You are on page 1of 32

1

…Η γεύση του κρασιού ήταν στυφή!


Όπως και τα συναισθήματά τους, εκείνο το βραδάκι , στην άκρη του λιμανιού.
Το πλοίο μόλις είχε φύγει για τον Πειραιά φορτωμένο με φαντάρους και φορτηγά.
Είχε λίγη συννεφιά και ο θόρυβος των μηχανών σκέπαζε λόγια, σκέψεις και τη
μουσική του διπλανού καφενείου.
Ότι δεν έπρεπε να ακουστεί, όσα δεν έπρεπε να βγουν από τα χείλη τους τα
σκέπαζε η βοή των ανθρώπων που είχαν κατέβει στο λιμάνι για να
αποχαιρετήσουν τους δικούς τους… Οι δυό τους, λίγα μέτρα πιο πέρα παρέμεναν
στο τραπέζι με δυο ποτήρια κρασί και χείλη σφιχτά γιατί το πλοίο είχε
απομακρυνθεί και ο θόρυβος των μηχανών έσβηνε σιγά σιγά!
-Αύριο θα είμαι και εγώ μέσα …, της είπε και εκείνη γύρισε το κεφάλι προς τη
θάλασσα ψάχνοντας με το βλέμμα της το καράβι που χανόταν μακριά.
Σαν να μην άκουσε, σαν να ήθελε να μην ακούσει…
-Το ήξερες…από την αρχή σου το είχα πει…, της είπε ξανά και ήπιε μια γουλιά
κρασί στυφό…
Δίπλα τους περνούσαν ξένοι και γνωστοί…
-Φεύγεις αύριο ρε Μιχάλη?
Γύρισαν και οι δύο και κοίταξαν …
-Ναι.. αύριο το βράδυ…
-Τελευταίο κρασάκι μαζί, ε?
Τελευταίο κρασάκι …Τον κοίταξε με βλέμμα καρφωμένο στα μάτια του , σαν να
περίμενε την απάντηση…
-Ναι ..το τελευταίο κρασί…
Σαν από αδέξια κίνηση, το δικό της ποτήρι έπεσε στο τσιμέντο…
Κύλησε το κόκκινο κρασί ως τη θάλασσα και τα γυαλιά άστραφταν από μια
αχτίδα του ήλιου που πετάχτηκε μέσα από τα σύννεφα.
-Συγνώμη…είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.
-Δεν έγινε τίποτα θα μας φέρουν άλλο..
-…καλύτερα όχι…ήταν το τελευταίο…Ας φύγουμε κάνει και ψύχρα…θα πιάσει και
βροχή…μαζεύτηκαν πολλά σύννεφα…
Άρχισε να βρέχει λίγο αργότερα, πριν προλάβουν να μπουν στο σπίτι…

Το φθινόπωρο του 1962 ήταν βαρύ στο νησί…Βιαζόταν ο χειμώνας και οι μέρες
υγρές χτυπούσαν στο κόκαλο.
Εκείνη ήξερε από τους Χιώτικους χειμώνες…Δέκα χρόνια τώρα ζει εκεί και τους
έμαθε καλά…
Έρχονται νωρίς …
-Έτσι είναι οι καπεταναίοι, της έλεγε η πεθερά της κάθε λίγο και λιγάκι…,
ταξιδεύουν όλο το χρόνο και εμείς περιμένουμε και μεγαλώνουμε τα παιδιά
τους…
-Τα δικά μου παιδιά θέλω να έχουν και πατέρα . Εδώ.
-Να μην έπαιρνες ναυτικό…
-Εκείνος με πήρε…
-Όπως και να’χει τώρα θα μείνεις εδώ και να προσέχεις…Δεν θέλουν πολύ οι
Χιώτες να μας κρεμάσουν κουδούνια…
Και έμεινε…και έβλεπε τους χειμώνες να περνούν από τη ψυχή της και το κορμί
της…και κάθε βροχή να τρυπά βαθιά τα κόκαλά της…
2

Εκείνη η μπόρα δεν έλεγε να σταματήσει…Το λεωφορείο βόγκαγε να ανέβει τις


στροφές και μύριζε μούχλα και εμετό…
Είχε κολλήσει το πρόσωπό της στο τζάμι και τα χνώτα της έμεναν στο γυαλί …
Η γυναίκα στο διπλανό κάθισμα τσίμπαγε ψωμί και κάθε τόσο τη κοιτούσε…
-Στη Καλαμάτα πάτε?
-Όχι στη Πύλο…
-..ναυτικός ο άντρας σας?
Κούνησε το κεφάλι με απορία…
-…όλες οι γυναίκες ναυτικών περνάνε από εκεί…από πού είστε?
-Από τη Χίο…έρχεται αύριο το βράδυ…Δεν θα μείνει όμως…μόνο δυο μέρες στη
Πύλο. .Θα ξαναφύγουν αμέσως…ποιος ξέρει για πού…
-εγώ είχα πάει στη κόρη μου, στην Αθήνα. .Σπουδάζει εκεί φαρμακοποιός…Μένω
στη Γιάλοβα, κοντά στη Πύλο είναι…Έχεις ξαναπάει?
-Όχι …Όχι. ..πρώτη φορά.
Πρώτη φορά έκανε μόνη ένα τόσο μεγάλο ταξίδι…Δέκα ώρες στο πλοίο και τώρα
πάνω από επτά στο λεωφορείο…
Ατέλειωτο φαινόταν το ταξίδι και η βροχή όλο δυνάμωνε…
Μόνο οι αστραπές φώτιζαν και έβλεπε γύρω τα βουνά και τις χαράδρες…Ο
δρόμος μακρύς και δύσκολος και το λεωφορείο χόρευε στις λακκούβες…Η
μυρωδιά ανυπόφορη…το ίδιο και η διπλανή που δεν σταματούσε να μιλάει…
Ρωτούσε για όλα…Για το νησί, το σόι, τη μαστίχα, τα απέναντι τουρκικά χωριά…
-Χρόνια θέλω να έρθω…να προσκυνήσω τον Άγιο Ραφαήλ…
-…ναι, μπορείτε αν έρθετε να κατεβείτε και στη Μυτιλήνη για τον Άγιο…
-Πάντα τα μπέρδευα αυτά τα νησα…εσείς ποιον άγιο έχετε?
-Αγία.. Την αγία Μαύρα…
-καλή είναι?
-ποια?
-..λέω, κάνει θαύματα?
-… κάνει.. .όποτε θέλει…
-έχω πάει και στη Τήνο, πριν τρία χρόνια…Είχα τάξει…
Δεν σταματούσε να μιλάει…Δεν την άκουγε πια…κοιτούσε πάντα έξω και
μετρούσε τις βρόχινες γραμμές στο τζάμι…Χανόταν στην υγρασία της νύχτας
και έκανε κύκλους στα χνώτα της…Αυτό το έκανε από παιδί…Πάντα όταν
έβρεχε…Έγραφε στα τζάμια και ζωγράφιζε με το δάχτυλο…και μετά τα θάμπωνε
ξανά και ξανά…Και έσβηνε και έγραφε, ξανά και ξανά…
Ο θόρυβος του λεωφορείου και της βροχής σκέπαζαν τη φωνή της γυναίκας που
μίλαγε συνέχεια …
-…με 8 μποφόρ γυρίσαμε…και έταξα πάλι να φτάσουμε ζωντανοί και να ξαναπάω
στη Τήνο…Ακόμη δεν αξιώθηκα…Εσύ?
Την κοίταξε, δεν καταλάβαινε.
-Λέω, έχεις πάει?
-όχι…Έτσι το είπε, μήπως και σταματούσε. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να
κοιμηθεί ακουμπώντας στο παράθυρο που έτρεμε…
-Ξύπνα καλέ φτάσαμε…Του έδωσες και κατάλαβε…Που θα μείνεις?
Κατέβηκε και βγήκε στο δρόμο. Έτρεξε γρήγορα μέσα στο σταθμό που δεν ήταν
πάρα ένα μικρό καφενείο…Πλησίαζαν μεσάνυχτα και η καταιγίδα δυνάμωνε…Της
φάνηκε πιο άγρια από τις καταιγίδες του νησιού… Έβγαλε από την τσάντα της
ένα μαντήλι και σκούπισε το βρεγμένο πρόσωπό της…
Η γυναίκα του διπλανού καθίσματος έπινε πιο πέρα νερό και κάποιοι έπαιζαν
χαρτιά σε ένα τραπεζάκι στο βάθος.
Κατάλαβε ότι την κοίταζαν, ότι την επεξεργάζονταν για να μπορούν να την
περιγράψουν το πρωί σε φίλους και γνωστούς…
3

-Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ!


-Από Αθήνα ήρθατε?
-Ναι. .ευχαριστώ…
Πήρε το ποτήρι από τα χέρια τού, γύρω στα πενήντα , άνδρα που καθόταν πίσω
από ένα πάγκο…
-Κατάγεστε από τα μέρη μας?
-Όχι.. όχι…
-Γυναίκα ναυτικού τότε.. ε?
-Μόνο γυναίκες ναυτικών έρχονται εδώ?
-..ε τέτοια εποχή, για τουρισμό θα ερχόσαστε?
-Ξέρετε που είναι το…,ξεδιπλώνει ένα χαρτάκι και διαβάζει…, <τριών
ναυάρχων>?
-Καλά το είπα . Καπετάνισσα…Εκεί μένετε όλες.. Στην άκρη της πλατείας! Πάνω
από το φαρμακείο.
-Έχετε κλείσει δωμάτιο?
-Ευχαριστώ…
-Να σας δώσω μια ομπρέλα…θα γίνετε μούσκεμα..
-Δεν πειράζει…βρεγμένη είμαι…
-μου τη φέρνεις αύριο καλέ…μη πάθεις καμία πνευμονία…
-όχι, ευχαριστώ…
-Ακατάδεκτοι εσείς οι Αθηναίοι…αν θέλεις πάντως η ομπρ…
-Καληνύχτα. Ευχαριστώ!
Την ώρα που έκλεινε πίσω της την πόρτα του καφενείου τον άκουσε να σχολιάζει
αλλά δεν κατάλαβε…
Δεν έδωσε σημασία και βγήκε στη βροχή…Στα χέρια της μια μικρή βαλίτσα και
τα πόδια της σε μια λακκούβα με νερά…Πέρασε τρέχοντας απέναντι…στη
πλατεία.
Στα αριστερά της ένα μεγάλο κτίριο! Μια παλιά ξύλινη πράσινη πόρτα έγραφε
<ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ> και από πάνω μια μεγάλη πινακίδα…Διάβασε… <ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ
ΥΠΝΟΥ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΑΥΑΡΧΟΙ>.

Δεν είχαν ύπνο και η γιαγιά τους δεινοπάθησε να τα βάλει στο κρεβάτι. Έλυσε τα
μαλλιά της και μπήκε στο δωμάτιο να ρίξει μια τελευταία ματιά στα εγγόνια
της…
Κοιμόντουσαν του καλού καιρού…Τα σκέπασε καλά, τα σταύρωσε , έβγαλε έναν
μικρό αναστεναγμό και πήγε στη κουζίνα…Καθάριζε αργά ένα πορτοκάλι όταν
χτύπησε η πόρτα. Τρόμαξε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
-Ποιος είναι?
-Γραμματική, η Ελένη είμαι…
-Συμφορά μου…τι έγινε τέτοια ώρα?
Άνοιξε τη πόρτα όλο αγωνία και η γειτόνισσά της μπήκε αναστατωμένη.
-Τι έγινε μωρή Ελένη?
-Έλα γρήγορα η γριά μας άφησε…
-Τέτοια ώρα?
-Έχουν ώρα αυτά ρε Γραμματική?
-…Δεν ξέρω τι λέω…Πώς να έρθω? Που να τα αφήσω τα παιδιά μόνα τους?
Βλέπεις λείπει η μάνα τους! Πάει στη Πύλο, έρχεται ο Μιχάλης…
-…Για δυό λεπτά μέχρι να έρθει καμία άλλη…Τι να κάνω μόνη μου?
-Καλά τράβα κι έρχομαι…να ρίξω κάτι πάνω μου.. Τράβα…
Βγήκε μετά από λίγο, αφού σκέπασε με ένα μαντήλι το κεφάλι της…Έκλεισε πίσω
της τη πόρτα, σιγά μη ξυπνήσει τα παιδιά.
4

Άνοιξε τη πόρτα του δωματίου…Τακτοποιημένο, καθαρό με μια παλιά αρχοντιά


που αρωμάτιζε..
Κοίταξε γύρω, άφησε τη βαλίτσα της και το παλτό στην άκρη και πήγε στο
παράθυρο.
Έβρεχε πιο σιγά τώρα και στους δρόμους δεν περνούσε ψυχή.
Τα φώτα λιγοστά και τα μάτια της κουρασμένα προσπαθούσαν να διακρίνουν
κάποια σκιά να κινείται στο σκοτάδι…
Έβγαλε λίγα ρούχα από την βαλίτσα και τα άπλωσε στο κρεβάτι…Με μία πετσέτα
σκούπισε τα μαλλιά της…Σαν να μην άντεχε άλλο τη βροχή…Την υγρασία στο
κορμί και στη ψυχή…
Καρφώθηκε ξανά το βλέμμα στο βρεγμένο δρόμο και στα πανύψηλα δέντρα της
πλατείας…
Έβαλε το παλτό της και κατέβηκε μια μεγάλη σκάλα…έως την είσοδο.
Η βροχή είχε σταματήσει και τα βήματα της την έφτασαν στο δρόμο…
Περπατούσε χωρίς να ξέρει που πάει…Σαν να την οδηγούσε η μυρωδιά της
θάλασσας , έφτασε στην άκρη της παραλίας…Κοίταξε δύο μεγάλους φοίνικες
δεξιά και αριστερά από σκαλοπάτια που έβρεχε το κύμα…Φυσούσε δυνατά και η
αλμύρα έδερνε το κορμί της. Τύλιξε τα χέρια στο σώμα της και έστρεψε το
κεφάλι προς τον ουρανό…Σαν να ήθελε να σηκωθεί και να χαθεί στο μαύρο του…
Ένας κεραυνός την κράτησε στη γη…και ένα κύμα !
Γύρισε το κεφάλι πίσω φοβισμένη…Ήταν εκεί, μόνη… σαν να ψάχνει τα 35 χρόνια
της στον αφρό!
Προχωρούσε άκρη στο δρόμο, δίπλα στη θάλασσα σαν να περίμενε ότι θα την
άρπαζε έτσι μανιασμένη που τη κοιτούσε…
-Που πας ρε κοπελιά με τέτοιο καιρό?
Ήταν μια φωνή άντρα από την άλλη μεριά του δρόμου…Σκεπασμένος με
αδιάβροχο μαύρο δεν άφηνε να φανεί το πρόσωπό του…
-Το…το λιμεναρχείο που είναι?
-Λίγο πιο πέρα…Μόλις στρίψεις αριστερά…Θα το δεις! Μην πηγαίνεις όμως
άκρη άκρη… Η θάλασσα δεν αστειεύεται …δεν είναι για βόλτες τέτοια νύχτα…

-Καλησπέρα…
Ήταν τόσο απασχολημένος σε κάτι χαρτιά που δεν την άκουσε.
Το ξαναείπε, ύστερα από μια μικρή παύση…
-…καλησπέρα…
Την κοίταξε με απότομη κίνηση του βλέμματος…
-Καλησπέρα σας…
-ο κύριος λιμενάρχης?
-…
-είστε ο κύριος…λιμενάρχης?
-όχι! Όχι! Περάστε και με συγχωρείτε…
-….
Δεν μίλησε!
-Τέτοια ώρα μόνο εγώ υπάρχω εδώ…Είστε καλά?
-…..ναι , λίγο ταλαιπωρημένη από το ταξίδι…
-και βρεγμένη…
-βρέχει…
-Σας ακούω… είμαι ο αξιωματικός υπηρεσίας…
5

-…
-Καθίστε… καθίστε! Απόψε ήρθατε?
-Με το λεωφορείο…μεγάλο ταξίδι.
-και?
Και τίποτα…Δεν ήθελε τίποτα να πει…Σαν να ξέχασε, σαν να μην ήθελε να
θυμάται…Τον κοίταξε και…
-σίγουρα είστε καλά?
-καλά είμαι…ευχαριστώ.. πρόκειται για τον άντρα μου…
-τον …άντρα σας?
-είναι καπετάνιος και πρόκειται να έρθει το πλοίο του…αύριο…εδώ.
-τώρα κατάλαβα…ποιο πλοίο?
-το ‘Αφροδίτη ΙΙ’…
-…ναι το περιμένουμε αύριο το μεσημέρι.
Άνοιξε έναν φάκελο και διάβαζε…
-Είστε η κυρία…
-…Μαρή..
-..ναι το βλέπω…Πλοίαρχος Μιχαήλ Μαρής…Αύριο φτάνει το πλοίο…
-Ευχαριστώ…
Σηκώθηκε από τη καρέκλα της σαν να βιαζόταν να φύγει…
-Από πού ήρθατε αν επιτρέπεται…
-Από τη Χίο…
-Έχετε δίκιο…πολύ μεγάλο ταξίδι…λοιπόν.
-….
-Νωρίτερα πέρασε και μια άλλη κυρία με ένα παιδάκι…Είναι από τη Σάμο ,
σύζυγος του ασυρματιστή, στο ίδιο πλοίο…
-…Ευχαριστώ πολύ…
-θα σας δώσω μια ομπρέλα γιατί η βροχή ξανάρχισε και μέχρι το ξενοδοχείο θα…
-…και πάλι ευχαριστώ…δεν θα άντεχα άλλη βροχή…
-…σε ξενοδοχείο δεν μένετε?
-…ναι , στη πλατεία…
-ξέρω, ξέρω…κατάλαβα!
-την ομπρέλα θα σας την επιστρέψω αύριο…
-..αν βρέχει πάλι κρατήστε τη…εύχομαι πάντως να είναι καλός ο καιρός αύριο…
-…καληνύχτα και…ευχαριστώ!
-…καληνύχτα!
Έφτασε στη πόρτα νοιώθοντας το βλέμμα του…Ακουγόταν μόνο η βροχή …
-Μισό λεπτό…
Γύρισε σαν να τρόμαξε από ακόμη ένα κεραυνό…
-Με λένε Μάρκο..
Κούνησε το κεφάλι με ένα μικρό χαμόγελο και έφυγε…Βγήκε στη βροχή, άνοιξε
την ομπρέλα και ένοιωθε πάντα τα ίδια μάτια καρφωμένα πάνω της…
Χαμήλωσε την ομπρέλα, έσφιξε τις χούφτες της και σήκωσε το κεφάλι σαν να
ήθελε και πάλι να χαθεί στο μαύρο του ουρανού…
Είδε το φωτισμένο παράθυρο και έφτασε στην άκρη του βλέμματος…
Μια αστραπή τη φόβισε και κοίταξε κάτω…Λάσπη.

Μόλις άνοιξε τα μάτια της ένοιωσε πάλι εκείνο το βλέμμα και πετάχτηκε από το
κρεβάτι τρομαγμένη…
Ήταν μόνη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου …Έριξε μια ματιά από το παράθυρο…
Δεν έβρεχε και ο ήλιος φώτιζε πίσω από τα σύννεφα.
Κάτω στο δρόμο κόσμος πήγαινε και ερχόταν και στη πλατεία, γύρω από τα
τεράστια πλατάνια έτρεχαν παιδιά…Κοίταξε το ρολόι της…Κόντευε μεσημέρι…
6

-Το σήμα ήρθε νωρίς το πρωί κ Λιμενάρχα! Έμειναν στο Μπάρι λόγω
απαγορευτικού …
-Μάθε από Ιταλία πότε αναμένεται να αναχωρήσουν και αν θα έρθουν από εδώ
τελικά…
-Μάλιστα.
-Τη νύχτα είχαμε τίποτα?
-Όχι…Όλα ήσυχα…Ούτε βάρκα δεν βούλιαξε…παρά τον αέρα!
-Καλά…θα πάω στο δήμαρχο , με έχει καλέσει για φαγητό…
-Θα σας ενημερώσω…
-Ο Μάρκος που είναι?
-Έχει ρεπό σήμερα , ήταν όλη νύχτα εδώ…
-Καλώς. .Γεια χαρά!
-Γεια σας!
Κατέβηκε τις σκάλες, έβαλε το καπέλο του και στην είσοδο λίγο έλειψε να πέσει
πάνω της.
-Καλημέρα σας!
-Καλημέρα.
-Μπορώ να σας εξυπηρετήσω?
-Θα ήθελα τον κ λιμενάρχη..
-Εγώ είμαι…παρακαλώ.
-Πρόκειται για το ‘Αφροδίτη ΙΙ’…είναι ο σύζυγος μου…
-Δεν θα έρθει σήμερα…Έμειναν στην Ιταλία…Ο άσχημος καιρός βλέπετε κυρία
μου…
-Αύριο?
-Τι να σας πω? Ίσως αργότερα έχουμε κάποιο σήμα…Ήρθατε από μακριά?
-Πολύ.. .από τη Χίο.
-Με τη θάλασσα δεν μπορεί να κλείσει κανείς ραντεβού! Καλημέρα σας! Καλή
Κυριακή!

Ήταν Κυριακή και το είχε ξεχάσει… Γι’ αυτό τόσα παιδιά στη πλατεία και τόσο
καλοντυμένοι όλοι…
Έμεινε για λίγο ακίνητη και μετά βάδισε προς το μόλο!
Χάζευε από μακριά τη πόλη και τους ψαράδες που από το πρωί έτρεξαν να δουν
τις βάρκες τους, ύστερα από τη νυχτερινή θεομηνία!
Κάθισε σε ένα παγκάκι δίπλα στο φάρο…
-Καλημέρα!
Το βλέμμα.
-Καλημέρα…Έχω την ομπρέλα σας στο ξενοδοχείο…Αν περιμένετε λίγο θα σας τη
φέρω…
-Το γρηγορότερο…Δεν είναι δυνατόν να καθυστερήσετε κι άλλο! Έπρεπε να το
είχατε κάνει, μόλις είδατε ότι δεν βρέχει σήμερα!
-Είμαι απαράδεκτη…άργησα να ξυπνήσω και…
-…και?
-Θα σας τη φέρω αμέσως…
Της γέλασε… Εκείνη όχι…
-…Μην τρομάζετε…κρατήστε τη , γιατί μπορεί να σας χρειαστεί.. Και αύριο εδώ
δεν θα είστε?
-Μάλλον.. αλλά δεν είναι σωστό…
-Δεν σας τη χάρισα…
-….
-Πάντα τόσα πολλά λέτε?
-Τι εννοείτε?
-Μιλάτε πολύ και με κουράσατε..
Τώρα ήταν η σειρά της να χαμογελάσει…
-Λιγότερο από εσάς πάντως…
-Όταν τρώω μιλάω λιγότερο…
-Καλή όρεξη! Θα αφήσω την ομπρέλα σας στο λιμεναρχείο…
-Μισό λεπτό…
7

-Καλημέρα
-…Η μέρα είναι καλή…γιατί να μην γίνει πιο καλή για σας…
-Για μένα?
-Ναι! Θα βαρεθείτε μόνη σας…Τι θα κάνετε όλη μέρα?
-Βόλτες! Θα δω τη Πύλο…
-Ενοχές?
-Για ποιο πράγμα?
-Που μιλάτε τόση ώρα με έναν άγνωστο…
-Γι’ αυτό αφήστε με να φύγω…
-Δεν σας κρατάω με το ζόρι…
-Αυτό έλειπε…
-Ακριβώς. .Ξέρω τι σας λείπει…
-Δεν σας επιτρέπω…
-Ούτε εγώ το επιτρέπω σε μένα…να αφήσω μια κυρία σε ξένο μέρος μόνη.
.Κυριακή μεσημέρι..
Είναι θέμα ευγενείας
Χαμογέλασε πάλι.
-Ευχαριστώ αλλά…δεν είναι σωστό Μάρκο…
-Θυμάσαι το όνομά μου…
-Γεια σου…
Έφυγε τρέχοντας. Εκείνος έμεινε πίσω ακίνητος. Δίπλα στο φάρο!
-Εγώ ποιο όνομα να θυμάμαι? της φώναξε..
-Κυρία Μαρή! του φώναξε.

Έβγαλε από τον φούρνο το ταψί και πιάνοντάς το με βρεγμένα πανιά το άφησε
στο τραπέζι της κουζίνας.
Τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο! Τα κοίταξε από τη
πόρτα, σκούπισε τα χέρια της και σαν να τα μάλωνε γλυκά τους είπε:
-Ελάτε να φάτε…Μην αργείτε γιατί θέλω να πάω στη κηδεία…
Εκείνα με πειράγματα και γέλια έτρεξαν μέσα…Έβαλε φαΐ σε δύο πιάτα…
-Πότε θα έρθει η μαμά?
-Αύριο μεθαύριο…φάτε τώρα…
-Θα έρθει και ο μπαμπάς?
-ποιος ξέρει…φάτε και μετά να καθίσετε να διαβάσετε…όχι όλο παιχνίδι…κάνει
και κρύο, μη κρυώσετε τώρα που λείπει η μάνα σας…
Κοίταξε από το μικρό παράθυρο …έτσι σαν να έψαχνε κάτι…
-γιαγιά …γιαγιά…, είπε η μικρή.
-τι είναι?
-να έρθω μαζί σου?
-που? Είσαι με τα καλά σου? Δεν πάνε τα παιδιά στις κηδείες…
-η Βενετούλα πήγε…
-…στου πατέρα της.. Φάτε…τι κουβέντες είναι αυτές.. Μη χειρότερα…
κυριακάτικα..
Στάθηκε και πάλι στο παράθυρο.. Έριξε το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, τράβηξε
τη κουρτίνα , έκοψε δυό φέτες ψωμί , κάτι ψιθύρισε και έφυγε…
-φρόνιμα!…τους φώναξε.

Βγήκε στο μικρό μπαλκόνι του δωματίου…Κοίταξε γύρω της και αισθάνθηκε
πεινασμένη…Είχε να φάει πάνω από μια μέρα…Από το πλοίο όταν ταξίδευε για
τον Πειραιά!
8

Κλείδωσε και κατέβηκε στην είσοδο… Σκέφτηκε να ρωτήσει τη γυναίκα που ήταν
εκεί που θα μπορούσε να πάει για φαγητό αλλά απλά χαιρέτησε…κουνώντας το
κεφάλι.
Θα περπατούσε και κάπου θα έβρισκε κάποιο εστιατόριο…

Η παρέα, όλοι άντρες, έδειχνε ιδιαίτερα εύθυμη και άδειαζε τα ούζα σαν νερό!
Δίπλα στη θάλασσα , σε μια μικρή ταβέρνα που έπαιζε δυνατά μουσική!
Οι ευχές και τα τσουγκρίσματα , τα γέλια και οι φωνές ξεσήκωναν τη παραλία…
Κάποιοι άλλοι με γυναίκες και παιδιά έτρωγαν στα άλλα τραπέζια …
Τι κι αν έκανε ψύχρα ο χειμωνιάτικος ήλιος της Κυριακής θέλει τραπεζάκια έξω
και ούζα πολλά ούζα με ψαράδικους μεζέδες!
-Να σαι καλά ρε Τάσο που έβγαλες τραπέζια έξω…
-εεε! Μετά τη βροχή όλοι θέλουμε να βγαίνουμε έξω…σαν τα σαλιγκάρια!!
-Μετά λέω να πάμε στο γήπεδο, είπε ένας από την παρέα…
-καλή ιδέα…να περάσει και η ώρα …άντε στην υγειά μας, απάντησε ένας άλλος!
-εγώ λέω να πάω για ύπνο…ήμουν όλη τη νύχτα υπηρεσία…και τα ούζα με
νύσταξαν!
Έπιασε με το πιρούνι ένα κομμάτι χταπόδι και γέμισε ξανά τα ποτήρια…
-Νυστάζεις- νυστάζεις αλλά το κατεβάζουμε Μαρκούλη…
-Το θέλει ο ήλιος…
Κι έπιναν και έτρωγαν και γέλαγαν και διαφωνούσαν για τη μπάλα και σχολίαζαν
όσους περνούσαν…
Πέρασε και εκείνη χωρίς να τον δει! Προχώρησε μέσα στη ταβέρνα και κάθισε
στο βάθος.
Την κοιτούσε που μίλαγε με το γκαρσόνι , που έτρωγε μια μπουκιά ψωμί και έπινε
μια γουλιά κρασί!
Μηχανικά άκουγε τους άλλους ώσπου…
-Ποια είναι αυτή ρε?
-Αθηναία δείχνει…
-Μπα…την έχετε ξαναδεί?
-Μια γυναίκα μόνη, να τρώει έξω κυριακάτικα ξένη θα’ναι…
-…και ωραία μάλιστα!
Εκείνος δεν μίλησε…
Σήκωσε το ποτήρι με το ανέρωτο ούζο τη κοίταξε και το κατέβασε όλο! Άσπρο
πάτο!
-Σιγά ρε συ! Την έφαγες με τα μάτια!…του είπε κάποιος από τη παρέα.
-Ποια είναι τη ξέρεις?…ρώτησε ένας άλλος.
-Ναι.. ήρθε στο λιμεναρχείο τη νύχτα…Από την Ικαρία είναι…Περίμενε τον
αδελφό της, αλλά το πλοίο άλλαξε πορεία…
-πωωω!!! Τέτοιο ταξίδι τζάμπα ρε?
-έτσι είναι αυτά. .δεν ρωτάει η θάλασσα!
-…μπορεί να βρει και τη τύχη της εδώ…, είπε ο άλλος και χαμογέλασε πονηρά…
-…σε είδε…παραλίγο να της πέσει το ποτήρι ρε! Καλά λέω!…όπα της γυάλισες
της γκόμενας…
-…έλα…έλα! Κόψτε τις μαλακίες… ξαναγέμισε τα ποτήρια και τα ήπιαν μέχρι
σταγόνα. Με τη μία…

Εκείνη σηκώθηκε και πήγε να πληρώσει…Δεν είχε προλάβει να φάει καλά καλά…
-Δεν έφαγες ρε κοπελιά…δεν σου άρεσε?…
-πολύ καλό ήταν…αλλά χόρτασα…ευχαριστώ.
Βγήκε γρήγορα από τη ταβέρνα, πέρασε δίπλα τους αλλά δεν μίλησε… Το βήμα
της γινόταν γρήγορο καθώς απομακρυνόταν από τη παραλία αλλά λίγο πριν
στρίψει τη γωνία στάθηκε…Γύρισε και κοίταξε πίσω της…Τον είδε από μακριά να
την κοιτάει…με το ίδιο βλέμμα…Έστριψε και χάθηκε…
Πίσω η παρέα χαμογελούσε…
-δεν πήρες στιγμή τα μάτια σου από πάνω της…
-κόψε τις μαλακίες σου είπα…
-εγώ λέω μαλακίες…
-αφού καρφωθήκατε…ρε!
9

-άντε γαμήσου!.. Πάμε γήπεδο?


-φύγαμε…Τάσο.. .έλα να πληρώσουμε ρε…

Μπήκε στο δωμάτιο και έγειρε το κορμί της στην πόρτα που έκλεισε πίσω της
δυνατά… Σαν να φοβήθηκε τη στιγμή.. Εκείνη πού γύρισε και κοίταξε πίσω της …
Σαν τη γυναίκα του Λωτ… Ένιωσε να γίνεται άγαλμα! Να πέτρωσε εκεί στην
γωνία της παραλίας…
Δεν μπορούσε να κάνει βήμα…Ούτε μέχρι το κρεβάτι για να αφήσει το παλτό, που
έπεσε στα πόδια της…εκεί μπροστά στη πόρτα!
Σαν σε μια στιγμή, εκείνη τη στιγμή , να τα ξέχασε όλα…Το όνομά της, τον τόπο
της, το χθες, το αύριο…
-Δεν έπρεπε…δεν έπρεπε… ψιθύρισε.
Πήρε από τα πόδια της το παλτό και κατέβηκε τις σκάλες.
Στην είσοδο η ίδια γυναίκα πίσω από τον πάγκο με τα κλειδιά των δωματίων.
Της μίλησε χωρίς δεύτερη σκέψη… Ήθελε να μιλήσει να νοιώσει αυτό που ήταν
και πριν Σύζυγος και μάνα.
-Είστε καλά..
-Καλά...εσείς…δεν ήρθε το πλοίο ε?
Όλα τα ήξερε…Η ναυτιλιακή εταιρία του Μιχάλη, άλλωστε, είχε κλείσει το
δωμάτιο…
-…όχι!
-…συμβαίνουν αυτά! Τι σας είπαν στο λιμεναρχείο? Πότε θα έρθει?
-Ούτε και αυτοί ξέρουν…Αύριο θα πάω πάλι…να δω!
Για πρώτη φορά από την περασμένη νύχτα δεν θέλησε να φύγει .! Ακόμη και οι
ερωτήσεις την ευχαριστούσαν… Ήταν σαν τη γυναίκα του ξενοδοχείου…Ίσως και
αυτή να είχε παιδιά…
-Παιδιά έχετε?
-Δύο…ένα αγόρι, ένα κορίτσι…
-Εσείς?
-Τρία…Ο μεγάλος τελειώνει φέτος το Γυμνάσιο! Οι μικρές έχουν καιρό…Τα δικά
σας… μικρά ,φαντάζομαι…
-ναι…απάντησε με χαμόγελο,… η μεγάλη είναι 8 και ο μικρός 6…ζιζάνια…
-έτσι είναι τα παιδιά σήμερα…πως δεν τα πήρατε μαζί?
-Τα κρατάει η πεθερά μου …Στη Χίο…Εκεί μένουμε…
-Να σε ΄ήξερα πριν θα σου έλεγα να μου φέρεις λίγη μαστίχα…
-….θα σας στείλω μόλις γυρίσω..
-αχ σε ευχαριστώ.. πουλάνε και εδώ κάτι φακελάκια αλλά η φρέσκια
φαντάζομαι…
Γέλασε…
-λέω να πάω μια βόλτα…να δω τη πόλη…σήμερα που έχει καλό καιρό! Μη φύγω
έτσι…
-θα βαρέθηκες μονάχη σου…να φτιάξω ένα καφεδάκι ?
-θα πιω έξω δεν πειράζει…ευχαριστώ
-όπως θέλεις…το βράδυ έχει χορό ο αθλητικός όμιλος…Μαζεύουν λεφτά για την
ομάδα.. .Παίζουν ποδόσφαιρο…ξέρεις! Θα πάμε εμείς, αν έχεις όρεξη , έλα μαζί
μας…σε προσκαλώ εγώ…
-σας ευχαριστώ αλλά…
-τι αλλά καλέ? Τι θα κάνεις μόνη σου…Όλοι εκεί θα είναι…Στο δωμάτιο θα
κάτσεις? Έλα θα περάσουμε ωραία… γίνονται ωραίοι χοροί εδώ! Όλοι θα είναι!
Δήμαρχος, διευθυντές, δάσκαλοι..
.οι πάντες σου λέω…
-Θα δούμε…
-Δεν έχει θα δούμε! Το πήρα πατριωτικά…Να πας στο νησί σου και να μην έχεις
τι να πεις?
Να δεις τι ωραίους χορούς κάνουμε εδώ…Με ορχήστρα μεγάλη! Από τη Πάτρα
την φέρνουνε!
Είσαι και τυχερή που είσαι εδώ τέτοια μέρα! Γιατί μετά το καρναβάλι πάλι θα
έχουμε χορό!
-Μέχρι το βράδυ…
10

-Στις 9 ακριβώς να είσαι ντυμένη! Θα σου χτυπήσω…


-Καλά ευχαριστώ…
-Έτσι μπράβο! Να φτιάξω καφέ τώρα?
-φτιάξτε…
-Καλέ άσε τους πληθυντικούς σαν τις Αθηναίες…Ματούλα με λένε!
-..και εγώ είμαι η Μυρτώ! Χάρηκα!

10

Κατέβηκε από τη μηχανή, την τράβηξε στο πεζοδρόμιο και ανέβηκε τις σκάλες!
Σταμάτησε στην πόρτα του δεύτερου σπιτιού αριστερά, έβγαλε τα κλειδιά και
μπήκε.
Στην κρεμάστρα υπήρχε το καπέλο του και το σακάκι της στολής του.
Πέταξε το μπουφάν στο κρεβάτι, άνοιξε το ραδιόφωνο…Έπαιζε ακόμη τους
αγώνες της Κυριακής…Τους είχε προλάβει, και θα μάθαινε τα αποτελέσματα…
Άναψε ένα τσιγάρο και προχώρησε προς το κρεβάτι…
Χτύπησε η πόρτα… Ήταν ο Φίλιππος, φίλος και συνάδελφος.
-Πέρασα και πριν που γύρναγες ρε?
-Είχα πάει με τους άλλους στο γήπεδο…
-Πόσο ήρθε?
-3-2..κερδίσαμε…
-…ότι πρέπει για να το γιορτάσουν το βράδυ!
-…α ναι.. .είναι ο χορός απόψε! Το είχα ξεχάσει…
-θα πάμε έτσι?…Έχει τραπέζι ο λιμενάρχης…
-ναι ρε! Θα πέσω να κοιμηθώ λίγο, γιατί πλακώσαμε κάτι ούζα το μεσημέρι και
ακόμα δεν έχω συνέλθει…
-και εγώ πέρασα να σε πάρω να πάμε για καφέ…
-ξέχνα το…και πέρνα κατά τις 8 να με ξυπνήσεις για να πάμε!
-Έγινε. .μη χτυπάω και δεν ανοίγεις…
-Όχι ρε…θα έρθω.. .τρελός είσαι!...Γκολ!!!
Δυνάμωσε το ραδιόφωνο…

11

Η μουσική έπαιζε δυνατά…Ο κόσμος που βρισκόταν στην τεράστια αίθουσα


φαινόταν περισσότερος στους δυο τεράστιους καθρέφτες με τις βαριές γύψινες
κορνίζες! Ένας δεξιά και ένας αριστερά, απέναντι και το Μεγάλο καφενείο
φαινόταν ακόμη μεγαλύτερο!
Μόνο στη χρήση θύμιζε καφενείο!
Ακριβή διακόσμηση και γλυπτά στο ψηλό ταβάνι απ’ όπου κρεμόντουσαν δυό
τεράστιοι πολυέλαιοι έκαναν το χώρο να μοιάζει με αίθουσα πολυτελούς
εστιατορίου !
Στη μέση βρισκόταν η ορχήστρα! Πάνω από δέκα άτομα , ντυμένοι όλοι με τα
ίδια κοκκινόμαυρα ρούχα σαν στολές φιλαρμονικής!
Οι σερβιτόροι πήγαιναν και ερχόντουσαν με δίσκους στα χέρια ενώ οι
διοργανωτές της χοροεσπερίδας κοιτούσαν δεξιά και αριστερά, μετρούσαν
κεφάλια και υπολόγιζαν έσοδα!
Όλοι ντυμένοι με τα καλύτερά τους διάλεγαν τραπέζια και αντάλλασσαν
χαιρετισμούς και χαμόγελα!
Μπροστά μπροστά στεκόταν η παρέα του λιμενάρχη! Όλοι με στολές ,
ομοιόμορφα ντυμένοι!
Μαζί τους η κ Λιμενάρχου , η κόρη της και δυο τρεις άλλες κυρίες!
Στο ίδιο τραπέζι ο διοικητής της χωροφυλακής , οικογενειακώς με 5-6 ένστολα
όργανα!
11

Ο Μάρκος κουβέντιαζε συνεχώς και ψιθυριστά με τον Φίλιππο ενώ οι κυρίες του
τραπεζιού γελούσαν δυνατά και σχολίαζαν τις άλλες κυρίες που κατέφθαναν
στην αίθουσα …
Το βλέμμα του έπεσε στην είσοδο και έμεινε εκεί…Πάνω της! Δεν το πίστευε, δεν
το περίμενε!
Ο Φίλιππος μιλούσε μόνος του πια, οι φωνές και ο θόρυβος έσβησαν και η μουσική
έπαιζε μόνο για αυτόν.
Στεκόταν αμήχανη πίσω από τη Ματούλα που την τράβηξε σιγά από το χέρι !
-Σου μιλάω ρε…που κοιτάς?
-…εκεί που πρέπει!
-ποια είναι αυτή?
-αυτή που πρέπει…
-τι έγινε ρε? Έχασα κάτι?
-….εσύ όχι…εγώ ναι!
-τη ξέρεις?
-θα τη μάθω…
-….δεν καταλαβαίνω!
-…στην υγειά σου φίλε!…και σήκωσε το ποτήρι με το κρασί, χαμογελώντας…

Και αυτή τη φορά δεν τον είδε! Προχώρησαν και κάθισαν σε ένα τραπέζι πίσω…
Η Ματούλα γελούσε συνέχεια και χαιρετούσε τους πάντες! Ο άντρας της ,
δάσκαλος, έπιασε όρθιος κουβέντα με κάτι συναδέλφους του και αυτή κοίταζε
γύρω της χωρίς να μιλάει!
Ένοιωθε όμορφα και φαινόταν στο πρόσωπό της που έλαμπε…λες και χρόνια είχε
να νοιώσει έτσι…
-Ματούλα…σε ευχαριστώ που με κάλεσες…το είχα ανάγκη!
-Να την ακούς τη Ματούλα…και της έσφιξε το χέρι!
Η παρέα είχε μεγαλώσει…Ο δάσκαλος είχε καλέσει δύο συναδέλφους του με τις
γυναίκες τους και η κουβέντα είχε ανάψει..
Ο χορός είχε ανάψει…
Εκείνη μιλούσε συνεχώς με τη Ματούλα που δεν έχανε ευκαιρία να πειράζει τους
πάντες και να γελάει δυνατά!!!
Την ένοιωσε δικό της άνθρωπο από τη στιγμή που τη σύστησε στην υπόλοιπη
παρέα…
-Η κυρία ?..είχαν ρωτήσει …
- Μυρτώ…Φίλη μου!…είχε απαντήσει η Ματούλα και αμέσως της ψιθύρισε…
-…σιγά μην τους δώσουμε λογαριασμό.. κουτσομπόλες είναι…

Την έχανε από τον κόσμο που περνούσε ανάμεσά τους!


Γύριζε το κεφάλι δεξιά και αριστερά και έψαχνε να τη δει… Έπινε συνεχώς και
δεν άκουγε κανέναν…Απαντούσε κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας!
-θα στραβολαιμιάσεις…του είπε κάποια στιγμή αλλά εκείνος δεν άκουσε! Την
είδε που ανέβαινε στη πίστα με τη Ματούλα …
Η ορχήστρα έπαιζε …καλαματιανό και όλοι είχαν γίνει ένας κύκλος …
-Πάμε? Τον ρώτησε ο Φίλιππος..
Χαμογέλασε και σηκώθηκε…
Μπήκε στο κύκλο, δίπλα της…
Της έπιασε το χέρι…Έχασε τα βήματα και τη γη κάτω από τα πόδια της!
Της χαμογέλασε αλλά εκείνη δεν ανταπέδωσε…Απλά τον κοίταξε…και έστριψε το
κεφάλι προς τη Ματούλα που τραγουδούσε δυνατά…
Ήθελε να φύγει αλλά …ένοιωθε να της κρατάει το χέρι σφιχτά …μέχρι που
πόνεσε!
Το τραγούδι της φαινόταν ατέλειωτο…
Έτρεμε και πάγωνε…
-καλησπέρα σας…της είπε…γέρνοντας το κεφάλι προς την μεριά της…
-καλησπέρα…απάντησε, χαμογέλασε τυπικά και αγκαλιάζοντας τη Ματούλα
κατέβηκαν από τη πίστα…Το τραγούδι είχε τελειώσει…
Κάθισε στη θέση της και άναψε ένα τσιγάρο…
12

-Περνάτε καλά? Τη ρώτησε ο δάσκαλος?


-Μια χαρά..
Κάθισε στη θέση του και άναψε τσιγάρο…
-Της μίλησες, σε είδα…είπε ο Φίλιππος.
-μια καλησπέρα είπα…

Τα φώτα χαμήλωσαν…
Το ακορντεόν της ορχήστρας ακουγόταν μόνο σε …ένα παλιό βαλσάκι…
Ζευγάρια ανέβαιναν στη πίστα…
Ο Μάρκος σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι της…
Τον έβλεπε να πλησιάζει… τρομαγμένη…
Στάθηκε μπροστά της και της πρόβαλλε το χέρι, χωρίς να μιλήσει…
Του έδωσε το δικό της και ήταν σαν να την τράβηξε αλλού…μακριά από όλους…
Σαν ένα φώς να τους σκέπασε από τα μάτια των άλλων …σαν να ήταν μόνο οι δυό
τους…
Τα βήματα ήταν αργά και τα πόδια πατούσαν ελαφρά στο πάτωμα . Τύλιξε το
χέρι του στη μέση της και η ζωή της στριφογύρισε στο σκοπό του ακορντεόν …
Γύριζε.. Γύριζε…Ο κόσμος γύρω της έκανε κύκλους και τα μάτια της βυθίστηκαν
στο βλέμμα του…
Δεν ήταν αυτή…Δεν ήταν αυτός…Ήταν δυό άλλοι…Αλλού…Σε άλλο τόπο…Σε
άλλο χρόνο…
Ήταν δυό νότες από ένα ακορντεόν που έφευγαν ψηλά ,πάνω από τους ήχους
τους γνωστούς…
Πάνω από τα ξένα μάτια και τις ζωές τις κοινές … Δεξιά και αριστερά υπήρχαν
οι δυο πολυέλαιοι που άναψαν και πάλι μόνο γι’ αυτούς , για να τυφλώσουν τους
ξένους και να σκεπάσουν τη ζωή της με φως… πολύ φως!
Και δυνάμωνε η μουσική…Ένα ακορντεόν , η μεγαλύτερη ορχήστρα …και σκέπαζε
φόβους, σκέψεις και χρόνια…

12

Ξύπνησε στο κρεβάτι της , στο ξενοδοχείο… Η Ματούλα της είχε χτυπήσει τη
πόρτα και στεκόταν μπροστά της…
-Είσαι καλύτερα ?
-………., την κοίταξε με απορία…
-…μας φόβισες χθες…Αφού δεν το αντέχεις το ποτό γιατί το πίνεις?
-τι έγινε?
-α.. καλά…σωριάστηκες χάμω μόλις τέλειωσες το χορό… σε μαζεύαμε…
-…σκοτείνιασε το βλέμμα μου! Δεν έβλεπα τίποτα…
Ήθελε να ρωτήσει πολλά.. Να συμπληρώσει τα κενά που είχε στο κεφάλι της…Την
πρόλαβε.
-…σε συνεφέραμε και σε φέραμε εδώ…καλά αναστάτωσες όλο το χορό…
-τι ώρα είναι?
-κοντεύει μία, το μεσημέρι…
-να πάω στο λιμεναρχείο…πετάχτηκε πάνω.
-ξάπλωσε …έχει πάει ο άντρας μου…θα γυρίσει σε λίγο…
Κοίταξε το παράθυρο…Δυνατός ο ήλιος έμπαινε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου,
ανάμεσα από τις κουρτίνες, και χτυπούσε στο πρόσωπο της Ματούλας… Τις
τράβηξε, κλείνοντας τον ήλιο έξω…
-άφησέ τον να μπει…
Άνοιξε τις κουρτίνες διάπλατα χαμογελώντας…
-χαρά θεού είναι η μέρα σήμερα…
-…θα πάω να περπατήσω …
-πιες τον καφέ σου πρώτα, θα κρυώσει…και πας μετά…
13

Πήρε τον φλιτζάνι από το κομοδίνο, ήπιε μια γουλιά, είπε “ευχαριστώ” και
σήκωσε και με τα δυό της χέρια τα μαλλιά… Κοίταξε το ταβάνι και είδε το
βλέμμα…
-μέσα στα μάτια σε κοίταζε ο νεαρός…
Την κοίταξε απότομα…
-ποιος…νεαρός?
-ούτε αυτόν δεν θυμάσαι….που σε πήρε και χορέψατε…
-….
-τρόμαξε ο καημένος μόλις σωριάστηκες…σε άρπαξε στα χέρια…έχασε το χρώμα
του…πιο άσπρος κι από σένα έγινε! Δεν τον θυμάσαι?
-…ναι…τον… τον θυμάμαι…
-εμ.. είπα κι εγώ ….. μεταξύ μας, ποια γυναίκα θα τον ξέχναγε…; Γέλασε η
Ματούλα δυνατά…
-…θα πάω μια βόλτα…να δω τη πόλη…αν δεν έρθει το πλοίο θα πρέπει να φύγω…
-άντε ετοιμάσου και κατέβα… πάω γιατί έχω αφήσει δουλειές μισές…πεινάς?
-..όχι σε ευχαριστώ, θα κατέβω σε λίγο…
-…πέρασε πάντως πρωί πρωί και ρώτησε τι κάνεις…
-ποιος?
-ο Μάρκος ντε…ήταν και με τη στολή, πήγαινε στο λιμεναρχείο…
Είδε στα μάτια της αυτό που κράταγε κρυφό…Τ’ άκουσε και στη φωνή της…
-..καλοσύνη του…
-…πάω γιατί άργησα.. έλα κάτω…
Ένοιωσε ένα φόβο να σφίγγει τη καρδιά της…Στάθηκε ακίνητη, όρθια μπροστά
στο κρεβάτι…
Μούδιασε το σώμα της…Τα λόγια της Ματούλας έκρυβαν υπονοούμενα ή έτσι της
φάνηκε…
Ντύθηκε και κατέβηκε…

13

Τους έβαλε τα πιάτα στο τραπέζι και έκοψε ψωμί..


-Να το φάτε όλο…Θα πάω να πάρω τηλέφωνο, να μάθω για τον πατέρα σας και
να δω τι κάνει η μάνα σας… Να διαβάσετε μετά…όχι όλο παιχνίδι…
Βγήκε στο δρόμο…ρίχνοντας ένα μαντήλι στο κεφάλι…Δυο δρόμους πιο κάτω
ήταν το μπακάλικο…Εκεί ήταν το τηλέφωνο που εξυπηρετούσε όλη τη γειτονιά…
-Γεια σου Γιάννη…
-καλώς τη Γραμματική…
-να πάρουμε να μάθουμε αν ήρθε ο γιος μου στη Πύλο…
-έρχεται ο Μιχαλάκης?
-..εδώ όχι…που… κει κάτω θα φτάσει το καράβι…έχει πάει και η νύφη μου…
Σκούπισε τα χέρια του και πήγε στο τηλέφωνο…
-Με το καλό…Το λιμεναρχείο Πύλου να ζητήσω?
-εσύ ξέρεις…ρώτα αν ήρθε το «Αφροδίτη»…Το δύο…Αφροδίτη δύο, το λένε…
-…κάτσε να μας συνδέσουν πρώτα…
-εσύ ξέρεις…
-ναι…Τάκη! Ο Γιάννης από το κάστρο είμαι…Με συνδέεις με το λιμεναρχείο
Πύλου…
…όχι το δικό μας ρε…της Πύλου…της Πύλου…
Στεκόταν δίπλα του και περίμενε όλο αγωνία…Στο στόμα τον κοίταζε…
-….ναι…ναι!!
-Ήρθε?
-Περίμενε ντε…δεν μίλησα ακόμη…ναι…από Χίο καλώ…έχει έρθει η Αφροδίτη, το
καράβι?
-Δύο…πέστου…Αφροδίτη δύο! Του καπετάνιου του Μαρή... να καταλάβει…
-Δύο…Αφροδίτη δύο…μη μιλάς δεν ακούω…
-α μάλιστα…μάλιστα…καθόλου? Ευχαριστούμε…Ευχαριστούμε…
-τι έγινε Γιάννη?
-δεν ήρθε…και δεν θα πάει καθόλου…είχε άσχημο καιρό και άλλαξε ρότα …
-….άδικα πήγε η ευλογημένη? Τόσο ταξίδι…στην άλλη άκρη της Ελλάδας…
14

-…συμβαίνουν αυτά Γραμματική…σημασία έχει να είναι γερός…


-την ευχή μου να έχει…
-μην ανησυχείς…
-…μια κουβέντα είναι…νάσαι καλά…τι χρωστάω?

14

Συνάντησε το δάσκαλο δυό στενά πιο κάτω…Της είπε τα νέα…


-Σας ευχαριστώ…
-κρίμα βρε κορίτσι μου…άδικος τέτοιος κόπος…
-..συμβαίνουν αυτά δάσκαλε…
-μόνο που δεν είδες τον άντρα σου…
-μόνο που δεν τον είδα…
-είδες τη πόλη μας πάντως και τώρα αν ξανάρθεις θα έχεις και μας…
-αν ξανάρθω…να έρθετε εσείς , όποτε θέλετε στη Χίο…το καλοκαίρι που δεν έχει
σχολεία…
-…έχει όμως τουρίστες και το ξενοδοχείο τότε δουλεύει…που πας τώρα?
-θα κάνω μία βόλτα στη παραλία…ότι προλάβω να δω, γιατί θα πρέπει να
ετοιμάζομαι…
Χαμογέλασαν και προχώρησαν το δρόμο τους..
Περπάτησε μόνη…
Τον είδε να βγαίνει από μια βάρκα του λιμενικού, στη βασιλική σκάλα, ανάμεσα
στους φοίνικες…
Φορούσε τη στολή του και μίλαγε σε κάτι ναύτες αυστηρά…
Στάθηκε ακίνητη λίγα μέτρα πιο πέρα…
Έβγαλε το καπέλο και τη πλησίασε…με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της…
-Φεύγω…
-Το έμαθες…
-….
-καλά, μπορείς να μείνεις δυο… τρεις…μία μέρα…
-δεν έχω λόγο…
-…εσύ ξέρεις…
Τον κοίταζε και ένοιωθε να τον ήξερε από πάντα… Σαν ο χθεσινός χορός να είχε
κρατήσει μια ζωή…
-μη θυμώνεις… δεν έχεις λόγο…
-ούτε εσύ…ούτε εσύ είχες λόγω να μου δώσεις αναφορά… ας έφευγες έτσι… ένας
χορός ήταν μόνο!
-Αντίο…
Το χέρι της έμεινε μόνο να περιμένει το δικό του…
Φόρεσε το καπέλο και έφυγε…
Έμεινε εκεί…δίπλα στη θάλασσα… Έσφιξε τα δόντια, αλλά η φωνή βγήκε μόνη
της…
-Με λένε Μυρτώ… Μυρτώ…φώναξε δυνατά και οι ναύτες από μια διπλανή βάρκα
τη κοίταξαν…
Τα πόδια του καρφώθηκαν… Γύρισε και τη κοίταξε…
Έτρεξε κοντά του…
-γιατί δεν καταλαβαίνεις?
-αυτά που καταλαβαίνω με θυμώνουν…
-δεν μπορούμε Μάρκο…
-εσύ το λες…
-και εσύ το ξέρεις… δεν μπορούμε…
-θέλουμε όμως…
-τι σημασία έχει?
-…μια μέρα σου ζήτησα…μια μέρα!
-…σου φτάνει?
15

-…και μου περισσεύει..


-..εκεί διαφέρουμε…εμένα δεν μου φτάνει…
-ξέρεις τι λες?
-ξέρω τι θέλω και τι μπορώ…
-μπορούμε…
Δεν μίλησε άλλο…Τον κοίταξε μόνο μια φορά και έκανε ένα βήμα πίσω…
-…μη κάνεις πίσω…κάνε μόνο αυτό που θέλεις
-έχω δύο παιδιά…
-κάνε αυτό που θέλεις…
-φοβάμαι…
-ποιους? Τι?
-εμένα…
-τον κόσμο φοβάσαι…
-και εμένα…
-…μείνε εδώ…θέλω να σου δείξω κάτι…
-….
Έφυγε τρέχοντας προς το λιμεναρχείο…
-περίμενε…, της φώναξε.
Στάθηκε εκεί…
-που πας…?
-θα δεις…ένα λεπτό…
Γύρισε προς τη θάλασσα και άφησε τη ματιά της να φτάσει μακριά…έως τα
απέναντι βουνά…
Εκείνος ήρθε γρήγορα με τη μηχανή του…
-Ανέβα…
-που θα πάμε?
-θα δεις…
-πες μου…
-θα δεις κορίτσι μου…
-κορίτσι…εγώ?
-ναι κορίτσι…μου.. ανέβα σου λέω…
Κάθισε στη μηχανή δειλά αλλά χαμογελώντας…Είχε τα πόδια της στη μια
πλευρά..
-τι είναι αυτό? Η μηχανή δεν είναι γάιδαρος… Κάθισε κανονικά και πιάσε με από
τη μέση…
-πως?
-πάνω στη σέλα κορίτσι μου…κανονικά…και βάλε τα πόδια σου εδώ…
Τον έπιασε από τη μέση και έφυγαν… Έτρεχαν μες στα στενά και εκείνη
κρατιόταν καλά πάνω του και έκρυβε το πρόσωπό της στην πλάτη του.

15

Φορώντας ένα μαύρο πλεκτό μπλουζάκι έφτασε στο σπίτι του Μάρκου. Χτύπησε
δυο-τρεις φορές και κοίταξε γύρω…
Έσκυψε και έριξε ένα διπλωμένο χαρτί κάτω από τη πόρτα…
Άκουσε να ανοίγει ένα παράθυρο ακριβώς από πάνω…Κοίταξε…
-Τι κάνεις Κατερίνα μου?…της είπε μια καλοχτενισμένη γυναίκα που πρόβαλε
ανάμεσα στα παντζούρια…
-Καλά.. εσύ?
-Το Μάρκο θέλεις? Δεν είναι μέσα?
-χτυπάω αλλά…
-θα δουλεύει τέτοια ώρα… συλλυπητήρια και για τη γιαγιά σου!!!
-ευχαριστώ Σοφία…
-την κηδέψατε χθες στο χωριό ,ε?
-ναι…
-ζωή σε σας…πες στη μαμά σου θα περάσω να την δω αύριο μεθαύριο…
16

-ευχαρίστως…
-θέλεις να του πω κάτι?
-όχι…θα ξαναπεράσω αργότερα…σε ευχαριστώ πάντως…
Έβαλε τα χέρια στις τσέπες της φούστας της και κατέβηκε τα σκαλιά, σχεδόν
τρέχοντας, ως το δρόμο…

Άφησαν τη μηχανή στην παλιά πύλη του κάστρου… Ανάμεσα στα πεύκα και τα
τείχη…
-Από δω και πέρα θα πάμε με τα πόδια…
-Τι είναι εδώ?
-Το κάστρο… Το Νιόκαστρο… Προχώρησε μπροστά και αυτή ακολούθησε…
-Έχουμε και στο νησί κάστρο…
-τέτοιο όχι…δεν ήρθαμε για να δεις τις πολεμίστρες…
-είσαι παράξενος…
-ακολούθησε με..
-μέχρι που?
-εκεί που ερωτεύονται ο ουρανός και η θάλασσα…
-…και οι άνθρωποι…?
Γύρισε και τη κοίταξε…
-…οι άνθρωποι τους ζηλεύουν…
-…τι είναι εκεί…?
-..σου είπα…θα δεις…
-τρέχεις και δεν σε προλαβαίνω…
-κουράστηκες?
-λίγο…
Είχαν ανέβει στα τείχη…Η πόλη φαινόταν στο βάθος , πίσω τους…Εκείνος
προχωρούσε μπροστά και εκείνη πιο αργά χάζευε γύρω της…
-Εκεί κάτω θα πάμε… Εκεί είναι ο Έβδομος…
-..ουρανός? …ρώτησε η Μυρτώ χαμογελώντας…
-πες το και έτσι… Το σημείο που σου έλεγα….Εκεί ο ουρανός κάνει τη θάλασσα
δικιά του! Και αυτή αφρίζει και βγάζει το πάθος της στα βράχια…
Έμεινε ακίνητη και τον κοιτούσε να πηδάει με μεγάλα βήματα από πολεμίστρα σε
πολεμίστρα..
-Έλα…της φώναξε.. Εδώ είναι ο Έβδομος!
Στάθηκαν δίπλα, ανάμεσα στις πέτρες του κάστρου και από μια μισογκρεμισμένη
πολεμίστρα της έδειξε το πέλαγος…
-Κοίτα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου είναι το Ιόνιο… Και εκείνα τα βράχια
είναι η Σφαχτηρία…Όταν πέφτει ο ήλιος είναι που οι άνθρωποι ζηλεύουν… Τότε
θάλασσα και ουρανός γίνονται ένα… και ο ήλιος σβήνει σιγά το φως για να μην
τους βλέπουμε…Γιατί εκείνη ντρέπεται και κοκκινίζει…
-Μάρκο…
-Μόνο κοίτα…κι αν θες μένουμε μέχρι αργά…να δεις …
-… Γιατί το κάνεις αυτό?
-…Βλέπεις εκεί που σκίζονται οι βράχοι… στο νησί..
-…Μάρκο…
-…λένε ότι αν περάσει από κάτω ένα ζευγάρι η γυναίκα θα κάνει αγόρι… Αν
μείνεις θα πάμε με τη βάρκα να το δεις…
-….Γιατί το κάνεις αυτό…
-…Γιατί είσαι εδώ μαζί μου?
Γύρισε τη πλάτη της …
-Μυρτώ μην προσπαθείς να αλλάξεις τη μοίρα σου…και τη μοίρα μου…
-αυτό ακριβώς δεν θέλω να κάνω… η μοίρα μου με θέλει αλλού…και σένα
αλλού…Το καταλαβαίνεις…
-…έχουμε μια μοίρα οι δυο μας και τη συναντήσαμε εκείνη τη νύχτα, όταν
ήρθαμε κοντά… το κατάλαβα…σε μια στιγμή.. Την ίδια στιγμή που το κατάλαβες
και εσύ… και μην το αρνηθείς…
-σε παρακαλώ…
Την αγκάλιασε και τη φίλησε…
17

Εκείνη κράτησε την ανάσα της, σαν να βούταγε βαθιά στη θάλασσα, μέχρι τον
πάτο…
Τα χέρια της άνοιγαν σαν να έψαχναν κάτι να κρατηθούν και να την ανεβάσουν
πάλι στην επιφάνεια…
Κρατήθηκε πάνω του και άρχισε να τρέμει…
-τρέμεις? Μυρτώ τρέμεις.. Θεέ μου τρέμεις… Ξέρεις τι σημαίνει αυτό?
-Μη μιλάς…φοβάμαι.. μόνο φίλα με…

Είχε αρχίσει να συννεφιάζει…Φυσούσε δυνατά στο νησί και η Γραμματική κοίταξε


από την πόρτα…Δεν είδε τα παιδιά και άρχισε να τα φωνάζει…
-…Θα βρέξει.. Δεν ακούτε που μπουμπουνίζει …Ελάτε μέσα γρήγορα…
Εμφανίστηκαν από το απέναντι στενό.. τρέχοντας.
Μπροστά η μεγάλη, πίσω ο μικρός…τρέχοντας!
-Μαζευτείτε

Μπήκαν στο σπίτι του και εκείνη κοίταζε γύρω φοβισμένη…Εκείνος διακριτικά
πήρε από το πάτωμα το φάκελο που είχε αφήσει η Κατερίνα, και τον έβαλε στην
πίσω τσέπη του παντελονιού του…
-Εδώ μένεις…
-Μικρό αλλά ότι πρέπει… μόνος είμαι…
-Από πού είσαι?
-Από ένα χωριό της Σπάρτης… Οι δικοί μου εκεί μένουν… Θα πιεις καφέ?
-Δεν ξέρω τίποτα για σένα…
Την πλησίασε και την αγκάλιασε…
-Ρώτα με…Τι θέλεις να μάθεις?
-Ότι νομίζεις ότι πρέπει να ξέρω για αυτές τις δύο μέρες… Άλλωστε θα φύγω…
-….και μετά ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις…έτσι?
-…..
-Τα είπαμε αυτά…
-Έχεις δίκιο… Θα σου φτιάξω καφέ…
-Να φτιάξω εγώ? Θέλω.
-…αμέ…φτιάξε…
Την έσφιξε στα χέρια του και έφερε το κεφάλι της μπροστά στο πρόσωπο του…
-…ο καφές…
-μπορεί να περιμένει…
-Μάρκο…
-τρελαίνομαι όταν σ’ ακούω να λες το όνομά μου…
Όλα έγιναν γρήγορα… Κόλλησαν οι παλάμες τους , τα χείλη τους και τα κορμιά
τους…

Τέτοια βροχή δεν θυμόταν ξανά η Γραμματική…Είχαν ανοίξει οι ουρανοί και οι


δρόμοι έγιναν ποτάμια…Το Βουνό κατέβαζε λάσπη και ο αέρας ξερίζωνε δέντρα
και έπαιρνε σκεπές…
Κρατούσε τα παιδιά αγκαλιά πάνω στο κρεβάτι της και τους μιλούσε συνέχεια…

Της μιλούσε συνέχεια στο αυτί…Της ψιθύριζε και την φιλούσε …Τα ρούχα τους
ήταν πεταμένα στο πάτωμα και η ψυχή της πετούσε…

Η βροχή έμπαινε από τα κεραμίδια όλο και πιο δυνατή…πιο ορμητική…


-Θεέ μου λυπήσου μας…, φώναξε η Γραμματική…Τα παιδιά.. τα παιδιά…
Εκείνα έκλαιγαν και έσφιγγαν τα χέρια τους πάνω στη γιαγιά..
Το νερό έμπαινε από παντού… Μαζί και η λάσπη…

-Σ’ αγαπώ Μυρτώ…Δεν φαντάζεσαι πόσο…


-Φίλα με…μη μιλάς…

-Φοβάμαι γιαγιά…
18

-σσς…μη φοβάστε…μπόρα είναι θα περάσει…


-η μαμά που είναι?
-θα έρθει αγάπη μου …θα έρθει…

-Μη φύγεις αγάπη μου…σε παρακαλώ…

Η λάσπη μπήκε με ορμή στο σπίτι…Έριξε τον τοίχο και άρχισε να παίρνει μαζί
της ότι έβρισκε μπροστά της… Ο χείμαρρος κατάπινε τα πάντα στο χωριό …
Φωνές ακούγονταν παντού…μαζί με τις αστραπές και τις βροντές…
Ούρλιαζε και η Γραμματική..
-Βοήθεια…γειτόνοι… πνιγόμαστε…
Η φωνή της χανόταν στο βουητό του χείμαρρου και της βροχής…
Από τα μάτια της χάθηκε και ο μικρός…
-Αντρέααα… Θεέ μου…
Η λάσπη έπαιρνε μακριά το παιδί και σκέπαζε το κλάμα του…

-Τον μικρό τον λένε Αντρέα…Έχει το όνομα του πατέρα μου…Ζιζάνιο..


Εκείνος κάπνιζε στο κρεβάτι και εκείνη είχε ακουμπήσει στο στήθος του…
-Το κορίτσι σου μοιάζει?
-Άννα τη λένε.. και λένε ότι μου μοιάζει…
-Πανέμορφη θα είναι…

Έσκυψε και τη φίλησε…


Ο έρωτας και ο θάνατος… Οι όροι στο παιχνίδι της ζωής… Η ηδονή και ο πόνος…
Οι όροι στο παιχνίδι της μοίρας…
Η λάσπη πήρε τον Ανδρέα μακριά…Δεν άκουγε πια τα ουρλιαχτά της γιαγιάς…
Αγωνιζόταν η Γραμματική να κρατήσει την Άννα κοντά της… Δεν έφτανε ο
αγώνας της…ούτε η δύναμη της… Σαν να είχε χέρια ο χείμαρρος και τραβούσε
και το κορίτσι μέσα του… Πνιγόταν στο κλάμα και τη λάσπη και προσπαθούσε να
αγκαλιάσει τη γριά γυναίκα σφιχτά…αλλά το νερό και το χώμα έμπαιναν στα
σωθικά της… Οι λέξεις δεν έβγαιναν και τα μάτια της ανοιχτά κοιτούσαν
κατάματα τη γιαγιά… Από το στόμα της έβγαινε λάσπη που είχε τη γεύση του
θανάτου…
-Μαμά, φώναξε για μια στιγμή και έκλεισε τα μάτια…τα λασπωμένα…

Έκλεισε τα μάτια της… Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά…


-Κοιμήσου… και να ξέρεις ότι δεν πρέπει να φοβάσαι τίποτα πια…
-θα φύγω…
-…το ξέρω… πάντα το ήξερα …θα ερχόσουν κάποια στιγμή και μετά θα σε έχανα
για πάντα.. Το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ…από εκείνο το βράδυ… θα ΄θελα όμως
να μπορούσα να σου τάξω και μια και δυο ζωές… δικές σου όλες… δεν έχει όμως
ευτυχία στη ζωή να μην τελειώνει.. άλλες γρήγορα άλλες αργά…
-…ήταν γραμμένο να είναι λίγο…
-και μεγάλο Μυρτώ…άκου με… θέλω να σου πω σε μια στιγμή όσα θα σου έλεγα
σε μια ζωή… …να σου ορκιστώ και να παλέψω για σένα… να πεθάνω μαζί σου
Μυρτώ…αυτό θέλω..
… μόνο κράτησέ με…τώρα… και ύστερα ξέχασέ με…
Γέμισαν δάκρυα τα μάτια της…πήρε το χέρι του και το φίλησε…
Σηκώθηκε και ντύθηκε…
Δεν μίλησαν άλλο… μόνο αντάλλασσαν ματιές βουρκωμένες … Έφυγε
τρέχοντας…
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα… Η πόλη κοιμόταν σαν να ΄χε πέσει θανατικό…
Ερημιά… στους δρόμους και στη ψυχή της… Γύρισε και κοίταξε πίσω της… Το
φως στο παράθυρο του ήταν ανοιχτό… Κοίταξε κάτω…Λάσπη.
19

16

Στο γραφείο δίπλα από μια στοίβα χαρτιά υπήρχε ζεστός καφές…
Έγραφε συνεχώς και συμπλήρωνε καταστάσεις…
Ο Φίλιππος στεκόταν στο απέναντι γραφείο…
-Δεν φάνηκες χθες το βράδυ…Σε περιμέναμε μαζί με τους άλλους…
-Κοιμήθηκα…ήμουν πτώμα…έπεσα από νωρίς… πως περάσατε?
-μια χαρά…αλλά εσύ φαντάζομαι καλύτερα…
-..ναι, ξεκουράστηκα…
-δεν λέω αυτό…
-τότε πες αυτό που θέλεις ρε Φίλιππε…
-σας είδαν…
Σηκώθηκε από το γραφείο, σπρώχνοντας στην άκρη τους φακέλους και τα
χαρτιά…
-ποιους?
-ποιους ή ποιοι ? εσένα και εκείνη…στον Έβδομο…
-Ποιος σου του είπε?
-..το κουβέντιαζαν το βράδυ στο καφενείο…
-ποιοι?
-τι ποιοι ρε? Πολύ θέλει…σας πήραν μάτι στο φρούριο και έγινε βούκινο…
-τη ξεναγούσα..
-και τη φιλούσες…
Τον άρπαξε από το γιακά της στολής…
-σιγά ρε φίλε… μην αρπάζεσαι…ωραίος φίλος είσαι…αντί να μου τα πεις
νευριάζεις…ο Φίλιππος είμαι ρε…τι φοβάσαι?
Κατέβασε αργά το χέρι από πάνω του και τον χτύπησε σιγά στον ώμο…
-συγνώμη… τα έχω παίξει λίγο
-λίγο είναι αυτό ?
-πολύ…πάρα πολύ…
-και αυτή ? παντρεμένη δεν είναι?
-ναι… αυτό ήταν ….αύριο θα φύγει…
-και εσύ…
-εγώ …εγώ… θα τη θυμάμαι…

-ερωτεύτηκες?
-αγάπησα…
-κι η Κατερίνα…?
-σου είπα…αύριο θα φύγει και όλα θα είναι όπως πρώτα…
-μακάρι…
Τους διέκοψε η φωνή ενός συναδέλφου τους…μπήκε στο γραφείο βιαστικός…
-Ακούσατε ραδιόφωνο?
-τέτοια ώρα τέτοια λόγια…τι έγινε ρε συ?
-Κατακλυσμός στη Χίο… ολόκληρα χωριά σκεπάστηκαν από λάσπη… Πνίγηκε
κόσμος…
-Έλα ρε πότε?…ρώτησε ο Φίλιππος.
-το βράδυ…κατακλυσμός σου λέει… έχει έρθει και ένα σήμα από το λιμεναρχείο
Χίου… και πρέπει να το προωθήσουμε στο Μπάρι…για το Αφροδίτη ΙΙ…
-Γιατί?…ρώτησε ο Μάρκος…
-πνίγηκαν τα παιδιά του…
Τον έσπρωξε και βγήκε έξω…
-Τι έπαθε ρε?
-ξέρει αυτός, είπε ο Φίλιππος και φώναξε…-Μάρκο…
Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες του λιμεναρχείου…Στην είσοδο στάθηκε…
Σκέφτηκε λίγο και σκούπισε τον ιδρώτα στο πρόσωπό του…
20

17

Το λεωφορείο άφηνε πίσω του τη Πύλο…Ανέβαινε αγκομαχώντας τις στροφές και


η Μυρτώ είχε γείρει το κεφάλι της στο τζάμι… Έβλεπε πίσω της την πόλη σαν να
ήταν η τελευταία φορά… Τα μάτια της θόλωναν από τα δάκρυα και το τζάμι από
τα χνώτα της… Τράβηξε μια γραμμή με το δάχτυλό της και είδε τη θάλασσα
μέσα της πιο καθαρά… Τον άκουσε…
<Κοίτα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου είναι το Ιόνιο… Και εκείνα τα βράχια
είναι η Σφαχτηρία…Όταν πέφτει ο ήλιος είναι που οι άνθρωποι ζηλεύουν… Τότε
θάλασσα και ουρανός γίνονται ένα… και ο ήλιος σβήνει σιγά το φως για να μην
τους βλέπουμε…Γιατί εκείνη ντρέπεται και κοκκινίζει…> Έκλεισε τα μάτια της…
Βρήκε τη Ματούλα στην είσοδο…
-καλώς τον…
-η Μυρ.. η κυρία Μαρή εδώ είναι? Έτρεμε η φωνή του και ο ιδρώτας έτρεχε από
το μέτωπο του…
-Έφυγε παλικάρι μου..
-τι …έφυγε?? Πότε?
-με των 9… τι τρέχει?
Είδε η Ματούλα στα μάτια του τον τρόμο … Αυτός δεν μίλησε… Έμεινε ακίνητος
για λίγο…
-τι τρέχει?
-πρέπει να την προλάβω..
-….κάτι κακό?
Δεν απάντησε…έφυγε και η γυναίκα έμεινε να τον κοιτάει να τρέχει..
Έφτασε στο λιμεναρχείο ,πήρε τη μηχανή και χάθηκε σαν αστραπή…
Χτυπούσε ο αέρας το πρόσωπο και έτσουζαν τα μάτια του… Το λεωφορείο
απομακρυνόταν από τη Πύλο αλλά η μηχανή το πλησίαζε…Το είδε από μακριά να
στρίβει και πάτησε το γκάζι περισσότερο…

18

Η θάλασσα ήταν ήρεμη… Λίγο έξω από το Μπάρι το πλοίο ακολουθούσε τη ρότα
του… Και η ζωή τη δικιά της…
Στη γέφυρα στεκόταν ο Μιχάλης και έδινε σε κάποιο δόκιμο τις τελευταίες
οδηγίες για το ταξίδι… Ρωτούσε αν όλα ήταν εντάξει στο φορτίο και στις
προμήθειες και ζήτησε να συγκεντρωθεί το πλήρωμα στο κατάστρωμα…
Ο ασυρματιστής του έδωσε το σήμα…
-αργότερα Βαγγέλη, αν δεν είναι σπουδαίο…, του είπε και πήρε τα κιάλια..
-είναι καπετάνιε… απάντησε εκείνος με σφιγμένα χείλη…
-τι έγινε ρε και έχασες το χρώμα σου?
Πήρε το χαρτί στο χέρι, το κοίταξε και άπλωσε το χέρι του στη λαμαρίνα… για
να στηριχτεί… Εκεί στήριξε και το κεφάλι του… Ένας –ένας οι ναύτες και οι
άλλοι συγκεντρώνονταν στη γέφυρα…
-όρθιος καπετάνιε, ακούστηκε δυνατά μια φωνή … και ύστερα σιωπή…
Μόνο οι μηχανές ακούγονταν… Και μια κραυγή…που έφτασε μέχρι κάτω στα
αμπάρια και μέχρι πάνω στα σύννεφα…

19
Από το τζάμι κοιτούσε τα σύννεφα που είχαν αρχίσει να σκουραίνουν… Το
λεωφορείο συνέχιζε το ταξίδι του και εκείνη το δικό της… Κατέβασε το βλέμμα
απότομα και τον είδε στη μηχανή να κάνει νόημα στον οδηγό… Ταράχτηκε…
Έκλεισε με τη χούφτα το στόμα της την ώρα που το λεωφορείο σταμάτησε…
Άκουγε τη φωνή του να απευθύνεται στον οδηγό και μετά να την φωνάζει…
Προχώρησε δειλά κάτω από τα βλέμματα όλων και κατέβηκε στο δρόμο…
21

Ο οδηγός την κοιτούσε συνέχεια και οι άλλοι είχαν κολλήσει τα πρόσωπά τους
στα τζάμια…
Έμεινε ακίνητη μπροστά του…Την κοιτούσε μέσα στα μάτια…
-δεν έπρεπε να το κάνεις…, ψιθύρισε…
Την κοιτούσε χωρίς να μιλάει… Σφράγισαν τα χείλη του… Δεν έβγαιναν οι
λέξεις… Ίσα που ανέπνεε…
-αντίο…, του είπε εκείνη και γύρισε στο λεωφορείο… που ξεκίνησε αμέσως…
Ο Μάρκος έμεινε εκεί.. Στην άκρη του δρόμου… Ακίνητος κοιτούσε μπροστά
ακόμη και όταν το λεωφορείο δεν φαινόταν πια…
Έγειρε πάνω στο τιμόνι…

20

Έγειρε το κορμί της στα κάγκελα του πλοίου… Φυσούσε ένα παγωμένο αεράκι και
είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει… Στο βάθος έλαμπαν τα φώτα του Πειραιά και τα
μάτια της έτσουζαν από την αρμύρα… Τα σκούπισε με μια απαλή κίνηση των
δακτύλων της και ύστερα τυλίχτηκε με το παλτό της…
Ελάχιστοι άνθρωποι στο κατάστρωμα χάζευαν τη θάλασσα και κάποιοι άλλοι
είχαν ξαπλώσει σε παγκάκια και καρέκλες…
Κοίταξε τον ουρανό… Χωρίς αστέρια και φεγγάρι πλάκωνε τη σκέψη της…
Ένοιωσε το κορμί της να παγώνει και τύλιξε τα χέρια γύρω της… Δυνάμωναν ο
αέρας και οι ενοχές…
Παγωμένες και αυτές νέκρωναν το μυαλό που αδυνατούσε να σκεφτεί και να
βάλει μια τάξη σε όσα θυμόταν και σε όσα ήθελε να ξεχάσει…
Σκεπασμένη με ένα μαντήλι γαλάζιο, στο κεφάλι, στάθηκε δίπλα της μια γυναίκα
… Γύρω στα 45… με ένα τσιγάρο στο χέρι.
Κοιτούσε και εκείνη τον Πειραιά που χανόταν … Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν
στο ίδιο κύμα…
-Καλησπέρα σας… Της μίλησε. Ήθελε να μιλήσει κάπου…
-Καλησπέρα … μόνη ταξιδεύετε?
-Μόνη…
-και εγώ… με λένε Ευρυδίκη…
-Μυρτώ.. χάρηκα!
-πηγαίνετε Μυτιλήνη?
-όχι.. στη Χίο…εκεί μένω…
-θα κατέβετε πρώτη…
Κούνησε τo κεφάλι καταφατικά και πήρε το τσιγάρο που της προσέφερε η
γυναίκα…
-αν δεν έχετε φάει, μπορούμε να φάμε μαζί… δυο γυναίκες έχουν πάντα πολλά να
πουν σε ένα μεγάλο ταξίδι…
Χαμογέλασε και άναψε το τσιγάρο… με βοήθεια γιατί είχε αρχίσει να φυσάει και
χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες για να κρατηθεί η φλόγα στον αναπτήρα…

21

Είχε να αντιμετωπίσει την Κατερίνα… Τον περίμενε έξω από το σπίτι και οι
ερωτήσεις της ήταν πιεστικές…
-Σου είπα είχα δουλειά…
-τι δουλειά Μάρκο?
-υπηρεσία…
-που?
-τι που? Στο γήπεδο… τι ερωτήσεις είναι αυτές?
-σε είδαν με μια ξένη… μου το είπαν…
-ακριβώς… γυναίκα καπετάνιου και τη ξενάγησα στο κάστρο… μου το ζήτησε ο
λιμενάρχης … εντάξει…?
22

-γιατί δεν σε πιστεύω?


-γιατί δεν θέλεις να με πιστέψεις… το μυαλό σου φτιάχνει ιστορίες…
-το γράμμα το πήρες?
-ποιο γράμμα? Α ναι.. ναι…
-και?
-Κατερίνα θα τα πούμε αύριο… πρέπει να φύγεις τώρα… είμαι κουρασμένος…
Θυμήθηκε το γράμμα… Στην τσέπη του έμεινε χωρίς να το διαβάσει… Έβαλε ένα
ποτήρι νερό και έβγαλε το πουκάμισό του χωρίς να μιλήσει…
-θέλεις να φύγω?
-είμαι κουρασμένος… αύριο ξυπνάω νωρίς.. περιμένουμε πλοία…
-καλά…
Δεν είπε τίποτα άλλο… Προχώρησε στην πόρτα, φόρεσε το παλτό της και
έφυγε…
Ο Μάρκος έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού , που ήταν πεταμένο σε μια
καρέκλα το φάκελο… Τον κοίταξε… και τον άφησε στο τραπέζι χωρίς να τον
ανοίξει…
Άναψε τσιγάρο και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού… Το χέρι του άγγιξε το
τσαλακωμένο σεντόνι.. Μύρισε την παλάμη του… Το άρωμά της ήταν εκεί…
Πήρε μια βαθιά ανάσα… και κράτησε την αναπνοή του… λες και έκανε
μακροβούτι…
Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του … Έμεινε έτσι λίγα δευτερόλεπτα …
Κατέβασε τις παλάμες του απότομα στο κρεβάτι και άφησε το σώμα του να πέσει
πίσω… Ακίνητος κοιτούσε το ταβάνι… για ώρα… μπορεί και για όλη τη νύχτα…

22

Περνούσε η ώρα αργά , ο αέρας δυνάμωνε , το πλοίο κουνούσε και οι δυο


γυναίκες μιλούσαν στο σαλόνι, με τα πόδια πάνω στον καναπέ και σκεπασμένες
με τα παλτά τους … Ποτέ κανείς δεν έμαθε τι είπαν… Μιλούσαν μέχρι αργά τα
ξημερώματα και λίγο πριν μπει το πλοίο στο λιμάνι της Χίου, τις πήρε ο ύπνος

Μύριζε το χώμα και η λάσπη στο νησί, μόλις πάτησε τα πόδια της… Στα χέρια η
μικρή βαλίτσα και γύρω της ματιές που τη κοιτούσαν περίεργα, απροσδιόριστα…
Σαν να ήξεραν όλοι, σαν να είχαν ταξιδέψει τα νέα από το ένα άκρο της Ελλάδας
στο άλλο και την περίμεναν τώρα να τη δικάσουν… Κοίταζε χαμηλά και βάδιζε
αργά, αγωνιούσε μη συναντήσει γνωστό και τρύπωσε στα στενά πάνω από το
λιμάνι..
Μικρός ο κόσμος και ο δικός της μια σταλιά γέμιζε από τ’ απροσδιόριστα
βλέμματα των περαστικών… Σιγοψιθύριζαν στο πέρασμά της αλλά κανείς δεν
της μιλούσε…
Ένοιωθε τις ενοχές να τη πνίγουν και τις ματιές των άλλων να τη καρφώνουν
μέχρι να βγει αίμα…
-Μυρτώ…, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας … Πήρε βαθιά ανάσα , γύρισε και
χαμογέλασε αμήχανα…
Η γυναίκα τη πλησίασε και την αγκάλιασε σφιχτά…
-Κορίτσι μου… υπομονή, της ψιθύρισε ….

Εκεί στο πλακόστρωτο του στενού δρόμου δικάστηκε και καταδικάστηκε…


Η βαλίτσα έπεσε από τα χέρια της και οι δυο γυναίκες έμειναν εκεί, ακίνητες και
αγκαλιασμένες σφιχτά…
Τις κοίταζαν από τα γύρω μπαλκόνια , να στέκονται στη μέση του δρόμου… και
είδαν τη μια να σωριάζεται κάτω και την άλλη να προσπαθεί να τη κρατήσει
καλώντας σε βοήθεια…
Μαζεύτηκε κόσμος και όλοι σιγοψιθύριζαν και ρωτούσε ο ένας τον άλλον…
-Δεν το ‘χε μάθει η καημένη… Δεν το ήξερε…
23

23

επτά μήνες μετά…

Μπήκε στο γραφείο του λιμενάρχη …


-Χρειάζομαι λίγες μέρες άδεια…
….Κατέβηκε τα σκαλιά του λιμεναρχείου μαζί με το Φίλιππο… Στάθηκε στην
είσοδο…
-Πρέπει να τη δω… να μάθω πως είναι…
-Δεν νομίζω ότι είναι η καλύτερη ιδέα…
-Ίσως…. Να με χρειάζεται…
-Τώρα θα είναι ο άντρας της εκεί… Ύστερα απ’ ότι έγινε…
-Καταλαβαίνεις ότι υποφέρει…
-…δεν έχει προλάβει να σε σκεφτεί… ότι έγινε έγινε… συνέχισε τη ζωή σου
Μάρκο…
-…θα πάω..
-είσαι τρελός… ως τι θα εμφανιστείς?
-δεν θα εμφανιστώ… θα τη δω από μακριά.. θα μάθω πως είναι…
Προχώρησαν κουβεντιάζοντας, προς την προβλήτα…
-ρε συ έχεις καταλάβει τι έπαθε η γυναίκα? ΄Έχασε και τα δυο της παιδιά και συ
ζητάς έρωτες και περιπέτειες?
-με έχει ανάγκη το ξέρω.. με χρειάζεται…
-έχεις τρελαθεί… τελείωσε… Πέρασε τόσος καιρός…
-θα φύγω απόψε…
-αφού δεν έχει άλλο λεωφορείο για Αθήνα…
-θα πάω στη Καλαμάτα και θα πάρω από εκεί το βραδινό.. και αύριο από το
Πειραιά το πλοίο για τη Χίο.. Θα τη βρω.. πρέπει ρε Φιλιππάκο…

24

Στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε το δρόμο… Ακίνητη,


αμίλητη… Στους ώμους της είχε πέσει το μαύρο μαντήλι και πιο πίσω η
Γραμματική καθάριζε χόρτα στο τραπέζι…
-Μυρτώ μου… να σου κάνω ένα καφεδάκι?
Δεν απάντησε… Δεν κούνησε ούτε το κεφάλι της…
-Γιατί κορίτσι μου δεν μου μιλάς? Δεν έφταιξα η καημένη…, είπε η γριά γυναίκα
και έβαλε τα κλάματα για άλλη μια φορά…
-Τα πρόσεχα Μυρτώ μου… τα πρόσεχα … όσο μπορούσα.. γιατί δεν πνιγόμουνα
εγώ η παλιόγρια? Γιατί θεέ μου…?
Γύρισε και την κοίταξε…
Μήνες τώρα η ίδια εικόνα στο σπίτι του καπετάνιου. Οι ζημιές από την
καταστροφή είχαν επιδιορθωθεί, έστω πρόχειρα, αν και οι τοίχοι σε πολλά σημεία
είχαν ακόμη το χρώμα της λάσπης… Εκείνη δεν μιλούσε πια πολύ, σχεδόν
καθόλου … Τα απομεσήμερα τα περνούσε στo κοιμητήριο… Καθόταν ώρες εκεί…
24

Κοιτούσε τις φωτογραφίες , φύτευε λουλούδια σε μικρές γλάστρες και έπαιζε με


τα παιχνίδια τους πάνω στο ψυχρό μάρμαρο…
Κάποιες φορές ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω στο τάφο σαν να ήθελε να
αφουγκραστεί τις καρδιές τους ή το παραμιλητό τους , όπως έκανε όταν έμεναν
μαζί της…
Γιατί έτσι έλεγε τώρα η Μυρτώ… όταν αναφερόταν σε αυτά…” τώρα που δεν
μένουν πια μαζί μου….”
Ο Μιχάλης την είχε βρει πολλές φορές, αργά το βράδυ να κοιμάται στο …νέο
τους σπιτάκι…, πάνω στο μάρμαρο… Άλλες πάλι να τους λέει παραμύθια…”για να
κοιμηθούν…Μιχάλη μου…Να μην δουν κακά όνειρα…” Της σκούπιζε τα μάτια,
την αγκάλιαζε και σιγά σιγά μαζί κατηφόριζαν για το σπίτι…
-Λες να κρυώνουν απόψε? Κάνει ψύχρα… να τους φέρουμε τα ζακετάκια τους…
-Πάμε καλή μου… πάμε κυρά μου…
Και έφταναν στο σπίτι, και η Γραμματική τους περίμενε στην πόρτα… Σπάνια
μιλούσαν πια σαν οικογένεια…
Ο καθένας είχε τις δικές του ενοχές…
“…με έφαγε η θάλασσα… αν ήμουν στο νησί…” , έλεγε ο Μιχάλης κάθε τόσο…
“…δεν μπορούσα να τα σώσω… πάλεψα αλλά δεν τα κατάφερα..”, έλεγε η
Γραμματική..
H Μυρτώ δεν μιλούσε… Κρατούσε τις ενοχές για το κουρασμένο της μυαλό…
‘Aλλες βραδιές πάλι, την ώρα που έπεφτε ο ήλιος, κατέβαινε στη πόλη και
πήγαινε στις παλιές γειτονιές.. Περνούσε τη πύλη του κάστρου και περπατούσε
στα μικρά δρομάκια , ανάμεσα στα χαμόσπιτα με τους πλούσιους κήπους, τους
γεμάτους αγιόκλημα, γιασεμί…και παιδικές φωνές που σαν λάμψεις διαπερνούσαν
τις μάντρες και τη ψυχή της.
Έπαιζαν κρυφτό και κυνηγιόντουσαν και εκείνη έκρυβε καλά στη καρδιά και στο
μυαλό τον Ανδρέα και την Άννα… Βαθιά να μην τα βρει κανείς… Και όταν έφτανε
στην άκρη του κάστρου, πάνω από τη θάλασσα, ψιθύριζε <πορτοκάλι> και εκείνα
έβγαιναν και έτρεχαν γύρω της και πάνω στις πολεμίστρες , έως πέρα μακριά..
πάνω στα κύματα!
Και ύστερα έκλαιγε.. και έπιανε βροχή… και αυτή κοίταζε τον ουρανό σαν να του
ζητούσε να ξεπλύνει τις ενοχές της …
Σαν να περίμενε τα δάκρυά της να τα φέρουν τα κύματα στα βράχια του
Ναβαρίνου, στεκόταν και εκείνος στον ‘Έβδομο… Την ώρα που ερωτεύονται
ουρανός και θάλασσα… Και άκουγε το κλάμα της μαζί τον αέρα και ένοιωθε την
αύρα της, θλιμμένη, να έρχεται από το πέλαγος…
Και ύστερα έκλαιγε… και έπιανε βροχή….
Ο καπετάνιος έμπαινε στο καφενείο του λιμανιού, με κεφάλι σκυφτό και πρόσωπο
σκαμμένο… Ότι δεν κατάφερε η θάλασσα τόσα χρόνια το είχε κάνει ο ουρανός σε
μια νύχτα…
-Ναυάγησα, έλεγε στους φίλους που του γέμιζαν το ποτήρι… και ακουμπούσαν τη
ψυχή του και ένοιωθαν τα κύματά της να χτυπάνε στο μυαλό…
-Κουράγιο ρε Μιχάλη…
-Ναυάγησα…ξανάλεγε, άδειαζε το ποτήρι και έπαιρνε το δρόμο του…
Έφτανε στο σπίτι με βήματα βαριά … ‘Έτσι έφτασε και εκείνο το βράδυ, την ώρα
που η μάνα του έβαζε το φαΐ στο τραπέζι…
-Θα φύγω, τις είπε…
Γύρισαν και τον κοίταξαν …
-Να φας πρώτα, είπε η Γραμματική , κάνοντας πως δεν κατάλαβε…
-Στη θάλασσα μάνα.., απάντησε εκείνος και κοίταξε τη Μυρτώ…
….-Πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας… να δουλέψω… με το να κάθομαι στο νησί
δεν αλλάζει κάτι…
-Τι θα κάνουμε μόνες μας?
-ότι κάνατε πάντα… ότι κάναμε όλοι μας πάντα…
-άσε με μένα… τούτη τη δύστυχη δεν τη λυπάσαι? Δεν την βλέπεις?
-Να πας…, βγήκε σιγά η φωνή της και το ξανάπε…<να πας!>
-κόρη μου τρελάθηκες…δεν είναι όπως πριν…
-τίποτα δεν θα είναι όπως πριν μάνα… να πάει όμως…
-θα με απαλύνει η θάλασσα κυρά Γραμματική…
25

Κάθισε η γριά γυναίκα και στήριξε το κεφάλι της στο χέρι… Έσπρωξε από
μπροστά της το πιάτο και σκούπισε με τη χούφτα το τραπέζι…
-Εσύ ξέρεις…
-Ξέρω… γι΄ αυτό θα φύγω… έχω ειδοποιήσει την εταιρία… περιμένω μπάρκο..
-Να θυμάσαι ότι η θάλασσα θα σε φάει… σαν το πατέρα σου..
-μην αρχίζεις τέτοιες κουβέντες να χαρείς…
-ότι χάρηκα…χάρηκα…
-μάνα σε παρακαλώ…
-μιλάς σαν να μη ξέρεις τη θάλασσα…
-…ενώ εσύ που ξέρεις τη στεριά…
Πάγωσε η Γραμματική…Τον κοίταξε στα μάτια…Εκείνος δάγκωσε τα χείλη και
ψιθύρισε “συγνώμη”… Το είπε ξανά, λίγο πριν η μάνα του βγει από το δωμάτιο με
σκυμμένο το κεφάλι…

25

Φόρτωναν βαλίτσες στο λεωφορείο και ένας άνδρας φώναζε δυνατά με


βαριά φωνή “… για Αθήνα αριστερά… Καλαμάτα, Μεγαλόπολη, Τρίπολη, Άργος,
Κόρινθος …δεξιά…άντε γρήγορα…αργήσαμε…”
Βοηθούσε με νευρικές κινήσεις ,τους επιβάτες να βάλουν στο λεωφορείο τις
αποσκευές τους… και νευρίαζε μάλιστα όταν τον ρωτούσαν για όλα αυτά που
φώναζε τόση ώρα πριν…
Ο Μάρκος είχε καθίσει σε μια θέση , στο πίσω μέρος…δίπλα στο παράθυρο… και
κοιτούσε τον αχθοφόρο που πάλευε να εξηγεί και να φορτώνει…

26

Δίπλωσε αργά τα ρούχα των παιδιών, και τα άφησε


σε μικρές στοίβες πάνω στο κρεβάτι… Δίπλα και τα παιχνίδια τους…Τα άγγιζε
κάθε τόσο και ύστερα τα μύριζε… Και έβλεπε τις εικόνες τους, να τρέχουν και να
παίζουν στο σπίτι και την αυλή! Διάφανες εικόνες αλλά με ήχους δυνατούς και
φωνές και τραγούδια και κλάματα… Μαζί και οι δικοί της λυγμοί, άλλοτε
σιωπηροί, άλλοτε δυνατοί σαν να την έπνιγαν και ήθελε να ανασάνει…
-Κλάψε κορίτσι μου…, την παρότρυνε η Γραμματική που στεκόταν σε μια γωνιά
του δωματίου με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο στόμα της…
Τα χέρια του καπετάνιου τράβηξαν αργά, πίσω τη γριά γυναίκα. Πλησίασε και
στάθηκε πάνω από τη Μυρτώ. Την άγγιξε απαλά στον ώμο…
-Θέλεις να περπατήσουμε? Μέχρι τη θάλασσα, όπως παλιά…
Τον κοίταξε σκουπίζοντας τα μάτια της…
-…και ύστερα θα σταματήσουμε στο λιμάνι για ένα ουζάκι.. Όπως παλιά Μυρτώ..
-Ο κόσμος γιε μου…, πετάχτηκε η μάνα του…
-...δεν πονάει περισσότερο μάνα…, την έκοψε εκείνος.
Σήκωσε τη γυναίκα του από το κρεβάτι και με φωνή δυνατή της ζήτησε να
ντυθεί… Εκείνη δεν μίλησε, μόνο τον κοίταξε βαθιά στα μάτια… Μπορούσε ακόμα
να διαβάζει τη ψυχή του…
-Τι λες , πάμε? … της είπε εκείνος και ύστερα από πολύ καιρό χαμογέλασε…

Περπατούσαν αργά στη προβλήτα και εκείνος τη κρατούσε σφιχτά από τη μέση…
Που και που χαιρετούσαν κάποιο γνωστό που έδειχνε έκπληκτος για τη
συνάντηση μαζί τους… Χαμένοι από τον κόσμο, μήνες τώρα αποτελούσαν θέμα
συζήτησης για φίλους και γνωστούς.
Σιγά σιγά έφτασαν στο καφενείο της γωνίας… Δίπλα από το κάβο των πλοίων της
γραμμής.
-Θέλεις να καθίσουμε?, τη ρώτησε…
-Αν θέλεις εσύ…
26

Ο Μιχάλης τράβηξε την ψάθινη καρέκλα για να καθίσει η γυναίκα του.. και αυτός
βολεύτηκε δίπλα της. Της έπιασε το χέρι και το χάιδεψε απαλά, πάνω στο
τραπέζι…
Πήγαινε κι ερχόταν το κύμα και χτύπαγε γλυκά στο τσιμέντο της προβλήτας…
-Μιχάλη θέλω να σου μιλήσω…του είπε ξαφνικά….
-Πρώτα εγώ…είναι σοβαρό…
-Άσε με να …
-Ξέρω τι πρέπει να γίνει… Αν θέλεις και εσύ.., την έκοψε.
-Είναι πολλά…
-Είμαστε νέοι ακόμη…αν θέλεις, πριν φύγω, να προσπαθήσουμε… να ξεκινήσουμε
από την αρχή… Μπορεί ο Θεός να μας δώσει πάλι παιδιά… Δοκιμασία ήταν…
Έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη της, τρέμοντας…
-Τι μου ζητάς? Να τα αρνηθώ… Να τα σβήσω..? Να τα θάψω πιο βαθιά? Τι?
-Να ξαναζήσουμε Μυρτώ.. Να ξαναζήσουμε..
-Ποιοι? Πότε ζήσαμε Μιχάλη? Πόσο ζήσαμε μαζί, όλα αυτά τα χρόνια… Τι να
ξαναζήσουμε? Τι να ξαναζήσω? Τη μοναξιά μου… Τα ατέλειωτα βράδια ερημιάς?
Τι? Εσύ στις θάλασσες και στα πελάγη και εγώ να πνίγομαι? Πάλι? Πάλι? …
φώναξε δυνατά και σκέπασε το πρόσωπό της με τις χούφτες της..
Ένα αεράκι φύσηξε κι άγγιξε τις ψυχές τους… Της έπιασε το χέρι και το έσφιξε
δυνατά…
-Κρυώνεις καρδιά μου?…τη ρώτησε.
Δεν απάντησε, μόνο τα μάτια της μιλούσαν και έτρεχαν δάκρυα…
-Εσύ είσαι το λιμάνι μου…, της είπε κοιτάζοντάς την μες στα μάτια βαθιά..
-Το δικό μου λιμάνι που είναι?…τον ρώτησε, τραβώντας το χέρι της.
Εκείνος κατέβασε το κεφάλι και το αεράκι δυνάμωσε…και σήκωσε κύμα… και
έβρεξε τους ναύτες που έδεναν κάβους στο πλοίο της γραμμής που μόλις είχε
φτάσει στο λιμάνι…
Κατέβαιναν γρήγορα οι επιβάτες. Ανάμεσα τους φαντάροι με μετάθεση,
καλόγεροι για το μοναστήρι της Αγίας Μαύρας, γυναίκες με παιδιά και ναυτικοί
που γύριζαν στις οικογένειες τους ύστερα από μακρινά ταξίδια στις θάλασσες..
Άνοιγαν αγκαλιές γι αυτούς στη προβλήτα και τους έπνιγαν στα φιλιά.. Οι
φαντάροι τρομαγμένοι και αμήχανοι έμπαιναν σε γραμμές κάτω από τις δυνατές
φωνές αξιωματικών και υπαξιωματικών… Φορτωμένοι με σάκους ανέβαιναν στη
συνέχεια στα φορτηγά που θα τους μετέφεραν σε κάποια στρατόπεδα του νησιού.
Με μια βαλίτσα στο χέρι στεκόταν κι ο Μάρκος. Την άφησε στα πόδια του και
άναψε τσιγάρο.

-Θέλω να φύγουμε…, είπε η Μυρτώ…


-Ακόμα δεν καθίσαμε κορίτσι μου…
-Σε παρακαλώ… Δε μπορώ..
Κούνησε το κεφάλι του ο Μιχάλης στενάχωρα και σηκώθηκαν…
-Δεν είμαι έτοιμη…
-Εντάξει…Θα προσπαθήσουμε να ξαναζήσουμε?, τη ρώτησε κρατώντας την από
το χέρι…
Εκείνη δεν μίλησε , απλά έγειρε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Άφησαν πίσω τους το τραπεζάκι του καφενείου και προχώρησαν…
Δεν συναντήθηκαν τα βλέμματα τους…. ίσως μόνο οι σκιές τους να άγγιξαν η μία
την άλλη…
Σε μία από τις ψάθινες καρέκλες τους, κάθισε ο Μάρκος… για να παραγγείλει τον
πρώτο του καφέ στο νησί.
-Σκέτο και δυνατό , για να ξυπνήσω φίλε…

27

Φύσηξε αέρας δυνατός, το ίδιο βράδυ.


Με δυσκολία περπατούσαν οι περαστικοί στο δρόμο της παραλίας… Κάποιοι
κυνηγούσαν τα καπέλα τους και οι γυναίκες κρατούσαν γερά τις φούστες τους ,
κόντρα στον άνεμο…
27

Από ψηλά, από το παράθυρο του ξενοδοχείου, με ένα τσιγάρο στο στόμα , ο
Μάρκος παρατηρούσε τους λιγοστούς ανθρώπους να διασχίζουν βιαστικά το
δρόμο…
Οι βάρκες χτυπούσαν στη προκυμαία και απέναντι, στη Μικρά Ασία, τρεμόσβηναν
φώτα…
Εκεί καρφώθηκε το βλέμμα του… μέχρι τη στιγμή που το τράβηξαν οι φωνές των
ψαράδων που πάλευαν να σώσουν τις βάρκες τους από τα κύματα.
Πήρε το σακάκι του και κατέβηκε…

28

….Άνοιξε το παράθυρο να μπει φως στο σπίτι.


Νωρίς το πρωί ο ήλιος θάμπωνε και εκείνη τον κοίταξε κατάματα.. Τα παιδιά της
γειτονιάς
έτρεχαν για το σχολείο…Ο άνεμος είχε κοπάσει και η μέρα ξεκινούσε…
-Ξέρεις πόσο καιρό έχω να σε δω να ανοίγεις το πρωί παράθυρο…
Ο Μιχάλης στεκόταν πίσω της, σαν να τη καμάρωνε που ήταν τόσο όμορφη
κόντρα στον ήλιο..
Γύρισε απότομα και τον κοίταξε…
-Αν χαμογελούσες και λίγο…
-Όταν το νοιώσω θα το δεις…θέλεις καφέ?
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του με ένα μικρό χαμόγελο… Ήθελε καφέ από τα
χέρια της…
Ούτε θυμόταν πόσο καιρό είχε να πιει καφέ από τα χέρια της…
Ίσως από τότε που είχε να τη δει να ανοίγει το παράθυρο πρωί-πρωί , κόντρα
στον ήλιο…
-Σ’ αγαπώ… , της φώναξε καθώς εκείνη έψηνε το καφέ του…
Έστριψε το κεφάλι της προς το μέρος του και του χαμογέλασε…
Έλαμψε το πρόσωπο του…
-Σκέφτηκες αυτά που σου είπα?

-…και εγώ σ’ αγαπώ.., του απάντησε εκείνη.


-χαμογέλασες καρδιά μου.. χαμογέλασες..
-…σε ευχαριστώ που είσαι εδώ..
Πλησίασε και την αγκάλιασε…
-εδώ είναι το λιμάνι μου… εδώ είσαι εσύ… θα ξαναζήσουμε Μυρτώ.. τώρα το
ξέρω καλά.. είμαι σίγουρος κορίτσι μου…
Την έσφιξε δυνατά σαν να ‘θελε να της πάρει την ανάσα και να της δώσει ζωή
ξανά…
Εκείνη δεν μίλησε… Αναστέναξε σαν να του ‘δινε την ανάσα που ζητούσε…
Μια ανάσα και ένα καφέ βαρύ γλυκό, που χυνόταν από το μπρίκι…

29

Έξω από το λιμεναρχείο η Κατερίνα περίμενε, πρωί πρωί να φτάσει ο Φίλιππος.


Στεκόταν απέναντι, δίπλα στο μόλο χωρίς να δίνει σημασία στους ψαράδες και
τους ναυτεργάτες που από νωρίς είχαν πιάσει δουλειά στο λιμάνι…
-Φίλιππε…, του φώναξε λίγο πριν ανέβει τα σκαλιά του λιμεναρχείου…
-Κατερίνα.. τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ?
-Θέλω να μιλήσουμε…
-Όχι τώρα…πάω για υπηρεσία..
-Τώρα
-…γιατί τι τρέχει?
-εσύ θα μου πεις.. εσύ ξέρεις..
-τι ξέρω?
28

-ξέρεις και πρέπει να μου πεις


-για τι πράγμα μιλάς..
-που έχει πάει…
-ρώτα τον , όταν γυρίσει.. δεν μου είπε..
-αποκλείεται…
-κοίτα.. δεν είναι η κατάλληλη ώρα.. έχω δουλειά..
-λένε διάφορα..
-ποιοι?
-..ο κόσμος..
-αν ξέρει ο κόσμος που είναι γιατί δεν τον ρωτάς να μάθουμε και εμείς..
-λένε ότι έφυγε με μια ξένη..
-..ποια ξένη ρε Κατερίνα?
-Αυτή που τους είδαν μαζί στο κάστρο.. πριν μήνες.. Όλα τα ήξερα.. Τους είδαν..
-δεν καταλαβαίνω τι λες..
-πες μου.. σε παρακαλώ..
Την έπιασε από το χέρι που έτρεμε και είδε τα μάτια της που έτρεχαν..
-σε παρακαλώ Φίλιππε.. θέλω να ξέρω .
-μακάρι να ήξερα ρε Κατερίνα.. μακάρι
Την άφησε μόνη, εκεί να τον κοιτά και ανέβηκε τα σκαλιά του λιμεναρχείου..
Γύρισε και την κοίταξε …Ύστερα μπήκε μέσα..

30

Το λιμεναρχείο του νησιού έμοιαζε με αποθήκες στη σειρά..


Ο Μάρκος στεκόταν δίπλα στη θάλασσα… Απέναντι.. Προχώρησε μέχρι την
είσοδο που στεκόταν σκοπός ένας λιμενοφύλακας….
-Καλημέρα
-Καλημέρα, μπορώ να εξυπηρετήσω σε κάτι?
-Ο Γιάννης ο Μελέκος είναι πάνω?
-Ο κύριος … λιμενάρχης?
-Έγινε λιμενάρχης ?
-…
-Ναι , ο λιμενάρχης..
-Από τα ξημερώματα… πάνω είναι..
-Μπορώ να τον δω?
-Ρωτήστε μέσα… η μάλλον περίμενε μισό..
Μπήκε μέσα κάτι ρώτησε και ύστερα στάθηκε στη πόρτα.
-Ποιος να του πουν ότι τον ζητά..?
-Ένας φίλος από τα παλιά..
-Όνομα?
-Μάρκος ..
-Τι Μάρκος ?
-Θα καταλάβει.. πες Μάρκος ..

Ο λιμενάρχης πετάχτηκε από τη θέση του σαν ελατήριο..


-Μάρκος ?
-Μάλιστα κύριε λιμενάρχα.. Έτσι είπε ο σκοπός ..
-και είναι κάτω τώρα..?\
-ναι στη είσοδο
-πείτε του ρε ανέβει.. γρήγορα.

0 Λιμενάρχης περίμενε όρθιος μπροστά από το γραφείο του…Μόλις μπήκε ο


Μάρκος, άνοιξε τα χέρια του…-
-Ρε συ! Ρε χαμένο κορμί τι γυρεύεις εδώ?-
-Σε πεθύμησα …
29

-Φύγε από εδώ ρε.. Τόσα χρόνια…


Αγκαλιάστηκαν σαν δυο παλιοί φίλοι που βρίσκονται ξανά …
Ο λιμενάρχης τον κοίταζε κατάματα και χαμογελούσε…
-Κερνάτε καφέ εδώ?
-Καφέ όχι…Αυτά είναι για παρηγοριές.. άκου καφέ..
Ο Μάρκος γέλασε και χτύπησε το φίλο του στον ώμο… -
-Τι ώρα τελειώνεις ?
-Τώρα.. Λιμενάρχης δεν είμαι?
-Ρε συ μην αφήσεις και την υπηρεσία… Μετά βρισκόμαστε..
-Από πότε ρε ο Μάρκος νοιάζεται για την υπηρεσία? Χάλασες?
-Μάλλον έφτιαξα…, απάντησε και κάθισε στη παλιά πολυθρόνα δίπλα από το
γραφείο.
-Έφυγες από τη Πύλο?
-Όχι ρε.. ακόμα εκεί είμαι… άδεια έχω…
-και είπες δεν πάω μέχρι τη Χίο να δω τι κάνει ο Μελέκος .. Που τα πουλάς αυτά
ρε?
-…Δεν τα πουλάω… Τα συνδύασα…
-…ποια?
-..τι ποια?
-ποια συνδύασες λέω…
-Εσένα και το νησί…
-Μαρκούλη αυτά όχι σε μένα… Μόνο για δύο λόγους θα έκανες τέτοιο ταξίδι εσύ..
-Τι λες μωρέ? Ποιους λόγους ?
-Για μετάθεση και γυναίκα.. Το πρώτο θα το ήξερα…άρα..
-Άρα ..τι?
-Άρα?
-Παντρεύτηκες?
Ο Γιάννης γέλασε και άναψε τσιγάρο…
-Ρε αφού θα μου τα πεις μετά.. Τι αλλάζεις συζήτηση?
-Μετά.. ‘Όχι ακόμα δεν σε είδα να σε αρπάξω με τα δικά μου.. Αν αρχίσω θα
βραδιάσουμε…
-Τι τρέχει?
-Θέλω να με βοηθήσεις … Να τη βρω..
-Χιώτισσα είναι έτσι?
-Ναι..
-Ποια είναι?
-Μη βιάζεσαι.. Αντέχεις να τα ακούσεις από την αρχή?
-Λέγε..
Όχι εδώ.. Καλύτερα έξω.. Το βράδυ?

31

Ένα γράμμα από τη Μυτιλήνη θύμισε στη Μυρτώ το ταξίδι που ήθελε να
ξεχάσει…
Το δίπλωσε και κοίταξε τον άντρα της.
-Με θυμήθηκε μια φίλη …Την γνώρισα στο πλοίο , τότε… Μπορούμε να πάμε ,
λέει…στη Μυτιλήνη όποτε θέλουμε , θα μας φιλοξενήσει…
- Να πας κορίτσι μου…Θα σου κάνει καλό… Εγώ τι δουλειά έχω? Άλλωστε θα
πρέπει να περιμένω το χαρτί από την εταιρία …Δεν θα αργήσει το ταξίδι…
-Μόνη δε πάω…
-Θα σου κάνει καλό…Θα ξεσκάσεις λίγο…Είναι ωραίο νησί , θα δεις και τη φίλη
σου… Μη σε νοιάζει για τη μάνα, τα καταφέρνει μια χαρά μόνη της…
Δεν μίλησε. Δίπλωσε ένα πουκάμισο , που κρατούσε στα χέρια της και τον
κοίταξε να βάζει το σακάκι του…
-Θα φύγεις?
-Ναι, θέλω να πάω μέχρι το ξάδελφο στο λιμεναρχείο…Έχω καιρό να τον δω.. Να
μάθω και κανένα νέο από τη θάλασσα…
30

-Τι κάνει αυτός? Έχω να τον δω πολύ καιρό… Να του δώσεις χαιρετισμούς…
-Να του πεις ότι ξέχασε τη θειά του…Κάποτε πέρναγε…φώναξε από το άλλο
δωμάτιο η Γραμματική.
-Θα του το πω μάνα , θα του το πω…απάντησε ο Μιχάλης και φίλησε τη Μυρτώ.
Έκλεισε τη πόρτα πίσω του και βγήκε στην αυλή. Η γριά πλησίασε τη Μυρτώ…
-Να πας κόρη μου… Να πας.
-Που μάνα?
-Στη Μυτιλήνη…Άκουσα..
-Θα δούμε , θα δούμε…
-Να της γράψεις ότι θα πας…
-Ναι μάνα, αν θα πάω θα της γράψω…Αν θα πάω.

Η Κατερίνα μπήκε στο ξενοδοχείο και στάθηκε μπροστά στη Ματούλα…


-Βρε καλώς το κορίτσι… της είπε χαμογελαστά η γυναίκα σηκώνοντας το κεφάλι
από τα χαρτιά που είχε μπροστά της στο μικρό γραφείο , και βγάζοντας τα
γυαλιά της.
-Τι κάνετε κυρία Ματούλα?
-Καλά είμαι. Εσύ?
-Καλά κι εγώ.
Κοιταζόντουσαν χωρίς να μιλάνε για λίγο…
-Η μάνα σου καλά?
-Καλά.
-Πεστο…τι θέλεις?
-Τίποτα, περνούσα απέξω και είπα….
-Είπες για να δω τι κάνει η κυρά Ματούλα…ε?
-εε ναι!
-Πόσες φορές μωρή έχεις περάσει από δω?
-….
-Να σου πω εγώ…καμιά . Η μάλλον μια! Σήμερα! Λέγε…
-Κακό είναι που πέρασα?
-Κακό είναι που δε λες γιατί πέρασες…
Η μικρή έβαλε τα κλάματα και σκέπασε το πρόσωπο της με τα χέρια της.
-Τι τρέχει κορίτσι μου? Είσαι καλά? Τι έπαθες? Μη χειρότερα…Έλα κάτσε να μου
πεις… Ποιος σε πείραξε? Κάτσε, κάτσε…Θέλεις ένα ποτήρι νερό?

-Φέρε και λίγο νεράκι ρε… όχι μόνο τα ούζα…Θα μας βαρέσουν σκέτα.
-Ρε πας καλά? Στην υπηρεσία ούζα?
-Εγώ κάνω κουμάντο εδώ Μαρκούλη… Δυο ουζάκια για τη συνάντησή μας δεν
βλάπτουν…Για το καλωσόρισμα…
-Τι να πω…Χρόνια ο ίδιος ρε Μελέκο…
Χτύπησε η πόρτα και ένας νεαρός λιμενοφύλακας στάθηκε μπροστά στον
Λιμενάρχη.
-Τι είναι ρε?
-Έχει έρθει ο ξάδελφος σας…
-Ο Μιχάλης?
-Ναι..
-Ε πέστου να περάσει.. Τι τον κρατάς έξω τον άνθρωπο?
-Μάλιστα
Γύρισε και κοίταξε το Μάρκο.
-Πρώτος ξάδελφος… Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και η μάνα του αδέλφια…
καπετάνιος! Αλλά άτυχος.. μεγάλη τραγωδία..
Μπήκε μέσα ο καπετάνιος χαιρετώντας με τη βαριά φωνή του και κόβοντας τα
λόγια του Γιάννη.
-Καπετάνιε μου! Που είσαι ρε ξάδελφε?
31

-Η θειά σου φωνάζει… Να πας να τη δεις λέει… Παραπονιέται…


-Κάτσε …Να σου συστήσω ένα καλό φίλο και συνάδελφο… Ο Μάρκος , ο Μιχάλης
πρώτος ξάδελφος φίλε και καπετάνιος!
Έδωσαν τα χέρια.
-Λιμενάρχης και συ?
-μπα…πιο χαμηλά εγώ.. Γέλασε.
-που θα πάει θα έρθει και η σειρά του… πετάχτηκε ο Λιμενάρχης.
-Με το καλό…
-Θα κάτσεις ρε ξάδελφε? Τι στέκεσαι όρθιος σαν κατάρτι… Κάτσε, περιμένουμε
και ουζάκια! Θα πιεις μαζί μας ε?
-Να κάτσω..
-Τα νέα σου…Η ξαδέλφη καλά?
-όσο γίνεται…Όλοι όσο γίνεται ρε Γιαννάκη. Χαιρετισμούς έχεις.. Πέρνα και από
το σπίτι καμιά μέρα… Να δεις και τη θειά σου…
Ο Γιάννης έσκυψε πάνω από το γραφείο και του έσφιξε το χέρι, δαγκώνοντας τα
χείλη.
-Άστα…τα δικά σου… Έχεις και ξένο άνθρωπο…
-Ξένος ο Μάρκος…? Αδελφός καπετάνιε! Αδελφός! …

Η Μυρτώ στάθηκε στο παράθυρο… Καρφώθηκε το βλέμμα της σε ένα σπασμένο


ξύλινο καρότσι, ξεχασμένο ανάποδα σε μια γωνιά του κήπου…
Έκλεισε τα μάτια για λίγο και μόλις τα άνοιξε είδε τα παιδιά….να παίζουν πάνω
του… Να το κουνάνε δυνατά και να φωνάζουν , γελώντας.. “Κοίτα μαμά…
κοίτα!»
Και κοίταξε και είδε το καρότσι στις λάσπες του κήπου.
32