
από την φοιτητικοποίηση του χώρου που κουβαλά εκτός από την στείρα άρνηση και την
ιδεολογική σούπα του επιστημονισμού.
Προέρχεται, επίσης, και από την μικροαστικοποίηση της κοινωνίας -όχι τόσο σαν τάξη, όσο σαν αντίληψη- αλλά και από την
κρίση του μαρξιστικού σοσιαλισμού (επαναστατικού ή ρεφορμιστικού), γιατί εν πολλοίς ο
σοσιαλισμός ταυτίστηκε δυστυχώς μόνο με τους μαρξιστές. Τελικά, εν αρχή είναι ο λόγος
ή οι ανάγκες; Υπάρχει σημερινός λόγος που αγωνιζόμαστε; Είναι αναγκαία μια δίκαιη
κοινωνία -με το δίκαιο όπως το εννοούμε εμείς ως αναρχικοί ;
Η ιστορία του κοινωνικού αγώνα καταδεικνύει ότι όταν αποσπάται ο αναρχικός λόγος
από τις ταξικές αλλά και σοσιαλιστικές του αναφορές γίνεται σκέτος φιλελευθερισμός.
Όταν υπερτονίζεται η ελευθερία σε αναντιστοιχία με την ισότητα και την κοινωνική
αλληλεγγύη, όταν υπερτονίζεται η εναντίωση στο κράτος σε αναντιστοιχία με τις
κοινωνικές, παραγωγικές - εργασιακές σχέσεις που δημιουργεί και επιβάλλει ο
καπιταλισμός, όταν συγχέεται η επαναστατικότητα της εργατικής τάξης με το ότι δεν
υπάρχουν τάξεις, τότε εμείς δεν βρίσκουμε το λόγο να αγωνιζόμαστε με αυτόν τον τρόπο
γιατί αυτού του είδους ο αγώνας οδηγεί στο να κονομάνε, να ζουν και να επιβάλλονται
μερικοί έναντι των πολλών. Φυσικά είναι εύκολο να ηγεμονεύσεις σε επίπεδο ιδεών όταν ο
οι νέο αναρχικοί αδιαφορούν η δεν θέλουν όχι μόνο να υπερασπιστούν έννοιες και αξίες
αλλά απαξιούν να περιγράψουν την αναρχία ως κοινωνικό ιδανικό.
Θα χρειαζόταν τόμο για να συγκεντρωθούν τα άρθρα και τα σχόλια όπου με έναν
υποκλέπτονταν και διαστρεβλωτικό τρόπο παρουσιάζονται αναρχικές έννοιες από τους
δημοσιογράφους παπαγαλάκια του νέου κυβερνητισμού. “Αντιεξουσιαστικού” όπως
ονομάστηκε από την σοσιαλφιλελεύθερη ελίτ του ΠΑΣΟΚ, παραθέτουμε ένα μικρό
απόσπασμα από το φερέφωνο του συγκροτήματος (πολιτικών και οικονομικών
συμφερόντων), Λαμπράκη τα Νέα: “… Ο Πρωθυπουργός είναι ο πομπός των οδηγητικών
ιδεών και του προγραμματικού λόγου. Έχει επίσης απόλυτη εξουσία επί των στελεχών του.
Ευνοϊκός παράγοντας για τη λειτουργία του συστήματος είναι ότι σε αντίθεση με τον κ.
Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου έχει δικές του «έμμονες ιδέες» που διαμορφώνουν
κατεύθυνση: διεθνιστική ματιά, αυθεντική οικολογική και ελευθεριακή κουλτούρα, πηγαία
ανθρωπιστική προσέγγιση, επιμονή στις διαβουλευτικές διαδικασίες χωρίς όμως να

1

απεμπολεί στο ελάχιστο το δικό του «ηγετικό δικαίωμα»…” Για την αντιστροφή των εννοιών
δείτε Τζόρτζ Όργουελ 1984, ας δούμε λιπών παρακάτω την αφήγηση των
νεοφιλελεύθερων περί αναρχικού καπιταλισμού και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα
του.

“… Σαλπάροντας για τη φιλελεύθερη Ουτοπία
Ο καπιταλισμός είναι η πληρέστερη έκφραση του αναρχισμού και ο αναρχισμός η
πληρέστερη έκφραση του καπιταλισμού. Murray Rothbard
Ο σπουδαίος ιρλανδός ελευθεριακός συγγραφέας Oscar Wilde έλεγε πως, ένας χάρτης
του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε να τον κοιτάξεις, γιατί
αφήνει έξω μια χώρα προς την οποία η ανθρωπότητα πάντοτε κατευθύνεται. Και όταν η
ανθρωπότητα φτάνει εκεί, κοιτάζει μακριά και, βλέποντας μία καλύτερη χώρα, σαλπάρει. Η
πρόοδος είναι η πραγματοποίηση των Ουτοπιών.
Καθώς όμως η επανάσταση και η διάψευση αποτελούν τον αέναο κύκλο της ουτοπικής
κοινωνικής μηχανικής και ένας καταστροφικός, τυραννικός και ανθρωποκτόνος
βολονταρισμός έρχεται να συντρίψει τα όνειρα και τις προσδοκίες των λαών και να
ανταμείψουν μόνο τους πρόθυμους νέους εξουσιαστές, οι φιλελεύθεροι στάθηκαν σφόδρα
επικριτικοί απέναντι στον τελεολογικό αισθητισμό των διαφόρων ουτοπικών σχεδίων
(Edmund Burke, Karl Popper, κ.ά).
Ωστόσο, ο φιλελευθερισμός ως απότοκος του πνεύματος του Διαφωτισμού, της
«υπόσχεσης του μέλλοντος» (Conan), είναι συνυφασμένος με την έννοια της προόδου. Και
δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέεται με τη στατική, συντηρητική και τελικά
καθεστωτική λογική του «καλύτερου δυνατού κόσμου» (Leibniz). Έτσι, ακόμη και μέσα στη
δίνη του β’ παγκόσμιου πολέμου και τη κυριαρχία των ολοκληρωτικών ιδεολογιών,
διανοητές όπως ο Friedrich Hayek δεν έπαψαν να οραματίζονται έναν κόσμο ατομικής και
συλλογικής ανάπτυξης, αξιοπρέπειας και ευημερίας.
Πέρα από τον Hayek, η «μετα-ουτοπία» του αμερικανού πολιτικού φιλόσοφου Robert
Nozick, το «ελάχιστο κράτος» της ρωσο-αμερικανίδας συγγραφέως Ayn Rand (minarchism)
και φυσικά η καπιταλιστική αναρχική κοινωνία του David Friedman, κεντρίζουν τη σκέψη
του ανοιχτόμυαλου και απαιτητικού αναγνώστη στη κατεύθυνση μίας εναλλακτικής
κοινωνικής συγκρότησης με βάση το πρωτείο του ατόμου. Κοινός τόπος όλων, η απόπολιτικοποίηση του κράτους, κάτι που εν πολλοίς αντανακλά τον κλασσικό φιλελευθερισμό
του 19ου αιώνα και το «ουδέτερο κράτος» του Benjamin Constant.
Ο μελετητής της ιστορίας των πολιτικών ιδεών δεν μπορεί επίσης παρά να παρατηρήσει
πως, η λογοτεχνία συνδιαλέγεται συχνότατα παραγωγικά με την «ουτοπική» πολιτική
θεωρία. Από τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και την Ουτοπία του Thomas More, μέχρι το
Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ και το Άγνωστο Αριστούργημα του Honoré de Balzac, τα
παραδείγματα πάμπολλα. Ειδικά το παρεξηγημένο είδος της επιστημονικής φαντασίας,
αποτελεί διαρκή επίδραση για την ελευθεριακή (libertarian) σκέψη (Philip K Dick, Ursula
Le Guin, Ray_Bradbury, κ.ά).
Για τον αμερικανό αναρχο-καπιταλιστή διανοητή David Friedman, αρχική πηγή
έμπνευσης στάθηκε το έργο του αμερικανού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Robert
Heinlein και η πολυβραβευμένη νουβέλα του The Moon is a Harsh Mistress. Στην ιστορία,
που διαδραματίζεται το έτος 2075 στη Σελήνη, η αυταρχική ομοσπονδιακή κυβέρνηση της

2

Γης έχει δημιουργήσει αποικίες όπου κατοικούν ποινικοί και αντικαθεστωτικοί κρατούμενοι
καθώς και οι απόγονοι τους. Οι αποικίες εξεγείρονται υπό τη καθοδήγηση του καθηγητού
Bernardo de La Paz με σκοπό την απεξάρτηση από τη γήινη εξουσία και την εγκαθίδρυση
ενός κοινωνικού συστήματος που αποκαλείται «ορθολογική αναρχία» (rational anarchism),
όπου όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους πολίτες που φέρουν την ευθύνη των
πράξεων τους, χωρίς την ιεραρχική δια-μεσολάβηση κάποιας κεντρικής εξουσίας, «ένα
τέλειο σύστημα βασισμένο στις ατέλειες των ανθρώπων». Ωστόσο, παρά την επιτυχή
κατάληξη της επανάστασης, η συνέχεια διαψεύδει τους εμπνευστές της καθώς τα αντιφιλελεύθερα και λεγκαλιστικά (legalist) ένστικτα των πολιτών καθορίζουν την τελική
μορφή της πολιτικής συμβίωσης.
Στο σημαντικό έργο του The Machinery of Freedom- Guide to a Radical Capitalism, ο
David Friedman επιχειρεί να μεγιστοποιήσει την κοινωνική ευημερία μεταφέροντας
παραδοσιακές κρατικές/ κυβερνητικές λειτουργίες στις αγορές. Διόλου τυχαία, το βιβλίο
αφιερώνεται στον Robert Heinlein (μαζί με τον πατέρα του Milton Friedman και τον
Friedrich Hayek), ενώ έχει συγγράψει κείμενο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Rational
Anarchism. Στην πραγματικότητα, ο Friedman επιχειρεί να επεξεργαστεί εκείνες τις
προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν το κοινωνικό πείραμα στις αποικίες της Σελήνης στην
επιτυχία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σύστημα απονομής
δικαιοσύνης και επιβολής των νόμων. Στο Police, Courts and Laws- on the Market διερευνά
τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής λειτουργίας ενός συστήματος ρύθμισης των κοινωνικών
σχέσεων, απομακρυσμένο από το κυρίαρχο νομικό και ηθικό πατερναλισμό (legal and
moral paternalism) και βασισμένο μηχανισμό των αγορών και τις αυθόρμητες τάξεις
(spontaneous orders) που αυτές παράγουν. Σκέψεις που αξίζει να μελετηθούν και υπό το
επίκαιρο πρίσμα της εφαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης λαμβάνοντας υπόψη τις
συνθήκες κράτησης και υπερ-πληθυσμού των φυλακών καθώς και τις επαναλαμβανόμενες
και ανεπίτρεπτες αυθαιρεσίες στην επιβολή της τάξης.
Είναι ακόμη εντυπωσιακό πως αρκετά από τα σημεία που αναπτύσσει ο Friedman, όπως
η ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομικών υπηρεσιών, φαντάζουν σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά,
εντελώς ξεπερασμένα κυρίως λόγω της τεχνολογικής προόδου. Ο Friedman αναγνωρίζει
τον αποφασιστικό ρόλο της τεχνολογίας και προς τούτο, στο πρόσφατο βιβλίο του Future
Imperfect- Technology and Freedom in an Uncertain World διερευνά τους πιθανούς
τρόπους με τους οποίους οι τεχνολογικές εξελίξεις θα επηρεάσουν την κοινωνική συμβίωση
στο μέλλον.
O David Friedman εντάσσεται στη σχολή του αναρχο-καπιταλισμού, όπου κυριαρχεί η
μορφή του αμερικανού διανοητή Murray Rothbard (στον οποίο πιστώνεται κι ο όρος). Στα
κυριότερα έργα του, το The Ethics of Liberty όπου διερευνώνται οι αξιακές προϋποθέσεις
της αναρχο-φιλελεύθερης κοινωνικής συγκρότησης και το For a New Liberty, όπου
παρουσιάζονται ορισμένες πρακτικές εφαρμογές της (εκπαίδευση, ασφάλεια, νόμισμα,
δημόσια τάξη, κ.λπ), ο Rothbard αναπτύσσει ένα πολιτικό-οικονομικό σύστημα, με άξονες
τo laissez-faire στην οικονομία και την «ιδιοκτησία του εαυτού» (self-ownership) στην
ηθική (ethics).
Ωστόσο, ο Friedman παραμένει φιλοσοφικά ωφελιμιστής (utilitarian) και
συνεπειοκράτης (consequentialist), ενώ ο Rothbard όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο
κομμάτι αυτού του σημαντικού διανοητικού ρεύματος (σχολή των Αυστριακών
Οικονομικών, κ.ά.) ακολουθεί αξιακή-δεοντολογική (normative) αναπτύσσοντας ένα
φιλελευθερισμό φυσικών δικαιωμάτων (natural rights libertarianism).

3

Σε κάθε περίπτωση, το ρεύμα του αναρχο-φιλελευθερισμού στο σύνολό του υιοθετεί μια
αντιπολιτική στάση που δεν έχει κοινά με την πολιτική απάθεια ή την λαϊκιστική ισοπέδωση
των ημερών μας, αλλά αντίθετα πρόκειται για μια συνεπή κριτική των ιεραρχικών (ακόμη
και δημοκρατικών) εξουσιαστικών σχέσεων και για μια διαρκή αναζήτηση της κοινωνικής
και πολιτικής χειραφέτησης των ατόμων.
Σύμφωνα με τον ούγγρο αναρχο-φιλελεύθερο διανοητή Antony de Jasay, «παρά τη
λογική της θέσης πως το κράτος δεν είναι πραγματικά αναγκαίο, και την έλξη της εύτακτης
αναρχίας, δεν αξίζει η προσπάθεια να υπερασπίζεται κάποιος την εξαφάνιση του κράτους.
Αξίζει όμως τον κόπο η συνεχής αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του… Το καλύτερο που
μπορεί να κάνει ο συνεπής φιλελευθερισμός είναι να αντιμάχεται την εισβολή του κράτους
βήμα-βήμα, εκεί όπου κάποιος ιδιωτικός χώρος μπορεί ακόμη να προστατευθεί και ο
δημόσιος χώρος να ανακτηθεί». Και σε αυτή τη κατεύθυνση το έργο του David Friedman
στέκεται φωτεινός φάρος ώστε να βρει το φιλελεύθερο σκαρί τη ρότα για την Ουτοπία…"
Δημήτρης Σκάλκος 2009
Σημειώσεις:
Για μια εξαιρετική βιβλιογραφική σύνοψη του αναρχο-καπιταλισμού, δες: Hans-Hermann
Hoppe, Anarcho-Capitalism: An Annotated Bibliography και για μια αντιπροσωπευτική
συλλογή κειμένων δες: Edward P. Stringham, Anarchy and the Law- the Political Economy
of Choice. Για τη σύνδεση επιστημονικής φαντασίας και ελευθεριακού κινήματος,
δες:Oyvind Myhre, Science Fiction- A Vision of Liberty

Ο ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ (Μέρος δεύτερο)

Επίλογος
Ο νεοφιλελευθερισμός, υποστηρίζεται, ότι έκτος από ιδεολογία η οικονομική πολιτική
είναι πρώτα απ' όλα και κυρίως ένας τύπος κυβερνητικής ορθολογικότητας. Ο Φουκό
ορίζει την κυβερνητική ορθολογικότητα ως μια κανονιστική λογική που διέπει τη
δραστηριότητα της διακυβέρνησης, με τη έννοια όχι μόνο της άμεσης αλλά και της έμμεσης
καθοδήγησης των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να οδηγούνται και να συμπεριφέροντε με
έναν ορισμένο τρόπο.
Η «ορθολογικότητα» αυτή δεν εφαρμόζεται με την άσκηση
ενός άμεσου αλλά
περισσότερο ενός έμμεσου (συγκαλυμμένου), καταναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή
την άποψη, η κριτική ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό δεν θα 'πρεπε να περιορίζεται μόνο
στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση εργασιακών
σχέσεων), ούτε σε ένα ορισμένα σύνολο θεωρητικών ιδεών (Φρίντμαν, Χάγεκ), ούτε στους
πολιτικούς που στράφηκαν σε αυτόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Ρέιγκαν, Θάτσερ
κλπ).
Η νεοφιλελεύθερη «ορθολογικότητα» έχει μιαν ευρύτερη εμβέλεια και μπορεί να
προωθείται ακόμα και από κυβερνήσεις που αναφέρονται στην αριστερά. Αυτό που ορίζει

4

τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα είναι το ότι οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν με βάση το
υπόδειγμα του ανταγωνισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τα άτομα να προσπαθούν να
μεγιστοποιηθούν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, παραμερίζοντας κάθε ηθική
αναστολή.
Οι πρώτοι φιλελεύθεροι στοχαστές, ιδίως ο Ανταμ Σμιθ και ο Φέργκιουσον, στα τέλη του
18ου αιώνα, σκέφτονταν την αγορά με βάση μια λογική ισοδυναμίας και ελαχιστοποίηση
των ανισοτήτων. Ο νεοφιλελευθερισμός σκέφτεται την αγορά με βάση τη λογική του
ανταγωνισμού, δηλαδή την μεγιστοποίηση της ανισότητας. Αυτή η στροφή χρονολογείται
ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Άγγλος φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ προτείνει
μιαν ερμηνεία του Δαρβίνου που επεκτείνει την έννοια της «φυσικής επιλογής» και σε άλλα
πεδία και ιδιαίτερα στο κοινωνικό - οικονομικό πεδίο. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν θέλουν να
γίνεται αναφορά στον Σπένσερ εξαιτίας του βιολογισμού του (κοινωνικός δαρβινισμός). Σε
αυτόν, όμως, βρήκαν την ιδέα ότι η αγορά πρέπει να είναι ένας απέραντος ωκεανός
ανταγωνισμού.
Όταν ο «κλασικός» φιλελευθερισμός μπαίνει σε κρίση, τα τέλη του 19ου αιώνα,
εμφανίζονται δύο ρεύματα: ένας φιλελευθερισμός που δικαιολογεί την παρέμβαση του
κράτους σε μιαν οπτική σταθεροποίησης και αναδιανομής, κορυφαίος εκπρόσωπος του
οποίου είναι ο Κέινς και ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος από τη δεκαετία του 1930 θα
προτείνει να αναγορευτεί η αγορά σε υπέρτατη αρχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Ο κεϊνσιανισμός επικράτησε θριαμβευτικά μετά τον πόλεμο. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός
δεν αφοπλίστηκε. Οι Γερμανοί «φιλελεύθεροι» της σχολής
ordolide realismus
(ορθολογικός ρεαλισμός), άσκησαν καθοριστική επιρροή στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση
(ευρωπαϊκή ένωση σήμερα), ξεκινώντας από τη Συνθήκη της Ρώμης η οποία ορίζετε εξ
αρχής και απαραβίαστα από την αρχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Ο
νεοφιλελευθερισμός επωφελήθηκε από την κρίση του κεϊνσιανισμού, όπως και ο
κεϊνσιανισμός είχε επωφεληθεί από την κρίση του καπιταλισμού στις δεκαετίες του 1920
και 1930.
Η αρχή του ανταγωνισμού αναγορεύτηκε σε παγκόσμιο κανόνα, η κωδικοποίηση του
χρονολογείται άλλωστε από τη του δεκαετία του 1980, με αυτό που αποκαλείται η
«συναίνεση της Ουάσιγκτον» και που προσδιορίζει τους δημοσιονομικούς και
νομισματικούς κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται στις χώρες που ζητούν οικονομική βοήθεια
από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο όρος που έχει κομβική σημασία είναι η «πειθαρχία».
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας ταυ 1970 οι «ειδικοί» κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου,
«Η κατάσταση – λένε - δεν μπορεί να κυβερνηθεί, επειδή δεν υπάρχει κοινωνική
πειθαρχία».
Ο φιλελευθερισμός είναι εξαιρετικά αναγκαίος στον καπιταλισμό των τραστ των καρτέλ,
των πολυεθνικών αλλά
και στο κράτος-πρόνοιας. Τα αμερικάνικα λεγόμενα και
φιλελεύθερα, προοδευτικά, ανθρωπιστικά ιδρύματα (π.χ. Φορντ, Ροκφέλερ, Κάρνεγκυ
κλπ) ιδρύθηκαν, ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από τις ομάδες συμφερόντων των
μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών. Σε μια εποχή κοινωνικού αναβρασμού, η κυρίαρχη
τάξη χρειάζεται ένα φιλελεύθερο κίνημα το οποίο να μπορεί να λειτουργεί ως ασφαλιστική
δικλείδα στην μαζική δυσαρέσκεια και, μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέπει τους ανθρώπους
να στραφούν προς μια αποτελεσματική κοινωνική επανάσταση (εδώ αυτό το ρόλο τον
παίζουν καλύτερα οι σοσιαλφιλελευθεροι, σοσιαλδημοκράτες). Όσο περισσότερο
εδραιώνονται τα καρτέλ και οι πολυεθνικές, τόσο περισσότερη φιλελεύθερημεταρρυθμιστική ρητορική υιοθετούν τα κόμματα εξουσίας. Έτσι, το σύγχρονο κράτος
διατηρεί υπό τον έλεγχό του την εσωτερική αμφισβήτηση, αναπτύσσοντας και

5

θεσμοποιώντας το εμπόρευμα των πολιτικών μανδαρίνων τον νέο αυταρχισμό, δηλαδή
την μεθοδευμένη γενίκευση της κοινωνίας του ελέγχου.
Την ίδια περίοδο όμως διαπλάθεται και το «νεοφιλελεύθερο υποκείμενο», με την
παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων(πόλεμος όλων εναντίων όλων), με τις
τεχνικές αξιολόγησης, με την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, με την παρακίνηση να
μετατραπούν τα υποκείμενα σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», μέσω της καταναλωτικής ζήτησης.
Το άτομο πλέον πρέπει να φροντίζει να συσσωρεύει, να επιδιώκει την επιτυχία, ενώ
ταυτόχρονα είναι υπεύθυνο (και επομένως ένοχο), για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Το
νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγχέει την ελευθερία και την αυτονομία με τον ανταγωνισμό.
Επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει με κάθε τίμημα την απόδοση του ατόμου σε όλα τα
πεδία, ο νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να αναγορεύει σε κανόνα την έλλειψη κάθε
περιορισμού. Αυτή η έλλειψη περιορισμού συγκαλύπτει όμως το γεγονός ότι, στην
πραγματικότητα, υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία και αυτό το όριο το καθορίζουν το
κεφάλαιο και η επιχείρηση. Οι συντηρητικοί και οι θιασώτες του «εκσυγχρονισμού»
βλέπουν στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα ον απελευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες
του. Αλλά η έλλειψη κάθε περιορισμού, που υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει
καμιά σχέση με την πραγματική ελευθερία. Ο μηχανισμός της «απόδοσης - απόλαυσης»,
που καθιερώνει ο νεοφιλελευθερισμός, είναι ένα σύστημα που λειτουργεί σαν
ψευδαίσθηση της ελευθερίας του ατόμου, γιατί παραμένει στην ουσία ένας τρόπος
κοινωνικής χειραγώγησης και πειθάρχησης.
Οι ελευθεριακή πρέπει να ξεκινήσουν την συζήτηση ότι το κοινό αγαθό είναι κοινή
υπόθεση και να αντιτάξουν τη συνεργασία στον ανταγωνισμό. Κάτι που ανάδειξε με
σημαντικό τρόπο ο Κροπότκιν (και όσοι εμπνεύστηκαν από αυτών), στα έργα του
χτυπώντας κριτικάροντας τον κοινωνικό δαρβινισμό.

Σημαντική Διευκρίνιση
Πρώτος ο Γάλλος αναρχικός Ζοζέφ Ντεζάκ χρησιμοποιεί την λέξη ελευθεριακός και
μάλιστα εκδίδει και μια εφημερίδα “ο ελευθεριακός” από το 1858 έως το 1861. Σε αυτή
την αγνοημένη φυσιογνωμία οφείλουμε
μια πρώιμη έννοια του κομμουνιστικού
αναρχισμού και πολλά άλλα μέσα από το ουτοπικό του έργο “Η Ανθρωπόσφαιρα” (να
σημειώσουμε δε, ότι ο Ντεζάκ ήταν ταπετσέρης και ελαιοχρωματιστής και όχι κάποιος
μικροαστός ή μεσοαστός γραφιάς. Το έργο του υποτιμήθηκε και αγνοήθηκε, αν και
υποκλάπηκε σε πολλά σημεία του. Στην “Ανθρωπόσφαιρα”, περιγράφει τους πλανήτες και
τη γη σαν ζώντες οργανισμούς που ζουν, αναπνέουν και αισθάνονται. Πρώιμος
“οικολόγος”;).
Προτού ο Ντεζάκ σκιαγραφήσει την εικόνα που έχει για την αναρχιστική, όπως λέει
κοινωνία, σκιαγραφεί το εγώ με έναν επαναστατικό τρόπο έξω από εγωπάθειες και
ναρκισσισμούς:
“… Εγώ έχω όλα τα πάθη, αν και δεν μπορώ βέβαια να τα ικανοποιήσω: το πάθος της
αγάπης και του μίσους, όπως επίσης και αυτό της εκλεπτυσμένης πολυτέλειας και της
εκλεπτυσμένης απλότητας. Εγώ γνωρίζω κάθε όρεξη: αυτή της καρδιάς και του στομαχιού,
της σάρκας και του πνεύματος. Μου αρέσει το άσπρο ψωμί καθώς και το μαύρο, μ'

6

αρέσουν οι θυελλώδεις συζητήσεις και οι γλυκές κουβέντες. Κάθε φυσική και ηθική δίψα
είναι γνωστή σε μένα, κάθε μέθη μου είναι οικεία, κάθε τι στον κόσμο που είναι ερεθιστικό
πέρα από κάθε μέτρο, όπως και κάθε τι καταπραϋντικό με δελεάζει: ο καφές και η ποίηση,
η σαμπάνια και η τέχνη, το κρασί και ο καπνός, το μέλι και το γάλα, το θέατρο, η
οχλαγωγία, το φως, η σκιά, η μοναξιά και το κρύο νερό. Εγώ, αγαπώ την εργασία και το
σκληρό μόχθο, όπως αγαπώ επίσης την σχόλη και την Καλόβουλη τεμπελιά. ... Δεν
γνωρίζω κανέναν άνθρωπο που να έχει τόσες λίγες προκαταλήψεις και τόσα πολλά πάθη
όπως εγώ....»
Για την δικιά του ένωση σοσιαλισμού και ατομικισμού λέει τα εξής: “ Κάθε χειρωνακτικό
και διανοητικό έργο, κάθε τι που είναι αντικείμενο της παραγωγής και της κατανάλωσης,
τα κοινά κεφάλαια, η συλλογική ιδιοκτησία, ανήκουν σε όλους και στον καθένα. Κάθε έργο
της καρδιάς, κάθε τι που έχει ιδιαίτερη ουσία, που είναι ίδιον της ψυχής και των
συναισθημάτων του ατόμου, το ιδιωτικό κεφάλαιο, η ιδιοκτησία του σώματος, κάθε τι
τελικά που είναι ο άνθρωπος με την πραγματική του σημασία και αυτό που αυτός επιθυμεί
να είναι η ζωή του ή η γενιά του, ανήκει στον εαυτό του…» Συνεπής κατά τα άλλα στην
πίστη του στην αδερφικότητα και τη σύνεση που πηγάζουν από τον εγωισμό, διατυπώνει
την πρόταση, η οποία είναι ο ορισμός του κομμουνιστικού αναρχισμού με το δικαίωμα της
ελεύθερης χρήσης του:
“… Ο καθένας να καταναλώνει και να παράγει σύμφωνα με τις ικανότητες του,
σύμφωνα με τις ανάγκες του, διότι και η εργασία είναι μια ανάγκη η οποία είναι ακριβώς
τόσο επιτακτική όσο και η ανάγκη να τρώμε. Η τεμπελιά δεν είναι η κόρη της ελευθερίας
και της μεγαλοφυΐας της ανθρωπότητας, αλλά της σκλαβιάς και του πολιτισμού…» Ενώ στη
θέση του καταναγκασμού και των νόμων εμφανίζει τα έθη και την ηθική συνείδηση.
Στην περιγραφή αυτής της μελλοντικής χώρας της ουτοπίας του ο Ντεζάκ είναι πρώιμος
αντιντετερμινιστής. «… Οι αναζητητές της ιδανικής ευτυχίας, ακριβώς έτσι όπως οι
αναζητητές της φιλοσοφικής λίθου, ίσως δεν πραγματοποιήσουν ποτέ απόλυτα την
ουτοπία τους, όμως η ουτοπία τους θα είναι το αίτιο για τις προόδους της ανθρωπότητας
…».
O Κροπότκιν έδωσε μια πιο κινηματική χροιά και χρησιμοποίησε τον όρο ελευθεριακός
γύρω στο 1890, για να δημιουργήσει
μια ομπρέλα για τις μυριάδες ομάδες που δεν
αγωνίζονταν μόνο για ελευθερία, αλλά και για ισότητα και για την εναρμόνιση των δύο
αυτών φαινομενικά αντίθετων εννοιών. Υποστήριζε ότι η ελευθερία είναι ποιοτική και ως
τέτοια αποτελεί φυσική συνέπεια της ισότητας που βασίζεται στην κοινοτική ζωή και στα
δημοκρατικά ιδανικά.

Νοέμβριος 2009

* Στοιχεία της μονογραφίας του Ντεζάκ, πήραμε από μελέτη του Λαντάουερ “Το μήνυμα
του Τιτανικού”, εκδ. Τροπή Πάντως είναι χρήσιμο να αναζητηθεί και να μεταφραστεί
στα ελληνικά η “ανθρωπόσφαιρα”.

7

Ο ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ (Μέρος τρίτο)

Συνέχεα από μέρος δεύτερο (επίλογος) ….
“… στην Ελλάδα, η χρόνια οικονομική κρίση, που εκδηλώνεται μεταπολεμικά με την
αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής την οποία επέφερε το άνοιγμα της στην διεθνή
αγορά—διαδικασία που επιτάχυνε και ολοκλήρωσε η ένταξη μας στην Ε.Ε. συνοδεύεται απο
μια αντίστοιχη χρόνια κρίση του πολιτικού συστήματος. Η κρίση αυτή, με το ξέσπασμα της
σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης, έγινε ακόμη οξύτερη και εκδηλώνεται τελευταία με
την κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη και τη σημερινή ουσιαστική παραίτηση της
κυβέρνησης και προκήρυξη εκλογών, ενόψει της κοινωνικής αναταραχής που
αναπόφευκτα θα προκαλέσουν τα μέτρα που απαιτεί να ληφθούν η Ε.Ε. και άλλοι διεθνείς
οργανισμοί (ΟΟΣΑ κλπ). Μέτρα, που περιλαμβάνουν δραστικούς περιορισμούς στις
δημόσιες δαπάνες (υγεία, κοινωνική ασφάλιση κλπ), «λιτότητα» στους μισθούς και
συντάξεις με αυξήσεις το πολύ γύρω στο ύψος του πληθωρισμού κοκ. Και αυτό, γιατί η
Ελλάδα, στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο των ανοικτών και απελευθερωμένων αγορών της
ΟΝΕ-- αντίθετα με τις ανοησίες του ΠΑΣΟΚ και της ρεφορμιστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ,
Οικολόγοι-Πράσινοι κ.α.)-- δεν μπορεί να βγει από την κρίση με την τόνωση της ζήτησης
και την «πράσινη ανάπτυξη».
Κανένα «νοικοκύρεμα» (παλιό Θατσερικό σλόγκαν που σημαίνει πετσόκομμα δημοσίων
δαπανών) και «πάταξη της φοροδιαφυγής» (μόνιμο σλόγκαν των δικών μας ελίτ) δεν
επαρκεί για τη σημαντική τόνωση της ζήτησης. Ο μόνος επομένως τρόπος για
χρηματοδότηση παρόμοιας πολιτικής είναι ο παραπέρα δανεισμός, που τώρα δεν μπορεί να
καλυφθεί ούτε με άλλες ιδιωτικοποιήσεις, διότι η ελίτ ήδη ξεπούλησε ό, τι ήταν διαθέσιμο
από τη δημόσια περιουσία 1 …”
Το σύστημα έχει σαπίσει, έχει καταπέσει ηθικά στα μάτια του λεγομένου απλού πολίτη
από την διαφθορά, τον νεποτισμό και την κομματοκρατία – πελατοκρατία, ενώ η ντόπια
πλουτοκρατία τρίβει τα χέρια της από τα τεράστια κέρδη που αποκόμισε από τη περασμένη
δεκαετία. Εντωμεταξύ σε αυτό το περιβάλλον αυξάνεται κατακόρυφα τόσο η σχετική όσο
και η πραγματική φτώχια, η ανεργία και η υποαπασχόληση. Ξαφνικά ο ελληνικός λαός
ξυπνά από τον λήθαργο της “καταναλωτικής ευδαιμονίας” μιας ευδαιμονίας που δεν
στηρίχτηκε φυσικά στην αγοραστική δύναμη των μεροκαματιάρηδων- μισθοσυντήρητωναυτο απασχολούμενων, αλλά στο δανεισμό, αφού η εργοδοσία -κρατική και ιδιωτική- δεν
αναλαμβάνει ποτέ το κόστος αυτής της αγοραστικής δύναμης. Και όταν κάποια στιγμή “το
αναλαμβάνει”, για να μπορεί να ελεγχθεί η ταξική σύγκρουση, το μετακυλάει λίγο
αργότερα στο καθημερινό κόστος διαβίωσης. Στην ουσία το κόστος ανόδου του βιοτικού
επιπέδου των εργαζομένων, στην Ελλάδα και αλλού, το έχει αναλάβει η ίδια η εργασία
μέσω του δανεισμού και όχι το κεφάλαιο.
Ένας διάχυτος αντιεξουσιασμός, όχι με την επαναστατική έννοια, αλλά με την έννοια της
αμφισβήτησης από τον κόσμο του πολιτικού συστήματος, έκανε και τον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ
και ηγέτη της σοσιαλιστικής διεθνούς να υιοθετήσει μια “αντιεξουσιαστική” ρητορική.
Εμείς δεν τσιμπάμε από αυτή τη ρητορική γιατί γνωρίζουμε καλά και την προηγούμενη

8

περίοδο των σοσιαλιστών στην Ελλάδα (και τον ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας
παγκοσμίως – αναφορικά με το κοινωνικό ζήτημα). Στην Ελλάδα, όπου με τον τρίτο δρόμο
του σοσιαλισμού άλωσαν τις ιδέες της αριστεράς και κυρίως της αυτονομίας. Ο
¨αντιεξουσιαστικός” κυβερνητισμός του ΠΑΣΟΚ κινείται μέσα στα όρια της δημοσιονομικής
κατάρρευσης, και δεν έχει άλλο δρόμο να ακολουθήσει παρά το κλασικό δίπτυχο:
ασφάλεια θεσμική – ανάπτυξη οικονομική.

Έτσι, ακόμα και δίπλα στην πιο «μοντέρνα» φιλελεύθερη εκδοχή του συστήματος
κυριαρχίας, το μοίρασμα της εξουσίας μεταξύ των ελίτ, δηλαδή της κοινοβουλευτικής
διακυβέρνησης και της εναλλαγής των προσώπων στην εξουσία, συνυπάρχουν στην
οικονομία και στην πολιτική,
ο νεποτισμός (οικογενειοκρατία), το πολιτικό
κληρονομικό δίκαιο, η προσωπολατρία, η ευνοιοκρατία, τα προνόμια και η διαφθορά.
Όλα τα παραπάνω είναι, ουσιαστικά, δομικά στοιχεία του καπιταλισμού και του
κράτους, γιατί απλούστατα χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, ούτε η εξουσία των
εκάστοτε πολιτικών ελίτ θα διαρκούσε για πολύ, ούτε φυσικά, η εκλογική πελατεία
των κομμάτων.
Η σύγχρονη δημοκρατία είναι μια τυπική αστική επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων
και του κράτους δικαίου. Οι πολιτικές κάστες εκφραστές αυτής της δημοκρατίας στην
πραγματικότητα από την μια προωθούν την λεγόμενη συμμετοχή στα κοινά που
εξαντλείται στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και από την άλλη προωθούν την
παραίτηση από τα κοινά με την επαγγελματοποίηση, κομματικοποίηση της πολιτικής
ζωής, ενώ το λεγόμενο πλειοψηφικό σύστημα που διατυμπανίζουν καταρρέει από την
μη αθρόα προσέλευση των ψηφοφόρων στις εκλογές. Φυσικά δεν τους απασχολεί να
κυβερνούν μειοψηφικά αρκεί να μην υπάρξει κυβερνητικό κενό,
διαλύουν τον
κοινωνικό ιστό και εξατομικεύουν τα πρόσωπα προωθώντας από τη μία την ιδιώτευση
– ο σώζων εαυτό σωθήτω – και από την άλλη τη μαζικοποίηση.
Μαζικοποίηση μέσα από τους μηχανισμούς ελέγχου της γνώμης, της συνείδησης και
συμπεριφοράς, από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Μέσα που έχουν μετατραπεί σε
τεράστιες μηχανές συμφερόντων, δύναμης (θυμίζοντας την δύναμη της προπαγάνδας
που είχαν και έχουν οι εκκλησίες), προπαγάνδας και πλύσης εγκεφάλου.
Μαζικά μέσα που προωθούν την διαιώνιση και επέκταση της κυριαρχίας κεφαλαίου και
κράτους, με σχέση συγκοινωνούντων δοχείων, μεταξύ αυτών και των πολιτικών ελίτ,
διαστρεβλώνοντας και διαπλάθοντας την ελεύθερη βούληση και την κριτική σκέψη των
οικονομικά εκμεταλλευόμενων και πολιτικά καταπιεζομένων ανθρώπων.
Η κοινωνικότητα του καπιταλισμού και η έννοια του πολίτη δεν συνιστούν κοινωνία
των πολιτών, αλλά, πληθυσμιακή συσσώρευση ιδιωτών – υπηκόων, οπαδών,
ψηφοφόρων, καταναλωτών με υπέρτατο δικαίωμα, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και
την κατανάλωση, είναι η «κοινωνία» των ιδιωτών (αρρώστων) με χίλια δυο
αντικρουόμενα ιδιωτικά-ατομικά συμφέροντα που ιεραρχούνται, διαμορφώνονται και
διαχειρίζονται από τις εκάστοτε πολιτικές ελίτ. Έτσι, η ελευθερία ταυτίζεται με την
οικονομία της αγοράς και τη συσσώρευση του κέρδους.
Η ελευθερία δεν είναι ο τόπος των ιδεών και του πράττειν, αλλά η αγορά, αφενός
της κατανάλωσης και της διακίνησης εμπορευμάτων, και αφετέρου του επιχειρείν των
μεγαλοϊδιοκτητών της γης, των μέσων παραγωγής , των υπηρεσιών, του θεάματος –
ακροάματος και των άυλων κεφαλαίων.

9

Οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ, μέσα από το προσωπείο της λεγόμενης
αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας - σε όλες τις εκδοχές της - και μέσω της διαδικασίας
των εκλογών, καλλιεργούν την αυταπάτη πως έτσι εκφράζεται η λαϊκή θέληση,
δημιουργούν (ή επιβάλλουν όταν χρειάζεται) τις ανάλογες συναινετικές διαδικασίες και
νομιμοποιούνται.
Με αυτή τη διαδικασία, ανεξάρτητα αν την επόμενη των εκλογών αναιρούνται οι
υποσχέσεις, και τα προγράμματα των πολιτικών ελίτ και οι βεβαιότητες του λαού
μετατρέπονται σε θολές καταστάσεις, αυτή η αντιπροσώπευση δεν μπορεί να
ανακληθεί. Στερείται, έτσι, η δύναμη του λαού και μεταβιβάζεται στην κυρίαρχη τάξη
και στην πολιτική ελίτ που την εκπροσωπεί.
Από την άλλη, όμως, κάθε εναλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας κρύβει τη μεγαλύτερη
δυνατή υπόσχεση αλλά και απάτη για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας,
ενώ αφαιρεί από τους ανθρώπους την συνείδηση ότι έχουν την δυνατότητα και
μπορούν να παίρνουν αποφάσεις ως ίσοι μεταξύ ίσων για την κοινωνία.
Το μοντέλο της δήθεν διαδοχής συστημάτων πολιτικής διακυβέρνησης σε όλο τον
πλανήτη (ενώ στην ουσία δεν αλλάζουν οι πολιτικές αλλά τα πρόσωπα), και του
κοινοβουλευτισμού που προωθούν οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές
εξασφαλίζει τη δυναμική ενσωμάτωση όλων εκείνων των στοιχείων που επιβάλλει σε
κάθε χώρα μια κυρίαρχη ομάδα-ελίτ επαγγελματιών πολιτικών, εξουσιοδοτημένη από
τις οικονομικές ολιγαρχίες να λαμβάνει για
λογαριασμό όλης της κοινωνίας
αποφάσεις ακόμα και όταν επικαλούνται κατ΄ επίφαση φυσικά,
τις επαναστατικές
αξίες της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της ελευθερίας.
Ο νεοφιλελευθερισμός σαν κοινωνικοοικονομικό μοντέλο και ο ατομικισμός σαν
αντίληψη που προάγονται και επιβάλλονται από τις κυρίαρχες ελίτ της
τεχνογραφειοκρατίας και της πολιτικής, μαζί με την άρχουσα οικονομική τάξη, τείνουν
να επικρατούν σαν κοινωνικές σχέσεις, ενώ το τέλος των ιδεολογιών που προβάλλουν
οι κοινωνιολόγοι- απολογητές της κυριαρχίας, εξυπηρετεί την επιβολή και επικράτηση
μόνο μιας ιδεολογίας: αυτής του νεοφιλελευθερισμού και του ατομικιστικού
ωφελιμισμού.
Μέσω της ιδεολογικής τρομοκράτησης οι καπιταλιστές μας πείθουν (βλέπε τη θεωρία
του μονόδρομου, όσον αφορά το οικονομικό μοντέλο «ελεύθερη» αγορά, “ανάπτυξη ή
θάνατος” κτλ), ότι η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός, είναι τα καλύτερα
πολιτειακά συστήματα.
Μέσω της στρατηγικής του φυσικού φόβου, ο καπιταλισμός έχει αδρανοποιήσει την
καταπιεσμένη - εκμεταλλευόμενη κοινωνία από το όνειρο, τη διάθεση και την θέληση
για αγώνες υπέρβασης και ανατροπής της σημερινής πραγματικότητας. Και βέβαια,
όσο πιο φιλελεύθερος - μονεταριστικός γίνεται ο καπιταλισμός, τόσο περισσότερο έχει
την ανάγκη της κρατικής βοήθειας για να καταστέλλει τις αντιδράσεις, που είναι
ανέξοδη για τα αφεντικά, αφού τους παρέχονται αυτές οι υπηρεσίες δωρεάν.
Έτσι, όταν διεξάγονται κάποιοι αγώνες – οι οποίοι τις περισσότερες φορές δεν είναι
ούτε καν αμυντικοί - οπισθοδρομούν και χάνονται και τα ελάχιστα που είχαν μέχρι τότε
κερδηθεί από τους προγόνους μας προλετάριους, φέρνοντάς μας σε μια κατάσταση να
διεκδικούμε αυτό που ήδη υπάρχει. Δηλαδή, τις παλιές λαϊκές ελευθερίες, τις έστω και
λίγες δημοκρατικές κατακτήσεις και εργατικά δικαιώματα.
Η ολοκληρωτική αναδόμηση του κοινωνικού ιστού και της συναίνεσης που είχε
επιβληθεί την προηγούμενη ιστορική περίοδο, από την σοσιαλδημοκρατική διαχείριση
του καπιταλισμού μέσω του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, των δημοκρατών
ριζοσπαστών, μέσω του λεγομένου κράτους δικαίου και των μπολσεβίκων μέσω του
λεγόμενου «σοσιαλιστικού» κράτους, τα τελευταία χρόνια αναιρείται. Αναιρούνται

10

επίσης και οι κατακτήσεις που επιβλήθηκαν από τους αγώνες των εργαζομένων για
βελτίωση των εργασιακών, παραγωγικών σχέσεων και αμοιβών τους.
Κατεδαφίζεται αυτή η συναίνεση, αυτή η μεταπολεμική ταξική συνεργασία μεταξύ
κεφαλαίου και εργασίας, αυτό το οικοδόμημα
«το μέγαρο του λαού και της
δημοκρατίας» και σωριάζεται σαν χάρτινος πύργος, από τους επιγόνους αυτών των
ιδεών, τους νεοσοσιαλ–φιλελεύθερους, (αφού πρώτα εξασφαλίσανε ότι δεν θα
υπάρξει σοβαρή αντίσταση).
Στα χαλάσματα του πλειοδοτούν οι νέοι ολιγάρχες, στο χρηματιστήριο των υλικών
κατεδάφισης. Χαλάσματα, που σαν υλικά ανακύκλωσης είναι μια διαρκής στόχευση
από τη μεριά των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ και των νέων ολιγαρχιών του πλούτου
στην χρησιμοποίηση τους για την αναδόμηση και αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού
συστήματος και της οργάνωσης του το κράτος. Ο κυνισμός φτάνει στο υψηλότερο
επίπεδο ανεκτικότητας όταν οι νεοφιλελεύθεροι – σοσιαλφιλελεύθεροι οικονομόλογοι
και πολιτικοί δικαιολογούν τη σημερινή κρίση σαν “δημιουργικό καταστροφισμό”, σαν
ένα παίγνιο όπου διάφοροι ανώνυμοι στρατηγικοί επενδυτές παίζουν για να μην
πλήξουν, λέγοντας πως τον προοδευτισμό μέσα τους αλλά ουσιαστικά αποσιωπώντας
ότι αυτός ο δημιοργικός καταστροφισμός έχει θύματα.2

2. Το φιλελεύθερο “δικαιακό κράτος” του ΠΑΣΟΚ
“… Το κράτος, μαζί με την ενίοτε συμβολική ενοχοποίηση κάποιων ατόμων από τους
κόλπους των μελών της κυρίαρχης τάξης, επιδιώκει να προλάβει την εναντίωση προς
την κυρίαρχη τάξη μέσω γραφειοκρατικών ρυθμίσεων, δηλαδή μέσω νέων νόμων
χωρίς ποινικές κυρώσεις. Η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, η νομοθεσία κατά της
μόλυνσης, η βιομηχανική νομοθεσία, η νομοθεσία που αφορά την ασφάλεια των
προϊόντων, όπως και οι νόμοι που προστατεύουν τους καταναλωτές, είναι
παραδείγματα στα οποία το χάσμα μεταξύ του νόμου και της επιβολής του είναι
αβυσσαλέο. Η επιλεκτική επιβολή προασπίζει τις αξιώσεις για μια επιλεκτική
νομοθεσία η οποία, με την σειρά της, προκαλεί μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της
αδικίας εκ μέρους του κοινού. Αν η επιβολή είναι ανεπαρκής, το κράτος μπορεί να
επιχειρηματολογήσει υπέρ περισσότερων κρατικών φορέων επιβολής, που διευρύνουν
το κράτος και αυξάνουν την ικανότητα προάσπισής του.
Αυτό το μοντέλο αυτοδημιουργίας αντιστοιχεί στην πίστη ότι οι ανισότητες και οι
αδικίες μπορούν να λυθούν ή να διορθωθούν από την νομοθεσία, από εξεταστικές
επιτροπές που οδηγούν σε νέα νομοθεσία, ή από νεοδημιούργητες κρατικές
γραφειοκρατίες. Κατά ειρωνικό τρόπο, η μη εγκυρότητα αυτού του μοντέλου οδηγεί
το δόγμα/θεσμό, δηλ. το εθνικό κράτος ή τον εθνικισμό, σε σύγκρουση με το
δόγμα/θεσμό, δηλ. τον καπιταλισμό ή την ατομική ιδιοκτησία. Η πρόσφατη ανάπτυξη
των διεθνών εταιρειών διακυβεύει τα εθνικά συμφέροντα κάθε κράτους. Ως εκ τούτου,
νέα θεσμικά πρότυπα και δόγματα πρέπει να προκύψουν από αυτήν την σύγκρουση.
Αυτό γίνεται φανερό από τις ανισότητες στην κατανομή των τροφίμων και της
ενέργειας μεταξύ των λαών της γης.
Η σύγκρουση μεταξύ εθνικού κράτους και κεφαλαίου θέτει το ερώτημα αν ενδείκνυται
η εθνική, η ιδιωτική ή η ανθρώπινη «ιδιοκτησία» των φυσικών πόρων (πετρέλαιο,

11

κλίμα). Θέτει το ερώτημα αν είναι απαραίτητος για την συνέχιση της ύπαρξης της ζωής
ο εθνικός, ο ιδιωτικός ή ο ανθρώπινος κατανεμητικός έλεγχος. Θέτει υπό αμφισβήτηση
και ρίχνει το γάντι στον «εθνικισμό» και την «ατομική ιδιοκτησία» ως δόγματα/θεσμούς. Θα συνεχίσει η ασυλία από κρατικές ποινικές κυρώσεις να προστατεύει
τους καπιταλιστές των διεθνών ή ακόμη και των εθνικών εταιρειών; Θα συνεχίσει το
κράτος, μέσω του μιλιταρισμού του, να προστατεύει την ιδιωτική απομύζηση, την
εκμετάλλευση και τις αγορές στις διεθνείς ή στις εθνικές αποικίες; Μπορούν αυτοί, οι
οποίοι μέσω της μονοπώλησης ελέγχουν την οικονομική εξουσία και την εξουσία
καταναγκασμού, να συνεχίσουν να έχουν ασυλία από ποινικές κυρώσεις;
Προς το παρόν, το κράτος απαλλάσσει τον εαυτό του από την ευθύνη για τα κοινωνικά
κακά που το ίδιο προκαλεί. Επειδή το κράτος είναι αυτό που ορίζει το έγκλημα, αυτό
που επιβάλλει τις ποινικές κυρώσεις και αυτό που διαχειρίζεται τα κοινά, τα κακά που
προκαλεί είναι πέρα από κάθε ενοχοποίηση. Δεν ευθύνεται για τα εγκλήματα που
διαπράττονται από τα άτομα. Η αντεκδίκησή του, οι ποινικές κυρώσεις, επιβάλλονται
σ’ αυτούς που υπόκεινται σε ενοχοποίηση χωρίς να απολαμβάνουν ατιμωρησίας. Η
συμπεριφορά των υπηκόων του, των εχθρών του, ντόπιων και ξένων, μπορεί να
χαρακτηριστεί ως έγκλημα. Εν συνεχεία, το κράτος που εφευρίσκει το έγκλημα,
εξαιρεί τον εαυτό του. Οι δικές του πράξεις είναι δικαιολογημένες, μη υποκείμενες σε
ποινική κύρωση. Τα κακά που αυτό προκαλεί χαρακτηρίζονται ως αποδεκτά, ως «μη
κακά».
Όπως ποικίλλει η μορφή του κράτους, ποικίλλει και η έννοια του ποινικού νόμου, του
εγκλήματος και της ποινικής κύρωσης. Οι καπιταλιστικές, φασιστικές και κομματικές
δικτατορίες και τα κράτη-πρόνοιας επεκτείνουν, περιορίζουν, δημιουργούν και
προωθούν το δικό τους ιδιαίτερο είδος εγκλήματος και ποινικής κύρωσης, ό,τι ταιριάζει δηλαδή στις περί παραγωγής μυθολογίες τους. Ανεξαρτήτως μορφής, το κράτος
επιδιώκει να μονοπωλεί την συνείδηση και την κοινωνική ζωή προς το συμφέρον την
ολιγαρχίας, καθώς επίσης και να διατηρεί την ηγεμονία, την ιεραρχία και την εξουσία.
Γι’ αυτό ποινικοποιεί ιδέες, θεσμούς, κοινωνικές δραστηριότητες και αυτούς που τις
αναπτύσσουν όταν αυτοί αποτελούν οργανωμένη απειλή αποκαλύψεων ή αντεκδίκηση
ενάντια στο κράτος. Οι ιδέες περί ατόμου και ή περί συλλογικής ευθύνης
χειραγωγούνται ώστε να αντιστοιχούν στην ιδιαίτερη ιδεολογική κρατική μορφή τους
και να βοηθούν στην διατήρησή της (π.χ. καπιταλιστικής, φασιστικής, κομμουνιστικής
ή κομματικής δικτατορίας). Οι ιδέες της εξουσίας και της ιεραρχίας προστατεύονται
επιμελώς ως βασικές για την ιδέα του κράτους. Η διαφοροποίηση εγκλήματος και
«τιμωρίας» κατασκευάζεται και μυθοποιείται έτσι ώστε να συγκαλύπτει τα
συμφέροντα, την εξουσία και την κυριαρχία των λίγων 3 …”
… γι΄αυτό σε πρώτη φάση μπαίνουν σε λειτουργία οι τακτικές εξαπάτησης

Τις πιο πρακτικές λειτουργικές μοντέρνες συμβουλές εξαπάτησης, τις έχει δώσει ο
Τζόναθαν Σουίφτ πριν από σχεδόν τρεις αιώνες στο εγχειρίδιο η «Τέχνη της πολιτικής
ψευδολογίας»:4
“Το κόμμα που θέλει να αποκαταστηθεί το κύρος και η αξιοπιστία του πρέπει επί τρεις
μήνες να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτα που να μην είναι αληθινό και πραγματικό.
Είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει το δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τους
επόμενους έξι μήνες” . Προσοχή, όμως, θέλει και το ψέμα τον τρόπο του:

12

«Το να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός. Όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν σημαίνει ότι
θα τσιμπήσει ο κοκωβιός”.
Πρώτα οι λαϊκίστικες φυλλάδες, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση μετά, εκδημοκράτισαν το
πολιτικό ψεύδος, εμπλούτισαν τις τεχνικές του, έφεραν τα πολιτικά πρόσωπα πιο κοντά
μας, με γκρο πλαν και ζουμ στη “γλώσσα του σώματος”, άρα προσωποποίησαν και τελειοποίησαν τις τεχνικές εξαπάτησης. Η προσωποποίηση της πολιτικής, η τάση να ψηφίζονται
πρόσωπα, όχι πολιτικές προτάσεις δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο και απόρροια της
τηλεπολιτικής. Όπως διαπιστώνει ο Μάρει Εντελμαν στην «Κατασκευή του πολιτικού
θεάματος»5, όσο λιγοστεύουν οι προγραμματικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα τόσο οι
πολιτικοί ηγέτες προβάλλουν στυλιστικές διαφορές και αντιθέσεις, πουλάνε μια
κατασκευασμένη ηγετική φυσιογνωμία, αυτοπαρουσιάζονται ως "μοναδικές επιλογές",
προσφέροντας κάτι διαφορετικό από τους αντιπάλους τους σε θέμα στυλ,
προσωπικότητας, άσκησης πολιτικής, συναίσθησης ή ευφυΐας».

Ο φιλελευθερισμός είναι εξαιρετικά αναγκαίος στον καπιταλισμό των τραστ, των
καρτέλ, των πολυεθνικών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αλλά και στο κράτοςπρόνοιας. Τα αμερικάνικα λεγόμενα και φιλελεύθερα, προοδευτικά, ανθρωπιστικά
ιδρύματα (π.χ. Φορντ, Ροκφέλερ, Κάρνεγκυ κλπ) ιδρύθηκαν, ελέγχονται και
χρηματοδοτούνται από τις ομάδες συμφερόντων των μεγαλύτερων πολυεθνικών
εταιρειών για να μεθοδεύουν και να
προωθούν σε παγκόσμιο επίπεδο των
εκδημοκρατισμό και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.
Σε μια εποχή που μπορεί να υπάρξει κοινωνικός αναβρασμός, η κυρίαρχη τάξη
χρειάζεται ένα φιλελεύθερο κίνημα το οποίο να μπορεί να λειτουργεί ως ασφαλιστική
δικλείδα στην μαζική δυσαρέσκεια. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέπει τους
ανθρώπους να στραφούν προς μια αποτελεσματική κοινωνική επανάσταση (εδώ αυτό
το ρόλο τον παίζουν καλύτερα οι σοσιαλφιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες γιατί
μπορούν να δημιουργούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις ). Όσο περισσότερο
εδραιώνονται τα καρτέλ, οι πολυεθνικές και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο τόσο
περισσότερη φιλελεύθερη-μεταρρυθμιστική ρητορική υιοθετούν τα κόμματα εξουσίας.
Έτσι, το σύγχρονο κράτος διατηρεί υπό τον έλεγχό του την εσωτερική αμφισβήτηση,
αναπτύσσοντας και θεσμοποιώντας το εμπόρευμα των πολιτικών μανδαρίνων, τον νέο
αυταρχισμό, δηλαδή τη μεθοδευμένη γενίκευση της κοινωνίας του ελέγχου της σκέψης
και της συμπεριφοράς.
Το κράτος είναι μια συγκεντρωτική κοινωνική μηχανή που κατασκευάστηκε για να
παρακινεί και να εξαναγκάζει σε συμμόρφωση προς τα συμφέροντα και τις
υπαγορεύσεις της πολιτικής – οικονομικής ολιγαρχίας . Το κράτος και εν προκειμένω
οι εκτελεστικές του εξουσίες, σώματα ασφαλείας, στρατός, κλπ σε καθεστώς
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν αυτενεργούν, άμα συμβεί αυτό μιλάμε για
πραξικόπημα. Οι εκτελεστικές εξουσίες (εδώ πρέπει να προσέχουν μερικοί στην
ανάλυσή τους), υπόκειται στον έλεγχο και τις εντολές της διευθυντικής – διοικητικής
εξουσίας, δηλαδή της κυβέρνησης. Το κράτος καθεαυτό με τη στενή πραγματιστική
έννοια ποτέ δεν αυτενεργεί. Ενεργοποιείται από εκείνους που έχουν καταστεί αρμόδιοι
να καθορίσουν την πολιτική του. Το κράτος δεν επιδέχεται εντολές – μόνο δίνει.
Το πρόβλημα για τις εξουσίες ή τους εξουσιαστές είναι να αποφεύγουν την
συμμόρφωση, έτσι ώστε να μπορούν δημιουργικά να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες
αντιμετώπισης των αλλαγμένων ενδο- και διακρατικών συνθηκών. Πρωτοβουλίες

13

πρέπει να αναλαμβάνονται συνεχώς για να επινοούνται νέα στρατηγήματα που ωθούν
σε συμμόρφωση τους διευθυνόμενους πληθυσμούς και άλλες ανταγωνιστικές εξουσίες
εθνικών κρατών.
Η «ορθολογικοποίηση» του σύγχρονου πολιτισμού σε αυτό το πλαίσιο, έχει την έννοια
της συγκέντρωσης της εξουσίας και της κυριαρχίας των ολίγων και ταυτοχρόνως, της
αυξημένης υπακοής και συμμόρφωσης των πολλών. Τα μέσα εξασφάλισης υπακοής και
συμμόρφωσης ορθολογικοποιήθηκαν και επεκτάθηκαν μέσω των πλοκαμιών της
κρατικής κοινωνικής μηχανής. Ωστόσο, σ’ αυτήν την διαδικασία ορθολογικοποίησης, η
ολιγαρχία προσπάθησε να νομιμοποιήσει την εξουσία της, αξιώνοντας πειστικότερη
δικαιολογία για το δικαίωμά της να κυβερνά.
Όλες οι ιδεολογίες διεύθυνσης και ελέγχου έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την
προσπάθεια να κάνουν ευχάριστη την πραγματικότητα της εξουσίας-υπακοής. Έτσι,
οι ιδεολογίες ερμηνεύουν την πραγματικότητα της εξουσίας-υπακοής με σκοπό να
εξουδετερώνουν ή να εξαφανίζουν την σύγκρουση μεταξύ των λίγων και των πολλών,
χάριν μιας αποτελεσματικότερης άσκησης της εξουσίας. Για να γίνει αυτό, υποστηρίζει
ο Μπέντιξ, η άσκηση εξουσίας ή απορρίπτεται εντελώς με το επιχείρημα ότι οι λίγοι
απλώς διατάζουν αυτά που οι πολλοί επιθυμούν, ή δικαιολογείται με τον ισχυρισμό
ότι οι λίγοι διαθέτουν τα φυσικά προσόντα ανωτερότητας τα οποία τους καθιστούν
ικανούς να πραγματώνουν τα συμφέροντα των πολλών. Αυτές οι φαινομενικά
εναλλακτικές διευθυντικές ιδεολογίες εμφανιστήκαν τόσο στο πρώην ανατολικό μπλοκ,
- Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, Κινέζικη Λαϊκή Δημοκρατία κλπ, όσο
και στο δυτικό μπλοκ - Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ευρώπη, Ιαπωνία κλπ.
Από δεκαετίες έχει εισχωρήσει στην πολιτική διακυβέρνηση το management διοίκησης
των εταιριών. Η σημερινή όπως και η απελθούσα, είναι κυβερνήσεις του στυλ
μάνατζμεντ , τα παιδιά που θα ανασηκώσουν τα μανίκια για να δουλέψουν και να
ματώσουν (σιγά τα αίματα). Έτσι επανευρίσκονται παλιές σημασίες του 19ου αιώνα σε
νέο περιτύλιγμα: “δικαιακό κράτος” σε συνθήκες πλήρους κοινωνικής και πολιτικής
ανισότητας και η αξιοκρατία που σε αυτό το περιβάλλον οδηγεί στην αριστοκρατία.
Μπορεί να είμαστε αναρχικοί – αντιεξουσιαστές όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν
μελετάμε τα συστήματα και τις μεθόδους της σύγχρονης γραφειοκρατίας και
διευθυντικής ιεραρχίας.
To 1978 o Aμερικανός θεωρητικός James Burns στο βιβλίο του με τίτλο "Ηγεσία”
(Leadership) διέκρινε τρία διαφορετικά είδη ηγεσίας : 1. μετασχηματιστική ηγεσία, 2.
Συ- ναλλακτική ηγεσία, και 3. ηγεσία laissez-faire. 6
Συνοπτικά υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι / ύφη ηγεσίας :
1) αυταρχικό ύφος – οι ηγέτες οργανώνουν οι ίδιοι τις δραστηριότητες της ομάδας
τους, δίνουν εντολές, είναι απόμακροι και ασχολούνται αποκλειστικά με το
συγκεκριμένο κάθε φορά έργο.
2) δημοκρατικό ύφος – οι ηγέτες φέρονται ως απλά μέλη της ομάδας, ζητούν τη
γνώμη των άλλων μελών και συζητούν τα σχέδια της ομάδας.
3) ύφος laissez – faire – οι ηγέτες παρεμβαίνουν ελάχιστα και αφήνουν την ομάδα
να πορεύεται μόνη της .

14

Τα αποτελέσματα δείχνουν : Στις δημοκρατικές ομάδες, οι ηγέτες δημιουργούν ένα
φιλικό κλίμα, επικεντρωμένο στην ομάδα και προσανατολισμένο στο έργο της, το
οποίο συνδέεται με αυξημένη παραγωγικότητα, η οποία δεν επηρεάζεται από την
φυσική παρουσία ή απουσία του ηγέτη. Αντίθετα, στις αυταρχικές ομάδες, οι ηγέτες
δημιουργούν ένα κλίμα επιθετικό, επικεντρωμένο στα άτομα, το οποίο συνδέεται με
αυξημένη παραγωγικότητα μόνο όταν ο ηγέτης είναι παρόν. Στις laissez – faire ομάδες
οι ηγέτες δημιουργούν ένα φιλικό κλίμα, επικεντρωμένο στην ομάδα αλλά
προσανατολισμένο στο «παιχνίδι». Το κλίμα αυτό συνδέεται με μειωμένη
παραγωγικότητα η οποία αυξάνεται μόνο όταν ο ηγέτης ήταν απών! Μελετώντας την
αλληλεπίδραση μεταξύ ηγετών και μελών των ομάδων προκύπτει το συμπέρασμα ότι
ένας ηγέτης μπορεί να ασκεί διαφορετικό ρόλο ανάλογα με τον προσανατολισμό του.
Ορισμένοι είναι προσανατολισμένοι προς το έργο της ομάδας (επιτυχία στόχων
ομάδας, αυταρχική ηγεσία) και άλλοι ηγέτες έχουν κοινωνικο-συναισθηματικό
προσανατολισμό (αρμονικές σχέσεις μελών ομάδας και ευχαρίστηση μελών, χαλαρή,
μη
καθοδηγητική,
φιλική,
κοινωνική
ηγεσία).
Κατά μια άποψη οι δύο αυτοί ρόλοι δεν μπορούν να πληρωθούν από το ίδιο άτομο,
δηλαδή ο ίδιος ηγέτης δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός και στους δύο ρόλους.
Κατά άλλη άποψη η συμπεριφορά του ηγέτη μπορεί να στρέφεται προς την επιβολή
δομής στην ομάδα ή μπορεί να χαρακτηρίζεται από το ενδιαφέρον του για τα μέλη
της ομάδας και την ευημερία τους. Αυτές οι δύο διαστάσεις είναι ανεξάρτητες και
συνεπώς κάποιος μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά και τους δύο ρόλους. Οι
αποτελεσματικοί ηγέτες είναι αυτοί που αποδίδουν πάνω από το μέσο όρο και στους
δύο ρόλους. Την αποτελεσματικότητα του κάθε τύπου ηγεσίας καθορίζει ο βαθμός
ελέγχου που έχει ο ηγέτης στις συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες 7 .
Σημειώσεις:
1) Τάκης Φωτόπουλος δες :
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2009/09_26.html
2) “… Ο φόβος της δημιουργικής καταστροφής: Εδώ και πολλά χρόνια ο αμερικανός
οικονομολόγος Τζόζεφ Σούμπητερ είχε μιλήσει για την "δημιουργική καταστροφή" που
χαρακτηρίζει την ταχεία καπιταλιστική ανάπτυξη. Το νόημα των λόγων του Σούμπητερ
είναι πως οι μηχανισμοί της αγοράς οδηγούν σε ταχύτατες αλλαγές που συχνά
μεταβάλλουν το οικονομικό περιβάλλον αλλά και τις οικονομικές σχέσεις που συνθέτουν
αυτό που λέγεται κοινωνικό και πολιτικό μόρφωμα. Ο καπιταλισμός προχωρεί με εκρήξεις
νεωτερισμών που από τα πράγματα τσακίζουν κατεστημένες επιχειρήσεις και πρακτικές
φέρνοντας στο προσκήνιο καινούργιες εταιρίες, ιδέες, συνήθειες και δραστηριότητες. Στο
σχετικά πρόσφατο παρελθόν οι αλλαγές αυτές ακολουθούσαν βραδείς ρυθμούς με
αποτέλεσμα η κοινωνία να μην υφίσταται δραματικούς κραδασμούς. Οι μεταβολές σε
νοοτροπίες, στύλ ζωής και πολιτικές αντιλήψεις εξελίσσονταν σε βάθος χρόνου. Στις
περισσότερες περιπτώσεις δύο η και τρείς γενιές ακόμη ήταν δυνατόν να περάσουν πριν το
πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα κλονισθεί συθέμελα κι' επανέλθει σε μιά νέα ισορροπία.
Οι επιπτώσεις των αλλαγών στην καθημερινή ζωή των πολιτών αργούσαν να επέλθουν κι
έτσι ο κόσμος είχε τον χρόνο να συνηθίσει και να αφομοιώσει το καινούργιο κοινωνικό και

15

οικονομικό περιβάλλον. Με τις αλματώδεις προόδους της τεχνολογίας και με την έκρηξη
των επικοινωνιών οι όποιες αλλαγές επέρχονται στην ζωή μας πραγματοποιούνται με
ταχύτητες σχεδόν συναρπαστικές. Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι σήμερα σχεδόν
βλέπουν τις αλλαγές να εκτυλίσσονται μπροστά τους και ψηλαφούν ρεαλιστικά τα νέα
δεδομένα και τις καινούργιες πρακτικές. Το βασικό χαρακτηριστικό του νέου καπιταλισμού
- του "ανοργάνωτου καπιταλισμού", σύμφωνα με τους θεωρητικούς της σύγχρονης
κοινωνικής ανάλυσης - είναι πως κόβει την ανάσα των κοινωνιών στις οποίες
αναπτύσσεται. Οι ταχύτητες των αλλαγών είναι τέτοιες ώστε πρακτικές και συνήθειες
οικοδομημένες σε σχετικά πρόσφατα χρονικά πλαίσια ανατρέπονται κι' αντιλήψεις
καθιερωμένες και, υποτίθεται μέχρι και πριν λίγο, αδιαμφισβήτητες εξωστρακίζονται στο
περιθώριο.
Ο πολίτης δυσκολεύεται να συνηθίσει στην δυναμική του καινούργιου και συχνά αισθάνεται
ξένος στο περιβάλλον που πέρασε όλη του την ζωή. Η σιγουριά και η σταθερότητα
υποχωρούν. Η αβεβαιότητα κυριαρχεί σφυρηλατώντας προσωπικότητες νευρικές, ατίθασες
και σε πολλές περιστάσεις απρόβλεπτες.Στην πολιτική η κρίση γίνεται ενδημική. Παλιά
πολιτικά σύνορα και ιδεολογικά στρατόπεδα αποδομούνται. Το παλιό καταρρέει δίχως
όμως να αντικαθίσταται από ευδιάκριτα καινούργια μοντέλα και πρότυπα.
Η "δημιουργική καταστροφή" που κατεδαφίζει το παλιό και οικοδομεί το καινούργιο
μαστιγώνει την συντήρηση και περιθωριοποιεί την παραδοσιακή αριστερά. Κάποια τμήματα
της αριστεράς, αντλώντας δυνάμεις από την παραδοσιακή τους αφοσίωση στην αποδοχή
του καινούργιου, επιχειρούν κάπως να προσαρμοσθούν. Και διατυπώνουν απόψεις περί
"τρίτου δρόμου" και "εκσυγχρονιστικής πορείας". Κινητοποιούν έτσι κάποιους ανθρώπους
τολμηρούς, δημιουργικούς και δυναμικούς. Ταυτόχρονα όμως προκαλούν την λυσσώδη
αντίδραση των παραδοσιακών τους οπαδών και την αντίθεση των παλαιοαριστερών
διανοουμένων.Η δεξιά αναγκάζεται μουδιασμένη να παραπαίει ανάμεσα στον στείρο
λαικισμό και στην αναζήτηση κάποιου υποτίθεται καινούργιου πολιτικού λόγου. Κι' αυτό
επειδή δεν τολμά να ακολουθήσει τον φυσικό της δρόμο. Να αγκαλιάσει δηλαδή τις
αλλαγές και να γίνει σημαιοφόρος του αύριο και των δημιουργικών νέων ανακατατάξεων
…” Ανδρέας Ανδριανόπουλος

3)

Λ. Τιφτ - Ντ. Σάλιβαν: “ Έγκλημα, Εγκληματολογία και Αναρχισμός” υπό έκδοση.

4) Τζόναθαν Σουίφτ “ Τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας”, εκδ. Άγρα
5) Μάρει Εντελμαν “Κατασκευή του πολιτικού θεάματος”, εκδ. Παπαζήση
6) Σε ελεύθερη μετάφραση του "laissez-faire" ( εκτός από οικονομικός όρος ελεύθερη
από μόνη της αυτορυθμιζόμενη αγορά, αγαπημένος σε νεοφιλελεύθερους σοσιαλφιλελεύθερους), σημαίνει σε πρώτο πρόσωπο "σας αφήνω να κάνετε"... Κύριο
χαρακτηριστικό της ηγεσίας laissez-faire είναι η απροθυμία του ηγέτη να επέμβει σε
ζητήματα εκτός της προσωπικής του ευθύνης. Τέτοιοι ηγέτες έχουν μια "ελαστική"
προσέγγιση στη διοίκηση του υπουργικού συμβουλίου και των υπουργείων.
(Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας ηγεσίας ήταν ο πρωθυπουργός Κώστας
Καραμανλής ο οποίος έδειχνε σχετικά μικρό ενδιαφέρον για τις καθημερινές εργασίες
της κυβέρνησης του... Είχε την τάση να μεταβιβάζει ευθύνες στους υπουργούς του).
Θεωρητικά τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου τύπου ηγεσίας είναι η απαλλαγή των

16

ηγετών από πρόσθετες ασχολίες και διοικητικά βάρη και η προσήλωση τους σε
πολιτικά
και εκλογικά ζητήματα…
7) αποσπάσματα από το βιβλίο της Φλώρας Κοκκινάκη "ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ" εκδ.
“Τυπωθήτω”.

****

3. Σημαντική Διευκρίνιση Νο 2
Η διαστρέβλωση τον εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των
διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να
προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. (Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την
δεκαετία του 60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται
κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του..").
Γίνεται, λοιπόν αναγκαίο να επανεισάγουμε στον καθημερινό μας λόγο τον
επαναστατικό “ρομαντισμό”. Να “αποκαθάρουμε” τον επαναστατικό αναρχικό λόγο από
τον επιστημονισμό, την αστική κοινωνιολογία, τη φιλελεύθερη ατομικιστική πολυλογία
και να τον εμπλουτίσουμε στο σήμερα. Παραμένοντας πάντα αθεράπευτα «ρομαντικοί»
επαναστάτες, σε μια εποχή που η κοινωνική επανάσταση (ως κοινωνικό «πέρασμα»)
φαντάζει αδύνατη. Συνεχίζουμε να οραματιζόμαστε την επαναστατική1 προοπτική ως
ανοιχτότητα προς την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Εν ολίγοις,
συνεχίζουμε να αρνούμαστε το τέλος της κοινωνικής ιστορίας 2.
Οι αναρχικοί στην επονομαζόμενη αργότερα Πρώτη Διεθνή, χρησιμοποιούσαν και
αυτοί τον όρο σοσιαλιστές μόνο που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως την αριστερή
ριζοσπαστική πτέρυγά του, ήταν συσπειρωμένοι σε δύο κύκλους, τους μουτουαλιστές
και τους κολεκτιβιστές. Ο Μπακούνιν πρώτος, χρησιμοποίησε στην συλλογικότητα που
δημιούργησε μαζί με άλλους συντρόφους, τον όρο «Συμμαχία για τη Σοσιαλιστική
Δημοκρατία». Αργότερα όταν αυτή η ονομασία υποκλάπηκε από τους Λασσαλικούς και
τους Μαρξιστές, δημιουργώντας κόμμα και ονομάζοντάς το σοσιαλδημοκρατικό,
ανάγκασε τους αναρχικούς να χρησιμοποιήσουν τον όρο αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές
για να διαφοροποιηθούν από τους αυταρχικούς – κρατιστές σοσιαλιστές, όρο που
υιοθέτησε
και ο Μπακούνιν στην μπροσούρα του «Για έναν αντιεξουσιαστικό
σοσιαλισμό». Έλεγαν χαρακτηριστικά οι σύντροφοι: «ένας σοσιαλιστής δεν είναι
υποχρεωτικά αναρχικός - ένας αναρχικός είναι υποχρεωτικά και σοσιαλιστής». Φυσικά
εδώ δεν θα λησμονήσουμε να μνημονεύσουμε την παροιμιώδη φράση του «πατέρα»3
της αναρχίας Προυντόν. «Είσαι δημοκράτης; Όχι. Μήπως είσαι φιλελεύθερος; Όχι
καθόλου. Τι είσαι τότε; Είμαι αναρχικός» ( απόσπασμα από το «Τι είναι ιδιοκτησία»).
Ο Κροπότκιν μίλησε πιο ανοικτά και έδωσε μια πιο θετική έννοια του αναρχικός αναρχία με την κοινωνική της διάσταση και ήταν οι αναρχικοί οι μόνοι που για μεγάλο
διάστημα χρησιμοποιούσαν τον επιθετικό προσδιορισμό «αναρχικός κομμουνισμός».
Όρο, που στα τελευταία του υιοθέτησε και ο Μπακούνιν σε σχέση με τον κολεκτιβισμό
όπου σε μια σοσιαλιστική κοινωνία διατηρούσε το μισθωτό σύστημα, ενώ οι

17

αναρχοκομμουνιστές το καταργούσαν. Ο Κροπότκιν, όπως και ο Μπακούνιν άλλωστε,
έθεταν την κοινωνική αλληλεγγύη πάνω απ΄ την ελευθερία και βάσισαν την αναρχική
φιλοσοφία και ηθική στην αρχή της κοινωνικότητας .
Ο Ζαν Γκραβ και η Μαρία Κορν, εξέφρασαν πολλές φορές, με πολύ συγκεκριμένο
τρόπο, τη σκέψη αυτή. – βλ. λόγου χάρη : «Οργάνωση, πρωτοβουλία και συνοχή» ,
εισήγηση του Ζαν Γκραβ στο Διεθνές Συνέδριο του 1900, (το οποίο απαγορεύτηκε από
τη Γαλλική κυβέρνηση και έγινε υπό συνθήκες παρανομίας). Η Μαρία Κορν στην
εισήγηση της ανάφερε: «η επιθυμία για την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπινου
υποκειμένου μας ωθεί προς την τελειότερη μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης. Δεν
είμαστε κομμουνιστές παρόλο που είμαστε αναρχικοί, αλλά ακριβώς γιατί είμαστε
αναρχικοί», κάτι που υιοθετήθηκε σαν αξιακή αρχή.
Στα Διεθνή Σοσιαλιστικά Συνέδρια του Λονδίνου (1896) και του Παρισιού
(1900),καθιερώθηκε ότι στη Σοσιαλιστική Διεθνή θα μπορούσαν να μετέχουν μόνο
κόμματα κι εργατικές οργανώσεις που θα αναγνώριζαν την αρχή «της σοσιαλιστικής
κατάκτησης των δημοσίων-κρατικών εξουσιών από το τμήμα του προλεταριάτου που
οργανώνεται σ' ένα κόμμα σαν τάξη». Η διάσταση έγινε πάνω σ' αυτό το σημείο στην
πραγματικότητα, όμως η αποπομπή των αναρχικών από τη Διεθνή δεν ήταν παρά ο
θρίαμβος του υπουργισμού, του οπορτουνισμού και του κοινοβουλευτικού κρετινισμού.
«…Στο διεθνές, σοσιαλιστικό συνέδριο των εργατών στο Λονδίνο το 1896 που συγκλήθηκε
για ν’ αποκλειστούν οι αναρχικοί, (οι οποίοι τότε, είχαν απομείνει οι μόνοι που
χρησιμοποιούσαν τον όρο κομμουνιστές), λόγω του ότι δεν είχαν αποδεχτεί την
κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας ως μέσο ούτε και ως σκοπό. Στην κριτική τους
επαληθευτήκαν ιστορικά. Το 1872 ο Καρλ Μαρξ διατύπωνε την εξής θέση για τον μαρασμό
του κράτους: «Αυτό που όλοι οι σοσιαλιστές καταλαβαίνουν για την αναρχία είναι το
παρακάτω: μόλις ο σκοπός του προλεταριακού κινήματος, η κατάργηση των τάξεων,
επιτευχθεί, η εξουσία του κράτους - η οποία εξυπηρετεί στο να διατηρεί τη μεγάλη
πλειοψηφία των παραγωγών κάτω από τον ζυγό μιας μικρής εκμεταλλευτικής μειονότητας,
εξαφανίζεται - και οι λειτουργίες της κυβέρνησης μεταμορφώνονται σε απλές διοικητικές
λειτουργίες». Δεν βρίσκουμε σωστή την ερμηνεία αυτή διότι δεν πιστεύουμε ότι το κράτος
θα πεθάνει φυσιολογικά, ή αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα της κατάργησης των τάξεων. Το
κράτος είναι κάτι παραπάνω από ότι το αποτέλεσμα του ταξικού διαχωρισμού, είναι την
ίδια στιγμή ο δημιουργός των προνομίων απ’ όπου γεννιούνται νέες ταξικές διαιρέσεις. Ο
Μαρξ και οι μαρξιστές εσφαλμένα πιστεύουν ότι μόλις καταργηθούν οι τάξεις, το κράτος θα
πεθάνει φυσιολογικά λόγω «έλλειψης τροφής».

Στα Διεθνή Σοσιαλιστικά Συνέδρια του Λονδίνου (1896) και του Παρισιού
(1900),καθιερώθηκε ότι στη Σοσιαλιστική Διεθνή θα μπορούσαν να μετέχουν μόνο
κόμματα κι εργατικές οργανώσεις που θα αναγνώριζαν την αρχή «της σοσιαλιστικής
κατάκτησης των δημοσίων-κρατικών εξουσιών από το τμήμα του προλεταριάτου που
οργανώνεται σ' ένα κόμμα σαν τάξη». Η διάσταση έγινε πάνω σ' αυτό το σημείο στην
πραγματικότητα, όμως η αποπομπή των αναρχικών από τη Διεθνή δεν ήταν παρά ο
θρίαμβος του υπουργισμού, του οπορτουνισμού και του κοινοβουλευτικού κρετινισμού.
Η φράση του Λένιν, «Οι μαρξιστές θέλουν να προετοιμάσουν το προλεταριάτο για την
επανάσταση χρησιμοποιώντας το σύγχρονο κράτος», είναι η βάση του λενινιστικού
ιακωβινισμού ,όπως είναι και η βάση του κοινοβουλευτισμού και σοσιαλρεφορμιστικού
υπουργισμού.

18

Όλοι οι ρεφορμιστές και οι ριζοσπάστες σοσιαλιστές λασσαλικοί μαρξιστές και οι
μετέπειτα οπαδοί των Κάουτσκυ, Λούξεμπουργκ, κτλ, αναφερόντουσαν σαν
σοσιαλδημοκράτες μέχρι που διαφοροποιήθηκαν οι μπολσεβίκοι (εκείνη την περίοδο
ήταν μια μικρή πτέρυγα του ρώσικου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και μέλη της
Δεύτερης Διεθνούς), ονόμασαν το κόμμα τους κομμουνιστικό. Λίγο αργότερα,
αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή και
δημιούργησαν
την Τρίτη
Διεθνή
(κομμουνιστική). Αυτό δημιούργησε άλλο ένα πρόβλημα στους αναρχικούς αφού δεν
ήθελαν να τους ταυτίζουν με τους αυταρχικούς εξουσιαστές κομμουνιστές του
μαρξισμού - λενινισμού. Έτσι υιοθέτησαν ευρύτερα τον όρo ελευθεριακός
κομμουνισμός.
Αργότερα δημιουργήθηκε άλλη μια διεθνής, η Τέταρτη, από τον Τρότσκι για να
διαφοροποιηθεί από τον Στάλιν που θεωρούσε σφετεριστή της εξουσίας και της
ηγεσίας του μπολσεβίκικου κουμμουνιστικού κόμματος. Η επονομαζόμενη Δεύτερη
Διεθνής, η σοσιαλδημοκρατική που έγινε για να πετάξει έξω τους αναρχικούς και την
οποία ίδρυσαν οι Λασσαλικοί μαζί με τον Ένγκελς και τους υπόλοιπους μαρξιστές,
έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Η συνέχεια της είναι αυτό το κακέκτυπο
σοσιαλφιλελεύθερο συνονθύλευμα, που βλέπουμε σήμερα σαν Σοσιαλιστική Διεθνή
όπου συμμετέχουν και οι δικοί μας σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ.
Αυτά τα λίγα για την ιστορία του κλεψίματος τον όρων και του πολέμου των ιδεών.
Εμείς σήμερα μπορεί να τα θεωρούμε όλα αυτά είτε ιδεοληψίες, είτε φανατισμούς
ιδεολογικής καθαρότητας, είτε ιστορικά ξεπερασμένα ζητήματα. Αλλά για σκεφτείτε
σύντροφοι, να παρουσιαζόταν ένα κόμμα είτε σαν αντιεξουσιαστικό - αναρχικό είτε
σαν ελευθεριακό και να κατέβαινε στις εκλογές να ζητήσει την ψήφο μας για να
κυβερνήσει!
4. Αντί Επιλόγου
Η πνευματική και αγωνιστική παρακαταθήκη των προγόνων μας αναρχικών είναι
αγνοημένη από πολλούς «νέο αναρχικούς», αλλά και συκοφαντημένη έως
διαστρεβλωμένη από τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα από τους μαρξιανούς εξουσιαστές
σοσιαλιστές όλων των τάσεων, έως τους σημερινούς νεομαρξιστές, μεταμαρξιστές που
επιχειρούν μέσα από μια ιδεολογική σούπα να οικειοποιηθούν καθαρά αναρχικές
αξιακές αντιλήψεις χωρίς να αναφέρονται σε αυτές μη τυχόν και υποτιμηθούν 4.
Δεν είναι απορίας άξιο για μάς το ότι όλοι αυτoί (νεο μαρξιστές, μεταμαρξιστές,
νεοφιλελεύθεροι, νέο ατομικιστές, μετά δομηστές), μπορούν να αναφέρονται σε ένα
αρχαίο παρελθόν ή στο απώτερο παρελθόν που τους βολεύει, ενώ όταν το επιχειρούμε
εμείς μας κατηγορούν ως παρελθοντολόγους, μπορούν να επικαλούνται το τέλος της
ιδεολογίας αλλά ταυτόχρονα να αναφέρονται στην ιδεολογία, και όταν αναφερόμαστε
εμείς στις ιδέες μας να μας κατηγορούν για ψευδή συνείδηση. Είναι επίσης όλοι αυτοί
που ξαναδιαβάζουν τους Στίρνερ, Νίτσε, Άνταμς Σμιθ κλπ, δηλαδή διανοητών το 19
αιώνα ενώ όταν το κάνουμε εμείς αναφορικά με τους διανοητές της κοινωνικής
αναρχίας μας λένε παλαιολιθικούς, ας τελειώνουμε λιπών με αυτή την υποκρισία !
Η ιστορική κοινωνική αναρχία και η αγωνιστική και πνευματική παράδοση μας ως
αναρχικοί, μας είναι «χρήσιμη» για πολλούς λόγους. Σταχυολογούμε μερικούς από
αυτούς:
α) Να εμπλουτίσουμε τις θεμελιακές αξιακές μας σταθερές στις σημερινές συνθήκες.

19

β) Να γονιμοποιήσουμε την επαναστατική εμπειρία του χθες με την επαναστατική
εμπειρία που αποκτιέται από τους σημερινούς αγώνες (καθώς οι ανάγκες και οι
συνθήκες του αγώνα είναι διαφορετικές), γιατί η επαναστατική εμπειρία μέσα στο
χρόνο είναι διαρκής και αμετάβλητη ως προς τους στόχους της, όσο διαρκής και
αμετάβλητη είναι μέχρι σήμερα η κυριαρχία και η εκμετάλλευση ανθρώπου από
άνθρωπο.
γ) Να προσπαθούμε να μην μεταφέρουμε λάθη, παραλείψεις, αδυναμίες και
ανεπάρκειες του παρελθόντος στο σήμερα, χωρίς να θυσιάζουμε το παρόν στο
παρελθόν.
δ) Να κατανοήσουνε τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις αγωνίες των παλαιότερων
αγωνιστών που έδωσαν ακόμα και την ζωή τους αγωνιζόμενοι για τις ιδέες και τα
ιδανικά της Αναρχίας.

Σημειώσεις
1) Ένας αναρχικός που ικανοποιείται με τον περιορισμό των εξουσιών και εγκαταλείπει
την ιδέα της κατάργησης του κράτους και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων
παραγωγής, ένας αναρχικός που αποδέχεται να απολαμβάνει τα αγαθά του και τη
μικρή του ατομική ευτυχία μέσα σε αυτές τις συνθήκες, διάγοντας μια άνετη ζωή, ένας
αναρχικός, που αποδέχεται τα όρια τα οποία του επιβάλλει το εδραιωμένο σύστημα,
δεν είναι αναρχικός, αλλά φιλελεύθερος. Ο αναρχικός που εγκαταλείπει την ιδέα της
επαναστατικής προοπτικής γίνεται, είτε το θέλουμε είτε όχι, ένας «φίφις», όπως τον
αποκαλούν στη Γαλλία, (φί-φις: φιλελευθερο-φιλελευθεριακός).
2) υπό έκδοση “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ - ΣΥΝΟΨΗ ΤΟΥ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ” της Πρωτοβουλίας για τον Κοινωνικό Αναρχισμό «Κόσμος».
3) Οι περισσότερες εξωαναρχικές αφηγήσεις για τον αναρχισμό θεωρούν την
θεωρητική του πορεία - εσφαλμένα ή σκόπιμα - παρόμοια με των άλλων αριστερών
ρευμάτων που έφτασαν μέχρι το σημείο της προσωπολατρίας.
“… Ο αναρχισμός παρουσιάζεται ως πνευματικό παιδί συγκεκριμένων στοχαστών του
δεκάτου ενάτου αιώνα, όπως ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν κ. ά., που στη
συνέχεια προσπάθησε να εμπνεύσει τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, αναμείχθηκε
σε πολιτικούς αγώνες, διασπάστηκε… Ο αναρχισμός στις καθιερωμένες περιγραφές
προβάλλεται συνήθως ως ο φτωχός συγγενής του Μαρξισμού, λίγο χοντροκομμένος ως
προς τη θεωρία του, πράγμα που αντισταθμίζεται από το πάθος και την ειλικρίνεια
του. Στην καλύτερη περίπτωση όμως, η αναλογία είναι τραβηγμένη. Οι «ιδρυτικές
μορφές» του δεκάτου ενάτου αιώνα δεν σκέφτονταν σαν να είχαν ανακαλύψει κάτι
ιδιαίτερα καινούργιο.
Οι βασικές αρχές του αναρχισμού, ( αυτοδιευνθιση, αυτοοργάνωση, εθελοντική
συνεργασία, αλληλοβοήθεια), αναφέρονταν σε μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς
που θεωρούνταν δεδομένο ότι υπήρχαν από τότε που υπήρχε και η ανθρωπότητα. Το
ίδιο ισχύει και με την απόρριψη του κράτους και όλων των μορφών της δομικής βίας,
την ανισότητα ή την κυριαρχία (αναρχισμός ετυμολογικά σημαίνει «χωρίς

20

κυρίαρχους»), ακόμα και με την υπόθεση ότι αυτές οι μορφές τρόπον τινά,
συσχετίζονται και αλληλοενισχύονται.
Τίποτε από αυτά δεν παρουσιάστηκε ως ένα εντυπωσιακό νέο δόγμα. Και στην
πραγματικότητα δεν ήταν κιόλας: μπορεί να βρει κανείς αναφορές ανθρώπων που
αναπτύσσουν παρόμοια επιχειρήματα καθ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας,
παρ' ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι στους περισσότερους τόπους και
χρόνους, τέτοιες απόψεις ήταν οι λιγότερο πιθανές να καταγράφονται. Συνεπώς, δε
μιλάμε τόσο για τον κορμό μιας θεωρίας, όσο για μια αντίληψη, ή μάλλον, θα
μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, για μια πίστη: η απόρριψη συγκεκριμένων τύπων
κοινωνικών σχέσεων, η πεποίθηση ότι κάποιες άλλες σχέσεις είναι καλύτερες για το
χτίσιμο μιας βιώσιμης κοινωνίας, η πίστη ότι μια τέτοια κοινωνία μπορεί πραγματικά να
υπάρξει.
Ακόμα και αν κάποιος συγκρίνει τις ιστορικές σχολές του μαρξισμού με τον αναρχισμό,
θα διαπιστώσει ότι έχουμε να κάνουμε με δυο θεμελιωδώς διαφορετικά θεωρητικά εγχειρήματα. Οι μαρξιστικές σχολές έχουν συγγραφείς. Όπως ακριβώς ο μαρξισμός
ξεπήδησε από το κεφάλι του Μαρξ, έτσι έχουμε Λενινιστές, Μαοϊκούς, Τροτσκιστές,
Γκραμσιανούς, Αλτουσσεριανούς, κλπ (παρατηρήστε πως η λίστα ξεκινά με
επικεφαλείς κρατών και τελειώνει σχεδόν αβίαστα με Γάλλους καθηγητές). Ο Ρierre
Βοurdieu κάποτε παρατήρησε ότι αν το ακαδημαϊκό πεδίο είναι ένα παιγνίδι στο οποίο
οι ακαδημαϊκοί πασχίζουν για την κυριαρχία, τότε ξέρεις ότι κέρδισες όταν οι
υπόλοιποι ακαδημαϊκοί αρχίζουν να αναρωτιούνται για το πώς να βγάλουν ένα
χαρακτηρισμό από το όνομα σου.
Για να διατηρήσουν την πιθανότητα να κερδίσουν το παιχνίδι, επιμένουν οι
διανοούμενοι να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το είδος των θεωριών της ιστορίας του
Σπουδαίου Ανδρός, συζητώντας ο ένας με τον άλλον, που υπό οποιοδήποτε άλλο
πλαίσιο θα τις περιφρονούσαν: Οι ιδέες του Φουκώ, όπως και του Τρότσκι, δεν
αντιμετωπίζονται ποτέ, κατ αρχή, ως προϊόντα ενός συγκεκριμένου διανοητικού
περιβάλλοντος, σαν να έχουν αναδυθεί από ατέλειωτες συζητήσεις και επιχειρήματα
που εμπλέκουν εκατοντάδες ανθρώπους, αλλά πάντοτε σαν να ξεπήδησαν από την
ιδιοφυία ενός ανδρός (ή πολύ σπάνια, μιας γυναίκας).
Σκεφτείτε, τώρα, τις διάφορες σχολές του αναρχισμού: Υπάρχουν οι
αναρχοσυνδικαλιστές, οι αναρχοκομμουνιστές, οι εξεγερτικοί, οι κοπερατιβιστές, οι
ατομικιστές, οι πλατφορμιστές... Κανείς δεν έχει πάρει τ' όνομα του από κάποιον
Σπουδαίο Διανοητή. Αντί γι αυτό, σταθερά ορίζονται είτε από κάποιου είδους πρακτική
είτε, πιο συχνά, από την οργανωτική αρχή τους. (Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνες οι
μαρξιστικές τάσεις που δε χαρακτηρίζονται από το όνομα κάποιου ατόμου, όπως η
εργατική αυτονομία ή ο συμβουλιακός κομμουνισμός, είναι επίσης οι πιο κοντινές στον
αναρχισμό).
Οι αναρχικοί αρέσκονται να διακρίνονται από το τι κάνουν και πώς οργανώνονται για
να το φέρουν σε πέρας. Και, όντως, γι αυτά ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος της
σκέψης και των συζητήσεων τους. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τα είδη της
ευρείας στρατηγικής και των φιλοσοφικών ερωτημάτων που ιστορικά απασχολούν
τους μαρξιστές - ερωτήματα όπως: Είναι οι χωρικοί μια εν δυνάμει επαναστατική τάξη;
(Οι αναρχικοί θεωρούν ότι αυτό είναι κάτι που οι ίδιοι οι χωρικοί θα το αποφασίσουν)·
ποια είναι η φύση της μορφής εμπόρευμα; Αντ' αυτού, έχουν την τάση να φιλονικούν
για το ποια είναι η δημοκρατικότερη ακολουθητέα διαδικασία κατά τις συναντήσεις
τους, σε ποιο σημείο η οργανωτική δομή σταματά να ενισχύει την ατομική ελευθερία
και αρχίζει να την περιστέλλει. Ή από μια άλλη οπτική, σχετικά με την ηθική της
αντίθεσης στην εξουσία: Τι είναι η άμεση δράση; Είναι απαραίτητο (ή σωστό) να

21

καταδικάζεις δημόσια κάποιον που δολοφονεί έναν επικεφαλής κράτους; Ή η δολοφονία, ειδικά όταν αποτρέπει κάτι τρομερό, όπως ο πόλεμος, μπορεί να είναι μια ηθική
πράξη; Πότε είναι σωστό να σπάσουμε μια βιτρίνα; κλπ …” Nτειβιντ Γκρέμπερ
“Αποσπάσματα μιας Αναρχικής Ανθρωπολογίας”εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες
Ο Πέτρος Κροπότκιν έδειξε ότι οι αναρχικές – ελευθεριακές αρχές ήταν ήδη, τουλάχιστον
εν μέρει, εγγεγραμμένες και ενεργές μέσα στην ιστορική και φυσική εξέλιξη. Προσπάθησε,
λοιπόν, να αναιρέσει τις επιστημονικές και τις επιστημολογικές προκείμενες ενός από τα
κυρίαρχα πολιτισμικά παραδείγματα της εποχής, του «κοινωνικού δαρβινισμού», ενός
ρεύματος σκέψης που υποστήριζε, με μία αμφισβητήσιμη συγκριτική προσέγγιση, το
φυσικό χαρακτήρα της ιεραρχίας .
O Ρώσος στοχαστής υποστηρίζει ότι ο κινητήριος παράγοντας τόσο της ζωής των ζώων όσο
και της κοινωνίας δεν υπήρξε ο αγώνας για την επιβίωση, αλλά η αλληλοβοήθεια. Για τον
Κροπότκιν, το θεμελιώδες κίνητρο της εξέλιξης, λοιπόν, υπάρχει μέσα στην κοινοτική
συνεργασία και όχι μέσα στον ατομικιστικό ανταγωνισμό. Στο πρωτοπόρο έργο του
«Αλληλοβοήθεια» (1902), ανέφερε εκατοντάδες παραδειγμάτων, που καταδείκνυαν τη
σαφή εκδήλωση των αρχών της αλληλεγγύης μέσα στη ζωή των ζώων· σε ένα επόμενο
κεφάλαιο του ίδιου έργου ανέφερε πλήθος παραδειγμάτων αλληλοβοήθειας μέσα στις
ανθρώπινες κοινωνίες. Χάρη σε αυτή τη προσέγγιση, ο Κροπότκιν εφοδίασε τον αναρχισμό
με μια αντίληψη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό που δεν ήταν καθαρά προμηθεϊκή και
μηδενιστική: από τη στιγμή που θα κατέρρεαν οι θεσμοί της πολιτικής και οικονομικής
κυριαρχίας, το κράτος και το κεφάλαιο, η ανθρωπότητα δεν θα ήταν υποχρεωμένη να
οικοδομήσει την αναρχία πάνω σε ένα σωρό ερειπίων…»

4) Από αυτούς που έχουμε υπόψη μας και έχουν μεταφραστεί έργα τους στην Ελλάδα
και κάνουν μια αναφορά στους αναρχικούς ως επηρεασμό της κριτικής τους ενάντια
στην κομματική γραφειοκρατία και το κράτος, είναι μόνο η ευγενική φυσιογνωμία του
Κώστα Παπαϊωάννου που μας έγινε γνωστός χάρη στης εκδόσεις “Κομμούνα”.
Είμαστε σε σχέση αντιπαράθεσης με τους χαμαιλέοντες μερίδας εκείνης της αριστεράς
που εν μία νυκτί από σταλινικοί ή σοσιαλδημοκράτες γίνονται υπερασπιστές των
ελευθεριακών ιδεών, με έναν κλεψίτυπο διαστρεβλωτικό τρόπο, παρουσιάζοντας την
κριτική ενάντια στην εξουσία - κυριαρχία σαν δικιά τους μόνο μοντέρνα εκδοχή.

5. Ο ΑΞΙΑΚΟΣ ΜΑΣ ΚΟΣΜΟΣ
Συγκριτική αντιπαράθεση
Μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από αλλοτριωμένες κοινωνικές - ταξικές σχέσεις
που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της
«νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ
εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου,
διευθυντή και διευθυνόμενου, κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά
δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.
Μια κοινωνία διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που
δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη,
γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από
άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.

22

«...Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις
γυναίκες, των γονέων πάνω στα παιδιά και αυτό επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο
δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο κράτος…»,
«…Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς
ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα…» Μιχαήλ Μπακούνιν 1875

«…Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας
και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι
αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της
προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία
και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση
τους έγκειται η επιτυχία τους…» Νίκο Μπέρτι 1994
Το όραμά μας
Διακηρύττουμε ότι: Από την αρχαιότητα, ο όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια
μέθοδο αγώνα και πολύ λιγότερο μια συγκεκριμένη μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα
κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ολοκληρωτικά ριζοσπαστική αναδιοργάνωση της
κοινωνίας, στη βάση της κοινής ιδιοκτησίας του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου,
της κοινής απόλαυσης των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης
κοινωνίας, χωρίς κανείς να μπορεί να οικειοποιείται κάποιο κοινωνικό κεφάλαιο για
τον εαυτό του για τα αποκλειστικά του οφέλη και να αποκλείσει ή να βλάψει τους
άλλους. Ο κομμουνισμός πρέπει να συνθέτει την οικονομική-κοινωνική βάση μιας
κοινωνίας που έχει μετασχηματιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, ενώ η
αναρχία είναι το πολιτικό της αποκορύφωμα.
Ο ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οικονομική-πολιτική διευθέτηση πάνω στην
οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Η αυτοοργάνωσηαυτοδιεύθυνσης όλης τις δημόσιας σφαίρας, η
άμεση δημοκρατία αναφορικά με
τους τρόπους λήψης των αποφάσεων της ελευθερίας του λόγου του πράττειν του
σκέπτεστε και του συνέρχεσθε βρίσκουν την κορύφωση τους στην αναρχία,(δηλαδή,
στην απουσία κάθε κυβέρνησης από τα πάνω), ενώ η ελεύθερη και εθελούσια
οργάνωση από τα « κάτω προς τα πάνω» των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή η
αυτοκυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Η μια
κατάσταση είναι, κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο, η εγγύηση τις άλλης και
αντιστρόφως. Από εδώ και η συγκεκριμένη διατύπωση του Αναρχικού κομμουνισμού
ως ιδανικού και ως κίνητρου για αγώνα.
Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι – εκμεταλλευόμενοι της
σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που
μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές,
αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα,
χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα
είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!
Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακη-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς
ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές, και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την
ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται
στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν
θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες.

23

Ο αγώνας για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή, χωρίς κυριαρχία και
εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, θα είναι διαρκής και πολύμορφος. Δε θα
είναι αγώνας μόνο για την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου, αλλά και αγώνας για
την αλλαγή της συνείδησης και του τρόπου σκέψης μας.
Αγώνας που δε θα αφορά μόνο την αλλαγή της «κοινωνικής βάσης» (οικονομία, σχέσης
παραγωγής), κατά την προσφιλή στους μαρξιστές θεωρία, αλλά και το
«εποικοδόμημα» (πολιτισμός, κοινωνικές σχέσης) θέτοντας σε αμφισβήτηση και
ανατροπή το πολιτειακό και πολιτισμικό μοντέλο του καπιταλισμού και του κράτους.
Αντίθετα με την πολιτική επανάσταση ή τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις - και εννοούμε
πολιτική, τη διαχείριση του συστήματος της ανισότητας και της κυριαρχίας σε όλα τα
επίπεδα - η κοινωνική επανάσταση σε όλα τα επίπεδα, είναι η αναγκαία συνθήκη για
να αποκτήσει η πολιτική την πραγματική της σημασία. Να περάσει, δηλαδή, στα χέρια
των πολιτών η διεύθυνση και η διαχείριση τον λειτουργιών της πόλης, της κοινότητας
και της συλλογικής δημόσιας ζωής σε όλα τα επίπεδα.
Γιατί όπως είδαμε ιστορικά τους δυο τελευταίους αιώνες. κάθε νέα κατάσταση
πραγμάτων αποσπασμένη από το κοινωνικό σώμα, η οποία έχει στα χέρια της τις
υποθέσεις της κοινωνίας, μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για μια παλινδρόμηση στις
εξουσιαστικές, αυταρχικές, ιεραρχικές καπιταλιστικές δομές, ακόμα και αν στηρίζει τη
δραστηριότητά της σε αντιεξουσιαστικές ρητορικές.
Η κατανόηση της ιστορικότητάς μας και η χρήση αυτής της εμπειρίας στους σημερινούς
αγώνες, είναι για το αναρχικό κίνημα προϋπόθεση ακόμα περισσότερο, μετά τη σύγχυση
που επήλθε από τον Μάη του ΄68 (η φαντασία στην εξουσία) και μετά την κατάρρευση του
ανατολικού μπλοκ (κρατικού καπιταλισμού), αλλά και την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης αναδόμησης του κράτους.
Σ΄αυτόν τον αγώνα, που είναι ο μόνος που αξίζει τον κόπο να συμμετέχουμε, ακόμα
και να αφοσιωθούμε, εμείς οι αναρχικοί δε θα είμαστε μόνοι μας. Ένα πλατύ μαζικό
(από το πολλοί μαζί), αντιεξουσιαστικό – αντιιεραρχικό - ελευθεριακό ρεύμα θα έρθει
και θα σαρώσει τον παλιό κόσμο. Έτσι που να μη μείνει λίθος επί λίθου! Έτσι που το
κράτος και ο καπιταλισμός να πάρουν επιτέλους τη θέση που τους αρμόζει: στο
μουσείο της κοινωνικής ιστορίας.

Και αν το παλιό: «ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη», ή το πιο
πρόσφατο: « η φαντασία στην εξουσία», ή το σημερινό: «να κάνουμε την επανάσταση
χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» (!) είναι η φαντασίωση των αδέσποτων παιδιών
του μαρξισμού, και αν ένας νέος κεϋνσιανισμός και συντηρητικός κοινοτισμός φαντάζει
σαν το νέο πρόταγμα αυτών που ζαλίστηκαν από την δίνη του νεοφιλελευθερισμού,
της ελεύθερης αγοράς και του ατομικισμού, άλλο τόσο και ένας νέος κόσμος είναι
εφικτός:
αυτός
της
παγκόσμιας,
αντιεξουσιαστικής,
αντιιεραρχικής,
αντιγραφειοκρατικής επανάστασης. Οι νέες κομμούνες του Παρισιού που θα έρθουν,
γίνονται ξανά η προοπτική για το πέρασμα στην επίλυση του πραγματικού ταξικού
ζητήματος, δηλαδή της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή
είναι η αυλαία του 21ου αιώνα, που είναι ο αιώνας μας, και έτσι θα ανοίξει.
Οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν !
Πρωτοβουλία για τον Κοινωνικό Αναρχισμό «Κόσμος».
Επιμέλεια, σύνθεση, σύνταξη κειμένων Γιώργος Μεριζιώτης
Για επικοινωνία, Ε-mail : isopedotes@yahoo.gr

24

Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΟΥ
ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Λίγα λόγια για το κείμενο

Αυτή η μελέτη κριτική γράφτηκε το χειμώνα του 2006 από σύντροφο και αποτέλεσε
πρόταση για εσωτερική συζήτησης και προβληματισμού της Πρωτοβουλίας Αναρχικών
Πειραιά. Το κείμενο δεν ολοκληρώθηκε στην εμβάθυνση του, δηλαδή τι φταίει και τη
είναι χρήσιμο να γίνει. Έμμηνε ως μια προσπάθεια προβληματισμού εννοείτε χωρίς
διάθεση απαξίωσης και υποτίμησης συλλογικοτήτων και κινήσεων μέσα στα πλαίσια της
εποικοδομητικής κριτικής, για αυτό δεν είχε δη το φώς της δημοσιότητας Από τότε
αρκετά πράγματα έχουν αλλάξει στον αναρχικό χώρο, άλλα προς το καλύτερο και άλλα
προς το χειρότερο.
Κάποιες από της ομάδες η συλλογικότητες που αναφέρονται στο τρίτο μέρος σήμερα
δεν υπάρχουν, αυτό ώμος δεν αναιρεί την γόνιμη κριτική που χιάζεται να γίνει γύρο από
κουλτούρες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν πιστεύουμε ότι οι αναρχική είναι στο
απυρόβλητο έξω δηλαδή από την κριτική για λάθη, παραλήψεις η ιδεοληψίες, κριτική
και αυτοκριτική λιπών από όλους είτε προέρχεται από συντρόφους είτε από την
κοινωνία, μπας και αποκτήσει αυτογνωσία το λεγόμενο κίνημα.

1. Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Από την περίοδο που οι αναρχικές ιδέες που μπόλιασαν την ελληνική κοινωνία στα τέλι
του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του μεσοπολέμου έως τη λεγόμενη μεταπολίτευση το
1974 υπάρχει ένα κενό δράσης, ζύμωσης και διάδοσης ιδεών. Η κυριαρχία των
κομμουνιστικών μαρξιστικών κομμάτων και ομάδων (με την μπολσεβίκικη λογική), έπνιξαν
δομικά και ανθρωπογεωγραφικά κάθε δυνατότητα ανάπτυξης των αναρχικών ιδεών
περίοδος για την οποία τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια έρευνα (π.χ. εκδόσεις Άρδην,
Ελευθεριακό Αρχείο Πάρου, ούτε θεός ούτε αφέντης), ήταν αυτά που κυριάρχησαν όλη
αυτήν την περίοδο από προπολεμικά μέχρι και το τέλος της χούντας. Σχεδόν για χρόνια
στην Ελλάδα ο προσδιορισμός «αναρχικό» συμπλήρωνε φραστικά την καταστροφολογική
μανία του κράτους της δεξιάς να χτυπήσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο, αλλά και κάθε
παρέκκλιση
από
πρακτική
του
πατρίς
θρησκεία
οικογένεια.
Κάθε αναφορά στην αναρχία δεν μπορούσε παρά να έχει ένα αρνητικό περιεχόμενο
εκτός από τους λίγους φιλομαθείς που είχαν εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και από λίγους πάλι
αγωνιστές όπως ο Στίνας ή Ταμτάκος που μπόρεσαν κάτι (όσα δεν πρόλαβε να αποκαθάρει
η κομματική προπαγάνδα και οι παραφυάδες της), να μάθουν για την ισπανική
επανάσταση. Ότι είχε συμβεί στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια διάχυτη κατάσταση
πλουραλισμού σε σχέση με το όραμα του σοσιαλισμού που άρχισε να μορφοποιείται με

25

την ίδρυση του ΚΚΕ και την υπαγωγή της ΓΣΕΕ σ’ αυτό. Επομένως η αναφορά στην αναρχία
δεν θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη της αναρχικής σκέψης ούτε καν τη
συσχέτισή της με τους αγώνες. Μάλιστα το κυρίαρχο πλέγμα οργανώσεων και κομμάτων
που καθήλωσε την εργατική τάξη και γενικότερα τους καταπιεσμένους αλλά και τη σκέψη
για την ολική χειραφέτηση κατάφερε να απαλείψει κάθε θετική αναφορά στο έργο των
αναρχικών ή συκοφαντούσε παραχαράζοντας την ιστορία τόσο του αναρχικού κινήματος
οικουμενικά όσο και την μικρή και σύντομη προσφορά των αναρχικών αγώνων στην
Ελλάδα. Ούτε όμως στην Ευρώπη ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ο φασισμός και ο
σταλινισμός με τα όπλα αφού εξόντωσαν το πλειοψηφικό στην Ισπανία αναρχικό κίνημα,
αφαίρεσαν και αποδυνάμωσαν κάθε ελπίδα για μια άλλη πορεία του σοσιαλισμού.
Αργότερα και με την πλήρη υπαγωγή της αριστεράς στον αντιναζιστικό-αντιφασιστικό
αγώνα έδωσαν πλήρως το χώρο για ένα όραμα όπου το κράτος θα έπαιζε όχι το ρόλο του
αυτομαρασμού του αλλά της ισχυροποίησής του για όσους κίνδυνους έκρυβε η
«αντίδραση». Το 1953 στην Ανατολική Γερμανία, το 1956 στην Ουγγαρία, λίγο αργότερα
στην Τσεχοσλοβακία καθώς και άλλες διαφοροποιήσεις μέσα στο σοσιαλιστικό μπλοκ που
τροφοδότησαν πολώσεις εντός της αριστεράς άνοιξαν μια συζήτηση για το ποιο κράτος θα
μπορούσε να ήταν πιο ελπιδοφόρο για την παγκόσμια επανάσταση. Ο χώρος της
σοσιαλιστικής σκέψης είχε κυριαρχηθεί από συζητήσεις εντός της κομματικής
εξουσιαστικής αριστεράς για επιλογές κυρίως των χωρών που διατείνονταν ότι ήταν
σοσιαλιστικές. Οι συζητήσεις για τις επεμβάσεις της ΕΣΣΔ, για την πορεία της Κίνας, της
Κούβας, της Γιουγκοσλαβίας, για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Αφρικής και της
Λ. Αμερικής ήταν αυτές που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον όπως και ήταν η αφορμή για
τον κατακερματισμό της.
Οι αναρχικοί σ’ αυτές τις χώρες ήταν υπό διωγμό και συνήθως συμμετείχαν σε
ευρύτερες φόρμουλες. Στη δύση είχαν απονευρωθεί, είχαν ένα ρόλο περιθωριακό που
εντείνονταν μέσα από διασπάσεις επί διασπάσεων των Αναρχικών Συνομοσπονδιών, με
αποχωρήσεις και με πολώσεις.
Σχολές όπως αυτές της Φραγκφούρτης (ξαναδιαβάζοντας η διαστρεβλώνοντας πολλά
από τα σημεία που είχε θέση το κίνημα του συμβουλιακού κομμουνισμού) , της Γαλλίας με
τον Καστοριάδη και τον Παπαϊωάννου, στην Ιταλία καθώς και άλλοι θεωρητικοί που
ανέβασαν τους τόνους στην κριτική τους για την εξουσία σε μοριακά ζητήματα όπως ο
Φουκό, έδωσαν το πρόταγμα της αυτονομίας μακριά από τις δικτατορίες των
σοσιαλιστικών χωρών ή τις αιρετές ολιγαρχίες των φιλελεύθερων καπιταλιστικών.
Σπουδαίοι διανοητές όπως ο Μπούκτσιν στην Αμερική με το Ινστιτούτο Κοινωνικής
Οικολογίας έδωσαν μια ώθηση στην πολιτική σύγχυση που επικρατούσε μετά το κοινωνικό
κίνημα που είχε αναφορές αντιμιλιταριστικές, αντιπυρηνικές, φεμινιστικές και σε επίπεδο
κοινωνικών σχέσεων. Ένα μικρό ρεύμα ξεχώρισε μέσα στους διανοούμενους το οποίο
παρέσυρε και τους φοιτητές οι οποίοι απαλλαγμένοι από την εργασία είχαν τη δυνατότητα
να επεξεργαστούν την αμφισβήτηση. Αργότερα αυτό το ρεύμα έγινε πιο ισχυρό αφού δεν
υπήρχαν επιχειρήματα κατάλληλα πέρα από τα στερεότυπα της αριστεράς για την εργατική
τάξη η οποία πλέον μέσα από την αυστηρή καθοδήγηση των κομμάτων άρχισε να παίρνει
το δρόμο της ενσωμάτωσης. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία, έγιναν το επίκεντρο αυτής
της νέας πορείας σκέψης και δράσης για την αλλαγή του κόσμου προς τη χειραφέτηση,
έχοντας κυρίως τους νέους ως το επαναστατικό υποκείμενο που θα άλλαζε την ιστορία. Τα
λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα από τον Μαϊ του 68 – 70 και μετά έδειχναν το μοτίβο
ξαναανακαλύπτοντας και εμπλουτίζοντας τις αναρχικές κριτικές ενάντια στην
γραφειοκρατία και τον δεσποτισμό.

26

Η Ελλάδα εκείνη την εποχή ζούσε την προσπάθεια της ρεφορμιστικής αριστεράς να μπει
στο κράτος με στόχο τον «εκδημοκρατισμό» του, συνερχόμενη ελαφρώς από τον εμφύλιο
πόλεμο και έχοντας χιλιάδες φυλακισμένους και εξόριστους στα νησιά, νόμους
ιδιώνυμους, σκευωρίες, δολοφονίες αγωνιστών και μηχανισμούς ελεγχόμενους από το
κράτος που λειτουργούσαν ως πεμπτοφαλαγγίτες, το λεγόμενο παρακράτος.
Η δικτατορία βρήκε μια ανέτοιμη αριστερά να την αντιμετωπίσει συλλογικά με
αποτέλεσμα αγωνιστές να βρεθούν αυτόνομα με τα όσα είχαν στο ιδεολογικό τους
οπλοστάσιο να παρέμβουν στην ελληνική κοινωνία. Άλλοι πήγαν στο εξωτερικό κι από κει
ήρθαν σε επαφή με τα κινήματα της αυτονομίας μεταφέροντας στην Ελλάδα
μεταπολιτευτικά την πνοή τους σε μια αριστερά που δεν είχε τη δύναμη να απαντήσει σ’
όλα αυτά. Αυτές οι ιδέες έδωσαν πνοή στο κίνημα της εποχής 73-79, τόσο στους
εργασιακούς χώρους όσο και στους φοιτητικούς. Στους τελευταίους κυρίως, οι αναρχικές
μειοψηφίες έδωσαν το στίγμα τους είτε ως προβοκάτορες, είτε ως «αναρχοαυτόνομοι».
Όταν μάλιστα το εργατικό κίνημα τελείωσε με τους αυτόνομους αγώνες που έδωσαν το
προβάδισμα στα κομματικά κλαδικά σωματεία και τα κορδόνια με τους μπράβους
συνδικαλιστές, τότε ξεπρόβαλλε το αντίπαλο κοινωνικό δέος: οι φοιτητές και τα
πανεπιστήμια. Εκεί κυρίως για πρώτη φορά βρήκαν το χώρο για να ανασάνουν οι
αναρχικές ιδέες όπως και αντιιεραρχικές αντιεξουσιαστικές κριτικές στους θεσμούς.
Με επίκεντρο δράσης στους νέους η αναρχία στην Ελλάδα έγινε δυστυχώς σταδιακά
συνώνυμο της νεανικής ηλικίας, ένα στάδιο δηλαδή πριν την ενηλικίωση, ένα στάδιο πριν
την υποχρέωση για την εισαγωγή στη μισθωτή εργασία και ενίοτε στο στρατό ο οποίος
μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν με αναβολές και με τρελόχαρτα. Ένα μεγάλο κίνημα που βρήκε
την έκφρασή του σταδιακά με ότι δεν μπορούσαν τα κόμματα και οι οργανώσεις να
αφομοιώσουν. Ένα μεγάλο κίνημα νεολαίας, ένα κίνημα διαμαρτυρίας που πήρε
γεωγραφικές διαστάσεις κοντά στο Πολυτεχνείο και στην πλατεία Εξαρχείων κι άρχισε να
απλώνεται σ’ όλη την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκε στο στόχαστρο της
καταστολής. Χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς εφόδια και αναφορές που παρέπεμπαν σε
κοινωνικούς αγώνες, χωρίς διατυπωμένα κοινωνικά οράματα ήταν πάντα στα δικαστήρια
για την υπεράσπιση του ενός και του άλλου συντρόφου και σχεδόν πάντα έρμαιο μιας
μερίδας του πολιτικού κόσμου ο οποίος ψάρευε στα θολά με στόχο την ανανέωση του
στόλου του.
Συναυλίες συμπαράστασης, αφίσες συμπαράστασης, προκηρύξεις συμπαράστασης,
εφημερίδες εκδηλώσεις, διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις ήταν και είναι αφιερωμένες
αποκλειστικά σχεδόν για ζητήματα κρατουμένων μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του
1970. Χωρίς ξεκάθαρη στάση απέναντι στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς,
σχημάτιζε την ουρά στις πορείες της «με όλα τα απαραίτητα», ποτέ δεν μπήκε σε μια
συνεχή και συνεπή διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής, ούτε και σε μια πορεία
αυτογνωσίας ιστορικής και κοινωνικής, ούτε καν της πρόταξης ενός οράματος κοινωνικού.
Αοριστολογίες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, συμπεριφορές εξατομικευμένες, ήταν τα
στερεότυπα που ανέδειξαν τόσο ως πόλο έλξης νέων που περνούσαν κι έφευγαν όσο και
πόλο απώθησης για όσους ήθελαν μια πιο σταθερή αναφορά δράσης. Έτσι μοιραία έγινε το
συνώνυμο μίας εκτονωτικής βαλβίδας για τους νέους, ένα πέρασμα πριν την ωριμότητα.
Δεκάδες χιλιάδες νέοι απ’ όλη την Ελλάδα πέρασαν από στέκια, καταλήψεις, σπίτια,
διαδηλώσεις, βιβλιοπωλεία, που είχαν σχέση με τις αναρχικές δραστηριότητες. Χιλιάδες
νέοι έχουν συλληφθεί σε ζητήματα που αφορούν την προπαγάνδα των ιδεών και πρακτικές
στο δρόμο. Τι άφησαν όλα αυτά;

27

Η δεκαετία του 90 ήταν πιο διαφορετική. Η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού
σοσιαλισμού που μέχρι τότε αποτελούσαν τις πάγιες αναφορές για τους κρατιστές
αριστερούς όλων των αποχρώσεων ήταν μια αφορμή για να ανανεώσουν το λόγο τους.
Ύστερα από ένα σύντομο καλοκαίρι άθλιας αυτοκριτικής και προσέγγισης των αναρχικών
ιδεών, ξαφνικά η άμεση δημοκρατία, η αυτοργάνωση, η ομοσπονδία, η τοπική δράση και
το οικουμενικό όραμα, τα συμβούλια, οι ανακλητοί εκπρόσωποι άρχισαν να παίζουν το
ρόλο του σημαινόμενου σε μια σημαίνουσα συσκευασία που έτσι κι αλλιώς υπήρχε
οργανωμένη από πριν. Σημαντική εκείνη την εποχή ήταν η παρουσία των οικολογικώνεναλλακτικών οργανώσεων που έθεσαν τέτοια ζητήματα τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να
προχωρήσουν αφού οι δομές που εγκατέστησαν ήταν ρητορικές (στην κυριολεξία έβγαζαν
το μαρξισμό από την πόρτα και τον έμπαζαν απ’ το παράθυρο-«είμαστε οι διαμεσολαβητές
της άμεσης δημοκρατίας» έλεγαν) και σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα
ξεπεράστηκαν. Δάνειες από τον ελευθεριακό χώρο συμπεριφορές, άνοιγμα στεκιών,
αναβλητικότητα στη συζήτηση για το κράτος, διάθεση για συνεργασία ήρθαν να τονίσουν
το νέο τους «άνοιγμα» προς την κοινωνία.
Ο αναρχικός χώρος ήταν ανέτοιμος απέναντι σ’ αυτήν την κοσμογονία. Δεν είχε να
προτείνει ούτε νέες δομές οργάνωσης για την ανατροπή, ούτε ένα όραμα για την κοινωνία.
Ετεροκαθοριζόμενος από τα συνθήματα που είχαν μια δυναμική στην κοινωνία (οικολόγοιεναλλακτικοί αυτοί; Οικολόγοι-ανατρεπτικοί εμείς! Όπως και σήμερα «ένας άλλος κόσμος
είναι εφικτός» που λέει το φόρουμ; «Ένας άλλος πόλεμος είναι εφικτός» εμείς!) έπαιζε
πάντοτε το ρόλο της αντιπολίτευσης με μια διαρκή κριτική που δεν είχε ούτε ιστορικές
αναφορές ούτε προοπτικές. Έτσι συνέχισε στο αρχιπέλαγος των βεβαιοτήτων του να
προσελκύει χιλιάδες νέους οι οποίοι έβρισκαν ένα χώρο για να συγκρουστούν όπως πάντα
μακριά από τη γειτονιά τους, μακριά από τους χώρους εργασίας τους, μακριά από τα χωριά
τους. Έτσι σταδιακά άρχισε να ξεχωρίζει το νέο υποκείμενο στα γραπτά, αυτό της «άγριας
νεολαίας» που δεν ενσωματώνεται στους μηχανισμούς σε σχέση δηλαδή με άλλα ιστορικά
υποκείμενα που κατά την κυρίαρχη ανάλυση των ελλήνων αναρχικών είχαν κάνει.
Μέσα σ’ αυτήν την συγκυρία θετικά βήματα έγιναν στην κατεύθυνση της ενδοσκόπησης
και της αυτοκριτικής, στέκια άνοιξαν, σπουδαία βιβλία εκδόθηκαν και άνθισαν πολλές
πρωτοβουλίες που έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο για τη δράση των αναρχικών, όπως
συμμετοχή σε εργατικούς αγώνες, πρωτοβουλίες γειτονιάς, μονοθεματικές δράσεις που
ακόμα συνεχίζονται και δίνουν ακόμα πνοή στη συζήτηση για την αναρχία, καθώς κι ένας
προβληματισμός που ξεπερνάει την εξατομικευμένη προσέγγιση των κοινωνικών
ζητημάτων. Παρόλα αυτά δεν διαφαίνεται ακόμα μια προσπάθεια για συνεννόηση με
στόχο την οργάνωση αυτής της πολυκερματισμένης δημιουργικής δράσης.
2. Η ΑΝΤΙΒΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΟΠΛΗ ΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη δράση μετά τη μεταπολίτευση ποτέ δεν έλαβε διαστάσεις μαζικού
κινήματος (όπως στην Ιταλία και αλλού), ήταν ώμος παράλληλα με το Αναρχικό,
Αντιεξουσιαστικό, Ελευθεριακό κίνημα, μια κίνηση που δεν εντάχθηκε στον εθνικό
μεταπολιτευτικο κορμό. Αυτό που έφερνε « κοντά» τους αναρχικούς με τις ένοπλες
αριστερές οργανώσεις - ομάδες ήταν αποκλειστικά και μόνο η άρνηση να δεχτούν το
μονοπώλιο της βίας από το κράτος. Μακριά και πέρα από το συντριπτικά
αντιπροσωπευτικό τμήμα του ιστορικού αναρχισμού που αναγνώριζε σε συνθήκες
κοινωνικού πολέμου και ένοπλης πάλης με διάφανες αντιιεραρχικές διαδικασίες τα ένοπλα

28

λαϊκά στρώματα, οι ένοπλες ομάδες ενστερνίστηκαν μια πρακτική που τις έθετε ως
πρωτοπορία του κινήματος. Με συμβολικές ενέργειες που αποτύπωναν το
διαμεσολαβητισμό ως πάγιο μέσο για την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος,
“αυτοχρισμένες” ως τιμωροί των εχθρών της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων,
κάλυψαν δυναμικά ένα κενό που αφορούσε την πλήρη ενσωμάτωση στο σύστημα της
αριστεράς κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής (λόγω της αδυναμίας της
τελευταίας να είναι στο κοινοβούλιο). Ήταν η επιτιθέμενη αριστερά που κάλυπτε έναν
διαμεσολαβητισμό που τα κόμματα λόγω της στόχευσής τους να ενταχθούν στο σύστημα
αδυνατούσαν να προσφέρουν στους καταπιεσμένους.
Ο αναρχικός, αντιεξουσιαστικός, ελευθεριακός χώρος ήταν ο μοναδικός κοινωνικός
πόλος ιδεών και πρακτικών που λόγω αρχών δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να
ενταχθεί στο σύστημα, ούτε βέβαια και σε καμιά πρωτοπορία που διεκδικούσε με ένοπλα
μέσα. Μη έχοντας δομές, μη έχοντας ένα πρόταγμα οραματικό, απετέλεσε το πεδίο
πειραματισμών του Κράτους με στόχο να καταστείλει αυτό το αυθόρμητο κίνημα.
Σκευωρίες, ιδιώνυμες κατηγορίες, λάσπη από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ ήταν και
παραμένουν να είναι βασικές πρακτικές της θεωρίας «των συγκοινωνούντων δοχείων» ή
των «ομόκεντρων κύκλων» ή των «παράλληλων δρόμων» της ‘’τρομοκρατίας’’. Από την
εποχή των πρώτων διαμαρτυριών για τις δολοφονίες στα κελιά της Δυτικής Γερμανίας των
πολιτικών Κρατουμένων και της πρώτης σύλληψης και σκευωρίας κατά του Γιάννη Σερίφη
μέχρι και σήμερα οι ίδιες ‘’θεωρίες’’ και οι ίδιες πρακτικές χρησιμοποιούνται κατά αυτού
του ρεύματος που αποτελεί και τη μοναδική αδιαμόρφωτη πρόταση κοινωνικής
ανατροπής, από την κοινωνία και για την κοινωνία.
Από κείνη την εποχή άρχισε να διαμορφώνεται εκ των πραγμάτων και η αμυντική στάση
του και θεώρησή του για την καταστολή «ως η αιχμή του δόρατος της κυριαρχίας» κάτι το
οποίο προσέδιδε τόσο στο Κράτος όσο και στις μεθόδους του μεταφυσικές διαστάσεις. Από
κείνη την εποχή ξεκινούσε ένας δρόμος ατέλειωτων σκευωριών, προσπαθειών για
απελευθέρωση κρατουμένων, παραβλέποντας το γεγονός ότι η καταστολή δεν ήταν και
είναι παρά μόνο μια πτυχή της κυριαρχίας κι ένα μέσο που χρησιμοποιούσε προκειμένου
να αναχαιτίσει τις όποιες αντιστάσεις στις επιλογές της. Ένα πλήθος ζητημάτων κοινωνικών
(εργασιακά, οικολογικά, εκπαίδευση, τοπικά, υγεία κλπ) αφέθηκε στην άκρη προκειμένου
να αντιμετωπιστούν τα κύματα καταστολής και για την υπεράσπιση πολλών κρατουμένων,
που ουσιαστικά δημιούργησαν τις σημερινές συγκεντρωτικές και ευκαιριακές
συλλογικότητες οι οποίες αδυνατούν να αναδείξουν ένα θετικό πρόταγμα στην κοινωνία.
Η ασάφεια της εναντίωσης, το ακαθόριστο του απελευθερωτικού προτάγματος χωρίς
μια θετική πρόταση αναζήτησης, συζήτησης και ζύμωσης μέσα στην κοινωνία, μετατρέπει
τον αναρχικό αγώνα σε μια σημαντική μεν παρακαταθήκη αγώνων αλλά κενή από
σχεδιασμό για την πραγμάτωση του ιδανικού, μηδενική σε αναρχικές προτάσεις για το
σήμερα. Βρισκόμαστε σ’ ένα κρίσιμο σημείο επίσης ως ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα που
περικλείει την αναρχική, αντιεξουσιαστική, ελευθεριακή δράση και το οποίο
δραστηριοποιείται ως τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος αγώνα για την ανατροπή. Στο
ρεύμα που ανήκουμε κυριαρχούν γεγονότα, διεκδικητικοί αγώνες, συγκρούσεις με τις
δυνάμεις της καταστολής, έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα απέναντι στο
φαινόμενο συνολικής επίθεσης της κυριαρχίας στις μέχρι τώρα κατακτήσεις των
επαναστατικών κινημάτων. Οι δράσεις όμως αυτές έχουν μια αποσπασματικότητα, μια
μονομέρεια, και σε πολλές περιπτώσεις υποθάλπτουν ανταγωνιστικές ή ηγεμονικές
δυναμικές.

29

Η έλλειψη συνοχής, οργανωτικής διάθεσης, προοπτικής κλιμάκωσης αγώνων αλλά και
το κυρίαρχο η έλλειψη αναζήτησης για ένα κοινωνικό όραμα αποδυναμώνει τις όποιες
προσπάθειες, και τις μετατρέπει σε μια αναίτια θνησιγενή δράση που εναντιώνεται στο
υπάρχον χωρίς να προσφέρει μια συνολική πρόταση μετασχηματισμού του. Είναι σαν να
λειτουργούμε επιδιορθωτικά στης παρυφές της αστική δημοκρατίας “χιάζονται και οι
αναρχικοί γιατί θίγουν τα κακός κείμενα”. Όμως κατ εμάς το motto έχει δοθεί από παλιά
γιατί οι σύντροφοι προγόνι μας έθεσαν σαν ισοδύναμες αξίες την ελευθερία και την
κοινωνική ισότητα, εν ολίγης την κοινωνική αλληλεγγύη. Οποιαδήποτε ερμηνεία που
κατηγοριοποιεί αυτές τις αξίες σαν πρώτη ή δεύτερη, σαν ανώτερη ή κατώτερη υποβιβάζει
την αναρχία σε φιλελεύθερες ή ελιτίστικες λογικές. Στην Ελλάδα φυσικά είσαι ότι δηλώσεις
πέραν πάσης αμφισβητήσεως, είτε είναι καιροσκοπική, χρησιμοθηρική η τυχοδιωκτική η
δήλωση σου.
Έτσι το σύνολο των δραστηριοτήτων έχει να επιδείξει μια διάθεση επανάληψης με τα
γνωστά στερεότυπα πλέον ατομιστικά απελευθερωτικά συνθήματα, αυτοκατανάλωσης
λόγω μιας εμμονής να επιβεβαιώνεται στον πολύ κοντινό του χώρο, μιας διαρκούς
ομφαλοσκόπησης γύρω από τις αποσπασματικές και ανταγωνιστικές δράσεις και τέλος
έχοντας μια μονοδιάστατη αντίληψη για την κοινωνία και το κράτος που καθορίζει μια
μονόπλευρη δράση σχετιζόμενη σχεδόν αποκλειστικά με την καταστολή (αστυνομία,
συλλήψεις, φυλακίσεις, πολιτική ομηρία κλπ.) και ιδιαίτερα αυτήν που πλήττει
αποκλειστικά τις ίδιες τις οργανωμένες συλλογικότητες.
Κεντρικά σχήματα και οργανωμένες συλλογικότητες χωρίς καμιά αναφορά τοπική δεν
ξεφεύγουν από το συγκεντρωτισμό της δράσης. Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία
(από το κέντρο προς την περιφέρεια) δημιουργούνται συγκεντρωτικά σχήματα στην Αθήνα
τα οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούν με τη λογική τους την περιφέρεια. Αυτές οι
προσπάθειες έχουν καταδείξει ένα αδιέξοδο που σχετίζεται με την ανωνυμία και την
έλλειψη ευθύνης για τη δράση στις συνθήκες της μητρόπολης κι αυτό μεταφράζεται με την
ασυνέχεια, με την έλλειψη ροής, με την ευκαιριακή και χωρίς πολλές ευθύνες που απαιτεί
η αυτοδιεύθυνση συμμετοχή τμήματος της νεολαίας που στην κυριολεξία περνά και
απομακρύνεται μόλις κλείσει τον κύκλο της παρατεταμένης εφηβείας της.
Όμως προκειμένου να είμαστε πιο σαφείς είναι απαραίτητο να διατυπωθεί κι ένας
«χάρτης», τέτοιος που να εκφράζει όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικά τα ρεύματα του
αναρχικού, αντιεξουσιαστικού και ελευθεριακού χώρου στην Ελλάδα σε σχέση με τη
μορφή της δράσης, τα κατατιθέμενα κείμενα που δημοσιεύονται για αυτήν και με τον
τρόπο με τον οποίο οργανώνονται.
3. Eνας «ιδεο χάρτης» του αναρχικού – αντιεξουσιαστικού ελευθεριακού κινήματος
Είναι πολύ δύσκολο για την Ελλάδα να φτιαχτεί ένας τέτοιος “χάρτης”, κι αυτό διότι οι
δρώσες συλλογικότητες δεν έχουν να επιδείξουν αρχές, θέσεις η τάσης πέρα από μια
δράση και κείμενα που αφορούν σε μια επικαιρότητα η μια συγκυρία. Όμως η ίδια τους η
δράση τους αποδίδει τα ιδιοποιά εκείνα χαρακτηριστικά που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Δεν
μπορούν μέσα σ’ αυτή τη δράση να διακριθούν ιδεολογικές τάσεις αλλά μια δράση που
αποκτά όλο και πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, μέσω τακτικών δράσης:

30

Α) Συλλογικότητες του εξεγερσιακού αγώνα. Είναι οι ομάδες που με ατομιστικές αρχές
προωθούν την ύπαρξη αγώνων που αντλούν τη δυναμική τους από την επικαιρότητα
γενικά των κοινωνικών αγώνων. Στόχος τους αποτελεί η εξεγερσιακή εκτροπή (συμβολική
σύγκρουση με την εξουσία) η οποία όμως δεν αφήνει προοπτική για μια περαιτέρω
κοινωνική συνεργασία διότι οι ίδιοι έχουν αποκλείσει την πολιτική παρέμβαση για την
προώθηση της αντιθέσμισης. Αποτελούν επίσης την πλέον θεαματική αλλά και
πλειοψηφική δραστηριότητα που πραγματοποιείται στο όνομα της αναρχίας στην Ελλάδα,
έχοντας βασικές αναφορές στον ιδεολογικό ορίζοντα του Μάη του ’68. Η καταστολή
(δικαιοσύνη, αστυνομία, κλπ) είναι η βασική αναφορά αυτής της τρόπον τινά τάσης και
κυρίως κινητοποιείται με βάση αυτό το ζήτημα.
(Η «Συσπείρωση Αναρχικών» και οι ομάδες της Συνεργασίας, η «Συνέλευση Αναρχικών»
είναι τα πιο μακρόβια αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής της τρόπον τινά τάσης.)
Ομάδες επίσης και πρωτοβουλίες που με διαφορετικά ονόματα κάνουν την εμφάνισή
τους με αυτοκόλλητα και με ονόματα ιδιαίτερα πομπώδη, σ’ όλη την Ελλάδα, βρίσκονται
στο ίδιο μήκος κύματος με τους παραπάνω. Κρίνουν ως εξεγερσιακό γεγονός ότι δηποτε
κινητοποιεί τις αστυνομικές δυνάμεις να καταστείλουν. Είτε πρόκειται για ένα μικρό
επεισόδιο με κάδους απορριμμάτων που καίγονται στο φόντο μιας βραχύβιας κατάληψης,
είτε για μια πραγματική σύγκρουση με την αστυνομία που παίρνει σοβαρές διαστάσεις.
Είναι αντίθετοι στην ύπαρξη δομής και οργάνωσης και δεν προτείνουν κανένα
σχεδιασμό για την κοινωνία χωρίς κράτος και εξουσία, υιοθετώντας μάλιστα και
“παραβατικές” (ιλεγκαλιστικές), δράσεις ως προωθητικές ενός ανταγωνισμού με το κράτος.
Β) Συλλογικότητες μονοθεματικές που προωθούν τον προβληματισμό ή και την επίλυση
σοβαρών προβλημάτων και οι οποίες εντάσσουν τον αγώνα τους σε κάποιον συνολικότερο
αμφισβήτησης του υπάρχοντος καθεστώτος κυριαρχίας. Σ’ αυτές είναι λίγες ομάδες
γειτονιάς, πρωτοβουλίες για ένα ζήτημα κλπ. Χωρίς να έχουν να επιδείξουν ένα κοινωνικό
όραμα έχουν έντονες αλλά αόριστες αναφορές στην αυτοοργάνωση των αγώνων, στις
αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και συνήθως διαλύονται κατόπιν κάποιων διεκδικήσεων ή
αποτυχιών. Μπορούν πιθανόν να εντάσσονται στο όραμα του ελευθεριακού κοινοτισμού
αλλά και η ανυπαρξία επεξεργασίας θέσεων και στόχων, ή η προσήλωση στο αντικείμενο,
τις καθιστά ανήμπορες να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν σε μια μόνιμη βάση.
Ομάδες ενάντια στα μεταλλαγμένα, στέκια αυτοδιαχειριζόμενα, καταλήψεις σπιτιών,
κινήσεις γειτονιάς για την ανάδειξη ενός προβλήματος, περιβαλλοντικές –
αντιαναπτυξιακές πρωτοβουλίες, κίνηση ενάντια στην Ολυμπιάδα κλπ. είναι οι εκφραστές
μιας τάσης και πρακτικής που έχει κυρίως αναφορές στη συνεργασία της κοινωνίας με τους
αναρχικούς. (Το στέκι στο Μπραχάμι, το Αυτόνομο στέκι, το παλιό στέκι στην ΑγιαΠαρασκευή, το στέκι της Καβάλας, της Πτολεμαϊδας κλπ, κινήσεις από την επαρχία όπως η
Αυτόνομη Πρωτοβουλία Νάξου, στη Ρόδο, στην Κέρκυρα κλπ.) και τα οποία συσπειρώνουν
ή συσπείρωναν κινήσεις που περιγράφηκαν παραπάνω είναι εκφραστές αυτής της τάσης.
Γ) Αναρχοσυνδικαλιστικές ομάδες ή άτομα που συμμετέχουν σε ευρύτερα εργασιακά
σχήματα που παρεμβαίνουν σε χώρους εργασίας. Θεωρούν τις οικονομικές-ταξικές
ανισότητες επίκεντρο του αγώνα για μια κοινωνία δικαιοσύνης και το συνδικάτο ως το
χώρο δράσης. Τα λοιπά κοινωνικά πεδία είτε μένουν ανέγγιχτα, είτε εντάσσονται σε
συνδικαλιστικούς αγώνες. Η ΕΣΕ, η Αυτόνομη Εργατική Πρωτοβουλία, καθώς και σκόρπιοι

31

σύντροφοι που εντάσσονται σε συνδικαλιστικές παρατάξεις (caballeros, βιβλίου+χάρτου,
παλιότερα η «Ταξική Ενότητα» στα ΗΛΠΑΠ, δάσκαλοι στις Συσπειρώσεις, η «Πρωτοβουλία
Οικοδόμων» κλπ) που έχουν έντονη αναφορά στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες για την
αυτοργάνωση των κοινωνικών αγώνων και στην εργατική αυτοδιεύθυνση, αποτελούν τα
πρόσωπα και τις πρακτικές αυτού του ξεχωριστού χώρου.
Δ) Αναρχικοί του «τρόπου ζωής». Είναι μια ξεχωριστή τάση που εστιάζει κυρίως στο
παράδειγμα της ατομικής δράσης, στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτή η τάση ενώ
καλλιεργεί μια καθημερινή αντιεξουσιαστική κουλτούρα εν τούτοις δεν έχει να αναδείξει
ένα συνολικό όραμα αλλαγής στην κοινωνία αφού ο τρόπος ζωής είναι στο επίκεντρο του
κοινωνικού παραδείγματος. Στην κυριολεξία η δράση αυτή εκφράζεται μέσες-άκρες από το
ρηθέν «σκότωσε το μπάτσο μέσα σου». Στέκια και καταλήψεις που επιθυμούν να
καλύψουν αυτήν την προσωπική – ατομική πλευρά, σκόρπιοι σύντροφοι που ετοιμάζουν ή
βρίσκονται σε συνεργατικές και κολεκτίβες, απομονωμένοι από πολιτική δράση άνθρωποι
που θεωρούν την επανάσταση στην καθημερινή ζωή και το «αλλάζω πρώτα τον εαυτό
μου» ως προτεραιότητα, είναι αυτό που διακρίνει αυτήν την τάση. Μέσα σ’ αυτό το χώρο
εντάσσεται και ο προβληματισμός για όλες τις εναλλακτικές πρακτικές που δοκιμάστηκαν
από το οικολογικό κίνημα, από κινήματα νεολαίας (ροκ κλπ.) και αμφισβήτησης τις
πρόσφατες παρελθόντες δεκαετίες. Παρόλο που αρκετοί συμμετέχουν σε εκδηλώσεις που
οργανώνουν ομάδες και πρωτοβουλίες εν τούτοις κρίνουν πως τα πάντα είναι θέμα
συμπεριφοράς και αντίληψης του ατόμου. Έτσι πεισματικά αρνούνται κάθε συζήτηση για
τις δομές οι «οποίες περιορίζουν το άτομο», όπως και για την οργάνωση η οποία θα
καταλήξει «εξουσιαστική» για τον ίδιο λόγο. Κινήσεις για κολεκτίβες, καλλιτεχνικές ομάδες,
συγκροτήματα μουσικά-θεατρικά κλπ που δεν εντάσσονται ουσιαστικά σε καμιά κίνηση
πολιτική.
Ε) Αναρχικοί που εντάσσονται σε μετωπικές πρωτοβουλίες ευκαιριακά επί ενός
ζητήματος με πολιτικές ομάδες της αριστεράς ή δημιουργούν επιτροπές οι οποίες
αποτελούν όργανα προώθησης ενός ζητήματος στις οποίες κυριαρχούν ιδεολογικοί όροι
συνεργασίας. Επιτροπές ενάντια στην κρατική καταστολή, επιτροπές απελευθέρωσης
κρατουμένων, κινήσεις αλληλεγγύης κρατουμένων, η Συσπείρωση ενάντια στην κρατική
τρομοκρατία, η Αντιεξουσιαστική Κίνηση ήταν και είναι τα συλλογικά μορφώματα που
κυριαρχούν σ’ αυτό τον χώρο δράσης.
ΣΤ) Τα μητροπολιτικά Συμβούλια και η Συνέλευση ενάντια στην Ειρήνη, οι ομάδες που
έχουν το όνομα «Δυτικά» (Λιόσια, Κερατσίνι) αποτελούν ένα ξεχωριστό κορμό που
διακρίνεται επίσης για τη δράση του. Αποκομμένη πολλές φορές από τον υπόλοιπο
αναρχικό χώρο η δράση αυτών με συστηματική επεξεργασία κοινωνικών θεμάτων
προσεγγίζουν την κοινωνία μέσα από στοιχεία που κυρίως στέκονται στην
εμπορευματοποίηση, στον εθνικισμό, το μεταναστευτικό. Μια πλούσια δράση σε ζητήματα
κριτικής του συστήματας που στερεί από τον εαυτό της τη δυνατότητα να παρεμβαίνει με
συνολικό κοινωνικό όραμα -προταγμα.
Ζ) Το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Περιγεγραμμένο κατά τα πρότυπα της
θεώρησης του Τάκη Φωτόπουλου που όμως επιδιώκει μέσω της συμμετοχής αποκλειστικά
και μόνο στις τοπικές εκλογές με σαφές αμεσοδημοκρατικό τρόπο, να κοινοποιήσει το

32

πρόταγμα της για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Καταγράφεται ως πρόταση,
εναλλακτική απέναντι στης κρατικές δομές.
Δεν μπορεί κανείς με σαφήνεια να κάνει ένα διάγραμμα με τις υπάρχουσες τάσεις κι αυτό
διότι δεν υπάρχει και η ανάλογη για κάτι τέτοιο παραγωγή θεωρητικής επεξεργασίας και
κοινωνικής ανάλυσης (εξαίρεση αποτελεί η περιεκτική που είναι μια τάση). Οι
συνθηματολογικές κυρίως αναφορές, η πάγια διάθεση για δράση χωρίς κοντοπρόθεσμες
και μακροπρόθεσμες στρατηγικές στόχους και θέσεις. Ο τακτικισμός οι βραχύβιες και
χωρίς κλιμάκωση δράσεις, οι ευκαιριακές κινητοποιήσεις στη βάση της αντιπαράθεσης δεν
μπορούν να δώσουν περισσότερα στοιχεία από το γεγονός ότι ατομιστικές δεξιόστροφες
αρχές έχουν κυριαρχήσει σαν πλειοψηφικό ρεύμα στον χώρο αυτό ο οποίος αρνείται αλλά
και αδυνατεί να περιγράψει το αναρχικό κοινωνικό ιδανικό.
Εν κατακλείδι…

Η επανεμφάνιση των αναρχικών-ελευθεριακών ιδεών στην Ελλάδα, σχεδόν 70 χρόνια
(από τις αρχές του 20ου αιώνα) μετά από τις τελευταίες συγκροτημένες συλλογικές (και
εν πολλοίς αποτυχημένες) απόπειρες δημιουργίας αναρχικού κινήματος –αφού
επικράτησαν και κυριάρχησαν οι ολοκληρωτικές ιδέες της δεξιάς, αλλά και της
αριστεράς διαχείρισης του κράτους- ήταν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που πολλοί
θέλησαν στην αρχή να αποκρύψουν ή να αποσιωπήσουν.
Είναι στην νέα περίοδο, αρχής γενομένης από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 73
ενάντια στην δικτατορία, όπου μέσα από τις στάχτες της καταστολής αυτής της
εξέγερσης δηλώνει ξανά δημόσια και ανοικτά την παρουσία του και ο αναρχικόςελευθεριακός λόγος. Αυτό σηματοδοτεί αλλά και νοηματοδοτεί το αναρχικό κίνημα και
την μετέπειτα πορεία του, μέχρι και σήμερα. Τριανταπέντε χρόνια μετά, μέσα από
αδιάλειπτη και συνεχή παρουσία και δράση, το αναρχικό κίνημα αρχίζει να περνά σιγά
-σιγά στην «ενηλικίωση» του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ιαθεί πλήρως από τις
«παιδικές του ασθένειες». Από αυτή την άποψη είμαστε ένα από τα νεότερα κινήματα
της Ευρώπης, ένα κίνημα γενιάς.
Σήμερα έχει ξεκινήσει μια νέα κατάσταση, μια εξέλιξη, που εκ των πραγμάτων μας
σπρώχνει σε μια συζήτηση στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό το «εκ των πραγμάτων»
προέρχεται από τη δυναμική και τη δράση που παράγει αυτό το κίνημα, αλλά και από
τις νέες καταστάσεις που προωθεί το κράτος και ο καπιταλισμός. Η ιστορία, όμως, δεν
περιμένει τους βραδυπορούντες! Είτε θα μας ξεπεράσει είτε θα προσπαθήσουμε να
απαντήσουμε στα ζητήματα του καιρού μας δίνοντας προοπτική στο λόγο μας μέσα σε
αυτές τις «νέες» συνθήκες «επανίδρυσης» του καπιταλισμού.
Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα
μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης
κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά
περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε
άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών
εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα
κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”. Αλλά για
να απαντήσουμε χρειάζεται να μπούμε σε μια διαδικασία αυτογνωσίας.

33

Ο καθένας από εμάς, αλλά και συνολικά το κίνημα, χρειάζεται να απαντήσει στο
ερώτημα που μας τίθεται ακόμα και σε υπαρξιακό επίπεδο: «ποιοι είμαστε , πού
πηγαίνουμε και τι θέλουμε». Όπως και το πώς και με ποιους τρόπους από ένα
κατακερματισμένο κίνημα διαμαρτυρίας και πολλές φορές περιχαρακωμένης και
σεχταριστικής δράσης, θα κατορθώσουμε να θέσουμε το κοινωνικό και πολιτειακό
μοντέλο του καπιταλισμού σε ιστορική αμφισβήτηση. Αυτά τα ερωτήματα στέκονται
αμείλικτα μπροστά μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημείο καμπής. Ένας κύκλος
κλείνει και για να ανοίξει ένας νέος, όμως για να αρχίσει η πραγματική συζήτηση,
χρειάζεται ο αναρχισμός να ξαναβρεί την προταγματική κοινωνική του φύση. Μπορούμε
να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και
συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ “ ΚΟΣΜΟΣ ”

***

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ (μέρος 1ο)

Του Γ. Μεριζιώτη

Από παλιά δημόσια σε συνελεύσεις είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να διαχωριστούμε σε
εναντιακούς- μηδενιστές, στιρνεριστές και κοινωνικούς αναρχικούς, όπως και σε
αναρχικούς ολοκληρωτιστές και αναρχικούς της άμεσης δημοκρατίας -της οποίας είμαι
οπαδός. Παραμένω αυτής της άποψης. Τώρα, πώς γίνονται πολλές από τις συνελεύσεις, τι
είδους συνδιαμόρφωση υφίσταται κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και πώς
υλοπιούνται αυτές οι αποφάσεις, είναι το ζητούμενο. Θα μου πείτε ότι οι “ανοιχτές”
συνελεύσεις του χώρου αντανακλούν τη μορφή, το επίπεδο και το περιεχόμενο των
ομάδων. Πάντως δεν είμαι της άποψης του Μπούκτσιν, “ότι η αναρχία εμπεριέχει εγγενώς
τον ολοκληρωτισμό.

Το κινηματικό περιβάλλον και το κλίμα σήμερα 1
Κατ΄ αρχή μιλώντας για τις σχέσεις των ομάδων θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα έξης:
Πιστεύουμε ότι απέχουμε αρκετά από τις διαδικασίες εκείνες της συγκρότησης ενός

34

συνθετικά ενοποιητικού πολιτικοκοινωνικού σχήματος που να εκφράζει αν όχι όλες (κάτι
που δεν είναι στις προθέσεις μας) τουλάχιστον αρκετές αναρχικές – αντιεξουσιαστικές
συλλογικότητες και ομάδες. Λείπει εκείνη η συνεκτική συνείδηση για τη συνδιαμόρφωση
ενός ευρύτερου και συντονισμένου πεδίου ιδεών και δράσης, δηλαδή μιας διευρυμένης
ελευθεριακής δημόσιας σφαίρας. Εδώ θα χρειαστεί να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για
να εξηγήσουμε μερικά πράγματα. Ένας πρώτος λόγος2 που υπάρχει αυτή η κατάσταση
είναι αυτός της θεωρητικής σύγχυσης γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης.
Πολλοί σύντροφοι με εξωγενή θεώρηση από την αναρχική κοσμοαντίληψη έχουν
μπερδέψει τον κατακερματισμό με την αυτονομία των ομάδων, άλλοι τον ατομικιστικό
μικροαστικό μηδενισμό με τους κοινωνικούς αγώνες. Ενώ κάποιοι άλλοι τον ελευθεριακό
φεντεραλισμό με την κομματική γραφειοκρατία και την πυραμιδωτή κάθετη συγκεντρωτική
οργάνωση. Δεν κατανοούν ότι γραφειοκρατία είναι μια μορφή οργάνωσης κατά την οποία
οι αποφάσεις παίρνονται στην κορυφή, τις οποίες πρέπει να υπακούουν οι από κάτω και
μεταφέρονται διαμέσου μιας σειράς διαταγών - εντολών όπως σε ένα στρατό. Mια
γραφειοκρατία δεν είναι μια αληθινή κοινότητα, η οποία προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ίσων
ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού και τις μεταφέρουν έξω από το
σύνδεσμο επίσης από κοινού.
Αγνοούν ότι από παλιά μια από τις πολλές κατηγορίες που μας προσάπτανε οι
εξουσιαστές όλων των τάσεων ήταν και αυτή: «αναρχικοί= ακραίοι αποκεντρωτιστές» και
επίσης αγνοούν ότι ο ομοσπονδισμός δηλαδή οι κομμούνες μέσα στις κομμούνες, είναι η
φυσική οργάνωση των αναρχικών-αντιεξουσιαστών3.
Η πραγματικότητα σήμερα όσον αφορά το προχώρημα, τη συνέχεια και το βάθεμα μέσα
στην κοινωνία των ιδεών της κοινωνικής αναρχίας δεν είναι και τόσο ενθαρρυντική.
Σίγουρα είναι καλύτερα από παλιότερα, όμως τα βήματα είναι μικρά. Δεν θέλουμε να
κάνουμε αυτή τη στιγμή μια αναλυτική ιδεο – χαρτογράφηση αντιλήψεων και ιδεών των
αναρχικών στον Ελλαδικό χώρο, αλλά εκτός απειροελάχιστων διαφοροποιήσεων είναι
απελπιστικά ίδιες.
Ο σορβονισμός4 στις συνελεύσεις του χώρου,ο αφορμαλισμός, ο αρνητισμός, ο
ομαδισμός, ο νομαδισμός και η ακτιβίστικη σχιζοφρένια με ένα συνοθύλευμα
αβαγκαρτιστικού5 δεξιόστροφου λόγου, περισσότερο ριζοσπαστικά φιλελευθέρου και
λιγότερο σοσιαλιστικού, υποβιβάζουν τον αναρχικό - επαναστατικό λόγο και τη σκέψη από
μήτρα ιδεών6 σε στείρο αρνητισμό. Περισσότερο αντι-καπιταλιστές, αντι-κρατιστές και
καθόλου μετά, δηλαδη προταγματικοί.
Τι κοινωνική πρόταση έχουμε σύντροφοι; Με τι θα αντικαταστήσουμε την αστική
δημοκρατία; Μήπως με μια αναρχική ολιγαρχία; Πώς θα οργανωθεί η κοινωνία; Ως
νομάδες, ως αγέλες, ή ως φατρίες; Θα πάμε πίσω στην προ Κλεισθένη εποχή;
Πολλές ομάδες και ομαδοποιήσεις δεν αντιπροσωπεύουν ιδεολογικές τάσεις. Οι
περισσότερες συσπειρωμένες γύρω από μια-δυο προσωπικότητες αποτελούν
προσωποπαγείς σέχτες, με έντονα ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, χωρίς αντιπαράθεση ιδεών, αλλά με διαφωνίες στη βάση προσωπικής συμπάθειας ή αντιπάθειας.
Αυτές οι ομάδες έχουν την εντύπωση ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ομφαλοσκοπούν,
νομίζοντας ότι αυτές είναι και κανείς άλλος. Αυτό ονομάζουμε εμείς ομαδισμόγκρουπισμό, που δεν έχει καμιά σχέση με τις ομάδες συγγένειας- affinity group, όπως
τουλάχιστον έχουν παρουσιαστεί ιστορικά και αποτέλεσαν- αποτελούν το κύτταρο της
αναρχικής διευρυμένης οργάνωσης.
Αφορμαλιστικές ομάδες χωρίς μέλη, δηλαδή χωρίς δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά
μόνο με βάση την προσωπική διάθεση που σήμερα υπάρχει και αύριο φεύγει -πολιτικός

35

νομαδισμός- αφού οι περισσότεροι τουλάχιστον στην Αθήνα στριφογυρίζουν δεξιά και
αριστερά χωρίς να συνεργάζονται με υπάρχουσες συλλογικότητες ή να δημιουργούν
άλλες7.

Σημειώσεις
1) Μια διευκρίνιση (επειδή τα γραπτά μένουν), μιλάμε περισσότερο για το κινηματικό
περιβάλλον της Αθήνας εν έτει 2009.
2) Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την εποχή μας όπου κανείς δε μένει, άλλος
λιγότερο και άλλος περισσότερο ανεπηρέαστος από αυτήν. Αυτό φυσικά ισχύει και για
τους αναρχικούς ανεξάρτητα αν ιστορικά είναι δικαιωμένοι στην κριτική τους τόσο για την
σάπια ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία όσο και για την ριζοσπαστική εκδοχή της, τον
μπολσεβικισμό. Η σοσιαλιστική προοπτική της ανθρωπότητας βούλιαξε στους παγωμένους
βάλτους της Σιβηρίας και από προοπτική ευτοπίας, έγινε δυστοκία και χίμαιρα στα μάτια
των προλετάριων της σημερινής εποχής, ενώ ο ρεπουμπλικανικός νεοφιλελευθερισμός
μάς έχει μετατρέψει σε μικροϊδιοκτήτες της αθλιότητας και παθητικές ιδιωτικοποιημένες
πληθυσμιακές στοίβες οπαδών – ψηφοφόρων - καταναλωτών.
Το χάσιμο της έννοιας της «society will» (κοινότητας θελήσεων), είναι που δυσκολεύει
εμάς και τους προλετάριους της σημερινής εποχής στη συλλογική μας συγκρότηση. Είναι
περισσότερο το χάσιμο του ονείρου για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή της
πίστης ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία από
άνθρωπο σε άνθρωπο, και λιγότερο οι λύσεις που προσφέρει ο καπιταλισμός που σχίζουν
την κοινότητά μας. Πόσο μάλλον, από τη στιγμή που ο κοινωνικός δαρβινισμός «ο πόλεμος
όλων εναντίον όλων», δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός του «ο σώσον εαυτό
σωθήτο» έχουν γίνει καθολικά καθημερινά φαινόμενα.
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επικράτησε μέσα από καμιά ηρωική μάχη για τον
απλούστατο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά τέτοια μάχη. Ήρθε και θρονιάστηκε στην παρακμή
των σοσιαλιστικών ιδεών από τη στιγμή που αυτές έγιναν μπολσεβίκικη σταλινική εκδοχή,
και στη ρεφορμιστική του έκδοση σοσιαλ-φιλελευθερισμός. Αν αναλυθεί αυτό το ζήτημα
κάτω από άλλη σκοπιά (κάτι που δεν είναι του παρόντος), θα αναδειχθεί η εκπληκτική
ομοιότητα και των δυο συστημάτων (δυτικό ανατολικό) τόσο ως προς την απολυταρχική
πυραμιδοειδή, πλατωνικού τύπου πολιτεία τους, όσο και στο πόσο ιδιωτικές είναι αυτές οι
κοινωνίες. Γιατί όσο πιο δεσποτικά, ολοκληρωτικά διαμορφώνεται η κοινωνική ζωή από τις
άρχουσες ελίτ, τόσο πιο πολύ κατατρώνε τη δημόσια σφαίρα.
Το κράτος και τα αφεντικά ζουν σε βάρος του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας. Σε αυτό ο
μπολσεβίκικος ολοκληρωτισμός όσο και ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός της αγοράς,
δε διαφέρουν παρά μόνο στις εκφάνσεις. Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα ναζιστικά και
φασιστικά καθεστώτα. Με αυτή την έννοια φανταστείτε πόσο ιδιωτικές κοινωνίες ήταν όχι
μόνο εξαιτίας της τρομοκρατίας. Εάν ο σοσιαλισμός είναι σε κρίση, αναφέρει ο Γουώρντ,
αυτό συμβαίνει «ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίστηκε
προς τη διεύρυνση της κρατικής εξουσίας και όχι προς τον περιορισμό της». Η χρεοκοπία

36

σε πλανητική κλίμακα της μαρξιστικής ιδεολογίας και γενικότερα του κρατικού πνεύματος
του σοσιαλισμού είχε ως μία από τις πιο πρόσφατες συνέπειές της την αναβίωση του
φιλελευθερισμού, που διαβρώνει προοδευτικά όχι μόνο τις εδώ και δεκαετίες κοινωνικές
κατακτήσεις των λαϊκών τάξεων, αλλά και την ίδια την ιδέα της δημόσιας υπηρεσίας.
Η ελευθεριακή σκέψη οφείλει να επαναδιατυπώσει ένα κοινοτικό πρόταγμα, έτσι ώστε
«ο έλεγχος της κοινότητας, εάν και όταν καταστεί αποτελεσματικός, να αποτελέσει μια
συντριπτική πρόκληση όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους διαχειριστές του
κεφαλαίου και της οικονομίας». Ο «νέος» αναρχισμός οφείλει να στηρίξει τη «συλλογική
δράση ως εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτικοποίηση ή στην κρατική ρύθμιση». Η
κοινοτική ιδέα του αναρχισμού θα μπορέσει να έχει μια πραγματική δυνατότητα
εφαρμογής σε ευρεία κλίμακα, μόνο στο μέτρο που τα νέα αντιφιλελεύθερα κινήματα θα
είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα της αριστεράς του κράτους: «Είναι
πέραν κάθε αμφισβητήσεως, ότι τον επόμενο αιώνα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής
αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας πρέπει να επανεξεταστούν, προκειμένου να
δημιουργηθεί μία κοινωνία πρόνοιας πάνω στα ερείπια του κράτους πρόνοιας».
Η εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί λοιπόν
παρά να προέλθει από μία σύγχρονη ανάγνωση της κοινοτικής παράδοσης του
αναρχισμού: η «κοινωνία της πρόνοιας», όπως την αποκαλεί ο Γουώρντ, οφείλει να είναι
αποκεντρωμένη και οργανωμένη πάνω σε ελευθεριακές, αμεσοδημοκρατικές,
συνομοσπονδιακές βάσεις.
3) Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για
να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των
ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας
ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Έχει
επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να
θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί
να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η
πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που
από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του
μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια σοβαρή ρηγμάτωσή της είναι η
ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν
πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.
Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν
όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να
δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας
χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό –
ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα
θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:
α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια
του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης ,
ελευθεριακά σχολεία, κτλ)
β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και
συνομοσπονδία.
γ. με
τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό
αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.
δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό

37

Μέχρι τότε, τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε οι
νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν! ( Δεν είναι του
παρόντος λόγο του όγκου να παρουσιάσουμε εδώ όλα αυτά τα ζητήματα. Θα υπάρξει
ανάλογη μπροσούρα για την κοινωνική προσφορά των αναρχικών τις κοινωνικές διεργασίες
και καινοτομίες που έχουν προτείνει, αλλά και της ίδιας της αναρχικής κοσμοαντίληψης ως
μήτρας κοινωνικών ιδεών).
«…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave
επαναλαμβάνει την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες
αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην
τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους
ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι
αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον
συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον
ίδιο σκοπό. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε
πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που
χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής
δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων αναρχικών – κομμουνιστών
το 1906. Παραθέτουμε εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :
α) Οι Ρώσοι αναρχικοί - κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης,
απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές
σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος
οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.
β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για
την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο,
είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές
ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία, παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.
γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να
λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες
ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.
δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση
διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις
δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και
πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα
ανάπτυξη.
ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η
πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις … που συγκαλούνται περιοδικά, σε
καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη
των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα
συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν
είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις
απορρίψουν τελείως…».
Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ,
συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που
συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών,
που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η
μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της
οργάνωσης.

38

Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική
εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση
του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού».
Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή,
δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο
αναρχισμός δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄
όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των
αναρχικών, πιο συγκεκριμένα: «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄
τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα
ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα
πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα
στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί
να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις
βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».
Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική
επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε
πλήρως με αυτό το μοτίβο). «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο
είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από
πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί
να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις
ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι
άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ'
εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι
να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία
ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του
Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους
πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση και ότι πρέπει να είναι:
Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.
Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να
υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε
οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να
είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα.
Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν
εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι
ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας
οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση
της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της
εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.
Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών
είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε
οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν' αναπτυχθούν.
Αλλά απ' αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν
δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε
μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για
τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη
κλίμακα.

39

Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν' απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι
απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές».
Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία
κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν' αποφεύγουμε τα κοινωνικά
γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης
έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν
από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ' ένα
ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής
θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας
οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ' την άποψη δύο ειδών
κοινωνικών θεσμών:
1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε
να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό
της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που
αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.
2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ' την ορολογία του εργατικού
συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής
οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα
τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ
κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη
θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο
Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς
γνωρίζουμε λίγα σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία
των ομοσπονδιών.
«Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γοόντκοκ στη βιογραφία
του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία
ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ' το πιο απλό
επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό
περισσότερο κάτω απ' τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ' αυτό το πρωτογενές επίπεδο,
η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού
των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των
συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την ίδια
έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με
αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».
4) Νεολογισμός, που αναφέρεται στις ελληνικές συνθήκες συνελεύσεων τύπου Σορβόννης και στη
«φοιτητικοποίηση» του χώρου, (ιδιαίτερα της Αθήνας).

5) Αβανγκαρντισμός : όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει την πολιτική
τάση που εμφανίστηκε σε κινήματα νεολαίας, κυρίως της μαρξιστηκης αριστεράς, με
βασικό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση του ρόλου της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τους
υποστηρικτές της τάσης αυτής, πρωτοπόρα στην επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν
είναι η εργατική τάξη, αλλά η νεολαία με την αυθόρμητη επαναστατική της δύναμη.
Αργότερα ο όρος έλαβε γενικότερη σημασία και αφορά την πρωτοπορία σε πολιτικά,
κοινωνικά και καλλιτεχνικά κινήματα.
6) Τα σχέδια των αναρχικών έχουν αποδειχθεί πολύ πρακτικά και πολύ απειλητικά.
Εκτέθηκαν και συχνά καταδικάστηκαν ως ανεφάρμοστα, ως αντιστρατευόμενα την

40

ανθρώπινη φύση. Αλλά «γι’ αυτό αξίζει να τις εφαρμόσουμε και γι’ αυτό τις προτείνει
κάποιος. Γιατί τι άλλο είναι ένα πρακτικό σχέδιο; Ένα πρακτικό σχέδιο είναι ή ένα σχέδιο
που έχει ήδη υλοποιηθεί, ή ένα σχέδιο που θα μπορούσε να υλοποιηθεί υπό τις
υπάρχουσες συνθήκες –αλλά ακριβώς τις υπάρχουσες συνθήκες αποδοκιμάζει κανείς, ενώ
κάθε σχέδιο που θα αποδεχόταν αυτές τις συνθήκες, είναι κακό και ανόητο».
Αναρχισμός σημαίνει ένα εκτεταμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που παίρνουν τις δικές
τους αποφάσεις, ελέγχουν την ζωή τους και αναπτύσσουν την ατομικότητά τους.
Ατομικότητα σημαίνει το να αναπτύσσει κανείς τα χαρίσματά του και όχι να εγείρει
εγωϊστικές αξιώσεις στους άλλους. Την κοινωνική οργάνωση αυτών των δικτύων την έχουν
οραματισθεί υπό την μορφή κομμουνών, συμβουλίων και συνδικάτων, άνθρωποι που ζουν
και εργάζονται, βοηθώντας ανιδιοτελώς ο ένας τον άλλον· τη δε οργάνωση της
εργασίας/ζωής την έχουν οραματισθεί ως αποκεντρωτική, μεταξύ αλληλεπιδρώντων
ατόμων τα οποία ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις αυτόνομα και ισότιμα. Η ανθρώπινη
κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί επί τη βάσει μιας σειράς αυτόνομων κοινοτήτων, οι
οποίες θα μπορούν ελεύθερα να δημιουργούν ομοσπονδίες ή δεσμούς μεταξύ τους.
Ο καταμερισμός των πόρων, που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή λόγω του κλίματος,
της γεωγραφικής θέσης και της αφθονίας της περιοχής σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, θα
γίνεται έξω από τα πλαίσια της σημερινής διαδεδομένης πρακτικής ή του συμφέροντος
που ικανοποιείται από κερδοσκοπικές ανταλλαγές και εκμεταλλευτικά προνόμια. Το
κριτήριο του Είναι, έγκειται στην πνευματικότητα της σύνδεσης μιας ζωής με κάθε ζωή. Η
αυτονομία της κοινότητας κάποιου, καθώς και η δέσμευσή του απέναντι σ’ αυτούς με τους
οποίους βρίσκεται σε άμεση επαφή, δεν μειώνει την αναγνώριση των αναγκών των άλλων
εκτός ομάδος, όπως δεν μειώνει και το ουσιαστικό κοινό στοιχείο τους, την ανθρωπιά τους.
Για μας, αναρχισμός είναι η ηθική αρχή του αυτεξούσιου, της μη βίας, καθώς και μια
διαρκής αναζήτηση της τελειότητας, της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής
ευημερίας. Ο αναρχισμός είναι μια ηθική αρχή που λαμβάνει την μορφή κανόνων
κοινωνικής οργάνωσης, όπως την μορφή της αποκέντρωσης, της αδιαμεσολάβητης
κοινοτικής αυτονομίας και της αυτάρκειας. Ως μια αρχή της οργάνωσης των ενεργειακών
πόρων, της τεχνολογίας και της παραγωγής και διανομής στην οικονομία, ο αναρχισμός
ταυτίζεται με την αποκέντρωση.
Στη θέση της παραγωγής της πυρηνικής ενέργειας, του πετρελαίου από πετρελαιούχο
σχιστόλιθο ή της αεριοποίησης του άνθρακα –τρόποι παραγωγής ενέργειας που απαιτούν
συγκεντρωτική, εντατικής χρήσης κεφαλαίου ανάπτυξη και είναι καταστροφικοί για το
περιβάλλον, προτείνονται η ηλιακή, η παλιρροϊκή και η αιολική ενέργεια, συνοδευόμενες
από αρχιτεκτονικές καινοτομίες. Η ανάπτυξη αυτών των μορφών ενέργειας απαιτεί
αποκέντρωση της προσφοράς και της κατανομής. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις ατόμων και οι
ενεργειακές τους ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω αποκεντρωμένων πηγών
ενέργειας. Κατά συνέπεια, η μη καταστροφική παραγωγή και διανομή ενέργειας πρέπει να
συνοδεύεται από αποκεντρωμένες μορφές ζωής.
Παρομοίως, οι οικονομικοί τρόποι ανάπτυξης γιγαντισμός, πολυπλοκότητα,
συγκεντρωτικός έλεγχος εντατικής χρήσης κεφαλαίου– της μαζικής καταστροφής και η
εκβιομηχάνιση, οδηγούν αναπόφευκτα στον τερματισμό της ανάπτυξης. Αυτός ο
αναπόφευκτος τερματισμός απαιτεί μια οικονομική οργάνωση θεμελιωμένη σε μια
επιταχυνόμενη παραγωγή μάλλον εντατικής χρήσης της εργασίας παρά του κεφαλαίου.
Η οικονομία πρέπει να στηρίζεται μάλλον στη συμμετοχική εργασία πάρα στην υψηλή,
ενεργοβόρα και εξοβελίζουσα τον εργάτη τεχνολογία. Η ίδια η τεχνολογία πρέπει να
σχεδιάζεται έτσι ώστε να μην είναι βίαιη, να σέβεται την φύση, τα άτομα που την

41

χρησιμοποιούν και τα προϊόντα. Μια τέτοια οικονομία θα είναι προφανώς λιτή όσον
αφορά την κατανάλωση και, φυσικά, δεν θα είναι ούτε ενάντια στην τεχνολογία, ούτε
ενάντια στη γνώση. Η δημιουργία και η εφαρμογή ενδιάμεσης τεχνολογίας και γνώσης
πρέπει να συνδέεται με την ελευθερία και την ανάπτυξη όλων των ατόμων, διότι κάθε
άτομο μέσω της αξιοπρέπειας της δραστηριότητας του, ολοκληρώνει τον εαυτό του και
τους άλλους. Η εργασία δεν πρέπει να αποτελεί λειτουργία του απομονωμένου ατόμου,
ούτε το άτομο να είναι ένα αντικείμενο, ένας χειραγωγούμενος συντελεστής στα μέσα
παραγωγής. Οι αναρχικοί έχουν εκπονήσει και εφαρμόσει πολυάριθμα δημιουργικά
προγράμματα. Έχουν οργανώσει κοινόβια και «τράπεζες» και έχουν αναπτύξει την
αυτοδιεύθυνση στην γεωργία, στο εργοστάσιο, στην κοινότητα και στην ομοσπονδία. Έχουν
οργανώσει αγρότες, εργάτες, πάρα πολλούς ανθρώπους, στην βάση της μη βίας και της
ελπίδας για απελευθέρωση από την σημερινή και τη μελλοντική τυραννία. (Σ.τ.σ.: «Στην
βάση της μη βίας» σημαίνει ότι η βάση των διαρθρωτικών διευθετήσεων ήταν μη βίαιη.
Δεν θέλουμε να αφήσουμε να εννοηθεί ότι αυτά τα προγράμματα και οι διευθετήσεις δεν
αντιμετωπίστηκαν με βία (π.χ. Μεξικό, Ουκρανία, Ισπανία, Ιταλία, Αργεντινή κλπ ), ούτε ότι
οι αναρχικοί/σοσιαλιστές δεν απάντησαν με βία υπερασπίζοντας την αυτονομία τους.)
Ωστόσο, όλες αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην συνειδητοποίηση ότι τα θεσμικά μέσα
δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν καμία μεταμόρφωση της καρδιάς του ανθρώπου. Μόνο
μέσα απ’ αυτήν τη μεταμόρφωση θα μπορούσε να αναδυθεί μια «νέα» κοινωνία…» .
7) ) Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στα τελευταία γεγονότα που ακολούθησαν
μετά τη δολοφονία του 16χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου από ειδικό φρουρό, το Δεκέμβρη
του 2008, παρουσιάστηκε αυτό που ονομάσαμε «επαναστατική βόλτα» ιδιαιτέρα τα
βράδια της Παρασκευής οι επισκέψεις από κατάληψη σε κατάληψη και οι βολταδόροι
ήταν περισσότεροι από τους καταληψίες. Οπότε, με βάση τον κόσμο που ερχόταν στις
συνελεύσεις μπαίνανε προτάσεις για πολλές εξωστρεφείς δράσεις. Αλλά δεν γινόταν
σχεδόν τίποτα και αντί οι καταλήψεις να είναι ορμητήριο προς τα έξω, έγινε το αντίθετο.
Αφήστε που οι καταλήψεις αυτές δεν επιδίωξαν ούτε καν ένα μίνιμουμ μέτωπο δράσης
μεταξύ τους, αλλά ανταγωνιζόταν η μια την άλλη όσον αφορά την επαναστατικότητα τους.

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ (μέρος 2ο)

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ
Του Γιώργου Μεριζιώτη
I. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ 1
Η οικειότητα και η τυπικότητα

42

Παρά το γεγονός ότι συχνά υπάρχει μια επισημότητα - τυπικότητα στη διεξαγωγή των
δημόσιων συνευρέσεων (συγκεντρώσεων, εκδηλώσεων, συναθροίσεων, συνελεύσεων,
κλπ), σπάνια υπάρχει μια «επισημότητα» στη συμπεριφορά των ανθρώπων που τις
παρακολουθούν, συμμετέχουν ή τις οργανώνουν, ενώ πολλές φορές οι νεόφερτοι πρέπει
να κολυμπούν ή να βουλιάζουν στο αρχιπέλαγος των κοινωνικών διαπροσωπικών επαφών
(η τελετουργική οικειότητα πολλών δημοσίων γεγονότων πρέπει σίγουρα να αναλυθεί
περισσότερο). Απλά γυρίζοντας τον κύκλο και επιτρέποντας στον καθένα/καθεμιά τις
συστάσεις να πει ποιος/ποια είναι ή προσφωνώντας τους «σύντροφε» ή «συντρόφισσα»,
δεν καθιστά τα γεγονότα αυτά περισσότερο κοινωνικά. Οι συστάσεις στην αρχή της
μάζωξης ξεχνιούνται εύκολα και το «σύντροφος», μπορεί επίσης εύκολα να εκφράσει
φιλικότητα όπως και εχθρότητα, μ' ένα ειρωνικό τρόπο όσο και κυνικότητα.
Το είδος της ζεστασιάς και οικειότητας που δημιουργείται στους αντισυστημικούς
επαναστατικούς κύκλους έχει κάνει πολλά για να υπερνικήσει την αδιαφορία της
παραδοσιακής εξουσιαστικής πολιτικής για τα άτομα. Πολλά μπορούν να μαθευτούν από
αυτήν την εμπειρία. Αλλά η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της
κοινωνικότητας δεν αρκεί και εμπεριέχει τους δικούς της κινδύνους, αν η οικειότητα γίνει
θρησκεία μπορεί να είναι τόσο επιβλαβής στην πραγματική κοινωνικότητα, όσο και η παλιά
κομφορμιστική βικτοριανή η γιαπωνέζικη τελετουργία των επισκέψεων.
Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για διαφορετικά είδη προσωπικών σχέσεων
βασισμένα σε διαφορετικούς βαθμούς οικειότητας. Αν το άνοιγμα, η ειλικρίνεια και η
πλήρης συμμετοχή εκτιμούνται σε βάρος της επιφυλακτικότητας, της απόστασης και της
απόκρυψης, και αν τα τελευταία αυτά προσόντα τείνουν να ερμηνευτούν σαν πολιτικά
κουσούρια ή εκφράσεις ψυχολογικής ανεπάρκειας, τότε η δημόσια ζωή υποφέρει.
Η Τζο Φρήμαν έχει τονίσει στη μπροσούρα της, « Η Τυραννία της απουσίας δομής»2 ότι
στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου κάποια τελείως αδόμητη ομάδα, και ότι οι
ασυγκρότητες ομάδες έχουν μια κρυφή και ανεπίσημη δομή βασισμένη στην «ελίτ» της
φιλίας. Οι «ελίτ» αυτές αυτοστρατολογούν μέλη, αυτοδιαιωνίζονται, και τα μέλη τους
επιλέγονται πολλές φορές επειδή κατέχουν προσόντα που μπορεί να είναι άσχετα με τους
πολιτικούς σκοπούς της ομάδας. Τέτοιες ομάδες επίσης έχουν άτυπους και αδιαφανείς
κανόνες για τη λήψη των αποφάσεων. «Αυτοί που δεν γνωρίζουν τους κανόνες», λέει η
Φρήμαν, «και δεν επιλέγονται για μύηση (στην ομάδα) θα παραμείνουν μπερδεμένοι, ή θα
υποφέρουν από παρανοϊκές παραισθήσεις ότι κάτι συμβαίνει έξω από αυτούς για το
οποίο γνωρίζουν ελάχιστα». «Η Τυραννία της απουσίας δομής» είναι τόσο επίκαιρη
σήμερα, όσο και πριν 35 χρόνια γιατί η προτίμηση για ανεπισημότητα ακόμα επιβιώνει και
παρότι έχουν αλλάξει αρκετά στα κινήματα από τότε που γράφτηκε η μπροσούρα , οι
ιδέες που έχουν απλωθεί από τα κινήματα σ' όλους τους αριστερούς, αναρχικούς,
ελευθεριακούς κύκλους ελάχιστα έχουν παρακολουθήσει αυτές τις μικρές αλλαγές. «Η
Τυραννία της απουσίας δομής» αναδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις
ελευθεριακές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα απ' ότι πρέπει οδηγεί σε μη
αμεσοδημοκρατικές πρακτικές και την εμφάνιση των «ελίτ της φιλίας» και παράλληλα
δυσκολεύει, μέχρι που αποτρέπει την συμμετοχή νέων μελών.
Το να πας σε μια μάζωξη και να βρεις αγνώστους να σου συμπεριφέρονται με πολύ
οικειότητα, είναι πολλές φορές τόσο αποτρεπτικό, όσο το να πηγαίνεις σε μια
συγκέντρωση που κυριαρχείται από κανόνες και διαταγές. Οι οργανώσεις και οι
συλλογικότητες που έχουν φτιαχτεί για συγκεκριμένους πολιτικοκοινωνικούς σκοπούς
πρέπει να αυτοδιευθύνονται σαν δημόσια και όχι σαν ιδιωτικά σώματα. Αν η οικειότητα
και η ανεπισημότητα ξεπερνούν ένα ορισμένο βαθμό, δημιουργούν ιδιωτικές λέσχες.

43

Συμμετέχουμε σε οργανώσεις όχι μόνο για να επιτύχουμε ένα συγκεκριμένο σκοπό, αλλά
είναι και ανθρώπινο να πιάσουμε και φιλίες. Στη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων δε
θα έπρεπε να υπάρχουν διαμάχες, αλλά αυτές αναδύονται. Όμως το ζήτημα είναι πώς
αυτές διευθετούνται χωρίς τον κίνδυνο η συλλογικότητα να ολισθήσει σε εικοτολογία και
προσωποπαγές κλειστό σχήμα.
Ο Μάρσαλ Κόλμαν γράφει σχετικά: 3
«… Κάποτε δούλευα σ' ένα μικρό κέντρο κοινωνικής δράσης στο Λονδίνο. Υπήρχαν, ακόμα
και σ' αυτή τη μικρή οργάνωση, φασαρίες και μερικοί τα βρίσκανε καλύτερα μεταξύ τους
από ότι με τους άλλους. Μιας και όλοι ήταν εκεί κύρια για να κάνουν κάποια δουλειά, το
γεγονός ότι σε μερικούς δεν άρεσαν οι άλλοι δεν είχε καθόλου σημασία. Μερικοί όμως
ψάχνονταν διαφορετικά. Θεωρούσαν (όχι όλοι) ότι θα έπρεπε να είναι ανοιχτοί μεταξύ
τους για τα συναισθήματα τους και δεν θα έπρεπε να καλύπτουν τις εχθρότητες που
παραμόνευαν κάτω απ' την επιφάνεια. Ουσιαστικά ζητούσαν να είναι περισσότερο οικείοι
μεταξύ τους και λιγότερο τυπικοί. Τους επηρέασαν όλους να συμμετέχουν σε μακρές
συναντήσεις στις οποίες όλα θα τα έβγαζαν στη φόρα. Οι συναντήσεις αυτές ήταν
καταστροφικές. Δεν ήταν δυνατόν να θεραπευτούν οι διαφορές γιατί ήταν βασισμένες σε
διαφορές προσωπικότητας. Αυτοί που τα περνούσαν ιδιαίτερα άσχημα με τους άλλους,
ποτέ δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι μαζί τους έξω απ' τη δουλειά του κέντρου. Η σχέση
τους δεν ήταν στενή και έτσι δεν ήταν σωστό να προσπαθήσουν να ξεδιαλύνουν τις
διαφορές τους με «φιλικές» συναντήσεις. Αυτό που τελικά συνέβη είναι ότι οι πικρίες
βάθυναν και υπέφερε η δουλειά της οργάνωσης. Η πίεση για οικειότητα ήταν μια
προσπάθεια δημιουργίας αυτού που η Σήλα Ροουμπόθομ ονόμασε «Αναγκαστική
Ομοφωνία». Εκεί όπου η οικειότητα είναι ακατάλληλη, οπωσδήποτε θα είναι
αναγκαστική…».4
Η οικειότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν τρόπος κυριαρχίας στους άλλους, ενώ
οτιδήποτε διαφοροποιεί τις προσωπικές μας σχέσεις πρέπει να ενθαρρύνεται. Αλλά
μάλλον στις στενές σχέσεις γενικά, έχει δοθεί υπέρμετρο βάρος σε σχέση με το σύνολο των
διαπροσωπικών σχέσεων.
«Παραχωρώντας τόσο μεγάλο ρόλο στην οικειότητα συνεχίζουμε την ίδια διαδικασία που
έχει νεκρώσει τη δημόσια ζωή. Οι στενές σχέσεις καταναλώνουν πολύ προσωπική ενέργεια
και υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των στενών σχέσεων που μπορούμε να βαστάξουμε. Το
στρες στη οικειότητα εμπνέεται απ' την επιθυμία να φέρουμε ίδιους ανθρώπους κοντά και
να τους κάνουμε πιο φιλικούς μέσα σε ένα όλο και πιο κλειστό κύκλο. Αν οι μόνες δυνατές
σχέσεις είναι οι στενές, αν καταναλώσουμε όλη μας την ενέργεια σ' αυτές, οι ευρύτερες
σχέσεις θα υποφέρουν και η δημόσια ζωή θα ατροφήσει. Χρειαζόμαστε οικειότητα, αλλά
αν επιμένουμε να κάνουμε όλες τις σχέσεις στενές τότε θα πρέπει να υποφέρουμε από τη
δημόσια αδιαφορία, το κενό βλέμμα στο σιδηροδρομικό βαγόνι, τη δημόσια σιωπή».
Ένα πράγμα που απαιτεί η οικειότητα είναι η ειλικρίνεια. Ζούμε μια ανειλικρινή εποχή
και αν κάποιος είναι ειλικρινής συγχωρούμε πολλά ελαττώματά του. Π. χ. δείτε τι γίνεται
με τους επαγγελματίες πολιτικούς, ένας πολιτικός μπορεί να είναι ανίκανος, ηλίθιος και
απληροφόρητος, αλλά ο κόσμος λέει: «τουλάχιστον είναι ειλικρινής». Νομίζουμε ότι είναι
καλύτερο να είσαι ειλικρινής συνέχεια. Ωστόσο μερικές φορές είναι καλύτερο να είσαι
λιγότερο ειλικρινής,5 (εννοείται, φυσικά, όχι ψεύτης) ιδιαίτερα στις μη στενές σχέσεις, που
μπορεί να κατανικηθούν από την υπερβολική ειλικρίνεια. 'Όταν ρωτάς μια γνωριμία σου
πως είναι, δε θέλεις απαραίτητα να ξέρεις όλα όσα αισθάνεται εκείνη τη στιγμή. Αν

44

πρόκειται να αναπτυχθεί η δημόσια ζωή, οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικά ευγενικοί
μεταξύ τους. Αλλά το να είσαι ευγενικός αποκλείει την τέλεια ειλικρίνεια.
Οι σχέσεις μεταξύ αγνώστων δεν μπορούν να διεξαχθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι σχέσεις
μεταξύ οικείων. Αν δεν υπάρχει καμιά απόκρυψη στη σχέση μεταξύ αγνώστων, τότε αυτές
είναι στενόχωρες και τυπικές, γιατί όλοι ψάχνουν να πουν το σωστό, ή στενάχωρα στενές,
όπως οι εκμυστηρεύσεις ενός πιωμένου.
Η έλλειψη πραγματικής κοινωνικότητας στη σύγχρονη δημόσια καπιταλιστική ζωή δείχνει
τις αδυναμίες των λύσεων. Η ανωνυμία της ζωής στην πόλη ενθαρρύνει τους ανθρώπους
να καλυτερεύουν ή να χειροτερεύουν την ποιότητα των προσωπικών σχέσεων τους.
Οι κολεκτίβες που είχαν - έχουν δημιουργηθεί για συγκεκριμένες δουλειές, οι καταλήψεις
και πολλές φορές τα στέκια – κοινωνικά κέντρα αν και έχουν επιτύχει πολλά, δεν
δημιούργησαν μια αληθινή δημόσια κοινωνικότητα, μια δημόσια σφαίρα, και
μετατρέπονται (όχι όλες) λίγο πολύ σε ιδιωτική σφαίρα. Γράφει ο Μάρσαλ Κόλμαν:
«Ακόμα και τα αυστηρά κοινόβια που αρνούνται κάθε τι το ιδιωτικό στα μέλη τους,
(άκουσα για ένα τέτοιο κοινόβιο που έβγαλε όλες τις πόρτες απ' το σπίτι) αγγίζουν μόνο
αυτούς που ζουν μέσα.
Το προσωπικό - πολιτικό δεν θα πρέπει να περιορισθεί στις ιδιωτικές σχέσεις μιας
μειονότητας, αλλά θα πρέπει οι συλλογικότητες να ενδιαφέρονται για το πώς οι στενές
προσωπικές σχέσεις, εκτός από προσωπικές να οδηγούν στην αμοιβαιότητα, την
κοινωνικότητα και τη δημόσια ζωή. Αν δεν το κάνουν αυτό, τότε απλά θα δίνουν όλο και
μεγαλύτερη προσοχή και χώρο στις ιδιωτικές σχέσεις όλο και λιγότερων ανθρώπων. Έτσι,
μετακινούνται από το κέντρο της πολιτικής- κοινωνικής ζωής στο περιθώριο». Στο τέλος ή
που καταντάνε λατρεία των «ελάχιστων εκλεκτών», ή που διαλύονται.
Μέχρι την πρώτη μεταπολεμική γενιά, αυτή των πατεράδων μας, διατηρούνταν μια
σχέση ισορροπίας μεταξύ της τυπικότητας (ευγένειας) και της ζεστής οικειότητας. Κάποτε
οι επαναστάτες και οι εργάτες πήγαιναν με τα καλά τους ρούχα στις συνελεύσεις και τις
θεωρούσαν τόσο σημαντικές, που η διαγραφή τους από αυτές ήταν μια από τις
μεγαλύτερες ποινές (άλλα ήθη, θα μας πείτε). Σήμερα έχουμε μεταφέρει το μπαράκι στη
συνέλευση! Αφήστε που ο ήχος από τα κινητά τηλέφωνα έρχεται να κλέψει τον
συνελευσιακό χρόνο και η μη συμμετοχή σε αυτές είναι που εκβιάζει την έννοια της
συλλογικότητας. Αν όντως μεταφέρουμε τις χαλαρές μας σχέσεις στο δημόσιο χώρο που
λέγεται συνέλευση, τότε είτε κάνουμε όλη την ζωή μας σχολαστική διαδικασία είτε
εκχυδαΐζουμε τις συλλογικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αν συμβαίνουν τα
προηγούμενα, τότε επιβεβαιώνουμε το κύριο επιχείρημα των αφεντικών για την
ιδιώτευση-ιδιωτεία: «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο οικογένειες και κράτος»!
Η συνέλευση δεν είναι κουβεντούλα. Πολλοί συγχέουν τη συνέλευση μιας
συλλογικότητας ή τις συνελεύσεις των αναρχικών με το βήμα της Πνύκας ή μια συζήτηση
στο Central Park του Λονδίνου.
Η συνέλευση είναι ο ζωτικός δημόσιος χώρος κάθε αναρχικής, αντιεξουσιαστικής,
ελευθεριακής συσσωμάτωσης. Χωρίς αυτήν, παύει να ισχύει όχι μόνο η έννοια της
συναποφάσισης – συνδιαμόρφωσης, αλλά και η έννοια της συλλογικότητας. Συνέλευση και
συλλογικότητα είναι τόσο αναπόσπαστες η μια από την άλλη, όπως η χελώνα με το
καβούκι της. Η μορφή της συνέλευσης αλλά και ο τρόπος που παίρνονται οι αποφάσεις
αντανακλά και την αντίληψη περί άμεσης, δηλαδή πρόσωπο με πρόσωπο,
δημοκρατικότητας μιας συλλογικότητας.

45

Σημειώσεις:
1) Αυτές οι σκέψης αποτελούν αποσπάσματα μις συνολικότερης εργασίας που δεν έχει

ολοκληρωθεί ακόμα με τον τίτλο ,“Κυριαρχία - ιεραρχία και οι δρόμοι της ελευθερίας”,
(δημόσια και ιδιωτική σφαίρα συγκροτήσεων)
2) Πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Η Τυραννία της απουσίας δομής», Κίνγκστον ΗΠΑ,
από την Ένωση Αναρχικών Εργατών το 1975. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε το 1984, στο
περιοδικό «Κείμενα», ενώ με τον τίτλο «Οι ομάδες χωρίς δομή και τα όρια τους»,
δημοσιεύτηκε από την Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά στην μπροσούρα «Το Ζήτημα της
Οργάνωσης», το 2006, υπάρχει και εδώ:
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=927351

3) Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από την μελέτη του Μάρσαλ Κόλμαν, «Πολιτική και
Προσωπική Ζωή», εκδόσεις «Κομμούνα».
4) Βλέπε: «Πέρα από τον κατακερματισμό», των Σήλα Ροουμπόθαμ, Λην Σήγκαλ και Χίλαρι
Γουαινράιτ, εκδόσεις «Θεωρία».
5) Με κάποιες λέξεις μπορεί να παρεξηγηθούμε, θα θέλαμε να δείτε το όλο νόημα του
κειμένου, γιατί πολλές φορές η γλώσσα είναι περιοριστική και δεν φτάνει για να
περιγράψει μια κατάσταση αφήνοντας διφορούμενες εντυπώσεις.

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ (μέρος 3ο)
Αρχές της αμεσοδημοκρατικής δομής
Του Γιώργου Μεριζιώτη

Το αξιακό μας περιβάλλον (*)

Από τη στιγμή που ένα μέρος του κινήματός μας παύει να είναι κολλημένο επίμονα
στην ιδεολογία της αδιαρθρωσίας, της μερικότητας, της αποσπασματικότητας και του
ατομιστικού αφορμαλισμού θα είναι έτοιμο και ώριμο να αναπτύξει εκείνες τις μορφές
οργάνωσης που θα ταιριάζουν καλύτερα στην αναρχική, ελευθεριακή λειτουργία του.
Δυστυχώς, στην εποχή του μη αυτονόητου και της σύγχυσης, είμαστε υποχρεωμένοι να
μιλάμε για την «κοινωνική αναρχία», λες και δεν είναι. Εδώ χρειάζεται να διευκρινίσουμε
κάτι. Εμείς θεωρούμε την άμεση δημοκρατία σαν ιδιοσυστατικό της αναρχίας, αλλά ακόμη
και η περιεκτική είναι πιο κοντά με τις αναρχικές, ελευθεριακές αρχές με την έννοια της

46

Μπακουνικής κληρονομιάς, παρά με αυτό το νιχιλικό, στιρνερικό συνοθύλευμα αρνητικών
θελήσεων που θέλει να αποκαλείται τυχοδιωκτικά αναρχικό. Η άμεση δημοκρατία είναι το
οξυγόνο και η γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση1, το καύσιμο της αναρχίας, ενώ οι
οργανώσεις, συλλογικότητες και λοιπές συσσωματώσεις μας πρέπει να είναι οχήματα
προς την ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία.
Οι οργανώσεις μας είναι συλλογικές οντότητες - ζωτικότητες και προπάντων
αντιθεσμίσεις - αυτοθεσμίσεις στις οποίες η αναρχία σαν κοινωνική δυνατότητα βιώνεται
προς τα μέσα και επιβεβαιώνεται προς τα έξω (όσο γίνεται) σε μικρογραφία, γι΄ αυτό δεν
πρέπει να συγχέουμε την αναρχική οργάνωση ούτε με την παρέα (παρεϊσμός) ούτε με τον
λειτουργισμό. Οι οργανώσεις μας, δεν είναι λειτουργικά εργαλεία σαν των εξουσιαστών
όπου ένα πεφωτισμένο διευθυντήριο τις χρησιμοποιεί για να καταλάβει την κυβερνητική
εξουσία και το κράτος.
Μερικές από τις «παραδοσιακές» παλιές τεχνικές θα αποδειχτούν χρήσιμες αν και όχι
τέλειες. Άλλες πάλι θα μας βοηθήσουν να δούμε τι δεν πρέπει να κάνουμε για να
φτάσουμε σ' ορισμένους στόχους με τις λιγότερες «θυσίες» για τα άτομα και το κίνημα,
επιπλέον θα μπορέσουμε να αποφύγουμε την αναπαραγωγή στην εσωτερική μας
συγκρότηση αλλοτριωμένων συμπεριφορών και τάσεων του κυρίαρχου συστήματος,
δηλαδή του καπιταλισμού.
Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια
εξάλειψης μιας σημαντικής αντίφασης που υφίσταται εντός του κινήματος και που για
μας τους αναρχικούς, παίρνει πολλές φορές οριακές διαστάσεις.
Το δέον είναι, εφόσον την αναγνωρίζουμε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια
για την άρση της. Το μη δέον είναι το να την αγνοούμε, αλλά και όταν παραδεχόμαστε την
ύπαρξη της να μην είμαστε διατεθειμένοι να πράξουμε για την υπέρβασή της.
Ενώ κατανοούμε ότι κουβαλάμε συνήθειες και αντιλήψεις του κόσμου που ζούμε (αλλά
και θέλουμε να αλλάξουμε), γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ατομικές και συλλογικές
ανεπάρκειες (κανείς τέλειος, όχι με την θρησκευτική έννοια ούτε με την φιλοσοφική
τελεολογία), πολλές φορές αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο στο εσωτερικό μας, στις
μεταξύ μας σχέσεις. Αυτό καταντάει την αναρχία αναξιόπιστη και χιμαιρική
επιβεβαιώνοντας αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατες οι κοινωνικές σχέσεις των
ανθρώπων χωρίς ιεραρχία και κυριαρχία.
Το μη δέον είναι, ότι ξέροντας πως από το κέλυφος της παλιάς κοινωνίας θα γεννηθεί η
νέα, εντούτοις δε βρίσκουμε εκείνες τις διαδικασίες και τα συλλογικά εκείνα εργαλεία για
να αποτρέπουμε την αναπαραγωγή αυτών των παλιών συνηθειών στις μεταξύ μας σχέσεις
(ιδιαίτερα όταν οι παλιές συνήθειες αναπαράγονται με την μορφή της «άτυπης ιεραρχίας»
και των διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων που είναι δύσκολο λόγω του ότι είναι «αόρατα»
να ελεγχθούν και να εξαλειφθούν).
Το δέον είναι, το να παλεύουμε να ξεπεραστεί, όσο είναι δυνατόν, η συνείδηση της
ιεραρχίας-κυριαρχίας και των διακρίσεων-προνομίων μεταξύ των ανθρώπων (ιδιαίτερα
στον τρόπο που παίρνουμε και υλοποιούμε τις συλλογικές μας αποφάσεις) και το να μη
φοβόμαστε να πειραματιστούμε με νέες πρακτικές, ενάντια στη δύναμη της συνήθειας που
παράγει συντηρητισμό.

47

Θα αφήσουμε κατά μέρος τους ισχυρισμούς ότι «οποιαδήποτε οργάνωση οδηγεί
αναπόφευκτα στην ολιγαρχία» (αυτή είναι μια κατάσταση που ταιριάζει καλύτερα στη ζωή
της αρκούδας). Στην ανθρώπινη διάσταση δε χρειάζεται να αποδεικνύουμε το
αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας, στη μοναξιά δεν
τίθεται ζήτημα ισότητας. Όσο εμείς οι αναρχικοί δεν προτείνουμε μια άλλη εφικτή
οργάνωση της κοινωνίας (όχι με την μορφή του σχεδιασμού αλλά με την μορφή της
υπέρβασης του υπάρχοντος), όσο εμείς οι αναρχικοί δεν διάγουμε ένα βίο όσο το δυνατόν
κοντά στις αρχές μας, αλλά και με το παράδειγμα μας σαν στάση ζωής (άλλωστε για να
αλλάξουμε τον κόσμο χρειάζεται πρώτα να αλλάξουμε τους εαυτούς μας) τόσο θα
διαιωνίζεται στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων της σημερινής
εποχής 2, ο ιστορικός ρόλος της οργάνωσης του καπιταλισμού, το σύγχρονο εθνικό ή
διεθνοποιημένο κράτος, η ιεραρχία και η κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα που απορρέουν από
αυτό.
Ας έρθουμε τώρα σε ένα άλλο ζήτημα όχι δευτερευούσης σημασίας, την κοινωνική
απεύθυνση, το πώς παρουσιαζόμαστε, το «προς τα έξω» στην επαφή μας με τις
σωστά
καταπιεσμένες - εκμεταλλευόμενες τάξεις της σημερινής εποχής (ενώ
καταδικάζουμε τη πολιτική διαμεσολάβηση). Θέλει προσοχή για να μην μεταβληθεί - εκ
των περιστάσεων - ο αγώνας μας και οι δράσεις μας ως η διαμεσολάβηση του κοινωνικού
αγώνα. Επιλέγοντας να μιλάμε πάντα σε πρώτο πρόσωπο στην απεύθυνση μας προς στους
εξουσιαζόμενους – εκμεταλλευόμενους, δηλαδή σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα
κοινωνία, είμαστε πρώτα και κύρια εμείς οι ίδιοι εκμεταλλευόμενοι – εξουσιαζόμενοι,
γι΄αυτό δεν είμαστε «πεφωτισμένες» πρωτοπορίες, ενώ είναι έξω από τον αξιακό μας
κόσμο το «όποιος δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερος θα αναγκαστεί να ζήσει ελεύθερος». Με
λίγα λόγια ή θα απαλλαγούμε όλοι μαζί από την μιζέρια της οικονομικής εκμετάλλευσης,
την εξουσία και τη λεηλασία της φύσης ή που δε θα απαλλαγούμε. Παραφράζοντας το
παλιό σύνθημα «Η χειραφέτηση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των
εργατών», που ήταν, είναι και θα είναι σύνθημα μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε το ότι η «Η
χειραφέτηση της κοινωνίας πρέπει να είναι έργο της ίδιας της κοινωνίας». Το πώς και
πότε θα συμβεί αυτή η χειραφέτηση είναι ένα «στοίχημα» που τίθεται από την εκάστοτε
γενιά επαναστατών εδώ και πάνω από διακόσια χρόνια.
Κάνοντας μια φανταστική υπόθεση: Αν αύριο ξέσπαγε μια επανάσταση και δεν είχε
διαμορφωθεί μια αρκετά διευρυμένη μετα-κρατική, μετα-ιεραρχική, μετα-καπιταλιστική
προταγματική συνείδηση, ένας υπολογίσιμος συσχετισμός δύναμης, πάλι κράτος, ιεραρχία
και καπιταλισμός θα δημιουργηθεί..(αυτό μην εξηγηθεί ως εναντίωση στην αντίσταση ή
στην εξέγερση).
Ο σύντροφος Α. Πάπι γράφει σχετικά: «Οι εξεγέρσεις και οι διάφορες μορφές της
επανάστασης με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δική μας ιδιαιτερότητα, δεν είναι αυτό που
μας διακρίνει. Οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων, των ισλαμιστών, μέχρι
και των φασιστών, εφόσον καταπιέζονται και εμποδίζονται να εκφραστούν, τείνουν να
εξεγείρονται, προκειμένου ν’ απελευθερωθούν απ’ ότι τους καταπιέζει.
Αλλά η εξέγερση τους και, εφόσον υπάρξει, η επανάστασή τους, έχουν μια γεύση καθ΄όλα
διαφορετική από τη δική μας. Αναμφιβόλως αντίθετη. Αυτοί, με ιδεολογικές αιτιολογήσεις
και ιδανικά διαφορετικά μεταξύ τους, θέλουν την εγκαθίδρυση μιας νέας ισχυρής
εξουσίας, απόλυτης, ολοκληρωτικής και θεοκρατικής. Εξεγείρονται απέναντι στην

48

υπάρχουσα εξουσία επειδή θέλουν να μπουν στη θέση της και να κυριαρχήσουν πάνω
στους ανθρώπους.
Εμείς, όταν καταφέρουμε να εξεγερθούμε, αντιθέτως, θα θέλουμε να γκρεμίσουμε όχι
μόνο την υπάρχουσα εξουσία, αλλά και κάθε άλλη μορφή κυριαρχίας, γιατί θέλουμε να
οικοδομήσουμε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην απουσία ιεραρχίας και κυρίαρχης
εξουσίας. Δεν παρουσιαζόμαστε ως εκ τούτου σαν εξεγερτικοί, αλλά κυρίως ως φανατικοί
εραστές της ελευθερίας, όλης της δυνατής ελευθερίας, της αυτο-κυβέρνησης, της θέλησης
να μην μας κυβερνούν από τα πάνω και να ζούμε και να συμβιώνουμε με τους άλλους
χωρίς βίαιη επιβολή, με αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα και τη μέγιστη συναινετική
συμφωνία…»
Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη θέση βάσει της όποιας μόνον
ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να
χρησιμοποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή κομουνιστική
κοινωνία. Αυτή είναι και ή σημασία της άποψης του Μπακούνιν (ή όποια θεωρήθηκε σαν
ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε ότι «η ελευθερία
μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το
αναρχικό – αντιεξουσιαστικό κίνημα πρέπει να είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας,
ή οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς».
Ή νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς
κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από μία επαναστατική ελίτ. (κάτοχο του μυστικού της φύσης
του επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι
διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής
κοινωνίας.
Οι επαναστατικές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της
αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης και της ελεύθερης
δραστηριότητας. Ή νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγετε νέα πρέπει να
δημιουργηθεί όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία
νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών σχέσεων. Ένα ακόμα ζήτημα υπαρξιακής φύσης είναι
η ταύτιση που γίνεται -αν και είναι ανθρώπινο και κατανοητό- όταν συνδέουμε τον
ατομικό βιολογικό μας κύκλο με την ελευθεριακή, κοινωνική προοπτική. Είναι ότι αύριο
θέλουμε να γίνει η αναρχία. Απογοητεύονται σύντομα και πολλοί σταματούν την ενεργό
δράση λόγω ανυπομονησίας. Δεν καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ο τοίχος της κοινωνικής
αδράνειας και κύρια του φόβου. Αν πέσουμε επάνω του με 150 χιλιόμετρα είναι σίγουρο
πως θα γίνουμε χαλκομανία. Ενώ μπορούμε με το καλέμι σιγά να τον υποσκάπτουμε για
να πέσει. Οι αναρχικοί μόνο έτσι μπορούν να δράσουν. Δηλαδή, σαν συνεργεία
κατεδάφισης αυτού του τοίχου, σαν ωθητήρες αντίστασης και ανατροπής. Μπορούμε να
δρούμε ενώ παράλληλα να δημιουργούμε ανθρώπινες συσσωματώσεις (συλλογικότητες),
κύρια ζωτικού και βιοτικού χαρακτήρα και όχι μόνο λειτουργικoύ. Το ιδανικότερο είναι
όσο προσπαθούμε και αγωνιζόμαστε για την κοινωνική επανάσταση μέσα από εξεγερτικές
φάσεις να δημιουργούμε και να ζούμε την αντικοινωνία μας, όχι σαν εσώκλειστοι
καλόγεροι, και βέβαια ανεξάρτητα από το πότε θα γίνει αυτή η επανάσταση3.

49

Σήμερα, οι περισσότερες συλλογικότητες αποτελούμενες από νεαρούς συντρόφους -αυτό
δεν είναι κατ΄ ανάγκη περιοριστικό- είναι σαν τον άνεμο. Σήμερα υπάρχουν, αύριο όχι. Έτσι
όμως, δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά αποτελεσματικός ο κοινωνικός απελευθερωτικός
αγώνας, ο οποίος προϋποθέτει συνέχεια, συνέπεια, επιμονή, υπομονή και προπάντων
οραματικό πρόταγμα. Αλλά, ακόμα και όταν δημιουργείται μια αντιεξουσιαστικη
συλλογικότητα, όσο μικρή και ασήμαντη και αν φαίνεται, όσο βραχύβια και να είναι, για
μας είναι ένα σπουδαίο γεγονός αφού έστω και για λίγο καταφέρνουν αυτοί οι άνθρωποι
να ζήσουν, να πάρουν αποφάσεις και να δράσουν απαλλαγμένοι στο εσωτερικό τους από
τον κρετινισμό της ιεραρχίας και της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο.
Περισσότερο από όλα, θα πρέπει να πειραματιστούμε με διάφορα είδη αντί ιεραρχικής
δομής και να αναπτύξουμε μια ποικιλία τεχνικών για χρήση σε διαφορετικές περιπτώσεις,
αναγνωρίζοντας ότι χρειάζονται και νέες ιδέες για το ζήτημα της οργάνωσης. Αλλά, πριν
προχωρήσουμε στον έξυπνο πειραματισμό, είναι χρήσιμο να δεχτούμε την ιδέα πως δεν
υπάρχει κανένα έμφυτο κακό στην ίδια την έννοια της δομής - παρά μονάχα στην
υπερβολική χρήση της – είναι χρήσιμο όμως να καταλάβουμε ότι οι ομάδες και οι
διαδικασίες στις συνελεύσεις τους χρειάζεται να διέπονται από μια «αναρχική
τυπικότητα». Όχι μόνο γιατί πολλές φορές «ο τύπος κάνει την ουσία» αλλά και γιατί έτσι
αποφεύγουμε να ολισθήσουμε σε άτυπες ιεραρχίες. Δεν μπορεί να μετατρέπεται η
καθημερινή ζωή σε διαδικασία συνέλευσης γιατί έτσι χάνεται η ουσία της - εκτός του ότι
έχουμε ανάγκη και την χαλάρωση – ή από την άλλη να μετατρέπεται η συνέλευση και η
δράση σε εικοτολογία και η χαλαρότητά μας να τη μετατρέπει σε ιδιωτική κοινωνία και να
χάνουμε την δημόσια σφαίρα.
Σημειώσεις:
1) Ποιες είναι οι βασικές αρχές αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε σύντομα.
Αυτοδιεύθυνση σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την
κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή νομική
κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την
κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ανεπίσημες ενώσεις του λαού: από τα
συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις και σχέσεις που
συγκροτούν την κοινωνία.
Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες
περιλαμβανομένων των τεχνικών , των μηχανικών, των επιστημόνων, προγραμματιστών,
των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών
μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή
της κοινωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: 1) πίστη στη
δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια
αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”
ανθρώπων, 2) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση), 3)
αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού
(ομοσπονδιοποίηση).
2) Ενώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της βιομηχανικής αστικής
πρωτοσυσσώρευσης κεφαλαίου και την προβληματική της, στην πραγματικότητα όμως δεν

50

την εγκαταλείψαμε ποτέ, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προλεταριάτο, στον
εμπειρικό προσδιορισμό του, από τη μια δεν είχε εκληφθεί μόνο σαν οι χειρώνακτες
εργαζόμενοι, οι παραγωγοί, αλλά προπάντων σαν η δυνατή ελευθερία. Από την άλλη
οριζόταν αρνητικά για να τονιστεί ότι αποτελεί το αντίθετο της αστικής τάξης. Μέσα σε μια
κατάσταση όπου η μεγάλη τάση του σύγχρονου κόσμου είναι - για πρώτη φορά σε τέτοιο
μέγεθος στην ιστορία - η πολιτική πόλωση της κοινωνίας σε δύο τάξεις, η αστική τάξη έχει
στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και απολαμβάνει από αυτά, ενώ το προλεταριάτο
ούτε τα έχει στην κατοχή του, ούτε απολαμβάνει τίποτα. Προτιμούμε να λέμε «έχει στην
κατοχή της» και όχι «είναι ιδιοκτήτρια», για να κάνουμε πιο φανερό ότι η νομική
ιδιοκτησία είναι ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που μπορεί να αντικατασταθεί από ένα
άλλο. Για παράδειγμα με τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τη κομματική
- κρατική γραφειοκρατία.
Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, τα
διαπλέκει, τα εντείνει και το κυριότερο τα μεταθέτει στο χρόνο. Ούτε τα ζητήματα της
φτώχιας διευθετεί. Αυξάνει τόσο την σχετική όσο και την πραγματική φτώχια, εν μέσω
αφθονίας -εδώ να σημειώσουμε ότι είναι πράξη ελευθερίας το να επιλέξεις να ζεις λιτά,
αντίθετα όταν σου το επιβάλλουν είναι πράξη καταναγκασμού- ούτε τα νέα ζητήματα
ελευθερίας, ούτε τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται και προσπαθούν να μας
πείσουν οι ελίτ ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, τα
ζητήματα ποιότητας ζωής, και το οικολογικό - κλιματικό πρόβλημα είναι άμεσα
συνδεμένα με τα κοινωνικά και ταξικά - ζητήματα.
Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές και οι λούμπεν (τα κατώτερα
στρώματα του συστήματος), έχουν την ίδια αντιληπτική στάση, είναι διαθέσιμοι όπως και
οι εργάτες.
Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των
φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι
μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες
μπορεί να βρεθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι.
Ενάντια σε μια διαταξική αντίληψη στιρνερικού δεξιόστροφου λόγου που αναπαράγεται
τον τελευταίο καιρό στον ελλαδικό αναρχικό χώρο, εμείς προτείνουμε το παρακάτω
περίγραμμα που λίγο ως πολύ ισχύει και για την ελληνική κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι στις σημερινές συνθήκες δε χρειάζεται μια νέα πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των
κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, όπου εννοείτε ότι μέσα σε αυτές
ζούμε και αγωνιζόμαστε.
Άλλωστε κάνοντας μια κοινωνική χαρτογράφηση του αναρχικού κινήματος τη χώρα μας
θα δούμε ότι σε μικρογραφία από αυτές τις τάξις και υπό κατηγορίες αντλούν
διαθεσιμότητα οι αναρχικές ιδέες.
Η διαφορά εμάς των δρώντων αναρχικών με την υπόλοιπη καταπιεσμένη κοινωνία
(δηλαδή πάνω από το 80 τις εκατό του πληθυσμού), έγκειται στο ότι εμείς βρισκόμαστε σε
άλλους χρόνους εξεγερτικούς- επαναστατικούς ενώ αυτή όχι. Ένα μεγάλο μέρος του
αγώνας μάς επικεντρώνεται και πρέπει στον σιν- χρονισμό με την καταπιεσμένη κοινωνία
όχι προς την μεριά της αδράνειας αλλά προς την μεριά μας της κοινωνικής επανάστασης .
Ώμος όταν δεν συμβαίνει αυτό βρίζουμε τους καταπιεσμένους – εκμεταλλευομένους
υπεκφεύγοντας και παρακάμπτοντας την δική μας ευθύνη και αδυναμία να προτείνουμε
κοινωνικά προγράμματα και συνεκτικές κοινωνικές δομές, έτσι ανυψωνόμαστε πάνω από
την τάξη μας αποκτώντας μια ελιτίστικη αριστοκρατική νοοτροπία. Είμαστε
κατηγορηματικά αντίθετη με αυτή την νοοτροπία, είμαστε σάρκα από την σάρκα αυτής της

51

καταπιεσμένης εκμεταλλευομένης κοινωνίας και ότι πάθη αυτή θα πάθουμε και εμείς,
κλίνοντας θα αναφερθούμε σε μια σοφή ρύση ενός συντρόφου και ο νοών νοείτω, « Πιο
εύκολα πεθαίνεις για της ιδέες σου παρά ζώντας με αυτές ! » .
3) Ο Αλμπέρ Καμί γράφει: «… Από το κίνημα εξέγερσης γεννιέται, έστω και συγκεχυμένα η
συνειδητοποίηση: Η αντίληψη που ξεπροβάλλει ξαφνικά πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχει
κάτι με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ταυτιστεί έστω και προσωρινά. Μέχρι τώρα αυτός
ο συνταυτισμός δεν είχε γίνει αντιληπτός. Ο δούλος άντεχε όλες τις υπερβολικά άδικες
πράξεις πριν την εξέγερση. Συχνά μάλιστα είχε δεχτεί χωρίς να αντιδράσει διαταγές πιο
καταπιεστικές από εκείνη που προκάλεσε την άρνησή του. Έκανε υπομονή απωθώντας τες
ίσως μέσα του αλλά μια και σώπαινε συνέχισε να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για τα
άμεσα συμφέροντα του παρά για τη συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων του.
Χάνοντας την υπομονή του, με την ανυπομονησία μπορεί να αρχίσει ένα κίνημα που
μπορεί να επεκταθεί σε κάθε τι που αποδεχόταν μέχρι τότε. Αυτή η ορμή δρα σχεδόν
πάντα αναδρομικά. Ο σκλάβος τη στιγμή που απορρίπτει την ταπεινωτική διαταγή του
αφέντη του απορρίπτει και την ίδια την ιδιότητα του σκλάβου. Το κίνημα εξέγερσης τον
οδηγεί πιο πέρα από την απλή άρνηση. Ξεπερνά ακόμη και το όριο που έθετε στον
αντίπαλό του ζητώντας τώρα να τον μεταχειρίζονται ως ίσο …». Αλμπέρ Καμύ, «Ο
επαναστατημένος άνθρωπος».
*) Κάποια από τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την μπροσούρα της πρωτοβουλίας
για τον κοινωνικό αναρχισμό “Κόσμος” , “Οργάνωση και αγώνας για τη αναρχία” και
βρίσκεται εδώ σε μορφή pdf:
http://athens.indymedia.org/local/webcast/uploads/organwsi_kai_agwnas_gia_tin_anarhia
9ou96v.pdf

52

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful