TO ΠΛΑΤΑΝΟ∆ΑΣΟΣ TOY ΠΟΤΑΜΟΥ ΚΗΡΕΑ

(Οι αποχρώσεις του καφέ και του πράσινου)

Αν σταθείς ψηλά στον αυχένα της κορυφογραµµής, του τοπωνυµίου που
ονοµάζεται Άγιος , εκεί που σµίγουν οι βορινές βουνοκορφές του Καντηλιού µε τις
νότιες βουνοκορφές του Πυξαριά , θα νοιώσεις βιγλάτορας καθώς κοιτάς
βορειοανατολικά προς το Τελέθριον όρος.
Όλο το ανάγλυφο της βορειοκεντρικής Εύβοιας όταν ο καιρός είναι καλός και
καθαρός ο ορίζοντας απλώνεται µπροστά σου σαν πιάτο. Μέσα σου κυριαρχεί µια
επιθυµία να πετάξεις σαν τις περήφανες γερακίνες που φωλιάζουν στα πυκνά γύρω
πευκοδάση και ελατοδάση. Έπειτα να πλανάρεις τα φτερά σου και να ζυγώσεις το
κάστρο της Κλεισούρας (σηµαντικά ερείπια του οποίου σώζονται ακόµη) και από εκεί µε τη
µέθοδο των αρχαίων φρυκτοριών να έχεις οπτική επαφή µε τον πύργο του Μπέζα στο
χωριό Ντράζι και τον άλλο µικρότερο πύργο, λίγο έξω από το χωριό Φαράκλα , µέχρι
κάτω στην παραλία της κρύας Βρύσης , όπου εκβάλλει στη θάλασσα, δίπλα ακριβώς
στην αρχαία Κήρινθο , ο επίσης αρχαίος ποταµός Βούδουρος.
Οποιαδήποτε εποχή και να περάσεις προς τη βόρεια Εύβοια, η οµορφιά του τοπίου είναι
ανεπανάληπτη. Την άνοιξη όµως και το καλοκαίρι καθώς περνάς το ∆ερβένι, που είναι και
το στενότερο σηµείο του δρόµου,αυτό που κυριαρχεί, προκαλεί εντύπωση και γεµίζει το
είναι σου µε πράσινο, είναι το πυκνό πλατανοδάσος του ποταµού Κηρέα. Μια διαδροµή
δεκαπέντε περίπου χιλιοµέτρων µε τον εθνικό δρόµο να ακολουθεί παράλληλα την φιδωτή
διαδροµή του ποταµού , µε χιλιάδες µικρά και µεγάλα πλατάνια , σε συνδυασµό µε άλλα
δέντρα , που συνυπάρχουν κατά µήκος του ποταµού , τα χωράφια και τις άλλες καλλιέργειες και ανθρώπινες δραστηριότητες , που δηµιουργεί στον επισκέπτη µία άλλη αίσθηση.
Μία περίεργη γοητεία νοιώθεις καθώς εισέρχεσαι στο φαράγγι του ∆ερβενιού. Από τη µια
και άλλη µεριά του, για 800 περίπου µέτρα υψώνονται βράχοι επιβλητικοί ,αλλά και πεύκα
µικρά και µεγάλα περιτριγυρισµένα από κάθε είδους θάµνους και δέντρα , που σε
αναγκάζουν να διερωτηθείς πως µπόρεσαν και αναπτύχθηκαν µέσα στα βράχια.
Στη µέση ρέει ανήσυχος θορυβώδης ,ο ποταµός Κηρέας. Καθώς τα νερά του παφλάζουν
δυνατά , άλλοτε πεντακάθαρα και άλλοτε κατακόκκινα από την ξαφνική νεροποντή ,
παρακάµπτει τους βράχους και τα άλλα φυσικά εµπόδια και συνεχίζει το ταξίδι του προς τη
θάλασσα.
Μόλις βγεις απ' το φαράγγι απλώνεται µπροστά σου ο Προκοπιανός και Μαντουδιανός
κάµπος. Εδώ ο ποταµός ηρεµεί, ησυχάζει, τα νερά του κελαρυστά περνάνε µέσα από τα

µυστικά ανοίγµατα των βράχων, έχοντας αφήσει πίσω τους πηχτούς ίσκιους των βουνών.
Από εδώ και κάτω ο ήλιος χύνει άπλετο το φως του σ' ολόκληρη την περιοχή. Οι
καλλιέργειες του ποταµού κι απ' τις δύο όχθες του ποταµού και το πυκνό φιδωτό
πλατανοδάσος κυριαρχούν και τέρπουν την ψυχή και το µάτι του περιηγητή.
O άνθρωπος όπως τα πρώτα χρόνια που εγκατέλειψε τα βουνά και εγκαταστάθηκε δίπλα
στα ποτάµια έτσι και σήµερα εκµεταλλεύεται το νερό µε κάθε πρόσφορο µέσο.
Πρώτα απ' όλα αντλεί το νερό µε σύγχρονα µέσα και ποτίζει τα βαµβάκια και τα
καλαµπόκια των παραποτάµιων χωραφιών ενώ παράγει ζαρζαβατικά παντός είδους και
άλλα καλοκαιρινά κηπευτικά προϊόντα από τα µποστάνια τα οποία µπορεί ο επισκέπτης να
αγοράσει από τους αγρότες που τα πωλούν σε αυτοσχέδια κιόσκια κατά µήκος του δρόµου.
Ξεχωριστή θέση στο πλατανοδάσος κατείχαν και οι δύο νερόµυλοι που υπήρχαν κατά
µήκος του ποταµού, ο ένας δίπλα στο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής και άλλος λίγο έξω
από το Μαντούδι.
H λαϊκή µούσα και η προφορική λαογραφική µας παράδοση µετέφεραν µέσα στο χρόνο
πολλούς θρύλους για το ποτάµι και τα νερά που κλωθογύριζαν τη µυλόπετρα.
To απογευµατάκι το θέαµα είναι ανεπανάληπτο ,όταν οι κτηνοτρόφοι οδηγούν τις
αγελάδες και τα κοπάδια των κατσικιών και των προβάτων να ξεδιψάσουν στο γάργαρο
νερό του Κηρέα.
Στις προπολεµικές δεκαετίες και στα πρώτα χρόνια µετά το B' πάγκοσµιο πόλεµο, το
ποτάµι έβριθε από ψάρια, σύµφωνα δε µε µαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, αλλά και
ειδικών ερευνητών µέχρι και βίδρες (θηλαστικό που ζει στις όχθες των ποταµών) ζούσαν
σ' αυτό.
Αργότερα µεσολάβησε µία περίοδος που το οικοσύστηµα διαταράχτηκε κατά κάποιο
τρόπο από τα µεταλλευτικά συγκροτήµατα. Σήµερα όµως έχει αρχίσει µία σταδιακή
αποκατάσταση η επιβεβαιώνεται από την επανεµφάνιση µεγάλων κοπαδιών από ψάρια.
θα µπορούσα όµως να κάνω αυτή την περιγραφή χωρίς να αναφερθώ στο ΣΗΜΑ
ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ του πλατανοδάσους;
Πρόκειται για το ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟ της Εύβοιας όπως τον έχουν αποκαλέσει, το
µεγαλύτερο ίσως σε µέγεθος και ηλικία δέντρο της βαλκανικής χερσονήσου το οποίο
δυστυχώς δεν είναι διατηρητέο µνηµείο της φύσης.
Από το βιβλίο που έγραψε ο αείµνηστος λαογράφος Μήτσος Χρ.Σέττας ,(O Γεροπλάτανος
της Εύβοιας, εκδόσεις ∆ίπτυχο, 1972) µεταφέρω επακριβώς µία µικρή παράγραφο από την
περιγραφή του δέντρου , από τη θέα του οποίου αισθάνεσαι δέος µπροστά στο µεγαλείο της
φύσης και της αιωνιότητας.
Υψος: 28 µέτρα.
Μήκος κόµης παράλληλα µε το έδαφος: 35 µέτρα.

∆ιάµετρος κορµού: 6 µέτρα.
Κουφάλα κορµού: 14 τετραγωνικά.
Στη σκιά του µπορούν να σταλιάσουν 2000 πρόβατα.
Τον αγκαλιάζουν 18 άνθρωποι.
Αλλο ένα πλατάνι που χαρακτηρίζεται αξιοπερίεργο είναι το ονοµαζόµενο ∆ίδυµοι και
κατέχει ξεχωριστή θέση στο πλατανοδάσος.
Πρόκειται για δύο τεράστια δέντρα που ενώνονται µε ένα κοινό κλαδί, χοντρό, οριζόντιο,
αλλά οι ρίζες τους είναι ξεχωριστές όπως και οι κορµοί, αφού είναι και αποτελούν
διαφορετικά δέντρα.
Υπάρχουν επίσης και πολλά άλλα πλατάνια µε περίεργα σχήµατα όπως ο
"Πολυπλάτανος", ο "Χορευτής" πλάτανος, ο "Κουτσός", που συµπληρώνουν την οµορφιά
και τις ιδιαιτερότητες του δάσους.
Αντάµα µε την παρθένα φύση, που σου δίνει την αίσθηση ότι ταξιδεύεις σε δροσερούς
δρόµους, στέκονται ακοίµητοι φρουροί, θεµατοφύλακες των χριστιανικών παραδόσεων του
ελληνικού λαού , τα έξι (6) γραφικά µικρά εκκλησάκια , σπαρµένα σε όλος το µήκος αυτής
της διαδροµής.
O Αγιάννης, ο Αγιώργης, η Παναγιά η Βρόντου, η Μεταµόρφωση, η Κοίµηση της
Θεοτόκου και πάλι ο Αγιάννης.
Πνιγµένα µέσα στο πράσινο , καθαρά περιποιηµένα , δέχονται καθηµερινά δεκάδες
διερχόµενους προσκυνητές µε αποκορύφωµα την φερώνυ-µη γιορτή τους ,κατά την οποία
συγκεντρώνουν πάρα πολύ κόσµο από τα χωριά της γύρω περιοχής.
To ειδυλλιακό αυτό τοπίο, µε τα προσηλιακά πλατώµατα, που από τη µία γλιστράει σε
πυκνά πράσινα κλαδιά και από την άλλη δρασκελίζει γραφικά ξύλινα γεφυράκια , που τα
έφτιαξαν οι κάτοικοι της περιοχής για να διαβαίνουν το ποτάµι, προσφέρουν µία ιδιαίτερη
ευχαρίστηση στον οδοιπόρο.
Αυτός µόνο µπορεί να αισθανθεί την γοητεία του αντικατοπτρισµού των νερών , να
αναγνωρίσει τον αναρριχηµένο κισσό , που σαν χταπόδι βυζώνει στους κορµούς των
δέντρων , χειµώνα, καλοκαίρι, άνοιξη και φθινόπωρο και να κατανοήσει πόσο οι βίοι του
κισσού και του πλάτανου είναι παράλληλοι.
Όσο προχωράει κανείς προς τις εκβολές η µία έκπληξη διαδέχεται την άλλη και ξαφνικά
εκεί που νοµίζεις ότι πλησιάζεις, ένα άλλο ποτάµι (ιστορικό κι αυτό για την περιοχή της
βορειοκεντρικής Εύβοιας) έρχεται από τα αριστερά σου και ενώνεται µε τον Κηρέα
σχηµατίζοντας ένα; µεγάλο V.
Είναι ο άλλος µεγάλος ποταµός, που πηγάζει ψηλά δυτικά από το Ξηρόν όρος και
ονοµάζεται Νηλέας.
Από εδώ και κάτω τα δύο ποτάµια χάνουν το όνοµα τους και εκβάλ-λουν στη θάλασσα ,

σαν ένα ποτάµι , δίπλα ακριβώς στην αρχαία Κήρινθο, µε την ονοµασία Βούδουρος.
∆έος αισθάνεται ο επισκέπτης καθώς στέκεται στην ανατολική υπερυψωµένη όχθη του
Βούδουρου , όταν σκεφτεί ότι τα πόδια του πατάνε πάνω στα ιστορικά χώµατα της
ξακουστής στην αρχαιότητα πόλης της Κηρίνθου.
H αρχαία Κήρινθος υπήρξε µία από τις γνωστές πόλεις του ευρύτερου ελλαδικού χώρου ,
µε σηµαντική παρουσία στα ιστορικά γεγονότα , που υπήρξαν σταθµοί στην πορεία του
Ελληνισµού.
Τώρα το τοπίο έχει πλέον αλλάξει , η φρεσκαδούρα της θαλάσσιας αύρας που έρχεται από
τα βάθη του Αιγαίου πελάγους σου χαϊδεύει το πρόσωπο , αισθάνεσαι την αρµύρα και το ιώδιο
της θάλασσας στα χείλη σου.
Απέναντι σου ξεχωρίζουν τα νησιά των Βορείων Σποράδων , ενώ κάπου - κάπου, όταν
ο καιρός είναι καλός, στον ορίζοντα θαµποφαίνε-ται η χερσόνησος της Χαλκιδικής.
Av αφήσεις τη σκέψη σου να ξεφύγει από το χρόνο, ίσως δεις τα καράβια της αρχαίας
Κηρίνθου να έχουν σηκώσει τα πανιά τους και να αποπλέουν αργά για το µεγάλο ταξίδι
προς την Τροία και τους κατοίκους της ιστορικής πόλης να τα χαιρετάνε ψηλά στο λόφο
καθώς χάνονται βορειοανατολικά πίσω από τον οξυκόρυφο µεγάλο βράχο , που ονοµάζεται
"Πελέκι".
Τα παιχνιδίσµατα ενός µικρού κοπαδιού γλάρων που τσαλαβουτούσαν µε µανία στην
θάλασσα, αν και µε επανέφεραν στην πραγµατικότητα , όµως ο νους µου δεν λέει να
ξεκολλήσει από τα παλιά.
Σαν χθες µου φαίνεται , όταν το καλοκαίρι του 1979 συνοδοιπορήσαµε µε τον αγαπητό
φίλο και δάσκαλο µου στα λαογραφικά µονοπάτια , αείµνηστο Αγιαννιώτη λαογράφο
ΜήτσοΧρ.Σέττα για να µε ξεναγήσει στο "ΜΕΓΑΛΟ ΠΛΑΤΑΝΙ TOY KHPEA".
Έκτοτε πέρασαν 22 συναπτά έτη και µε το ίδιο µεράκι κι αγάπη φωτογραφίζω ανελλιπώς
την περιοχή (όπως και την υπόλοιπη βορειοκεντρική Εύβοια) και ειδικά τώρα τελευταία µε
τη συµµετοχή του 15χρονου γιου µου, η φωτογράφηση έγινε εντατική.
Όµως κάπου εδώ η σύντοµη περιήγηση πρέπει να τελειώσει και η σκυτάλη να περάσει στην
οµορφιά της φύσης, την ανεπανάληπτη, µέσα από τις φωτογραφίες.

Γιάννης Φαφούτης Φλεβάρης 2000