Μια ιστορία θα σας πω.

Μια ιστορία μεγάλη
την έγραψε ο Όμηρος και την άλλαξαν άλλοι.
Πάνω στης Τροίας τα βουνά, που'ναι σαν κωλομέρια
καθότανε ο Όμηρος με την ψωλή στα χέρια
Καθώς μαλακιζότανε και σκόρπαγε το χύσι
του 'ρθε η θεία έμπνευση το έπος του ν' αρχίσει.
ΡΑΨΩΔΙΑ Α'
---------Μενέλαος
-------Χάθηκε Αγαμέμνονα μου έκλεψαν το Λενάκι
και άλλος τώρα χαίρεται τ' ωραίο της μουνάκι.
Έφυγε η Ελένη μου με τον ωραίο Πάρη
σαν να μην είχα και εγώ αρχίδια και παπάρι.
Στο λέω Αγαμέμνονα, στο λεω αν δεν γυρίσει
εγώ στο γιο του Πρίαμου θα πάω να με γαμήσει.
Αγαμέμνων
-------Ησύχασε Μενέλαε μην κανείς σαν μωρό
το ξέρεις πως τις μπαμπεσιές εγώ τις τιμωρώ.
Θα τον βουτήξω τον μπινέ και θε να βλαστημήσει
την ώρα που αποφάσισε να σου τηνε γαμήσει!
Αίας
---Φίλε μου Αγαμέμνονα, φίλε Μενέλαε γεια σου
η όπως λεν κι οι σύγχρονοι, ψωλή μου στα μεριά σου.
Το έμαθα Μενέλαε, μεγάλε μου μαλακά
στην έσκασε ο ψωλαρας και σ' άφησε στην ψάθα.
Κι αν η Ελένη σου' φυγε, δική σου ην η βλακεία
όμως μην απελπίζεσαι σου μεν' η μαλακία.
Αγαμέμνων
--------Εδώ που σε καλέσαμε, σ' εχουμε ανάγκη Αία,
μην τον πειράζεις το λοιπόν ετούτων τον μάλεα.
Να το σκεφτούμε το λοιπόν. . το τι μπορεί να γίνει

και την μεγάλη προσβολή γρήγορα να ξεπλύνει.
Αίας
---Τι διάολο Αγαμέμνονα γιατί με λένε Αία
ακόμα δεν τελείωσες και μου 'θε η ιδέα.
Εγώ προτείνω το λοιπόν να μεταμφιεστούμε
και μυστικοί αστυνομικοί στην Τροία οι δυο να μπούμε.
Εγώ του τμήματος ηθών και συ της ασφάλειας
θα έχουμε κι ένα ένταλμα για χάριν ευκολίας.
Ζητάμε απ' τον Πρίαμο εξέταση να γίνει
για να μπορεί ο Πάρις τους ελευθέρα να χύνει.
Τις γκόμενες στα πεταχτά τις εξετάζεις όλες
μα την Ελένη αργά-αργά την ψάχνεις με τις ώρες.
Της βρίσκεις τάχα σύφιλη και σπερμετρωπία
την παίρνουμε για την Συγγρού να γίνει η θεραπεία.
Κι έτσι λοιπόν στα γρήγορα και δίχως φασαρία
στην Σπάρτη την πηγαίνουμε και λήγει η ιστορία.
Αγαμέμνων
--------Καλή είναι η ιδέα σου, μα αν μας ανακαλύψει
θα μας γαμήσει και τους δυο και μάλιστα με στύση.
Εγώ προτείνω το λοιπόν επίθεση απ' το στόλο μας
γιατί με την ιδέα σου θα χάσουμε τον κώλο μας.
Και δεν το θέλω ούτε εγώ. . ούτε κανένας άλλος
αφού την γλίτωσα μικρός να γαμηθώ μεγάλος;
Μενέλαος
-------Αδέλφια κάντε γρήγορα, κάθε λεπτό που μπαίνει
ο Πάρις στο κρεβάτι του γαμάει την Ελένη,
Φέρτε μου την Ελένη μου, κι αν κάποιος το θελήσει
πολύ ευχαρίστως κάθομαι μετά να με γαμήσει.
Αίας
---Ας τα κουβαρνταλίκια σου κι εμείς δεν τα μασάμε
το ξέρεις δε πολύ καλά πως κώλο δε γαμάμε.
Εμείς τα καταφέρνουμε να μπαλωθεί η ζημία σου,
και ψάξε τώρα μονάχος για νά βρεις τον γαμιά σου.

ΡΑΨΩΔΙΑ Β'
---------Μαζεύτηκε λοιπόν Στράτος με δόρατα κι ασπίδες
στην Τροία να μπουκάρουνε και να τα κάνουν βίδες.
Την ώρα που πηγαίνανε στα πλοία για να μπούνε
ρωτούν τον Κάλχα να τους πει τι τρέχει και αργούνε.
Την κόρη του Αγαμέμνονα ο Δίας τη γουστάρει
με "οίκου-οίκου" θεϊκό την καύλα να καλμάρει.
Τηλεφωνάει στο χωριό και λέει στην Κληταιμνήστρα
"ο Δίας την κόρη μας ζητά γρήγορα και στα ίσα".
Και η Ιφιγένεια έφτασε μετά από μια ώρα
και ζήτησε από αυτόν να τηνε σφάξουν τώρα.
Γιατί πολύ το γούσταρε ο Δίας να την πάρει
να νιώσουνε τα σκέλια της το θεϊκό παπάρι.
Κι έτσι η θυσία έγινε και φύγαν για την Τροία,
σαν αρχηγό τους είχανε του Μενέλαου τα τρία.
ΡΑΨΩΔΙΑ Γ'
---------Καθώς ο Πάρης εξέσκιζε πολύ βρε την Ελένη
μαντατοφόρος έρχεται και στο παλάτι μπαίνει.
"Μας την επέσαν οι Έλληνες κι έρχονται καυλωμένοι
να μας εγαμήσουνε για' τους πήραμε την Ελένη".
Ηχήσανε οι σάλπιγγες, σαστίσανε οι Τρώες
όμως ο Πάρις τίποτε, γαμούσε με τις ώρες.
Ήρθε τότε ο Πρίαμος για να τον απειλήσει
πως άμα δεν εσηκωθεί θα τονε ευνουχίσει.
Κι ο Πάρις σηκώθηκε... άφησε το γαμήσι
στα κάστρα πάνω ανέβηκε τους Έλληνες να σκίσει.
Κατέβηκαν οι Έλληνες απ' τα μεγάλα πλοία
κι ορμήσανε ομαδικώς να πάρουνε την Τροία.
Επαραταχτήκανε λοιπόν να ξηγηθούν αντρίκεια
κι αρχίσανε οι αρχηγοί να ρίχνουν μπινελίκια.
Μενέλαος
-------Πάρη είσαι κωλόπαιδο και κέρατο μεγάλο
γουστάρω την ψωλάρα μου στον κώλο σου να βάλω.
Πάρις

----Ξεφωνημένη αδελφή... πολεμιστή της πλάκας
μου το' πε σήμερα η Λενιώ είσαι τσιμπουκαρπάχτρας.
Αλήτη Αγαμέμνονα τσαχπινογαργαλιάρη
κανένας μέχρι σήμερα δεν γάμησε τον Πάρη.
Αγαμέμνων
--------Βλέπεις εκείνο το βουνό που' ναι γεμάτο ρύζι;
Θυμάσαι που σε γάμαγα και μου 'λεγες μυρίζει;
Πάρις
----Βλέπεις στο κάστρο το ψηλό που αράπης κατεβαίνει;
κρατά τον πούτσο του σφιχτά κι εσένα περιμένει.
Τα μπινελίκια πέφτανε μην τα πολυλογούμε
υπάρχουν και ανήλικα και παρεξηγηθούμε.
Κι άρχισε η σύγκρουση, όρμισαν οι φαντάροι
και 15 Έλληνες κυκλώσανε τον Πάρη.
Μενέλαος
-------Κρατάτε τόνε τον μπινέ, ανοίχτε του τα πόδια
να του ανοίξω τον πρωκτό για να χωρούνε βόδια.
Την ώρα εκείνη πίγανε στον Όλυμπο δυο ούζα
και είδανε από ψηλά πως πάνε για παρτούζα
Και πέσαν τότε κεραυνοί και έπεσε σκοτάδι
ακούστηκε και μια φωνή "αφήστε τον τον Πάρη"!
Η Αφροδίτη εφάνηκε μέσα από την θολούρα
και έριξε στους Έλληνες μια γερή μαστούρα.
Κι έτσι ο Πάρις γλίτωσε τον κώλο του να σκίσουν
μέσα στο κάστρο κρύφτηκε να μη τόνε γαμήσουν.
ΡΑΨΩΔΙΑ Δ'
---------Γίναμε μάχες αρκετές, πέρασαν ζέστες, χιόνια
τίποτα δεν κατάφεραν για άλλα δέκα χρόνια.

Μπρος απ' το κάστρο το ψηλό με τα γέρα τα τείχη
οι Έλληνες καθόντουσαν και βλαστημούν την τύχη.
Αγαμέμνων
--------Γαμώ την τρελά μου γαμώ, τι θέλω εδώ ο μαλάκας
μακριά από το σπίτι μου μ' έναν στράτο της πλάκας.
Μενέλαε κωλόπαιδο ξέχασε την Ελένη,
γιατί αν κάτσουμε εδώ την έχουμε χεσμένη.
Οι Τρώες μας δουλεύουνε και πάρτε το χαμπάρι,
τα τείχη αυτά δεν πέφτουνε μ' αξίνα και με φτυάρι.
Ως κι ο πανούργος Οδυσσεύς είχε κι αυτός σαστίσει
κι όσο κι αν εσκεφτότανε δεν έβρισκε τη λύση.
Αχ Οδυσσέα έλεγε είσαι μεγάλος βλάκας
ποιος του' πε του Μενέλαου να γεννηθείς μαλάκας.
Κι έτσι τον Πάρη άφησε να τονε κερατώνει
και στην Ελένης το μουνί τον πούτσο του να χώνει.
Οδυσσέας
---------Τι φταίω εγώ για όλα αυτά ν' αφήσω την καλή μου
και δέκα χρόνια να τραβώ στην Τροία το πούλι μου;
Αυτά κι αλλά σκεφτότανε μάτι χωρίς να κλείσει
και τους θεούς παρακαλεί για νά 'βρει κάποια λύση.
Κι ενώ στην τρύπια του σκηνή μια μέρα ξαπλωμένος
χάιδευε τον πούτσο του που' τάνε σηκωμένος,
και τα μεγάλα αρχίδια του κρεμόντουσαν με χάρη
να' σου μπροστά του η Αθηνά μ' ασπίδα και κοντάρι.
Σηκώνει τη χλαμύδα της, του δείχνει το μουνί της
σκύβει του λέει στο αυτί με τη γλυκιά φωνή της.
Αθηνά
------Ω πολυμήχανε Οδύσσεια απ' τα ουράνια ύψη
στο πατρικό σου το νησί σε κοίταζα με θλίψη.
Της Πηνελόπης το μουνί να το γαμάς με λύσσα
να κατέβαινα από ψηλά και να σου 'γλυφα τα χύσια.

Είμαι από τότε ανήσυχη και δεν θα ησυχάσω
τον πούτσο σου που λαχταρώ αν δεν τον δοκιμάσω.
Εγώ σου δίνω το κλειδί την Τροία για να πάρεις,
μα θέλω σαν αντάλλαγμα να μου τονε φορμάρεις.
Ο Οδυσσέας το σκέφτηκε, το μάσαγε ώρα λίγη
κι είδε πως ήταν δύσκολο πολύ να τ' αποφύγει.
Της βάζει μια τρικλοποδιά την ξάπλωσε στο χώμα
κι απ' την πολύ την καύλα του θα την γαμούσε ακόμα.
Μα ο νους του πήγε στη δουλειά, σηκώθηκε ξανά
σκουπίζει την ψωλάρα του και λέει στην Αθηνά:
"Μικρή πουτάνα στο 'κανα και τούτο το χατίρι
ξέρνα το κόλπο γρήγορα και σπάσε, αεί συχτήρι".
Το κόλπο του ξεφούρνησε η πρόστυχη Αθηνά
τα ξέρετε απ' τον Όμηρο να μην τα λεω ξανά.
Έφτιαξε άλογο ψηλό τριάντα μέτρα
που ήταν όλο ξύλινο και όχι από πέτρα.
Μέσα στην κούφια του κοιλιά κρυφτήκανε μ' ελπίδα
και κόβανε την κίνηση απ' την κωλοτρυπίδα.
Οι Τρώες που στο βάθος τους μαλακές ήταν όλοι
εγκρέμισαν τα τείχη τους και τό' βαλαν στην πόλη.
Είχε νυχτώσει για καλά κι οι Τρώες κουρασμένοι
στα μαλακά κρεβάτια τους επέσαν ευτυχισμένοι.
Μα ξάφνου μέσα στη νύχτια και στο βαθύ σκοτάδι
ξεχύθηκαν από παντού σαν να' ρθαν απ' τον Άδη.
Είπε ο Οδυσσέας δυνατά "Ορμάτε τώρα όλοι"
και απ' του άλογου την κοιλιά ξεχύθηκαν στην πόλη.
Με φοβερούς αλαλαγμούς, άναβαν τα δαυλιά τους
ενώ με τ'αλλο χέρι τους κρατούσαν τα καυλιά τους.
Μέσα στα σπίτια μπαίνανε της Τροία οι βάρβαροι
γυναίκες ή άντρες βρίσκανε τους έχωναν το παπάρι.
Οι Τρώες απ' τον ύπνο τους ξύπνησαν τρομαγμένοι
και πότε τον εφάγανε μυστήριο τους μένει.
Του κάκου φώναζε ο Οδυσσέας να τους σκοτώσουν όλους
οι Έλληνες ακράτητοι τους ξέσκιζαν τους κώλους.
Κι έτσι το πήραν απόφαση πως για να πέσει η Τροία
να πέσουνε πρώτα έπρεπε και τα δικά τους τρία.

Την Πηνελόπη ήθελε καθένας τους για ταίρι
για να της γλείφει τα βυζιά και να της βάζει χέρι.
Αυτή όμως δεν πείθεται πως έχει πια χηρέψει
και μ' όλο που στον ύπνο της συχνά παθαίνει ρεύση,
κρατά την τρύπα της κλειστή για τα καυλιά τα ξένα,
καυλιά π' αν τα' βάζε μαζί για να τα κάνει ένα,
κι αυτό το ένα το καυλί στην τρύπα της να χώσει,
πάλι δε θα της έφτανε για να την ξεκαβλώσει.
Παρ' όλη όμως την καύλα της - κι είναι προς έπαινο της καμιά ψωλή δεν άγγιξε ποτέ τον πισινό της.
Όρκο τους βάζει φοβερό πως την καρδιά θα δώσει
σ' όποιον μπορέσει με κλειστά μάτια να της τον χώσει.
Ήτανε δύσκολο πολύ σε τούτη τη φατρία
(της το' χε μάθει ο Οδυσσεύς πριν φύγει για την Τροία).
Την Πηνελόπη έγδυνε, ασφάλιζε τα μάτια,
έπαιρνε φόρα, όρμαγε σαν τα βαρβάτα άτια
κι έτσι τρέχοντας πήγαινε στην τρύπα συστημένα
παρ' όλο που τα μάτια του ήτανε σφαλισμένα.
Και με το κόλπο τώρ' αυτό τους έχει πια στο χέρι
και όρκο παίρνει πως κανείς δε θα τα καταφέρει.
Ήρθε η ώρα η κρίσιμη, πλησίαζε η ώρα
που βασιλιά θα απέκταγε του Οδυσσέα η χώρα.
Σε χαμηλό ανάκλιντρο στα κόκκινα στρωμένο
η Πηνελόπη στάθηκε με κώλο τουρλωμένο.
Λίγο πιο πέρα οι γαμπροί στέκονται στη γωνία
και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ' αγωνία.
Πρώτος ειν' ο Ψωλάριχος, τα μάτια του 'χουν δέσει
μα το πανί είναι μακρύ και κρέμεται σαν φέσι.
Κινά σε λίγο βιαστικός για την κωλοτρυπίδα
περνάει δίπλα της ξυστά και χάνει καθ' ελπίδα.
-δεύτερος ο Μουνίχιος - κρατάει απ' την Τροιζήνα μα παίρνει λάθος διεύθυνση και μπαίνει στην κουζίνα.
Κι ο κώλος πάντα ανέγγιχτος τουρλώνεται με νάζι
και την ψωλή του τυχερού στα βάθη του φωνάζει.
Τρίτος είν' ο Αρχίδημος με τα μεγάλ' αρχίδια
αλλά σκοντάφτει στα μισά και πέφτει στα τσακίδια.
Τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, κανείς δεν έχει τύχη
και την πληρώνουν πάντοτε οι πόρτες και οι τοίχοι.
Και ξάφνου κάποιος πρόβαλε - κανένας δεν τον ξέρει

κι ούτε να είναι φαίνεται απ' τα δικά τους μέρη.
Στον κώλο ρίχνει μια ματιά π' ασπρίζει εκεί στο βάθος,
γυρνάει και λέει στους γαμπρούς όλο καημό και πάθος:
- Είμαι κι εγώ ένας άρχοντας, έχω γαλάζιο αίμα,
να μαραθεί ο πούτσος μου άμα σας λεω ψέμα!
Τον κώλο αυτόν τον αναιδή θα 'θελα να δαμάσω
παρακαλώ αφήστε με κι εγώ να δοκιμάσω.
Τον άφησαν, του δέσανε τα μάτια και τον γδύσαν,
κι ο πούτσος του σαν φάνηκε τον είδαν κι απορήσαν.
Μ' αυτός κινάει αγέρωχος με γρήγορο το βήμα
κι ο πούτσος στη κωλάρα της σφηνώνεται σα βλήμα.
Ακούστηκε ένα τρίξιμο, σαν πόρτα όταν κλείνει
είχε ξεχάσει η δύστυχη να βάλει βαζελίνη.
Ολ' οι μνηστήρες τα 'χασαν, τους ζώσανε τα φίδια.
Εξ' απ' τον κώλο μοναχά κρεμόντουσαν τ' αρχίδια.
Της Πηνελόπης η φωνή τους βγάζει από την πλάνη
(τον έχει ακόμα μέσα της κι από τις πάντες κλάνει).
- Ειν' ο Οδυσσέας κι αν μπορεί κανείς ας με διαψεύσει
λάθος δεν κάνω εγώ ποτέ, τον γνώρισα απ' τη γεύση.
Τότε - τι θαύμα φοβερό - εκείν' οι ψωλαράδες
κατάχαμα ξαπλώσανε σαν να 'τανε κυράδες.
Ανοίγουνε τα πόδια τους, τουρλώνουνε τον κώλο
και περιμένουν να δεχτούν τον τρομερό τον ψώλο.
Μ' αυτός δηλώνει άσπλαχνα πως είναι κουρασμένος
πως είν' τ' αρχίδια του κενά και ο πούτσος του πεσμένος.
Έδωσε όμως το λόγο του στους τουρλωμένους κώλους
πως κάποια μέρα και αυτούς θα τους γαμούσε όλους.
Κι έχυσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful