ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Α' ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ
Στην πρώτη κλίση ανήκουν :
Αρσενικά ασυναίρετα σε -ας και -ης : ὁ ταμίας / ὁ μαθητής
Αρσενικά συνηρημένα σε -ῆς : ὁ Ἑρμῆς
Θηλυκά ασυναίρετα σε -α και -η : ἡ χώρα / ἡ τιμή
Θηλυκά συνηρημένα σε -α και -η : ἡ μνᾶ / ἡ συκῆ

ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ
ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

 
ΑΡΣΕΝΙΚΟ

ΘΗΛΥΚΟ

ΑΡΣΕΝΙΚΟ/ΘΗΛΥΚΟ

ας, ης
ου, ου
ᾳ, ῃ
αν, ην
α, ᾰ/η

α, η
ας/ης, ης
ᾳ/ῃ, ῃ
αν, ην
α, η

αι
ων
αις
ας
αι

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ
Έχουν τις καταλήξεις των ασυναίρετων(εκτός των σε -ας-αρσενικών).Τονίζονται στη λήγουσα και σε
όλες τις πτώσεις περισπώνται.Εξαίρεση: ὁ βορέας - ὁ βορρᾶς.

ΚΑΝΟΝΕΣ
Γενικοί
i. Η γενική πληθυντικού και στα αρσενικά και στα θηλυκά τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει
περισπωμένη. Εξαιρούνται και τονίζονται στην παραλήγουσα τα : αἱ αἱτησίαι —> αἱτησίων, ὁ
χρήστης —> χρήστων
ii. Η κατάληξη -ας και στα δυο γένη και στους δυο αριθμούς είναι πάντοτε "μακρόχρονη".
π.χ. τοὺς στρατιώτας, τὰς γλώσσας
Κανόνες Αρσενικών
i. έχουν τη γενική ενικού σε -ου
ii. έχουν τη κλητική ενικού σε -ᾰ και το α βραχύχρονο, όσα λήγουν σε :
της-αρχης-πώλης-τρίβης-μέτρης-ώνης-λάτρης
τα εθνικά —> π.χ. ὁ Πέρσης —> (ὦ) Πέρσα
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το όνομα "δεσπότης" στην κλητική ενικού ανεβάζει τον τόνο —> (ὦ) δέσποτα.
iii. ΄Εχουν τα δίχρονα φωνήεντα α, ι, υ:
βραχύχρονα όσα λήγουν σε:
-ῠτης ( προερχόμενα απο ρήματα π.χ. λύτης )
-ῐδης (εὐπατρίδης )

-ᾰτης (ἁμαξηλάτης )
μακρόχρονα όσα λήγουν σε:
-ῑτης ( τεχνίτης )
-ᾱδης (όσα δηλώνουν καταγωγή: Ἐλεάτης )
-ῡτης (οσα δεν προέρχονται από ρήματα π.χ. πρεσβύτης)
Κανόνες Θηλυκών σε -α:
i. όταν πριν από το - α υπάρχει φωνήεν ή ρ το - ᾱ λέγεται καθαρό και διατηρείται σ' όλες τις
πτώσεις. Το - α αυτό είναι μακρόχρονο. Εξαιρούνται και έχουν τo - α βραχύχρονο τα:
γαῖα / γραῖα
μαῖα / μυῖα / μοῖρα
πεῖρα / πρῷρα
σπεῖρα / σφαῖρα / σφῦρα
και τα προπαροξύτονα: π.χ. ἡ εὐγένεια
ii. όταν πριν από - α υπάρχει σύμφωνο, εκτός του ρ, το - ᾰ λέγεται μη καθαρό, είναι βραχύχρονο
και μετατρέπεται στη γεν. / δοτική ενικού σε - η και το - α.
Παράδειγμα:
ἡ θύελλα / τῆς θυέλλης / τῇ θυέλλη
ἡ γλῶσσα / τῆς γλώσσης / τῇ γλώσσῃ
iii. στην αιτιατική και την κλητική ενικού το - α είναι ό,τι και στην ονομαστική.
Παράδειγμα:
ἡ ἱέρειᾰ —> βραχύ —> άρα: τὴν ἱέρειᾰν / ὦ ἱέρειᾰ
ἡ σημαίᾱ —> μακρό —> άρα: τὴν σημαίαν / ὦ σημαία
iv. στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα και παίρνουν περισπωμένη.
Παράδειγμα:
τῶν θαλασσῶν
τῶν ἐνεργειῶν
τῶν σφαιρῶν

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Α΄ ΚΛΙΣΗΣ

α. ΑΡΣΕΝΙΚΩΝ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τοῦ
τῷ
τὸν
(ὦ)

ταμίας
ταμίου
ταμίᾳ
ταμίαν
ταμία

πολίτης
πολίτου
πολίτῃ
πολίτην
πολῖτα

μαθητὴς
μαθητοῦ
μαθητῇ
μαθητὴν
μαθητὰ

᾿Ατρείδης
᾿Ατρείδου
᾿Ατρείδῃ
᾿Ατρείδην
᾿Ατρείδη

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.

οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς

ταμίαι
ταμιῶν
ταμίαις
ταμίας

πολῖται
πολιτῶν
πολίταις
πολίτας

μαθηταὶ
μαθητῶν
μαθηταῖς
μαθητὰς

᾿Ατρεῖδαι
᾿Ατρειδῶν
᾿Ατρείδαις
᾿Ατρείδας

Κλητ.

(ὦ)

ταμίαι

πολῖται

᾿Ατρεῖδαι

μαθηταὶ

β. ΘΗΛΥΚΩΝ σε α —> γεν. -ας

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

σημαία
σημαίας
σημαίᾳ
σημαίαν
σημαία

γενεὰ
γενεᾶς
γενεᾷ
γενεὰν
γενεὰ

ἐνέργεια
ἐνεργείας
ἐνεργείᾳ
ἐνέργειαν
ἐνέργεια

μοῖρα
μοίρας
μοίρᾳ
μοῖραν
μοῖρα

ἐνὲργειαι
ἐνεργειῶν
ἐνεργεὶαις
ἐνεργεὶας
ἐνὲργειαι

μοῖραι
μοιρῶν
μοὶραις
μοὶρας
μοῖραι

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
(ὦ)

σημαῖαι
σημαιῶν
σημαὶαις
σημαὶας
σημείαι

γενεαὶ
γενεῶν
γενεαῖς
γενεὰς
γενεαὶ

γ. ΘΗΛΥΚΩΝ σε α —>γεν. -ης, η—>γεν. -ης

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

θύελλα
θυέλλης
θυέλλῃ
θύελλαν
θύελλα

γλῶσσα
γλώσσης
γλώσσῃ
γλῶσσαν
γλῶσσα

νίκη
νίκης
νίκῃ
νίκην
νίκη

ψυχὴ
ψυχῆς
ψυχῇ
ψυχὴν
ψυχὴ

νῖκαι
νικῶν
νίκαις
νίκας
νῖκαι

ψυχαὶ
ψυχῶν
ψυχαῖς
ψυχὰς
ψυχαὶ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
(ὦ)

θύελλαι
θυελλῶν
θυέλλαις
θυέλλας
θύελλαι

γλῶσσαι
γλωσσῶν
γλώσσαις
γλώσσας
γλῶσσαι

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Α' ΚΛΙΣΗΣ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τοῦ
τῷ
τὸν
(ὦ)

Ἑρμῆς
Ἑρμοῦ
Ἑρμῇ
Ἑρμῆν
Ἑρμῆ


τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

ἀμυγδαλῆ
ἀμυγδαλῆς
ἀμυγδαλῇ
ἀμυγδαλῆν
ἀμυγδαλῆ

μνᾶ
μνᾶς
μνᾷ
μνᾶν
μνᾶ

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.

οἱ

Ἑρμαῖ

αἱ

ἀμυγδαλαῖ

μναῖ

Δοτ.Γεν. ὁ καρπὸς ἡ νῆσος τὸ μνημεῖον . τὰ δῶρᾰ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. (ὦ) ἄνθρωπε. Όταν όμως είναι συνηρημένο έχει διπλό -ρ-: ὁ βορρᾶς. Αιτ. Οι άλλες δύο πτώσεις είναι κοινές με τα αρσενικά και θηλυκά. Αρσενικά / θηλυκά Ουδέτερα οι ων οις ους οι α ων οις α α ΚΑΝΟΝΕΣ Τα δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά είναι αρσενικά και θηλυκά σε -ος και έχουν τις ίδιες καταλήξεις σε ενικό και πληθυντικό αριθμό. Κλητ. Κλητ. Έχει δε μόνο ενικό αριθμό. Σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη — > π. Αιτ.) και στους δύο αριθμούς. Αρσενικά / θηλυκά Ουδέτερα ος ου ῳ ον ε ον ου ῳ ον ον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. Επίσης μόνο ενικό έχει το θηλυκό συνηρημένο: γῆ. τῶν τοῖς τοὺς (ὦ) Ἑρμῶν Ἑρμαῖς Ἑρμᾶς Ἑρμαῖ ἀμυγδαλῶν ἀμυγδαλαῖς ἀμυγδαλᾶς ἀμυγδαλαῖ τῶν ταῖς τὰς (ὦ) μνῶν μναῖς μνᾶς μναῖ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Τα συνηρημένα: Ἑρμὲας —> ῆς και ἀμυγδαλέα -> ῆ διατηρούν σ' όλες τις πτώσεις και μετά την συναίρεση τις καταλήξεις των ασυναίρετων. ενώ ασυναίρετο έχει ένα -ρ-: βορέας.χ.-αιτ. Αιτ. Δοτ.-κλ. Γεν. Το -α των ουδετέρων στη β΄ κλίση είναι βραχύχρονο —> π. Κλητ. Β΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ.χ. Τα ουδέτερα ασυναίρετα ουσιαστικά έχουν τρεις πτώσεις όμοιες (ον. Γεν. Δοτ. Εξαιρείται το ουσιαστικό βορὲας που έχει διπλούς τύπους και συνηρημένους και ασυναίρετους.

Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

τοῦ
τῷ
τὸν
(ὦ)

καρποῦ
καρπῷ
καρπὸν
καρπὲ

τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

νήσου
νήσῳ
νῆσον
νῆσε

τοῦ
τῷ
τὸ
(ὦ)

μνημείου
μνημείῳ
μνημεῖον
μνημεῖον

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
(ὦ)

καρποὶ
καρπῶν
καρποῖς
καρποὺς
καρποὶ

αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
(ὦ)

νῆσοι
νήσων
νήσοις
νήσους
νῆσοι

τὰ
τῶν
τοῖς
τὰ
(ὦ)

μνημεῖα
μνημείων
μνημείοις
μνημεῖα
μνημεῖα

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ
Ονομάζονται τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά που είχαν άλλο -ο ή -ε πριν το χαρακτήρα -ο- και
συναιρέθηκαν σ'όλες τις πτώσεις π.χ. ὁ πλόος -> πλοῦς, το ὀστέον - ὀστοῦν

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ους
ου

ουν
ου

ουν
ου

ουν
ουν

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

οι
ων
οις
ους
οι

α
ων
οις
α
α

ΚΑΝΟΝΕΣ

Οι καταλήξεις των συνηρημένων διαφέρουν απο των ασυναίρετων στην ονομαστική, αιτιατική
και κλητική ενικού. Στις πτώσεις αυτές το -ο- και το -ε- συναιρούνται με το χαρακτήρα -ο- —>
σε -ουΤα απλά συνηρημένα παίρνουν στη λήγουσα παντού περισπωμένη. Αν όμως είναι σύνθετα
τονίζονται στην παραλήγουσα διατηρώντας τον τονισμό της ονομαστικής ενικού —> π.χ. ὁ
ἔκπλους —> τοῦ ἔκπλου

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τοῦ
τῷ
τὸν
(ὦ)


τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

περίπλους
περίπλου
περίπλῳ
περίπλουν
περίπλου

πρόχους
πρόχου
πρόχῳ
πρόχουν
πρόχου

ὀστοῦν
ὀστοῦ
ὀστῷ
ὀστοῦν
ὀστοῦν

τὸ
τοῦ
τῷ
τὸ
(ὦ)

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
(ὦ)

περίπλοι
περίπλων
περίπλοις
περίπλους
περίπλοι

αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
(ὦ)

πρόχοι
πρόχων
πρόχοις
πρόχους
πρόχοι

ὀστᾶ
ὀστῶν
ὀστοῖς
ὀστᾶ
ὀστᾶ

τὰ
τῶν
τοῖς
τὰ
(ὦ)

ΑΤΤΙΚΗ Β΄ ΚΛΙΣΗ (ΑΤΤΙΚΟΚΛΙΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ)

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα

ως
ω

ων / ω
ως

ων
ω

ων
ων

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

Αρσενικά / θηλυκά

Ουδέτερα


ων
ῳς
ως

ω
ων
ῳς
ω
ω

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.


τῆς
τῇ
τὴν
(ὦ)

ἅλως
ἅλω
ἅλῳ
ἅλων /ω
ἅλως

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομ.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλητ.

αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
(ὦ)

ἅλῳ
ἅλων
ἅλῳς
ἅλως
ἅλῳ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
i.
ii.
iii.
iv.
v.

H κλητική ενικού είναι όμοια με την ονομαστική.
Tο -ω- υπάρχει σ' όλες τις καταλήξεις.
Yπάρχει -ῳ- όπου στα ασυναίρετα υπάρχουν καταλήξεις : -ῳ και -οι.
O τονισμός των πτώσεων ακολουθεί την ονομαστική.
Όσα τονίζονται στη λήγουσα, οξύνονται (εξαιρούνται : ἡ Κῶς, ὁ ὀρφῶς, ὁ λαγῶς).

Δικατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν δὐο μόνο καταλήξεις. μια κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό και μια για το ουδέτερο. θηλυκό και ουδέτερο). Διγενή ειναι τα επίθετα που έχουν δυο μόνο γένη το αρσενικό και το θηλυκό. ενώ η κλίση του θηλυκού γένους των δευτερόκλιτων τρικατάληκτων επιθέτων είναι ακριβώς η ίδια με αυτή των ουσιαστικών της α΄ . -η (ή –α). -ον (ουδέτερο). μια για κάθε γένος (αρσενικό. Το αρσενικό και το ουδέτερο γένος των δευτερόκλιτων επιθέτων κλίνονται όπως ακριβώς και των ουσιαστικών της β΄ κλίσης στο αντίστοιχο γένος. Τα επίθετα της β΄ κλίσης είναι δύο ειδών: α) τριγενή και τρικατάληκτα με καταλήξεις –ος. Μονοκατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν μια μόνο κατάληξη για το αρσενικό και το θηλυκό και ειναι διγενή. 2. θηλυκό και ουδέτερο). ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ 1.ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Τα επίθετα της αρχαίας ελληνικής διακρίνονται: α) ως προς τον αριθμό των γενών σε: τριγενή-διγενή Τριγενή ειναι τα επίθετα που έχουν τρία γένη (αρσενικό. β) ως πρός τον αριθμό των καταλήξεων σε: τρικατάληκτα-δικατάληκτα-μονοκατάληκτα Τρικατάληκτα ειναι τα επίθετα που έχουν τρεις διαφορετικές καταλήξεις. -ον και β) τριγενή και δικατάληκτα με καταλήξεις –ος (αρσενικό και θηλυκό).

-ε -η -α -ον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Αρσενικά Θηλυκά Ουδέτερα Ον. -οις -αις -οις Αιτ. Καταλήξεις των δευτερόκλιτων επιθέτων ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Αρσενικά Θηλυκά Ουδέτερα Ον. -ῳ -ῃ -ᾶ -ῳ Αιτ. Τα θηλυκά των δευτερόκλιτων επιθέτων διαφοροποιούνται μόνο στη γενική πληθυντικού. -ων -ῶν -ων Δοτ. -ον -ην -αν -ον Κλητ.κλίσης. -οι -αι -α Γεν. -ου -ης -ας -ου Δοτ. τα οποία τονίζονται πάντα στη λήγουσα και παίρνουν πάντα περισπωμένη. -ος -η -α -ον Γεν. όπου τονίζονται στην ίδια συλλαβή που τονίζεται και το αρσενικό και όχι όπως τα θηλυκά ουσιαστικά της α΄ κλίσης. -ους -ας -α Κλητ. -οι -αι -α . 3.

οἱ σοφοὶ αἱ σοφαὶ τὰ σοφὰ Γεν. τῶν σοφῶν τῶν σοφῶν τῶν σοφῶν Δοτ. -ον ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. (ὦ) σοφὲ (ὦ) σοφὴ (ὦ) σοφὸν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοὺς δικαίους τὰς δικαίας τὰ δίκαια Κλητ. -η. τοῖς δικαίοις ταῖς δικαίαις τοῖς δικαίοις Αιτ. τῶν δικαίων τῶν δικαίων τῶν δικαίων Δοτ. τοὺς σοφοὺς τὰς σοφὰς τὰ σοφὰ Κλητ. τοῦ δικαίου τῆς δικαίας τοῦ δικαίου Δοτ.ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Παραδείγματα α) Τρικατάληκτα με τρία γένη σε –ος. -α. τοῖς σοφοῖς ταῖς σοφαῖς τοῖς σοφοῖς Αιτ. οἱ δίκαιοι αἱ δίκαιαι τὰ δίκαια Γεν. τῷ σοφῷ τῇ σοφῇ τῷ σοφῷ Αιτ. ὁ δίκαιος ἡ δικαία τὸ δίκαιον Γεν. τὸν δίκαιον τὴν δικαίαν τὸ δίκαιον Κλητ. (ὦ) σοφοὶ (ὦ) σοφαὶ (ὦ) σοφὰ σε –ος. τοῦ σοφοῦ τῆς σοφῆς τοῦ σοφοῦ Δοτ. -ον ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τὸν σοφὸν τὴν σοφὴν τὸ σοφὸν Κλητ. ὁ σοφὸς ἡ σοφὴ τὸ σοφὸν Γεν. τῷ δικαίῳ τῇ δικαίᾳ τῷ δικαίῳ Αιτ. (ὦ) δίκαιε (ὦ) δικαία (ὦ) δίκαιον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. (ὦ) δίκαιοι (ὦ) δίκαιαι (ὦ) δίκαια ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: .

λήγει σε -η. γενναία (εκτός ἀπὸ τὸ ὄγδοος.ὁ. ἡ ἔνδοξος. ἡ ἄκαρπος. ἥσυχος.ά 2. βάσκανος. (ὦ) ἅγιοι). τῶν ἁγίων. κίβδηλος. τὸ ἄκαιρον . τὸ ἀγωγόν (=αυτός που οδηγεί. βέβηλος. βάρβαρος. τὰς ἀφθόνους τὰ ἄφθονα Κλητ. τὸ ἀξιόμαχον . ἥμερος. τῶν ἁγίων.ὁ. που φέρνει) . ἀγαθή . δόκιμος. τῷ. ὀγδόη). λάλος. τα περισσότερα από τα σύνθετα σε -ος: ὁ. γενική και κλητική του πληθυντικού τονίζεται όπου και όπως τονίζεται στις ίδιες πτώσεις το αρσενικό: ἡ ἁγία – αἱ ἅγιαι.ὁ. τὸ βοηθόν (=αυτός που βοηθεί) .ὁ. στην ονομαστική. αν πριν από την κατάληξη –ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ρ: ἅγιος. τὸ ἀθάνατον . ταῖς ἀφθόνοις τοῖς ἀφθόνοις Αιτ. ὁ. βάναυσος. (ὦ) ἅγιαι (όπως οἱ ἅγιοι. τῶν ἀφθόνων τῶν ἀφθόνων Δοτ.ὁ. ἁγία – γενναῖος. χέρσος. οἱ.ὁ. τιθασός (=εξημερωμένος. τοῖς. ἡ τύραννος. ἡ τιμωρός. ἕωλος (=παλιός). -ον ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. πιστή λήγει σε -α. τὴν ἄφθονον τὸ ἄφθονον Κλητ. β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη σε -ος.ὁ. ἡ ἄφθονος τὸ ἄφθονον Γεν. τὸ ἔνδοξον κ. τὸ τύραννον . γαμήλιος. (ὦ) ἄφθονοι (ὦ) ἄφθονα ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Από τα δευτερόκλιτα επίθετα είναι δικατάληκτα: 1.ὁ.Το θηλυκό των τρικατάληκτων επιθέτων σε -ος: 1. αἱ ἄφθονοι τὰ ἄφθονα Γεν. μερικά επίθετα σε -ος που χρησιμοποιούνται (στο αρσενικό και το θηλυκό) και ως ουσιαστικά: ὁ. τὸ τιμωρόν .πιστός. ήμερος) 3. τὸ ἄγονον . ἡ βοηθός. τοὺς. τῇ ἀφθόνῳ τῷ ἀφθόνῳ Αιτ. ἡ ἀγωγός. ἡ ἄγονος. ἡ ἄκαιρος. (ὦ) ἄφθονε (ὦ) ἄφθονον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῆς ἀφθόνου τοῦ ἀφθόνου Δοτ. ἡ ἀξιόμαχος. αν πριν από την κατάληξη –ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από το ρ: ἀγαθός. τὸ ἄκαρπον . ἡ ἀθάνατος. τοῦ. αἰφνίδιος. τὸν. ἤρεμος. 2. λάβρος. τα απλά επίθετα: αἴθριος.

ὁ (χρυσέος) χρυσοῦς ἡ (χρυσέα) χρυσῆ τὸ (χρυσοῦν) χρυσοῦν Γεν. τῷ. ἡ (εὔνοος) εὔνους τὸ (εὔνοον) εὔνουν Γεν. τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς ταῖς (χρυσέαις) χρυσαῖς τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς Αιτ. τὸν (χρύσεον) χρυσοῦν τὴν (χρυσέαν) χρυσῆν τὸ (χρύσεον) χρυσοῦν Κλητ. συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Παραδείγματα α) Τρικατάληκτα μὲ τρία γένη σε – οῦς. -οῦν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῶν (χρυσέων) χρυσῶν τῶν (χρυσέων) χρυσῶν τῶν (χρυσέων) χρυσῶν Δοτ. Τα επίθετα αυτά λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα. τὸν. τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ τῆς (χρυσέας) χρυσῆς τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ Δοτ.4. τῇ (εὐνόῳ) εὔνῳ τῷ (εὐνόῳ) εὔνῳ Αιτ. τῆς (εὐνόου) εὔνου τοῦ (εὐνόου) εὔνου Δοτ. τὴν (εὔνοον) εὔνουν τὸ (εὔνοον) εὔνουν Κλητ. τῷ (χρυσέῳ) χρυσῷ τῇ (χρυσέα) χρυσῇ τῷ (χρυσέῳ) χρυσῷ Αιτ. - ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ . ὁ. οἱ (χρύσεοι) χρυσοῖ αἱ (χρύσεαι) χρυσαῖ τὰ (χρύσεα) χρυσᾶ Γεν. - - - ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. -ιμος ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Μερικά δευτερόκλιτα επίθετα.έχουν άλλο ο ή ε. τα περισσότερα που λήγουν σε: –ειος. -ῆ . τοὺς (χρυσέους) χρυσοῦς τὰς (χρυσέας) χρυσᾶς τὰ (χρύσεα) χρυσᾶ Κλητ. -ιος. Από αυτά άλλα είναι τρικατάληκτα (με τρία γένη) και άλλα δικατάληκτα (με τρία γένη). - - - β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη σε -ους. -ουν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. που πριν από το χαρακτήρα τους -ο. τοῦ.

τῷ. ακόμη και όταν δεν τονίζεται κανένα από τα φωνήεντα που συναιρούνται: (χρύσεος) χρυσοῦς 4. τὴν ἵλεων τὸ ἵλεων Κλητ. ταῖς ἵλεῳς τοῖς ἵλεῳς Αιτ. τῇ ἵλεῳ τῷ ἵλεῳ Αιτ. τοῦ. Σχηματίζονται όπως και τα αντίστοιχα συνηρημένα ουσιαστικά της β΄ και α΄ κλίσης 2. (ὦ) ἵλεῳ (ὦ) ἵλεα . ταῖς. τὸν. ὁ. παρόλο που προέρχεται από συναίρεση 5. ταῖς (εὐνόοις) εὔνοις τοῖς (εὐνόοις) εὔνοις Αιτ. οἱ. τοὺς. αἱ (εὔνοοι) εὖνοι τὰ (εὔνοα) εὔνοα Γεν. Στα τρικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -οῦς όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στη λήγουσα. (ὦ) ἵλεως (ὦ) ἵλεων ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. Η κατάληξη -οι στην ονομαστική πληθυντικού είναι βραχύχρονη.Ον. τοὺς. τοῖς. τῆς ἵλεω τοῦ ἵλεω Δοτ. ἠ ἵλεως τὸ ἵλεων Γεν. τῶν ἵλεων τῶν ἵλεων Δοτ. Δεν έχουν κλητική 3. τῶν (εὐνόων) εὔνων τῶν (εὐνόων) εὔνων Δοτ. τὰς ἵλεως τὰ ἵλεα Κλητ. τὰς (εὐνόους) εὔνους τὰ (εὔνοα) εὔνοα Κλητ. αἱ ἵλεῳ τὰ ἵλεα Γεν. - - ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Τα συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα: 1. οἱ. Στο τέλος του πληθυντικού των ουδετέρων το -οα μένει ασυναίρετο ΑΤΤΙΚΟΚΛΙΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Παραδείγματα ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

τὸ πλέων. αιτιατική και κλητική του πληθυντικού του ουδετέρου. τὸ ἔμπλεον.ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: 1. σύμφωνα με τα ουδέτερα της κοινής β' κλίσης. τα σύνθετά του όμως σχηματίζονται με δύο καταλήξεις. ἡ ἔμπλεως.χ. π. Όλα τα αττικόκλιτα είναι δικατάληκτα εκτός από το επίθετο ὁ πλέως. 2. . έχουν κατάληξη -α. ἡ πλέα. ὁ. Στην ονομαστική.

Πιο συγκεκριμένα : . Διπλόθεμα λέγονται τα ουσιαστικά που παρουσιάζουν δυο θέματα κατά την κλίση τους. Ακατάληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που στην ονομαστική ενικού δεν έχουν κατάληξη. γ) ως προς τον χαρακτήρα του θέματος (δηλαδή το τελευταίο γράμμα πρίν την κατάληξη) σε: φωνηεντόληκτα – συμφωνόληκτα Φωνηεντόληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που έχουν χαρακτήρα θέματος φωνήεν. β) ως προς το θέμα σε: μονόθεμα και διπλόθεμα Μονόθεμα λέγονται τα ουσιαστικά που διατηρούν το αρχικό τους θέμα σε όλες τις πτώσεις. Συμφωνόληκτα λέγονται τα ουσιαστικά που έχουν χαρακτήρα θέματος σύμφωνο.Γ΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ Τα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης διακρίνονται: α) ως προς την κατάληξη σε: καταληκτικά και ακατάληκτα Καταληκτικά λέγονται τα ουσιαστικά που στην ονομαστική ενικού έχουν κατάληξη –ς.

και το -α.στη λήγουσα των ονομάτων της γ΄ κλίσης είναι πάντα βραχύχρονα: π. -ς ή - -ες - -α Γεν. Το -ι. Επομένως και η κατάληξη -σι της δοτικής πληθυντικού και -ας της αιτιατικής πληθυντικού είναι . -ι -σι(ν) -ι -σι(ν) Αιτ.Σημείωση: Δεν υπάρχουν ενρινόληκτα με χαρακτήρα -μ-. τὸ γῆρας. -α ή -ν -ας ή -ς - -α Κλητ. ἡ γνῶσις.χ. ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΘΗΛΥΚΑ Ενικός Πληθυντικός αριθμός αριθμός ΟΥΔΕΤΕΡΑ Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. Αρσενικά και θηλυκά της γ΄ κλίσης ουσιαστικών έχουν τις ίδιες καταλήξεις σε όλες τις πτώσεις. τῷ ἀγῶνι. -ς ή - -ες - -α ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ Γ ΄ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ 1. -ος ή -ως -ων -ος ή -ως -ων Δοτ. 2.

χ. τὰς ἀκτῖνας τοῖς παιᾶσι(ν). -εως -υ. Περισπωμένη παίρνουν: α) Οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομαστικής. τὰς κλιτῦς. -υος -ις. τὸν σῦν. ὁ κῖς. τῶν ὤτων ὁ παῖς. ε) Η κλητική ενικού των ονομάτων σε -ευς: π. Εξαιρούνται και δεν τονίζονται στη λήγουσα: ὁ θώς. όταν τονίζεται στη λήγουσα: π. τοὺς παιᾶνας τοῖς χειμῶσι(ν). β) Η αιτιατική πληθυντικού των ονομάτων σε -υς.χ. αιτιατική και κλητική ενικού των «πῦρ» και «οὖς»: π. -ωος -υς. τῶν φώτων. (ὦ) οὖς. Τα μονοσύλλαβα ουσιαστικά της γ΄κλίσης στη γενική και τη δοτική ενικού και πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα: π. ἡ φλόξ. τὸ πῦρ. 4. τοὺς ἰχθῦς. -οὸς Παραδείγματα: . (ὦ) ἱερεῦ. τῶν Τρώων ἡ δᾴς. 3. τὸ οὖς. (ὦ) σῦ. (ὦ) γονεῦ. τῶν παίδων ὁ Τρώς.βραχύχρονες: π.χ. -οῦς -οῦς. (ὦ) κῖ ὁ σῦς. -εως -υς. (ὦ) βασιλεῦ.χ.χ ἡ γλαῦξ.χ.χ. -εως -εύς. τὸ πῦρ. δ) Η ονομαστική και κλητική ενικού του θηλυκού «ἡ γλαῦξ»: π. ταῖς φλοξί. γ) Η ονομαστική. ταῖς ἀκτῖσι(ν). αιτιατικής και κλητικής ενικού που έχουν χαρακτήρα -ικαι -υ-: π. ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ Τα φωνηεντόληκτα λήγουν σε: -ως. (ὦ) γλαῦξ. τῶν θώων τὸ οὖς. τῇ φλογί. -αὸς -ώ. τῶν δᾴδων τὸ φῶς. -έως -αῦς. τοὺς χειμῶνας. τὸν κῖν. τῶν φλογῶν. (ὦ) πῦρ τὸ οὖς.

τὸν γονέα τοὺς γονέας Κλητ. τῷ βοῒ τοῖς βουσὶ(ν) Αιτ. τὸν ἰχθὺν τοὺς ἰχθῦς Κλητ. τοῦ ἰχθύος τῶν ἰχθύων Δοτ. (-οως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. (ὦ) δμὼς (ὦ) δμῶες Καταληκτικά μονόθεμα σε -υς.Καταληκτικά μονόθεμα σε -ως. τοῦ γονέως τῶν γονέων Δοτ. τῷ γονεῖ τοῖς γονεῦσι Αιτ. (ὦ) γονεῦ (ὦ) γονεῖς Καταληκτικά μονόθεμα σε -ους. τοῦ δμωὸς τῶν δμώων Δοτ. τῷ δμωὶ τοῖς δμωσὶ(ν) Αιτ. τοῦ βοὸς τῶν βοῶν Δοτ. (ὦ) βοῦ (ὦ) βόες Καταληκτικά μονόθεμα σε -αῦς. (-οός): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ ἰχθὺς οἱ ἰχθύες Γεν. (ὦ) ἰχθὺ (ὦ) ἰχθύες Καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς. (-αός): . (-έως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ δμὼς οἱ δμῶες Γεν. ὁ βοῦς οἱ βόες Γεν. (-υος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῷ ἰχθύϊ τοῖς ἰχθύσι(ν) Αιτ. τὸν βοῦν τοὺς βοῦς Κλητ. ὁ γονεὺς οἱ γονεῖς Γεν. τὸν δμῶα τοὺς δμῶας Κλητ.

τῆς γραὸς τῶν γραῶν Δοτ. (ὦ) κρίσι (ὦ) κρίσεις Καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -υς. (-εως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῇ γραῒ ταῖς γραυσὶ(ν) Αιτ. (ὦ) ἄστυ (ὦ) ἄστη Ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ώ. (ὦ) γραῦ (ὦ) γρᾶες Καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -ις. (ὦ) πῆχυ (ὦ) πήχεις Καταληκτικά διπλόθεμα ουδέτερα σε -υ. (-εως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τοῦ πήχεως τῶν πήχεων Δοτ. τῇ κρίσει ταῖς κρίσεσι(ν) Αιτ. τὸ ἄστυ τὰ ἄστη Γεν. τῷ πήχει τοῖς πήχεσι Αιτ. τῆς κρίσεως τῶν κρίσεων Δοτ. τὴν γραῦν τὰς γραῦς Κλητ. (-οῦς): . ὁ πῆχυς οἱ πήχεις Γεν.Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὸ ἄστυ τὰ ἄστη Κλητ. ἡ γραῦς αἱ γρᾶες Γεν. τὸν πῆχυν τοὺς πήχεις Κλητ. τῷ ἄστει τοῖς ἄστεσι(ν) Αιτ. (-εως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὴν κρίσιν τὰς κρίσεις Κλητ. τοῦ ἄστεως τῶν ἄστεων Δοτ. ἡ κρίσις αἱ κρίσεις Γεν.

Στα καταληκτικά μονόθεμα σε -υς. στάχυ. (ὦ) λεχοῖ (ὦ) λεχοὶ Ενικός αριθμός Ον.χ.χ. (ὦ) κλιτύ . Στα καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς. τὰς δρῦς. . 3. όταν τονίζονται στη λήγουσα. β) όλοι οι μονοσύλλαβοι τύποι. τὴν πρᾶξιν. όταν τονίζονται στη λήγουσα. τοὺς ἰχθῦς. γραμματέας. Στα καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -ις. τὰς ἰσχῦς. -υος: α) η κλητική ενικού σχηματίζεται χωρίς κατάληξη. β) σχηματίζουν την αιτιατική ενικού σε –ν και την κλητική χωρίς κατάληξη. (ὦ) πειθοῖ Πληθυντικός αριθμός (Δεν έχει) Παρατηρήσεις στα φωνηεντόληκτα: 1. τῶν πόλεων. γραμματεῦ. (ὦ) βάσι. παίρνουν περισπωμένη. τὴν λεχὼ τὰς λεχοὺς Κλητ. π.χ. ἡ λεχὼ αἱ λεχοὶ (κατά τη β΄ κλίση) Γεν. -εως: α) η γενική ενικού και πληθυντικού τονίζονται στην προπαραλήγουσα. π.Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῇ πειθοῖ Αιτ. τοὺς βότρυς. τὸν ἰχθύν . τὴν κλιτὺν και η αιτιατική πληθυντικού λήγει σε -ς και όχι -ας π. τοὺς βασιλέας. τῶν πελέκεων. ἡ δρῦς . τὴν φύσιν . 2. (ὦ) βασιλεῦ. π. τῇ λεχοῖ ταῖς λεχοῖς Αιτ.χ. τὰς κλιτῦς. -εως και στα καταληκτικά διπλόθεμα αρσενικά και θηλυκά σε -υς. γονέας.χ.χ. β) η αιτιατική πληθυντικού λήγει σε -ας π. -έως: α) η κλητική ενικού είναι όμοια με το θέμα χωρίς την κατάληξη. π. δ) η αιτιατική ενικού λήγει σε -ν.χ. παίρνουν περισπωμένη. τὴν βάσιν. ἰχθύ. π. πληθύ .χ. αντί σε -α. ἡ πειθὼ Γεν. τῆς λεχοῦς τῶν λεχῶν Δοτ.χ. π. τὰς ὀσφῦς. (ὦ) φύσι. τὴν πειθὼ Κλητ. τὴν δρῦν . ὦ δρῦ. π. τῆς πειθοῦς Δοτ. τῶν δυνάμεων. γ) στην αιτιατική πληθυντικού. (ὦ) πρᾶξι.

αν όμως χρειαστεί να τον σχηματίσουν.4. (ὦ) ὄνυξ (ὦ) ὄνυχες Χειλικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. -γος -ψ. -βος Οδοντικόληκτα αρσενικά και θηλυκά -ξ. -κος -ψ. -χος ουδέτερα -ς. τοῦ ὄνυχος τῶν ὀνύχων Δοτ. τῇ πειθοῖ. -πος -ξ. -ατος -ας.χ. κλίνονται κατά την β΄κλίση.χ. -θος -α. αἱ λεχοί. π. ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ α. -τος -ς. π. ὁ λὶψ οἱ λίβες Γεν. -οντος Παραδείγματα: Ουρανικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. β) σχηματίζουν την κλητική ενικού σε -οῖ και τονίζονται αναλογικά με τη δοτική. -οῦς: α) δεν έχουν κανονικά πληθυντικό αριθμό. τοῦ λιβὸς τῶν λιβῶν . Αφωνόληκτα Τα αφωνόληκτα λήγουν σε: Ουρανικόληκτα Χειλικόληκτα -ξ. Τα ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ώ. -δος -ς. ὁ ὄνυξ οἱ ὄνυχες Γεν. τῷ ὄνυχι τοῖς ὄνυξι Αιτ. ἡ λεχώ. τὸν ὄνυχα τοὺς ὄνυχας Κλητ. (ὦ) πειθοῖ. -αντος -ων.

τὸν τάπητα τοὺς τάπητας Κλητ. (ὦ) τάπης (ὦ) τάπητες Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα σε -ας. ὁ τάπης οἱ τάπητες Γεν. (ὦ) ὀδοὺς (ὦ) ὀδόντες Οδοντικόληκτα ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ων. (-οντος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. (-οντος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τοῦ ὀδόντος τῶν ὀδόντων Δοτ. (ὦ) ἱμὰς (ὦ) ἱμάντες Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα σε -ους. ὁ γέρων οἱ γέροντες Γεν. τοῦ τάπητος τῶν ταπήτων Δοτ. τοῦ γέροντος τῶν γερόντων Δοτ. τοῦ ἱμάντος τῶν ἱμάντων Δοτ.Δοτ. τῷ ἱμάντι τοῖς ἱμᾶσι Αιτ. (ὦ) λὶψ (ὦ) λίβες Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με χαρακτήρα τ. δ. τὸν ὀδόντα τοὺς ὀδόντας Κλητ. τὸν ἱμάντα τοὺς ἱμάντας Κλητ. τῷ τάπητι τοῖς τάπησι Αιτ. τὸν λίβα τοὺς λίβας Κλητ. τῷ λιβὶ τοῖς λιψὶ Αιτ. ὁ ὀδοὺς οἱ ὀδόντες Γεν. (-αντος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὸν γέροντα τοὺς γέροντας . ὁ ἱμὰς οἱ ἱμάντες Γεν. τῷ ὀδόντι τοῖς ὀδοῦσι Αιτ. τῷ γέροντι τοῖς γέρουσι(ν) Αιτ. θ: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον.

τοῦ κτήματος τῶν κτημάτων Δοτ.Κλητ. ὁ ὄρνις τοῦ ὄρνιθος τῷ ὄρνιθι τὸν ὄρνιν (ὦ) ὄρνι Πληθυντικός αριθμός οἱ ὄρνιθες τῶν ὀρνίθων τοῖς ὄρνισι τοὺς ὄρνιθας (ὦ) ὄρνιθες 2. ὁ παῖς τοῦ παιδός τῷ παιδὶ τὸν παῖδα (ὦ) παῖ οἱ παῖδες τῶν παίδων τοῖς παισὶ τοὺς παῖδας (ὦ) παῖδες 3. Τα βαρύτονα (δηλαδή τα ουσιαστικά που δεν τονίζονται στη λήγουσα) οδοντικόληκτα σε –ις. τὸ κτῆμα τὰ κτήματα Γεν. Δοτ. Αιτ. Δοτ. Αιτ. (-ατος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. Το οξύτονο (δηλαδή το ουσιαστικό που τονίζεται στη λήγουσα) ουσιαστικό «τυραννὶς» και το «παῖς» σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη.χ. Γεν. Κλητ. Γεν. Αιτ. Τα οδοντικόληκτα βαρύτονα σε -ας (-αντος) σχηματίζουν την κλητική ενικού όμοια με το θέμα (με αποβολή του οδοντικού χαρακτήρα): π. Ενδεικτικά: Ενικός αριθμός Ον. (ὦ) κτῆμα (ὦ) κτήματα Παρατηρήσεις στα αφωνόληκτα: 1. τὸ κτῆμα τὰ κτήματα Κλητ. τῷ κτήματι τοῖς κτήμασι Αιτ. ἡ τυραννὶς τῆς τυραννίδος τῇ τυραννίδι τὴν τυραννίδα (ὦ) τυραννὶ αἱ τυραννίδες τῶν τυραννίδων ταῖς τυραννίσι τὰς τυραννίδας (ὦ) τυραννίδες Ον. Κλητ. Γεν. (ὦ) γίγαν. (ὦ) γέρον (ὦ) γέροντες Οδοντικόληκτα ουδέτερα ακατάληκτα μονόθεμα σε -α. . Κλητ. Έτσι προκύπτει: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ γίγας . ιδος / -ιτος / -ιθος σχηματίζουν την αιτιατική σε –ν και την κλητική ενικού όμοια με το θέμα χωρίς την κατάληξη. Δοτ.

β. -ηνος -ήν. τῷ δελφῖνι τοῖς δελφῖσι Αιτ. τὸν δελφῖνα τοὺς δελφῖνας Κλητ. (-ανος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ δελφὶς οἱ δελφῖνες Γεν. (ὦ) δελφίς (ὦ) δελφῖνες Μονόθεμα ακατάληκτα σε -άν. ὁ γέρων. -ηρος -ίς. -κλέους -ας.4. -ανος -ην. (ὦ) γέρον ὁ Ξενοφῶν. Τα οδοντικόληκτα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων. τοῦ παιᾶνος τῶν παιάνων . ενώ τα συνηρημένα σε -ῶν. -ορος -αρ. -οντος σχηματίζουν την κλητική ενικού χωρίς κατάληξη (με αποβολή του οδοντικού χαρακτήρα). σε -ον. ὁ παιὰν οἱ παιᾶνες Γεν. -ατος Παραδείγματα: Ενρινόληκτα: Μονόθεμα καταληκτικά σε -ίς. -ρος -ης. -ῶντος π. -αρος -ων. -ωρος -ωρ. -οῦς -ας. Ημιφωνόληκτα Τα ημιφωνόληκτα λήγουν σε: Ενρινόληκτα Υγρόληκτα Σιγμόληκτα -ήρ. -ους -ος. -έρος αρσενικά και θηλυκά -ωρ. τοῦ δελφῖνος τῶν δελφίνων Δοτ. (ὦ) Ξενοφῶν. -ινος -άν. (-ινος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. -ους -κλῆς. -ωνος -ων.χ. -ενος -ήρ. -ως -ὼς. -ονος ουδέτερα Συγκοπτόμενα: -ηρ.

τοῦ αὐχένος τῶν αὐχένων Δοτ. τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀγώνων Δοτ. τοῦ πνεύμονος τῶν πνευμόνων Δοτ. (ὦ) σωλὴν (ὦ) σωλῆνες Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ήν. τὸν παιᾶνα τοὺς παιᾶνας Κλητ. (ὦ) αὐχὴν (ὦ) αὐχένες Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ων. ὁ σωλὴν οἱ σωλῆνες Γεν.Δοτ. τῷ αὐχένι τοῖς αὐχέσι Αιτ. (-ενος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. (ὦ)παιὰν (ὦ) παιᾶνες Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ην. (ὦ) ἀγὼν (ὦ) ἀγῶνες Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ων. τὸν αὐχένα τοὺς αὐχένας Κλητ. τοῦ σωλῆνος τῶν σωλήνων Δοτ. τὸν ἀγῶνα τοὺς ἀγῶνας Κλητ. ὁ αὐχὴν οἱ αὐχένες Γεν. ὁ πνεύμων οἱ πνεύμονες Γεν. (-ωνος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὸν πνεύμονα τοὺς πνεύμονας . (-ηνος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῷ παιᾶνι τοῖς παιᾶσι Αιτ. τῷ σωλῆνι τοῖς σωλῆσι Αιτ. τῷ πνεύμονι τοῖς πνεύμοσι Αιτ. τῷ ἀγῶνι τοῖς ἀγῶσι Αιτ. τὸν σωλῆνα τοὺς σωλῆνας Κλητ. ὁ ἀγὼν οἱ ἀγῶνες Γεν. (-ονος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον.

2. Υγρόληκτα: Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ήρ. εκτός από τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων. Τα φωνήεντα -ι. (-ηρος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. (ὦ) πνεῦμον (ὦ) πνεύμονες Παρατηρήσεις 1. τοῦ ἀθέρος τῶν ἀθέρων Δοτ. (ὦ) νιπτὴρ (ὦ) νιπτῆρες Διπλόθεμα ακατάληκτα σε . τοῦ νιπτῆρος τῶν νιπτήρων Δοτ. Τα ενρινόληκτα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης έχουν την κλητική ενικού όμοια με την ονομαστική.εμπρός από τον χαρακτήρα -ν.και -α. -ανος είναι μακρόχρονα. (-ωρος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ νιπτὴρ οἱ νιπτῆρες Γεν. (ὦ) τέκτον.ήρ. (ὦ) ἀθὴρ (ὦ) ἀθέρες Μονόθεμα ακατάληκτα σε -ωρ. τὸν νιπτῆρα τοὺς νιπτῆρας Κλητ. τὸν ἀθέρα τοὺς ἀθέρας Κλητ. τῷ ἰχῶρι τοῖς ἰχῶρσι Αιτ.Κλητ. ὁ δαίμων. τὸν ἰχῶρα τοὺς ἰχῶρας . -ονος που σχηματίζουν κλητική ενικού όμοια με το ασθενές θέμα: π. ινος και των μονόθεμων ακατάληκτων σε -άν. ὁ ἰχὼρ οἱ ἰχῶρες Γεν. ὁ ἀθὴρ οἱ ἀθέρες Γεν.των μονόθεμων καταληκτικών σε -ίς. (-έρος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῷ νιπτῆρι τοῖς νιπτῆρσι Αιτ. τοῦ ἰχῶρος τῶν ἰχώρων Δοτ. τῷ ἀθέρι τοῖς ἀθέρσι Αιτ.χ. (ὦ) δαῖμον ὁ τέκτων.

(ὦ) πράκτορ. τὸ νέκταρ - Κλητ. . τῷ πατρὶ τοῖς πατράσι Αιτ. τοῦ νέκταρος - Δοτ. Τα συγκοπτόμενα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης «ὁ πατήρ». τοῦ πατρὸς τῶν πατέρων Δοτ. (-ορος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον.Κλητ. «ἡ θυγάτηρ». (ὦ) ἰχὼρ (ὦ) ἰχῶρες Διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ωρ. ὁ ἐκλέκτωρ οἱ ἐκλέκτορες Γεν. (ὦ) νέκταρ - Συγκοπτόμενα διπλόθεμα ακατάληκτα σε -ηρ. -ορος τα οποία σχηματίζουν κλητική όμοια με το ασθενές θέμα: π. (ὦ) ἐκλέκτορ (ὦ) ἐκλέκτορες Μονόθεμα ακατάληκτα ουδέτερα σε -αρ. τοῦ ἐκλέκτορος τῶν ἐκλεκτόρων Δοτ. (ὦ) πάτερ (ὦ) πατέρες Παρατηρήσεις 1. «ἡ μήτηρ». ὁ πατὴρ οἱ πατέρες Γεν. ὁ πράκτωρ. τῷ ἐκλέκτορι τοῖς ἐκλέκτορσι Αιτ. τὸ νέκταρ - Γεν. (-αρος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. Τα υγρόληκτα ουσιαστικά γ΄ κλίσης έχουν την κλητική ενικού όμοια με την ονομαστική εκτός από τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ωρ. σε όλες τις πτώσεις εκτός από την ονομαστική που τονίζεται στην παραλήγουσα. τῷ νέκταρι - Αιτ. τὸν πατέρα τοὺς πατέρας Κλητ. «ἡ γαστὴρ» στη γενική και τη δοτική του ενικού τονίζονται στη λήγουσα ενώ το «ἡ Δημήτηρ» τονίζεται στην προπαραλήγουσα. τὸν ἐκλέκτορα τοὺς ἐκλέκτορας Κλητ. 2.χ. (-ρος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον.

χ. τὸνΠροκλέα τοὺς Προκλεῖς Κλητ. τοῦ ἀνδρὸς τῶν ἄνδρῶν Δοτ. Εξαιρείται το ουσιαστικό «ἡ γαστὴρ» που σχηματίζει την κλητική όμοια με την ονομαστική: (ὦ) γαστήρ. (-οῦς): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός . τὸν ἄνδρα τοὺς ἄνδρας Κλητ. τῷ ἀνδρὶ τοῖς ἄνδράσι Αιτ. Τα συγκοπτόμενα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης σχηματίζουν την κλητική ενικού όμοια με το ασθενές θέμα και τονίζονται στην αρχική συλλαβή. ὁ Ἀριστοτέλης οἱ Ἀριστοτέλαι Γεν. Κλίνεται ως εξής: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τοῦ Προκλέους τῶν Προκλέων Δοτ. τῷ Προκλεῖ - Αιτ. π. (ὦ) Ἀριστότελες (ὦ) Ἀριστοτέλαι Αρσενικά ακατάληκτα σε -κλῆς. Προσοχή στην κλίση του συγκοπτόμενου ουσιαστικού «ὁ ἀνὴρ» το οποίο στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλο τον πληθυντικό αναπτύσσει μπροστά από το χαρακτήρα ένα -δ-. τῷ Ἀριστοτέλει τοῖς Ἀριστοτέλαις Αιτ. (-κλέους): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ ἀνὴρ οἱ ἄνδρες Γεν. (ὦ) ἄνερ (ὦ) ἄνδρες Σιγμόληκτα: Αρσενικά ακατάληκτα σε -ης. (-ους): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ Προκλῆς οἱ Προκλεῖς Γεν. τοῦ Ἀριστοτέλους τῶν Ἀριστοτελῶν Δοτ. τὸν Ἀριστοτέλη τοὺς Ἀριστοτέλας Κλητ. (ὦ) Πρόκλεις (ὦ) Προκλεῖς Θηλυκά ακατάληκτα σε -ώς. 4.3.

(ὦ) αἰδὼς - Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ος. (ὦ) πέρας (ὦ) πέρατα Παρατηρήσεις 1. (-ους): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τῷ πέρατι τοῖς πέρασι(ν) Αιτ. ἡ αἰδὼς - Γεν. (-ως ή -ατος): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὸ κρέας τὰ κρέα Κλητ. Τα ουδέτερα σιγμόληκτα σε -ος σχηματίζουν την ονομαστική. 2. τὸ πέρας τὰ πέρατα Γεν. τοῦ πέρατος τῶν περάτων Δοτ. (ὦ) ἔθνος (ὦ) ἔθνη Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας.Ον. τῇ αἰδοῖ - Αιτ. -κλῆς στην κλητική ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και ανεβάζουν τον τόνο. τῆς αἰδοῦς - Δοτ. (ὦ) κρέας (ὦ) κρέα Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας. τοῦ κρέως τῶν κρεῶν Δοτ. τῷ ἔθνει τοῖς ἔθνεσι Αιτ. (-ως): Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ον. τὸ κρέας τὰ κρέα Γεν. τῷ κρέᾳ τοῖς κρέασι(ν) Αιτ. αιτιατική και κλητική πληθυντικού . τὴν αἰδῶ - Κλητ. τὸ ἔθνος τὰ ἔθνη Γεν. τὸ πέρας τὰ πέρατα Κλητ. τοῦ ἔθνους τῶν ἐθνῶν Δοτ. Τα κύρια ονόματα σε -ης. τὸ ἔθνος τὰ ἔθνη Κλητ.

α>βέλε-α>βέλη. Έχει διπλούς τύπους στη γενική και δοτική του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού εκτός της δοτικής. 3. Τα ουσιαστικά «τὸ γέρας» και «τὸ γῆρας» κλίνονται όπως «τὸ κρέας». 4. εκτός από την ονομαστική. αιτιατική και κλητική ενικού που τις σχηματίζει από σιγμόληκτο θέμα σε ας. τότε συναιρούν το ε+α σε α: τὰ χρέε-α>χρέα. -ατος όπως «τὸ κτῆμα». 6. τὰ βέλεσ. τὰ κλέε-α>κλέη. Το ουσιαστικό «τὸ τέρας» κλίνεται στον ενικό κατά «τὸ πέρας» και στον πληθυντικό κλίνεται και κατά «τὸ κρέας». 5. 7. Το ουσιαστικό «τὸ κέρας» κλίνεται σύμφωνα με τα σιγμόληκτα («τὸ κρέας») αλλά και σύμφωνα με τα οδοντικόληκτα («τὸ πέρας»). π. . -ως όπως «τὸ κρέας». Προσοχή: «τὸ γῆρας» δεν έχει πληθυντικό.σε -η. Έχουν θέμα παντού καθαρά σιγμόληκτο. Αν όμως πριν από το ε προηγείται άλλο ε.χ. Το ουσιαστικό «τὸ πέρας» κλίνεται κατά τα οδοντικόληκτα σε -α. Τα ουσιαστικά «ἡ αἰδὼς» και «ἡ ἠὼς» δε σχηματίζουν πληθυντικό.

6. τῷ υἱῷ / υἱεῖ τῷ πρεσβευτῇ τῇ γυναικὶ τῷ πυρὶ Αιτ.χ. 3. 2. ὁ Ἄρης και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός Ον.:) ὁ πρεσβευτής – (πληθ. β) σχηματίζουν μερικές πτώσεις κατά διαφορετική κλίση ή συγχρόνως κατά την ίδια και κατά διαφορετική κλίση. τὸν υἱὸν τὸν πρεσβευτὴν τὴν γυναῖκα τὸ πῦρ Κλ. τοῦ υἱοῦ / υἱέος τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς γυναικὸς τοῦ πυρὸς Δοτ. 4. τὸ πῦρ. ἡ γυνή. ὁ χρὼς (= το δέρμα.: (ονομ.) ὁ Οἰδίπους – (γεν. Ετερόκλιτα.) τοῦ Οἰδίποδος / τοῦ Οἰδίπου. Ανώμαλα κατά το γένος. (ὦ) υἱὲ (ὦ) πρεσβευτὰ (ὦ) γύναι (ὦ) πῦρ Ενικός αριθμός . ὁ υἱὸς ὁ πρεσβευτὴς ἡ γυνὴ τὸ πῦρ Γεν. ὁ πρεσβευτής.χ. η επιδερμίδα). Ελλειπτικά.: (ενικ. Μεταπλαστά.ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ Τα ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής που δεν κλίνονται ομαλά διακρίνονται σε: 1. π. 5.:) οἱ πρέσβεις. π. Ιδιόκλιτα. 1. Ετερόκλιτα Ορισμός: Ετερόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία: α) σχηματίζονται στον πληθυντικό κατά διαφορετική κλίση. Άκλιτα. Τα συνηθέστερα ετερόκλιτα ουσιαστικά είναι τα εξής: ὁ υἱός.

ἡ κλείς. οἱ υἱοὶ / υἱεῖς οἱ πρέσβεις αἱ γυναῖκες τὰ πυρὰ Γεν. (ὦ) υἱοὶ / υἱεῖς (ὦ) πρέσβεις (ὦ) γυναῖκες (ὦ) πυρὰ Παρατήρηση: το ουσιαστικό «ὁ χρὼς» και το κύριο όνομα «ὁ Ἄρης» σχηματίζουν μόνο ενικό αριθμό. (ὦ) ναῦ (ὦ) χεὶρ (ὦ) κλεὶς . ὁ.149). Μεταπλαστά Ορισμός: Μεταπλαστά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία κλίνονται σε όλες τις πτώσεις κατά μία ορισμένη κλίση αλλά το θέμα τους μεταβάλλεται .μεταπλάσσεται σε ορισμένες πτώσεις. τῶν υἱῶν / υἱέων τῶν πρέσβεων τῶν γυναικῶν τῶν πυρῶν Δοτ. τῇ νηὶ τῇ χειρὶ τῇ κλειδὶ Αιτ.Ον. τὸ δόρυ. ἡ κύων. (ὦ) - (ὦ) Ἄρες Πληθυντικός αριθμός Ον. ὁ χρὼς ὁ Ἄρης Γεν. τὸ ὕδωρ. τοὺς υἱοὺς / υἱέας / υἱεῖς τοὺς πρέσβεις τὰς γυναῖκας τὰ πυρὰ Κλ. 2. 89-90. ὁ Ζεύς . ἡ ναῦς ἡ χεὶρ ἡ κλεὶς Γεν. παρ. τοῖς υἱοῖς / υἱέσι τοῖς πρέσβεσι ταῖς γυναιξὶ τοῖς πυροῖς Αιτ. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. τὸ οὖς. Τα συνηθέστερα μεταπλαστά ουσιαστικά είναι τα εξής: ἡ ναῦς. τοῦ χρωτὸς τοῦ Ἄρεως Δοτ. ὁ μάρτυς. τῆς νεὼς τῆς χειρὸς τῆς κλειδὸς Δοτ. τὸν χρῶτα τὸν Ἄρη / Ἄρην Κλ. τῷ χρωτὶ / χρῷ τῷ Ἄρει Αιτ. ἡ χείρ. τὴν ναῦν τὴν χεῖρα τὴν κλεῖδα / κλεῖν Κλ. σελ. τὸ φρέαρ και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός Ον. (Για τα ετερόκλιτα ουσιαστικά βλ.

τοὺς μάρτυρας τοὺς. οἱ μάρτυρες οἱ. τῆς κυνὸς τοῦ Διὸς Δοτ. ἡ κύων ὁ Ζεὺς Γεν. τῷ μάρτυρι τῷ. τοῖς μάρτυσι τοῖς. τῇ κυνὶ τῷ Διὶ Αιτ. (ὦ) νῆες (ὦ) χεῖρες (ὦ) κλεῖδες Ενικός αριθμός Ον. ὁ μάρτυς ὁ. τὰ ὦτα τὰ ὕδατα τὰ δόρατα τὰ φρέατα Κλ.Πληθυντικός αριθμός Ον. τὰς κύνας Κλ. αἱ νῆες αἱ χεῖρες αἱ κλεῖδες Γεν. τοῦ ὠτὸς τοῦ ὕδατος τοῦ δόρατος τοῦ φρέατος Δοτ. τὰς ναῦς τὰς χεῖρας τὰς κλεῖδας / κλεῖς Κλ. τῷ ὠτὶ τῷ ὕδατι τῷ δόρατι τῷ φρέατι Αιτ. (ὦ) ὦτα (ὦ) ὕδατα (ὦ) δόρατα (ὦ) φρέατα . (ὦ) μάρτυρες (ὦ) κύνες Ενικός αριθμός Ον. τὴν κύνα τὸν Δία Κλ. τὰ ὦτα τὰ ὕδατα τὰ δόρατα τὰ φρέατα Γεν. τῶν ὤτων τῶν ὑδάτων τῶν δοράτων τῶν φρεάτων Δοτ. τοῦ μάρτυρος τοῦ. (ὦ) μάρτυς (ὦ) κύον (ὦ) Ζεῦ Πληθυντικός αριθμός Ον. (ὦ) οὖς (ὦ) ὕδωρ (ὦ) δόρυ (ὦ) φρέαρ Πληθυντικός αριθμός Ον. τῶν νεῶν τῶν χειρῶν τῶν κλειδῶν Δοτ. ταῖς ναυσὶ(ν) ταῖς χερσὶ(ν) ταῖς κλεισὶ(ν) Αιτ. τὸν μάρτυρα τὸν. τοῖς ὠσὶ(ν) τοῖς ὕδασι(ν) τοῖς δόρασι(ν) τοῖς φρέασι(ν) Αιτ. τὸ οὖς τὸ ὕδωρ τὸ δόρυ τὸ φρέαρ Γεν. αἱ κύνες Γεν. τῶν μαρτύρων τῶν κυνῶν Δοτ. τὸ οὖς τὸ ὕδωρ τὸ δόρυ τὸ φρέαρ Κλ. ταῖς κυσὶ(ν) Αιτ.

:) τὰ ζυγά. 3. π.: (ενικ. 4.τι στον ενικό. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. σελ. παρ.:) ὁ ζυγὸς και τὸ ζυγὸν – (πληθ.χ. τα οποία σχηματίζουν ενικό και πληθυντικό ως εξής: ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ὁ λύχνος τὰ λύχνα ὁ σῖτος τὰ σῖτα ὁ δεσμὸς οἱ δεσμοὶ και τὰ δεσμὰ ὁ σταθμὸς οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμὰ τὸ στάδιον τὰ στάδια και οἱ στάδιοι Ορισμός: Διπλογενή ονομάζονται τα ουσιαστικά που έχουν δύο γένη στον ενικό αριθμό.150).:) οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμά. π.χ.:) ὁ λύχνος – (πληθ.:) τὰ λύχνα.: (ενικ.: (ενικ.:) ὁ σταθμὸς – (πληθ. Ανώμαλα κατά το γένος Ορισμός: Ετερογενή ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά που έχουν: α) στον πληθυντικό αριθμό διαφορετικό γένος από ό. Ετερογενή ουσιαστικά είναι τα παρακάτω.90-92. Ιδιόκλιτα Ορισμός: Ιδιόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται σύμφωνα με μία από τις . π.Παρατήρηση: το κύριο όνομα «ὁ Ζεὺς» σχηματίζει μόνο ενικό αριθμό (Για τα μεταπλαστά ουσιαστικά βλ.χ. β) δύο γένη στον πληθυντικό αριθμό.

152). 92. παρ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. σελ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. παρ. σελ. παρ. . (Για τα ελλειπτικά βλ. 93. (Για τα ιδιόκλιτα βλ. 151). 5.τρεις κλίσεις αλλά κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο. (Για τα άκλιτα βλ. 6. σελ. διατηρούν δηλαδή σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τύπο. Ελλειπτικά Ορισμός: Ελλειπτικά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία είναι εύχρηστα μόνο σε ορισμένες πτώσεις. Άκλιτα Ορισμός: Άκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. 153). 92-93.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Σε όλα τα τριτόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα το θηλυκό γένος: Λήγει σε –α βραχύχρονο: π. ὁ ἐκών.χ. τὸν βαθὺν τὴν βαθεῖαν τὸ βαθὺ Κλητ. τῶν βαθειῶν. τῶν πασῶν. ἡ πᾶσα. τοὺς βαθεῖς τὰς βαθείας τὰ βαθέα . ἡ ἐκοῦσα. ὁ βαθύς. τῷ βαθεῖ τῇ βαθείᾳ τῷ βαθεῖ Αιτ. (ὦ) βαθὺ (ὦ) βαθεῖα (ὦ) βαθὺ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῶν βαθέων τῶν βαθειῶν τῶν βαθέων Δοτ. τοῖς βαθέσι ταῖς βαθείαις τοῖς βαθέσι Αιτ. ὁ μέλας. οἱ βαθεῖς αἱ βαθεῖαι τὰ βαθέα Γεν. ὁ πᾶς. τοῦ βαθέος τῆς βαθείας τοῦ βαθέος Δοτ. ἡ μέλαινα Στη γενική του πληθυντικού τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα: π. τῶν μελαινῶν Α. -υ ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῶν ἑκουσῶν.χ. ὁ βαθὺς ἡ βαθεῖα τὸ βαθὺ Γεν. σε φωνηεντόληκτα και συμφωνόληκτα. όπως και τα ουσιαστικά. -εια.ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Τα τριτόκλιτα επίθετα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα τους. ἡ βαθεῖα. ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ Παραδείγματα: α) Τρικατάληκτα σε -υς.

οἱ θήλεις αἱ θήλειαι τὰ θήλεα Γεν. το ἥμισυς συναιρεί πολλές φορές και το -ε. τῷ θήλει τῇ θηλείᾳ τῷ θήλει Αιτ.με το ακόλουθο –ε. η αιτιατική και η κλητική του ενικού του αρσενικού και του ουδετέρου. στο αρσενικό και στο ουδέτερο είναι: γενικώς οξύτονα: βαθύς. τοῦ ἠμίσεος) 2. παρουσιάζονται με δυο θέματα: το ένα σε –υ. -εια. δασύς. βαρύτονα είναι μόνο το θῆλυς.σε –ει-.ή -ι. θῆλυ και το ἥμισυς. θήλεια. εὐθύς. θρασύς. (ὦ) βαθεῖς (ὦ) βαθεῖαι (ὦ) βαθέα ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.με το –α στο τέλος του ουδετέρου και σχηματίζει και δεύτερο τύπο σε –η: τὰ ἡμίσεα και τὰ ἡμίση. και το άλλο σε –ε. τοῦ θήλεος τῆς θηλείας τοῦ θήλεος Δοτ. τῶν θηλέων τῶν θηλειῶν τῶν θηλέων Δοτ. κ. γλυκύς. 4. (ὦ) θῆλυ (ὦ) θήλεια (ὦ) θῆλυ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. βραδύς. ὀξύς. ἡμίσεια. τοὺς θήλεις τὰς θηλείας τὰ θήλεα Κλητ. από το οποίο σχηματίζονται η ονομαστική. παχύς. από το οποίο σχηματίζονται όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών.Κλητ. εὐρύς. ἥμισυ (τοῦ ἡμίσεος. της ἡμισείας. ἡδύς. την κλητική του ενικού του αρσενικού τη σχηματίζουν χωρίς κατάληξη –ς . βαρύς. τραχύς.α. συναιρούν το χαρακτήρα -ε. 3. (ὦ) θήλεις (ὦ) θήλειαι (ὦ) θήλεα ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Τα τριτόκλιτα επίθετα σε –υς. ὁ θῆλυς ἡ θήλεια τὸ θῆλυ Γεν. τὸν θῆλυν τὴν θήλειαν τὸ θῆλυ Κλητ. ταχύς. -υ: 1. τοῖς θήλεσι ταῖς θηλείαις τοῖς θήλεσι Αιτ.

ἡ δίπηχυς τὸ δίπηχυ Γεν. τῆς διπήχεος τοῦ διπήχεος Δοτ. -υ. τῷ. ὁ. τοῦ. τῶν εὐβοτρύ-ων τῶν εὐβοτρύ-ων Δοτ. –εος) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῆς εὐβότρυος τοῦ εὐβότρυος Δοτ. (ὦ) εὐβότρυ-ες (ὦ) εὐβότρυ-α Δικατάληκτα σε -υς. τοὺς βαθεῖς. -υ. τοὺς ταχεῖς β) Δικατάληκτα σε -υς. τῷ. (ὦ) εὔβοτρυ (ὦ) εὔβοτρυ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τὸν.χ. (γεν. Παραδείγματα Δικατάληκτα σε -υς. τὴν εὔβοτρυν τὸ εὔβοτρυ Κλητ. τοὺς. την αιτιατική του πληθυντικού τη σχηματίζουν όμοια με την ονομαστική π. τὰς εὐβότρυ-ς τὰ εὐβότρυ-α Κλητ.χ. (ὦ) ἥμισυ 5. (ὦ) ταχύ. οἱ. (ὦ) θῆλυ. τῇ διπήχει τῶ διπήχει .-υος) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ἡ εὔβοτρυς τὸ εὔβοτρυ Γεν. αἱ εὐβότρυ-ες τὰ εὐβότρυ-α Γεν. ταῖς εὐβότρυ-σι τοῖς εὐβότρυ-σι Αιτ. τοῖς. -υ Κατά την γ΄ κλίση κλίνονται και μερικά σύνθετα δικατάληκτα επίθετα με β΄συνθετικό ουσιαστικό φωνηεντόληκτο σε –υς. τοῦ. ὁ.π. που λήγουν στην ονομαστική το αρσενικό και το θηλυκό σε –υς και το ουδέτερο σε –υ και σχηματίζουν τη γενική σε -υος ή –εος. (ὦ) βαθύ. τῇ εὐβότρυϊ τῷ εὐβότρυϊ Αιτ. (γεν.

Αιτ. πολύδακρυς. τοὺς. τῷ παντὶ τῇ πάσῃ τῷ παντὶ Αιτ. τοῦ παντὸς τῆς πάσης τοῦ παντὸς Δοτ. Κατά το δίπηχυς κλίνονται: τρίπηχυς. ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ Παραδείγματα Αφωνόληκτα α) Τρικατάληκτα σε –ας. οἱ πάντες αἱ πᾶσαι τὰ πάντα Γεν.α. (ὦ) δίπηχυ (ὦ) δίπηχυ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λεύκοθρυς. τὰς διπήχεις τὰ διπήχεα και διπήχη Κλητ. τοὺς πάντας τὰς πάσας τὰ πάντα . σύνοφρυς. τοῖς πᾶσι ταῖς πάσαις τοῖς πᾶσι Αιτ. τετράπηχυς κτλ. B. ἄδακρυς. τὴν δίπηχυν τὸ δίπηχυ Κλητ. τοῖς. (ὦ) διπήχεις (ὦ) διπήχεα και διπήχη Κατά το εὔβοτρυς (= αυτός που έχει αφθονα σταφύλια) κλίνονται: πολύιχθυς. τὸν πάντα τὴν πᾶσαν τὸ πᾶν Κλητ. διπέλεκυς. φίλιχθυς. -αν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῶν διπηχέων τῶν διπηχέων Δοτ. φιλόδακρυς κ. (ὦ) πᾶς (ὦ) πᾶσα (ὦ) πᾶν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. αἱ διπήχεις τὰ διπήχεα και διπήχη Γεν. τὸν. οἱ. τῶν πάντων τῶν πασῶν τῶν πάντων Δοτ. ὁ πᾶς ἡ πᾶσα τὸ πᾶν Γεν. ταῖς διπήχεσι τοῖς διπήχεσι Αιτ. -ασα. τριπέλεκυς κτλ.

τοὺς ἄκοντας τὰς ἀκούσας τὰ ἄκοντα .Κλητ. ὑλήεις (= γεμάτος δράση). -ουσα. (ὦ) χαρίεντες (ὦ) χαρίεσσαι (ὦ) χαρίεντα Κατά το χαρίεις. χαριτωμένος) κλίνονται επίθετα που σημαίνουν πλησμονή: ἀστερόεις. -εν (= γεμάτος χάρη. οἱ ἄκοντες αἱ ἄκουσαι τὰ ἄκοντα Γεν. τὸν ἄκοντα τὴν ἄκουσαν τὸ ἆκον Κλητ. -εσσα. ὁ χαρίεις ἡ χαρίεσσα τὸ χαρίεν Γεν. σε –ων. (ὦ) ἆκον (ὦ) ἄκουσα (ὦ) ἆκον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. φωνήεις (= αυτὀς που έχει φωνή). (ὦ) πάντες (ὦ) πᾶσαι (ὦ) πάντα ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. -ον ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοὺς χαρίεντας τὰς χαριέσσας τὰ χαρίεντα Κλητ. τῷ ἄκοντι τῇ ἀκούσῃ τῷ ἄκοντι Αιτ. ἠνεμόεις. τοῦ χαρίεντος τῆς χαριέσσης τοῦ χαρίεντος Δοτ. τῶν χαριέντων τῶν χαριεσσῶν τῶν χαριέντων Δοτ. τῷ χαρίεντι τῇ χαριέσσῃ τῷ χαρίεντι Αιτ. τῶν ἀκόντων τῶν ἀκουσῶν τῶν ἀκόντων Δοτ. ὁ ἄκων ἡ ἄκουσα τὸ ἆκον Γεν. ἀνεμόεις (= αυτός που έχει πολύ άνεμο ή γρήγορος όπως ο άνεμος). τὸν χαρίεντα τὴν χαρίεσσαν τὸ χαρίεν Κλητ. τοῖς χαρίεσι ταῖς χαριέσσαις τοῖς χαρίεσι Αιτ. τοῦ ἄκοντος τῆς ἀκούσης τοῦ ἄκοντος Δοτ. (ὦ) χαρίεν (ὦ) χαρίεσσα (ὦ) χαρίεν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοῖς ἄκουσι ταῖς ἀκούσαις τοῖς ἄκουσι Αιτ. ἰχθυόεις. οἱ χαρίεντες αἱ χαρίεσσαι τὰ χαρίεντα Γεν.

τῶν εὐχαρίτων τῶν εὐχαρίτων Δοτ.α) και κλίνονται όπως το β΄ συνθετικό τους: ὁ. β) Δικατάληκτα Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι τριγενή και δικατάληκτα. τῷ. ἑκοῦσα. ἑκόντ-ος. τὰς εὐχάριτας τὰ εὐχάριτα Κλητ.Κλητ. (ὦ) εὔχαρις (ὦ) εὔχαρι ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ἑκὸν (= θέλοντας. (ὦ) εὔελπις (ὦ) εὔελπι . τῇ εὐέλπιδι τῷ εὐέλπιδι Αιτ. (ὦ) ἄκοντες (ὦ) ἄκουσαι (ὦ) ἄκοντα Κατά το ἄκων (= μη θέλοντας. (ὦ) εὐχάριτες (ὦ) εὐχάριτα ὁ. ἑκούσης. ὀδοὺς. τὴν εὔχαριν τὸ εὔχαρι Κλητ. τὸν. εκούσιος) γεν. τοῦ. τὸ εὔχαρι ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ὁ. τῇ εὐχάριτι τῷ εὐχάριτι Αιτ. τῆς εὐχάριτος τοῦ εὐχάριτος Δοτ. ἡ εὔχαρις τὸ εὔχαρι Γεν. οἱ. κ. Αυτά είναι σύνθετα με β΄ συνθετικό ουσιαστικό τριτόκλιτο αφωνόληκτο (χάρις. τοῦ. ἡ εὔχαρις. πούς. τοῖς. τοὺς. αἱ εὐχάριτες τὰ εὐχάριτα Γεν. ακούσιος) κλίνεται και το ἑκών. τὸν. ἡ εὔελπις. τῆς εὐέλπιδος τοῦ εὔέλπιδος Δοτ. τὴν εὔελπιν τὸ εὔελπι Κλητ. τῷ. ἐλπίς. το εὔελπι ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ὁ. ἡ εὔελπις τὸ εὔελπι Γεν. ταῖς εὐχάρισι τοῖς εὐχάρισι Αιτ. ἑκόντ-ος κτλ.

(ὦ) εὐέλπιδες (ὦ) εὐέλπιδα ὁ. τὸν. οἱ. τὰς δίποδας τὰ δίποδα Κλητ. (ὦ) δίποδες (ὦ) δίποδα ὁ. τῶν διπόδων τῶν διπόδων Δοτ. (ὦ) μονόδους (ὦ) μονόδουν . τῆς δίποδος τοῦ δίποδος Δοτ. τοὺς. ἡ δίπους. ὁ. ὁ. τὴν μονόδοντα τὸ μονόδουν Κλητ. τὸ μονόδουν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῶν εὐελπίδων τῶν εὐελπίδων Δοτ. ἡ μονόδους. ἡ δίπους τὸ δίπουν Γεν. τοῦ. αἱ εὐέλπιδες τὰ εὐέλπιδα Γεν. τοῦ. τῇ μονόδοντι τῷ μονόδοντι Αιτ. τῷ. ἡ μονόδους τὸ μονόδουν Γεν. τὴν δίποδα (δίπουν) τὸ δίπουν Κλητ.ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ταῖς εὐέλπισι τοῖς εὐέλπισι Αιτ. τῇ δίποδι τῷ δίποδι Αιτ. αἱ δίποδες τὰ δίποδα Γεν. (ὦ) δίπους (ὦ) δίπου ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τὰς εὐέλπιδας τὰ εὐέλπιδα Κλητ. τοὺς. τοῖς. οἱ. τὸ δίπουν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τῷ. τῆς μονόδοντος τοῦ μονόδοντος Δοτ. τοῖς. ταῖς δίποσι τοῖς δίποσι Αιτ. τὸν.

ἡ φυγάς τοῦ. τῆς μιγάδος κτλ. τῆς γαμψώνυχος κτλ. (ὦ) μονόδοντες (ὦ) μονόδοντα Όμοια κλίνονται και τα: ἄχαρις. (= άγνωστος ή αυτός που αγνοεί). ὁ.ἡ ἀγνὼς τοῦ. φιλόγελω κτλ. ὁ. ὁ. οἱ. τῆς φιλογέλωτος κτλ. ἡ φιλόγελως. τοῖς. δοτ. (αλλά και κατά την αττική β΄κλίση: ὁ. γεν. τῆς βλακὸς κτλ. ταῖς μονόδουσι τοῖς μονόδουσι Αιτ. αἱ μονόδοντες τὰ μονόδοντα Γεν. είναι διγενή και μονοκατάληκτα. τῆς ἀγνῶτος κτλ. τῆς πένητος κτλ. ἡ ἅρπαξ τοῦ.Υγρόληκτα α) Ενρινόληκτα Τρικατάληκτα ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ἡ κόλαξ τοῦ. τῆς λογάδος κτλ. ὁ. τῶν μονοδόντων τῶν μονοδόντων Δοτ. ὁ. απλά ή σύνθετα. ἄπελπις. ὁ. ὁ ἡ ἄπαις τοῦ. τῆς ἅρπαγος κτλ. ἡ γαμψῶνυξ τοῦ. τοὺς. τὰς μονόδοντας τὰ μονόδοντα Κλητ. ὁ μέλας ἡ μέλαινα τὸ μέλαν Γεν. ὁ. γ) Μονοκατάληκτα (με δυο γένη) Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης. ἡ λογάς τοῦ.) Ενρινόληκτα . ἡ βλάξ τοῦ. τῆς κόλακος κτλ. τῆς φυγάδος κτλ. τῆς ἄπαιδος κτλ. κτλ. τρίπους. ὁ.ἡ φιλόγελως τοῦ. μονόπους. ὁ. τῆς ἡμιθνῆτος κτλ. ἄπους. ἡ ἡμιθνής τοῦ. ἡ πένης τοῦ. φιλόγελω. Αυτά κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης: ὁ. ἡ μιγάς τοῦ.ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. φέρελπις. τοῦ μέλανος τῆς μελαίνης τοῦ μέλανος . ὁ.

τῶν μελάνων τῶν μελαινῶν τῶν μελάνων Δοτ. ὁ. (ὦ) μέλαν (ὦ) μέλαινα (ὦ) μέλαν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοὺς μέλανας τὰς μελαίνας τὰ μέλανα Κλητ. αἱ εὐδαίμονες τὰ εὐδαίμονα Γεν. τοῦ τάλαν-ος κτλ. τοῦ τάλαν-ος. τῶν εὐδαιμόνων τῶν εὐδαιμόνων Δοτ.Δοτ. τοῖς μέλασι ταῖς μελαίναις τοῖς μέλασι Αιτ. (ὦ) εὐδαίμονες (ὦ) εὐδαίμονα ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ . το τάλαν ( γεν. τὸν. (ὦ) μέλανες (ὦ) μέλαιναι (ὦ) μέλανα Όμοια κλίνεται και το επίθετο ὁ τάλας. τῆς ταλαίνης. τοὺς. οἱ μέλανες αἱ μέλαιναι τὰ μέλανα Γεν. τὴν εὐδαίμονα τὸ εὔδαιμον Κλητ. τοῦ. –ον. τῷ μέλανι τῇ μελαίνῃ τῷ μέλανι Αιτ. –ονος) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. (ὦ) εὔδαιμον (ὦ) εὔδαιμον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. (γεν. ἡ τάλαινα. τῇ εὐδαίμονι τῷ εὐδαίμονι Αιτ. ταῖς εὐδαίμοσι τοῖς εὐδαίμοσι Αιτ. τῷ.) β) Ενρινόληκτα Δικατάληκτα σε –ων. τὰς εὐδαίμονας τὰ εὐδαίμονα Κλητ. οἱ. ἡ εὐδαίμων τὸ εὔδαιμον Γεν. τὸν μέλανα τὴν μέλαιναν τὸ μέλαν Κλητ. τοῖς. τῆς εὐδαίμονος τοῦ εὐδαίμονος Δοτ.

ὁ. τῇ ἄρρενι τῷ ἄρρενι Αιτ. τοῖς. τὸν. τὸν. ἡ μεγαλόφρων τὸ μεγαλόφρον κ. τὴν σώφρονα τὸ σῶφρον Κλητ. ἡ ἐλεήμων τὸ ἐλεῆμον ὁ. ὁ. ἡ μεγαλοπράγμων τὸ μεγαλόπραγμον ὁ. (ὦ) σώφρονες (ὦ) σώφρονα Όμοια κλίνονται τα επίθετα: ὁ. (γεν. τὰς σώφρονας τὰ σώφρονα Κλητ. τῶν σωφρόνων τῶν σωφρόνων Δοτ. ἡ μνήμων τὸ μνῆμον ὁ. οἱ. ἡ εὐσχήμων τὸ εὔσχημον ὁ. αἱ ἄρρενες τὰ ἄρρενα . αἱ σώφρονες τὰ σώφρονα Γεν. ἡ κακοδαίμων τὸ κακόδαιμον ὁ. ταῖς σώφροσι τοῖς σώφροσι Αιτ. τῷ. τῆς σώφρονος τοῦ σώφρονος Δοτ. οἱ. τὴν ἄρρενα τὸ ἄρρεν Κλητ. τῷ. τῆς ἄρρενος τοῦ ἄρρενος Δοτ. -εν. ἡ ἀγνώμων τὸ ἄγνωμον ὁ. ἡ ἄρρην τὸ ἄρρεν Γεν. τοὺς. ἡ ἄφρων τὸ ἄφρον ὁ. ἡ σώφρων τὸ σῶφρον Γεν. σε –ην.α.-ενος) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοῦ. (ὦ) σῶφρον (ὦ) σῶφρον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.Ον. τῇ σώφρονι τῷ σώφρονι Αιτ. τοῦ. (ὦ) ἂρρεν (ὦ) ἄρρεν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.

τὸ εὔδαιμον. ἡ εὐγνώμων. ἡ εὐδαίμων. Τα σύνθετα σε –ων. τοῖς. τοὺς.χ. ἡ μεγαλοπράγμων. τοὺς. τῶν ἀρρένων τῶν ἀρρένων Δοτ. τῇ ἀπάτορι τῷ ἀπάτορι Αιτ. ὁ. αἱ ἀπάτορες τὰ ἀπάτορα Γεν.τὸ εὔγνωμον. τῷ. τὴν ἀπάτορα τὸ ἀπάτορ Κλητ. (ὦ) ἀπάτορ (ὦ) ἀπάτορ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. όχι όμως πιο πάνω από την τελευταία συλλαβή του α΄ συνθετικού: π. τὰς ἀπάτορας τὰ ἀπάτορα Κλητ. τὰς ἄρρενας τὰ ἄρρενα Κλητ. τὸν. αιτιατική και κλητική του ενικού του ουδετέρου ανεβάζουν το τόνο. (ὦ) εὔδαιμον . τοῖς. –ορος): ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. -ον. ὁ. τῆς ἀπάτορος τοῦ ἀπάτορος Δοτ. ἡ ἀπάτωρ τὸ ἀπάτορ Γεν. (ὦ) ἄρρενες (ὦ) ἄρρενα ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: 1. –ονος) στη κλητική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού και στην ονομαστική. οἱ.Γεν. -ορ (γεν.τὸ μεγαλόπραγμον αλλά: μεγαλόφρων. τῶν ἀπατόρων τῶν ἀπατόρων Δοτ. (ὦ) μεγαλόφρον – τὸ μεγαλόφρον 2. τοῦ. (γεν. (ὦ) ἀπάτορες (ὦ) ἀπάτορα . (ὦ) εὔγνωμον . (ὦ) μεγαλόπραγμον . (ὦ) ἄρρεν γ) Υγρόληκτα Δικατάληκτα σε –ωρ. ὁ. ὁ. Τα δικατάληκτα ενρινόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης έχουν τη κλητική του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: (ὦ) ἐλεῆμον. ταῖς ἄρρεσι τοῖς ἄρρεσι Αιτ. ταῖς ἀπάτορσι τοῖς ἀπάτορσι Αιτ.

τὴν μάκαρα Κλητ. γεν. ἡ μακρόχειρ. γεν. μακρόχειρ-ι. τοὺς. τὸ ἀμῆτορ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Τα δικατάληκτα υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης έχουν τη κλητική του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: (ὦ) ἀπάτορ δ) Ενρινόληκτα και Υγρόληκτα Μονοκατάληκτα Μερικά ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. ὑψαύχεν-ι. τῆς μάκαρος Δοτ. ἡ ἄχειρ. ταῖς μάκαρσι Αιτ. ἄχειρ-ι. ἡ μάκαρ Γεν. δοτ. μακρόχειρ-α κτλ. ὁ. ὁ. τὰς μάκαρας Κλητ. ὁ. μακρόχειρ-ος. ὑψαύχεν-α κτλ. οἱ. Σιγμόληκτα δικατάληκτα Τα σιγμόληκτα δικατάληκτα επίθετα λήγουν στην ονομαστική του ενικού στο αρσενικό και το θηλυκό . αιτ. τῷ. δοτ. αιτ. ὑψαύχεν-ος. ἡ ἀμήτωρ. δοτ. ἄχειρ-ος.Όμοια κλίνεται το επίθετο: ὁ. τὸν. ἡ ὑψαύχην. (ὦ) μάκαρες Όμοια κλίνονται: ὁ. ἄχειρ-α κτλ. τῶν μακάρων Δοτ. τῇ μάκαρι Αιτ. αιτ. ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. γεν. (ὦ) μάκαρ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. αἱ μάκαρες Γεν. τοῦ. τοῖς. Αυτά είναι απλά ή σύνθετα με β΄ συνθετικό τριτόκλιτο ενρινόληκτο ή υγρόληκτο και κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης.

ἀμελής. οξύτονα σιγμόληκτα δικατάληκτα σε -ης. -ες ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοὺς. τὰς ἀληθεῖς τὰ ἀληθῆ Κλητ. τὰς πλήρεις τὰ πλήρη . ἀσθενής. τοῖς. τῇ ἀληθεῖ τῷ ἀληθεῖ Αιτ. τὴν πλήρη τὸ πλῆρες Κλητ. τῶν πλήρων τῶν πλήρων Δοτ. ψευδής. τὴν ἀληθῆ τὸ ἀληθὲς Κλητ. σαφής. ὁ. τοῦ.α. ἀσεβής. τῆς ἀληθοῦς τοῦ ἀληθοῦς Δοτ. τὸν. οἱ. τοὺς. Βαρύτονα σιγμόληκτα δικατάληκτα σε -ης. τὸν. τῷ. (ὦ) ἀληθὲς (ὦ) ἀληθὲς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τοῦ. ὁ. δυστυχής. εὐγενής. (ὦ) πλῆρες (ὦ) πλῆρες ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. οἱ.γένος σε -ης και στο ουδέτερο γένος σε -ες. ταῖς ἀληθέσι τοῖς ἀληθέσι Αιτ. τοῖς. εὐσεβής. ταῖς πλήρεσι τοῖς πλήρεσι Αιτ. τῆς πλήρους τοῦ πλήρους Δοτ. (ὦ) ἀληθεῖς (ὦ) ἀληθῆ Κατά το ἀληθής κλίνονται πολλά οξύτονα: ἀγενής. -ης. κ. τῶν ἀληθῶν τῶν ἀληθῶν Δοτ. τῇ πλήρει τῷ πλήρει Αιτ. ἡ ἀληθὴς τὸ ἀληθὲς Γεν. ἡ πλήρης τὸ πλῆρες Γεν. ἐπιμελής. ἀτυχής. -ης. αἱ πλήρεις τὰ πλήρη Γεν. τῷ. ἀκριβής. αἱ ἀληθεῖς τὰ ἀληθῆ Γεν. -ες ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. εὐτυχής.

ὁ. τὸ εὔηθες (= αγαθός. ὁ. τὸ αὔθαδες. ἡ μονήρης. τὸ μονῆρες. τὸ ξιφῆρες. ἡ χρηστοήθης. ἡ εὐώδης. ανόητος). ὁ. τὸ εὐῶδες iii. ἡ προώλης. ὁ. ἡ εὐήθης.α ii. τὸν. τὴν συνήθη τὸ σύνηθες Κλητ. ἡ συνήθης τὸ σύνηθες Γεν. τὸ εὐμέγεθες. σε -έθης: ὁ. ἡ ξιφήρης. ὁ. ἡ αὐτάρκης. ἡ αὐθάδης. σε -ώλης: ὁ. Επίσης τα επίθετα: ὁ. ἡ ἐξώλης. τὸ δυσῶδες. τὸ προῶλες (= από πριν χαμένος.α. ὁ. ὁ. ἡ προσάντης. οἱ. ὁ. ἡ κατάντης. ii. τοῦ. ἡ εὐμεγέθης. τὸ πανῶλες (= εντελώς χαμένος και με ενεργητική σημασία: αυτός που καταστρέφει τα πάντα) κ. ὁ. σε -ώδης: ὁ. ἡ ἀνάντης. αἱ συνήθεις τὰ συνήθη Γεν. iii. σε -ήρης: ὁ.α. τὰς συνήθεις τὰ συνήθη Κλητ. ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.α iv. άξιος να χαθεί πριν από την ώρα του). απόκρημνος) κ. τῷ. (ὦ) συνήθεις (ὦ) συνήθη Κατά το συνήθης κλίνονται επίθετα: i.Κλητ. τῶν συνήθων τῶν συνήθων Δοτ.α ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: . τὸ παμμέγεθες κ. τῇ συνήθει τῷ συνήθει Αιτ. τὸ αὔταρκες κ. ἡ παμμεγέθης. τὸ πρόσαντες (= ανηφορικός. (ὦ) σύνηθες (ὦ) σύνηθες ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τὸ ἐξῶλες (= εντελώς. (ὦ) πλήρεις (ὦ) πλήρη Κατά το πλήρης κλίνονται επίθετα: i. ἡ δυσώδης. σε -άντης: ὁ. τὸ χρηστόηθες κ. απλοϊκός. σε -ηθης: ὁ. τὸ κάταντες (= κατηφορικός). ἡ πανώλης. χαμένος). τοῖς. ὁ. ταῖς συνήθεσι τοῖς συνήθεσι Αιτ. τοὺς. τὸ ἄναντες (= ανηφορικός ). τῆς συνήθους τοῦ συνήθους Δοτ.

Όλες οι άλλες πτώσεις και των τριων γενών σχηματίζονται από το θέμα -εσ-. αιτιατική και κλητική του ενικού αριθμού του ουδετέρου γένους: π. -ώλης. ὁ.ανάμεσα στα δυο φωνήεντα αποβάλλεται. η αιτιατική και η κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους είναι ίδιες με το θέμα (χωρίς κατάληξη) π. και έτσι τα δυο αυτά φωνήεντα συναιρούνται. τῶν εὐώδων (όπως τοῦ εὐώδους) .τὸ σύνηθες. (ὦ) σύνηθες . τὸ ποδῆρες β) στη γενική του πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα αντίθετα με τον κανόνα από αναλογία προς τη γενική του ενικού: π. -ες έχουν θέμα σε -εσ-. ἡ εὐώδης.τὸ αὔθαδες Εξαίρεση αποτελούν όσα λήγουν σε -ώδης.χ. β) η κλητική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού γένους. (ὦ) ἐξῶλες. -ήρης και κλίνονται κανονικά: π. καθώς και η ονομαστική. Τα βαρύτονα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης. Τα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης. τὸ ἀληθές. Στα επίθετα αυτά: α) η ονομαστική του ενικού του αρσενικού και του θηλυκού γένους σχηματίζεται χωρίς κατάληξη. τὸ ἀληθές. ἡ αὐθάδης. (ὦ) ποδῆρες. (ὦ) εὐῶδες.που είναι πριν από το χαρακτήρα εκτείνεται σε -η-. -ες: α) αν είναι υπερδισύλλαβα ανεβάζουν τον τόνο στην κλητική του ενικού αριθμού του αρσενικού και του θηλυκού γένους και στην ονομαστική. τῶν συνήθων (όπως τοῦ συνήθους). ὁ. αλλά ο χαρακτήρας -σ. (ὦ) αὔθαδες . τὸ ἐξῶλες. ὁ. ὁ. ἡ ποδήρης. ἡ ἐξώλης. αλλά το βραχύχρονο φωνήεν -ε. ἡ συνήθης.χ. (ὦ) ἀληθές 2.χ. τὸ εὐῶδες.χ. ὁ.1. τῶν πλήρων (όπως τοῦ πλήρους ). (ὦ) ἀληθές.

δοτ. θηλυκό ουδέτερο οἱ πολλοὶ αἱ πολλαὶ τὰ πολλὰ τῶν πολλῶν τῶν πολλῶν τῶν πολλῶν τοῖς πολλοῖς ταῖς πολλαῖς τοῖς πολλοῖς τοὺς πολλοὺς τὰς πολλὰς τὰ πολλὰ . τὸ πρᾶον. τὸ φροῦδον (βλ. τὸ μέγα ὁ πρᾶος. θηλυκό ουδέτερο ὁ πολὺς ἡ πολλὴ τὸ πολὺ τοῦ πολλοῦ τῆς πολλῆς τοῦ πολλοῦ τῷ πολλῷ τῇ πολλῇ τῷ πολλῷ τὸν πολὺν τὴν πολλὴν τὸ πολὺ (ὦ) πολὺ (ὦ) πολλὴ (ὦ) πολὺ Πληθυντικός αριθμός αρσενικό ονομ. κλητ. παρ.ΑΝΩΜΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Τα συνηθέστερα ανώμαλα επίθετα είναι τα εξής: ὁ πολύς. Η κλίση των ανωμάλων επιθέτων ὁ πολύς. ἡ πραεῖα. ἡ μεγάλη. σελ. ἡ πολλή.5). δοτ. γεν. τὸ πολὺ ὁ μέγας. Γραμματική της αρχαίας ελληνικής.113-114. τὸ σῶν και ὁ φροῦδος. γεν. αιτ. ἡ φρούδη( και ἡ φροῦδος) . τὸ πολὺ Ενικός αριθμός αρσενικό ονομ. Ανώμαλα επίθετα είναι και τα ελλειπτικά: ὁ. ἡ σῶς . ἡ πολλή.4 .

αιτ. κλητ. θηλυκό ουδέτερο ὁ πρᾶος ἡ πραεῖα τὸ πρᾶον τοῦ πράου τῆς πραείας τοῦ πράου τῷ πράῳ τῇ πραείᾳ τῷ πράῳ τὸν πρᾶον τὴν πραεῖαν τὸ πρᾶον (ὦ) πρᾶε (ὦ) πραεῖα (ὦ) πρᾶον . δοτ. τὸ πρᾶον Ενικός αριθμός αρσενικό ονομ. ἡ μεγάλη. (ὦ) πολλοὶ (ὦ) πολλαὶ (ὦ) πολλὰ ὁ μέγας. αιτ. αιτ. ἡ πραεῖα. δοτ.αιτ. κλητ. θηλυκό ουδέτερο οἱ μεγάλοι αἱ μεγάλαι τὰ μεγάλα τῶν μεγάλων τῶν μεγάλων τῶν μεγάλων τοῖς μεγάλοις ταῖς μεγάλαις τοῖς μεγάλοις τοὺς μεγάλους τὰς μεγάλας τὰ μεγάλα (ὦ) μεγάλοι (ὦ) μεγάλαι (ὦ) μεγάλα ὁ πρᾶος. γεν. γεν. γεν. τὸ μέγα Ενικός αριθμός αρσενικό ονομ. θηλυκό ουδέτερο ὁ μέγας ἡ μεγάλη τὸ μέγα τοῦ μεγάλου τῆς μεγάλης τοῦ μεγάλου τῷ μεγάλῳ τῇ μεγάλῃ τῷ μεγάλῳ τὸν μέγαν τὴν μεγάλην τὸ μέγα (ὦ) μέγα (ὦ) μεγάλη (ὦ) μέγα Πληθυντικός αριθμός αρσενικό ονομ. κλητ. κλητ. δοτ.

Πληθυντικός αριθμός αρσενικό ονομ. δοτ. αιτ. γεν. κλητ. θηλυκό ουδέτερο οἱ πρᾶοι αἱ πραεῖαι τὰ πραέα τῶν πραέων τῶν πραειῶν τῶν πραέων τοῖς πραέσι ταῖς πραείαις τοῖς πραέσι τοὺς πράους τὰς πραείας τὰ πραέα (ὦ) πρᾶοι (ὦ) πραεῖα (ὦ) πραέα .

π. -τερον για τον υπερθετικό βαθμό: -τατος. -τέρα. Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων. π.χ. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ Τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται είτε μονολεκτικά.χ. Β) συγκριτικός βαθμός.χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων. Α. Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις: Α) θετικός βαθμός. -τατον Σχηματίζουν με τις παραπάνω καταλήξεις τα παραθετικά τους τα παρακάτω επίθετα: . ὁ δίκαιος ἀνήρ. -τάτη. (ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί). Οι πιο συνηθισμένες είναι: για το συγκριτικό βαθμό: -τερος. χωρίς σύγκριση προς κάποιο άλλο. π. β) απόλυτο υπερθετικό. π.ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα επίθετα. ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται κανονικά προσθέτοντας στο θέμα του θετικού βαθμού του αρσενικού γένους τις παραθετικές καταλήξεις. Ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ονομάζονται παραθετικά του επιθέτου. είτε περιφραστικά. Γ) υπερθετικός βαθμός. κλιτοί ονοματικοί τύποι που φανερώνουν την ιδιότητα ή την ποιότητα των προσδιοριζόμενων από αυτά όρων. οὖτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου . κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει απλώς την ιδιότητα ή την ποιότητα του προσδιοριζόμενου όρου.χ. κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει ότι ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς έναν άλλο όρο ή και ένα σύνολο. κατά τον οποίο το επίθετο φανερώνει ότι ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα και διακρίνεται σε: α) σχετικό υπερθετικό. οὖτός ἐστι δικαιότατος. σχηματίζουν τους λεγόμενους βαθμούς παράθεσης των επιθέτων. χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα).χ. (ο προσδιοριζόμενος όρος έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον ανώτατο βαθμό.

αν προηγείται συλλαβή φύσει μακρόχρονη. π. ξηρός.πτωχό-τατος. -πτωχό-τερος. όσα λήγουν σε: -ιος.α) δευτερόκλιτα. -αρος.χ.χ. ἐνδοξό-τατος 3. ψυχή ΠΡΟΣΟΧΗ: εξαιρείται το ἀνιαρός π. τιμή. θερμό-τερος. ἀληθεσ-τέρα. λιτός. -αμος. νεώ-τατος π. σοφώ-τερος.χ. ξηρό-τερος. -ιμος. τριγενή και τρικατάληκτα ή δικατάληκτα. κῦρος. αν προηγείται συλλαβή θέσει μακρόχρονη. . πτωχό-τερον. βαρύς-εῖα-ύ -βαρύ-τερος. αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη: δίφθογγος:η. αι π.χος.ως εξής: ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ σε -ότερος / -ότατος ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ σε -ώτερος / -ώτατος 1. π. ἀληθέσ-τερον-ἀληθέσ-τατος. δηλαδή βραχύχρονο φωνήεν και ακολουθούν δυο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό -ξ.χ.ή –ω. χαριέσ-τερον-χαριέσ-τατος. μελαν-τέρα. λύπη. φλύαρος 4. χαριέστατον Παρατήρηση: Τα δευτερόκλιτα επίθετα σχηματίζουν παραθετικά με χαρακτήρα -ο. -ψ π. ἔγκυρος 4. πτωχός-ή-όν.χ. ἐνδοξό-τερος. -αλος. ξηρό-τατος σοφός. δηλαδή μακρόχρονο φωνήεν ή 1.ου. βαρυ-τάτη. μελάν-τερον-μελάν-τατος.χ. πτωχο-τέρα. μελαν-τάτη. -ακος. μελάν-τατον χαρίεις-εσσα-εν -χαριέσ-τερος. τα επίθετα: ἀνιαρός. ἀληθεσ-τάτη. ει. ἰσχυρός. όσα λήγουν σε: -υρος.χ. πρᾱος. χαριεσ-τέρα. νεώ-τερος. π. -ατος. -ανος. ω. πτωχότατον β) τριτόκλιτα. όσα έχουν ως δεύτερο συνθετικό τις λέξεις: 3. όσα λήγουν σε: θυμός. ἥσυχος . ινος π. χαριεσ-τάτη. ἀληθέστατον μέλας-αινα-αν -μελάν-τερος. νίκη. πτωχο-τάτη. γενναιό-τατος 2. γενναιό-τερος. σοφώ-τατος γενναῖος. -ικος. κίνδυνος. νέος. θερμό-τατος 2. τριγενή και τρικατάληκτα. θερμός. ψιλός. βαρύ-τερον-βαρύ-τατος. βαρύ-τατον ἀληθής-ής-ές -ἀληθέσ-τερος.χ. βαρυ-τέρα. δόκιμος ἔνδοξος.

-ον εὐδαίμων. πεν-έσ-τατος.ον πένης ἀκρατ-έσ-τερος. –ονος): σώφρων. ἄσμενος (= ευχαριστημένος). ἐρρωμένος (= δυνατός) καὶ πένης σχηματίζουν τα παραθετικά τους κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης. ἀσμεν-εσ-τέρα (και ἀσμενω-τέρα). ανόθευτος). σωφρον-έσ-τατος. ἀληθέσ-τατος) ἄκρατος. σωφρον-έσ-τερον σωφρον-έσ-τατον εὐδαιμον-έσ-τερος. -ων. ἐρρωμεν-έσ-τατος. -ες (ἀληθής.-ος. πεν-εσ-τέρα. ἐρρωμεν-εσ-τάτη. -ον σωφρον-έσ-τερος. εὐδαιμον-έσ-τατος. ἀκρατ-έσ-τερον ἀσμεν-έσ-τερος (και ἀσμενώ-τερος). ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ Μερικά παραθετικά επιθέτων διαμορφώνονται αναλογικά πρός τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά: (ἐλαφρός -ἐλαφρύτερος κατά το βαρύτερος. χοντρός -χοντρύτερος κατά το παχύτερος. πεν-εσ-τάτη. εὐδαιμον-εσ-τέρα. ἀκρατ-εσ-τέρα. ἐρρωμεν-έσ-τερον ἐρρωμεν-έσ-τατον πεν-έσ-τερος. ἀληθέσ-τερος. ον ἐρρωμένος. εὐδαιμον-εσ-τάτη. Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις: α) -έστερος. ἀσμεν-έσ-τερον (και ἀσμενώ-τερον) ἀκρατ-έσ-τατος (και ἀκρατό-τατος).Β. εὐδαιμον-έσ-τερον εὐδαιμον-έσ-τατον καθώς και τα επίθετα ἄκρατος (= αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον.. ἀσμεν-εσ-τάτη (και ἀσμενω-τάτη). αντί για τα κανονικά ἐλαφρότερος. ἀκρατ-εσ-τάτη (και ἀκρατο-τάτη). -ος. σωφρον-εσ-τέρα. -ων. χοντρότερος). σωφρον-εσ-τάτη. ον ἄσμενος. πεν-έσ-τερον πεν-έσ-τατον . -ον (γεν. ἐρρωμεν-εσ-τέρα.η. -έστατος Τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων. ἀκρατ-έσ-τατον (και ἀκρατό-τατον) ἀσμεν-έσ-τατος (και ἀσμενώ-τατος). ἀσμεν-έσ-τατον (και ἀσμενώ-τατον) ἐρρωμεν-έσ-τερος.

λαλ-ισ-τέρα. πλεονεκτ-ισ-τέρα. κλεπτ-ισ-τέρα.-ουν ἁπλ-ούστερος. λαλ-ισ-τάτη. βλακ-ισ-τέρα. ἀχαρίστατος) ἅρπαξ βλάξ λάλος κλέπτης πλεονέκτης ἁρπαγ-ίσ-τερος. λαλ-ίσ-τερον λαλ-ίσ-τατον κλεπτ-ίσ-τερος. ἁρπαγ-ισ-τέρα. ἁπλ-ούστατος. -ίστατος Τα μονοκατάληκτα επίθετα ἅρπαξ.β) –ούστερος.-οῦν εὔνους. εὐν-ούστερον εὐν-ούστατον γ) -ίστερος. -ούστατος Το επίθετο ἁπλοῦς και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθετικό το όνομα νοῦς σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος. βλακ-ισ-τάτη. ἁρπαγ-ισ-τάτη. ἁρπαγ-ίσ-τερον ἁρπαγ-ίσ-τατον βλακ-ίσ-τερος. -ῆ. πλεονεκτ-ισ-τάτη. λάλος (= φλύαρος). πλεονεκτ-ίσ-τατος. βλάξ. ἁπλ-ουστάτη. πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος. λαλ-ίσ-τατος. -ούστατος (κατά τά παραθετικά σε -έστερος. κλεπτ-ίσ-τερον κλεπτ-ίσ-τατον πλεονεκτ-ίσ-τερος. -ίστατος (κατὰ τὰ παραθετικά του ἄχαρις: ἀχαρίστερος. εὐν-ούστατος. ἁπλ-ουστέρα. ἁρπαγ-ίσ-τατος. εὐν-ουστάτη. -έστατος με συναίρεση): ἁπλοῦς. βλακ-ίσ-τερον βλακ-ίσ-τατον λαλ-ίσ-τερος. κλέπτης. κλεπτ-ίσ-τατος. εὐν-ουστέρα. κλεπτ-ισ-τάτη. ἁπλ-ούστερον ἁπλ-ούστατον εὐν-ούστερος. πλεονεκτ-ίσ-τερον πλεονεκτ-ίσ-τατον . -η. βλακ-ίσ-τατος.

-ον πρῳ-αί-τερος. -αίτατος Το επίθετο παλαιὸς σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρημα πάλαι σε -αίτερος. -α. παλαι-τέρα. -ον ἰδι-αί-τατος. -ον (και ἡσυχώ-τερος. σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος: Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός ἴσος-η-ον ἰσ-αί-τερος. -ον φίλ-τατος. -α. -ον πλησι-αί-τατος. -η. -α. σχολαί-τερον σχολαί-τατον Με την κατάληξη -αίτερος. -ον . -ον (= αργός. -ον (και εὐδιέσ-τερος. γεραί-τατος. -α. παλαί-τατος. -ον ἰσ-αί-τατος ὄψιος (= όψιμος)-η-ον ὀψι-αί-τερος. -η. -ον) ἡσυχ-αί-τερος . -ον παλαί-τερος. -α. -η. -ον εὐδι-αί-τατος . -ον εὐδι-αίτερος. -ον) (και ἡσυχώ-τατος. -ον) πρῷος (από το πρώιος = πρωινός) εὔδιος-α-ον ἥσυχος –η-ον ἴδιος-α-ον φιλ-αί-τερος. -α. -η. -ον) (και εὐδιέσ-τατος. -η. παλαι-τάτη. παλαί-τερον παλαί-τατον Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά: γεραιός. ᾱ. -α. σεβαστός) σχολαῖος. -ον φίλος -η-ον ἤ φίλ-τερος. -ον) ἰδι-αί-τερος. -η. -αίτατος. -ον ἡσυχ-αί-τατος . σχολαι-τέρα. -ον) (και ἰδιώ-τατος. αργοκίνητος) γεραί-τερος. -η. γεραι-τάτη. -α. -αίτατος: παλαιός.δ) –αίτερος. -η. σχολαί-τατος. γεραι-τέρα. -α. -α. σχολαι-τάτη. -α. -η. -ον ὀψι-αί-τατος πλησίος-α-ον πλησι-αί-τερος. -α. -η. -ον (= γέροντας. -ον (και ἰδιώ-τερος. -ον (και φιλ-ίων. γεραί-τερον γεραί-τατον σχολαί-τερος. -ον πρῳ-αί-τατος.-α. -ιων. -ιον) φιλ-αίτατος . -η.

-ον ἀγαθός. τὸ ἧττον ἐπιρρ. -ον ὁ. -ον μικρότερος. -α. -α.πολύ ὁ. τὸ κρεῖττον κράτιστος. -ον μακρότερος. -ον κακός. -ον ἐχθρός. τὸ ἔχθιον ἔχθιστος. ἡ μείζων. ἡ βελτίων. -η. -η. ἡ ἡδίων. -ον ὁ. ἡ ἀμείνων. -ον ὁ. -α. -α. -ὺ ὁ. ἡ μείων.πολλή .μέγαν ὁ. -η. -ον ὁ. -ον μακρότατος. τὸ μεῖζον μέγιστος. -ον μέγας . -η. -η. τὸ κάκιον κάκιστος. τὸ ῥᾷον ῥᾷστος. -ον πολύς . -ον μικρότατος. -ον ὁ. τὸ λῷον λῷστος. ἡ καλλίων. -α. -η. -ον ὁ. τὸ βέλτιον βέλτιστος. ἥκιστα ὀλίγος. -ον ῥᾴδιος. ἡ ἐλάττων. -ὺ ὁ. τὸ αἴσχιον αἰσχιστος. γι’ αυτό λέγονται ανώμαλα παραθετικά. -η. -ον (καὶ ὀμαλά: ἐχθρότερος. -ον ὁ. -η. -ον μικρός. -ον ὁ. -ον ὁ. -η. -ον ΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΤΩΝ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ .ἡ αἰσχίων. ἡ κρείττων. ἡ λῴων. -η. -η. τὸ ἔλαττον ἐλάχιστος. -η.ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού.μεγάλη . -η. τὸ μεῖον ὀλίγιστος. -η. ἡ θάττων. τὸ πλέον πλεῖστος. -ον ὁ. -ον καλός. -εῖα. -η. ἡ πλείων. -ον) ἡδύς. -α. τὸ ἄμεινον ἄριστος. -ον ὁ.ἡ ἐχθίων. -ον ὁ. -η. τὸ χεῖρον χείριστος. ἡ ἥττων. -η. ἡ χείρων. -α. -α. -ον) (καὶ ὀμαλά: ἐχθρό-τατος. -η. -ον αἰσχρός. -εῖα. Τα επίθετα αυτά είναι: Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός ὁ. τὸ θᾶττον τάχιστος. -η. τὸ κάλλιον κάλλιστος. ἡ ῥᾴων. -η. τὸ ἥδιον ἥδιστος. -η. -η. -ον μήκιστος. -η. -ον μακρός. -ον ταχύς. ἡ κακίων. -η.

φιλόγελως κ. κόλαξ.χ.Ο συγκριτικός βαθμός των ανωμάλων παραθετικών κλίνεται κατά τα δικατάληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης με τρία γένη και κλίνονται κατά το ακόλουθο παράδειγμα: π. ὁ. τὴν βελτίον-α Αιτ. ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ .ἄ. μᾶλλον ἐπιμελής. Έτσι και τα εὔελπις. ὁ. ή βελτίω Κλητ. μάλιστα ἐπιμελής Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά. ταῖς βελτίοσι(ν) τοῖς βελτίοσι(ν) τοὺς. αἱ βελτίον-ες ή τὰ βελτίον-α ή βελτίους βελτίω τῶν βελτιόν-ων τῶν βελτιόν-ων τοῖς.ἡ βελτίων. τῷ. τοῦ. τὰς βελτίον- τὰ βελτίον-α ή ας ή βελτίους βελτίω (ὦ) βελτίον-ες ή (ὦ) βελτίον-α ή βελτίους βελτίω ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ Τα περιφραστικά παραθετικά σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική. μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν. μονοκατάληκτα ἐπίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων΄ ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς. ὑβριστής. τῇ βελτίον-ι τῷ βελτίον-ι τὸν.τῆς βελτίον-ος τοῦ βελτίον-ος Δοτ. ἡ βελτίων τὸ βέλτιον Γεν. τὸ βέλτιον Ενικός αριθμός Ον.χ. ὦ βέλτιον τὸ βέλτιον ὦ βέλτιον Πληθυντικός αριθμός οἱ. στο συγκριτικό βαθμό με το επίρρημα μᾶλλον και στον υπερθετικό βαθμό με το επίρρημα μάλιστα εμπρός από το θετικό: π. ἐπιμελής. Παρατηρήσεις στα περιφραστικά παραθετικά: Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.

Μερικά επίθετα δεν έχουν θετικό βαθμό ή και έναν από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των
επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά.
Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

(ἄνω)

ἀνώ-τερος

ἀνώ-τατος

(κάτω)

κατώ-τερος

κατώ-τατος

(πρό)

πρό-τερος

(ὑπέρ)

ὑπέρ-τερος

ὑπέρ-τατος

ἐπικρατῶν

ἐπικρατ-έστερος

-

προτιμώμενος

προτιμό-τερος

-

πρῶτος
(πρό-ατος)

Παρατήρηση στα παραθετικά των επιθέτων:
Μερικά επίθετα δεν σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση
που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι όσα φανερώνουν:

α) ύλη: π.χ. λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος
β) τοπική ή χρονική σχέση: π.χ. χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος
γ) μέτρο: π.χ. σταδιαῖος, πηχυαῖος
δ) καταγωγή ή συγγένεια: π.χ. πατρῷος, μητρικός
ε) μόνιμη κατάσταση: π.χ. θνητός, νεκρός
στ) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό ἀ-: π.χ. ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ἄ.
ζ) μερικά συνθετικά με α΄ συνθετικό το επίθετο πᾶς ή την πρόθεση ὑπέρ:
π.χ. πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος , ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ
Πολλά επιρρήματα της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι΄ αυτό σχηματίζουν παραθετικά.
Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική:
α) επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα.
Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατική του ουδετέρου του
συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικὀ έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατική του ουδετέρου
του υπερθετικού επιθέτου:

(δίκαιος), δικαίως, δικαιότερον, δικαιότατα
(σοφός), σοφῶς, σοφώτερον, σοφώτατα
(ἀληθής), ἀληθῶς, ἀληθέστερον, ἀληθέστατα
(σώφρων), σωφρόνως, σωφρονέστερον, σωφρονέστατα
(ἡδύς), ἡδέως, ἥδιον, ἥδιστα
(καλός), καλῶς, κάλλιον, κάλλιστα κ.ἄ.
β) Τα επιρρήματα εὖ (ἀντίστοιχο τοῦ ἐπιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον καὶ πολύ:

Θετικός

Συγκριτικός

εὖ

ὀλίγον

πολύ

Υπερθετικός

ἄμεινον

ἄριστα

βέλτιον

βέλτιστα

κρεῖττον

κράτιστα

μεῖον

ὀλίγιστα

ἔλαττον

ἐλάχιστα

ἧττον

ἥκιστα

πλέον

πλεῖστα ή πλεῖστον

γ) Το επίρρημα μάλα (= πολύ), ποὺ οἱ τρεὶς βαθμοί του εἶναι:
θετ. μάλα, συγκρ. μᾶλλον, ὑπερθ. μάλιστα
δ) Μερικὰ τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις
–τέρω, -τάτω:

Θετικός

Συγκριτικός

Υπερθετικός

ἄνω

ἀνωτέρω

ἀνωτάτω

ἄπωθεν (= μακριά)

ἀπωτέρω

ἀπωτάτω

ἐγγυτέρω

ἐγγυτάτω

ἐγγύτερον

ἐγγύτατα

ἔγγιον

ἔγγιστα

ἔξω

ἐξωτέρω

ἐξωτάτω

ἔσω (καὶ εἴσω)

ἐσωτέρω

ἐσωτάτω

κάτω

κατωτέρω

κατωτάτω

πόρρω

πορρωτέρω

πορρωτάτω

ἐγγύς (= κοντά)

πέρα

περαιτέρω

-

ε) Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις
–(αί)τερον, -(αί)τατα:

Θετικός
πάλαι

πρωί

ὀψέ (= ἀργά)

Συγκριτικός

Υπερθετικός

παλαίτερον

παλαίτατα

πρωιαίτερον

πρωιαίτατα

πρῳαίτερον

πρῳαίτατα

ὀψιαίτερον

ὀψιαίτατα

Παρατήρηση στα παραθετικά των επιρρημάτων:
Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με
τα μᾶλλον, μάλιστα και το θετικό.

π.χ. σοφῶς, μᾶλλον σοφῶς, μάλιστα σοφῶς
ἡδέως, μᾶλλον ἡδέως, μάλιστα ἡδέως

μοι σοί. σε (ἓ) ἡμᾶς ὑμᾶς (σφᾶς) 2. αναφορικές. Προσωπικές αντωνυμίες Προσωπικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου. 6. 9.λπ.ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ Αντωνυμίες ονομάζονται οι κλιτές λέξεις που χρησιμοποιούνται στο λόγο αντί των ονομάτων (ουσιαστικών ή επιθέτων). σοι οἷ. 2. 8. μου σοῦ. σου (οὗ) ἡμῶν ὑμῶν (σφῶν) Δοτική ἐμοί. 3. οριστική ή επαναληπτική. ἐκεῖνος. 4. Τα είδη των αντωνυμιών είναι: 1. κτητικές αυτοπαθητικές. . προσωπικές. 5. Δεικτικές αντωνυμίες Δεικτικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για να δείξουν κάτι αισθητό ή νοητό. αόριστες. ερωτηματικές. α) πρόσωπο: ἐγὼ β) πρόσωπο: σὺ γ) πρόσωπο: αὐτός. Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός α΄ β΄ γ΄ α΄ β΄ γ΄ πρόσωπο πρόσωπο πρόσωπο πρόσωπο πρόσωπο πρόσωπο Ονομαστική ἐγὼ σὺ - ἡμεῖς ὑμεῖς (σφεῖς) Γενική ἐμοῦ. 1. οἱ ἡμῖν ὑμῖν σφίσι(ν) Αιτιατική ἐμέ. δεικτικές. αλληλοπαθητική. 7. με σέ. ὅδε κ.

τοιόνδε ή τοιοῦτος. τηλικόσδε. τηλικήδε. τηλικαύτη. ἐκεῖνο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθετο της β’ κλίσης σε -ος.Αυτές είναι οι εξής: 1. 2. ἡ.ο εξής). τηλικόνδε ή τηλικοῦτος. 2. τηλικοῦτο(ν) (= τόσο μεγάλος). 5. τόδε σχηματίστηκε από το άρθρο ὁ. -η. τοιόσδε. τόδε (= αυτός εδώ. 3. ἥδε. Η αντωνυμία ὅδε. -ον. 4. τόδε κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ονομαστική ὅδε ἥδε τόδε οἵδε αἵδε τάδε Γενική τοῦδε τῆσδε τοῦδε τῶνδε τῶνδε τῶνδε Δοτική τῷδε τῇδε τῷδε τοῖσδε ταῖσδε τοῖσδε Αιτιατική τόνδε τήνδε τόδε τούσδε τάσδε τάδε Παρατηρήση: Η αντωνυμία ὅδε. ἐκείνη. αὕτη. οὗτος. ἥδε. αὕτη. τοιαύτη. Η αντωνυμία οὗτος. ἐκείνη. ἥδε. τὸ μαζί με το εγκλιτικό δεικτικό . Η αντωνυμία οὗτος. αὕτη. Η αντωνυμία ἐκεῖνος. αυτός δα. τοιάδε. αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο. ὅδε. τοῦτο. τοῦτο είναι η μόνη από τις αντωνυμίες που έχει κλητική στο αρσενικό και στο θηλυκό του ενικού αριθμού. τοιοῦτο(ν) (= τέτοιος). Το ουδέτερο στην ονομαστική και αιτιατική δεν έχει ν. 3. τοῦτο κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Ονομαστική οὗτος αὕτη τοῦτο οὗτοι αὗται ταῦτα Γενική τούτου ταύτης τούτου τούτων τούτων τούτων Δοτική τούτῳ ταύτῃ τούτῳ τούτοις ταύταις τούτοις Αιτιατική τοῦτον ταύτην τοῦτο τούτους ταύτας ταῦτα Κλητική (ὦ) οὗτος (ὦ) αὕτη - - - - Παρατηρήσεις: 1. ἐκεῖνος. ἐκεῖνο.

σημαίνει ταυτότητα (ὁ αὐτὸς = ο ίδιος) π. -η. Τὴν γοῦν Ἀττικὴν ἐκ τοῦ ἐπὶ πλεῖστον διὰ τὸ λεπτόγεων ἀστασίαστον οὖσαν ἄνθρωποι ᾤκουν οἱ αὐτοὶ αἰεί. σοφή.χ. δικό μου). ἡμέτερον (= δικός μας. Επαναληπτική είναι μόνο στις πλάγιες πτώσεις. ἣν α ὐτὸ ς (=αυτός ο ίδιος όχι άλλος) Ξέρξης ἤγαγεν. δικό σου). δικό του). Σχηματίζονται από τα θέματα των προσωπικών αντωνυμιών και έχουν αντιστοίχως τρία πρόσωπα: Α για ένα κτήτορα α πρόσωπο: ἐμός. αὐτό κλίνεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β κλίσης σε -ος. χωρίς όμως το τελικό ν στο ουδέτερο του ενικού: αὐτός. -α. σφέτερον (= δικός τους. αὐτὸ (γεν. ἡμετέρα. ἡμετέρα. όταν εκφέρεται μαζί με το άρθρο. ἧς α ὐτὸ ν (=δηλ. 3. Παρατηρήση: Οι κτητικές αντωνυμίες κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β κλίσης σε -ος.(οι ίδιοι πάντοτε) 4.χ. αὐτό. σή. -ον. σοφόν) και ἡμέτερος. αὐτῆς. Η αντωνυμία αὐτός. Μετὰ δ ὲ ταῦτα γενομένης τ ῆς ὕστερον στρατείας. ὑμετέρα. β πρόσωπο: ὑμέτερος. δική τους. αὐτοῦ) κ. αὐτοῦ. ἐμὸν (= δικός μου.χ. ἐμή.λπ. να το ξεχωρίσει από τα άλλα π. σφετέρα. β πρόσωπο: σός. Η αντωνυμία αὐτός. σὸν (= δικός σου. ον. όταν χρησιμεύει για να επαναλάβει κάτι για το οποίο έγινε λόγος πρωτύτερα π. Κτητικές αντωνυμίες Κτητικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν σε ποιον ανήκει κάτι. αὐτή. γ πρόσωπο: σφέτερος. ἑή. ὑμέτερον (= δικός σας. ἑὸν (= δικός του. δικό τους).χ. Κῦρον δ ὲ μεταπέμπεται ἀπὸ τ ῆς ἀρχῆς. ἡμέτερον ( όπως δίκαιος. Κῦρον ) σατράπην ἐποίησε καὶ στρατηγ ὸ ν δ ὲ α ὐτ ὸ ν ἀπέδειξε πάντων. δικαία. όταν χρησιμεύει για να ορίσει κάτι. ἐμὸν (όπως σοφός. Κλίνεται όπως το άρθρο και οι άτονοι τύποι του παίρνουν τον τόνο του μορίου δέ.μόριο δὲ στο τέλος του. αὐτή. Οριστική είναι σε όλες τις πτώσεις. δικό σας). δική σου. Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία είναι η αντωνυμία αὐτός. δικό μας). δηλαδή ορίζουν κτήτορα. ἐμός. γ πρόσωπο: ἑός. δική μας. -ον και ος. δική σας. ἐμή. αὐτή. Π. δική μου. . δική του. -η. Β για πολλούς κτήτορες α πρόσωπο: ἡμέτερος. δίκαιον).

Παραδείγματα κλίσης: α προσώπου Ενικός αριθμός αρσενικό Πληθυντικός αριθμός θηλυκό αρσενικό θηλυκό Γενική ἐμαυτοῦ ἐμαυτῆς ἡμῶν αὐτῶν ἡμῶν αὐτῶν Δοτική ἐμαυτῷ ἐμαυτῇ ἡμῖν αὐτοῖς ἡμῖν αὐταῖς Αιτιατική ἐμαυτὸν ἐμαυτὴν ἡμᾶς αὐτοὺς ἡμᾶς αὐτὰς β προσώπου Ενικός αριθμός αρσενικό Πληθυντικός αριθμός θηλυκό αρσενικό θηλυκό Γενική σεαυτοῦ σεαυτῆς ὑμῶν αὐτῶν ὑμῶν αὐτῶν Δοτική σεαυτῷ σεαυτῇ ὑμῖν αὐτοῖς ὑμῖν αὐταῖς Αιτιατική σεαυτὸν σεαυτὴν ὑμᾶς αὐτοὺς ὑμᾶς αὐτὰς γ προσώπου Ενικός αριθμός Γενική Πληθυντικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο ἑαυτοῦ ἑαυτῆς - αρσενικό θηλυκό ἑαυτῶν ή ἑαυτῶν ή σφῶν αὐτῶν σφῶν αὐτῶν ἑαυτοῖς ή ἑαυταῖς ή ουδέτερο - . Αυτοπαθητικές αντωνυμίες Αυτοπαθητικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν ότι το ίδιο υποκείμενο ενεργεί και συγχρόνως παθαίνει. Τῶν φυγόντων οὐδεὶς ἑαυτοῦ κατηγορεῖ. π. ἀλλὰ τοῦ στρατηγοῦ καὶ τῶν πλησίον καὶ πάντων μᾶλλον.χ.5. Ἰσοκράτης κάκιστον ἔλεγεν ἄρχοντα εἶναι τὸν ἄρχειν ἑαυτοῦ μὴ δυνάμενον. π.χ.

π. έχει μόνο δυϊκό και πληθυντικό αριθμό. πόσος. τριταῖος. 5. 6.χ.Δοτική ἑαυτῷ ἑαυτῇ - Αιτιατική ἑαυτὸν ἑαυτὴν ἑαυτὸ σφίσιν αὐτοῖς σφίσιν αὐταῖς ἑαυτοὺς ή ἑαυτὰς ή σφᾶς αὐτοὺς σφᾶς αὐτὰς - ἑαυτὰ Παρατηρήσεις: 1. π.λ.λπ. Λόγω του ότι αναφέρεται σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα δεν έχει ενικό αριθμό. Ερωτηματικές αντωνυμίες Ερωτηματικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που εισάγουν ερωτήσεις και είναι οι εξής: 1. σεαυτῆς > σαυτῆς κ. πόστος. Ἆρ’ οὐ διδάσκομέν τι ἀλλήλους.χ Κρατεῖ δ’ εἷς τὸν νόμον κεκτημένος αὐτὸς παρ’ αὑτῷ. πόσον ποῖος.). ποία. Πληθυντικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Γενική ἀλλήλων ἀλλήλων ἀλλήλων Δοτική ἀλλήλοις ἀλλήλαις ἀλλήλοις Αιτιατική ἀλλήλους ἀλλήλας ἄλληλα 7. τι είδους.). ποῖον (= τι λογής. Οι αυτοπαθητικές αντωνυμίες εξαιτίας της σημασίας τους συνηθίζονται μόνο στις πλάγιες πτώσεις..π).). πότερον (= ποιος από τους δύο. Δε συνηθίζεται στην ονομαστική αλλά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Αλληλοπαθητική αντωνυμία Αλληλοπαθητική ονομάζεται η αντωνυμία που φανερώνει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούν και παθαίνουν αμοιβαία. πηλίκος. πηλίκον (= πόσο μεγάλος. 3. ποδαπός. ποδαπὸν (= από ποιον τόπο. τίς. Γνῶθι σαυτὸν(= γνώρισε τον εαυτό σου).λπ. πότερος.πβ. πόση. τρίτος κ. 2.).χ. 7. πόστον (= τι θέση έχει σε μια αριθμητική σειρά πβ. 4.). ποσταῖος. Έχει τρία γένη και κλίνεται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β κλίσης. Οι τύποι του β και γ προσώπου απαντούν και συνηρημένοι: σεαυτοῦ > σαυτοῦ. . πόστη. 2. ποδαπή. ποσταῖον (= σε πόσες μέρες. 8. ποσταία. δεύτερος. ποιας ηλικίας. τί (= ποιος. πηλίκη. ποτέρα.). 6. π. τεταρταῖος κ.

ὁ δεῖνα. Αόριστες αντωνυμίες Αόριστες ονομάζονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν κάτι αόριστο. τὸ δεῖνα. που δεν μπορεί κανείς ή δε θέλει να το ονομάσει. -ίνος). Οι αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής: 1. τὶ κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός αρσενικό / θηλυκό Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο αρσενικό / θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική τὶς τὶ τινὲς τινὰ ή ἄττα Γενική τινὸς ή του τινὸς ή του τινῶν τινῶν Δοτική τινὶ ή τῳ τινὶ ή τῳ τισὶ(ν) τισὶ(ν) Αιτιατική τινὰ τὶ τινὰς τινὰ ή ἄττα Παρατηρήσεις: 1. κλίνεται κατά την τρίτη κλίση.Όλες οι ερωτηματικές αντωνυμίες είναι τρικατάληκτες και κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος. 2. τονίζεται σε όλες τις πτώσεις στη λήγουσα. έτσι: τίς. τὶς. -η.ἔνια (= μερικοί). τὶ είναι τριγενής και δικατάληκτη. τί που είναι τριγενής και δικατάληκτη και κλίνεται όπως τα ενρινόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά σε -ις (γεν. Η αντωνυμία τίς. Η αντωνυμία τὶς. . 3. ἔνιοι. -ον. τι Ενικός αριθμός αρσενικό / θηλυκό Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο αρσενικό / θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική τίς τί τίνες τίνα Γενική τίνος ή τοῦ τίνος ή τοῦ τίνων τίνων Δοτική τίνι ή τῷ τίνι ή τῷ τίσι(ν) τίσι(ν) Αιτιατική τίνα τί τίνας τίνα 8. τὶ (= κάποιος). ἡ δεῖνα. εκτός από την αντωνυμία τίς. ἔνιαι. έχει άτονους τους δεύτερους τύπους στον ενικό και διπλούς τύπους στην ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού του ουδετέρου.

ἀλλοδαπή.λπ. 5. Η αντωνυμία ἔνιοι. Η αντωνυμία πᾶς.) ή μένει άκλιτη. μηδὲν (= κανείς). μηδένες. 6. κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα. οι οποίες ονομάζονται έτσι διότι δηλώνουν επιμερισμό από ένα σύνολο δύο ή περισσότερων ουσιαστικών. πᾶν χρησιμεύει και ως επίθετο: π. ἕτερος. μηδετέρα. οὐδεμία. ἀλλοδαπός. 3. ἑκατέρα. πᾶσα ἡ πόλις (= ολόκληρη η πόλη).2. 9. 3. ἄλλη. ἑκάτερον (= καθένας από τους δύο). ἕκαστον (= καθένας). πᾶν (= καθένας χωρίς καμία εξαίρεση). ἄλλος. ἑτέρα. ἕν. ἄλλο. οὐδέτερος. 4. οὐδεμία. 10. ἀμφότεραι.χ. ποσή. ποιόν (= κάποιας λογής). 7. ποσόν (= κάμποσος). ἑκάτερος. Όλες οι επιμεριστικές αντωνυμίες εκτός από το πᾶς. πᾶσα. μηδέν. ἑκάστη. Η αντωνυμία δεῖνα δεν έχει εύχρηστο πληθυντικό και κλίνεται ή κατά την τρίτη κλίση (δεῖνα. οὐδὲν – μηδείς. ἀμφότεροι. Στις αόριστες αντωνυμίες ανήκουν και μερικά επίθετα που λέγονται επιμεριστικές αντωνυμίες. 11. 8. μηδεμία. αλλά στο αρσενικό γένος έχουν και πληθυντικό αριθμό: οὐδένες. ἔνια απαντά μόνο στον πληθυντικό και κλίνεται σαν τρικατάληκτο δευτερόκλιτο επίθετο. 9. μηδεμία. 2. Αυτές είναι οι εξής: πᾶς. ποιός. ἕτερον (= άλλος. μηδέτερον (= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος). 3. πᾶσα πάσα. ἀλλοδαπὸν (= από άλλο τόπο). Παράδειγμα κλίσης: οὐδείς. οὐδέτερον – μηδέτερος. οὐδείς. οὐδετέρα. Οι αντωνυμίες οὐδεὶς και μηδεὶς κλίνονται όπως το αριθμητικό εἷς. πᾶν – οὐδείς. οὐδεμία. 1. ἔνιαι. ποσός. οὐδὲν και μηδείς. χρησιμοποιείται όταν έχουμε δύο ουσιαστικά). μία. Αναφορικές αντωνυμίες . οὐδὲν Ενικός αριθμός αρσενικό θηλυκό Πληθυντικός αριθμός ουδέτερο Ονομαστική οὐδεὶς οὐδεμία οὐδὲν οὐδένες Γενική οὐδενὸς οὐδεμιᾶς οὐδενὸς οὐδένων Δοτική οὐδενὶ οὐδεμιᾷ οὐδενὶ οὐδέσι(ν) Αιτιατική οὐδένα οὐδεμίαν οὐδὲν οὐδένας Παρατηρήσεις: 1. πᾶσα. ἀμφότερα (= και οι δύο μαζί). δεῖνι κ. 2. δεῖνος. ἕκαστος. ποιά.

ἠλίκον (= όσο μεγάλος). ἥτις. 6. στις. Η αντωνυμία ὅστις. ὅσος. ὅσπερ. Κλίνεται και ως προς τα δύο μέρη διατηρώντας τον τόνο του α συνθετικού. 3. ὁπότερον (= όποιος από τους δύο). ὁπηλίκη. 10. ὁπόσος.τι (= όποιος). Οι αναφορικές αντωνυμίες είναι οι εξής: 1. ὁποῖον(= όποιας λογής). σε πλάγια ερώτηση). ὅ. ὅς.τι Πληθυντικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική οἵτινες αἵτινες ἅτινα ή ἅττα Γενική ὧντινων ὧντινων ὧντινων Δοτική οἷστισι(ν) αἷστισι(ν) οἷστισι(ν) Αιτιατική οὕστινας ἅστινας ἅτινα ή ἅττα Παρατηρήση: Η αντωνυμία ὅστις. ἡλίκος. ὁποτέρα. ὁποῖος. ὅ. ὁπότερος. ὁποδαπὸν (= από ποιον τόπο. ἥτις. ὁπόση. 11. τὶ. ὁπηλίκον (= όσο μεγάλος). οἷα. ὁποδαπή.τι Γενική οὗτινος και ὅτου ἧστινος οὗτινος και ὅτου Δοτική ᾧτινι και ὅτῳ ᾗτινι ᾧτινι και ὅτῳ Αιτιατική ὅντινα ἥντινα ὅ. ἥ. ὁποία. ἥπερ. 4. οἷος. .Αναφορικές ονομάζονται οι αντωνυμίες με τις οποίες μια πρόταση αναφέρεται σε λέξη άλλης πρότασης ή σε όλο το περιεχόμενο της πρότασης αυτής.τι κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική ὅστις ἥτις ὅ. ὁποδαπός. ὅση. ὅπερ (= αυτός ακριβώς που). ἥτις. ὁπόσον (= όσος). ὁπηλίκος. ἥ.τι είναι σύνθετη με α συνθετικό την αναφορική αντωνυμία ὅς. ὅσον. ὃ και β συνθετικό την αόριστη αντωνυμία τὶς. 8. 2. οἷον (= τέτοιος). 5. ἡλίκη. 9. ὃ (= ο οποίος). ὅ. 7.

Κλίνεται μόνο ως προς το α συνθετικό της που κρατά τον αρχικό του τόνο. ἥ. ἥπερ. ἥπερ. σελ. ὅπερ είναι σύνθετη με α συνθετικό την αντωνυμία ὅς. ὃ και β συνθετικό το εγκλιτικό μόριο πὲρ (= ακριβώς). . 136 έως 146.Η ὅσπερ. Για τη μελέτη όλων των αντωνυμιών βλέπε τη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. ὅπερ κλίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική ὅσπερ ἥπερ ὅπερ Γενική οὗπερ ἧσπερ οὗπερ Δοτική ᾧπερ ᾗπερ ᾧπερ Αιτιατική ὅνπερ ἥνπερ ὅπερ Πληθυντικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική οἵπερ αἵπερ ἅπερ Γενική ὧνπερ ὧνπερ ὧνπερ Δοτική οἷσπερ αἷσπερ οἷσπερ Αιτιατική οὕσπερ ἅσπερ ἅπερ Παρατηρήση: α) Η αντωνυμία ὅσπερ.

κλίνονται ως εξής: α. Τα αριθμητικά είναι: επίθετα. χρονικά. Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων και λήγουν σε –άκις ή –κις π. εἷς . μία (ναῦς). είναι όλα θηλυκά και λήγουν σε -ὰς.τρία Πληθυντικός αριθμός αρσενικό και θηλυκό Ονομαστική τρεῖς ουδέτερο τρία . Τα αριθμητικά ουσιαστικά σημαίνουν αφηρημένη αριθμητική ποσότητα. Τα εἷς . τέτταρες .λπ. τρὶς (= για τρεις φορές) και ἐνάκις (= για εννέα φορές).μία . γεν. Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων π.ἓν Ενικός αριθμός αρσενικό θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική εἷς μία ἓν Γενική ἑνὸς μιᾶς ἑνὸς Δοτική ἑνὶ μιᾷ ἑνὶ Αιτιατική ἕνα μίαν ἓν β. –άδος. επιρρήματα. Τα αριθμητικά επίθετα διακρίνονται σε απόλυτα.χ.ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ Αριθμητικά λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν αριθμούς ή παράγονται από ονόματα αριθμών.λπ. δυ-άς. Τα αριθμητικά επιρρήματα φανερώνουν πόσες φορές επαναλαμβάνεται κάτι. τρεῖς . ουσιαστικά. Σχηματίζονται ιδιόμορφα τα: ἅπαξ (= για μια μόνο φορά). Απόλυτα αριθμητικά Τα απόλυτα αριθμητικά δηλώνουν απλώς ένα ορισμένο πλήθος όντων: εἷς (ὁπλίτης).τρία. τρι-ὰς κ. πολλαπλασιαστικά και αναλογικά. δὶς (= για δύο φορές). και κλίνονται όπως τα θηλυκά οδοντικόληκτα της γ’ κλίσης σε –άς. ἕν (ὅπλον).χ.μία .ἕν. πεντάκις. τρεῖς . δεκάκις κ. Α. τακτικά.τέτταρα.

-αι. Β.χ. εκτός από τα δεύτερος. Έως και το 12 είναι μονολεκτικά με κατάληξη -τος.τέτταρα Πληθυντικός αριθμός αρσενικό και θηλυκό ουδέτερο Ονομαστική τέτταρες τέτταρα Γενική τεττάρων τεττάρων Δοτική τέτταρσι(ν) τέτταρσι(ν) Αιτιατική τέτταρας τέτταρα Παρατηρήσεις: Τα αριθμητικά από το πέντε μέχρι και το εκατό είναι άκλιτα (π. τὴν παρὰ Περδίκκου διακοσίαν ἵππον ἐν Ὀλύνθῳ μένειν. Από το 13 εως το 19 είναι περιφραστικά: . -τον: π. -αι.χ. -οον κ. τέτταρες . -μον και ὅγδοος. -όη. ἕβδομος.λπ. Πρῶτος (μήν). -τον. τη θέση που κατέχει κάτι σε σχέση με μια σειρά από όμοιά του: π. -α και εξής κλίνονται μόνο στον πληθυντικό αριθμό όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα. -τη.χ. -τη. -τερον.Γενική τριῶν τριῶν Δοτική τρισὶ(ν) τρισὶ(ν) Αιτιατική τρεῖς τρία γ. Τακτικά αριθμητικά Τα τακτικά αριθμητικά φανερώνουν την τάξη. -α και πέρα είναι δυνατό να βρεθούν και στον ενικό αριθμό όταν προσδιορίζουν περιληπτικά ουσιαστικά: π. -τέρα. Δευτέρα (ἡμέρα) κ. τῶν τριάκοντα τυράννων κ. Τα απόλυτα αριθμητικά από το διακόσιοι. Από το διακόσιοι.λπ. -μη.χ.). πρῶτος.λπ.

Αναλογικά Τα αναλογικά αριθμητικά δηλώνουν πόσες φορές είναι μεγαλύτερο ένα ποσό από ένα άλλο του ίδιου είδους. -οῦν. (διπλόη) διπλῆ. μία. (ἁπλόον) ἁπλοῦν. (τρί-α) τριπλοῦς. Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος. Δ. Ε.λπ. -στον: π.π. (ἁπλόη) ἁπλῆ . -α. Πολλαπλασιαστικά Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δηλώνουν από πόσα μέρη αποτελείται κάτι. π. -ον. Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος.χ. π. Χρονικά Τα χρονικά αριθμητικά (που δεν τα έχει η νέα ελληνική) φανερώνουν ποια ημέρα συμβαίνει μια πράξη. Σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων με την προσθήκη της κατάληξης -πλοῦς. Γ. 2 δύο -έρα. (δι-ο) διπλάσιος. (διπλόος) διπλοῦς. -α. (ἁπλόος) ἁπλοῦς. (διπλόον) διπλοῦν κτλ. -στὸν κ. ερον . από τότε που άρχισε. -στή. -η. (δεύτερος) δευτεραῖος ἀφίκετο (= έφτασε τη δεύτερη μέρα αφότου ξεκίνησε). Τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων και λήγουν σε -πλάσιος. Κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα δευτερόκλιτα επίθετα σε ος. -στη. π. εἰκοστός. -ῆ.λπ.χ. Από το 20 και πέρα σχηματίζονται με την κατάληξη -στός. -ον.χ.οῦς. πρώτη. πρῶτον δεύτερος. Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά κλίνονται όπως τα συνηρημένα τρικατάληκτα επίθετα της β κλίσης σε . ἓν τακτικά πολλαπλασιαστικά αναλογικά χρονικά ουσιαστικά επιρρήματα ἁπλοῦς - - μονὰς ἅπαξ διπλοῦς διπλάσιος δευτεραῖος δυὰς δὶς πρῶτος. Αυτά σχηματίζονται από το θέμα των τακτικών και λήγουν σε –αῖος: π. ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ απόλυτα 1 εἷς. (δέκα) δεκαπλοῦς. -ο . τέταρτος και δέκατος κ.χ.χ.χ.

αρτον πέμπτος.3 4 τρεῖς. . -ον ἕκτος. -ον τέσσαρες.-ον Παρατήρηση: Για τη μελέτη όλων των αριθμητικών βλέπε τη Γραμματική της Aρχαίας Ελληνικής. τρίτος. -η. -άρτη. η. τέσσαρα 5 πέντε 6 ἓξ τριπλοῦς τριπλάσιος τριταῖος τριὰς τρὶς τετραπλοῦς τετραπλάσιος τεταρταῖος τετρὰς τετράκις πενταπλοῦς πενταπλάσιος πεμπταῖος πεμπὰς πεντάκις ἑξαπλοῦς ἑξαπλάσιος - ἑξὰς ἑξάκις τέταρτος. 128 έως 133. σελ. - τρία η.

λύσασαι. ἱστάσαν. λυθὲν Γεν. λυσάσαις. κτλ τιθεμένη. λύσας. λυθείς. λυθείσῃ. λυθέντι. βᾶσα. ἱστᾶσι Αιτ. λύσαντος ἱστάντος. ἱστάν Κλητ. λυθεῖσα. λυομένου. βάν. β) Οι μετοχές αρσενικού και ουδετέρου γένους όλων των χρόνων της Ενεργητικής Φωνής και των Παθητικών Αορίστων κλίνονται κατά την γ΄κλίση: 1. λύσαντα ἱστάντες. πᾶσα. ἱστάντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Αορίστου α΄. χαρίεσσα. λῦσαν ἱστάς. -εῖσα.τιθεμένου. λύσασαι. δράν.ά.ἱστὰν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. κτλ. ἱστάσας. δράς. σε -ας. ᾶσα. κτλ τιθέμενος. πᾶν) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λυσάντων. κτλ τιμώμενον. κτλ τιθέμενον. λύσαντα ἱστάντας. 2. πεπραγμένος -η -ον. άσιγμων Αορίστων των υγρόληκτων και ενρινόληκτων ρημάτων (ὁ μείνας-ασα-αν. τιμωμένου. ἱστάντα Κλητ.ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ α) Οι μετοχές όλων των χρόνων της Μέσης Φωνής κλίνονται κατά τα δευτερόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα: λυόμενος. λυσασῶν. λύσαντα ἱστάντες. κτλ τιμώμενος. κτλ τιμωμένη. ἱστὰν Γεν. λυθείσης. ἱστάντων Δοτ. χαρίεν) ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. -έν: (κατά το χαρίεις. λυθέντι . τιμωμένου. ἱστάσης. λυσάσης. ἱστασῶν. ἱστάντι Αιτ. σε -είς. ἱστάντα Γεν. λύσαντες. δρᾶσα. λύσαντας. κτλ λυομένη. κτλ λυόμενον. λύσασα. κ. λυσάντων ἱστάντων. λύσας. λύσαντι ἱστάντι. λύσασι ἱστᾶσι. ἱστάσῃ. -αν: (κατά το πᾶς. λύσασα. ἱστᾶσα. κτλ Όμοια κλίνονται και οι μετοχές των άλλων χρόνων: λεξόμενος -η -ον. λυσάσῃ. ὁ ἀγγείλας-ασα-αν) και οι μετοχές βάς. λύσαντες. σωθησόμενος -η -ον. ἱστᾶσα. λυομένης. λῦσαν ἱστάς. τιθεμένης. λύσαντος. ἱστάσαις. τιθεμένου. λύσασι. λυθέντος. τιμωμένης. ἱστᾶσαι. λυσάσας. λῦσαν ἱστάντα. λύσασαν. πραξάμενος -η -ον. λυομένου. λυθέντος Δοτ. ἱστάντος Δοτ. λύσαντι. λύσαντα. ἱστᾶσαι.

δεικνὺν Γεν. ἁλοῦσα. γνούσαις. λυθεῖσι. δεικνύντι Αιτ. γνόντος. γνουσῶν. γνούς. γνὸν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. δεικνύσῃ. λυθεισῶν. δεικνύντα. δεικνύντος Δοτ. β΄του ρ. ἱεῖσα. γνοῦσι. ῥυέν. ἁλόν (μτχ. -ῦσα. ἱμάντος) κλίνεται η μετοχή δεικνὺς ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λυθεῖσι Αιτ. λυθείσας.ά. λυθέντες. 4. δεικνὺν . 3. ἱέν και ῥυείς. γνοῦσαι. λυθέντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές α΄και β΄ Παθητικού Αορίστου (σωθείς-εῖσα-έν. ἀπαλλαγείς-εῖσα -έν). λυθέντα Κλητ. βιόν (μτχ. γνόντων. σε -ούς. ἁλίσκομαι). γνόντας. λυθέντας. γνόντα Κλητ. τοῦ ὀδόντος) κλίνεται η μετοχή γνοὺς ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. γνόντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές ἁλούς. γνόντι. δεικνῦσα. λυθέντων. γνόντες. γνόντα. δεικνύντι. γνοῦσα. οι μετοχές τιθείς-εῖσα-έν. γνόντος Δοτ. λυθὲν Κλητ. δεικνύς. λυθέντα Γεν. σε -ύς. γνούσης. λυθέντα. γνοῦσα. ἱείς. δεικνύσης. γνὸν Κλητ. κ. γνόντα Γεν. βιοῦσα. γνόντι Αιτ. γνοῦσαι. λυθεῖσαν. Αορ. λυθείσαις. -όν: (κατά το ὁ ὀδούς. ζῶ). δεικνῦσαν. λυθέντων Δοτ. δεικνὺν Κλητ. γνοῦσι Αιτ. λυθὲν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λυθεῖσα. δεικνύντος. δεικνύς. λυθεῖσαι. ῥυεῖσα. λυθεῖσαι. β΄του ρ. γνόντων Δοτ. λυθείς.Αιτ. Αορ. -οῦσα. -ύν: (κατά το ἱμάς. βιούς. γνὸν Γεν. γνόντες. γνοῦσαν. γνούς. δεικνῦσα. γνούσας. γνούσῃ. λυθέντες.

τιμῶν. λῦον Κλητ. δεικνύντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές ἀπολλύς. λυούσης. -ῶντος) κλίνεται η μετοχή τιμῶν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ἀπολλῡσα. ἀπόλλυμι). λύων. λυόντων Δοτ. λυουσῶν. λύουσαι. δεικνῦσι Αιτ. ἑκοῦσα. δῦσα. φὺν (μτχ. τιμῶν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ . Ενεστώτα του ρ. λῦον Γεν. εἰμί και οι μετοχές κάθε ενεργητικού Αορ. ἑκὸν) κλίνονται οι μετοχές λύων και φυγὼν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. -ον: (κατά το ἄκων.β΄του ρ. λυούσῃ. λυούσας. -ουσα. τιμῶν Κλητ. δεικνῦσαι. 5. δεικνύσας. λύουσα.ἑκών. λύοντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Ενεστώτα και Μέλλοντα. σε -ῶν. τιμῶντι. λύοντας. δεικνύντες. τιμῶσαν. τιμῶντος.ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λῦον ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. δεικνύσαις. φῦσα. λύοντες. δὺν (μτχ. δεικνύντων. δεικνύντες. δεικνυσῶν. τιμώσῃ. Αορ. λύουσι Αιτ. 6. λύουσαι. δεικνῦσι. τιμῶν Γεν. λύων. λύοντα Γεν. λυούσαις. τιμῶντα. λύουσαν. δύομαι). λύοντος. τιμῶσα. λύοντες.β΄του ρ. -ῶσα. σε ων. φύομαι) κ. λύουσι. ἆκον. ἀπολλὺν (μτχ. τιμῶντος Δοτ. Αορ. τιμῶσα. δύς. λύοντι. τιμῶν. δεικνύντα Κλητ. λύοντα Κλητ. λύοντι Αιτ. τιμώσης. δεικνῦσαι. τιμῶντι Αιτ. β΄.ά. δεικνύντας. λύοντα. λύοντος Δοτ. δεικνύντα Γεν. φύς. -ῶν: (κατά το Ξενοφῶν. η μετοχή Ενεστώτα του ρ. ἄκουσα. δεικνύντων Δοτ. λυόντων. λύουσα.

δηλοῦσαι. τιμῶσαι. δηλούσας. τιμῶντα Γεν. λελυκόσι . λελυκότες. τιμώσας. -οῦσα. ἀγγελῶν. τιμῶντες. λελυκότι. οι μετοχές του ενεργητικού Μέλλοντα των υγρόληκτων και ενρινόληκτων ρημάτων και των υπερδισύλλαβων σε -ιζω: μενῶν. δηλουσῶν. λελυκυῖα. -υῖα. λελυκυῖαν. κ. λελυκυίας. λελυκὸς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. δηλοῦσι Αιτ. τιμωσῶν. τιμῶσι Αιτ. λελυκόσι. σε -όω. δηλῶν. κομιῶν. τιμώντων. δηλοῦντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές των συνηρημένων ρ. δηλοῦντος. λελυκότος.ά. λελυκυῖαι. τιμῶσαι. λελυκὸς Γεν. δηλούσης. λελυκότι Αιτ. δηλοῦσαν. -ός: κλίνεται η μετοχή λελυκώς. δηλῶν. 7. δηλοῦσα. λελυκώς. λελυκότων. λελυκὸς ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. δηλοῦν Γεν. δηλοῦντος Δοτ. δηλούσαις. σε -έω. λελυκότα Γεν. δηλοῦν ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. λελυκὸς Κλητ. λελυκότα. δηλοῦσι. λελυκυίᾳ. λελυκυιῶν. δηλοῦντι. δηλοῦσαι. -οῡν: (κατά το πλακοῦς. σε –άω. τιμῶντα Κλητ. σε -ώς. -οῦντος) κλίνεται η μετοχή δηλῶν ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. τιμῶντα Όμοια κλίνονται οι μετοχές των συνηρημένων ρ. λελυκότων Δοτ.Ον. τιμῶντας. λελυκυίαις. τιμῶντες. δηλοῦσα. δηλοῦντας. λελυκυῖα. τιμώντων Δοτ. λελυκυῖα. τιμώσαις. δηλοῦντα Γεν. δηλοῦντι Αιτ. λελυκότος Δοτ. σε -ῶν. τιμῶσι. δηλοῦντες. δηλούντων. δηλοῦντα Κλητ. δηλοῦντα. δηλούντων Δοτ.) 8. δηλοῦντες. δηλοῦν Κλητ. λελυκώς. δηλούσῃ.

ἑστῶτα Όμοια κλίνεται η μετοχή τεθνεώς. ἑστῶσας. ἑστώσῃ. λελυκυίας. ἑστωσῶν. ἑστώτων. ἑστῶτες. λελυκότα Όμοια κλίνονται οι μετοχές ενεργητικού Παρακειμένου και η μετοχή εἰδώς. ἑστώς. ἑστῶσι Αιτ. ἀποθνῄσκω). εἰδυῖα. ἑστῶσα. ἑστώτων Δοτ. ὦ λύων. ὦ λυθείς. ἑστῶσαν. ἑστῶσα. τεθνεῶσα. ἑστῶσας. λελυκυῖαι.Αιτ. ἑστὼς ή ὸς Γεν. . ἑστώς.τ. ὦ δεικνύς. ἑστῶτα Γεν. -ώς: κλίνεται η μετοχή ἑστώς. ἑστώσης. ἑστῶτα Κλητ. ἑστὼς ἠ ὸς ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον.λ. ἑστὼς ή ὸς Κλητ. ἑστὼς ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ον. ἑστώσαις. ἑστῶ(ό)τι Αιτ. ἑστῶσι. λελυκότα Κλητ. ἑστῶτος. σε -ώς. ἑστῶτας. ἑστῶτι. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η κλητική του ενικού των τριτόκλιτων μετοχών σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική: ὦ λύσας. ἑστῶσα. ἑστῶσαι. λελυκότες. εἰδός. ὦ τιμῶν κ. ὦ διδούς. 9. ἑστῶτα. -ῶσα. ἑστῶτας. λελυκότας. τεθνεὼς (είναι β΄τύπος μετοχής του παρακειμένου τέθνηκα του ρ. ἑστῶ(ό)τος Δοτ.

ΤΟ ΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΡΗΜΑ ΕΙΜΙ Το ρήμα εἰμὶ είναι ανώμαλο και οι χρόνοι του στην οριστική είναι: Ενεστώτας εἰμὶ Παρατατικός ἦ και ἦν Μέλλοντας ἔσομαι Αόριστος β ἐγενόμην Παρακείμενος γέγονα Υπερσυντέλικος ἐγεγόνειν Από αυτούς τους χρόνους για το σχηματισμό των περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας. ο παρατατικός και ο μέλλοντας. που κλίνονται: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική εἰμὶ ὦ εἴην - εἶ ᾖς εἴης ἴσθι ἐστὶ(ν) ᾖ εἴη ἔστω ἐσμὲν ὦμεν εἴημεν/ εἶμεν - ἐστὲ ἦτε εἴητε/ εἶτε ἔστε εἰσὶ(ν) ὦσι(ν) εἴησαν/ εἶεν ἔστων/ ὄντων/ ἔστωσαν Απαρέμφατο Μετοχή ὢν εἶναι οὖσα ὂν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἦ/ ἦν ἦσθα ἦν ἦμεν ἦτε/ ἦστε ἦσαν ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Οριστική Ευκτική ἔσομαι ἐσοίμην ἔσῃ/ ἔσει ἔσοιο ἔσται ἔσοιτο ἐσόμεθα ἐσοίμεθα Απαρέμφατο Μετοχή ἐσόμενος ἔσεσθαι ἐσομένη ἐσόμενον .

χ. Ἔστι δέ τις ἄνθρωπος σοφός.χ. Όταν βρίσκεται μετά από τις λέξεις: τουτ’ (τοῦτο). ἔστιν ὅπου (κάπου).χ. ἀλλ’ (αλλά).λπ. καί. ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική πάρειμι παρῷ παρείην - πάρει παρῇς παρείης πάρισθι πάρεστι(ν) παρῇ παρείη παρέστω πάρεσμεν παρῶμεν παρείημεν/ παρεῖμεν - πάρεστε παρῆτε παρείητε/ παρεῖτε πάρεστε πάρεισι(ν) παρῶσι παρείησαν/παρεῖεν παρέστων/ παρόντων/ παρέστωσαν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική παρῆν παρῆσθα παρῆν παρῆμεν παρῆτε/παρῆστε παρῆσαν β) Οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής του ενεστώτα. ὡς. . εἰ. ἔστι λαβεῖν. Όταν σημαίνει «είναι δυνατόν» ή «επιτρέπεται»: π. ανεβάζει τον τόνο στην οριστική του ενεστώτα.ἔσεσθε ἔσοισθε ἔσονται ἔσοιντο Οι ιδιαιτερότητες του ρήματος εἰμὶ στον τονισμό α) Όταν το ρήμα εἰμὶ είναι σύνθετο. μή: π.λπ. συνεπώς πλην του εἶ. ἔστιν ὅπως (κάπως) κ. γ) Ο τύπος ἐστὶ(ν) ανεβάζει τον τόνο: Όταν σημαίνει «υπάρχει»: π. οὐκ ἔστι. είναι εγκλιτικοί. Όταν βρίσκεται στην αρχή της πρότασης: π.χ. Σε φράσεις όπως οι παρακάτω: π. τοῦτ’ ἔστι κ. ἔστιν ὃς (κάποιος).χ. οὐκ.χ. καθώς και στο β ενικό και β πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής του ίδιου χρόνου. ἔστι θεός. ἔστιν ὅτε (κάποτε). π.

). μέτειμι (είμαι μεταξύ). σύνειμι με δοτική (είμαι μαζί με κάποιον). προστίθεμαι).). πάρειμι (είμαι παρών. είναι δυνατό). κυρίως ως απρόσωπο μέτεστι: μέτεστί μοι τινὸς (μετέχω σε κάτι). συμπάρειμι (συμπαρευρίσκομαι). ἔνι (αντί των ἔνεστι και ἔνεισι). περίειμι με γενική (υπερτερώ σε σχέση με κάποιον). πάρεστι (είναι δυνατόν). . περίειμι με δοτική (ζω μετά από κάποιον. είναι δυνατό) και ἐνὸν (μετοχή). πρόσειμι (συνυπάρχω. (μτγν. ὑπέρειμι (υπερέχω). (μτγν. ἔξεστι (επιτρέπεται. απροσωπ. παρευρίσκομαι) και ως απρόσωπο. ἔνεστι (είναι εντός. πρόειμι (προϋπάρχω). ἔξειμι κυρίως ως απρόσωπο. προΐσταμαι). επιζώ). απουσιάζω).Τα σύνθετα του ρήματος εἰμὶ Τα σύνθετα του ρήματος εἰμὶ είναι: ἄπειμι (είμαι μακριά. ἔπειμι (είμαι επάνω.

-ός ἴσθι - Ενεργητική φωνή Απαρέμφατο Μετοχή βουλεύων Ενεστώτας βουλεύειν βουλεύουσα βουλεῦον Παρατατικός - βουλεύσων Μέλλοντας βουλεύσειν βουλεύσουσα βουλεῦσον βουλεύσας Αόριστος βουλεύσασα .ΒΑΡΥΤΟΝΑ ΡΗΜΑΤΑ Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΩΝ ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική Ενεστώτας Παρατατικός Μέλλοντας Αόριστος Παρακείμενος Υπερσυντέλικος Υποτακτική Ευκτική Προστακτική βουλεύω βουλεύω βουλεύοιμι - βουλεύεις βουλεύῃς βουλεύοις βούλευε - - - ἐβούλευον ἐβούλευες βουλεύσω βουλεύσοιμι - βουλεύσεις - βουλεύσοις ἐβούλευσα βουλεύσω βουλεύσαιμι - ἐβούλευσας βουλεύσῃς βουλεύσαις βούλευσον βεβουλευκώς. -ός εἴην βεβούλευκας βεβουλευκώς. - βεβουλευκώς. -ὸς ὦ υῖα. - βεβουλευκώς. - βεβούλευκα υῖα. υῖα. -ὸς ᾖς υῖα. -ός εἴης - - ἐβεβουλεύκειν ἐβεβουλεύκεις βεβουλευκώς. - υῖα.

- βεβουλευμένος. - βεβούλευμαι η.-ον εἴην - βεβούλευσαι βεβουλευμένος.βουλεῦσαι βουλεῦσαν βεβουλευκώς Παρακείμενος βεβουλευκέναι βεβουλευκυῖα βεβουλευκός Υπερσυντέλικος - - Παρατήρηση: Η ευκτική ενεργητικού αορίστου α΄ σχηματίζει και αιολικούς τύπους ως εξής: βουλεύσειας (β΄ ενικό). -ον ὦ η. -ον ᾖς η. - βεβούλευσο η. - βεβουλευμένος. βουλεύσειαν (γ΄ πληθυντικό). Μέση φωνή Οριστική Ενεστώτας Παρατατικός Μέλλοντας Αόριστος Παρακείμενος Υπερσυντέλικος Υποτακτική Ευκτική Προστακτική βουλεύομαι βουλεύωμαι βουλευοίμην - βουλεύῃ (-ει) βουλεύῃ βουλεύοιο βουλεύου - - - ἐβουλευόμην ἐβουλεύου βουλεύσομαι βουλεύσῃ (-ει) βουλευσοίμην - - βουλεύσοιο ἐβουλευσάμην βουλεύσωμαι βουλευσαίμην - ἐβουλεύσω βουλεύσῃ βουλεύσαιο βούλευσαι βεβουλευμένος. -ον εἴης - - ἐβεβουλεύμην ἐβεβούλευσο - Μέση φωνή Απαρέμφατο Μετοχή βουλευόμενος Ενεστώτας βουλεύεσθαι βουλευομένη . βουλεύσειε (γ΄ ενικό).

βουλευόμενον Παρατατικός - βουλευσόμενος Μέλλοντας βουλεύσεσθαι βουλευσομένη βουλευσόμενον βουλευσάμενος Αόριστος βουλεύσασθαι βουλευσαμένη βουλευσάμενον βεβουλευμένος Παρακείμενος βεβουλεῦσθαι βεβουλευμένη βεβουλευμένον Υπερσυντέλικος - - Παθητική διάθεση Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική παθητικός βουλευθήσομαι μέλλοντας βουλευθήσῃ (-ει) παθητικός ἐβουλεύθην βουλευθῶ βουλευθείην - αόριστος ἐβουλεύθης βουλευθῇς βουλευθείης βουλεύθητι βουλευθησοίμην - - βουλευθήσοιο Παθητική διάθεση Απαρέμφατο Μετοχή βουλευθησόμενος παθητικός μέλλοντας βουλευθήσεσθαι βουλευθησομένη βουλευθησόμενον βουλευθεὶς παθητικός αόριστος βουλευθῆναι βουλευθεῖσα βουλευθὲν Παρατήρηση: Στους συντελικούς χρόνους ανήκει και ο συντελεσμένος μέλλοντας ο οποίος σχηματίζεται ως εξής: .

δηλαδή οριστική. ἀπηλλαγμένος ἔσομαι ἀπόλλυμι → ἀπολωλεκὼς ἔσομαι διαβάλλομαι → διαβεβλήσομαι. λύομαι → λελυμένος ἔσομαι.χ. Σχηματίζει τις εγκλίσεις του μέλλοντα. Μέση φωνή: μονολεκτικά. Ρήματα που έχουν δόκιμο συντελεσμένο μέλλοντα είναι μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: αἱροῦμαι → ᾑρήσομαι. Α) ΟΜΑΛΗ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΑ ΑΠΛΑ ΡΗΜΑΤΑ Τα απλά ρήματα δέχονται αύξηση είτε συλλαβική είτε χρονική.στην αρχή του θέματος) παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από σύμφωνο. . π. με αναδιπλασιασμό και την κατάληξη μέλλοντα. ευκτική και τους ρηματικούς τύπος του απαρεμφάτου και της μετοχής και κλίνεται σαν το μέλλοντα. αύξηση μόνο στην οριστική. αόριστος και υπερσυντέλικος) έχουν στην αρχή του θέματος. διαβεβλημένος ἔσομαι γίγνομαι → γεγονὼς ἔσομαι.Ενεργητική φωνή: μετοχή παρακειμένου και ο μέλλοντας του ρήματος «εἰμί». ᾑρημένος ἔσομαι ἀπαλλάττομαι → ἀπηλλάξομαι. πεπραγμένος ἔσομαι τιμωρῶ → τετιμωρηκὼς ἔσομαι 1) ΑΥΞΗΣΗ Οι παρελθοντικοί (ιστορικοί) χρόνοι (παρατατικός. α) Συλλαβική αύξηση (η προσθήκη ενός ἐ. γεγενημένος ἔσομαι γιγνώσκω → ἐγνωκὼς ἔσομαι καλοῦμαι → κεκλήσομαι λαμβάνω → εἰληφὼς ἔσομαι πείθομαι → πεπεισμένος ἔσομαι πράττομαι → πεπράξομαι. λύω → λελυκὼς ἔσομαι.χ. λύομαι → λελύσομαι και περιφραστικά. π.χ. π. με τη μετοχή παρακειμένου και το μέλλοντα του ρήματος «εἰμί».

λύ-ω: ἔ-λυον.χ. Αν το ρήμα είναι σύνθετο με περισσότερες από μία προθέσεις η αύξηση είναι εσωτερική μετά την τελευταία πρόθεση: π. ρ. Τα παρασύνθετα ρήματα που το α' συνθετικό τους είναι άλλη λέξη εκτός από πρόθεση έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση στην αρχή.χ. συν-ήγαγον ἐγχειρίζω → ἐν-ε-χείριζον.ᾐσθανόμην ει σε ῃ: εἰκάζω . ἐ-λελύκειν.ᾤκτιρον Β) ΟΜΑΛΗ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΡΗΜΑΤΑ Τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα που το α' συνθετικό τους είναι πρόθεση δέχονται αύξηση εσωτερική.ὥριζον ι (βραχύχρονο) σε ι (μακρόχρονο): ἱκετεύω .ὕβριζον αι σε ῃ: αἰσθάνομαι .π. ὑπερ-έ-βαλον συν-άγω → συν-ῆγον.χ. ἀνακαταβάλλω (ἀνα-κατα-βάλλω ) → ἀνακατέβαλλον. συλλαβική ή χρονική μετά την πρόθεση: π. ἐν-ε-χείρισα.ἱκέτευον υ (βραχύχρονο) σε υ (μακρόχρονο): ὑβρίζω . ἔ-λυσα.ἤκουον ε σε η: ἐλπίζω . β) Χρονική αύξηση (η έκταση του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος του θέματος στο αντίστοιχο μακρό) παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο. μυθολογῶ: ἐμυθολόγουν. ἐμυθολόγησα Παρατηρήσεις: α) τα παρασύνθετα ρήματα με πρώτο συνθετικό το επίρρημα εὖ: .χ. Κατά τη χρονική αύξηση γίνονται οι παρακάτω εκτάσεις: α σε η: ἀκούω . ὑπερβάλλω → ὑπερ-έ-βαλλον.ἤλπιζον ο σε ω: ὁρίζω . όπως τα απλά: π.ᾔκαζον αυ σε ηυ: αὐξάνω – ηὔξανον ευ σε ηυ: εὔχομαι – ηὐχόμην οι σε ῳ: οἰκτίρω .

χ. εὐεργέτουν και εὐηργέτουν.ε: π. υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας) έχουν στην αρχή του θέματος. Μερικά από αυτά τα ρήματα είναι: ἀμφιγνοῶ → ἠμφεγνόουν.Ορισμένα σύνθετα ρήματα παίρνουν την αύξηση πριν την πρόθεση σαν να ήταν απλά: π. ἠμφεγνόησα ἀνέχομαι → ἠνειχόμην ἐπανορθῶ → ἐπηνώρθουν 2) ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ Α) ΟΜΑΛΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΠΛΑ ΡΗΜΑΤΑ Οι συντελικοί χρόνοι (παρακείμενος. αναδιπλασιασμό σε όλες τις εγκλίσεις και στους ονοματικούς τύπους (απαρέμφατο και μετοχή).χ.συνήθως δεν παίρνουν αύξηση: π. εὐεργέτησα και εὐηργέτησα. ἀμφιέννυμι → ἠμφιέννυν ἐμπεδῶ → ἠμπέδουν ἐναντιοῦμαι → ἠναντιούμην ἐπίσταμαι → ἠπιστάμην β) Ορισμένα σύνθετα ρήματα παίρνουν συγχρόνως δύο αυξήσεις: και εσωτερική αύξηση και αύξηση πριν την πρόθεση.χ. προσέχω → προσεῖχον κατοικῶ → κατῴκουν ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ: α. εὐδοκιμῶ → εὐδοκίμουν αλλά το ρήμα εὐεργετῶ απαντάται είτε χωρίς αύξηση.χ. Ο αναδιπλασιασμός είναι τριών ειδών: α) Επανάληψη του αρχικού συμφώνου του θέματος μαζί με ένα . β) τα σύνθετα ρήματα στην οριστική των ιστορικών χρόνων μπορεί να τονίζονται μέχρι την αύξηση και ποτέ πριν από αυτή: π. είτε με αύξηση: π. λύ-ω → λέ-λυ-κα .χ.

β. ἐ-κε-χορεύ-κειν φυτεύ-ω → πε-φύτευ-κα. ἐ-στρατεύ-μην Εξαίρεση αποτελούν τα ρήματα: γιγνώσκω → ἔγνωκα (και όσα έχουν θέμα που αρχίζει από γν-) κτῶμαι → κέκτημαι μιμνήσκομαι → μέμνημαι (θ. ἐ-ψεύσ-μην iii. ἐ-τε-θύ-κειν. β) Συλλαβική αύξηση: π. δ. φ. ἐ-πε-πνεύ-κειν γράφ-ομαι → γέ-γραμ-μαι. θ) και το δεύτερο υγρό (λ. μνη-) πίπτω → πέπτωκα (θ. Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από: i. τ): π. ρ) ή ένρινο (μ. από δυο σύμφωνα από τα οποία το πρώτο είναι άφωνο (κ. τρία σύμφωνα: στρατεύ-ομαι → ἐ-στράτευ-μαι. στρατηγέω-ῶ → ἐ-στρατήγηκα. χ. ἐ-φθάρ-κειν iv. γ. φ. π. από ένα απλό σύμφωνο (εκτός από το ῥ-) και ii.χ. πτω-) γ) Χρονική αύξηση: π.χ. τ. χορεύ-ω → κε-χόρευ-κα. τρέπεται στη συλλαβή του αναδιπλασιασμού στο αντίστοιχο ψιλόπνοο (κ. ἐ-πε-φυ-τεύ-κειν θύ-ω → τέ-θυ-κα. χωρίς όμως να είναι το πρώτο άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο: φθείρ-ω → ἔ-φθαρ-κα. λύ-ω → λέ-λυ-κα. ν).χ. σύμφωνο ῥ-: ῥίπτ-ω → ἔ-ρριφ-α. ἐ-γε-γράμ-μην Όταν το αρχικό σύμφωνο του θέματος είναι δασύπνοο (χ. ἐ-λε-λύ-κειν πνέ-ω → πέ-πνευ-κα. ἀδικῶ → ἠδίκηκα Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει: από φωνήεν (ή δίφθογγο): . ἐ-ρρίφ-ειν ii.χ. ένα διπλό σύμφωνο: ψεύδ-ομαι → ἔ-ψευσ-μαι. δυο σύμφωνα.Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει: i. π. π. θ).

β) Τα παρασύνθετα ρήματα στην αρχή π. ή ο παίρνουν αττικό αναδιπλασιασμό (δηλαδή επανάληψη των δύο πρώτων φθόγγων του θέματος και ταυτόχρονη έκταση του αρχικού φωνήεντος). μυθολογῶ → με-μυθολόγηκα. ᾠκήκειν Εξαίρεση αποτελούν μεταξύ άλλων τα ρήματα: ὁρῶ και ἁλίσκομαι. ἁθροίζω → ἥθροικα. [ἐληλάκειν] ἔρχομαι → ἐλήλυθα. γ) Τα παρασύνθετα ρήματα με πρώτο συνθετικό το επίρρημα ευ απαντούν και χωρίς αναδιπλασιασμό π.π. ἐληλύθειν και ἐληλυθὼς ἦν . ἠκηκόειν ἐγείρω → ἐγρήγορα.χ. ἐγρηγόρειν ἐλαύνω → ἐλήλακα. ἀπο-γράφω → ἀπο-γέ-γραφα. τα οποία παίρνουν αναδιπλασιασμό ε-.χ.χ. Μεταξύ άλλων αττικό αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα: ἄγω → ἀγήοχα. ε. ἀπ-ε-γε-γράφειν. εὐτυχῶ → εὐτήχηκα και ηὐτύχηκα εὐεργετῶ → εὐεργέτησα και εὐηργέτησα. Γ) ΑΤΤΙΚΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ: Ορισμένα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από α. ἡθροίκειν οἰκέω-ῶ → ᾤκηκα. ἠγηόχειν ἀκούω → ἀκήκοα. αν και αρχίζουν από φωνήεν: ὁρῶ → ἑόρακα και ἑώρακα ἁλίσκομαι → ἑάλωκα και (σπάνια) ἥλωκα Β) ΟΜΑΛΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΡΗΜΑΤΑ Τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα έχουν τον αναδιπλασιασμό ως εξής: α) Τα σύνθετα ρήματα μετά την πρόθεση όπως και την αύξηση π.χ.

γράφω) οδοντικόληκτα (τ. ἑωράκειν φέρω → ἐνήνοχα. φ) . γ.φα (γέγραφα) (ρ. -ὠλωλέκειν ὄμνυμι → ὀμώμοκα. πείθω) Για την κλίση του παρακειμένου και του υπερσυντελίκου μέσης φωνής των αφωνόληκτων ρημάτων βλέπε την αντίστοιχη ενότητα της γραμματικής: Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ .κειν . ὠμωμόκειν ὁρῶ → ἑόρακα και ἑώρακα. χ) (και ττ.χειν . πράττω) χειλικόληκτα (π. θ) .σμαι .κα (πέπεικα) (ρ. δ.μμαι . β. ενηνόχειν Δ) ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΩΝ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΥ ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ .μμην (ἐγεγράφειν) (γέγραμμαι) (ἐγεγράμμην) . σσ) .γμαι -γμην (ἐπεπράχειν) (πέπραγμαι) (ἐπεπράγμην) .μαι (βεβούλευμαι) ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ .σμην (ἐπεπείκειν) (πέπεισμαι) (ἐπεπείσμην) ουρανικόληκτα (κ.φειν .ὄλλυμι → -ὀλώλεκα.κα ( βεβούλευκα) .χα (πέπραχα) (ρ.κειν (ἐβεβουλεύκειν) -μην (ἐβεβουλεύμην) ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ .

ἀπολύετε.3) Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ Τα σύνθετα ρήματα τονίζονται ως εξής στο β΄ ενικό προστακτικής όλων των χρόνων: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ο τόνος ανεβαίνει ο τόνος δεν ανεβαίνει π. (λέλυσο) άπολέλυσο καταβεβληκώς. (λῦε) ἀπόλυε π.χ. (λῦσον) ἀπόλυσον π.χ. ἀπόλυε. (λύου) ἀπολύου ο τόνος ανεβαίνει ο τόνος ανεβαίνει π.χ. ( λῦσαι) ἀπόλυσαι Δε μεταβάλλεται ο τονισμός διότι σχηματίζεται ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ περιφραστικά: π.χ. -. -υῖα. ἀπολυόντων Για τη μελέτη όλων των τύπων των βαρύτονων ρημάτων α΄ συζυγίας βλέπε Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής.χ. -ὸς ἴσθι Παρατήρηση: Στα άλλα πρόσωπα της προστακτικής ο τονισμός διατηρείται όπως και στα απλά ρήματα: π. ἀπολυέτω.χ. 164 έως 173. -. σελ. .χ. καταβάλλω → ο τόνος δεν ανεβαίνει π.

δικάζομαι → ἐδικάσθην Παράδειγμα κλίσης: ρ. -σσ- οδοντικό (τ. πράττομαι → ἐπράχθην τρέπουν το χαρακτήρα τ. κρίνομαι → ἐκρίθην (μ. μέμφομαι → ἐμέφθην ρ. θ). κελεύομαι → ἐκελεύσθην ρ. χ). ἕλκομαι.ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α' ΚΑΙ Β' Α. -ττ.τέμνομαι → ἐτμήθην ρ. γ. ζ σε ρ. ρ) χειλικό (π. καλύπτομαι → ἐκαλύφθην ρ. β. ἐγείρομαι → ἠγέρθην ρ. δ. τείνομαι.τείνομαι → ἐτάθην ρ. ν. τέμνομαι φ). ψεύδομαι → ἐψεύσθην αύξηση-θέμα-σ-θη-ν ρ. φ. γ. ή -ζ- ρ. παιδεύομαι . Ειδικότερα: Ρήματα με Σχηματίζονται: χαρακτήρα: αύξηση-θέμα-θη-ν Παράδειγμα διατηρούν το χαρακτήρα του θέματος: ρ. σείομαι → ἐσείσθην σείομαι διατηρούν το χαρακτήρα του θέματος: ένρινο ή υγρό αύξηση-θέμα -θη-ν Εξαιρούνται τα ρήματα: κρίνομαι. δ. ρ. ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄ Ο παθητικός αόριστος α΄σχηματίζεται από: την αύξηση (στην οριστική) + το ρηματικό θέμα + το χρονικό πρόσφυμα -θη. ττ. ἄρχομαι → ἤρχθην ρ. ή -πτ- ουρανικό (κ. ἀμείβομαι → ἀμείφθην ρ. λείπομαι → ἐλείφθην ρ. θ. ἕλκομαι → εἱλκύσθην ρ. λ. πτ σε φ: αύξηση-θέμα-φ-θη-ν τρέπουν το χαρακτήρα κ.(-θε-) + τις καταλήξεις. ἀκούομαι → ἠ κούσθην φωνήεν Εξαιρούνται τα ρήματα: ἀκούομαι. χ. ρ. ἄγομαι → ἤχθην ρ. β. διδάσκομαι → ἐδιδάχθην ρ. ἱδρύομαι → ἱδρύθην ρ. ἀγγέλλομαι → ἠγγέλθην ρ. σσ σε χ: αύξηση-θέμα-χ-θη-ν ρ.. λύομαι → ἐλύθην αύξηση-θέμα -θη-ν ρ. πείθομαι → ἐπείσθην σ: ρ. κελεύομαι. ὀξύνομαι → ὠξύνθην τρέπουν το χαρακτήρα π.

Στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής. Το β΄ενικό πρόσωπο της προστακτικής του παθητικού αορίστου α΄ είναι προπαροξύτονο και έχει κατάληξη –θητι: παιδεύθητι 2. βλάπτομαι → ἐβλάβην (αντί ἐβλάφθην). π. φαίνομαι → ἐφάνην (αντί ἐφάνθην). τρέπομαι) Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική ἐτράπην τραπῶ τραπείην - ἐτράπης τραπῇς τραπείης τράπηθι . παιδευθῆτε 3. παιδευθῶ.της κατάληξης γίνεται -θε-: παιδευθέντων. Β.: κόπτομαι → ἐκόπην (αντί ἐκόφθην).χ.χ. το πρόσφυμα -θη.Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική ἐπαιδεύθην παιδευθῶ παιδευθείην - ἐπαιδεύθης παιδευθῆς παιδευθείης παιδεύθητι παιδευθῇ παιδευθείη παιδευθήτω ἐπαιδεύθημεν παιδευθῶμεν παιδευθείημεν / -θεῖμεν - ἐπαιδεύθητε παιδευθῆτε παιδευθείητε / -θεῖτε παιδεύθητε ἐπαιδεύθησαν παιδευθῶσι(ν) παιδευθείησαν /-θεῖεν παιδευθέντων / -θήτωσαν ἐπαιδεύθη Απαρέμφατο Μετοχή παιδευθεὶς παιδευθῆναι παιδευθεῖσα παιδευθὲν Παρατηρήσεις: 1. γράφομαι → ἐγράφην (αντί ἐγράφθην). Παράδειγμα κλίσης παθητικού αορίστου β΄: ἐτράπην ( ρ.μπροστά από το -ντ. Δηλαδή στον παθητικό αόριστο διατηρούν το σύμφωνο του χαρακτήρα τους χωρίς την προσθήκη του -θ-. Η υποτακτική του παθητικού αορίστου α΄ περισπάται: π. ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Ορισμένα συμφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν παθητικό αόριστο β΄.

–λέγομαι. πράττομαι) ἐπράχθην → πράχθητι (ρ.χ.σε -α-. Εξαιρούνται: Τα σύνθετα του ρ. τηκ-) → ἐτάκην .: παθητικός αόριστος α΄ παθητικός αόριστος β΄ (ρ.χ. κλέπτομαι (θ. Ο παθητικός αόριστος β΄ κλίνεται ακριβώς όπως ο παθητικός αόριστος α΄. ἀπάγομαι) ἀπήχθην → ἀπάχθητι (ρ. αλλά στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής ο παθητικός αόριστος β΄ λήγει σε -θι. συλλέγομαι → συνελέγην. φαίνομαι) ἐφάνην → φάνηθι (ρ. ἀναστρέφομαι) ἀνεστράφην → ἀναστράφηθι 2. π. κλεπ-) → ἐκλάπην. πληγ-) → ἐξεπλάγην. τρεπ-) → ἐτράπην. π.: τρέπομαι (θ.: ρ.τρέπουν στον παθητικό αόριστο β΄ το -η.ἐτράπη τραπῇ τραπείη τραπήτω ἐτράπημεν τραπῶμεν τραπείημεν / τραπεῖμεν - ἐτράπητε τραπῆτε τραπείητε / τραπεῖτε τράπητε ἐτράπησαν τραπῶσι(ν) τραπείησαν / τραπεῖεν τραπέντων / τραπήτωσαν Απαρέμφατο Μετοχή τραπεὶς τραπῆναι τραπεῖσα τραπὲν Παρατηρήσεις: 1. λύομαι) ἐλύθην → λύθητι. 3.τρέπουν στον παθητικό αόριστο β΄ το -ε. γράφομαι) ἐγράφην → γράφηθι (ρ. Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -η. ἐκπλήττω (θ. (ρ.χ. Εξαιρείται: Το ρήμα πλήττομαι όταν είναι απλό. ἐκλέγομαι → ἐξελέγην. Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -ε.: τήκω (θ.σε -α-. π. π. .χ.

Κατάλογος των συνηθέστερων ρημάτων με παθητικό αόριστο β΄: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ ἀλλάττομαι ἠλλάγην βλάπτομαι ἐβλάβην γράφομαι ἐγράφην θάπτομαι ἐτάφην κλέπτομαι ἐκλάπην κόπτομαι ἐκόπην συλλέγομαι συνελέγην πλέκομαι ἐπλάκην πλήττομαι ἐπλήγην (ἐκ)-πλήττομαι (ἐξ)-επλάγην ῥίπτομαι ἐρρίφην στέλλομαι ἐστάλην στρέφομαι ἐστράφην σφάλλομαι ἐσφάλην τάττομαι ἐτάγην τρέπομαι ἐτράπην .: ρ.χ.π. 4. το χρονικό πρόσφυμα -η. Στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής. στρέφομαι → στραφέντων.: πλήττομαι → ἐπλήγην.μπροστά από το -νττρέπεται σε -ε-. αλλά σύνθετο: ἐκπλήττομαι → ἐξεπλάγην. τρέπομαι → τραπέντων.χ. π. ρ.

τρέφομαι ἐτράφην φαίνομαι ἐφάνην φθείρομαι ἐφθάρην φύομαι ἐφύην χαίρομαι ἐχάρην .

αντιστοίχως. τρέπομαι. δανειζ-) Οριστική Παρακείμενος Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή Υπερσυντέλικος δέδεγμαι ἐδεδέγμην - δέδεξαι ἐδέδεξο δέδεξο δέδεκται ἐδέδεκτο δεδέχθω δεδέγμεθα ἐδεδέγμεθα - δέδεχθε ἐδέδεχθε δέδεχθε δεδεγμένοι εἰσὶ δεδεγμένοι ἦσαν δεδέχθων λέλειμμαι ἐλελείμμην - λέλειψαι ἐλέληψο λέλειψo λέλειπται ἐλέλειπτο λελείφθω λελείμμεθα ἐλελείμμεθα - λέλειφθε ἐλέλειφθε λέλειφθε λελειμμένοι εἰσὶ λελειμμένοι ἦσαν λελείφθων δεδάνεισμαι ἐδεδανείσμην - δεδάνεισαι ἐδεδάνεισο δεδάνεισο δεδάνεισται ἐδεδάνειστο δεδανείσθω δεδανείσμεθα ἐδεδανείσμεθα - δεδάνεισθε ἐδεδάνεισθε δεδάνεισθε δεδανεισμένοι εἰσὶ δεδανεισμένοι ἦσαν δεδανείσθων δεδεγμένος δεδέχθαι δεδεγμένη δεδεγμένον λελειμμένος λελεῖφθαι λελειμμένη λελειμμένον δεδανεισμένος δεδανεῖσθαι δεδανεισμένη δεδανεισμένον Παρατηρήσεις: 1. λελειμμένοι εἰσὶ/ λελειμμένοι ἦσαν.λπ. Τα ρήματα στρέφομαι. ρ.Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ Α. Κατά το σχηματισμό των τύπων αυτών όμως συμβαίνουν τα κανονικά πάθη του χαρακτήρα μπροστά από τις προσωπικές καταλήξεις. -σο. λειπ-). Παραδείγματα: ρ. -σαι. δανείζομαι (θ.: δεδεγμένοι εἰσὶ/ δεδεγμένοι ἦσαν. και –μην. δέχομαι (θ.χ.λπ. -ται κ. τρέφομαι στον παρακείμενο και υπερσυντέλικο τρέπουν το - . -το κ. δεχ-). 2. Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής παρακειμένου και υπερσυντελίκου μέσης φωνής των αφωνόληκτων ρημάτων σχηματίζεται περιφραστικά. π. λείπομαι (θ. Μέσος Παρακείμενος και Υπερσυντέλικος των αφωνόληκτων ρημάτων Τα αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και υπερσυντέλικο της μέσης φωνής όπως τα φωνηεντόληκτα με τις καταλήξεις -μαι.

και τροπή του -ε. ὠξύμμην. ἐ-τε-τράμ-μην. .χ.λπ. ἐ-κε-κλί-μην. ὤξυν-μαι → ὤξυμμαι. κρίνω και πλύνω σχηματίζουν το μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο με αποβολή του χαρακτήρα -ν-: π. κρίνω (θ. ὑφᾰ ν-) Οριστική Παρακείμενος Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή Υπερσυντέλικος ὤξυμ-μαι ὠξύμ-μην - ὤξυν-σαι ὤξυν-σο ὤξυν-σο ὤξυν-ται ὤξυν-το ὠξύν-θω ὠξύμ-μεθα ὠξύμ-μεθα - ὤξυν-θε ὤξυν-θε ὤξυν-θε ὠξυμμένοι εἰσὶ ὠξυμμένοι ἦσαν ὠξύν-θων ὕφασ-μαι ὑφάσ-μην - ὕφαν-σαι ὕφαν-σο ὕφαν-σο ὕφαν-ται ὕφαν-το ὑφάν-θω ὑφάσ-μεθα ὑφάσ-μεθα - ὕφαν-θε ὕφαν-θε ὕφαν -θε ὑφασμένοι εἰσὶ ὑφασ-μένοι ἦσαν ὑφάν-θων ὠξυμ-μένος ὠξύν-θαι ὠξυμ-μένη ὠξυμμένον ὑφάσ-μένος ὑφάν-θαι ὑφάσ-μενη ὑφάσ-μένον Παρατηρήσεις: 1. στον υπερσυντέλικο. όμως ο ρηματικός χαρακτήρας ν μπροστά από το μ των καταλήξεων: είτε αφομοιώνεται με αυτό.: ρ. ὀξύνομαι. στον παρακείμενο και –μην –σο –το κ. ρ. Το ρήμα τείνω σχηματίζει το μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο με αποβολή του χαρακτήρα -ν. κριν-) → κέ-κρι-μαι. -ται κ. κλιν-) → κέ-κλι-μαι. Τα ρήματα κλίνω. π. φαίνομαι. Β.χ.: ρ. ἐ-πε-πλύ-μην. πλυν-) → πέ-πλυ-μαι. ἐ-κε-κρί-μην.του θέματος σε -α-: π.: ρ. π. ἐ-τε-θράμ-ην.ε. τρέπ-ομαι → τέ-τραμ-μαι. είτε τρέπεται σε -σ-.χ. πέ-φαν-μαι → πέφασμαι. ὑφαίνομαι (θ. ὀξῠν-). ἐπεφάσμην. -σαι. π.χ.λπ.του θέματος σε -ᾰ-: .: στρέφ-ομαι → ἔ-στραμ-μαι.χ. τρέφ-ομαι → τέ-θραμ-μια. Μέσος παρακείμενος και υπερσυντέλικος των ενρινόληκτων ρημάτων Τα ενρινόληκτα ρήματα σχηματίζουν κι αυτά τον παρακείμενο και υπερσυντέλικο της μέσης φωνής όπως τα φωνηεντόληκτα με τις καταλήξεις -μαι. ὀξύνομαι (θ. πλύνω (θ. 2.: κλίνω (θ. ἐ-στράμ-μην.

Όσα ενρινόληκτα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν -ε-.: τείνω (θ.π.: σπείρω (θ. στελ-) → ἔ-σταλ-μαι. ἐ-στάλ-μην. ἐ-τε–τά-μην.σε -ᾰ-: π. τρέπουν στο μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο το -ε. τεν-) → τέ-τα-μαι. 3.χ.χ. στέλλω (θ. ἐ-σπάρ-μην. Πίνακας συνηθέστερων ενρινόληκτων και αφωνόληκτων ρημάτων: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ἄγομαι ἦγμαι ἀλλάσσομαι ἤλλαγμαι ἅπτομαι ἧμμαι αἰσχύνομαι ᾔσχυμμαι βλάπτομαι βέβλαμμαι γράφομαι γέγραμμαι δέχομαι δέδεγμαι διώκομαι δεδίωγμαι εὔχομαι ηὖγμαι καθαίρομαι κεκάθαρμαι καλύπτομαι κεκάλυμμαι κηρύττομαι κεκήρυγμαι κλίνομαι κέκλιμαι κρίνομαι κέκριμαι κρύπτομαι κέκρυμμαι λαμβάνομαι εἴλημμαι λανθάνομαι λέλησμαι λείπομαι λέλειμμαι . σπερ-) → ἔ -σπαρ-μαι.

μιαίνομαι μεμίασμαι νομίζομαι νενόμῐσμαι ὁρίζομαι ὥρῐσμαι πείθομαι πέπεισμαι πράττομαι πέπραγμαι πυνθάνομαι πέπυσμαι ῥίπτομαι ἔρριμμαι ταράσσω τετάραγμαι τάσσομαι τέταγμαι τρέπομαι τέτραμμαι τρέφομαι τέθραμμαι φαίνομαι πέφασμαι φυλάσσομαι πεφύλαγμαι ψηφίζομαι ἐψήφισμαι Ενδεικτικά παραδείγματα σχηματισμού του παρακειμένου και υπερσυντελίκου αφωνόληκτων ρημάτων: ρ. -ον . -ον ὦ εἰλημμένος. λαβ. -η. -ον ᾖς εἰλημμένος. -ο εἴης εἴληψο Απαρέμφατο εἰλῆφθαι Μετοχή εἰλημμένος. α'εν. -η. -η. -ο εἴην - β'εν. εἴλημμαι εἰλήμμην εἰλημμένος. λαμβάνομαι (θ. -η. -η. Υπερσ. εἴληψαι εἴληψο εἰλημμένος.και ληβ-) Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Παρακ.

-η. λέλειμμαι ἐλελείμμην ὦ εἴην - β'εν. πέπυσμαι ἐπεπύσμην β'εν. -ον α'εν. πέπυσαι ἐπέπυσο πεπυσμένος. -η. πευθ-. λείπομαι (θ. λελειμμένος. -ον λελειμμένος. ἔρριμμαι (ἐρρίμμην) ἐρριμμένος. -ον ᾖς πεπυσμένος. -ον λελειμμένος. Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Υπερσ. -ον πέπυσο εἴης Απαρέμφατο Μετοχή πεπύσθαι πεπυσμένος. -ον λέλειψο ᾖς εἴης Απαρέμφατο Μετοχή λελειμμένος. -η. ἐρριμμένος. -ον εἴην - πεπυσμένος. -ον α'εν. ῥίπτομαι (θ. -η. -η. πυνθάνομαι (θ. πυθ-) (= ρωτώ. λέλειψαι ἐλέλειψο λελειμμένος. ῥίπτ-) Οριστική Παρακ. -η. -ον λελεῖφθαι ρ. -η. -ον ὦ εἴην - β'εν. -η. -η. -η. ἔρριψαι (ἔρριψο) ἐρριμμένος. α'εν. Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Υπερσ. ῥίπ-. -ον ρ.ρ. μαθαίνω) Οριστική Παρακ. -η. Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Υπερσ. -η. -η. -ον ὦ πεπυσμένος. -η. -ον ᾖς ἐρριμμένος. -ον ἔρριψο εἴης . λειπ-) Οριστική Παρακ.

τασσ-) Οριστική Παρακ. -ον ρ. ἔστραμμαι ἐστράμμην ὦ εἴην - β'εν. -ον α'εν. -ον ὦ εἴην - β'εν. -η. -ον ρ. -ον ἔστραψο ᾖς εἴης Απαρέμφατο Μετοχή ἐστράφθαι ἐστραμμένος. ταττ-. -η. στρεφ-. -η. τεταγμένος. -η. -ον . -η. -η. στροφ-) Οριστική Παρακ. -ον Προστακτική Υπερσ. στρέφομαι (θ. -η. Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Υπερσ. -η. -η. Υποτακτική Ευκτική ἐστραμμένος. -ον ἐστραμμένος. τάττ(σσ)ομαι (θ. τέταξαι ἐτέταξο τεταγμένος. -η. -ον ᾖς τεταγμένος. -η. τέταγμαι ἐτετάγμην τεταγμένος. α'εν. -ον ἐστραμμένος. -ον τέταξο εἴης Απαρέμφατο τετάχθαι Μετοχή τεταγμένος. ἔστραψαι ἔστραψο ἐστραμμένος.Απαρέμφατο Μετοχή ἐρρῖφθαι ἐρριμμένος.

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β
Πολλά ρήματα σχηματίζουν ενεργητικό και μέσο αόριστο σύμφωνα με τις καταλήξεις του αντίστοιχου
παρατατικού στην οριστική και του αντίστοιχου ενεστώτα στις άλλες εγκλίσεις καθώς και στο
απαρέμφατο και τη μετοχή. Ο αόριστος αυτός ονομάζεται (ενεργητικός ή μέσος) αόριστος δεύτερος.
Α. Παράδειγμα σχηματισμού ενεργητικού και μέσου αορίστου Β':

α) Ενεργητικός αόριστος β’: ἔπαθον(< ρ. πάσχω).
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἔ-παθ-ον

πάθ-ω

πάθ-οιμι

-

ἔ-παθ-ες

πάθ-ῃς

πάθ-οις

πάθ-ε

ἔ-παθ-ε

πάθ-ῃ

πάθ-οι

παθ-έτω

ἐ-πάθ-ομεν

πάθ-ωμεν

πάθ-οιμεν

-

ἐ-πάθ-ετε

πάθ-ητε

πάθ-οιτε

πάθ-ετε

ἔ-παθ-ον

πάθ-ωσι

πάθ-οιεν

παθ-όντων

Απαρέμφατο

Μετοχή

παθ-ὼν
παθ-εῖν

παθ-οῦσα
παθ-ὸν

β) Μέσος αόριστος β΄: ἐλαβόμην (< ρ. λαμβάνω).
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

ἐ-λαβ-όμην

λάβ-ωμαι

λαβ-οίμην

-

ἐ-λάβ-ου

λάβ-ῃ

λάβ-οιο

λαβ-οῦ

ἐ-λάβ-ετο

λάβ-ηται

λάβ-οιτο

λαβ-έσθω

Απαρέμφατο

λαβ-όμενος
λαβ-έσθαι

ἐ-λαβ-όμεθα

λαβ-ώμεθα

λαβ-οίμεθα

-

ἐ-λάβ-εσθε

λάβ-ησθε

λάβ-οισθε

λάβ-εσθε

ἐ-λάβ-οντο

λάβ-ωνται

λάβ-οιντο

λαβ-έσθων

Β. Κανόνες τονισμού.
α) Στον ενεργητικό αόριστο β':

Μετοχή

λαβ-ομένη
λαβ-όμενον

1. Το απαρέμφατο και η μετοχή στο αρσενικό και ουδέτερο γένος των απλών και των σύνθετων
ρημάτων τονίζονται πάντοτε στη λήγουσα (σε αντίθεση με τους ονοματικούς τύπους του
ενεστώτα). Το απαρέμφατο παίρνει περισπωμένη και η μετοχή οξεία.
π.χ.: βαλεῖν, εἰπεῖν, καταβαλεῖν, ἀπειπεῖν και
βαλών, καταβαλόν, εἰπών, ἀπειπόν.
Αλλά το θηλυκό της μετοχής τονίζεται στην παραλήγουσα και παίρνει περισπωμένη.
π.χ.: βαλοῦσα, εἰποῦσα.
2. Το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του αορίστου β΄ των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω,
λαμβάνω, λέγω και ὁρῶ, όταν είναι απλό, τονίζεται στη λήγουσα:
ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ.
Όταν όμως είναι σύνθετο, ο τόνος ανεβαίνει.
π.χ.: ἄπελθε, ἄνευρε, παράλαβε, πρόσειπε, πάριδε.
3. Το β΄ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ρήματος ἔχω (σχές), όταν είναι σύνθετο ανεβάζει τον
τόνο στην τελευταία συλλαβή της πρόθεσης.
π.χ.: μετάσχες, πρόσχες
4. Οι αόριστοι ἔσχον, ἐσχόμην ανεβάζουν τον τόνο στην υποτακτική και ευκτική όταν είναι σύνθετοι
και εφόσον το επιτρέπει η λήγουσα:
σχῶ, σχῇς, σχῇ κ.λπ. → παράσχω, παράσχῃς, παράσχῃ κ.λπ.
σχῶμαι, σχῇ, σχῆταικ.λπ. → παράσχωμαι, παράσχῃ, παράσχηται κ.λπ.
σχοίην, σχοίης, σχοίη κ.λπ. → παράσχοιμι, παράσχοις, παράσχοι κ.λπ.
β) Στο μέσο αόριστο β΄:
1. Το απαρέμφατο του μέσου αορίστου β΄ των απλών και των σύνθετων ρημάτων τονίζεται πάντα
στην παραλήγουσα.
π.χ.: βαλέσθαι, ἐπιλαθέσθαι.
2. Το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής των απλών και σύνθετων ρημάτων τονίζεται κανονικά στη
λήγουσα και περισπάται.
π.χ.: βαλοῦ, αντιλαβοῦ.
Όταν όμως ο τύπος της προστακτικής είναι μονοσύλλαβος και σύνθετος με δισύλλαβη πρόθεση,
ανεβάζει τον τόνο στην παραλήγουσα.
π.χ.: (ρ. ἔχομαι) ἐσχόμην: σχοῦ → παράσχου,
(ρ. ἕπομαι) ἑσπόμην: σποῦ → ἐπίσπου.
3. Όταν ο τύπος της προστακτικής είναι μονοσύλλαβος και σύνθετος με μονοσύλλαβη πρόθεση
διατηρεί τον τόνο στη λήγουσα:
(ρ. ἔχομαι) ἐσχόμην:
σχοῦ → προσχοῦ.
Γ. Πίνακας ενδεικτικού σχηματισμού του αορίστου β΄ ορισμένων εύχρηστων ρημάτων:
ρ. ἄγω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

α΄ ενικό

ἤγαγον

ἀγάγω

ἀγάγοιμι

-

β΄ ενικό

ἤγαγες

ἀγάγῃς

ἀγάγοις

ἄγαγε

ἀγαγὼν
ἀγαγεῖν

ἀγαγοῦσα
ἀγαγὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

ἠγαγόμην

ἀγάγωμαι

ἀγαγοίμην

-

β΄ ενικό

ἠγάγου

ἀγάγῃ

ἀγάγοιο

ἀγαγοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή
ἀγαγόμενος

ἀγαγέσθαι

ἀγαγομένη
ἀγαγόμενον

ρ. αἱρῶ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

εἷλον

ἕλω

ἕλοιμι

-

β΄ ενικό

εἷλες

ἕλῃς

ἕλοις

ἕλε

Απαρέμφατο

Μετοχή
ἑλὼν

ἑλεῖν

ἐλοῦσα
ἑλὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ ενικό

εἱλόμην

ἕλωμαι

ἑλοίμην

-

β΄ ενικό

εἵλου

ἕλῃ

ἕλοιο

ἑλοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή
ἑλόμενος

ἑλέσθαι

ἑλομένη
ἑλόμενον

ρ. ἕπομαι

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή
(ἐπι)-

α΄ενικό

ἑσπόμην

β΄ενικό

ἕσπου

(ἐπί)-

(ἐπι)-

σπωμαι

σποίμην

(ἐπί)-σπῃ

(ἐπί)-σποιο

σπόμενος
-

(ἐπι)-

(ἐπι)-

(ἐπί)-σπου

σπέσθαι

σπομένη
(ἐπι)σπόμενον

ρ. ἐρωτάω –ῶ

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἠρόμην

ἔρωμαι

ἐροίμην

-

β΄ενικό

ἤρου

ἔρῃ

ἔροιο

ἐροῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή
ἐρόμενος

ἐρέσθαι

ἐρομένη
ερόμενον

Παρατήρηση:
1. Το ρήμα ἐρωτάω –ῶ έχει μέσο αόριστο β΄ ἠρόμην με ενεργητική σημασία αλλά και αόριστο α΄
ἠρώτησα.

ρ. ἔχω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἔσχον

σχῶ

σχοίην

-

β΄ενικό

ἔσχες

σχῇς

σχοίης

σχὲς

Απαρέμφατο

Μετοχή
σχὼν

σχεῖν

σχοῦσα
σχὸν

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

ἐσχόμην

σχῶμαι

σχοίμην

-

β΄ενικό

ἔσχου

σχῇ

σχοῖο

σχοῦ

Απαρέμφατο

Μετοχή
σχόμενος

σχέσθαι

σχομένη
σχόμενον

ρ. παρέχω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

α΄ενικό

παρέσχον

παράσχω

παράσχοιμι

-

β΄ενικό

παρέσχες

παράσχῃς

παράσχοις

παράσχες

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β'

Απαρέμφατο

Μετοχή
παρασχὼν

παρασχεῖν

παρασχοῦσα
παρασχὸν

ὄλλυμαι ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό ὠλόμην ὄλωμαι ὀλοίμην - β΄ενικό ὤλου ὄλῃ ὄλοιο ὀλοῦ Απαρέμφατο Μετοχή ὀλόμενος ὀλέσθαι ὀλομένη ὀλόμενον ρ. ὁράω -ῶ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό εἶδον ἴδω ἴδοιμι - β΄ενικό εἶδες ἴδῃς ἴδοις ἰδὲ Απαρέμφατο Μετοχή ἰδὼν ἰδεῖν ἰδοῦσα ἰδὸν ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β' Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό εἰδόμην ἴδωμαι ἰδοίμην - β΄ενικό εἴδου ἴδῃ ἴδοιο ἰδοῦ Απαρέμφατο Μετοχή ἰδόμενος ἰδέσθαι ἰδομένη . λέγω ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό εἶπον εἴπω εἴποιμι - β΄ενικό εἶπες εἴπῃς εἴποις εἰπὲ Απαρέμφατο Μετοχή εἰπὼν εἰπεῖν εἰποῦσα εἰπὸν ρ.Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό παρεσχόμην παράσχωμαι παρασχοίμην - β΄ενικό παρέσχου παράσχῃ παράσχοιο παράσχου Απαρέμφατο Μετοχή παρασχόμενος παρασχέσθαι παρασχομένη παρασχόμενον ρ.

ἰδόμενον ρ. φέρω ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό ἤνεγκον ἐνέγκω ἐνέγκοιμι - β΄ενικό ἤνεγκες ἐνέγκῃς ἐνέγκοις ἔνεγκε Απαρέμφατο Μετοχή ἐνεγκὼν ἐνεγκεῖν ἐνεγκοῦσα ἐνεγκὸν Δ.) ᾐσθόμην ἁμαρτάνω ἥμαρτον ἀνέχομαι ἠνεσχόμην ἀπαγορεύω ἀπεῖπον ἀπόλλυμαι ἀπωλόμην . Πίνακας των συνηθέστερων ρημάτων της Α΄ συζυγίας με ενεργητικό και μέσο αόριστο β΄: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ ἄγω ἤγαγον ἄγομαι ἠγαγόμην αἱρῶ εἷλον αἱροῦμαι εἱλόμην αἰσθάνομαι (αποθ. ὀφλισκάνω ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ Οριστική Υποτακτική Ευκτική α΄ενικό ὦφλον ὄφλω ὄφλοιμι β΄ενικό ὦφλες ὄφλῃς ὄφλοις Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή ὀφλὼν - ὀφλεῖν ὀφλοῦσα ὀφλὸν ρ.

) ἐγενόμην εἰμὶ ἐγενόμην ἕπομαι (αποθ.) ἦλθον ἐρωτάω -ῶ ἠρόμην εὑρίσκω εὗρον/ ηὗρον εὑρίσκομαι εὑρόμην/ ηὑρόμην ἔχω ἔσχον ἔχομαι ἐσχόμην (ἀπο)θνῄσκω (ἀπ)ἔθανον λαγχάνω ἔλαχον λαμβάνω ἔλαβον λαμβάνομαι ἐλαβόμην λανθάνω ἔλαθον λανθάνομαι ἐλαθόμην λέγω εἶπον λείπω ἔλιπον λείπομαι ἐλιπόμην μανθάνω ἔμαθον ὄλλυμαι ὠλόμην ὁρῶ εἶδον .) ἑσπόμην ἔρχομαι (αποθ.) ἀφικόμην βάλλω ἔβαλον βάλλομαι ἐβαλόμην γίγνομαι (αποθ.ἀφικνοῦμαι (αποθ.

) ἐπυθόμην τέμνω ἔτεμον τέμνομαι ἐτεμόμην τίκτω ἔτεκον τρέπω ἔτραπον τρέπομαι ἐτραπόμην τρέχω/ θέω ἔδραμον τυγχάνω ἔτυχον ὑπισχνοῦμαι ὑπεσχόμην φέρω ἤνεγκον φεύγω ἔφυγον .ὁρῶμαι εἰδόμην ὀφείλω ὤφελον ὀφλισκάνω ὦφλον πάσχω ἔπαθον πείθω ἔπιθον πείθομαι ἐπιθόμην πίπτω ἔπεσον πυνθάνομαι (αποθ.

ἀξιό-ω → ἀξιῶ. 3. πληροῖσθε και ἀποπληροῖσθε.ῥέω. γελῶ. Η συλλαβή που προκύπτει από τη συναίρεση είναι πάντα μακρόχρονη. πλέε → πλεῖ αλλά ἔκπλεε → ἔκπλει (βλ. αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται: π.δέομαι). στον ενεστώτα και στον παρατατικό συναιρείται με το επόμενο φωνήεν ή δίφθογγο της φαινομενικής κατάληξης. 4.άω . 2. όταν τονίζεται παίρνει περισπωμένη: π. Όπως τονίζονται τα απλά έτσι τονίζονται και τα σύνθετα σε όλες τις εγκλίσεις: π.ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΡΗΜΑΤΑ Ορισμός: Συνηρημένα ονομάζονται τα φωνηεντόληκτα ρήματα της πρώτης συζυγίας των οποίων ο χαρακτήρας -α. διότι περισπώνται στο α ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα. -ο. ποιέω → ποιῶ. Στη β τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -ε-. π. ποίει και ἐκποίει. δρῶ.πνέω.χ.χ. π. τιμά-ω → τιμῶ. Στη γ τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -ο-.χ. Τα ρήματα αυτά ονομάζονται και περισπώμενα. Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση. π. Για τον τονισμό των συνηρημένων έχουμε υπόψη ότι: 1. σπῶμεν και ἀποσπῶμεν.χ. τιμά-ω → τιμῶ. π. ποιῶ και ἐκποιῶ.χ. Τα ρήματα πλέω. φοβέ-ομαι → φοβοῦμαι. ὁρᾶν και καθορᾶν. Α. π. ποιέ-ω → ποιῶ. δηλό-ομαι → δηλοῦμαι. Τα συνηρημένα ρήματα σε . τιμαέτω → τιμάτω. Μία συνηρημένη συλλαβή παίρνει οξεία. Εξαίρεση αποτελεί το β ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα της ενεργητικής φωνής των ρημάτων σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα. Ανάλογα με το χαρακτήρα τους τα συνηρημένα ή περισπώμενα ρήματα χωρίζονται σε τρεις τάξεις. Στην α τάξη ανήκουν τα ρήματα με χαρακτήρα -α-.χ. -ε.χ.χ. νικά-ομαι → νικῶμαι. δουλῶν και καταδουλῶν. όταν είναι σύνθετα: π. πεινῶ.χ.

ο σχηματισμός των ρημάτων αυτών και των ρηματικών τους τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: ἐάω . εἴας Παρατηρήσεις: 1. Παρ2. Ρήμα: ὁράομαι .) ἐῶσα ἐῶν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν.α. ἐῶ ἐῶ ἐῷμι (βλ. ῃ → ᾳ ᾰ + ο. Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού Στα συνηρημένα ρήματα της α τάξης (-άω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις: ᾰ + ε.επιτρέπω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν. ἐᾷς ἐᾷς ἐῷς ἔα Απαρέμφατο Μετοχή ἐῶν ἐᾶν (βλ. ω. ου → ω ᾰ + οι → ῳ Ενδεικτικά.) - β εν. η → ᾱ ᾰ + ει. Παρ1. 2.ἐῶ (= αφήνω.ὁρῶμαι . Οι αττικοί τύποι σχηματίζονται ως δεύτεροι στον ενικό αριθμό και είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους: ἐῴην. ἐῴη. ἐῴης. Το απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής των συνηρημένων ρημάτων σε -άω λήγει σε -ᾶν (ἐᾶν) και όχι σε -ᾷν διότι η αρχική κατάληξη του απαρεμφάτου του ενεστώτα των βαρύτονων ρημάτων είναι –εν και όχι –ειν( λύε-εν → λύειν). εἴων β εν.

ὁρῶμαι ὁρῶμαι ὁρῴμην - β εν. ἑωρώμην β εν.ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν. ἑωρῶ (Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –άω. Στον ενεστώτα και τον παρατατικό ενεργητικής και μέσης φωνής κλίνονται όπως τα ρήματα σε –άω. χρήομαι – χρῶμαι). παρ. χρησιμοποιώ) έχουν χαρακτήρα -η.και όχι -α(πεινήω – πεινῶ. διψήω – διψῶ.) Τα ρήματα πεινῶ. ὁρᾷ ὁρᾷ ὁρῷο ὁρῶ Απαρέμφατο Μετοχή ὁρώμενος ὁρᾶσθαι ὁρωμένη ὁρώμενον ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι. ἔζων Απαρέμφατο Μετοχή ζῶν ζῆν ζῶσα ζῶν . ζῶ σχηματίζουν στον ενικό της ευκτικής ενεστώτα μόνο τους αττικούς τύπους. διψῶ. ζῶ ζῶ ζῴην - β εν. αυτά έχουν η και ῃ αντίστοιχα. Τα ρήματα πεινῶ.200 -202.323 α. όπου τα ρήματα σε –άω έχουν α και ᾳ. σελ. ζήω – ζῶ. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. διψῶ. ο σχηματισμός των ρημάτων σε –ήω και των ρηματικών τους τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: ζήω – ζῶ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν. βλ. ζῶ. Ενδεικτικά. ζῇς ζῇς ζῴης ζῆ (ζῆθι) ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. Αλλά.

Συγκεκριμένα: 1. με το ρηματικό θέμα. εκτείνουν το χαρακτήρα .σε –η-: π. ζήτω.325) β. τιμῶ (θ. Τα συνηρημένα σε –άω εκτείνουν στους υπόλοιπους χρόνους κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος (σε μακρόχρονο) μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων. παρ. ἐτετιμήκειν και τιμῶμαι → τιμήσομαι. βλ. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων. τις φαινομενικές καταλήξεις κάθε χρόνου και την αύξηση ή τον αναδιπλασιασμό για τους ιστορικούς ή τους συντελικούς αντίστοιχα χρόνους. τετίμηκα. Τα συνηρημένα ρήματα σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) και κλίνονται κανονικά όπως και τα ασυναίρετα βαρύτονα ρήματα της Α΄ συζυγίας .χ. σελ. ἐτιμησάμην. ἐτετιμήμην.208 -209. ἐχρῶ (Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –ήω.Δηλαδή. τιμηθήσομαι. Όμως τα ρήματα τα οποία έχουν ε. ρ. ι ή ρ μπροστά από το χαρακτήρα -ᾰ-. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Ρήμα: χρήομαι – χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι) ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν.β εν. τρέποντας το -ᾰ.χρῇ χρῇ χρῷο χρῶ Απαρέμφατο Μετοχή χρώμενος χρῆσθαι χρωμένη χρώμενον ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ἐχρώμην β εν. χρῶμαι χρῶμαι χρῴμην - β εν. ἐτίμησα. 2. ἐτιμήθην.τιμᾰ-) → τιμήσω. τετίμημαι. ἔζης Παρατήρηση: Το ρήμα ζῶ στην προστακτική ενεστώτα σχηματίζει μόνο β΄και γ΄ενικό πρόσωπο: ζῆ (ζῆθι).

ἔδρασα. iii.χ. ἐδεδράμην. θηρῶ (= κυνηγώ) → θηράσω. τ: π. ἐῶ → ἐάσω. Ανάλογα σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους τα ρήματα: αἰτιῶμαι (= κατηγορώ) και ἰῶμαι (= θεραπεύω).-ᾰ. δρῶμαι → ἐδράσθην και ρηματικό επίθετο: δραστέον. γελῶμαι → (γελασθήσομαι). Τα ρήματα γελῶ και σπῶ (= τραβώ. ἀνιῶ (= λυπώ. Το ρήμα δρῶ (= ενεργώ) έχει μακρόχρονο χαρακτήρα -ᾱ. εἰάθην. ρ: π. ἠνίαθην.212. (ἠκρόαμαι). (βλ. δέδρακα και δέδραμαι. και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας.σε -ᾱ. ἐγελάσθην. Τα συνηρημένα ρήματα σε -έω α.σε -ᾱ-. ἠνιάμην ρ.(και όχι σε –η-): π. εἰάκειν και ἐῶμαι → ἐάσομαι. ἐθηρασάμην. αν και πριν από το ᾰ δεν υπάρχει ε.χ. μ. ἐθηράθην και ρηματικό επίθετο θηρατός. ι. ἐθήρασα.εἰάμην και ρηματικό επίθετο ἐατέος ρ.μπροστά από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ και τ: π. ρ. ἠκροασάμην. Αλλά παίρνει -σ. σπάζω) διατηρούν σε όλους τους χρόνους το βραχύχρονο χαρακτήρα -ᾰ.χ. ἠνίαμαι. εἴακα. α) 1. τεθήρακα. θηρατέος. υπακούω) εκτείνει το -ᾰ.και τον διατηρεί σε όλους τους χρόνους: δράσω. ἀκροῶμαι → ἀκροάσομαι.χ. 2. ἐσπάσθην. σελ.δυσαρεστώ) → ἀνιάσω. εἴασα. (ἠκροάθην). ἠνίακα και ἀνιῶμαι → ἀνιάσομαι. ἔσπασμαι. Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού Στα συνηρημένα ρήματα της β τάξης (-έω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις: ε + ε → ει . Εξαιρούνται μεταξύ άλλων: i. εἴαμαι . 3 – 213 ) Β. θηραθήσομαι. και θηρῶμαι → θηράσομαι. ἐσπάσμην και ρηματικό επίθετο: (ἀνάσπαστος) . ii.και έχουν σ μπροστά από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ. ἠνίασα. (γεγέλασμαι) και ρηματικό επίθετο: (καταγέλαστος) σπῶμαι → σπασθήσομαι. το ρήμα ἀκροῶμαι (=ἀκούω.

Παρατήρηση) - β εν. εκλέγομαι) ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή αἱρούμενος . όπως και στα συνηρημένα σε -άω: οἰκοίην.ε + ο → ου ε + μακρό φωνήεν / δίφθογγος → το ίδιο μακρό φωνήεν / η ίδια δίφθογγος: ε + ω → ω.οἰκῶ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν. προτιμώ και με παθητική σημασία. οἰκοίη. ᾤκουν β εν. ε + ου → ου. ε + η → η. Ρήμα: αἱρέομαι – αἱροῦμαι (= εκλέγω. οἰκοίης. ε + ῃ → ῃ. ᾤκεις Παρατήρηση: Οι αττικοί τύποι είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους. ε +οι → οι Ενδεικτικά. οἰκεῖς οἰκῇς οἰκοῖς οἴκει Απαρέμφατο Μετοχή οἰκῶν οἰκεῖν οἰκοῦσα οἰκοῦν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ο σχηματισμός των ρημάτων και των ρηματικών τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: οἰκέω . οἰκῶ οἰκῶ οἰκοῖμι(βλ.

όταν είναι σύνθετα. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων Τα συνηρημένα ρήματα σε –έω για το σχηματισμό των υπόλοιπων χρόνων (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) εκτείνουν κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος (σε μακρόχρονο) μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων.χ. Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα. πνέω. δεῖ. αἱροῦμαι αἱρῶμαι αἱροίμην - β εν. Τρέπουν συγκεκριμένα το χαρακτήρα -ε. αλλά πλεῖτε → ἐκπλεῖτε. Τα συνηρημένα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα (πλέω.323 β. (Για την κλίση αυτών.χ. ρ.μπροστά από θ. ᾑροῦ (Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –έω. σελ. παρ. Παρατηρήσεις: 1. δεῖτε. Τα ρήματα αἰνέω -ῶ (= επαινώ). τ: . το οποίο συναιρείται σε όλους τους τύπους: δῶ. δοῦμεν. δοῦσι (ν).και δεν παίρνουν -σ. ἀγνοε-) → ἀγνοήσω. κυριεύω). δέομαι) συναιρούνται μόνο όπου μετά το χαρακτήρα -ε. Εξαιρούνται: α) το β ενικό της οριστικής ενεστώτα του ρήματος δέομαι που παραμένει ασυναίρετο: δέει/ δέῃ. πλεῖ → ἔκπλει. ανεβάζουν τον τόνο μόνο στο β ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής. π. πνέω. ἠγνόηκα. δεῖς.ή -ει-: π. δέω -ῶ (= δένω) διατηρούν είτε σε όλους είτε σε ορισμένους τύπους το βραχύχρονο χαρακτήρα -ε-. δέομαι) β. ῥέω. βλ. μ. ἠγνόησα.ακολουθεί άλλο -ε. ᾑρούμην β εν. 2.202 -205. το ρήμα πνέω συναιρείται ως εξής: πνεῖς. βλ.) Παρατηρήσεις: 1. πνεῖτε. ενώ σε άλλους τον εκτείνουν σε -η. πνεῖ.χ. ῥέω. Τα ρήματα πλέω.α εν.σε -η-: π. ἀγνοῶ (θ.αἱρεῖ(-ῇ) αἱρῇ αἱροῖο αἱροῦ αἱρεῖσθαι αἱρουμένη αἱρούμενον ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. αἱρέω -ῶ (= συλλαμβάνω. β) το ρήμα δέω – δῶ (= δένω). Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας.

Ο σχηματισμός και η κλίση του ενεστώτα και του παρατατικού. τελέω –ῶ. και ρηματικό επίθετο: αἰδεστός. σελ. οι. ἐπλεύσθην) και ρηματικό επίθετο: πλευστός . ἐτελέσθην. πλέω και πνέω διατηρούν παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα -ε.213. εἱλόμην. 2. ᾔνεσα. γ. (αἰδεσθήσομαι). μ. ᾕρημαι. ἐτελεσάμην. παρακείμενο. αλλά ρηματικό επίθετο: δετός. αἱρεθήσομαι. τελεσθήσομαι. ἐκεκλήμην και ρηματικό επίθετο κλητός. ἀρκέω –ῶ. κλη-): κληθήσομαι. κέκλημαι. ω → ω ο + ει. β. δετέος. αἰνοῦμαι → -. καλε.αἰνῶ → αἰνέσω. σχηματίζει παθητικό μέλλοντα και παθητικό αόριστο α΄. υπερσυντέλικο και ρηματικό επίθετο με μετάθεση και έκταση του –α. τα ρήματα αἰδέομαι –οῦμαι (= σέβομαι. Τα συνηρημένα ρήματα σε -όω α. διατηρεί τον χαρακτήρα -ε. ᾔνημαι. 2 – 215 ) Γ. ᾔνεκα. ᾐδέσθην. ᾑρέθην. ᾑρήκειν αἱροῦμαι → αἱρήσομαι.χ. 3. ᾐνήμην και ρηματικό επίθετο: αἰνετός. ντρέπομαι). σχηματίζει μέλλοντα συνηρημένο καλῶ και καλοῦμαι (από το καλέσω και καλέσομαι). κλητέος . τετέλεσμαι.στον αόριστο: ἐκάλεσα και έκαλεσάμην. (βλ. Το ρήμα καλέω -ῶ: α. ο. αἰνέσομαι. β) 1. ᾔδεσμαι. εἷλον.→ θ. αἰδοῦμαι → αἰδέσομαι. ἔπλευσα. πέπλευκα. ᾐδεσάμην. ἐτετελέσμην και ρηματικό επίθετο: ἀ-τέλεστος. Στα συνηρημένα ρήματα της γ τάξης (-όω) στον ενεστώτα και τον παρατατικό γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις: ο + ε. και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. ῃ → οι .(θ. πλευστέον. ἐπι-τελεστέος πλέω → πλευσοῦμαι. ᾐνέθην. τ: π. ᾑρήμην και ρηματικό επίθετο: αἱρετός. αἱρετέος δῶ → δήσω.και έχουν ή παίρνουν σ μπροστά από θ. ου → ου ο + η. αἰνετέος αἱρῶ → αἱρήσω. (και πλευσθήσομαι. αἰνεθήσομαι. αἰδεστέος τελοῦμαι → -. ἐκλήθην. Μεταξύ άλλων.σε –η. ἔδησα. ᾕρηκα.

. βιοίης. ὁμοιοῦμαι ὁμοιῶμαι ὁμοιοίμην - β εν. ἐβίουν β εν. βιοίη.Ενδεικτικά. ἐβίους Παρατήρηση: Οι αττικοί τύποι είναι συνηθέστεροι από τους πρώτους: βιοίην. βιῶ βιῶ βιοῖμι (βλ. ὁμοιοῖ ὁμοιοῖ ὁμοιοῖο ὁμοιοῦ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. βιοῖς βιοῖς βιοῖς βίου Απαρέμφατο Μετοχή βιῶν βιοῦν βιοῦσα βιοῦν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική α εν. ὡμοιούμην β εν. μοιάζω) ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν.ὁμοιοῦμαι (= γίνομαι όμοιος. ὡμοιοῦ Απαρέμφατο Μετοχή ὁμοιούμενος ὁμοιοῦσθαι ὁμοιουμένη ὁμοιούμενον . Ρήμα: ὁμοιόομαι . ο σχηματισμός των ρημάτων και των ρηματικών τύπων έχει ως εξής: Ρήμα: βιόω-βιῶ (= ζω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α εν. Παρατήρηση) - β εν.

παρ.μπροστά από θ. Το ρήμα ῥιγῶ (= με πιάνει ρίγος. ῥιγῶσι(ν) . κρυώνω) έχει χαρακτήρα -ω. ῥιγῷς.σελ. ῥιγῶμεν.σε -ω. ἐζημιώμην.χ. ἐζημίωσα. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας . ὤρθωμαι ζημιῶ → ζημιώσω. Ο σχηματισμός και η κλίση των άλλων χρόνων. ὠρθώθην. 2). και Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. 1 . ῥιγῶτε. Τα συνηρημένα ρήματα σε –όω στους υπόλοιπους χρόνους (δηλαδή εκτός του ενεστώτα και του παρατατικού) εκτείνουν κανονικά το βραχύχρονο χαρακτήρα του θέματος -ο.) Παρατήρηση: 1. ὤρθωκα ὀρθοῦμαι → ὀρθώσομαι. Κλίνονται σε αυτούς όπως και τα ασυναίρετα ρήματα. ἐζημιώθην. 216. ἐζημίωμαι. ανάλογα με το χρόνο: π. ῥιγῷ.(Για την κλίση των συνηρημένων ρημάτων σε –όω. ἐζημιώκειν ζημιοῦμαι → ζημιώσομαι.μπροστά από το σύμφωνο των καταλήξεων. τ και το ρήμα ἀρόω -ῶ (= οργώνω) διατηρεί παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα -ο(βλ.σε -ω. Το ρήμα λοιπόν στην οριστική ενεστώτα έχει ως εξής: ῥιγῶ. βλ. Παρατήρηση: Το ρήμα χόω -ῶ (= σκεπάζω με χώμα) εκτείνει τον χαρακτήρα του θέματος -ο. ὀρθόω –ῶ → ὀρθώσω. ζημιωθήσομαι. Το ρήμα δεν σχηματίζει προστακτική ενώ δόκιμος είναι μόνο ο ενεστώτας.και παίρνει σ. 323 γ. . β. μ. 206 -208. σελ. ἐζημίωκα. με την προσθήκη των φαινομενικών καταλήξεων στο ρηματικό θέμα και την αύξηση ή τον αναδιπλασιασμό.(θ: ῥιγω-) και μετά τη συναίρεση έχει ω και ῳ όπου τα ρήματα σε –οω έχουν ου και οι αντίστοιχα. γ). ὤρθωσα.

δοῦμεν κ. πνέω. π.χ.ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ: πλέω. πνεῖτε. Το ρήμα δέομαι δε συναιρείται στο β΄ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα: δέει.: πνέω. Εκτός από το ρήμα δέω (= έχω έλλειψη ή ανάγκη) υπάρχει και το ρήμα δέω-ῶ (= δένω) που συναιρείται σε όλους τους τύπους. δέομαι Τα ρήματα σε –έω με μονοσύλλαβο θέμα όπως τα πλέω. Παραδείγματα κλίσης των ρημάτων ῥέω και δέομαι: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική ῥέω ῥέω ῥέοιμι - ῥεῖς ῥέῃς ῥέοις ῥεῖ ῥεῖ ῥέῃ ῥέοι ῥείτω ῥέομεν ῥέωμεν ῥέοιμεν - ῥεῖτε ῥέητε ῥέοιτε ῥεῖτε ῥέουσι(ν) ῥέωσι(ν) ῥέοιεν ῥεόντων/ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Απαρέμφατο Μετοχή ἔρρεον ῥέων ῥεῖν ῥέουσα ῥέον ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Υποτακτική Ευκτική Προστακτική δέομαι δέωμαι δεοίμην - δέῃ/δέει δέῃ δέοιο δέου δεῖται δέηται δέοιτο δείσθω δεόμεθα δεώμεθα δεοίμεθα - δεῖσθε δέησθε δέοισθε δεῖσθε δέονται δέωνται δέοιντο δείσθων/ δείσθωσαν ἔρρεις ἔρρει ἐρρέομεν ἐρρεῖτε ἔρρεον ῥείτωσαν Οριστική Οριστική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Απαρέμφατο Μετοχή Οριστική ἐδεόμην δεόμενος δεῖσθαι δεομένη δεόμενον ἐδέου ἐδεῖτο ἐδεόμεθα ἐδεῖσθε ἐδέοντο Παρατηρήσεις: 1.ακολουθεί άλλο -ε. 2. πνεῖς. δεῖς.ή -ει-: π.χ.λπ. Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα. πνεῖ. δεῖ. ῥέω. 3. πνέομεν. ῥέω και δέομαι συναιρούνται μόνο όπου μετά το χαρακτήρα -ε. .: δῶ. όταν είναι σύνθετα ανεβάζουν τον τόνο στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα της ενεργητικής φωνής. πνέω. πνέουσι(ν).

πλεῖ → ἀπόπλει ρ. πνεῖ → ἔκπνει ρ. ῥέω. ῥεῖ → ἀπόρρει Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων της οριστικής των ρημάτων πλέω. Μέλλ.Αόρ.: ρ. - - - δεηθήσομαι Αόριστος ἔπλευσα ἔπνευσα - ἐδεησάμην Παθητ.χ. - - - ἐδεήθην Παθητ. πνέω. πνέω. ῥέω.π. δέομαι: Ενεστώτας πλέω πνέω ῥέω δέομαι Παρατατικός ἔπλεον ἔπνεον ἔρρεον ἐδεόμην Μέλλοντας πλεύσομαι/ πλευσοῦμαι πνεύσομαι/ πνευσοῦμαι ῥυήσομαι δεήσομαι Παθητ. Αόρ. πλέω. β΄ - - ἐρρύην - Παρακείμενος πέπλευκα πέπνευκα ἐρρύηκα δεδέημαι Υπερσυντέλικος ἐπεπλεύκειν - ἐρρυήκειν - .

κομιοῦμεν. οἰκιεῖ. ἀγωνιζ-) → μέλλ.-ῇ οἰκιοῖο Απαρέμφατο Μετοχή οἰκιούμενος οἰκιεῖσθαι οἰκιουμένη οἰκιούμενον ρ. ποριοίης Απαρέμφατο Μετοχή ποριῶν ποριεῖν ποριοῦσα ποριοῦν . οἰκιοῦμαι οἰκιοίμην β΄ προσ. κομιεῖτε. ποριῶ ποριοῖμι. κομιδ-) → μέλλ. οἰκιῶ οἰκιοῖμι. ποριοίην β΄ προσ. ἀγωνίζομαι (θ. κομιοῦσι(ν). κομιεῖς. ἀγωνιούμεθα. ἀγωνιεῖσθε. προμηθεύω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική Ευκτική α΄ προσ.: ἀγωνιοῦμαι. Ο μέλλοντας αυτός κλίνεται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε –έω.Ο ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΔΙΣΥΛΛΑΒΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ -ίζω Τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε –ίζω που έχουν χαρακτήρα -δ. οἰκίζω ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική Ευκτική α΄ προσ. οἰκιοίης Απαρέμφατο Μετοχή οἰκιῶν οἰκιεῖν οἰκιοῦσα οἰκιοῦν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική Ευκτική α΄ προσ. Α.χ. κομίζω (θ. Πίνακας ενδεικτικού σχηματισμού των υπερδισύλλαβων ρημάτων σε –ίζω ρ. πορίζω (= παρέχω. κομιεῖ.και λήγουν σε -ιῶ και -ιοῦμαι στην ενεργητική και μέση φωνή αντιστοίχως. οἰκιοίην β΄ προσ. ρ. ἀγωνιεῖται.: ρ. ποριεῖς ποριοῖς. ἀγωνιοῦνται. ἀγωνιεῖ.: κομιῶ. οἰκιεῖς οἰκιοῖς.σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα χωρίς το χρονικό χαρακτήρα -σ. π.

ποριεῖ. 2. θωρακίζω → θωρακίσω. π. Μόνο τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε –ίζω σχηματίζουν συνηρημένο μέλλοντα. ῥαπίζω → ῥαπίσω.χ.: κτίζω → κτίσω. καλλωπίζω → καλλωπίσω. ποριοῦμαι ποριοίμην β΄ προσ. -ῇ ποριοῖο Απαρέμφατο Μετοχή ποριούμενος ποριεῖσθαι ποριουμένη ποριούμενον Παρατηρήσεις: 1. Β.ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΜΕΛΛΟΝΤΑ Οριστική Ευκτική α΄ προσ. Κατάλογος των συνηθέστερων υπερδισύλλαβων ρημάτων σε –ίζω ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ἀγωνίζομαι ἀγωνιοῦμαι γνωρίζω γνωριῶ δανείζω δανειῶ δανείζομαι δανειοῦμαι διαχειρίζω διαχειριῶ διαχειρίζομαι διαχειριοῦμαι ἐγχειρίζω ἐγχειριῶ ἐθίζω ἐθιῶ ἐλπίζω ἐλπιῶ . φορτίζω → φορτίσω. Τα δισύλλαβα ρήματα σε –ίζω σχηματίζουν μέλλοντα σε –σω. σχίζω → σχίσω. Εξαιρούνται τα: ἐρίζω → ἐρίσω.

ἐμποδίζω ἐμποδιῶ καθίζω καθιῶ κομίζω κομιῶ κομίζομαι κομιοῦμαι λογίζομαι λογιοῦμαι μεταχειρίζομαι μεταχειριοῦμαι νομίζω νομιῶ οἰκίζω οἰκιῶ ὀργίζω ὀργιῶ ὀργίζομαι ὀργιοῦμαι ὁρίζω ὁριῶ ὁρίζομαι ὁριοῦμαι πορίζω ποριῶ πορίζομαι ποριοῦμαι τειχίζω τειχιῶ τειχίζομαι τειχιοῦμαι ὑβρίζω ὑβριῶ ὑβρίζομαι ὑβριοῦμαι φροντίζω φροντιῶ ψηφίζω ψηφιῶ ψηφίζομαι ψηφιοῦμαι .

λεᾰν-) ἐλέᾰν-σα ἐλέᾰν-να -> ἐλέᾱνα μαραίνω (θ.: γέμ-ω. μαρᾰν-) ἐμάρᾰν-σα ἐμάρᾰν-να -> ἐμάρᾱνα . βούλ-ομαι δέρ-ω κ.Ο ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΥΓΡΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ Ορισμός Ενρινόληκτα ονομάζονται τα ρήματα που έχουν χαρακτήρα -μ-. μέν-ω. Σχηματισμός ενεργητικού και μέσου Μέλλοντα Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα από το ρηματικό θέμα και τις καταλήξεις -ῶ και -οῦμαι αντίστοιχα.λπ. π. ἀμυνεῖ κ. ἀμυνεῖς. το ῐ -> ῑ. Α.: ἀμυνῶ. ἀμυνοῦμαι. Σχηματισμός ενεργητικού και μέσου Αορίστου Ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄ των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων σχηματίστηκε αρχικά σε –σα και –σάμην. ρ). ὑφαν-) ὕφαν-σα ὕφαν-να -> ὕφηνα μιαίνω (θ.χ. ά. όπως στα φωνηεντόληκτα. Παραδείγματα Τελικός τύπος (με Ενεστώτας Αρχικός τύπος Με αφομοίωση απλοποίηση και αναπληρωτική έκταση) ὑφαίνω (θ. το ε -> ει.χ. ε. ρ π. ἀμυνεῖ. και το ῠ -> ῡ.και υγρόληκτα εκείνα που έχουν χαρακτήρα λ. Κλίνονται δηλαδή σύμφωνα με τα συνηρημένα ρήματα σε –έω. ἀμυνεῖται κ.όμως αφομοιώθηκε με το προηγούμενό του ένρινο ή υγρό και έπειτα έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων και αναπληρωτική έκταση (αντέκταση) του προηγούμενου φωνήεντος δηλαδή τράπηκε το: ᾰ -> η ή ᾱ (αν προηγείται ι.λπ. -ν. Β. Ο χρονικός χαρακτήρας -σ. μιᾰν-) ἐμίᾰν-σα ἐμίᾰν-να -> ἐμίᾱνα λεαίνω (θ.

Γ. π. Η προστακτική του αορίστου α΄. κρίνω (θ. διακρίνω -> διάκρινον. ενεργητικής και μέσης φωνής Τα περισσότερα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν το θέμα του ενεστώτα με την προσθήκη του προσφύματος -j-. ἀγγέλλομαι -> ἄγγειλαι. κατατείνω -> κατατεῖναι. ρ.: ρ. 3.χ. ἀποκλίνας. ρ. Δ. κατατείνασα. κρῐν-) -> ἔκρῑνα. καθᾰρ-) ἐκάθᾰρ-σα ἐκάθᾰρ-ρα -> ἐκάθηρα ἀγγέλλω (θ. ἀμῠν-) -> ἤμῡνα. ἀποκρίνομαι -> ἀπόκριναι. των απλών και σύνθετων ρημάτων ανεβάζει πάντα τον τόνο όσο το επιτρέπει η λήγουσα. στελ. Σχετικά με τον τονισμό: 1. κατατεῖναν.: ρ.: ρ. αλλά χωρίς το χρονικό χαρακτήρα -σ-. π. το -j. το δίχρονο φωνήεν του θέματος είναι μακρόχρονο στον αόριστο λόγω της αναπληρωτικής έκτασης (αντέκτασης). π. ἀγγελ-) ἤγγελ-σα ἤγγελ-λα -> ἤγγειλα κρίνω (θ. 2.αφομοιώνεται από αυτό και έτσι τα ρήματα έχουν -λλ-. κατατείνας. ἀμύνω (θ. ἀποκλῖναν. ἀμῦναι.καθαίρω (θ. Στα υγρόληκτα και ενρινόληκτα ρήματα. ενεργητικής και μέσης φωνής. ρ.χ. ἀμῠν-) ἤμῠν-σα ἤμῠν-να -> ἤμῡνα Έτσι ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄ των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων σχηματίζεται σε όλες τις εγκλίσεις. θ.χ. με το θέμα μετασχηματισμένο και με τις ίδιες καταλήξεις που έχουν τα φωνηεντόληκτα ρήματα. ἀποκλίνω -> ἀποκλῖναι. ἀγγέλλω -> ἄγγειλον. το απαρέμφατο και τη μετοχή. κρῖναι. κρῐν-) ἔκρῐν-σα ἔκρῐν-να -> ἔκρῑνα ἀμύνω (θ. ἀποκλίνασα. βαλ.    βάλ-jω > βάλλω θ. Σχετικά με τον σχηματισμό του ενεστώτα και παρατατικού. Το απαρέμφατο και η μετοχή όταν είναι σύνθετα δεν ανεβάζουν τον τόνο. α) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -λ-.(δεν παίρνουν πρόσφυμα -j-) τα: .    στελ-jω > στέλλω Εξαιρούνται και έχουν ένα -λ.

παρουσιάζονται σε ξεχωριστή ενότητα.χ. Πίνακας των συνηθέστερων υγρόληκτων και ενρινόλητων ρημάτων ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ἀγγέλλω ἀγγελῶ ἤγγειλα ἀγγέλλομαι ἀγγελοῦμαι ἠγγειλάμην αἴρω ἀρῶ ἦρα αἴρομαι ἀροῦμαι ἠράμην ἀμύνω ἀμυνῶ ἤμυνα ἀμύνομαι ἀμυνοῦμαι ἠμυνάμην βάλλω βαλῶ ἔβαλον (αόρ.σε -ει-. κρίν-jω > κρίνω.ή -ρ. ῠ. -ρ. οἰκτίρ-jω > οἰκτίρω πλύν-jω > πλύνω. -ρ.: ὑφαν-jω > ὑφαίνω καθαρ-jω > καθαίρω γ) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -ν-.και το -ῠ.: κτέν-jω > κτείνω.σε -ῑ.αφομοιώνεται προς το χαρακτήρα -ν. έπειτα το διπλό -ν.απλοποιείται και το προηγούμενο φωνήεν εκτείνεται αναπληρωτικά. το -ε.και προηγούνται τα φωνήεντα ε.βούλομαι . το -ῐ.χ.:) ὀφειλήσω β) Σε όσα έχουν χαρακτήρα -ν-. δηλ. σύρ-jω > σύρω (Ο παρακείμενος και υπερσυντέλικος ενεργητικής και μέσης φωνής.) Ε.σε δίφθογγο -αι-.(μέλλ.β΄) .σε -ῡ-.μετατοπίζεται πριν το -ν.:) ἐθελήσω ἐπιμέλομαι – (μέλλ. π.και προηγείται το φωνήεν α. σπέρ-jω > σπείρω. τότε το -j. π. ῐ.:) μελήσει ὀφείλω – (μέλλ.:) ἐπιμελήσομαι μέλει (απρόσωπο) – (μέλλ. τότε το -j.ή -ρ-.:) βουλήσομαι ἐθέλω – (μέλλ.ή το -ρ.και ενώνεται με το προηγούμενο -α.

β΄) .β΄) ἐσπειράμην στέλλω στελῶ ἔστειλα στέλλομαι στελοῦμαι ἐστειλάμην σφάλλω σφαλῶ ἔσφηλα / (ἔσφαλα) σφάλλομαι σφαλοῦμαι ἐσφάλην (παθ.β΄) ἐγείρω ἐγερῶ ἤγειρα καθαίρω καθαρῶ ἐκάθηρα καθαίρομαι καθαροῦμαι ἐκαθηράμην κλίνω κλινῶ ἔκλινα κρίνω κρινῶ ἔκρινα κρίνομαι κρινοῦμαι ἐκρινάμην κτείνω κτενῶ ἔκτεινα μαραίνω μαρανῶ ἐμάρανα μένω μενῶ ἔμεινα μιαίνω μιανῶ ἐμίανα νέμω νεμῶ ἔνειμα νέμομαι νεμοῦμαι ἐνειμάμην ὀδύρομαι ὀδυροῦμαι ὠδυράμην σημαίνω σημανῶ ἐσήμηνα / ἐσήμανα σημαίνομαι σημανοῦμαι ἐσημηνάμην σπείρω σπερῶ ἔσπειρα σπείρομαι σπαρήσομαι (παθ. μελ.βάλλομαι βαλοῦμαι ἐβαλόμην (αόρ. β΄) τείνω τενῶ ἔτεινα τείνομαι τενοῦμαι ἐτεινάμην τέμνω τεμῶ ἔτεμον (αορ. Αορ.

τέμνομαι τεμοῦμαι ἐτεμόμην (αόρ.β΄) ὑγιαίνω ὑγιανῶ ὑγίανα φαίνω φανῶ ἔφηνα φαίνομαι φανοῦμαι ἐφηνάμην φθείρω φθερῶ ἔφθείρα φθείρομαι φθεροῦμαι ἐφθάρην (παθ. Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού του μέλλοντα και αόριστου των ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρηματων ρ. νέμω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική α΄ενικό νεμῶ β΄ενικό νεμεῖς Υποτακτική - Ευκτική νεμοῖμι νεμοῖς Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή νεμῶν - νεμεῖν νεμοῦσα νεμοῦν Μέση φωνή Οριστική α΄ενικό νεμοῦμαι β΄ενικό νεμῇ(-εῖ) Υποτακτική - Ευκτική νεμοίμην νεμοῖο Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή νεμούμενος - νεμεῖσθαι νεμουμένη νεμούμενον ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή .αόρ.β΄) ΣΤ.

α΄ενικό ἔνειμα νείμω β΄ενικό ἔνειμας νείμῃς νείμαιμι - νείμαις/ νεῖμον νείμειας νείμας νεῖμαι νείμασα νεῖμαν Μέση φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό ἐνειμάμην νείμωμαι νειμαίμην - β΄ενικό ἐνείμω νείμῃ νείμαιο νεῖμαι Απαρέμφατο Μετοχή νειμάμενος νείμασθαι νειμαμένη νειμάμενον ρ. κρίνω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική α΄ενικό κρινῶ β΄ενικό κρινεῖς Υποτακτική - Ευκτική κρινοῖμι κρινοῖς Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή κρινῶν - κρινεῖν κρινοῦσα κρινοῦν Μέση φωνή Οριστική α΄ενικό κρινοῦμαι β΄ενικό κρινῇ Υποτακτική - Ευκτική κρινοίμην κρινοῖο Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή κρινούμενος - κρινεῖσθαι κρινουμένη κρινούμενον ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή .

αἴρω ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Ενεργητική φωνή Οριστική α΄ενικό ἀρῶ β΄ενικό ἀρεῖς Υποτακτική - Ευκτική ἀροῖμι ἀροῖς Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή ἀρῶν - ἀρεῖν ἀροῦσα ἀροῦν Μέση φωνή Οριστική α΄ενικό ἀροῦμαι β΄ενικό ἀρῇ (-εῖ) Υποτακτική - Ευκτική ἀροίμην ἀροῖο Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή ἀρούμενος - ἀρεῖσθαι ἀρουμένη ἀρούμενον ΑΟΡΙΣΤΟΣ Ενεργητική φωνή α΄ενικό Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική ἤρα ἄρω ἄραιμι - Απαρέμφατο Μετοχή ἄρας .α΄ενικό ἔκρινα κρίνω κρίναιμι - β΄ενικό ἔκρινας κρίνῃς κρίναις κρῖνον κρίνας κρῖναι κρίνασα κρῖναν Μέση φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό ἐκρινάμην κρίνωμαι κριναίμην - β΄ενικό ἐκρίνω κρίνῃ κρίναιο κρῖναι Απαρέμφατο Μετοχή κρινάμενος κρίνασθαι κριναμένη κρινάμενον ρ.

β΄ενικό ἤρας ἄρῃς ἄραις ἆρον ἆραι ἄρασα ἆραν Μέση φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ενικό ἠράμην ἄρωμαι ἀραίμην - β΄ενικό ἤρω ἄρῃ ἄραιο ἆραι Απαρέμφατο Μετοχή ἀράμενος ἄρασθαι ἀραμένη ἀράμενον .

δείκνυμι.ά. ρ. σβέννυμι. σκεδάννυμι κ. εἵργνυμι. λύω) μόνο στο σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής. ενρινόληκτα ή υγρόληκτα): δείκνυμι. ρ. ὄμνυμι. λ. μείγνυμι.χ. ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΛΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική Οριστική δείκνυμι δεικνύω δεικνύοιμι - ἐδείκνυν δείκνυς δεικνύῃς δεικνύοις δείκνυ ἐδείκνυς δείκνυσι(ν) δεικνύῃ δεικνύοι δεικνύτω ἐδείκνυ δείκνυμεν δεικνύωμεν δεικνύοιμεν - ἐδείκνυμεν δείκνυτε δεικνύητε δεικνύοιτε δείκνυτε ἐδείκνυτε δεικνύασι(ν) δεικνύωσι(ν) δεικνύοιεν δεικνύντων/δεικνύτωσαν ἐδείκνυσαν Απαρέμφατο Μετοχή δεικνὺς δεικνύναι δεικνῦσα .ά. π.πρόσφυμα -νυ. μείγνυμι.ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -μι: Συμφωνόληκτα Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι (β΄ συζυγία.χ. γ) αλλά. Όλα τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται ως εξής: Θέμα . ὄμνυμι) διαφέρουν από τα βαρύτονα ρήματα σε –ω της α΄ συζυγίας (λ.χ. ὄλλυμι. κεράννυμι. δείκ-νυ-μι Λήγουν: α) σε -νυμι (τα αφωνόληκτα. πτάρνυμι κ.κατάληξη -μι. β) σε -ννυμι (τα σιγμόληκτα): ἀμφιέννυμι.

δεικνὺν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική Οριστική δείκνυμαι δεικνύωμαι δεικνυοίμην - ἐδεικνύμην δείκνυσαι δεικνύῃ δεικνύοιο δείκνυσο ἐδείκνυσο δείκνυται δεικνύηται δεικνύοιτο δεικνύσθω ἐδείκνυτο δεικνύμεθα δεικνυώμεθα δεικνυοίμεθα - ἐδεικνύμεθα δείκνυσθε δεικνύησθε δεικνύοισθε δείκνυσθε ἐδείκνυσθε δείκνυνται δεικνύωνται δεικνύοιντο δεικνύσθων/δεικνύσθωσαν ἐδείκνυντο Απαρέμφατο Μετοχή δεικνύμενος δείκνυσθαι δεικνυμένη δεικνύμενον Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης ενεστώτα και παρατατικού συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι: ρ. ἀπόλλυμι ἀπολλύω ἀπολλύοιμι - ἀπώλλυν β΄εν. ἀπόλλυς ἀπολλύῃς ἀπολλύοις ἀπόλλυ ἀπώλλυς Απαρέμφατο Μετοχή . ἀπόλλυμι (= καταστρέφω. χάνω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική Οριστική α΄εν.

μείγνυμι (= σμίγω. ἀπόλλυσαι ἀπολλύῃ ἀπολλύοιο ἀπόλλυσο ἀπώλλυσο Απαρέμφατο Μετοχή ἀπολλύμενος ἀπόλλυσθαι ἀπολλυμένη ἀπολλύμενον ρ.ἀπολλὺς ἀπολλύναι ἀπολλῦσα ἀπολλὺν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Οριστική α΄εν. ανακατεύω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική α΄ εν. ἀπόλλυμαι ἀπολλύωμαι ἀπολλυοίμην - ἀπωλλύμην β΄εν. μείγνυμι μειγνύω β΄ εν. μείγνυς μειγνύῃς Ευκτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο μειγνύοιμι - μειγνύναι μειγνύοις μείγνυ Οριστική ἐμείγνυν ἐμείγνυς Μετοχή μειγνὺς μειγνῦσα μειγνὺν .

μειγνύμενος μειγνυμένη μειγνύμενον ρ.ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική α΄ μείγνυμαι μειγνύωμαι εν. Οριστική Υποτακτική ὄμνυμαι ὀμνύωμαι Ευκτική ὀμνυοίμην ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο - ὄμνυσθαι Οριστική ὠμνύμην . ὄμνυς ὀμνύῃς ὀμνύοις ὄμνυ Οριστική ὤμνυν ὤμνυς Μετοχή ὀμνὺς ὀμνῦσα ὀμνὺν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ α΄ εν. ὄμνυμι (= ορκίζομαι) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο α΄ εν. ὄμνυμι ὀμνύω ὀμνύοιμι - ὀμνύναι β΄ εν. μείγνυσαι μειγνύῃ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο μειγνυοίμην - μείγνυσθαι μειγνύοιο μείγνυσο β΄ Οριστική ἐμειγνύμην ἐμείγνυσο Μετοχή εν.

ῥώννυμι (= δυναμώνω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική α΄ εν. ῥώννυμι ῥωννύω β΄ εν. ὄμνυσαι ὀμνύῃ ὀμνύοιο ὄμνυσο ὤμνυσο Μετοχή ὀμνύμενος ὀμνυμένη ὀμνύμενον ρ.β΄ εν. ῥώννυσαι ῥωννύῃ β΄ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο ῥωννυοίμην - ῥώννυσθαι ῥωννύοιο ῥώννυσο Μετοχή εν. ῥώννυς ῥωννύῃς Ευκτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο ῥωννύοιμι - ῥωννύναι ῥωννύοις ῥώννυ Οριστική ἐρρώννυν ἐρρώννυς Μετοχή ῥωννὺς ῥωννῦσα ῥωννὺν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική α΄ ῥώννυμαι ῥωννύωμαι εν. ῥωννύμενος ῥωννυμένη ῥωννύμενον Οριστική - .

Σχηματισμός των άλλων χρόνων: Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους τους όπως τα βαρύτονα συμφωνόληκτα ρήματα. δείκνυμι Ενεργητική Φωνή Μέλλοντας δείξω Αόριστος α΄ ἔδειξα Παρακείμενος δέδειχα Υπερσυντέλικος - Μέση φωνή Μέλλοντας δείξομαι Παθ.ὄμνυμι.ῥήγνυμι.: ρ.χ. .πήγνυμι . Αόριστος α΄ ἐδείχθην Παρακείμενος δέδειγμαι Υπερσυντέλικος ἐδεδείγμην Κατάλογος των συνηθέστερων συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι: δείκνυμι . μείγνυμι . ανάλογα με το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος. π. χωρίς το πρόσφυμα -νυ-. Μέλλοντας δειχθήσομαι Αόριστος α΄ ἐδειξάμην Παθ.

σβέννυμι . ῥώννυμι . ἀμφιέννυμι . Κανόνας τονισμού: Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι όταν είναι σύνθετα τονίζονται όπως και απλά.κεράννυμι.ἀνοίγνυμι και ἄρνυμαι (αποθετικό). ὄλλυμι.εἵργνυμι .σκεδάννυμι. .

τίθημι.ρηματικό θέμα .) Τα ρήματα ἵστημι. Κατάλογος συνηθέστερων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι: ἵστημι.φ. τίθημι.) και πίμπραμαι < πί-πρα-μαι (μ. ἵημι. δίδωμι. ἐπίσταμαι (αποθετικά) ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΛΙΣΗΣ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ: ἵστημι. τίθημι. στη-. πίμπλημι ἄγαμαι. ἵημι. θη-. δο- ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἵστημι τίθημι ἵημι δίδωμι ἵστης τίθης / (τιθεῖς) ἵης / (ἱεῖς) δίδως ἵστησι(ν) τίθησι(ν) ἵησι(ν) δίδωσι(ν) ἵσταμεν τίθεμεν ἵεμεν δίδομεν ἵστατε τίθετε ἵετε δίδοτε ἱστᾶσι(ν) τιθέασι(ν) ἱᾶσι(ν) διδόασι(ν) Υποτακτική .: ρ. θε- θ. ἡ-. δίδωμι ὀνίνημι. δύναμαι. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ θ.) και δίδομαι < δί-δο-μαι (μ. δίδωμι σχηματίζουν αόριστο β΄ και διαφέρουν στην κλίση του από τα ρήματα σε -ω.χ. δω-.φ. πίμπρημι. πίμπρημι < πί-πρη-μι (ε.ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -μι: Φωνηεντόληκτα Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται στον ενεστώτα και στον παρατατικό ως εξής: ενεστωτικός αναδιπλασιασμός .) ρ. δίδωμι < δί-δω-μι (ε.φ.κατάληξη -μι / -μαι: π. στα- θ. ἵημι.φ. ἑ- θ.

ἱστῶ τιθῶ ἱῶ διδῶ ἱστῇς τιθῇς ἱῇς διδῷς ἱστῇ τιθῇ ἱῇ διδῷ ἱστῶμεν τιθῶμεν ἱῶμεν διδῶμεν ἱστῆτε τιθῆτε ἱῆτε διδῶτε ἱστῶσι(ν) τιθῶσι(ν) ἱῶσι(ν) διδῶσι(ν) Ευκτική ἱσταίην τιθείην ἱείην διδοίην ἱσταίης τιθείης ἱείης διδοίης ἱσταίη τιθείη ἱείη διδοίη ἱσταίημεν / (ἱσταῖμεν) τιθείημεν / (τιθεῖμεν) ἱείημεν / (ἱεῖμεν) διδοίημεν / (διδοῖμεν) ἱσταίητε / (ἱσταῖτε) τιθείητε / (τιθεῖτε) ἱείητε / (ἱεῖτε) διδοίητε / (διδοῖτε) ἱσταίησαν / (ἱσταῖεν) τιθείησαν / (τιθεῖεν) ἱείησαν / (ἱεῖεν) διδοίησαν / (διδοῖεν) Προστακτική - - - - ἵστη τίθει ἵει δίδου ἱστάτω τιθέτω ἱέτω διδότω - - - - ἵστατε τίθετε ἵετε δίδοτε ἱστάντων / (ἱστάτωσαν) τιθέντων / (τιθέτωσαν) ἱέντων / (ἱέτωσαν) διδόντων / (διδότωσαν) Απαρέμφατο ἱστάναι τιθέναι ἱέναι διδόναι Μετοχή ἱστὰς τιθεὶς ἱεὶς διδοὺς ἰστᾶσα τιθεῖσα ἱεῖσα διδοῦσα ἱστὰν τιθὲν ἱὲν διδὸν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἵστην ἐτίθην ἵην ἐδίδουν ἵστης ἐτίθεις ἵεις ἐδίδους .

δο- Οριστική ἔστην ἔθηκα ἧκα ἔδωκα ἔστης ἔθηκας ἧκας ἔδωκας ἔστη ἔθηκε ἧκε ἔδωκε ἔστημεν ἔθεμεν εἷμεν ἔδομεν ἔστητε ἔθετε εἷτε ἔδοτε ἔστησαν ἔθεσαν εἷσαν ἔδοσαν Υποτακτική στῶ θῶ ὧ δῶ στῇς θῇς ᾗς δῷς στῇ θῇ ᾗ δῷ στῶμεν θῶμεν ὧμεν δῶμεν στῆτε θῆτε ἧτε δῶτε στῶσι(ν) θῶσι(ν) ὧσι(ν) δῶσι(ν) Ευκτική σταίην θείην εἵην δοίην σταίης θείης εἵης δοίης σταίη θείη εἵη δοίη σταίημεν / (σταῖμεν) θείημεν / (θεῖμεν) εἵημεν / (εἷμεν) δοίημεν / (δοῖμεν) σταίητε / (σταῖτε) θείητε / (θεῖτε) εἵητε / (εἷτε) δοίητε / (δοῖτε) σταίησαν / (σταῖεν) θείησαν / (θεῖεν) εἵησαν / (εἷεν) δοίησαν / (δοῖεν) Προστακτική - - - - . ἡ-. θη-.ἵστη ἐτίθει ἵει ἐδίδου ἵσταμεν ἐτίθεμεν ἵεμεν ἐδίδομεν ἵστατε ἐτίθετε ἵετε ἐδίδοτε ἵστασαν ἐτίθεσαν ἵεσαν ἐδίδοσαν ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ θ. στη-. δω-. θε- θ. ἑ- θ. στα- θ.

ἑ- θ. στα- θ. θε- θ.στῆθι θὲς ἓς δὸς στήτω θέτω ἕτω δότω - - - - στῆτε θέτε ἕτε δότε στάντων / (στήτωσαν) θέντων / (θέτωσαν) ἕντων / (ἕτωσαν) δόντων / (δότωσαν Απαρέμφατο στῆναι θεῖναι εἷναι δοῦναι Μετοχή στὰς θεὶς εἳς δοὺς στᾶσα θεῖσα εἷσα δοῦσα στὰν θὲν ἓν δὸν Παρατήρηση: Ο αόριστος β΄ ἔστην είναι ενεργητικός με μέση και παθητική σημασία. δο- ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἵσταμαι τίθεμαι ἵεμαι δίδομαι ἵστασαι τίθεσαι ἵεσαι δίδοσαι ἵσταται τίθεται ἵεται δίδοται ἱστάμεθα τιθέμεθα ἱέμεθα διδόμεθα ἵστασθε τίθεσθε ἵεσθε δίδοσθε ἵστανται τίθενται ἵενται δίδονται Υποτακτική ἱστῶμαι τιθῶμαι ἱῶμαι διδῶμαι . ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ θ.

ἱστῇ τιθῇ ἱῇ διδῷ ἱστῆται τιθῆται ἱῆται διδῶται ἱστώμεθα τιθώμεθα ἱώμεθα διδώμεθα ἱστῆσθε τιθῆσθε ἱῆσθε διδῶσθε ἱστῶνται τιθῶνται ἱῶνται διδῶνται Ευκτική ἱσταίμην τιθείμην ἱείμην διδοίμην ἱσταῖο τιθεῖο ἱεῖο διδοῖο ἱσταῖτο τιθεῖτο ἱεῖτο διδοῖτο ἱσταίμεθα τιθείμεθα ἱείμεθα διδοίμεθα ἱσταῖσθε τιθεῖσθε ἱεῖσθε διδοῖσθε ἱσταῖντο τιθεῖντο ἱεῖντο διδοῖντο Προστακτική - - - - ἵστασο / (ἵστω) τίθεσο ἵεσο δίδοσο ἱστάσθω τιθέσθω ἱέσθω διδόσθω - - - - ἵστασθε τίθεσθε ἵεσθε δίδοσθε ἱστάσθων / τιθέσθων / ἱέσθων / διδόσθων / (ἱστάσθωσαν) (τιθέσθωσαν) (ἱέσθωσαν) (διδόσθωσαν) Απαρέμφατο ἵστασθαι τίθεσθαι ἵεσθαι δίδοσθαι Μετοχή ἱστάμενος τιθέμενος ἱέμενος διδόμενος ἰσταμένη τιθεμένη ἱεμένη διδομένη ἱστάμενον τιθέμενον ἱέμενον διδόμενον ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική ἱστάμην ἐτιθέμην ἱέμην ἐδιδόμην ἵστασο ἐτίθεσο ἵεσο ἐδίδοσο .

ἵστατο ἐτίθετο ἵετο ἐδίδοτο ἱστάμεθα ἐτιθέμεθα ἱέμεθα ἐδιδόμεθα ἵστασθε ἐτίθεσθε ἵεσθε ἐδίδοσθε ἵσταντο ἐτίθεντο ἵεντο ἐδίδοντο ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ θ. θε- θ. ἑ- θ. δο- Οριστική ἐθέμην εἵμην ἐδόμην ἔθου εἷσο ἔδου ἔθετο εἷτο ἔδοτο ἐθέμεθα εἵμεθα ἐδόμεθα ἔθεσθε εἷσθε ἔδοσθε ἔθεντο εἷντο ἔδοντο Υποτακτική θῶμαι ὧμαι δῶμαι θῇ ᾗ δῷ θῆται ἧται δῶται θώμεθα ὥμεθα δώμεθα θῆσθε ἧσθε δῶσθε θῶνται ὧνται δῶνται Ευκτική θείμην εἵμην δοίμην θεῖο εἷο δοῖο θείτο εἷτο δοῖτο θείμεθα εἵμεθα δοίμεθα θεῖσθε εἷσθε δοῖσθε θεῖντο εἷντο δοῖντο Προστακτική - - - .

τίθημι ρ. τίθημι. δίδωμι Μέλλοντας στήσω θήσω ἥσω δώσω Αόριστος α΄ ἔστησα - - - Παρακείμενος στήσας ἔχω τέθηκα / τέθεικα εἷκα δέδωκα Υπερσυντέλικος στήσας εἶχον ἐτεθήκειν εἵκειν ἐδεδώκειν Μέση φωνή . ἵστημι ρ. ἵημι και δίδωμι σχηματίζονται ως εξής: Ενεργητική Φωνή ρ. ἵημι ρ.θοῦ οὗ δοῦ θέσθω ἕσθω δόσθω - - - θέσθε ἕσθε δόσθε θέσθων / (θέσθωσαν) ἕσθων / (ἕσθωσαν) δόσθων / (δόσθωσαν) Απαρέμφατο ἕσθαι θέσθαι δόσθαι Μετοχή θέμενος ἕμενος δόμενος θεμένη ἑμένη δομένη θέμενον ἕμενον δόμενον Παρατήρηση: Οι τύποι της υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής και μέσης φωνής είναι συνηρημένοι. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Οι άλλοι χρόνοι των ρημάτων ἵστημι.

παρίστημι παριστῶ παρισταίην - παρίστην β΄εν. βοηθώ) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική Οριστική α΄εν. Μέλλοντας σταθήσομαι τεθήσομαι ἐθήσομαι δοθήσομαι Αόριστος α΄ ἐστησάμην - - - Παθ. παρίσταμαι Υποτακτική παριστῶμαι ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική παρισταίμην Προστακτική - Οριστική παριστάμην . σε ενεστώτα και παρατατικό: ρ. παρίστης παριστῇς παρισταίης παρίστη παρίστης Απαρέμφατο Μετοχή παριστὰς παριστάναι παριστᾶσα παριστὰν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική α΄εν. παρίστημι (= παρίσταμαι.Μέλλοντας στήσομαι θήσομαι ἥσομαι δώσομαι Παθ. Αόριστος α΄ ἐστάθην ἐτέθην εἵθην ἐδόθην Παρακείμενος ἕστηκα τέθειμαι / κεῖμαι εἷμαι δέδομαι Υπερσυντέλικος ἑστήκειν / εἱστήκειν ἐκείμην εἷμην ἐδεδόμην Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης σύνθετων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε –μι.

ἀνατίθημι (= αναθέτω. αφιερώνω κ.) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο ἀνατιθέναι α΄εν. παρίστασαι παρισταῖο παριστῇ παρίστασο Απαρέμφατο παρίστασο Μετοχή παριστάμενος παρίστασθαι παρισταμένη παριστάμενον ρ. ἀνατίθης / ἀνατιθῇς ἀνατιθείης ἀνατίθει Οριστική ἀνετίθην ἀνετίθεις Μετοχή (ἀνατιθεῖς) ἀνατιθεὶς ἀνατιθεῖσα ἀνατιθὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική α΄εν.β΄εν. ἀνατίθεσαι ἀνατιθῇ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο ἀνατιθείμην - ἀνατίθεσθαι ἀνατιθεῖο ἀνατίθεσο Οριστική ἀνετιθέμην ἀνετίθεσο Μετοχή ἀνατιθέμενος ἀνατιθεμένη ἀνατιθέμενον . ἀνατίθεμαι ἀνατιθῶμαι β΄εν. ἀνατίθημι ἀνατιθῶ ἀνατιθείην - β΄εν.ά.

ἀφίημι (= αφήνω. απολύω. παραδίδωμι (= παραδίδω) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική Οριστική .) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο α΄ εν.ά. ἀφίης ἀφιῇς ἀφιείης ἀφίει Οριστική ἀφίην ἀφίεις Μετοχή ἀφιεὶς ἀφιεῖσα ἀφιὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο α΄ εν. ἀφίεμαι ἀφιῶμαι ἀφιείμην - ἀφίεσθαι β΄ εν. ἀφίημι ἀφιῶ ἀφιείην - ἀφιέναι β΄ εν. απαλλάσσω κ. ἀφίεσαι ἀφιῇ ἀφιεῖο ἀφίεσο Οριστική ἀφιέμην ἀφίεσο Μετοχή ἀφιέμενος ἀφιεμένη ἀφιέμενον ρ.ρ.

παραδίδως παραδιδῷς παραδιδοίης παραδίδου παρεδίδους Απαρέμφατο Μετοχή παραδιδοὺς παραδιδόναι παραδιδοῦσα παραδιδὸν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Οριστική α΄εν.α΄εν.) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν. παραδίδωμι παραδιδῶ παραδιδοίην - παρεδίδουν β΄εν. ἐνέδωκας ἐνδῷς ἐνδοίης ἔνδος Απαρέμφατο Μετοχή ἐνδοὺς ἐνδοῦναι ἐνδοῦσα ἐνδὸν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ . ἐνδίδωμι (= υποχωρὠ κ. παραδίδομαι παραδιδῶμαι παραδιδοίμην - παρεδιδόμην β΄εν.ά. στον αόριστο β΄: ρ. ἐνέδωκα ἐνδῶ ἐνδοίην - β΄ εν. παραδίδοσαι παραδιδῷ παραδιδοῖο παραδίδοσο παρεδίδοσο Απαρέμφατο Μετοχή παραδιδόμενος παραδίδοσθαι παραδιδομένη παραδιδόμενον Πίνακες ενδεικτικού σχηματισμού και κλίσης σύνθετων φωνηεντόληκτων ρημάτων σε –μι.

διαθέτω κ. διέθηκα διαθῶ διαθείην - β΄ εν. ἀνίστημι (= στήνω όρθιο.Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν.) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν. ἀνέστην ἀναστῶ ἀνασταίην - β΄ εν. διέθηκας διαθῇς διαθείης διάθες Απαρέμφατο Μετοχή διαθεὶς διαθεῖναι διαθεῖσα διαθὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν.ά. ρ. ἐνεδόμην ἐνδῶμαι ἐνδοίμην - β΄ εν. αναστατώνω κ. διέθου διαθῇ διαθεῖο διάθου Απαρέμφατο Μετοχή διαθέμενος διαθέσθαι διαθεμένη . ἀνέστης ἀναστῇς ἀνασταίης ἀνάστηθι Απαρέμφατο Μετοχή ἀναστὰς ἀναστῆναι ἀναστᾶσα ἀναστὰν Παρατήρηση: Ο αόριστος β΄ ἀνέστην είναι ενεργητικός με μέση και παθητική σημασία. ) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν.ά. διατίθημι (= διευθετώ. ἐνέδου ἐνδῷ ἐνδοῖο ἐνδοῦ Απαρέμφατο Μετοχή ἐνδόμενος ἐνδόσθαι ἐνδομένη ἐνδόμενον ρ. διεθέμην διαθῶμαι διαθείμην - β΄ εν.

απαλλάσσω κ. τα ρήματα σε –μι όταν είναι σύνθετα με πρόθεση ανεβάζουν τον τόνο σε β΄ενικό και β΄πληθυντικό πρόσωπο στην προστακτική ενεργητικής και μέσης φωνής. π.διαθέμενον ρ.ά. ἀφεῖσο ἀφῇ ἀφεῖο ἀφοῦ Απαρέμφατο Μετοχή ἀφέμενος ἀφέσθαι ἀφεμένη ἀφέμενον Κανόνες τονισμού: 1. ἀφείμην ἀφῶμαι ἀφείμην - β΄ εν. ἀφίημι (= αφήνω. Ο ενεστώτας και παρατατικός όταν είναι σύνθετοι τονίζονται όπως και απλοί. Ποτέ όμως ο τόνος δεν ξεπερνά την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης. ἀφῆκα ἀφῶ ἀφείην - β΄ εν.χ. απολύω. 3.χ. ἀφῆκας ἀφῇς ἀφείης ἄφες Απαρέμφατο Μετοχή ἀφεὶς ἀφεῖναι ἀφεῖσα ἀφὲν ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν. τα ρήματα σε –μι όταν είναι σύνθετα με πρόθεση τονίζονται όπως και τα απλά.: θὲς → ἀπόθες. Στην προστακτική του ενεστώτα ενεργητικής και μέσης φωνής. πρόσθετε θοῦ → ἀπόθου. Στον αόριστο β΄. ἀπόθεσθε .) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄ εν. π.: ἵστη → παρίστη ἵστατε → παρίστατε τίθεσο → ἀνατίθεσο τίθεσθε → ἀνατίθεσθε. 2. ἀπόθετε θὲς → πρόσθες.

χ. Στην προστακτική του αορίστου β΄ μέσης φωνής δεν ανεβάζουν τον τόνο: οι τύποι θοῦ. ἐνθέσθε ο τύπος οὗ όταν είναι σύνθετος με μονοσύλλαβη πρόθεση ή με δισύλλαβη πρόθεση που έχει πάθει έκθλιψη: π.: δοῦ → προσδοῦ.χ. δοῦ όταν είναι σύνθετοι με μονοσύλλαβη πρόθεση π. 5. παράδοτε δὸς → ἔκδος.: οὗ → προσοῦ.δὸς → παράδος. παράδοσθε ἓς → ἄφες . ἔκδοτε δοῦ → παράδου. προσδόσθε θοῦ → ἐνθοῦ. ἄφετε 4. ἐφέσθε. Οι ονοματικοί τύποι (απαρέμφατο και μετοχή) του αορίστου β΄ όταν είναι σύνθετοι τονίζονται όπως και απλοί: π. προσέσθε οὗ → ἐφοῦ.χ.: θεῖναι → ἀναθεῖναι θεὶς → ἀναθεὶς .

μέμνημαι.ῃ - ἐπιστησοίμην ἐπιστήσοιοv ἠπιστήθην ἐπιστηθῶ ἐπιστηθείην - ἠπιστήθης ἐπιστηθῇς ἐπιστηθείης ἐπιστήθητι Απαρ.Αόρ. (θ. κάθημαι Ρήμα: ἐπίσταμαι (= γνωρίζω καλά). Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική ἐπίσταμαι ἐπίστωμαι ἐπισταίμην - ἐπίστασαι ἐπίστῃ ἐπίσταιο ἐπίστω / ἐπίστασο ἐπίσταται ἐπίστηται ἐπίσταιτο ἐπιστάσθω ἐπιστάμεθα ἐπιστώμεθα ἐπισταίμεθα - ἐπίστασθε ἐπίστησθε ἐπίσταισθε ἐπίστασθε ἐπίστανται ἐπίστωνται ἐπίσταιντο ἐπιστάσθων ἠπιστάμην ἠπίστω / ἠπίστασο Παρατ.ἵσταμαι. ἐπιστήσει.. Το ρήμα ἐπίσταμαι κλίνεται στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρήμα ἵστημι . κεῖμαι. ἠπίστατο ἠπιστάμεθα ἠπίστασθε ἠπίσταντο Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων ἐπιστήσομαι Μέλλ. ἐπι-στη-. δύναμαι. Ενεστ.Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ: ἐπίσταμαι. Μετοχή ἐπιστάμενος Ενεστ. Παθ. ἐπι-στᾰ-). - ἐπίστασθαι ἐπισταμένη .

Το ρήμα δύναμαι κλίνεται επίσης στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρήμα ἵστημι . Ρήμα: δύναμαι. Ενεστ. δύναμαι δύνωμαι δυναίμην - δύνασαι δύνῃ δύναιο - δύναται δύνηται δύναιτο δυνάσθω δυνάμεθα δυνώμεθα δυναίμεθα - δύνασθε δύνησθε δύναισθε - δύνανται δύνωνται δύναιντο δυνάσθωσαν ἐ(ἠ)δυνάμην ἐ(ἠ)δύνω .Αόρ. ἵσταμαι (ἐπὶ + ἵσταμαι -> ἐφίσταμαι = ἐπιστατώ). Παρακείμενος: ἔγνωκα. δυνασ-). 2. Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστ. δυνα-. Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων ἐπιστησόμενος ἐπιστήσεσθαι Μέλλ. Το ρήμα ἐπίσταμαι δεν είναι σύνθετο από το ρ.ἐπιστάμενον Παρατ. Ο παρακείμενος και υπερσυντέλικος του ρήματος ἐπίσταμαι αναπληρώνονται από το ρήμα γιγνώσκω. Υπερσυντέλικος: ἐγνώκειν. ἐπιστηθεῖσα ἐπιστηθὲν Παρατηρήσεις: 1.ἵσταμαι. (θ. ἐπιστησομένη ἐπιστησόμενον ἐπιστηθεὶς ἐπιστηθῆναι Παθ.

ῃ Παθ. δυνηθήσομαι Μέλλ.ῃ Αόρ. δυνηθήσεσθαι δυνηθησομένη (δεδύνησο) ..Αόρ. δυνησοίμην - δυνήσοιο δυνηθησοίμην - δυνηθήσοιο - - ἐδυνησάμην δυνήσωμαι δυνησαίμην - ἐδυνήσω δυνήσῃ δυνήσαιο δύνησαι ἐ(ἠ)δυνήθην δυνηθῶ δυνηθείην - ἐ(ἠ)δυνήθης δυνηθῇς δυνηθείης δυνήθητι ἐδυνάσθην δυνασθῶ δυνασθείην - ἐδυνάσθης δυνασθῇς δυνασθείης δυνάσθητι δεδύνημαι (δεδυνημένος. Μέλλ. Παρακ.Παρατ. δυνηθήσεσθαι δυνησομένη δυνησόμενον δυνηθησόμενος Παθ. δυνηθήσει.-η.-ον (δεδυνημένος. δυνήσομαι δυνήσει. ἐ(ἠ)δύνατο ἐ(ἠ)δυνάμεθα - - - ἐ(ἠ)δύνασθε ἐ(ἠ)δύναντο Ενδεικτικός σχηματισμός των άλλων χρόνων Μέλλ. δύνασθαι δυναμένη δυνάμενον Παρατ. - δυνησόμενος Μέλλ.-ον δεδύνησαι ὦ) εἴην) Παθ. Μετοχή δυνάμενος Ενεστ.. Απαρ.-η.

δυνήσασθαι δυνησαμένη δυνησάμενον δυνηθεὶς δυνηθῆναι δυνηθεῖσα δυνηθὲν Παθ.λπ β) περιφραστικά. -η. λέλυσαι κτλ ). μεμνημένος. μνη-). β) περιφραστικά. Ρήμα: μέμνημαι (= θυμάμαι). λέλυμαι. μεμνῇτο κ. στην ευκτική σχηματίζεται: α) μονολεκτικά με κατάληξη -ῄμην: μεμνῄμην. -ον ὦ κ. Μετοχή . μέμνημαι είναι παρακείμενος του ρήματος μιμνῄσκομαι με σημασία ενεστώτα.π.λπ. Σχηματίζεται στην οριστική . Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρ. δυνασθεὶς δυνασθῆναι δυνασθεῖσα δυνασθὲν Παρακ. προστακτική. -η.λ.δυνηθησόμενον δυνησάμενος Αόρ. αλλά στην υποτακτική σχηματίζεται: α) μονολεκτικά με κατάληξη -ῶμαι: μεμνῶμαι. μεμνημένος.χ. (δεδυνῆσθαι) (δεδυνημένος. -ον) Παρατήρηση: Η προστακτική ενεστώτα του ρήματος δύναμαι σχηματίζει μόνο γ΄ενικό και γ΄πληθυντικό πρόσωπο: δυνάσθω .Αόρι.λπ. (θ. Ενδεικτικός σχηματισμός του παρακειμένου μέμνημαι. Το ρ. όπως ο παρακείμενος των βαρύτονων ρημάτων ( π. -η. απαρέμφατο και μετοχή ομαλά . -ον εἴην κ. μεμνῆται κ.δυνάσθωσαν. μεμννῇ. μεμνῇο.

κεῖμαι κείμενος ὦ κείμενος εἴην - κεῖσαι κείμενος ᾖς κείμενος εἴης κεῖσο κεῖται κέηται κέοιτο κείσθω κείμεθα κείμενοι ὦμεν κείμενοι εἴημεν - κεῖσθε κέησθε κείμενοι εἴητε κεῖσθε κεῖνται κέωνται κέοιντο κείσθων Απαρ. κει-).μέμνημαι μεμνῶμαι μεμνῄμην - μέμνησαι μεμνῇ μεμνῇο μέμνησο μεμνῆσθαι και και μεμνημένος.-η.-η.-ον ον ᾖς εἴης μεμνημένος. Το κεῖμαι είναι ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρήματος τίθεμαι και έχει παρατατικό με σημασία υπερσυντελίκου: ἐκείμην Οι χρόνοι του σχηματίζονται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενεστ. -ον Ρήμα: κεῖμαι (= κείτομαι. κείμενος κεῖσθαι ἐκείμην κειμένη κείμενον ἔκεισο Παρατ. είμαι τοποθετημένος). Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστ.- μεμνημένος.-η.-ον ον ὦ εἴην μεμνημένος. Μετοχή ἔκειτο ἐκείμεθα ἔκεισθε ἔκειντο Ενδεικτικός σχηματισμός του μέλλοντα .-η. (θ. -η.- μεμνημένος.

Μετοχή - (κείσεσθαι) (κεισόμενος. Ο μέλλοντας κείσομαι κλίνεται ομαλά.: ρ. Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστ. αλλά όχι στο απαρέμφατο. Συνήθως απαντώνται οι τύποι της οριστικής . κάθημαι (κάθωμαι / καθῄμην - κάθησαι / κάθῃ καθῶμαι) (καθῇο) κάθησο κάθηται (κάθῃ / καθῇ) (καθῇτο) καθήσθω καθήμεθα καθῆται (καθῄμεθα) - κάθηστε καθώμεθα καθῇσθε (κάθησθε) κάθηνται καθῆσθε (καθῇντο) (καθήσθων) καθῶνται και καθοίμην καθοῖο . σύγκεισθε αλλά συγκεῖσθαι. Οι χρόνοι του σχηματίζονται με τον ακόλουθο τρόπο: Ενεστ. 2. ον) Παρατηρήσεις: 1. ἡ-). κείσομαι κείσῃ Υποτακτική Ευκτική (κεισοίμην) - (κείσοιο) Προστακτική Απαρ. ρ. Το ρήμα κεῖμαι όταν είναι σύνθετο ανεβάζει τον τόνο σε όλες τις εγκλίσεις . ἡσ-. 3. σύγκειμαι -> σύγκεινται.Οριστική Μέλλ.χ. π. του απαρεμφάτου και της μετοχής ενεστώτα και ο παρατατικός. διάκεισο αλλά διακεῖσθαι. ρ. πρόσκεισθε αλλά προσκεῖσθαι. (θ. προστακτικής . κάθημαι είναι ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρήματος καθέζομαι και ο παρατατικός ἐκαθήμην έχει σημασία υπερσυντελίκου. διάκειμαι -> διάκεισαι. Το ρ. πρόσκειμαι -> πρόσκεισθε. Ρήμα: κάθημαι (= κάθομαι). -η.

λ. καθήσεσθαι Μέλλ. Από την προστακτική απαντώνται συνήθως οι τύποι του ενικού αριθμού. καθησοίμην - και καθεδοῦμαι Απαρ. ἐκαθήμην / καθήμην ἐκάθησο / καθῆσο Παρατ. κλίνεται όπως ο ενεστώτας των συνηρημένων σε -έω στις αντίστοιχες εγκλίσεις. Από την υποτακτική και ευκτική απαντώνται συνήθως οι τύποι του πληθυντικού αριθμού. ἐκάθητο / καθῆτο ἐκαθήμεθα - - - ἐκάθηστε ἐκάθηντο καθήσομαι Μέλλ. 3. -ον Παρατηρήσεις: 1.π. 2. -ον και καθεδούμενος. . και καθεδεῖσθαι - καθησόμενος.κ. κλίνεται όπως ο μέσος μέλλοντας των βαρύτονων ρημάτων και καθεδοῦμαι. -η. και - καθεδοίμην Μετοχή καθήμενος Ενεστ καθῆσθαι καθημένη καθήμενον Παρατ. Οι μέλλοντες καθήσομαι και καθεδοῦμαι σχηματίζονται ομαλά: καθήσομαι. -η.

.

ισχυρό γνω-.αδύνατο βα-) Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο ἔβην βῶ βαίην βῆθι ἔβης βῇς βαίης βήτω ἔβη βῇ βαίη - ἔβημεν βῶμεν βαίημεν / βαῖμεν βῆτε ἔβητε βῆτε βαίητε / βαῖτε βάντων / βήτωσαν ἔβησαν βῶσι(ν) βαίησαν / βαῖεν Μετοχή βὰς βῆναι βᾶσα βὰν ρ. θ.Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΑΟΡΙΣΤΩΝ Β΄: ἔβην. ἐρρύην Ορισμένα βαρύτονα ρήματα της α΄ συζυγίας (ρήματα σε -ω) σχηματίζουν τον αόριστο β΄ κατά τα ρήματα σε -μι και κλίνονται όπως ο αόριστος ἔστην. ἔγνων. ἔφυν.αδύνατο γνο-) Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο ἔγνων γνῶ γνοίην - ἔγνως γνῷς γνοίης γνῶθι ἔγνω γνῷ γνοίη γνώτω ἔγνωμεν γνῶμεν γνοίημεν / γνοῖμεν - ἔγνωτε γνῶτε γνοίητε / γνοῖτε γνῶτε ἔγνωσαν γνῶσι(ν) γνοίησαν / γνοῖεν γνόντων / γνώτωσαν Μετοχή γνοὺς γνῶναι γνοῦσα γνὸν ρ. (ἀπο) διδράσκω (θ.ισχυρό δρᾱ-. ἔδραν.αδύνατο δρᾰ-) Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική (ἀπ)έδραν (ἀπο)δρῶ (ἀπο)δραίην - . Παραδείγματα: ρ. θ.ισχυρό βη-. γιγνώσκω (θ. βαίνω (θ. θ.

(ἀπ)έδρας (ἀπο)δρᾷς (ἀπο)δραίης (ἀπό)δραθι (ἀπ)έδρα (ἀπο)δρᾷ (ἀπο)δραίη (ἀπο)δράτω (ἀπ)έδραμεν (ἀπο)δρῶμεν (ἀπο)δραίημεν / (ἀπο)δραῖμεν - (ἀπ)έδρατε (ἀπο)δρᾶτε (ἀπο)δραίητε / (ἀπο)δραῖτε (ἀπό)δρατε (ἀπ)έδρασαν (ἀπο)δρῶσι(ν) (ἀπο)δραίησαν/ (ἀπο)δραῖεν (ἀπο)δράντων / (ἀπο)δράτωσαν Απαρέμφατο Μετοχή (ἀπο)δρὰς (ἀπο)δρᾶναι (ἀπο)δρᾶσα (ἀπο)δρὰν ρ. θ.αδύνατο ῥυε-) Ευκτική (σπάνια Οριστική Υποτακτική ἐρρύην ῥυῶ ῥυείην ἐρρύης ῥυῇς ῥυείης ἐρρύη ῥυῇ ῥυείη ἐρρύημεν ῥυῶμεν ῥυείημεν / ῥυεῖμεν ἐρρύητε ῥυῆτε ῥυείητε / ῥυεῖτε ἐρρύησαν ῥυῶσι(ν) ῥυείησαν / ῥυεῖεν χρησιμοποιείται) Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή ῥυεὶς ῥυῆναι ῥυεῖσα ῥυὲν .ισχυρό ῥυη-.ισχυρό φῡ-.αδύνατο φῠ-) Ευκτική (σπάνια Οριστική Υποτακτική ἔφυν φύω φύοιμι ἔφυς φύῃς φύοις ἔφυ φύῃ φύοι (φύη / φυίη) ἔφυμεν φύωμεν φύοιμεν ἔφυτε φύητε φύοιτε ἔφυν φύωσι(ν) φύοιεν χρησιμοποιείται) Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή φὺς φῦναι φῦσα φὺν ρ. θ. φύομαι (θ. ῥέω (θ.

: ρ. φύομαι → φῦναι.διαβαίνω Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄εν. 2. καταγιγνώσκω Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική α΄εν. κατέγνως κατααγνῷς καταγνοίης κατάγνωθι Απαρέμφατο Μετοχή καταγνοὺς καταγνῶναι καταγνοῦσα καταγνὸν Παρατηρήσεις σχετικές με τον τονισμό: 1. ἀποβήτω. ἀναφύομαι → ἀναφῦναι. διέβην διαβῶ διαβαίην - β΄εν. ἀποβάντων.χ. ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. φὺς ρ.Ενδεικτικός σχηματισμός των σύνθετων ρημάτων: ρ.χ. Οι ονοματικοί τύποι όπου τονίζονται απλοί. ἀποδράντων. ἀπόβητε. ἀναφὺς Κατάλογος των ρημάτων που σχηματίζουν αόριστο β΄ κατά τα ρήματα σε -μι: . ἀποδιδράσκω → ἀπόδραθι. Όταν τα ρήματα αυτά είναι σύνθετα. ρ. στην προστακτική ενεργητικής και μέσης φωνής. ἀπόδρατε. ἀποδράτω.: ρ. ἀποβαίνω → ἀπόβηθι. π. κατέγνων καταγνῶ καταγνοίην - β΄εν. π. διέβης διαβῇς διαβαίης διάβηθι Απαρέμφατο Μετοχή διαβὰς διαβῆναι διαβᾶσα διαβὰν ρ. εκεί τονίζονται και σύνθετοι.

γιγνώσκω και διδράσκω σχηματίζουν αόριστο β΄ σε όλες τις εγκλίσεις. Ο αόριστος ἐγήραν σχηματίζει μόνο οριστική και ονοματικούς τύπους. ἑάλων. 2. ἐρρύην. Ο αόριστος ἔδυν δε σχηματίζει ευκτική.Ενεστώτας Αόριστος β΄ ἁλίσκομαι ἑάλων / ἥλων βαίνω ἔβην γηράσκω ἐγήραν γιγνώσκω ἔγνων (ἀπο)διδράσκω (ἀπ)έδραν δύομαι ἔδυν ζήω. Μόνο τα ρήματα βαίνω. Οι αόριστοι β΄ ἔφθην. 4.-ῶ ἐβίων ῥέω ἐρρύην φθάνω ἔφθην φύομαι ἔφυν Παρατηρήσεις: 1. 3. . ἐβίων και ἔφυν δε σχηματίζουν προστακτική.

φημὶ και οἶδα κλίνονται εν μέρει σύμφωνα με τα ρήματα σε –μι όμως παρουσιάζουν διάφορες ανωμαλίες. αδύνατο ἰ-) (= θα πάω): ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Απαρέμφατο ἰέναι εἶμι ἴω ἴοιμι/ἰοίην - εἶ ἴῃς ἴοις/ἰοίης ἴθι εἶσι(ν) ἴῃ ἴοι/ἰοίη ἴτω ἴμεν ἴωμεν ἴοιμεν - ἴτε ἴητε ἴοιτε ἴτε ἴασι(ν) ἴωσι(ν) ἴοιεν ἰόντων/ἴτωσαν Μετοχή ἰὼν ἰοῦσα ἰὸν Οριστική ᾖα/ᾔειν ᾔεις/ᾔεισθα ᾔει ᾖμεν ᾖτε ᾖσαν/ᾔεσαν Παρατηρήσεις: 1. θ. Ρήμα εἶμι (θ. προστακτική. ευκτική.Η ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ εἶμι. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του εἶμι ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. Α. φημί. Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος ἔρχομαι είναι οι εξής: Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας ἔρχομαι Παρατατικός ᾖα/ἤειν Μέλλοντας εἶμι Αόριστος β' ἦλθον Παρακείμενος ἐλήλυθα Υπερσυντέλικος ἐληλύθειν 2. ισχυρό εἰ-. οἶδα Τα ρήματα εἶμι. απαρέμφατο και μετοχή ενεστώτα από τους τύπους του εἶμι. . Το ρήμα ἔρχομαι αναπληρώνεται στην υποτακτική. Η οριστική ενεστώτα του εἶμι χρησιμοποιείται ως οριστική μέλλοντα του ρήματος ἔρχομαι και ο παρατατικός του εἶμι χρησιμοποιείται ως παρατατικός του ρήματος ἔρχομαι.

κατάφης κ. Ἐγὼ δέ φημι πρῶτα μὲν δῆμον ξύμπαν ὠνομάσθαι.χ. 4. Ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν. έχουν σημασία αορίστου. Οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημὶ είναι εγκλιτικοί. αδύνατο φᾰ-) (= λέω. ισχυρίζομαι. Β. ὀλιγαρχίαν δὲ μέρος. ὥς φησι Κτησίας ὁ ἰατρός. πάρει κ. σχηματίζει: μέλλοντα: φήσω αόριστο α΄: ἔφησα 3. Ἃ δὲ τελευταῖά φατε ἀδικηθῆναι. α.χ.: φημὶ → κατάφημι. Όταν το ρήμα φημὶ έχει τη σημασία του «λέω». παρίτω κ.χ. 2.λπ. η ευκτική και το απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος φημί. συμφωνώ): ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική Υποτακτική φημὶ φῶ φαίην φὴς/φῂς φῇς φαίης φησὶ(ν) φῇ φαίη φαμὲν φῶμεν φαίημεν/(φαῖμεν) φατὲ φῆτε φαίητε/(φαῖτε) φασὶ(ν) φῶσι(ν) φαίησαν/(φαῖεν) ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Ευκτική Προστακτική - Απαρέμφατο φάναι φάθι φάτω Μετοχή φάτε φάσκων φάντων/ φάσκουσα φάτωσαν φάσκον Οριστική ἔφην ἔφησθα/ἔφης ἔφη ἔφαμεν ἔφατε ἔφασαν Παρατηρήσεις: 1.: εἶμι → πάρειμι. ισχυρό φη-. ἴθι → πάριθι. π.λπ. καταφάτω κ. Όταν το ρήμα φημὶ έχει τη σημασία του «συμφωνώ» ή «ισχυρίζομαι». Αὐτὸς δ’ εἰσελθὼν εἶπε τοῖς περὶ Ἀρχίαν ὅτι οὐκ ἄν φασιν εἰσελθεῖν αἱ γυναῖκες. Ο παρατατικός καθώς και η υποτακτική.λπ.λπ. σχηματίζει: μέλλοντα: λέξω/ἐρῶ αόριστο α΄: εἶπα αόριστο β΄: εἶπον β. Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος φημὶ είναι οι εξής: . θ. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του φημὶ ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. Ρήμα φημὶ (θ. Τιτρώσκει διὰ τοῦ θώρακος. 5. π.π. φάθι → κατάφαθι.

Το ρήμα οἶδα (θ. Ο αόριστος β΄. έχει σημασία παρατατικού. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του οἶδα ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα. ισχυρό εἰδ-/οἰδ-. Ο υπερσυντέλικος ᾔδειν/ᾔδη κ. ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος αναπληρώνονται από το ρήμα γιγνώσκω. θ.Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας φημὶ Παρατατικός ἔφην Μέλλοντας φήσω Αόριστος β' ἔφησα Παρακείμενος - Υπερσυντέλικος - Γ.λπ. ἴσθι → πρόισθι. π.λπ. αδύνατο ἰδ-) (= γνωρίζω): ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική οἶδα εἰδῶ εἰδείην - οἶσθα εἰδῇς εἰδείης ἴσθι οἶδε εἰδῇ εἰδείη ἴστω ἴσμεν εἰδῶμεν εἰδείημεν/(εἰδεῖμεν) - ἴστε εἰδῆτε εἰδείητε/(εἰδεῖτε) ἴστε ἴσασι(ν) εἰδῶσι(ν) εἰδείησαν/(εἰδεῖεν) ἴστων/ἴστωσαν Απαρέμφατο εἰδέναι Μετοχή εἰδὼς εἰδυῖα εἰδὸς Οριστική ᾔδειν/ᾔδη ᾔδεις/ᾔδησθα ᾔδει/ᾔδειν ᾔδεμεν/ᾖσμεν ᾔδετε/ᾖστε ᾔδεσαν/ᾖσαν Παρατηρήσεις: 1. πρόοισθα κ. 3. 4. Το ρήμα οἶδα είναι παρακείμενος β΄ του άχρηστου ρήματος εἴδω και έχει σημασία ενεστώτα.χ. Οι αρχικοί χρόνοι λοιπόν του ρήματος οἶδα είναι οι εξής: Αρχικοί χρόνοι Ενεστώτας οἶδα . προΐστω κ.λπ.: οἶδα → πρόοιδα. 2.

Παρατατικός ᾔδειν/ᾔδησθα Μέλλοντας εἰδήσω/εἴσομαι Αόριστος β' ἔγνων Παρακείμενος ἔγνωκα Υπερσυντέλικος ἐγνώκειν Σχηματισμός και κλίση των σύνθετων ρημάτων ἄπειμι. σύνοιδα: ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Ευκτική ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Οριστική Υποτακτική Προστακτική ἄπειμι ἀπίω ἀπίοιμι/ἀπιοίην - ἄπει ἀπίῃς ἀπίοις/ἀπιοίης ἄπιθι ἄπεισι(ν) ἀπίῃ ἀπίοι/ἀπιοίη ἀπίτω ἄπιμεν ἀπίωμεν ἀπίοιμεν - Απαρέμφατο ἀπιέναι Μετοχή ἀπιὼν ἄπιτε ἀπίητε ἀπίοιτε ἄπιτε ἀπίασι(ν) ἀπίωσι(ν) ἀπίοιεν ἀπιόντων/ἀπίτωσαν ἀπιοῦσα ἀπιὸν ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ Οριστική ἀπόφημι ἀπόφης/ἀπόφῃς ἀπόφησι(ν) Υποτακτική ἀποφῶ ἀποφῇς ἀποφῇ Ευκτική Οριστική ἀπῇα/ἀπῄειν ἀπήεις/ἀπῄεισθα ἀπῄει ἀπῇμεν ἀπῇτε ἀπῇσαν/ἀπῄεσαν ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Προστακτική Οριστική ἀποφαίην - ἀπέφην ἀποφαίης ἀπόφαθι ἀπέφησθα/ἀπέφης ἀποφαίη ἀποφάτω ἀπέφη ἀπέφαμεν ἀπόφαμεν ἀποφῶμεν ἀποφαίημεν/(ἀποφαῖμεν) - ἀπόφατε ἀποφῆτε ἀποφαίητε/(ἀποφαῖτε) ἀπόφατε ἀπέφατε ἀπόφασι(ν) ἀποφῶσι(ν) ἀποφαίησαν/(ἀποφαῖεν) ἀποφάντων/ ἀπέφασαν ἀποφάτωσαν Απαρέμφατο Μετοχή ἀποφάναι ἀποφάσκων ἀποφάσκουσα ἀποφάσκον ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ . ἀπόφημι.

ἵημι: ἵην α΄ ενικό παρατατικού του ρ. οἶδα Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται προκειμένου να μη γίνει σύγχυση ανάμεσα στους όμοιους ή ομόηχους τύπους που παρουσιάζουν τα ρήματα εἶμι. ἵημι: εἵης παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔει ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ.Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Οριστική σύνοιδα συνειδῶ συνειδείην - συνῄδειν/ σύνοισθα συνειδῇς συνειδείης σύνισθι συνῄδη σύνοιδε συνειδῇ συνειδείη συνίστω συνήδεις/ σύνισμεν συνειδῶμεν συνειδείημεν/(συνειδεῖμεν) - συνῄδησθα σύνιστε συνειδῆτε συνειδείητε/(συνειδεῖτε) σύνιστε συνῄδει/ συνίσασι(ν) συνειδῶσι(ν) συνειδείησαν/(συνειδεῖεν) συνίστων/ συνῄδειν συνίστωσαν συνῄδεμεν/ συνῇσμεν Απαρέμφατο Μετοχή συνειδέναι συνειδὼς συνῄδεσαν/ συνειδυῖα συνῇσαν συνῄδετε/ συνῇστε συνειδὸς ΟΜΟΙΟΙ ΚΑΙ OMOHXOI ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ εἶμι. ἵημι: εἵην α΄ ενικό παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵει . εἰμί: εἴης ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. εἰμί: εἶ β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: εἶ β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. φημί. ἵημι: ἵει προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἶμι: ἴῃς οριστικής παρατατικού του ρ. ἵημι: εἵη οριστικής παρατατικού του ρ. φημὶ και οἶδα. εἶμι: ᾔεις γ΄ γ΄ γ΄ γ΄ γ΄ γ΄ ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί. εἰμί. εἶμι: ἴοι παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵης υποτακτικής ενεστώτα του ρ. οἶδα: ἴσθι α΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἴσθι β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. Αυτοί είναι οι εξής: β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. εἶμι: ἴοις οριστικής ενεστώτα του ρ. ἵημι. ἵημι: ἵεις ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ. εἰμί: εἴη ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. εἰμί: εἴην α΄ ενικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι. εἶμι: ᾔειν β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ.

εἰμί: ἔσται β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἦμεν παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦτε υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶμεν οριστικής αορίστου β΄ του ρ. οἶδα: ᾖστε γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. ἵημι: εἷτε ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷμεν ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. εἶμι: ἴμεν β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ β΄ πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἦστε β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. φημί: φὴς/φῂς β΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἶμι: ᾖμεν οριστικής μέλλοντα του ρ. οἶδα: ᾖσαν γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ἴτε οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: ᾖσαν β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἦσαν γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦτε οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: εἶναι απαρέμφατο αορίστου β΄ του ρ. φημί: φῇς . ἵημι: εἷμεν παρατατικού του ρ.απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶτε οριστικής αορίστου β΄ του ρ. εἶμι: ἴτε οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖτε β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἔστε γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του του ρ. ἵημι: εἷτε προστακτικής ενεστώτα του του ρ. ἵημι: εἷναι α΄ α΄ α΄ α΄ α΄ α΄ πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα του ρ.

Μέσης φων.). φων. Μελλ. π. Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Παρακειμένου Μέσης Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντκό πρόσωπο Προστακτικής Παρακειμένου Μέσης Φωνής.χ. π. Μέσης φων.: πεπαίδευσθε (β΄ πληθ. Οριστ. 5. Ενεστ.: παιδεύετε (β΄ πληθ. 4. π. Εν. Εν. π. Παρακ. Ενεστ. Υποτ. Εν. Ενεστ.χ. 6. Ενεστ.). Οριστ.ΟΜΟΙΟΙ ΚΑΙ OMOHXΟΙ ΤΥΠΟΙ Κατά την κλίση των ρημάτων παρουσιάζονται ορισμένοι όμοιοι τύποι. Ενεστ.χ. Ενεστ.: λύω (α΄ ενικ. Προστ. Οριστ.χ.χ.) λύω (α΄ ενικ. π.χ. Ενεστ. 7. Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. φων. Προστ.) πράττῃ (β΄ ενικ. Ενεστ. Το α΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το α΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. Ενεστ. Υποτ. π.: παιδεύεσθε (β΄ πληθ. Μέσης φων. Εν. Υποτ.).: τάξω (α΄ ενικ. Παρακ. φων. φων. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής και Υποτακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. Εν. π. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής. φων.). Το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής. Ενεστ. Ιδιαίτερη προσοχή λοιπόν πρέπει να δοθεί στους εξής: 1.: πράττῃ (γ΄ ενικ. Μέσης φων. Οριστ. Μέσης φων.) και πράττει (β΄ ενικ. Οριστ.) πεπαίδευσθε (β΄ πληθ.).: πράττει (γ΄ ενικ. φων.χ. Το α΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το α΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής. Μέσης φων. Εν. 2.) παιδεύεσθε (β΄ πληθ.) παιδεύετε (β΄ πληθ. Εν. φων.) πράττῃ (β΄ ενικ. Οριστ. Οριστ. Μέσης φων.). Οριστ. Προστ. 3. Ενεστ.) .

Αορ.χ.) πρᾶξαι (β΄ ενικ. π.χ. π.χ.).) πρᾶξαι (απαρέμφατο Αορ. Προστ.: πράξαι (γ΄ ενικ. ενδεικτικά αναφέρονται όμοιοι τύποι των ρημάτων σε –όω. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με τη δοτική ενικού τριτόκλιτου ουσιαστικού σε –ις. Εν.: λύσει – τῇ λύσει.: γραφόντων – τῶν γραφόντων γραψάντων – τῶν γραψάντων.: δηλοῖ (= είναι κοινός τύπος όλων των παραπάνω προσώπων). 8.τάξω (α΄ ενικ. φων. Εν. Τα συνηρημένα ρήματα παρουσιάζουν αρκετούς όμοιους τύπους. 2. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους εξής: 1. Μέσης φων. Εν. ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΩΝ ΟΜΟΙΩΝ ΚΑΙ OMOHXΩΝ ΤΥΠΩΝ ᾕρηκα → παρακείμενος του ρ. 9. Υποτ. Ομοιότητες παρατηρούνται ακόμη ανάμεσα σε ρηματικούς και ονοματικούς τύπους. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Ευκτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το β΄ ενικό πρόσωπο Προστακτικής Αορίστου Μέσης Φωνής και με το απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής φωνής.). Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα και Αορίστου ομοιάζει με τη γενική πληθυντικού της μετοχής Ενεστώτα και Αορίστου αντίστοιχα. Ευκτ. π. αἱρῶ . π. Το γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με το γ΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής και με το γ΄ ενικό πρόσωπο Ευκτικής Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής και με το β΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα της Μέσης Φωνής και με το β΄ ενικό πρόσωπο Υποτακτικής Ενεστώτα Μέσης Φωνής.χ. φων. Αορ. π.χ. Αορ. Το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής ομοιάζει με τη δοτική πληθυντικού της Μετοχής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. φων.: ἄρχουσι(ν) – τοῖς ἄρχουσι(ν) 3.

ἐρωτῶ ᾔτημαι → παρακείμενος του ρ. εἴργομαι ἦργμαι → παρακείμενος του ρ. ἐρωτῶ αἰρόμενος → μετοχή ενεστώτα του ρ. λέγω ᾕρημαι → παρακείμενος του ρ. ἡττῶμαι ᾐτήθην → παθητικός αόριστος του ρ. αἴρομαι ἠρόμην → αόριστος β΄ του ρ. ἡττῶμαι εἷμαι → παρακείμενος του ρ. αἰτοῦμαι ἡττήθην → παθητικός αόριστος του ρ. ἄρχω εἶρξα → αόριστος του ρ. ἄρχομαι εἴρχθην → παθητικός αόριστος του ρ. ἵεμαι οἶμαι → ενεστώτας του ρ. αἴρομαι ἐρώμενος → μετοχή ενεστώτα του ρ. ἄρχομαι εἶργμαι → παρακείμενος του ρ. αἱροῦμαι εἴρημαι → παρακείμενος του ρ. εἴργομαι . οἴομαι / οἶμαι ἦρξα → αόριστος του ρ. λέγομαι ᾑρήμην → υπερσυντέλικος του ρ. εἴργομαι ἠργμένος → μετοχή παρακειμένου του ρ. ἄρχομαι εἰργμένος → μετοχή παρακειμένου του ρ. λέγομαι ᾐρόμην → παρατατικός του ρ. ἐρῶμαι ἐρόμενος → μετοχή αορίστου β΄ του ρ.εἴρηκα → παρακείμενος του ρ. εἴργομαι ἦρχθαι → απαρέμφατο παρακειμένου του ρ. εἴργω ἤρχθην → παθητικός αόριστος του ρ. ἄρχομαι εἶρχθαι → απαρέμφατο παρακειμένου του ρ. αἰτοῦμαι ἥττημαι → παρακείμενος του ρ. αἱροῦμαι εἰρήμην → υπερσυντέλικος του ρ.

δρῶ (ἀπο)δέδρακα → παρακείμενος του ρ. ἀποδιδράσκω δρᾶν → απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. -οῦσα. δράω-ῶ (ἀπο)δρῶ → υποτακτική αορίστου β΄ του (ἀπο)διδράσκω δέδρακα → παρακείμενος του ρ. (ἀπο)διδράσκω εἶ → β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. βάλλομαι βαλών. -ὸν → μετοχή αορίστου β΄ του ρ. βεβαίως. του ρ.ἔβαλον → αόριστος β΄ του ρ. εἶμι εἰ → υποθετικός σύνδεσμος ἡ → άρθρο ἢ → διαζευκτικός σύνδεσμος ἣ → αναφορική αντωνυμία (ὅς. βάλλω βαλῶν. ἠμὶ (=λέγω). ἦ (=είπε). ἵημι . εἰμὶ ἦ → γ΄ ενικό παρατατικού με σημασία αορίστου του ρ. ἥ. εἰμὶ εἶ → β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του ρ. βάλλομαι ἐβαλλόμην → παρατατικός του ρ. εἰμὶ ᾗ → β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. βάλλω δρῶ → ενεστώτας του ρ. -ὸν → μετοχή μέλλοντα του ρ. πράγματι) ή ερωτηματική (= τι. Το ρήμα είναι ποιητικό. δρῶ (ἀπο)δρὰν → μετοχή ουδετέρου αορίστου β΄. βάλλω ἔβαλλον → παρατατικός του ρ. ἵεμαι ᾗ → γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. -οῦσα.) ᾖ → γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. ἦ → επίρρημα με σημασία βεβαιωτική (= ασφαλώς. βάλλω ἐβαλόμην → αόριστος β΄ του ρ. δόκιμο μόνο στον Πλάτωνα στον παρατατικό: ἦν (=είπα) . ὃ) ἦ → α΄ ενικό παρατατικού του ρ. πώς παρακαλώ.

λείπομαι ἐλήφθην → παθητικός αόριστος του ρ. πυνθάνομαι . οἶδα οἴσομαι → μέλλοντας του ρ. λύομαι λήψομαι → μέλλοντας του ρ.) ή τρόπο π. στο μέρος το οποίο κ. λαμβάνομαι ἐλείφθην → παθητικός αόριστος του ρ. λείπομαι πείσομαι → μέλλοντας του ρ.ᾗ → επίρρημα που δηλώνει τόπο (= όπου. λείπομαι λέλυμαι → παρακείμενος του ρ. ὃ) ἥσομαι → μέλλοντας του ρ. πείθομαι πέπυσμαι → παρακείμενος του ρ. ἥ.χ. ἵεμαι εἴσομαι → μέλλοντας του ρ. φέρομαι λέλειμμαι → παρακείμενος του ρ. εἰμὶ ὧ → α΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ του ρ. ὃ) ὦ → α΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. πείθομαι ἐπειθόμην → παρατατικός του ρ. πείθομαι ἐπιθόμην → αόριστος β΄ του ρ. ᾗ θέμις ἐστὶ (= όπως είναι το ορθό και το δίκαιο) ᾗ → δοτική ενικού της αναφορικής αντωνυμίας θηλυκού γένους ἣ (ὅς.α. πάσχω πείσομαι → μέλλοντας του ρ. πείθομαι ἐπυθόμην → αόριστος β΄ του ρ. λαμβάνω λείψομαι → μέλλοντας του ρ. λείπομαι ληφθήσομαι → παθητικός μέλλοντας του ρ. λαμβάνομαι λειφθήσομαι → παθητικός μέλλοντας του ρ. ἵημι ὦ → κλητικό επιφώνημα ᾧ → δοτική της αναφορικής αντωνυμίας ὃς (ὅς. πυνθάνομαι πέπεισμαι → παρακείμενος του ρ. ἥ.

τέτροφα → παρακείμενος του ρ. χρῶμαι . τρέπομαι τέθραμμαι → παρακείμενος του ρ. τρέφομαι φῦναι → απαρέμφατο αορίστου β΄ του ρ. χρὴ χρῇ → β΄ ενικό οριστικής και υποτακτικής ενεστώτα του ρ. τρέφω τέτραμμαι → παρακείμενος του ρ. τρέπω τέτροφα → παρακείμενος του ρ. φαίνω χρῇ → υποτακτική του απρόσωπου ρ. φύομαι φῆναι → απαρέμφατο αορίστου α΄ του ρ.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful