You are on page 1of 28

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ …

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Του …
ΚΑΤΑ
Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην
Αθήνα, επί της οδού …, στον αριθμό … και εκπροσωπείται νόμιμα.
ΚΑΙ ΚΑΤΑ
Της υπ’ αριθμ … αποφάσεως του Ειρηνοδικείου …
Α. Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ/ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Α1. Το άρθρο 696 παρ 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1
παρ 1 του Νόμου 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Νόμου
2943/2001), έχει ως εξής:
«1. Αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση
αίτησης στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα ή
μεταρρύθμισε ή ανακάλεσε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο
συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της
απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.»
Την αίτηση αυτή νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει ο διάδικος, ο
οποίος δεν κλήθηκε ή/και δεν έλαβε μέρος στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων
και ο οποίος πρέπει να δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Αυτό συμβαίνει όταν η
απόφαση που εκδόθηκε θίγει δικαίωμά του υπέρτερο ή ισοδύναμο προς
εκείνο που κρίθηκε, άξιο δικαστικής προστασίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι στις περιπτώσεις ασφαλιστικών μέτρων
νομής εφαρμόζεται πλήρως το άρθρο 696 παρ 1. Έτσι, τόσο ο τρίτος που
θίγεται από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής, όσο και ο
διάδικος που δεν κλητεύθηκε καθόλου ή νομότυπα ή εμπρόθεσμα στη δίκη,
μπορούν να ζητήσουν την ανάκληση της απόφασης (Χαμηλοθώρης,
«Ανάκληση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων» 845 επ, Π. Γέσιου-Φαλτσή,
«Νομιμοποίηση για αίτηση ανακλήσεως ασφαλιστικού μέτρου κατά το άρθρο

1

696 παρ 1 ΚΠολΔ – Χρόνος και τρόπος προβολής των λόγων ανακλήσεως
του άρθρου 696 παρ 3 ΚΠολΔ», ΕλλΔνη 1989,949 επ., Γ. Νικολόπουλου, «Η
ανάκληση των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων», εκδ 1996, σελ 82 επ).
Α2. Το άρθρο 697 ΚΠολΔ, έχει ως εξής:
«Το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η
εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η
οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή
εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα. Ο δικαστής, και στο
πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος, ορίζουν τη δικάσιμο και την προθεσμία
κλήτευσης»
Το δικάζον την κύρια υπόθεση δικαστήριο μπορεί μετά από αίτηση
διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλεται είτε σε κάποια στάση
της δίκης για την εκκρεμή υπόθεση, είτε και αυτοτελώς κατά πάντα χρόνο και
ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη στάσης της δίκης, και χωρίς ακόμη
πιθανολόγηση νέων στοιχείων (μεταβολή πραγμάτων, βλ. άρθρο 696), να
μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει εν όλο ή εν μέρει την διατάζουσα ασφαλιστικά
μέτρα απόφαση, με βάση μόνο τα στοιχεία της δικογραφίας (ΕφΑθ
2360/2003, ΕλλΔνη 2003. 992· 7394/2002 ΕλλΔνη 2003. 816· ΕφΘ
3308/2003 Αρμ. 2004. 252· ΕφΠατρών 404/2004 ΑχΝομ 2005. 261· ΕφΠειρ
171/2005 ΠειρΝ 2005. 232, έτσι και «Ερμηνεία ΚΠολΔ», Μιχαήλ Μαργαρίτης
– Άντα Μαργαρίτη, εκδόσεις Σάκκουλα 2012, τόμος ΙΙ, σελ 211 επ).
Η εκκρεμοδικία (221ΚπολΔ) της κυρίας υποθέσεως στο αρμόδιο
δικαστήριο θεμελιώνει εξουσία του προς ανάκληση ή μεταρρύθμιση, ολική ή
μερική, της αποφάσεως που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα. Το Δικαστήριο της
κύριας δίκης ενεργεί κατ' αίτηση διαδίκου, που έχει έννομο συμφέρον
(ΠολΠρωτΑθ 40/1984, ΝοΒ 1984. 1240). Νομιμοποιείται οποιοσδήποτε από
τους διαδίκους της αρχικής δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, είτε βαρύνεται
είτε ωφελείται από τα ασφαλιστικά μέτρα (ΜονΠρωτΠειρ 251/1976 ΝοΒ 1976.
215), αρκεί να είναι συγχρόνως διάδικος και στην κύρια δίκη (ΕφΑθ
4837/1985, Δ 1986. 101), που άνοιξε με πρωτοβουλία δική του ή του
αντιδίκου του (ΠολΠρωτΘεσ 597/1986, Αρμ. 1986. 623 ή ΠολΠρωτΑθ
153/1998, Δ 1998. 1343 και σχετικά Κεραμεύς/Κονδύλης, ΔΕΕ 1996.901).

2

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και να συζητηθεί ανεξάρτητα από την
κύρια υπόθεση ή να συνεκδικασθεί με αυτήν σε οποιαδήποτε στάση της δίκης
δικάζεται δε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΙωαν 235/1985,
Δ 1986. 386 ή ΕφΑθ 10.801 / 1990, ΕλλΔνη 1991. 1072 ή ΠολΠρωτΑθ 315 /
1986, Δ 1987. 359 και 7642 / 1995, Αρμ. 397. 39,43).
Η διάταξη δεν θέτει περιορισμούς για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή
της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων που δεν εκδόθηκε από το Δικαστήριο
της κύριας δίκης και προπάντων δεν απαιτεί μεταβολή των πραγμάτων.
Έτσι,

η

ανάκληση

ή

μεταρρύθμιση

ενεργεί

ως

υποκατάστατο

των

απαγορευμένων από το άρθρο 699 ενδίκων μέσων, δηλαδή, μπορεί να
βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξαιτίας των
οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε
(ΑΠ 496/1972, ΕφΑθ 1973/1985, ΕλλΔνη 1985. 929 ή 9248/1990, ΕλλΔνη
1991. 1636 - 1637 ή 929/1995, ΕλλΔνη 1997. 875 και περαιτέρω,
ΠολΠρωτΑθ 49/1991, Δ. 1992. 255 και 66/1995, ΝοΒ 1996. 232 και σχετικά
Τζίφρας 102).
Επίσης, απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο της κύριας δίκης
και διέταξε ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί από το
ίδιο Δικαστήριο ή και ανώτερο, στο οποίο εκκρεμεί ήδη η κύρια δίκη, αν
υπάρχει μεταβολή των πραγμάτων η συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του
άρθρου 696 Ι ΚΠολΔ.
Α3. Εν προκειμένω, το Δικαστήριό Σας, δίκασε ερήμην μου την υπ’
αριθμ … αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων της αντιδίκου, κατά τη
διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ’
αριθμ …/ … απόφαση, δυνάμει της οποίας διατάσσομαι να αποδώσω στην
αντίδικο το υπ’ αριθμ … ΙΧΕ αυτοκίνητο, για όσους λόγους αναφέρονται στην
προσβαλλόμενη.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως εκ των αμέσως ανωτέρω
αναφερομένων προκύπτει, έχω το έννομο συμφέρον να ασκήσω την
παρούσα μου ζητώντας την ανάκλησή της, για τους κάτωθι απολύτους
νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους και όσους άλλους προτείνω δια
ειδικού δικογράφου, όπως ο Νόμος ορίζει και ειδικότερα:

3

Β. Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΩΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ
Στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 1 Ν. 2251/1994 δίνονται οι
ορισμοί του «καταναλωτή» και του «προμηθευτή». Οι γενικοί αυτοί ορισμοί
έχουν ενιαία εφαρμογή σε όλες τις προστατευτικές ρυθμίσεις του νόμου,
χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η προσαρμογή των εννοιών αυτών ανάλογα με
τις επιμέρους διατάξεις, εφόσον κάτι τέτοιο κριθεί απαραίτητο από την
τελολογική και συστηματική - σε σχέση με τυχόν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις ερμηνεία τους.
Ως καταναλωτής, κατά την έννοια του νόμου, ορίζεται «κάθε φυσικό ή
νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα
οποία προορίζονται τα προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά
και τα οποία κάνουν χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον
αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και αα) κάθε
αποδέκτης του διαφημιστικού μηνύματος και ββ) κάθε φυσικό ή νομικό
πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο
της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (άρθρο 1 παρ 4
στοιχείο

α

Ν2251/1994,

«Δίκαιο

Προστασίας

Καταναλωτή»,

Ιωάννη

Καράκωστα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ 76 επ.).
Στον ορισμό του νόμου γίνεται αναφορά σε προϊόντα ή υπηρεσίες
«που προσφέρονται στην αγορά». Αναγκαίος, δηλαδή, ο όρος για να
χαρακτηριστεί ο αποδέκτης του προϊόντος ή της υπηρεσίας ως καταναλωτής
είναι η ύπαρξη αγοράς. Θα πρέπει, συγκεκριμένα, το συγκεκριμένο αγαθό ή η
υπηρεσία να κυκλοφορούν ή να είναι γνωστά ή να απευθύνονται στην αγορά,
να αποβλέπουν, δηλαδή, στο ευρύ καταναλωτικό κοινό και να μην
κατασκευάζονται ή συγκεκριμένο μεμονωμένο πελάτη ή να μην προσφέρονται
σε εξατομικευμένο αποδεκτή.
Καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης των προϊόντων ή υπηρεσιών
που προσφέρονται στην αγορά. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταναλωτής
το πρόσωπο που αποκτά προϊόντα, αγαθά, κινητά ή ακίνητα πράγματα με
σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει τη
χρήση τους ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό ή για την οικονομική
εξυπηρέτηση τρίτου.

4

Επίσης δεν απαιτείται, ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το
αγαθό

για

προσωπικές,

δηλαδή

μη

επαγγελματικές

ανάγκες

του.

Εξακολουθεί, δηλαδή, να θεωρείται καταναλωτής και όταν το προμηθεύεται
για το επάγγελμα του, αρκεί να είναι ο τελικός χρήστης.
Tο κατά πόσο ο συγκεκριμένος καταναλωτής χρήζει προστασίας ή όχι
κρίνεται ad hoc. H ένταξη συγκεκριμένου προσώπου στο προστατευτικό
πεδίο του νόμου 2251/1994 εξαρτάται, επομένως, από τις περιστάσεις και τα
συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο έλεγχος της εφαρμογής του
ορισμού του καταναλωτή στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επιτυγχάνεται
με την εφαρμογή δύο βασικών κριτηρίων, αφενός της διαπραγματευτικής
υπεροχής του προμηθευτή και αφετέρου του ενδεχομένου καταχρηστικής
επίκλησης εκ μέρους του συγκεκριμένου καταναλωτή της προστασίας του
νόμου.
Το ουσιαστικό κριτήριο για την έννοια του καταναλωτή που δικαιολογεί
την εφαρμογή του νόμου είναι η μη κατ' επάγγελμα ενασχόληση του λήπτη
του αγαθού με τις ειδικές συναλλαγές στις οποίες ανήκει η προμήθεια του
αγαθού. Ο λήπτης ως τελικός χρήστης δεν επιδίδεται επαγγελματικά (ή κατά
συνήθη απασχόληση) με προμήθειες του ίδιου αντικειμένου. Άρα δεν
επαναλαμβάνει τόσο συχνά συναλλαγές του συγκεκριμένου είδους και δεν
έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και την εξειδικευμένη στο αντικείμενο
αυτό διαπραγματευτική ικανότητα, που έχει ο προμηθευτής και κατά συνέπεια
ο παράγοντας αιφνιδιασμού του είναι ισχυρός. Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό
κριτήριο είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του τελικού αποδέκτη ως προς τη
συγκεκριμένη συναλλαγή (ΔΕΚ Υπόθ. C-464/01, απόφαση της 20 Ιανουαρίου
2005, Johann Gruber κατά Bay Wa AG αλλά και ΕφΑθ 5861/2006 ΔΕΕ
2007,62).
Γ. ΓΟΣ
Γ1. Το άρθρο 2 παρ. 1 του Νόμου 2251/1994 ορίζει τα εξής: «Όροι
που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί
όροι των συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση
της σύμβασης, τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως ιδίως όταν ο προμηθευτής
δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει
πραγματική γνώση του περιεχομένου τους».
5

Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα εννοιολογικά
χαρακτηριστικά των γενικών όρων των συναλλαγών:
-

έχουν χαρακτήρα συμβατικό,

-

έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων, αποκλειόμενης κάθε ατομικής
διαπραγμάτευσης και

-

προορίζονται

να

αποτελέσουν

ομοιόμορφο

περιεχόμενο

μελλοντικών συμβάσεων (ΠΠρωτΑθ 1119/2002 ΔΕΕ 2003,424,
ΕιρΑθ 2175/2004 ΔΕΕ 2005,74). Στην περίπτωση των ΓΟΣ ο
καταναλωτής είναι σε μειονεκτική θέση, καθώς συνήθως τους
αποδέχεται χωρίς αντίρρηση, αλλά και διότι λόγω της οικονομικής
υπεροχής του προμηθευτή είναι αδύναμος να επιφέρει αλλαγή
στους ΓΟΣ, άλλοτε διότι δεν διαθέτει τις αναγκαίες συναλλακτικές
και νομικές γνώσεις για την κατανόηση των όρων (ΠΠρΑθ 29/2006).
Οι ΓΟΣ τίθενται από το ένα συμβαλλόμενο μέρος (χρήστη) στον άλλο
(πελάτη) κατά την κατάρτιση σύμβασης, αποκλειόμενης της ατομικής
διαπραγμάτευσης αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Η ανωτέρω επιβολή,
ωστόσο, δεν έχει την έννοια ότι αναγνωρίζεται στον χρήστη των ΓΟΣ η
εξουσία να δεσμεύει μονομερώς τον αντισυμβαλλόμενό του. Αντίθετα,
προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση σύμβαση - συμφωνία των συμβαλλομένων
μερών περί ή ισχύος των ΓΟΣ, δηλαδή αφενός δήλωση του χρήστη περί
εντάξεως των ΓΟΣ στη σύμβαση, αφετέρου σύμφωνη δήλωση βούλησης του
πελάτη, προκειμένου οι εν λόγω όροι να καταστούν περιεχόμενο της
σύμβασης.
Ένα περαιτέρω εννοιολογικό στοιχείο των ΓΟΣ, που συνάγεται από την
εκ των προτέρων διατύπωσή τους, ώστε να διευκολύνεται η μελλοντική χρήση
τους,

αποτελεί

η

τυπική

ομοιομορφία

του

περιεχομένου

τους.

Το

χαρακτηριστικό αυτό καταδεικνύει ότι ο χρήστης θέλει να επιβάλει τους όρους
ανεξαρτήτως των συνθηκών της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης. Τυπική
ομοιομορφία, ωστόσο, δεν σημαίνει φραστική ταυτότητα του περιεχομένου.
Κρίσιμο είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο σε συνάρτηση με τις έννομες
συνέπειες που συνδέονται με αυτό. Αρκεί ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο είναι
κατά τα ουσιώδη στοιχεία του όμοιο («Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή»,
Ιωάννη Καράκωστα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ 92 επ).

6

Εφόσον κριθεί ότι, οι γενικοί όροι πράγματι αποτέλεσαν μέρος της
σύμβασης, ακολουθεί το δεύτερο στάδιο εμμέσου ελέγχου των γενικών όρων,
που πραγματοποιείται μέσω ερμηνείας αυτών, δηλαδή εξακρίβωσης του
νοήματος τους (ΠολΠρωτΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003,424). Σύμφωνα με τον
ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α του Ν. 2251/1994 «κατά την
ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη
προστασίας καταναλωτών». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 εδ. β
του ως άνω νόμου: «Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς
από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή σε
περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή» (ΜονΠρωτΑθ
3874/2001 ΔΕΕ 2001,1151).
Εκτός από τους ειδικούς ερμηνευτικούς κανόνες του νόμου 2251/94,
εφαρμογή στην ερμηνεία των ΓΟΣ έχουν και όλοι οι άλλοι ερμηνευτικοί
κανόνες που χρησιμοποιούνται γενικά στην ερμηνεία των συμβάσεων, αρκεί
βέβαια οι κανόνες αυτοί να είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή. Ιδίως στην
ερμηνεία των ΓΟΣ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπέρ των καταναλωτών
διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που αναφέρονται στην ερμηνεία των
δικαιοπραξιών.
Σύμφωνα με την ΑΚ 173, που καθιερώνει το υποκειμενικό κριτήριο
ερμηνείας, «κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η
αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις». Συνεπώς, προκειμένου να
διαπιστωθεί η αληθινή βούληση του δηλούντος, ο αποδέκτης και ο
ερμηνευτής των ΓΟΣ οφείλουν να αναζητούν τι εννοούσε και τι επεδίωκε ο
δηλών, ενώ ο τελευταίος πρέπει να λαμβάνει υπόψη τι μπορεί και τι οφείλει να
αντιληφθεί ο αποδέκτης.
Σύμφωνα με την ΑΚ 200, που εισάγει αντικειμενικά κριτήρια ερμηνείας,
«οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά
ήθη». Αυτό σημαίνει ότι κατά την ερμηνεία των εντεταγμένων στη σύμβαση
ΓΟΣ, πρέπει να λαμβάνεται ως κριτήριο η δυνατότητα αντίληψης του μέσου
εκπροσώπου του συναλλακτικού κύκλου στον οποίο απευθύνονται οι ΓΟΣ,
δηλαδή όχι μόνο του δηλούντος αλλά και του αποδέκτη και τις πραγματικές
περιστάσεις.
Κατά τον διενεργούμενο ερμηνευτικό έλεγχο για την εξεύρεση της
έννοιας ΓΟΣ, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις αρχές της καλής πίστης, των
7

συναλλακτικών ηθών, της κοινής πείρας και λογικής, καταλήγοντας στην
ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή εκδοχή (ΕφΑθ 4958/2004 ΔΕΕ 2005,196).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι
αλληλοσυμπληρώνονται, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία
υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις
βουλήσεως των συμβληθέντων (ΜΠρωτΑθ 3874/2001 ΔΕΕ 2001,1151). Το
δικαστήριο της ουσίας, όταν διαπιστώσει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν
υπόκειται ως προς αυτά στον αναιρετικό έλεγχο. Όταν όμως, μολονότι
διαπίστωσε έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει
στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για την
ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων ή όταν δεν παραθέτει
στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η
εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, τότε υποπίπτει
στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των
δικαιοπραξιών, είτε ευθέως (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), είτε λόγω έλλειψης
νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έτσι και ΑΠ 969/2003).
Στις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 2 του Νόμου 2251/1994
θεσπίζεται ένα επαρκές σύστημα ελέγχου του κύρους του περιεχομένου των
ΓΟΣ. Στην αρχή προτάσσεται η γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 6 που
απαγορεύει τη συνομολόγηση καταχρηστικών ΓΟΣ και προσδιορίζει το γενικό
κριτήριο ελέγχου της καταχρηστικότητας, ενώ στη συνέχεια παρατίθεται ένας
ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ (άρθρο 2 παρ. 7 ν.
2251/94). Κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται
σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα που συγκαταλέγεται
στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7, ο οποίος
περιέχει ρήτρες που κρίνονται αυτοδικαίως καταχρηστικές, χωρίς να είναι
αναγκαία οποιαδήποτε άλλη στάθμιση (per se καταχρηστικές ρήτρες).
Η γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 6, μετά την αντικατάστασή της από
το άρθρο 10 παρ. 24 β του νόμου 2741/1999 και την τροποποίηση της με τον
νόμο 3587/2007, έχει ως εξής: «Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως
αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη ισορροπίας των δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται
και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου
σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών
8

που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά
τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης
από την οποία αυτή εξαρτάται».
Επισημαίνεται ότι για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας ενός ΓΟΣ
πρέπει να προκαλείται από τον επίμαχο ΓΟΣ διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων

και

των

υποχρεώσεων

των

συμβαλλομένων.

Ο

όρος

«διατάραξη» ταυτίζεται με την απόκλιση από τις καθοδηγητικού χαρακτήρα
διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για
την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, πάντοτε
με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά τον
σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή συγκεκριμένων
αγαθών ή υπηρεσιών.
Οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/94 αποτελούν
εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ. Ως μέτρο ελέγχου
της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας χρησιμεύει το ενδοτικό δίκαιο που
ισχύει στη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της
ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει
ως καταχρηστικό έναν ΓΟΣ, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή
πρέπει να είναι σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΕφΑθ
726/2004 ΔΕΕ 2005,200, ΑΠ 15/2007 ΧριΔ 2007,795).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α του νόμου 2251 / 1994: «Γενικοί
όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της
ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος
του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι ως καταχρηστικοί».
Ας σημειωθεί ότι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 6 του
άρθρου 2 του ν. 2251/1994 με το άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β` του ν. 2741/1999,
σε συμμόρφωση με την αρχή της μείζονος προστασίας του καταναλωτή που
καθιερώνει το άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας, αρκεί να επέρχεται απλή και όχι
υπέρμετρη διατάραξη ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων από τη ρύθμιση του γενικού όρου (βλ. ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ
1401/1999, ΕλλΔνη

41.56, ΑΠ

1219/2001, ΕλλΔνη

42.1603, ΕφΑΘ

6291/2000, ΝοΒ 49.644).
Έννομη συνέπεια της καταχρηστικότητας είναι επομένως η
ακυρότητα των ΓΟΣ. Η ακυρότητα των καταχρηστικών ΓΟΣ εξετάζεται
9

αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΔΕΚ C-240/98 έως 244/98, απόφ 276-2000, ΧρΙΔ 2001,36, ΔΕΚ υπόθ C-476/2000, απόφαση 21-11-2002, Cofidis
SA/Jean-Luis Fredout, Αρμ 2003,1042 με παρατηρήσεις Τσερκέζη, ΔΕΚ C372/99 απόφ 24-1-2002 Επιτροπή ΕΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας και ΔΕΚ C168/2008 απόφ 26-10-2006 Mostaza Claro).
H

αυτεπάγγελτη

αυτή

εξέταση

(απόλυτη

ακυρότητα)

υπαγορεύεται περαιτέρω από το γράμμα και το σκοπό της Οδηγίας
93/13/EOK

που

αποβλέπουν

στην

αποτελεσματική

και

ενιαία

προστασία του καταναλωτή σε κοινοτικό επίπεδο.
Οι ΓΟΣ είναι δυνατόν ν` αποτελέσουν περιεχόμενο κάθε είδους
σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, ρυθμισμένης ή αρρύθμιστης από τον Αστικό
Κώδικα, επώνυμης ή μικτής, στο πεδίο των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται
ευρύτατη χρήση τους για τη χορήγηση πάσης φύσεως δανείων, ενέγγυων
πιστώσεων, εγγυητικών επιστολών, για τη σύναψη συμβάσεων ανοίγματος
πιστώσεων

(συνήθως

με

αλληλόχρεο

λογαριασμό)

και

κάθε

είδους

καταθέσεων.
Σε αυτές τις τραπεζικές συμβάσεις οι ΓΟΣ παρουσιάζονται
συνήθως είτε ως προδιατυπωμένοι έντυποι όροι προοριζόμενοι να
διέπουν όλες τις συναλλαγές συγκεκριμένης τράπεζας με τους πελάτες
της, είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών συμβάσεων
προσχώρησης.
Περαιτέρω, στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη
προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής
αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα
έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της
εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν
μονομερώς στους ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση
του «πάρε το ή άφησε το», την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων
με προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό
τους) γενικούς όρους (31919/2007 ΠολΠρωτΘεσσ).
Κατά συνέπεια, βάσιμα υποστηρίζεται η άποψη ότι οι διατάξεις του
άρθρου 2 του ν. 2251/1994 για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ`
αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από
το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της
10

επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η
συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής
δύναμης του πελάτη της τράπεζας. Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια
του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. β` του ν. 2251/1994,
που ορίζει ότι «ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά
την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή
παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή».
Τέλος δε οι παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς
απευθύνονται

και αφορούν

στο

ευρύ

καταναλωτικό

κοινό,

δεν

προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν
κατά

κανόνα

μαζικό

χαρακτήρα

και

έντονο

το

στοιχείο

της

τυποποίησης.
Ενόψει όλων των ανωτέρω ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις
περιπτώσεις

τραπεζικών

συναλλαγών

(βλ.

ΕφΑΘ

730/2005,

ΕΕμπΔ

2005.741, Γ. Καράκωστα, Προστασία του καταναλωτή, ν. 2251/1994, σελ. 100
επόμ., Φ. Δωρή, Η εξειδίκευση της καλής πίστης στο άρθρο 2 του ν.
2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και η σημασία στο κοινό
δίκαιο, ΝοΒ 2000.737 επ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο, 1999, σελ. 17), και ο
έλεγχος που προαναφέρθηκε εντάσσεται στα πλαίσια της προστασίας του
καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου και του πελάτη της τράπεζας.
Τέλος, η αποδοχή ΓΟΣ εκ μέρους του καταναλωτή, με την ένταξη
τούτων στη συναφθείσα σύμβαση, δεν τους καθιστά έγκυρους, αν
βέβαια

ήταν

άκυροι,

διότι

οι

κανόνες

για

τον

έλεγχο

της

καταχρηστικότητάς τους, με βάση τα κριτήρια των παραγράφων 6 και 7
του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, από
την εφαρμογή των οποίων δεν είναι δυνατή η συμβατική παραίτηση
(άρθρο 3 ΑΚ, πρβλ Ολ. ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1219/2001).
Γ2. Ακυρότητα μέρους και ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης
Από το άρθρο 180 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι άκυρη δικαιοπραξία
θεωρείται σαν να μην έγινε και που έχει την έννοια ότι η άκυρη δικαιοπραξία
δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκονταν με αυτή, συνάγονται
τα εξής: Οι λόγοι της ακυρότητας προβλέπονται άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς
στο νόμο. Η ακυρότητα είναι κατά κανόνα απόλυτη, υπό την έννοια ότι
11

δύναται να την επικαλεσθεί όχι μόνο εκείνος που συνήψε τη μονομερή
δικαιοπραξία ή τη σύμβαση αλλά και οποιοσδήποτε άλλος. Εξάλλου κατά το
αρθ. 181 ΑΚ , η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης συνεπάγεται
ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι ολόκληρης, εκτός αν
συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ).
Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος είναι
ισχυρή, εκτός αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη
δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλ' απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο
αδιάσπαστο σύνολο (Βαθρακοκοιλης αρθ. 181 σελ 773).
Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για αναζήτηση κατά το χρόνο
της κατάρτισης της υποθετικής βούλησης των μερών, δηλαδή της
βούλησης που θα είχαν αυτά αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους και
όχι για ερμηνεία της βούλησης τους, αφού αυτή είναι δεδομένη ότι
κατευθυνόταν στη σύναψη της όλης δικαιοπραξίας (Βαθρακοκοίλης αρθ. 181
σελ 773) . Προϋποτίθεται συνεπώς άγνοια των μερών, κατά το χρόνο
σύναψης της δικαιοπραξίας, της ακυρότητας του μέρους γιατί αν τη
γνώριζαν, η γνώση τους υποδηλώνει βούληση για τη ισχύ του άκυρου μέρους
και συνεπώς η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο μέρος είναι ισχυρή, χωρίς την
επίκληση του άνω κανόνα.
Γ3. Με την από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργική Απόφαση όπως
αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ Ζ1-21/17-01-2011
και αφού λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001
ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και
1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί
αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το
γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν
ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την
προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994)
αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών
που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί
αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά
ιδρύματα με τους καταναλωτές», παραθέτοντας το σύνολο των ΓΟΣ που
12

έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί.
Κατά της ανωτέρω από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 Υπουργικής
Απόφασης η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών ήσκησε ενώπιον του Συμβουλίου
της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με την
υπ' αριθμ ΣτΕ 1210/2010, καθώς απέρριψε ως αβάσιμους τους περί του
αντιθέτου λόγους ακύρωσης της ΕΕΤ, που αφορούσαν μεταξύ άλλων τους
ανωτέρω Γενικούς Όρους Συναλλαγών της υπό κρίση συμβάσεως, οι οποίοι
κρίθηκαν ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και
περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση.
Μεταξύ των όρων που η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση
περιλαμβάνει ως απαγορευμένους, λόγω της καταχρηστικότητάς τους
είναι και «ο όρος που προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα
δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλης για την επίλυση διαφορών που θα
προκύπτουν από τη σύμβαση μεταξύ Πιστωτικού Ιδρύματος και
Καταναλωτή»

(ΥΑ

Ζ1-798/25-6-2008,

ΦΕΚ

Β,

1353,

όπως

αυτή

τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ Ζ1-21/17.01.2011, ΦΕΚ 21/Β'/18.01.2011
και ισχύει στο παρόν).
Γ4. Εν προκειμένω, μεταξύ της αντιδίκου και εμού υπεγράφη η υπ’
αριθμ … /… δανειακή σύμβαση η οποία, ενσωματώνεται αυτούσια στο σώμα
της παρούσας αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της και έχει επί λέξει ως
ακολούθως:
(ενσωματώνεται η σύμβαση)

13

Γ5. Στην ανωτέρω δανειακή σύμβαση περιλαμβάνονται ΓΟΣ οι οποίοι
έχουν ήδη νομολογηθεί άκυροι, ως καταχρηστικοί και ειδικότερα:
α)

Όρος…

:Περί

εισπράξεως

εξόδων

εξέτασης

αιτήματος

δανειοδοτούμενου και προέγκρισης δανείου (ΠολΠρωτΑθ 961/2007),
β)

Όρος…

:

Περί

προεισπράξεως

εξόδων

διαχείρισης

του

προεγκριθέντος δανείου (ΕφΑθ 5253/2003)
γ) Όρος… : Περί υπολογισμού των τόκων επί ετησίας βάσεως 360 μόνο
ημερών και όχι 365 (ΑΠ 430/2005),
δ) Όρος… : Περί δικαιώματος, μονομερούς μεταβολής του επιτοκίου
(ΕφΑθ 5253/2003)
ε) Όρος… : Περί πιστώσεως του δανείου σε λογαριασμό του πελάτη και
αμέσου εκτοκισμού πριν από την εκταμίευση (ΠολΠρωτΑθ 771/2007),
στ) Όρος… : Περί πλήρους αποδεικτικής ισχύος του αποσπάσματος
των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας ως προς την κίνηση του λογαριασμού
(ΕφΑθ 1558/2007) –
ζ) Όρος… : Περί εισπράξεως αποζημιώσεως σε περίπτωση πρόωρης
αποπληρωμής (ΑΠ 430/2005)
στ) Όρος… : Περί διαμορφώσεως επιτοκίου υπερβαίνοντος τα ανώτατα
εξωτραπεζικά επιτόκια, όπως αυτά ρυθμίζονται από κανονιστικές διοικητικές
πράξεις (ΑΠ 1219/2001)
Ωστόσο, οι ανωτέρω όροι, παρόλο που έχουν νομολογηθεί άκυροι
ως καταχρηστικοί και έχει απαγορευτεί η αναγραφή τους στις δανειακές
συμβάσεις, περιλαμβάνονται αυτούσιοι στην ανωτέρω δανειακή μου
σύμβαση και επέδρασαν στη διαμόρφωση του ύψους της οφειλής μου,
την ίδια στιγμή που καθαυτές οι δανειακές συμβάσεις δεν περιλαμβάνονται
στο κείμενο της αιτήσεως, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο για το Δικαστήριο
να διαπιστώσει, δυνάμει διατάξεων δημοσίας τάξεως, εάν οι δήθεν οφειλές
μου

διαμορφώθηκαν

από

την

λειτουργία

τέτοιων

παράνομων

και

καταχρηστικών όρων, ενώ περαιτέρω, είναι ουσιαστικά και δικονομικά
αδύνατο το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, όπως άλλωστε εκ του
Νόμου οφείλει, την εγκυρότητα των φερόμενων ως συμπεφωνημένων ΓΟΣ.
Επομένως, ενόψει του συντρέχοντος δικονομικού ζητήματος της
απόλυτης αοριστίας της υπό κρίση αιτήσεως, που γεννάται εξαιτίας αυτού του
λόγου, και την οποία ήδη προτείνω, προκειμένου για την καθ’ ολοκληρίαν
14

απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως, η αίτηση καθίσταται και αδύνατη προς
Δικαστική εκτίμηση, τουλάχιστο κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ασφάλεια
Δικαίου. Κατ’ αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη ελέγχεται λόγω ελλείψεως
νομίμου βάσεως, ούσα μη σύμφωνη με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος και
αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου θα πρέπει να ανακληθεί.
Δ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ
ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΑΝΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ΚΠολΔ,
των παρ 4, 5, 7 περ. λα του άρθρου 2, του δευτέρου εδαφίου της παρ 6 του
άρθρου 5 (όπως ο τίτλος και οι παρ 3 έως 5 του άρθρου 5 αντικαταστάθηκαν
με το άρθρο 3 Ν.3043/2002, ΦΕΚ Α 192/21-8-2002) του Ν. 2251/1994, από
τις διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου για
την ανάγκη επίτευξης του υψηλότερου δυνατού επιπέδου προστασίας του
καταναλωτή, όπως αυτή εξειδικεύτηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και
εκσυγχρονίστηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, (άρθρα 3
παρ 1 περ τα, 33 παρ 1 περ ε, 34 παρ 2, 81 παρ 3, 82 περ β, 87 παρ 2 περ
α, 95 παρ 3 και ιδίως το άρθρο 153 τίτλος XIV –υπό τον τίτλο «Προστασία
των καταναλωτών», της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής
Κοινότητας), συνάγεται, ότι το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο για την
εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως είναι το Ειρηνοδικείο το τόπου της
κατοικίας μας, δηλαδή το Ειρηνοδικείο Κορίνθου και όχι το Ειρηνοδικείο
Αθηνών, ενώπιον του οποίου φέρεται προς εκδίκαση η υπόθεση.
Εξάλλου, ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση κατά την οποία ήθελε
θεωρηθεί ότι συμφωνήθηκε παρέκταση της αρμοδιότητας δυνάμει σχετικού
Γενικού Όρου της ενδίκου συμβάσεως, και πάλι ο εν λόγω όρος είναι
απολύτως απαγορευμένος από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ Ζ1-798
Υπουργικής Απόφασης , με την οποία απαγορεύεται «ο όρος που
προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων συγκεκριμένης
πόλης για την επίλυση διαφορών που θα προκύπτουν από τη σύμβαση
μεταξύ Πιστωτικού Ιδρύματος και Καταναλωτή» (ΥΑ Ζ1-798/25-6-2008,
ΦΕΚ Β, 1353, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ Ζ121/17.01.2011, ΦΕΚ 21/Β'/18.01.2011 και ισχύει στο παρόν).

15

Συνεπώς,

προτείνουμε

την

ένσταση

αναρμοδιότητας

του

παρόντος Δικαστηρίου και ζητάμε την απόρριψη της αιτήσεως, ως
εισαγομένης ενώπιον αναρμοδίου κατά τόπο Δικαστηρίου, συμφώνως
των ανωτέρω.
Ε. Η ΝΟΜΗ
Η νομή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 974 998 ΑΚ). Ο ΑΚ διακρίνει την φυσική εξουσίαση του πράγματος (νομή σε
ευρεία έννοια) σε κατοχή και νομή (σε στενή έννοια, ΑΠ 1777/2007 ΧρΙδ
2008, 628). Κατοχή είναι η φυσική εξουσίαση του πράγματος με θέληση
κατοχής, ενώ νομή είναι η φυσική εξουσίαση που ασκείται με διάνοια
κυρίου, δηλαδή με πρόθεση κυριότητας (ΑΠ 1258/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420
/ 2003 ΕλλΔνη 2004, 1049, ΑρχΝ 2004, 192, ΑΠ 17/2004 ΕλλΔνη 2004, 816).
Έτσι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό
(corpus), που είναι ο φυσικός εξουσιασμός του πράγματος και το
πνευματικό (animus), δηλαδή τη βούληση του νομέα να εξουσιάζει το
πράγμα, όπως ο κύριος του, κάνοντας χρήση του με τον τρόπο που θα
το μεταχειριζόταν ο ιδιοκτήτης.
Η δε διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν
προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του
πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα
της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η
διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον
ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης,
χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του
νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την
πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini, ΑΠ 1589/2008 ΝΟΜΟΣ).
Στην περίπτωση που ελλείπει το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο
κατοχή, η οποία συνίσταται στην σωματική εξουσία απλώς του προσώπου
στο πράγμα είτε για λογαριασμό του, είτε και στο όνομα άλλου δυνάμει
εννόμου σχέσης («Το δίκαιο των ακινήτων», Βασίλης Τσούμας – Κατερίνα
Βούλγαρη, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2009, τ. Ι, σ. 295 επ).
Εν προκειμένω, η αντίδικος, ως προμηθευτής μου και εφόσον μου
μεταβίβασε εξ αρχής καταπιστευτικά την κυριότητα του αυτοκινήτου, με
16

σχετικό όρο που έθεσε τόσο επί της πιστοδοτικής συμβάσεως αλλά και επί
πάντων των εγγράφων που αφορούν το επίδικο κινητό πράγμα, παραμένει
όχι μόνο απλή κυρία αλλά και νομέας του κινητού πράγματος, εγώ δε, ως
καταναλωτής και αντισυμβαλλόμενός της, κατέστην απλός κάτοχος του
πράγματος (ΑΠ 1136/2000, ΕλΔ 42/1349) και ουδέποτε απέκτησα τη νομή,
ούτε και ως επιλήψιμη.
Ως εκ τούτου, είναι προδήλως αδύνατο να διαταχθώ να
αποδώσω τη νομή πράγματος, την οποία δεν απέκτησα ποτέ. Συνεπώς
και προδήλως εξ αυτού του λόγου, η προσβαλλόμενη απόφαση
τυγχάνει ανακλητέα και θα πρέπει να ανακληθεί.
ΣΤ. ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΥΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Κατά την 692 παρ 4 ΚΠολΔ, η οποία δεν περιέχει κατευθυντήρια
οδηγία, κατά την λεκτική διατύπωσή της, αλλά δεσμευτική για το δικαστήριο
διάταξη (βλ και Ηλιακόπουλο, Αρμ 38/270) ορίζεται ότι τα ασφαλιστικά μέτρα
δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου
ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση. Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης
αυτής είναι η αποτροπή δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων, που έτσι θα
απολήγουν σε ματαίωση του τελικού σκοπού της οριστικής δικαστικής
προστασίας. Πρέπει να αλέγχεται αν τα ζητούμενα ασφαλιστικά μέτρα
οδηγούν τελικά σε ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος, αποτέλεσμα
που υπάρχει όταν προκαλούν μόνιμες συνέπειες που ματαιώνουν τον
πρακτικό σκοπό της κύριας δίκης, λύνοντας στην ουσία οριστικά τη διαφορά,
δηλαδή συνέπειες που συνιστούν πλήρη ικανοποίηση του ασφαλιστέου
δικαιώματος και οι οποίες δεν μπορούν να ανατραπούν αν υπάρξει αντίθετη
οριστική κρίση, είτε η ανατροπή τους απαιτεί σημαντικές δαπάνες και
ιδιαίτερες ενέργειες, ή και την (αβέβαιη) σύμπραξη του αντιδίκου (Δημ.
Κράνης, Λειτουργικές δομές ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2003 679 επ., ιδίως σελ
682-683 και Βαθρακοκοίλης, «Ασφαλιστικά μέτρα», σελ 302-303, παρ 45α,
Αθήνα 2012, μετά της εκεί αναφερομένης ειδικής επί του θέματος
νομολογίας).
Εν προκειμένω, ένεκα της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης της
δανειοδότησης, επιχειρείται από την αντίδικο να της αποδοθεί το πράγμα.
17

Δηλαδή, επιχειρείται η ανεπίτρεπτη εμπραγματοποίηση μιας ενοχικής
συμβάσεως, κατά τρόπο, με τον οποίο το επιδιωκόμενο ασφαλιστικό μέτρο
αποκτά τον χαρακτήρα αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του δανειολήπτη,
επί πράγματος, το οποίο λογίζεται από την αντίδικο de facto ως ενέχυρο και η
αντίδικος ζητά να το αναλάβει εξ ολοκλήρου, την ίδια στιγμή που
παραβλέπονται, όχι μόνον οι μέχρι τώρα καταβολές μου αλλά και ο
δημιουργούμενος για εμένα κίνδυνος εκ της αποφάσεως αυτής, δοθέντος ότι
όλα τα ανωτέρω μεθοδεύονται:
(α) με διαδικασία ενώπιον προδήλως αναρμοδίου κατά τόπο Δικαστηρίου,
(β) αποσκοπώντας να αποφύγει η αντίδικος την κρίση περί της συντρέχουσας
ακυρότητας ή/και παρανομίας των ΓΟΣ, δυνάμει των οποίων διαμορφώνει το
ύψος της οφειλής της και συνακόλουθα αυτού, την δικαστική εκκαθάριση και
βεβαίωση του ύψους της αμφισβητούμενης οφειλής,
(γ) την ίδια στιγμή που διατηρεί, δυνάμει του σχετικού όρου υπ’ αριθμ … της
δανειακής συμβάσεως, τη δυνατότητα να προβεί σε εκποίηση του πράγματος,
εφόσον περιέλθει αυτό (το πράγμα) με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή της,
ενόψει της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, το αιτηθέν και ήδη διαταχθέν
ασφαλιστικό μέτρο, κατατείνει στην ολοκληρωτική, πλην όμως ανεπίτρεπτη
ικανοποίηση του αμφισβητούμενου δικαιώματος της αντιδίκου, με απόφαση
ασφαλιστικών μέτρων.
Ώστε ήδη, εκ της ενδίκου δανειακής συμβάσεως, την οποία επικαλείται
η αντίδικος ως νόμιμη αιτία των απαιτήσεών της και σε συνδυασμό με την
απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάσσει την απόδοση του
πράγματος, γεννάται ο μείζων κίνδυνος της πλήρους ικανοποιήσεως του
αμφισβητούμενου δικαιώματος της αντιδίκου, που επιλύει οριστικά τη
διαφορά, κατά παράβαση της 692 παρ 4 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, εκ του λόγου αυτού, η προσβαλλομένη, ως απόφαση
διατάσσουσα ασφαλιστικά μέτρα που κατατείνουν στην πλήρη ικανοποίηση
υποτιθέμενου δικαιώματος, τυγχάνει ανακλητέα και θα πρέπει να ανακληθεί.

Ζ. ΑΠΡΟΟΠΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ (ΑΚ 388)
Ζ1. Δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, το εν λόγω περιστατικό πρέπει να
είναι αντικειμενικά, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη,
18

ουσιώδες, ενόψει του είδους, του περιεχομένου και του σκοπού της σύμβασης
(αντικειμενικό κριτήριο).
Τα θεμελιώδη περιστατικά μπορεί να είναι γενικά, δηλαδή να αφορούν
κάθε όμοια σύμβαση (π.χ. νομοθετική και νομισματική σταθερότητα - ΑΠ
598/1992, ΑΠ 678/1996 - ο τιμάριθμος, η ειρήνη, οι συνήθεις καιρικές
συνθήκες, οι συνθήκες της αγοράς). Η μεταβολή των συνθηκών εκδηλώνεται
στην

πράξη

υπό

δυο

κυρίως

μορφές:

Είτε

α)

ως

αύξηση

των

προϋπολογισθέντων εξόδων παραγωγής ή προμήθειας ή εκτέλεσης της
παροχής για τον οφειλέτη (π.χ. λόγω αύξησης της αξίας των πρώτων υλών
για την κατασκευή του πωλούμενου πράγματος), είτε β) ως μείωση της
πραγματικής αξίας της προσδοκώμενης από τον δανειστή προσόδου, δηλαδή
συνήθως

της

χρηματικής

αντιπαροχής

(π.χ.

λόγω

υποτίμησης

του

νομίσματος).
Σύμφωνα με την ΑΚ 388, η μεταβολή των συνθηκών πρέπει να έλαβε
χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης. Σύμφωνα με την ΑΚ 388, η
μεταγενέστερη μεταβολή των συνθηκών πρέπει να οφείλεται σε «λόγους που
ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν».
Έκτακτοι νέοι λόγοι που δεν επέρχονται κατά την συνήθη πορεία των
πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά,
κοινωνικά, οικονομικά και λοιπά (ΑΠ 1171/2004, ΑΠ 678/1097, ΑΠ
1138/1990)

και

ενδεικτικά

αναφερόμενες

περιστάσεις

είναι

πόλεμοι,

επαναστάσεις, θεομηνίες, επιδημίες, η υποτίμηση του νομίσματος που
ξεπερνά τις συνηθισμένες νομισματικές διακυμάνσεις, αιφνίδια αύξηση του
τιμαρίθμου, απαγόρευση εξαγωγών κ.λπ. Το έκτακτο κρίνεται αντικειμενικά.
Τα γεγονότα αυτά πρέπει να είναι, επιπλέον, απρόβλεπτα για τους
συμβαλλόμενους κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με τους
κανόνες της συνήθους επιμέλειας, δηλαδή, δεν απαιτείται τα γεγονότα να
χαρακτηριστούν ως ανωτέρα βία.
Η επέμβαση του δικαστή στη σύμβαση κατά το ΑΚ 388 προϋποθέτει
ότι η απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών προκάλεσε αιτιωδώς την υπέρμετρη
επάχθεια της παροχής του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής. Αν η
εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη καθίσταται δυσβάστακτη για
αυτόν, σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη σύμφωνα με τις σύστοιχης

19

αρχές της καλής πίστης και της επιείκειας, επιβάλλεται η αναπροσαρμογή ή
λύση της σύμβασης (ΜΠρωτΚαβ 20/2001).
Δεν απαιτείται για την εφαρμογή της διάταξης η πρόκληση με
βεβαιότητα

οικονομικής

καταστροφής

του

οφειλέτη

σε

περίπτωση

εκπλήρωσης της παροχής, ούτε όμως αρκεί η απλή ζημία ή αντιμετώπιση
δυσχερειών για την εκ μέρους του τήρηση της σύμβασης. Η συνδρομή των
ανωτέρω προϋποθέσεων γεννά, κατά την ΑΚ 388, διαπλαστικό δικαίωμα του
θιγόμενου από την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών οφειλέτη να ζητήσει
από το Δικαστήριο την αναπροσαρμογή ή τη λύση της σύμβασης.
Σύμφωνα με τη διάταξη, η αναπροσαρμογή ή λύση της σύμβασης
προϋποθέτει την έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης. Ο οφειλέτης
μπορεί να ασκήσει το διαπλαστικό του δικαίωμα, είτε με διαπλαστική αγωγή ή
ανταγωγή είτε κατ' ένσταση, δηλαδή με αυτοτελή αμυντικό ισχυρισμό κατά της
αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της υποχρέωσης του από τη
σύμβαση η καταδίκη του στην οφειλόμενη συμβατική παροχή.
Εν προκειμένω, ολόκληρος ο οικονομικός προγραμματισμός μας είχε
δομηθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα προ της επελεύσεως της
οικονομικής κρίσεως, περί της οποίας για πρώτη φορά έγινε από επίσημα
χείλη λόγος το έτος 2009 (ομιλία του τότε Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου
Καραμανλή

στην

εκδήλωση

της

έναρξης

της

Διεθνούς

Έκθεσης

Θεσσαλονίκης). Μάλιστα, κατά τη φυσική και συνήθη εξέλιξη των πραγμάτων
υπολογίζαμε βάσιμα, σε διαρκώς βελτιούμενα και αυξανόμενα εισοδήματα,
αφού αυτό συνέβαινε μέχρι τότε. Με τα δεδομένα αυτά, υπολογίζαμε ότι θα
μπορούσαμε να συνεχίσουμε να εξυπηρετούμε τις υποχρεώσεις μας, έναντι
της αντιδίκου, δίχως ποτέ να καταστούμε υπερήμεροι ή και να περιέλθουμε
σε αδυναμία καταβολής των οφειλομένων.
Οι πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν προ της επελεύσεως της
οικονομικής κρίσης, αποτελούν κατά την έννοια του νόμου, περιστατικά, στα
οποία, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη
στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης.
Ωστόσο από την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, το Μάιο του
2010, το οποίο κυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων με το Ν. 3845/2010, [ο
οποίος ήδη κρίθηκε αντισυνταγματικός από τα Δικαστήρια της ουσίας δυνάμει
της υπ’ αριθμ 599/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο
20

διενέργειας διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας του
ανωτέρω

Νόμου]

ολόκληρος

ο

οικονομικός

μου

προγραμματισμός

ανατράπηκε, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατο να καλύπτω τις απαιτήσεις
των πιστωτών μου.
Το οικονομικό περιβάλλον μεταβλήθηκε εκ των υστέρων, από λόγους
που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από εμένα και από τη
μεταβολή αυτή η παροχή μου, υπό την ιδιότητά μου ως δανειολήπτηοφειλέτη, ενόψει και της εξεταζόμενης αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής
και δίχως την παραμικρή δική μου υπαιτιότητα.
Όλα τα παραπάνω, δεν αποτελούν αυθαίρετα συμπεράσματα εμού,
του αιτούντος, αλλά αποδεικνύονται σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης
από την από Ιουνίου 2012 έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τον τίτλο
«EU Employment and Social Situation, Quarterly Review, June 2012»,
σύμφωνα με τα στοιχεία της οποίας, το 68% του πληθυσμού της χώρας ζει
κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή με εισόδημα κάτω από το 60% του
μέσου εθνικού εισοδήματος, ενώ την ίδια ώρα διαθέτει πάνω από το 40% του
πενιχρού αυτού εισοδήματος για το ενοίκιο ή την αποπληρωμή στεγαστικού
δανείου.
Ο αριθμός των αστέγων αυξάνεται δραματικά, η ανεργία είναι στα ύψη
και δεν αναμένεται να μειωθεί, ενώ πολύ μεγάλο ποσοστό νέων είναι έτοιμο
να εγκαταλείψει τη χώρα.
Οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 400.000 το πρώτο τρίμηνο του
2012 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2011. Το 64% των Ελλήνων
ηλικίας 15-35 ετών (27% για περιορισμένο χρονικό διάστημα και 37%
μακροπρόθεσμα) δηλώνουν έτοιμοι να εγκατασταθούν και να εργαστούν σε
άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Οι άστεγοι αυξήθηκαν κατά 25% σε σχέση με το 2009
και ανέρχονται σε τουλάχιστον 20.000 πολίτες.
Μάλιστα, στην Έκθεση υπογραμμίζεται ότι λόγω της κρίσης έχει
αυξηθεί ο αριθμός των αστέγων με υψηλή μόρφωση που είχαν ικανοποιητικό
βιωτικό επίπεδο, χωρίς ψυχολογικά προβλήματα ή προβλήματα εξάρτησης, οι
οποίοι, πλέον, «δεν τα βγάζουν πέρα», έχοντας χάσει τη δουλειά τους.
Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει έρευνα του Χρηματιστηριακού
αναλυτή, Διευθυντή της GSTA Ltd, WTAEC Ltd, Πάνου Παναγιώτου,
σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα βιώνει την τρίτη μεγαλύτερη οικονομική
21

ύφεση της σύγχρονης ιστορίας της ανθρωπότητας, έχοντας ξεπεράσει αυτή
των ΗΠΑ, μετά το κραχ του 1929.
Όπως επισημαίνει ο ερευνητής, πηγαίνοντας πίσω, μέχρι το 1700μΧ,
μόνο σε δυο άλλες περιπτώσεις έχουν υπάρξει μακροβιότερες υφέσεις: Από
το 1980 έως το 1997 στη Λιβερία, μια χώρα της Δυτικής Αφρικής και από το
1989 μέχρι το 1997 στο Τατζικιστάν, μια χώρα στα σύνορα με το Αφγανιστάν
(στοιχεία BBC UK).
Αμέσως μετά ακολουθεί η ύφεση της Ελλάδας, η οποία κατά το χρόνο
συντάξεως και καταθέσεως της παρούσας, αναμένεται να συνεχιστεί
τουλάχιστον για ένα χρόνο και πιθανόν για δυο ή και περισσότερα.
Δεν είναι, όμως, μόνο η διάρκεια της ελληνικής ύφεσης που αποτελεί
ιστορικό ρεκόρ αλλά και το κόστος της που είναι ασύλληπτο.
Πέρα από το γεγονός του αποκλεισμού της χώρας από τις
αγορές, της αναδιάρθρωσης του χρέους της (μέσω του PSI) και της ανάγκης
για πολυετή άντληση δανείων από την Τρόικα (δηλ την ΕΕ, την ΕΚΤ και το
ΔΝΤ) με παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας (ενδεικτικά αναφέρεται το γεγονός,
ότι το δίκαιο που διέπει τις δανειακές συμβάσεις αλλά και το πρόγραμμα της
αναδιάρθρωσης του Ελληνικού χρέους –PSI- συμφωνήθηκε να είναι το
Αγγλικό, με αποτέλεσμα η Ελληνική Πολιτεία να αποξενωθεί από τις
προστατευτικές διατάξεις του Εθνικού Δικαίου, να παραιτηθεί αμετάκλητα και
άνευ όρων και εν τέλει να απολέσει κάθε ασυλία της, ως υπαγόμενη στο State
Immunity Act -1978- συμφωνώντας και σε παρέκταση της αρμοδιότητας των
Δικαστηρίων του μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου), η χώρα έχει
υποστεί μέχρι στιγμής αθροιστική μείωση του ΑΕΠ της κατά 20%.
Μόνο από τη μείωση αυτή του ΑΕΠ, τη μείωση της τιμής βασικών
περιουσιακών
τραπεζικών

στοιχείων

καταθέσεων,

(ακινήτων,
το

κόστος

αυτοκινήτων,
ξεπερνά

μετοχών)

κατά

πολύ

και

των

το

μισό

τρισεκατομμύριο ευρώ.
Το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο κατά 200% του Ελληνικού ΑΕΠ.
Το οικονομικό κόστος του σεισμού και του τσουνάμι που ακολούθησε
στην Ιαπωνία το 2011 ήταν της τάξης του 4% του ΑΕΠ της χώρας
εκείνης…
Επιπλέον, η Ελλάδα έχει βρεθεί στην 4η, πλέον, χειρότερη θέση στον
κόσμο στην ανεργία. Χάνονται θέσεις εργασίας με τον ταχύτερο ρυθμό
22

διεθνώς. Η χώρα έχει υποστεί την δεύτερη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των
αναπτυγμένων κρατών στην αγορά κατοικίας, τη μεγαλύτερη μείωση μισθών
και συντάξεων διεθνώς, καταγράφει το μεγαλύτερο ρυθμό στο κλείσιμο
επιχειρήσεων,

τη

μεγαλύτερη

αύξηση

στους

δείκτες

κοινωνικού

και

οικονομικού πόνου στα αναπτυγμένα κράτη, τη μεγαλύτερη αύξηση στο
δείκτη απαισιοδοξίας, τη μεγαλύτερη αθροιστική πτώση στις τιμές των
περιουσιακών στοιχείων ως ποσοστό του ΑΕΠ, τη μεγαλύτερη αύξηση σε
έμμεσους φόρους.
Η περιουσία του Έλληνα έχει υποστεί συντριπτικό πλήγμα. Η
αγοραστική του δύναμη έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 50%. Ένας μισθωτός
χρειαζόταν κατά μέσο όρο το 30% ενός μισθού για να αγοράσει 1000 λίτρα
πετρέλαιο τη δεκαετία του 2000. Από την αυγή της νέας δεκαετίας μέχρι
σήμερα απαιτείται πάνω από το 100% ενός μισθού για την αγορά 1000
λίτρων πετρελαίου θέρμανσης.
Από την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, το Μάιο του 2010, το
οποίο κυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων με το Ν.3845/2010, μέχρι
σήμερα, οι άνεργοι έχουν αυξηθεί κατά περίπου 700.000, με κίνδυνο ο
αριθμός της αύξησης να φτάσει στο 1 εκατομμύριο ανθρώπους, μέχρι το
2013, ανεβάζοντας το σύνολο των ανέργων στο 1,6 εκατομμύρια πολίτες.
Οι οικονομικές συνέπειες της εκτόξευσης της ανεργίας είναι τεράστιες.
Η ανάγκη καταβολής επιδομάτων ανεργίας, η μείωση της αγοραστικής
δύναμης τόσο για τον άνεργο όσο και για την οικογένειά του, η μείωση στα
έσοδα του κράτους από φόρους και εισφορές, η απογείωση των ιδιωτικών
πτωχεύσεων, η αδυναμία αποπληρωμής δανείων, κάλυψης ασφαλιστικών
εισφορών, πληρωμής τελών και φόρων, είναι μερικές μόνο από αυτές τις
συνέπειες.
Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθεί το κοινωνικό κόστος από
την ανεργία. Μελέτες αποδεικνύουν πως κάποια από τα προβλήματα που
συνδέονται με την ανεργία είναι η αύξηση ασθενειών εξαιτίας αδυναμίας
κάλυψης ιατρικών αναγκών, διατάραξη της ψυχικής υγείας των ανέργων,
αύξηση περιστατικών ενδοοικογενειακής έντασης και βίας, ενίσχυση της
κοινωνικής

και

πολιτικής

αστάθειας,

αύξηση

της

εγκληματικότητας,

υποβάθμιση επιπέδου ζωής, υποβάθμιση επιπέδου μόρφωσης, ανασφάλεια,
απαισιοδοξία κλπ.
23

Ιατρικές μελέτες συνδέουν την κρίση με την μείωση των γεννήσεων και
του μέσου όρου ζωής,, την αύξηση των θανάτων, των αυτοκτονιών και των
λοιμώξεων.
Όπως επί λέξει γράφει ο αναλυτής, «Αν τα δυο πρώτα χρόνια του
δεύτερου Μνημονίου προκαλέσουν αντίστοιχη βλάβη με αυτήν των δυο
πρώτων ετών του πρώτου Μνημονίου, τότε το καλοκαίρι του 2014 η
Ελλάδα θα μετρά 2,4 εκατομμύρια ανέργους και το κόστος από την
απομείωση των περιουσιακών στοιχείων θα έχει ξεπεράσει το 1
τρισεκατομμύριο ευρώ.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα μιλάμε για οικονομική γενοκτονία των
Ελλήνων.»
Ζ2. Εν προκειμένω, εγώ εργάζομαι ως… πλην όμως ένεκα των
ανωτέρω, τα εισοδήματά μου …
Συνεπώς, η δραστική συρρίκνωση των μηνιαίων εισοδημάτων μου, σε
συνδυασμό με ανωτέρω αναφερθέντα αντικειμενικά γεγονότα, καθώς επίσης
και σε συνδυασμό με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων της
αντιδίκου ενόψει της αδιάλειπτης τοκοφορίας των απαιτήσεών της αλλά και
της διαρκούς κεφαλαιοποίησης και λογιστικοποίησης των παραγόμενων
τόκων ακόμα και επί δημοσιονομικών εισφορών (!!!), το διαρκώς αυξανόμενο
κόστος ζωής, η διαρκώς αυξανόμενη (αν και αντισυνταγματική) φορολογία
αλλά και από την άλλη πλευρά, η ανάγκη καλύψεως των στοιχειωδών
αναγκών της διαβίωσης εμού και της οικογενείας μου, εντός των ορίων που
θέτει το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(Ν. 53/1979) και το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα
Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (19-12-1966, που
κυρώθηκε με τον Ν. 1532/1985, ΦΕΚ Α 45), ως μέσου συνετού ανθρώπου,
μετέτρεψε τις κανονικά εξυπηρετούμενες απαιτήσεις σε επαχθή οικονομικά
βάρη τα οποία, πλέον αντικειμενικά και ανυπαιτίως αδυνατώ να
εξυπηρετήσω από λόγους τους οποίους, ούτε μπορούσα να προβλέψω, ούτε
να αποτρέψω.
Ως εκ τούτου δικαιούμαι και ήδη ζητώ από το Δικαστήριο να αναγάγει
τις υποχρεώσεις μου στο μέτρο που αρμόζουν εκ των συνθηκών,
συνυπολογίζοντας τις συνολικές μέχρι τούδε καταβολές μου, να
24

αποφασίσει τη μείωση της πίστωσης, τουλάχιστον κατά το μέρος της
αντίστοιχης μειώσεως του ελληνικού ΑΕΠ, όπως αυτό αναφέρεται
ανωτέρω, ήτοι τουλάχιστον κατά 20%, δυνάμει της υπ’ αριθμ Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β΄/ 21 Μαρτίου 1991) Υπουργικής Αποφάσεως, με
την οποία προσαρμόστηκε η Ελληνική Νομοθεσία προς τις διατάξεις
των

Οδηγιών

του

Συμβουλίου

των

Ευρωπαϊκών

Κοινοτήτων

87/102/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1986 και 90/88/ΕΟΚ της 22ας
Φεβρουαρίου

1990

«για

την

προσέγγιση

των

νομοθετικών,

κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, που
διέπουν την καταναλωτική πίστη» που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη
Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθμ. L 42 της 12.2.1987 και
L. 61 της 10.3.90 αντιστοίχως, άλλως και επικουρικώς να αποφασίσει τη
λύση της σύμβασης κατά το μέρος που επιδιώκεται η ικανοποίηση
αισχροκερδών απαιτήσεων, άλλως να αναγνωριστεί ότι εκτελέστηκαν σε
βάρος μου παρανόμως συμβατικοί όροι ευθέως παράνομοι, άλλως άκυροι ως
καταχρηστικοί, επερχομένης,

κατ’ αυτό

τον τρόπο, απόσβεσης

των

υποχρεώσεων παροχής που πηγάζουν από την προσβαλλόμενη σύμβαση,
κατά το υπερβάλλον μέρος, άλλως κατά το παράνομο μέρος, άλλως κατά το
άκυρο ως καταχρηστικό μέρος της εξεταζόμενης σύμβασης, για όσους λόγους
ήδη αναφέρθηκαν και για όσους θα προστεθούν στη συζήτηση της παρούσας.
Η. ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ (ΑΚ 281)
Η1. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «η άσκηση
του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που
επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός
σκοπός του δικαιώματος» μπορεί να αξιοποιηθεί στο σχετικό πλαίσιο εφόσον
γίνει δεκτή η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της στις γενικότερες ελευθερίες
και επομένως και στη συμβατική ελευθερία.
Η εκμετάλλευση από τον συναλλακτικά ισχυρό χρήστη της οικονομικής
και διανοητικής κατωτερότητας του αντισυμβαλλομένου του προκειμένου να
επιβάλει μονομερώς γενικούς όρους που αντίκεινται στο δίκαιο, χωρίς αυτό να
δικαιολογείται από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης συναλλαγής,
συνιστά θεσμική κατάχρηση στην άσκηση της συμβατικής ελευθερίας.

25

Η κατάχρηση της συμβατικής ελευθερίας του χρήστη των ΓΟΣ έγκειται
στο ότι η επιβολή επαχθών (καταχρηστικών)

όρων στον αδύναμο

αντισυμβαλλόμενό του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η
συναλλακτική (αντικειμενική) καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός
σκοπός του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας, ο οποίος είναι καταρχήν η
εξίσωση

των

αντίρροπων

συμφερόντων

μέσω

της

ανταποδοτικής

συναλλακτικής σχέσης των συμβαλλομένων μερών. Καταχρηστικοί είναι,
λοιπόν, οι ΓΟΣ που ανατρέπουν τη συμβατική ελευθερία και ευνοούν τη
δημιουργία

προϋποθέσεων

εκμεταλλεύσεως

του

συναλλακτικά

μειονεκτούντος.
Η2. Η αντίδικος γνωρίζει τις μέχρι τώρα καταβολές μου για την
εξόφληση της οφειλής. Εντούτοις, τις καταβολές αυτές τις απέκρυψε από το
δικάσαν Δικαστήριο. Από τα αναφερόμενα στην κριθείσα αίτηση στοιχεία αλλά
και από τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη, δεν αναφέρεται πουθενά
το συνολικό ποσό, που έχω καταβάλει προς απόσβεση των απαιτήσεων της
αντιδίκου, κατά τρόπο που αποδεικνύει, ότι η αντίδικος απέκρυψε με πρόθεση
από το Δικαστήριο σημαντικό και ουσιώδες στοιχείο, για το σχηματισμό
πλήρους δικανικής πεποίθησης και μάλιστα, με ασφάλεια δικαίου, κατά
παράβαση τόσο του ΑΚ 281 όσο και του 116ΚΠολΔ, αναφορικά με το
καθήκον αληθείας περί την αναφορά αληθινών γεγονότων.
Η3. Μάλιστα, η αντίδικος προχωρά με θρασύτητα ένα βήμα παραπέρα:
Αν και παραλείπει να αναφέρει τις μέχρι τώρα καταβολές μου, ωστόσο
εισάγει, προδήλως παράνομο αίτημα, με το οποίο αιτείται την ολοκληρωτική
ικανοποίηση του υποτιθέμενου δικαιώματός της. Δοθέντος δε, ότι έχει
διατηρήσει την κυριότητα επί του πράγματος, ζήτησε (και όλως παραδόξως
έγινε δεκτό το αίτημά της), να της αποδοθεί και η νομή, άλλως και η κατοχή
του κινητού πράγματος.
Δηλαδή, η αντίδικος ζήτησε και εν τέλει (με την προσβαλλομένη
απόφαση) έλαβε ολόκληρη την παροχή της, την ίδια στιγμή που η δική μου
αντιπαροχή έχει, τουλάχιστον, κατά ένα μέρος ήδη εκπληρωθεί και το μέρος
αυτό, όχι μόνο έπρεπε να τεθεί σε γνώση του δικάσαντος Δικαστηρίου αλλά
συν τοις άλλοις, θα έπρεπε να σταθμιστεί, από το δικάσαν Δικαστήριο, αφού,
26

ενόψει της ολοκληρωτικής ικανοποιήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου (και
μάλιστα, με απόφαση ασφαλιστικού μέτρου!), όλα όσα κατέβαλλα συνιστούν
αδικαιολόγητο πλουτισμό της, από αιτία που έληξε, άλλως από αιτία που δεν
επακολούθησε και δικαιούμαι να τα αναζητήσω με τις διατάξεις για τον
αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ).
Εδώ έγκειται και το παράδοξο: Η αντίδικος εν τέλει, θα έχει
καταστεί πλουσιότερη επί ζημία μου και άνευ νομίμου αιτίας, άλλως για
αιτία που έληξε ή/και δεν επακολούθησε και μάλιστα, με όπλο της μια…
δικαστική απόφαση!
Η4. Τέλος, η αντίδικος, καταχρηστικά, άκυρα και παράνομα επιδιώκει
να επιβάλλει σε βάρος μου ασφαλιστικό μέτρο το οποίο δεν δικαιολογείται
από πουθενά, καθώς το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο δεν είναι ούτε
πρόσφορο, ούτε η ικανό, ούτε stricto sensu ανάλογο (κατ’ άρθρο 25 του
Συντάγματος), ώστε να εξυπηρετήσει την μερική εκπλήρωση του δικαιώματος
της αντιδίκου, στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά
εξυπηρετεί άλλους άδηλους και σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικούς και
παρανόμως σκοπούς της αντιδίκου. Το επιδιωκόμενο ασφαλιστικό μέτρο,
παραβιάζει

ευθέως

την

Συνταγματικά

κατοχυρωμένη

αρχή

της

αναλογικότητας (25Σ), αφού για φερόμενη συνολική ληξιπρόθεσμη απαίτηση
της αντιδίκου, ύψους …€ ευρώ, ζητά να της αποδοθεί το πράγμα που έχει
τρέχουσα εμπορική αξία περί τις… χιλιάδες ευρώ (….000€). Συνεπώς, η
αντίδικος ζητά να απολαύσει περισσότερα από όσα είναι ανάλογα για την
ικανοποίηση της απαιτήσεώς της και επομένως, η απαίτησή της αυτή, όπως
εισάγεται προς δικαιοδοτική κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας τυγχάνει
απολύτως αποκρουστέα, όχι μόνο από τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας
αλλά κι από κάθε έννοια Δικαίου.
Επειδή, έχω προφανές έννομο συμφέρον να ζητήσω την ανάκληση
της προσβαλλόμενης αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου …
και την εξαφάνισή της για όλους τους ανωτέρω λόγους.
Επειδή η παρούσα μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής και θα
αποδειχθεί με έγγραφα και μάρτυρες και κάθε άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο.

27

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Και τα κατά τη συζήτηση προστεθησόμενα, συν τη ρητή επιφυλάξει
παντός νομίμου δικαιώματός μου
ΑΙΤΟΥΜΑΙ
1. Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου.
2. Να ανακληθεί στο σύνολό της η υπ’ αριθμ … απόφαση
ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου … και άπαντα τα διαταχθέντα δι’
αυτής ασφαλιστικά μέτρα.
3. Να ακυρωθεί, άλλως να παύσει οποιαδήποτε πράξη εκτελέσεως της
προσβαλλομένης αποφάσεως, μέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί
της κυρίας δίκης, άλλως μέχρι τη συζήτηση της παρούσας.
4. Σε περίπτωση αποδοχής της παρούσας μου και επί της ουσίας της
υποθέσεως, για όσους λόγους αναφέρθηκαν στο ιστορικό, να απορριφθεί
ολοσχερώς η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής της αντιδίκου.
5. Να καταδικασθεί η αντίδικος στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη και
την αμοιβή του πληρεξουσίου μου δικηγόρου.
………………, …/…/201…
Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

28