ΜΟΡΦΟΒΟΥΝΙ

το χωριό – οι κάτοικοι – τα επαγγέλματα

Από τον Γ. Ι. Βασιλούλη
ΤΟ ΧΩΡΙΟ
Το Μορφοβούνι ήταν πάντα το μεγαλύτερο σε πληθυσμό από όλα τα χωριά του ορεινού
όγκου του νομού. Στην ευρύτερη περιοχή αποκαλείται «ηρωϊκό». Αυτή η προσωνυμία έχει
βέβαια κάποια εξήγηση, δεν δόθηκε τυχαία.
Θα προσπαθήσουμε πολύ συνοπτικά, να επιχειρήσουμε μια ιστορική αναδρομή από
την εμφάνιση του χωριού, καθώς και την καταγραφή των γεγονότων που του απέδωσαν
τον παραπάνω επιθετικό προσδιορισμό.
Η εμφάνισή του ως οικισμού σύμφωνα με ερευνητές, χρονολογείται από αιώνες. Το
πιθανότερο είναι ότι βρίσκονταν στα ριζά του κάμπου, κοντά στην περιοχή της Ράζιας,
όπου η ανασφάλεια, η έλλειψη νερού και η εμφάνιση πιθανής επιδημίας, ανάγκασε τους
μακρινούς προγόνους μας να ανηφορίσουν, γύρω στα τέλη του 13ου αιώνα. Το περίεργο
είναι πως δεν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Αη Γιώργη, όπου έχει άφθονο νερό. Ίσως
πάλι να ήθελαν να αγναντεύουν τον κάμπο από ψηλότερα. Έτσι έφτασαν στη σημερινή
τοποθεσία όπου και εγκαταστάθηκαν.
Το χωριό απλώνεται στην πλαγιά του βουνού πίσω από το οποίο βρίσκεται το
οροπέδιο της Νευρόπολης και η Λίμνη Νικολάου Πλαστήρα. Λόγω του επικλινούς του
εδάφους, το υψόμετρο ξεκινά από τα χαμηλότερα σπίτια στα 740 μέτρα και φτάνει στα 880
στα ψηλότερα..
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, όλα τα χωριά της επαρχίας
Καρδίτσας (η Καρδίτσα τότε αποτελούσε επαρχία του νομού Τρικάλων), εντάχθηκαν σε
ένα δήμο με έδρα φυσικά την Καρδίτσα. Το 1883, δημιουργήθηκαν 13 δήμοι μεταξύ των
οποίων και ο δήμος Νευρόπολης στον οποίον ανήκε το χωριό μας. Το 1899 συστάθηκε ο
νομός Καρδίτσας και το 1912 αποφασίστηκε η κατάργηση των δήμων, η οποία λόγω των
βαλκανικών πολέμων, εφαρμόστηκε από τις αρχές του 1914. Τότε για πρώτη φορά
εμφανίζεται και το χωριό μας ως ανεξάρτητη κοινότητα με το όνομα Βουνέσι = μπενέτσε =
βενέσ’ = βνέσι = καλός τόπος. Ή αλλιώς Βονέτσι = Βουνέσι = νέο χωριό. Σε Μορφοβούνι
(Ομορφοβούνι = όμορφο βουνό), μετονομάστηκε το 1928, αλλά εξακολουθούσε και
εξακολουθεί να αναφέρεται με την παλιά του ονομασία (πηγή Παν. Νάνος). Ο καταργηθείς
δήμος Νευρόπολης, με έδρα τον Μεσσενικόλα, απαρτίζονταν από τα χωριά:
Χωριό
Μεσσενικόλας
Αγ. Γεώργιος
Πορτίτσα
Σερμενίκο (Φυλαχτή)
Πεζούλα (Μπεζούλα)
Βουνέσι
Βλάσδο (Μοσχάτο)
Κερασιά
Στούγκο (Κρυονέρι)
Νεοχώρι

Κάτοικοι
461
668
242
404
199
773
651
304
347
426

Όπως φαίνεται και από τον παραπάνω πίνακα, το χωριό μας ήταν πάντα το μεγαλύτερο από
όλα τα χωριά της περιοχής. Ως κοινότητα λειτούργησε ως το 1998, οπότε εντάχθηκε με τα
γειτονικά χωριά Μεσσενικόλα, Μοσχάτο, Λαμπερό και Κερασιά, στον καποδιστριακό
δήμο Ν. Πλαστήρα ως έδρα του δήμου.
Το 2010 με τη συνένωση των καποδιστριακών δήμων και ύστερα από συντονισμένες
και επίπονες προσπάθειες των τοπικών παραγόντων, προεξάρχοντος του δημάρχου,
διατήρησε και πάλι την έδρα του νέου ορεινού καλλικρατικού δήμου Λίμνης Πλαστήρα.
Στην μακραίωνη ιστορία του γνώρισε πολλές καταστροφές, εξ’ου και το «ηρωϊκό».
Στα 1770 οι ορθόδοξοι Ρώσοι, θέλοντας να κυριαρχήσουν στη Βαλκανική έναντι των
Τούρκων, προέτρεψαν σε εξέγερση τους ορθόδοξους πληθυσμούς, αρχίζοντας από τη
Μάνη της Πελοποννήσου, με επικεφαλής τους στρατιωτικούς αδερφούς Ορλώφ. Η
εξέγερση, γνωστή ως ορλωφικά, απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι δε πρόγονοί μας
αφού συμμετείχαν στην εξέγερση, πλήρωσαν οδυνηρά το τίμημα, επειδή η όλη επιχείρηση
πνίγηκε στο αίμα.
Το χωριό τότε πυρπολήθηκε και η πλειοψηφία των κατοίκων σφαγιάστηκαν. Στην
επανάσταση του 1821, αργότερα στους βαλκανικούς πολέμους καθώς και στην
μικρασιατική εκστρατεία, οι πρόγονοί μας δήλωσαν πάντα παρόντες. Στην κατοχή και στον
εμφύλιο που ακολούθησε, το χωριό γνώρισε απανωτές καταστροφές. Τον Ιούνιο του 1943
οι Ιταλοί ύστερα από τον βομβαρδισμό που προηγήθηκε, έκαψαν το άδειο χωριό, αφού οι
κάτοικοί του πρόλαβαν να φύγουν, εκτός από ορισμένους ηλικιωμένους που τους
εκτέλεσαν στους δρόμους.
Τους καπνούς από την πυρπόληση του χωριού παρακολουθούσαν οι χωριανοί με πολύ
πόνο και σπαραγμό, από τις πλαγιές των βουνών πάνω από τη λίμνη, όπου κατέφυγαν για
να γλυτώσουν. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς , οι Γερμανοί επιχείρησαν να
αποτελειώσουν ό,τι άφησαν όρθιο οι Ιταλοί, αλλά η κακοκαιρία που ακολούθησε τους
εμπόδισε. Στον εμφύλιο που ακολούθησε επίσης ο φόρος αίματος ήταν πολύ μεγάλος.
Τα θύματα εκείνης της περιόδου, όπως τα παρουσιάζει αναλυτικά στο βιβλίο του ο
Ηλίας Νασιάκος, είναι:
Αλβανικό μέτωπο
Κατοχή 1941-44
Εμφύλιος 1946-49
Σύνολο

2
34
57
93

Μεσούντος του εμφυλίου τον Μάϊο του 1947, με εντολή του εθνικού στρατού και με τη
δικαιολογία ότι προμήθευαν με τρόφιμα τους αντάρτες του δημοκρατικού στρατού καθώς
και για να περιορίσουν τη στρατολόγηση νέων ανταρτών, το χωριό εκκενώθηκε και οι
χωριανοί βρέθηκαν πρόσφυγες στα χωριά του κάμπου, οι περισσότεροι στη Μητρόπολη. Η
οδύσσεια της προσφυγιάς διήρκησε έως τον Σεπτέμβρη του 1949.Υπέφεραν τα πάνδεινα
μέσα σε άθλιες συνθήκες, στοιβαγμένοι πολλοί άνθρωποι διαφορετικών οικογενειών και
χωριών πολλές φορές στο ίδιο δωμάτιο και άλλες στα πρόχειρα υπόγεια καταφύγια από τον
φόβο των συγκρούσεων μεταξύ των αντιμαχόμενων στρατιωτικών δυνάμεων. Η επιστροφή
στο χωριό, ύστερα από την πάνω από δύο χρόνια εξαντλητική περιπλάνηση, ήταν μια
παράταση της ταλαιπωρίας τους. Έπρεπε να στήσουν πάλι από την αρχή τα ρημαγμένα
νοικοκυριά τους και να ανασυνταχθούν με ανύπαρκτα μέσα και υποδομές, ενώ ο εμφύλιος
συνεχίζονταν.
Ηρωϊκό λοιπόν το χωριό μας, γιατί οι ηρωϊκοί κάτοικοί του δήλωσαν παρόντες σε
όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της χώρας.

Έθιμα και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Μέχρι την κατεδάφιση του παλιού σχολείου και τη μεταφορά του στο νέο άνετο κτίριο του
Αη Νικόλα, το χωριό μας δεν διέθετε μια στοιχειώδη πλατεία, εκτός του μικρού χώρου
μπροστά στη βρύση στο μεσοχώρι.
Το 1968 κατεδαφίστηκε η παλιά εκκλησία. Μέχρι το 1974 που λειτούργησε η
καινούργια, ο εκκλησιασμός γίνονταν στην Αγία Παρασκευή. Με τη λειτουργία της νέας
εκκλησίας μορφοποιήθηκε και η κεντρική μας πλατεία η οποία έδωσε άλλη όψη στο
χωριό. Ιδιαίτερα από το 1976 που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο ιερέας μας Βασίλης Νάνος
η ενότητα εκκλησίας - πλατείας λειτουργεί άψογα. Ο σύλλογός μας βρήκε ένα χώρο για
τις εκδηλώσεις του Πάσχα και κυρίως του Δεκαπενταύγουστου, που από τότε
συγκεντρώνει τους απόδημους χωριανούς και πολλούς επισκέπτες.
Στον κάτω όροφο της εκκλησίας, ύστερα από πολλές προσπάθειες των ανθρώπων του
συλλόγου και άλλων χωριανών, λόγω της σφοδρής αντίδρασης του τότε μητροπολίτη,
δημιουργήθηκε το 1988, αποκλειστικά με δαπάνες του συλλόγου και προσωπική εργασία
πολλών μελών του –το συνολικό κόστος ξεπέρασε τα δύο εκατομμύρια δραχμές –το
πνευματικό κέντρο με αίθουσα διαστάσεων 22 επί 15 μέτρων, το οποίο αργότερα
ανακαινίστηκε από τη δημοτική αρχή. Αποτελεί έργο πολιτιστικής πνοής για το χωριό και
τον χώρο πολλών συνεδρίων και πάσης φύσεως εκδηλώσεων. Το 1999 με την επίσκεψη
στο χωριό του συμπολίτη συγγραφέα Αντώνη Σαμαράκη, το πνευματικό κέντρο πήρε το
όνομά του. Από δε το 2001 καθιερώθηκε και διεξάγεται προς τιμήν του ετήσιος
λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος με μεγάλη επιτυχία.
Σε ιδιόκτητο κτίριο επίσης στην είσοδο του χωριού από τον Μεσσενικόλα, στεγάζεται
το μουσείο Νικολάου Πλαστήρα, ως τμήμα του κέντρου ιστορικών μελετών Ν. Πλαστήρα,
που δημιουργήθηκε το 1994 προς τιμήν του μεγάλου τέκνου του χωριού μας.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί η προσφορά του συγχωριανού μηχανικού Ηλία Νασιάκου, ο
οποίος λόγω και της ιδιότητάς του, συνέδραμε τα μέγιστα στον προγραμματισμό και την
κατασκευή των παραπάνω τεχνικών έργων, ιδιαίτερα της εκκλησίας και του πνευματικού
κέντρου.
Τον δεκαπενταύγουστο το χωριό «βουλιάζει» στην κυριολεξία από τους απόδημους
κατοίκους του αλλά και αρκετούς επισκέπτες. Δημιουργούνται βραδιές διασκέδασης με
αποκορύφωμα το λαϊκό πανηγύρι στην πλατεία του χωριού. Στις πολιτιστικές εκδηλώσεις
σημαντικό ρόλο έπαιξε η παράδοση των νέων του χωριού στην ενασχόληση τους με το
ερασιτεχνικό θέατρο.
Οι δεκαετίες 1950 και 1960 υπήρξαν το αποκορύφωμα αυτών των εκδηλώσεων από
νεολαίους, οι οποίοι ντύθηκαν ηθοποιοί και ερμήνευσαν με μεγάλο ζήλο, κυρίως τα
κωμειδύλια της εποχής, των συγγραφέων Κορομηλά και Περεσιάδη.
Ο διπλός χορός, πανάρχαιο έθιμο των χωριανών, εξακολουθεί να συγκεντρώνει πολύ
κόσμο το απόγευμα ανήμερα του Πάσχα. Τα πολυφωνικά τραγούδια του διπλού χορού, που
αποτελούν ανεκτίμητο θησαυρό πολιτιστικής κληρονομιάς, ηχογραφήθηκαν από
ανθρώπους τους συλλόγου και κυκλοφορούν σε δίσκους. Το κάψιμο του αφανού επίσης
συνεχίζεται μέχρι σήμερα και δημιουργεί μια φαντασμαγορική ατμόσφαιρα στην ώρα της
ανάστασης. Τα λοκατζάρια, άλλο πανάρχαιο έθιμο, διατηρείται επίσης κυρίως από τους
νέους του συλλόγου, την παραμονή των Θεοφανείων.
Την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, οι απανταχού χωριανοί συγκεντρώνονται για
εκκλησιασμό και αντάμωμα, παλιότερα και με παραδοσιακά καζανίσια τοπικά
εδέσματα, στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Το μοναστήρι που βρίσκεται σε ειδυλλιακή
τοποθεσία Β.Α. του χωριού, χτίστηκε το 1858 και για αρκετό χρονικό διάστημα
χρησιμοποιήθηκε λόγω του εξαιρετικού του κλίματος ως σανατόριο , με τη χορηγία του
αξιόλογου μητροπολίτη Ιεζεκιήλ. Ως σανατόριο λειτούργησε τα χρόνια 1936 έως 1940.

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ
Στη δεκαετία του 1950, η δημιουργία της τεχνικής λίμνης του ποταμού Μέγδοβα με τα
μεγάλα τεχνικά έργα των σηράγγων από όπου θα περνούσαν οι αγωγοί του νερού για να
λειτουργήσουν το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος, έδωσε δουλειά στο
εργατικό δυναμικό του χωριού και οικονομική ανάσα στους χωριανούς και τα
καταστήματα. Την περίοδο εκείνη γνώρισαν μεγάλη άνθηση οι πολλές ψησταριές και τα
κοκορέτσια και σπληνάντερα των Αντώνη Κυριαζή (Αντώνα) και Σεραφείμ Κατσίκα
έγιναν ξακουστά σε όλη την περιοχή. Τα χρηματικά ποσά επίσης που δόθηκαν ως
αποζημίωση των εδαφικών εκτάσεων που καλύφτηκαν από τη λίμνη, έδωσαν μεγάλη
οικονομική ώθηση σε πολλούς χωριανούς, ορισμένοι εκ των οποίων τις αντικατέστησαν με
άλλες εκτάσεις του κάμπου.
Μετά την αποπεράτωση όμως του έργου οι χωριανοί βρέθηκαν και πάλι αντιμέτωποι
με το φάσμα της ανεργίας. Πολλοί αναζήτησαν δουλειά σε διάφορα τεχνικά έργα ανά την
Ελλάδα, όπως στην κατασκευή των εργοστασίων λιγνίτη της περιοχής Πτολεμαϊδας, στην
κατασκευή του φράγματος του ποταμού Αχελώου καθώς και σε άλλα τεχνικά έργα . Στην
συντριπτική τους όμως πλειοψηφία οι νέοι μετανάστευσαν στα αστικά κέντρα κυρίως σε
Αθήνα, Βόλο, Καρδίτσα και λιγότεροι σε Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Τρίκαλα. Αρκετοί επίσης
έφυγαν στο εξωτερικό, κυρίως σε Γερμανία, και Σουηδία.
Οι περισσότεροι κατέφυγαν στην Αθήνα όπου τους περίμενε το δίδυμο Μάρκου
Τσούλα – Ηλία Γιαννάκου, οι οποίοι με το ενδιαφέρον που έδειξαν και τη συμπαράστασή
τους, αποτέλεσαν τους πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε η εκεί βουνεσιώτικη
παροικία.
Το 1976 δημιουργήθηκε με έδρα πάντα την Αθήνα ο σύλλογος των απανταχού
Μορφοβουνιωτών με πρωτεργάτες τους παραπάνω δύο, αλλά και άλλους χωριανούς.
Αργότερα ο σύλλογος ίδρυσε παραρτήματα σε Βόλο και Καρδίτσα και από τον Γενάρη του
1987 κυκλοφόρησε την εφημερίδα Μορφοβουνιώτικη Φωνή, η οποία λειτουργεί χωρίς
διακοπή μέχρι σήμερα.
Στην απογραφή του 1961, οι κάτοικοι του χωριού ήταν 1412 άτομα, στη συντριπτική
τους πλειοψηφία μόνιμα κατοικούντες εκεί. Έκτοτε άρχισε , όπως προαναφέραμε, η
εσωτερική κυρίως μετανάστευση και ο πληθυσμός του χωριού μπήκε σε φθίνουσα τροχιά.
Η τελευταία απογραφή του 2001 παρουσιάζει 1204 κατοίκους, οι περισσότεροι των οποίων
ζουν μόνιμα στα αστικά κέντρα που προαναφέραμε, χωρίς βέβαια να χάσουν ποτέ την
επαφή τους με το χωριό, όπου το επισκέπτονται σε μόνιμη βάση το Πάσχα, τα
Χριστούγεννα και ιδιαίτερα το καλοκαίρι.
Προσωπικότητες
Η μεγαλύτερη προσωπικότητα που ανέδειξε το χωριό, ένεκα της οποίας έγινε γνωστό στο
πανελλήνιο, είναι εκείνη του Νικολάου Πλαστήρα. Για τη δράση και την προσφορά στη
χώρα, του θρυλικού Μαύρου Καβαλάρη έχουν γραφτεί πολλά βιβλία και είναι ίσως η
μοναδική δημόσια προσωπικότητα που είναι πανελλαδικά αποδεκτή από φίλους και
αντιπάλους. Ο μεγάλος λαϊκός ζωγράφος Δημήτρης Γιολδάσης, καθώς επίσης και ο
σύγχρονος συγγραφέας και μεγάλος ανθρωπιστής Αντώνης Σαμαράκης, που έλκουν την
καταγωγή τους από το χωριό, προσθέσανε σε αυτό ιδιαίτερη αίγλη.
Στον χώρο της επιστήμης, το χωριό ανέδειξε και αναδεικνύει λαμπρούς επιστήμονες
πρώτης και δεύτερης γενιάς. Καθηγητές πανεπιστημίων, εκπαιδευτικοί και των άλλων
βαθμίδων, γιατροί, δικηγόροι, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί,

καθώς και επιστήμονες διαφόρων άλλων ειδικοτήτων, είναι περήφανοι για την καταγωγή
τους από το ηρωικό Βουνέσι.
Στον επιχειρηματικό κόσμο άξιοι επιχειρηματίες σε διάφορες πόλεις καθώς και στο
εξωτερικό διαπρέπουν τιμώντας το χωριό μας. Άριστοι τεχνίτες οικοδομών και άλλων
ειδικοτήτων επίσης έχει το χωριό πολλούς να επιδείξει.
Στον χώρο της πολιτικής εκπροσωπηθήκαμε στη βουλή από τον χωριανό Ευριπίδη
Καφαντάρη, στη δε τοπική αυτοδιοίκηση ο νυν δήμαρχός μας Δημήτρης Τσιαντής, είναι ο
αδιαφιλονίκητος δημοτικός άρχοντας της ευρύτερης περιοχής επί σειρά ετών.
Στον χώρο του θεάματος αναδείχτηκαν αξιόλογοι ερμηνευτές δημοτικών τραγουδιών,
όπως ο Γιώργος Νάκος, που ήταν και ηθοποιός, οι Αντώνης και Σωτήρης Σκούφης, καθώς
και ο σύγχρονος στο λαϊκό τραγούδι Δημήτρης Κατοίκος.

ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Όπως δείχνουν και τα στοιχεία των απογραφών, το χωριό μας υπήρξε πάντοτε κεφαλοχώρι,
το μεγαλύτερο της περιοχής. Εκτός από το κυρίως χωριό μέχρι τη δεκαετία του 1960
αρκετοί χωριανοί ήταν μόνιμα εγκαταστημένοι στον οικισμό Ραχωβίτσα που κάποτε
έφτανε στους 60-70 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνταν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία
κυρίως αιγοπροβάτων…
Η καλλιέργεια της γης, κυρίως στις περιοχές Ράζια, Κατηνάρι, Αη Γιώργη και
Νευρόπολη, η κτηνοτροφία κυρίως αιγοπροβάτων, η εμπορία καυσόξυλων μικρής έκτασης
στα χωριά του κάμπου, καθώς και η παρασκευή ξυλανθράκων από ορισμένες οικογένειες
για τις ανάγκες των σιδηρουργών του χωριού, ήταν οι κύριες ασχολίες των χωριανών. Σε
παλιότερες εποχές και μέχρι τη δεκαετία του 1950, ανθούσε το δύσκολο και συγχρόνως
επικίνδυνο επάγγελμα της λαθραίας εμπορίας οικοδομήσιμης ξυλείας. Η προμήθεια του
εμπορεύματος γίνονταν από τα ορεινότερα χωριά και διαθέτονταν ύστερα από παραγγελία
στα χωριά του κάμπου. Το ιδιότυπο αυτό εμπόριο γίνονταν πάντα τη νύχτα προς αποφυγή
των μπλόκων των δασοφυλάκων, με τους οποίους πολλές φορές έδιναν μάχες με
πραγματικά πυρά.
Επειδή οι χωριανοί στην πλειοψηφία τους ήταν κοινωνικοί άνθρωποι και γλεντζέδες,
συντηρούσαν στο χωριό αρκετά καταστήματα, ιδιαίτερα την εποχή της κατασκευής των
έργων του Μέγδοβα, στα περισσότερα των οποίων διασκέδαζαν τρώγοντας και
τραγουδώντας, πίνοντας το ντόπιο μαύρο κρασί.
Έγινε μια προσπάθεια να καταγραφούν τα καταστήματα και οι καταστηματάρχες,
καθώς και τα λοιπά επαγγέλματα των χωριανών σε βάθους χρόνου. Συμπαραστάτη στην
προσπάθειά μου αυτή είχα τον Ηλία Νασιάκο. Χρήσιμες πληροφορίες μου έδωσε επίσης
και ο Σωκράτης Τουλιάς καθώς και άλλοι χωριανοί.
Οι κοινοτάρχες
Όπως προαναφέρθηκε, το χωριό ως ανεξάρτητη κοινότητα λειτούργησε μετά την
κατάργηση των 13 δήμων του νομού Καρδίτσας το 1912 και τέθηκε σε εφαρμογή λόγω
των βαλκανικών πολέμων, το 1914. Ως πρώτος πρόεδρος της κοινότητας εμφανίζεται ο
Δημήτριος Νάνος, τον οποίον διαδέχτηκε ο Χρήστος Γιαννάκος στη διετία 1917 - 1918.

Από το 1919 έως την κήρυξη του πολέμου του 1940, υπηρέτησαν την κοινότητα οι
παρακάτω πρόεδροι:
Τσούλας Κωνσταντίνος
Κουτσώνας Γεώργιος
Κοντοστέργιος(Κωστούλας) Γεώργιος
Βασιλούλης Κωνσταντίνος.
Παλαπέλας Ηλίας.
Από το 1940 έως το 1961 αναδείχτηκαν οι παρακάτω:
Γκανούρης Βασίλειος
Κατσακιώρης Δημήτριος
Κατσακιώρης Απόστολος
Τσούλας Γεώργιος
Κουτσώνας Αντώνιος
Κατσακιώρης Χρήστος
Καφαντάρης Πέτρος
Καφαντάρης Παύλος.
Στη συνέχεια ομαλοποιείται η κατάσταση της ανάδειξης των προέδρων ανά τετραετία, με
εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας. Στην νεότερη αυτή περίοδο ως πρόεδροι
διετέλεσαν οι παρακάτω:
Τουλιάς Σωκράτης
Πλαστήρας Γεώργιος
Τουλιάς Σωκράτης
Πλαστήρας Γεώργιος
Τσιαντής Δημήτριος (παππούς)
Κοντοστέργιος Λάμπρος
Νάνος Θωμάς
Νάνος Θωμάς
Νασιάκος Χρήστος
Τσιαντής Δημήτριος

1962-1964
1965-1967
1967-1974
1975-1978
1979-1982
1983-1986
1987-1990
1991-1992
1993-1994
1995-1998

Εδώ τελειώνει ο βίος των κοινοτήτων με την δημιουργία των καποδιστριακών δήμων. Ο
Δημήτριος Τσιαντής εκλέχτηκε ως δήμαρχος σε τρεις συνεχόμενες θητείες: 1999-2002,
2003-2006, 2007-2010. Το 2010 με τη συνένωση των καποδιστριακών δήμων
δημιουργήθηκε ο καλλικρατικός δήμος Λίμνης Πλαστήρα, όπου και πάλι εκλέχτηκε ως
δήμαρχος ο Δημήτριος Τσιαντής.
Ο κοινοτικοί γραμματείς
Μέχρι το 1950 ως γραμματείς απασχολούνταν είτε οι ίδιοι οι πρόεδροι, είτε άλλα
πρόσωπα που γνώριζαν γραφή και ανάγνωση. Από την χρονολογία αυτή και μέχρι το 1986

καθήκοντα γραμματέα άσκησε ο πρόσφατα εκλιπών Στεριάδης Κοντοστέργιος. Μετά τη
συνταξιοδότησή του το πόστο αυτό ανέλαβε η Κωνσταντίνα Κοτοπούλη.
Οι ιερείς
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, υπηρέτησαν στην εκκλησία του χωριού οι
παρακάτω ιερείς:
Σακελαρίου Δημήτριος
Σακελαρίου Αθανάσιος
Παπαζαρκάδας Γεώργιος
Αγόρης Γεώργιος
Πλάκας Χρήστος
Καναβός Χριστόδουλος
Νάνος Βασίλειος (από το 1976)
Οι δάσκαλοι
Το δημοτικό σχολείο του χωριού ιδρύθηκε επίσημα από το κράτος το 1882. Στην αρχή
στεγάζονταν σε διάφορα οικήματα τα οποία διέθεταν τις υποτυπώδεις συνθήκες
στέγασης ,έως το 1929, οπότε κατασκευάστηκε το κτίριο στη σημερινή πλατεία , εκεί όπου
μάθαμε τα πρώτα γράμματα οι περισσότεροι χωριανοί. Αργότερα, όπως όλοι θυμόμαστε,
κατεδαφίστηκε και μεταφέρθηκε σε περισσότερο άνετο και σύγχρονο κτίριο στην περιοχή
του Αη Νικόλα. Η αστυφιλία συντέλεσε στο να μην υπάρχουν σήμερα παιδιά προκειμένου
να λειτουργεί το δημοτικό μας σχολείο.
Από την έναρξη της λειτουργίας του σχολείου έως το 1890, δίδασκαν διάφοροι ιερείς
και άλλοι οι οποίοι ήξεραν γραφή και ανάγνωση. Ως πρώτος επίσημος δάσκαλος
εμφανίζεται το 1890 ο Λάμπρος Πανταζής και ακολουθούν πολλοί στο μακρύ κατάλογο
που πέρασαν από το χωριό. Όσους μπόρεσα να εντοπίσω τους παραθέτω χρονολογικά:
Βασαρδάνης Απόστολος
Παπαδημητρίου Ηλίας
Μπαλάφας Αναστάσιος
Κοτρώτσιος Θωμάς
Παπαποστόλου Θωμάς
Ζαρκάδας Γεώργιος
Μόσιαλος Λάμπρος
Μόσιαλος Ηλίας
Γερούκης Ηλίας
Θανοπούλου Ιουλία(από Μεσσενικόλα)
Κόφφας Στέφανος
Αμβρόσιος Βασίλειος(από Νεοχώρι)
Τσιανάκα Αστερία
Μηλίτσης Χρήστος
Ανυφαντής Νίκος
Καψάλης Ηλίας
Γιαννακός Λαμπρος

1891
1892-94
1894-95 και 1905-1921
1895-1902
1902-904
1904-1905
1921
1936
1942
1943
1944
1949

Από από το 1950 και έως το 2010, έτος κατάργησης του σχολείου μας, υπηρέτησαν στο
χωριό 78 δάσκαλοι, μεταξύ των οποίων οι αγαπημένοι μας Θωμάς Κυρίτσης και Καλιόπη
Κάκου, καθώς και οι χωριανοί μας Θωμάς Κοντούλης, Ελένη Μανώλη – Ρόπη,
Παναγιώτης Ζούκας και Θωμάς Νάνος.
Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον αγαπημένο μας δάσκαλο Θωμά Κυρίτση, από τα
Κανάλια, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια στο χωριό, στις δεκαετίες 1950-1960, υπήρξε
μεγάλος παιδαγωγός και έμαθε «καλά» γράμματα σε πολλά βουνεσιωτάκια. Αργότερα
πήρε προαγωγή και υπηρέτησε στην επιθεώρηση δημοτικής εκπαίδευσης Καρδίτσας και
μέχρι το τέλος της ζωής του είχε πάντα επαφές με το χωριό το οποίο και επισκέπτονταν
συχνά..
Καταστήματα και καταστηματάρχες
Όπως προαναφέραμε, το χωριό λόγω του μεγάλου πληθυσμού διατηρούσε πάντα πολλά
καταστήματα. Ξεκινώντας από την αριστερά πλευρά του δρόμου ερχόμενοι από τον
Μεσενικόλα, βρίσκουμε κατά σειρά τα παρακάτω:
1. ΠΑΝΘΕΟΝ. Το εξοχικό κέντρο διασκέδασης στον νταϊραγα, των Γ. Κυριαζή και Γ.
Γαλανούλη, λειτούργησε στη χρυσή περίοδο του λαϊκού τραγουδιού στις δεκαετίες
1960-70, κυρίως ως στέκι της νεολαίας. Έκτοτε λειτουργεί κατά διαστήματα έως και
σήμερα υπό διάφορες διευθύνσεις.
2. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Το νεότερο κατάστημα του χωριού, λειτουργεί από τον Δεκέμβρη του
2010 υπό τον Σωτήρη Νάνο, ιδιοκτησίας Δημ. Κοντοστέργιου. Ένα εστιατόριο
συστηματικό που έλειπε από το χωριό.
3. ΔΙΑΝΑ. Το θρυλικό κρασοπουλειό με τους αλησμόνητους Γιώργο Κυριαζή και Θωμά
Γαλανούλη. Βρίσκονταν εκεί που σήμερα έχει την κατοικία του ο Δημήτρης Παϊσης.
4. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ Σωκράτη Τουλιά. Ένα από τα αρχαιότερα και μεγαλύτερα
καταστήματα του χωριού. Λειτούργησε στη δεκαετία του 1920 με τον Βαγγέλη
Καφαντάρη και από το 1940 έως και σήμερα με τον Σωκράτη Τουλιά.
5. ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ Καραθάνου. Στη δεκαετία του 1960 λειτούργησε ως χασαποταβέρνα με
τον Βασίλη Κυριαζή και στη συνέχεια με τους Νίκο και Μήτσο Πλαστήρα. Σήμερα
στο ένα μέρος της αίθουσας κατασκευάστηκε κατοικία ιδιοκτησίας Γιάννη Γκανούρη
και το υπόλοιπο λειτουργεί ως καφετέρια με τον Θωμά Καραθάνο.
6. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ Γκανούρη. Στη δεκαετία του 1920 όταν ακόμη ήταν ισόγειο,
λειτούργησε πρώτα για ένα διάστημα ως κηροπλαστείο από τον Θανασούλα Καφετζή
και αργότερα το 1925 ως χασαποταβέρνα από τον Αποστόλη Κατσακιώρη. Περιήλθε
ύστερα στην οικογένεια του Βασ. Γκανούρη και έκτοτε λειτουργεί ως παντοπωλείο με
σημερινό ιδιοκτήτη τον Νίκο Γκανούρη.
7. ΠΑΤΣΙΑΟΥΡΑΣ. Στο εργαστήρι αυτό από τη δεκαετία του1950 έως πρόσφατα, ο
Σωτήρης Πατσιαούρας κατασκεύαζε πολύτιμα αντικείμενα. Και τι δεν έφτιαχνε.
Γκιούμια, φανάρια, κοπάνες, γκαζοκάντηλα, λούκια, καρδάρες, κόσκινα, κορνίζες και
ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο και χρήσιμο για τα νοικοκυριά του χωριού.

8. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ Αποστόλου Κατσακιώρη. Λειτούργησε από το 1928 έως το 1980.
Σήμερα είναι κλειστό.
9. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ Χρήστου Κατσακιώρη. Λειτουργεί επίσης από το 1928 πρώτα με
τον αρχικό του ιδιοκτήτη και αργότερα έως και σήμερα με τον Γιώργο Κατσακιώρη.
10. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ Γρηγορίου. Ένα από τα μεγαλύτερα και κεντρικότερα καταστήματα
του χωριού. Το 1920 για πρώτη φορά λειτούργησε με τον Χρήστο Σκούφη. Το 1940
περιήλθε στον Ηλία Παλαπέλα που πρόσθεσε σε αυτό εργαστήριο γλυκισμάτων και
τυροκομικών προϊόντων. Από το 1975 έως και σήμερα το εκμεταλλεύεται ο Φώτης
Γρηγορίου με τον γιο του Ηλία.
11. ΚΡΑΣΟΠΩΛΕΙΟ - ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ Ο ΕΛΑΤΟΣ. Λειτούργησε με τον ιδιοκτήτη του
Θωμά Κυριαζή από το 1960 έως το 1999. Σήμερα στεγάζει τις κυψέλες του
μελισσοκόμου Χρήστου Νασιάκου.
12. ΚΡΑΣΟΠΩΛΕΙΟ Τ’ΑΜΠΡΙ. Λειτούργησε στη δεκαετία του 1960 για μικρό χρονικό
διάστημα με τον Αποστόλη Σκούφη. Βρίσκονταν εκεί που σήμερα έχει την κατοικία
του ο Γιάννης Νάνος.
13. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ- ΚΡΑΣΟΠΩΛΕΙΟ του Σκούφη. Ανήκε στον Λάμπρο Σκούφη στη
δεκαετία του 1960. Σήμερα χρησιμοποιείται ως κατοικία από τους κληρονόμους του.
14. ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΩΜΑ. Λειτούργησε με τον Θωμά Ρεφενέ
από το 1950 έως το 2008. Φημισμένη για το υπέροχο κοκορέτσι.
15. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ. Το κατάστημα αυτό άλλαξε πολλούς ιδιοκτήτες. Αρχικά το 1935 το
λειτούργησε ο Χρήστος Γιαννάκος, στη συνέχεια ο Κώστας Γιαννάκος και ύστερα τη
σκυτάλη πήραν ο Δημήτρης Σακελαρίου το 1950-1956 και αργότερα ο Θωμάς
Γιαννάκος. Σήμερα είναι κλειστό.
16. ΨΗΣΤΑΡΙΑ- ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ. Το θρυλικό κρασοπουλειό με τους υπέροχους
μεζέδες. Κεμπάπ, σπληνάντερα και κοκορέτσια ήταν ξακουστά σε όλη την περιοχή.
Αρχικά στη δεκαετία του 1930 με τον Αντώνη Κυριαζή (Αντώνα) και αργότερα με τον
Σεραφείμ Κατσίκα τον οποίο διαδέχτηκα ο γιος του Αποστόλης. Σήμερα είναι κλειστό.
17. ΚΡΑΣΟΠΩΛΕΙΟ -ΨΗΣΤΑΡΙΑ. Στο ισόγειο της κατοικίας της οικογένειας
Αλεξανδρή, λειτούργησε στη δεκαετία του 1930 με τον Κώστα Γκανούρη και στη
συνέχεια ως καφενείο με τον Αλέκο Κατσίκα. Στη δεκαετία του 1960 για ένα διάστημα
λειτούργησε ως παντοπωλείο με τον Φώτη Γρηγορίου και ως σφαιριστήριο για τους
νεολαίους με τον Κώστα Αλεξανδρή. Σήμερα είναι κλειστό.
18. ΨΗΣΤΑΡΙΑ Σκούφη. Ο χώρος αυτός στέγασε το μεγαλύτερο κατάστημα που
λειτούργησε ποτέ στο χωριό. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Χρήστος Σκούφης από το 1930 έως
το 1947. Προμήθευε εκτός από τους χωριανούς και τους κάτοικους των επάνω χωριών
με τρόφιμα, ρουχισμό, είδη οικιακής χρήσης καθώς και «αξεσουάρ» των ζωντανών,
όπως καπίστρια, σαμάρια, τριχιές, λειμαριές και ό,τι δήποτε άλλο χρειάζονταν εκείνη
την εποχή οι κάτοικοι των χωριών. Αργότερα το οίκημα περιήλθε στον Αποστόλη
Σανιδά και χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα ως κρασοπωλείο από τον Ηλία
Κατσακιώρη και τα αδέρφια του. Στη συνέχεια περιήλθε στον Ηλία Σκούφη που το

λειτούργησε ως ψησταριά και κρεοπωλείο, τον οποίον διαδέχτηκε ο γιος του
Αποστόλης. Σήμερα λειτουργεί ως ψησταριά με τους απόγονους του Αποστόλη.
19. ΚΑΦΕΝΕΙΟ του Τουλιά. Το μεγαλύτερο καφενείο του χωριού, λειτουργεί από το
1920. Στην αρχή στεγάζονταν στο ισόγειο και είχε είσοδο από το κάτω μέρος. Αρχικός
ιδιοκτήτης του ήταν ο Δημήτριος Τουλιάς. Αργότερα περιήλθε στον Βασίλη Τουλιά, ο
οποίος το διαμόρφωσε όπως είναι σήμερα. Στη συνέχεια το λειτούργησε ο γιος του
Δημήτρης. Μετά τον αναπάντεχο χαμό του Δημήτρη έμεινε για ένα διάστημα κλειστό
και σήμερα λειτουργεί με τον Βασίλη Παϊση, εγγονό του ΒασίληΤουλιά.
20. ΨΗΣΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ. Ένα από τα ζωντανά στέκια του χωριού, το
εκμεταλλεύεται ο Τρύφωνας Σακελαρίου με τους δυο γιους του Κώστα και Δημήτρη.
Στη δεκαετία του 1960 λειτούργησε για ένα διάστημα ως καφενείο με τον Δημήτρη
Λεων. Τουλιά.
21. ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ. Λειτουργεί τα τελευταία χρόνια με τον Αποστόλη Βαλταδώρο και
είναι μία από τις ανερχόμενες επιχειρήσεις του χωριού. Παλιότερα, στη δεκαετία του
1960, λειτούργησε για ένα διάστημα ως κρασοπωλείο με τον Αναστάσιο Ρεφενέ.
22. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ του Βράκα. Λειτούργησε από το 1940 και ήταν ένα από τα
μεγαλύτερα καταστήματα του χωριού, με είδη παντοπωλείου, υφάσματα, άλευρα,
ζωοτροφές. Για αρκετά χρόνια ο Θωμάς Βράκας που το εκμεταλλεύονταν με τον
αδερφό του Παναγιώτη, το λειτούργησε και ως ραφείο. Σήμερα είναι κλειστό.
23. ΨΗΣΤΑΡΙΑ του Λατίνου. Λειτούργησε στα χρόνια 1984-90 με τον Αποστόλη Λατίνο
κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Σήμερα είναι κλειστό.
24. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ- ΨΗΣΤΑΡΙΑ του Καλαντζή. Λειτουργεί συνεχώς από το 1950
αρχικά με τον Χρυσόστομο Καλαντζή και στη συνέχεια μέχρι σήμερα με τον γιο του
Βαγγέλη.
25. ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ του Αλκίδα. Λειτούργησε με τον Αλκιβιάδη Σταμογιώργο στα
χρόνια 1970-1990. Σήμερα είναι κλειστό.
26. ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟ της πλατείας. Ένα ζωντανό στέκι του χωριού λειτουργεί σήμερα με
τον Θωμά Ευαγγ. Κυρίτση.
27. ΚΡΑΣΟΠΩΛΕΙΟ του Κατσιγιάννη. Λειτούργησε για ένα διάστημα στις αρχές της
δεκαετίας του 1960, και εξυπηρετούσε τους μερακλήδες του απάνω μαχαλά.
Οι ζωέμποροι (τσαμπάσηδες)
Από το χωριό μας κατάγονταν οι περισσότεροι τσαμπάσηδες (μεταπράτες) του νομού. Στα
ζωοπάζαρα των δεκαετιών 1920-1970, η πλειοψηφία των ζωεμπόρων ήταν βουνεσιώτες.
Από το συγκεκριμένο επάγγελμα διατηρώ προσωπικά βιώματα, λόγω της
αποκλειστικής ενασχόλησης του πατέρα μου με αυτό, τον οποίο συχνά βοηθούσα και έτσι
σεργιάνισα καβάλα στο άλογο το μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής Ελλάδας τα καλοκαίρια
που είχα διακοπές από το σχολείο. Οι βουνεσιώτες τσαμπάσηδες ήταν άριστοι γνώστες
στην επιλογή των μεγαλόσωμων κυρίως ζώων- άλογα, μουλάρια- καθώς και των τόπων

αγοράς και πώλησής των. Γνώριζαν για παράδειγμα, πως οι αγορές της Θήβας και της
Λειβαδιάς είχαν ανάγκη από μεγαλόσωμα μουλάρια για την άροση των μεγάλων πεδινών
εκτάσεων που διέθεταν, πριν από την επικράτηση της μηχανικής καλλιέργειας, ενώ
αντίθετα το Καρπενήσι τα Γρεβενά και η Ελασσόνα κοντόσωμα, λόγω των ορεινών
εδαφών στα οποία κινούνται ευκολότερα. Γιαυτό πριν από κάθε ζωοπάζαρο έπαιρναν
σβάρνα παζάρια και χωριά για να προμηθευτούν τα κατάλληλα για την περίσταση ζώα.
Δύο μεγάλες οικογένειες κυριάρχησαν στο συγκεκριμένο επάγγελμα από τις αρχές του
προηγούμενου αιώνα: Οι Κυριτσαίοι και οι Σανιδαίοι. Κοντά τους μαθήτευσαν και έγιναν
άριστοι γνώστες του επαγγέλματος και πολλοί άλλοι οι οποίοι το άσκησαν ως κύρια
ασχολία, λιγότεροι δε περιστασιακά.
Από τη μεγάλη οικογένεια Κυρίτση δραστηριοποιήθηκαν οι Νάσιος, Γιώργος,
Μήτσιος, Κώστας, Tάσιος, Βασίλης, Αντώνης και Θωμάς. Από την οικογένεια Σανιδά,
στην ίδια χρονική περίοδο συναντούμε τους: Γιώργο, Κωνσταντή, Δημητράκη, Αποστόλη,
Αγγελάκη, Θωμά, Χρήστο, Θωμά , Βασίλη, Ηλία και τους νεότερους Σωτήρη, Μήτσο,
Νικόλα και Σεραφείμ.
Άλλοι χωριανοί τσαμπάσηδες υπήρξαν οι: Θωμάς και Μήτσος Γάτος, Γιάννης
Βασιλούλης, Γιώργος Παπαδούλης, Αντώνης Κουτσώνας, Μήτσος Τσιαντής, Χρήστος και
Ηλίας Χούτας, Χρήστος Γόρδιος. Ασχολήθηκαν επίσης και οι Κώστας Κατσακιώρης,
Ηλίας Σταύρου, Στέφανος Τουλιάς, Αποστόλης Πανταζής, Σωτήρης Κοντοστέργιος,
Κώστας και Βασίλης Σακελαρίου, Γιώργος Καλαντζής, Βασίλης Κωσταρέλος. Παλιοί
τσαμπάσηδες επίσης ήταν οι Τάκος Κυριαζής και ο γιος του Κώστας.

Λοιπά επαγγέλματα
Δικολάβος: Κώστας Τσούλας(1910-1940)
Ράφτες: Πολύζος Λάζαρος, Ζαχαρής Χρήστος, Πετζόπουλος Κώστας,
Τσαντούλας Ηλίας, Πανταζής Βαγγέλης, Βράκας Θωμάς.
Σαμαράδες: Κυρίτσης Γιάννης, Καλαντζής Βασίλης.
Σιδηρουργοί: Μήτσος, Γιώργος και Βασίλης Κυρίτσης, Γιάννος, Γιώργος και Μήτσος
Κουσιάς. Οι παραπάνω ήταν παραδοσιακοί σιδεράδες με το αμόνι και δημιουργοί πολλών
χρήσιμων για την εποχή τους αντικειμένων. Ιδιαίτερα ο Μήτσος Κυρίτσης υπήρξε
καλλιτέχνης του είδους και τα κατασκευάσματά του έγιναν ξακουστά στην ευρύτερη
περιοχή. Σήμερα λειτουργεί με την καινούργια έκφραση των σιδηρών κατασκευών ο Νίκος
Κωσταρέλος, πριν την είσοδο του χωριού.
Ξυλουργοί: Ζαρκάδας Δημήτριος, Γόρδιος Αναστάσιος, Γκανούρης Ηλίας, Παναγιώτης
και Σωτήρης Κοτοπούλης, Γούλας Δημήτριος.
Κουρείς: Καφεντζής Σεραφείμ, Κοντοστέργιος Βασίλης, Σωκράτης Τουλιάς, Θωμάς και
Βαγγέλης Πανταζής, Ηλίας(Λέων) και Βάϊος Νάνος.
Τσαγκάρηδες: Σκούφης Απόστολος, Ρεφενές Θωμάς, Γιολβάνης Παναγιώτης.
Κεραμοποιοί: Παπαδούλης Αποστόλης, Κυριαζής Βασίλειος, Χρήστος και Νίκος
Πατσιαούρας, Βασίλης Κοντοστέργιος (Βασίλακας), Κώστας και Ηλίας Ζούκας.

Μυλωνάδες: Κυριαζής Αναστάσιος, Παπαδούλης Αποστόλης.
Αλετράδες: Αντώνης και Χρήστος Ευαγγέλου, Βασίλης και Χρήστος Βασιλούλης.
Μελισσοκόμοι: Κουσιάς Γιάννης, Νασιάκος Χρήστος, Πατσιαούρας Σωτήρης, Νάνος
Θωμάς (δάσκαλος).
Ψαράδες: Μπούρδας Γεώργιος, Καραθάνος Γιάννης και Βασίλης, Ραχωβίτσας Βασίλης,
Καλαντζής Νίκος, Σκούφης Βασίλης και Βάϊος.
Κτίστες πέτρας: Κώστας, Ηλίας και Σωτήρης Γρηγορίου, Γκιούρης Σωτήριος,
Τσιμογιάννης Φώτιος, Μανώλης Σεραφείμ, Αναστάσιος και Θωμάς Καλαντζής, Μπαλτάς
Ευριπίδης.
Δασοφύλακες: Μπούρδας Στέργιος, Νάνος Χρήστος, Σκούφης Λάμπρος.
Αγροφύλακες: Πολύζος Μήτρος. Κοντοστέργιος Ηλίας, Πουρδαλής Γιώργος, Πίντζιος
Βασίλης, Ραχοβίτσας Δημήτριος, Κατοίκος Αλέκος, Κουτσώνας Σεραφείμ, Δημ. και Τάσ.
Νάνος, Ζαχαρής Θωμάς, Κουτίνος Γιώργος, Κοντοστέργιος Λεωνίδας, Νάνος Σπύρος,
Καφαντάρης Πέτρος, Καφεντζής Σταύρος, Λατίνος Τάσος, Σταύρου Θωμάς, Γιάννης και
Σωκράτης Βαλταδώρος, Γόρδιος Ηλίας, Κωσταρέλος Σωτήρης.
Μέχρι και τη δεκαετία του 1980 υπήρχαν αρκετές οικογένειες που διατηρούσαν κοπάδια
με ικανό αριθμό αιγοπροβάτων. Σήμερα εκτρέφεται μικρός αριθμός από ορισμένες
οικογένειες. Αντίθετα δραστηριοποιούνται συστηματικά δύο αξιόλογες μονάδες εκτροφής
βοοειδών από τους Πέτρο Β. Νάνο και Θωμά Χρ. Γόρδιο στις τοποθεσίες Κατηνάρι και
Ράζια.
Λειτουργούν επίσης δύο ξενώνες, ο ένας κοινοτικός, ο άλλος ιδιωτικός με τον Κ.
Παπακώστα, καθώς επίσης και ο συνεταιρισμός γυναικών που ασχολείται με την
παρασκευή παραδοσιακών γλυκισμάτων.

Αυτό είναι το χωριό μας με την ιστορία του, τους ανθρώπους του και τα επαγγέλματά τους
διαχρονικά. Όλοι οι βουνεσιώτες είμαστε περήφανοι για τον τόπο μας. Ιδιαίτερα οι
απόδημοι, με κάθε ευκαιρία το επισκεπτόμαστε γιατί το νοσταλγούμε και θέλουμε να το
βλέπουμε να προοδεύει. Παράλληλα παίρνουμε αναζωογονητικές ανάσες από το υπέροχο
κλίμα του, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, προκειμένου να ανταπεξέλθουμε στους βάρβαρους
ρυθμούς των αστικών κέντρων που ζούμε.

Καλοκαίρι 2012

gvasiloulis@yahoo.gr