P. 1
ΟΜΟΡΡΙΖΑ

ΟΜΟΡΡΙΖΑ

|Views: 177|Likes:

More info:

Published by: Christina Bambakidou on Nov 24, 2012
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOCX, PDF or read online from Scribd
See more
See less

12/04/2012

pdf

text

original

ΟΜΟΡΡΙΖΑ Βαύνω: βα- & βη- , βω

-

βϊςη, (ανα-, δια-, επι-)βϊτησ, (α-, δια-, απαρϊ-, αμετϊ-)βατοσ, βαθμύδα, βαθμηδόν, βαθμιαύα, βϊθοσ, βαθμόσ, βϊθρο, βατόρασ, βατόσ, βατότητα, βϋβαιοσ, βεβαιότητα, βεβαιώνω, βεβαύωςη, βεβαιωτικόσ, βϋβηλοσ, βεβηλώνω, βεβόλωςη, βόμα, βηματύζω, βηματιςμόσ, , ϊβγαλτοσ, αναβαθμύζω, αναβϊθμιςη, ανεβϊζω, ανϋβαςμα, αναβατόρασ, αποβϊθρα, βϊδην βωμόσ Εἰμύ: ουςύα, (ςυν-, απ-, εξ-)ουςύα, όντωσ, ουςιώδησ, ουςιαςτικόσ Ἔχω: ςχ- , εξ- , εχ-

ςχόμα, ςχϋςη, ςχεδόν, ςχολεύο, ςχόλη, , ϋξη, μϋθεξη, ευεξύα, καχεξύα, εξόσ, εφεξόσ, (απ-, εξ-, παρ-, υπϋρ-, κατ-, ςυν-)οχό, ϋνοχοσ, κϊτοχοσ, μϋτοχοσ, ηνύοχοσ, κακουχύα, ραβδούχοσ, κλειδούχοσ, ςυνταξιούχοσ. ανακωχό, ανθεκτικόσ, Λαμβϊνω: λαβ- , ληβ-

λαβό, χειρολαβό, παραλαβό, απολαβό, λϊφυρο, λαβύδα, εργολϊβοσ, εργολαβύα, λόψη, εργολόπτησ, παραλόπτησ, (ςυν-, προς-, προ-, ανα-, κατϊ-, περύ-, αντύ-, μετϊ-, υπό)λόψη, λόμμα, (κατϊ-, ακατϊ-, ευ-, επύ-, ανεπύ-, αςύν-) ληπτόσ, ευυπόληπτοσ, ανυπόληπτοσ, επιλόψιμοσ. Ὁρῶ: ορ- , οπ- , ειδόραμα, οραματύζομαι, οραματιςτόσ, ορατόσ, αόρατοσ, όραςη, ενόραςη, διόραςη, αυτόπτησ, επόπτησ, οπτικόσ, μύωπασ, μυωπύα, όψη, κϊτοψη, ςύνοψη, ϊποψη, πρόςοψη, ύποπτοσ, (περύ-, ευςύν-, ανύπ-) οπτοσ, κϊτοπτρο, εύδοσ, εύδωλο, ειδύλλιο, ιδϋα.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->