You are on page 1of 398

Η ΚΑΙΝΗ

∆ΙΑΘΗΚΗ
The New
Covenant
the new testament
in the original greek
byzantine textform 2005

First Edition

Copyright © 2005 by Robinsonn and Pierpont
Anyone is permitted to copy and distribute this text or any portion of this text. It may be incorporated
in a larger work, and/or quoted from, stored in a database retrieval system, photocopied, reprinted, or
otherwise duplicated by anyone without prior notification, permission, compensation to the holder, or any
other restrictions. All rights to this text are released to everyone and no one can reduce these rights at
any time. Copyright is not claimed nor asserted for the new and revised form of the Greek NT text of this
edition, nor for the original form of such as initially released into the public domain by the editors, first as
printed textual notes in 1979 and in continuous-text electronic form in 1986.
The permitted use or reproduction of the Greek text or other material contained within this volume
(whether by print, electronic media, or other form) does not imply doctrinal or theological agreement by the
present editors and publisher with whatever views may be maintained or promulgated by other publishers.
For the purpose of assigning responsibility, it is requested that the present editors’ names and the title
associated with this text as well as this disclaimer be retained in any subsequent reproduction of this
material.
New typesetting copyright © 2007 Bibles.org.uk
Typeset with pdfLaTEX under Linux 25 Apr, 2007
The Kerkis Greek fonts which were used to typeset this book are
© Department of Mathematics, University of the Ægæan

Introduction
This edition of the Greek New Testament contains the base text (no critical apparatus) of the Byzantine Textform 2005 as compiled and arranged
by Maurice A. Robinson and William G. Pierpont. No changes whatsoever
have been introduced into the text.
If any misprints are found in this book, I would like to be informed of
them via email: info@bibles.org.uk.
In the future editions, God willing, I plan to add the critical apparatus
to this text.
Tigran Aivazian
April 2007
London, England

The Greek Alphabet
The Greek letters were 24, and the required number, 27, was made up
by using ϛ (called Stigma) for 6, and adding two arbitrary symbols called
respectively Koppa, for 90 and Sampi, for 900.
The initial forms are shown in square brackets.
Alpha
α
= 1 Iota
ι
= 10 Rho
[ϱ] ρ
= 100
Beta
[ϐ] β = 2 Kappa
κ = 20 Sigma
σς
= 200
Gamma γ
= 3 Lambda
λ = 30 Tau
τ
= 300
Delta
δ
= 4 Mu
µ = 40 Upsilon υ
= 400
Epsilon ε
= 5 Nu
ν
= 50 Phi
[ϕ] φ = 500
Stigma
ϛ
= 6 Xi
ξ
= 60 Chi
χ
= 600
Zeta
[Ϲ] ζ
= 7 Omikron ο = 70 Psi
ψ
= 700
Eta
η
= 8 Pi
π = 80 Omega
ω
= 800
Theta
[ϑ] θ = 9 Koppa
ϟ = 90 Sampi
ϡ
= 900

The Books
Of The New Testament
Page

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

1

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

51

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

83

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 137
ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ . . . . . . . . . . . . . . . . 177
ΙΑΚΩΒΟΥ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 230
ΠΕΤΡΟΥ Α . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 235
ΠΕΤΡΟΥ Β . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 241
ΙΩΑΝΝΟΥ Α . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 245
ΙΩΑΝΝΟΥ Β . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 251
ΙΩΑΝΝΟΥ Γ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 252
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 255
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α

. . . . . . . . . . . . . . . . 275

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β . . . . . . . . . . . . . . . . 294
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 307
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 314
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ . . . . . . . . . . . . . . . . 321
ΠΡΟΣ ΚΟΛΑΣΣΑΕΙΣ

. . . . . . . . . . . . . . . . . 326

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α . . . . . . . . . . . . . . 331
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β . . . . . . . . . . . . . . 336
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α . . . . . . . . . . . . . . . . . 339
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β . . . . . . . . . . . . . . . . . 344
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 348
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ . . . . . . . . . . . . . . . . . . 351
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 352
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ . . . . . . . . . . . . . . . 367

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ίβλος γενέσεως ᾿Ιησοῦ χριστοῦ, υἱοῦ ∆αυίδ, υἱοῦ ᾿Αβραάµ. 1
2
᾿Αβραὰµ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ισαάκ· ᾿Ισαὰκ δὲ ἐγέννησεν τὸν 2
᾿Ιακώβ· ᾿Ιακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· 3 ᾿Ιούδας δὲ ἐγέννησεν τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ 3
τῆς Θάµαρ· Φαρὲς δὲ ἐγέννησεν τὸν ῾Εσρώµ· ῾Εσρὼµ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αράµ· 4 ᾿Αρὰµ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αµιναδάβ· ᾿Αµιναδὰβ 4
δὲ ἐγέννησεν τὸν Ναασσών· Ναασσὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαλµών·
5
Σαλµὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς ῾Ραχάβ· Βοὸζ δὲ ἐγέννησεν 5
τὸν ᾿Ωβὴδ ἐκ τῆς ῾Ρούθ· ᾿Ωβὴδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιεσσαί· 6 ᾿Ιεσσαὶ 6
δὲ ἐγέννησεν τὸν ∆αυὶδ τὸν ϐασιλέα.
∆αυὶδ δὲ ὁ ϐασιλεὺς ἐγέννησεν τὸν Σολοµῶνα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου· 7 Σολοµὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν ῾Ροβοάµ· ῾Ροβοὰµ δὲ ἐγέννησεν 7
τὸν ᾿Αβιά· ᾿Αβιὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ασά· 8 ᾿Ασὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ι- 8
ωσαφάτ· ᾿Ιωσαφὰτ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιωράµ· ᾿Ιωρὰµ δὲ ἐγέννησεν
τὸν ᾿Οζίαν· 9 ᾿Οζίας δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιωάθαµ· ᾿Ιωάθαµ δὲ ἐγέν- 9
νησεν τὸν ῎Αχαζ· ῎Αχαζ δὲ ἐγέννησεν τὸν ῾Εζεκίαν· 10 ῾Εζεκίας δὲ 10
ἐγέννησεν τὸν Μανασσῆ· Μανασσῆς δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αµών· ᾿Αµὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιωσίαν· 11 ᾿Ιωσίας δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιεχονίαν 11
καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς µετοικεσίας Βαβυλῶνος.
12
Μετὰ δὲ τὴν µετοικεσίαν Βαβυλῶνος, ᾿Ιεχονίας ἐγέννησεν τὸν 12
Σαλαθιήλ· Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ζοροβάβελ· 13 Ζοροβάβελ 13
δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αβιούδ· ᾿Αβιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ελιακείµ· ᾿Ελιακεὶµ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αζώρ· 14 ᾿Αζὼρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαδώκ· 14
Σαδὼκ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Αχείµ· ᾿Αχεὶµ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ελιούδ·
15
᾿Ελιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ελεάζαρ· ᾿Ελεάζαρ δὲ ἐγέννησεν τὸν 15
Ματθάν· Ματθὰν δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾿Ιακώβ· 16 ᾿Ιακὼβ δὲ ἐγέννησεν 16
τὸν ᾿Ιωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ᾿Ιησοῦς, ὁ λεγόµενος χριστός.
17
Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ ᾿Αβραὰµ ἕως ∆αυὶδ γενεαὶ δεκα- 17
τέσσαρες· καὶ ἀπὸ ∆αυὶδ ἕως τῆς µετοικεσίας Βαβυλῶνος, γενεαὶ
δεκατέσσαρες· καὶ ἀπὸ τῆς µετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ χριστοῦ, γενεαὶ δεκατέσσαρες.
18
Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης 18
γὰρ τῆς µητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾿Ιωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύµατος ἁγίου. 19 ᾿Ιωσὴφ δὲ 19
ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν, καὶ µὴ ϑέλων αὐτὴν παραδειγµατίσαι,
ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυµηθέν- 20
τος, ἰδού, ἄγγελος κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ, λέγων, ᾿Ιωσήφ,

Β

λάθρᾳ καλέσας τοὺς µάγους. ὁ ἀστήρ. ὅστις ποι7 7 µανεῖ τὸν λαόν µου τὸν ᾿Ισραήλ. 11 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν. Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων . ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ. δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν. ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παι10 10 δίον. λέγων. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν. Καὶ σὺ Βηθλεέµ. ∆ιεγερθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου. ἄγγελος κυρίου ϕαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ ᾿Ιωσήφ. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ. καὶ ἀνοίξαντες τοὺς ϑησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα. λέγοντες. εἶδον τὸ παιδίον µετὰ Μαρίας τῆς µητρὸς αὐτοῦ. ἐπυν5 5 θάνετο παρ᾿ αὐτῶν ποῦ ὁ χριστὸς γεννᾶται. 3 3 καὶ ἤλθοµεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. ᾿Εν Βηθλεὲµ τῆς ᾿Ιουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφή6 6 του. Καὶ χρηµατισθέντες κατ᾿ ὄναρ µὴ ἀνακάµψαι πρὸς ῾Ηρῴδην. µάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγέ2 2 νοντο εἰς ῾Ιεροσόλυµα. Καὶ πέµψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲµ εἶπεν. ᾿Ακούσας δὲ ῾Ηρῴδης ὁ ϐα4 4 σιλεὺς ἐταράχθη. ἰδού. 1 2 Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲµ τῆς ᾿Ιουδαίας.1. Πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε. ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. Εἴδοµεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ. Μεθ᾿ ἡµῶν ὁ ϑεός. προῆγεν αὐτούς. ἐν ἡµέραις ῾Ηρῴδου τοῦ ϐασιλέως. καὶ καλέσεις τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώ22 22 σει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁµαρτιῶν αὐτῶν. ὅ ἐστιν µεθερµη24 24 νευόµενον. ᾿Εγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν µητέρα αὐτοῦ. ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου διὰ τοῦ προφή23 23 του. ᾿Ιδόντες δὲ τὸν ἀστέρα. καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ. ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος κυρίου· καὶ πα25 25 ρέλαβεν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ. γῆ ᾿Ιούδα. ἐχάρησαν χαρὰν µεγάλην σφόδρα. µὴ ϕοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰµ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύµατός ἐστιν ἁγίου. 21 Τέξεται δὲ υἱόν. λέγοντος. καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Εµµανουήλ. 13 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 2 υἱὸς ∆αυίδ. οὐδαµῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεµόσιν ᾿Ιούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούµενος. ἠκρίβωσεν παρ᾿ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ ϕαινοµένου 8 8 ἀστέρος. ἰδού. καὶ ϕεῦγε εἰς Αἴγυπτον. καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν 21 . 13 13 ᾿Αναχωρησάντων δὲ αὐτῶν. ᾿Ιδού. καὶ πᾶσα ῾Ιεροσόλυµα µετ᾿ αὐτοῦ· καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραµµατεῖς τοῦ λαοῦ. χρυσὸν καὶ 12 12 λίβανον καὶ σµύρναν. ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν. καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. ἀπαγγείλα9 9 τέ µοι. Οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ ϐασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδού. Τότε ῾Ηρῴδης. 21–2.

λέγοντος.22 πὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. ἀνεχώρησεν εἰς τὰ µέρη τῆς Γαλιλαίας. καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασιν γὰρ οἱ Ϲητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. 5 Τότε ἐξεπορεύετο 5 πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυµα καὶ πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾿Ιορδάνου· 6 καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ. ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται. καὶ 21 ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ. 19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου. 23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγοµένην Να. 8 Ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς µε. 18 Φωνὴ ἐν ῾Ρα. 14 ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβεν τὸ παιδίον καὶ τὴν µητέρα αὐ. ὅτι δύναται ὁ ϑεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ ᾿Αβραάµ. 17 Τότε ἐπληρώθη 17 τὸ ῥηθὲν ὑπὸ ᾿Ιερεµίου τοῦ προφήτου. λέγοντος. 3 Οὗτος γάρ ἐστιν 3 ὁ ῥηθεὶς ὑπὸ ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. Πατέρα ἔχοµεν τὸν 9 ᾿Αβραάµ· λέγω γὰρ ὑµῖν. εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲµ καὶ ἐν πᾶσιν τοῖς ὁρίοις αὐτῆς. 10 ῎Ηδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν 10 .2 νοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν. ϑρῆνος καὶ κλαυθµὸς καὶ ὀδυρµὸς πολύς. 22 ᾿Ακούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος ϐασιλεύει ἐ. καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι.8 τανοίας· 9 καὶ µὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς. ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν µάγων. 2 καὶ λέγων. τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. 16 Τότε ῾Ηρῴδης. ἄγγελος κυ.3 στής.3 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 2. 1 ᾿Εν δὲ ταῖς ἡµέραις ἐκείναις παραγίνεται ᾿Ιωάννης ὁ ϐαπτι. 15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς 15 τελευτῆς ῾Ηρῴδου· ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου. 20 λέγων. ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηµατισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ. καὶ Ϲώνην δερµατίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ· ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ µέλι ἄγριον. ῾Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς. ᾿Εγερθεὶς 20 παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν µητέρα αὐτοῦ. ᾿Εξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν µου. κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν µάγων. 7 ᾿Ιδὼν δὲ πολλοὺς τῶν 7 Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχοµένους ἐπὶ τὸ ϐάπτισµα αὐτοῦ. ἰδού. κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήµῳ τῆς ᾿Ιουδαίας. ῾Ετοιµάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου· εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω. λέγοντος. 10 εἴπω σοί· µέλλει γὰρ ῾Ηρῴδης Ϲητεῖν τὸ παιδίον. ἐθυµώθη 16 λίαν. 21 ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβεν τὸ παιδίον καὶ τὴν µητέρα αὐτοῦ.23 ζαρέτ· ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν.19 ρίου κατ᾿ ὄναρ ϕαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ. 4 Αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυµα αὐτοῦ ἀπὸ 4 τριχῶν καµήλου. ὅτι οὐκ εἰσίν. καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον. 6 ἐξοµολογούµενοι τὰς ἁµαρτίας αὐτῶν. Μετα. Γεννήµατα ἐχιδνῶν.18 µᾶ ἠκούσθη. τίς ὑπέδειξεν ὑµῖν ϕυγεῖν ἀπὸ τῆς µελλούσης ὀργῆς . 14–3. Φωνὴ ϐοῶντος ἐν τῇ ἐρήµῳ.14 τοῦ νυκτός.

ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς µοι. Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ µόνῳ Ϲήσεται ἄνθρωπος. καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν σε. µήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν 7 7 πόδα σοῦ. εἰπὲ ἵνα οἱ 4 4 λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται. Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός µου ὁ ἀγαπητός. ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺµ τὴν παραθαλασσίαν. Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ ϑεοῦ. Καὶ νηστεύσας ἡµέρας τεσ3 3 σαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα. καὶ λέγει αὐτῷ. ἐν ᾧ εὐδόκησα. Καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν. ῎Αφες ἄρτι· οὕτως γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡµῖν πληρῶσαι 16 16 πᾶσαν δικαιοσύνην. ϐάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι Τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ. Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ ϑεοῦ. Οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. καὶ συνάξει τὸν σῖτον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποθήκην. 11 11 Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος· καὶ ἰδού. 12 12 ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ᾿Ιωάννης παρεδόθη. Καὶ ἰδού. 10 10 Ταῦτα πάντα σοι δώσω. 11 ᾿Εγὼ µὲν ϐαπτίζω ὑµᾶς ἐν ὕδατι εἰς µετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω µου ἐρχόµενος ἰσχυρότερός µου ἐστίν. λέγων. Πάλιν γέγραπται. 13 13 Τότε παραγίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾿Ιορ14 14 δάνην πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην. ᾿Εγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ ϐα15 15 πτισθῆναι. καὶ αὐτῷ µόνῳ λατρεύσεις. Κύριον τὸν ϑεόν σου προσκυνήσεις. ὕστερον ἐπείνασεν. καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ. τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. τοῦ ϐαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ. 11–4. 1 4 Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρηµον ὑπὸ τοῦ πνεύµατος.3. καὶ σὺ ἔρχῃ πρός µε . ϕωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν. Τότε παραλαµβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν. 2 2 πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου. ῾Ο δὲ ᾿Ιωάννης διεκώλυεν αὐτόν. Καὶ ϐαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδού. καὶ λέγει αὐτῷ. 13 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 4 τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον µὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ ϐάλλεται. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν. ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί. καὶ εἶδεν τὸ πνεῦµα τοῦ ϑεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστε17 17 ρὰν καὶ ἐρχόµενον ἐπ᾿ αὐτόν. ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ. Πάλιν παραλαµβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν. ῎Εφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἀνεχώρησεν 13 13 εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ. καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς 9 9 ϐασιλείας τοῦ κόσµου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν. καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον 6 6 τοῦ ἱεροῦ. ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ 11 . Τότε ἀφίησιν αὐτόν. λέγουσα. οὗ οὐκ εἰµὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήµατα ϐαστάσαι· αὐτὸς ὑµᾶς 12 12 ϐαπτίσει ἐν πνεύµατι ἁγίῳ. ῞Υπαγε ὀπίσω µου. Γέγραπται. Τότε λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Σατανᾶ· γέγραπται γάρ. Οὐκ ἐκ8 8 πειράσεις κύριον τὸν ϑεόν σου. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν. ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήµατι ἐκ5 5 πορευοµένῳ διὰ στόµατος ϑεοῦ.

προσῆλθον αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ· 2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόµα 2 αὐτοῦ.20 σαν αὐτῷ. 25 Καὶ ἠκο. 8 9 Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί· ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ ϑεοῦ κληθήσονται. 4 Μακάριοι οἱ πενθοῦντες· ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. 19 Καὶ λέγει αὐτοῖς. καὶ παραλυτικούς· καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς. ἐν τῷ πλοίῳ µετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν. Σίµωνα τὸν λεγόµενον Πέτρον. ἐδίδασκεν αὐτούς. 24 Καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν· καὶ προ. εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς. 7 Μακάριοι οἱ ἐλεήµονες· ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. 18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν ϑάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο 18 ἀδελφούς. 3 Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύµατι· ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ ϐασιλεία 3 τῶν οὐρανῶν.10 στιν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν. 14 λέγοντος.24 σήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας. 21 ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. 5 6 Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην· ὅτι 6 αὐτοὶ χορτασθήσονται. καὶ τοῖς καθηµένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ ϑανάτου. ϐάλλοντας ἀµφίβληστρον εἰς τὴν ϑάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ ϑεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν µαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. 16 ὁ λαὸς ὁ καθήµενος ἐν 16 σκότει εἶδεν ϕῶς µέγα.15 ραν τοῦ ᾿Ιορδάνου. λέγων. ∆εῦτε ὀπίσω µου. 7 8 Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ· ὅτι αὐτοὶ τὸν ϑεὸν ὄψονται. καὶ σεληνιαζοµένους. 15 Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείµ. διδάσκων ἐν 23 ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν. Μετανοεῖτε· 17 ἤγγικεν γὰρ ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν. πέ. καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. . καὶ ποιήσω ὑµᾶς 19 ἁλιεῖς ἀνθρώπων. ὁδὸν ϑαλάσσης. καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς ϐασιλείας. 20 Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθη. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς. 4 5 Μακάριοι οἱ πρᾳεῖς· ὅτι αὐτοὶ κληρονοµήσουσιν τὴν γῆν. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν. 10 Νεφθαλείµ· ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος· καὶ καθίσαντος αὐ. 17 ᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν.25 λούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ ∆εκαπόλεως καὶ ῾Ιεροσολύµων καὶ ᾿Ιουδαίας καὶ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου. 1 ᾿Ιδὼν δὲ τοὺς ὄχλους. Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν. 22 Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ 22 πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.5 τοῦ. καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. ποικίλαις νόσοις καὶ ϐασάνοις συνεχοµένους. 14–5.5 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 14 4. καὶ δαιµονιζοµένους. 9 10 Μακάριοι οἱ δεδιωγµένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης· ὅτι αὐτῶν ἐ. ϕῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.

πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου. Εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι. ὅπως ἴδωσιν ὑµῶν τὰ καλὰ ἔργα. ὅτι ὁ µισθὸς ὑµῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτως γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑµῶν. ὅτι πᾶς ὁ ϐλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυµῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐµοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. 24 ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔµπροσθεν τοῦ ϑυσιαστηρίου. οὐ µὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ἐν τίνι ἁλισθήσεται . εἰ µὴ ϐληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. καὶ ὕπαγε. καὶ µὴ ὅλον τὸ σῶµά σου . 21 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις. ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· 22 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόµενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 20 Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι ἐὰν µὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑµῶν πλεῖον τῶν γραµµατέων καὶ Φαρισαίων. 16 Οὕτως λαµψάτω τὸ ϕῶς ὑµῶν ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους. ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ. καὶ εἰς ϕυλακὴν ϐληθήσῃ. 26 ᾿Αµὴν λέγω σοι. µήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ. 17 Μὴ νοµίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόµον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν. καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ. οὗτος µέγας κληθήσεται ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου. 19 ῝Ος ἐὰν οὖν λύσῃ µίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων. 11–29 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27. οὐ µὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν. ἕως ἂν ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην. 29 Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλµός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε. ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ µετ᾿ αὐτοῦ. καὶ λάµπει πᾶσιν τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. ἕως ἂν πάντα γένηται. 12 Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε. 25 ῎Ισθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχύ. ἔξελε αὐτὸν καὶ ϐάλε ἀπὸ σοῦ· συµφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν µελῶν σου. καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑµῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 ᾿Αµὴν γὰρ λέγω ὑµῖν. ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑµᾶς καὶ διώξωσιν.5. 13 ῾Υµεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας µωρανθῇ. 28 29 11 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6 Μακάριοί ἐστε. ἕνεκεν ἐµοῦ. καὶ ἐκεῖ µνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ. 14 ῾Υµεῖς ἐστε τὸ ϕῶς τοῦ κόσµου· οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειµένη· 15 οὐδὲ καίουσιν λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν µόδιον. ἰῶτα ἓν ἢ µία κεραία οὐ µὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόµου. Οὐ µοιχεύσεις· 28 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν. καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν ῥῆµα καθ᾿ ὑµῶν ψευδόµενοι. Μωρέ. 27 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη. Οὐ ϕονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν ϕονεύσῃ. 23 ᾿Εὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ ϑυσιαστήριον. ῾Ρακά. ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ.

38 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη. 42 Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου· καὶ τὸν 42 ϑέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι µὴ ἀποστραφῇς. καὶ µι. στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· 40 καὶ τῷ ϑέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου 40 λαβεῖν.30 κοψον αὐτὴν καὶ ϐάλε ἀπὸ σοῦ· συµφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν µελῶν σου.41 λιον ἕν. . 31 ᾿Ερρέθη δὲ ὅτι ῝Ος ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ. Καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε. 2 ῞Οταν οὖν ποιῇς ἐλεηµοσύνην. ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 46 ᾿Εὰν γὰρ 46 ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑµᾶς. 47 Καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς ϕίλους 47 ὑµῶν µόνον. 48 ῎Εσεσθε οὖν ὑµεῖς τέλειοι. 30–6. ὕπαγε µετ᾿ αὐτοῦ δύο. ἔκ.39 ρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα. πρὸς τὸ ϑεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ µήγε.43 σήσεις τὸν ἐχθρόν σου· 44 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν.44 χθροὺς ὑµῶν. καλῶς ποιεῖτε τοῖς µισοῦσιν ὑµᾶς. δότω αὐτῇ 31 ἀποστάσιον· 32 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν. καὶ ϐρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. Οὐκ ἐπιορκήσεις. 33 Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις. Οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτως ποιοῦσιν . ᾿Αγαπᾶτε τοὺς ἐ. τί περισσὸν ποιεῖτε . ὅτι ὑποπόδιόν ἐστιν τῶν ποδῶν αὐτοῦ· µήτε 35 εἰς ῾Ιεροσόλυµα. ὅτι πόλις ἐστὶν τοῦ µεγάλου ϐασιλέως· 36 µήτε 36 ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀµόσῃς. ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. οὒ οὔ· τὸ 37 δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν. εὐλογεῖτε τοὺς καταρωµένους ὑµᾶς. 2 ϐληθῇ εἰς γέενναν. Οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν . 43 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη. καὶ µὴ ὅλον τὸ σῶµά σου ϐληθῇ εἰς γέενναν. καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑµᾶς. ὅτι οὐ δύνασαι µίαν τρίχα λευκὴν ἢ µέλαιναν ποιῆσαι. καὶ διωκόντων ὑµᾶς· 45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑµῶν 45 τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 37 ῎Εστω δὲ ὁ λόγος ὑµῶν. ὅτι ϑρόνος ἐστὶν τοῦ ϑεοῦ· 35 µήτε ἐν τῇ γῇ. ᾿Αγαπήσεις τὸν πλησίον σου. ᾿Οφθαλµὸν ἀντὶ ὀφθαλµοῦ. 33 ἀποδώσεις δὲ τῷ κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου· 34 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν µὴ 34 ὀµόσαι ὅλως· µήτε ἐν τῷ οὐρανῷ. παρεκτὸς λόγου πορνείας. 2 ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύµαις. ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱµάτιον· 41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει µί. 1 Προσέχετε τὴν ἐλεηµοσύνην ὑµῶν µὴ ποιεῖν ἔµπροσθεν τῶν 6 ἀνθρώπων. καὶ ὀ. τίνα µισθὸν ἔχετε . µισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑµῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ναὶ ναί. ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα 32 αὐτοῦ.38 δόντα ἀντὶ ὀδόντος· 39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑµῖν µὴ ἀντιστῆναι τῷ πονη.7 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 30 5. ποιεῖ αὐτὴν µοιχᾶσθαι· καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυµένην γαµήσῃ µοιχᾶται. ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ 48 ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν. µὴ σαλπίσῃς ἔµπροσθέν σου.

19 Μὴ ϑησαυρίζετε ὑµῖν ϑησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς. ὅλον τὸ σῶµά σου σκοτεινὸν .6. 7 Προσευχόµενοι δὲ µὴ ϐαττολογήσητε. ὡς ἐν οὐρανῷ. 17 Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλήν. πρὸ τοῦ ὑµᾶς αἰτῆσαι αὐτόν. καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· 11 τὸν ἄρτον ἡµῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡµῖν σήµερον· 12 καὶ ἄφες ἡµῖν τὰ ὀφειλήµατα ἡµῶν. ἀφήσει καὶ ὑµῖν ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ µὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώµατα αὐτῶν. ὅταν προσεύχῃ. ἀλλὰ ῥῦσαι ἡµᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. καὶ κλείσας τὴν ϑύραν σου. 21 ῞Οπου γάρ ἐστιν ὁ ϑησαυρὸς ὑµῶν. ὅλον τὸ σῶµά σου ϕωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλµός σου πονηρὸς ᾖ. ὅπως ϕανῶσιν τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ἀπέχουσιν τὸν µισθὸν αὐτῶν. εἴσελθε εἰς τὸ ταµιεῖόν σου. 6 Σὺ δέ. πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ ϐλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ ϕανερῷ. Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεηµοσύνην. ὅπου σὴς καὶ ϐρῶσις ἀφανίζει. ἁγιασθήτω τὸ ὄνοµά σου· 10 ἐλθέτω ἡ ϐασιλεία σου· γενηθήτω τὸ ϑέληµά σου. ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑµῶν. ὅπου οὔτε σὴς οὔτε ϐρῶσις ἀφανίζει. µὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου. καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι. 16 ῞Οταν δὲ νηστεύητε. 9 Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑµεῖς· Πάτερ ἡµῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ὅτι ϕιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι. µὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσιν γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν. 8 Μὴ οὖν ὁµοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὧν χρείαν ἔχετε. καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 ϑησαυρίζετε δὲ ὑµῖν ϑησαυροὺς ἐν οὐρανῷ. οὐκ ἔσῃ ὥσπερ οἱ ὑποκριταί. ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσιν γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται. 4 ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεηµοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ ϐλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ αὐτὸς ἀποδώσει σοι ἐν τῷ ϕανερῷ. ᾿Αµήν. 22 ῾Ο λύχνος τοῦ σώµατός ἐστιν ὁ ὀφθαλµός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλµός σου ἁπλοῦς ᾖ. ὡς καὶ ἡµεῖς ἀφίεµεν τοῖς ὀφειλέταις ἡµῶν· 13 καὶ µὴ εἰσενέγκῃς ἡµᾶς εἰς πειρασµόν. ὅπως ἂν ϕανῶσιν τοῖς ἀνθρώποις· ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ἀπέχουσιν τὸν µισθὸν αὐτῶν. καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν. ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ ϐλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι. ῞Οτι σοῦ ἐστιν ἡ ϐασιλεία καὶ ἡ δύναµις καὶ ἡ δόξα εἰς τοῦς αἰῶνας. 5 Καὶ ὅταν προσεύχῃ. 18 ὅπως µὴ ϕανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων. 14 ᾿Εὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώµατα αὐτῶν. 3–23 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 3 8 ἀπέχουσιν τὸν µισθὸν αὐτῶν. οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑµῶν ἀφήσει τὰ παραπτώµατα ὑµῶν.

µὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ . τί ἐνδύσησθε. 3 Τί δὲ 3 ϐλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλµῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.30 βανον ϐαλλόµενον. καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει· ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται. καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑµᾶς.27 µῶν µεριµνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα . καὶ δοθήσεται ὑµῖν· Ϲητεῖτε. ἔκβαλε πρῶτον 5 τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλµοῦ σου. µήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν. 31 Μὴ οὖν µεριµνήσητε.31 µεν. καὶ τὸ σῶµα τοῦ ἐνδύµατος . 11 ὑµεῖς. καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλµοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου. ἢ τί περιβαλώµεθα . καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑµῖν. 10 Καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ.9 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6. πονηροὶ ὄντες. οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας. 26 ᾿Εµβλέψατε 26 εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. µὴ µεριµνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑµῶν. ᾿Αρκετὸν τῇ ἡµέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς. τί ϕάγητε καὶ τί πίητε· µηδὲ τῷ σώµατι ὑµῶν. ὁ ϑεὸς οὕτως ἀµφιέννυσιν. 4 ῍Η πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελ. ῎Αφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλµοῦ σου· καὶ ἰδού. καὶ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑµεῖς µᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν . Οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ. σήµερον ὄντα. 5 ῾Υποκριτά. οἴδατε δόµατα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις . οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑµῖν ὅτι 29 οὐδὲ Σολοµὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 1 Μὴ κρίνετε. Καταµάθετε τὰ κρίνα 28 τοῦ ἀγροῦ. 8 Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαµβάνει. τὸ σκότος πόσον . 34 Μὴ 34 οὖν µεριµνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον µεριµνήσει τὰ ἑαυτῆς. Εἰ οὖν τὸ ϕῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν. ὀλιγόπιστοι . καὶ εὑρήσετε· κρούετε. µὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ . Τί ϕάγω. 7 Αἰτεῖτε. λέγοντες. ἢ τί πίωµεν. 32 Πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη 32 ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.24 σει. καὶ ὁ Ϲητῶν 8 εὑρίσκει. µετρηθήσεται ὑµῖν. 7 καὶ ἀνοιγήσεται ὑµῖν. οὐδὲ ϑερίζουσιν. οὐ πολλῷ µᾶλλον ὑµᾶς. 11 ἔσται. καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται. ὅτι οὐ σπείρουσιν.7. 25 ∆ιὰ 25 τοῦτο λέγω ὑµῖν. πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ. 33 Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ καὶ τὴν 33 δικαιοσύνην αὐτοῦ.4 φῷ σου. 2 θήσεσθε· καὶ ἐν ᾧ µέτρῳ µετρεῖτε. 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶν κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα µισή. κρι. Οὐ δύνασθε ϑεῷ δουλεύειν καὶ µαµωνᾷ. ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλµῷ σου . καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλµῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς . καὶ αὔριον εἰς κλί. ἵνα µὴ κριθῆτε· 2 ἐν ᾧ γὰρ κρίµατι κρίνετε. 6 Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· µηδὲ ϐάλητε τοὺς µαργαρίτας 6 ὑµῶν ἔµπροσθεν τῶν χοίρων. 11 Εἰ οὖν 10. 28 Καὶ περὶ ἐνδύµατος τί µεριµνᾶτε . 9 ῍Η τίς ἐστιν ἐξ ὑµῶν 9 ἄνθρωπος. ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον. 24–7. 27 Τίς δὲ ἐξ ὑ.

λέγων. οὐ τῷ σῷ ὀνόµατι προεφητεύσαµεν. 12 Πάντα οὖν ὅσα ἂν ϑέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑµῖν οἱ ἄνθρωποι. ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι 8 2 2 πολλοί· καὶ ἰδού. 29 29 ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων. Οὐ πᾶς ὁ λέγων µοι. Κύ12 . ὅστις ᾠκοδόµησεν 25 25 τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν· καὶ κατέβη ἡ ϐροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταµοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεµοι. Καὶ πᾶς ὁ ἀκούων µου τοὺς λόγους τούτους καὶ µὴ ποιῶν αὐτούς. 13 13 Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη. εἰσελεύσεται εἰς τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν· ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ ϑέληµα 22 22 τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 15 15 Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν. Πᾶν δένδρον µὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκό20 20 πτεται καὶ εἰς πῦρ ϐάλλεται. καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ. καὶ ἔπεσεν· καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς µεγάλη. καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν. ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρ16 16 παγες. καὶ οὐκ ἔπεσεν· τεθεµελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. 2 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 10 ὑµῶν. 12–8. πόσῳ µᾶλλον ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν . Πολλοὶ ἐροῦσίν µοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ. Οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ· τὸ δὲ σαπρὸν 18 18 δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ. 1 Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους. λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ. ῎Αρα γε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν 21 21 ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. κύριε. ᾿Απὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς· µήτι συλ17 17 λέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλήν. καὶ τῷ σῷ ὀνόµατι δυ23 23 νάµεις πολλὰς ἐποιήσαµεν . ὅστις ᾠκοδόµησεν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ 27 27 ἐπὶ τὴν ἄµµον· καὶ κατέβη ἡ ϐροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταµοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεµοι. ὁµοιωθήσεται ἀνδρὶ µωρῷ. καὶ πολλοί 14 14 εἰσιν οἱ εἰσερχόµενοι δι᾿ αὐτῆς· τί στενὴ ἡ πύλη. οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑµᾶς ἐν ἐνδύµασιν προβάτων. 28 28 Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς λόγους τούτους. Οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν.7. καὶ τεθλιµµένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν Ϲωήν. καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ 26 26 ἐκείνῃ. Κύριε. Καὶ τότε ὁµολογήσω αὐτοῖς ὅτι Οὐδέποτε ἔγνων ὑµᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐµοῦ οἱ ἐργαζόµενοι τὴν 24 24 ἀνοµίαν. καὶ οὐχ ὡς οἱ γραµµατεῖς. καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν. ὁµοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ ϕρονίµῳ. οὕτως καὶ ὑµεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νόµος καὶ οἱ προφῆται. οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς 19 19 καλοὺς ποιεῖν. ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα . Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει µου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτούς. καὶ τῷ σῷ ὀνόµατι δαιµόνια ἐξεβάλοµεν. Κύριε. κύριε.

Κύριε. καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ. ῎Ερχου. οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 6 καὶ λέγων. ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσµῶν ἥξουσιν. ῞Υπαγε. δεινῶς ϐασανιζόµενος. δύνασαί µε καθαρίσαι. 21 ῞Ετερος δὲ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ. καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξεν Μωσῆς. ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ. Καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς ϑάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς. καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν. 16 ᾿Οψίας δὲ γενοµένης προσήνεγκαν αὐτῷ δαιµονιζοµένους πολλούς· καὶ ἐξέβαλεν τὰ πνεύµατα λόγῳ. καθαρίσθητι. 15 καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς. σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ. 8 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη. Καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα. 4 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. λέγων. ἔχων ὑπ᾿ ἐµαυτὸν στρατιώτας· καὶ λέγω τούτῳ. ἐπίτρεψόν µοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ ϑάψαι τὸν πατέρα µου. εἰς µαρτύριον αὐτοῖς. 11 Λέγω δὲ ὑµῖν. καὶ ἀνακλιθήσονται µετὰ ᾿Αβραὰµ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς ϐασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς τῶν ὀδόντων. Αἱ ἀλώπεκες ϕωλεοὺς ἔχουσιν. 18 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς πολλοὺς ὄχλους περὶ αὐτόν. ὁ παῖς µου ϐέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός. καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. Πορεύθητι. 22 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. Κύριε. ᾿Εγὼ ἐλθὼν ϑεραπεύσω αὐτόν. 10 ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύµασεν. 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 . ἥψατο αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετός· καὶ ἠγέρθη. 7 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. οὐκ εἰµὶ ἱκανὸς ἵνα µου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ µόνον εἰπὲ λόγῳ. καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς µου. καὶ ποιεῖ. 14 Καὶ ἐλθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου. ἐὰν ϑέλῃς. 19 Καὶ προσελθὼν εἷς γραµµατεὺς εἶπεν αὐτῷ. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ. Θέλω. 5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναούµ. Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡµῶν ἔλαβεν. καὶ εἶπεν τοῖς ἀκολουθοῦσιν. Κύριε. εἶδεν τὴν πενθερὰν αὐτοῦ ϐεβληµένην καὶ πυρέσσουσαν. 20 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ∆ιδάσκαλε. 9 Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰµι ὑπὸ ἐξουσίαν. Ποίησον τοῦτο. 3–22 ριε. προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτόν. ᾿Ακολούθει µοι. καὶ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσεν· 17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. 13 Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῃ. καὶ διηκόνει αὐτῷ. ἐκέλευσεν ἀπελθεῖν εἰς τὸ πέραν. καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ µου. ῞Ορα µηδενὶ εἴπῃς· ἀλλὰ ὕπαγε.11 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 3 8. λέγοντος.

καὶ ἐδόξασαν τὸν ϑεόν. Εἰ ἐκβάλλεις ἡµᾶς. τινὲς τῶν γραµµατέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς. καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. παρεκάλεσαν ὅπως µεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. καὶ λέγει αὐτῷ.τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ . 28 28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν. ὀλιγόπιστοι . ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ.8. 23–9. τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις. ἔκραξαν λέγοντες. ἐπί32 32 τρεψον ἡµῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. ὥρµησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ 33 33 κρηµνοῦ εἰς τὴν ϑάλασσαν. ῏Ηλθες ὧδε πρὸ καιροῦ ϐασανίσαι ἡµᾶς . Οὗτος ϐλασφηµεῖ. σῶσον ἡµᾶς. ὅτι καὶ οἱ ἄνεµοι καὶ ἡ ϑάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ . Θάρσει. ᾿Αφέωνταί σου αἱ ἁµαρτίαι· ἢ εἰπεῖν. Καὶ ἰδού. Τί ἡµῖν καὶ σοί. ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁµαρτίας . χαλεποὶ λίαν. 4 4 Καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυµήσεις αὐτῶν εἶπεν. Καὶ λέγει αὐτοῖς. Οἱ δὲ δαίµονες παρεκάλουν αὐτόν. 7 7. ᾿Ακολούθει 23 24 . ᾿Ιησοῦ 30 30 υἱὲ τοῦ ϑεοῦ . ῞Ινα δὲ εἰδῆτε. Ποταπός ἐστιν οὗτος. λέγοντες. 8 Καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυµάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευ25 25 δεν. καὶ τὰ τῶν δαιµονιζοµένων. ἀπολλύµεθα. καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν 34 34 πάντα. Καὶ ἰδού. Οἱ δὲ ϐόσκοντες ἔφυγον. ῏Ην 31 31 δὲ µακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν ϐοσκοµένη. Οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδού. 8 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύµασαν. καὶ ἐγένετο γαλήνη µεγάλη. Τί δειλοί ἐστε. ὥστε µὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ 29 29 ἐκείνης· καὶ ἰδού. 9 9 Καὶ παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήµενον ἐπὶ τὸ τελώνιον. Καὶ προσελθόντες οἱ µαθηταὶ ἤγειραν αὐτόν. Τότε ἐγερθεὶς ἐπετίµησεν τοῖς ἀνέµοις καὶ τῇ 27 27 ϑαλάσσῃ. 9 23 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 12 Καὶ ἐµβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον. 24 Καὶ ἰδού. ῞Ινα τί ὑµεῖς 5 5 ἐνθυµεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑµῶν . ῾Υπάγετε. καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. εἰπεῖν. λέγοντες. λέγοντες. Καὶ ἰδού. ῎Εγειραι 6 6 καὶ περιπάτει . 1 Καὶ ἐµβὰς εἰς τὸ πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν 9 2 2 πόλιν. 26 26 Κύριε. ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιµονιζόµενοι ἐκ τῶν µνηµείων ἐξερχόµενοι. Τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. Ματθαῖον λεγόµενον. σεισµὸς µέγας ἐγένετο ἐν τῇ ϑαλάσσῃ. προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης ϐεβληµένον· καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν τῷ πα3 3 ραλυτικῷ. πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτόν. τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁµαρτίαι σου.᾿Εγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην. Οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύµασαν.

10 Καὶ ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειµένου ἐν τῇ οἰκίᾳ. καὶ Ϲήσεται. 19 Καὶ ἐγερθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. 11 Καὶ ἰδόντες οἱ Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ. 28 ᾿Ελθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν. σωθήσοµαι. καὶ οὐ ϑυσίαν· οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους. καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 14 Τότε προσέρχονται αὐτῷ οἱ µαθηταὶ ᾿Ιωάννου. προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί. ∆ιὰ τί ἡµεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύοµεν πολλά. 25 ῞Οτε δὲ ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος. λέγων ὅτι ῾Η ϑυγάτηρ µου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ᾿ αὐτήν. 26 Καὶ ἐξῆλθεν ἡ ϕήµη αὕτη εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην. Θάρσει. κύριε. ᾿Αναχωρεῖτε· οὐ γὰρ ἀπέθανεν τὸ κοράσιον. Λέγουσιν αὐτῷ. 24 λέγει αὐτοῖς. ᾿Ελεύσονται δὲ ἡµέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυµφίος. 22 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν αὐτὴν εἶπεν. ῎Ελεον ϑέλω. λέγων. ᾿Ελέησον ἡµᾶς. ἐφ᾿ ὅσον µετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυµφίος . 17 Οὐδὲ ϐάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ µήγε. πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁµαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ ᾿Ιησοῦ καὶ τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. Ναί. Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ. κράζοντες καὶ λέγοντες. 27 Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ ᾿Ιησοῦ. καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται. ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. καὶ ἀµφότεροι συντηροῦνται. καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται· ἀλλὰ ϐάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινούς. Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυµφῶνος πενθεῖν. 13 Πορευθέντες δὲ µάθετε τί ἐστιν. γυνὴ αἱµορροοῦσα δώδεκα ἔτη. 15 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 20 Καὶ ἰδού. ∆ιὰ τί µετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁµαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑµῶν . ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοί. Πιστεύετε ὅτι δύναµαι τοῦτο ποιῆσαι . ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 23 Καὶ ἐλθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος. καὶ ἰδὼν τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλον ϑορυβούµενον. 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 . 21 ῎Ελεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ. καὶ ἰδού. ἄρχων εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ.13 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 9. ᾿Εὰν µόνον ἅψωµαι τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ. εἰσελθὼν ἐκράτησεν τῆς χειρὸς αὐτῆς. ἰδού. 18 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς. ἀλλὰ ἁµαρτωλοὺς εἰς µετάνοιαν. προσελθοῦσα ὄπισθεν. καὶ χεῖρον σχίσµα γίνεται. υἱὲ ∆αυίδ. λέγοντες. 16 Οὐδεὶς δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβληµα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱµατίῳ παλαιῷ· αἴρει γὰρ τὸ πλήρωµα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἱµατίου. οἱ δὲ µαθηταί σου οὐ νηστεύουσιν . ϑύγατερ· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε. καὶ ἠγέρθη τὸ κοράσιον. 12 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας εἶπεν αὐτοῖς. 10–29 µοι. ῥήγνυνται οἱ ἀσκοί. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ. Καὶ ἐσώθη ἡ γυνὴ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. καὶ τότε νηστεύσουσιν. 29 Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλµῶν αὐτῶν.

λέγοντες. λέγων. Μὴ κτήσησθε χρυσόν. ἀσπάσασθε αὐτήν. Τότε λέγει τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. ῾Ο µὲν ϑερισµὸς πολύς. 38 38 οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ϑερισµοῦ. Πορευόµενοι δὲ κηρύσσετε. ἐλάλησεν ὁ κωφός· καὶ ἐθαύµασαν οἱ ὄχλοι. διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν. προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον 33 33 κωφὸν δαιµονιζόµενον. καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος· Σίµων ὁ Κανανίτης. καὶ ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ· ᾿Ιάκω3 3 βος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου. Εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν ἢ κώµην εἰσέλθητε. λέγων. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον. µὴ πήραν εἰς ὁδόν. ᾿Ιδὼν δὲ τοὺς ὄχλους. ἰδού. καὶ ᾿Ιωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ· Φίλιππος. 35 35 Καὶ περιῆγεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώµας. Καὶ ἐὰν µὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία. ὅτι ἦσαν ἐσκυλµένοι καὶ ἐρριµµένοι ὡσεὶ πρόβατα µὴ ἔχοντα ποι37 37 µένα. ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά. ᾿Ασθενοῦντας ϑεραπεύετε. µηδὲ ὑποδήµατα. ἡ 14 14 εἰρήνη ὑµῶν πρὸς ὑµᾶς ἐπιστραφήτω. µηδὲ δύο χιτῶνας. 5 5 Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ ᾿Ιησοῦς. Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν µὴ ἀπέλθητε. δαιµόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε. Καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιµονίου. 14 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 30 14 Κατὰ τὴν πίστιν ὑµῶν γενηθήτω ὑµῖν. λεπροὺς καθαρίζετε. λέγοντες 8 8 ὅτι ῎Ηγγικεν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν. καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης· ᾿Ιάκωβος 4 4 ὁ τοῦ ᾿Αλφαίου. µηδὲ χαλ10 10 κὸν εἰς τὰς Ϲώνας ὑµῶν. ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ϑερισµὸν αὐτοῦ. καὶ εἰς πόλιν Σαµα6 6 ρειτῶν µὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ µᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ 7 7 ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ. µηδὲ ἄργυρον. καὶ ᾿Ιούδας ᾿Ισκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. καὶ ϑεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν µαλακίαν. καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς ϐασιλείας. 32 32 Αὐτῶν δὲ ἐξερχοµένων. ῾Ορᾶτε 31 31 µηδεὶς γινωσκέτω. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλµοί· καὶ ἐνεβριµήσατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 2 2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόµατά ἐστιν ταῦτα· πρῶτος Σίµων ὁ λεγόµενος Πέτρος. 1 10 Καὶ προσκαλεσάµενος τοὺς δώδεκα µαθητὰς αὐτοῦ. ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευµάτων ἀκαθάρτων. µηδὲ ῥάβδους· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς 11 11 αὐτοῦ ἐστιν. Οὐδέποτε 34 34 ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. παραγγείλας αὐτοῖς. καὶ ϑεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν µαλακίαν 36 36 ἐν τῷ λαῷ. ἕως ἂν ἐξέλθητε. 30–10. Εἰσερ13 13 χόµενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν. ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑµῶν ἐπ᾿ αὐτήν· ἐὰν δὲ µὴ ᾖ ἀξία.9. ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν. καὶ Βαρθολοµαῖος· Θωµᾶς. ᾿Εν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιµονίων ἐκβάλλει τὰ δαιµόνια. ἐξετάσατε 12 12 τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστιν· κἀκεῖ µείνατε. Καὶ ὃς ἐὰν µὴ δέξηται 30 . Οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήµισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. 9 9 δωρεὰν δότε.

κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωµάτων. ἐγὼ ἀποστέλλω ὑµᾶς ὡς πρόβατα ἐν µέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν ϕρόνιµοι ὡς οἱ ὄφεις. 26 Μὴ οὖν ϕοβηθῆτε αὐτούς· οὐδὲν γάρ ἐστιν κεκαλυµµένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται· καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται. 35 ῏Ηλθον γὰρ διχάσαι 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 . 22 Καὶ ἔσεσθε µισούµενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνοµά µου· ὁ δὲ ὑποµείνας εἰς τέλος. ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί. 16 ᾿Ιδού. 27 ῝Ο λέγω ὑµῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ. 34 Μὴ νοµίσητε ὅτι ἦλθον ϐαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον ϐαλεῖν εἰρήνην. ἀλλὰ µάχαιραν. 15 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. εἴπατε ἐν τῷ ϕωτί· καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε. 28 Καὶ µὴ ϕοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶµα. καὶ πατὴρ τέκνον· καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς. ἀρνήσοµαι αὐτὸν κἀγὼ ἔµπροσθεν τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 15–35 ὑµᾶς µηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑµῶν. 29 Οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται . καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν µαστιγώσουσιν ὑµᾶς· 18 καὶ ἐπὶ ἡγεµόνας δὲ καὶ ϐασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐµοῦ. µὴ µεριµνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσητε· δοθήσεται γὰρ ὑµῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε· 20 οὐ γὰρ ὑµεῖς ἐστὲ οἱ λαλοῦντες. πόσῳ µᾶλλον τοὺς οἰκειακοὺς αὐτοῦ . Εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν. τὴν δὲ ψυχὴν µὴ δυναµένων ἀποκτεῖναι· ϕοβήθητε δὲ µᾶλλον τὸν δυνάµενον καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶµα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ. ἐξερχόµενοι τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης. καὶ ὁ δοῦλος ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. 19 ῞Οταν δὲ παραδιδῶσιν ὑµᾶς. οὗτος σωθήσεται. οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ. ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑµῶν. 33 ῞Οστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί µε ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. ὁµολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔµπροσθεν τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑµῶν· 30 ὑµῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθµηµέναι εἰσίν. ἀλλὰ τὸ πνεῦµα τοῦ πατρὸς ὑµῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑµῖν. 32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁµολογήσει ἐν ἐµοὶ ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. 17 Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώσουσιν γὰρ ὑµᾶς εἰς συνέδρια. 21 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς ϑάνατον.15 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 10. 23 ῞Οταν δὲ διώκωσιν ὑµᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 25 ᾿Αρκετὸν τῷ µαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. καὶ ϑανατώσουσιν αὐτούς. 24 Οὐκ ἔστιν µαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον. εἰς µαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν. 31 Μὴ οὖν ϕοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑµεῖς. ϕεύγετε εἰς τὴν ἄλλην· ἀµὴν γὰρ λέγω ὑµῖν. ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόµων καὶ Γοµόρρων ἐν ἡµέρᾳ κρίσεως. οὐ µὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ ᾿Ισραήλ.

Τούτων δὲ πορευοµένων. καὶ ϐιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. καὶ περισσότερον 10 10 προφήτου· οὗτος γάρ ἐστιν περὶ οὗ γέγραπται. Προφήτην . Σὺ εἶ ὁ 4 4 ἐρχόµενος. Καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν µικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ µόνον εἰς ὄνοµα µαθητοῦ. ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν µου πρὸ προσώπου σου. καὶ πτω6 6 χοὶ εὐαγγελίζονται· καὶ µακάριός ἐστιν. ᾿Ιδού. αὐτός ἐστιν ᾿Ηλίας ὁ µέλλων ἔρχεσθαι. 36 . Πορευθέντες ἀπαγγείλατε ᾿Ιωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ 5 5 ϐλέπετε· τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν.10. 16 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 16 ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ϑυγατέρα κατὰ τῆς µητρὸς αὐτῆς. ἢ ἕτερον προσδοκῶµεν . ἀµὴν λέγω ὑµῖν. Πάντες γὰρ 14 14 οἱ προφῆται καὶ ὁ νόµος ἕως ᾿Ιωάννου προεφήτευσαν· καὶ εἰ 15 15 ϑέλετε δέξασθαι. πέµψας δύο τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. οὐκ ἔστιν µου ἄξιος. οὐ µὴ ἀπολέσῃ τὸν µισθὸν αὐτοῦ. ῾Ο ϕιλῶν πατέρα ἢ µητέρα ὑπὲρ ἐµέ. Τίνι δὲ ὁµοιώσω τὴν γενεὰν ταύτην . οὐκ ἔστιν µου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαµβάνει τὸν σταυρὸν αὐ39 39 τοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω µου. καὶ νύµφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· 36 καὶ ἐχθροὶ 37 37 τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκειακοὶ αὐτοῦ. µετέβη ἐκεῖθεν τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν. ῾Ο ἔ16 16 χων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. ῾Ο δεχόµενος προφήτην εἰς ὄνοµα προφήτου µισθὸν προφήτου λήψεται· καὶ ὁ δεχόµενος δίκαιον εἰς 42 42 ὄνοµα δικαίου µισθὸν δικαίου λήψεται. ᾿Ιδού. ὃς ἐὰν µὴ σκανδαλισθῇ 7 7 ἐν ἐµοί. ῎Ανθρωπον ἐν µαλακοῖς ἱµατίοις ἠµφιεσµένον . ὃς κατασκευάσει 11 11 τὴν ὁδόν σου ἔµπροσθέν σου. ῾Ο εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν· καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐµοῦ εὑρήσει αὐτήν. νεκροὶ ἐγείρονται. καὶ κωφοὶ ἀκούουσιν. ᾿Αλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν . ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. λεπροὶ καθαρίζονται. ᾿Απὸ δὲ τῶν ἡµερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ ϐασιλεία τῶν 13 13 οὐρανῶν ϐιάζεται. οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν µείζων ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ. οἱ τὰ µα9 9 λακὰ ϕοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν ϐασιλείων εἰσίν. οὐκ ἔστιν µου ἄξιος· καὶ ὁ ϕιλῶν υἱὸν ἢ ϑυγατέρα ὑπὲρ 38 38 ἐµέ. εἶπεν αὐτῷ. ῾Ο δὲ µι12 12 κρότερος ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν µείζων αὐτοῦ ἐστιν. Ναί. λέγω ὑµῖν. 36–11. ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς λέγειν τοῖς ὄχλοις περὶ ᾿Ιωάννου. Τί ἐξήλθετε εἰς τὴν ἔρηµον ϑεάσασθαι . καὶ χωλοὶ περιπατοῦσιν. 40 40 ῾Ο δεχόµενος ὑµᾶς ἐµὲ δέχεται· καὶ ὁ ἐµὲ δεχόµενος δέχεται 41 41 τὸν ἀποστείλαντά µε. ᾿Αλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν . 2 2 ῾Ο δὲ ᾿Ιωάννης ἀκούσας ἐν τῷ δεσµωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ χρι3 3 στοῦ. 1 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα 11 µαθηταῖς αὐτοῦ. 8 8 Κάλαµον ὑπὸ ἀνέµου σαλευόµενον .

καὶ λέγουσιν. οὐαί 21 σοι. ὁ πατήρ. Ηὐλήσαµεν ὑµῖν. εἰ µὴ ὁ υἱός. ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν. καὶ ᾧ ἐὰν ϐούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.19 γουσιν. ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔµπροσθέν 26 σου. καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις. κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡµέρᾳ 22 κρίσεως. ᾿Εξοµο. 29 ῎Αρατε τὸν Ϲυγόν µου ἐφ᾿ ὑµᾶς καὶ µάθετε 29 ἀπ᾿ ἐµοῦ. ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ· 4 πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ϑεοῦ. 22 Πλὴν λέγω ὑµῖν. καὶ οὐκ 17 ὠρχήσασθε· ἐθρηνήσαµεν ὑµῖν. καὶ ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ἐσθίειν. 26 Ναί. ᾿Ιδού. ἢ ὑµῖν. ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάµεις αἱ γενόµεναι ἐν ὑµῖν. ἔµειναν ἂν µέχρι τῆς σήµερον.25 λογοῦµαί σοι. 17 καὶ λέγουσιν. 7 ῾Οµοία ἐστὶν παιδίοις ἐν ἀγοραῖς καθηµένοις. τελωνῶν ϕίλος καὶ ἁµαρτωλῶν. 7 Εἰ δὲ ἐγνώκειτε τί ἐστιν. καὶ προσφωνοῦσιν τοῖς ἑταίροις αὐτῶν. Βηθσαι¨δά. 3 ῾Ο 3 δὲ εἶπεν αὐτοῖς. 18 ῏Ηλθεν 18 γὰρ ᾿Ιωάννης µήτε ἐσθίων µήτε πίνων. ∆αιµόνιον ἔχει.17 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 11. ἄνθρωπος ϕάγος καὶ οἰνοπότης. καὶ οὐκ ἐκόψασθε. ὅτι οὐ µετενόησαν. 6 Λέγω δὲ ὑµῖν ὅτι 6 τοῦ ἱεροῦ µεῖζόν ἐστιν ὧδε. 23 Καὶ σύ. 1 ᾿Εν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπορεύθη ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς σάββασιν διὰ τῶν 12 σπορίµων· οἱ δὲ µαθηταὶ αὐτοῦ ἐπείνασαν. εἰ µὴ ὁ πατήρ· οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει. Χοραζίν. πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ µετενόησαν. 5 ῍Η 5 οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῷ νόµῳ. Καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς. ἢ σοί. ὅτι γῇ Σοδόµων ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡµέρᾳ 24 κρίσεως. 27 Πάντα µοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός µου· καὶ οὐδεὶς 27 ἐπιγινώσκει τὸν υἱόν. κἀγὼ 28 ἀναπαύσω ὑµᾶς. 4 καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν. 30 ῾Ο γὰρ Ϲυγός µου χρηστός. 20 Τότε ἤρξατο ὀνειδίζειν τὰς πόλεις ἐν αἷς ἐγένοντο αἱ πλεῖσται 20 δυνάµεις αὐτοῦ. Καπερναούµ. εἰ µὴ τοῖς ἱερεῦσιν µόνοις . 19 ῏Ηλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων. ᾿Ιδού. ὅτι τοῖς σάββασιν οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ τὸ σάββατον ϐεβηλοῦσιν. 17–12. καὶ λέ. 28 ∆εῦτε πρός µε πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισµένοι. ῎Ελεον ϑέλω 7 . 2 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ. 21 Οὐαί σοι. 25 ᾿Εν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. οὐδὲ τοῖς µετ᾿ αὐτοῦ. ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑ.23 ψωθεῖσα. καὶ ἀναίτιοί εἰσιν . Οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησεν ∆αυίδ. οὓς οὐκ ἐξὸν ἦν αὐτῷ ϕαγεῖν. ἕως ῞ᾼδου καταβιβασθήσῃ· ὅτι εἰ ἐν Σοδόµοις ἐγένοντο αἱ δυνάµεις αἱ γενόµεναι ἐν σοί. 2 οἱ µαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστιν ποιεῖν ἐν σαββάτῳ. ὅτι πρᾷός εἰµι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ· καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑµῶν. πάτερ. καὶ 30 τὸ ϕορτίον µου ἐλαφρόν ἐστιν. 24 Πλὴν λέγω ὑµῖν.

29 ῍Η πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ διαρπάσαι. καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη. 31 ∆ιὰ τοῦτο λέγω ὑµῖν. ὁ παῖς µου ὃν ᾑρέτισα· ὁ ἀγαπητός µου εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή µου· ϑήσω τὸ πνεῦµά µου ἐπ᾿ αὐτόν. οὐδὲ κραυγάσει· οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν ϕωνὴν αὐτοῦ. ὃς ἕξει πρόβατον ἕν. τυφλὸς καὶ κωφός· καὶ ἐθεράπευσεν αὐτόν. ∆ιὰ τοῦτο αὐτοὶ ὑµῶν ἔσονται κριταί. καὶ λῖνον τυφόµενον οὐ σβέσει· ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν. 16 καὶ ἐπετίµησεν αὐτοῖς. 14 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι συµβούλιον ἔλαβον κατ᾿ αὐτοῦ ἐξελθόντες. ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν. ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. ὥστε τὸν τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ λαλεῖν καὶ ϐλέπειν. 27 Καὶ εἰ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιµόνια. 22 Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιµονιζόµενος. κύριος γάρ ἐστιν τοῦ σαββάτου ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. οἱ υἱοὶ ὑµῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσιν . 24 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον. 20 Κάλαµον συντετριµµένον οὐ κατεάξει. καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ. 26 Καὶ εἰ ὁ Σατανᾶς τὸν Σατανᾶν ἐκβάλλει. λέγοντος. 8–31 8 9. καὶ ὁ µὴ συνάγων µετ᾿ ἐµοῦ. κατ᾿ ἐµοῦ ἐστιν. ῎Εκτεινον τὴν χεῖρά σου. σκορπίζει. οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ . Καὶ ἐξέτεινεν. Πᾶσα ϐασιλεία µερισθεῖσα καθ᾿ ἑαυτῆς ἐρηµοῦται· καὶ πᾶσα πόλις ἢ οἰκία µερισθεῖσα καθ᾿ ἑαυτῆς οὐ σταθήσεται. 21 Καὶ τῷ ὀνόµατι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν. Τίς ἔσται ἐξ ὑµῶν ἄνθρωπος. 10 Καὶ ἰδού. οὐκ ἂν κατεδικάσατε τοὺς ἀναιτίους. 28 Εἰ δὲ ἐν πνεύµατι ϑεοῦ ἐγὼ ἐκβάλλω τὰ δαιµόνια. 25 Εἰδὼς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυµήσεις αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς.12. 18 ᾿Ιδού. 30 ῾Ο µὴ ὢν µετ᾿ ἐµοῦ. 9 Καὶ µεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν. 19 Οὐκ ἐρίσει. 15 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν· καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. 11 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἐὰν ἐµπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς ϐόθυνον. ῞Ωστε ἔξεστιν τοῖς σάββασιν καλῶς ποιεῖν. καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας. λέγοντες. ἐφ᾿ ἑαυτὸν ἐµερίσθη· πῶς οὖν σταθήσεται ἡ ϐασιλεία αὐτοῦ . εἰ µὴ ἐν τῷ Βεελζεβοὺλ ἄρχοντι τῶν δαιµονίων. ἄνθρωπος ἦν τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτόν. 12 Πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου. Οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιµόνια. ἐὰν µὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν . 23 Καὶ ἐξίσταντο πάντες οἱ ὄχλοι καὶ ἔλεγον. Εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ϑεραπεύειν . 13 Τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ. ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾿ ὑµᾶς ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. Μήτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ∆αυίδ. Πᾶσα ἁµαρτία καὶ ϐλασφηµία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις· . 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 18 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 8 καὶ οὐ ϑυσίαν. ἵνα µὴ ϕανερὸν αὐτὸν ποιήσωσιν· 17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. Καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.

19

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

12. 32–49

ἡ δὲ τοῦ πνεύµατος ϐλασφηµία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις.
32
Καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ πνεύµατος τοῦ ἁγίου, οὐκ
ἀφεθήσεται αὐτῷ, οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ µέλλοντι. 33 ῍Η
ποιήσατε τὸ δένδρον καλόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ
τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται. 34 Γεννήµατα ἐχιδνῶν, πῶς
δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν, πονηροὶ ὄντες ; ᾿Εκ γὰρ τοῦ περισσεύµατος τῆς καρδίας τὸ στόµα λαλεῖ. 35 ῾Ο ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ
ἀγαθοῦ ϑησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά· καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ
τοῦ πονηροῦ ϑησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά. 36 Λέγω δὲ ὑµῖν, ὅτι
πᾶν ῥῆµα ἀργόν, ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν
περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡµέρᾳ κρίσεως. 37 ᾿Εκ γὰρ τῶν λόγων σου
δικαιωθήσῃ, καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ.
38
Τότε ἀπεκρίθησάν τινες τῶν γραµµατέων καὶ Φαρισαίων, λέγοντες, ∆ιδάσκαλε, ϑέλοµεν ἀπὸ σοῦ σηµεῖον ἰδεῖν. 39 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Γενεὰ πονηρὰ καὶ µοιχαλὶς σηµεῖον ἐπιζητεῖ· καὶ σηµεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ, εἰ µὴ τὸ σηµεῖον ᾿Ιωνᾶ
τοῦ προφήτου. 40 ῞Ωσπερ γὰρ ἦν ᾿Ιωνᾶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους
τρεῖς ἡµέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡµέρας καὶ τρεῖς νύκτας. 41 ῎Ανδρες
Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει µετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ
κατακρινοῦσιν αὐτήν· ὅτι µετενόησαν εἰς τὸ κήρυγµα ᾿Ιωνᾶ· καὶ
ἰδού, πλεῖον ᾿Ιωνᾶ ὧδε. 42 Βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει µετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν· ὅτι ἦλθεν ἐκ
τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολοµῶνος· καὶ ἰδού,
πλεῖον Σολοµῶνος ὧδε. 43 ῞Οταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦµα ἐξέλθῃ
ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων, Ϲητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει. 44 Τότε λέγει, ᾿Επιστρέψω εἰς τὸν οἶκόν µου
ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα, σεσαρωµένον, καὶ
κεκοσµηµένον. 45 Τότε πορεύεται καὶ παραλαµβάνει µεθ᾿ ἑαυτοῦ
ἑπτὰ ἕτερα πνεύµατα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα
τῶν πρώτων. Οὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ πονηρᾷ.
46
῎Ετι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις, ἰδού, ἡ µήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, Ϲητοῦντες αὐτῷ λαλῆσαι. 47 Εἶπεν
δέ τις αὐτῷ, ᾿Ιδού, ἡ µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ἑστήκασιν, Ϲητοῦντές σοι λαλῆσαι. 48 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ εἰπόντι
αὐτῷ, Τίς ἐστιν ἡ µήτηρ µου ; Καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί µου ;
49
Καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν,

32

33

34

35

36

37

38
39

40

41

42

43

44

45

46
47

48

49

12. 50–13. 22

20

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
50

᾿Ιδού, ἡ µήτηρ µου καὶ οἱ ἀδελφοί µου. ῞Οστις γὰρ ἂν ποιήσῃ
τὸ ϑέληµα τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός µου ἀδελφὸς
καὶ ἀδελφὴ καὶ µήτηρ ἐστίν.
1
13
᾿Εν δὲ τῇ ἡµέρᾳ ἐκείνῃ ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς οἰκίας ἐκά2
2 θητο παρὰ τὴν ϑάλασσαν.
Καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ὄχλοι
πολλοί, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον ἐµβάντα καθῆσθαι· καὶ πᾶς ὁ
3
3 ὄχλος ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν εἱστήκει. Καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλὰ ἐν
4
4 παραβολαῖς, λέγων, ᾿Ιδού, ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπείρειν. Καὶ
ἐν τῷ σπείρειν αὐτόν, ἃ µὲν ἔπεσεν παρὰ τὴν ὁδόν· καὶ ἦλθεν τὰ
5
5 πετεινὰ καὶ κατέφαγεν αὐτά.
῎Αλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὰ πετρώδη,
ὅπου οὐκ εἶχεν γῆν πολλήν· καὶ εὐθέως ἐξανέτειλεν, διὰ τὸ µὴ
6
6 ἔχειν ϐάθος γῆς· ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυµατίσθη, καὶ διὰ
7
7 τὸ µὴ ἔχειν ῥίζαν, ἐξηράνθη.
῎Αλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὰς ἀκάνθας,
8
8 καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ ἀπέπνιξαν αὐτά.
῎Αλλα δὲ ἔπεσεν
ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλήν, καὶ ἐδίδου καρπόν, ὃ µὲν ἑκατόν, ὃ δὲ
9
9 ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα. ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
10
10
Καὶ προσελθόντες οἱ µαθηταὶ εἶπον αὐτῷ, ∆ιὰ τί ἐν παρα11
11 βολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς ;
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ῾Υµῖν
δέδοται γνῶναι τὰ µυστήρια τῆς ϐασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις
12
12 δὲ οὐ δέδοται.
῞Οστις γὰρ ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται· ὅστις δὲ οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει, ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ.
13
13
∆ιὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ὅτι ϐλέποντες οὐ ϐλέ14
14 πουσιν, καὶ ἀκούοντες οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ συνιοῦσιν.
Καὶ
ἀναπληροῦται αὐτοῖς ἡ προφητεία ᾿Ησαι΅ου, ἡ λέγουσα, ᾿Ακοῇ ἀκούσετε, καὶ οὐ µὴ συνῆτε· καὶ ϐλέποντες ϐλέψετε, καὶ οὐ
15
15 µὴ ἴδητε.
᾿Επαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς
ὠσὶν ϐαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλµοὺς αὐτῶν ἐκάµµυσαν·
µήποτε ἴδωσιν τοῖς ὀφθαλµοῖς, καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσιν, καὶ τῇ
16
16 καρδίᾳ συνῶσιν, καὶ ἐπιστρέψωσιν, καὶ ἰάσοµαι αὐτούς.
῾Υµῶν
δὲ µακάριοι οἱ ὀφθαλµοί, ὅτι ϐλέπουσιν· καὶ τὰ ὦτα ὑµῶν, ὅτι
17
17 ἀκούει.
᾿Αµὴν γὰρ λέγω ὑµῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι
ἐπεθύµησαν ἰδεῖν ἃ ϐλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον· καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκού18
18 ετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν.
῾Υµεῖς οὖν ἀκούσατε τὴν παραβολὴν τοῦ
19
19 σπείροντος.
Παντὸς ἀκούοντος τὸν λόγον τῆς ϐασιλείας καὶ µὴ
συνιέντος, ἔρχεται ὁ πονηρός, καὶ ἁρπάζει τὸ ἐσπαρµένον ἐν τῇ
20
20 καρδίᾳ αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ παρὰ τὴν ὁδὸν σπαρείς.
῾Ο δὲ ἐπὶ
τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων, καὶ εὐθὺς
21
21 µετὰ χαρᾶς λαµβάνων αὐτόν·
οὐκ ἔχει δὲ ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ πρόσκαιρός ἐστιν· γενοµένης δὲ ϑλίψεως ἢ διωγµοῦ διὰ τὸν
22
22 λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζεται.
῾Ο δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας σπαρείς,
50

21

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

13. 23–39

οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων, καὶ ἡ µέριµνα τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου συµπνίγει τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος
γίνεται. 23 ῾Ο δὲ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν
λόγον ἀκούων καὶ συνιών· ὃς δὴ καρποφορεῖ, καὶ ποιεῖ ὁ µὲν
ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα.
24
῎Αλλην παραβολὴν παρέθηκεν αὐτοῖς, λέγων, ῾Ωµοιώθη ἡ
ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι καλὸν σπέρµα ἐν τῷ
ἀγρῷ αὐτοῦ· 25 ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους, ἦλθεν αὐτοῦ
ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρεν Ϲιζάνια ἀνὰ µέσον τοῦ σίτου, καὶ ἀπῆλθεν.
26
῞Οτε δὲ ἐβλάστησεν ὁ χόρτος καὶ καρπὸν ἐποίησεν, τότε ἐφάνη
καὶ τὰ Ϲιζάνια. 27 Προσελθόντες δὲ οἱ δοῦλοι τοῦ οἰκοδεσπότου
εἶπον αὐτῷ, Κύριε, οὐχὶ καλὸν σπέρµα ἔσπειρας ἐν τῷ σῷ ἀγρῷ ;
Πόθεν οὖν ἔχει Ϲιζάνια ; 28 ῾Ο δὲ ἔφη αὐτοῖς, ᾿Εχθρὸς ἄνθρωπος
τοῦτο ἐποίησεν. Οἱ δὲ δοῦλοι εἶπον αὐτῷ, Θέλεις οὖν ἀπελθόντες
συλλέξοµεν αὐτά ; 29 ῾Ο δὲ ἔφη, Οὔ· µήποτε, συλλέγοντες τὰ Ϲιζάνια, ἐκριζώσητε ἅµα αὐτοῖς τὸν σῖτον. 30 ῎Αφετε συναυξάνεσθαι
ἀµφότερα µέχρι τοῦ ϑερισµοῦ· καὶ ἐν καιρῷ τοῦ ϑερισµοῦ ἐρῶ
τοῖς ϑερισταῖς, Συλλέξατε πρῶτον τὰ Ϲιζάνια, καὶ δήσατε αὐτὰ εἰς
δέσµας πρὸς τὸ κατακαῦσαι αὐτά· τὸν δὲ σῖτον συναγάγετε εἰς
τὴν ἀποθήκην µου.
31
῎Αλλην παραβολὴν παρέθηκεν αὐτοῖς, λέγων, ῾Οµοία ἐστὶν
ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος
ἔσπειρεν ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ· 32 ὃ µικρότερον µέν ἐστιν πάντων
τῶν σπερµάτων· ὅταν δὲ αὐξηθῇ, µεῖζον τῶν λαχάνων ἐστίν, καὶ
γίνεται δένδρον, ὥστε ἐλθεῖν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατασκηνοῦν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ.
33
῎Αλλην παραβολὴν ἐλάλησεν αὐτοῖς, ῾Οµοία ἐστὶν ἡ ϐασιλεία
τῶν οὐρανῶν Ϲύµῃ, ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἔκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτα
τρία, ἕως οὗ ἐζυµώθη ὅλον.
34
Ταῦτα πάντα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν παραβολαῖς τοῖς ὄχλοις,
καὶ χωρὶς παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς· 35 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου, λέγοντος, ᾿Ανοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόµα
µου, ἐρεύξοµαι κεκρυµµένα ἀπὸ καταβολῆς κόσµου. 36 Τότε ἀφεὶς τοὺς ὄχλους ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ προσῆλθον
αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ, λέγοντες, Φράσον ἡµῖν τὴν παραβολὴν
τῶν Ϲιζανίων τοῦ ἀγροῦ. 37 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, ῾Ο σπείρων τὸ καλὸν σπέρµα ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου· 38 ὁ δὲ ἀγρός
ἐστιν ὁ κόσµος· τὸ δὲ καλὸν σπέρµα, οὗτοί εἰσιν οἱ υἱοὶ τῆς ϐασιλείας· τὰ δὲ Ϲιζάνιά εἰσιν οἱ υἱοὶ τοῦ πονηροῦ· 39 ὁ δὲ ἐχθρὸς
ὁ σπείρας αὐτά ἐστιν ὁ διάβολος· ὁ δὲ ϑερισµὸς συντέλεια τοῦ

23

24

25

26
27

28

29
30

31

32

33

34
35

36

37
38

39

13. 40–58
40

41

42

43

44

45
46

47
48

49

50

51
52

53
54

55

56
57

58

22

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
40

αἰῶνός ἐστιν· οἱ δὲ ϑερισταὶ ἄγγελοί εἰσιν. ῞Ωσπερ οὖν συλλέγεται τὰ Ϲιζάνια καὶ πυρὶ καίεται, οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ
αἰῶνος τούτου. 41 ᾿Αποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους
αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς ϐασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνοµίαν, 42 καὶ ϐαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς
τὴν κάµινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς
τῶν ὀδόντων. 43 Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάµψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ
ϐασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν. ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
44
Πάλιν ὁµοία ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ϑησαυρῷ κεκρυµµένῳ ἐν τῷ ἀγρῷ, ὃν εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψεν· καὶ ἀπὸ
τῆς χαρᾶς αὐτοῦ ὑπάγει, καὶ πάντα ὅσα ἔχει πωλεῖ, καὶ ἀγοράζει
τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον.
45
Πάλιν ὁµοία ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐµπόρῳ Ϲητοῦντι καλοὺς µαργαρίτας· 46 ὃς εὑρὼν ἕνα πολύτιµον
µαργαρίτην, ἀπελθὼν πέπρακεν πάντα ὅσα εἶχεν, καὶ ἠγόρασεν
αὐτόν.
47
Πάλιν ὁµοία ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ ϐληθείσῃ
εἰς τὴν ϑάλασσαν, καὶ ἐκ παντὸς γένους συναγαγούσῃ· 48 ἥν,
ὅτε ἐπληρώθη, ἀναβιβάσαντες ἐπὶ τὸν αἰγιαλόν, καὶ καθίσαντες,
συνέλεξαν τὰ καλὰ εἰς ἀγγεῖα, τὰ δὲ σαπρὰ ἔξω ἔβαλον. 49 Οὕτως
ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος· ἐξελεύσονται οἱ ἄγγελοι, καὶ
ἀφοριοῦσιν τοὺς πονηροὺς ἐκ µέσου τῶν δικαίων, 50 καὶ ϐαλοῦσιν
αὐτοὺς εἰς τὴν κάµινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ
ϐρυγµὸς τῶν ὀδόντων.
51
Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς, Συνήκατε ταῦτα πάντα ; Λέγουσιν
αὐτῷ, Ναί, κύριε. 52 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς, ∆ιὰ τοῦτο πᾶς γραµµατεὺς µαθητευθεὶς εἰς τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅµοιός ἐστιν
ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ ϑησαυροῦ αὐτοῦ
καινὰ καὶ παλαιά.
53
Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς παραβολὰς ταύτας,
µετῆρεν ἐκεῖθεν· 54 καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ ἐδίδασκεν
αὐτοὺς ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν, ὥστε ἐκπλήττεσθαι αὐτοὺς καὶ
λέγειν, Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ δυνάµεις ; 55 Οὐχ οὗτός
ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός ; Οὐχὶ ἡ µήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριάµ,
καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωσῆς καὶ Σίµων καὶ ᾿Ιούδας ;
56
Καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡµᾶς εἰσίν ; Πόθεν οὖν
τούτῳ ταῦτα πάντα ; 57 Καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς
εἶπεν αὐτοῖς, Οὐκ ἔστιν προφήτης ἄτιµος, εἰ µὴ ἐν τῇ πατρίδι
αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτοῦ. 58 Καὶ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖ δυνάµεις
πολλάς, διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν.

23

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
1

14. 1–23

᾿Εν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν ῾Ηρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκο- 14
ὴν ᾿Ιησοῦ, 2 καὶ εἶπεν τοῖς παισὶν αὐτοῦ, Οὗτός ἐστιν ᾿Ιωάννης ὁ 2
ϐαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάµεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. 3 ῾Ο γὰρ ῾Ηρῴδης κρατήσας τὸν ᾿Ιωάννην 3
ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν ϕυλακῇ, διὰ ῾Ηρῳδιάδα τὴν γυναῖκα
Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. 4 ῎Ελεγεν γὰρ αὐτῷ ὁ ᾿Ιωάννης, 4
Οὐκ ἔξεστίν σοι ἔχειν αὐτήν. 5 Καὶ ϑέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ἐ- 5
φοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον. 6 Γενεσίων δὲ 6
ἀγοµένων τοῦ ῾Ηρῴδου, ὠρχήσατο ἡ ϑυγάτηρ τῆς ῾Ηρῳδιάδος ἐν
τῷ µέσῳ, καὶ ἤρεσεν τῷ ῾Ηρῴδῃ· 7 ὅθεν µεθ᾿ ὅρκου ὡµολόγησεν 7
αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται. 8 ῾Η δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς µη- 8
τρὸς αὐτῆς, ∆ός µοι, ϕησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου
τοῦ ϐαπτιστοῦ. 9 Καὶ ἐλυπήθη ὁ ϐασιλεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους 9
καὶ τοὺς συνανακειµένους ἐκέλευσεν δοθῆναι· 10 καὶ πέµψας ἀ- 10
πεκεφάλισεν τὸν ᾿Ιωάννην ἐν τῇ ϕυλακῇ. 11 Καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ 11
αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι, καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ· καὶ ἤνεγκεν τῇ µητρὶ
αὐτῆς. 12 Καὶ προσελθόντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶµα, καὶ 12
ἔθαψαν αὐτό· καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ ᾿Ιησοῦ.
13
Καὶ ἀκούσας ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔ- 13
ρηµον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν
αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων. 14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν πο- 14
λὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς, καὶ ἐθεράπευσεν τοὺς
ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ᾿Οψίας δὲ γενοµένης, προσῆλθον αὐτῷ οἱ 15
µαθηταὶ αὐτοῦ, λέγοντες, ῎Ερηµός ἐστιν ὁ τόπος, καὶ ἡ ὥρα ἤδη
παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώµας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ϐρώµατα. 16 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς, 16
Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑµεῖς ϕαγεῖν. 17 Οἱ δὲ 17
λέγουσιν αὐτῷ, Οὐκ ἔχοµεν ὧδε εἰ µὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ῾Ο δὲ εἶπεν, Φέρετέ µοι αὐτοὺς ὧδε. 19 Καὶ κελεύσας 18, 19
τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε
ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, εὐλόγησεν, καὶ κλάσας ἔδωκεν τοῖς µαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ
µαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 Καὶ ἔφαγον πάντες, καὶ ἐχορτάσθησαν· 20
καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασµάτων, δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι, χωρὶς 21
γυναικῶν καὶ παιδίων.
22
Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς µαθητὰς ἐµβῆναι εἰς 22
τὸ πλοῖον, καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ
τοὺς ὄχλους. 23 Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους, ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος 23
κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι· ὀψίας δὲ γενοµένης, µόνος ἦν ἐκεῖ.

14. 24–15. 12
24

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

24

Τὸ δὲ πλοῖον ἤδη µέσον τῆς ϑαλάσσης ἦν, ϐασανιζόµενον ὑπὸ
τῶν κυµάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεµος. 25 Τετάρτῃ δὲ ϕυλακῇ
τῆς νυκτὸς ἀπῆλθεν πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς, περιπατῶν ἐπὶ τῆς
26
26 ϑαλάσσης.
Καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ µαθηταὶ ἐπὶ τὴν ϑάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν, λέγοντες ὅτι Φάντασµά ἐστιν· καὶ ἀπὸ
27
27 τοῦ ϕόβου ἔκραξαν.
Εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς, λέ28
28 γων, Θαρσεῖτε· ἐγώ εἰµι· µὴ ϕοβεῖσθε.
᾿Αποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ
Πέτρος εἶπεν, Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν µε πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ
29
29 τὰ ὕδατα.
῾Ο δὲ εἶπεν, ᾿Ελθέ. Καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου
ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα, ἐλθεῖν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν.
30
30
Βλέπων δὲ τὸν ἄνεµον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη· καὶ ἀρξάµενος κα31
31 ταποντίζεσθαι ἔκραξεν, λέγων, Κύριε, σῶσόν µε.
Εὐθέως δὲ ὁ
᾿Ιησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ, καὶ λέγει αὐτῷ, ᾿Ο32
32 λιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας ;
Καὶ ἐµβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον,
33
33 ἐκόπασεν ὁ ἄνεµος·
οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν
αὐτῷ, λέγοντες, ᾿Αληθῶς ϑεοῦ υἱὸς εἶ.
34
34, 35
Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ. 35 Καὶ
ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς
ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς
36
36 κακῶς ἔχοντας·
καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ἵνα µόνον ἅψωνται τοῦ
κρασπέδου τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.
1
Τότε προσέρχονται τῷ ᾿Ιησοῦ οἱ ἀπὸ ῾Ιεροσολύµων γραµµα15
2
2 τεῖς καὶ Φαρισαῖοι, λέγοντες,
∆ιὰ τί οἱ µαθηταί σου παραβαίνουσιν τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων ; Οὐ γὰρ νίπτονται τὰς
3
3 χεῖρας αὐτῶν, ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν.
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν
αὐτοῖς, ∆ιὰ τί καὶ ὑµεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ ϑεοῦ διὰ
4
4 τὴν παράδοσιν ὑµῶν ;
῾Ο γὰρ ϑεὸς ἐνετείλατο, λέγων, Τίµα τὸν
πατέρα καὶ τὴν µητέρα· καί, ῾Ο κακολογῶν πατέρα ἢ µητέρα
5
5 ϑανάτῳ τελευτάτω· ὑµεῖς δὲ λέγετε, ῝Ος ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ
µητρί, ∆ῶρον, ὃ ἐὰν ἐξ ἐµοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ µὴ τιµήσῃ τὸν πα6
6 τέρα αὐτοῦ ἢ τὴν µητέρα αὐτοῦ· καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ
7
7 ϑεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑµῶν· ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσεν
8
8 περὶ ὑµῶν ᾿Ησαι΅ας, λέγων, ᾿Εγγίζει µοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόµατι
αὐτῶν, καὶ τοῖς χείλεσίν µε τιµᾷ· ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέ9
9 χει ἀπ᾿ ἐµοῦ.
Μάτην δὲ σέβονταί µε, διδάσκοντες διδασκαλίας
10
10 ἐντάλµατα ἀνθρώπων.
Καὶ προσκαλεσάµενος τὸν ὄχλον, εἶπεν
11
11 αὐτοῖς, ᾿Ακούετε καὶ συνίετε.
Οὐ τὸ εἰσερχόµενον εἰς τὸ στόµα
κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον· ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόµενον ἐκ τοῦ στόµατος,
12
12 τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
Τότε προσελθόντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ, Οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες τὸν λόγον
24

25

25

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
13

15. 13–33

ἐσκανδαλίσθησαν ;
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Πᾶσα ϕυτεία, ἣν
οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ µου ὁ οὐράνιος, ἐκριζωθήσεται. 14 ῎Αφετε
αὐτούς· ὁδηγοί εἰσιν τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀµφότεροι εἰς ϐόθυνον πεσοῦνται. 15 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος
εἶπεν αὐτῷ, Φράσον ἡµῖν τὴν παραβολὴν ταύτην. 16 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς
εἶπεν, ᾿Ακµὴν καὶ ὑµεῖς ἀσύνετοί ἐστε ; 17 Οὔπω νοεῖτε, ὅτι πᾶν
τὸ εἰσπορευόµενον εἰς τὸ στόµα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ, καὶ εἰς
ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται ; 18 Τὰ δὲ ἐκπορευόµενα ἐκ τοῦ στόµατος
ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 19 ᾿Εκ
γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισµοὶ πονηροί, ϕόνοι, µοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδοµαρτυρίαι, ϐλασφηµίαι· 20 ταῦτά
ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον· τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶν ϕαγεῖν
οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
21
Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ µέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. 22 Καὶ ἰδού, γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων
ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ, λέγουσα, ᾿Ελέησόν µε, κύριε, υἱὲ ∆αυίδ· ἡ ϑυγάτηρ µου κακῶς δαιµονίζεται. 23 ῾Ο δὲ οὐκ
ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. Καὶ προσελθόντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτόν, λέγοντες, ᾿Απόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡµῶν.
24
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Οὐκ ἀπεστάλην εἰ µὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ
ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ. 25 ῾Η δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ
λέγουσα, Κύριε, ϐοήθει µοι. 26 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Οὐκ ἔστιν
καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων, καὶ ϐαλεῖν τοῖς κυναρίοις.
27
῾Η δὲ εἶπεν, Ναί, κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. 28 Τότε
ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ, ῏Ω γύναι, µεγάλη σου ἡ πίστις·
γενηθήτω σοι ὡς ϑέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ ϑυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας
ἐκείνης.
29
Καὶ µεταβὰς ἐκεῖθεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἦλθεν παρὰ τὴν ϑάλασσαν τῆς
Γαλιλαίας· καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ ὄρος ἐκάθητο ἐκεῖ. 30 Καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, ἔχοντες µεθ᾿ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς,
κωφούς, κυλλούς, καὶ ἑτέρους πολλούς, καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς
παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς· 31 ὥστε
τοὺς ὄχλους ϑαυµάσαι, ϐλέποντας κωφοὺς λαλοῦντας, κυλλοὺς
ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας, καὶ τυφλοὺς ϐλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν ϑεὸν ᾿Ισραήλ.
32
῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάµενος τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν,
Σπλαγχνίζοµαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡµέραι τρεῖς προσµένουσίν
µοι, καὶ οὐκ ἔχουσιν τί ϕάγωσιν· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις
οὐ ϑέλω, µήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ. 33 Καὶ λέγουσιν αὐτῷ

13
14

15
16
17

18
19

20

21
22

23

24
25
26

27
28

29
30

31

32

33

οὐδὲ µνηµονεύετε τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες. ἢ ἕνα τῶν 15 15. λέγοντες ὅτι ῎Αρτους οὐκ ἐλάβοµεν. ὅτι σὺ εἶ 34 . Πόσους 35 35 ἄρτους ἔχετε . Οἱ δὲ εἶπον. Οἱ δὲ διελο8 8 γίζοντο ἐν ἑαυτοῖς. Καὶ καταλιπὼν αὐτούς. ᾿Οψίας γενοµένης λέγετε. καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά. Λέγει αὐτοῖς. καὶ ὀλίγα ἰχθύδια. Οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων. 39 39 χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Σήµερον χειµών· πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἐνέβη εἰς τὸ πλοῖον. εὐχαριστήσας ἔκλασεν. καὶ πόσας 11 11 σπυρίδας ἐλάβετε . Τίνα µε λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι 14 14 εἶναι. Οἱ δὲ εἶπον. Πόθεν ἡµῖν ἐν ἐρηµίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι. Καὶ πρωι΅. ἀπῆλθεν. 34 Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Εὐδία· 3 3 πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός. ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ 17 17 τοῦ Ϲῶντος.15. ῾Επτά. τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου . Οὔπω νοεῖτε. Καὶ ἐκέ36 36 λευσεν τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας. ῾Υµεῖς δὲ τίνα µε λέγετε εἶναι . ἀλλὰ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. ῾Υποκριταί. ῾Ορᾶτε καὶ προσέχετε 7 7 ἀπὸ τῆς Ϲύµης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. τὸ µὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν. 2 2 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. Γενεὰ πονηρὰ καὶ µοιχαλὶς σηµεῖον ἐπιζητεῖ· καὶ σηµεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. 12 12 Τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπεν προσέχειν ἀπὸ τῆς Ϲύµης τοῦ ἄρτου. Τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς. ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε . 16 προφητῶν. ὀλιγόπι9 9 στοι. Οἱ µὲν ᾿Ιωάννην τὸν ϐαπτιστήν· ἄλλοι δὲ ᾿Ηλίαν· ἕτεροι δὲ ᾿Ιερεµίαν. τὰ δὲ σηµεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνα4 4 σθε . 18 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26 οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. οἱ δὲ µαθηταὶ τῷ ὄχλῷ. Κἀγὼ δέ σοι λέγω. ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑµῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς Ϲύµης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων . ἑπτὰ 38 38 σπυρίδας πλήρεις. Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν· καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασµάτων. ἀλλ᾿ 18 18 ὁ πατήρ µου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. καὶ ἔδωκεν τοῖς 37 37 µαθηταῖς αὐτοῦ. λέγων. ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον . ὅτι σὰρξ καὶ αἷµα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι. Σίµων Βαριωνᾶ. Γνοὺς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. 16 ᾿Αποκριθεὶς δὲ Σίµων Πέτρος εἶπεν. Πῶς οὐ νοεῖτε. καὶ πόσους κοφίνους ἐ10 10 λάβετε . 1 Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζον16 τες ἐπηρώτησαν αὐτὸν σηµεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτοῖς. Μακάριος εἶ. εἰ µὴ τὸ σηµεῖον ᾿Ιωνᾶ τοῦ προφήτου. 5 5 Καὶ ἐλθόντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸ πέραν ἐπελάθοντο ἄρ6 6 τους λαβεῖν. 13 13 ᾿Ελθὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὰ µέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. 34–16. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. Σὺ εἶ ὁ χριστός.

19–17. ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. καλόν ἐστιν ἡµᾶς ὧδε εἶναι· εἰ ϑέλεις. καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.27 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 16. 19 Καὶ δώσω σοὶ τὰς 19 κλεῖς τῆς ϐασιλείας τῶν οὐρανῶν· καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς. 4 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ 4 Πέτρος εἶπεν τῷ ᾿Ιησοῦ. 23 ῾Ο δὲ στραφεὶς εἶπεν τῷ Πέτρῳ. καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδοµήσω µου τὴν ἐκκλησίαν. καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν. εἰσίν τινες ὧδε ἑστῶτες.5 σκίασεν αὐτούς· καὶ ἰδού. καὶ τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ ἐγερθῆναι. σκάνδαλόν µου εἶ· ὅτι οὐ ϕρονεῖς τὰ τοῦ ϑεοῦ. 8 ᾿Επάραντες δὲ τοὺς ὀ. 24 Εἴ τις ϑέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν. ἔσται λελυµένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ποιήσωµεν ὧδε τρεῖς σκηνάς. 27 Μέλλει 27 γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ µετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. 21 ᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς δεικνύειν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι 21 δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς ῾Ιεροσόλυµα.2 τῶν. Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός µου ὁ ἀγαπητός. καὶ ἔλαµψεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος. καὶ 6 ἐφοβήθησαν σφόδρα. 20 Τότε διεστείλατο τοῖς µαθη. 8 Πέτρος. ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόµενον ἐν τῇ ϐασιλείᾳ αὐτοῦ. 1 Καὶ µεθ᾿ ἡµέρας ἓξ παραλαµβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ 17 ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ. σοὶ µίαν. ᾿Εγέρθητε καὶ µὴ ϕοβεῖσθε. λέγουσα. εἰ µὴ τὸν ᾿Ιησοῦν µόνον. Σατανᾶ. ῞Υπαγε ὀπίσω 23 µου. οἵτινες 28 οὐ µὴ γεύσωνται ϑανάτου. καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραµµατέων. 25 ῝Ος γὰρ ἂν ϑέλῃ τὴν 25 ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐµοῦ εὑρήσει αὐτήν· 26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος 26 ἐὰν τὸν κόσµον ὅλον κερδήσῃ. καὶ πύλαι ῞ᾼδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.8 φθαλµοὺς αὐτῶν. ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν. καὶ ἀκολουθείτω µοι. 22 Καὶ προσλαβόµενος αὐτὸν ὁ 22 Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιµᾷν αὐτῷ λέγων. κύριε· οὐ µὴ ἔσται σοι τοῦτο. κύριε. . ῍Η τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγµα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ . καὶ Μωσῇ µίαν. καὶ ἀποκτανθῆναι. ὤφθησαν αὐτοῖς 3 Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας. ἰδού. οὐδένα εἶδον. νεφέλη ϕωτεινὴ ἐπε. καὶ µίαν ᾿Ηλίᾳ. 7 Καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν 7 καὶ εἶπεν. ϕωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης. 2 Καὶ µετεµορφώθη ἔµπροσθεν αὐ. τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ Ϲηµιωθῇ . τὰ δὲ ἱµάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ ϕῶς. 3 Καὶ ἰδού. µετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 6 Καὶ ἀκούσαντες οἱ µαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν. ῞Ιλεώς σοι. 5 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος. 28 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ἔσται δεδεµένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς· καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς. 24 Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ.20 ταῖς αὐτοῦ ἵνα µηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ χριστός.

καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν. Κύριε. Μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραµα. Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. 25 Λέγει. 20 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. ἀλλὰ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτως καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου µέλλει πάσχειν ὑπ᾿ αὐτῶν. λέγων. καὶ ἀποκαταστήσει πάντα· 12 λέγω δὲ ὑµῖν ὅτι ᾿Ηλίας ἤδη ἦλθεν. 11 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. 26 Λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος. καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. ῎Εφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως. προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν 15 καὶ λέγων. 27 ῞Ινα δὲ µὴ σκανδαλίσωµεν αὐτούς. ῾Ο διδάσκαλος ὑµῶν οὐ τελεῖ τὰ δίδραχµα . καὶ τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ ἐγερθήσεται. πορευθεὶς εἰς τὴν ϑάλασσαν ϐάλε ἄγκιστρον. ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ. ᾿Ηλίας µὲν ἔρχεται πρῶτον. 21 Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ µὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 16 Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς µαθηταῖς σου. 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν. καὶ τὸν ἀναβαίνοντα πρῶτον ἰχθὺν ἆρον· καὶ ἀνοίξας τὸ στόµα αὐτοῦ. ∆ιὰ τί ἡµεῖς οὐκ ἠδυνήθηµεν ἐκβαλεῖν αὐτό . Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν. 10 Καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες. . ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ. Καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα. Ναί. καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. ἢ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων . 22 ᾿Αναστρεφοµένων δὲ αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ. ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. Σίµων . 18 Καὶ ἐπετίµησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. λέγων. ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 17 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον. Φέρετέ µοι αὐτὸν ὧδε. ἕως πότε ἔσοµαι µεθ᾿ ὑµῶν . 24 ᾿Ελθόντων δὲ αὐτῶν εἰς Καπερναούµ. καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν ϑεραπεῦσαι. ᾿Απὸ τῶν υἱῶν αὐτῶν. προέφθασεν αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς. εὑρήσεις στατῆρα· ἐκεῖνον λαβὼν δὸς αὐτοῖς ἀντὶ ἐµοῦ καὶ σοῦ. 13 Τότε συνῆκαν οἱ µαθηταὶ ὅτι περὶ ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ εἶπεν αὐτοῖς. ῏Ω γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραµµένη. ᾿Απὸ τῶν ἀλλοτρίων. Οἱ ϐασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τίνων λαµβάνουσιν τέλη ἢ κῆνσον . ἐλέησόν µου τὸν υἱόν.17. 9–27 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 9 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 28 Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ ὄρους. 19 Τότε προσελθόντες οἱ µαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον. καὶ µεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑµῖν. προσῆλθον οἱ τὰ δίδραχµα λαµβάνοντες τῷ Πέτρῳ καὶ εἶπον. εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Μετάβηθι ἔντεῦθεν ἐκεῖ. ∆ιὰ τὴν ἀπιστίαν ὑµῶν. Τί σοι δοκεῖ. ῞Εως πότε ἀνέξοµαι ὑµῶν . καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δαιµόνιον. ῎Αρα γε ἐλεύθεροί εἰσιν οἱ υἱοί. ᾿Αµὴν γὰρ λέγω ὑµῖν. Τί οὖν οἱ γραµµατεῖς λέγουσιν ὅτι ᾿Ηλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον .

ἢ δύο ὀφθαλµοὺς ἔχοντα ϐληθῆναι εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. οὐ µὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 11 ῏Ηλθεν γὰρ ὁ υἱὸς 11 τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός. γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρα- . λέγοντες. ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι 13 χαίρει ἐπ᾿ αὐτῷ µᾶλλον. 18 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. ἐὰν µὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία. ἔκκοψον αὐτὰ καὶ ϐάλε ἀπὸ σοῦ· καλόν σοι ἐστὶν εἰσελθεῖν εἰς τὴν Ϲωὴν χωλὸν ἢ κυλλόν. λέγω γὰρ 10 ὑµῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς ϐλέπουσιν τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 2 Καὶ προσκα. εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ 17 καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ. παράλαβε µετὰ σοῦ 16 ἔτι ἕνα ἢ δύο. 3 καὶ 3 εἶπεν. συµφέρει αὐτῷ ἵνα κρεµασθῇ µύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ.2 λεσάµενος ὁ ᾿Ιησοῦς παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν µέσῳ αὐτῶν. 9 Καὶ εἰ ὁ ὀφθαλµός σου σκανδαλίζει σε. 10 ῾Ορᾶτε µὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν µικρῶν τούτων. 4 ῞Οστις οὖν 4 ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο. ἔσται 18 δεδεµένα ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς. 5 Καὶ ὃς ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτον 5 ἓν ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου. ὕπαγε καὶ ἔλεγξον 15 αὐτὸν µεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ µόνου. ἵνα ἐπὶ στόµατος δύο µαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆµα· 17 ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν. ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου· 16 ἐὰν δὲ µὴ ἀκούσῃ. ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς. ἢ δύο χεῖρας ἢ δύο πόδας ἔχοντα ϐληθῆναι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν· οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα. 19 Πάλιν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 18 Τίς ἄρα µείζων ἐστὶν ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν .12 νηταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα. ὅτι ἐὰν δύο 19 ὑµῶν συµφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγµατος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται. 13 Καὶ ἐὰν γένηται εὑρεῖν αὐτό.29 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1 18. ᾿Εάν σου ἀκούσῃ. 14 Οὕτως οὐκ ἔστιν ϑέληµα ἔµπροσθεν τοῦ πατρὸς 14 ὑµῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ἐµὲ δέχεται· 6 ῝Ος δ᾿ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα 6 τῶν µικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐµέ. 8 Εἰ δὲ ἡ χείρ 8 σου ἢ ὁ πούς σου σκανδαλίζει σε. ἵνα ἀπόληται εἷς τῶν µικρῶν τούτων. ἐπὶ τὰ ὄρη πορευθεὶς Ϲητεῖ τὸ πλανώµενον . ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. 15 ᾿Εὰν δὲ ἁµαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου. ἔσται λελυµένα ἐν τῷ οὐρανῷ. 1–19 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ προσῆλθον οἱ µαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ. 7 Οὐαὶ τῷ κόσµῳ ἀπὸ τῶν 7 σκανδάλων· ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ. δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται. 12 Τί ὑµῖν δοκεῖ . ἔξελε αὐτὸν καὶ ϐάλε 9 ἀπὸ σοῦ· καλόν σοι ἐστὶν µονόφθαλµον εἰς τὴν Ϲωὴν εἰσελθεῖν. καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς ϑαλάσσης. οὗτός ἐστιν ὁ µείζων ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. ἢ ἐπὶ τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα τοῖς µὴ πεπλανηµένοις. ᾿Εὰν γέ.

Οὕτως καὶ ὁ πατήρ µου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑµῖν. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν. µε19 τῆρεν ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας. Εἰ ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπο4 4 λῦσαι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν . λέγων. ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα . ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον µετὰ τῶν δούλων 24 24 αὐτοῦ. ᾿Αρξαµένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν. Κύριε. 6 20 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 30 νοῖς. καὶ ἀποδώσω σοι. καὶ κρατήσας αὐτὸν 29 29 ἔπνιγεν. 30 30 Μακροθύµησον ἐπ᾿ ἐµοί. ∆οῦλε πονηρέ. ῞Ωστε οὐκέτι 20 . ῞Ενεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν µητέρα. ἐκεῖ εἰµὶ ἐν µέσῳ αὐτῶν. ἐὰν µὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑµῶν τὰ παραπτώµατα αὐτῶν. καὶ τὴν γυναῖκα αὐ26 26 τοῦ καὶ τὰ τέκνα. Καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι πειράζοντες αὐτόν. καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτόν. πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀ33 33 φῆκά σοι. καὶ 3 3 ἐθεράπευσεν αὐτοὺς ἐκεῖ. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι. καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα µίαν . καὶ ἀποδοθῆναι.18. ῾Ο δὲ οὐκ ἤθελεν. 1 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς λόγους τούτους. Οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ 5 5 ϑῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. Κύριε. καὶ προσκολληθήσεται τῇ 6 6 γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν 35 35 τὸ ὀφειλόµενον αὐτῷ. ᾿Απόδος µοι εἴ τι ὀφείλεις. 21 21 Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπεν. Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις. λέγων. καὶ πάντα ὅσα εἶχεν. προσηνέχθη αὐτῷ εἷς 25 25 ὀφειλέτης µυρίων ταλάντων. ∆ιὰ τοῦτο ὡµοιώθη ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ϐασιλεῖ. ποσάκις ἁµαρτήσει εἰς ἐµὲ ὁ ἀδελφός µου. καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια τῆς ᾿Ιουδαίας πέ2 2 ραν τοῦ ᾿Ιορδάνου. καὶ ἀφήσω αὐτῷ . Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ. Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς ϐασανισταῖς. ἐπεὶ παρεκάλεσάς µε· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν 34 34 σύνδουλόν σου. καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐ28 28 τῷ. καὶ εἶπεν. ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια. ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς ϕυλακήν. Τότε προσκαλεσάµενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ. Μακροθύµησον 27 27 ἐπ᾿ ἐµοί. 22 22 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ῞Εως ἑπτάκις . ᾿Ιδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόµενα ἐλυπήθησαν σφόδρα· καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν 32 32 πάντα τὰ γενόµενα. 20–19. ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ 31 31 ὀφειλόµενον. καὶ λέγοντες αὐτῷ. ἀλλ᾿ ἕως ἑβδο23 23 µηκοντάκις ἑπτά. ᾿Εξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ. Οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγµένοι εἰς τὸ ἐµὸν ὄνοµα. λέγων.

31

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

19. 7–27

εἰσὶν δύο, ἀλλὰ σὰρξ µία· ὃ οὖν ὁ ϑεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος
µὴ χωριζέτω. 7 Λέγουσιν αὐτῷ, Τί οὖν Μωσῆς ἐνετείλατο δοῦναι ϐιβλίον ἀποστασίου, καὶ ἀπολῦσαι αὐτήν ; 8 Λέγει αὐτοῖς ὅτι
Μωσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑµῶν ἐπέτρεψεν ὑµῖν ἀπολῦσαι
τὰς γυναῖκας ὑµῶν· ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτως. 9 Λέγω δὲ
ὑµῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, µὴ ἐπὶ πορνείᾳ, καὶ
γαµήσῃ ἄλλην, µοιχᾶται· καὶ ὁ ἀπολελυµένην γαµήσας µοιχᾶται. 10 Λέγουσιν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ, Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία
τοῦ ἀνθρώπου µετὰ τῆς γυναικός, οὐ συµφέρει γαµῆσαι. 11 ῾Ο
δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Οὐ πάντες χωροῦσιν τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ᾿ οἷς
δέδοται. 12 Εἰσὶν γὰρ εὐνοῦχοι, οἵτινες ἐκ κοιλίας µητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτως· καί εἰσιν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ
τῶν ἀνθρώπων· καί εἰσιν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς
διὰ τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ῾Ο δυνάµενος χωρεῖν χωρείτω.
13
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία, ἵνα τὰς χεῖρας ἐπιθῇ αὐτοῖς,
καὶ προσεύξηται· οἱ δὲ µαθηταὶ ἐπετίµησαν αὐτοῖς. 14 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν, ῎Αφετε τὰ παιδία, καὶ µὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός
µε· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν. 15 Καὶ ἐπιθεὶς
αὐτοῖς τὰς χεῖρας, ἐπορεύθη ἐκεῖθεν. 16 Καὶ ἰδού, εἷς προσελθὼν
εἶπεν αὐτῷ, ∆ιδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω, ἵνα ἔχω Ϲωὴν αἰώνιον ; 17 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ, Τί µε λέγεις ἀγαθόν ; Οὐδεὶς ἀγαθός,
εἰ µὴ εἷς, ὁ ϑεός. Εἰ δὲ ϑέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν Ϲωήν, τήρησον
τὰς ἐντολάς. 18 Λέγει αὐτῷ, Ποίας ; ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν, Τὸ Οὐ
ϕονεύσεις· οὐ µοιχεύσεις· οὐ κλέψεις· οὐ ψευδοµαρτυρήσεις·
19
τίµα τὸν πατέρα καὶ τὴν µητέρα· καί, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον
σου ὡς σεαυτόν. 20 Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος, Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάµην ἐκ νεότητός µου· τί ἔτι ὑστερῶ ; 21 ῎Εφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, Εἰ
ϑέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς
πτωχοῖς, καὶ ἕξεις ϑησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο, ἀκολούθει
µοι. 22 ᾿Ακούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθεν λυπούµενος·
ἦν γὰρ ἔχων κτήµατα πολλά.
23
῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ, ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν
ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 24 Πάλιν δὲ λέγω ὑµῖν, εὐκοπώτερόν ἐστιν κάµηλον διὰ
τρυπήµατος ῥαφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ
ϑεοῦ εἰσελθεῖν. 25 ᾿Ακούσαντες δὲ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο
σφόδρα, λέγοντες, Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι ; 26 ᾿Εµβλέψας δὲ ὁ
᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς, Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστιν, παρὰ δὲ ϑεῷ πάντα δυνατά. 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ,
᾿Ιδού, ἡµεῖς ἀφήκαµεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαµέν σοι· τί ἄρα ἔ-

7
8

9

10
11

12

13
14

15
16

17

18

19
20
21

22

23

24

25
26

27

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

19. 28–20. 19
28

32

σται ἡµῖν ; ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς, ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ὑµεῖς
οἱ ἀκολουθήσαντές µοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς
τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ ϑρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑµεῖς ἐπὶ δώδεκα ϑρόνους, κρίνοντες τὰς δώδεκα ϕυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ.
29
29
Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας, ἢ ἀδελφούς, ἢ ἀδελφάς, ἢ πατέρα,
ἢ µητέρα, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ ἀγρούς, ἕνεκεν τοῦ ὀνόµατός
µου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται, καὶ Ϲωὴν αἰώνιον κληρονοµή30
30 σει.
Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι, καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
1
῾Οµοία γάρ ἐστιν ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδε20
σπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅµα πρωι῭ µισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν
2
2 ἀµπελῶνα αὐτοῦ.
Καὶ συµφωνήσας µετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡµέραν, ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀµπελῶνα αὐτοῦ.
3
3
Καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν, εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀ4
4 γορᾷ ἀργούς·
καὶ ἐκείνοις εἶπεν, ῾Υπάγετε καὶ ὑµεῖς εἰς τὸν
5
5 ἀµπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑµῖν.
Οἱ δὲ ἀπῆλθον.
Πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν, ἐποίησεν ὡσαύτως.
6
6
Περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἐξελθών, εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς, Τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡµέραν ἀργοί ;
7
7
Λέγουσιν αὐτῷ, ῞Οτι οὐδεὶς ἡµᾶς ἐµισθώσατο. Λέγει αὐτοῖς, ῾Υπάγετε καὶ ὑµεῖς εἰς τὸν ἀµπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε.
8
8
᾿Οψίας δὲ γενοµένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀµπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ, Κάλεσον τοὺς ἐργάτας, καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν µισθόν,
9
9 ἀρξάµενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων.
Καὶ ἐλθόντες οἱ
10
10 περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον.
᾿Ελθόντες δὲ
οἱ πρῶτοι ἐνόµισαν ὅτι πλεῖονα λήψονται· καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ
11
11 ἀνὰ δηνάριον.
Λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου,
12
12
λέγοντες ὅτι Οὗτοι οἱ ἔσχατοι µίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους
ἡµῖν αὐτοὺς ἐποίησας, τοῖς ϐαστάσασιν τὸ ϐάρος τῆς ἡµέρας καὶ
13
13 τὸν καύσωνα.
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν, ῾Εταῖρε, οὐκ
14
14 ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς µοι ;
῏Αρον τὸ σὸν καὶ
15
15 ὕπαγε· ϑέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί.
῍Η οὐκ
ἔξεστίν µοι ποιῆσαι ὃ ϑέλω ἐν τοῖς ἐµοῖς ; Εἰ ὁ ὀφθαλµός σου
16
16 πονηρός ἐστιν, ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰµι ;
Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι
πρῶτοι, καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γάρ εἰσιν κλητοί, ὀλίγοι
17
17 δὲ ἐκλεκτοί.
Καὶ ἀναβαίνων ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυµα παρέλαβεν τοὺς δώδεκα µαθητὰς κατ᾿ ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ εἶπεν αὐτοῖς,
18
18
᾿Ιδού, ἀναβαίνοµεν εἰς ῾Ιεροσόλυµα, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ γραµµατεῦσιν· καὶ κατα19
19 κρινοῦσιν αὐτὸν ϑανάτῳ,
καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν
εἰς τὸ ἐµπαῖξαι καὶ µαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι· καὶ τῇ τρίτῃ ἡ28

33

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
20

20. 20–21. 7

µέρᾳ ἀναστήσεται.
Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ µήτηρ τῶν υἱῶν 20
Ζεβεδαίου µετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς, προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι
παρ᾿ αὐτοῦ. 21 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ, Τί ϑέλεις ; Λέγει αὐτῷ, Εἰπὲ ἵνα 21
καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί µου, εἷς ἐκ δεξιῶν σου, καὶ εἷς ἐξ
εὐωνύµων σου, ἐν τῇ ϐασιλείᾳ σου. 22 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς 22
εἶπεν, Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. ∆ύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ µέλλω πίνειν, ἢ τὸ ϐάπτισµα ὃ ἐγὼ ϐαπτίζοµαι ϐαπτισθῆναι ;
Λέγουσιν αὐτῷ, ∆υνάµεθα. 23 Καὶ λέγει αὐτοῖς, Τὸ µὲν ποτήριόν 23
µου πίεσθε, καὶ τὸ ϐάπτισµα ὃ ἐγὼ ϐαπτίζοµαι ϐαπτισθήσεσθε·
Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν µου καὶ ἐξ εὐωνύµων µου, οὐκ ἔστιν
ἐµὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίµασται ὑπὸ τοῦ πατρός µου. 24 Καὶ ἀ- 24
κούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν. 25 ῾Ο δὲ 25
᾿Ιησοῦς προσκαλεσάµενος αὐτοὺς εἶπεν, Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες
τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ µεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 26 Οὐχ οὕτως δὲ ἔσται ἐν ὑµῖν· ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν ϑέλῃ ἐν 26
ὑµῖν µέγας γενέσθαι ἔσται ὑµῶν διάκονος· 27 καὶ ὃς ἐὰν ϑέλῃ ἐν 27
ὑµῖν εἶναι πρῶτος ἔστω ὑµῶν δοῦλος· 28 ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ- 28
που οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.
29
Καὶ ἐκπορευοµένων αὐτῶν ἀπὸ ᾿Ιεριχώ, ἠκολούθησεν αὐτῷ 29
ὄχλος πολύς. 30 Καὶ ἰδού, δύο τυφλοὶ καθήµενοι παρὰ τὴν ὁδόν, 30
ἀκούσαντες ὅτι ᾿Ιησοῦς παράγει, ἔκραξαν, λέγοντες, ᾿Ελέησον ἡµᾶς, κύριε, υἱὸς ∆αυίδ. 31 ῾Ο δὲ ὄχλος ἐπετίµησεν αὐτοῖς ἵνα 31
σιωπήσωσιν. Οἱ δὲ µεῖζον ἔκραζον, λέγοντες, ᾿Ελέησον ἡµᾶς,
κύριε, υἱὸς ∆αυίδ. 32 Καὶ στὰς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐφώνησεν αὐτούς, καὶ 32
εἶπεν, Τί ϑέλετε ποιήσω ὑµῖν ; 33 Λέγουσιν αὐτῷ, Κύριε, ἵνα ἀνοι- 33
χθῶσιν ἡµῶν οἱ ὀφθαλµοί. 34 Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο 34
τῶν ὀφθαλµῶν αὐτῶν· καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλµοί,
καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.
1
Καὶ ὅτε ἤγγισαν εἰς ῾Ιεροσόλυµα, καὶ ἦλθον εἰς Βηθσφαγῆ 21
πρὸς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν, τότε ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπέστειλεν δύο µαθητάς, 2 λέγων αὐτοῖς, Πορεύθητε εἰς τὴν κώµην τὴν ἀπέναντι 2
ὑµῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεµένην, καὶ πῶλον µετ᾿ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ µοι. 3 Καὶ ἐάν τις ὑµῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ῾Ο 3
κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστέλλει αὐτούς. 4 Τοῦτο 4
δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου, λέγοντος, 5 Εἴπατε τῇ ϑυγατρὶ Σιών, ᾿Ιδού, ὁ ϐασιλεύς σου ἔρχεταί 5
σοι, πραυ῭ς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου.
6
Πορευθέντες δὲ οἱ µαθηταί, καὶ ποιήσαντες καθὼς προσέταξεν 6
αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς, 7 ἤγαγον τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον, καὶ ἐπέθηκαν 7

21. 8–26
8

9

10

11

12

13

14
15

16

17

18
19

20
21

22
23

24

25

26

34

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
8

ἐπάνω αὐτῶν τὰ ἱµάτια αὐτῶν, καὶ ἐπεκάθισεν ἐπάνω αὐτῶν. ῾Ο
δὲ πλεῖστος ὄχλος ἔστρωσαν ἑαυτῶν τὰ ἱµάτια ἐν τῇ ὁδῷ· ἄλλοι
δὲ ἔκοπτον κλάδους ἀπὸ τῶν δένδρων, καὶ ἐστρώννυον ἐν τῇ ὁδῷ. 9 Οἱ δὲ ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον,
λέγοντες, ῾Ωσαννὰ τῷ υἱῷ ∆αυίδ· Εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν
ὀνόµατι κυρίου· ῾Ωσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. 10 Καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς ῾Ιεροσόλυµα, ἐσείσθη πᾶσα ἡ πόλις, λέγουσα, Τίς ἐστιν
οὗτος ; 11 Οἱ δὲ ὄχλοι ἔλεγον, Οὗτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ προφήτης, ὁ
ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας.
12
Καὶ εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ ϑεοῦ, καὶ ἐξέβαλεν πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς
τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν κατέστρεψεν, καὶ τὰς καθέδρας τῶν
πωλούντων τὰς περιστεράς. 13 Καὶ λέγει αὐτοῖς, Γέγραπται, ῾Ο οἶκός µου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑµεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε
σπήλαιον λῃστῶν. 14 Καὶ προσῆλθον αὐτῷ χωλοὶ καὶ τυφλοὶ ἐν τῷ
ἱερῷ· καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς. 15 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ
γραµµατεῖς τὰ ϑαυµάσια ἃ ἐποίησεν, καὶ τοὺς παῖδας κράζοντας
ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ λέγοντας, ῾Ωσαννὰ τῷ υἱῷ ∆αυίδ, ἠγανάκτησαν,
16
καὶ εἶπον αὐτῷ, ᾿Ακούεις τί οὗτοι λέγουσιν ; ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς λέγει
αὐτοῖς, Ναί· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ὅτι ᾿Εκ στόµατος νηπίων καὶ ϑηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον ; 17 Καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἐξῆλθεν ἔξω
τῆς πόλεως εἰς Βηθανίαν, καὶ ηὐλίσθη ἐκεῖ.
18
Πρωι΅ας δὲ ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν, ἐπείνασεν·
19
καὶ ἰδὼν συκῆν µίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ µὴ ϕύλλα µόνον· καὶ λέγει αὐτῇ, Μηκέτι
ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ἐξηράνθη παραχρῆµα
ἡ συκῆ. 20 Καὶ ἰδόντες οἱ µαθηταὶ ἐθαύµασαν, λέγοντες, Πῶς
παραχρῆµα ἐξηράνθη ἡ συκῆ ; 21 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν
αὐτοῖς, ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν, καὶ µὴ διακριθῆτε, οὐ
µόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ῎Αρθητι καὶ ϐλήθητι εἰς τὴν ϑάλασσαν, γενήσεται. 22 Καὶ πάντα ὅσα
ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ, πιστεύοντες, λήψεσθε. 23 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερόν, προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ ἀρχιερεῖς
καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, λέγοντες, ᾿Εν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα
ποιεῖς ; Καὶ τίς σοι ἔδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην ; 24 ᾿Αποκριθεὶς
δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς, ᾿Ερωτήσω ὑµᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν
ἐὰν εἴπητέ µοι, κἀγὼ ὑµῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 25 Τὸ
ϐάπτισµα ᾿Ιωάννου πόθεν ἦν ; ᾿Εξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων ; Οἱ δὲ
διελογίζοντο παρ᾿ ἑαυτοῖς, λέγοντες, ᾿Εὰν εἴπωµεν, ᾿Εξ οὐρανοῦ,
ἐρεῖ ἡµῖν, ∆ιὰ τί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ ; 26 ᾿Εὰν δὲ εἴπω-

35

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

21. 27–45

µεν, ᾿Εξ ἀνθρώπων, ϕοβούµεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσιν
τὸν ᾿Ιωάννην ὡς προφήτην. 27 Καὶ ἀποκριθέντες τῷ ᾿Ιησοῦ εἶπον,
Οὐκ οἴδαµεν. ῎Εφη αὐτοῖς καὶ αὐτός, Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑµῖν ἐν
ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 28 Τί δὲ ὑµῖν δοκεῖ ; ῎Ανθρωπος εἶχεν
τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπεν, Τέκνον, ὕπαγε, σήµερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀµπελῶνί µου. 29 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν,
Οὐ ϑέλω· ὕστερον δὲ µεταµεληθείς, ἀπῆλθεν. 30 Καὶ προσελθὼν
τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, ᾿Εγώ, κύριε·
καὶ οὐκ ἀπῆλθεν. 31 Τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησεν τὸ ϑέληµα τοῦ πατρός ; Λέγουσιν αὐτῷ, ῾Ο πρῶτος. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς, ᾿Αµὴν
λέγω ὑµῖν, ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑµᾶς εἰς
τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. 32 ῏Ηλθεν γὰρ πρὸς ὑµᾶς ᾿Ιωάννης ἐν
ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ
αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑµεῖς δὲ ἰδόντες οὐ µετεµελήθητε
ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ.
33
῎Αλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ῎Ανθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀµπελῶνα, καὶ ϕραγµὸν αὐτῷ περιέθηκεν,
καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνόν, καὶ ᾠκοδόµησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο
αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήµησεν. 34 ῞Οτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς
τῶν καρπῶν, ἀπέστειλεν τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργούς, λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ· 35 καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ
τοὺς δούλους αὐτοῦ, ὃν µὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 36 Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν
πρώτων· καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 37 ῞Υστερον δὲ ἀπέστειλεν πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, λέγων, ᾿Εντραπήσονται τὸν υἱόν
µου. 38 Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς, Οὗτός
ἐστιν ὁ κληρονόµος· δεῦτε, ἀποκτείνωµεν αὐτόν, καὶ κατάσχωµεν τὴν κληρονοµίαν αὐτοῦ. 39 Καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω
τοῦ ἀµπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 40 ῞Οταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ
ἀµπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις ; 41 Λέγουσιν αὐτῷ,
Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀµπελῶνα ἐκδώσεται
ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς
καιροῖς αὐτῶν. 42 Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς, Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν
ταῖς γραφαῖς, Λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες, οὗτος
ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστιν ϑαυµαστὴ ἐν ὀφθαλµοῖς ἡµῶν ; 43 ∆ιὰ τοῦτο λέγω ὑµῖν ὅτι
ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑµῶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ, καὶ δοθήσεται ἔθνει
ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς. 44 Καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικµήσει αὐτόν. 45 Καὶ
ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ

27

28

29
30

31

32

33

34

35

36
37

38

39
40
41

42

43

44
45

21. 46–22. 24

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
46

36

ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει. Καὶ Ϲητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι,
ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους, ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.
1
22
Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς,
2
2 λέγων,
῾Ωµοιώθη ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ϐασιλεῖ,
3
3 ὅστις ἐποίησεν γάµους τῷ υἱῷ αὐτοῦ· καὶ ἀπέστειλεν τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκληµένους εἰς τοὺς γάµους, καὶ οὐκ
4
4 ἤθελον ἐλθεῖν.
Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους, λέγων, Εἴπατε τοῖς κεκληµένοις. ᾿Ιδού, τὸ ἄριστόν µου ἡτοίµασα, οἱ ταῦροί
µου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυµένα, καὶ πάντα ἕτοιµα· δεῦτε εἰς τοὺς
5
5 γάµους.
Οἱ δὲ ἀµελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ µὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀ6
6 γρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐµπορίαν αὐτοῦ·
οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες
7
7 τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν.
Καὶ ἀκούσας ὁ
ϐασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέµψας τὰ στρατεύµατα αὐτοῦ
ἀπώλεσεν τοὺς ϕονεῖς ἐκείνους, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησεν.
8
8
Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ, ῾Ο µὲν γάµος ἕτοιµός ἐστιν, οἱ δὲ
9
9 κεκληµένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι.
Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους
10
10 τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἂν εὕρητε, καλέσατε εἰς τοὺς γάµους.
Καὶ
ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάµος
11
11 ἀνακειµένων.
Εἰσελθὼν δὲ ὁ ϐασιλεὺς ϑεάσασθαι τοὺς ἀνακειµένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυµένον ἔνδυµα γάµου·
12
12
καὶ λέγει αὐτῷ, ῾Εταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε µὴ ἔχων ἔνδυµα γά13
13 µου ; ῾Ο δὲ ἐφιµώθη.
Τότε εἶπεν ὁ ϐασιλεὺς τοῖς διακόνοις,
∆ήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας, ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς
τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς τῶν
14
14 ὀδόντων.
Πολλοὶ γάρ εἰσιν κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
15
15
Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συµβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐ16
16 τὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ.
Καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς µαθητὰς αὐτῶν µετὰ τῶν ῾Ηρῳδιανῶν, λέγοντες, ∆ιδάσκαλε, οἴδαµεν
ὅτι ἀληθὴς εἶ, καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ ϑεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ
µέλει σοι περὶ οὐδενός, οὐ γὰρ ϐλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων.
17
17
Εἰπὲ οὖν ἡµῖν, τί σοι δοκεῖ ; ῎Εξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι,
18
18 ἢ οὔ;
Γνοὺς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπεν, Τί µε
19
19 πειράζετε, ὑποκριταί ;
᾿Επιδείξατέ µοι τὸ νόµισµα τοῦ κήνσου.
20
20 Οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον.
Καὶ λέγει αὐτοῖς, Τίνος ἡ
21
21 εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή ;
Λέγουσιν αὐτῷ, Καίσαρος. Τότε
λέγει αὐτοῖς, ᾿Απόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι· καὶ τὰ τοῦ ϑεοῦ
22
22 τῷ ϑεῷ.
Καὶ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν· καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλ23
23 θον.
᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι, οἱ
24
24 λέγοντες µὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτόν,
λέγοντες,
46

37

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

22. 25–23. 5

∆ιδάσκαλε, Μωσῆς εἶπεν, ᾿Εάν τις ἀποθάνῃ µὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαµβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἀναστήσει
σπέρµα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 25 ῏Ησαν δὲ παρ᾿ ἡµῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· 25
καὶ ὁ πρῶτος γαµήσας ἐτελεύτησεν· καὶ µὴ ἔχων σπέρµα, ἀφῆκεν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 26 ῾Οµοίως καὶ ὁ 26
δεύτερος, καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά. 27 ῞Υστερον δὲ πάντων ἀπέ- 27
θανεν καὶ ἡ γυνή. 28 ᾿Εν τῇ οὖν ἀναστάσει, τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται 28
γυνή ; Πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν. 29 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν 29
αὐτοῖς, Πλανᾶσθε, µὴ εἰδότες τὰς γραφάς, µηδὲ τὴν δύναµιν τοῦ
ϑεοῦ. 30 ᾿Εν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαµοῦσιν, οὔτε ἐκγαµίζονται, 30
ἀλλ᾿ ὡς ἄγγελοι τοῦ ϑεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσιν. 31 Περὶ δὲ τῆς ἀνα- 31
στάσεως τῶν νεκρῶν, οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑµῖν ὑπὸ τοῦ ϑεοῦ,
λέγοντος, 32 ᾿Εγώ εἰµι ὁ ϑεὸς ᾿Αβραάµ, καὶ ὁ ϑεὸς ᾿Ισαάκ, καὶ ὁ 32
ϑεὸς ᾿Ιακώβ; Οὐκ ἔστιν ὁ ϑεὸς ϑεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ Ϲώντων. 33 Καὶ 33
ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.
34
Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ἀκούσαντες ὅτι ἐφίµωσεν τοὺς Σαδδουκαί- 34
ους, συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό. 35 Καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν 35
νοµικός, πειράζων αὐτόν, καὶ λέγων, 36 ∆ιδάσκαλε, ποία ἐντολὴ 36
µεγάλη ἐν τῷ νόµῳ ; 37 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ, ᾿Αγαπήσεις κύ- 37
ριον τὸν ϑεόν σου, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ σου, καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ σου,
καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. 38 Αὕτη ἐστὶν πρώτη καὶ µεγάλη ἐν- 38
τολή. 39 ∆ευτέρα δὲ ὁµοία αὐτῇ, ᾿Αγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς 39
σεαυτόν. 40 ᾿Εν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόµος καὶ οἱ 40
προφῆται κρέµανται. 41 Συνηγµένων δὲ τῶν Φαρισαίων, ἐπηρώ- 41
τησεν αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς, 42 λέγων, Τί ὑµῖν δοκεῖ περὶ τοῦ χριστοῦ ; 42
Τίνος υἱός ἐστιν ; Λέγουσιν αὐτῷ, Τοῦ ∆αυίδ. 43 Λέγει αὐτοῖς, 43
Πῶς οὖν ∆αυὶδ ἐν πνεύµατι κύριον αὐτὸν καλεῖ, λέγων, 44 Εἶπεν 44
ὁ κύριος τῷ κυρίῳ µου, Κάθου ἐκ δεξιῶν µου, ἕως ἂν ϑῶ τοὺς
ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου ; 45 Εἰ οὖν ∆αυὶδ καλεῖ 45
αὐτὸν κύριον, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν ; 46 Καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ 46
ἀποκριθῆναι λόγον· οὐδὲ ἐτόλµησέν τις ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ἡµέρας
ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι.
1
Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησεν τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς µαθηταῖς αὐ- 23
τοῦ, 2 λέγων, ᾿Επὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραµµατεῖς 2
καὶ οἱ Φαρισαῖοι· 3 πάντα οὖν ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑµῖν τηρεῖν, τη- 3
ρεῖτε καὶ ποιεῖτε· κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν µὴ ποιεῖτε, λέγουσιν
γὰρ καὶ οὐ ποιοῦσιν. 4 ∆εσµεύουσιν γὰρ ϕορτία ϐαρέα καὶ δυ- 4
σβάστακτα, καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤµους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ
δακτύλῳ αὐτῶν οὐ ϑέλουσιν κινῆσαι αὐτά. 5 Πάντα δὲ τὰ ἔργα 5
αὐτῶν ποιοῦσιν πρὸς τὸ ϑεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις· πλατύνουσιν

12 ῞Οστις δὲ ὑψώσει ἑαυτόν. ὑποκριταί. ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑµῶν. καὶ ὅταν γένηται. ὑποκριταί. 17 Μωροὶ καὶ τυφλοί· τίς γὰρ µείζων ἐστίν. ῾Ραββί. 20 ῾Ο οὖν ὀµόσας ἐν τῷ ϑυσιαστηρίῳ ὀµνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν πᾶσιν τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ· 21 καὶ ὁ ὀµόσας ἐν τῷ ναῷ ὀµνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικήσαντι αὐτόν· 22 καὶ ὁ ὀµόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀµνύει ἐν τῷ ϑρόνῳ τοῦ ϑεοῦ καὶ ἐν τῷ καθηµένῳ ἐπάνω αὐτοῦ. 23 Οὐαὶ ὑµῖν. 15 Οὐαὶ ὑµῖν. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. ὁδηγοὶ τυφλοί. ὅτι περιάγετε τὴν ϑάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον. καὶ µεγαλύνουσιν τὰ κράσπεδα τῶν ἱµατίων αὐτῶν· 6 ϕιλοῦσίν τε τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις. τὸ δῶρον. 9 Καὶ πατέρα µὴ καλέσητε ὑµῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατὴρ ὑµῶν. 6–26 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 38 δὲ τὰ ϕυλακτήρια αὐτῶν. 26 Φαρισαῖε τυφλέ. οὐδέν ἐστιν· ὃς δ᾿ ἂν ὀµόσῃ ἐν τῷ δώρῳ τῷ ἐπάνω αὐτοῦ. ῾Ραββί· 8 ὑµεῖς δὲ µὴ κληθῆτε ῾Ραββί· εἷς γάρ ἐστιν ὑµῶν ὁ καθηγητής. ἢ ὁ ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν . καὶ προφάσει µακρὰ προσευχόµενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίµα. ἢ τὸ ϑυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον . ταπεινωθήσεται· καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτόν. ὁ χριστός. ὑψωθήσεται. ὀφείλει. οὐδέν ἐστιν· ὃς δ᾿ ἂν ὀµόσῃ ἐν τῷ χρυσῷ τοῦ ναοῦ. 24 ῾Οδηγοὶ τυφλοί. ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσµον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύµινον. οἱ διυ¨λίζοντες τὸν κώνωπα. 16 Οὐαὶ ὑµῖν. 14 Οὐαὶ ὑµῖν. ὁ χριστός· πάντες δὲ ὑµεῖς ἀδελφοί ἐστε. ὀφείλει. οὐδὲ τοὺς εἰσερχοµένους ἀφίετε εἰσελθεῖν. κἀκεῖνα µὴ ἀφιέναι. ὑποκριταί. 18 Καί. ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος. ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· ταῦτα ἔδει ποιῆσαι. ῝Ος ἂν ὀµόσῃ ἐν τῷ ναῷ. τὴν δὲ κάµηλον καταπίνοντες. 19 Μωροὶ καὶ τυφλοί· τί γὰρ µεῖζον. 25 Οὐαὶ ὑµῖν. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. ὑποκριταί. καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. ὑποκριταί. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν. ῝Ος ἐὰν ὀµόσῃ ἐν τῷ ϑυσιαστηρίῳ. οἱ λέγοντες. ἔσωθεν δὲ γέµουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος. 11 ῾Ο δὲ µείζων ὑµῶν ἔσται ὑµῶν διάκονος. καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς. 10 µηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑµῶν ἐστιν ὁ καθηγητής. 13 Οὐαὶ δὲ ὑµῖν. 7 καὶ τοὺς ἀσπασµοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς. ὅτι κλείετε τὴν ϐασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑµεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε. ὁ χρυσός.23. καὶ ἀφήκατε τὰ ϐαρύτερα τοῦ νόµου. ἵνα γένηται .

. ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου. ῾Ιερουσαλήµ. καὶ οὐκ ἠθελήσατε. 30 καὶ λέγετε. οὐ µὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον. λέγοντες. καὶ ἐξ αὐτῶν µαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑµῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν· 35 ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑµᾶς πᾶν αἷµα 35 δίκαιον ἐκχυνόµενον ἐπὶ τῆς γῆς. οὐκ ἂν ἦµεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵµατι τῶν προφητῶν. ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑµᾶς προφήτας 34 καὶ σοφοὺς καὶ γραµµατεῖς· καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε. καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος . 1 Καὶ ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλ. 36 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ἀφίεται ὑµῖν ὁ οἶκος ὑµῶν ἔρηµος. ὃς οὐ καταλυθήσεται. Εἰπὲ ἡµῖν.30 µῶν. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. 27–24. ἡ ἀποκτένουσα τοὺς προφήτας 37 καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλµένους πρὸς αὐτήν. 32 33 ῎Οφεις. 31 ῞Ωστε µαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν ϕονευσάντων τοὺς 31 προφήτας· 32 καὶ ὑµεῖς πληρώσατε τὸ µέτρον τῶν πατέρων ὑµῶν.27 ροµοιάζετε τάφοις κεκονιαµένοις. 4 µή τις ὑµᾶς πλανήσῃ. ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας.29 δοµεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν.38 δού. 4 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. 6 καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. ὃν ἐφονεύσατε µεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ϑυσιαστηρίου. ὑποκριταί. ὅτι 36 ἥξει πάντα ταῦτα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην. 28 Οὕτως καὶ ὑµεῖς ἔξωθεν µὲν ϕαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις 28 δίκαιοι. 6 Μελλήσετε δὲ ἀκούειν πολέµους καὶ ἀκοὰς πολέµων· ὁρᾶτε. πῶς ϕύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς 33 γεέννης . ἀπὸ τοῦ αἵµατος ῎Αβελ τοῦ δικαίου. Καὶ τί τὸ σηµεῖον τῆς σῆς παρουσίας. οὐ µή 39 µε ἴδητε ἀπ᾿ ἄρτι. ἰδού. 2 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. 27 Οὐαὶ ὑµῖν. 5 Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόµατί 5 µου. καὶ κοσµεῖτε τὰ µνηµεῖα τῶν δικαίων. Εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι κυρίου. ἔσωθεν δὲ γέµουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. πότε ταῦτα ἔσται .24 θον οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδοµὰς τοῦ ἱεροῦ. προσῆλθον 3 αὐτῷ οἱ µαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν. λέγοντες. ᾿Εγώ εἰµι ὁ χριστός· καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν. 3 Καθηµένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ᾿Ελαιῶν. ἕως τοῦ αἵµατος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου. 37 ῾Ιερουσαλήµ.39 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 23. Βλέπετε. ἔσωθεν δὲ µεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνοµίας. 6 µὴ ϑροεῖσθε· δεῖ γὰρ πάντα γενέσθαι· ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶν τὸ τέλος. ὑποκριταί. ὅτι οἰκο. γεννήµατα ἐχιδνῶν. 34 ∆ιὰ τοῦτο. Οὐ ϐλέπετε πάντα ταῦτα . 38 ᾿Ι. οἵτινες ἔξωθεν µὲν ϕαίνονται ὡραῖοι. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. ὅτι πα. 39 Λέγω γὰρ ὑµῖν. ᾿Αµὴν λέγω 2 ὑµῖν. Εἰ ἦµεν ἐν ταῖς ἡµέραις τῶν πατέρων ἡ. ἕως ἂν εἴπητε. 29 Οὐαὶ ὑµῖν.

31 Καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ µετὰ σάλπιγγος ϕωνῆς µεγάλης. µὴ ἐξέλθητε· ᾿Ιδού.16 τότε οἱ ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ϕευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη· 17 ὁ ἐπὶ τοῦ δώµατος µὴ καταβαινέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· 18 καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ µὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. ἐν τοῖς ταµείοις. εἰ δυνατόν. καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόµενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ µετὰ δυνάµεως καὶ δόξης πολλῆς. ὥστε πλανῆσαι. ᾿Ιδού. ᾿Ιδού. 7–31 7 8 9 10 11 12 13. καὶ ϐασιλεία ἐπὶ ϐασιλείαν· καὶ ἔσονται λιµοὶ καὶ λοιµοὶ καὶ σεισµοὶ κατὰ τόπους. ἢ ὧδε. 10 Καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοί. καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 25 ᾿Ιδού. ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ . καὶ ἀλλήλους παραδώσουσιν. ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί. 15 ῞Οταν οὖν ἴδητε τὸ ϐδέλυγµα τῆς ἐρηµώσεως. καὶ µισήσουσιν ἀλλήλους. µηδὲ σαββάτῳ. 12 Καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνοµίαν. οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡµέραι ἐκεῖναι.ὁ ἀναγινώσκων νοείτω .24. 24 ᾿Εγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται. 29 Εὐθέως δὲ µετὰ τὴν ϑλίψιν τῶν ἡµερῶν ἐκείνων. 19 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς ϑηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις. 14 15 16. 26 27 28 29 30 31 7 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 40 ᾿Εγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος. τὸ ῥηθὲν διὰ ∆ανιὴλ τοῦ προφήτου. οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 30 Καὶ τότε ϕανήσεται τὸ σηµεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ ϕυλαὶ τῆς γῆς. 27 ῞Ωσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ ϕαίνεται ἕως δυσµῶν. µὴ πιστεύσητε. καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ. µὴ πιστεύσητε. ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται. οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσµου ἕως τοῦ νῦν. καὶ αἱ δυνάµεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. καὶ ἐπισυνάξουσιν τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέ- . 20 Προσεύχεσθε δὲ ἵνα µὴ γένηται ἡ ϕυγὴ ὑµῶν χειµῶνος. ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν· 13 ὁ δὲ ὑποµείνας εἰς τέλος. 26 ᾿Εὰν οὖν εἴπωσιν ὑµῖν. 28 ῞Οπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶµα. 8 Πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων. 21 ῎Εσται γὰρ τότε ϑλίψις µεγάλη. 11 Καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται. 9 Τότε παραδώσουσιν ὑµᾶς εἰς ϑλίψιν. ἐν τῇ ἐρήµῳ ἐστίν. καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑµᾶς· καὶ ἔσεσθε µισούµενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνοµά µου. οὗτος σωθήσεται. οὐδ᾿ οὐ µὴ γένηται. καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ ϕέγγος αὐτῆς. καὶ δώσουσιν σηµεῖα µεγάλα καὶ τέρατα. 22 Καὶ εἰ µὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡµέραι ἐκεῖναι. 14 Καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς ϐασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουµένῃ εἰς µαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν· καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος. 23 Τότε ἐάν τις ὑµῖν εἴπῃ. προείρηκα ὑµῖν. 17 18 19 20 21 22 23 24 25. καὶ πλανήσουσιν πολλούς. ὧδε ὁ χριστός.

λαβοῦσαι τὰς λαµπάδας αὐτῶν. 49 καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς 49 συνδούλους. οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν.48 τοῦ.6 . 37 οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 42 Γρηγορεῖτε οὖν. καὶ µία ἀφίεται. 47 ᾿Α.40 λαµβάνεται. 5 Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυµφίου. ὁ υἱὸς 44 τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. ὅτι ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. οἱ δὲ λόγοι µου οὐ µὴ παρέλθωσιν. καὶ ὁ εἷς ἀφίεται. 36 Περὶ δὲ τῆς 36 ἡµέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν. τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ . καὶ τὰ ϕύλλα ἐκφύῃ. 40 Τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ· ὁ εἷς παρα. Χρονίζει ὁ κύριός µου ἐλθεῖν.45 νιµος. 46 Μακάριος ὁ δοῦλος 46 ἐκεῖνος. 32–25. ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ϑεραπείας αὐτοῦ. 43 ᾿Εκεῖνο δὲ γινώσκετε. 48 ᾿Εὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐ. 25 αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαµπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυµφίου. 34 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν. 37 ῞Ωσπερ δὲ αἱ ἡµέραι τοῦ Νῶε. 39 καὶ οὐκ ἔγνωσαν. ἐγρηγόρησεν ἄν. καὶ οὐκ ἂν εἴασεν διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. ἐσθίειν δὲ καὶ πίνειν µετὰ τῶν µεθυόντων. ἄχρι ἧς ἡµέρας εἰσῆλθεν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν. 2 Πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν ϕρόνιµοι.41 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 24. ἕως ἦλθεν ὁ 39 κατακλυσµὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας. 6 Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέ. γαµοῦντες καὶ ἐκγαµίζοντες. καὶ τὸ µέρος αὐτοῦ µετὰ 51 τῶν ὑποκριτῶν ϑήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς τῶν ὀδόντων. οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.47 µὴν λέγω ὑµῖν. 38 ῞Ωσπερ 38 γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡµέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσµοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες. 44 ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὑµεῖς γίνεσθε ἕτοιµοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε. καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει. οὐ µὴ παρέλθῃ ἡ 34 γενεὰ αὕτη. 5 ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. 45 Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ ϕρό. 6 µων. 50 ἥξει ὁ 50 κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡµέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ. 51 καὶ διχοτοµήσει αὐτόν. γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ ϑέρος· 33 οὕτως καὶ ὑµεῖς. 41 ∆ύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ µύλωνι· 41 µία παραλαµβάνεται. καὶ αἱ πέντε µωραί. 1 Τότε ὁµοιωθήσεται ἡ ϐασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις. εἰ µὴ ὁ πατήρ µου µόνος. 35 ῾Ο οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ 35 παρελεύσονται. ὅτι οὐκ 42 οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κύριος ὑµῶν ἔρχεται. 43 ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ ϕυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται. ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται. ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα. γινώσκετε 33 ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ ϑύραις. οὐκ ἔλαβον µεθ᾿ 3 ἑαυτῶν ἔλαιον· 4 αἱ δὲ ϕρόνιµοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις 4 αὐτῶν µετὰ τῶν λαµπάδων αὐτῶν. ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. 32 ᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς µάθετε τὴν παραβολήν· ὅταν ἤδη ὁ κλάδος 32 αὐτῆς γένηται ἁπαλός. 2 3 Αἵτινες µωραί.

πέντε τάλαντά µοι παρέδωκας· ἴδε. ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός. λέγουσαι. ϑερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας. καὶ ἐκλείσθη ἡ ϑύρα. 17 ῾Ωσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησεν καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. 24 Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπεν. Κύριε. οὐκ οἶδα ὑµᾶς. ὅτι αἱ λαµπάδες ἡµῶν σβέννυνται. 14 ῞Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδηµῶν ἐκάλεσεν τοὺς ἰδίους δούλους. 7–29 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 42 γονεν. καὶ περισσευθήσεται· . καὶ ἀπέκρυψεν τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. καὶ συναίρει µετ᾿ αὐτῶν λόγον. ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. 21 ῎Εφη δὲ αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ.25. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. 28 ῎Αρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον. 23 ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ. 18 ῾Ο δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ. Κύριε. 20 Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα. ἄνοιξον ἡµῖν. ᾧ δὲ ἕν. ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός. 12 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν. 13 Γρηγορεῖτε οὖν. κύριε. 9 ᾿Απεκρίθησαν δὲ αἱ ϕρόνιµοι. καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα· 27 ἔδει οὖν σε ϐαλεῖν τὸ ἀργύριόν µου τοῖς τραπεζίταις. ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡµέραν οὐδὲ τὴν ὥραν. 10 ᾿Απερχοµένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι. ὁ νυµφίος ἔρχεται. Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ. 8 Αἱ δὲ µωραὶ ταῖς ϕρονίµοις εἶπον. 22 Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπεν. 26 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ. 19 Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων. καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ· 15 καὶ ᾧ µὲν ἔδωκεν πέντε τάλαντα. 16 Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς. ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. δύο τάλαντά µοι παρέδωκας· ἴδε. λέγουσαι. Κύριε. δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. λέγων. καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· 25 καὶ ϕοβηθείς. ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος. 11 ῞Υστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι. ᾔδεις ὅτι ϑερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα. 29 Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται. ἔχεις τὸ σόν. Μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡµῖν καὶ ὑµῖν· πορεύεσθε δὲ µᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. 7 Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι. ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε. Εὖ. Εὖ. ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναµιν· καὶ ἀπεδήµησεν εὐθέως. καὶ ἐκόσµησαν τὰς λαµπάδας αὐτῶν. ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκοµισάµην ἂν τὸ ἐµὸν σὺν τόκῳ. ᾧ δὲ δύο. δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. ἦλθεν ὁ νυµφίος· καὶ αἱ ἕτοιµοι εἰσῆλθον µετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάµους. ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. Κύριε. ∆ότε ἡµῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑµῶν. ᾿Ιδού.

καὶ 31 πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι µετ᾿ αὐτοῦ. Κύριε. ὥσπερ ὁ ποιµὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων· 33 καὶ στήσει τὰ µὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν 33 αὐτοῦ. καὶ οὐ διηκονήσαµέν σοι . ἢ ξένον. Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐµοῦ. 46 Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον· οἱ δὲ δίκαιοι εἰς 46 Ϲωὴν αἰώνιον. 3 Τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς 3 καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγοµένου Και΅αφα.38 γάγοµεν . 1 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς πάντας τοὺς λόγους τού. 44 Τότε ἀποκριθήσονται καὶ αὐτοί. 42 ᾿Επείνασα γάρ. ἢ διψῶντα. 37 λέγοντες. πότε σὲ εἴδοµεν πεινῶντα. 34 Τότε ἐρεῖ ὁ ϐασιλεὺς τοῖς 34 ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ. καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι. καὶ ἐποτίσαµεν . ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύµων. ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 5 ἀπὸ δὲ τοῦ µὴ ἔχοντος. 2 Οἴδατε ὅτι µετὰ δύο ἡµέρας 2 τὸ Πάσχα γίνεται. 32 καὶ συναχθήσεται ἔµπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη. καὶ περιεβάλοµεν . καὶ οὐ περιεβάλετέ µε· ἀσθενής. εἶπεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ.4 λῳ κρατήσωσιν καὶ ἀποκτείνωσιν. οἱ εὐλογηµένοι τοῦ πατρός µου. καὶ ἤλθετε πρός µε.44 γοντες. λέγων. ᾿Εκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς τῶν ὀδόντων. καὶ ὃ ἔχει. εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. καὶ οὐκ ἐδώκατέ µοι ϕαγεῖν· 42 ἐδίψησα. 37 Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι. καὶ ἐπεσκέψασθέ µε· ἐν ϕυλακῇ ἤµην. ∆εῦτε. ἢ ἐν ϕυλακῇ. τὸ ἡτοιµασµένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 35 καὶ ἐποτίσατέ µε· ξένος ἤµην. 30–26. καὶ ἤλθοµεν πρός σε . 45 Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς. τότε καθίσει ἐπὶ ϑρόνου δόξης αὐτοῦ. ἢ γυµνόν. 41 Τότε 41 ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύµων. 35 ᾿Επείνασα γάρ. καὶ συνηγάγετέ µε· 36 γυµνός. οὐδὲ ἐµοὶ ἐποιήσατε. οἱ κατηραµένοι. πότε σὲ εἴδοµεν πεινῶντα.43 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 25. 39 Πότε δέ σε εἴδοµεν 39 ἀσθενῆ. καὶ συνη. 30 Καὶ 30 τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ. ἢ ἐν ϕυλακῇ. καὶ 36 περιεβάλετέ µε· ἠσθένησα. ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν µου τῶν ἐλαχίστων. ἐφ᾿ ὅσον 45 οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων. 38 Πότε δέ σε εἴδοµεν ξένον. ῍Η διψῶντα. καὶ οὐκ ἐποτίσατέ µε· 43 ξένος ἤµην. κληρονοµήσατε τὴν ἡτοιµασµένην ὑµῖν ϐασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσµου. 31 ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ. καὶ ἐθρέψαµεν . καὶ ἐν ϕυλακῇ. καὶ οὐ συνηγάγε. 40 Καὶ ἀποκριθεὶς 40 ὁ ϐασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς. 32 καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων. Κύριε. 4 καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν ᾿Ιησοῦν δό.43 τέ µε· γυµνός. ἐµοὶ ἐποιήσατε.26 τους. λέ. 5 . ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. καὶ ἐδώκατέ µοι ϕαγεῖν· ἐδίψησα. ἢ ἀσθενῆ. 5 ῎Ελεγον δέ. καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ µε. ῍Η γυµνόν.

κἀγὼ ὑµῖν παραδώσω αὐτόν . καὶ ἡτοίµασαν τὸ Πάσχα. Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί . ἔδωκεν αὐτοῖς. ἔκλασεν καὶ ἐδίδου τοῖς µαθηταῖς. 24 ῾Ο µὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει. δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. 25 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπεν. Μήτι ἐγώ εἰµι. ῾Ο ἐµβάψας µετ᾿ ἐµοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα. ἕως τῆς ἡµέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω µεθ᾿ ὑµῶν . 20 ᾿Οψίας δὲ γενοµένης ἀνέκειτο µετὰ τῶν δώδεκα. λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη. ῾Υπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα. Ποῦ ϑέλεις ἑτοιµάσοµέν σοι ϕαγεῖν τὸ Πάσχα . 18 ῾Ο δὲ εἶπεν. ὁ λεγόµενος ᾿Ιούδας ᾿Ισκαριώτης. 14 Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα. 6–29 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20. κύριε . 11 Πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε µεθ᾿ ἑαυτῶν. καὶ εὐχαριστήσας. 21 22 23 24 25 26 27 28 29 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6 44 ἵνα µὴ ϑόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ. τὸ τῆς καινῆς διαθήκης. 10 Γνοὺς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόµενον εἰς ἄφεσιν ἁµαρτιῶν. πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι µε ἐποίησεν. 16 Καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ. καὶ εὐχαριστήσας. 26 ᾿Εσθιόντων δὲ αὐτῶν. οὗτός µε παραδώσει. Οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια. καὶ εἶπεν. 15 εἶπεν. Σὺ εἶπας. λαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἄρτον. Λάβετε. 8 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν. ῾Ο καιρός µου ἐγγύς ἐστιν· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ Πάσχα µετὰ τῶν µαθητῶν µου. ῾Ο διδάσκαλος λέγει. ἐµὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑµῶν παραδώσει µε. Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ γενοµένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίµωνος τοῦ λεπροῦ. πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς. 21 Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν εἶπεν. καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειµένου. ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσµῳ. 27 Καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον. καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ. λέγοντες. καὶ δοθῆναι πτωχοῖς. Λέγει αὐτῷ. 7 προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον µύρου ἔχουσα ϐαρυτίµου. 23 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν. Μήτι ἐγώ εἰµι. 9 ᾿Ηδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ µύρον πραθῆναι πολλοῦ. 13 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ϕάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ σῶµά µου. 12 Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ µύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώµατός µου. 19 Καὶ ἐποίησαν οἱ µαθηταὶ ὡς συνέταξεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. λέγοντες αὐτῷ. ῥαββί . Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη . λέγων. εἰς µνηµόσυνον αὐτῆς. καὶ εἴπατε αὐτῷ. ῎Εργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐµέ.26. 17 Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύµων προσῆλθον οἱ µαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ. 22 Καὶ λυπούµενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· 28 τοῦτο γάρ ἐστιν τὸ αἷµά µου. Τί ϑέλετέ µοι δοῦναι. 29 Λέγω δὲ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπ᾿ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήµατος τῆς ἀµπέλου.

καὶ µετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς µετὰ µαχαιρῶν καὶ ξύλων. ᾿Ιδού. Καθίσατε αὐτοῦ. 46 ᾿Εγείρεσθε. λέγων. εἰ δυνατόν ἐστιν. Πατάξω τὸν ποιµένα. ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόµενος καὶ λέγων. 36 Τότε ἔρχεται µετ᾿ αὐτῶν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς χωρίον λεγόµενον Γεθσηµανῆ. εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐµοῦ. Πάντες ὑµεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐµοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ. 32 Μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί µε. 35 Λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος. Πάτερ µου. ἄγωµεν. ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ. ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσοµαι. καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ. Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί. ἐὰν µὴ αὐτὸ πίω.45 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26. ἵνα µὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασµόν· τὸ µὲν πνεῦµα πρόθυµον. ῝Ον ἂν ϕιλήσω. καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁµαρτωλῶν. 43 Καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας. τρὶς ἀπαρνήσῃ µε. 38 Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 37 Καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς Ζεβεδαίου. ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωµαι ἐκεῖ. καὶ λέγει τοῖς µαθηταῖς. Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή µου ἕως ϑανάτου· µείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε µετ᾿ ἐµοῦ. καὶ διασκορπισθήσεται τὰ πρόβατα τῆς ποίµνης. 45 Τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. ᾿Ιούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθεν. ἰδού. καὶ λέγει αὐτοῖς. Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε· ἰδού. 39 Καὶ προσελθὼν µικρόν. 42 Πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν προσηύξατο. ῥαββί· καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 34 ῎Εφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. προάξω ὑµᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 33 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ. πρὶν ἀλέκτορα ϕωνῆσαι. ᾿Αµὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτί. ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδηµονεῖν. γενηθήτω τὸ ϑέληµά σου. τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών. ῾Οµοίως δὲ καὶ πάντες οἱ µαθηταὶ εἶπον. Πάτερ µου. ῾Εταῖρε. 40 Καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς µαθητάς. Χαῖρε. 50 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. ἐφ᾿ ᾧ πάρει . ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. 48 ῾Ο δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σηµεῖον. ἀλλ᾿ ὡς σύ. ἤγγικεν ὁ παραδιδούς µε. 41 Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε. 30 Καὶ ὑµνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν. Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε µίαν ὥραν γρηγορῆσαι µετ᾿ ἐµοῦ . 49 Καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ ᾿Ιησοῦ εἶπεν. Τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 . 31 Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλµοὶ ϐεβαρηµένοι. 44 Καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου. 30–50 καινὸν ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ πατρός µου. 47 Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος. αὐτός ἐστιν· κρατήσατε αὐτόν. καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας. παρελθέτω ἀπ᾿ ἐµοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ ϑέλω. Κἂν δέῃ µε σὺν σοὶ ἀποθανεῖν. λέγων. οὐ µή σε ἀπαρνήσωµαι. ἤγγικεν ἡ ὥρα.

καὶ εἰσελθὼν ἔσω ἐκάθητο µετὰ τῶν ὑπηρετῶν. 54 Πῶς οὖν πληρωθῶσιν αἱ γραφαί. Καὶ σὺ ἦσθα µετὰ ᾿Ιησοῦ τοῦ Γαλιλαίου. 55 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς ὄχλοις. 69 ῾Ο δὲ Πέτρος ἔξω ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ µία παιδίσκη. ᾿Εξορκίζω σε κατὰ τοῦ ϑεοῦ τοῦ Ϲῶντος. 51–70 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 46 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 51 ἐπὶ τὸν ᾿Ιησοῦν. 63 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἐσιώπα. Οὐδὲν ἀποκρίνῃ . 53 ῍Η δοκεῖς ὅτι οὐ δύναµαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα µου. Καὶ ἰδού. ῾Ως ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε µετὰ µαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν µε . εἷς τῶν µετὰ ᾿Ιησοῦ. ἐκτείνας τὴν χεῖρα. ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήµενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάµεως καὶ ἐρχόµενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. ἀπέσπασεν τὴν µάχαιραν αὐτοῦ. 60 Καὶ οὐχ εὗρον· καὶ πολλῶν ψευδοµαρτύρων προσελθόντων. τίς ἐστιν ὁ παίσας σε . Πλὴν λέγω ὑµῖν. 67 Τότε ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν αὐτόν· οἱ δὲ ἐρράπισαν. καὶ διὰ τριῶν ἡµερῶν οἰκοδοµῆσαι αὐτόν. ὅπως ϑανατώσωσιν αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ. Σὺ εἶπας. ὅπου οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι συνήχθησαν. λέγων. Χριστέ. 57 Οἱ δὲ κρατήσαντες τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Και΅αφαν τὸν ἀρχιερέα. 70 ῾Ο δὲ ἠρνήσατο ἔµπροσθεν αὐτῶν πάντων. Οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον. 59 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδοµαρτυρίαν κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ. ἵνα ἡµῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ χριστός. οὐχ εὗρον. 66 Τί ὑµῖν δοκεῖ . Τότε οἱ µαθηταὶ πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον. ῎Ιδε. ὅτι οὕτως δεῖ γενέσθαι . 56 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν. ∆ύναµαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ ϑεοῦ. Τί οὗτοί σου καταµαρτυροῦσιν . 62 Καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ. 68 λέγοντες. ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. ἰδεῖν τὸ τέλος. ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν. Προφήτευσον ἡµῖν. ἕως τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχιερέως. Καθ᾿ ἡµέραν πρὸς ὑµᾶς ἐκαθεζόµην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ. 58 ῾Ο δὲ Πέτρος ἠκολούθει αὐτῷ ἀπὸ µακρόθεν. ῎Ενοχος ϑανάτου ἐστίν. Οὗτος ἔφη.26. καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ µε. λέγων ὅτι ᾿Εβλασφήµησεν· τί ἔτι χρείαν ἔχοµεν µαρτύρων . 52 Τότε λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. λέγουσα. 61 ῞Υστερον δὲ προσελθόντες δύο ψευδοµάρτυρες εἶπον. καὶ πατάξας τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. καὶ παραστήσει µοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων . Οὐκ οἶδα τί . 64 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. νῦν ἠκούσατε τὴν ϐλασφηµίαν αὐτοῦ. 65 Τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξεν τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. ᾿Απόστρεψόν σου τὴν µάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες µάχαιραν ἐν µαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται.

Σὺ ὄψει. εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις. οὐδὲν ἀπεκρίνατο.7 γόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραµέως. 71 καὶ λέγει αὐτοῖς ἐκεῖ. 12 Καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι 12 αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. λεγόµενον Βαραββᾶν. 15 Κατὰ δὲ ἑορτὴν εἰώθει ὁ 15 ἡγεµὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσµιον. 14 Καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆµα. 17 Συνηγµένων οὖν 17 αὐτῶν. 4 Οἱ δὲ εἶπον. 13 Τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλάτος. Καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν. ἀνεχώρησεν· καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. 4 λέγων. ὥστε ϑανατῶσαι αὐτόν· 2 καὶ δήσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν 2 Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεµόνι.73 ληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ. ἀπέστειλεν πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ. 72 Καὶ πάλιν ἠρνήσατο µεθ᾿ ὅρκου ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον. 3 Τότε ἰδὼν ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη. Καὶ οὗτος ἦν µετὰ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου. 8 ∆ιὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ᾿Αγρὸς Αἵµατος. καθὰ συνέταξέν µοι κύριος. 19 λέγεις. Καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς. 74 Τότε ἤρξατο καταθεµατίζειν καὶ ὀµνύειν ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄν. 7 Συµβούλιον δὲ λαβόντες ἠ. ἕως τῆς σήµερον. λέγουσα. ᾿Εξελθόντα δὲ αὐτὸν εἰς τὸν πυλῶνα. Οὐκ ἔξεστιν ϐαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν. ᾿Α. 75 Καὶ ἐµνήσθη ὁ Πέ. 14 ὥστε ϑαυµάζειν τὸν ἡγεµόνα λίαν. Μηδέν σοι καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήµερον κατ᾿ ὄναρ .3 ταµεληθεὶς ἀπέστρεψεν τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ τοῖς πρεσβυτέροις. ἢ ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόµενον χριστόν . 1 Πρωι΅ας δὲ γενοµένης. Σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων . Βαραββᾶν.19 µατος. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ.11 τησεν αὐτὸν ὁ ἡγεµών. 71–27. 8 9 Τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ ᾿Ιερεµίου τοῦ προφήτου. εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλάτος. ῞Ηµαρτον παραδοὺς αἷµα ἀθῷον. 72 73 Μετὰ µικρὸν δὲ προσελθόντες οἱ ἑστῶτες εἶπον τῷ Πέτρῳ. εἶδεν αὐτὸν ἄλλη. τὴν τιµὴν τοῦ τετιµηµένου. 19 Καθηµένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ϐή. 5 Καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια 5 ἐν τῷ ναῷ. 9 Καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια. ἐπεὶ τιµὴ αἵµατός ἐστιν. ὃν ἐτιµήσαντο ἀπὸ υἱῶν ᾿Ισραήλ· 10 καὶ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς τὸν ἀγρὸν 10 τοῦ κεραµέως. Σὺ λέγεις. 16 Εἶχον δὲ 16 τότε δέσµιον ἐπίσηµον. συµβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιε.47 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 71 26. 6 Οἱ δὲ ἀρχιε. Τίνα ϑέλετε ἀπολύσω ὑµῖν . λέγων.27 ρεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ. µε. Τί πρὸς ἡµᾶς . τρὶς ἀπαρνήσῃ µε.6 ρεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον.75 τρος τοῦ ῥήµατος τοῦ ᾿Ιησοῦ εἰρηκότος αὐτῷ ὅτι Πρὶν ἀλέκτορα ϕωνῆσαι.13 ταµαρτυροῦσιν . 18 ῎ῌδει γὰρ ὅτι διὰ 18 ϕθόνον παρέδωκαν αὐτόν. Οὐκ ἀκούεις πόσα σοῦ κα.74 θρωπον. 11 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἔστη ἔµπροσθεν τοῦ ἡγεµόνος· καὶ ἐπηρώ. ὃν ἤθελον. λέγοντος.

23 ῾Ο δὲ ἡγεµὼν ἔφη. λέγοντες. ῾Ο καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡµέραις οἰκοδοµῶν. 26 Τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν· τὸν δὲ ᾿Ιησοῦν ϕραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ. Οὗτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. 27 Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεµόνος. κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν. συνήγαγον ἐπ᾿ αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν· 28 καὶ ἐκδύσαντες αὐτόν. διεµερίσαντο τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. Βαραββᾶν. Τίνα ϑέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑµῖν . 32 ᾿Εξερχόµενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον. καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. ἀλλὰ µᾶλλον ϑόρυβος γίνεται.ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27. Χαῖρε. 25 Καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπεν. 22 Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος. 35 Σταυρώσαντες δὲ αὐτόν. Σταυρωθήτω. 41 ῾Οµοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐµπαίζοντες µετὰ τῶν γραµµατέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ Φαρισαίων ἔλεγον. ᾿Αθῷός εἰµι ἀπὸ τοῦ αἵµατος τοῦ δικαίου τούτου· ὑµεῖς ὄψεσθε. Εἰ ϐασιλεὺς ᾿Ισραήλ ἐστιν. ὅ ἐστιν λεγόµενος Κρανίου Τόπος. Τὸ αἷµα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡµῶν. καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. λέγων. ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου. 21 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεµὼν εἶπεν αὐτοῖς. ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαµύδα. 20–43 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 20 48 δι᾿ αὐτόν. Τί οὖν ποιήσω ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόµενον χριστόν . ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων· 30 καὶ ἐµπτύσαντες εἰς αὐτόν. καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι. παραλαβόντες τὸν ᾿Ιησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον. 37 Καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραµµένην. 33 Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόµενον Γολγοθᾶ. περιέθηκαν αὐτῷ χλαµύδα κοκκίνην. Σταυρωθήτω. 42 ῎Αλλους ἔσωσεν. 34 ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος µετὰ χολῆς µεµιγµένον· καὶ γευσάµενος οὐκ ἤθελεν πιεῖν. τὸν δὲ ᾿Ιησοῦν ἀπολέσωσιν. ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. 36 Καὶ καθήµενοι ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ. ὀνόµατι Σίµωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον. λαβὼν ὕδωρ. ἔλαβον τὸν κάλαµον. Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν . κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. Λέγουσιν αὐτῷ πάντες. ϐάλλοντες κλῆρον. 31 Καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ. Οἱ δὲ εἶπον. 40 καὶ λέγοντες. 29 Καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. 38 Τότε σταυροῦνται σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί. σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ ϑεοῦ. Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν. καὶ κάλαµον ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ· καὶ γονυπετήσαντες ἔµπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ. 24 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ Πιλάτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ. λέγοντες. εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύµων. καὶ πιστεύσοµεν ἐπ᾿ αὐτῷ. 39 Οἱ δὲ παραπορευόµενοι ἐβλασφήµουν αὐτόν. 43 Πέποιθεν ἐπὶ τὸν . καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

47 Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι ᾿Ηλίαν ϕωνεῖ οὗτος. ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ ᾿Αριµαθαίας. Μετὰ τρεῖς ἡµέρας ἐγείροµαι. ἵνα τί µε ἐγκατέλιπες . διακονοῦσαι αὐτῷ· 56 ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ῎Αφες. 50 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς πάλιν κράξας ϕωνῇ µεγάλῃ ἀφῆκεν τὸ πνεῦµα. ὃς καὶ αὐτὸς ἐµαθήτευσεν τῷ ᾿Ιησοῦ· 58 οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ. 62 Τῇ δὲ ἐπαύριον. ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. ᾿Ηλί. 64 Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡµέρας· µήποτε ἐλθόντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτόν. ἰδόντες τὸν σεισµὸν καὶ τὰ γενόµενα. καὶ ἡ ἄλλη Μαρία. 51 Καὶ ἰδού. ἐφοβήθησαν σφόδρα. Κύριε. 63 λέγοντες. 45 ᾿Απὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πάσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης· 46 περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ϕωνῇ µεγάλῃ. καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς. συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλάτον. πλήσας τε ὄξους. καὶ εἴπωσιν τῷ λαῷ. λέγων. 59 Καὶ λαβὼν τὸ σῶµα ὁ ᾿Ιωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ. Εἶπεν γὰρ ὅτι ϑεοῦ εἰµι υἱός. καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωσῆ µήτηρ. 54 ῾Ο δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν. 65 ῎Εφη δὲ αὐτοῖς ὁ Πιλάτος. 60 καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ µνηµείῳ. 61 ῏Ην δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ὃ ἐλατόµησεν ἐν τῇ πέτρᾳ· καὶ προσκυλίσας λίθον µέγαν τῇ ϑύρᾳ τοῦ µνηµείου. 57 ᾿Οψίας δὲ γενοµένης. ἥτις ἐστὶν µετὰ τὴν Παρασκευήν. ᾿Ηλί. 44–65 ϑεόν· ῥυσάσθω νῦν αὐτόν. 48 Καὶ εὐθέως δραµὼν εἷς ἐξ αὐτῶν. τὸ καταπέτασµα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω· καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη· καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν· 52 καὶ τὰ µνηµεῖα ἀνεῴχθησαν· καὶ πολλὰ σώµατα τῶν κεκοιµηµένων ἁγίων ἠγέρθη· 53 καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν µνηµείων µετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν. 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 . ῎Εχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε. ἐµνήσθηµεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι Ϲῶν. λιµὰ σαβαχθανί . 55 ῏Ησαν δὲ ἐκεῖ γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ µακρόθεν ϑεωροῦσαι. καθήµεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου. ἴδωµεν εἰ ἔρχεται ᾿Ηλίας σώσων αὐτόν. καὶ λαβὼν σπόγγον. Τότε ὁ Πιλάτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶµα. ᾿Ηγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. ᾿Αληθῶς ϑεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος. καὶ ἡ µήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου. τοὔνοµα ᾿Ιωσήφ. Θεέ µου. ἀπῆλθεν.49 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27. λέγοντες. Τοῦτ᾿ ἔστιν. ἐπότιζεν αὐτόν. αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας. Θεέ µου. 44 Τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν. εἰ ϑέλει αὐτόν. καὶ περιθεὶς καλάµῳ. 49 Οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον.

1 28 ᾿Οψὲ δὲ σαββάτων. Εἴπατε ὅτι Οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡµῶν κοι14 14 µωµένων. Μὴ ϕοβεῖσθε ὑµεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι 6 6 ᾿Ιησοῦν τὸν ἐσταυρωµένον Ϲητεῖτε. ἔδραµον ἀπαγγεῖλαι τοῖς 9 9 µαθηταῖς αὐτοῦ. 11 11 Πορευοµένων δὲ αὐτῶν. ᾿Απὸ δὲ τοῦ ϕόβου αὐτοῦ ἐσεί5 5 σθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. 19 19 ᾿Εδόθη µοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. µετὰ τῆς κουστωδίας. ἐγὼ µεθ᾿ ὑµῶν εἰµι πάσας τὰς ἡµέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. τινὲς τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόµενα. λέγοντες. Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ. σεισµὸς ἐγένετο µέγας· ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ. καὶ ὑµᾶς ἀµερίµνους ποιήσοµεν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ µνηµείου µετὰ ϕόβου καὶ χαρᾶς µεγάλης. ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς µου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. ∆εῦτε. προάγει ὑµᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν 8 8 ὄψεσθε· ἰδού. λέγων. Τότε λέγει αὐταῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ ϕοβεῖσθε· ὑπάγετε. ϑεωρῆσαι τὸν τάφον. ἰδού. εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο 17 17 αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ κύριος. Πορευθέντες µαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη. ᾿Ιησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς. σφραγίσαντες τὸν λίθον. Χαίρετε. ῏Ην δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπή. Καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς. καὶ ἡ ἄλλη Μαρία. 66 . Καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ᾿Ηγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἰδού. ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις. εἶπον ὑµῖν. ῾Ως δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. καὶ 3 3 ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. 20 66 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 50 Οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον. καὶ τὸ 4 4 ἔνδυµα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. Οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. Αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας.27. ϐαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνοµα 20 20 τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύµατος· διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάµην ὑµῖν· καὶ ἰδού. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ· οἱ δὲ 18 18 ἐδίστασαν. 66–28. καὶ ἰδού. Καὶ διεφηµίσθη ὁ 16 16 λόγος οὗτος παρὰ ᾿Ιουδαίοις µέχρι τῆς σήµερον. τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς µίαν σαββάτων. ᾿Αµήν. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν. λέγων. καὶ ἐκεῖ µε ὄψονται. 7 7 καθὼς εἶπεν. ἦλθεν Μαρία ἡ Μαγδαληνή. καὶ προσεκύνη10 10 σαν αὐτῷ. Καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεµόνος. Οἱ δὲ ἕνδεκα µαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. συµβούλιόν τε λαβόν13 13 τες. 2 2 Καὶ ἰδού. προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον ἀπὸ τῆς ϑύρας. ἡµεῖς 15 15 πείσοµεν αὐτόν. 12 12 Καὶ συναχθέντες µετὰ τῶν πρεσβυτέρων.

καὶ οἱ ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ. 7 Καὶ ἐκήρυσσεν. καὶ ἦν µετὰ τῶν ϑηρίων. καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ ᾿Ιωάννου εἰς τὸν ᾿Ιορδάνην.17 τοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. τοῦ Σίµωνος ϐάλλοντας ἀµφίβληστρον ἐν τῇ ϑαλάσσῃ· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 13 ἦν ἐκεῖ ἐν τῇ ἐρήµῳ ἡµέρας τεσσαράκοντα πειραζόµενος ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ.18 σαν αὐτῷ. 9 Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις.6 λου. ∆εῦτε ὀπίσω µου. ᾿Α . 20 Καὶ εὐθέως ἐκάλεσεν αὐτούς· 20 καὶ ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ µετὰ τῶν µισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ. 3 Φωνὴ ϐοῶντος ἐν τῇ ἐρήµῳ. ἠκολούθη. ῾Ε.5 τὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα. 17 Καὶ εἶπεν αὐ. ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς 14 τὴν Γαλιλαίαν. ἐν ᾧ εὐδόκησα. 14 Μετὰ δὲ τὸ παραδοθῆναι τὸν ᾿Ιωάννην. καὶ ποιήσω ὑµᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 6 ῏Ην δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυµένος τρίχας καµή. εἶδεν ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ 19 Ζεβεδαίου. καὶ κηρύσσων ϐάπτι. ἦλθεν ᾿Ιησοῦς ἀπὸ Να. 15 καὶ λέγων ὅτι Πεπλήρωται ὁ καιρός. κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ. 19 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον. καὶ αὐτοὺς ἐν τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα. καὶ οἱ ῾Ιεροσολυµῖται. καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. 10 Καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος. υἱοῦ τοῦ ϑεοῦ· 1 2 ῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις. ἐξοµολογούµενοι τὰς ἁµαρτίας αὐτῶν. καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ µέλι ἄγριον.4 σµα µετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁµαρτιῶν. 18 Καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν. 12 Καὶ εὐθὺς τὸ πνεῦµα αὐτὸν ἐκβάλλει εἰς τὴν ἔρηµον. 16 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν ϑάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν Σί. ῎Ερχεται ὁ 7 ἰσχυρότερός µου ὀπίσω µου.16 µωνα καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔµπροσθέν σου. 8 ᾿Εγὼ µὲν ἐβάπτισα ὑµᾶς ἐν 8 ὕδατι· αὐτὸς δὲ ϐαπτίσει ὑµᾶς ἐν πνεύµατι ἁγίῳ. λέγων. καὶ Ϲώνην δερµατίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ. ἐγὼ ἀποστέλλω 2 τὸν ἄγγελόν µου πρὸ προσώπου σου. οὗ οὐκ εἰµὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱµάντα τῶν ὑποδηµάτων αὐτοῦ.3 τοιµάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου· εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. Σὺ εἶ ὁ υἱός µου ὁ 11 ἀγαπητός. 5 Καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐ. 4 ᾿Εγένετο ᾿Ιωάννης ϐαπτίζων ἐν τῇ ἐρήµῳ. καὶ ἤγγικεν ἡ ϐασιλεία 15 τοῦ ϑεοῦ· µετανοεῖτε. καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταµῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ. καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. καὶ τὸ πνεῦµα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν· 11 καὶ ϕωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν.ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ρχὴ τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ χριστοῦ. 13 Καὶ 12. εἶδεν σχιζοµένους 10 τοὺς οὐρανούς.9 ζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας. ᾿Ιδού.

µετὰ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου. ἐδίδασκεν. 21–44 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 21 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 52 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούµ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγήν. ὥστε συζητεῖν πρὸς ἑαυτούς. 24 λέγων. 26 Καὶ σπαράξαν αὐτὸν τὸ πνεῦµα τὸ ἀκάθαρτον καὶ κράξαν ϕωνῇ µεγάλῃ. Τί ἐστιν τοῦτο . καὶ ἀπῆλθεν εἰς ἔρηµον τόπον. µηδενὶ µηδὲν εἴπῃς· ἀλλ᾿ ὕπαγε. καὶ εὐθέως λέγουσιν αὐτῷ περὶ αὐτῆς· 31 καὶ προσελθὼν ἤγειρεν αὐτήν. καὶ τὰ δαιµόνια ἐκβάλλων. λέγων. 28 ᾿Εξῆλθεν δὲ ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εὐθὺς εἰς ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Γαλιλαίας. 44 καὶ λέγει αὐτῷ. καὶ λέγων αὐτῷ ὅτι ᾿Εὰν ϑέλῃς. 32 ᾿Οψίας δὲ γενοµένης. ὅτι κατ᾿ ἐξουσίαν καὶ τοῖς πνεύµασιν τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει. ῞Ορα. ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος. καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισµοῦ σου ἃ προσέταξεν Μωσῆς.1. Τίς ἡ διδαχὴ ἡ καινὴ αὕτη. καὶ λέγει αὐτῷ. καὶ δαιµόνια πολλὰ ἐξέβαλεν. 43 Καὶ ἐµβριµησάµενος αὐτῷ. 22 Καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων. Φιµώθητι. καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ. 27 Καὶ ἐθαµβήθησαν πάντες. καὶ ἐκαθαρίσθη. ῎Εα. ῎Αγωµεν εἰς τὰς ἐχοµένας κωµοπόλεις. 40 Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρός. ὁ ἅγιος τοῦ ϑεοῦ. 25 Καὶ ἐπετίµησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 41 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς σπλαγχνισθείς. ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν Σίµωνος καὶ ᾿Ανδρέου. σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ. ἥψατο αὐτοῦ. 35 Καὶ πρωι῭ ἔννυχον λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθεν. κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς· καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς εὐθέως. ἵνα καὶ ἐκεῖ κηρύξω· εἰς τοῦτο γὰρ ἐξελήλυθα. ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ. καὶ διηκόνει αὐτοῖς. ἔφερον πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας καὶ τοὺς δαιµονιζοµένους· 33 καὶ ἡ πόλις ὅλη ἐπισυνηγµένη ἦν πρὸς τὴν ϑύραν. κἀκεῖ προσηύχετο. λέγοντας. 29 Καὶ εὐθέως ἐκ τῆς συναγωγῆς ἐξελθόντες. παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν αὐτόν. καὶ ἀνέκραξεν. ῏Ηλθες ἀπολέσαι ἡµᾶς . Οἶδά σε τίς εἶ. 23 Καὶ ἦν ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν πνεύµατι ἀκαθάρτῳ. εὐθέως ἐξέβαλεν αὐτόν. 30 ῾Η δὲ πενθερὰ Σίµωνος κατέκειτο πυρέσσουσα. 38 Καὶ λέγει αὐτοῖς. τί ἡµῖν καὶ σοί. 39 Καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν. Θέλω. ᾿Ιησοῦ Ναζαρηνέ . 42 Καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ οὐχ ὡς οἱ γραµµατεῖς. ἐκτείνας τὴν χεῖρα. καθαρίσθητι. . καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ . 36 Καὶ κατεδίωξαν αὐτὸν ὁ Σίµων καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ· 37 καὶ εὑρόντες αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι Πάντες σε Ϲητοῦσιν. ὅτι ᾔδεισαν αὐτόν. καὶ οὐκ ἤφιεν λαλεῖν τὰ δαιµόνια. 34 Καὶ ἐθεράπευσεν πολλοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις. δύνασαί µε καθαρίσαι.

7 Τί 7 οὗτος οὕτως λαλεῖ ϐλασφηµίας . ἔγειραι καὶ ἆρον 11 τὸν κράββατόν σου. 2 Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί. ὁ ϑεός . 18 εἰς µαρτύριον αὐτοῖς. καὶ δοξάζειν τὸν ϑεόν.18 . ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων· ὥστε ἐξίστασθαι πάντας. καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ. ἢ εἰπεῖν. ἰδόντες αὐτὸν ἐσθίοντα µετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁµαρτωλῶν. Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ. Τί ὅτι µετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁµαρτωλῶν ἐσθίει καὶ πίνει . 3 Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτόν.2 σθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστιν. 18 Καὶ ἦσαν οἱ µαθηταὶ ᾿Ιωάννου καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων νηστεύ. 16 Καὶ οἱ γραµ. εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ. ἀλλ᾿ ἔξω ἐν ἐρήµοις τόποις ἦν· καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν πανταχόθεν. ἔλεγον τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. Τέκνον. λέγοντας ὅτι Οὐδέποτε οὕτως εἴδοµεν.16 µατεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. παραλυτικὸν ϕέροντες. καὶ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁµαρτωλοὶ συνανέκειντο τῷ ᾿Ιησοῦ καὶ τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ· ἦσαν γὰρ πολλοί. ᾿Αφέωνταί σου αἱ ἁµαρτίαι. αἰρό. ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. καὶ ἆρόν σου τὸν κράββατον. 14 Καὶ παράγων εἶ. ἀφέωνταί σοι αἱ ἁµαρτίαι σου. καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσιν τὸν κράββατον ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 1 Καὶ εἰσῆλθεν πάλιν εἰς Καπερναοὺµ δι᾿ ἡµερῶν· καὶ ἠκού. καὶ ἄρας τὸν κράββατον. Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑµῶν . 15 Καὶ 15 ἐγένετο ἐν τῷ κατακεῖσθαι αὐτὸν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 13 Καὶ ἐξῆλθεν πάλιν παρὰ τὴν ϑάλασσαν· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος 13 ἤρχετο πρὸς αὐτόν. 9 Τί ἐστιν εὐκοπώτε.3 µενον ὑπὸ τεσσάρων. 10 ῞Ινα δὲ 10 εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁµαρτίας . 4 Καὶ µὴ δυνάµενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ 4 τὸν ὄχλον. ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν. Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους. ὥστε 2 µηκέτι χωρεῖν µηδὲ τὰ πρὸς τὴν ϑύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. καὶ λέγει αὐτῷ.14 δεν Λευι῭ τὸν τοῦ ᾿Αλφαίου καθήµενον ἐπὶ τὸ τελώνιον. ὥστε µηκέτι αὐτὸν δύνασθαι ϕανερῶς εἰς πόλιν εἰσελθεῖν. καὶ ἐδίδασκεν αὐτούς. 6 ῏Ησαν δέ τινες τῶν γραµµατέων 6 ἐκεῖ καθήµενοι. Τίς δύναται ἀφιέναι ἁµαρτίας εἰ µὴ εἷς. 8 Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύµατι 8 αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς. καὶ περιπάτει . 17 Καὶ ἀκούσας ὁ ᾿Ιησοῦς 17 λέγει αὐτοῖς.9 ρον. ᾿Ακολούθει µοι. 12 Καὶ ἠγέρθη 12 εὐθέως.11 Σοὶ λέγω.53 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 45 1.λέγει τῷ παραλυτικῷ . ἀλλὰ ἁµαρτωλοὺς εἰς µετάνοιαν. καὶ διαλογιζόµενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. 5 ᾿Ιδὼν 5 δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ. καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. ῾Ο δὲ ἐξελθὼν ἤρξατο κηρύσσειν πολλὰ 45 καὶ διαφηµίζειν τὸν λόγον. 45–2. ῎Εγειραι. εἶπεν αὐτοῖς.

καὶ ἔδωκεν καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ οὖσιν . Καὶ αὐτὸς ἔλεγεν αὐτοῖς. Καὶ λέγει αὐτοῖς. Οὐδέποτε ἀνέγνωτε τί ἐποίησεν ∆αυίδ. οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ 28 28 τὸ σάββατον· ὥστε κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. καὶ χεῖρον 22 22 σχίσµα γίνεται. Ψυχὴν σῶσαι. πλῆθος πολύ. αἴρει τὸ πλήρωµα αὐτοῦ τὸ καινὸν τοῦ παλαιοῦ. Καὶ ἐξελθόντες οἱ Φαρισαῖοι εὐθέως µετὰ τῶν ῾Ηρῳδιανῶν συµβούλιον ἐποίουν κατ᾿ αὐτοῦ. 19–3. 5 5 Καὶ περιβλεψάµενος αὐτοὺς µετ᾿ ὀργῆς. καὶ ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας. τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς σάββασιν ὃ οὐκ ἔξεστιν . ἀκούσαντες ὅσα ἐποίει. ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν. ὅτε 26 26 χρείαν ἔσχεν καὶ ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ . Καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγον 25 25 αὐτῷ. Πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ϑεοῦ ἐπὶ ᾿Αβιάθαρ ἀρχιερέως. καὶ ἤρξαντο οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ὁ24 24 δὸν ποιεῖν τίλλοντες τοὺς στάχυας. καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς 23 23 καινοὺς ϐλητέον. οἱ δὲ σοὶ µαθηταὶ οὐ νηστεύ19 19 ουσιν . ∆ιὰ τί οἱ µαθηταὶ ᾿Ιωάννου καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων νηστεύουσιν. ἦλθον πρὸς αὐ- . οὐ δύνανται νηστεύ20 20 ειν· ἐλεύσονται δὲ ἡµέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυµφίος. 1 Καὶ εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν. ῎Εξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι. ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. Καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραµµένην ἔχοντι τὴν χεῖρα. ῎Ιδε. Καὶ οὐδεὶς ἐπίβληµα ῥάκους ἀγνάφου ἐπιρράπτει ἐπὶ ἱµατίῳ παλαιῷ· εἰ δὲ µή. Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυµφῶνος. καὶ ἀπὸ ῾Ιεροσολύµων. λέγει τῷ ἀνθρώπῳ. ῞Οσον χρόνον µεθ᾿ ἑαυτῶν ἔχουσιν τὸν νυµφίον. συλλυπούµενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν. οὓς οὐκ ἔξεστιν ϕαγεῖν εἰ µὴ τοῖς 27 27 ἱερεῦσιν.2. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. ῥήσσει ὁ οἶνος ὁ νέος τοὺς ἀσκούς. 7 7 Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν µετὰ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ πρὸς τὴν ϑάλασσαν· καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἠκολούθησαν 8 8 αὐτῷ. καὶ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου. ἐν ᾧ ὁ νυµφίος µετ᾿ αὐτῶν ἐστιν. Καὶ ἐγένετο παραπορεύεσθαι αὐτὸν ἐν τοῖς σάββασιν διὰ τῶν σπορίµων. καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρω3 2 2 πος ἐξηραµµένην ἔχων τὴν χεῖρα. 21 21 καὶ τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις. ἢ κακοποιῆσαι . ῎Εγειραι εἰς τὸ 4 4 µέσον. Τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο. καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς 6 6 ὡς ἡ ἄλλη. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἀπὸ τῆς ᾿Ιδουµαίας. Καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς 3 3 σάββασιν ϑεραπεύσει αὐτόν. ῎Εκτεινον τὴν χεῖρά σου. νηστεύειν . Καὶ οὐδεὶς ϐάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ µή. Καὶ ἐξέτεινεν. καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν. Οἱ δὲ ἐσιώπων. 8 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 54 οντες· καὶ ἔρχονται καὶ λέγουσιν αὐτῷ. ἢ ἀποκτεῖναι . καὶ οἱ περὶ Τύρον καὶ Σιδῶνα.

ὃς καὶ παρέδωκεν αὐτόν. ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ.55 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 9 3. 30 ῞Οτι ἔλεγον. 24 Καὶ ἐὰν ϐασιλεία ἐφ᾿ ἑαυτὴν µερισθῇ. καὶ Βαρθολοµαῖον. 19 καὶ ᾿Ιούδαν ᾿Ισκαριώτην. οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα. οὐ δύναται σταθῆναι. Τίς ἐστιν ἡ µήτηρ µου ἢ οἱ ἀδελφοί µου . καὶ ἐκβάλλειν τὰ δαιµόνια· 16 καὶ ἐπέθηκεν τῷ Σίµωνι ὄνοµα Πέτρον· 17 καὶ ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου. καὶ Ματθαῖον. 11 Καὶ τὰ πνεύµατα τὰ ἀκάθαρτα. καὶ ὅτι ᾿Εν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιµονίων ἐκβάλλει τὰ δαιµόνια. καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ ᾿Ιακώβου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόµατα Βοανεργές. Πῶς δύναται Σατανᾶς Σατανᾶν ἐκβάλλειν . ἐν παραβολαῖς ἔλεγεν αὐτοῖς. καὶ Θωµᾶν. 14 Καὶ ἐποίησεν δώδεκα. καὶ ϐλασφηµίαι ὅσας ἂν ϐλασφηµήσωσιν· 29 ὃς δ᾿ ἂν ϐλασφηµήσῃ εἰς τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον. 25 Καὶ ἐὰν οἰκία ἐφ᾿ ἑαυτὴν µερισθῇ. ἵνα µὴ ϑλίβωσιν αὐτόν. 32 Καὶ ἐκάθητο ὄχλος περὶ αὐτόν· εἶπον δὲ αὐτῷ. ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τὰ ἁµαρτήµατα τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 31 ῎Ερχονται οὖν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἡ µήτηρ αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα πλοιάριον προσκαρτερῇ αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. ὅσοι εἶχον µάστιγας. 10 Πολλοὺς γὰρ ἐθεράπευσεν. εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. καὶ Φίλιππον. Υἱοὶ Βροντῆς· 18 καὶ ᾿Ανδρέαν. καὶ ἔξω ἑστῶτες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτόν. οὐ δύναται σταθῆναι ἡ ϐασιλεία ἐκείνη. ἵνα αὐτοῦ ἅψωνται. ἵνα ὦσιν µετ᾿ αὐτοῦ. καὶ Θαδδαῖον. καὶ Σίµωνα τὸν Κανανίτην. Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον· 20 καὶ συνέρχεται πάλιν ὄχλος. 27 Οὐδεὶς δύναται τὰ σκεύη τοῦ ἰσχυροῦ. καὶ ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ ᾿Αλφαίου. 26 Καὶ εἰ ὁ Σατανᾶς ἀνέστη ἐφ᾿ ἑαυτὸν καὶ µεµέρισται. ὅταν αὐτὸν ἐθεώρει. 21 Καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ᾿ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν· ἔλεγον γὰρ ὅτι ᾿Εξέστη. ἐὰν µὴ πρῶτον τὸν ἰσχυρὸν δήσῃ. Πνεῦµα ἀκάθαρτον ἔχει. καὶ προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός· καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν. διαρπάσαι. 13 Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὄρος. ϕωνοῦντες αὐτόν. ἀλλ᾿ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως. ἡ µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου καὶ αἱ ἀδελφαί σου ἔξω Ϲητοῦσίν σε. ᾿Ιδού. 23 Καὶ προσκαλεσάµενος αὐτούς. 28 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. 9–34 τόν. 33 Καὶ ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων. 22 Καὶ οἱ γραµµατεῖς οἱ ἀπὸ ῾Ιεροσολύµων καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει. 34 Καὶ πε- 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 . καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσῃ. οὐ δύναται σταθῆναι ἡ οἰκία ἐκείνη. ὥστε µὴ δύνασθαι αὐτοὺς µήτε ἄρτον ϕαγεῖν. 12 Καὶ πολλὰ ἐπετίµα αὐτοῖς ἵνα µὴ ϕανερὸν αὐτὸν ποιήσωσιν. λέγοντα ὅτι Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. καὶ ἵνα ἀποστέλλῃ αὐτοὺς κηρύσσειν. ἀλλὰ τέλος ἔχει. καὶ ἔκραζεν. ὅ ἐστιν. 15 καὶ ἔχειν ἐξουσίαν ϑεραπεύειν τὰς νόσους. προσέπιπτεν αὐτῷ.

καὶ ἦλθεν τὰ πετεινὰ καὶ κατέφαγεν αὐτό. ὃ µὲν ἔπεσεν παρὰ τὴν ὁδόν. καὶ ἐν ἑκατόν. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. ῎Ιδε. Καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς πολλά. καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς τὰ ἁµαρτήµατα. καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς. οἵτινες ἀκούουσιν τὸν λόγον. 5 5 ῎Αλλο δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες. καὶ αἱ µέριµναι τοῦ αἰῶνος τούτου.3. ἐν τριάκοντα. καὶ ἐν ἑξήκοντα. 9 9 Καὶ ἔλεγεν ῝Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυµίαι εἰσπορευόµεναι συµπνίγουσιν τὸν λόγον. 21 21 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. καὶ ἐν ἑκατόν. 1 4 Καὶ πάλιν ἤρξατο διδάσκειν παρὰ τὴν ϑάλασσαν. καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι. ᾿Ακούετε· ἰδού. ῾Ο σπείρων τὸν λόγον σπείρει. ὅπου σπείρεται ὁ λόγος. 10 10 ῞Οτε δὲ ἐγένετο καταµόνας. Καὶ οὗτοί εἰσιν ὁµοίως οἱ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπειρόµενοι. ὅπου οὐκ εἶχεν γῆν πολλήν· 6 6 καὶ εὐθέως ἐξανέτειλεν. 20 20 καὶ ἄκαρπος γίνεται. 15 τὰς παραβολὰς γνώσεσθε . οὗτος ἀδελφός µου καὶ ἀδελφή µου καὶ µήτηρ ἐστίν. καὶ 8 8 συνέπνιξαν αὐτό. 21 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 56 ριβλεψάµενος κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθηµένους. καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκεν. καὶ παραδέχονται. Καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ 19 19 εἰς τὰς ἀκάνθας σπειρόµενοι. διὰ τὸ µὴ ἔχειν ϐάθος γῆς· ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυµατίσθη. καὶ διὰ τὸ µὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη. καὶ καρποφοροῦσιν. εὐθέως σκανδαλίζονται. καὶ µὴ συνιῶσιν· 13 13 µήποτε ἐπιστρέψωσιν. Καὶ πῶς πάσας 14 14. καὶ ἐν ἑξήκοντα. ἐν παραβολαῖς τὰ πάντα γίνεται· ἵνα ϐλέποντες ϐλέπωσιν. Οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην . 35–4. 7 7 Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας. Καὶ συνήχθη πρὸς αὐτὸν ὄχλος πολύς. 15 Οὗτοι δέ εἰσιν οἱ παρὰ τὴν ὁδόν. 35 ῝Ος γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ ϑέληµα τοῦ ϑεοῦ. καὶ µὴ ἴδωσιν· καὶ ἀκούοντες ἀκούωσιν. ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ περὶ αὐτὸν 11 11 σὺν τοῖς δώδεκα τὴν παραβολήν. Μήτι ὁ λύχνος ἔρχεται ἵνα ὑπὸ τὸν µό35 . οἵ. καὶ ὅταν ἀκούσωσιν. λέγει. ἐξῆλθεν 4 4 ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι· καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν. Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλήν· καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξάνοντα. οἱ τὸν λόγον ἀκούοντες. Καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρέντες. εὐ17 17 θέως µετὰ χαρᾶς λαµβάνουσιν αὐτόν. καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου. ὅταν ἀκούσωσιν τὸν λόγον. ῾Υµῖν δέδοται γνῶναι τὸ µυστήριον τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ· ἐκείνοις δὲ 12 12 τοῖς ἔξω. καὶ ἔφερεν ἐν τριάκοντα. Καὶ λέγει αὐτοῖς. 3 3 καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. ἀλλὰ πρόσκαιροί εἰσιν· εἶτα γενοµένης ϑλίψεως ἢ διωγ18 18 µοῦ διὰ τὸν λόγον. ὥστε αὐτὸν ἐµβάντα εἰς τὸ πλοῖον καθῆσθαι ἐν τῇ ϑαλάσσῃ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος πρὸς τὴν ϑάλασσαν 2 2 ἐπὶ τῆς γῆς ἦν. ἡ µήτηρ µου καὶ οἱ ἀδελφοί µου. εὐθέως ἔρχεται ὁ Σατανᾶς καὶ αἴρει τὸν λόγον τὸν 16 16 ἐσπαρµένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν.

39 Καὶ διεγερθεὶς ἐπετίµησεν τῷ ἀνέµῳ. ὅτι καὶ ὁ ἄνεµος καὶ ἡ ϑάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ . 31 ῾Ως κόκκον σινάπεως. ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς.2 τησεν αὐτῷ ἐκ τῶν µνηµείων ἄνθρωπος ἐν πνεύµατι ἀκαθάρτῳ. Τίνι ὁµοιώσωµεν τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ . Τίς ἄρα οὗτός ἐστιν. ὅτι παρέστηκεν ὁ ϑερισµός. 35 Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ. 33 Καὶ τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς 33 τὸν λόγον. ῍Η 30 ἐν ποίᾳ παραβολῇ παραβάλωµεν αὐτήν . 36 Καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον. Πῶς οὐκ ἔ. 22 Οὐ γάρ ἐστίν τι κρυπτόν. εἰς τὴν χώραν τῶν 5 Γαδαρηνῶν. καὶ εἶπεν τῇ ϑαλάσσῃ. καὶ ὃ 25 ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. Καὶ ἄλλα δὲ πλοιάρια ἦν µετ᾿ αὐτοῦ. πεφίµωσο. 3 διον τεθῇ ἢ ὑπὸ τὴν κλίνην . 24 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. Βλέπετε τί ἀκούετε. 26 Καὶ ἔλεγεν. 40 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον. 37 Καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέµου µεγάλη· τὰ δὲ κύµατα ἐπέβαλλεν εἰς 37 τὸ πλοῖον. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεµος. ὃ ἐὰν µὴ ϕανερωθῇ· οὐδὲ ἐγένετο 22 ἀπόκρυφον. ὀψίας γενοµένης. παραλαµβάνουσιν 36 αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ. 23 Εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν 23 ἀκουέτω. 28 Αὐτοµάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ. 2 Καὶ ἐξελθόντι αὐτῷ ἐκ τοῦ πλοίου. καὶ ἔλεγον πρὸς 41 ἀλλήλους. 29 ῞Οταν δὲ παρα. καὶ προστεθήσεται ὑµῖν τοῖς ἀκούουσιν.57 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4. Τί δειλοί ἐστε οὕτως . 1 Καὶ ἦλθον εἰς τὸ πέραν τῆς ϑαλάσσης. ὡς ἐὰν ἄνθρω. δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει. εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυι¨. 27 καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται 27 νύκτα καὶ ἡµέραν.29 δῷ ὁ καρπός. καθὼς ἐδύναντο ἀκούειν· 34 χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ 34 ἐλάλει αὐτοῖς· κατ᾿ ἰδίαν δὲ τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ἐπέλυεν πάντα. 22–5.26 πος ϐάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς. ἀναβαίνει. ∆ιδάσκαλε. µικρότερος πάντων τῶν σπερµάτων ἐστὶν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· 32 καὶ ὅταν σπαρῇ. καὶ ποιεῖ κλάδους µεγάλους. ∆ιέλ. ἀλλ᾿ ἵνα εἰς ϕανερὸν ἔλθῃ. Οὕτως ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. καὶ λέγουσιν αὐτῷ.32 ται πάντων τῶν λαχάνων µείζων. εὐθέως ἀπήν. καὶ γίνε. 25 ῝Ος γὰρ ἂν ἔχῃ. 39 Σιώπα. πρῶτον χόρτον.38 µνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτόν. οὐ µέλει σοι ὅτι ἀπολλύµεθα . Οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν λυχνίαν ἐπιτεθῇ . ᾿Εν ᾧ µέτρῳ 24 µετρεῖτε µετρηθήσεται ὑµῖν. καὶ ἐγένετο γαλήνη µεγάλη. 41 Καὶ ἐφοβήθησαν ϕόβον µέγαν. 38 Καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύ. ὥστε αὐτὸ ἤδη γεµίζεσθαι. ὥστε δύνασθαι ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦν. 3 ὃς τὴν κατοίκησιν εἶχεν ἐν τοῖς µνήµασιν· καὶ οὔτε ἁλύσεσιν 3 . 30 Καὶ ἔλεγεν.35 θωµεν εἰς τὸ πέραν. καὶ ὁ σπόρος ϐλαστάνῃ καὶ µηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. 31 ὅς.40 χετε πίστιν . 28 εἶτα στάχυν.

καὶ τὰς πέδας συντετρίφθαι· καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἴσχυεν δαµάσαι· 5 καὶ διὰ παντός. καὶ περὶ τῶν χοίρων. 23 καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλά. ῞Υπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σούς. 26 καὶ πολ- . λέγων ὅτι Τὸ ϑυγάτριόν µου ἐσχάτως ἔχει· ἵνα ἐλθὼν ἐπιθῇς αὐτῇ τὰς χεῖρας. Πέµψον ἡµᾶς εἰς τοὺς χοίρους. πίπτει πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ. 25 Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵµατος ἔτη δώδεκα. 16 ∆ιηγήσαντο δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο τῷ δαιµονιζοµένῳ. ἐκ τοῦ ἀνθρώπου. ἵνα ᾖ µετ᾿ αὐτοῦ. ᾿Ιησοῦ. ὀνόµατι ᾿Ιάειρος. καὶ ἰδὼν αὐτόν. συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ᾿ αὐτόν. λέγων. τὸν ἐσχηκότα τὸν Λεγεῶνα· καὶ ἐφοβήθησαν. Καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύµατα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρµησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρηµνοῦ εἰς τὴν ϑάλασσαν· ἦσαν δὲ ὡς δισχίλιοι· καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ ϑαλάσσῃ. Λεγεὼν ὄνοµά µοι. καὶ ἠλέησέν σε. 20 Καὶ ἀπῆλθεν καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ ∆εκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ πάντες ἐθαύµαζον. 6 ᾿Ιδὼν δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπὸ µακρόθεν. διὰ τὸ αὐτὸν πολλάκις πέδαις καὶ ἁλύσεσιν δεδέσθαι. 8 ῎Ελεγεν γὰρ αὐτῷ. Καὶ ἀπεκρίθη. 13 Καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς εὐθέως ὁ ᾿Ιησοῦς. 26 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4 58 οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτὸν δῆσαι. ἔρχεται εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων. ῾Ορκίζω σε τὸν ϑεόν. 22 Καὶ ἰδού. 10 Καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλά. παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιµονισθείς. καὶ συνέθλιβον αὐτόν. ὅτι πολλοί ἐσµεν. καὶ ἀνάγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ κύριος πεποίηκεν. ἔδραµεν καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.5. ὅπως σωθῇ καὶ Ϲήσεται. 19 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν. νυκτὸς καὶ ἡµέρας. 24 Καὶ ἀπῆλθεν µετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς. ἀλλὰ λέγει αὐτῷ. λέγοντες. ῎Εξελθε. 7 καὶ κράξας ϕωνῇ µεγάλῃ εἶπεν. καὶ διεσπᾶσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ τὰς ἁλύσεις. 21 Καὶ διαπεράσαντος τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ πάλιν εἰς τὸ πέραν. τὸ πνεῦµα τὸ ἀκάθαρτον. ἐν τοῖς ὄρεσιν καὶ ἐν τοῖς µνήµασιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις. ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωµεν. ἵνα µὴ αὐτοὺς ἀποστείλῃ ἔξω τῆς χώρας. 17 Καὶ ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. 11 ῏Ην δὲ ἐκεῖ πρὸς τῷ ὄρει ἀγέλη χοίρων µεγάλη ϐοσκοµένη· 12 καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ δαίµονες. υἱὲ τοῦ ϑεοῦ τοῦ ὑψίστου . καὶ ἦν παρὰ τὴν ϑάλασσαν. 14 Οἱ δὲ ϐόσκοντες τοὺς χοίρους ἔφυγον. Τί σοι ὄνοµα . 18 Καὶ ἐµβάντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον. µή µε ϐασανίσῃς. Καὶ ἐξῆλθον ἰδεῖν τί ἐστιν τὸ γεγονός· 15 καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ϑεωροῦσιν τὸν δαιµονιζόµενον καθήµενον καὶ ἱµατισµένον καὶ σωφρονοῦντα. 4–26 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25. καὶ ἀνήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Τί ἐµοὶ καὶ σοί. 9 Καὶ ἐπηρώτα αὐτόν.

καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς µάστιγός σου. 31 Καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ἔγειραι. ἦλθεν καὶ προσέπεσεν αὐτῷ.40 γέλων αὐτοῦ. ἡ πίστις σου σέσωκέν σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην. 27–6. 3 λὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν. σοὶ λέγω.59 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 5. 38 Καὶ ἔρχεται εἰς τὸν οἶκον 38 τοῦ ἀρχισυναγώγου. Τίς µου ἥψατο . Τὸ κοράσιον.32 ριεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. 40 Καὶ κατε. 3 Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων. 42 Καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ 42 κοράσιον καὶ περιεπάτει. 27 ἀκούσασα περὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ. ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ. Καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ· καὶ 6 ἀκολουθοῦσιν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. λέγοντες. ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου. 35 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος. 41 Καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς 41 τοῦ παιδίου. κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά. 29 Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ 29 αἵµατος αὐτῆς. 34 Θύγατερ. ἦν γὰρ ἐτῶν δώδεκα· καὶ ἐξέστησαν ἐκστάσει µεγάλῃ. ἐκβαλὼν πάντας.27 σθεν. 1 Καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν. 35 λέγοντες ὅτι ῾Η ϑυγάτηρ σου ἀπέθανεν· τί ἔτι σκύλλεις τὸν διδάσκαλον . ἔλεγεν. σωθήσοµαι. 36 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εὐθέως ἀκούσας τὸν λόγον λαλούµενον 36 λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ. 2 Καὶ γενοµένου σαββά. Βλέπεις τὸν 31 ὄχλον συνθλίβοντά σε. ἤρξατο ἐν τῇ συναγωγῇ διδάσκειν· καὶ πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο. καὶ ἔγνω τῷ σώµατι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς µάστιγος. ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπι. καὶ δαπανήσασα τὰ παρ᾿ αὐτῆς πάντα.30 µιν ἐξελθοῦσαν. ἀλλὰ µᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα. Καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡµᾶς . 37 Καὶ οὐκ ἀ. καὶ δυνάµεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται . καὶ ϑεωρεῖ ϑόρυβον. 33 ῾Η δὲ γυνὴ ϕοβηθεῖσα 33 καὶ τρέµουσα. Καὶ τίς ἡ σοφία ἡ δοθεῖσα αὐτῷ. ἥψατο τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ· 28 ἔλεγεν γὰρ ὅτι Κἂν τῶν ἱµατίων 28 αὐτοῦ ἅψωµαι. παραλαµβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν µητέρα καὶ τοὺς µετ᾿ αὐτοῦ. 32 Καὶ πε. Ταλιθά. Τίς µου ἥψατο τῶν ἱµατίων . ὁ υἱὸς Μαρίας. 34 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ. ῾Ο δέ. ἀλλὰ καθεύδει. κοῦµι· ὅ ἐστιν µεθερµηνευόµενον. καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. µόνον πίστευε. λέγει αὐτῇ. Τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν.2 του. 39 Καὶ εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς. Πόθεν τούτῳ ταῦτα . καὶ λέγεις. 43 Καὶ διεστείλατο αὐτοῖς πολλὰ ἵνα µηδεὶς γνῷ 43 τοῦτο· καὶ εἶπεν δοθῆναι αὐτῇ ϕαγεῖν. 30 Καὶ εὐθέως ὁ ᾿Ιησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύνα. Μὴ ϕοβοῦ.37 φῆκεν οὐδένα αὐτῷ συνακολουθῆσαι. ἀδελφὸς δὲ 3 ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωσῆ καὶ ᾿Ιούδα καὶ Σίµωνος . Τί ϑορυβεῖσθε καὶ 39 κλαίετε . . καὶ εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ παιδίον ἀνακείµενον. εἰ µὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιακώβου. εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ᾿ αὐτῇ. καὶ µηδὲν ὠφεληθεῖσα.

15 ῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι ᾿Ηλίας ἐστίν· ἄλλοι δὲ ἔλεγον ὅτι Προφήτης ἐστίν. οὗτός ἐστιν· αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν. ἕως ἡµίσους τῆς ϐασιλείας µου. 22 καὶ εἰσελθούσης τῆς ϑυγατρὸς αὐτῆς τῆς ῾Ηρῳδιάδος καὶ ὀρχησαµένης. µὴ ἄρτον. 21 Καὶ γενοµένης ἡµέρας εὐκαίρου. ἀνεκτότερον ἔσται Σοδόµοις ἢ Γοµόρροις ἐν ἡµέρᾳ κρίσεως. εἰ µὴ ὀλίγοις ἀρρώστοις ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας. καὶ ἤρξατο αὐτοὺς ἀποστέλλειν δύο δύο. καὶ δώσω σοί· 23 καὶ ὤµοσεν αὐτῇ ὅτι ῝Ο ἐάν µε αἰτήσῃς. 18 ῎Ελεγεν γὰρ ὁ ᾿Ιωάννης τῷ ῾Ηρῴδῃ ὅτι Οὐκ ἔξεστίν σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου. εἰ µὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ. καὶ ἐν τοῖς συγγενέσιν καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. ὅτι αὐτὴν ἐγάµησεν. 17 Αὐτὸς γὰρ ὁ ῾Ηρῴδης ἀποστείλας ἐκράτησεν τὸν ᾿Ιωάννην. καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν ϕυλακῇ. ὅτε ῾Ηρῴδης τοῖς γενεσίοις αὐτοῦ δεῖπνον ἐποίει τοῖς µεγιστᾶσιν αὐτοῦ καὶ τοῖς χιλιάρχοις καὶ τοῖς πρώτοις τῆς Γαλιλαίας. 14 Καὶ ἤκουσεν ὁ ϐασιλεὺς ῾Ηρῴδης. 5 Καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ οὐδεµίαν δύναµιν ποιῆσαι. καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουεν. ϕανερὸν γὰρ ἐγένετο τὸ ὄνοµα αὐτοῦ. ἐθεράπευσεν. ἐκπορευόµενοι ἐκεῖθεν. 19 ῾Η δὲ ῾Ηρῳδιὰς ἐνεῖχεν αὐτῷ. 10 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. Καὶ περιῆγεν τὰς κώµας κύκλῳ διδάσκων. 16 ᾿Ακούσας δὲ ῾Ηρῴδης εἶπεν ὅτι ῝Ον ἐγὼ ἀπεκεφάλισα ᾿Ιωάννην. ῞Οπου ἐὰν εἰσέλθητε εἰς οἰκίαν. 8 Καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα µηδὲν αἴρωσιν εἰς ὁδόν. διὰ ῾Ηρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. ἐκτινάξατε τὸν χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑµῶν εἰς µαρτύριον αὐτοῖς. Αἴτησόν µε ὃ ἐὰν ϑέλῃς. εἶπεν ὁ ϐασιλεὺς τῷ κορασίῳ. 24 ῾Η δὲ ἐξελθοῦσα . εἰ µὴ ῥάβδον µόνον· µὴ πήραν. πολλὰ ἐποίει. καὶ διὰ τοῦτο ἐνεργοῦσιν αἱ δυνάµεις ἐν αὐτῷ. καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευµάτων τῶν ἀκαθάρτων. εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον. ὡς εἷς τῶν προφητῶν.6. καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. µὴ εἰς τὴν Ϲώνην χαλκόν· 9 ἀλλ᾿ ὑποδεδεµένους σανδάλια· καὶ µὴ ἐνδύσησθε δύο χιτῶνας. δώσω σοί. µηδὲ ἀκούσωσιν ὑµῶν. ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. καὶ συνετήρει αὐτόν· καὶ ἀκούσας αὐτοῦ. καὶ ἀρεσάσης τῷ ῾Ηρῴδῃ καὶ τοῖς συνανακειµένοις. 4–24 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 4 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 60 ῎Ελεγεν δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι Οὐκ ἔστιν προφήτης ἄτιµος. 6 Καὶ ἐθαύµαζεν διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. 11 Καὶ ὅσοι ἂν µὴ δέξωνται ὑµᾶς. 12 Καὶ ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα µετανοήσωσιν· 13 καὶ δαιµόνια πολλὰ ἐξέβαλλον. καὶ ἔλεγεν ὅτι ᾿Ιωάννης ὁ ϐαπτίζων ἐκ νεκρῶν ἠγέρθη. ἐκεῖ µένετε ἕως ἂν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν. 7 Καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώδεκα. καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι· καὶ οὐκ ἠδύνατο· 20 ὁ γὰρ ῾Ηρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν ᾿Ιωάννην.

῾Υπάγετε καὶ ἴδετε. 29 Καὶ ἀκούσαντες οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον. καὶ ὅσα ἐποίησαν καὶ ὅσα ἐδίδαξαν. 33 Καὶ εἶδον αὐτοὺς ὑπάγοντας καὶ ἐπέγνωσαν αὐτὸν πολλοί. καὶ δῶµεν αὐτοῖς ϕαγεῖν . ∆ότε αὐτοῖς ὑµεῖς ϕαγεῖν.61 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 6. καὶ προῆλθον αὐτούς. ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν. 38 ῾Ο δὲ λέγει αὐτοῖς. ᾿Απελθόντες ἀγοράσωµεν δηναρίων διακοσίων ἄρτους. Καὶ λέγουσιν αὐτῷ. 40 Καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαί. καὶ πεζῇ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων συνέδραµον ἐκεῖ. 35 Καὶ ἤδη ὥρας πολλῆς γενοµένης. 25 Καὶ εἰσελθοῦσα εὐθέως µετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν ϐασιλέα. καὶ οὐδὲ ϕαγεῖν εὐκαίρουν. 28 ῾Ο δὲ ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν ἐν τῇ ϕυλακῇ. διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειµένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι. καὶ κατέκλασεν τοὺς ἄρτους. εὐλόγησεν. ᾐτήσατο. 44 Καὶ ἦσαν οἱ ϕαγόντες τοὺς ἄρτους πεντακισχίλιοι ἄνδρες. ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα. 31 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ δύο ἰχθύας. Πέντε. 42 Καὶ ἔφαγον πάντες. 34 Καὶ ἐξελθὼν εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς πολὺν ὄχλον. καὶ ἔθηκαν αὐτὸ ἐν µνηµείῳ. ὅτι ἦσαν ὡς πρόβατα µὴ ἔχοντα ποιµένα· καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς πολλά. Τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ. καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς. καὶ ἐδίδου τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παραθῶσιν αὐτοῖς· καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἐµέρισεν πᾶσιν. 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 . 32 Καὶ ἀπῆλθον εἰς ἔρηµον τόπον τῷ πλοίῳ κατ᾿ ἰδίαν. καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα. Πόσους ἄρτους ἔχετε . καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ· καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ µητρὶ αὐτῆς. προσελθόντες αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι ῎Ερηµός ἐστιν ὁ τόπος. καὶ ἦραν τὸ πτῶµα αὐτοῦ. καὶ ἐχορτάσθησαν· 43 καὶ ἦραν κλασµάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 27 Καὶ εὐθέως ἀποστείλας ὁ ϐασιλεὺς σπεκουλάτορα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 30 Καὶ συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ἤδη ὥρα πολλή· 36 ἀπόλυσον αὐτούς. καὶ συνῆλθον πρὸς αὐτόν. καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον. Τί γὰρ ϕάγωσιν οὐκ ἔχουσιν. Τί αἰτήσοµαι . καὶ ἀπὸ τῶν ἰχθύων. ῏Ησαν γὰρ οἱ ἐρχόµενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί. 26 Καὶ περίλυπος γενόµενος ὁ ϐασιλεύς. Θέλω ἵνα µοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ. λέγουσα. 39 Καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συµπόσια συµπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ. 25–44 εἶπεν τῇ µητρὶ αὐτῆς. ∆εῦτε ὑµεῖς αὐτοὶ κατ᾿ ἰδίαν εἰς ἔρηµον τόπον. Καὶ γνόντες λέγουσιν. 37 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. 41 Καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας. ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς κύκλῳ ἀγροὺς καὶ κώµας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους. ῾Η δὲ εἶπεν. καὶ ἤνεγκεν τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι.

ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθουν τοὺς ἀσθενοῦντας. ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐµοῦ. καί τινες τῶν γραµ7 2 2 µατέων. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Καλῶς προεφήτευσεν ᾿Ησαι΅ας περὶ ὑµῶν τῶν ὑποκριτῶν. Θαρσεῖτε· ἐγώ εἰµι. ἀλλὰ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίουσιν τὸν ἄρτον . Καὶ ἀποταξάµενος αὐτοῖς. καὶ αὐτὸς µόνος ἐπὶ τῆς γῆς. κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων. 53 53 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρέτ. Μάτην δὲ σέβονταί µε. καὶ ἐταράχθησαν. καὶ προ54 54 σωρµίσθησαν. τοῦτ᾿ ἔστιν ἀνίπτοις. ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραββάτοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν. Οἱ δέ. ἐὰν µὴ ϐαπτίσωνται. Καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώµας ἢ πόλεις ἢ ἀγρούς. καὶ περὶ τετάρτην ϕυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτούς. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεµος· καὶ λίαν ἐκπερισ52 52 σοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο. 8 8 ᾿Αφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ ϑεοῦ. ἐλθόντες ἀπὸ ῾Ιεροσολύµων· καὶ ἰδόντες τινὰς τῶν µαθητῶν αὐτοῦ κοιναῖς χερσίν. 1 Καὶ συνάγονται πρὸς αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι. Καὶ εἶδεν αὐτοὺς ϐασανιζοµένους ἐν τῷ ἐλαύνειν. καὶ 51 51 λέγει αὐτοῖς. Οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσίν 7 7 µε τιµᾷ. ἕως αὐτὸς 46 46 ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον. κρατοῦντες 4 4 τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων· καὶ ἀπὸ ἀγορᾶς. ὅ56 56 που ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστιν. καὶ ἀνέκραξαν· πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον. Οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις· ἦν γὰρ αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωµένη. καὶ ἐθαύµαζον. οὐκ ἐσθίουσιν. ἐὰν µὴ πυγµῇ νίψωνται τὰς χεῖρας. ϐαπτισµοὺς ξεστῶν καὶ ποτηρίων· καὶ ἄλλα παρό45 . 50 50 ἔδοξαν ϕάντασµα εἶναι. ἐσθίοντας ἄρ3 3 τους ἐµέµψαντο. µὴ ϕοβεῖσθε. περιπατῶν ἐπὶ τῆς ϑαλάσσης· καὶ ἤθελεν παρελθεῖν αὐ49 49 τούς. περιδραµόντες ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην. Οἱ γὰρ Φαρισαῖοι καὶ πάντες οἱ ᾿Ιουδαῖοι. οὐκ ἐσθίουσιν· καὶ ἄλλα πολλά ἐστιν ἃ παρέλαβον κρατεῖν. εὐθέως 55 55 ἐπιγνόντες αὐτόν. ἦν γὰρ ὁ ἄνεµος ἐναντίος αὐτοῖς. Καὶ ἀνέβη πρὸς αὐτοὺς εἰς τὸ πλοῖον. Καὶ εὐθέως ἐλάλησεν µετ᾿ αὐτῶν. ὡς γέγραπται.6. διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλµατα ἀνθρώπων. ἦν τὸ πλοῖον ἐν 48 48 µέσῳ τῆς ϑαλάσσης. ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ϑαλάσσης. Καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου. ϐαπτισµοὺς ποτηρίων καὶ ξεστῶν καὶ χαλκίων καὶ κλι5 5 νῶν. καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ ἅψωνται· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ ἐσῴζοντο. 8 45 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 62 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ ἐµβῆναι εἰς τὸ πλοῖον. ∆ιὰ τί οἱ µαθηταί σου οὐ περιπατοῦσιν κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν 6 6 πρεσβυτέρων. ἀπῆλθεν εἰς 47 47 τὸ ὄρος προσεύξασθαι. καὶ προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαι¨δάν. 45–7. Καὶ ὀψίας γενοµένης. ῎Επειτα ἐπερωτῶσιν αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραµµατεῖς.

ὑπερηφανία. ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τῆς παραβολῆς. 21 ῎Εσωθεν γάρ. οὐδένα ἤθελεν γνῶναι. 29 Καὶ εἶπεν αὐτῇ. 22 κλοπαί. ὀφθαλµὸς πονηρός. ἀλλ᾿ εἰς τὴν κοιλίαν· καὶ εἰς τὸν ἀφεδρῶνα ἐκπορεύεται. 28 ῾Η δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ. Συραφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιµόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς ϑυγατρὸς αὐτῆς. ὅ ἐστιν. ᾿Εὰν εἴπῃ ἄνθρωπος τῷ πατρὶ ἢ τῇ µητρί. ᾿Ακούετέ µου πάντες. Οὐ νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ ἔξωθεν εἰσπορευόµενον εἰς τὸν ἄνθρωπον οὐ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι. 24 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ µεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. 31 Καὶ πάλιν ἐξελθὼν ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου καὶ Σιδῶνος. ἵνα τὴν παράδοσιν ὑµῶν τηρήσητε. ϐλασφηµία. εὗρεν τὸ δαιµόνιον ἐξεληλυθός. ϕόνοι. δόλος. ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισµοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται. ἀφροσύνη· 23 πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται. ἦλθεν 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 . 10 Μωσῆς γὰρ εἶπεν. ῎Αφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα· οὐ γὰρ καλόν ἐστιν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ ϐαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 15 Οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ἀνθρώπου εἰσπορευόµενον εἰς αὐτόν. Καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν. ∆ιὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε· ἐξελήλυθεν τὸ δαιµόνιον ἐκ τῆς ϑυγατρός σου. 25 ᾿Ακούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ. πλεονεξίαι. ἔλεγεν αὐτοῖς. µοιχεῖαι. ἧς εἶχεν τὸ ϑυγάτριον αὐτῆς πνεῦµα ἀκάθαρτον. ὃ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι· ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόµενα ἀπ᾿ αὐτοῦ. 13 ἀκυροῦντες τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ τῇ παραδόσει ὑµῶν ᾗ παρεδώκατε· καὶ παρόµοια τοιαῦτα πολλὰ ποιεῖτε. ἐλθοῦσα προσέπεσεν πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· 26 ἦν δὲ ἡ γυνὴ ῾Ελληνίς. ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. Καλῶς ἀθετεῖτε τὴν ἐντολὴν τοῦ ϑεοῦ. καὶ τὴν ϑυγατέρα ϐεβληµένην ἐπὶ τῆς κλίνης. καὶ συνίετε. 19 ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται αὐτοῦ εἰς τὴν καρδίαν. 20 ῎Ελεγεν δὲ ὅτι Τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόµενον. ἀσέλγεια. 18 Καὶ λέγει αὐτοῖς. 27 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ. ἐκεῖνά ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον. Ναί. 17 Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς οἶκον ἀπὸ τοῦ ὄχλου.63 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 9 7. πορνεῖαι. 9–31 µοια τοιαῦτα πολλὰ ποιεῖτε. 30 Καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν. Κορβᾶν. Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου· καί. κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν παιδίων. 14 Καὶ προσκαλεσάµενος πάντα τὸν ὄχλον. πονηρίαι. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. ὃ ἐὰν ἐξ ἐµοῦ ὠφεληθῇς· 12 καὶ οὐκέτι ἀφίετε αὐτὸν οὐδὲν ποιῆσαι τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἢ τῇ µητρὶ αὐτοῦ. δῶρον. καθαρίζον πάντα τὰ ϐρώµατα. ῾Ο κακολογῶν πατέρα ἢ µητέρα ϑανάτῳ τελευτάτω· 11 ὑµεῖς δὲ λέγετε. Οὕτως καὶ ὑµεῖς ἀσύνετοί ἐστε . 16 Εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

προσκαλεσάµενος ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς µαθητὰς 2 2 αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς. καὶ οὐκ ἔχουσιν τί ϕάγωσιν· καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν. ἵνα παραθῶσιν· καὶ 7 7 παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ. Καὶ γνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγει αὐτοῖς. ῾Επτά. Καὶ ὑπερπερισσῶς ἐξεπλήσσοντο. 32 Καὶ ϕέρουσιν αὐτῷ κωφὸν µογγιλάλον. ἐστέναξεν. Καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ὅ ἐστιν.7. καὶ παρακα33 33 λοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ αὐτῷ τὴν χεῖρα. Καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ εὐλογήσας 8 8 εἶπεν παραθεῖναι καὶ αὐτά. καὶ ἐλάλει ὀρ36 36 θῶς. 17 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 64 πρὸς τὴν ϑάλασσαν τῆς Γαλιλαίας. ἐκλυθήσονται ἐν 4 4 τῇ ὁδῷ· τινὲς γὰρ αὐτῶν µακρόθεν ἥκουσιν. Τί διαλογί- 32 . καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν. ∆ιανοίχθητι. Σπλαγχνίζοµαι ἐπὶ τὸν ὄχλον· ὅτι ἤδη ἡµέ3 3 ραι τρεῖς προσµένουσίν µοι. καὶ ἤρξαντο συζητεῖν αὐτῷ. Πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορ5 5 τάσαι ἄρτων ἐπ᾿ ἐρηµίας . Καὶ ἀπολαβόµενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ᾿ ἰδίαν. 14 14 Καὶ ἐπελάθοντο λαβεῖν ἄρτους. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. καὶ µὴ ἐχόντων τί ϕάγωσιν. Καὶ διεστέλλετο αὐτοῖς. Οἱ δὲ εἶπον. ϐλέπετε ἀπὸ τῆς Ϲύµης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς Ϲύµης ῾Η16 16 ρῴδου. Καὶ παρήγγειλεν τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους. Τί ἡ γενεὰ αὕτη σηµεῖον ἐπιζητεῖ . καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ. µᾶλλον περισσότερον ἐκήρυσσον. λέγοντες ὅτι ῎Αρτους 17 17 οὐκ ἔχοµεν. ἐµβὰς πάλιν εἰς πλοῖον. λέγων. παµπόλλου ὄχλου ὄντος. ἦλθεν εἰς τὰ µέρη ∆αλµανουθά. Καλῶς πάντα πεποίηκεν· καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν. λέγοντες. εἰ δοθήσεται τῇ γενεᾷ ταύτῃ 13 13 σηµεῖον. Πόσους ἔχετε 6 6 ἄρτους . 12 12 Καὶ ἀναστενάξας τῷ πνεύµατι αὐτοῦ λέγει. καὶ εἰ µὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶ15 15 χον µεθ᾿ ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ. 32–8. ἀνὰ µέσον τῶν ὁρίων ∆εκαπόλεως. 1 8 ᾿Εν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις. Καὶ ἀφεὶς αὐτούς. πειράζοντες αὐτόν. ἀπῆλθεν εἰς τὸ πέραν. 11 11 Καὶ ἐξῆλθον οἱ Φαρισαῖοι. καὶ τοὺς ἀλάλους λαλεῖν. ῎Εφαγον δέ. Καὶ ἐπηρώτα αὐτούς. Καὶ διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα µηδενὶ εἴπωσιν· ὅσον δὲ αὐτὸς 37 37 αὐτοῖς διεστέλλετο. καὶ λέγει αὐτῷ. ᾿Εφφα35 35 θά. ῾Ορᾶτε. καὶ ἐχορτάσθησαν· 9 9 καὶ ἦραν περισσεύµατα κλασµάτων ἑπτὰ σπυρίδας. ἔβαλεν τοὺς δακτύλους αὐτοῦ 34 34 εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Ϲητοῦντες παρ᾿ αὐτοῦ σηµεῖον ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους. ῏Ησαν δὲ 10 10 οἱ ϕαγόντες ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς. Καὶ εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαί· καὶ ἐλύθη ὁ δεσµὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ. Καὶ εὐθέως ἐµβὰς εἰς τὸ πλοῖον µετὰ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ἐδίδου τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ.

Σὺ εἶ ὁ χριστός. Καὶ οὐ µνηµονεύετε . 25 Εἶτα πάλιν ἐπέθηκεν τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ὀφθαλµοὺς αὐτοῦ. καὶ Ϲηµιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ . Σατανᾶ· ὅτι οὐ ϕρονεῖς τὰ τοῦ ϑεοῦ. καὶ ἀποκτανθῆναι. µηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ κώµῃ. πόσων σπυρίδων πληρώµατα κλασµάτων ἤρατε . 24 Καὶ ἀναβλέψας ἔλεγεν. λέγων. ῾Υµεῖς δὲ τίνα µε λέγετε εἶναι . καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ἅψηται. 34 Καὶ προσκαλεσάµενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν. 37 ῍Η τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγµα τῆς 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 . 29 Καὶ αὐτὸς λέγει αὐτοῖς. ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν. 36 Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον. ἄλλοι δὲ ἕνα τῶν προφητῶν. ἐξήγαγεν αὐτὸν ἔξω τῆς κώµης· καὶ πτύσας εἰς τὰ ὄµµατα αὐτοῦ. ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. καὶ ἀποδοκιµασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραµµατέων. Βλέπω τοὺς ἀνθρώπους ὅτι ὡς δένδρα ὁρῶ περιπατοῦντας. ἵνα µηδενὶ λέγωσιν περὶ αὐτοῦ. Λέγουσιν αὐτῷ. καὶ ἐνέβλεψεν τηλαυγῶς ἅπαντας. οὐδὲ συνίετε . ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐµοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου. ἐπετίµησεν τῷ Πέτρῳ. Καὶ ϕέρουσιν αὐτῷ τυφλόν. 20 ῞Οτε δὲ τοὺς ἑπτὰ εἰς τοὺς τετρακισχιλίους. 18–37 ζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε . Μηδὲ εἰς τὴν κώµην εἰσέλθῃς. καὶ ἰδὼν τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. Τίνα µε λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι . ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ.65 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 8. ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ. καὶ ἀκολουθείτω µοι. ῞Οστις ϑέλει ὀπίσω µου ἀκολουθεῖν. 30 Καὶ ἐπετίµησεν αὐτοῖς. εἶπεν αὐτοῖς. ᾿Ιωάννην τὸν ϐαπτιστήν· καὶ ἄλλοι ᾿Ηλίαν. καὶ µετὰ τρεῖς ἡµέρας ἀναστῆναι· 32 καὶ παρρησίᾳ τὸν λόγον ἐλάλει. 23 Καὶ ἐπιλαβόµενος τῆς χειρὸς τοῦ τυφλοῦ. 22 Καὶ ἔρχεται εἰς Βηθσαι¨δάν. 18 ᾿Οφθαλµοὺς ἔχοντες οὐ ϐλέπετε . 28 Οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν. ῾Επτά. καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. 19 ῞Οτε τοὺς πέντε ἄρτους ἔκλασα εἰς τοὺς πεντακισχιλίους. λέγων αὐτοῖς. Καὶ προσλαβόµενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιµᾷν αὐτῷ. Οὔπω νοεῖτε. ἐπηρώτα αὐτὸν εἴ τι ϐλέπει. ∆ώδεκα. ῞Υπαγε ὀπίσω µου. 31 Καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτούς. ῎Ετι πεπωρωµένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑµῶν . 27 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὰς κώµας Καισαρείας τῆς Φιλίππου· καὶ ἐν τῇ ὁδῷ ἐπηρώτα τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. 21 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. Καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε . καὶ ἐποίησεν αὐτὸν ἀναβλέψαι. 35 ῝Ος γὰρ ἂν ϑέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι. Καὶ ἀποκατεστάθη. λέγων. οὗτος σώσει αὐτήν. πόσους κοφίνους πλήρεις κλασµάτων ἤρατε . ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσµον ὅλον. Πῶς οὐ συνίετε . Οἱ δὲ εἶπον. 33 ῾Ο δὲ ἐπιστραφείς. 26 Καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν. Καὶ ὤφθη αὐτοῖς ᾿Ηλίας 5 5 σὺν Μωσῇ. καὶ προστρέχοντες ἠσπάζοντο 16 16 αὐτόν. 1 9 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς. 8 8 Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός µου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ τὸν λόγον ἐκράτησαν πρὸς ἑαυτούς. ∆ιδάσκαλε. ἀποκαθιστᾷ πάντα· καὶ πῶς γέγραπται ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ 13 13 ἀνθρώπου. καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς µαθηταῖς σου ἵνα 19 19 αὐτὸ ἐκβάλωσιν. Καὶ ἐπηρώτησεν τοῦς γραµµατεῖς. ἔχοντα πνεῦµα ἄλαλον. ἵνα πολλὰ πάθῃ καὶ ἐξουδενωθῇ. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει. ῾Ραββί. ῾Ο δὲ ἀποκριθείς. καὶ οὐκ ἴσχυσαν. Καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν. ᾿Αλλὰ λέγω ὑµῖν ὅτι καὶ ᾿Ηλίας ἐλήλυθεν. 38–9. εἶδεν ὄχλον πολὺν περὶ αὐ15 15 τούς. 14 14 Καὶ ἐλθὼν πρὸς τοὺς µαθητάς. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. Καὶ εὐθέως πᾶς ὁ ὄχλος ἰδὼν αὐτὸν ἐξεθαµβήθη. σοὶ µίαν. οἷα γνα4 4 φεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται λευκᾶναι. καθὼς γέγραπται ἐπ᾿ αὐτόν. ὅτι εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ. λευκὰ λίαν ὡς χιών. 11 11 συζητοῦντες τί ἐστιν τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Καὶ ἐπηρώτων αὐτόν. οἵτινες οὐ µὴ γεύσωνται ϑανάτου. ἕως ἂν ἴδωσιν τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάµει. ῏Ω γενεὰ ἄπιστος. καὶ ἦσαν συλλαλοῦντες τῷ ᾿Ιησοῦ. καὶ ᾿Ηλίᾳ 6 7 6. λέγοντες ὅτι Λέγουσιν οἱ γραµµατεῖς ὅτι ᾿Ηλίαν δεῖ ἐλ12 12 θεῖν πρῶτον . καὶ Μωσῇ µίαν. ἀλλὰ τὸν ᾿Ιησοῦν µόνον µεθ᾿ ἑαυτῶν. ῞Εως πότε ἀνέ38 . καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ. Οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσει· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι. ἕως πότε πρὸς ὑµᾶς ἔσοµαι . 9 9 Καταβαινόντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους. Τί συζητεῖτε πρὸς 17 17 αὐτούς . καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν. ἤ18 18 νεγκα τὸν υἱόν µου πρός σε. καλόν ἐστιν ἡµᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωµεν σκηνὰς τρεῖς. εἰ µὴ ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου 10 10 ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. ῝Ος γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ µε καὶ τοὺς ἐµοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ µοιχαλίδι καὶ ἁµαρτωλῷ. διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα µηδενὶ διηγήσωνται ἃ εἶδον. καὶ γραµµατεῖς συζητοῦντας αὐτοῖς. ῥήσσει αὐτόν· καὶ ἀφρίζει. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ. 19 38 66 ψυχῆς αὐτοῦ . εἶπεν αὐτοῖς. 7 µίαν. ᾿Ηλίας µὲν ἐλθὼν πρῶτον. Καὶ ἐγένετο νεφέλη ἐπισκιάζουσα αὐτοῖς· καὶ ἦλθεν ϕωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης. 2 2 Καὶ µεθ᾿ ἡµέρας ἓξ παραλαµβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην.ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 8. Καὶ ἐξάπινα περιβλεψάµενοι. καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν 3 3 κατ᾿ ἰδίαν µόνους· καὶ µετεµορφώθη ἔµπροσθεν αὐτῶν· καὶ τὰ ἱµάτια αὐτοῦ ἐγένοντο στίλβοντα. ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ µετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. οὐκέτι οὐδένα εἶδον.

καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ῾Ο υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ ἀναστήσεται. ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ἡµῖν. Παιδιόθεν.67 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 20 9. ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 31 ᾿Εδίδασκεν γὰρ τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. Φέρετε αὐτὸν πρός µε. 21 Καὶ ἐπηρώτησεν τὸν πατέρα αὐτοῦ. καὶ δυνήσεται ταχὺ κακολογῆσαί µε. σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡµᾶς. 23 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. 34 Οἱ δὲ ἐσιώπων· πρὸς ἀλλήλους γὰρ διελέχθησαν ἐν τῇ ὁδῷ. Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν. ἐπετίµησεν τῷ πνεύµατι τῷ ἀκαθάρτῳ. ἔστησεν αὐτὸ ἐν µέσῳ αὐτῶν· καὶ ἐναγκαλισάµενος αὐτό. 22 Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ ἔβαλεν καὶ εἰς ὕδατα. ῾Ο δὲ εἶπεν. ἐγώ σοι ἐπιτάσσω. ἐµὲ δέχεται· καὶ ὃς ἐὰν ἐµὲ δέξηται. ∆ιδάσκαλε. 29 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. 27 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρός. ἤγειρεν αὐτόν· καὶ ἀνέστη. 39 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. καὶ λέγει αὐτοῖς. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν· καὶ ἰδὼν αὐτόν. ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡµῖν· καὶ ἐκωλύσαµεν αὐτόν. 40 ῝Ος γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾿ ὑµῶν. ἀλλὰ τὸν ἀποστείλαντά µε. 38 ᾿Απεκρίθη δὲ αὐτῷ ᾿Ιωάννης. 32 Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆµα. 20–41 ξοµαι ὑµῶν . τίς µείζων. καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν. Μὴ κωλύετε αὐτόν· οὐδεὶς γάρ ἐστιν ὃς ποιήσει δύναµιν ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου. ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι. εἰ µὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι. εὐθέως τὸ πνεῦµα ἐσπάραξεν αὐτόν· καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον. Τὸ πνεῦµα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν. ϐοήθει µου τῇ ἀπιστίᾳ. καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν· καὶ ἀποκτανθείς. κύριε. ὑπὲρ ὑµῶν ἐστιν. καὶ µηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. ἔσται πάντων ἔσχατος. Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι. Τί ἐν τῇ ὁδῷ πρὸς ἑαυτοὺς διελογίζεσθε . ἐξῆλθεν· καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός. 41 ῝Ος γὰρ ἂν ποτίσῃ 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 . ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ. 36 Καὶ λαβὼν παιδίον. Πιστεύω. πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 33 Καὶ ἦλθεν εἰς Καπερναούµ· καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ γενόµενος ἐπηρώτα αὐτούς. καὶ πάντων διάκονος. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας· Καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ. 26 Καὶ κράξαν. ἐκυλίετο ἀφρίζων. 25 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος. 35 Καὶ καθίσας ἐφώνησεν τοὺς δώδεκα. 24 Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου. ϐοήθησον ἡµῖν. εἶπεν αὐτοῖς· 37 ῝Ος ἐὰν ἓν τῶν τοιούτων παιδίων δέξηται ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου. µετὰ δακρύων ἔλεγεν. λέγων αὐτῷ. οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν ὅτι ῾Ηµεῖς οὐκ ἠδυνήθηµεν ἐκβαλεῖν αὐτό . ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ . λέγων. Πόσος χρόνος ἐστίν. εἴδοµέν τινα τῷ ὀνόµατί σου ἐκβάλλοντα δαιµόνια. Εἴ τις ϑέλει πρῶτος εἶναι. οὐκ ἐµὲ δέχεται.

Τί ὑµῖν 4 4 ἐνετείλατο Μωσῆς . ῎Εχετε ἐν ἑαυτοῖς ἅλας. Μωσῆς ἐπέτρεψεν ϐιβλίον ἀ5 5 ποστασίου γράψαι. ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ῞Ωστε οὐκέτι 9 9 εἰσὶν δύο. ῝Ος ἐὰν ἀπολύσῃ 12 12 τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαµήσῃ ἄλλην. ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν. ῝Ο οὖν ὁ ϑεὸς συνέζευξεν. ἢ 48 48 δύο ὀφθαλµοὺς ἔχοντα ϐληθῆναι εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. καὶ τὸ πῦρ οὐ 45 45 σβέννυται. ὅ49 49 που ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ. ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ. Καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ πάλιν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τοῦ 11 11 αὐτοῦ ἐπηρώτησαν αὐτόν. καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται. καὶ εἶπεν αὐτοῖς. πειράζοντες αὐτόν. καὶ εἰρηνεύετε ἐν ἀλλήλοις. πάλιν ἐδίδασκεν αὐτούς. 47 47 Καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλµός σου σκανδαλίζῃ σε. Καὶ ἐὰν ὁ πούς σου σκανδαλίζῃ σε. ἔκβαλε αὐτόν· καλόν σοι ἐστὶν µονόφθαλµον εἰσελθεῖν εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. Καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου. 14 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 68 ὑµᾶς ποτήριον ὕδατος ἐν ὀνόµατί µου. ὡς εἰώθει. µοιχᾶται. Οἱ δὲ εἶπον. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. ἐν τίνι αὐτὸ ἀρτύσετε . ἀπόκοψον αὐτόν· καλόν ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς τὴν Ϲωὴν χωλόν. 13 13 Καὶ προσέφερον αὐτῷ παιδία ἵνα ἅψηται αὐτῶν· οἱ δὲ µα14 14 θηταὶ ἐπετίµων τοῖς προσφέρουσιν. ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν σοι ἐστὶν κυλλὸν εἰς τὴν Ϲωὴν εἰσελθεῖν. Καὶ προσελθόντες Φαρισαῖοι ἐπηρώτησαν αὐτόν. Πᾶς 50 50 γὰρ πυρὶ ἁλισθήσεται. ὅτι χριστοῦ ἐστέ. καὶ ἀπολῦσαι. Πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑµῶν ἔγραψεν ὑµῖν τὴν 6 6 ἐντολὴν ταύτην· ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως. καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται. 42–10. εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον. ἀλλὰ µία σάρξ. Εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦ3 3 σαι. 42 Καὶ ὃς ἐὰν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν µικρῶν τῶν πιστευόντων εἰς ἐµέ. εἰς τὸ πῦρ 44 44 τὸ ἄσβεστον. καὶ 43 43 ϐέβληται εἰς τὴν ϑάλασσαν. οὐ µὴ ἀπολέσῃ τὸν µισθὸν αὐτοῦ. 46 46 ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ. µοιχᾶται ἐπ᾿ αὐτήν· καὶ ἐὰν γυνὴ ἀπολύσῃ τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ γαµηθῇ ἄλλῳ. ῞Ενεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν µητέρα· καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν 8 8 γυναῖκα αὐτοῦ. ἢ τοὺς δύο πόδας ἔχοντα ϐληθῆναι εἰς τὴν γέενναν. ῎Αφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός µε· µὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἠγανάκτησεν. καλόν ἐστιν αὐτῷ µᾶλλον εἰ περίκειται λίθος µυλικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ. ἄρσεν καὶ ϑῆλυ ἐποί7 7 ησεν αὐτοὺς ὁ ϑεός. Καὶ λέγει αὐτοῖς.9. 42 . Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας ἄναλον γένηται. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. 1 Κἀκεῖθεν ἀναστὰς ἔρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς ᾿Ιουδαίας διὰ τοῦ 10 πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου· Καὶ συµπορεύονται πάλιν ὄχλοι πρὸς αὐ2 2 τόν· καί. ἄνθρωπος 10 10 µὴ χωριζέτω. καὶ πᾶσα ϑυσία ἁλὶ ἁλισθήσεται. καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα µίαν.

Τέκνα. µὴ ϕονεύσῃς. ∆ιδάσκαλε ἀγαθέ. εὐλόγει αὐτά. καὶ ἐθαµβοῦντο. καὶ ἕξεις ϑησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο. 30 ἐὰν µὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ. 18 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. ᾿Ιδού. 27 ᾿Εµβλέψας δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγει. 26 Οἱ δὲ περισσῶς ἐξεπλήσσοντο. ἢ γυναῖκα. καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχοµένῳ Ϲωὴν αἰώνιον.69 15 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 10. µὴ ἀποστερήσῃς. ῞Εν σοι ὑστερεῖ· ὕπαγε. 25 Εὐκοπώτερόν ἐστιν κάµηλον διὰ τῆς τρυµαλιᾶς τῆς ῥαφίδος εἰσελθεῖν. καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν ϑανάτῳ. 15–33 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. µὴ ψευδοµαρτυρήσῃς. µετὰ διωγµῶν. 31 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι. ἢ µητέρα. οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς πάλιν ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς. 24 Οἱ δὲ µαθηταὶ ἐθαµβοῦντο ἐπὶ τοῖς λόγοις αὐτοῦ. καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ γραµµατεῦσιν. καὶ ἠκολουθήσαµέν σοι. οὐ µὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν. ὁ ϑεός. τιθεὶς τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτά. 16 Καὶ ἐναγκαλισάµενος αὐτά. τί ποιήσω ἵνα Ϲωὴν αἰώνιον κληρονοµήσω . 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 . ἢ ἀγρούς. 23 Καὶ περιβλεψάµενος ὁ ᾿Ιησοῦς λέγει τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. ἡµεῖς ἀφήκαµεν πάντα. ὅσα ἔχεις πώλησον. καὶ εἶπεν αὐτῷ. Τί µε λέγεις ἀγαθόν . 32 ῏Ησαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς ῾Ιεροσόλυµα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἢ πλούσιον εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ εἰσελθεῖν. καὶ δὸς πτωχοῖς. 17 Καὶ ἐκπορευοµένου αὐτοῦ εἰς ὁδόν. ἄρας τὸν σταυρόν. ἢ ἀδελφάς. εἰ µὴ εἷς. Καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα. 28 ῎Ηρξατο ὁ Πέτρος λέγειν αὐτῷ. οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ µητέρας καὶ τέκνα καὶ ἀγρούς. καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. ταῦτα πάντα ἐφυλαξάµην ἐκ νεότητός µου. µὴ κλέψῃς. 21 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἐµβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν. ἀκολούθει µοι. ὃς ἐὰν µὴ δέξηται τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ ὡς παιδίον. ἢ τέκνα. ἢ πατέρα. ἀλλ᾿ οὐ παρὰ ϑεῷ· πάντα γὰρ δυνατά ἐστιν παρὰ τῷ ϑεῷ. τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα. Καὶ τίς δύναται σωθῆναι . 22 ῾Ο δὲ στυγνάσας ἐπὶ τῷ λόγῳ ἀπῆλθεν λυπούµενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήµατα πολλά. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. πῶς δύσκολόν ἐστιν τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήµασιν εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ εἰσελθεῖν. ἕνεκεν ἐµοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου. Μὴ µοιχεύσῃς. ἀναβαίνοµεν εἰς ῾Ιεροσόλυµα. προσδραµὼν εἷς καὶ γονυπετήσας αὐτὸν ἐπηρώτα αὐτόν. 20 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ. λέγοντες πρὸς ἑαυτούς. Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήµατα ἔχοντες εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ εἰσελεύσονται. ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ µέλλοντα αὐτῷ συµβαίνειν· 33 ὅτι ᾿Ιδού. ∆ιδάσκαλε. Παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατον. Οὐδεὶς ἀγαθός. καὶ ἔσχατοι πρῶτοι. ἢ ἀδελφούς. 29 ᾿Αποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 19 Τὰς ἐντολὰς οἶδας.

ἀλλὰ διακονῆσαι. ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ εὐθέως ἀνέβλεψεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν· καὶ τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ ἀναστήσεται. καὶ ἐµπτύσουσιν αὐτῷ. ἤρξατο κράζειν καὶ λέ48 48 γειν. ἔσται ὑµῶν διάκονος· καὶ ὃς 45 45 ἐὰν ϑέλῃ ὑµῶν γενέσθαι πρῶτος. Τὸ µὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε· καὶ τὸ ϐάπτισµα ὃ ἐγὼ ϐαπτίζοµαι ϐαπτισθή40 40 σεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν µου καὶ ἐξ εὐωνύµων οὐκ ἔστιν 41 41 ἐµὸν δοῦναι. Καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἔσται πάντων δοῦλος. καὶ ἐµπαίξουσιν αὐτῷ. 50 50 ῾Ο δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱµάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν ᾿Ιη51 51 σοῦν. 1 Καὶ ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς ῾Ιερουσαλήµ. ῾Υπάγετε εἰς τὴν κώµην τὴν κατέναντι ὑµῶν· καὶ εὐθέως εἰσπορευόµενοι εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεµένον. λέγοντες αὐτῷ. 37 ήσῃς ἡµῖν. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρ42 42 ξαντο ἀγανακτεῖν περὶ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου. καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν. ῾Ο υἱὸς ∆αυίδ. ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύ38 38 µων σου καθίσωµεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ. Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν· καὶ οἱ µεγάλοι αὐτῶν 43 43 κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. ϕωνεῖ σε. ῾Ραββουνί. 2 70 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 34 καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν. ἀποστέλλει δύο τῶν µαθητῶν 2 2 αὐτοῦ. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. Υἱὲ ∆αυίδ. καὶ µαστιγώσουσιν αὐτόν. 39 39 καὶ τὸ ϐάπτισµα ὃ ἐγὼ ϐαπτίζοµαι ϐαπτισθῆναι . πρὸς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν. ἐλέησόν µε. ∆ιδάσκαλε. 34–11. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. 49 49 ἐλέησόν µε. 37 Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ. ποι36 36. Τί ϑέλετε ποιῆσαί µε ὑµῖν . ἐφ᾿ ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων κεκάθικεν· λύσαντες αὐτὸν ἀ34 . ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. Οὐχ οὕτως δὲ ἔσται ἐν ὑµῖν· ἀλλ᾿ ὃς 44 44 ἐὰν ϑέλῃ γενέσθαι µέγας ἐν ὑµῖν. υἱὸς Τιµαίου 47 47 Βαρτίµαιος ὁ τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. Καὶ ἐπετίµων αὐτῷ πολλοί. Καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι. 46 46 Καὶ ἔρχονται εἰς ᾿Ιεριχώ· καὶ ἐκπορευοµένου αὐτοῦ ἀπὸ ᾿Ιεριχώ. ϑέλοµεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωµεν. Καὶ στὰς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτὸν ϕωνηθῆναι· καὶ ϕωνοῦσιν τὸν τυφλόν. ἵνα σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ µᾶλλον ἔκραζεν. Τί ϑέλεις ποιήσω 52 52 σοί . ᾿Ιησοῦ. ∆υνάµεθα. Θάρσει· ἔγειραι. Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. καὶ ἠκολούθει τῷ ᾿Ιησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ. καὶ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. ῞Υπαγε· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε. καὶ ὄχλου ἱκανοῦ. ῾Ο δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ.10. καὶ λέγει αὐτοῖς. ∆ύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω. 35 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάµενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς. ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίµασται. λέγοντες. εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βη11 θανίαν. Καὶ ἀκούσας ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖός ἐστιν. ∆ὸς ἡµῖν.

Μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα µηδεὶς καρπὸν ϕάγοι. Πάντα ὅσα 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 . Οὐ γέγραπται ὅτι ῾Ο οἶκός µου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν . 24 ∆ιὰ τοῦτο λέγω ὑµῖν. ὅτι ῾Ο κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει· καὶ εὐθέως αὐτὸν ἀποστέλλει ὧδε. 14 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ. ῾Υµεῖς δὲ ἐποιήσατε αὐτὸν σπήλαιον λῃστῶν. καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάµενος πάντα. 7 Καὶ ἤγαγον τὸν πῶλον πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ἐστρώννυον εἰς τὴν ὁδόν.71 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 3 11. 8 Πολλοὶ δὲ τὰ ἱµάτια αὐτῶν ἔστρωσαν εἰς τὴν ὁδόν· ἄλλοι δὲ στοιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δένδρων. 22 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγει αὐτοῖς. Καὶ ἐάν τις ὑµῖν εἴπῃ. καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστερὰς κατέστρεψεν· 16 καὶ οὐκ ἤφιεν ἵνα τις διενέγκῃ σκεῦος διὰ τοῦ ἱεροῦ. καὶ ἐπέβαλον αὐτῷ τὰ ἱµάτια αὐτῶν. οὐδὲν εὗρεν εἰ µὴ ϕύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων. 15 Καὶ ἔρχονται εἰς ῾Ιεροσόλυµα· καὶ εἰσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ· καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν. ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας. Τί ποιεῖτε τοῦτο . λέγοντες. 20 Καὶ πρωι῭ παραπορευόµενοι. ῎Αρθητι. ἐπείνασεν. καὶ µὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. ἦλθεν εἰ ἄρα εὑρήσει τι ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ᾿ αὐτήν. 6 Οἱ δὲ εἶπον αὐτοῖς καθὼς ἐνετείλατο ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἀφῆκαν αὐτούς. ἐξῆλθεν εἰς Βηθανίαν µετὰ τῶν δώδεκα. καὶ λύουσιν αὐτόν. 3–24 γάγετε. 12 Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας. ῎Εχετε πίστιν ϑεοῦ. καὶ ϐλήθητι εἰς τὴν ϑάλασσαν. ῾Ωσαννά· εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι κυρίου· 10 Εὐλογηµένη ἡ ἐρχοµένη ϐασιλεία ἐν ὀνόµατι κυρίου τοῦ πατρὸς ἡµῶν ∆αυίδ· ῾Ωσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. 18 Καὶ ἤκουσαν οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. ἐξεπορεύετο ἔξω τῆς πόλεως. εἶδον τὴν συκῆν ἐξηραµµένην ἐκ ῥιζῶν. 13 Καὶ ἰδὼν συκῆν µακρόθεν. 21 Καὶ ἀναµνησθεὶς ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ. 4 ᾿Απῆλθον δὲ καὶ εὗρον πῶλον δεδεµένον πρὸς τὴν ϑύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀµφόδου. 11 Καὶ εἰσῆλθεν εἰς ῾Ιεροσόλυµα ὁ ᾿Ιησοῦς. Τί ποιεῖτε λύοντες τὸν πῶλον . 5 Καί τινες τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἔλεγον αὐτοῖς. ἴδε. Καὶ ἤκουον οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται. ὅτι πᾶς ὁ ὄχλος ἐξεπλήσσετο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. 9 Καὶ οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον. ῾Ραββί. καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ἀπολέσωσιν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτόν. ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται· ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ. ἔχουσαν ϕύλλα. 19 Καὶ ὅτε ὀψὲ ἐγένετο. καὶ ἐκάθισεν ἐπ᾿ αὐτῷ. Εἴπατε. 17 Καὶ ἐδίδασκεν. 23 ᾿Αµὴν γὰρ λέγω ὑµῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ. λέγων αὐτοῖς.

᾿Εξ οὐρανοῦ. τοὺς µὲν 6 6 δέροντες. 1 Καὶ ἤρξατο αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λέγειν. 25 . ῎Ετι οὖν ἕνα υἱὸν ἔχων ἀγαπητὸν αὐτοῦ. ὅτι ὄντως προφήτης ἦν. Τί οὖν ποιήσει ὁ κύριος τοῦ ἀµπελῶνος . πιστεύετε ὅτι λαµβάνετε. καὶ ἀποκρίθητέ µοι. ἀποκτείνω8 8 µεν αὐτόν. τοὺς δὲ ἀποκτένοντες. 32 32 ᾿Αλλ᾿ εἴπωµεν. καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον. ἀπέστειλεν καὶ αὐτὸν πρὸς αὐτοὺς ἔσχατον. καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς. ᾿Εξ ἀνθρώπων. καὶ ἔστιν ϑαυ12 12 µαστὴ ἐν ὀφθαλµοῖς ἡµῶν . ᾿Επερωτήσω ὑµᾶς καὶ ἐγὼ ἕνα λόγον. 10 10 καὶ δώσει τὸν ἀµπελῶνα ἄλλοις. καὶ ᾠκοδόµησεν πύργον. Καὶ λαβόντες αὐτὸν 9 9 ἀπέκτειναν. Καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῷ καιρῷ δοῦλον. Καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν τῷ ᾿Ιησοῦ. 31 31 ᾿Αποκρίθητέ µοι. ∆ιὰ τί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ . ἔρχονται πρὸς αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ πρε28 28 σβύτεροι. Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑµῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. οὗτος ἐγενήθη 11 11 εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ κυρίου ἐγένετο αὕτη. Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς ῾Ιεροσόλυµα· καὶ ἐν τῷ ἱερῷ περιπατοῦντος αὐτοῦ. 25 Καὶ ὅταν στήκητε προσευχόµενοι. Καὶ ἐλογίζοντο πρὸς ἑαυτούς. καὶ περιέθηκεν ϕραγµόν. καὶ ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀµπελῶνος. 29 29 Καὶ τίς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἔδωκεν ἵνα ταῦτα ποιῇς . ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. Καὶ πάλιν ἀπέστειλεν πρὸς αὐτοὺς ἄλλον δοῦλον· κἀκεῖνον λιθοβολήσαντες 5 5 ἐκεφαλαίωσαν. λέγων 7 7 ὅτι ᾿Εντραπήσονται τὸν υἱόν µου. ᾿Αµπελῶνα ἐφύτευ12 σεν ἄνθρωπος. Οὐκ οἴδαµεν. ἐρεῖ. ἐφοβοῦντο τὸν λαόν· ἅπαντες γὰρ 33 33 εἶχον τὸν ᾿Ιωάννην. Οὐδὲ τὴν γραφὴν ταύτην ἀνέγνωτε. ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατά τινος· ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑµῖν τὰ πα26 26 ραπτώµατα ὑµῶν. Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι. 3 3 ἵνα παρὰ τῶν γεωργῶν λάβῃ ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀµπελῶνος. ᾿Εὰν εἴπωµεν. καὶ ἐρῶ ὑµῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα 30 30 ποιῶ. 12 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 72 ἂν προσευχόµενοι αἰτῆσθε. 25–12. Τὸ ϐάπτισµα ᾿Ιωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν. Οἱ 4 4 δὲ λαβόντες αὐτὸν ἔδειραν. Καὶ πάλιν ἄλλον ἀπέστειλεν· κἀκεῖνον ἀπέκτειναν· καὶ πολλοὺς ἄλλους. καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ὄχλον· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπεν· καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον. ᾿Ελεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργούς. λέγοντες. ᾿Εν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς . Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς. καὶ ἀπε2 2 δήµησεν. Εἰ δὲ ὑµεῖς οὖκ ἀφίετε. καὶ λέγουσιν αὐτῷ. ᾿Εκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοὶ εἶπον πρὸς ἑαυτοὺς ὅτι Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόµος· δεῦτε. καὶ ἀπέστειλαν κενόν. καὶ ἔσται ὑµῖν. Λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες. καὶ ἀπέστειλαν ἠτιµωµένον. ἢ ἐξ ἀνθρώπων . καὶ ἡµῶν ἔσται ἡ κληρονοµία. οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑµῶν 27 27 ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφήσει τὰ παραπτώµατα ὑµῶν.11.

οὔτε γαµοῦσιν. λέγων. ἀλλὰ ϑεὸς Ϲώντων· ὑµεῖς οὖν πολὺ πλανᾶσθε. εἰδὼς ὅτι καλῶς αὐτοῖς ἀπεκρίθη. καὶ οὐδὲ αὐτὸς ἀφῆκεν σπέρµα· καὶ ὁ τρίτος ὡσαύτως. 14 Οἱ δὲ ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ. καὶ τέκνα µὴ ἀφῇ. 29 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι Πρώτη πάντων τῶν ἐντολῶν. 19 ∆ιδάσκαλε. Μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστιν. 26 Περὶ δὲ τῶν νεκρῶν. τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή . ᾿Εγὼ ὁ ϑεὸς ᾿Αβραάµ. 27 Οὐκ ἔστιν ὁ ϑεὸς νεκρῶν. ἵνα αὐτὸν ἀγρεύσωσιν λόγῳ. ἵνα ἴδω. οἴδαµεν ὅτι ἀληθὴς εἶ. ὡς εἶπεν αὐτῷ ὁ ϑεός. ᾿Ισραήλ· κύριος ὁ ϑεὸς ἡµῶν.73 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 13 12. Μωσῆς ἔγραψεν ἡµῖν. 23 ᾿Εν τῇ ἀναστάσει. 16 Οἱ δὲ ἤνεγκαν. ὅτι ἐγείρονται. ᾿Εσχάτη πάντων ἀπέθανεν καὶ ἡ γυνή. Αὕτη πρώτη ἐντολή. ἀλλ᾿ εἰσὶν ὡς ἄγγελοι οἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 25 ῞Οταν γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν. 24 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. διδάσκαλε. ῎Ακουε. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ. ὅτι ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ. καὶ ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρµα· 21 καὶ ὁ δεύτερος ἔλαβεν αὐτήν. 18 Καὶ ἔρχονται Σαδδουκαῖοι πρὸς αὐτόν. µηδὲ τὴν δύναµιν τοῦ ϑεοῦ . ὅταν ἀναστῶσιν. 17 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. ἀκούσας αὐτῶν συζητούντων. οἵτινες λέγουσιν ἀνάστασιν µὴ εἶναι· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτόν. Καλῶς. ἐπηρώτησεν αὐτόν. Καὶ λέγει αὐτοῖς. καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρµα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ· 20 ἑπτὰ ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος ἔλαβεν γυναῖκα. καὶ ἀπέθανεν. ἐπὶ τοῦ ϐάτου. Καὶ ἐθαύµασαν ἐπ᾿ αὐτῷ. καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου. καὶ οὐ µέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ ϐλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων. καὶ οὐκ ἀφῆκαν σπέρµα. Οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. Τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή . ἐπ᾿ ἀληθείας εἶπας ὅτι 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 . καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. Καίσαρος. ∆ιδάσκαλε. κύριος εἷς ἐστίν· 30 καὶ ἀγαπήσεις κύριον τὸν ϑεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου. ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ. 32 Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ γραµµατεύς. µὴ εἰδότες τὰς γραφάς. λέγοντες. Οὐ διὰ τοῦτο πλανᾶσθε. 22 Καὶ ἔλαβον αὐτὴν οἱ ἑπτά. καὶ καταλίπῃ γυναῖκα. ᾿Αγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. καὶ ὁ ϑεὸς ᾿Ιακώβ. ῾Ο δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὴν ὑπόκρισιν εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου. 13–32 Καὶ ἀποστέλλουσιν πρὸς αὐτόν τινας τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν ῾Ηρῳδιανῶν. ἢ µὴ δῶµεν . Φέρετέ µοι δηνάριον. καὶ ὁ ϑεὸς ᾿Ισαάκ. ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ ϑεοῦ διδάσκεις· ἔξεστιν κῆνσον Καίσαρι δοῦναι ἢ οὔ. 31 Καὶ δευτέρα ὁµοία αὕτη. ᾿Απόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι. καὶ τὰ τοῦ ϑεοῦ τῷ ϑεῷ. 28 Καὶ προσελθὼν εἷς τῶν γραµµατέων. Τί µε πειράζετε . οὔτε γαµίσκονται. 15 ∆ῶµεν. Ποία ἐστὶν πρώτη πάντων ἐντολή . οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ ϐίβλῳ Μωσέως.

᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ἡ χήρα αὕτη ἡ πτωχὴ πλεῖον πάντων ϐέβληκεν τῶν ϐαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλά44 44 κιον· πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν. λέγοντες ὅτι ᾿Εγώ 7 7 εἰµι· καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν. Βλέπεις ταύτας τὰς µεγάλας οἰκοδοµάς . 33–13. 3 3 Καὶ καθηµένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀποκριθεὶς αὐτοῖς ἤρξατο λέγειν. Κάθου ἐκ δεξιῶν µου. 6 6 Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου. λέγει αὐτῷ εἷς τῶν 13 µαθητῶν αὐτοῦ. καὶ ἐξ ὅλης τῆς συνέσεως. 35 35 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἔλεγεν. πλεῖόν ἐστιν πάντων τῶν ὁλοκαυτωµάτων καὶ ϑυσιῶν. Καὶ τί τὸ 5 5 σηµεῖον ὅταν µέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι . Εἰπὲ ἡµῖν. καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγω40 40 γαῖς. 1 Καὶ ἐκπορευοµένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ. 38 38 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. τῶν ϑελόντων ἐν στολαῖς περιπατεῖν. καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν αὐτοῦ· καὶ τὸ ἀγαπᾷν αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας. ὅ ἐστιν κοδράντης. Αὐτὸς οὖν ∆αυὶδ λέγει αὐτὸν κύριον· καὶ πόθεν υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν . ἴδε. Καὶ οὐδεὶς οὐκέτι ἐτόλµα αὐτὸν ἐπερωτῆσαι. Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ. Καὶ ἐλθοῦσα µία χήρα πτωχὴ ἔβα43 43 λεν λεπτὰ δύο. καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς. καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις· οἱ κατεσθίοντες τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν. ὅλον τὸν ϐίον αὐτῆς. καὶ ἀσπα39 39 σµοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς. 34 34 Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἰδὼν αὐτὸν ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη. Βλέπετε ἀπὸ τῶν γραµµατέων. λέγει αὐτοῖς. ἕως ἂν ϑῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον 37 37 τῶν ποδῶν σου. καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος. καὶ προφάσει µακρὰ προσευχόµενοι· οὗτοι λήψονται περισσότερον κρίµα. 41 41 Καὶ καθίσας ὁ ᾿Ιησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος ϐάλλει χαλκὸν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον· καὶ πολλοὶ 42 42 πλούσιοι ἔβαλλον πολλά. Καὶ ὁ πολὺς ὄχλος ἤκουεν αὐτοῦ ἡδέως. Βλέπετε µή τις ὑµᾶς πλανήσῃ. Οὐ µὴ ἀφεθῇ λίθος ἐπὶ λίθῷ. ὃς οὐ µὴ καταλυθῇ. Αὐτὸς γὰρ ∆αυὶδ εἶπεν ἐν πνεύµατι ἁγίῳ. ῞Οταν δὲ ἀκούσητε πολέµους 33 . Καὶ προσκαλεσάµενος τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιω4 4 άννης καὶ ᾿Ανδρέας.12. καὶ τὸ ἀγαπᾷν τὸν πλησίον ὡς ἑαυτόν. Πῶς 36 36 λέγουσιν οἱ γραµµατεῖς ὅτι ὁ χριστὸς υἱός ἐστιν ∆αυίδ. διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ. ∆ιδάσκαλε. εἶπεν αὐτῷ. πότε ταῦτα ἔσται . 7 74 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 33 εἷς ἐστιν. ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰ2 2 κοδοµαί. Οὐ µακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ. Λέγει ὁ κύριος τῷ κυρίῳ µου.

τὸ ῥηθὲν ὑπὸ ∆ανιὴλ τοῦ προφήτου. προείρηκα ὑµῖν πάντα. τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γάρ ἐστε ὑµεῖς οἱ λαλοῦντες. 12 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς ϑάνατον. οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτούς. 10 Καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον. ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται. µετὰ τὴν ϑλίψιν ἐκείνην. 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 . ὧδε ὁ χριστός. ἢ ᾿Ιδού. 8 ᾿Εγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος. 11 ῞Οταν δὲ ἀγάγωσιν ὑµᾶς παραδιδόντες. οἵα οὐ γέγονεν τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ ϑεὸς ἕως τοῦ νῦν. 8–27 καὶ ἀκοὰς πολέµων. καὶ ἐπὶ ἡγεµόνων καὶ ϐασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐµοῦ. µὴ προµεριµνᾶτε τί λαλήσητε.75 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 13. οὓς ἐξελέξατο. ἀλλὰ τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον. καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέµων. καὶ ἔσονται λιµοὶ καὶ ταραχαί· ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. ἆραι τὸ ἱµάτιον αὐτοῦ. καὶ αἱ δυνάµεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ ϕέγγος αὐτῆς. 9 Βλέπετε δὲ ὑµεῖς ἑαυτούς· παραδώσουσιν γὰρ ὑµᾶς εἰς συνέδρια. 26 Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόµενον ἐν νεφέλαις µετὰ δυνάµεως πολλῆς καὶ δόξης. 17 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς ϑηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις. εἰς µαρτύριον αὐτοῖς.ὁ ἀναγινώσκων νοείτω . καὶ εἰς συναγωγὰς δαρήσεσθε. ἐκολόβωσεν τὰς ἡµέρας. εἰ δυνατόν. µὴ πιστεύετε. 27 Καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ. καὶ ϐασιλεία ἐπὶ ϐασιλείαν· καὶ ἔσονται σεισµοὶ κατὰ τόπους. 19 ῎Εσονται γὰρ αἱ ἡµέραι ἐκεῖναι ϑλίψις. 21 Τότε ἐάν τις ὑµῖν εἴπῃ. 22 ᾿Εγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται. ᾿Ιδού. καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 20 Καὶ εἰ µὴ κύριος ἐκολόβωσεν τὰς ἡµέρας. µὴ ϑροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι· ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. µηδὲ µελετᾶτε· ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑµῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ. 24 ᾿Αλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις.τότε οἱ ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ϕευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη· 15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώµατος µὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν. ἐκεῖ. πρὸς τὸ ἀποπλανᾷν. ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ . οὗτος σωθήσεται. καὶ πατὴρ τέκνον· καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς. καὶ ϑανατώσουσιν αὐτούς· 13 καὶ ἔσεσθε µισούµενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνοµά µου· ὁ δὲ ὑποµείνας εἰς τέλος. 14 ῞Οταν δὲ ἴδητε τὸ ϐδέλυγµα τῆς ἐρηµώσεως. 23 ῾Υµεῖς δὲ ϐλέπετε· ἰδού. 25 καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔσονται ἐκπίπτοντες. µηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· 16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν µὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω. καὶ δώσουσιν σηµεῖα καὶ τέρατα. ἀπ᾿ ἄκρου γῆς ἕως ἄκρου οὐρανοῦ. καὶ οὐ µὴ γένηται. 18 Προσεύχεσθε δὲ ἵνα µὴ γένηται ἡ ϕυγὴ ὑµῶν χειµῶνος.

34 34 ῾Ως ἄνθρωπος ἀπόδηµος ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. 10 10 Καὶ ὁ ᾿Ιούδας ὁ ᾿Ισκαριώτης. Περὶ δὲ τῆς ἡµέρας ἐκείνης ἢ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν. 12 12 Καὶ τῇ πρώτῃ ἡµέρᾳ τῶν ἀζύµων. Ποῦ ϑέλεις ἀπελθόντες ἑτοιµά13 13 σωµεν ἵνα ϕάγῃς τὸ Πάσχα . ῾Ο οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσεται· οἱ δὲ λόγοι µου οὐ µὴ παρέλθω32 32 σιν. ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν. 3 3 Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ. 28–14. µέχρι οὗ πάντα ταῦτα γένηται. Πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε µεθ᾿ ἑαυτῶν. καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς µνηµόσυνον αὐτῆς. κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς. ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον µύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς· καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβα4 4 στρον. Καὶ ἀποστέλλει δύο τῶν µαθητῶν 28 . εἷς τῶν δώδεκα. καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ. ᾿Ηδύνατο γὰρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων. ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο εἰς ὅλον τὸν κόσµον. Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη 5 5 τοῦ µύρου γέγονεν . εἰ µὴ ὁ πατήρ. ὅταν ταῦτα ἴδητε γινόµενα. οὐδὲ ὁ υἱός. γινώσκετε ὅτι ἐγ29 29 γὺς τὸ ϑέρος ἐστίν· οὕτως καὶ ὑµεῖς. ῎Αφετε αὐτήν· τί αὐτῇ κόπους παρέχετε . ῝Α δὲ ὑµῖν λέγω πᾶσιν λέγω. 30 30 γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ ϑύραις. καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν. ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίµωνος τοῦ λεπροῦ. ῝Ο ἔσχεν αὕτη ἐποίησεν· προέλαβεν 9 9 µυρίσαι µου τὸ σῶµα εἰς τὸν ἐνταφιασµόν. κατακειµένου αὐτοῦ.13. καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι· καὶ ἐζήτει πῶς εὐκαίρως αὐτὸν παραδῷ. ῏Ησαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι οὐ 31 31 µὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη. ἢ µεσονυκτίου. 7 7 Καλὸν ἔργον εἰργάσατο ἐν ἐµοί. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν. καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. ὀψέ. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. οὐδὲ οἱ 33 33 ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ. ὅτε τὸ Πάσχα ἔθυον. Βλέπετε. Γρηγορεῖτε. 13 28 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 76 ᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς µάθετε τὴν παραβολήν· ὅταν αὐτῆς ἤδη ὁ κλάδος ἁπαλὸς γένηται καὶ ἐκφύῃ τὰ ϕύλλα. Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται. καὶ λέγοντες. 1 ῏Ην δὲ τὸ Πάσχα καὶ τὰ ἄζυµα µετὰ δύο ἡµέρας· καὶ ἐζήτουν 14 οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες 2 2 ἀποκτείνωσιν· ἔλεγον δέ. ἢ πρωι΅· µὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑµᾶς κα37 37 θεύδοντας. καὶ τῷ 35 35 ϑυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ. λέγουσιν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ἵνα παραδῷ αὐτὸν αὐτοῖς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. Καὶ ἐνεβριµῶντο αὐ6 6 τῇ. µήποτε ϑόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ. ἢ 36 36 ἀλεκτοροφωνίας. Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ. καὶ ὅταν ϑέλητε δύνασθε αὐτοὺς εὖ ποιῆσαι· 8 8 ἐµὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. ἀπῆλθεν πρὸς 11 11 τοὺς ἀρχιερεῖς.

τὸ τῆς καινῆς διαθήκης. 14 καὶ ὅπου ἐὰν εἰσέλθῃ. Καθίσατε ὧδε. ὁ ἐµβαπτόµενος µετ᾿ ἐµοῦ εἰς τὸ τρυβλίον. καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. 14–34 αὐτοῦ. ϕάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ σῶµά µου. καὶ εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς. πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα ϕωνῆσαι. ἕως τῆς ἡµέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ. 19 Οἱ δὲ ἤρξαντο λυπεῖσθαι. Μήτι ἐγώ . ὅτι εἷς ἐξ ὑµῶν παραδώσει µε. Καὶ εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται. εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ἕως προσεύξωµαι. καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν. 23 Καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς· καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. Ποῦ ἐστιν τὸ κατάλυµα. 20 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. 26 Καὶ ὑµνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν. προάξω ὑµᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 29 ῾Ο δὲ Πέτρος ἔφη αὐτῷ. 21 ῾Ο µὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει. καὶ ἀπαντήσει ὑµῖν ἄνθρωπος κεράµιον ὕδατος ϐαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ. Τοῦτό ἐστιν τὸ αἷµά µου. ᾿Εάν µε δέῃ συναποθανεῖν σοι. Μήτι ἐγώ . Πατάξω τὸν ποιµένα. εἴπατε τῷ οἰκοδεσπότῃ ὅτι ῾Ο διδάσκαλος λέγει. Λάβετε. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. καὶ διασκορπισθήσεται τὰ πρόβατα. καὶ ἡτοίµασαν τὸ Πάσχα. τρὶς ἀπαρνήσῃ µε. ὅπου τὸ Πάσχα µετὰ τῶν µαθητῶν µου ϕάγω . ἀλλ᾿ οὐκ ἐγώ. 17 Καὶ ὀψίας γενοµένης ἔρχεται µετὰ τῶν δώδεκα. ὁ ἐσθίων µετ᾿ ἐµοῦ. 31 ῾Ο δὲ ἐκπερισσοῦ ἔλεγεν µᾶλλον. ῾Ωσαύτως δὲ καὶ πάντες ἔλεγον. 34 Καὶ λέγει αὐτοῖς. 22 Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν. 33 Καὶ παραλαµβάνει τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην µεθ᾿ ἑαυτοῦ. ῾Υπάγετε εἰς τὴν πόλιν. Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή µου ἕως ϑανάτου· µείνατε ὧδε καὶ 14 15 16 17. 32 Καὶ ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ τὸ ὄνοµα Γεθσηµανῆ· καὶ λέγει τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. καὶ εἶπεν. καὶ ἤρξατο ἐκθαµβεῖσθαι καὶ ἀδηµονεῖν. 15 Καὶ αὐτὸς ὑµῖν δείξει ἀνώγεον µέγα ἐστρωµένον ἕτοιµον· ἐκεῖ ἑτοιµάσατε ἡµῖν. ὅτι σὺ σήµερον ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ. 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 . καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς. ᾿Αµὴν λέγω σοι. Καὶ ἄλλος. λαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασεν. τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόµενον. 25 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι οὐκέτι οὐ µὴ πίω ἐκ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου. καὶ λέγειν αὐτῷ εἷς καθ᾿ εἷς. 16 Καὶ ἐξῆλθον οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. Εἷς ἐκ τῶν δώδεκα. 18 Καὶ ἀνακειµένων αὐτῶν καὶ ἐσθιόντων.77 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14. 30 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 27 Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι Πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐµοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ὅτι γέγραπται. 28 ᾿Αλλὰ µετὰ τὸ ἐγερθῆναί µε. 24 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς. οὐ µή σε ἀπαρνήσωµαι.

περιβεβληµένος σινδόνα ἐπὶ γυµνοῦ. 55 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ µαρτυρίαν. παρέλθῃ ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ ὥρα. ἀλλὰ τί σύ. καὶ προσηύχετο ἵνα. καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ. παραγίνεται ᾿Ιούδας. καὶ ἴσαι αἱ µαρτυρίαι οὐκ ἦσαν. εἷς ὢν τῶν δώδεκα. 42 ᾿Εγείρεσθε. αὐτός ἐστιν· κρατήσατε αὐτόν. ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. Καὶ προσελθὼν µικρόν. 56 Πολλοὶ γὰρ ἐψευδοµαρτύρουν κατ᾿ αὐτοῦ. 53 Καὶ ἀπήγαγον τὸν ᾿Ιησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραµµατεῖς. ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος. 46 Οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν. 51 Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ. 38 Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Καθεύδετε λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε. ὁ παραδιδούς µε ἤγγικεν. 47 Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάµενος τὴν µάχαιραν ἔπαισεν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως. 54 Καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ µακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως· καὶ ἦν συγκαθήµενος µετὰ τῶν ὑπηρετῶν. 44 ∆εδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσηµον αὐτοῖς. τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών. Παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ᾿ ἐµοῦ τοῦτο· ἀλλ᾿ οὐ τί ἐγὼ ϑέλω. πάντα δυνατά σοι. παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραµµατέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. ῝Ον ἂν ϕιλήσω. 40 Καὶ ὑποστρέψας εὗρεν αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ οἱ ὀφθαλµοὶ αὐτῶν ϐεβαρηµένοι. 49 Καθ᾿ ἡµέραν ἤµην πρὸς ὑµᾶς ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων. 36 Καὶ ἔλεγεν. ἵνα µὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασµόν. ᾿Απέχει· ἦλθεν ἡ ὥρα· ἰδού. ὁ πατήρ. καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς. 37 Καὶ ἔρχεται καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας. καὶ µετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς µετὰ µαχαιρῶν καὶ ξύλων.ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14. καὶ οὐκ ᾔδεισαν τί αὐτῷ ἀποκριθῶσιν. καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ µε· ἀλλ᾿ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί. Καὶ κρατοῦσιν αὐτὸν οἱ νεανίσκοι· 52 ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυµνὸς ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν. ἔπεσεν ἐπὶ τῆς γῆς. παραδίδοται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁµαρτωλῶν. ἄγωµεν· ἰδού. 57 Καί τινες . ῾Ως ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε µετὰ µαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν µε . ῾Ραββί. 43 Καὶ εὐθέως. καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. καὶ λέγει αὐτοῖς. καὶ ϑερµαινόµενος πρὸς τὸ ϕῶς. καθεύδεις . εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει αὐτῷ. Τὸ µὲν πνεῦµα πρόθυµον. 41 Καὶ ἔρχεται τὸ τρίτον. ῥαββί· καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 45 Καὶ ἐλθών. Οὐκ ἴσχυσας µίαν ὥραν γρηγορῆσαι . 48 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. εἰς τὸ ϑανατῶσαι αὐτόν· καὶ οὐχ εὕρισκον. 39 Καὶ πάλιν ἀπελθὼν προσηύξατο. εἰ δυνατόν ἐστιν. ᾿Αββᾶ. 50 Καὶ ἀφέντες αὐτὸν πάντες ἔφυγον. Σίµων. λέγων. 35–57 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 35 78 γρηγορεῖτε.

72 Καὶ ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώ. Σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων . λέγοντες ὅτι ῾Ηµεῖς 58 ἠκούσαµεν αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ᾿Εγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον. 63 ῾Ο δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας 63 αὐτοῦ λέγει. 7 58 ἀναστάντες ἐψευδοµαρτύρουν κατ᾿ αὐτοῦ. ὅνπερ ᾐτοῦντο. Σὺ λέγεις. 67 καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ϑερµαι. Σὺ εἶ ὁ χριστός. 1 Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωι῭ συµβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς 15 µετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραµµατέων. λέγων. καὶ λέγειν αὐτῷ. καὶ ὅλον τὸ συνέδριον. 6 Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσµιον. 62 ῾Ο 62 δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 66 Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου ἐν τῇ αὐλῇ κάτω. ἀπαρνήσῃ µε τρίς. 68 ῾Ο δὲ ἠρνήσατο. καὶ λέγει αὐτῷ.70 νεῖτο. Οὐκ οἶδα. Καὶ µετὰ µικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ. πόσα σου καταµαρτυροῦσιν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ. Καὶ ἀνεµνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆµα ὃ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι Πρὶν ἀλέκτορα ϕωνῆσαι δίς. ᾿Εγώ εἰµι. ῎Ιδε. ἔρχεται µία 66 τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως. 70 ῾Ο δὲ πάλιν ἠρ. δήσαντες τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ. 60 ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς µέσον ἐπηρώτησεν τὸν ᾿Ιησοῦν. 58–15. Καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον· καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησεν.79 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14. 6 7 ῏Ην δὲ ὁ λεγόµενος Βαραββᾶς µετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεµέ. 5 ῾Ο δὲ 5 ᾿Ιησοῦς οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη. Προφήτευσον· καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσµασιν αὐτὸν ἔβαλλον. ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ . 71 ῾Ο δὲ ἤρξατο ἀναθεµατίζειν καὶ ὀµνύναι ὅτι Οὐκ οἶδα 71 τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε. λέγων.7 . Καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήµενον τῆς δυνάµεως. 64 ᾿Ηκούσατε τῆς 64 ϐλασφηµίας· τί ὑµῖν ϕαίνεται .72 νησεν. καὶ ἡ λαλιά σου ὁµοιάζει.67 νόµενον. οὐδὲ ἐπίστα. 61 ῾Ο δὲ 61 ἐσιώπα. Τί οὗτοί σου καταµαρτυροῦσιν . Οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον ϑανάτου. 3 Καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ 3 ἀρχιερεῖς πολλά· 4 ὁ δὲ Πιλάτος πάλιν ἐπηρώτησεν αὐτόν. 60 Καὶ 59. Πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτόν. καὶ κολαφίζειν αὐτόν. λέγων. 65 Καὶ ἤρξαντό τινες ἐµπτύειν αὐτῷ. καὶ ἐρχόµενον µετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. ᾿Αληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ. 59 Καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ µαρτυρία αὐτῶν. καὶ διὰ τριῶν ἡµερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδοµήσω.68 µαι τί σὺ λέγεις. 2 Καὶ 2 ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλάτος. καὶ 65 περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. ὥστε ϑαυµάζειν τὸν Πιλάτον. Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν . 69 Καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν 69 τοῖς παρεστηκόσιν ὅτι Οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστίν. Καὶ σὺ µετὰ τοῦ Ναζαρηνοῦ ᾿Ιησοῦ ἦσθα. Καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιεν. Τί ἔτι χρείαν ἔχοµεν µαρτύρων . καὶ οὐδὲν ἀπεκρίνατο. ἐµβλέψασα αὐτῷ λέγει. 4 Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν .

οἵτινες ἐν τῇ στάσει ϕόνον πεποιήκεισαν. Θέλετε ἀπολύσω ὑµῖν τὸν ϐασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων . 11 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον. 31 ῾Οµοίως καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐµπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους µετὰ τῶν γραµµατέων ἔλεγον. 13 Οἱ δὲ πάλιν ἔκραξαν. καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱµάτια τὰ ἴδια. Καὶ µετὰ ἀνόµων ἐλογίσθη. Σταύρωσον αὐτόν. Καὶ οἱ συνεσταυρωµένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν. σκότος ἐγένετο ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν . 27 Καὶ σὺν αὐτῷ σταυροῦσιν δύο λῃστάς. καὶ λέγοντες. Οἱ δὲ περισσοτέρως ἔκραξαν. 28 Καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα. διαµερίζονται τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. 20 Καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ. ϐάλλοντες κλῆρον ἐπ᾿ αὐτά. 18 καὶ ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι αὐτόν. ὅ ἐστιν µεθερµηνευόµενον. Καὶ ἐξάγουσιν αὐτὸν ἵνα σταυρώσωσιν αὐτόν. 33 Γενοµένης δὲ ὥρας ἕκτης. Οὐά. ἵνα µᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς. ἵνα ἴδωµεν καὶ πιστεύσωµεν αὐτῷ. Τί οὖν ϑέλετε ποιήσω ὃν λέγετε ϐασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων . Σταύρωσον αὐτόν. 25 ῏Ην δὲ ὥρα τρίτη. 14 ῾Ο δὲ Πιλάτος ἔλεγεν αὐτοῖς. 22 Καὶ ϕέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ Γολγοθᾶ τόπον. ϕραγελλώσας. ῎Αλλους ἔσωσεν. ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνα ἐξ εὐωνύµων αὐτοῦ. 10 ᾿Εγίνωσκεν γὰρ ὅτι διὰ ϕθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς. τὸν πατέρα ᾿Αλεξάνδρου καὶ ῾Ρούφου. ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων· 19 καὶ ἔτυπτον αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν καλάµῳ. Καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς. 30 σῶσον σεαυτόν. καὶ ἐνέπτυον αὐτῷ. 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 80 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 8 νος.15. Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν . 21 Καὶ ἀγγαρεύουσιν παράγοντά τινα Σίµωνα Κυρηναῖον. 32 ῾Ο χριστὸς ὁ ϐασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. καὶ ἐν τρισὶν ἡµέραις οἰκοδοµῶν. ἐρχόµενον ἀπ᾿ ἀγροῦ. 16 Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήγαγον αὐτὸν ἔσω τῆς αὐλῆς. 17 Καὶ ἐνδύουσιν αὐτὸν πορφύραν. ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν πορφύραν. καὶ περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον. 8–33 8 9 10 11 12 13. 23 Καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσµυρνισµένον οἶνον· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβεν. 29 Καὶ οἱ παραπορευόµενοι ἐβλασφήµουν αὐτόν. Κρανίου Τόπος. καὶ συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν. ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν. 9 ῾Ο δὲ Πιλάτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς. καὶ κατάβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. 24 Καὶ σταυρώσαντες αὐτόν. 26 Καὶ ἦν ἡ ἐπιγραφὴ τῆς αἰτίας αὐτοῦ ἐπιγεγραµµένη. 15 ῾Ο δὲ Πιλάτος ϐουλόµενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι. Χαῖρε. ἵνα σταυρωθῇ. ῾Ο ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. καὶ τιθέντες τὰ γόνατα προσεκύνουν αὐτῷ. λέγων. ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν· καὶ παρέδωκεν τὸν ᾿Ιησοῦν. ὅ ἐστιν πραιτώριον. τίς τί ἄρῃ. καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. ὁ καταλύων τὸν ναόν. 12 ῾Ο δὲ Πιλάτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς.

37 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀφεὶς ϕωνὴν µεγάλην ἐξέπνευ. καθὼς εἶπεν ὑµῖν. ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόµενος τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ· τολµήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλάτον.39 τοῦ ὅτι οὕτως κράξας ἐξέπνευσεν. ᾿Ελωί¨. καὶ γεµίσας σπόγγον ὄξους.7 πατε τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι Προάγει ὑµᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε. λέγων. καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου τοῦ µικροῦ καὶ ᾿Ιωσῆ µήτηρ. 6 ῾Ο δὲ λέγει αὐταῖς. 47 ῾Η δὲ 47 Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ᾿Ιωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. 3 Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυ. ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 8 Καὶ ἐ. καὶ καθελὼν αὐτόν. ἐπεὶ ἦν Παρασκευή. περιθείς τε 36 καλάµῳ.6 ησοῦν Ϲητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωµένον· ἠγέρθη. ὁ ϑεός µου. ἐνείλησεν τῇ σινδόνι. ἐπότιζεν αὐτόν. 44 ῾Ο δὲ Πιλάτος ἐθαύµασεν εἰ ἤδη τέθνηκεν· καὶ προσκαλεσάµε. καὶ ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς ῾Ιεροσόλυµα. 45 Καὶ 45 γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος. 41 αἳ καί. εἶδον νεανί. ῾Ο ϑεός µου.81 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 34 15. εἰς τί µε ἐγκατέλιπες . Τίς ἀποκυλίσει ἡµῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς ϑύρας τοῦ µνηµείου . Καὶ τῇ ὥρᾳ τῇ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ϕωνῇ 34 µεγάλῃ. καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν µνηµείῳ. 34–16. 7 ᾿Αλλ᾿ ὑπάγετε. 8 ἕως ὥρας ἐνάτης.43 τής. περιβεβληµένον στολὴν λευκήν· καὶ ἐξεθαµβήθησαν. Μὴ ἐκθαµβεῖσθε· ᾿Ι. 40 ῏Ησαν δὲ καὶ γυναῖκες ἀπὸ µακρόθεν ϑε. ὅ ἐστιν προ. ῞Ο ἐστιν µεθερµηνευόµενον. ἐδωρήσατο τὸ σῶµα τῷ ᾿Ιωσήφ. καὶ Σαλώµη. ἠκολούθουν αὐτῷ. καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ. 43 ἦλθεν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριµαθαίας. ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. ὅτε 41 ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ.3 τάς. 39 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ κεντυρίων ὁ παρεστηκὼς ἐξ ἐναντίας αὐ. 42 Καὶ ἤδη ὀψίας γενοµένης. 38 Καὶ τὸ καταπέτασµα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν 38 ἕως κάτω. λιµὰ σαβαχθανί . καὶ διηκόνουν αὐτῷ.8 ξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ µνηµείου· εἶχεν δὲ αὐτὰς τρόµος καὶ . οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε. ἴδωµεν εἰ ἔρχεται ᾿Ηλίας καθελεῖν αὐτόν. 5 Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ µνηµεῖον. εὐσχήµων ϐουλευ. ᾿Ιδού. 35 Καί τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον. ᾿Ελωί¨.5 σκον καθήµενον ἐν τοῖς δεξιοῖς. 4 Καὶ ἀναβλέψασαι ϑεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ 4 µέγας σφόδρα. ῎Αφετε. 36 ∆ραµὼν δὲ εἷς. ὃ ἦν λελατοµηµένον ἐκ πέτρας· καὶ προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν ϑύραν τοῦ µνηµείου. εἴ.42 σάββατον. εἶπεν. 1 Καὶ διαγενοµένου τοῦ σαββάτου. λέγων.40 ωροῦσαι. ἐν αἷς ἦν καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. ᾿Ηλίαν 35 ϕωνεῖ. 46 Καὶ 46 ἀγοράσας σινδόνα.37 σεν. ᾿Αληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν ϑεοῦ.44 νος τὸν κεντυρίωνα. Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ 16 Μαρία ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώµη ἠγόρασαν ἀρώµατα. 2 Καὶ λίαν πρωι῭ τῆς µιᾶς σαββάτων ἔρχονται 2 ἐπὶ τὸ µνηµεῖον. ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανεν.

10 ᾿Εκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλεν τοῖς µετ᾿ αὐτοῦ γενοµένοις. µετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς.16. 15 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. 11 Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι Ϲῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς ἠπίστησαν. 9–20 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 82 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 9 ἔκστασις· καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον. καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ ϑεοῦ. πενθοῦσιν καὶ κλαίουσιν. . 17 Σηµεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασιν ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόµατί µου δαιµόνια ἐκβαλοῦσιν· γλώσσαις λαλήσουσιν καιναῖς· 18 ὄφεις ἀροῦσιν· κἂν ϑανάσιµόν τι πίωσιν. Πορευθέντες εἰς τὸν κόσµον ἅπαντα. ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιµόνια. 20 ᾿Εκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες ἐκήρυξαν πανταχοῦ. πορευοµένοις εἰς ἀγρόν. ἐφοβοῦντο γάρ. ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν. οὐ µὴ αὐτοὺς ϐλάψῃ· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσιν. ᾿Αµήν. 14 ῞Υστερον ἀνακειµένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη. τοῦ κυρίου συνεργοῦντος. ὅτι τοῖς ϑεασαµένοις αὐτὸν ἐγηγερµένον οὐκ ἐπίστευσαν. ᾿Αναστὰς δὲ πρωι῭ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ. 19 ῾Ο µὲν οὖν κύριος. καὶ καλῶς ἕξουσιν. 16 ῾Ο πιστεύσας καὶ ϐαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. καὶ ὠνείδισεν τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν. καὶ τὸν λόγον ϐεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σηµείων. 12 Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ µορφῇ. 13 Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς· οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν.

καθότι ἡ ᾿Ελισάβετ ἦν στεῖρα. ἄχρι ἧς ἡµέρας γένηται ταῦτα. καὶ τὸ ὄνοµα αὐτῆς ᾿Ελισάβετ. ᾿Εγώ εἰµι Γα. Κατὰ τί γνώσοµαι τοῦτο . καὶ 7 ἀµφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡµέραις αὐτῶν ἦσαν. ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις µου.10 θος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόµενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ ϑυµιάµατος. καὶ ἡ γυνή σου ᾿Ελισάβετ γεννήσει υἱόν σοι. 19 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ. Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου. ἐξ ἐφηµερίας ᾿Αβιά· καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν ϑυγατέρων ᾿Ααρών. καθεξῆς σοι γράψαι. κράτιστε Θεόφιλε. καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα.1 ρὶ τῶν πεπληροφορηµένων ἐν ἡµῖν πραγµάτων. 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας.11 στηρίου τοῦ ϑυµιάµατος. ἔσῃ σιωπῶν 20 καὶ µὴ δυνάµενος λαλῆσαι. καὶ ἡ γυνή µου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡµέραις αὐτῆς. 4 ἵνα ἐ.19 βριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ· καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε. 13 Μὴ ϕοβοῦ. 13 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος. καὶ καλέσεις τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Ιωάννην. 5 ᾿Εγένετο ἐν ταῖς ἡµέραις ῾Ηρῴδου τοῦ ϐασιλέως τῆς ᾿Ιουδαίας 5 ἱερεύς τις ὀνόµατι Ζαχαρίας. ἔλαχεν τοῦ 9 ϑυµιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ κυρίου. καὶ ἀπειθεῖς ἐν ϕρονήσει δικαίων. ᾿Εγὼ γάρ εἰµι πρεσβύτης. καὶ πολλοὶ ἐπὶ 14 τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται. 12 Καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών. 7 Καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον. 21 Καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν· καὶ 21 ᾿Ε . 3 ἔδοξεν κἀµοί. καὶ 12 ϕόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτόν. καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ µὴ πίῃ. 15 ῎Εσται γὰρ µέγας ἐνώπιον τοῦ 15 κυρίου. οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 6 ῏Ησαν δὲ δίκαιοι ἀµφότεροι ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ. 16 Καὶ πολλοὺς τῶν 16 υἱῶν ᾿Ισραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ κύριον τὸν ϑεὸν αὐτῶν· 17 καὶ αὐτὸς 17 προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύµατι καὶ δυνάµει ᾿Ηλίου. 11 ῎Ωφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος κυρίου. 14 Καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις. 8 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφηµερίας 8 αὐτοῦ ἔναντι τοῦ ϑεοῦ.4 πιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν. 20 Καὶ ἰδού. 18 Καὶ εἶπεν 18 Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον. καὶ πνεύµατος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας µητρὸς αὐτοῦ.ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ πειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν πε. ἑτοιµάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασµένον. 2 καθὼς 2 παρέδοσαν ἡµῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόµενοι τοῦ λόγου. ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα. 10 Καὶ πᾶν τὸ πλῆ. ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ ϑυσια. παρηκολουθηκότι ἄνωθεν 3 πᾶσιν ἀκριβῶς. πορευόµενοι 6 ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώµασιν τοῦ κυρίου ἄµεµπτοι.

ἐσκίρτησεν τὸ ϐρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη πνεύµατος ἁγίου ἡ ᾿Ελισάβετ. καὶ τέξῃ υἱόν. 31 Καὶ ἰδού. ᾧ ὄνοµα ᾿Ιωσήφ. καὶ εἶπεν. 40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου. 34 Εἶπεν δὲ Μαριὰµ πρὸς τὸν ἄγγελον. 30 Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ. καὶ τῆς ϐασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. 41 Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ ᾿Ελισάβετ τὸν ἀσπασµὸν τῆς Μαρίας. ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Πῶς ἔσται τοῦτο. ὡς ἐγένετο ἡ ϕωνὴ τοῦ ἀσπασµοῦ σου εἰς τὰ . καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν µῆνας πέντε. εἰς πόλιν ᾿Ιούδα. λέγουσα 25 ὅτι Οὕτως µοι πεποίηκεν ὁ κύριος ἐν ἡµέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός µου ἐν ἀνθρώποις. καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται· καὶ δώσει αὐτῷ κύριος ὁ ϑεὸς τὸν ϑρόνον ∆αυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. Εὐλογηµένη σὺ ἐν γυναιξίν. ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡµέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς· καὶ οὗτος µὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουµένῃ στείρᾳ. 38 Εἶπεν δὲ Μαριάµ. 42 καὶ ἀνεφώνησεν ϕωνῇ µεγάλῃ. 39 ᾿Αναστᾶσα δὲ Μαριὰµ ἐν ταῖς ἡµέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν µετὰ σπουδῆς. 44 ᾿Ιδοὺ γάρ. καὶ δύναµις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώµενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς ϑεοῦ. ᾗ ὄνοµα Ναζαρέτ. κεχαριτωµένη· ὁ κύριος µετὰ σοῦ. 26 ᾿Εν δὲ τῷ µηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ ϑεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας. Μαριάµ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ ϑεῷ. Μὴ ϕοβοῦ. συλλήψῃ ἐν γαστρί. 29 ῾Η δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ. 37 ῞Οτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ ϑεῷ πᾶν ῥῆµα. 33 καὶ ϐασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας. ἡ δούλη κυρίου· γένοιτό µοι κατὰ τὸ ῥῆµά σου. Χαῖρε. 22–44 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 84 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22 ἐθαύµαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ. 36 Καὶ ἰδού. καὶ εὐλογηµένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.1. ᾿Εξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς· καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς. Πνεῦµα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ. 23 Καὶ ἐγένετο. καὶ καλέσεις τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. 28 Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπεν. ᾿Ιδού. καὶ ἠσπάσατο τὴν ᾿Ελισάβετ. 27 πρὸς παρθένον µεµνηστευµένην ἀνδρί. 35 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ. εὐλογηµένη σὺ ἐν γυναιξίν. 32 Οὗτος ἔσται µέγας. ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡµέρας συνέλαβεν ᾿Ελισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ. ἵνα ἔλθῃ ἡ µήτηρ τοῦ κυρίου µου πρὸς µέ . Καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος. ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω . καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασµὸς οὗτος. ἐξ οἴκου ∆αυίδ· καὶ τὸ ὄνοµα τῆς παρθένου Μαριάµ. 43 Καὶ πόθεν µοι τοῦτο. καὶ διέµενεν κωφός.

68 Εὐλογητὸς κύριος ὁ ϑεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ. 66 Καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.71 σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡµῶν. 73 ὅρκον ὃν ὤµοσεν 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 . 60 Καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ µήτηρ αὐτοῦ εἶπεν. λέγοντες. 69 καὶ ἤγειρεν κέρας σωτηρίας ἡµῖν ἐν τῷ οἴκῳ ∆αυὶδ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ . καὶ ἐγέννησεν υἱόν. ἀλλὰ κληθήσεται ᾿Ιωάννης. 45–73 ὦτά µου. ᾿Ιωάννης ἐστὶν τὸ ὄνοµα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύµασαν πάντες. ἦλθον περιτεµεῖν τὸ παιδίον· καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόµατι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. µνησθῆναι ἐλέους. καὶ µνησθῆναι διαθήκης ἁγίας αὐτοῦ. ἀπὸ τοῦ νῦν µακαριοῦσίν µε πᾶσαι αἱ γενεαί. Οὐχί. τὸ τί ἂν ϑέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. ἐσκίρτησεν τὸ ϐρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ µου. ᾿Ιδοὺ γάρ. 64 ᾿Ανεῴχθη δὲ τὸ στόµα αὐτοῦ παραχρῆµα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ. 45 Καὶ µακαρία ἡ πιστεύσασα. λέγων. 57 Τῇ δὲ ᾿Ελισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν. καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. 58 Καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐµεγάλυνεν κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ µετ᾿ αὐτῆς. ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαληµένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου. καὶ προεφήτευσεν. Καὶ χεὶρ κυρίου ἦν µετ᾿ αὐτοῦ. καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. 53 Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν. Μεγαλύνει ἡ ψυχή µου τὸν κύριον. 56 ῎Εµεινεν δὲ Μαριὰµ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ µῆνας τρεῖς. 54 ᾿Αντελάβετο ᾿Ισραὴλ παιδὸς αὐτοῦ. λέγων. 63 Καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψεν. 48 ῞Οτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. καὶ ἅγιον τὸ ὄνοµα αὐτοῦ. καὶ ὕψωσεν ταπεινούς. ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησεν λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ.70 καθὼς ἐλάλησεν διὰ στόµατος τῶν ἁγίων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος προφητῶν αὐτοῦ . 47 καὶ ἠγαλλίασεν τὸ πνεῦµά µου ἐπὶ τῷ ϑεῷ τῷ σωτῆρί µου. 49 ῞Οτι ἐποίησέν µοι µεγαλεῖα ὁ δυνατός.85 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1. 50 καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς ϕοβουµένοις αὐτόν. καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλεν κενούς. Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται . 55 καθὼς ἐλάλησεν πρὸς τοὺς πατέρας ἡµῶν. 65 Καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας ϕόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς· καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς ᾿Ιουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήµατα ταῦτα. 51 ᾿Εποίησεν κράτος ἐν ϐραχίονι αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν. τῷ ᾿Αβραὰµ καὶ τῷ σπέρµατι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα. 46 Καὶ εἶπεν Μαριάµ. 67 Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη πνεύµατος ἁγίου. 62 ᾿Ενένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ. 61 Καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι Οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόµατι τούτῳ. καὶ ἐκ χειρὸς πάντων τῶν µισούντων ἡµᾶς· 72 ποιῆσαι ἔλεος µετὰ τῶν πατέρων ἡµῶν. καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν ϑεόν. 59 Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ὀγδόῃ ἡµέρᾳ. 52 Καθεῖλεν δυνάστας ἀπὸ ϑρόνων.

καὶ λεγόντων. εἰς πόλιν ∆αυίδ. διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς ∆αυίδ. ἐκ πόλεως Ναζαρέτ. ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουµένην. Καὶ τοῦτο ὑµῖν τὸ σηµεῖον· εὑρήσετε ϐρέφος ἐσπαργανωµένον. λατρεύειν αὐτῷ 75 ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡµέρας τῆς Ϲωῆς 76 76 ἡµῶν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος. καὶ δόξα κυρίου περιέλαµ10 10 ψεν αὐτούς· καὶ ἐφοβήθησαν ϕόβον µέγαν. ὃ ὁ κύριος ἐγνώρισεν ἡ16 16 µῖν. καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιµένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους. ∆ιέλθωµεν δὴ ἕως Βηθλέεµ. εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν. 80 80 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανεν καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύµατι. Καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον. ὡς ἀπῆλθον ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι. ἥτις καλεῖται 5 5 Βηθλέεµ. ὅς ἐστιν χριστὸς κύριος. παιδίον. 2 2 Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεµονεύοντος τῆς Συρίας Κυ3 3 ρηνίου. ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ. τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡµῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης. 1 ᾿Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡµέραις ἐκείναις. ᾿Ιδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήµατος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ 74 75 . οὔσῃ 6 6 ἐγκύῳ. ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς. ἐκ χειρὸς τῶν ἐχθρῶν ἡµῶν ῥυσθέντας. καὶ ἴδωµεν τὸ ῥῆµα τοῦτο τὸ γεγονός. Καὶ σύ. αἰνούντων τὸν ϑεόν. ἐπλήσθησαν αἱ ἡµέ7 7 ραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν. 13 13 Καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρα14 14 νίου.1. τοῦ δοῦναι ἡµῖν. ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ· ὅτι ἐτέχθη ὑµῖν σήµερον σω12 12 τήρ. ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰµ τῇ µεµνηστευµένῃ αὐτῷ γυναικί. ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ ϑανάτου καθηµένοις. καὶ τὸ ϐρέφος κείµενον ἐν τῇ ϕάτνῃ. καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήµοις ἕως ἡµέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ᾿Ισραήλ. καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰµ καὶ 17 17 τὸν ᾿Ιωσήφ. διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύµατι. προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπο77 77 ρεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου κυρίου ἑτοιµάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ· τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ ἐν ἀφέσει ἁµαρτιῶν αὐ78 78 τῶν. ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡµᾶς 79 79 ἀνατολὴ ἐξ ὕψους. Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι. Μὴ ϕοβεῖσθε· ἰδοὺ γάρ. ἐν πόλει ∆αυίδ. εὐαγγελίζοµαι ὑµῖν χαρὰν 11 11 µεγάλην. κείµενον ἐν ϕάτνῃ. ἕκαστος εἰς τὴν 4 4 ἰδίαν πόλιν. 15 15 καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη· ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. 17 86 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 74 πρὸς ᾿Αβραὰµ τὸν πατέρα ἡµῶν. ἐξῆλθεν δόγµα πα2 ρὰ Καίσαρος Αὐγούστου. καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτόν. Καὶ ἦλθον σπεύσαντες. διὰ σπλάγχνα ἐλέους ϑεοῦ ἡµῶν. ἀφόβως. ᾿Ανέβη δὲ καὶ ᾿Ιωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας. Καὶ ἐγένετο. καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ ϕάτνῃ. 8 8 Καὶ ποιµένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ 9 9 ϕυλάσσοντες ϕυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίµνην αὐτῶν. 74–2. ∆όξα ἐν ὑψίστοις ϑεῷ. Καὶ ἰδού.

29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου. 39 Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόµον κυρίου. καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰµ τὴν µητέρα αὐτοῦ. ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς ῾Ιεροσόλυµα. 21 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡµέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεµεῖν αὐτόν.23 καθὼς γέγραπται ἐν νόµῳ κυρίου ὅτι Πᾶν ἄρσεν διανοῖγον µήτραν ἅγιον τῷ κυρίῳ κληθήσεται . οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. Καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιµένων πρὸς αὐτούς.αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡµέραις πολλαῖς. ἐν εἰρήνῃ· 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλµοί µου τὸ σωτήριόν σου. τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισµένον τοῦ νόµου περὶ αὐτοῦ. 38 Καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωµολογεῖτο τῷ κυρίῳ.87 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 18 2. 19 ῾Η δὲ Μαριὰµ πάντα συνετήρει τὰ ῥήµατα ταῦτα. 20 Καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιµένες.24 καὶ τοῦ δοῦναι ϑυσίαν κατὰ τὸ εἰρηµένον ἐν νόµῳ κυρίου. 31 32 33 34 35 36 37 38 39 . ἦν ἄνθρωπος ἐν ῾Ιερουσαλήµ. καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής. ᾧ ὄνοµα Συµεών. 36 Καὶ ἦν ῞Αννα προφῆτις. 33 Καὶ ἦν ᾿Ιωσὴφ καὶ ἡ µήτηρ αὐτοῦ ϑαυµάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουµένοις περὶ αὐτοῦ. συµβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. 37 καὶ αὕτη χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων . καὶ εἰς σηµεῖον ἀντιλεγόµενον· 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥοµφαία· ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισµοί. ᾿Ιδού. δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν ϑεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον. ϑυγάτηρ Φανουήλ. κατὰ τὸ ῥῆµά σου. καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς προσδεχοµένοις λύτρωσιν ἐν ῾Ιερουσαλήµ. καὶ εὐλόγησεν τὸν ϑεόν. Ϲήσασα ἔτη µετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς. παραστῆσαι τῷ κυρίῳ . τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. ὑπέστρεψαν 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30. 18–39 παιδίου τούτου. 34 Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συµεών. 25 Καὶ ἰδού. καὶ πνεῦµα ἦν ἅγιον ἐπ᾿ αὐτόν. ἐκ ϕυλῆς ᾿Ασήρ . 28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸ εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ. καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνοµα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦς. καὶ εἶπεν. µὴ ἰδεῖν ϑάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν χριστὸν κυρίου. δέσποτα. καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ. προσδεχόµενος παράκλησιν τοῦ ᾿Ισραήλ. 31 ὃ ἡτοίµασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν· 32 ϕῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν. 26 Καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηµατισµένον ὑπὸ τοῦ πνεύµατος τοῦ ἁγίου. καὶ δόξαν λαοῦ σου ᾿Ισραήλ. 22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡµέραι τοῦ καθαρισµοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόµον Μωσέως. νηστείαις καὶ δεήσεσιν λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡµέραν. Ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν. 27 Καὶ ἦλθεν ἐν τῷ πνεύµατι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον ᾿Ιησοῦν.

καθεζόµενον ἐν µέσῳ τῶν διδασκάλων. καὶ 47 47 ἐπερωτῶντα αὐτούς. καὶ χάριτι παρὰ ϑεῷ καὶ ἀνθρώποις. 4 4 κηρύσσων ϐάπτισµα µετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁµαρτιῶν· ὡς γέγραπται ἐν ϐίβλῳ λόγων ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. Τέκνον. πληρούµενον σοφίας· καὶ χάρις ϑεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό. 40–3. Ϲητοῦντες αὐ46 46 τόν. εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ. καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύµατι. λέγοντος. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν· καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ µήτηρ αὐτοῦ εἶπεν. Καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ ᾿Ιορδάνου. Πᾶσα ϕάραγξ πληρωθήσεται. καὶ 6 6 αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας· καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ ϑεοῦ. καὶ 45 45 ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσιν καὶ ἐν τοῖς γνωστοῖς· καὶ µὴ εὑρόντες αὐτόν. Τί ὅτι ἐζητεῖτέ µε . ἦλθον ἡµέρας ὁδόν. τίς ὑπέδειξεν ὑµῖν ϕυγεῖν ἀπὸ τῆς µελ40 . ῾Ετοιµάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου· εὐθείας ποιεῖτε 5 5 τὰς τρίβους αὐτοῦ. ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήµ. ἐγένετο ῥῆµα ϑεοῦ ἐπὶ ᾿Ιωάννην τὸν Ζαχαρίου υἱὸν ἐν 3 3 τῇ ἐρήµῳ. τί ἐποίησας ἡµῖν οὕτως . ἡγεµονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς ᾿Ιουδαίας. 7 7 ῎Ελεγεν οὖν τοῖς ἐκπορευοµένοις ὄχλοις ϐαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ. Γεννήµατα ἐχιδνῶν. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανεν. καὶ τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας ῾Ηρῴδου. καὶ ἀκούοντα αὐτῶν. ᾿Ιδού. ἀναβάντων αὐ43 43 τῶν εἰς ῾Ιεροσόλυµα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς. 7 88 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 40 εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Καὶ αὐτοὶ οὐ συ51 51 νῆκαν τὸ ῥῆµα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. καὶ πᾶν ὄρος καὶ ϐουνὸς ταπεινωθήσεται· καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθείαν. 1 ᾿Εν ἔτει δὲ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεµονίας Τιβερίου Καίσα3 ρος. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. ὑπέµεινεν ᾿Ιησοῦς ὁ παῖς 44 44 ἐν ῾Ιερουσαλήµ· καὶ οὐκ ἔγνω ᾿Ιωσὴφ καὶ ἡ µήτηρ αὐτοῦ· νοµίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι. ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώµενοι ἐ49 49 ζητοῦµέν σε. Καὶ ἡ µήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήµατα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτούς. µεθ᾿ ἡµέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ.2. Καὶ ἐγένετο. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα. 41 41 Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ᾿ ἔτος εἰς ῾Ιερουσαλὴµ τῇ 42 42 ἑορτῇ τοῦ Πάσχα. Οὐκ 50 50 ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός µου δεῖ εἶναί µε . Καὶ κατέβη µετ᾿ αὐτῶν. ᾿Εξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ 48 48 ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. καὶ Λυ2 2 σανίου τῆς ᾿Αβιληνῆς τετραρχοῦντος. 52 52 Καὶ ᾿Ιησοῦς προέκοπτεν σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ. ἐπὶ ἀρχιερέως ῎Αννα καὶ Και΅αφα. καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ· καὶ ἦν ὑποτασσόµενος αὐτοῖς. καὶ τελειωσάντων τὰς ἡµέρας. Φωνὴ ϐοῶντος ἐν τῇ ἐρήµῳ. Φιλίππου δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ τετραρχοῦντος τῆς ᾿Ιτουραίας καὶ Τραχωνίτιδος χώρας.

25 τοῦ Ματταθίου. καὶ ᾿Ιησοῦ ϐαπτισθέντος καὶ προσευχοµένου. 11 ᾿Αποκριθεὶς δὲ λέγει αὐτοῖς. τί ποιήσοµεν . Ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς µετανοίας· καὶ µὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς. 20 προσέθηκεν καὶ τοῦτο ἐπὶ πᾶσιν. καὶ ϕωνὴν ἐξ οὐρανοῦ γενέσθαι. καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν. τοῦ ᾿Ιούδα. 22 καὶ καταβῆναι τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον σωµατικῷ εἴδει ὡσεὶ περιστερὰν ἐπ᾿ αὐτόν. ἐν σοὶ εὐδόκησα. 9 ῎Ηδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον µὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ ϐάλλεται. Τί οὖν ποιήσοµεν . τοῦ Ναγγαί. µήποτε αὐτὸς εἴη ὁ χριστός. 23 Καὶ αὐτὸς ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόµενος.υἱὸς ᾿Ιωσήφ. τοῦ Ματθάτ. καὶ περὶ πάντων ὧν ἐποίησεν πονηρῶν ὁ ῾Ηρῴδης. 14 ᾿Επηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόµενοι. καὶ συναξεῖ τὸν σῖτον εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ. ᾿Εγὼ µὲν ὕδατι ϐαπτίζω ὑµᾶς· ἔρχεται δὲ ὁ ἰσχυρότερός µου. τοῦ ᾿Ιωσήφ. 12 ῏Ηλθον δὲ καὶ τελῶναι ϐαπτισθῆναι. καὶ διαλογιζοµένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ ᾿Ιωάννου. τοῦ ᾿Ιωσήφ. τοῦ Νηρί. τοῦ Σεµεί¨. 27 τοῦ ᾿Ιωανάν. ἐλεγχόµενος ὑπ᾿ αὐτοῦ περὶ ῾Ηρῳδιάδος τῆς γυναικὸς τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. Μηδένα διασείσητε. 18 Πολλὰ µὲν οὖν καὶ ἕτερα παρακαλῶν εὐηγγελίζετο τὸν λαόν· 19 ὁ δὲ ῾Ηρῴδης ὁ τετράρχης.ὡς ἐνοµίζετο . Σὺ εἶ ὁ υἱός µου ὁ ἀγαπητός. καὶ κατέκλεισεν τὸν ᾿Ιωάννην ἐν τῇ ϕυλακῇ. τοῦ 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 . µηδὲ συκοφαντήσητε· καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑµῶν. τοῦ ᾿Ιαννά. λέγουσαν. τοῦ Λευί¨. καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ. ἅπασιν λέγων. 29 τοῦ ᾿Ιωσή. 21 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ϐαπτισθῆναι ἅπαντα τὸν λαόν.89 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8 3. 16 ἀπεκρίνατο ὁ ᾿Ιωάννης. τοῦ ᾿Εσλί. τοῦ Ζοροβάβελ. 30 τοῦ Συµεών. τοῦ Κωσάµ. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. τοῦ ῎Ηρ. 8–30 λούσης ὀργῆς . 15 Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡµεῖς τί ποιήσοµεν . ἀνεῳχθῆναι τὸν οὐρανόν. τοῦ Ναούµ. οὗ οὐκ εἰµὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱµάντα τῶν ὑποδηµάτων αὐτοῦ· αὐτὸς ὑµᾶς ϐαπτίσει ἐν πνεύµατι ἁγίῳ καὶ πυρί· 17 οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. λέγοντες. τοῦ ῾Ρησά. Πατέρα ἔχοµεν τὸν ᾿Αβραάµ· λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι δύναται ὁ ϑεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ ᾿Αβραάµ. τοῦ ᾿Ελµωδάµ. Μηδὲν πλέον παρὰ τὸ διατεταγµένον ὑµῖν πράσσετε. 13 ῾Ο δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς. τοῦ ᾿Ελιέζερ. τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. 10 Καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ ὄχλοι λέγοντες. τοῦ Λευι΅. τοῦ ᾿Ιωρείµ. τοῦ Σαλαθιήλ. ῾Ο ἔχων δύο χιτῶνας µεταδότω τῷ µὴ ἔχοντι· καὶ ὁ ἔχων ϐρώµατα ὁµοίως ποιείτω. τοῦ ᾿Αµώς. τοῦ Ματταθίου. 24 τοῦ Ματθάτ. τοῦ Μελχί. τοῦ ᾿Αδδί. ∆ιδάσκαλε. τοῦ ᾿Ιούδα. 28 τοῦ Μελχί. 26 τοῦ Μαάθ. τοῦ ῾Ηλί. ὢν .

τοῦ ᾿Αµιναδάβ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος. Καὶ αὐτὸς ἐδίδασκεν ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν. Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ ϑεοῦ. τοῦ ᾿Ιωνάν. τοῦ Ματταθά. καὶ ἤγετο ἐν τῷ πνεύµατι εἰς τὴν ἔρηµον. Καὶ συντελέσας πάντα πειρασµὸν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ. τοῦ ᾿Ιούδα. λέγων. Σὺ οὖν ἐὰν 8 8 προσκυνήσῃς ἐνώπιον ἐµοῦ. τοῦ Σερούχ. τοῦ ϑεοῦ. Οὐκ ἐκπειράσεις 13 13 κύριον τὸν ϑεόν σου. τοῦ ᾿Αδάµ. τοῦ 37 37 Σήµ. τοῦ ᾿Ενώχ. ϐάλε 10 10 σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι Τοῖς ἀγγέλοις αὐ11 11 τοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ. τοῦ ᾿Ωβήδ. Καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ταῖς ἡµέραις ἐκείναις· καὶ συντελεσθεισῶν αὐτῶν. Σοὶ δώσω τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν· ὅτι 7 7 ἐµοὶ παραδέδοται. ἐν τῇ ἡµέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν 17 17 συναγωγήν. τοῦ Μαθουσάλα. τοῦ ῾Ραγαῦ. τοῦ Μελεᾶ. Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι Εἴρηται. τοῦ 36 36 Φάλεγ. τοῦ ᾿Αράµ. καὶ ᾧ ἐὰν ϑέλω δίδωµι αὐτήν. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος. 14 14 Καὶ ὑπέστρεψεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ δυνάµει τοῦ πνεύµατος εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ ϕήµη ἐξῆλθεν καθ᾿ ὅλης τῆς περιχώρου περὶ 15 15 αὐτοῦ. καὶ εἶπεν αὐτῷ. 17 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 31 90 ᾿Ιωσήφ. τοῦ Ναθάν. Καὶ ἀποκριθεὶς αὐτῷ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 32 τοῦ ᾿Ιεσσαί. τοῦ ᾿Ισαάκ. 1 ᾿Ιησοῦς δὲ πνεύµατος ἁγίου πλήρης ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ ᾿Ι4 2 2 ορδάνου. ἔσται σοῦ πᾶσα. τοῦ Σαλµών. 31–4. ἡµέρας τεσσαράκοντα πειραζόµενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου. τοῦ Φάρες. τοῦ ᾿Ιακώβ. καὶ αὐτῷ µόνῳ λατρεύσεις. Γέγραπται ὅτι Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ µόνῳ Ϲήσεται 5 5 ἄνθρωπος. τοῦ 38 38 ᾿Ιαρέδ. τοῦ Σαλά. εὗρεν τὸν τό31 32 . τοῦ Μαι¨νάν. 4 4 εἰπὲ τῷ λίθῳ τούτῳ ἵνα γένηται ἄρτος. τοῦ ᾿Ενώς. ὕστε3 3 ρον ἐπείνασεν. 9 9 Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλήµ. τοῦ 35 35 ᾿Αβραάµ. Σατανᾶ· γέγραπται. καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ. ῞Υπαγε ὀπίσω µου. Καὶ ἀναπτύξας τὸ ϐιβλίον. τοῦ διαφυλάξαι σε· καί. οὗ ἦν τεθραµµένος· καὶ εἰσῆλθεν. δοξαζόµενος ὑπὸ πάντων. ᾿Επὶ χειρῶν 12 12 ἀροῦσίν σε. 16 16 Καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Ναζαρέτ. 34 34 τοῦ ῾Εσρώµ. τοῦ Και¨νάν. Καὶ ἀναγαγὼν αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς ϐασιλείας 6 6 τῆς οἰκουµένης ἐν στιγµῇ χρόνου. τοῦ Νῶε. ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήµατι ϑεοῦ. καὶ ἀνέστη ἀναγνῶναι. τοῦ ᾿Ελιακείµ. Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ ϑεοῦ. Καὶ ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτόν. τοῦ ∆αυίδ. µήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. τοῦ Και¨νάν. τοῦ Λάµεχ. κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ. τοῦ Μαλελεήλ. Προσκυνήσεις κύριον τὸν ϑεόν σου.3. τοῦ Ναχώρ. τοῦ Θάρα. Καὶ ἐπεδόθη αὐτῷ ϐιβλίον ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου. τοῦ ῾Εβέρ. 33 33 τοῦ Βόοζ. τοῦ ᾿Αρφαξάδ. τοῦ Ναασσών. τοῦ Σήθ.

28 Καὶ ἐπλήσθησαν πάντες ϑυµοῦ ἐν τῇ συναγωγῇ. 21 ῎Ηρξατο δὲ λέγειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι Σήµερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑµῶν. εἰ µὴ εἰς Σάρεπτα τῆς Σιδῶνος πρὸς γυναῖκα χήραν. καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους ἐφ᾿ οὗ ἡ πόλις αὐτῶν ᾠκοδόµητο. λέγοντες. 33 Καὶ ἐν τῇ συναγωγῇ ἦν ἄνθρωπος ἔχων πνεῦµα δαιµονίου ἀκαθάρτου. 31 Καὶ κατῆλθεν εἰς Καπερναοὺµ πόλιν τῆς Γαλιλαίας· καὶ ἦν διδάσκων αὐτοὺς ἐν τοῖς σάββασιν. 19 κηρύξαι ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν. Οἶδά σε τίς εἶ. καὶ ἐξέρχονται . τί ἡµῖν καὶ σοί. Φιµώθητι. καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν. 20 Καὶ πτύξας τὸ ϐιβλίον. ἐκάθισεν· καὶ πάντων ἐν τῇ συναγωγῇ οἱ ὀφθαλµοὶ ἦσαν ἀτενίζοντες αὐτῷ. εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Σίµω- 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 . ὅτε ἐκλείσθη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ ἔτη τρία καὶ µῆνας ἕξ. εἰ µὴ Νεεµὰν ὁ Σύρος. 34 λέγων. καὶ ἐθαύµαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευοµένοις ἐκ τοῦ στόµατος αὐτοῦ. 29 καὶ ἀναστάντες ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως. λέγων. Τίς ὁ λόγος οὗτος. ᾿Ιατρέ. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ. ἀκούοντες ταῦτα. ῎Εα. καὶ συνελάλουν πρὸς ἀλλήλους. 36 Καὶ ἐγένετο ϑάµβος ἐπὶ πάντας. καὶ ἀνέκραξεν ϕωνῇ µεγάλῃ. 24 Εἶπεν δέ. Πνεῦµα κυρίου ἐπ᾿ ἐµέ. 30 Αὐτὸς δὲ διελθὼν διὰ µέσου αὐτῶν ἐπορεύετο. καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ. ὁ ἅγιος τοῦ ϑεοῦ. ἀποστεῖλαι τεθραυσµένους ἐν ἀφέσει. Καὶ ῥίψαν αὐτὸν τὸ δαιµόνιον εἰς µέσον ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ. 27 Καὶ πολλοὶ λεπροὶ ἦσαν ἐπὶ ᾿Ελισσαίου τοῦ προφήτου ἐν τῷ ᾿Ισραήλ· καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐκαθαρίσθη. ϑεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαµεν γενόµενα ἐν τῇ Καπερναούµ. ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ. ὡς ἐγένετο λιµὸς µέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν· 26 καὶ πρὸς οὐδεµίαν αὐτῶν ἐπέµφθη ᾿Ηλίας. Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ᾿Ιωσήφ. πολλαὶ χῆραι ἦσαν ἐν ταῖς ἡµέραις ᾿Ηλίου ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. ᾿Ιησοῦ Ναζαρηνέ . µηδὲν ϐλάψαν αὐτόν. 38 ᾿Αναστὰς δὲ ἐκ τῆς συναγωγῆς. 18–38 πον οὗ ἦν γεγραµµένον. ὅτι ἐν ἐξουσίᾳ ἦν ὁ λόγος αὐτοῦ. 35 Καὶ ἐπετίµησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Πάντως ἐρεῖτέ µοι τὴν παραβολὴν ταύτην. 32 Καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. οὗ εἵνεκεν ἔχρισέν µε εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς· ἀπέσταλκέν µε ἰάσασθαι τοὺς συντετριµµένους τὴν καρδίαν· κηρύξαι αἰχµαλώτοις ἄφεσιν. ποίησον καὶ ὧδε ἐν τῇ πατρίδι σου. 22 Καὶ πάντες ἐµαρτύρουν αὐτῷ. 25 ᾿Επ᾿ ἀληθείας δὲ λέγω ὑµῖν. 23 Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. 37 Καὶ ἐξεπορεύετο ἦχος περὶ αὐτοῦ εἰς πάντα τόπον τῆς περιχώρου. καὶ ἔλεγον. εἰς τὸ κατακρηµνίσαι αὐτόν. ὅτι ἐν ἐξουσίᾳ καὶ δυνάµει ἐπιτάσσει τοῖς ἀκαθάρτοις πνεύµασιν.91 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 18 4. ῏Ηλθες ἀπολέσαι ἡµᾶς .

᾿Εξήρχετο δὲ καὶ δαιµόνια ἀπὸ πολλῶν. καὶ ἰδού. καὶ οἱ ὄχλοι ἐπεζήτουν αὐτόν. 39–5. κύριε. καὶ ἀφῆκεν αὐτήν· παραχρῆµα δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει αὐτοῖς. Καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς 4 4 ὄχλους. ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβοµεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήµατί σου χαλάσω 6 6 τὸ δίκτυον. ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν ᾿Ιησοῦν. ἠκολούθησαν αὐτῷ. 1 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν 5 λόγον τοῦ ϑεοῦ. καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίµνην Γεννησα2 2 ρέτ· καὶ εἶδεν δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίµνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς 3 3 ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. ῾Ο δὲ εἶπεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι Καὶ ταῖς ἑτέραις πόλεσιν εὐαγγελίσασθαί µε δεῖ τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ· ὅτι εἰς τοῦτο ἀπεστάλµαι. υἱοὺς Ζεβεδαίου. Θάµβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ. ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ 10 10 τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον· ὁµοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην. εἶπεν πρὸς τὸν Σίµωνα. ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν µιᾷ τῶν πόλεων. ἀφέντες ἅπαντα. πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον αὐτοὺς πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν 41 41 τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς ἐθεράπευσεν αὐτούς.4. 40 40 ∆ύνοντος δὲ τοῦ ἡλίου. συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων 7 7 πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν· καὶ κατένευσαν τοῖς µετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ. 39 Καὶ ἐπιστὰς ἐπάνω αὐτῆς. 44 44 Καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς τῆς Γαλιλαίας. 12 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 92 νος· πενθερὰ δὲ τοῦ Σίµωνος ἦν συνεχοµένη πυρετῷ µεγάλῳ· καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν περὶ αὐτῆς. κράζοντα καὶ λέγοντα ὅτι Σὺ εἶ ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίµωνι. Καὶ ἐπιτιµῶν οὐκ εἴα αὐτὰ λαλεῖν. ὥστε ϐυθίζεσθαι 8 8 αὐτά. ᾿Επανάγαγε εἰς τὸ ϐάθος. 39 . 5 5 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίµων εἶπεν αὐτῷ. Καὶ εἶπεν πρὸς τὸν Σίµωνα ὁ ᾿Ιησοῦς. 12 12 Καὶ ἐγένετο. ᾿Εµβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων. ῾Ως δὲ ἐπαύσατο λαλῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν. ὅτι ᾔδεισαν τὸν χριστὸν αὐτὸν εἶναι. καὶ ἦλθον ἕως αὐτοῦ. καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑµῶν εἰς ἄγραν. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες. καὶ κατεῖχον 43 43 αὐτὸν τοῦ µὴ πορεύεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν. πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον. ῎Εξελθε ἀπ᾿ ἐµοῦ. ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἔρηµον τόπον. Μὴ ϕοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ Ϲω11 11 γρῶν. ᾿Ιδὼν δὲ Σίµων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επιστάτα. τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀµφότερα τὰ πλοῖα. ἐπετίµησεν τῷ πυρετῷ. ὃ ἦν τοῦ Σίµωνος. 9 9 λέγων. ὅτι ἀνὴρ ἁµαρτωλός εἰµι. 42 42 Γενοµένης δὲ ἡµέρας.

εἰ µὴ µόνος ὁ ϑεός .93 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 5. ῎Ανθρωπε. ᾿Ακολούθει µοι. Καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ. 20 Καὶ ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν. εἶπεν αὐτῷ. καὶ εἶπεν αὐτῷ. ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Τί διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑµῶν . ἄνδρες ϕέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ἦν παραλελυµένος. διὰ τῶν κεράµων καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ µέσον ἔµπροσθεν τοῦ ᾿Ιησοῦ. 30 Καὶ ἐγόγγυζον οἱ γραµµατεῖς αὐτῶν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. ἄρας ἐφ᾿ ὃ κατέκειτο. εἰπών. 28 Καὶ καταλιπὼν ἅπαντα. Κύριε. ἔγειραι. ∆ιὰ τί µετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁµαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε . 21 Καὶ ἤρξαντο διαλογίζεσθαι οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. εἰπεῖν. 15 ∆ιήρχετο δὲ µᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ· καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν. εἰς µαρτύριον αὐτοῖς. ᾿Αφέωνταί σοι αἱ ἁµαρτίαι σου. καὶ ἄρας τὸ κλινίδιόν σου. Τίς δύναται ἀφιέναι ἁµαρτίας. καὶ ἐθεάσατο τελώνην. 31 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 . λέγοντες. ἀφέωνταί σοι αἱ ἁµαρτίαι σου. ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶµα. δοξάζων τὸν ϑεόν. 22 ᾿Επιγνοὺς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς διαλογισµοὺς αὐτῶν ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς. ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 24 ῞Ινα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁµαρτίας . 13 Καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ. καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν µετ᾿ αὐτῶν κατακείµενοι. καὶ ϑεραπεύεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν. 25 Καὶ παραχρῆµα ἀναστὰς ἐνώπιον αὐτῶν. ἐὰν ϑέλῃς. καὶ ἐπλήσθησαν ϕόβου. 29 Καὶ ἐποίησεν δοχὴν µεγάλην Λευὶ¨ς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ· καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολύς. καὶ ἐδόξαζον τὸν ϑεόν. Τίς ἐστιν οὗτος ὃς λαλεῖ ϐλασφηµίας . 27 Καὶ µετὰ ταῦτα ἐξῆλθεν. ὀνόµατι Λευι΅ν. πορεύου εἰς τὸν οἶκόν σου. 17 Καὶ ἐγένετο ἐν µιᾷ τῶν ἡµερῶν. ῎Εγειραι καὶ περιπάτει . δύνασαί µε καθαρίσαι. 26 Καὶ ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας. 18 Καὶ ἰδού. 13–31 ἐδεήθη αὐτοῦ. καθήµενον ἐπὶ τὸ τελώνιον. λέγοντες. λέγων.εἶπεν τῷ παραλελυµένῳ .Σοὶ λέγω. οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώµης τῆς Γαλιλαίας καὶ ᾿Ιουδαίας καὶ ῾Ιερουσαλήµ· καὶ δύναµις κυρίου ἦν εἰς τὸ ἰᾶσθαι αὐτούς. καθὼς προσέταξεν Μωσῆς. λέγοντες ὅτι Εἴδοµεν παράδοξα σήµερον. καὶ αὐτὸς ἦν διδάσκων· καὶ ἦσαν καθήµενοι Φαρισαῖοι καὶ νοµοδιδάσκαλοι. Θέλω. καὶ ἐζήτουν αὐτὸν εἰσενεγκεῖν καὶ ϑεῖναι ἐνώπιον αὐτοῦ· 19 καὶ µὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον. 23 Τί ἐστιν εὐκοπώτερον. 16 Αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήµοις καὶ προσευχόµενος. ἢ εἰπεῖν. καθαρίσθητι. 14 Καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ µηδενὶ εἰπεῖν· ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ. καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισµοῦ σου.

6 6 ᾿Εγένετο δὲ καὶ ἐν ἑτέρῳ σαββάτῳ εἰσελθεῖν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ διδάσκειν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος. ἀλλὰ ἁµαρτω33 33 λοὺς εἰς µετάνοιαν. καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔλαβεν. Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυµφῶνος. 39 39 Καὶ οὐδεὶς πιὼν παλαιὸν εὐθέως ϑέλει νέον· λέγει γάρ. Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτούς. ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι . 32–6. καὶ ἔδωκεν καὶ τοῖς µετ᾿ αὐτοῦ. καὶ τῷ παλαιῷ οὐ 37 37 συµφωνεῖ τὸ ἀπὸ τοῦ καινοῦ. ὁπότε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ ὄντες . ὃ ἐποίησεν ∆αυίδ. ῎Εκτεινον τὴν χεῖρά σου. 2 2 καὶ ἤσθιον. 8 8 Αὐτὸς δὲ ᾔδει τοὺς διαλογισµοὺς αὐτῶν. 1 6 ᾿Εγένετο δὲ ἐν σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ διαπορεύεσθαι αὐτὸν διὰ τῶν σπορίµων· καὶ ἔτιλλον οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ τοὺς στάχυας. ᾿Επερωτήσω ὑµᾶς τί. Καὶ οὐδεὶς ϐάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ µήγε. ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. ῥήξει ὁ νέος οἶνος τοὺς ἀσκούς. ῾Ο δὲ 9 9 ἀναστὰς ἔστη. ῎Εγειραι. ∆ιὰ τί οἱ µαθηταὶ ᾿Ιωάννου νηστεύουσιν πυκνά. ῾Ο δὲ ἐποίησεν καὶ 11 11 ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη. καὶ εἶπεν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ξηρὰν ἔχοντι τὴν χεῖρα. Αὐτοὶ δὲ ἐπλήσθησαν ἀνοίας· καὶ διελάλουν πρὸς ἀλλήλους. ῎Ελεγεν δὲ καὶ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς ὅτι Οὐδεὶς ἐπίβληµα ἱµατίου καινοῦ ἐπιβάλλει ἐπὶ ἱµάτιον παλαιόν· εἰ δὲ µήγε. τί ἂν ποιήσειαν τῷ ᾿Ιησοῦ. ὁµοίως καὶ 34 34 οἱ τῶν Φαρισαίων· οἱ δὲ σοὶ ἐσθίουσιν καὶ πίνουσιν . Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. 32 Οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους. ῎Εξεστιν τοῖς σάββασιν. ἐν ᾧ ὁ 35 35 νυµφίος µετ᾿ αὐτῶν ἐστιν. ῾Ο παλαιὸς χρηστότερός ἐστιν. καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται. καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἡ 7 7 δεξιὰ ἦν ξηρά. 10 10 ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι . 11 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 94 πρὸς αὐτούς. καὶ ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυµφίος. Οὐδὲ τοῦτο ἀνέγνωτε. τότε νηστεύσου36 36 σιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις. ψώχοντες ταῖς χερσίν. οὓς 5 5 οὐκ ἔξεστιν ϕαγεῖν εἰ µὴ µόνους τοὺς ἱερεῖς . 4 4 ῾Ως εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ϑεοῦ. 32 . ᾿Αλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινοὺς ϐλητέον. Τινὲς δὲ τῶν Φαρισαίων εἶ3 3 πον αὐτοῖς. Καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἀµφότεροι συντηροῦνται. ῾Ο δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς. καὶ ἔφαγεν. εἶπεν αὐτῷ. ᾿Ελεύσονται δὲ ἡµέραι. καὶ δεήσεις ποιοῦνται. Τί ποιεῖτε ὃ οὐκ ἔξεστιν ποιεῖν ἐν τοῖς σάββασιν . Καὶ περιβλεψάµενος πάντας αὐτούς. Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ.5. εἰ ἐν τῷ σαββάτῳ ϑεραπεύσει· ἵνα εὕρωσιν κατηγορίαν αὐτοῦ. ποιῆσαι νηστεύειν . 38 38 καὶ αὐτὸς ἐκχυθήσεται. Παρετήρουν δὲ οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. καὶ στῆθι εἰς τὸ µέσον. Οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν. καὶ τὸ καινὸν σχίζει.

Οὐαὶ ὑµῖν. ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην. καὶ ἐθεραπεύοντο. οἱ ἐµπεπλησµένοι. καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ ῾Ιερουσαλήµ. 14 Σίµωνα ὃν καὶ ὠνόµασεν Πέτρον. 13 Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡµέρα. οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόµασεν. 23 Χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γάρ. 19 Καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ· ὅτι δύναµις παρ᾿ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑµῶν. Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν. 29 Τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα. ὁ µισθὸς ὑµῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ· κατὰ ταῦτα γὰρ ἐποίουν τοῖς προφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν. ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε. ᾿Αγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑµῶν. 16 ᾿Ιούδαν ᾿Ιακώβου. οἱ γελῶντες νῦν. ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ὀνειδίσωσιν. προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑµᾶς. 27 ᾿Αλλ᾿ ὑµῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν. 15 Ματθαῖον καὶ Θωµᾶν. 22 Μακάριοί ἐστε. καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.95 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 12 6. 12–32 ᾿Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡµέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι· καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ ϑεοῦ. οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ. καὶ ὑµεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁµοίως. 20 Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλµοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγεν. ὅτι γελάσετε. καὶ ὄχλος µαθητῶν αὐτοῦ. καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑµᾶς. προσεφώνησεν τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ· καὶ ἐκλεξάµενος ἀπ᾿ αὐτῶν δώδεκα. 24 Πλὴν οὐαὶ ὑµῖν τοῖς πλουσίοις. καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος. 21 Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν. καὶ τὸν χιτῶνα µὴ κωλύσῃς. Φίλιππον καὶ Βαρθολοµαῖον. 25 Οὐαὶ ὑµῖν. 28 εὐλογεῖτε τοὺς καταρωµένους ὑµῖν. ὅτι πεινάσετε. ὅταν µισήσωσιν ὑµᾶς οἱ ἄνθρωποι. ὅτι ὑµετέρα ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. 32 Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 . 26 Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑµᾶς εἴπωσιν οἱ ἄνθρωποι· κατὰ ταῦτα γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν. 31 Καὶ καθὼς ϑέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑµῖν οἱ ἄνθρωποι. καὶ Σίµωνα τὸν καλούµενον Ζηλωτήν. ὃς καὶ ἐγένετο προδότης. 30 Παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου· καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ µὴ ἀπαίτει. καλῶς ποιεῖτε τοῖς µισοῦσιν ὑµᾶς. ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 17 Καὶ καταβὰς µετ᾿ αὐτῶν. Μακάριοι οἱ πτωχοί. καὶ ᾿Ιούδαν ᾿Ισκαριώτην. ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ ῾Αλφαίου. καὶ ἐκβάλωσιν τὸ ὄνοµα ὑµῶν ὡς πονηρόν. πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην· καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱµάτιον. καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν· 18 καὶ οἱ ὀχλούµενοι ὑπὸ πνευµάτων ἀκαθάρτων. ὅτι χορτασθήσεσθε.

Οὐχὶ ἀµφότεροι εἰς ϐόθυνον πεσοῦνται . Μήτι δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν . 39 Εἶπεν δὲ παραβολὴν αὐτοῖς. Καὶ γὰρ οἱ ἁµαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσιν. ποία ὑµῖν χάρις ἐστίν . καὶ δανείζετε. 42 ῍Η πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ἀδελφῷ σου. ᾿Αδελφέ. 41 Τί δὲ ϐλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλµῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου. 33–49 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46. κύριε. ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλµῷ σου. Καὶ γὰρ οἱ ἁµαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν. 45 ῾Ο ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ ϑησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν. τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ ὀφθαλµῷ οὐ κατανοεῖς . ποία ὑµῖν χάρις ἐστίν . καὶ οὐ µὴ κριθῆτε. καὶ δοθήσεται ὑµῖν· µέτρον καλόν. Οὐ γὰρ ἐξ ἀκανθῶν συλλέγουσιν σῦκα. 33 Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑµᾶς. 34 Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν. 47 48 49 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 96 ὑµᾶς.6. πεπιεσµένον καὶ σεσαλευµένον καὶ ὑπερεκχυνόµενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑµῶν. καὶ ἀπολυθήσεσθε· 38 δίδοτε. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρµονες. οὐδὲ ἐκ ϐάτου τρυγῶσιν σταφυλήν. 47 Πᾶς ὁ ἐρχόµενος πρός µε καὶ ἀκούων µου τῶν λόγων καὶ ποιῶν αὐτούς. Καὶ γὰρ ἁµαρτωλοὶ ἁµαρτωλοῖς δανείζουσιν. καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ ϑησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ πονηρόν· ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύµατος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόµα αὐτοῦ. ὃς ἔσκαψεν καὶ ἐβάθυνεν. ἵνα ἀπολάβωσιν τὰ ἴσα. αὐτὸς τὴν ἐν τῷ ὀφθαλµῷ σου δοκὸν οὐ ϐλέπων . Τῷ γὰρ αὐτῷ µέτρῳ ᾧ µετρεῖτε ἀντιµετρηθήσεται ὑµῖν. καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω . ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλµοῦ σου. καὶ ἔθηκεν ϑεµέλιον ἐπὶ τὴν πέτραν· πληµµύρας δὲ γενοµένης. καὶ ἀγαθοποιεῖτε. προσέρρηξεν ὁ ποταµὸς τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ. 49 ῾Ο δὲ ἀκούσας καὶ µὴ ποι- . Μὴ καταδικάζετε. καὶ οὐ µὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε. µηδὲν ἀπελπίζοντες· καὶ ἔσται ὁ µισθὸς ὑµῶν πολύς. καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου· ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. ῾Υποκριτά. καὶ οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι αὐτήν· τεθεµελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. 40 Οὐκ ἔστιν µαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ· κατηρτισµένος δὲ πᾶς ἔσται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. 43 Οὐ γάρ ἐστιν δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν· οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν. καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑµῶν οἰκτίρµων ἐστίν. ὑποδείξω ὑµῖν τίνι ἐστὶν ὅµοιος· 48 ὅµοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδοµοῦντι οἰκίαν. 35 Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑµῶν. 37 Καὶ µὴ κρίνετε. καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλµῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κύριε. ποία ὑµῖν χάρις ἐστίν . 44 ῞Εκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται. 46 Τί δέ µε καλεῖτε.

καὶ εἶπεν αὐτῇ. καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπεν. καὶ αὐτὴ χήρα· καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς σὺν αὐτῇ. Σὺ εἶ ὁ ἐρχόµενος. 8 Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰµι ὑπὸ ἐξουσίαν τασσόµενος. Λέγω ὑµῖν. καὶ λέγω τούτῳ. 16 ῎Ελαβεν 16 δὲ ϕόβος πάντας. ῎Ηδη δὲ αὐτοῦ οὐ 6 µακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας. λέγων αὐτῷ. καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ. 2 ῾Εκατοντάρχου δέ τινος 2 δοῦλος κακῶς ἔχων ἔµελλεν τελευτᾷν. 6 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ. Καὶ εἶπεν.97 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 7. υἱὸς µονογενὴς τῇ µητρὶ αὐτοῦ. ἐγέρθητι. Καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ µητρὶ αὐτοῦ. καὶ ὄχλος πολύς. Νεανίσκε. καὶ εὐθέως ἔπεσεν. 12 ῾Ως δὲ ἤγγισεν τῇ πύλῃ τῆς πόλεως. 3 ᾿Α. λέγοντες ὅτι ῎Αξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο· 5 ἀ. ἀπέστειλεν πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν ᾿Ιουδαίων. 11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς. Πορεύθητι. 14 Καὶ 14 προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ· οἱ δὲ ϐαστάζοντες ἔστησαν. καὶ ἰδού. 12 ἐξεκοµίζετο τεθνηκώς. 10 Καὶ ὑποστρέψαν. Κύριε. καὶ ὅτι ᾿Επεσκέψατο ὁ ϑεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ. Μὴ κλαῖε. καὶ ἐδόξαζον τὸν ϑεόν. καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς µου. 4 Οἱ δέ. 15 καὶ ἤρξατο λαλεῖν.18 των. ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιµος. µὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰµι ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην µου εἰσέλθῃς· 7 διὸ οὐδὲ ἐµαυτὸν ἠ. ἐρωτῶν αὐτόν. παρεκάλουν 4 αὐτὸν σπουδαίως. καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ µου. καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆγµα τῆς οἰκίας ἐκείνης µέγα. 15 Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρός. 18 Καὶ ἀπήγγειλαν ᾿Ιωάννῃ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ περὶ πάντων τού. ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ. καὶ ποιεῖ.5 γαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡµῶν.3 κούσας δὲ περὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ. 17 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ περὶ 17 αὐτοῦ. 1–19 ήσας ὅµοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδοµήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν γῆν χωρὶς ϑεµελίου· ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταµός. σοὶ λέγω.10 τες οἱ πεµφθέντες εἰς τὸν οἶκον εὗρον τὸν ἀσθενοῦντα δοῦλον ὑγιαίνοντα. Ποίησον τοῦτο. ἔχων ὑπ᾿ 8 ἐµαυτὸν στρατιώτας. λέγων. ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουµένην 11 Ναι΅ν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοί. λέγοντες ὅτι Προφήτης µέγας ἐγήγερται ἐν ἡµῖν. οὔτε ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.9 τόν. 13 Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ 13 κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ. καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόµησεν ἡµῖν.7 ξίωσα πρὸς σὲ ἐλθεῖν· ἀλλ᾿ εἰπὲ λόγῳ. παραγενόµενοι πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. εἰσῆλθεν εἰς Καπερναούµ. 19 Καὶ προσκαλεσάµενος δύο τινὰς τῶν µαθητῶν αὐτοῦ ὁ 19 ᾿Ιωάννης ἔπεµψεν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. 9 ᾿Ακούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύµασεν αὐ. ἢ . ἔπεµψεν πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος ϕίλους. 1 ᾿Επεὶ δὲ ἐπλήρωσεν πάντα τὰ ῥήµατα αὐτοῦ εἰς τὰς ἀκοὰς 7 τοῦ λαοῦ. ῎Ερχου.

Κάλαµον ὑπὸ ἀνέµου σαλευόµενον . Ηὐλήσαµεν ὑµῖν. Πορευθέντες ἀπαγγείλατε ᾿Ιωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν. νεκροὶ ἐγείρονται. 38 καὶ στᾶσα παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ ὀπίσω κλαίουσα. ᾿Ιωάννης ὁ ϐαπτιστὴς ἀπέσταλκεν ἡµᾶς πρός σε. ἥτις ἦν ἁµαρτωλός. 22 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. µὴ ϐαπτισθέντες ὑπ᾿ αὐτοῦ. ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν µου πρὸ προσώπου σου. καὶ λέγετε. 37 Καὶ ἰδού. 36 ᾿Ηρώτα δέ τις αὐτὸν τῶν Φαρισαίων ἵνα ϕάγῃ µετ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἶκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη. 27 Οὗτός ἐστιν περὶ οὗ γέγραπται. καὶ ἤλειφεν . καὶ οὐκ ἐκλαύσατε. 35 Καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς πάντων. ϕίλος τελωνῶν καὶ ἁµαρτωλῶν. καὶ λέγετε. Τί ἐξεληλύθατε εἰς τὴν ἔρηµον ϑεάσασθαι . ἄνθρωπος ϕάγος καὶ οἰνοπότης. ἤρξατο ϐρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσιν. καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ. ἢ ἄλλον προσδοκῶµεν . κοµίσασα ἀλάβαστρον µύρου. λέγων. οἱ ἐν ἱµατισµῷ ἐνδόξῳ καὶ τρυφῇ ὑπάρχοντες ἐν τοῖς ϐασιλείοις εἰσίν. πτωχοὶ εὐαγγελίζονται· 23 καὶ µακάριός ἐστιν. ῎Ανθρωπον ἐν µαλακοῖς ἱµατίοις ἠµφιεσµένον . ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔµπροσθέν σου.ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 7. ᾿Ιδού. κωφοὶ ἀκούουσιν. Ναί. ὃς ἐὰν µὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐµοί. καὶ τίνι εἰσὶν ὅµοιοι . 26 ᾿Αλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν . 33 ᾿Ελήλυθεν γὰρ ᾿Ιωάννης ὁ ϐαπτιστὴς µήτε ἄρτον ἐσθίων µήτε οἶνον πίνων. ᾿Ιδού. καὶ προσφωνοῦσιν ἀλλήλοις. 28 Λέγω γὰρ ὑµῖν. 24 ᾿Απελθόντων δὲ τῶν ἀγγέλων ᾿Ιωάννου. χωλοὶ περιπατοῦσιν. ϐαπτισθέντες τὸ ϐάπτισµα ᾿Ιωάννου· 30 οἱ δὲ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νοµικοὶ τὴν ϐουλὴν τοῦ ϑεοῦ ἠθέτησαν εἰς ἑαυτούς. 25 ᾿Αλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν . 29 Καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀκούσας καὶ οἱ τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν ϑεόν. µείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης ᾿Ιωάννου τοῦ ϐαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ὁ δὲ µικρότερος ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ µείζων αὐτοῦ ἐστιν. Σὺ εἶ ὁ ἐρχόµενος. 20–38 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 20 98 ἄλλον προσδοκῶµεν . ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου. 32 ῞Οµοιοί εἰσιν παιδίοις τοῖς ἐν ἀγορᾷ καθηµένοις. Παραγενόµενοι δὲ πρὸς αὐτὸν οἱ ἄνδρες εἶπον. ∆αιµόνιον ἔχει· 34 ἐλήλυθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων. καὶ περισσότερον προφήτου. ἤρξατο λέγειν τοῖς ὄχλοις περὶ ᾿Ιωάννου. καὶ τυφλοῖς πολλοῖς ἐχαρίσατο τὸ ϐλέπειν. καὶ λέγουσιν. γυνὴ ἐν τῇ πόλει. λέγω ὑµῖν. ᾿Ιδού. λεπροὶ καθαρίζονται. καὶ οὐκ ὠρχήσασθε· ἐθρηνήσαµεν ὑµῖν. Προφήτην . καὶ ταῖς ϑριξὶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέµασσεν. 31 Τίνι οὖν ὁµοιώσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεᾶς ταύτης. 21 ᾿Εν αὐτῇ δὲ τῇ ὥρᾳ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ µαστίγων καὶ πνευµάτων πονηρῶν.

4 Συνιόντος δὲ ὄχλου πολλοῦ. 47 Οὗ χάριν. ὅτι ἁµαρτωλός ἐστιν. ἀµφοτέροις ἐχαρίσατο. ∆ιδάσκαλε. 8 Καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν. Οὗτος. 42 Μὴ 42 ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι. 43 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Σίµων 43 εἶπεν. αἵτινες διηκόνουν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς. διὰ τὸ µὴ ἔχειν ἰκµάδα. καὶ 6 ϕυὲν ἐξηράνθη. εἰπέ. 1 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς. ἀφ᾿ ἧς δαιµόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει. εἰπέ. ῾Υπολαµβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. 48 Εἶπεν δὲ 48 αὐτῇ. ὀλίγον ἀγαπᾷ. 3 καὶ 3 ᾿Ιωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου ῾Ηρῴδου. ὅτι 47 ἠγάπησεν πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται.46 λήν µου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ µύρῳ ἤλειψέν µου τοὺς πόδας. ἀφέωνται αἱ ἁµαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί. λέγω σοι. ᾿Αφέωνταί σου αἱ ἁµαρτίαι.4 µένων πρὸς αὐτόν. ῾Ο δέ ϕησιν. 40 Καὶ ἀποκριθεὶς 40 ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ. καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό. 6 Καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν. 8 τῷ µύρῳ. 44 Καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα. ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 45 Φίληµά µοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δέ. 39–8.49 νοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς. τῷ Σίµωνι 44 ἔφη. 45 οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά µου τοὺς πόδας. καὶ κατεπατήθη. . 5 ᾿Εξῆλθεν ὁ σπείρων 5 τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ· καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτόν. Τίς οὖν αὐτῶν. ῾Η πίστις σου σέσωκέν σε· πορεύου 50 εἰς εἰρήνην. 41 ∆ύο χρεωφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινί· ὁ 41 εἷς ὤφειλεν δηνάρια πεντακόσια. ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. καὶ ταῖς ϑριξὶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέµαξεν. ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας µου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέν µου τοὺς πόδας. καὶ συµφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁµαρτίας ἀφίησιν . ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ. καὶ Σουσάννα. 2 καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τε.99 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 39 7. ὃ µὲν ἔπεσεν παρὰ τὴν ὁδόν. καὶ ϕυὲν ἐποίησεν 8 καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. 46 ᾿Ελαίῳ τὴν κεφα. εἰ ἦν προφήτης. εἶπεν διὰ παραβολῆς. Εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν. Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα . καὶ τῶν κατὰ πόλιν ἐπιπορευο. κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόµενος τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ· καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ. ἔχω σοί τι εἰπεῖν. Μαρία ἡ καλουµένη Μαγδαληνή. καὶ ἕτεραι πολλαί. πλεῖον αὐτὸν ἀγαπήσει . Ταῦτα λέγων ἐφώνει. ἀφ᾿ ἧς εἰσῆλθον.2 θεραπευµέναι ἀπὸ πνευµάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ 39 λέγων. Σίµων. ᾿Ορθῶς ἔκρινας. καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν 8 καὶ κώµην. 50 Εἶπεν δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα. 7 Καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν 7 µέσῳ τῶν ἀκανθῶν. 49 Καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείµε.

8. οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες. Τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη . 9–27 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 9 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 100 ᾿Επηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς ϕανερὸν ἔλθῃ. Φοβηθέντες δὲ ἐθαύµασαν. καὶ ἐκινδύνευον. ἀπολλύµεθα. 25 Εἶπεν δὲ αὐτοῖς. καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. ἐπιστάτα. οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ. 16 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει. 10 ῾Ο δὲ εἶπεν. 15 Τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ. καὶ ἀκούοντες µὴ συνιῶσιν. Ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑµῶν . οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσιν. ὃς εἶχεν δαιµόνια ἐκ . δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς ἐὰν µὴ ἔχῃ. 19 Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ µήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. 26 Καὶ κατέπλευσαν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν. ἵνα µὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. καὶ ἐγένετο γαλήνη. ἀλλ᾿ ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν. 23 Πλεόντων δὲ αὐτῶν ἀφύπνωσεν· καὶ κατέβη λαῖλαψ ἀνέµου εἰς τὴν λίµνην. µετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον. Τίς ἄρα οὗτός ἐστιν. ἥτις ἐστὶν ἀντιπέραν τῆς Γαλιλαίας. 17 Οὐ γάρ ἐστιν κρυπτόν. 20 Καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως. ἵνα οἱ εἰσπορευόµενοι ϐλέπωσιν τὸ ϕῶς. ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν. 22 Καὶ ἐγένετο ἐν µιᾷ τῶν ἡµερῶν. καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. λεγόντων. 24 Προσελθόντες δὲ διήγειραν αὐτόν. οἱ τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν. 27 ᾿Εξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν. 18 Βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε· ὃς γὰρ ἐὰν ἔχῃ. καὶ ὑπὸ µεριµνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ ϐίου πορευόµενοι συµπνίγονται. 14 Τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν. καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν. 11 ῎Εστιν δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ῾Ο σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ ϑεοῦ. καὶ ἐν καιρῷ πειρασµοῦ ἀφίστανται. καὶ οὐ τελεσφοροῦσιν. ἵνα ϐλέποντες µὴ ϐλέπωσιν. ᾿Επιστάτα. ὅταν ἀκούσωσιν. Μήτηρ µου καὶ ἀδελφοί µου οὗτοί εἰσιν. λέγοντες. ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς ἐπετίµησεν τῷ ἀνέµῳ καὶ τῷ κλύδωνι τοῦ ὕδατος· καὶ ἐπαύσαντο. ῾Υµῖν δέδοται γνῶναι τὰ µυστήρια τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ· τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς. ἰδεῖν σε ϑέλοντες. ὃ οὐ ϕανερὸν γενήσεται· οὐδὲ ἀπόκρυφον. 13 Οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἵ. καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑποµονῇ. ∆ιέλθωµεν εἰς τὸ πέραν τῆς λίµνης· Καὶ ἀνήχθησαν. ῾Η µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω. 12 Οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούοντες. 21 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς. ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσιν. καὶ αὐτὸς ἐνέβη εἰς πλοῖον καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν. καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. καὶ συνεπληροῦντο. λέγοντες. καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ . λέγοντες πρὸς ἀλλήλους. ὅτι καὶ τοῖς ἀνέµοις ἐπιτάσσει καὶ τῷ ὕδατι.

καὶ ἀπεπνίγη. καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔµενεν. καὶ διαρρήσσων τὰ δεσµὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίµονος εἰς τὰς ἐρήµους. ᾿Ιησοῦ. 33 ᾿Εξελθόντα δὲ τὰ δαιµόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρµησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρηµνοῦ εἰς τὴν λίµνην. ∆έοµαί σου. 36 ᾿Απήγγειλαν δὲ αὐτοῖς καὶ οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιµονισθείς. καὶ ἱµάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο. 34 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ ϐόσκοντες τὸ γεγενηµένον ἔφυγον. ἱµατισµένον καὶ σωφρονοῦντα. 35 ᾿Εξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός· καὶ ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. ῾Ο δὲ εἶπεν. Καὶ ἀπῆλθεν. Καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 40 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ὑποστρέψαι τὸν ᾿Ιησοῦν. 28–44 χρόνων ἱκανῶν. καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 31 Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα µὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 29 Παρήγγειλεν γὰρ τῷ πνεύµατι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου· πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν. καὶ ἐδεσµεῖτο ἁλύσεσιν καὶ πέδαις ϕυλασσόµενος. καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέν σοι ὁ ϑεός. 38 ᾿Εδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνὴρ ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιµόνια εἶναι σὺν αὐτῷ. ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνοµα ᾿Ιάειρος. ᾿Απέλυσεν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων. καὶ ἀνακράξας. 43 Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵµατος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα.101 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8. 41 Καὶ ἰδού. 37 Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν. 30 ᾿Επηρώτησεν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· 42 ὅτι ϑυγάτηρ µονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα. καὶ ϕωνῇ µεγάλῃ εἶπεν. 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν. ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν ϐίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς ϑεραπευθῆναι. 28 ᾿Ιδὼν δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν. καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱµατίου αὐτοῦ· καὶ παραχρῆµα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵµατος 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 . Λεγεών· ὅτι δαιµόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν. 32 ῏Ην δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν ϐοσκοµένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν. µή µε ϐασανίσῃς. παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἐφοβήθησαν. ἀπεδέξατο αὐτὸν ὁ ὄχλος· ἦσαν γὰρ πάντες προσδοκῶντες αὐτόν. λέγων. ἀλλ᾿ ἐν τοῖς µνήµασιν. καὶ εὗρον καθήµενον τὸν ἄνθρωπον ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιµόνια ἐξεληλύθει. ὅτι ϕόβῳ µεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐµβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Τί σοι ἐστὶν ὄνοµα . 39 ῾Υπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου. Τί ἐµοὶ καὶ σοί. προσέπεσεν αὐτῷ. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. υἱὲ τοῦ ϑεοῦ τοῦ ὑψίστου . καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχεν.

Μηδὲν αἴρετε εἰς τὴν ὁδόν· µήτε ῥάβδους. 4 4 µήτε ἀνὰ δύο χιτῶνας ἔχειν. Μὴ κλαίετε· 53 53 οὐκ ἀπέθανεν. ᾿Ιδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν. 10 45 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 102 αὐτῆς. µήτε ἀργύριον. περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα . εἰδότες 54 54 ὅτι ἀπέθανεν. Μόνον πίστευε. 51 51 Μὴ ϕοβοῦ.8. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε. 49 49 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς µηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός. 5 5 ἐκεῖ µένετε. λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ ϑυγάτηρ σου· µὴ σκύλλε τὸν 50 50 διδάσκαλον. ῞Ηψατό µού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων 47 47 δύναµιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐµοῦ. Καὶ ὅσοι ἐὰν µὴ δέξωνται ὑµᾶς. Καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν. ἐξερχόµενοι ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης καὶ τὸν κονιορτὸν 6 6 ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑµῶν ἀποτινάξατε εἰς µαρτύριον ἐπ᾿ αὐτούς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 1 Συγκαλεσάµενος δὲ τοὺς δώδεκα. εὐαγγελιζόµενοι καὶ ϑεραπεύοντες πανταχοῦ. καὶ κρατήσας τῆς 55 55 χειρὸς αὐτῆς. ἔδωκεν αὐτοῖς δύναµιν καὶ 9 2 2 ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιµόνια. 10 10 Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ἀπόστολοι διηγήσαντο αὐτῷ ὅσα ἐποί45 . 45–9. Τίς ὁ ἁψάµε46 46 νός µου . ῾Η παῖς ἔγειρου. καὶ ἰᾶσθαι 3 3 τοὺς ἀσθενοῦντας. καὶ ὡς 48 48 ἰάθη παραχρῆµα. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ. εἰ µὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην 52 52 καὶ ᾿Ιάκωβον. ἀλλὰ καθεύδει. ἐφώνησεν λέγων. καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ. 7 7 ῎Ηκουσεν δὲ ῾Ηρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γινόµενα ὑπ᾿ αὐτοῦ πάντα· καὶ διηπόρει. καὶ νόσους ϑεραπεύειν. καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. Καὶ ἐπέστρεψεν τὸ πνεῦµα αὐτῆς. καὶ ἀνέστη παραχρῆµα· καὶ διέταξεν αὐτῇ 56 56 δοθῆναι ϕαγεῖν. εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ µετ᾿ αὐτοῦ. Θάρσει. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου. δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ. ῎Εκλαιον δὲ πάντες. Καὶ εἰς ἣν ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε. Καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. ᾿Επιστάτα. µήτε ἄρτον. καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν µητέρα. ῾Ο δὲ εἶπεν. οἱ ὄχλοι συνέχουσίν σε καὶ ἀποθλίβουσιν. διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι ᾿Ιωάννης ἐ8 8 γήγερται ἐκ νεκρῶν· ὑπό τινων δὲ ὅτι ᾿Ηλίας ἐφάνη· ἄλλων δὲ 9 9 ὅτι Προφήτης εἷς τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. ἡ πίστις σου σέσωκέν σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ᾿Εξερχόµενοι δὲ διήρχοντο κατὰ τὰς κώµας. Τίς ὁ ἁψάµενός µου . τρέµουσα ἦλθεν. ᾿Αρνουµένων δὲ πάντων. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας. ᾿Ιωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος. ᾿Ελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν. λέγων. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ. ϑύγατερ. καὶ λέγεις. οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα. µήτε πήραν. καὶ σωθήσεται. Καὶ εἶπεν ῾Ηρῴδης.

ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν. ῾Υµεῖς δὲ τίνα µε λέγετε εἶναι . 22 εἰπὼν ὅτι ∆εῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν. καὶ κατέκλασεν. Οἱ δὲ εἶπον. καὶ ἀποδοκιµασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραµµατέων. 25 Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος. 23 ῎Ελεγεν δὲ πρὸς πάντας. εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας ϑεραπείας ἰᾶτο. καὶ ἀκολουθείτω µοι. κερδήσας τὸν κόσµον ὅλον. ἕως ἂν ἴδωσιν τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. οἳ οὐ µὴ γεύσωνται ϑανάτου. 17 Καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν πάντες· καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασµάτων. 21 ῾Ο δὲ ἐπιτιµήσας αὐτοῖς παρήγγειλεν µηδενὶ εἰπεῖν τοῦτο. 26 ῝Ος γὰρ ἂν ἐπαισχυνθῇ µε καὶ τοὺς ἐµοὺς λόγους. καὶ εὕρωσιν ἐπισιτισµόν· ὅτι ὧδε ἐν ἐρήµῳ τόπῳ ἐσµέν. κόφινοι δώδεκα. καὶ τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἀποκτανθῆναι. καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. ᾿Ιωάννην τὸν ϐαπτιστήν· ἄλλοι δὲ ᾿Ηλίαν· ἄλλοι δέ. 20 Εἶπεν δὲ αὐτοῖς. ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων. ∆ότε αὐτοῖς ὑµεῖς ϕαγεῖν. ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐµοῦ. 11 Οἱ δὲ ὄχλοι γνόντες ἠκολούθησαν αὐτῷ· καὶ δεξάµενος αὐτούς. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν. ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ. Εἶπεν δὲ πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. ὑπεχώρησεν κατ᾿ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρηµον πόλεως καλουµένης Βηθσαι¨δάν. λέγων.103 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9. 19 Οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον. εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστώτων. 24 ῝Ος γὰρ ἐὰν ϑέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι. Καὶ παραλαβὼν αὐτούς. 27 Λέγω δὲ ὑµῖν ἀληθῶς. 18 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόµενον καταµόνας. ὅτι Προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. Τὸν χριστὸν τοῦ ϑεοῦ. 28 ᾿Εγένετο δὲ µετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡµέραι ὀκτώ. 13 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς. οὗτος σώσει αὐτήν. 12 ῾Η δὲ ἡµέρα ἤρξατο κλίνειν· προσελθόντες δὲ οἱ δώδεκα εἶπον αὐτῷ. καὶ ἐδίδου τοῖς µαθηταῖς παρατιθέναι τῷ ὄχλῳ. ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 . εἰ µήτι πορευθέντες ἡµεῖς ἀγοράσωµεν εἰς πάντα τὸν λαὸν τοῦτον ϐρώµατα. 14 ῏Ησαν γὰρ ὡσεὶ ἄνδρες πεντακισχίλιοι. Οὐκ εἰσὶν ἡµῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο. καὶ παραλαβὼν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον. ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ Ϲηµιωθείς . ᾿Απόλυσον τὸν ὄχλον. Εἴ τις ϑέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν. Τίνα µε λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι . 16 Λαβὼν δὲ τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας. Κατακλίνατε αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα. 11–28 ησαν. συνῆσαν αὐτῷ οἱ µαθηταί· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτούς. καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας. ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν. τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται. 15 Καὶ ἐποίησαν οὕτως. ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κύκλῳ κώµας καὶ τοῦς ἀγροὺς καταλύσωσιν.

Καὶ ἐγένετο. 32 ῾Ο δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν ϐεβαρηµένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ. ἵνα µὴ αἴσθωνται αὐτό· καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήµατος τούτου. ῏Ω γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραµµένη. 48 καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ∆ιδάσκαλε. οἵτινες ἦσαν Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας. συντρῖβον αὐτόν. 37 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῇ ἑξῆς ἡµέρᾳ. καὶ ἀνέξοµαι ὑµῶν . 36 Καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν ϕωνήν. 42 ῎Ετι δὲ προσερχοµένου αὐτοῦ. λέγων. τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον. 45 Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆµα τοῦτο. ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ὄχλου ἀνεβόησεν. καὶ µίαν ᾿Ηλίᾳ· µὴ εἰδὼς ὃ λέγει. Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός µου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε. 33 Καὶ ἐγένετο. εἶπεν πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. πνεῦµα λαµβάνει αὐτόν. µίαν σοί. 38 Καὶ ἰδού. ἐπιλαβόµενος παιδίου. 47 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἰδὼν τὸν διαλογισµὸν τῆς καρδίας αὐτῶν. Καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν. καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡµέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν. καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν. ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιµόνιον καὶ συνεσπάραξεν· ἐπετίµησεν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύµατι τῷ ἀκαθάρτῳ. ἐπιβλέψαι ἐπὶ τὸν υἱόν µου. ἕως πότε ἔσοµαι πρὸς ὑµᾶς. λέγουσα. 40 Καὶ ἐδεήθην τῶν µαθητῶν σου ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτό. 43 ᾿Εξεπλήσσοντο δὲ πάντες ἐπὶ τῇ µεγαλειότητι τοῦ ϑεοῦ. δέοµαί σου. 30 Καὶ ἰδού. 29–48 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 29 104 προσεύξασθαι. 34 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος. καὶ ἐξαίφνης κράζει. 44 Θέσθε ὑµεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑµῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου µέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. ἔστησεν αὐτὸ παρ᾿ ἑαυτῷ. 31 οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔµελλεν πληροῦν ἐν ῾Ιερουσαλήµ. ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ ἐκείνους εἰσελθεῖν εἰς τὴν νεφέλην.ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9. καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ. εἶπεν Πέτρος πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ἦν παρακεκαλυµµένον ἀπ᾿ αὐτῶν. Πάντων δὲ ϑαυµαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς. ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ. καλόν ἐστιν ἡµᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωµεν σκηνὰς τρεῖς. εὑρέθη ὁ ᾿Ιησοῦς µόνος. 46 Εἰσῆλθεν δὲ διαλογισµὸς ἐν αὐτοῖς. ὅτι µονογενής ἐστίν µοι· 39 καὶ ἰδού. καὶ µόγις ἀποχωρεῖ ἀπ᾿ αὐτοῦ. ῝Ος ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου ἐµὲ . καὶ ἰάσατο τὸν παῖδα. ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ. καὶ µίαν Μωσῇ. καὶ σπαράσσει αὐτὸν µετὰ ἀφροῦ. 41 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτόν. κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους. Προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε. ᾿Επιστάτα. 35 Καὶ ϕωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης. καὶ ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ. τὸ τίς ἂν εἴη µείζων αὐτῶν. καὶ ὁ ἱµατισµὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων.

οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι. εἴδοµέν τινα ἐπὶ 49 τῷ ὀνόµατί σου ἐκβάλλοντα δαιµόνια· καὶ ἐκωλύσαµεν αὐτόν. µὴ πήραν. καὶ ϐλέπων εἰς τὰ ὀπίσω. ᾿Ακολουθήσω σοι. 1 Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδοµήκοντα. 49–10. Οὐδείς. καὶ αὐτὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐστήριξεν τοῦ πορεύεσθαι εἰς ῾Ιερουσαλήµ. 10 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἔµελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι. Κύριε. 51 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ συµπληροῦσθαι τὰς ἡµέρας τῆς ἀναλή. 52 καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸ προ. ∆εήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ϑερισµοῦ. 58 Καὶ εἶπεν αὐ.4 ποδήµατα· καὶ µηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε. ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον. ῾Ο µὲν ϑερισµὸς πολύς. Μὴ 50 κωλύετε· ὃς γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾿ ἡµῶν ὑπὲρ ἡµῶν ἐστιν. 5 Εἰς ἣν δ᾿ ἂν 5 οἰκίαν εἰσέρχησθε. ὥστε ἑτοιµάσαι αὐτῷ. Καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν κώµην. ῎Αφες τοὺς νεκροὺς ϑάψαι 60 τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. ᾿Ακολουθήσω σοι ὅπου ἂν ἀπέρχῃ. 6 δέχεται· καὶ ὃς ἐὰν ἐµὲ δέξηται δέχεται τὸν ἀποστείλαντά µε· ὁ γὰρ µικρότερος ἐν πᾶσιν ὑµῖν ὑπάρχων οὗτος ἔσται µέγας. ἐγὼ ἀποστέλλω ὑµᾶς ὡς ἄρνας 3 ἐν µέσῳ λύκων. ᾿Ακολούθει µοι. καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς.61 τον δὲ ἐπίτρεψόν µοι ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν οἶκόν µου. ἀλλὰ σῶσαι. 57 ᾿Εγένετο δὲ πορευοµένων αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ. ϑέλεις εἴπωµεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι τὸ πρόσωπον 53 αὐτοῦ ἦν πορευόµενον εἰς ῾Ιερουσαλήµ. Κύριε. 53 Καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν. Εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. µηδὲ ὑ. 62 Εἶπεν 62 δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτόν. πρῶτον λέγετε. 60 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 61 Εἶπεν δὲ καὶ ἕτερος. 49 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιωάννης εἶπεν. Αἱ ἀλώπεκες ϕωλεοὺς ἔχουσιν. ὡς καὶ ᾿Ηλίας ἐποίησεν . εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ.52 σώπου αὐτοῦ· καὶ πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς κώµην Σαµαρειτῶν. ᾿Επιστάτα. ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ µεθ᾿ ἡµῶν. 54 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ µαθηταὶ 54 αὐτοῦ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης εἶπον. καὶ εἶπεν. κύριε. 55 Στραφεὶς δὲ ἐπετίµησεν αὐτοῖς. 50 Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς.51 ψεως αὐτοῦ. 4 Μὴ ϐαστάζετε ϐαλάντιον. 6 Καὶ 6 . εἶπέν τις πρὸς 57 αὐτόν.58 τῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 59 Εἶπεν δὲ πρὸς ἕτερον. 2 ῎Ελεγεν οὖν πρὸς 2 αὐτούς. κύριε· πρῶ. ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ϑερισµὸν αὐτοῦ. 3 ῾Υπάγετε· ἰδού. ῾Ο 59 δὲ εἶπεν.105 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9. ἐπίτρεψόν µοι ἀπελθόντι πρῶτον ϑάψαι τὸν πατέρα µου. Οὐκ 55 οἴδατε οἵου πνεύµατός ἐστε ὑµεῖς· 56 ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου 56 οὐκ ἦλθεν ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι.

ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ᾿ αὐτῶν· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ µισθοῦ αὐτοῦ ἐστίν. καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναµιν τοῦ ἐχθροῦ· καὶ οὐδὲν ὑµᾶς οὐ µὴ ἀδικήσῃ. νοµικός τις ἀνέστη. πάτερ. ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε. 19 ᾿Ιδού. 21 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύµατι ὁ ᾿Ιησοῦς. ὁ πατήρ. καὶ εἶπεν. 9 καὶ ϑεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς. ἐσθίετε τὰ παρατιθέµενα ὑµῖν. ἐφ᾿ ὑµᾶς ἀνακάµψει. 10 Εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν εἰσέρχησθε. κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. ᾿Εξοµολογοῦµαί σοι. 15 Καὶ σύ. καὶ ᾧ ἐὰν ϐούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. οὐαί σοι. ἐπαναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑµῶν· εἰ δὲ µήγε. . καὶ οὐκ ἤκουσαν. καὶ λέγετε αὐτοῖς. πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήµεναι µετενόησαν. καὶ τὰ δαιµόνια ὑποτάσσεται ἡµῖν ἐν τῷ ὀνόµατί σου. ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν. ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔµπροσθέν σου. 17 ῾Υπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδοµήκοντα µετὰ χαρᾶς. ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑµᾶς ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. καὶ τίς ἐστιν ὁ πατήρ. ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ ϐασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑµεῖς ϐλέπετε. 23 Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς µαθητὰς κατ᾿ ἰδίαν εἶπεν. εἰ µὴ ὁ υἱός. 7–25 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 106 ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης. 16 ῾Ο ἀκούων ὑµῶν ἐµοῦ ἀκούει· καὶ ὁ ἀθετῶν ὑµᾶς ἐµὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐµὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά µε. εἰ µὴ ὁ πατήρ. ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα. 12 Λέγω ὑµῖν. Κύριε. Μακάριοι οἱ ὀφθαλµοὶ οἱ ϐλέποντες ἃ ϐλέπετε. 7 ᾿Εν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ µένετε. Πάντα µοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός µου· καὶ οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱός. 24 Λέγω γὰρ ὑµῖν. καὶ µὴ δέχωνται ὑµᾶς. 13 Οὐαί σοι. ἢ ὑµῖν. ῎Ηγγικεν ἐφ᾿ ὑµᾶς ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. καὶ λέγων. 20 Πλὴν ἐν τούτῳ µὴ χαίρετε ὅτι τὰ πνεύµατα ὑµῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόµατα ὑµῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Βηθσαι¨δά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάµεις αἱ γενόµεναι ἐν ὑµῖν. καὶ δέχωνται ὑµᾶς. 18 Εἶπεν δὲ αὐτοῖς. ἕως ῞ᾼδου καταβιβασθήσῃ. Χοραζίν. ὅτι Σοδόµοις ἐν τῇ ἡµέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται. ἐκπειράζων αὐτόν. ᾿Εθεώρουν τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 25 Καὶ ἰδού. λέγοντες. 14 Πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει. δίδωµι ὑµῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων. καὶ οὐκ εἶδον· καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε. 8 Καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε. 22 Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς µαθητὰς εἶπεν. Μὴ µεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν. 11 Καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡµῖν ἐκ τῆς πόλεως ὑµῶν ἀποµασσόµεθα ὑµῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε.10. καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί. Καπερναούµ.

καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Πορεύου. 39 Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουµένη Μαρία. ᾿Αγαπήσεις κύριον τὸν ϑεόν σου. ᾿Ελθέτω ἡ ϐασιλεία σου. Πῶς ἀναγινώσκεις . 32 ῾Ο. ᾿Εν τῷ νόµῳ τί γέγραπται . 28 29 ῾Ο δὲ ϑέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπεν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν.107 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 10. 38 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτούς. ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον.35 δωκεν τῷ πανδοχεῖ. 41 ᾿Αποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. ᾿Ορθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει. καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν 38 εἰς κώµην τινά· γυνὴ δέ τις ὀνόµατι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. καὶ ἐπεµελήθη αὐτοῦ. ὡς ἐν οὐρανῷ. ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον· ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος. µεριµνᾷς 41 καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστιν χρεία· Μαρία δὲ τὴν 42 ἀγαθὴν µερίδα ἐξελέξατο. 37 ῾Ο δὲ εἶπεν. 1 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τόπῳ τινὶ προσευχόµενον. καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν. ῎Ανθρωπός 30 τις κατέβαινεν ἀπὸ ῾Ιερουσαλὴµ εἰς ᾿Ιεριχώ. οὐ µέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή µου µόνην µε κατέλειπεν διακονεῖν . εἶπέν τις τῶν µαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν. Κύριε.36 πεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς . καὶ σὺ ποίει ὁµοίως. 33 Σαµαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθεν κατ᾿ αὐτόν. ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔ. ἁγιασθήτω τὸ ὄνοµά σου. καθὼς καὶ ᾿Ιωάννης ἐδίδαξεν τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. 28 Εἶπεν δὲ αὐτῷ. 2 Πάτερ ἡµῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. καὶ 33 ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη. Γενηθήτω τὸ ϑέληµά σου. ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς. 2 Εἶπεν δὲ αὐτοῖς. 36 Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐµ. Εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα µοι συναντιλάβηται. ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου. 26–11. τί ποιήσας Ϲωὴν αἰώνιον κληρονοµήσω . ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί µε ἀποδώσω σοι. Καὶ τίς 29 ἐστίν µου πλησίον . 3 26 ∆ιδάσκαλε. Κύριε. καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου. καὶ εἶπεν αὐτῷ. 35 Καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών. Μάρθα. Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς.34 µατα αὐτοῦ. 27 ῾Ο 27 δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν. λέγετε.32 µοίως δὲ καὶ Λευί¨της γενόµενος κατὰ τὸν τόπον ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν. καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου· καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 34 καὶ προσελθὼν κατέδησεν τὰ τραύ. οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον. Μάρθα. 31 Κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις 31 κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ· καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 39 ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ ἤκουεν τὸν λόγον αὐτοῦ. ῞Οταν προσεύχησθε. ῾Ο δὲ εἶπεν 26 πρὸς αὐτόν. ᾿Επιµελήθητι αὐτοῦ· καὶ ὅ τι ἂν προσδαπανήσῃς. καὶ Ϲήσῃ. 30 ῾Υπολαβὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. δίδαξον ἡµᾶς προσεύχεσθαι. ῾Ο ποιήσας τὸ ἔλεος µετ᾿ 37 αὐτοῦ. 3 Τὸν ἄρτον ἡµῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡµῖν τὸ 3 . 11 ὡς ἐπαύσατο. ἀφέντες ἡµιθανῆ τυγχάνοντα. 40 ῾Η δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· 40 ἐπιστᾶσα δὲ εἶπεν. καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου.

῞Οτι λέγετε. εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστάς. αἰτεῖτε. ἐλάλησεν ὁ κωφός· καὶ ἐθαύµασαν οἱ ὄχλοι. ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾿ ὑµᾶς ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. Ϲητοῦν ἀνάπαυσιν· καὶ µὴ εὑρίσκον λέγει. 8 Λέγω ὑµῖν. 16 ῞Ετεροι δὲ πειράζοντες σηµεῖον παρ᾿ αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ. 20 Εἰ δὲ ἐν δακτύλῳ ϑεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιµόνια. Καὶ µὴ εἰσενέγκῃς ἡµᾶς εἰς πειρασµόν. καὶ πορεύσεται πρὸς αὐτὸν µεσονυκτίου. 10 Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαµβάνει· καὶ ὁ Ϲητῶν εὑρίσκει· καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται. καὶ οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ· 7 κἀκεῖνος ἔσωθεν ἀποκριθεὶς εἴπῃ. ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν µε τὰ δαιµόνια. 17 Αὐτὸς δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὰ διανοήµατα εἶπεν αὐτοῖς. 4–25 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 4 108 καθ᾿ ἡµέραν. ῾Υποστρέψω εἰς τὸν οἶκόν µου ὅθεν ἐξῆλθον. καὶ γὰρ αὐτοὶ ἀφίεµεν παντὶ ὀφείλοντι ἡµῖν. Καὶ ἄφες ἡµῖν τὰς ἁµαρτίας ἡµῶν. ἐν εἰρήνῃ ἐστὶν τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ· 22 ἐπὰν δὲ ὁ ἰσχυρότερος αὐτοῦ ἐπελθὼν νικήσῃ αὐτόν. ἀλλὰ ῥῦσαι ἡµᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. 24 ῞Οταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦµα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. 21 ῞Οταν ὁ ἰσχυρὸς καθωπλισµένος ϕυλάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ αὐλήν. ∆ιὰ τοῦτο κριταὶ ὑµῶν αὐτοὶ ἔσονται. µὴ ἀντὶ ἰχθύος ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ . 5 Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. Μή µοι κόπους πάρεχε· ἤδη ἡ ϑύρα κέκλεισται. καὶ εὑρήσετε· κρούετε. Φίλε. Πᾶσα ϐασιλεία ἐφ᾿ ἑαυτὴν διαµερισθεῖσα ἐρηµοῦται· καὶ οἶκος ἐπὶ οἶκον. 19 Εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιµόνια. καὶ εἴπῃ αὐτῷ. τοῦ δαιµονίου ἐξελθόντος.ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 11. Τίς ἐξ ὑµῶν ἕξει ϕίλον. διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ ϕίλον. 23 ῾Ο µὴ ὢν µετ᾿ ἐµοῦ κατ᾿ ἐµοῦ ἐστιν· καὶ ὁ µὴ συνάγων µετ᾿ ἐµοῦ σκορπίζει. 12 ῍Η καὶ ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν. καὶ τὰ σκῦλα αὐτοῦ διαδίδωσιν. µὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ . πίπτει. χρῆσόν µοι τρεῖς ἄρτους. διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσον χρῄζει. πόσῳ µᾶλλον ὁ πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦµα ἅγιον τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν . 13 Εἰ οὖν ὑµεῖς πονηροὶ ὑπάρχοντες οἴδατε δόµατα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑµῶν. διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων. πῶς σταθήσεται ἡ ϐασιλεία αὐτοῦ . 14 Καὶ ἦν ἐκβάλλων δαιµόνιον. ῍Η καὶ ἰχθύν. 18 Εἰ δὲ καὶ ὁ Σατανᾶς ἐφ᾿ ἑαυτὸν διεµερίσθη. τὴν πανοπλίαν αὐτοῦ αἴρει ἐφ᾿ ᾗ ἐπεποίθει. ᾿Εγένετο δέ. µὴ ἐπιδώσει αὐτῷ σκορπίον . 6 ἐπειδὴ ϕίλος παρεγένετο ἐξ ὁδοῦ πρός µε. οἱ υἱοὶ ὑµῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσιν . 11 Τίνα δὲ ὑµῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ υἱὸς ἄρτον. 15 Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον. ᾿Εν Βεελζεβοὺλ ἄρχοντι τῶν δαιµονίων ἐκβάλλει τὰ δαιµόνια. 25 Καὶ ἐλθὸν . 9 Κἀγὼ ὑµῖν λέγω. καὶ τὰ παιδία µου µετ᾿ ἐµοῦ εἰς τὴν κοίτην εἰσίν· οὐ δύναµαι ἀναστὰς δοῦναί σοι. καὶ ἀνοιγήσεται ὑµῖν. καὶ δοθήσεται ὑµῖν· Ϲητεῖτε. καὶ αὐτὸ ἦν κωφόν.

30 Καθὼς γὰρ ἐγένετο ᾿Ιωνᾶς σηµεῖον τοῖς Νινευί¨ταις. 31 Βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει µετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς γενεᾶς ταύτης. 43 Οὐαὶ ὑµῖν τοῖς Φαρισαίοις. πλεῖον ᾿Ιωνᾶ ὧδε. καὶ κατακρινεῖ αὐτούς· ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολοµῶνος. 32 ῎Ανδρες Νινευι῭ ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει µετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης. 29 Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζοµένων ἤρξατο λέγειν. οὐδὲ ὑπὸ τὸν µόδιον. ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν. οὐχ ὁ ποιήσας τὸ ἔξωθεν καὶ τὸ ἔσωθεν ἐποίησεν . ἐπάρασά τις γυνὴ ϕωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ. 40 ῎Αφρονες. 27 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα. ῾Η γενεὰ αὕτη πονηρά ἐστιν· σηµεῖον ἐπιζητεῖ. καὶ ἐλθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. Τότε πορεύεται καὶ παραλαµβάνει ἑπτὰ ἕτερα πνεύµατα πονηρότερα ἑαυτοῦ. καὶ µαστοὶ οὓς ἐθήλασας. Μακαρία ἡ κοιλία ἡ ϐαστάσασά σε. καὶ σηµεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ. καὶ τὸ σῶµά σου σκοτεινόν. ἵνα οἱ εἰσπορευόµενοι τὸ ϕέγγος ϐλέπωσιν. ὡς ὅταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ ϕωτίζῃ σε. τὸ δὲ ἔσωθεν ὑµῶν γέµει ἁρπαγῆς καὶ πονηρίας. καὶ ἰδού. 44 Οὐαὶ ὑµῖν. 41 Πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεηµοσύνην· καὶ ἰδού. Μενοῦνγε µακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ καὶ ϕυλάσσοντες αὐτόν. καὶ ὅλον τὸ σῶµά σου ϕωτεινόν ἐστιν· ἐπὰν δὲ πονηρὸς ᾖ. ἠρωτᾷ αὐτὸν Φαρισαῖός τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾿ αὐτῷ· εἰσελθὼν δὲ ἀνέπεσεν. εἰ µὴ τὸ σηµεῖον ᾿Ιωνᾶ τοῦ προφήτου. καὶ παρέρχεσθε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ ϑεοῦ· ταῦτα ἔδει ποιῆσαι. 26–44 26 εὑρίσκει σεσαρωµένον καὶ κεκοσµηµένον. Νῦν ὑµεῖς οἱ Φαρισαῖοι τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πίνακος καθαρίζετε. ὅτι 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 . 34 ῾Ο λύχνος τοῦ σώµατός ἐστιν ὁ ὀφθαλµός· ὅταν οὖν ὁ ὀφθαλµός σου ἁπλοῦς ᾖ. οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τῇ γενεᾷ ταύτῃ. 35 Σκόπει οὖν µὴ τὸ ϕῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν. καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν· ὅτι µετενόησαν εἰς τὸ κήρυγµα ᾿Ιωνᾶ. ὑποκριταί. καὶ τοὺς ἀσπασµοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς. 39 Εἶπεν δὲ ὁ κύριος πρὸς αὐτόν.109 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 11. 28 Αὐτὸς δὲ εἶπεν. µὴ ἔχον τι µέρος σκοτεινόν. 33 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας εἰς κρύπτην τίθησιν. ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐν ταῖς συναγωγαῖς. 37 ᾿Εν δὲ τῷ λαλῆσαι. καὶ ἰδού. ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσµον καὶ τὸ πήγανον καὶ πᾶν λάχανον. 38 ῾Ο δὲ Φαρισαῖος ἰδὼν ἐθαύµασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου. 42 ᾿Αλλ᾿ οὐαὶ ὑµῖν τοῖς Φαρισαίοις. γραµµατεῖς καὶ Φαρισαῖοι. ἔσται ϕωτεινὸν ὅλον. κἀκεῖνα µὴ ἀφιέναι. πλεῖον Σολοµῶνος ὧδε. πάντα καθαρὰ ὑµῖν ἐστιν. 36 Εἰ οὖν τὸ σῶµά σου ὅλον ϕωτεινόν.

καὶ τοὺς εἰσερχοµένους ἐκωλύσατε. καὶ οἱ ἄνθρωποι περιπατοῦντες ἐπάνω οὐκ οἴδασιν. καὶ αὐ47 47 τοὶ ἑνὶ τῶν δακτύλων ὑµῶν οὐ προσψαύετε τοῖς ϕορτίοις. Μὴ οὖν ϕο8 8 βεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε. καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁµολογήσει ἐν αὐτῷ ἔµπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ ϑεοῦ· 9 9 ὁ δὲ ἀρνησάµενός µε ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐ- . ἐν τῷ ϕωτὶ ἀκουσθήσεται· καὶ ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλα4 4 λήσατε ἐν τοῖς ταµείοις. ἐνεδρεύοντες αὐτόν. ἥτις ἐστὶν 2 2 ὑπόκρισις. Οὐδὲν δὲ συγκεκαλυµµένον ἐστίν. ῾Ο δὲ εἶπεν. Καὶ ὑµῖν τοῖς νοµικοῖς οὐαί. ῾Υποδείξω δὲ ὑµῖν τίνα ϕοβηθῆτε· ϕοβήθητε τὸν µετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἐξουσίαν ἔχοντα ἐµβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί. Λέγω δὲ ὑµῖν τοῖς ϕίλοις µου. ἀπὸ τοῦ αἵµατος ῎Αβελ ἕως τοῦ αἵµατος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολοµένου µεταξὺ τοῦ ϑυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου· ναί. Λέγω δὲ ὑµῖν. ∆ιδάσκαλε. κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωµάτων. 45 45 ᾿Αποκριθεὶς δέ τις τῶν νοµικῶν λέγει αὐτῷ. καὶ µετὰ ταῦτα µὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι. οἱ δὲ πατέρες 48 48 ὑµῶν ἀπέκτειναν αὐτούς. ∆ιὰ τοῦτο καὶ ἡ σοφία τοῦ ϑεοῦ εἶπεν. ἐκζητηθήσεται ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. ῎Αρα µάρτυρεῖτε καὶ συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑµῶν· ὅτι αὐτοὶ µὲν ἀπέκτειναν αὐτούς. ἤρξαντο οἱ γραµµατεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι δεινῶς ἐνέχειν. λέγω ὑµῖν. 53 53 Λέγοντος δὲ αὐτοῦ ταῦτα πρὸς αὐτούς. ᾿Ανθ᾿ ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε. Οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο . ὥστε κατα12 πατεῖν ἀλλήλους. Μὴ ϕοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ 5 5 σῶµα. Πᾶς ὃς ἂν ὁµολογήσῃ ἐν ἐµοὶ ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. ὅτι ϕορτίζετε τοὺς ἀνθρώπους ϕορτία δυσβάστακτα. 1 ᾿Εν οἷς ἐπισυναχθεισῶν τῶν µυριάδων τοῦ ὄχλου. ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ πρῶτον. Καὶ 7 7 ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησµένον ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ. ὅτι οἰκοδοµεῖτε τὰ µνηµεῖα τῶν προφητῶν. ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. 52 52 Οὐαὶ ὑµῖν τοῖς νοµικοῖς. 50 50 καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσιν καὶ ἐκδιώξουσιν· ἵνα ἐκζητηθῇ τὸ αἷµα πάντων τῶν προφητῶν τὸ ἐκχυνόµενον ἀπὸ καταβολῆς κό51 51 σµου ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. 9 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 110 ἐστὲ ὡς τὰ µνηµεῖα τὰ ἄδηλα.11. ᾿Αλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑµῶν πᾶσαι ἠρίθµηνται. λέγω ὑµῖν. ὃ οὐκ ἀποκαλυ3 3 φθήσεται. ὃ οὐ γνωσθήσεται. Οὐαὶ ὑµῖν. ὅτι ᾔρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε. τοῦτον 6 6 ϕοβήθητε. Ϲητοῦντες ϑηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόµατος αὐτοῦ. 49 49 ὑµεῖς δὲ οἰκοδοµεῖτε αὐτῶν τὰ µνηµεῖα. ᾿Αποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους. ταῦτα 46 46 λέγων καὶ ἡµᾶς ὑβρίζεις. 45–12. Προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς Ϲύµης τῶν Φαρισαίων. καὶ ἀποστοµατίζειν αὐτὸν 54 54 περὶ πλειόνων. καὶ κρυπτόν.

18 Καὶ εἶπεν. εὐφραίνου. 13 Εἶπεν δέ τις αὐτῷ ἐκ τοῦ ὄχλου. 28 Εἰ δὲ τὸν χόρτον ἐν τῷ ἀγρῷ σήµερον ὄντα. οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑµῖν. τίνι ἔσται . ∆ιδάσκαλε. τίς µε κατέστησεν δικαστὴν ἢ µεριστὴν ἐφ᾿ ὑµᾶς . καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήµατά µου καὶ τὰ ἀγαθά µου. 21 Οὕτως ὁ ϑησαυρίζων ἑαυτῷ. 15 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς. καὶ αὔριον εἰς κλίβανον ϐαλλόµενον. 22 Εἶπεν δὲ πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. καὶ τὸ σῶµα τοῦ ἐνδύµατος. µὴ µεριµνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε. Τοῦτο ποιήσω· καθελῶ µου τὰς ἀποθήκας. ∆ιὰ τοῦτο ὑµῖν λέγω. τί ϕάγητε· µηδὲ τῷ σώµατι. 30 Ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσµου ἐπιζητεῖ· ὑµῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων. Ψυχή. 32 Μὴ ϕοβοῦ. ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς µου . ἢ τί πίητε· καὶ µὴ µετεωρίζεσθε. ῎Ανθρωπε. 10–33 νώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ ϑεοῦ. ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίµασας. τί περὶ τῶν λοιπῶν µεριµνᾶτε . ϕάγε. 27 Κατανοήσατε τὰ κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ. καὶ µείζονας οἰκοδοµήσω. 33 Πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑµῶν καὶ δότε ἐλεηµοσύνην. οἷς οὐκ ἔστιν ταµεῖον οὐδὲ ἀποθήκη. καὶ ὁ ϑεὸς τρέφει αὐτούς· πόσῳ µᾶλλον ὑµεῖς διαφέρετε τῶν πετεινῶν . 16 Εἶπεν δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτούς. ὅτι οὐ σπείρουσιν. ῾Ορᾶτε καὶ ϕυλάσσεσθε ἀπὸ τῆς πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ Ϲωὴ αὐτῷ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ. 31 Πλὴν Ϲητεῖτε τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ ἅγιον πνεῦµα ϐλασφηµήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται. 11 ῞Οταν δὲ προσφέρωσιν ὑµᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας. τὸ µικρὸν ποίµνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑµῶν δοῦναι ὑµῖν τὴν ϐασιλείαν. 25 Τίς δὲ ἐξ ὑµῶν µεριµνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα . ἃ δεῖ εἰπεῖν. καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑµῖν. 26 Εἰ οὖν οὔτε ἐλάχιστον δύνασθε.111 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 10 12. ῎Αφρον. Τί ποιήσω. ὁ ϑεὸς οὕτως ἀµφιέννυσιν. λέγων. ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείµενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου. 23 ῾Η ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς. 24 Κατανοήσατε τοὺς κόρακας. οὐδὲ Σολοµὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. πίε. 19 Καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ µου. οὐδὲ ϑερίζουσιν. 29 Καὶ ὑµεῖς µὴ Ϲητεῖτε τί ϕάγητε. ἢ τί εἴπητε· 12 τὸ γὰρ ἅγιον πνεῦµα διδάξει ὑµᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. ὀλιγόπιστοι . πόσῳ µᾶλλον ὑµᾶς. τί ἐνδύσησθε. µὴ µεριµνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑµῶν. 20 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ϑεός. Ποιή- 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 . Καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. καὶ µὴ εἰς ϑεὸν πλουτῶν. ᾿Ανθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων. εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ µου µερίσασθαι µετ᾿ ἐµοῦ τὴν κληρονοµίαν. 14 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ.

εὐθέως ἀνοίξωσιν αὐτῷ. Κύριε. καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει· καὶ διχοτοµήσει αὐτόν. καὶ τί ϑέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη . ἵνα. 37 Μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. 53 ∆ιαµερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ. ϑησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. πρὸς ἡµᾶς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγεις. ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. καὶ εὕρῃ οὕτως. Χρονίζει ὁ κύριός µου ἔρχεσθαι. 42 Εἶπεν δὲ ὁ κύριος. 40 Καὶ ὑµεῖς οὖν γίνεσθε ἕτοιµοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. ἀλλ᾿ ἢ διαµερισµόν. ἐσθίειν τε καὶ πίνειν καὶ µεθύσκεσθαι· 46 ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡµέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ. Οὐχί. περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν. 52 ῎Εσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαµεµερισµένοι. οὓς ἐλθὼν ὁ κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας· ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς. καὶ ἐν τῇ τρίτῃ ϕυλακῇ ἔλθῃ. πολὺ Ϲητηθήσεται παρ᾿ αὐτοῦ· καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ. καὶ δύο ἐπὶ τρισίν. καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί· µήτηρ ἐπὶ ϑυγατρί. καὶ πῶς συνέχοµαι ἕως οὗ τελεσθῇ. τρεῖς ἐπὶ δυσίν. µακάριοί εἰσιν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κλέπτης ἔρχεται. ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑµῶν ἔσται. 35 ῎Εστωσαν ὑµῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσµέναι. δαρήσεται ὀλίγας. 44 ᾿Αληθῶς λέγω ὑµῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. τοῦ διδόναι ἐν καιρῷ τὸ σιτοµέτριον . 34–53 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 112 σατε ἑαυτοῖς ϐαλάντια µὴ παλαιούµενα. 47 ᾿Εκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ϑέληµα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ.12. 38 Καὶ ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ ϕυλακῇ. 51 ∆οκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόµην δοῦναι ἐν τῇ γῇ . ἢ καὶ πρὸς πάντας . 41 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος. ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει. λέγω ὑµῖν. 50 Βάπτισµα δὲ ἔχω ϐαπτισθῆναι. 43 Μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος. καὶ ϑυγάτηρ ἐπὶ µητρί· πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύµφην αὐ- . ἐγρηγόρησεν ἄν. καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς παῖδας καὶ τὰς παιδίσκας. καὶ µὴ ἑτοιµάσας µηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ϑέληµα αὐτοῦ. δαρήσεται πολλάς· 48 ὁ δὲ µὴ γνούς. 39 Τοῦτο δὲ γινώσκετε. Παντὶ δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ. καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς. Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς οἰκονόµος καὶ ϕρόνιµος. ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν. καὶ οἱ λύχνοι καιόµενοι· 36 καὶ ὑµεῖς ὅµοιοι ἀνθρώποις προσδεχοµένοις τὸν κύριον ἑαυτῶν. καὶ τὸ µέρος αὐτοῦ µετὰ τῶν ἀπίστων ϑήσει. ἐλθόντος καὶ κρούσαντος. καὶ οὐκ ἂν ἀφῆκεν διορυγῆναι τὸν οἶκον αὐτοῦ. οὐδὲ σὴς διαφθείρει· 34 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ ϑησαυρὸς ὑµῶν. 45 ᾿Εὰν δὲ εἴπῃ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. 49 Πῦρ ἦλθον ϐαλεῖν εἰς τὴν γῆν. ὃν καταστήσει ὁ κύριος ἐπὶ τῆς ϑεραπείας αὐτοῦ. πότε ἀναλύσῃ ἐκ τῶν γάµων.

πάντες ὁµοίως ἀπολεῖσθε. δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας ἐν ῾Ιερουσαλήµ.113 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 12. ἕως οὗ καὶ τὸν ἔσχατον λεπτὸν ἀποδῷς. 15 ῾Υποκριταί. 2 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. ῝Εξ ἡµέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόµενοι ϑεραπεύεσθε. 8 ἄφες αὐτὴν καὶ τοῦτο τὸ ἔτος. ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου. ἕκαστος ὑµῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν ϐοῦν αὐτοῦ ἢ . 13 Καὶ ἐπέθηκεν αὐ. ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐ. 5 Οὐχί. ∆οκεῖτε ὅτι οἱ 2 Γαλιλαῖοι οὗτοι ἁµαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς Γαλιλαίους ἐγένοντο. 14 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος. ἕως ὅτου σκάψω περὶ αὐτήν.13 ρὶ τῶν Γαλιλαίων. τὸ 56 πρόσωπον τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ οἴδατε δοκιµάζειν· τὸν δὲ καιρὸν τοῦτον πῶς οὐ δοκιµάζετε . 56 ῾Υποκριταί. 12 ᾿Ιδὼν δὲ αὐτὴν ὁ ᾿Ιησοῦς προσεφώνησεν. 54–13. 58 ῾Ως γὰρ ὑπάγεις µετὰ τοῦ ἀντιδίκου σου 58 ἐπ᾿ ἄρχοντα. 4 ῍Η ἐκεῖνοι οἱ δέκα καὶ 4 ὀκτώ. καὶ µὴ τῇ ἡµέρᾳ τοῦ σαββάτου.14 θεράπευσεν ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ πράκτορι. λέγω ὑµῖν· ἀλλ᾿ ἐὰν µὴ 3 µετανοῆτε. πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε.11 κτώ. ἐφ᾿ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰµ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς. 55 Καὶ ὅταν νότον 55 πνέοντα. γυνὴ ἦν πνεῦµα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀ. καὶ ὁ πράκτωρ σε ϐάλῃ εἰς ϕυλακήν. καὶ εἶπεν. καὶ εἶπεν 12 αὐτῇ. ἐν τῇ ὁδῷ δὸς ἐργασίαν ἀπηλλάχθαι ἀπ᾿ αὐτοῦ· µήποτε κατασύρῃ σε πρὸς τὸν κριτήν. 1 Παρῆσαν δέ τινες ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ ἀπαγγέλλοντες αὐτῷ πε. καὶ νύµφη ἐπὶ τὴν πενθερὰν αὐτῆς. 15 ᾿Απεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ κύριος. 6 ῎Ελεγεν δὲ 6 ταύτην τὴν παραβολήν· Συκῆν εἶχέν τις ἐν τῷ ἀµπελῶνι αὐτοῦ πεφυτευµένην· καὶ ἦλθεν Ϲητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ. ᾿Ιδού.13 τῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆµα ἀνωρθώθη. 10 ῏Ην δὲ διδάσκων ἐν µιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασιν· 10 11 καὶ ἰδού. Γύναι. ὅτι τοιαῦτα πεπόνθασιν . 8 ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ. καὶ οὐχ εὗρεν. 57 Τί δὲ καὶ ἀφ᾿ ἑαυτῶν οὐ 57 κρίνετε τὸ δίκαιον . τρία ἔτη ἔρχοµαι Ϲητῶν 7 καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ. 15 54 τῆς. εὐθέως λέγετε ῎Οµβρος ἔρχεται· καὶ γίνεται οὕτως. ὧν τὸ αἷµα Πιλάτος ἔµιξεν µετὰ τῶν ϑυσιῶν αὐτῶν. καὶ ἦν συγκύπτουσα. ἔλεγεν τῷ ὄχλῳ. καὶ ἐδόξαζεν τὸν ϑεόν. ῎Ελεγεν δὲ καὶ τοῖς 54 ὄχλοις. καὶ µὴ δυναµένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές. 3 Οὐχί. οὐ 59 µὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν. ῞Οταν ἴδητε τὴν νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσµῶν. 7 Εἶπεν δὲ πρὸς τὸν ἀµπελουργόν. καὶ οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον αὐτήν· ἵνα τί καὶ τὴν γῆν καταργεῖ . 59 Λέγω σοι. λέγετε ὅτι Καύσων ἔσται· καὶ γίνεται. λέγω ὑµῖν· 5 ἀλλ᾿ ἐὰν µὴ µετανοῆτε. εἰς τὸ µέλλον 9 ἐκκόψεις αὐτήν. Κύριε. καὶ ϐάλω κόπρια· 9 κἂν µὲν ποιήσῃ καρπόν· εἰ δὲ µήγε.

24 ᾿Αγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πολλοί. καὶ πορείαν ποιούµενος εἰς ῾Ιερουσαλήµ. 31 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ἡµέρα προσῆλθόν τινες Φαρισαῖοι. 30 Καὶ ἰδού. καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει . δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη. ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτα τρία. Λέγω ὑµῖν. ἐκβάλλω δαιµόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήµερον καὶ αὔριον. κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείµενοι αὐτῷ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινοµένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ. Τίνι ὁµοία ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ . ἡ ἀποκτένουσα τοὺς προφήτας. 17 Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ. ϑυγατέρα ᾿Αβραὰµ οὖσαν. ἕως οὗ ἐζυµώθη ὅλον. 21 ῾Οµοία ἐστὶν Ϲύµῃ. Οὐκ οἶδα ὑµᾶς. ἰδού. καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν. καὶ οὐκ ἠθελήσατε. 27 Καὶ ἐρεῖ. Ταύτην δέ. 18 ῎Ελεγεν δέ. οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσµοῦ τούτου τῇ ἡµέρᾳ τοῦ σαββάτου . 20 Πάλιν εἶπεν. λέγοντες. 28 ᾿Εκεῖ ἔσται ὁ κλαυθµὸς καὶ ὁ ϐρυγµὸς τῶν ὀδόντων. Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ. ῎Εξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν. 16–35 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 114 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 16 τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς ϕάτνης. Ϲητήσουσιν εἰσελθεῖν. ῾Ιερουσαλήµ. ὅτι ῾Ηρῴδης ϑέλει σε ἀποκτεῖναι. κύριε. ᾿Εφάγοµεν ἐνώπιόν σου καὶ ἐπίοµεν. πόθεν ἐστέ· 26 τότε ἄρξεσθε λέγειν. ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου. 22 Καὶ διεπορεύετο κατὰ πόλεις καὶ κώµας διδάσκων. 35 ᾿Ι- . 23 Εἶπεν δέ τις αὐτῷ. 25 ᾿Αφ᾿ οὗ ἂν ἐγερθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ ἀποκλείσῃ τὴν ϑύραν. καὶ ἀνακλιθήσονται ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ. Καὶ τίνι ὁµοιώσω αὐτήν . 34 ῾Ιερουσαλήµ. εἰ ὀλίγοι οἱ σῳζόµενοι . Τίνι ὁµοιώσω τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ . καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦµαι. ᾿Ιδού. λέγω ὑµῖν. 32 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἐν ταῖς πλατείαις ἡµῶν ἐδίδαξας. 29 Καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσµῶν. καὶ εἰσὶν πρῶτοι οἳ ἔσονται ἔσχατοι. οὐκ οἶδα ὑµᾶς πόθεν ἐστέ· ἀπόστητε ἀπ᾿ ἐµοῦ πάντες οἱ ἐργάται τῆς ἀδικίας. καὶ ϐορρᾶ καὶ νότου. Κύριε. ὅταν ὄψησθε ᾿Αβραὰµ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ. ἣν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς. ὑµᾶς δὲ ἐκβαλλοµένους ἔξω. ἄνοιξον ἡµῖν· καὶ ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑµῖν. καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλµένους πρὸς αὐτήν. Κύριε. ῾Ο δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς. καὶ ἄρξησθε ἔξω ἑστάναι καὶ κρούειν τὴν ϑύραν. καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ.13. 33 Πλὴν δεῖ µε σήµερον καὶ αὔριον καὶ τῇ ἐχοµένῃ πορεύεσθαι· ὅτι οὐκ ἐνδέχεται προφήτην ἀπολέσθαι ἔξω ῾Ιερουσαλήµ. ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ἑαυτοῦ· καὶ ηὔξησεν. λέγοντες αὐτῷ. 19 ῾Οµοία ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως. ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας. καὶ ἐγένετο εἰς δένδρον µέγα. εἰσὶν ἔσχατοι οἳ ἔσονται πρῶτοι.

9 καὶ ἐλθὼν ὁ 9 σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας ἐρεῖ σοι. ἐπέχων πῶς 7 τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο.2 σθεν αὐτοῦ. µὴ ϕώνει τοὺς ϕίλους σου. ῞Οταν ποιῇς ἄριστον ἢ 12 δεῖπνον.115 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 14. ὃς ϕάγεται ἄριστον ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ. καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει αὐτὸν ἐν τῇ ἡµέρᾳ τοῦ σαββάτου .15 κάριος. καὶ διὰ 20 . ἔχε µε παρῃτηµένον. κάλει πτωχούς. ἀφίεται ὑµῖν ὁ οἶκος ὑµῶν ἔρηµος· λέγω δὲ ὑµῖν ὅτι οὐ µή µε ἴδητε ἕως ἄν ἥξει. 1–20 δού. 11 ῞Οτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν 11 ταπεινωθήσεται. Ζεύγη 19 ϐοῶν ἠγόρασα πέντε. καὶ ἀπέλυσεν. καὶ πορεύοµαι δοκιµάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε. 6 Καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι αὐτῷ πρὸς 6 ταῦτα. καὶ αὐτοὶ ἦσαν παρατηρούµενοι αὐτόν. ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε. 13 ᾿Αλλ᾿ ὅ. 10 ᾿Αλλ᾿ ὅταν κληθῇς. ᾿Αγρὸν ἠγόρασα. 16 ῾Ο δὲ 16 εἶπεν αὐτῷ. καὶ γένηταί σοι ἀνταπόδοµα. ῾Ο πρῶτος εἶπεν 18 αὐτῷ.8 θῇς ὑπό τινος εἰς γάµους. 20 Καὶ ἕτερος εἶπεν. 5 Καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν.14 δοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων. 19 Καὶ ἕτερος εἶπεν. ὅτε εἴπητε. ἀναπήρους. τυφλούς· 14 καὶ µακάριος ἔσῃ. µηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου. καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Μα. καὶ ἐκάλεσεν πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλεν τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου 17 εἰπεῖν τοῖς κεκληµένοις. µηδὲ γείτονας πλουσίους· µήποτε καὶ αὐτοί σε ἀντικαλέσωσιν. προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν συνανακειµένων σοι. ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς ἔµπρο. 12 ῎Ελεγεν δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν. καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε. µὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν· µήποτε ἐντιµότερός σου ᾖ κεκληµένος ὑπ᾿ αὐτοῦ. Εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι κυρίου. ∆ὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ µετ᾿ αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν. ἔχε µε παρῃτηµένον. 15 ᾿Ακούσας δέ τις τῶν συνανακειµένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ.13 ταν ποιῇς δοχήν. 8 ῞Οταν κλη. ὅτι ἤδη ἕτοιµά ἐστιν πάντα. 18 Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ µιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. λέγων. λέγων πρὸς αὐτούς. 10 πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον· ἵνα. Εἰ ἔξεστιν τῷ σαββάτῳ ϑεραπεύειν . εἴπῃ σοι. 1 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων 14 τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ ϕαγεῖν ἄρτον. Τίνος ὑµῶν υἱὸς ἢ ϐοῦς εἰς 5 ϕρέαρ ἐµπεσεῖται. Γυναῖκα ἔγηµα. ῎Ανθρωπός τις ἐποίησεν δεῖπνον µέγα. χωλούς. ῎Ερχεσθε. 7 ῎Ελεγεν δὲ πρὸς τοὺς κεκληµένους παραβολήν. 4 Οἱ 4 δὲ ἡσύχασαν. ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταπο. 3 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν πρὸς τοὺς νοµικοὺς 3 καὶ Φαρισαίους. 2 Καὶ ἰδού. Καὶ ἐπιλαβόµενος ἰάσατο αὐτόν. µηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου. Φίλε.

λέγων αὐτοῖς. καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκον. πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρή33 33 νην. 21–15. ῎Εξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύµας τῆς πόλεως. εἰ ἔχει τὰ εἰς ἀπαρτισµόν . ὁ ϑέλων πύργον οἰκοδοµῆσαι. καὶ ἀνάγκασον 24 24 εἰσελθεῖν. οὐ δύναταί µου µαθητὴς 27 27 εἶναι. Συνεπορεύοντο 26 26 δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί· καὶ στραφεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς. 4 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν ταύτην. Οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω ϐάλλουσιν αὐτό. καὶ τὰς ἀδελφάς. 6 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 21 116 τοῦτο οὐ δύναµαι ἐλθεῖν. ῍Η τίς ϐασιλεὺς πορευόµενος συµβαλεῖν ἑτέρῳ ϐασιλεῖ εἰς πόλεµον οὐχὶ καθίσας πρῶτον ϐουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι 32 32 τῷ µετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχοµένῳ ἐπ᾿ αὐτόν . λέγων. Εἰ δὲ µήγε. Εἴ τις ἔρχεται πρός µε. οὐ δύναται εἶναί µου µαθητής. γέγο23 23 νεν ὡς ἐπέταξας. Καὶ ὅστις οὐ ϐαστάζει τὸν σταυρὸν αὑτοῦ καὶ ἔρχεται 28 28 ὀπίσω µου. ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν. καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι. καὶ ἀπολέσας ἓν ἐξ αὐτῶν. ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. ῞Ινα µήποτε. καὶ τὴν µητέρα. οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν 29 29 δαπάνην. Καὶ παραγενόµενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλεν τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. οὐ δύναταί µου εἶναι µαθητής. ὅτι Οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρ31 31 ξατο οἰκοδοµεῖν. Τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ δούλῳ αὐτοῦ. Οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑµῶν ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς 34 34 ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν. Καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος. καὶ ἔτι τόπος ἐστίν. λέγοντες. 1 ῏Ησαν δὲ ἐγγίζοντες αὐτῷ πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁµαρ15 2 2 τωλοί. ῎Εξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ϕραγµούς. πάντες οἱ ϑεωροῦντες 30 30 ἄρξωνται ἐµπαίζειν αὐτῷ. ἔτι πόρρω αὐτοῦ ὄντος. Συγχάρητέ µοι. οὐ καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήµῳ. Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκληµένων γεύσεταί µου τοῦ δείπνου. Καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν 6 6 ἐπὶ τοὺς ὤµους ἑαυτοῦ χαίρων. καὶ οὐ µισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ. Τίς γὰρ ἐξ ὑµῶν. συγκαλεῖ τοὺς ϕίλους καὶ τοὺς γείτονας. καὶ συνεσθίει αὐτοῖς. ἵνα γεµισθῇ ὁ οἶκος µου. καὶ τὰ τέκνα. καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς 22 22 καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. ἀκούειν αὐτοῦ. καὶ τὴν γυναῖκα. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον. 21 . ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. Καλὸν τὸ 35 35 ἅλας· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας µωρανθῇ. ϑέντος αὐτοῦ ϑεµέλιον καὶ µὴ ἰσχύοντος ἐκτελέσαι. 3 3. ἐν τίνι ἀρτυθήσεται .14. Καὶ διεγόγγυζον οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραµµατεῖς λέγοντες ὅτι Οὗτος ἁµαρτωλοὺς προσδέχεται. 25 25 Πολλοὶ γάρ εἰσιν κλητοί. Κύριε. 4 Τίς ἄνθρωπος ἐξ ὑµῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα. καὶ τοὺς ἀδελφούς. καὶ πο5 5 ρεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλός. ἕως εὕρῃ αὐτό .

᾿Εξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν. καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Πάτερ. καὶ ὑποδήµατα εἰς τοὺς πόδας· 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν µόσχον τὸν σιτευτὸν ϑύσατε. ῎Ανθρωπός τις εἶχεν δύο υἱούς· 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί. 9 Καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖται τὰς ϕίλας καὶ τὰς γείτονας. 16 Καὶ ἐπεθύµει γεµίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι· καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. λέγουσα. δός µοι τὸ ἐπιβάλλον µέρος τῆς οὐσίας. 22 Εἶπεν δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ. ἢ ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις. ἥµαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 καὶ οὐκέτι εἰµὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν µε ὡς ἕνα τῶν µισθίων σου. 8 ῍Η τίς γυνὴ δραχµὰς ἔχουσα δέκα. καὶ Ϲητεῖ ἐπιµελῶς ἕως ὅτου εὕρῃ . καὶ ἐρῶ αὐτῷ. 27 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ῾Ο ἀδελφός σου ἥκει· καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν µόσχον τὸν σιτευτόν. ἥµαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. ῎Ετι δὲ αὐτοῦ µακρὰν ἀπέχοντος. Λέγω ὑµῖν ὅτι οὕτως χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁµαρτωλῷ µετανοοῦντι. καὶ ἀνέζησεν· καὶ ἀπολωλὼς ἦν. ἐγένετο λιµὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην. 13 Καὶ µετ᾿ οὐ πολλὰς ἡµέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήµησεν εἰς χώραν µακράν. καὶ ἐσπλαγχνίσθη. καὶ εὑρέθη. ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ ϑεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁµαρτωλῷ µετανοοῦντι. ἤκουσεν συµφωνίας καὶ χορῶν. ὅτι εὗρον τὴν δραχµὴν ἣν ἀπώλεσα. λέγω ὑµῖν.117 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 15. οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσιν µετανοίας. Πόσοι µίσθιοι τοῦ πατρός µου περισσεύουσιν ἄρτων. 20 Καὶ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἐγὼ δὲ λιµῷ ἀπόλλυµαι· 18 ἀναστὰς πορεύσοµαι πρὸς τὸν πατέρα µου. Πάτερ. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόµενος ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ. καὶ οὐκ ἤθελεν 7 8 9 10 11. καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν ϐίον. καὶ ϕαγόντες εὐφρανθῶµεν· 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός µου νεκρὸς ἦν. 28 ᾿Ωργίσθη δέ. καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν. ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 17 Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπεν. ἐὰν ἀπολέσῃ δραχµὴν µίαν. 10 Οὕτως. Ϲῶν ἀσώτως. 21 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ υἱός. 15 Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης· καὶ ἔπεµψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ ϐόσκειν χοίρους. 26 Καὶ προσκαλεσάµενος ἕνα τῶν παίδων. 14 ∆απανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα. 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 . καὶ δραµὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ. 7–28 7 ὅτι εὗρον τὸ πρόβατόν µου τὸ ἀπολωλός. 11 Εἶπεν δέ. οὐχὶ ἅπτει λύχνον. Πάτερ. εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ. καὶ οὐκέτι εἰµὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Συγχάρητέ µοι.

δέξωνταί µε εἰς 5 5 τοὺς οἴκους αὐτῶν. ῾Ο πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός 11 11 ἐστιν. Καὶ εἶπεν αὐτῷ. ῞Οτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος ὁ καταφαγών σου τὸν ϐίον µετὰ πορνῶν ἦλθεν. Οὐ δύνασθε ϑεῷ δουλεύειν καὶ µαµωνᾷ. ∆έξαι σου τὸ γράµµα. καὶ εὑρέθη.15. ῾Υµεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε. Καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόµον τῆς ἀδικίας ὅτι ϕρονίµως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου ϕρονιµώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ ϕωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν 9 9 ἑαυτῶν εἰσιν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. Καὶ ϕωνήσας αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ. καὶ καθίσας ταχέως γράψον πεντή7 7 κοντα. ῎Επειτα ἑτέρῳ εἶπεν. Σκάπτειν οὐκ ἰσχύω. 8 8 καὶ γράψον ὀγδοήκοντα. ∆έξαι σου τὸ γράµµα. ᾿Ιδού. ἵνα. ᾿Απόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονοµίας 3 3 σου· οὐ γὰρ δυνήσῃ ἔτι οἰκονοµεῖν. ἵνα µετὰ τῶν ϕίλων µου εὐφρανθῶ. ὁ δὲ ϑεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑµῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν ϐδέλυγµα 29 . Εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ µαµωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε. Τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ . ἐπαιτεῖν αἰσχύνοµαι. Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει· ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν. Πόσον ὀφείλεις 6 6 τῷ κυρίῳ µου . σὺ 32 32 πάντοτε µετ᾿ ἐµοῦ εἶ. 14 14 ῎Ηκουον δὲ ταῦτα πάντα καὶ οἱ Φαρισαῖοι ϕιλάργυροι ὑπάρ15 15 χοντες. τὸ 13 13 ὑµέτερον τίς ὑµῖν δώσει . ῎Εγνων τί ποιήσω. Οὐδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶν κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα µισήσει. τὸ ἀληθινὸν τίς 12 12 ὑµῖν πιστεύσει . ὃς εἶχεν οἰκονόµον· καὶ οὗτος διεβλήθη αὐτῷ ὡς δια2 2 σκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ. Εἶπεν δὲ ἐν ἑαυτῷ ὁ οἰκονόµος. καὶ ἐξεµυκτήριζον αὐτόν. ὅτι ὁ κύριός µου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονοµίαν 4 4 ἀπ᾿ ἐµοῦ . ὅταν ἐκλίπητε. 15 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 118 29 εἰσελθεῖν· ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ῾Ο δὲ εἶπεν. Ποιήσατε ἑαυτοῖς ϕίλους ἐκ τοῦ µαµωνᾶ τῆς ἀδικίας. 1 ῎Ελεγεν δὲ καὶ πρὸς τοὺς µαθητὰς αὐτοῦ. Καὶ λέγει αὐτῷ. Κἀγὼ ὑµῖν λέγω. καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει· ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται. 29–16. ἔλεγεν τῷ πρώτῳ. ἵνα. καὶ πάντα τὰ ἐµὰ σά ἐστιν. ῾Εκατὸν κόρους σίτου. Τί ποιήσω. ῾Εκατὸν ϐάτους ἐλαίου. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ πατρί. καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον. ὅταν µετασταθῶ τῆς οἰκονοµίας. ῾Ο δὲ εἶπεν. καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν. καὶ ἀνέζησεν· καὶ ἀπολωλὼς ἦν. ῎Ανθρωπός τις ἦν 16 πλούσιος. Σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις . Καὶ προσκαλεσάµενος ἕνα ἕκαστον τῶν χρεωφειλετῶν τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ. τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ. ἔθυσας 31 31 αὐτῷ τὸν µόσχον τὸν σιτευτόν. καὶ ἐµοὶ οὐδέποτε ἔδωκας 30 30 ἔριφον. δέξωνται ὑµᾶς εἰς τὰς 10 10 αἰωνίους σκηνάς. Τέκνον.

σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι. ὑπάρχων ἐν ϐασάνοις. πάτερ. καὶ πέµ. 19 ῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος. 29 Λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάµ. ᾿Ερωτῶ οὖν σε. καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν ϐιάζεται.119 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 16 16. καὶ Λάζαρος ὁµοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται. Μετανοῶ. Πάτερ ᾿Αβραάµ. 17 Εὐκοπώτερον δέ ἐστιν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν παρελθεῖν. ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. µηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡµᾶς διαπερῶσιν. πεισθήσονται. εὐφραινόµενος καθ᾿ ἡµέραν λαµπρῶς. ἵνα πέµψῃς αὐτὸν 27 εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός µου. Εἰ Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ 31 ἀκούουσιν. µεταξὺ 26 ἡµῶν καὶ ὑµῶν χάσµα µέγα ἐστήρικται. λέγων. 1 Εἶπεν δὲ πρὸς τοὺς µαθητάς. 4 ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ. 2 Λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ µύλος 2 ὀνικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ. καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάµ· ἀπέθανεν δὲ καὶ ὁ πλούσιος. ἵνα µὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς ϐασάνου. ἐπιτίµησον αὐτῷ· καὶ ἐὰν µετανοήσῃ. Οὐχί. 30 ῾Ο δὲ εἶπεν. 3 Προσέ. ἐλέησόν µε. καὶ ἔρριπται εἰς τὴν ϑάλασσαν. 17 ἢ τοῦ νόµου µίαν κεραίαν πεσεῖν. µνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά 25 σου ἐν τῇ Ϲωῇ σου. 18 Πᾶς ὁ ἀπολύων τὴν γυναῖκα 18 αὐτοῦ καὶ γαµῶν ἑτέραν µοιχεύει· καὶ πᾶς ὁ ἀπολελυµένην ἀπὸ ἀνδρὸς γαµῶν µοιχεύει. 31 Εἶπεν δὲ αὐτῷ.4 µέρας ἁµάρτῃ εἰς σέ. 25 Εἶπεν δὲ ᾿Αβραάµ. ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωµένος 21 καὶ ἐπιθυµῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν 21 πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόµενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 24 Καὶ αὐτὸς ϕωνήσας εἶπεν. 22 ᾿Εγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν 22 πτωχόν. ᾿Εὰν δὲ ἁµάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου. ῾Ο νόµος καὶ οἱ προφῆται ἕως ᾿Ιωάννου· ἀπὸ 16 τότε ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ εὐαγγελίζεται. 27 Εἶπεν δέ. ῎Εχουσιν Μωσέα καὶ 29 τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 4 Καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς ἡ. καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν 19 καὶ ϐύσσον. 26 Καὶ ἐπὶ πᾶσιν τούτοις. 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς.3 χετε ἑαυτοῖς. 20 Πτωχὸς 20 δέ τις ἦν ὀνόµατι Λάζαρος. ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰµ ἀπὸ µακρόθεν. µετανοήσουσιν. ᾿Ανένδεκτόν ἐστιν τοῦ µὴ ἐλθεῖν 17 τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι᾿ οὗ ἔρχεται. ὅπως οἱ ϑέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑµᾶς µὴ δύνωνται. ἀφήσεις αὐτῷ. ὅπως 28 διαµαρτύρηται αὐτοῖς. οὐδέ. πάτερ 30 ᾿Αβραάµ· ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς. καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν µου· ὅτι ὀδυνῶµαι ἐν τῇ ϕλογὶ ταύτῃ.24 ψον Λάζαρον. 16–17. καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. ἄφες αὐτῷ. Τέκνον. ἵνα ϐάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος. . 23 Καὶ ἐν τῷ 23 ῞ᾼδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλµοὺς αὐτοῦ. καὶ ἑπτάκις τῆς ἡµέρας ἐπιστρέψῃ. ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν µικρῶν τούτων. καὶ ἐτάφη.

ἐκαθαρίσθησαν. ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες. Οὐκ ἔρχεται ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ µετὰ παρατηρήσεως· 21 οὐδὲ ἐροῦσιν. καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ µέσου Σαµαρείας καὶ Γαλιλαίας. ἔπινον. Παρελθὼν ἀνάπεσε· 8 ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ. 5–28 5. πότε ἔρχεται ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. ὑπέστρεψεν. ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ ἐντὸς ὑµῶν ἐστίν. 23 Καὶ ἐροῦσιν ὑµῖν. 18 Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ ϑεῷ. µηδὲ διώξητε. ᾿Ελεύσονται ἡµέραι ὅτε ἐπιθυµήσετε µίαν τῶν ἡµερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν. ἰδὼν ὅτι ἰάθη. οἳ ἔστησαν πόρρωθεν· 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν ϕωνήν. ἔπινον. ᾿Ιησοῦ. ᾿Ιδοὺ ὧδε. ἐπιστάτα. 20 ᾿Επερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων. ᾿Αναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε. 7 Τίς δὲ ἐξ ὑµῶν δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιµαίνοντα. 26 Καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡµέραις Νῶε. ἐλέησον ἡµᾶς. 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ. 11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλήµ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτούς. . ἐλέγετε ἂν τῇ συκαµίνῳ ταύτῃ. Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν . εἰ µὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος. 27 ῎Ησθιον. ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ εὐθέως. ῾Ετοίµασον τί δειπνήσω. Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ . ἐξεγαµίζοντο. ἤ. καὶ περιζωσάµενος διακόνει µοι. 22 Εἶπεν δὲ πρὸς τοὺς µαθητάς. καὶ ϕυτεύθητι ἐν τῇ ϑαλάσσῃ· καὶ ὑπήκουσεν ἂν ὑµῖν. 9 Μὴ χάριν ἔχει τῷ δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησεν τὰ διαταχθέντα . εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαµαρείτης. λέγοντες.17. οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡµέρᾳ αὐτοῦ. ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑµῖν. οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡµέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Ιδοὺ ἐκεῖ· µὴ ἀπέλθητε. ἐπώλουν. Πρόσθες ἡµῖν πίστιν. καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσµός. ἕως ϕάγω καὶ πίω· καὶ µετὰ ταῦτα ϕάγεσαι καὶ πίεσαι σύ . 10 Οὕτως καὶ ὑµεῖς. ἠγόραζον. ᾿Ιδοὺ ὧδε. µετὰ ϕωνῆς µεγάλης δοξάζων τὸν ϑεόν· 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ. ᾿Εκριζώθητι. ἤ. 25 Πρῶτον δὲ δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιµασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. ἐγάµουν. ᾿Ιδοὺ γάρ. ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν. Εἶπεν δὲ ὁ κύριος. 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 5 120 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6 Καὶ εἶπον οἱ ἀπόστολοι τῷ κυρίῳ. 14 Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς. λέγετε ὅτι ∆οῦλοι ἀχρεῖοί ἐσµεν· ὅτι ὃ ὀφείλοµεν ποιῆσαι πεποιήκαµεν. ἄχρι ἧς ἡµέρας εἰσῆλθεν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν. οὐ δοκῶ. 24 ῞Ωσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἡ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανὸν εἰς τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν λάµπει. Εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως. 17 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 28 ῾Οµοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡµέραις Λώτ· ἤσθιον. 12 Καὶ εἰσερχοµένου αὐτοῦ εἴς τινα κώµην. ᾿Ιδοὺ ἐκεῖ. Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσιν. 15 Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν. καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. καὶ οὐκ ὄψεσθε.

10 σαῖος.30 τὰ ταῦτα ἔσται ᾗ ἡµέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται. ῾Ο ϑεός. Εἰ καὶ τὸν ϑεὸν οὐ ϕοβοῦµαι. 14 ἐφύτευον. µοιχοί. καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται. ῾Ο ϑεός.32 ναικὸς Λώτ. καὶ µακροθυµῶν ἐπ᾿ αὐτοῖς . ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώµατος.2 λει. 14 κατέβη οὗτος δεδικαιωµένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται. µὴ καταβάτω ἆραι αὐτά· καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ ὁµοίως µὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω. 35 ∆ύο ἔσονται ἀλήθουσαι ἐπὶ 35 τὸ αὐτό· µία παραληφθήσεται. 33 ῝Ος ἐὰν Ϲητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει 33 αὐτήν· καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτὴν Ϲῳογονήσει αὐτήν. καὶ ἄνθρωπον µὴ ἐντρεπόµενος· 3 χήρα δὲ ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. 12 Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου. ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης. καὶ ἤρχετο πρὸς αὐτόν. τὸν ϑεὸν µὴ ϕοβούµενος. ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί. ᾿Ακούσατε τί ὁ κριτὴς 6 τῆς ἀδικίας λέγει. καὶ τὰ σκεύη 31 αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ. ἅρπαγες. 6 Εἶπεν δὲ ὁ κύριος. ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ. ᾠκοδόµουν· ᾗ δὲ ἡµέρᾳ ἐξῆλθεν Λὼτ ἀπὸ Σοδόµων. ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ κλίνης µιᾶς· εἷς παραληφθήσεται.121 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 29 17. καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται. 3 ᾿Εκδίκησόν µε ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου µου. Κριτής τις ἦν ἔν τινι πό. 8 Λέγω ὑµῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν 8 αὐτῶν ἐν τάχει. καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς. εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰµὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. 13 Καὶ ὁ τελώνης µακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς 13 ὀφθαλµοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. 37 ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ. 31 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ. ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα 12 κτῶµαι.18 σεύχεσθαι. ἱλάσθητί µοι τῷ ἁµαρτωλῷ. . 1 ῎Ελεγεν δὲ καὶ παραβολὴν αὐτοῖς πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προ. 29–18. ἵνα µὴ εἰς τέλος ἐρχοµένη ὑποπιάζῃ µε. καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 7 ῾Ο δὲ ϑεὸς οὐ µὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν 7 ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν ϐοώντων πρὸς αὐτὸν ἡµέρας καὶ νυκτός. ἄδικοι. Ποῦ. ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς . λέγουσα.9 καιοι. 14 Λέγω ὑµῖν. 9 Εἶπεν δὲ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶν δί. 4 Καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ 4 χρόνον· µετὰ δὲ ταῦτα εἶπεν ἐν ἑαυτῷ. 2 λέγων. καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας· 30 κα. καὶ µὴ ἐκκακεῖν. τὴν παραβολὴν ταύτην· 10 ῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι· ὁ εἷς Φαρι. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ ἄνθρωπον οὐκ ἐντρέποµαι· 5 διά γε τὸ παρέχειν µοι 5 κόπον τὴν χήραν ταύτην. ῞Οπου τὸ σῶµα. 11 ῾Ο Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν 11 ταῦτα προσηύχετο. κύριε . ἐκδικήσω αὐτήν. 29 ἔβρεξεν πῦρ καὶ ϑεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ. 32 Μνηµονεύετε τῆς γυ. λέγων. 36 37 Καὶ 36. 34 Λέγω 34 ὑµῖν.

17 ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν. ἢ πλούσιον εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ εἰσελθεῖν. 35 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς ᾿Ιεριχώ. ᾿Ιησοῦ. καὶ τελεσθήσεται πάντα τὰ γεγραµµένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τίς δύναται σωθῆναι .18. ἐλέησόν µε. µὴ κλέψῃς. 24 ᾿Ιδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον γενόµενον εἶπεν. 33 καὶ µαστιγώσαντες ἀποκτενοῦσιν αὐτόν· καὶ τῇ ἡµέρᾳ τῇ τρίτῃ ἀναστήσεται. ἀναβαίνοµεν εἰς ῾Ιεροσόλυµα. µὴ ψευδοµαρτυρήσῃς. Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάµην ἐκ νεότητός µου. 23 ῾Ο δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 22 ᾿Ακούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ. 26 Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες. ἢ γονεῖς. εἶπεν πρὸς αὐτούς. 20 Τὰς ἐντολὰς οἶδας. ἡµεῖς ἀφήκαµεν πάντα. λέγων. ῎Αφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός µε. Οὐδεὶς ἀγαθός. ὃς ἐὰν µὴ δέξηται τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ ὡς παιδίον. καὶ ὑβρισθήσεται. Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήµατα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. ἐπυνθάνετο τί εἴη τοῦτο. καὶ οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόµενα. 39 Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίµων αὐτῷ ἵνα . 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 15 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 122 Προσέφερον δὲ αὐτῷ καὶ τὰ ϐρέφη. Μὴ µοιχεύσῃς. 27 ῾Ο δὲ εἶπεν. τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· 36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευοµένου. 34 Καὶ αὐτοὶ οὐδὲν τούτων συνῆκαν. 38 Καὶ ἐβόησεν. 18 Καὶ ἐπηρώτησέν τις αὐτὸν ἄρχων. ἕνεκεν τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ. 21 ῾Ο δὲ εἶπεν. καὶ ἐµπτυσθήσεται. τί ποιήσας Ϲωὴν αἰώνιον κληρονοµήσω . Τί µε λέγεις ἀγαθόν . τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου. ἀκολούθει µοι. 25 Εὐκοπώτερον γάρ ἐστιν κάµηλον διὰ τρυµαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν. 15–39 15 16 17 18 19 20 21. 37 ᾿Απήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. 31 Παραλαβὼν δὲ τοὺς δώδεκα. καὶ ἕξεις ϑησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο. ᾿Ιδού. ἵνα αὐτῶν ἅπτηται· ἰδόντες δὲ οἱ µαθηταὶ ἐπετίµησαν αὐτοῖς. ᾿Αµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν. µὴ ϕονεύσῃς. καὶ ἦν τὸ ῥῆµα τοῦτο κεκρυµµένον ἀπ᾿ αὐτῶν. ἢ ἀδελφούς. 16 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάµενος αὐτὰ εἶπεν. καὶ ἠκολουθήσαµέν σοι. καὶ ἐµπαιχθήσεται. οὐ µὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν. καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχοµένῳ Ϲωὴν αἰώνιον. 30 ὃς οὐ µὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ. καὶ µὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. ἢ γυναῖκα. 29 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. 28 Εἶπεν δὲ Πέτρος. ὁ ϑεός. Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατά ἐστιν παρὰ τῷ ϑεῷ. εἰ µὴ εἷς. 19 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ῎Ετι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον. υἱὲ ∆αυίδ. ∆ιδάσκαλε ἀγαθέ. καὶ διάδος πτωχοῖς. 32 Παραδοθήσεται γὰρ τοῖς ἔθνεσιν. λέγων. ἢ τέκνα. ᾿Ιδού.

40–19. Υἱὲ ∆αυίδ. Οὐ ϑέλοµεν τοῦτον ϐασιλεῦσαι ἐφ᾿ ἡµᾶς. 15 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπανελθεῖν 15 αὐτὸν λαβόντα τὴν ϐασιλείαν. καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. λέγων. 43 Καὶ παραχρῆµα 43 ἀνέβλεψεν. καὶ ὑποστρέψαι. τὰ 8 ἡµίση τῶν ὑπαρχόντων µου. 20 σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ µᾶλλον ἔκραζεν. 12 ῎Ανθρωπός τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν µακράν. καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς. Κύριε. Ζακχαῖε. σπεύσας κατάβηθι· σήµερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ µε µεῖναι. 11 ᾿Ακουόντων δὲ αὐτῶν ταῦτα. 41 λέγων. 5 Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον. 1 Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν ᾿Ιεριχώ. λέγοντες ὅτι Παρὰ ἁµαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθεν καταλῦσαι. 3 Καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστιν. διὰ 11 τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι ῾Ιερουσαλήµ. ἡ µνᾶ σου 18 ἐποίησεν πέντε µνᾶς. καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάµ ἐστιν. ἰδού. ἵνα ἀναβλέψω. καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης. 20 Καὶ ἕτερος ἦλθεν. κύριε. προσθεὶς εἶπεν παραβολήν. 13 Καλέσας δὲ δέκα δούλους 13 ἑαυτοῦ.6 σας κατέβη. καὶ ἠκολούθει αὐτῷ. καὶ οὐκ ἠδύ. 7 Καὶ ἰδόντες πάντες 7 διεγόγγυζον.123 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 18. Καὶ σὺ γίνου ἐπάνω 19 πέντε πόλεων. ἵνα γνῷ τίς τί διεπραγµατεύσατο. 14 Οἱ δὲ πολῖται αὐτοῦ ἐµίσουν αὐτόν. ἀποδίδωµι τετραπλοῦν. ᾿Ιδού. 10 ῏Ηλθεν γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ 10 ἀνθρώπου Ϲητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. 16 Παρεγένετο δὲ ὁ πρῶτος. 2 καλούµενος Ζακχαῖος. ἀγαθὲ 17 δοῦλε· ὅτι ἐν ἐλαχίστῳ πιστὸς ἐγένου. ἔδωκεν αὐτοῖς δέκα µνᾶς. 6 Καὶ σπεύ. 18 Καὶ ἦλθεν ὁ δεύτερος. 19 Εἶπεν δὲ καὶ τούτῳ. Τί σοι ϑέλεις 41 ποιήσω . 42 Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν 42 αὐτῷ. ῾Ο δὲ εἶπεν. Πραγµατεύσασθε ἕως ἔρχοµαι. Κύριε. ἀνὴρ ὀνόµατι 19. 40 Σταθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν· 40 ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτόν. 2 Καὶ ἰδού. ἐλέησόν µε. λαβεῖν ἑαυτῷ ϐασιλείαν. ἡ µνᾶ 16 σου προσειργάσατο δέκα µνᾶς. Κύριε.3 νατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου. ἀναβλέψας 5 ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτόν. ὅτι τῇ ἡλικίᾳ µικρὸς ἦν. δίδωµι τοῖς πτωχοῖς· καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα. καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν. Κύριε. οἷς ἔδωκεν τὸ ἀργύριον. 9 Εἶπεν δὲ πρὸς 9 αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι Σήµερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο. καὶ εἶπεν ϕωνηθῆναι αὐτῷ τοὺς δούλους τούτους. ἴσθι ἐξουσίαν ἔχων ἐπάνω δέκα πόλεων. καὶ οὗτος ἦν πλούσιος. λέγοντες. 12 Εἶπεν οὖν. 17 Καὶ εἶπεν αὐτῷ. καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆµα µέλλει ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ ἀναφαίνεσθαι. 8 Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπεν πρὸς τὸν κύριον. 4 Καὶ προδραµὼν 4 ἔµπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκοµωραίαν ἵνα ἴδῃ αὐτόν· ὅτι ἐκείνης ἔµελλεν διέρχεσθαι. δοξάζων τὸν ϑεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ ϑεῷ. λέγων. ἡ µνᾶ 20 . ᾿Ανάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε. 14 καὶ ἀπέστειλαν πρεσβείαν ὀπίσω αὐτοῦ. Εὖ. λέγων.

ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας. πονηρὲ δοῦλε. ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν µαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν ϑεὸν ϕωνῇ µεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάµεων.19. 34 Οἱ δὲ εἶπον. 30 εἰπών. 21–44 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 124 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 21 σου. 44 καὶ ἐδαφιοῦσίν σε καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί. 27 Πλὴν τοὺς ἐχθρούς µου ἐκείνους. 26 Λέγω γὰρ ὑµῖν. καὶ ϑερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα· 23 καὶ διὰ τί οὐκ ἔδωκας τὸ ἀργύριόν µου ἐπὶ τράπεζαν. 42 λέγων ὅτι Εἰ ἔγνως καὶ σύ. ἐπιτίµησον τοῖς µαθηταῖς σου. ἀγάγετε ὧδε. ῾Υπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώµην· ἐν ᾗ εἰσπορευόµενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεµένον. 37 ᾿Εγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ᾿Ελαιῶν. Εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ϐασιλεὺς ἐν ὀνόµατι κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ. ἔχει δέκα µνᾶς. 24 Καὶ τοῖς παρεστῶσιν εἶπεν. τοὺς µὴ ϑελήσαντάς µε ϐασιλεῦσαι ἐπ᾿ αὐτούς. 28 Καὶ εἰπὼν ταῦτα. καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν . ὑπεστρώννυον τὰ ἱµάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ. 25 Καὶ εἶπον αὐτῷ. καὶ ἐγὼ ἐλθὼν σὺν τόκῳ ἂν ἔπραξα αὐτό . ἀπέστειλεν δύο τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. ἀναβαίνων εἰς ῾Ιεροσόλυµα. 35 Καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· καὶ ἐπιρρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱµάτια ἐπὶ τὸν πῶλον. 32 ᾿Απελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλµένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς. οἱ λίθοι κεκράξονται. Λέγω ὑµῖν ὅτι. ὅτι παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται· ἀπὸ δὲ τοῦ µὴ ἔχοντος. καὶ περικυκλώσουσίν σε. Τί λύετε τὸν πῶλον . ῾Ο κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. ∆ιὰ τί λύετε . καὶ δότε τῷ τὰς δέκα µνᾶς ἔχοντι. 40 Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς. Κύριε. ἐφ᾿ ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισεν· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε. 41 Καὶ ὡς ἤγγισεν. 36 Πορευοµένου δὲ αὐτοῦ. 43 ῞Οτι ἥξουσιν ἡµέραι ἐπὶ σέ. 33 Λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον. 31 Καὶ ἐάν τις ὑµᾶς ἐρωτᾷ. 29 Καὶ ἐγένετο ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούµενον ᾿Ελαιῶν. καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. ἐπεβίβασαν τὸν ᾿Ιησοῦν. 39 Καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν. ἣν εἶχον ἀποκειµένην ἐν σουδαρίῳ· ἐφοβούµην γάρ σε. καὶ ϑερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας. ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ. ∆ιδάσκαλε. Οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ ὅτι ῾Ο κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. ᾿Εκ τοῦ στόµατός σου κρινῶ σε. 22 Λέγει δὲ αὐτῷ. ἰδὼν τὴν πόλιν. αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα. 38 λέγοντες. καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι. ἐπορεύετο ἔµπροσθεν. καὶ κατασφάξατε ἔµπροσθέν µου. καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. τὰ πρὸς εἰρήνην σου· νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλµῶν σου. καί γε ἐν τῇ ἡµέρᾳ σου ταύτῃ. καὶ συνέξουσίν σε πάντοθεν. εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς. ῎Αρατε ἀπ᾿ αὐτοῦ τὴν µνᾶν. ῎ῌδεις ὅτι ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός εἰµι. ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν.

1 Καὶ ἐγένετο ἐν µιᾷ τῶν ἡµερῶν ἐκείνων. 5 συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτούς. ἢ ἐξ ἀνθρώπων . ἀποκτείνωµεν αὐτόν. ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην . ᾿Εξ 6 ἀνθρώπων. διδάσκοντος αὐτοῦ 20 τὸν λαὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εὐαγγελιζοµένου.17 βλέψας αὐτοῖς εἶπεν. 9 ῎Ηρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγειν τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Αν. ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς. Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑµῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ 8 ταῦτα ποιῶ. ἐπέστησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς σὺν τοῖς πρεσβυτέροις. Μὴ γένοιτο. ἵνα ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀµπελῶνος δῶσιν αὐτῷ· οἱ δὲ γεωργοὶ δείραντες αὐτὸν ἐξαπέστειλαν κενόν. 2 καὶ εἶπον πρὸς αὐ. 15 ἀπέκτειναν. 3 ᾿Αποκριθεὶς δὲ εἶπεν 3 πρὸς αὐτούς. πᾶς ὁ λαὸς καταλιθάσει ἡµᾶς· πεπεισµένος γάρ ἐστιν ᾿Ιωάννην προφήτην εἶναι. λέγοντες. 11 Καὶ προσέθετο πέµψαι ἕτερον δοῦλον· οἱ δὲ κἀκεῖνον δείραν. 46 λέγων αὐτοῖς. λέγοντες ὅτι ᾿Εὰν εἴπωµεν. 45–20.9 θρωπος ἐφύτευσεν ἀµπελῶνα. 12 Καὶ προσέθετο πέµ. Πέµψω τὸν υἱόν µου τὸν ἀγαπητόν· ἴσως τοῦτον ἰδόντες ἐντραπήσονται. ᾿Εξ οὐρανοῦ.47 χιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς ἐζήτουν αὐτὸν ἀπολέσαι. Τί οὖν ἐστιν τὸ γεγραµµένον τοῦτο. ῾Ο οἶκός 46 µου οἶκος προσευχῆς ἐστίν· ὑµεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν. καὶ οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ· 48 καὶ οὐχ εὕρισκον τὸ τί ποιήσωσιν. 17 σοὶ λίθον ἐπὶ λίθῳ· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου. Τί οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ κύριος τοῦ ἀµπελῶνος . 6 ᾿Εὰν δὲ εἴπωµεν. Εἰπὲ ἡµῖν. οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν . καὶ δώσει τὸν 16 ἀµπελῶνα ἄλλοις.2 τόν. 15 Καὶ ἐκβαλόντες αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀµπελῶνος. λέγοντες. 45 Καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ ἱερόν. 16 ᾿Ελεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους. καὶ εἴπατέ µοι· 4 Τὸ ϐάπτισµα ᾿Ιωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν. ᾿Ακούσαντες δὲ εἶπον. ὁ λαὸς γὰρ ἅπας 48 ἐξεκρέµατο αὐτοῦ ἀκούων.11 τες καὶ ἀτιµάσαντες ἐξαπέστειλαν κενόν. 7 Καὶ ἀπεκρίθησαν µὴ εἰδέναι πόθεν. Τί ποιήσω . Λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες. 17 ῾Ο δὲ ἐµ. 14 ᾿Ιδόντες δὲ 14 αὐτὸν οἱ γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς. Γέγραπται. ἵνα ἡµῶν γένηται ἡ κληρονοµία. καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς. ᾿Ερωτήσω ὑµᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον. 13 Εἶπεν 13 δὲ ὁ κύριος τοῦ ἀµπελῶνος. 5 Οἱ δὲ 4. 7 8 Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς. ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας 45 ἐν αὐτῷ καὶ ἀγοράζοντας. ∆ιὰ τί οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ . καὶ ἀπεδήµησεν χρόνους ἱκανούς· 10 καὶ ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς 10 τοὺς γεωργοὺς δοῦλον.125 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 19. Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόµος· δεῦτε. 47 Καὶ ἦν διδάσκων τὸ καθ᾿ ἡµέραν ἐν τῷ ἱερῷ· οἱ δὲ ἀρ.12 ψαι τρίτον· οἱ δὲ καὶ τοῦτον τραυµατίσαντες ἐξέβαλον. ἐρεῖ.

καὶ οὗτος ἀπέθανεν ἄτεκνος. καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρµα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 23 Κατανοήσας δὲ αὐτῶν τὴν πανουργίαν. 31 Καὶ ὁ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὡσαύτως. εἶπεν πρὸς αὐτούς. 38 ϑεὸς δὲ οὐκ ἔστιν νεκρῶν. ∆ιδάσκαλε. λέγοντες. εἰς τὸ παραδοῦναι αὐτὸν τῇ ἀρχῇ καὶ τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἡγεµόνος. 27 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων. 19 Καὶ ἐζήτησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς ἐπιβαλεῖν ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Πᾶς ὁ πεσὼν ἐπ᾿ ἐκεῖνον τὸν λίθον. καλῶς εἶπας. 33 ᾿Εν τῇ οὖν ἀναστάσει. 34 Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ οὐ λαµβάνεις πρόσωπον. καὶ οὗτος ἄτεκνος ἀποθάνῃ. 26 Καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ῥήµατος ἐναντίον τοῦ λαοῦ· καὶ ϑαυµάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ. ἐπηρώτησαν αὐτόν. ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ ἔχων γυναῖκα. 20 Καὶ παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους. ὑποκρινοµένους ἑαυτοὺς δικαίους εἶναι. ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ ϑεοῦ διδάσκεις. καὶ Μωσῆς ἐµήνυσεν ἐπὶ τῆς ϐάτου. καὶ υἱοί εἰσιν τοῦ ϑεοῦ. 25 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. ἀπέθανεν ἄτεκνος· 30 καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα. ἵνα ἐπιλάβωνται αὐτοῦ λόγου. 24 ᾿Επιδείξατέ µοι δηνάριον· τίνος ἔχει εἰκόνα καὶ ἐπιγραφήν . ἀλλὰ Ϲώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ Ϲῶσιν. 41 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς. 29 ῾Επτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν γυναῖκα.ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 20. 37 ῞Οτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί. ὡς λέγει. καὶ ἀπέθανον. 40 Οὐκέτι δὲ ἐτόλµων ἐπερωτᾷν αὐτὸν οὐδέν. Οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. ᾿Αποκριθέντες δὲ εἶπον. ῾Ωσαύτως δὲ καὶ οἱ ἑπτά· οὐ κατέλιπον τέκνα. 21 Καὶ ἐπηρώτησαν αὐτόν. Τί µε πειράζετε . 42 Καὶ αὐτὸς ∆αυὶδ λέγει ἐν ϐίβλῳ ψαλµῶν. καὶ ἐφοβήθησαν· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν ταύτην εἶπεν. Καίσαρος. τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες. Οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαµοῦσιν καὶ ἐκγαµίσκονται· 35 οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαµοῦσιν οὔτε ἐκγαµίζονται· 36 οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσιν. Πῶς λέγουσιν τὸν χριστὸν υἱὸν ∆αυὶδ εἶναι . ἐσίγησαν. λικµήσει αὐτόν. καὶ τὰ τοῦ ϑεοῦ τῷ ϑεῷ. τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή . συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ. 39 ᾿Αποκριθέντες δέ τινες τῶν γραµµατέων εἶπον. ∆ιδάσκαλε. ∆ιδάσκαλε. Εἶπεν ὁ κύριος . 32 ῞Υστερον δὲ πάντων ἀπέθανεν καὶ ἡ γυνή. ᾿Απόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι. Μωσῆς ἔγραψεν ἡµῖν. 18–42 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 18 126 γωνίας . ἢ οὔ. Κύριον τὸν ϑεὸν ᾿Αβραὰµ καὶ τὸν ϑεὸν ᾿Ισαὰκ καὶ τὸν ϑεὸν ᾿Ιακώβ. 22 ῎Εξεστιν ἡµῖν Καίσαρι ϕόρον δοῦναι. οἴδαµεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ διδάσκεις. 28 λέγοντες. οἱ ἀντιλέγοντες ἀνάστασιν µὴ εἶναι. ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα.

λέγοντες. 10 Τότε ἔλεγεν αὐτοῖς.20 . καὶ ϕιλούντων ἀσπασµοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς. 17 Καὶ ἔσεσθε µισούµενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνοµά 17 µου. 14 Θέσθε οὖν εἰς τὰς 13. 9 ῞Οταν δὲ ἀκούσητε πολέµους καὶ 9 ἀκαταστασίας. 44 ∆αυὶδ οὖν κύριον αὐτὸν καλεῖ. 12 Πρὸ δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾿ ὑµᾶς τὰς χεῖρας 12 αὐτῶν. Κάθου ἐκ δεξιῶν µου. καὶ ϐασι. 44 καὶ πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν .127 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 43 20.10 λεία ἐπὶ ϐασιλείαν· 11 σεισµοί τε µεγάλοι κατὰ τόπους καὶ λιµοὶ 11 καὶ λοιµοὶ ἔσονται. ∆ιδάσκαλε. καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς. 1 ᾿Αναβλέψας δὲ εἶδεν τοὺς ϐάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γα. 20 ῞Οταν δὲ ἴδητε κυκλουµένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν ῾Ιερου. 20 τῷ κυρίῳ µου. 13 ᾿Αποβήσεται δὲ ὑµῖν εἰς µαρτύριον. ἀγοµένους ἐπὶ ϐασιλεῖς καὶ ἡγεµόνας.2 λουσαν ἐκεῖ δύο λεπτά. ᾿Αληθῶς λέγω ὑµῖν. 18 Καὶ ϑρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑµῶν οὐ µὴ ἀπόληται. 5 Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ. ὅταν µέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι . λέγοντες ὅτι ᾿Εγώ εἰµι· καί. 14 καρδίας ὑµῶν µὴ προµελετᾷν ἀπολογηθῆναι· 15 ἐγὼ γὰρ δώσω 15 ὑµῖν στόµα καὶ σοφίαν. 6 Ταῦτα ἃ ϑεωρεῖτε.21 ζοφυλάκιον πλουσίους· 2 εἶδεν δέ τινα καὶ χήραν πενιχρὰν ϐάλ. εἶπεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως τὸ τέλος. 43–21. 19 ᾿Εν τῇ 18. καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις· 47 οἳ κατεσθίουσιν τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν. 45 46 Προσέχετε ἀπὸ τῶν γραµµατέων τῶν ϑελόντων περιπατεῖν ἐν 46 στολαῖς. πότε οὖν 7 ταῦτα ἔσται . ἕως ἂν ϑῶ τοὺς ἐχθρούς 43 σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. ὃς οὐ καταλυθήσεται. ῾Ο καιρὸς ἤγγικεν. καὶ προφάσει 47 µακρὰ προσεύχονται. αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήµατος αὐτῆς ἅπαντα τὸν ϐίον ὃν εἶχεν ἔβαλεν. µὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον. ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀ. Οὗτοι λήψονται περισσότερον κρίµα. Καὶ τί τὸ σηµεῖον. εἶπεν. 19 ὑποµονῇ ὑµῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑµῶν. 7 ᾿Επηρώτησαν δὲ αὐτόν. 8 ῾Ο 8 δὲ εἶπεν. Βλέπετε µὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόµατί µου. 3 καὶ εἶπεν. ᾿Εγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος. ὅτι ἡ 3 χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν· 4 ἅπαντες γὰρ οὗτοι 4 ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ ϑεοῦ. καὶ διώξουσιν. ἕνεκεν τοῦ ὀνόµατός µου. 16 Παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ 16 γονέων καὶ συγγενῶν καὶ ϕίλων καὶ ἀδελφῶν. 45 ᾿Ακούοντος δὲ παντὸς τοῦ λαοῦ. ἐλεύσονται 6 ἡµέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ. καὶ ϑανατώσουσιν ἐξ ὑµῶν.5 ναθήµασιν κεκόσµηται. παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ ϕυλακάς. ϕόβητρά τε καὶ σηµεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ µεγάλα ἔσται. ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείµενοι ὑµῖν. µὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.

21. 21–22. 5
21

22

23

24

25

26

27
28

29
30
31
32

33
34

35

36

37
38

22, 2

3
4

5

128

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
21

σαλήµ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήµωσις αὐτῆς. Τότε οἱ ἐν τῇ
᾿Ιουδαίᾳ ϕευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη· καὶ οἱ ἐν µέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν· καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις µὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν. 22 ῞Οτι
ἡµέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσιν, τοῦ πλησθῆναι πάντα τὰ γεγραµµένα. 23 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς ϑηλαζούσαις ἐν
ἐκείναις ταῖς ἡµέραις· ἔσται γὰρ ἀνάγκη µεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ
ὀργὴ ἐν τῷ λαῷ τούτῳ. 24 Καὶ πεσοῦνται στόµατι µαχαίρας, καὶ
αἰχµαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ῾Ιερουσαλὴµ ἔσται
πατουµένη ὑπὸ ἐθνῶν, ἄχρι πληρωθῶσιν καιροὶ ἐθνῶν. 25 Καὶ
ἔσται σηµεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ, ἠχούσης ϑαλάσσης καὶ σάλου, 26 ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ ϕόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχοµένων τῇ οἰκουµένῃ· αἱ γὰρ δυνάµεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται.
27
Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόµενον ἐν νεφέλῃ
µετὰ δυνάµεως καὶ δόξης πολλῆς. 28 ᾿Αρχοµένων δὲ τούτων γίνεσθαι, ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑµῶν· διότι ἐγγίζει ἡ
ἀπολύτρωσις ὑµῶν.
29
Καὶ εἶπεν παραβολὴν αὐτοῖς, ῎Ιδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ
δένδρα· 30 ὅταν προβάλωσιν ἤδη, ϐλέποντες ἀφ᾿ ἑαυτῶν γινώσκετε
ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ ϑέρος ἐστίν. 31 Οὕτως καὶ ὑµεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα
γινόµενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ ϐασιλεία τοῦ ϑεοῦ. 32 ᾿Αµὴν
λέγω ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη, ἕως ἂν πάντα γένηται. 33 ῾Ο οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι µου οὐ µὴ
παρέλθωσιν. 34 Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς, µήποτε ϐαρηθῶσιν ὑµῶν
αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ µέθῃ καὶ µερίµναις ϐιωτικαῖς, καὶ
αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑµᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡµέρα ἐκείνη· 35 ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθηµένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς
γῆς. 36 ᾿Αγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόµενοι, ἵνα καταξιωθῆτε
ἐκφυγεῖν πάντα τὰ µέλλοντα γίνεσθαι, καὶ σταθῆναι ἔµπροσθεν
τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
37
῏Ην δὲ τὰς ἡµέρας ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων· τὰς δὲ νύκτας ἐξερχόµενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούµενον ᾿Ελαιῶν. 38 Καὶ πᾶς
ὁ λαὸς ὤρθριζεν πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ ἀκούειν αὐτοῦ.
1
῎Ηγγιζεν δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύµων, ἡ λεγοµένη Πάσχα. 2 Καὶ
ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν·
ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν.
3
Εἰσῆλθεν δὲ Σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν τὸν ἐπικαλούµενον ᾿Ισκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθµοῦ τῶν δώδεκα. 4 Καὶ ἀπελθὼν συνελάλησεν τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῷ
αὐτοῖς. 5 Καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι.

129
6

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

22. 6–30

Καὶ ἐξωµολόγησεν, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν
αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου.
7
῏Ηλθεν δὲ ἡ ἡµέρα τῶν ἀζύµων, ἐν ᾗ ἔδει ϑύεσθαι τὸ Πάσχα.
8
Καὶ ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην, εἰπών, Πορευθέντες ἑτοιµάσατε ἡµῖν τὸ Πάσχα, ἵνα ϕάγωµεν. 9 Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ, Ποῦ
ϑέλεις ἑτοιµάσοµεν ; 10 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς, ᾿Ιδού, εἰσελθόντων ὑµῶν εἰς τὴν πόλιν, συναντήσει ὑµῖν ἄνθρωπος κεράµιον ὕδατος
ϐαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται.
11
Καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας, Λέγει σοι ὁ διδάσκαλος,
Ποῦ ἐστιν τὸ κατάλυµα, ὅπου τὸ Πάσχα µετὰ τῶν µαθητῶν µου
ϕάγω ; 12 Κἀκεῖνος ὑµῖν δείξει ἀνώγεον µέγα ἐστρωµένον· ἐκεῖ
ἑτοιµάσατε. 13 ᾿Απελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς· καὶ
ἡτοίµασαν τὸ Πάσχα.
14
Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσεν, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι
σὺν αὐτῷ. 15 Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς, ᾿Επιθυµίᾳ ἐπεθύµησα τοῦτο
τὸ Πάσχα ϕαγεῖν µεθ᾿ ὑµῶν πρὸ τοῦ µε παθεῖν· 16 λέγω γὰρ ὑµῖν
ὅτι οὐκέτι οὐ µὴ ϕάγω ἐξ αὐτοῦ, ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ ϐασιλείᾳ τοῦ ϑεοῦ. 17 Καὶ δεξάµενος ποτήριον, εὐχαριστήσας εἶπεν,
Λάβετε τοῦτο, καὶ διαµερίσατε ἑαυτοῖς· 18 λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ
µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου, ἕως ὅτου ἡ ϐασιλεία
τοῦ ϑεοῦ ἔλθῃ. 19 Καὶ λαβὼν ἄρτον, εὐχαριστήσας ἔκλασεν, καὶ
ἔδωκεν αὐτοῖς, λέγων, Τοῦτό ἐστιν τὸ σῶµά µου, τὸ ὑπὲρ ὑµῶν
διδόµενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐµὴν ἀνάµνησιν. 20 ῾Ωσαύτως καὶ
τὸ ποτήριον µετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων, Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ
διαθήκη ἐν τῷ αἵµατί µου, τὸ ὑπὲρ ὑµῶν ἐκχυνόµενον. 21 Πλὴν
ἰδού, ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος µε µετ᾿ ἐµοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης.
22
Καὶ ὁ µὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισµένον·
πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ παραδίδοται. 23 Καὶ αὐτοὶ
ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο
µέλλων πράσσειν.
24
᾿Εγένετο δὲ καὶ ϕιλονεικία ἐν αὐτοῖς τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι
µείζων. 25 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Οἱ ϐασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν
αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται. 26 ῾Υµεῖς
δὲ οὐχ οὕτως· ἀλλ᾿ ὁ µείζων ἐν ὑµῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος· καὶ
ὁ ἡγούµενος ὡς ὁ διακονῶν. 27 Τίς γὰρ µείζων, ὁ ἀνακείµενος ἢ
ὁ διακονῶν ; Οὐχὶ ὁ ἀνακείµενος ; ᾿Εγὼ δέ εἰµι ἐν µέσῳ ὑµῶν ὡς
ὁ διακονῶν. 28 ῾Υµεῖς δέ ἐστε οἱ διαµεµενηκότες µετ᾿ ἐµοῦ ἐν τοῖς
πειρασµοῖς µου· 29 κἀγὼ διατίθεµαι ὑµῖν, καθὼς διέθετό µοι ὁ
πατήρ µου, ϐασιλείαν, 30 ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης
µου καὶ καθίσεσθε ἐπὶ ϑρόνων, κρίνοντες τὰς δώδεκα ϕυλὰς τοῦ

6

7
8
9
10

11

12
13

14
15
16

17
18

19

20

21

22
23

24
25
26

27

28
29
30

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

22. 31–53
31
32

33

34

35

36

37

38

39
40

41
42

43
44

45
46

47

48
49
50

51
52

53

31

130

᾿Ισραήλ.
Εἶπεν δὲ ὁ κύριος, Σίµων, Σίµων, ἰδού, ὁ Σατανᾶς
ἐξῃτήσατο ὑµᾶς, τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· 32 ἐγὼ δὲ ἐδεήθην
περὶ σοῦ, ἵνα µὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας
στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου. 33 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, µετὰ
σοῦ ἕτοιµός εἰµι καὶ εἰς ϕυλακὴν καὶ εἰς ϑάνατον πορεύεσθαι.
34
῾Ο δὲ εἶπεν, Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ µὴ ϕωνήσῃ σήµερον ἀλέκτωρ,
πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ µὴ εἰδέναι µε.
35
Καὶ εἶπεν αὐτοῖς, ῞Οτε ἀπέστειλα ὑµᾶς ἄτερ ϐαλαντίου καὶ
πήρας καὶ ὑποδηµάτων, µή τινος ὑστερήσατε ; Οἱ δὲ εἶπον, Οὐθενός. 36 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς, ᾿Αλλὰ νῦν ὁ ἔχων ϐαλάντιον ἀράτω,
ὁµοίως καὶ πήραν· καὶ ὁ µὴ ἔχων, πωλήσει τὸ ἱµάτιον αὐτοῦ, καὶ
ἀγοράσει µάχαιραν. 37 Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραµµένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐµοί, τὸ Καὶ µετὰ ἀνόµων ἐλογίσθη· καὶ
γὰρ τὰ περὶ ἐµοῦ τέλος ἔχει. 38 Οἱ δὲ εἶπον, Κύριε, ἰδού, µάχαιραι
ὧδε δύο. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς, ῾Ικανόν ἐστιν.
39
Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν·
ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. 40 Γενόµενος δὲ ἐπὶ
τοῦ τόπου, εἶπεν αὐτοῖς, Προσεύχεσθε µὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασµόν. 41 Καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ᾿ αὐτῶν ὡσεὶ λίθου ϐολήν, καὶ
ϑεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο, 42 λέγων, Πάτερ, εἰ ϐούλει, παρενεγκεῖν τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ᾿ ἐµοῦ· πλὴν µὴ τὸ ϑέληµά µου, ἀλλὰ
τὸ σὸν γενέσθω. 43 ῎Ωφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων
αὐτόν. 44 Καὶ γενόµενος ἐν ἀγωνίᾳ, ἐκτενέστερον προσηύχετο.
᾿Εγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ ϑρόµβοι αἵµατος καταβαίνοντες
ἐπὶ τὴν γῆν. 45 Καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς
τοὺς µαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιµωµένους ἀπὸ τῆς λύπης, 46 καὶ
εἶπεν αὐτοῖς, Τί καθεύδετε ; ᾿Αναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα µὴ
εἰσέλθητε εἰς πειρασµόν.
47
῎Ετι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος, ἰδού, ὄχλος, καὶ ὁ λεγόµενος ᾿Ιούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προήρχετο αὐτούς, καὶ ἤγγισεν τῷ ᾿Ιησοῦ
ϕιλῆσαι αὐτόν. 48 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ, ᾿Ιούδα, ϕιλήµατι τὸν
υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως ; 49 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ
ἐσόµενον εἶπον αὐτῷ, Κύριε, εἰ πατάξοµεν ἐν µαχαίρᾳ ; 50 Καὶ
ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἀφεῖλεν
αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν. 51 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν, ᾿Εᾶτε
ἕως τούτου. Καὶ ἁψάµενος τοῦ ὠτίου αὐτοῦ, ἰάσατο αὐτόν. 52 Εἶπεν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς τοὺς παραγενοµένους ἐπ᾿ αὐτὸν ἀρχιερεῖς
καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους, ῾Ως ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε µετὰ µαχαιρῶν καὶ ξύλων ; 53 Καθ᾿ ἡµέραν ὄντος µου
µεθ᾿ ὑµῶν ἐν τῷ ἱερῷ, οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ᾿ ἐµέ. ᾿Αλλ᾿

131

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

22. 54–23. 7

αὕτη ὑµῶν ἐστιν ἡ ὥρα, καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους.
54
Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον, καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν 54
οἶκον τοῦ ἀρχιερέως. ῾Ο δὲ Πέτρος ἠκολούθει µακρόθεν. 55 ῾Α- 55
ψάντων δὲ πῦρ ἐν µέσῳ τῆς αὐλῆς, καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν,
ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν µέσῳ αὐτῶν. 56 ᾿Ιδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη 56
τις καθήµενον πρὸς τὸ ϕῶς, καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ, εἶπεν, Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν. 57 ῾Ο δὲ ἠρνήσατο αὐτόν, λέγων, Γύναι, οὐκ οἶδα 57
αὐτόν. 58 Καὶ µετὰ ϐραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη, Καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν 58
εἶ. ῾Ο δὲ Πέτρος εἶπεν, ῎Ανθρωπε, οὐκ εἰµί. 59 Καὶ διαστάσης ὡσεὶ 59
ὥρας µιᾶς, ἄλλος τις διι¨σχυρίζετο, λέγων, ᾿Επ᾿ ἀληθείας καὶ οὗτος µετ᾿ αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν. 60 Εἶπεν δὲ ὁ Πέτρος, 60
῎Ανθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. Καὶ παραχρῆµα, ἔτι λαλοῦντος
αὐτοῦ, ἐφώνησεν ἀλέκτωρ. 61 Καὶ στραφεὶς ὁ κύριος ἐνέβλεψεν 61
τῷ Πέτρῳ. Καὶ ὑπεµνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ κυρίου, ὡς
εἶπεν αὐτῷ ὅτι Πρὶν ἀλέκτορα ϕωνῆσαι, ἀπαρνήσῃ µε τρίς. 62 Καὶ 62
ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσεν πικρῶς.
63
Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν ᾿Ιησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ, 63
δέροντες. 64 Καὶ περικαλύψαντες αὐτόν, ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρό- 64
σωπον, καὶ ἐπηρώτων αὐτόν, λέγοντες, Προφήτευσον· τίς ἐστιν ὁ
παίσας σε ; 65 Καὶ ἕτερα πολλὰ ϐλασφηµοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν. 65
66
Καὶ ὡς ἐγένετο ἡµέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, 66
ἀρχιερεῖς καὶ γραµµατεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον
αὐτῶν, λέγοντες, 67 Εἰ σὺ εἶ ὁ χριστός, εἰπὲ ἡµῖν. Εἶπεν δὲ αὐτοῖς, 67
᾿Εὰν ὑµῖν εἴπω, οὐ µὴ πιστεύσητε· 68 ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ µὴ 68
ἀποκριθῆτέ µοι, ἢ ἀπολύσητε. 69 ᾿Απὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ 69
ἀνθρώπου καθήµενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάµεως τοῦ ϑεοῦ. 70 Εἶπον 70
δὲ πάντες, Σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ ; ῾Ο δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη,
῾Υµεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰµι. 71 Οἱ δὲ εἶπον, Τί ἔτι χρείαν ἔχοµεν 71
µαρτυρίας ; Αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαµεν ἀπὸ τοῦ στόµατος αὐτοῦ.
1
Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν, ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν 23
Πιλάτον. 2 ῎Ηρξαντο δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ, λέγοντες, Τοῦτον εὕ- 2
ροµεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος, καὶ κωλύοντα Καίσαρι ϕόρους διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν χριστὸν ϐασιλέα εἶναι. 3 ῾Ο δὲ Πιλάτος 3
ἐπηρώτησεν αὐτόν, λέγων, Σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων ; ῾Ο δὲ
ἀποκριθεὶς αὐτῷ ἔφη, Σὺ λέγεις. 4 ῾Ο δὲ Πιλάτος εἶπεν πρὸς τοὺς 4
ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους, Οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
τούτῳ. 5 Οἱ δὲ ἐπίσχυον, λέγοντες ὅτι ᾿Ανασείει τὸν λαόν, διδά- 5
σκων καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιουδαίας, ἀρξάµενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἕως
ὧδε. 6 Πιλάτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρω- 6
πος Γαλιλαῖός ἐστιν. 7 Καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας ῾Ηρῴδου 7

23. 8–30

8

9
10

11

12

13
14

15
16
17
18
19
20
21
22

23
24
25

26

27
28

29

30

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

132

ἐστίν, ἀνέπεµψεν αὐτὸν πρὸς ῾Ηρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν ῾Ιεροσολύµοις ἐν ταύταις ταῖς ἡµέραις.
8
῾Ο δὲ ῾Ηρῴδης ἰδὼν τὸν ᾿Ιησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ϑέλων ἐξ
ἱκανοῦ ἰδεῖν αὐτόν, διὰ τὸ ἀκούειν πολλὰ περὶ αὐτοῦ· καὶ ἤλπιζέν τι σηµεῖον ἰδεῖν ὑπ᾿ αὐτοῦ γινόµενον. 9 ᾿Επηρώτα δὲ αὐτὸν
ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ. 10 Εἱστήκεισαν δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραµµατεῖς, εὐτόνως κατηγοροῦντες
αὐτοῦ. 11 ᾿Εξουθενήσας δὲ αὐτὸν ὁ ῾Ηρῴδης σὺν τοῖς στρατεύµασιν αὐτοῦ, καὶ ἐµπαίξας, περιβαλὼν αὐτὸν ἐσθῆτα λαµπράν,
ἀνέπεµψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ. 12 ᾿Εγένοντο δὲ ϕίλοι ὅ τε Πιλάτος
καὶ ὁ ῾Ηρῴδης ἐν αὐτῇ τῇ ἡµέρᾳ µετ᾿ ἀλλήλων· πρου¨πῆρχον
γὰρ ἐν ἔχθρᾳ ὄντες πρὸς ἑαυτούς. 13 Πιλάτος δὲ συγκαλεσάµενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαόν, 14 εἶπεν πρὸς
αὐτούς, Προσηνέγκατέ µοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὡς ἀποστρέφοντα τὸν λαόν· καὶ ἰδού, ἐγὼ ἐνώπιον ὑµῶν ἀνακρίνας οὐδὲν
εὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾿ αὐτοῦ·
15
ἀλλ᾿ οὐδὲ ῾Ηρῴδης· ἀνέπεµψα γὰρ ὑµᾶς πρὸς αὐτόν, καὶ ἰδού,
οὐδὲν ἄξιον ϑανάτου ἐστὶν πεπραγµένον αὐτῷ. 16 Παιδεύσας οὖν
αὐτὸν ἀπολύσω. 17 ᾿Ανάγκην δὲ εἶχεν ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα. 18 ᾿Ανέκραξαν δὲ παµπληθεί, λέγοντες, Αἶρε τοῦτον,
ἀπόλυσον δὲ ἡµῖν Βαραββᾶν· 19 ὅστις ἦν διὰ στάσιν τινὰ γενοµένην ἐν τῇ πόλει καὶ ϕόνον ϐεβληµένος εἰς ϕυλακήν. 20 Πάλιν
οὖν ὁ Πιλάτος προσεφώνησεν, ϑέλων ἀπολῦσαι τὸν ᾿Ιησοῦν. 21 Οἱ
δὲ ἐπεφώνουν, λέγοντες, Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν. 22 ῾Ο δὲ
τρίτον εἶπεν πρὸς αὐτούς, Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος ; Οὐδὲν
αἴτιον ϑανάτου εὗρον ἐν αὐτῷ· παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.
23
Οἱ δὲ ἐπέκειντο ϕωναῖς µεγάλαις, αἰτούµενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι· καὶ κατίσχυον αἱ ϕωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων. 24 ῾Ο δὲ
Πιλάτος ἐπέκρινεν γενέσθαι τὸ αἴτηµα αὐτῶν. 25 ᾿Απέλυσεν δὲ τὸν
διὰ στάσιν καὶ ϕόνον ϐεβληµένον εἰς τὴν ϕυλακήν, ὃν ᾐτοῦντο·
τὸν δὲ ᾿Ιησοῦν παρέδωκεν τῷ ϑελήµατι αὐτῶν.
26
Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόµενοι Σίµωνός τινος Κυρηναίου ἐρχοµένου ἀπ᾿ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρόν, ϕέρειν
ὄπισθεν τοῦ ᾿Ιησοῦ.
27
᾿Ηκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ, καὶ γυναικῶν αἳ
καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν. 28 Στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ
᾿Ιησοῦς εἶπεν, Θυγατέρες ῾Ιερουσαλήµ, µὴ κλαίετε ἐπ᾿ ἐµέ, πλὴν
ἐφ᾿ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑµῶν. 29 ῞Οτι ἰδού, ἔρχονται
ἡµέραι ἐν αἷς ἐροῦσιν, Μακάριαι αἱ στεῖραι, καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ
ἐγέννησαν, καὶ µαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν. 30 Τότε ἄρξονται λέγειν

133

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

23. 31–54

τοῖς ὄρεσιν, Πέσετε ἐφ᾿ ἡµᾶς· καὶ τοῖς ϐουνοῖς, Καλύψατε ἡµᾶς.
31
῞Οτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται ;
32
῎Ηγοντο δὲ καὶ ἕτεροι δύο κακοῦργοι σὺν αὐτῷ ἀναιρεθῆναι.
33
Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν τόπον τὸν καλούµενον Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν, καὶ τοὺς κακούργους, ὃν µὲν ἐκ δεξιῶν,
ὃν δὲ ἐξ ἀριστερῶν. 34 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἔλεγεν, Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς·
οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν. ∆ιαµεριζόµενοι δὲ τὰ ἱµάτια αὐτοῦ,
ἔβαλον κλῆρον. 35 Καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς ϑεωρῶν. ᾿Εξεµυκτήριζον
δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς, λέγοντες, ῎Αλλους ἔσωσεν, σωσάτω
ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ χριστός, ὁ τοῦ ϑεοῦ ἐκλεκτός. 36 ᾿Ενέπαιζον δὲ αὐτῷ καὶ οἱ στρατιῶται, προσερχόµενοι καὶ ὄξος προσφέροντες αὐτῷ, 37 καὶ λέγοντες, Εἰ σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων,
σῶσον σεαυτόν. 38 ῏Ην δὲ καὶ ἐπιγραφὴ γεγραµµένη ἐπ᾿ αὐτῷ
γράµµασιν ῾Ελληνικοῖς καὶ ῾Ρωµαι¨κοῖς καὶ ῾Εβραι¨κοῖς, Οὗτός
ἐστιν ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. 39 Εἷς δὲ τῶν κρεµασθέντων κακούργων ἐβλασφήµει αὐτόν, λέγων, Εἰ σὺ εἶ ὁ χριστός, σῶσον
σεαυτὸν καὶ ἡµᾶς. 40 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίµα αὐτῷ, λέγων, Οὐδὲ ϕοβῇ σὺ τὸν ϑεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίµατι εἶ; 41 Καὶ
ἡµεῖς µὲν δικαίως, ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαµεν ἀπολαµβάνοµεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξεν. 42 Καὶ ἔλεγεν τῷ ᾿Ιησοῦ, Μνήσθητί
µου, κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ ϐασιλείᾳ σου. 43 Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ
᾿Ιησοῦς, ᾿Αµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ᾿ ἐµοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.
44
῏Ην δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη, καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν
ἕως ὥρας ἐνάτης. 45 Καὶ ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος, καὶ ἐσχίσθη τὸ καταπέτασµα τοῦ ναοῦ µέσον. 46 Καὶ ϕωνήσας ϕωνῇ µεγάλῃ ὁ ᾿Ιησοῦς
εἶπεν, Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παραθήσοµαι τὸ πνεῦµά µου· καὶ
ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν. 47 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόµενον, ἐδόξασεν τὸν ϑεόν, λέγων, ῎Οντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος
ἦν. 48 Καὶ πάντες οἱ συµπαραγενόµενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν ϑεωρίαν
ταύτην, ϑεωροῦντες τὰ γενόµενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον. 49 Εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ µακρόθεν,
καὶ γυναῖκες αἱ συνακολουθήσασαι αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι ταῦτα.
50
Καὶ ἰδού, ἀνὴρ ὀνόµατι ᾿Ιωσήφ, ϐουλευτὴς ὑπάρχων, ἀνὴρ
ἀγαθὸς καὶ δίκαιος - 51 οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειµένος τῇ ϐουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν - ἀπὸ ᾿Αριµαθαίας πόλεως τῶν ᾿Ιουδαίων,
ὃς καὶ προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ· 52 οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ. 53 Καὶ
καθελὼν αὐτὸ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν µνήµατι λαξευτῷ, οὗ οὐκ ἦν οὐδέπω οὐδεὶς κείµενος. 54 Καὶ ἡµέρα

31
32
33

34

35

36

37
38

39

40
41

42
43

44
45
46

47

48

49

50
51

52
53

54

23. 55–24. 21

134

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
55

ἦν Παρασκευή, σάββατον ἐπέφωσκεν.
Κατακολουθήσασαι δὲ
γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐ56
56 θεάσαντο τὸ µνηµεῖον, καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶµα αὐτοῦ.
῾Υποστρέψασαι δὲ ἡτοίµασαν ἀρώµατα καὶ µύρα. Καὶ τὸ µὲν σάββατον
ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.
1
24
Τῇ δὲ µιᾷ τῶν σαββάτων, ὄρθρου ϐαθέος, ἦλθον ἐπὶ τὸ µνῆµα,
2
2 ϕέρουσαι ἃ ἡτοίµασαν ἀρώµατα, καί τινες σὺν αὐταῖς.
εὗρον
3
3 δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισµένον ἀπὸ τοῦ µνηµείου.
Καὶ εἰσελ4
4 θοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶµα τοῦ κυρίου ᾿Ιησοῦ.
Καὶ ἐγένετο ἐν
τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ ἰδού, ἄνδρες δύο ἐπέ5
5 στησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις·
᾿Εµφόβων δὲ γενοµένων αὐτῶν, καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον
6
6 πρὸς αὐτάς, Τί Ϲητεῖτε τὸν Ϲῶντα µετὰ τῶν νεκρῶν ;
Οὐκ ἔστιν
ὧδε, ἀλλ᾿ ἠγέρθη· µνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑµῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γα7
7 λιλαίᾳ, λέγων ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς
χεῖρας ἀνθρώπων ἁµαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡ8
8, 9 µέρᾳ ἀναστῆναι.
Καὶ ἐµνήσθησαν τῶν ῥηµάτων αὐτοῦ, 9 καὶ
ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ µνηµείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς
10
10 ἕνδεκα καὶ πᾶσιν τοῖς λοιποῖς.
῏Ησαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ᾿Ιωάννα καὶ Μαρία ᾿Ιακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς,
11
11 αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.
Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον
12
12 αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήµατα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς.
῾Ο δὲ
Πέτρος ἀναστὰς ἔδραµεν ἐπὶ τὸ µνηµεῖον, καὶ παρακύψας ϐλέπει τὰ ὀθόνια κείµενα µόνα· καὶ ἀπῆλθεν πρὸς ἑαυτὸν ϑαυµάζων
τὸ γεγονός.
13
13
Καὶ ἰδού, δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόµενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡµέρᾳ εἰς κώµην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήµ,
14
14 ᾗ ὄνοµα ᾿Εµµαούς.
Καὶ αὐτοὶ ὡµίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ
15
15 πάντων τῶν συµβεβηκότων τούτων.
Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁµιλεῖν
αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο
16
16 αὐτοῖς.
Οἱ δὲ ὀφθαλµοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ µὴ ἐπιγνῶναι
17
17 αὐτόν.
Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς, Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καί ἐστε σκυθρωποί ;
18
18
᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνοµα Κλεοπᾶς, εἶπεν πρὸς αὐτόν, Σὺ
µόνος παροικεῖς ῾Ιερουσαλήµ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόµενα ἐν αὐ19
19 τῇ ἐν ταῖς ἡµέραις ταύταις ;
Καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα ; Οἱ δὲ
εἶπον αὐτῷ, Τὰ περὶ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ ϑεοῦ καὶ παντὸς
20
20 τοῦ λαοῦ·
ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχον21
21 τες ἡµῶν εἰς κρίµα ϑανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.
῾Ηµεῖς δὲ
55

45 Τότε 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 . καὶ ἀπὸ µελισσίου κηρίου. γενόµεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ µνηµεῖον· 23 καὶ µὴ εὑροῦσαι τὸ σῶµα αὐτοῦ. 44 Εἶπεν δὲ αὐτοῖς. 34 λέγοντας ὅτι ᾿Ηγέρθη ὁ κύριος ὄντως. 37 Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔµφοβοι γενόµενοι ἐδόκουν πνεῦµα ϑεωρεῖν. καὶ εὗρον οὕτως καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. καὶ λέγει αὐτοῖς. ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραµµένα ἐν τῷ νόµῳ Μωσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλµοῖς περὶ ἐµοῦ. 28 Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώµην οὗ ἐπορεύοντο· καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. καὶ ὤφθη Σίµωνι. ὅτι πνεῦµα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει. 27 Καὶ ἀρξάµενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν. αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἔστη ἐν µέσῳ αὐτῶν. 36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων. 32 Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους. ᾿Αλλά γε σὺν πᾶσιν τούτοις τρίτην ταύτην ἡµέραν ἄγει σήµερον ἀφ᾿ οὗ ταῦτα ἐγένετο. οἳ λέγουσιν αὐτὸν Ϲῇν. Καὶ εἰσῆλθεν τοῦ µεῖναι σὺν αὐτοῖς. καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ .135 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 24. Μεῖνον µεθ᾿ ἡµῶν. Τί τεταραγµένοι ἐστέ. 25 Καὶ αὐτὸς εἶπεν πρὸς αὐτούς. διηρµήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑµᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑµῖν. λέγοντες. 40 Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 22–45 ἠλπίζοµεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ µέλλων λυτροῦσθαι τὸν ᾿Ισραήλ. ὡς ἐλάλει ἡµῖν ἐν τῇ ὁδῷ. εἶπεν αὐτοῖς. 35 Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ. 31 Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλµοί. 39 ῎Ιδετε τὰς χεῖράς µου καὶ τοὺς πόδας µου. καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. ῎Εχετέ τι ϐρώσιµον ἐνθάδε . Οὐχὶ ἡ καρδία ἡµῶν καιοµένη ἦν ἐν ἡµῖν. καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν. 29 Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν. 30 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν µετ᾿ αὐτῶν. καθὼς ἐµὲ ϑεωρεῖτε ἔχοντα. 43 Καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἰρήνη ὑµῖν. καὶ κέκλικεν ἡ ἡµέρα. 38 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. 22 ᾿Αλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡµῶν ἐξέστησαν ἡµᾶς. 33 Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήµ. καὶ διὰ τί διαλογισµοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑµῶν . 42 Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ µέρος. ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι. ῏Ω ἀνόητοι καὶ ϐραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται· 26 οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν χριστόν. 24 Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡµῖν ἐπὶ τὸ µνηµεῖον. καὶ ὡς διήνοιγεν ἡµῖν τὰς γραφάς . καὶ εὗρον συνηθροισµένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς. 41 ῎Ετι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ ϑαυµαζόντων. Οὗτοι οἱ λόγοι. ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰµι· ψηλαφήσατέ µε καὶ ἴδετε. ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστίν. λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησεν.

49 Καὶ ἰδού. 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόµατι αὐτοῦ µετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁµαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴµ µετὰ χαρᾶς µεγάλης· 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ. καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν χριστόν.24. αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν ϑεόν. 48 ῾Υµεῖς δέ ἐστε µάρτυρες τούτων. . 46–53 46 47 48 49 50 51 52 53 136 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 46 διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν. διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν. 52 Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτόν. ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός µου ἐφ᾿ ὑµᾶς· ὑµεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει ῾Ιερουσαλήµ. 50 ᾿Εξήγαγεν δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν· καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς· καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτως γέγραπται. ἀρξάµενον ἀπὸ ῾Ιερουσαλήµ. ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναµιν ἐξ ὕψους. καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡµέρᾳ. 51 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτούς. ᾿Αµήν.

καὶ 1 ϑεὸς ἦν ὁ λόγος. ἀλλ᾿ ἵνα µαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ϕωτός. ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν 12 τέκνα ϑεοῦ γενέσθαι. 8 Οὐκ 8 ἦν ἐκεῖνος τὸ ϕῶς.καὶ ἐθεασάµεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ. 20 Καὶ ὡµολόγησεν. Οὔ. 25 εἰ σὺ οὐκ εἶ ὁ χριστός. ῞Ινα ἀπόκρισιν δῶµεν 22 τοῖς πέµψασιν ἡµᾶς. Οὐκ εἰµί. Καὶ ἀπεκρίθη. ἐκεῖνος ἐξηγήσατο. καὶ ὁ κόσµος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο. καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος. 19 Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ µαρτυρία τοῦ ᾿Ιωάννου. ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ χριστοῦ ἐγένετο. οὐδὲ ἐκ ϑελήµατος ἀνδρός. 9 ῏Ην τὸ 9 ϕῶς τὸ ἀληθινόν. οὐδὲ ἐκ ϑελήµατος σαρκός. τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνοµα αὐτοῦ· 13 οἳ 13 οὐκ ἐξ αἱµάτων. Καὶ λέγει. ἀλλ᾿ ἐκ ϑεοῦ ἐγεννήθησαν. καθὼς εἶπεν ᾿Ησαι΅ας ὁ προφήτης. 23 ῎Εφη. ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾿ αὐτοῦ.7 ρήσῃ περὶ τοῦ ϕωτός. 6 ᾿Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλµένος παρὰ ϑεοῦ.πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 10 ᾿Εν τῷ κόσµῳ ἦν. οὔτε ὁ προφήτης . Σὺ τίς εἶ. ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός. Τί οὖν ϐαπτίζεις. 12 ῞Οσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν. ὃ ϕωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόµενον εἰς τὸν κόσµον. καὶ κέκραγεν λέγων.3 δὲ ἓν ὃ γέγονεν. δόξαν ὡς µονογενοῦς παρὰ πατρός . Τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ . οὔτε ᾿Ηλίας. 24 Καὶ οἱ ἀπεσταλµένοι ἦσαν ἐκ τῶν Φαρι. καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν ϑεόν. 17 ῞Οτι ὁ νόµος διὰ Μωσέως 17 ἐδόθη.24 σαίων. 5 καὶ τὸ ϕῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ ϕαίνει. ὅτε ἀπέστειλαν 19 οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐξ ῾Ιεροσολύµων ἱερεῖς καὶ Λευι΅τας ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτόν. 22 Εἶπον οὖν αὐτῷ.27 ᾿Ε . 21 Καὶ ἠρώτησαν αὐτόν. καὶ 10 ὁ κόσµος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. καὶ οὐκ ἠρνήσατο· καὶ ὡµο. 2 3 Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο. Εὐθύνατε τὴν ὁδὸν κυρίου. καὶ εἶπον αὐτῷ. 2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν ϑεόν. Οὗτος ἦν 15 ὃν εἶπον. 26 ᾿Απεκρίθη 26 αὐτοῖς ὁ ᾿Ιωάννης λέγων. ῾Ο ὀπίσω µου ἐρχόµενος ἔµπροσθέν µου γέγονεν· ὅτι πρῶτός µου ἦν. Τίς εἶ. 27 Αὐτός ἐστιν ὁ ὀπίσω µου ἐρχόµε. 18 Θεὸν 18 οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· ὁ µονογενὴς υἱός. 16 Καὶ ἐκ τοῦ πληρώµατος αὐτοῦ ἡµεῖς πάντες 16 ἐλάβοµεν. ἵνα µαρτυ. ᾿Εγὼ ϕωνὴ 23 ϐοῶντος ἐν τῇ ἐρήµῳ. 7 Οὗτος ἦλθεν εἰς µαρτυρίαν. καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐ. 14 καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡµῖν .20 λόγησεν ὅτι Οὐκ εἰµὶ ἐγὼ ὁ χριστός. ᾿Ηλίας εἶ σύ . 4 ᾿Εν αὐτῷ Ϲωὴ ἦν. Τί 21 οὖν . 11 Εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν. 25 Καὶ ἠρώτησαν αὐτόν. καὶ ἡ Ϲωὴ ἦν τὸ ϕῶς τῶν 4 ἀνθρώπων. ῾Ο προφήτης εἶ σύ . ᾿Εγὼ ϐαπτίζω ἐν ὕδατι· µέσος δὲ ὑµῶν ἕστηκεν ὃν ὑµεῖς οὐκ οἴδατε.ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος. 14 Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο. καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ 5 οὐ κατέλαβεν. 6 ὄνοµα αὐτῷ ᾿Ιωάννης. καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν 11 οὐ παρέλαβον. 15 ᾿Ιωάννης µαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ.

37 Καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο µαθηταὶ λαλοῦντος. 40 ῏Ην ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίµωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. 42 Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. ῾Ραββί .1. ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 44 ῏Ην δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαι¨δά. ᾿Εκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι . ὃς ἔµπροσθέν µου γέγονεν· οὗ ἐγὼ οὐκ εἰµὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱµάντα τοῦ ὑποδήµατος. 30 Οὗτός ἐστιν περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον. ῎Ερχου καὶ ἴδε. 43 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 45 Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναήλ. 41 Εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίµωνα. 48 Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ. Σὺ εἶ Σίµων ὁ υἱὸς ᾿Ιωνᾶ· σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς . 34 Κἀγὼ ἑώρακα. ᾿Εφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ πνεῦµα καταβαῖνον καὶ µένον ἐπ᾿ αὐτόν. ∆ιδάσκαλε . 31 Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν· ἀλλ᾿ ἵνα ϕανερωθῇ τῷ ᾿Ισραήλ. Χριστός.ὅ ἐστιν µεθερµηνευόµενον. καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ. καὶ λέγει αὐτῷ. ᾿Ακολούθει µοι. 46 Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ. ῎Ιδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης. ῎Ιδε ὁ ἀµνὸς τοῦ ϑεοῦ. ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου. καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ. ᾿Εµβλέψας αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 29 Τῇ ἐπαύριον ϐλέπει τὸν ᾿Ιησοῦν ἐρχόµενον πρὸς αὐτόν. καὶ εὑρίσκει Φίλιππον. ῎Ιδε ὁ ἀµνὸς τοῦ ϑεοῦ. διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι ϐαπτίζων. 38 Στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ϑεασάµενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας. καὶ λέγει. λέγει. ᾿Οπίσω µου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔµπροσθέν µου γέγονεν. καὶ λέγει αὐτῷ. Πόθεν µε γινώσκεις . ὁ αἴρων τὴν ἁµαρτίαν τοῦ κόσµου.ὃ λέγεται ἑρµηνευόµενον. 47 Εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόµενον πρὸς αὐτόν. Λέγει αὐτῷ Φίλιππος. 32 Καὶ ἐµαρτύρησεν ᾿Ιωάννης λέγων ὅτι Τεθέαµαι τὸ πνεῦµα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ. ᾿Απε- . ῎Ερχεσθε καὶ ἴδετε. λέγει αὐτοῖς. καὶ µεµαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης ϐαπτίζων. οὗτός ἐστιν ὁ ϐαπτίζων ἐν πνεύµατι ἁγίῳ. ῝Ον ἔγραψεν Μωσῆς ἐν τῷ νόµῳ καὶ οἱ προφῆται εὑρήκαµεν. 28–48 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 138 νος. ῏Ηλθον καὶ εἶδον ποῦ µένει· καὶ παρ᾿ αὐτῷ ἔµειναν τὴν ἡµέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη.ὃ ἑρµηνεύεται Πέτρος. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ. ὅτι πρῶτός µου ἦν. 39 Λέγει αὐτοῖς. Εὑρήκαµεν τὸν Μεσίαν . καὶ ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ δύο· 36 καὶ ἐµβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι. ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν. καὶ ἔµεινεν ἐπ᾿ αὐτόν. 33 Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν· ἀλλ᾿ ὁ πέµψας µε ϐαπτίζειν ἐν ὕδατι. 35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης. ἐκεῖνός µοι εἶπεν. Τί Ϲητεῖτε .ποῦ µένεις . 28 Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου.

19 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς 19 .12 τοῦ. Τί ἐµοὶ καὶ σοί. Καὶ ἐγέµισαν αὐτὰς ἕως ἄνω.οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ . καὶ ἐφανέρωσεν τὴν δόξαν αὐτοῦ· καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. αὐτὸς καὶ ἡ µήτηρ αὐ. καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. γύναι . εἶδόν σε. 11 Ταύτην ἐποίησεν τὴν ἀρχὴν τῶν σηµείων 11 ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν Κανα῀ι τῆς Γαλιλαίας. ῾Ο Ϲῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί µε.139 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1. 2 καὶ ἦν ἡ µήτηρ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐκεῖ· 2 ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ 2 µαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάµον. τά τε πρόβατα καὶ τοὺς ϐόας· καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεεν τὸ κέρµα. καὶ ἀνέβη εἰς ῾Ιερο. 14 Καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας ϐόας 14 καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς. ᾿Αντλήσατε νῦν. ῾Ραββί. 51 Καὶ 51 λέγει αὐτῷ. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι. καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ· καὶ ἐκεῖ ἔµειναν οὐ πολλὰς ἡµέρας. 3 Καὶ ὑστερήσαντος οἴνου. 12 Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναούµ.8 κλίνῳ.13 σόλυµα ὁ ᾿Ιησοῦς. Οἶνον οὐκ ἔχουσιν. 13 Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ Πάσχα τῶν ᾿Ιουδαίων. καὶ τὰς τραπέζας ἀνέστρεψεν· 16 καὶ τοῖς τὰς περιστε. καὶ ϕέρετε τῷ ἀρχιτρι. 10 καὶ λέγει αὐτῷ. 17 ᾿Εµνήσθησαν δὲ οἱ µαθηταὶ 17 αὐτοῦ ὅτι γεγραµµένον ἐστίν. ποιήσατε.ϕωνεῖ τὸν νυµφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος. σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. καὶ ὅταν µεθυσθῶσιν. 4 Λέγει αὐτῇ ὁ 4 ᾿Ιησοῦς. 50 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. 7 Λέγει αὐτοῖς ὁ 7 ᾿Ιησοῦς. ὅτι ταῦτα ποιεῖς . καὶ τοὺς κερµατιστὰς καθηµένους. 15 Καὶ ποιήσας ϕραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ 15 ἱεροῦ. ῞Οτι εἶπόν σοι. Καὶ ἤνεγκαν. ῎Αρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· µὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός µου οἶκον ἐµπορίου. Γεµίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. 8 Καὶ λέγει αὐτοῖς. χωροῦσαι ἀνὰ µετρητὰς δύο ἢ τρεῖς. 9 ῾Ως δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ 9 οἶνον γεγενηµένον. 5 Λέγει ἡ 5 µήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις. καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν .6 σαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείµεναι κατὰ τὸν καθαρισµὸν τῶν ᾿Ιουδαίων. 1 Καὶ τῇ ἡµέρᾳ τῇ τρίτῃ γάµος ἐγένετο ἐν Κανα῀ι τῆς Γαλιλαίας.16 ρὰς πωλοῦσιν εἶπεν. πιστεύεις . ῞Ο τι ἂν λέγῃ ὑµῖν. 19 κρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα. ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν. 18 ᾿Απεκρίθησαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ. Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον ϕωνῆσαι. καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ ϑεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. 6 ῏Η. εἶδόν 50 σε ὑποκάτω τῆς συκῆς. 49 ᾿Απεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει 49 αὐτῷ. Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα µου. Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον 10 τίθησιν. Μείζω τούτων ὄψει. λέγει ἡ 3 µήτηρ τοῦ ᾿Ιησοῦ πρὸς αὐτόν. 49–2. σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Τί 18 σηµεῖον δεικνύεις ἡµῖν.

οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν ϐασιλείαν 6 6 τοῦ ϑεοῦ. ἀλλ᾿ ἔχῃ Ϲωὴν αἰώνιον. ἐὰν µή τις γεννηθῇ ἄνωθεν. καὶ ὃ ἑωράκαµεν µαρτυ12 12 ροῦµεν· καὶ τὴν µαρτυρίαν ἡµῶν οὐ λαµβάνετε. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαµεν λαλοῦµεν. πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸ ὄνοµα αὐτοῦ. 23 23 ῾Ως δὲ ἦν ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύµοις ἐν τῷ Πάσχα. ᾿Απεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. Τὸ γεγεννηµένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν· καὶ τὸ 7 7 γεγεννηµένον ἐκ τοῦ πνεύµατος πνεῦµά ἐστιν. καὶ σὺ ἐν τρισὶν ἡµέραις ἐγερεῖς 21 21 αὐτόν . Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδηµος. Πῶς δύ10 10 ναται ταῦτα γενέσθαι . καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις . 22 22 ῞Οτε οὖν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.2. Τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτεσιν ᾠκοδοµήθη ὁ ναὸς οὗτος. καὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ∆εῖ ὑµᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. πῶς. ῾Ραββί. εἰ µὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. οἴδαµεν ὅτι ἀπὸ ϑεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σηµεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς. Καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν. ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ τὴν ϕωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω σοι. 15 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 140 καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω σοι. Αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτὸν αὐτοῖς. ἐν τῇ ἑορτῇ. ϑεωροῦντες αὐτοῦ τὰ ση24 24 µεῖα ἃ ἐποίει. ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. καὶ ὅτι οὐ χρείαν εἶχεν ἵνα τις µαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου· αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκεν τί ἦν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. ᾿Απεκρίθη Νικόδηµος καὶ εἶπεν αὐτῷ. ἐὰν εἴπω ὑµῖν τὰ ἐπουράνια. οὐ δύναται ἰδεῖν 4 4 τὴν ϐασιλείαν τοῦ ϑεοῦ. Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν . ἐὰν µὴ 3 3 ᾖ ὁ ϑεὸς µετ᾿ αὐτοῦ. 5 5 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. ἐµνήσθησαν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι τοῦτο ἔλεγεν· καὶ ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ. οὕτως ὑψω15 15 θῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου· ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν µὴ ἀπόληται. Μὴ ϑαυµάσῃς 8 8 ὅτι εἶπόν σοι. ἄρχων τῶν ᾿Ιουδαίων· οὗτος ἦλθεν πρὸς αὐτὸν νυκτός. Τὸ πνεῦµα ὅπου ϑέλει πνεῖ. ἐὰν µή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ πνεύµατος. ἀλλ᾿ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶν πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ 9 9 τοῦ πνεύµατος. 20 Εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. 13 13 πιστεύσετε . Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον. Μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς µητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι . Νικόδηµος ὄνοµα αὐ3 2 2 τῷ. 14 14 Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσεν τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήµῳ. 20 . 25 25 διὰ τὸ αὐτὸν γινώσκειν πάντας. Σὺ 11 11 εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ ᾿Ισραήλ. Εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑµῖν καὶ οὐ πιστεύετε. καὶ εἶπεν αὐτῷ. ᾿Εκεῖνος δὲ ἔλεγεν περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ σώµατος αὐτοῦ. καὶ ἐν τρισὶν ἡµέραις ἐγερῶ αὐτόν. 1 ῏Ην δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων. 20–3.

ἵνα µὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ. 16–4. 36 ῾Ο πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν 36 ἔχει Ϲωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ. ῾Ο ὢν ἐκ τῆς 31 γῆς. 35 καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. 19 Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις. ἴδε οὗτος ϐαπτίζει. νυµφίος ἐστίν· ὁ δὲ ϕίλος τοῦ νυµφίου. 25 ᾿Εγένετο οὖν Ϲήτησις 25 ἐκ τῶν µαθητῶν ᾿Ιωάννου µετὰ ᾿Ιουδαίου περὶ καθαρισµοῦ. οὐκ ὄψεται Ϲωήν. 30 ᾿Εκεῖνον δεῖ 30 αὐξάνειν.21 ται πρὸς τὸ ϕῶς. 27 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιωάννης καὶ εἶπεν. ᾧ σὺ µεµαρτύρηκας. 28 Αὐτοὶ ὑµεῖς µαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον. ἀλλ᾿ ὅτι ᾿Απεσταλµένος εἰµὶ ἔµπροσθεν ἐκείνου. ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ· καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο. ἐὰν µὴ ᾖ δεδοµένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. 23 ῏Ην 23 δὲ καὶ ᾿Ιωάννης ϐαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλήµ. Οὐκ εἰµὶ 28 ἐγὼ ὁ χριστός. 24 Οὔπω γὰρ ἦν 24 ϐεβληµένος εἰς τὴν ϕυλακὴν ὁ ᾿Ιωάννης. καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι µᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ ϕῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα.16 τοῦ τὸν µονογενῆ ἔδωκεν. ὥστε τὸν υἱὸν αὐ. ὅτι µὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνοµα τοῦ µονογενοῦς υἱοῦ τοῦ ϑεοῦ. 1 Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ ϑεὸς τὸν κόσµον. καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν. 20 Πᾶς γὰρ ὁ 20 ϕαῦλα πράσσων µισεῖ τὸ ϕῶς. ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν µὴ ἀπόληται. ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσµος δι᾿ αὐτοῦ. 33 ῾Ο 33 λαβὼν αὐτοῦ τὴν µαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ ϑεὸς ἀληθής ἐστιν. ὅτι τὸ ϕῶς 19 ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσµον. ἵνα ϕανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα. 21 ῾Ο δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχε. 22 Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν 22 ᾿Ιουδαίαν γῆν· καὶ ἐκεῖ διέτριβεν µετ᾿ αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν. 17 Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ ϑεὸς τὸν 17 υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσµον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσµον. ῾Ραββί. 31 ῾Ο ἄνωθεν ἐρχόµενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. 18 ῾Ο πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ δὲ 18 µὴ πιστεύων ἤδη κέκριται. ὃς ἦν µετὰ σοῦ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου. 34 ῝Ον γὰρ ἀπέστειλεν ὁ ϑεός. 35 ῾Ο πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν. 26 Καὶ 26 ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ. 1 ῾Ως οὖν ἔγνω ὁ κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι ᾿Ιησοῦς 4 . 32 τοῦτο µαρτυρεῖ· καὶ τὴν µαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαµβάνει. 29 ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ. ἀλλ᾿ ἔχῃ Ϲωὴν αἰώνιον. 32 Καὶ ὃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν. ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ ϑεοῦ µένει ἐπ᾿ αὐτόν. καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόµενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὅτι ἐν ϑεῷ ἐστιν εἰργασµένα. ἐκ τῆς γῆς ἐστιν. ἐµὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. Οὐ 27 δύναται ἄνθρωπος λαµβάνειν οὐδέν. καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ ϕῶς. 29 ῾Ο ἔχων τὴν νύµφην.141 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 16 3. τὰ ῥήµατα τοῦ ϑεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ 34 ἐκ µέτρου δίδωσιν ὁ ϑεὸς τὸ πνεῦµα. χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν ϕωνὴν τοῦ νυµφίου· αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐµὴ πεπλήρωται.

οὐ µὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα· ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλοµένου εἰς Ϲωὴν αἰώνιον. καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ Ϲῶν. καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. . ὅτι ἔρχεται ὥρα. Καλῶς εἶπας ὅτι ῎Ανδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες. Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. πίστευσόν µοι. ϑεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσιν τῷ πατρὶ ἐν πνεύµατι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους Ϲητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 16 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ τὰ ϑρέµµατα αὐτοῦ . 24 πνεῦµα ὁ ϑεός· καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι. 23 ᾿Αλλ᾿ ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστιν. Οὐκ ἔχω ἄνδρα.4. ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύµοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Κύριε. ῞Ωρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.Οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαµαρείταις. µηδὲ ἔρχοµαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. ∆ός µοι πιεῖν. Κύριε. Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ ϑεοῦ. καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ. ῞Υπαγε. 17 ᾿Απεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν. καὶ τὸ ϕρέαρ ἐστὶν ϐαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ Ϲῶν . 22 ῾Υµεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε· ἡµεῖς προσκυνοῦµεν ὃ οἴδαµεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. 5 ῎Ερχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαµαρείας λεγοµένην Συχάρ. ∆ός µοι πιεῖν. 21 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 19 Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή. ἀλλ᾿ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ . οὔσης γυναικὸς Σαµαρείτιδος . δός µοι τοῦτο τὸ ὕδωρ. ἐν πνεύµατι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσιν. 8 Οἱ γὰρ µαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν. 11 Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή.3 ἀφῆκεν τὴν ᾿Ιουδαίαν. ἵνα µὴ διψῶ. ῾Ο οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ. 13 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ. Πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ᾿ ἐµοῦ πιεῖν αἰτεῖς. καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστιν σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. ὃς ἔδωκεν ἡµῖν τὸ ϕρέαρ. 12 Μὴ σὺ µείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡµῶν ᾿Ιακώβ. πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. 9 Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαµαρεῖτις. διψήσει πάλιν· 14 ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ. Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου. 7 ῎Ερχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαµαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ· λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. Κύριε. 4 ῎Εδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαµαρείας. 2–25 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 142 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 2 πλείονας µαθητὰς ποιεῖ καὶ ϐαπτίζει ἢ ᾿Ιωάννης . καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιεν. 20 Οἱ πατέρες ἡµῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑµεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύµοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. ϕώνησον τὸν ἄνδρα σοῦ. σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν. 15 Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή.καίτοιγε ᾿Ιησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν. Γύναι. οὔτε ἄντληµα ἔχεις. 10 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ. 25 Λέγει αὐτῷ ἡ .

35 Οὐχ ὑµεῖς λέγετε ὅτι ῎Ετι τετράµηνός ἐστιν. 28 ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνή. καὶ ὑµεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.143 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 4. οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούµ. ὅπου ἐποίησεν τὸ ὕδωρ οἶνον. 26–47 γυνή. καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν. 47 Οὗτος ἀκούσας ὅτι ᾿Ιησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν. καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. ᾿Ιδού. καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 30 ᾿Εξῆλθον ἐκ τῆς πόλεως. ὅτι λευκαί εἰσιν πρὸς ϑερισµὸν ἤδη. 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι Οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύοµεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαµεν. ῾Ραββί. 40 ῾Ως οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαµαρεῖται. 26 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ οἴδαµεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσµου. ϕάγε. καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Τί Ϲητεῖς . 31 ᾿Εν δὲ τῷ µεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ µαθηταί. ἴδετε ἄνθρωπον.ὁ λεγόµενος χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος. καὶ συνάγει καρπὸν εἰς Ϲωὴν αἰώνιον· ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁµοῦ χαίρῃ καὶ ὁ ϑερίζων. ᾿Εγώ εἰµι. ὁ χριστός. ἀναγγελεῖ ἡµῖν πάντα. ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλµοὺς ὑµῶν. ᾿Εµὸν ϐρῶµά ἐστιν. Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ ϕαγεῖν . ἠρώτων αὐτὸν µεῖναι παρ᾿ αὐτοῖς· καὶ ἔµεινεν ἐκεῖ δύο ἡµέρας. 27 Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ἀπῆλθεν πρὸς αὐτόν. καὶ ὁ ϑερισµὸς ἔρχεται . 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 . Τί λαλεῖς µετ᾿ αὐτῆς . 41 Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ. λέγοντες. καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις. καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἔµελλεν γὰρ ἀ- 26 27 28 29 30. Καὶ ἦν τις ϐασιλικός. 44 Αὐτὸς γὰρ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐµαρτύρησεν ὅτι προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιµὴν οὐκ ἔχει. 34 Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 43 Μετὰ δὲ τὰς δύο ἡµέρας ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν. 38 ᾿Εγὼ ἀπέστειλα ὑµᾶς ϑερίζειν ὃ οὐχ ὑµεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασιν. καὶ ἄλλος ὁ ϑερίζων. ἐδέξαντο αὐτὸν οἱ Γαλιλαῖοι. καὶ ϑεάσασθε τὰς χώρας. 39 ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαµαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς µαρτυρούσης ὅτι Εἶπέν µοι πάντα ὅσα ἐποίησα. ἤ. ὅτι ῎Αλλος ἐστὶν ὁ σπείρων. 46 ῏Ηλθεν οὖν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας. 36 Καὶ ὁ ϑερίζων µισθὸν λαµβάνει. καὶ ἐθαύµασαν ὅτι µετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς µέντοι εἶπεν. λέγω ὑµῖν. ὃς εἶπέν µοι πάντα ὅσα ἐποίησα· µήτι οὗτός ἐστιν ὁ χριστός . 37 ᾿Εν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός. 29 ∆εῦτε. 33 ῎Ελεγον οὖν οἱ µαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους. πάντα ἑωρακότες ἃ ἐποίησεν ἐν ῾Ιεροσολύµοις ἐν τῇ ἑορτῇ· καὶ αὐτοὶ γὰρ ἦλθον εἰς τὴν ἑορτήν. Οἶδα ὅτι Μεσίας ἔρχεται . 32 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. ᾿Εγὼ ϐρῶσιν ἔχω ϕαγεῖν ἣν ὑµεῖς οὐκ οἴδατε. ὁ λαλῶν σοι. ἵνα ποιῶ τὸ ϑέληµα τοῦ πέµψαντός µε. 45 ῞Οτε οὖν ἦλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών 13 13 σοι. οὐ µὴ πιστεύσητε. ῏Αρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει . ῾Ο ποιήσας µε ὑγιῆ. Τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείµενον. ἄλλος πρὸ ἐµοῦ καταβαίνει. Καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄν51 51 θρωπος τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἦρεν τὸν κράββατον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ξηρῶν. 2 2 ῎Εστιν δὲ ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύµοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυµβήθρα. τυφλῶν. καὶ ἐτάρασσεν τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐµβὰς µετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος. καὶ 52 52 ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ῾Ο παῖς σου Ϲῇ. καὶ 9 9 περιπάτει. ῏Ην δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ. ἐκδεχοµένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 15 48 144 ποθνῄσκειν. ῎Εγνω οὖν ὁ πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ. 1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων. ϐάλῃ µε εἰς τὴν κολυµβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχοµαι ἐγώ. κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον µου. ῎Ηδη δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος. ᾿Εὰν µὴ σηµεῖα καὶ τέρατα ἴδητε. 14 14 Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ. ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς. ᾿Ηρώτησαν οὖν αὐτόν. ἡ ἐπιλεγοµένη ῾Εβραι¨στὶ Βηθεσδά. ῎Αγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυµβήθρᾳ. καὶ ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς 5 ῾Ιεροσόλυµα. ἵνα µὴ χεῖρόν τί σοι 15 15 γένηται. ῎Εγειραι.ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 4. καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει. Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος. ἐν ᾗ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ῾Ο υἱός σου 54 54 Ϲῇ· καὶ ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ ὅλη. 10 10 ῎Ελεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευµένῳ. καὶ εἶπεν αὐτῷ. ἐκεῖνός µοι εἶπεν. 4 4 χωλῶν. ῏Αρον τὸν κράββατόν σου καὶ 12 12 περιπάτει. ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι . Σάββατόν ἐστιν· 11 11 οὐκ ἔξεστίν σοι ἆραι τὸν κράββατον. ᾿Απῆλθεν ὁ ἄνθρωπος. Κύριε. ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν. Πορεύου· ὁ υἱός σου Ϲῇ. ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ. 48–5. λέγει αὐ7 7 τῷ. Τοῦτο πάλιν δεύτερον σηµεῖον ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτόν. καὶ ἀνήγγειλεν τοῖς ᾿Ιουδαίοις 48 49 . Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἄνθρωπον οὐκ ἔχω ἵνα. πέντε στοὰς ἔχουσα. ἆρον τὸν κράββατόν σου. ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήµατι. ῏Ην δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ 6 6 τριάκοντα ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ. 8 8 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἐλθὼν ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Κύριε. ὑγιὴς 5 5 ἐγίνετο. ᾿Επύθετο οὖν παρ᾿ αὐτῶν τὴν ὥραν ἐν ᾗ κοµψότερον ἔσχεν. 49 Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ ϐασι50 50 λικός. ῎Ιδε ὑγιὴς γέγονας· µηκέτι ἁµάρτανε. οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀπήντησαν αὐτῷ. Καὶ εἶπον αὐτῷ ὅτι Χθὲς 53 53 ὥραν ἑβδόµην ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πυρετός. 3 3 ᾿Εν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων. καὶ ἐπορεύετο. ῾Ο δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν.

21 ῞Ωσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ Ϲῳοποιεῖ. ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγεν τὸν ϑεόν. οὕτως ἔδωκεν καὶ τῷ υἱῷ Ϲωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ· 27 καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν.145 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 5. ῾Ο πατήρ µου ἕως ἄρτι ἐργάζεται. 19 ᾿Απεκρίνατο οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁµοίως ποιεῖ. ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς µνηµείοις ἀκούσονται τῆς ϕωνῆς αὐτοῦ. 32 ῎Αλλος ἐστὶν ὁ µαρτυρῶν περὶ ἐµοῦ. 16–36 16 ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ. 24 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον µου ἀκούων. οὐ τιµᾷ τὸν πατέρα τὸν πέµψαντα αὐτόν. 17 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς. 29 καὶ ἐκπορεύσονται. καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι. 22 Οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα. οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν. καθὼς τιµῶσιν τὸν πατέρα. 25 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστιν. ἀλλὰ µεταβέβηκεν ἐκ τοῦ ϑανάτου εἰς τὴν Ϲωήν. ὅτι οὐ µόνον ἔλυεν τὸ σάββατον. ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκεν τῷ υἱῷ· 23 ἵνα πάντες τιµῶσιν τὸν υἱόν. αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ. ἀλλὰ τὸ ϑέληµα τοῦ πέµψαντός µε πατρός. ἐὰν µή τι ϐλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ. 28 Μὴ ϑαυµάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα. καὶ οἱ ἀκούσαντες Ϲήσονται. ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑµεῖς σωθῆτε. καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ· καὶ µείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα. κρίνω· καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐµὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ Ϲητῶ τὸ ϑέληµα τὸ ἐµόν. ὑµεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ ϕωτὶ αὐτοῦ. ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ. ῾Ο µὴ τιµῶν τὸν υἱόν. ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ ϑεῷ. κἀγὼ ἐργάζοµαι. ἵνα ὑµεῖς ϑαυµάζητε. ἡ µαρτυρία µου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 34 ᾿Εγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν µαρτυρίαν λαµβάνω. εἰς ἀνάστασιν κρίσεως. 33 ῾Υµεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς ᾿Ιωάννην. 30 Οὐ δύναµαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω. Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν ᾿Ιησοῦν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. 31 ᾿Εὰν ἐγὼ µαρτυρῶ περὶ ἐµαυτοῦ. οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. καὶ µεµαρτύρηκεν τῇ ἀληθείᾳ. οὕτως καὶ ὁ υἱὸς οὓς ϑέλει Ϲῳοποιεῖ. 36 ᾿Εγὼ δὲ ἔχω τὴν µαρτυρίαν µείζω τοῦ ᾿Ιωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέν µοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά. ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστίν. 18 ∆ιὰ τοῦτο οὖν µᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι. ἔχει Ϲωὴν αἰώνιον· καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται. 35 ᾿Εκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόµενος καὶ ϕαίνων. 26 ῞Ωσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει Ϲωὴν ἐν ἑαυτῷ. 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 . ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς ϕωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ ϑεοῦ. καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ µαρτυρία ἣν µαρτυρεῖ περὶ ἐµοῦ. εἰς ἀνάστασιν Ϲωῆς· οἱ δὲ τὰ ϕαῦλα πράξαντες. 20 ῾Ο γὰρ πατὴρ ϕιλεῖ τὸν υἱόν. καὶ πιστεύων τῷ πέµψαντί µε.

ὃ ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ 10 10 ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους . Πῶς δύνασθε ὑµεῖς πιστεῦσαι. λέγει τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ. Εἶπεν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς. Εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωσῇ. Τοῦτο δὲ ἔλεγεν πει7 7 ράζων αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔµελλεν ποιεῖν. Καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε µένοντα ἐν ὑµῖν. Μωσῆς. τού39 39 τῳ ὑµεῖς οὐ πιστεύετε. ἐκεῖνον λήψεσθε. καὶ τὴν δόξαν τὴν 45 45 παρὰ τοῦ µόνου ϑεοῦ οὐ Ϲητεῖτε . 14 146 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 37 µαρτυρεῖ περὶ ἐµοῦ ὅτι ὁ πατήρ µε ἀπέσταλκεν. Ποιήσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. Καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς. 37–6. ὅτι ὑµεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς Ϲωὴν αἰώνιον ἔχειν. 5 ᾿Επάρας οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλµούς. ῎Εστιν παιδάριον ἓν ὧδε. ᾿Εγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόµατι τοῦ πατρός µου. καὶ ἐκεῖ ἐκάθητο µετὰ τῶν µαθητῶν 4 4. 1 6 Μετὰ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς πέραν τῆς ϑαλάσσης τῆς Γα2 2 λιλαίας. ὅτι τὴν 43 43 ἀγάπην τοῦ ϑεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς. αὐτὸς µεµαρτύρηκεν περὶ ἐµοῦ. ὅτι 3 3 ἑώρων αὐτοῦ τὰ σηµεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων. οἱ δὲ µαθηταὶ τοῖς ἀνακειµένοις· ὁµοίως καὶ ἐκ τῶν 12 12 ὀψαρίων ὅσον ἤθελον. Οὔτε ϕωνὴν αὐτοῦ 38 38 ἀκηκόατε πώποτε. ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων. 41 περὶ ἐµοῦ· καὶ οὐ ϑέλετε ἐλθεῖν πρός µε. 46 46 εἰς ὃν ὑµεῖς ἠλπίκατε. ᾿Ανῆλθεν δὲ εἰς τὸ ὄρος ὁ ᾿Ιησοῦς. ἐπιστεύετε 47 47 ἂν ἐµοί· περὶ γὰρ ἐµοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν. ᾿Ερευνᾶτε τὰς γραφάς. καὶ οὐ λαµβάνετέ µε· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ 44 44 ἐν τῷ ὀνόµατι τῷ ἰδίῳ. πῶς τοῖς ἐµοῖς ῥήµασιν πιστεύσετε . ἵνα Ϲωὴν ἔχητε. ἵνα ϕάγωσιν οὗτοι . καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ µαρτυροῦσαι 40 40. Πόθεν 6 6 ἀγοράσοµεν ἄρτους. καὶ εὐχαριστήσας διέδωκεν τοῖς µαθηταῖς. τῆς Τιβεριάδος. δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαµβάνοντες. Λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν µαθητῶν 9 9 αὐτοῦ. καὶ ϑεασάµενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 41 ∆ό42 42 ξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαµβάνω· ἀλλ᾿ ἔγνωκα ὑµᾶς. Εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράµµασιν οὐ πιστεύετε. ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος. ἵνα 8 8 ἕκαστος αὐτῶν ϐραχύ τι λάβῃ. ῏Ην δὲ ἐγγὺς τὸ Πάσχα. οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε. Συνήγαγον οὖν. ἃ ἐπερίσσευσεν τοῖς 14 14 ϐεβρωκόσιν. λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον. ∆ιακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς. ἵνα µή 13 13 τι ἀπόληται. ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίµωνος Πέτρου. ᾿Απεκρίθη αὐτῷ Φίλιππος. Οἱ οὖν ἄνθρωποι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν σηµεῖον ὁ ᾿Ι37 . 11 11 ᾿Ανέπεσον οὖν οἱ ἄνδρες τὸν ἀριθµὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι. ῎Ελαβεν δὲ τοὺς ἄρτους ὁ ᾿Ιησοῦς. ῏Ην δὲ χόρτος πολὺς ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ ὁ πέµψας µε πατήρ. Συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσµατα. Μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑµῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑµῶν. 5 αὐτοῦ.5. καὶ ἐγέµισαν δώδεκα κοφίνους κλασµάτων ἐκ τῶν πέντε ἄρτων τῶν κριθίνων. ῾Ως δὲ ἐνεπλήσθησαν.

34 Εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν. 29 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς.147 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6. ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν ϐασιλέα. καὶ ἐγγὺς τοῦ πλοίου γινόµενον· καὶ ἐφοβήθησαν. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 19 ᾿Εληλακότες οὖν ὡς σταδίους εἴκοσι πέντε ἢ τριάκοντα. ἔλεγον ὅτι Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόµενος εἰς τὸν κόσµον. 21 ῎Ηθελον οὖν λαβεῖν αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον· καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑπῆγον.24 ὅτε οὖν εἶδεν ὁ ὄχλος ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. 33 ῾Ο γὰρ ἄρτος τοῦ ϑεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ Ϲωὴν διδοὺς τῷ κόσµῳ. ἵνα ἴδωµεν καὶ πιστεύσωµέν σοι . 26 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν. ῎Αρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ϕαγεῖν. καθώς ἐστιν γεγραµµένον. Ϲητοῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν. Καὶ σκοτία ἤδη ἐγεγόνει. καὶ ὅτι οὐ συνεισῆλθεν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ πλοιάριον. Τί οὖν ποιεῖς σὺ σηµεῖον. 31 Οἱ πατέρες ἡµῶν τὸ µάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήµῳ. 28 Εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν. 25 Καὶ εὑρόντες αὐτὸν πέραν τῆς ϑαλάσσης. ῾Ραββί. 17 καὶ ἐµβάντες εἰς τὸ πλοῖον. εὐχαριστήσαντος τοῦ κυρίου . Τοῦτό ἐστιν τὸ ἔργον τοῦ ϑεοῦ. πάντοτε δὸς ἡµῖν τὸν ἄρτον τοῦτον. 32 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ἵνα ἐργαζώµεθα τὰ ἔργα τοῦ ϑεοῦ . 20 ῾Ο δὲ λέγει αὐτοῖς. ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος. οὐχ ὅτι εἴδετε σηµεῖα. οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑµῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ἀλλ᾿ ὁ πατήρ µου δίδωσιν ὑµῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν.23 ἄλλα δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ἄρτον. κατέβησαν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ϑάλασσαν. ἀνεχώρησεν εἰς τὸ ὄρος αὐτὸς µόνος. εἶπον αὐτῷ. Τί ποιῶµεν. ἀλλὰ τὴν ϐρῶσιν τὴν µένουσαν εἰς Ϲωὴν αἰώνιον. ἀλλὰ µόνοι οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ ἀπῆλθον . πότε ὧδε γέγονας . 15 ᾿Ιησοῦς οὖν γνοὺς ὅτι µέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ἁρπάζειν αὐτόν. ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑµῖν δώσει· τοῦτον γὰρ ὁ πατὴρ ἐσφράγισεν. ἐνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ πλοῖα. ἀλλ᾿ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε. 35 Εἶ- 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 . ἰδὼν ὅτι πλοιάριον ἄλλο οὐκ ἦν ἐκεῖ εἰ µὴ ἓν ἐκεῖνο εἰς ὃ ἐνέβησαν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἐληλύθει πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς. 16 ῾Ως δὲ ὀψία ἐγένετο. Ϲητεῖτέ µε. 22 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος ὁ ἑστηκὼς πέραν τῆς ϑαλάσσης. ὁ ϑεός. Τί ἐργάζῃ . Κύριε. 30 Εἶπον οὖν αὐτῷ. 15–35 ησοῦς. 27 ᾿Εργάζεσθε µὴ τὴν ϐρῶσιν τὴν ἀπολλυµένην. καὶ ἦλθον εἰς Καπερναούµ. 18 ῞Η τε ϑάλασσα ἀνέµου µεγάλου πνέοντος διηγείρετο. ᾿Εγώ εἰµι· µὴ ϕοβεῖσθε. ἤρχοντο πέραν τῆς ϑαλάσσης εἰς Καπερναούµ. ϑεωροῦσιν τὸν ᾿Ιησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ϑαλάσσης.

40 Τοῦτο δέ ἐστιν τὸ ϑέληµα τοῦ πέµψαντός µε. 48 ᾿Εγώ εἰµι ὁ ἄρτος τῆς Ϲωῆς. ἀλλὰ ἀναστήσω αὐτὸ τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. Μὴ γογγύζετε µετ᾿ ἀλλήλων. 44 Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός µε. καὶ οὐ πιστεύετε. ἐὰν µὴ ϕάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷµα. 51 ᾿Εγώ εἰµι ὁ ἄρτος ὁ Ϲῶν. 46 Οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν. ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ ϕάγῃ καὶ µὴ ἀποθάνῃ. ἐὰν µὴ ὁ πατὴρ ὁ πέµψας µε ἑλκύσῃ αὐτόν. ἀλλὰ τὸ ϑέληµα τοῦ πέµψαντός µε. ἐν ἐµοὶ µένει. κἀκεῖνος Ϲήσεται δι᾿ ἐµέ. ᾿Εγώ εἰµι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω. ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσµου Ϲωῆς. Πᾶς οὖν ὁ ἀκούων παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ µαθών. 53 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Πῶς δύναται οὗτος ἡµῖν δοῦναι τὴν σάρκα ϕαγεῖν . ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ. Ϲήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. οὗτος ἑώρακεν τὸν πατέρα. ὅτι εἶπεν. ἡ σάρξ µου ἐστίν. ἔχει Ϲωὴν αἰώνιον. Καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ ϑεοῦ. καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. ἔρχεται πρός µε. 43 ᾿Απεκρίθη οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις ϕάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου. 58 Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· . 42 Καὶ ἔλεγον.6. ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέν µοι. µὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ. 55 ῾Η γὰρ σάρξ µου ἀληθῶς ἐστιν ϐρῶσις. Πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ᾿Εκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα . εἰ µὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ ϑεοῦ. ἔχει Ϲωὴν αἰώνιον. 54 ῾Ο τρώγων µου τὴν σάρκα καὶ πίνων µου τὸ αἷµα. 56 ῾Ο τρώγων µου τὴν σάρκα καὶ πίνων µου τὸ αἷµα. καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. ἔχῃ Ϲωὴν αἰώνιον. 41 ᾿Εγόγγυζον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ. 49 Οἱ πατέρες ὑµῶν ἔφαγον τὸ µάννα ἐν τῇ ἐρήµῳ. κἀγὼ Ϲῶ διὰ τὸν πατέρα· καὶ ὁ τρώγων µε. καὶ ἀπέθανον. 39 Τοῦτο δέ ἐστιν τὸ ϑέληµα τοῦ πέµψαντός µε πατρός. 36–58 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 148 πεν δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 52 ᾿Εµάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες. 50 Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων. Οὐχ οὗτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ υἱὸς ᾿Ιωσήφ. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ἵνα πᾶς ὁ ϑεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτόν. ᾿Εγώ εἰµι ὁ ἄρτος τῆς Ϲωῆς· ὁ ἐρχόµενος πρός µε οὐ µὴ πεινάσῃ· καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐµὲ οὐ µὴ διψήσῃ πώποτε. 37 Πᾶν ὃ δίδωσίν µοι ὁ πατὴρ πρὸς ἐµὲ ἥξει· καὶ τὸν ἐρχόµενον πρός µε οὐ µὴ ἐκβάλω ἔξω. 38 ῞Οτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. 36 ᾿Αλλ᾿ εἶπον ὑµῖν ὅτι καὶ ἑωράκατέ µε. καὶ τὸ αἷµά µου ἀληθῶς ἐστιν πόσις. οὗ ἡµεῖς οἴδαµεν τὸν πατέρα καὶ τὴν µητέρα . οὐκ ἔχετε Ϲωὴν ἐν ἑαυτοῖς. κἀγὼ ἐν αὐτῷ. 45 ῎Εστιν γεγραµµένον ἐν τοῖς προφήταις. οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ ϑέληµα τὸ ἐµόν. 47 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 57 Καθὼς ἀπέστειλέν µε ὁ Ϲῶν πατήρ.

67 Εἶ. ἀλλ᾿ ὡς ἐν κρυπτῷ. καὶ ἐξ ὑµῶν εἷς διάβολός ἐστιν .70 ξάµην. καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν. Κύριε. 5 6 Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Οὐκ ἐγὼ ὑµᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελε. 61 Εἰδὼς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι γογγύ. καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον. 70 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 62 ᾿Εὰν οὖν ϑεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀνα. 68 ᾿Απεκρίθη οὖν αὐτῷ Σίµων Πέτρος.149 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6. 10 ῾Ως δὲ ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. 11 Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι 11 . 63 ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήµατα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑµῖν. ἵνα καὶ οἱ µαθηταί σου ϑεωρήσωσιν τὰ ἔργα σου ἃ ποιεῖς.62 βαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον . εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα. ἔµεινεν ἐν τῇ 9 Γαλιλαίᾳ. ῾Ο καιρὸς ὁ ἐµὸς οὔπω πάρεστιν. Μετάβηθι ἐντεῦθεν. 11 οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑµῶν τὸ µάννα. 69 Καὶ ἡµεῖς πεπιστεύκαµεν 69 καὶ ἐγνώκαµεν ὅτι σὺ εἶ ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ τοῦ Ϲῶντος. 5 Οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν. 3 καὶ ὕπαγε εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν. τίνες εἰσὶν οἱ µὴ πιστεύοντες. ὅτι ἐγὼ µαρτυρῶ περὶ αὐτοῦ. 63 Τὸ πνεῦµά ἐστιν τὸ Ϲῳοποιοῦν. καὶ Ϲητεῖ 4 αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι. Σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν . ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός µε. 60 Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες 60 ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ εἶπον. οὐ ϕανερῶς. 9 Ταῦτα δὲ εἰπὼν αὐτοῖς. 1 Καὶ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς µετὰ ταῦτα ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ· οὐ γὰρ 7 ἤθελεν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ περιπατεῖν. ϕανέρωσον σεαυτὸν τῷ κόσµῳ. ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρά ἐστιν. 71 ῎Ελεγεν δὲ τὸν ᾿Ιούδαν 71 Σίµωνος ᾿Ισκαριώτην· οὗτος γὰρ ἔµελλεν αὐτὸν παραδιδόναι. ἐὰν µὴ ᾖ δεδοµένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός µου. ὅτι ὁ καιρὸς ὁ ἐµὸς οὔπω πεπλήρωται. 6 ὁ δὲ καιρὸς ὁ ὑµέτερος πάντοτέ ἐστιν ἕτοιµος. Ϲήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. ∆ιὰ τοῦτο εἴρηκα ὑ.65 µῖν. Εἰ ταῦτα ποιεῖς. εἶπεν αὐτοῖς. 7 Οὐ δύναται ὁ 7 κόσµος µισεῖν ὑµᾶς· ἐµὲ δὲ µισεῖ. 64 ῎ῌδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ ᾿Ιησοῦς. τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς 10 τὴν ἑορτήν. καὶ οὐκέτι µετ᾿ αὐτοῦ περιεπάτουν. πρὸς τίνα ἀπελευσό. 59 Ταῦτα εἶπεν ἐν 59 συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καπερναούµ. Μὴ καὶ ὑµεῖς ϑέλετε ὑπάγειν . 4 Οὐδεὶς γὰρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ. 2 ῏Ην δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων ἡ Σκηνοπηγία.67 πεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς δώδεκα.68 µεθα . ῾Ρήµατα Ϲωῆς αἰωνίου ἔχεις. ὅτι ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι. Τοῦτο ὑµᾶς σκανδαλίζει . 64 ᾿Αλλ᾿ εἰσὶν ἐξ ὑµῶν τινες οἳ οὐ πιστεύουσιν. 2 3 Εἶπον οὖν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. 66 ᾿Εκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον τῶν µαθητῶν 66 αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω. 8 ῾Υµεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτὴν 8 ταύτην· ἐγὼ οὔπω ἀναβαίνω εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην. 65 Καὶ ἔλεγεν. 59–7.61 ζουσιν περὶ τούτου οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. πνεῦµά ἐστιν καὶ Ϲωή ἐστιν.

οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν. 15 Καὶ ἐθαύµαζον οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες. καὶ οἴδατε πόθεν εἰµί· καὶ ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα. καὶ ἔλεγον ὅτι ῾Ο χριστὸς ὅταν ἔλθῃ. 30 ᾿Εζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι. ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ ἱερόν. ῎Ετι µικρὸν χρόνον µεθ᾿ ὑµῶν εἰµι. µήτι πλείονα σηµεῖα τούτων ποιήσει ὧν οὗτος ἐποίησεν . 33 Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς. ὃν ὑµεῖς οὐκ οἴδατε. ∆αιµόνιον ἔχεις· τίς σε Ϲητεῖ ἀποκτεῖναι . ὑµεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ χριστός . καὶ πάντες ϑαυµάζετε. 26 Καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ. ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ. 32 ῎Ηκουσαν οἱ Φαρισαῖοι τοῦ ὄχλου γογγύζοντος περὶ αὐτοῦ ταῦτα· καὶ ἀπέστειλαν ὑπηρέτας οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα πιάσωσιν αὐτόν. 29 ᾿Εγὼ οἶδα αὐτόν. 13 Οὐδεὶς µέντοι παρρησίᾳ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ διὰ τὸν ϕόβον τῶν ᾿Ιουδαίων. ἀλλ᾿ ἐκ τῶν πατέρων . 24 Μὴ κρίνετε κατ᾿ ὄψιν. καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰµὶ ἐγώ. καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν. καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέµψαντά µε. 23 Εἰ περιτοµὴν λαµβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ. ἀλλ᾿ ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέµψας µε. 21 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς. Οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν Ϲητοῦσιν ἀποκτεῖναι . Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος . Τί µε Ϲητεῖτε ἀποκτεῖναι . οὗτος ἀληθής ἐστιν. µὴ µεµαθηκώς . 22 ∆ιὰ τοῦτο Μωσῆς δέδωκεν ὑµῖν τὴν περιτοµήν . τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν Ϲητεῖ· ὁ δὲ Ϲητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέµψαντος αὐτόν. Οὔ. Καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὴν χεῖρα. καὶ ἐδίδασκεν. καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑµῶν ποιεῖ τὸν νόµον . ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ὄχλον. 18 ῾Ο ἀφ᾿ ἑαυτοῦ λαλῶν. ἐµοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ . ὅτι παρ᾿ αὐτοῦ εἰµι. 16 ᾿Απεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν. καὶ ἔλεγον. 12–35 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 150 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 12 ἐζήτουν αὐτὸν ἐν τῇ ἑορτῇ. 14 ῎Ηδη δὲ τῆς ἑορτῆς µεσούσης. πότερον ἐκ τοῦ ϑεοῦ ἐστιν. καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσιν. ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. 27 ᾿Αλλὰ τοῦτον οἴδαµεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ χριστὸς ὅταν ἔρχηται. 19 Οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑµῖν τὸν νόµον. ῝Εν ἔργον ἐποίησα.οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωσέως ἐστίν. Πῶς οὗτος γράµµατα οἶδεν. Καὶ γογγυσµὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ ἦν ἐν τοῖς ὄχλοις· οἱ µὲν ἔλεγον ὅτι ᾿Αγαθός ἐστιν· ἄλλοι ἔλεγον. 31 Πολλοὶ δὲ ἐκ τοῦ ὄχλου ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 25 ῎Ελεγον οὖν τινες ἐκ τῶν ῾Ιεροσολυµιτῶν. ἀλλὰ τοῦ πέµψαντός µε. ἢ ἐγὼ ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ λαλῶ. 17 ᾿Εάν τις ϑέλῃ τὸ ϑέληµα αὐτοῦ ποιεῖν. ἵνα µὴ λυθῇ ὁ νόµος Μωσέως. 34 Ζητήσετέ µε. Κἀµὲ οἴδατε.7. ῾Η ἐµὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐµή. Ποῦ . γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς. 35 Εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς. 28 ῎Εκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ λέγων. 20 ᾿Απεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπεν. κἀκεῖνός µε ἀπέστειλεν.καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέµνετε ἄνθρωπον.

36–8. ἐὰν µὴ ἀκούσῃ παρ᾿ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ . 42 Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρµατος ∆αυίδ. ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν .41 στός. ᾿Εάν τις διψᾷ. ᾿Ερεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. αὕτη ἡ γυνὴ κατελήφθη ἐπ᾿ αὐτοφόρῳ µοιχευοµένη. 37 ᾿Εν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ τῇ µεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ 37 ᾿Ιησοῦς καὶ ἔκραξεν. τῆς κώµης ὅπου ἦν ∆αυίδ. ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 38 ῾Ο πιστεύων εἰς ἐµέ.4 δάσκαλε. 48 Μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς 48 αὐτόν. ἐρχέσθω πρός µε καὶ πινέτω. 43 Σχίσµα 43 οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ αὐτόν. 8 2 ῎Ορθρου δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν. 36 καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰµὶ ἐγώ. Ζητήσετέ µε. Μὴ 47 καὶ ὑµεῖς πεπλάνησθε . 7 οὗτος µέλλει πορεύεσθαι ὅτι ἡµεῖς οὐχ εὑρήσοµεν αὐτόν . ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων . ῾Ο ἀναµάρτη- . Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ χριστὸς ἔρχεται .50 ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν.46 κρίθησαν οἱ ὑπηρέται. 36 Τίς ἐστιν οὗτος ὁ λόγος ὃν εἶπεν. 52 ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ. 40 Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον. 6 Τοῦτο δὲ ἔλεγον πειράζοντες αὐτόν. πειράζοντες. 46 ᾿Απε. Οὗτός 40 ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης. ὑµεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν . 47 ᾿Απεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι. ∆ιὰ τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν . 45 ῏Ηλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαί. ἵνα 6 ἔχωσιν κατηγορεῖν αὐτοῦ. τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. µὴ προσποιούµενος. καὶ ἀπὸ Βη.42 θλεέµ. λέγων. 49 ᾿Αλλ᾿ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ µὴ γινώσκων 49 τὸν νόµον ἐπικατάρατοί εἰσιν. 4 λέγουσιν αὐτῷ.45 ους· καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι. Οὗτός ἐστιν ὁ χρι. ῎Αλλοι ἔλεγον. καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἤρ. 7 ῾Ως δὲ ἐπέµενον 7 ἐρωτῶντες αὐτόν. Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς 52 Γαλιλαίας εἶ. ὁ χριστὸς ἔρχεται . Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος. 50 Λέγει Νικόδηµος πρὸς αὐτούς . 53 Καὶ ἐπορεύθη ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· 53 1 ᾿Ιησοῦς δὲ ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν. ∆ι. ἀνακύψας εἶπεν πρὸς αὐτούς. καθὼς εἶπεν ἡ γραφή. 44 Τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν 44 πιάσαι αὐτόν. Μὴ εἰς τὴν διασπορὰν τῶν ῾Ελλήνων µέλλει πορεύεσθαι. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κάτω κύψας.151 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 7. 39 Τοῦτο δὲ εἶπεν 39 περὶ τοῦ πνεύµατος οὗ ἔµελλον λαµβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν πνεῦµα ἅγιον.2 χετο· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν αὐτούς. 3 ῎Αγουσιν δὲ οἱ γραµµατεῖς 3 καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς αὐτὸν γυναῖκα ἐν µοιχείᾳ καταλήφθεισαν· καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν µέσῳ.5 σθαι· σὺ οὖν τί λέγεις .51 Μὴ ὁ νόµος ἡµῶν 51 κρίνει τὸν ἄνθρωπον. 5 ᾿Εν δὲ τῷ νόµῳ Μωσῆς ἡµῖν ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθοβολεῖ. ποταµοὶ 38 ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος Ϲῶντος. καὶ διδάσκειν τοὺς ῞Ελληνας . 41 ῎Αλλοι ἔλεγον.

ἀλλ᾿ ἐγὼ καὶ ὁ πέµψας µε πατήρ. ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁµαρτίαις ὑµῶν. 21 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἡ κρίσις ἡ ἐµὴ ἀληθής ἐστιν· ὅτι µόνος οὐκ εἰµί. 23 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς. Ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου . 22 ῎Ελεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. ῞Οπου ἐγὼ ὑπάγω. καὶ ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἐλεγχόµενοι.8. πρῶτον ἐπ᾿ αὐτὴν τὸν λίθον ϐαλέτω. 10 ᾿Ανακύψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς. 18 ᾿Εγώ εἰµι ὁ µαρτυρῶν περὶ ἐµαυτοῦ. Μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν. εἶπεν αὐτῇ. καὶ µαρτυρεῖ περὶ ἐµοῦ ὁ πέµψας µε πατήρ. ἀκούσαντες. Οὔτε ἐµὲ οἴδατε. Καὶ πάλιν κάτω κύψας ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. ἀληθής ἐστιν ἡ µαρτυρία µου· ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον. 8–28 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 152 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8 τος ὑµῶν. καὶ τὸν πατέρα µου ᾔδειτε ἄν. κύριε. ῾Υµεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ. 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησεν λέγων. Οὐδείς. 17 Καὶ ἐν τῷ νόµῳ δὲ τῷ ὑµετέρῳ γέγραπται ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ µαρτυρία ἀληθής ἐστιν. 9 Οἱ δέ. 14 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰµί· ὑµεῖς ἐκ τοῦ κόσµου τούτου ἐστέ. ἀρξάµενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων· καὶ κατελείφθη µόνος ὁ ᾿Ιησοῦς. 11 ῾Η δὲ εἶπεν. Κἂν ἐγὼ µαρτυρῶ περὶ ἐµαυτοῦ. 16 Καὶ ἐὰν κρίνω δὲ ἐγώ. καὶ ποῦ ὑπάγω. κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ᾿ αὐτοῦ. . Εἶπεν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς. 26 Πολλὰ ἔχω περὶ ὑµῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν· ἀλλ᾿ ὁ πέµψας µε ἀληθής ἐστιν. ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέν µε ὁ πατήρ µου. Ποῦ εἰσιν ἐκεῖνοι οἱ κατήγοροί σου . 20 Ταῦτα τὰ ῥήµατα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ γαζοφυλακίῳ. Οὐδὲ ἐγώ σε κρίνω· πορεύου καὶ µηκέτι ἁµάρτανε. καὶ Ϲητήσετέ µε. Σὺ περὶ σεαυτοῦ µαρτυρεῖς· ἡ µαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 19 ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ. ὅτι λέγει. ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. καὶ µηδένα ϑεασάµενος πλὴν τὴς γυναικός. οὔτε τὸν πατέρα µου· εἰ ἐµὲ ᾔδειτε. ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ. 24 Εἶπον οὖν ὑµῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁµαρτίαις ὑµῶν· ἐὰν γὰρ µὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰµι. ὑµεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ· καὶ οὐδεὶς ἐπίασεν αὐτόν. Οὐδείς σε κατέκρινεν . ἀλλ᾿ ἕξει τὸ ϕῶς τῆς Ϲωῆς. ᾿Εγώ εἰµι τὸ ϕῶς τοῦ κόσµου· ὁ ἀκολουθῶν ἐµοὶ οὐ µὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἐξήρχοντο εἷς καθ᾿ εἷς. τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰµι. καὶ ποῦ ὑπάγω· ὑµεῖς δὲ οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχοµαι. ἐγὼ οὐκ εἰµὶ ἐκ τοῦ κόσµου τούτου. 13 Εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι. 27 Οὐκ ἔγνωσαν ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῖς ἔλεγεν. Τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑµῖν. καὶ ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ ποιῶ οὐδέν. ὑµεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν . καὶ ἐν τῇ ἁµαρτίᾳ ὑµῶν ἀποθανεῖσθε· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω. ῞Οταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Εγὼ ὑπάγω. καὶ ἡ γυνὴ ἐν µέσῳ οὖσα. 15 ῾Υµεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε· ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα. 28 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ. ταῦτα λέγω εἰς τὸν κόσµον. Σὺ τίς εἶ.

ἀληθῶς µαθηταί µου ἐστέ· 32 καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν. ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐµὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑµῖν. 33 ᾿Απεκρίθησαν αὐτῷ. Εἶπον οὖν αὐτῷ. καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν. ᾿Εγὼ δαιµόνιον οὐκ ἔχω. ἀλλ᾿ ἐκεῖνός µε ἀπέστειλεν. 31 ῎Ελεγεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ ᾿Ιουδαίους. Εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω. ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐµὸν τηρήσῃ. Εἰ ὁ ϑεὸς πατὴρ ὑµῶν ἦν. 43 ∆ιὰ τί τὴν λαλιὰν τὴν ἐµὴν οὐ γινώσκετε . ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ· ὅτι ψεύστης ἐστὶν καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. καὶ ὑµεῖς ἀτιµάζετέ µε. ϑάνατον οὐ µὴ ϑεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα. 50 ᾿Εγὼ δὲ οὐ Ϲητῶ τὴν δόξαν µου· ἔστιν ὁ Ϲητῶν καὶ κρίνων. 37 Οἶδα ὅτι σπέρµα ᾿Αβραάµ ἐστε· ἀλλὰ Ϲητεῖτέ µε ἀποκτεῖναι. Οὐ καλῶς λέγοµεν ἡµεῖς ὅτι Σαµαρείτης εἶ σύ. ῞Οταν λαλῇ τὸ ψεῦδος. τὸν ϑεόν. 36 ᾿Εὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑµᾶς ἐλευθερώσῃ. ᾿Εκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς. λαλῶ· καὶ ὑµεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ ὑµῶν. ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ. 49 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε. 40 Νῦν δὲ Ϲητεῖτέ µε ἀποκτεῖναι. διὰ τί ὑµεῖς οὐ πιστεύετέ µοι .153 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 29 8. Σπέρµα ᾿Αβραάµ ἐσµεν. 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 . ὅτι ἐκ τοῦ ϑεοῦ οὐκ ἐστέ. ᾿Εὰν ὑµεῖς µείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐµῷ. τὰ ἔργα τοῦ ᾿Αβραὰµ ἐποιεῖτε. ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ ϑεοῦ· τοῦτο ᾿Αβραὰµ οὐκ ἐποίησεν. 51 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 38 ᾿Εγὼ ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ πατρί µου. 41 ῾Υµεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑµῶν. Εἰ τέκνα τοῦ ᾿Αβραὰµ ἦτε. 44 ῾Υµεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ. ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ πάντοτε. 35 ῾Ο δὲ δοῦλος οὐ µένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ υἱὸς µένει εἰς τὸν αἰῶνα. ἀλλὰ τιµῶ τὸν πατέρα µου. 29–51 ταῦτα λαλῶ· καὶ ὁ πέµψας µε µετ᾿ ἐµοῦ ἐστιν· οὐκ ἀφῆκέν µε µόνον ὁ πατήρ. ῾Ηµεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήµεθα· ἕνα πατέρα ἔχοµεν. καὶ δαιµόνιον ἔχεις . ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑµῖν λελάληκα. καὶ τὰς ἐπιθυµίας τοῦ πατρὸς ὑµῶν ϑέλετε ποιεῖν. οὐ πιστεύετέ µοι. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 47 ῾Ο ὢν ἐκ τοῦ ϑεοῦ τὰ ῥήµατα τοῦ ϑεοῦ ἀκούει· διὰ τοῦτο ὑµεῖς οὐκ ἀκούετε. καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαµεν πώποτε· πῶς σὺ λέγεις ὅτι ᾿Ελεύθεροι γενήσεσθε . ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁµαρτίαν δοῦλός ἐστιν τῆς ἁµαρτίας. ποιεῖτε. 48 ᾿Απεκρίθησαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ. καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς. 34 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἠγαπᾶτε ἂν ἐµέ· ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ ϑεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ ἐλήλυθα. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 45 ᾿Εγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω. 46 Τίς ἐξ ὑµῶν ἐλέγχει µε περὶ ἁµαρτίας . ῞Οτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν λόγον τὸν ἐµόν. ῾Ο πατὴρ ἡµῶν ᾿Αβραάµ ἐστιν. 30 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 42 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 39 ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ.

ἐγὼ εἰµι. καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ. 53 Μὴ σὺ µείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡµῶν ᾿Αβραάµ. 3 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. καὶ εἶπέν µοι. καὶ ᾿Αβραὰµ ἑώρακας . καὶ σὺ λέγεις. διελθὼν διὰ µέσου αὐτῶν· καὶ παρῆγεν οὕτως. 15 Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ . ῞Υπαγε εἰς τὴν κολυµβήθραν τοῦ Σιλωάµ. οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ. ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ . ϕῶς εἰµι τοῦ κόσµου. Καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα σεαυτὸν σὺ ποιεῖς . καὶ εἶδεν καὶ ἐχάρη. ἔλεγον. καὶ ἐποίησεν πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσµατος. καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλµούς. Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος . πρὶν ᾿Αβραὰµ γενέσθαι. 59 ῏Ηραν οὖν λίθους ἵνα ϐάλωσιν ἐπ᾿ αὐτόν· ᾿Ιησοῦς δὲ ἐκρύβη. καὶ ἐπέχρισέν µου τοὺς ὀφθαλµούς. 52–9. 1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ. 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 52 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 154 Εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι. καὶ ἐὰν εἴπω ὅτι οὐκ οἶδα αὐτόν. Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλµοί . Οὔτε οὗτος ἥµαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ· ἀλλ᾿ ἵνα ϕανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ ϑεοῦ ἐν αὐτῷ. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ἔπτυσεν χαµαί. Πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις. ῾Ραββί. 6 Ταῦτα εἰπών. 54 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήµενος καὶ προσαιτῶν . ἀνέβλεψα. 5 ῞Οταν ἐν τῷ κόσµῳ ὦ. τίς ἥµαρτεν. 10 ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ. ὃν ὑµεῖς λέγετε ὅτι ϑεὸς ἡµῶν ἐστιν. ᾿Εκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ᾿Εγώ εἰµι. Οὐκ οἶδα. Λέγει. ᾿Εάν τις τὸν λόγον µου τηρήσῃ. 55 καὶ οὐκ ἐγνώκατε αὐτόν· ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτόν. καὶ ἦλθεν ϐλέπων. ᾿Εὰν ἐγὼ δοξάζω ἐµαυτόν. ᾿Αβραὰµ ἀπέθανεν καὶ οἱ προφῆται. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ ϑεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν. 4 ᾿Εµὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέµψαντός µε ἕως ἡµέρα ἐστίν· ἔρχεται νύξ. οὐ µὴ γεύσηται ϑανάτου εἰς τὸν αἰῶνα. 13 ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους. ῎Ανθρωπος λεγόµενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησεν. 57 Εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς αὐτόν. 56 ᾿Αβραὰµ ὁ πατὴρ ὑµῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡµέραν τὴν ἐµήν. ἔσοµαι ὅµοιος ὑµῶν. 58 Εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ψεύστης· ἀλλ᾿ οἶδα αὐτόν. καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τηρῶ. ᾿Απεσταλµένος. ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Νῦν ἐγνώκαµεν ὅτι δαιµόνιον ἔχεις. καὶ νίψαι. 15 52 53 54 55 56 57 58 59 9. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο.8. καὶ ἐπέχρισεν τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλµοὺς τοῦ τυφλοῦ. 14 ῏Ην δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυµβήθραν τοῦ Σιλωάµ . 12 Εἶπον οὖν αὐτῷ. 2 Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες. τόν ποτε τυφλόν. 11 ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν. ἡ δόξα µου οὐδέν ἐστιν· ἔστιν ὁ πατήρ µου ὁ δοξάζων µε. ὅστις ἀπέθανεν .ὃ ἑρµηνεύεται. 9 ῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι Οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ῞Οµοιος αὐτῷ ἐστιν. ᾿Απελθὼν δὲ καὶ νιψάµενος.

ἀποσυνάγωγος γένηται. 33 Εἰ µὴ ἦν οὗτος παρὰ ϑεοῦ. Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁµαρτωλὸς τοιαῦτα σηµεῖα ποιεῖν . 24 ᾿Εφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός. 31 Οἴδαµεν δὲ ὅτι ἁµαρτωλῶν ὁ ϑεὸς οὐκ ἀκούει· ἀλλ᾿ ἐάν τις ϑεοσεβὴς ᾖ. πῶς ἀνέβλεψεν. 16 ῎Ελεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές. Εἶπον ὑµῖν ἤδη. Πῶς ἤνοιξέν σου τοὺς ὀφθαλµούς . 27 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς. ἵνα ἐάν τις αὐτὸν ὁµολογήσῃ χριστόν. καὶ σὺ διδάσκεις ἡµᾶς . ὅτι ἤνοιξέν σου τοὺς ὀφθαλµούς . ὅτι τυφλὸς ὤν. καὶ οὐκ ἠκούσατε. ᾿Εν γὰρ τούτῳ ϑαυµαστόν ἐστιν. Οἴδαµεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡµῶν. ὃν ὑµεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη . καὶ εἶπον. 18 Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ. 35 ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω· καὶ εὑρὼν αὐτόν. ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος. ῾Ο δὲ εἶπεν ὅτι Προφήτης ἐστίν. καὶ ἀνέῳξέν µου τοὺς ὀφθαλµούς. ῎Αλλοι ἔλεγον. αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Πῶς οὖν ἄρτι ϐλέπει . καὶ ϐλέπω. ἄρτι ϐλέπω. ∆ὸς δόξαν τῷ ϑεῷ· ἡµεῖς οἴδαµεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁµαρτωλός ἐστιν. Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ϑεοῦ . καὶ ἐνιψάµην. Τί ἐποίησέν σοι . 29 ῾Ηµεῖς οἴδαµεν ὅτι Μωσῇ λελάληκεν ὁ ϑεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαµεν πόθεν ἐστίν. ὅτι ὑµεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστίν. Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ. 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες. Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν παρὰ τοῦ ϑεοῦ. Σὺ εἶ µαθητὴς ἐκείνου· ἡµεῖς δὲ τοῦ Μωσέως ἐσµὲν µαθηταί. αὐτὸν ἐρωτήσατε. 28 ᾿Ελοιδόρησαν αὐτόν.155 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 9. καὶ τὸ ϑέληµα αὐτοῦ ποιῇ. 36 ᾿Απεκρίθη 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 . 23 ∆ιὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ῾Ηλικίαν ἔχει. εἶπεν αὐτῷ. καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν ϐλέπει. 34 ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ. ᾿Εν ἁµαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος. καὶ εἶπον αὐτῷ. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. 26 Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν. ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι. 25 ᾿Απεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν. 32 ᾿Εκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέν τις ὀφθαλµοὺς τυφλοῦ γεγεννηµένου. Πηλὸν ἐπέθηκέν µου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλµούς. Καὶ σχίσµα ἦν ἐν αὐτοῖς. Μὴ καὶ ὑµεῖς ϑέλετε αὐτοῦ µαθηταὶ γενέσθαι . ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Τί πάλιν ϑέλετε ἀκούειν . ἡµεῖς οὐκ οἴδαµεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει· αὐτὸν ἐρωτήσατε. 17 Λέγουσιν τῷ τυφλῷ πάλιν. 16–36 Φαρισαῖοι. οὐκ οἴδαµεν· ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλµούς. 30 ᾿Απεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς. ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν. Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑµῶν. 22 Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ. οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα. Εἰ ἁµαρτωλός ἐστιν. 20 ᾿Απεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον. τούτου ἀκούει.

σωθήσεται. ᾿Εγώ εἰµι ὁ ποιµὴν ὁ καλός· ὁ ποιµὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ ϑυρωρὸς ἀνοίγει. ᾿Αλλοτρίῳ δὲ οὐ µὴ ἀκολουθήσωσιν. Εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν µου τίθηµι 16 16 ὑπὲρ τῶν προβάτων. ὅτι ἐγὼ τίθηµι τὴν ψυχήν µου. καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Καὶ ἑώρακας αὐτόν. ϑεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόµενον. ἐκεῖνος 2 2 κλέπτης ἐστὶν καὶ λῃστής. καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐµοῦ. ῾Ο δὲ ἔφη. καὶ εἰσελεύσεται 10 10 καὶ ἐξελεύσεται. καὶ οὐκ ὢν ποιµήν. ἵνα οἱ µὴ ϐλέποντες ϐλέπωσιν. 12 12 ῾Ο µισθωτὸς δέ. Ταύτην τὴν παροιµίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. ῾Ο δὲ εἰσερχόµενος διὰ τῆς ϑύρας 3 3 ποιµήν ἐστιν τῶν προβάτων. ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά µε δεῖ ἀγαγεῖν. 37–10. ∆ιὰ τοῦτο ὁ πατήρ µε ἀγαπᾷ. Μὴ καὶ ἡµεῖς τυφλοί ἐσµεν . Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες 41 41 µετ᾿ αὐτοῦ. καὶ ϕεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτά. ὅτι µισθωτός ἐστιν. καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ 4 4 κατ᾿ ὄνοµα. Καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ. Καθὼς γινώσκει µε ὁ πατήρ. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω. Καὶ τίς ἐστιν. καὶ εἶπον αὐτῷ. 7 7 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ὁ µὴ εἰσερχόµενος διὰ τῆς ϑύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων. καὶ ἐξάγει αὐτά. καὶ ὁ λαλῶν µετὰ 38 38 σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Πάντες ὅσοι ἦλθον κλέπται εἰσὶν 9 9 καὶ λῃσταί· ἀλλ᾿ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. καὶ οὐ µέλει αὐτῷ 14 14 περὶ τῶν προβάτων. κύριε. καὶ γινώσκοµαι ὑπὸ τῶν ἐµῶν. κύριε· καὶ προσεκύνη39 39 σεν αὐτῷ. ὅτι 5 5 οἴδασιν τὴν ϕωνὴν αὐτοῦ. εἷς ποιµήν. Εἰ τυφλοὶ ἦτε. καὶ νοµὴν εὑρήσει. ἵνα πάλιν λάβω 18 18 αὐτήν. ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν. καὶ οἱ ϐλέποντες 40 40 τυφλοὶ γένωνται. καὶ τῆς ϕωνῆς µου 17 17 ἀκούσουσιν· καὶ γενήσεται µία ποίµνη. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι 8 8 ἐγώ εἰµι ἡ ϑύρα τῶν προβάτων. ἀλλὰ ϕεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ· ὅτι οὐκ οἴδασιν τῶν ἀλλοτρίων τὴν 6 6 ϕωνήν. 37 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς.9. καὶ τὰ πρόβατα τῆς ϕωνῆς αὐτοῦ ἀκούει. οὗ οὐκ εἰσὶν τὰ πρόβατα ἴδια. ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθηµι αὐτὴν ἀπ᾿ 37 . Εἰς κρίµα ἐγὼ εἰς τὸν κόσµον τοῦτον ἦλθον. ῾Ο κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ µὴ ἵνα κλέψῃ καὶ ϑύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα Ϲωὴν 11 11 ἔχωσιν. ἔµπροσθεν αὐτῶν πορεύεται· καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ. οὐκ ἂν εἴχετε ἁµαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι Βλέποµεν· ἡ οὖν ἁµαρτία ὑµῶν µένει. 18 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 156 ἐκεῖνος καὶ εἶπεν. καὶ γινώσκω 15 15 τὰ ἐµά. Πιστεύω. ᾿Εγώ εἰµι ἡ ϑύρα· δι᾿ ἐµοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ. 1 10 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 13 13 ῾Ο δὲ µισθωτὸς ϕεύγει. ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν . ᾿Εγώ εἰµι ὁ ποιµὴν ὁ καλός. καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς.

157 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 10. 39 ᾿Εζήτουν οὖν πάλιν αὐτὸν πιάσαι· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς 39 χειρὸς αὐτῶν. 1 ῏Ην δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας. 41 Καὶ πολλοὶ 41 ἦλθον πρὸς αὐτόν. ὅτι εἶπον. ᾿Εξουσίαν ἔχω ϑεῖναι αὐτήν. καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός µου. κἀγὼ γινώσκω αὐτά. 37 Εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός µου. κἂν ἐµοὶ µὴ πιστεύητε. Οὐκ ἔστιν 34 γεγραµµένον ἐν τῷ νόµῳ ὑµῶν. µείζων πάντων ἐστίν· καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός µου. καὶ ἔλεγον αὐτῷ. 23 24 ᾿Εκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. 21 ῎Αλλοι ἔλεγον. ἐκ τῆς κώµης 11 . ᾿Εγὼ εἶπα. 22 ᾿Εγένετο δὲ τὰ ᾿Εγκαίνια ἐν ῾Ιεροσολύµοις. Θεοί ἐστε . Πολλὰ καλὰ ἔργα ἔδειξα 32 ὑµῖν ἐκ τοῦ πατρός µου· διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ µε . τοῖς ἔργοις 38 πιστεύσατε· ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐµοὶ ὁ πατήρ. 35 Εἰ ἐ. καθὼς εἶπον ὑµῖν. 1 ἐµαυτοῦ. Ταῦτα τὰ ῥήµατα οὐκ 21 ἔστιν δαιµονιζοµένου· µὴ δαιµόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλµοὺς ἀνοίγειν . 31 ᾿Εβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν 31 αὐτόν. ὑµεῖς λέγετε ὅτι Βλασφηµεῖς. Υἱὸς τοῦ ϑεοῦ εἰµι . 25 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ 25 ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόµατι τοῦ πατρός µου. ἀλλὰ περὶ ϐλασφηµίας. πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ ϑεοῦ ἐγένετο . 34 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 20 ῎Ελεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν. 30 ᾿Εγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν 30 ἐσµεν. Εἶπον ὑµῖν.20 νεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε . 27 Τὰ πρόβατα τὰ ἐµὰ τῆς 27 ϕωνῆς µου ἀκούει.35 κείνους εἶπεν ϑεούς. Εἰ σὺ εἶ ὁ χριστός. καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν ϑεόν. 19–11.36 στειλεν εἰς τὸν κόσµον. καὶ ἔλεγον ὅτι ᾿Ιωάννης µὲν σηµεῖον ἐποίησεν οὐδέν· πάντα δὲ ὅσα εἶπεν ᾿Ιωάννης περὶ τούτου. 42 Καὶ 42 ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐκεῖ εἰς αὐτόν. 29 ῾Ο πατήρ 29 µου ὃς δέδωκέν µοι. ταῦτα µαρτυρεῖ περὶ ἐµοῦ· 26 ἀλλ᾿ ὑµεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προ. κἀγὼ ἐν αὐτῷ. 33 ᾿Απεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες. 19 Σχίσµα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς ᾿Ιουδαίοις διὰ τοὺς λόγους 19 τούτους. ῞Εως πότε 24 τὴν ψυχὴν ἡµῶν αἴρεις . Ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός µου. ἀληθῆ ἦν.26 βάτων τῶν ἐµῶν. εἰπὲ ἡµῖν παρρησίᾳ.καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή . καὶ ἀκολουθοῦσίν µοι· 28 κἀγὼ Ϲωὴν αἰώνιον δίδωµι αὐτοῖς· καὶ οὐ µὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν 28 αἰῶνα. µὴ 37 πιστεύετέ µοι· 38 εἰ δὲ ποιῶ. 40 Καὶ ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου εἰς τὸν τόπον ὅπου 40 ἦν ᾿Ιωάννης τὸ πρῶτον ϐαπτίζων· καὶ ἔµεινεν ἐκεῖ. ∆αιµόνιον ἔχει καὶ µαί.36 ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασεν καὶ ἀπέ. καὶ χειµὼν 22 ἦν· 23 καὶ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ Σολοµῶνος. Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ 33 λιθάζοµέν σε. καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν. 32 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς.

προσκόπτει. ᾿Εγώ εἰµι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ Ϲωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ. 22 ᾿Αλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν ϑεόν. 11 Ταῦτα εἶπεν. νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ ᾿Ιουδαῖοι. ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ ϑεοῦ. 15 Καὶ χαίρω δι᾿ ὑµᾶς. ὁ ἀδελφός µου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. 28 Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλ- . Λάζαρος ἀπέθανεν. ῎Αγωµεν καὶ ἡµεῖς.11. ἵνα ἀποθάνωµεν µετ᾿ αὐτοῦ. ἴδε ὃν ϕιλεῖς ἀσθενεῖ. τότε µὲν ἔµεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡµέρας. ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε· 19 καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν. 21 Εἶπεν οὖν Μάρθα πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. ὅτι τὸ ϕῶς τοῦ κόσµου τούτου ϐλέπει. 8 Λέγουσιν αὐτῷ οἱ µαθηταί. 17 ᾿Ελθὼν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡµέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ µνηµείῳ. ὅτι σὺ εἶ ὁ χριστός. 18 ῏Ην δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν ῾Ιεροσολύµων. ἵνα παραµυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. Ϲήσεται· 26 καὶ πᾶς ὁ Ϲῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐµέ. 14 Τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς παρρησίᾳ. Κύριε. Ναί. καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ . ὅτι τὸ ϕῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ. 25 Εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. οὐ µὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. 27 Λέγει αὐτῷ. ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει. ᾿Εάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡµέρᾳ. Κύριε. 10 ᾿Εὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί. σωθήσεται. δώσει σοι ὁ ϑεός. ᾿Αναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. Κύριε. 23 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἐκµάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς ϑριξὶν αὐτῆς. 9 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. οὐ προσκόπτει. Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡµέρας . κύριε· ἐγὼ πεπίστευκα. ὡς ἤκουσεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἔρχεται. 4 ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν. 5 ᾿Ηγάπα δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. 2–28 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 158 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 2 Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. 6 ῾Ως οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ. εἰ κεκοίµηται. εἰ ἦς ὧδε. καὶ µετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς. ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ δι᾿ αὐτῆς. ὁ εἰς τὸν κόσµον ἐρχόµενος. 7 ῎Επειτα µετὰ τοῦτο λέγει τοῖς µαθηταῖς. Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. 20 ῾Η οὖν Μάρθα. 24 Λέγει αὐτῷ Μάρθα. τοῖς συµµαθηταῖς. ὁ λεγόµενος ∆ίδυµος. 16 Εἶπεν οὖν Θωµᾶς. ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. ῎Αγωµεν εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν πάλιν. ῏Ην δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν κύριον µύρῳ. ἵνα πιστεύσητε. Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστιν πρὸς ϑάνατον. ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. Λάζαρος ὁ ϕίλος ἡµῶν κεκοίµηται· ἀλλὰ πορεύοµαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν. Πιστεύεις τοῦτο . 12 Εἶπον οὖν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ὅτι οὐκ ἤµην ἐκεῖ· ἀλλὰ ἄγωµεν πρὸς αὐτόν. 13 Εἰρήκει δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς περὶ τοῦ ϑανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιµήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. ῾Ραββί. 3 ᾿Απέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι. κἂν ἀποθάνῃ.

ἠκολούθησαν αὐτῇ. καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾿ αὐτῷ. Λάζαρε. 47 Συνήγαγον οὖν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρεν τοὺς ὀφθαλµοὺς ἄνω. εἶπεν αὐτοῖς. 40 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. εἰ ἦς ὧδε. ἰδοῦσα αὐτόν. καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 39 Λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς. 49 Εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Και΅αφας. ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου. 38 ᾿Ιησοῦς οὖν πάλιν ἐµβριµώµενος ἐν ἑαυτῷ ἔρχεται εἰς τὸ µνηµεῖον. ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος µὴ ἀποθάνῃ . 36 ῎Ελεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. ὄψει τὴν δόξαν τοῦ ϑεοῦ . οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ ϑεασάµενοι ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. εἰποῦσα.159 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 11. 45 Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων. ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ. 41 ῏Ηραν οὖν τὸν λίθον. Οὐκ ἠδύνατο οὗτος. 34 καὶ εἶπεν. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. δεῦρο ἔξω. ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ µε ἀπέστειλας. Κύριε. 30 Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν κώµην. Οὐκ εἶπόν σοι. 32 ῾Η οὖν Μαρία. καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς. 31 Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι οἱ ὄντες µετ᾿ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραµυθούµενοι αὐτήν. καὶ ἔλεγον. 46 Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους. ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν. 29 ᾿Εκείνη ὡς ἤκουσεν. πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν· καὶ ἐλεύσονται οἱ ῾Ρωµαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡµῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος. 29–50 θεν. Λέγουσιν αὐτῷ. Κύριε. Τί ποιοῦµεν . ῾Υµεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν. καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ ᾿Ιουδαίους κλαίοντας. 35 ᾿Εδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ῾Ο διδάσκαλος πάρεστιν καὶ ϕωνεῖ σε. Κύριε. καὶ εἶπεν. οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείµενος. λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ µνηµεῖον. ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. ἀλλ᾿ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα. 50 οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συµφέρει ἡµῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ 29 30 31 32 33 34 35. 44 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκώς. οὐκ ἂν ἀπέθανέν µου ὁ ἀδελφός. 33 ᾿Ιησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν. καὶ ἄφετε ὑπάγειν. ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 . Πάτερ. ῞Οτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σηµεῖα ποιεῖ. 42 ᾿Εγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ µου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον. 37 Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον. ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλµοὺς τοῦ τυφλοῦ. ῏Ην δὲ σπήλαιον. καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν. ἐνεβριµήσατο τῷ πνεύµατι. δεδεµένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις. ἔρχου καὶ ἴδε. ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα. εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς µου. Ποῦ τεθείκατε αὐτόν . ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστιν. Λύσατε αὐτόν. ῎Αρατε τὸν λίθον. ῎Ιδε πῶς ἐφίλει αὐτόν. καὶ ἐφώνησεν Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ. ϕωνῇ µεγάλῃ ἐκραύγασεν. 48 ᾿Εὰν ἀφῶµεν αὐτὸν οὕτως. 43 Καὶ ταῦτα εἰπών.

ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ ϑεοῦ τὰ 53 53 διεσκορπισµένα συναγάγῃ εἰς ἕν. ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν. ∆ιὰ τί τοῦτο τὸ µύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δη6 6 ναρίων. εἰς ᾿Εφραὶ¨µ λεγοµένην πόλιν. ἀλλὰ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήµου. 14 160 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 51 τοῦ λαοῦ. ῎Αφες αὐτήν· εἰς τὴν ἡµέραν τοῦ ἐνταφιασµοῦ µου τετήρηκεν αὐτό. ὁ µέλλων αὐτὸν 5 5 παραδιδόναι. ῞Οτι οὐ µὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορ57 57 τήν . καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς 3 3 ἦν τῶν ἀνακειµένων σὺν αὐτῷ. Τί δοκεῖ ὑµῖν . καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους µόνον. καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ. καὶ ἐδόθη πτωχοῖς . ἀλλ᾿ ὅτι κλέπτης ἦν. καὶ ἔλεγον µετ᾿ ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες. ἵνα ἁγνίσωσιν 56 56 ἑαυτούς. ἔλαβον τὰ ϐαι΅α τῶν ϕοινίκων. ἤλειψεν τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ. ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. ῏Ην δὲ ἐγγὺς τὸ Πάσχα τῶν ᾿Ιουδαίων· καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς ῾Ιεροσόλυµα ἐκ τῆς χώρας πρὸ τοῦ Πάσχα. ἀκού13 13 σαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυµα. 9 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστιν· καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν µόνον. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. ᾿Ιούδας Σίµωνος ᾿Ισκαριώτης. ᾿Εποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ. 10 10 ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. καὶ τὸ γλωσσόκοµον 7 7 εἶχεν. καὶ τὰ ϐαλλόµενα ἐβάσταζεν. 12 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν. 2 2 ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς. 54 54 ᾿Ιησοῦς οὖν οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς ᾿Ιουδαίοις. Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς. Εἶπεν δὲ τοῦτο. ἐκάθισεν ἐπ᾿ αὐτό. 51 .11. προεφή52 52 τευσεν ὅτι ἔµελλεν ᾿Ιησοῦς ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. ῾Ωσαννά· εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι κυρίου. ᾿Απ᾿ ἐκείνης οὖν τῆς ἡµέρας συνεβουλεύσαντο ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν. οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔµελεν αὐτῷ. Τοῦτο δὲ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν. ὅπως πιάσωσιν αὐτόν. ἵνα ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστιν. ῾Η οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν µύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίµου. Εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον. καὶ ἐξέµαξεν ταῖς ϑριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ 4 4 οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσµῆς τοῦ µύρου. ᾿Εζήτουν οὖν τὸν ᾿Ιησοῦν. ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου. 51–12. µηνύσῃ. καὶ µὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται. ∆εδώκεισαν δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐντολήν. ϐασιλεὺς 14 14 τοῦ ᾿Ισραήλ. κἀκεῖ διέτριβεν µετὰ τῶν µαθητῶν αὐ55 55 τοῦ. ᾿Εβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ 11 11 τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν· ὅτι πολλοὶ δι᾿ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων. 8 8 Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε µεθ᾿ ἑαυτῶν. ἐµὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 1 12 ῾Ο οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡµερῶν τοῦ Πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν. καὶ ἔκραζον.

161 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 15 12. ἐὰν µὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ. ὁ ϐασιλεύς σου ἔρχεται. Κύριε. ᾿Ελήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 26 ᾿Εὰν ἐµοὶ διακονῇ τις. ῏Ηλθεν οὖν ϕωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. πολὺν καρπὸν ϕέρει. καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Οὐ δι᾿ ἐµὲ αὕτη ἡ ϕωνὴ γέγονεν. 28 Πάτερ. 33 Τοῦτο δὲ ἔλεγεν. τιµήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. αὐτὸς µόνος µένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ. 18 ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος. Καὶ ἐδόξασα. καθήµενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 15–36 καθώς ἐστιν γεγραµµένον. 31 Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσµου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσµου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω. 35 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Πάτερ. 20 ῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ· 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαι¨δὰ τῆς Γαλιλαίας. καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες. 19 Οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς. 23 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων. 27 Νῦν ἡ ψυχή µου τετάρακται· καὶ τί εἴπω . ∆εῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου . ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐµὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐµοὶ διακονῇ. τότε ἐµνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾿ αὐτῷ γεγραµµένα. ῾Ηµεῖς ἠκούσαµεν ἐκ τοῦ νόµου ὅτι ὁ χριστὸς µένει εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ πῶς σὺ λέγεις. ἵνα µὴ σκοτία ὑµᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. 36 ῞Εως τὸ ϕῶς ἔχετε. 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 . 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον· ἀλλ᾿ ὅτε ἐδοξάσθη ᾿Ιησοῦς. ῎Ετι µικρὸν χρόνον τὸ ϕῶς µεθ᾿ ὑµῶν ἐστιν. Τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου . ῎Αγγελος αὐτῷ λελάληκεν. πιστεύετε εἰς τὸ ϕῶς. Μὴ ϕοβοῦ. 25 ῾Ο ϕιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν· καὶ ὁ µισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσµῳ τούτῳ εἰς Ϲωὴν αἰώνιον ϕυλάξει αὐτήν. σηµαίνων ποίῳ ϑανάτῳ ἔµελλεν ἀποθνῄσκειν. Περιπατεῖτε ἕως τὸ ϕῶς ἔχετε. δόξασόν σου τὸ ὄνοµα. ᾿Αλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν· ἴδε ὁ κόσµος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν. 32 Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς. 29 ῾Ο οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγεν ϐροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον. 22 ῎Ερχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ· καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσιν τῷ ᾿Ιησοῦ. πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐµαυτόν. σῶσόν µε ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἵνα υἱοὶ ϕωτὸς γένησθε. 34 ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος. 17 ᾿Εµαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν µετ᾿ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ µνηµείου. ϑύγατερ Σιών· ἰδού. καὶ πάλιν δοξάσω. 24 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ἐµοὶ ἀκολουθείτω· καὶ ὅπου εἰµὶ ἐγώ. ὅτι ἤκουσεν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σηµεῖον. ἀλλὰ δι᾿ ὑµᾶς. ϑέλοµεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν. 30 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν.

ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσµῳ. καὶ ἐκµάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν 6 6 διεζωσµένος. Καὶ δείπνου γενοµένου. ῎Ερχεται οὖν πρὸς Σίµωνα Πέτρον· καὶ λέγει αὐτῷ 7 7 ἐκεῖνος. ∆ιὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο 40 40 πιστεύειν. 4 4 καὶ ὅτι ἀπὸ ϑεοῦ ἐξῆλθεν καὶ πρὸς τὸν ϑεὸν ὑπάγει. 8 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 162 Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 47 47 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ. ῞Οµως µέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν· ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους 43 43 οὐχ ὡµολόγουν. καὶ τίθησιν τὰ ἱµάτια. ἀλλ᾿ ἵνα σώσω τὸν 48 48 κόσµον. σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι. τί εἴπω καὶ τί 50 50 λαλήσω. Οὐ µὴ νίψῃς τοὺς πόδας µου εἰς τὸν αἰῶνα. καθὼς εἴρηκέν µοι ὁ πατήρ. ᾿Ηγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων µᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ ϑεοῦ. τοῦ διαβόλου ἤδη ϐεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν ᾿Ιούδα Σίµωνος ᾿Ισκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ. ῾Ο ἀθετῶν ἐµὲ καὶ µὴ λαµβάνων τὰ ῥήµατά µου. ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. 44 44 ᾿Ιησοῦς δὲ ἔκραξεν καὶ εἶπεν. Ταῦτα εἶπεν ᾿Ησαι΅ας. καὶ λαβὼν λέντιον διέ5 5 ζωσεν ἑαυτόν. οὕτως λαλῶ. ἵνα µὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται. 37–13. ὅτι πάλιν εἶπεν ᾿Ησαι΅ας. ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου. Καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ Ϲωὴ αἰώνιός ἐστιν· ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ. καὶ νοήσωσιν τῇ καρδίᾳ. καὶ 41 41 ἰάσωµαι αὐτούς. ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Καὶ ὁ 39 39 ϐραχίων κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη . γνώσῃ δὲ µετὰ 8 8 ταῦτα. ἐν τῇ σκοτίᾳ µὴ µείνῃ. Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σηµεῖα πεποιηκότος ἔµπροσθεν αὐτῶν. ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσµον. καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν µαθητῶν. Κύριε. καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ᾿ αὐτῶν. τίς ἐπίστευσεν τῇ ἀκοῇ ἡµῶν . καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν· ἵνα µὴ ἴδωσιν τοῖς ὀφθαλµοῖς. οὐκ ἔχεις µέ37 37 . καὶ ἐλάλησεν περὶ αὐτοῦ. ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν 42 42 αὐτοῦ. Λέγει αὐτῷ Πέτρος. 46 46 ϑεωρεῖ τὸν πέµψαντά µε. αὐτός µοι ἐντολὴν ἔδωκεν. σύ µου νίπτεις τοὺς πόδας . ἀλλ᾿ εἰς τὸν πέµψαντά µε· καὶ ὁ ϑεωρῶν ἐµέ. οὐκ 38 38 ἐπίστευον εἰς αὐτόν· ἵνα ὁ λόγος ᾿Ησαι΅ου τοῦ προφήτου πληρωθῇ. 1 Πρὸ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Καὶ ἐάν τίς µου ἀκούσῃ τῶν ῥηµάτων καὶ µὴ πιστεύσῃ. ᾿Εὰν µὴ νίψω σε. καὶ ἐπιστραφῶσιν. Κύριε. ᾿Εγὼ ϕῶς εἰς τὸν κόσµον ἐλήλυθα. Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλµούς. οὐ πι45 45 στεύει εἰς ἐµέ. ῝Ο ἐγὼ ποιῶ. ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν 49 49 ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. 3 3 εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας. ῞Οτι ἐγὼ ἐξ ἐµαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα· ἀλλ᾿ ὁ πέµψας µε πατήρ.12. ῾Ο πιστεύων εἰς ἐµέ. εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν 13 αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα µεταβῇ ἐκ τοῦ κόσµου τούτου πρὸς τὸν πατέρα. εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐ2 2 τούς. ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα. Εἶτα ϐάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα. ὃν εἶπεν.

10 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε. Λέγει αὐτῷ Σίµων Πέτρος. ἐπεὶ τὸ γλωσσόκοµον εἶχεν ὁ ᾿Ιούδας. 19 ᾿Απ᾿ ἄρτι λέγω ὑµῖν πρὸ τοῦ γενέσθαι. 30 Λαβὼν οὖν τὸ ψωµίον ἐκεῖνος. καὶ ὑµεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. µακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά. καὶ ἐµαρτύρησεν καὶ εἶπεν. οὐδὲ ἀπόστολος µείζων τοῦ πέµψαντος αὐτόν. πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰµι. ᾿Εκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ ϐάψας τὸ ψωµίον ἐπιδώσω. καὶ ὁ ϑεὸς δοξάσει αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ. Νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. λέγει αὐτῷ. 29 30 31 32 . καὶ ὁ ϑεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ. ἀλλ᾿ ἔστιν καθαρὸς ὅλος· καὶ ὑµεῖς καθαροί ἐστε. ῾Ο λελουµένος οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι. τίς ἐστιν . 26 ᾿Αποκρίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς. 12 ῞Οτε οὖν ἔνιψεν τοὺς πόδας αὐτῶν. ὅταν γένηται. Κύριε. ῾Ο λαµβάνων ἐάν τινα πέµψω. εὐθέως ἐξῆλθεν· ἦν δὲ νύξ. Καὶ ἐµβάψας τὸ ψωµίον. 21 Ταῦτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐταράχθη τῷ πνεύµατι. ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν. καὶ ὑµεῖς ποιῆτε. ἀλλ᾿ οὐχὶ πάντες. ἐµὲ λαµβάνει· ὁ δὲ ἐµὲ λαµβάνων. 14 Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑµῶν τοὺς πόδας. ἀναπεσὼν πάλιν. 32 Εἰ ὁ ϑεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ. 16 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς. ᾿Αγόρασον ὧν χρείαν ἔχοµεν εἰς τὴν ἑορτήν· ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῷ. ῾Ο τρώγων µετ᾿ ἐµοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾿ ἐµὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ. 15 ῾Υπόδειγµα γὰρ ἔδωκα ὑµῖν. Γινώσκετε τί πεποίηκα ὑµῖν . 18 Οὐ περὶ πάντων ὑµῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάµην· ἀλλ᾿ ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 31 ῞Οτε ἐξῆλθεν. ἀπορούµενοι περὶ τίνος λέγει. ῝Ο ποιεῖς. 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28. ποίησον τάχιον. τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ Σατανᾶς. 11 ῎ῌδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν. εἶπεν αὐτοῖς. Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. µὴ τοὺς πόδας µου µόνον. 13 ῾Υµεῖς ϕωνεῖτέ µε. 9–32 ρος µετ᾿ ἐµοῦ. 22 ῎Εβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ µαθηταί.163 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 9 13. 20 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑµῶν παραδώσει µε. 27 Καὶ µετὰ τὸ ψωµίον. εἰµὶ γάρ. ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. λαµβάνει τὸν πέµψαντά µε. δίδωσιν ᾿Ιούδᾳ Σίµωνος ᾿Ισκαριώτῃ. 25 ᾿Επιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος οὕτως ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ ᾿Ιησοῦ. ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς· 24 νεύει οὖν τούτῳ Σίµων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει. Κύριε. Οὐκ ἔστιν δοῦλος µείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. ἵνα. καὶ ἔλαβεν τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. ὁ κύριος καὶ ὁ διδάσκαλος. καὶ εὐθὺς δοξά- 9 10 11 12 13 14 15 16 17. 29 Τινὲς γὰρ ἐδόκουν. 28 Τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω τῶν ἀνακειµένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ. ῾Ο διδάσκαλος. καὶ ῾Ο κύριος· καὶ καλῶς λέγετε. 17 Εἰ ταῦτα οἴδατε. ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑµῖν. 23 ῏Ην δὲ ἀνακείµενος εἷς τῶν µαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Τεκνία. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω σοι. 5 Λέγει αὐτῷ Θωµᾶς. καὶ οὐκ ἔγνωκάς µε. Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί. ῞Οπου ὑπάγω. ὅτι οὐ ϑεωρεῖ αὐτό. 17 33 164 σει αὐτόν. καὶ ὑµεῖς 4 4. πάλιν ἔρχοµαι καὶ παραλήψοµαι ὑµᾶς πρὸς ἐµαυτόν· ἵνα ὅπου εἰµὶ ἐγώ. καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐµοί· εἰ 12 12 δὲ µή. καὶ ἑωράκατε αὐτόν. ἵνα καὶ ὑ35 35 µεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾿ ὑµῶν εἰµι. ᾿Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐµοὶ µαθηταί ἐστε. ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. οὐ µὴ ἀλέκτωρ ϕωνήσῃ ἕως οὗ ἀπαρνήσῃ µε τρίς. καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε. Τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ ἐµοῦ ϑήσεις . ἐγὼ ποιήσω. καὶ ἄλλον παράκλητον 17 17 δώσει ὑµῖν. οὐ δύνασαί µοι νῦν ἀκολουθῆσαι. ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ. ᾿Εάν τι αἰτήσητέ µε ἐν τῷ ὀνόµατί 15 15 µου. ᾿Εν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός µου µοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ µή. Εἰ ἐγνώκειτέ µε. ἵνα µένῃ µεθ᾿ ὑµῶν εἰς τὸν αἰῶνα. ᾿Εὰν ἀγαπᾶτέ µε. διὰ τί οὐ δύναµαί σοι ἀκολουθῆσαι ἄρτι . ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν. 1 14 Μὴ ταρασσέσθω ὑµῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν ϑεόν. ἔτι µικρὸν µεθ᾿ ὑµῶν εἰµι. καὶ καθὼς εἶπον τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι ῞Οπου ὑπάγω ἐγώ. δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα. Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. οὐ33 . τὰς ἐντολὰς τὰς ἐµὰς τη16 16 ρήσατε. Φίλιππε . 36 36 Λέγει αὐτῷ Σίµων Πέτρος. Πιστεύετέ µοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί. Καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε. καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐµοί ἐστιν . Ζητήσετέ µε. ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους· καθὼς ἠγάπησα ὑµᾶς. Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Καὶ ὅ τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόµατί µου. 33–14. ποῦ ὑπάγεις . Κύριε. Κύριε. ἀπ᾿ ἐµαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐµοὶ µένων. τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας. ᾿Εγώ εἰµι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ Ϲωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα. Καὶ ἐὰν πορευθῶ ἑτοιµάσω ὑµῖν τόπον. Λέγει αὐτῷ Πέτρος. ∆εῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα . καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν. ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις. καὶ ὑµῖν λέγω ἄρτι. ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ µοι. 37 37 ὕστερον δὲ ἀκολουθήσεις µοι. Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα.ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 13. Λέγει αὐτῷ 9 9 Φίλιππος. ἵνα 14 14 δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. εἶπον ἂν ὑµῖν· Πορεύοµαι ἑτοιµάσαι τόπον ὑ3 3 µῖν. οὐκ οἴδαµεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνά6 6 µεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι . ἑώρακεν τὸν πατέρα· καὶ πῶς 10 10 σὺ λέγεις. ῾Ο ἑωρακὼς ἐµέ. ᾿Εντολὴν καινὴν δίδωµι ὑµῖν. Κύριε. τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει. καὶ τὸν πατέρα µου ἐγνώκειτε ἄν· 8 8 καὶ ἀπ᾿ ἄρτι γινώσκετε αὐτόν. καὶ 2 2 εἰς ἐµὲ πιστεύετε. καὶ µείζονα τούτων ποιήσει· ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα µου πορεύο13 13 µαι. Κύριε. Τὴν ψυχήν µου ὑπὲρ σοῦ 38 38 ϑήσω. ὑµεῖς οὐ 34 34 δύνασθε ἐλθεῖν. ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν. τοῦτο ποιήσω. Τὰ ῥήµατα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑµῖν. αὐτὸς ποιεῖ τὰ 11 11 ἔργα. εἰ µὴ 7 7 δι᾿ ἐµοῦ. 5 ἦτε.

26 τος. καὶ ἐξηράνθη. 7 ᾿Εὰν 7 µείνητε ἐν ἐµοί. ἐὰν µὴ µείνῃ ἐν τῇ ἀµπέλῳ. ἐγὼ δίδωµι ὑµῖν. ὅτι παρ᾿ ὑµῖν µένει. καὶ καθὼς ἐνετείλατό µοι ὁ πατήρ. καὶ ἐµφανίσω αὐτῷ ἐµαυτόν. καὶ ἐν ἐµοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν· 31 ἀλλ᾿ ἵνα γνῷ ὁ 31 κόσµος ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα. ὑµεῖς δὲ 19 ϑεωρεῖτέ µε· ὅτι ἐγὼ Ϲῶ. ῾Υµεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό. ἐὰν µὴ ἐν ἐµοὶ µείνητε. ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου. 24 ῾Ο µὴ ἀγαπῶν 24 µε. 3 ῎Ηδη ὑµεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑµῖν. καὶ οὐχὶ τῷ κόσµῳ . ᾿Εάν τις ἀγαπᾷ µε. 29 Καὶ νῦν εἴρηκα ὑµῖν πρὶν γενέσθαι· ἵνα. κἀγὼ ἐν αὐτῷ. οὕτως ποιῶ. καὶ τί 22 γέγονεν ὅτι ἡµῖν µέλλεις ἐµφανίζειν σεαυτόν. Μὴ ταρασσέσθω ὑµῶν ἡ καρδία. µηδὲ δειλιάτω.20 ρᾳ γνώσεσθε ὑµεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί µου. καὶ καίεται. καθαίρει αὐτό. καὶ ὁ πατήρ µου ὁ γεωργός 15 ἐστιν. καὶ ὑµεῖς Ϲήσεσθε. οὗτος ϕέρει καρπὸν πολύν· ὅτι χωρὶς ἐµοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. 21 ῾Ο ἔχων τὰς ἐντολάς µου καὶ τηρῶν αὐτάς. ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα. 29 πιστεύσητε. καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ ϐάλλουσιν. ἀλλὰ τοῦ πέµψαντός µε πατρός. 5 ᾿Εγώ εἰµι ἡ ἄµπελος. καὶ ὑµεῖς ἐν ἐµοί. 6 ᾿Εὰν µή 6 τις µείνῃ ἐν ἐµοί. ἄγωµεν ἐντεῦθεν. Εἰ ἠγαπᾶτέ µε. εἰρήνην τὴν ἐµὴν δίδωµι ὑµῖν· 27 οὐ καθὼς ὁ κόσµος δίδωσιν. ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον. καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται. οὕτως οὐδὲ ὑµεῖς. 26 ῾Ο δὲ παράκλη. 30 Οὐκέτι πολλὰ λαλήσω µεθ᾿ ὑµῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ 30 τοῦ κόσµου ἄρχων. Πορεύοµαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ µου µείζων µού ἐστιν. 25 Ταῦτα λελάληκα ὑµῖν παρ᾿ ὑµῖν µένων. ὅταν γένηται. 21 ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν µε· ὁ δὲ ἀγαπῶν µε. ὃ ἐὰν ϑέλητε . καὶ µονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσοµεν. 23 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ. 18 Οὐκ ἀφήσω ὑµᾶς ὀρφανούς· ἔρχοµαι πρὸς 18 ὑµᾶς. οὐχ ὁ ᾿Ισκαριώτης. 18–15. καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόµεθα. ῾Ο µένων ἐν ἐµοί. 28 ῾Υπάγω καὶ ἔρχοµαι πρὸς ὑµᾶς. 27 Εἰρήνην ἀφίηµι ὑµῖν. ἵνα πλείονα καρπὸν ϕέρῃ. 28 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑµῖν. αἴρει αὐτό· καὶ 2 πᾶν τὸ καρπὸν ϕέρον. 3 4 Μείνατε ἐν ἐµοί. τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον. ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός µου· καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτόν.165 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 14.25. 20 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡµέ. ᾿Εγείρεσθε. Καθὼς τὸ κλῆµα οὐ δύναται 4 καρπὸν ϕέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ. 2 Πᾶν κλῆµα ἐν ἐµοὶ µὴ ϕέρον καρπόν. καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν. καὶ τὰ ῥήµατά µου ἐν ὑµῖν µείνῃ. 1 ᾿Εγώ εἰµι ἡ ἄµπελος ἡ ἀληθινή. τὸν λόγον 23 µου τηρήσει. ὑµεῖς 5 τὰ κλήµατα. ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆµα. κἀγὼ ἐν ὑµῖν. τοὺς λόγους µου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐµός. 19 ῎Ετι µικρὸν καὶ ὁ κόσµος µε οὐκέτι ϑεωρεῖ. καὶ ἐγὼ ἐν ὑµῖν. Κύριε. 7 δὲ γινώσκει αὐτό. 22 Λέγει αὐτῷ ᾿Ιούδας. καὶ ὁ πατήρ µου ἀγαπήσει αὐτόν.

ὁ κόσµος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσµου οὐκ ἐστέ. γινώσκετε ὅτι ἐµὲ πρῶτον ὑµῶν µεµίσηκεν. ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 20 Μνηµονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑµῖν. 2 3 4 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8 166 αἰτήσεσθε. καὶ τὸν ὑµέτερον τηρήσουσιν. 17 Ταῦτα ἐντέλλοµαι ὑµῖν. διὰ τοῦτο µισεῖ ὑµᾶς ὁ κόσµος. ᾿Εν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ µου. ὅτι ἐγὼ εἶπον . 9 Καθὼς ἠγάπησέν µε ὁ πατήρ.15. καὶ ἠ χαρὰ ὑµῶν πληρωθῇ. µενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ µου· καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός µου τετήρηκα. Οὐκ ἔστιν δοῦλος µείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 16. ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ϑῇ ὑπὲρ τῶν ϕίλων αὐτοῦ. ἁµαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσιν περὶ τῆς ἁµαρτίας αὐτῶν. ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐξελεξάµην ὑµᾶς ἐκ τοῦ κόσµου. ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός µου ἐγνώρισα ὑµῖν. ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐξελεξάµην ὑµᾶς. 24 Εἰ τὰ ἔργα µὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν. ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς µετ᾿ ἐµοῦ ἐστε. ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλοµαι ὑµῖν. ἵνα µὴ σκανδαλισθῆτε. ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. 11 Ταῦτα λελάληκα ὑµῖν. ἵνα ὑµεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν ϕέρητε. 4 ᾿Αλλὰ ταῦτα λελάληκα ὑµῖν. ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑµᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ ϑεῷ. ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός. 2 ᾿Αποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑµᾶς· ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα. 15 Οὐκέτι ὑµᾶς λέγω δούλους. 14 ῾Υµεῖς ϕίλοι µου ἐστέ. ὅτι οὐκ οἴδασιν τὸν πέµψαντά µε. 8–16. δῷ ὑµῖν. ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται. 10 ᾿Εὰν τὰς ἐντολάς µου τηρήσητε. ἵνα καρπὸν πολὺν ϕέρητε· καὶ γενήσεσθε ἐµοὶ µαθηταί. ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑµᾶς δὲ εἴρηκα ϕίλους. 21 ᾿Αλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑµῖν διὰ τὸ ὄνοµά µου. καὶ µένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ. 4 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17. 22 Εἰ µὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς. ἁµαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασιν καὶ µεµισήκασιν καὶ ἐµὲ καὶ τὸν πατέρα µου. 18 Εἰ ὁ κόσµος ὑµᾶς µισεῖ. ὅτι οὐκ ἔγνωσαν τὸν πατέρα οὐδὲ ἐµέ. µνηµονεύητε αὐτῶν. ἐκεῖνος µαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ· 27 καὶ ὑµεῖς δὲ µαρτυρεῖτε. Εἰ ἐµὲ ἐδίωξαν. 25 ᾿Αλλ᾿ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραµµένος ἐν τῷ νόµῳ αὐτῶν ὅτι ᾿Εµίσησάν µε δωρεάν. ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 19 Εἰ ἐκ τοῦ κόσµου ἦτε. 13 Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει. 1 Ταῦτα λελάληκα ὑµῖν. τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας. καθὼς ἠγάπησα ὑµᾶς. 16 Οὐχ ὑµεῖς µε ἐξελέξασθε. 3 Καὶ ταῦτα ποιήσουσιν. κἀγὼ ἠγάπησα ὑµᾶς· µείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐµῇ. καὶ τὸν πατέρα µου µισεῖ. καὶ ὁ καρπὸς ὑµῶν µένῃ· ἵνα ὅ τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόµατί µου. καὶ ἔθηκα ὑµᾶς. 26 ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος. καὶ ὑµᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον µου ἐτήρησαν. 12 Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐµή. 23 ῾Ο ἐµὲ µισῶν. καὶ γενήσεται ὑµῖν. ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐµὴ ἐν ὑµῖν µείνῃ.

ὅτι µεθ᾿ ὑµῶν ἤµην. ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόµατί µου. Ποῦ ὑπάγεις . ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσµου τούτου κέκριται. τὸ µικρόν . 8 Καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσµον περὶ ἁµαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως· 9 περὶ ἁµαρτίας µέν. ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑµᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ. Περὶ τούτου Ϲητεῖτε µετ᾿ ἀλλήλων. 24 ῞Εως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόµατί µου· αἰτεῖτε. 18 ῎Ελεγον οὖν. 12 ῎Ετι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑµῖν. τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας. ὅτι ἐκ τοῦ ἐµοῦ λήψεται. καὶ τὰ ἐρχόµενα ἀναγγελεῖ ὑµῖν. καὶ χαρήσεται ὑµῶν ἡ καρδία.167 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 16. 21 ῾Η γυνὴ ὅταν τίκτῃ λύπην ἔχει. ὁ δὲ κόσµος χαρήσεται· ὑµεῖς δὲ λυπηθήσεσθε. ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον. Μικρὸν καὶ οὐ ϑεωρεῖτέ µε. Τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει. Τί ἐστιν τοῦτο ὃ λέγει ἡµῖν. 15 Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐµά ἐστιν· διὰ τοῦτο εἶπον. ὁδηγήσει ὑµᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ. καὶ πάλιν µικρὸν καὶ ὄψεσθέ µε . ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐµέ· 10 περὶ δικαιοσύνης δέ. Μικρὸν καὶ οὐ ϑεωρεῖτέ µε. ὅτι ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα. ὅτι πρὸς τὸν πατέρα µου ὑπάγω. ὅτι εἶπον. 26 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ ἐν τῷ ὀνόµατί µου 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 . δώσει ὑµῖν. 5–26 ὑµῖν. 6 ᾿Αλλ᾿ ὅτι ταῦτα λελάληκα ὑµῖν. 7 ᾿Αλλ᾿ ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑµῖν· συµφέρει ὑµῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω· ἐὰν γὰρ ἐγὼ µὴ ἀπέλθω. διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσµον. ὅτι ἐκ τοῦ ἐµοῦ λαµβάνει. 14 ᾿Εκεῖνος ἐµὲ δοξάσει. καὶ εἶπεν αὐτοῖς. 13 ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος. 25 Ταῦτα ἐν παροιµίαις λελάληκα ὑµῖν· ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιµίαις λαλήσω ὑµῖν. ἀλλ᾿ οὐ δύνασθε ϐαστάζειν ἄρτι. καὶ ἀναγγελεῖ ὑµῖν. ἡ λύπη πεπλήρωκεν ὑµῶν τὴν καρδίαν. 16 Μικρὸν καὶ οὐ ϑεωρεῖτέ µε. ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀναγγελῶ ὑµῖν. 20 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω ὑµῖν ὅτι κλαύσετε καὶ ϑρηνήσετε ὑµεῖς. καὶ λήψεσθε. Οὐκ οἴδαµεν τί λαλεῖ. 5 Νῦν δὲ ὑπάγω πρὸς τὸν πέµψαντά µε. καὶ πάλιν µικρὸν καὶ ὄψεσθέ µε . πέµψω αὐτὸν πρὸς ὑµᾶς. ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει. οὐκέτι µνηµονεύει τῆς ϑλίψεως. Ταῦτα δὲ ὑµῖν ἐξ ἀρχῆς οὐκ εἶπον. καὶ ἀναγγελεῖ ὑµῖν. καὶ πάλιν µικρὸν καὶ ὄψεσθέ µε. 19 ῎Εγνω οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾷν. καὶ τὴν χαρὰν ὑµῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑµῶν. καὶ οὐκέτι ϑεωρεῖτέ µε· 11 περὶ δὲ κρίσεως. 22 Καὶ ὑµεῖς οὖν λύπην µὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψοµαι ὑµᾶς. ἵνα ἡ χαρὰ ὑµῶν ᾖ πεπληρωµένη. 23 Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ ἐµὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν. ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑµῶν εἰς χαρὰν γενήσεται. καὶ ὅτι ᾿Εγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα . 17 Εἶπον οὖν ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους. καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑµῶν ἐρωτᾷ µε.

1 Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον. καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο. ὅτι ὁ πατὴρ µετ᾿ ἐµοῦ ἐστιν. ὅτι ὑµεῖς ἐµὲ πεφιλήκατε. καὶ τὰ σὰ ἐµά· καὶ δεδόξασµαι ἐν 11 11 αὐτοῖς. Πάτερ ἅγιε. 33 33 Ταῦτα λελάληκα ὑµῖν. ἵνα ἐν ἐµοὶ εἰρήνην ἔχητε. Οὐκ ἐρωτῶ 27 . ῎Ιδε. ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια. δέδωκα αὐτοῖς· καὶ αὐτοὶ ἔλαβον. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ἵνα ἔχωσιν τὴν 14 14 χαρὰν τὴν ἐµὴν πεπληρωµένην ἐν αὐτοῖς. ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε· καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός. Νῦν οἴδαµεν ὅτι οἶδας πάντα. ᾧ δέδωκάς µοι. καὶ εἶπεν. ῞Οτε ἤµην µετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσµῳ. τήρησον αὐτοὺς ἐν 12 12 τῷ ὀνόµατί σου. παρὰ 6 6 σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσµον εἶναι παρὰ σοί. 13 13 εἰ µὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας. Νῦν δὲ πρός σε ἔρχοµαι. ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ 15 15 τοῦ κόσµου. 27–17. ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Καὶ οὐκέτι εἰµὶ ἐν τῷ κόσµῳ. 28 28 καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ ϑεοῦ ἐξῆλθον. ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ. καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσµῳ. καὶ οὐ χρείαν ἔχεις 31 31 ἵνα τίς σε ἐρωτᾷ· ἐν τούτῳ πιστεύοµεν ὅτι ἀπὸ ϑεοῦ ἐξῆλθες. καὶ ἐµὲ µόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰµὶ µόνος. ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐλήλυθεν. ἵνα ὦσιν ἕν. καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσµον· πάλιν ἀφίηµι τὸν 29 29 κόσµον. καὶ 9 9 ἐπίστευσαν ὅτι σύ µε ἀπέστειλας. ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς µοι. παρὰ 8 8 σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήµατα ἃ δέδωκάς µοι.16. ῎Αρτι πιστεύετε . καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰµὶ ἐκ τοῦ κόσµου. ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς µοι ἐκ τοῦ κόσµου· σοὶ ἦσαν. 15 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 168 αἰτήσεσθε· καὶ οὐ λέγω ὑµῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑµῶν· 27 αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ ϕιλεῖ ὑµᾶς. καθὼς ἡµεῖς. νῦν παρρησίᾳ λαλεῖς. καὶ ἐπῆρεν τοὺς ὀφθαλµοὺς αὐ17 τοῦ εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ παροιµίαν οὐδε30 30 µίαν λέγεις. ᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσµου ἐρωτῶ. ᾿Εγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς· τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ 5 5 δέδωκάς µοι ἵνα ποιήσω. καὶ πορεύοµαι πρὸς τὸν πατέρα. πάτερ. καὶ ὁ κόσµος ἐµίσησεν αὐτούς. ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν 2 2 σου τὸν υἱόν. ᾿Ιδού. ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόµατί σου· οὓς δέδωκάς µοι. καὶ ἐγὼ πρός σε ἔρχοµαι. καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσµῳ εἰσίν. ἐφύλαξα. δώσει 3 3 αὐτοῖς Ϲωὴν αἰώνιον. Καὶ νῦν δόξασόν µε σύ. Πάτερ. ᾿Εγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου. ᾿Α32 32 πεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ᾿Εξῆλθον παρὰ τοῦ πατρός. ὅτι σοί εἰσιν· 10 10 καὶ τὰ ἐµὰ πάντα σά ἐστιν. καὶ ἐµοὶ αὐτοὺς δέδωκας· καὶ τὸν λόγον σου 7 7 τετηρήκασιν. ᾿Εν τῷ κόσµῳ ϑλίψιν ἔχετε· ἀλλὰ ϑαρσεῖτε. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς µοι. ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσµον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος Ϲωή. καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν 4 4 χριστόν. ἵνα γινώσκωσίν σε τὸν µόνον ἀληθινὸν ϑεόν.

οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα. ᾿Εγώ εἰµι. τὸν τόπον· ὅτι πολλάκις συνήχθη ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκεῖ µετὰ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. . ἵνα ὦσιν ἕν. ὁ παρα. 5 ᾿Απε. ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι ἐν ἀληθείᾳ. καὶ 25 οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ µε ἀπέστειλας· 26 καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄ. καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσµος ὅτι σύ µε ἀπέστειλας.26 νοµά σου. 7 Οἱ δὲ εἶπον.169 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 17. καὶ ἠγάπησας αὐτούς. 3 καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας.10 τήν. 17 ῾Αγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς 17 ἀλήθειά ἐστιν. ἵνα ὦσιν τετελειωµένοι εἰς ἕν. πάτερ. ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς. καθὼς ἡµεῖς ἕν ἐσµεν. ἣν ἔδωκάς µοι. ἔρχεται ἐκεῖ µετὰ ϕανῶν καὶ λαµπάδων καὶ ὅπλων. δέδωκα αὐτοῖς. οὓς δέδωκάς µοι. καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσµου 16 οὐκ εἰµί. 1 Ταῦτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξῆλθεν σὺν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ πέ. κἀγὼ ἐν αὐτοῖς. οὐ µὴ πίω αὐτό . ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. 20 Οὐ περὶ 20 τούτων δὲ ἐρωτῶ µόνον. 6 καὶ ἔπεσον χαµαί. κἀκεῖνοι ὦσιν µετ᾿ ἐµοῦ· ἵνα ϑεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐµήν. 8 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. Τίνα Ϲητεῖτε . Εἱστήκει δὲ καὶ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν µετ᾿ αὐτῶν. ἐν αὐτοῖς ᾖ. 4 ᾿Ιησοῦς οὖν. κἀγὼ ἐν σοί. 22 Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς 22 µοι. 16–18. ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. ἐν 21 ἐµοί. ἀλλ᾿ ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ. ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡµῖν ἓν ὦσιν· ἵνα ὁ κόσµος πιστεύσῃ ὅτι σύ µε ἀπέστειλας. εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ.18 ραν τοῦ χειµάρρου τῶν Κέδρων. ἐγὼ δέ σε ἔγνων.2 διδοὺς αὐτόν. 7 Πάλιν οὖν αὐτοὺς ἐπηρώτησεν. εἰδὼς πάντα τὰ 4 ἐρχόµενα ἐπ᾿ αὐτόν. 11 ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσµου.5 κρίθησαν αὐτῷ. καθὼς ἐµὲ ἠγάπησας. ἄφετε τούτους ὑπάγειν· 9 ἵνα 9 πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν ὅτι Οὓς δέδωκάς µοι. 18 Καθὼς ἐµὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσµον. 16 ᾿Εκ τοῦ κόσµου οὐκ εἰσίν. Εἶπον 8 ὑµῖν ὅτι ἐγώ εἰµι· εἰ οὖν ἐµὲ Ϲητεῖτε. 3 ῾Ο οὖν ᾿Ιούδας. κἀγὼ 18 ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσµον. καὶ ἔπαισεν τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον. ῏Ην δὲ ὄνοµα τῷ δούλῳ Μάλχος. ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω. 2 ῎ῌδει δὲ καὶ ᾿Ιούδας. 19 Καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω 19 ἐµαυτόν. Βάλε τὴν µάχαιράν σου εἰς τὴν ϑήκην· τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέν µοι ὁ πατήρ. 25 Πάτερ δίκαιε. 23 ᾿Εγὼ 23 ἐν αὐτοῖς. καὶ ὁ κόσµος σε οὐκ ἔγνω. 24 Πάτερ. ὅπου ἦν κῆπος. 10 Σίµων οὖν Πέτρος ἔχων µάχαιραν εἵλκυσεν αὐ. 11 Εἶπεν οὖν 11 ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Πέτρῳ. καὶ γνωρίσω· ἵνα ἡ ἀγάπη. ὅτι ἠγάπησάς µε πρὸ καταβολῆς κόσµου. ἣν ἠγάπησάς µε. ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐµέ· 21 ἵνα πάντες ἓν ὦσιν· καθὼς σύ. καὶ σὺ ἐν ἐµοί. Τίνα Ϲητεῖτε . καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν. ϑέλω ἵνα ὅπου 24 εἰµὶ ἐγώ. λαβὼν τὴν σπεῖραν. 6 ῾Ως οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ᾿Εγώ εἰµι.

22 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος. 17 Λέγει οὖν ἡ παιδίσκη ἡ ϑυρωρὸς τῷ Πέτρῳ. 23 ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ῾Ο δὲ µαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ. 25 ῏Ην δὲ Σίµων Πέτρος ἑστὼς καὶ ϑερµαινόµενος· εἶπον οὖν αὐτῷ. Εἰ µὴ ἦν οὗτος κακοποιός. 13 καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς ῞Ανναν πρῶτον· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Και΅αφα. καὶ εἰσήγαγεν τὸν Πέτρον. καὶ ἔδησαν αὐτόν. Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν µαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου .18. Εἰ κακῶς ἐλάλησα. καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν. ᾿Εγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσµῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ. Οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ µετ᾿ αὐτοῦ . Τίνα κατηγορίαν ϕέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου . καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον. τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε. 29 ᾿Εξῆλθεν οὖν ὁ Πιλάτος πρὸς αὐτούς. ᾿Επερώτησον τοὺς ἀκηκοότας. καὶ κατὰ τὸν νόµον ὑµῶν . καὶ εἶπεν. 24 ᾿Απέστειλεν αὐτὸν ὁ ῎Αννας δεδεµένον πρὸς Και΅αφαν τὸν ἀρχιερέα. 18 Εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες. καὶ εἶπεν τῇ ϑυρωρῷ. Οὐκ εἰµί. ἀλλ᾿ ἵνα ϕάγωσιν τὸ Πάσχα. Λέγει ἐκεῖνος. καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ. ᾿Εξῆλθεν οὖν ὁ µαθητὴς ὁ ἄλλος ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ. 26 Λέγει εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως. εἰπών. 31 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλάτος. 21 Τί µε ἐπερωτᾷς . καὶ συνεισῆλθεν τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως· 16 ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ ϑύρᾳ ἔξω. Οὐκ εἰµί. ᾿Ηρνήσατο οὖν ἐκεῖνος. καὶ ὁ ἄλλος µαθητής. ὅπου πάντοτε οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέρχονται. ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου. τί µε δέρεις . εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκεν ῥάπισµα τῷ ᾿Ιησοῦ. συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψεν Πέτρος τὸ ὠτίον. 19 ῾Ο οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν τὸν ᾿Ιησοῦν περὶ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. ὅτι συµφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Λάβετε αὐτὸν ὑµεῖς. 30 ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ. 27 Πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος. Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ εἶ. 12–31 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 12 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 170 ῾Η οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν ᾿Ιουδαίων συνέλαβον τὸν ᾿Ιησοῦν. 14 ῏Ην δὲ Και΅αφας ὁ συµβουλεύσας τοῖς ᾿Ιουδαίοις. καὶ ἐθερµαίνοντο· ἦν δὲ µετ᾿ αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ ϑερµαινόµενος. 15 ᾿Ηκολούθει δὲ τῷ ᾿Ιησοῦ Σίµων Πέτρος. 28 ῎Αγουσιν οὖν τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπὸ τοῦ Και΅αφα εἰς τὸ πραιτώριον· ἦν δὲ πρωί¨. ὅτι ψύχος ἦν. οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ. οὐκ ἄν σοι παρεδώκαµεν αὐτόν. καὶ εἶπεν. Οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ . ἵνα µὴ µιανθῶσιν. καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν. 20 ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. µαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς.

ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεµίαν αἰτίαν εὑρίσκω. 34 ᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. µᾶλλον ἐφοβήθη. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει µου τῆς ϕωνῆς. Σὺ εἶ ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων . 32 σηµαίνων ποίῳ ϑανάτῳ ἤµελλεν ἀποθνῄσκειν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος.2 τοῦ τῇ κεφαλῇ. καὶ λέγει αὐτοῖς. ἄγω ὑµῖν αὐτὸν ἔξω. ὃν εἶπεν. ᾿Εγὼ εἰς τοῦτο γεγέννηµαι. καὶ κατὰ τὸν νόµον ἡµῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν. πάλιν ἐξῆλθεν πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους. 4 ᾿Εξῆλθεν οὖν πάλιν ἔξω ὁ Πιλάτος. 6 ῞Οτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται. 3 καὶ 3 ἔλεγον. 38 Λέγει αὐτῷ 38 ὁ Πιλάτος. Σὺ λέγεις. Μήτι ἐγὼ ᾿Ιουδαῖός 35 εἰµι . Μὴ τοῦτον. Καὶ λέγει αὐτοῖς. 40 ᾿Εκραύγασαν 40 οὖν πάλιν πάντες. καὶ ἐµαστίγωσεν. Καὶ τοῦτο εἰπών. Λάβετε αὐτὸν ὑµεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν· ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής. 39 ῎Εστιν δὲ 39 συνήθεια ὑµῖν. Χαῖρε. ὁ ἄνθρωπος. ῾Ηµῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα· 32 ἵνα ὁ λόγος τοῦ ᾿Ιησοῦ πληρωθῇ. 36 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. Τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐµοί· τί ἐποίησας . 8 ῞Οτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλάτος τοῦ. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. Σταύρωσον. καὶ λέγει αὐτοῖς. ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. ἵνα µὴ παραδοθῶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις· νῦν δὲ ἡ ϐασιλεία ἡ ἐµὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.8 τον τὸν λόγον. οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐµοὶ ἠγωνίζοντο. Εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι. 5 ᾿Εξῆλθεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς ἔξω. ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ῥαπίσµατα. 19 2 Καὶ οἱ στρατιῶται πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν αὐ. 10 Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλάτος. ὅτι ἑαυτὸν υἱὸν ϑεοῦ ἐποίησεν. Οὐκοῦν ϐασιλεὺς εἶ σύ . Πόθεν εἶ σύ . ἵνα µαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσµον. 1 Τότε οὖν ἔλαβεν ὁ Πιλάτος τὸν ᾿Ιησοῦν. ἵνα ἕνα ὑµῖν ἀπολύσω ἐν τῷ Πάσχα· ϐούλεσθε οὖν ὑµῖν ἀπολύσω τὸν ϐασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων . ᾿Εγὼ οὐδεµίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ. 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον 9 πάλιν. ὅτι ϐασιλεύς εἰµι ἐγώ. 10 . 37 Εἶπεν 37 οὖν αὐτῷ ὁ Πιλάτος.171 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 18.33 σεν τὸν ᾿Ιησοῦν. καὶ ἱµάτιον πορφυροῦν περιέβαλον αὐτόν. καὶ λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ. ῾Η ϐασιλεία ἡ ἐµὴ οὐκ ἔστιν ἐκ 36 τοῦ κόσµου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσµου τούτου ἦν ἡ ϐασιλεία ἡ ἐµή. ῎Ιδε. καὶ ἐφώνη. 6 ἐκραύγασαν λέγοντες. καὶ εἶπεν αὐτῷ. σταύρωσον αὐτόν. 33 Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλάτος. ἢ ἄλλοι 34 σοι εἶπον περὶ ἐµοῦ . ᾿Αφ᾿ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις. Τί ἐστιν ἀλήθεια . 32–19. ϕορῶν τὸν ἀκάνθινον 5 στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱµάτιον. 10 κρίνατε αὐτόν. 4 ῎Ιδε. 7 ᾿Απεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι. ῾Ηµεῖς 7 νόµον ἔχοµεν. ᾿Εµοὶ οὐ λαλεῖς . λέγοντες. 35 ᾿Απεκρίθη ὁ Πιλάτος.

Γύναι. ∆ιεµερίσαντο τὰ ἱµάτιά µου ἑαυτοῖς. οὐκ εἶ ϕίλος τοῦ Καίσαρος· πᾶς ὁ ϐασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν. 22 ᾿Απεκρίθη ὁ Πιλάτος. ἑκάστῳ στρατιώτῃ µέρος. ἵνα . Παρέλαβον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἤγαγον· 17 καὶ ϐαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τόπον λεγόµενον Κρανίου Τόπον. Μὴ σχίσωµεν αὐτόν. σταύρωσον αὐτόν. 15 Οἱ δὲ ἐκραύγασαν. 27 Εἶτα λέγει τῷ µαθητῇ. Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεµίαν κατ᾿ ἐµοῦ. 16 Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς. 26 ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν µητέρα. Βασιλεύς εἰµι τῶν ᾿Ιουδαίων. Μὴ γράφε. γέγραφα. ὃς λέγεται ῾Εβραι¨στὶ Γολγοθᾶ· 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν. 25 Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ µήτηρ αὐτοῦ. 24 Εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους. 20 Τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν ᾿Ιουδαίων. ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ᾿Ιησοῦν. ἔλαβον τὰ ἱµάτια αὐτοῦ. ᾿Εὰν τοῦτον ἀπολύσῃς. 11 ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς. τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ἡ λέγουσα. ῏Ην δὲ ὁ χιτὼν ἄραφος. λέγει τῇ µητρὶ αὐτοῦ. ἵνα σταυρωθῇ. ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι᾿ ὅλου. ῾Ο ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων· ἀλλ᾿ ὅτι ᾿Εκεῖνος εἶπεν. ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ ϐασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. ῾Ρωµαι¨στί. 23 Οἱ οὖν στρατιῶται. καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε . εἰ µὴ ἦν σοι δεδοµένον ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς µέ σοι µείζονα ἁµαρτίαν ἔχει. ῎Ιδε. καὶ µετ᾿ αὐτοῦ ἄλλους δύο. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος. ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις. ἀλλὰ λάχωµεν περὶ αὐτοῦ. καὶ τὸν µαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα. καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς µητρὸς αὐτοῦ. εἰς τόπον λεγόµενον Λιθόστρωτον. καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Οὐκ ἔχοµεν ϐασιλέα εἰ µὴ Καίσαρα. 11–28 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 172 Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε.19. Οἱ µὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραµµένον. µέσον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν. ᾿Ιδοὺ ἡ µήτηρ σου. ᾿Απεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς. ὁ ϐασιλεὺς ὑµῶν. 28 Μετὰ τοῦτο ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται. ῏Αρον. ἆρον. καὶ ἐποίησαν τέσσαρα µέρη. καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ ϐήµατος. ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι. Καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ µαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. 13 ῾Ο οὖν Πιλάτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν. ὅτι ἐγγὺς ἦν ὁ τόπος τῆς πόλεως ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἦν γεγραµµένον ῾Εβραι¨στί. 19 ῎Εγραψεν δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλάτος. 12 ᾿Εκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλάτος ἀπολῦσαι αὐτόν. ῾Ελληνιστί. Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ. Τὸν ϐασιλέα ὑµῶν σταυρώσω . καὶ τὸν χιτῶνα. 21 ῎Ελεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν ᾿Ιουδαίων. Οἱ δὲ ᾿Ιουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες. καὶ ἐπὶ τὸν ἱµατισµόν µου ἔβαλον κλῆρον. ῾Εβραι¨στὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ Παρασκευὴ τοῦ Πάσχα. ἰδοὺ ὁ υἱός σου. ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν. ῝Ο γέγραφα.

κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει. καθὼς ἔθος ἐστὶν τοῖς ᾿Ιουδαίοις ἐνταφιάζειν.173 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 29 19. ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη. καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις µετὰ τῶν ἀρωµάτων. 31 Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι. καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες. 2 Τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίµωνα Πέτρον 2 καὶ πρὸς τὸν ἄλλον µαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ ᾿Ιησοῦς. ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη 33 τεθνηκότα. 20 σκοτίας ἔτι οὔσης. 38 Μετὰ ταῦτα ἠρώτησεν τὸν Πιλάτον ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριµαθαίας.30 σοῦς. ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον. ὅτι 42 ἐγγὺς ἦν τὸ µνηµεῖον. καὶ ϐλέπει τὸν λίθον ἠρµένον ἐκ τοῦ µνηµείου. καὶ ϑεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείµενα. Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους µε. 29–20. 37 ῎Οψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν. καὶ 32 τοῦ µὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν ἐλθόντες. Τετέλεσται· καὶ κλίνας τὴν κεφαλήν. 1 Τῇ δὲ µιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωι΅.34 τῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξεν. ϕέρων µίγµα σµύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. καὶ ἐν τῷ κήπῳ µνηµεῖον καινόν. 35 Καὶ ὁ ἑωρακὼς µεµαρτύρηκεν.39 δηµος. εἰς τὸ µνηµεῖον. 3 ᾿Εξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος µαθητής.29 στόν· οἱ δέ. 40 ῎Ελαβον οὖν τὸ σῶµα τοῦ 40 ᾿Ιησοῦ. ἵνα ὑµεῖς πιστεύσητε. παρέδωκεν τὸ πνεῦµα.ἠρώτησαν τὸν Πιλάτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη. καὶ ἀληθινή ἐστιν 35 αὐτοῦ ἡ µαρτυρία. 36 ᾿Εγένετο γὰρ ταῦτα ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 5 καὶ παρακύψας ϐλέπει κείµενα τὰ ὀθόνια. 7 καὶ 7 . προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόµατι. καὶ 3 ἤρχοντο εἰς τὸ µνηµεῖον. καὶ λέγει αὐτοῖς. 4 ῎Ετρεχον δὲ οἱ δύο ὁµοῦ· καὶ ὁ ἄλ. καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷµα καὶ ὕδωρ. 39 ῏Ηλθεν δὲ καὶ Νικό. 7 τελειωθῇ ἡ γραφή.ἦν γὰρ µεγάλη ἡ ἡµέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου . ῏Ηραν τὸν κύριον ἐκ τοῦ µνηµείου. 38 ὢν µαθητὴς τοῦ ᾿Ιησοῦ. κεκρυµµένος δὲ διὰ τὸν ϕόβον τῶν ᾿Ιουδαίων. οὐ 5 µέντοι εἰσῆλθεν. εἶπεν. 6 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ µνηµεῖον. καὶ οὐκ οἴδαµεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.4 λος µαθητὴς προέδραµεν τάχιον τοῦ Πέτρου. οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη· 34 ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιω. 37 Καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει. 41 ῏Ην δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου 41 ἐσταυρώθη κῆπος. ἵνα ἄρῃ τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλάτος. ᾿Οστοῦν 36 οὐ συντριβήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. ἔθηκαν τὸν ᾿Ιησοῦν. λέγει. καὶ ἦλθεν πρῶτος εἰς τὸ µνηµεῖον. ἵνα µὴ µείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώµατα 31 ἐν τῷ σαββάτῳ ἐπεὶ Παρασκευὴ ἦν . ∆ιψῶ. 32 ῏Ηλθον οὖν οἱ στρατιῶται. 30 ῞Οτε οὖν ἔλαβεν τὸ ὄξος ὁ ᾿Ιη. 6 ῎Ερχεται οὖν Σίµων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ. ῏Ηλθεν οὖν καὶ ἦρεν τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ. 42 ᾿Εκεῖ οὖν διὰ τὴν Παρασκευὴν τῶν ᾿Ιουδαίων. καὶ ἀρθῶσιν. πλήσαντες σπόγγον ὄξους.

τί κλαίεις . Τίνα Ϲητεῖς . 23 ῎Αν τινων ἀφῆτε τὰς ἁµαρτίας. κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ. 21 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν. Λέγει αὐτοῖς. καὶ εἶδεν. ὁ λεγόµενος ∆ίδυµος. κεκράτηνται. καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Κύριε. εἰπέ µοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν. 13 Καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι. παρέκυψεν εἰς τὸ µνηµεῖον. 26 Καὶ µεθ᾿ ἡµέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. ῾Εωράκαµεν τὸν κύριον. καὶ τῶν ϑυρῶν κεκλεισµένων ὅπου ἦσαν οἱ µαθηταὶ συνηγµένοι. 25 ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι µαθηταί. εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν. 16 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα µου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς µου. κἀγὼ πέµπω ὑµᾶς. Μή µου ἅπτου. οὐκ ἦν µετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 18 ῎Ερχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς µαθηταῖς ὅτι ἑώρακεν τὸν κύριον. ᾿Αναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα µου καὶ πατέρα ὑµῶν. τί κλαίεις . Γύναι. τῇ ἡµέρᾳ ἐκείνῃ τῇ µιᾷ τῶν σαββάτων. καὶ λέγει αὐτοῖς. δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν. οὐ µὴ πιστεύσω. Γύναι. ᾿Εχάρησαν οὖν οἱ µαθηταὶ ἰδόντες τὸν κύριον. καὶ ϐάλω τὸν δάκτυλόν µου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων. 8 Τότε οὖν εἰσῆλθεν καὶ ὁ ἄλλος µαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ µνηµεῖον. ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε. ὅτι ῏Ηραν τὸν κύριόν µου. καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν. ὅπου ἔκειτο τὸ σῶµα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ᾿Εὰν µὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων. καὶ εἰπὲ αὐτοῖς.ὃ λέγεται. 24 Θωµᾶς δέ. καὶ ϑεόν µου καὶ ϑεὸν ὑµῶν. καὶ ϑεωρεῖ τὸν ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα. ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ. ᾿Εκείνη. 11 Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τὸ µνηµεῖον κλαίουσα ἔξω· ὡς οὖν ἔκλαιεν. καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν. καὶ . ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Λάβετε πνεῦµα ἅγιον. εἷς ἐκ τῶν δώδεκα. καὶ ἐπίστευσεν· 9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφήν. 19 Οὔσης οὖν ὀψίας. καὶ ϐάλω τὴν χεῖρά µου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ∆ιδάσκαλε. 14 Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω. 20 Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. Εἰρήνη ὑµῖν· καθὼς ἀπέσταλκέν µε ὁ πατήρ. ῾Ραββουνί . 10 ᾿Απῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ µαθηταί. Μαρία. 8–26 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 174 τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. διὰ τὸν ϕόβον τῶν ᾿Ιουδαίων. Εἰρήνη ὑµῖν. καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.20. ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ µέσον. λέγει αὐτῷ. οὐ µετὰ τῶν ὀθονίων κείµενον. 22 Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς. Στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ. 12 καὶ ϑεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζοµένους. 17 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. 15 Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς. ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγµένον εἰς ἕνα τόπον.

τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο . καὶ ϐάλε εἰς τὴν πλευράν µου· καὶ µὴ γίνου ἄπιστος. 27–21. οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. ῎Ερχεται ὁ ᾿Ιησοῦς. ᾿Ενέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων 10 ὧν ἐπιάσατε νῦν. 12 Λέγει αὐτοῖς ὁ 12 ᾿Ιησοῦς. ∆εῦτε ἀριστήσατε. 13 ῎Ερχεται 13 οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς. ῾Ο 7 κύριός ἐστιν. 6 ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς. καὶ εἶπεν αὐτῷ. 10 Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλµα τῶν µαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν.σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων . 9 ῾Ως οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν 9 γῆν. 4 Πρωι΅ας δὲ ἤδη γενοµένης ἔστη ὁ ᾿Ιη. τῶν ϑυρῶν κεκλεισµένων. καὶ πιστεύσαντες. Παιδία. ᾿Ερχόµεθα καὶ ἡµεῖς σὺν σοί. 31 Ταῦτα δὲ γέγραπται. 1 Μετὰ ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς µαθη. καὶ εἵλκυσεν τὸ δίκτυον 11 ἐπὶ τῆς γῆς. 5 Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς. ἀκούσας ὅτι ὁ κύριός ἐστιν. εἰδότες ὅτι ὁ κύριός ἐστιν.4 σοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ µέντοι ᾔδεισαν οἱ µαθηταὶ ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν. καὶ δίδωσιν αὐτοῖς. Βάλετε εἰς 6 τὰ δεξιὰ µέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον. Εἰρήνη ὑµῖν. ῎Εβαλον οὖν. ἃ οὐκ ἔστιν γεγραµµένα ἐν τῷ ϐιβλίῳ τούτῳ. µή τι προσφάγιον 5 ἔχετε . Λέγουσιν αὐτῷ. Σὺ τίς εἶ. 8 Οἱ δὲ ἄλλοι µαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον . µεστὸν ἰχθύων µεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν· καὶ τοσούτων ὄντων. καὶ ἄρτον. ῾Υπάγω ἁλιεύειν. 2 καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας.21 ταῖς ἐπὶ τῆς ϑαλάσσης τῆς Τιβεριάδος· ἐφανέρωσεν δὲ οὕτως.καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ϑάλασσαν. 11 ᾿Ανέβη Σίµων Πέτρος. 28 Καὶ ἀπεκρίθη Θωµᾶς. 29 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 14 Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς 14 . καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν µαθητῶν αὐτοῦ δύο. καὶ Θωµᾶς ὁ λεγόµενος ∆ίδυµος. Οὔ. 7 Λέγει οὖν ὁ µαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Πέτρῳ. καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. καὶ ἵνα πιστεύοντες Ϲωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόµατι αὐτοῦ. 30 Πολλὰ µὲν οὖν καὶ ἄλλα σηµεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον 30 τῶν µαθητῶν αὐτοῦ. 3 Λέγει αὐτοῖς Σίµων Πέ. ῞Οτι ἑώρακάς 29 µε. καὶ λαµβάνει τὸν ἄρτον. καὶ τὸ ὀψάριον ὁµοίως. ἀλλὰ πιστός. 2 ῏Ησαν ὁµοῦ Σίµων Πέτρος. πεπίστευκας .οὐ 8 γὰρ ἦσαν µακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς. καὶ εὑρήσετε. ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ χριστὸς 31 ὁ υἱὸς τοῦ ϑεοῦ. Μακάριοι οἱ µὴ ἰδόντες. καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.175 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 20. ᾿Απεκρίθησαν αὐτῷ.3 τρος. ῾Ο 28 κύριός µου καὶ ὁ ϑεός µου. καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου.ἦν γὰρ γυµνός . Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε. 27 Εἶτα λέγει τῷ 27 Θωµᾷ. ᾿Εξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς. καὶ ἔστη εἰς τὸ µέσον καὶ εἶπεν. ϐλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειµένην καὶ ὀψάριον ἐπικείµενον. 14 Θωµᾶς µετ᾿ αὐτῶν. καὶ ἴδε τὰς χεῖράς µου· καὶ ϕέρε τὴν χεῖρά σου. Σίµων οὖν Πέτρος.

καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς. Σὺ ἀκολούθει µοι. Ναὶ κύριε· σὺ οἶδας ὅτι ϕιλῶ σε. ᾿Αµήν. Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. Βόσκε τὰ ἀρνία µου. τί πρός σε . 19 Τοῦτο δὲ εἶπεν. τί πρός σε . 25 ῎Εστιν δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ὅτε ἦς νεώτερος. ἐζώννυες σεαυτόν. καὶ οἴσει ὅπου οὐ ϑέλεις. 22 Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. ϕιλεῖς µε . ἀγαπᾷς µε . 15 ῞Οτε οὖν ἠρίστησαν. λέγει τῷ Σίµωνι Πέτρῳ ὁ ᾿Ιησοῦς.21. . ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου. ᾿Εὰν αὐτὸν ϑέλω µένειν ἕως ἔρχοµαι. Ποίµαινε τὰ πρόβατά µου. Σίµων ᾿Ιωνᾶ. Καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ. οὗτος δὲ τί . Καὶ εἶπεν αὐτῷ. Σίµων ᾿Ιωνᾶ. οὐδὲ αὐτὸν οἶµαι τὸν κόσµον χωρῆσαι τὰ γραφόµενα ϐιβλία. 24 Οὗτός ἐστιν ὁ µαθητὴς ὁ µαρτυρῶν περὶ τούτων. καὶ γράψας ταῦτα· καὶ οἴδαµεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ µαρτυρία αὐτοῦ. ᾿Ελυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον. ἀγαπᾷς µε πλεῖον τούτων . Σίµων ᾿Ιωνᾶ. Ναὶ κύριε· σὺ οἶδας ὅτι ϕιλῶ σε. Φιλεῖς µε . 16 Λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον. Κύριε. Λέγει αὐτῷ. 21 Τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ. ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν. Βόσκε τὰ πρόβατά µου. σὺ πάντα οἶδας· σὺ γινώσκεις ὅτι ϕιλῶ σε. ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν. Κύριε. 17 Λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον. ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπεν. Λέγει αὐτῷ. τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε . 18 ᾿Αµὴν ἀµὴν λέγω σοι. ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει· ἀλλ᾿. ὅτι ὁ µαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνῄσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς. 15–25 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 176 µαθηταῖς αὐτοῦ. 20 ᾿Επιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος ϐλέπει τὸν µαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς ἀκολουθοῦντα. Λέγει αὐτῷ. κύριε. ᾿Εὰν αὐτὸν ϑέλω µένειν ἕως ἔρχοµαι. 23 ᾿Εξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. καὶ ἄλλος σε Ϲώσει. σηµαίνων ποίῳ ϑανάτῳ δοξάσει τὸν ϑεόν. ᾿Ακολούθει µοι. Λέγει αὐτῷ.

οὕτως ἐλεύσεται ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόµενον εἰς τὸν οὐρανόν. ᾿Ιάκωβος ᾿Αλφαίου καὶ Σίµων ὁ Ζηλωτής. καὶ ᾿Ιούδας ᾿Ιακώβου. Οὐχ ὑµῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ 7 καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ. 7 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς. ῎Ανδρες Γαλιλαῖοι. ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑµῶν εἰς τὸν οὐρανόν. 6 εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν ϐασιλείαν τῷ ᾿Ισραήλ . καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαµαρείᾳ.10 νου αὐτοῦ.13 τες. 13 Καὶ ὅτε εἰσῆλθον. ὅ ἐστιν ἐγγὺς ῾Ιερουσαλήµ. καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. ἀλλὰ περιµένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός. 4 Καὶ συναλιζόµενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ ῾Ιερο. 8 ᾿Αλλὰ λήψεσθε 8 δύναµιν. Βαρθολοµαῖος καὶ Ματθαῖος.ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ὸν µὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάµην περὶ πάντων. ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύµατος ἐφ᾿ ὑµᾶς· καὶ ἔσεσθέ µοι µάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλήµ. 5 ὑµεῖς δὲ ϐαπτισθήσεσθε ἐν πνεύµατι ἁγίῳ οὐ µετὰ πολλὰς ταύτας ἡµέρας. ἐντειλάµενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ πνεύµατος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο.16 ῎Ανδρες ἀδελφοί. σὺν γυναιξὶν καὶ Μαρίᾳ τῇ µητρὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ. καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ. σαββάτου ἔχον ὁδόν. 2 ἄχρι ἧς 2 ἡµέρας. 11 οἳ καὶ εἶπον. ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταµένον. ὅ τε Πέτρος καὶ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης καὶ ᾿Ανδρέας. καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλµῶν αὐτῶν. 6 Οἱ µὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴµ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουµέ. Φίλιππος καὶ Θωµᾶς. καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.ἦν τε ὄχλος ὀνοµάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσι . Κύριε. 15 Καὶ ἐν ταῖς ἡµέραις ταύταις ἀναστὰς Πέτρος ἐν µέσῳ τῶν 15 µαθητῶν εἶπεν . 9 Καὶ ταῦτα εἰπών. 14 Οὗτοι πάντες ἦσαν 14 προσκαρτεροῦντες ὁµοθυµαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει.11 τες εἰς τὸν οὐρανόν . 1 ὧν ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν.12 νου ᾿Ελαιῶνος. ῝Ην ἠκούσατέ µου· 5 ὅτι ᾿Ιωάννης µὲν ἐβάπτισεν ὕδατι. Οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς. ϐλεπόντων 9 αὐτῶν ἐπήρθη. ἔδει πληρωθῆναι τὴν γραφὴν ταύτην. πορευοµέ. δι᾿ ἡµερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόµενος αὐτοῖς. 10 Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν.4 σολύµων µὴ χωρίζεσθαι. ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν Ϲῶντα 3 µετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκµηρίοις. 16 ἣν προεῖπεν τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον διὰ στόµατος ∆αυὶδ περὶ ᾿Ιούδα. καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ. τί ἑστήκατε ἐµβλέπον. ὦ Θεόφιλε. Τ .

11 178 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 17 τοῦ γενοµένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ᾿Ιησοῦν. ᾿Ι10 10 ουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν. συνῆλθεν τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη. ἄνδρες εὐ6 6 λαβεῖς. Καὶ ἔστησαν δύο. Αἴγυπτον καὶ τὰ µέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην. καὶ Ματθίαν. Κρῆτες καὶ ῎Αραβες. Γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτοῦ ἔρηµος. λέγοντες πρὸς ἀλλήλους. καθὼς τὸ πνεῦµα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. ᾿Ιωσὴφ τὸν καλούµενον Βαρσαβᾶν. ῞Οτι κατηριθµηµένος ἦν σὺν ἡµῖν. µάρτυρα τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ γενέσθαι σὺν ἡµῖν ἕνα 23 23 τούτων. ᾿Εξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύµαζον. Γενοµένης δὲ τῆς ϕωνῆς ταύτης. Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαµῖται. ἐκάθισέν τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον 4 4 αὐτῶν. ἦ2 2 2 σαν ἅπαντες ὁµοθυµαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ οἱ ἐπιδηµοῦντες ῾Ρωµαῖοι. Καὶ γνωστὸν ἐγένετο πᾶσιν τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλήµ. καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίαν. καὶ ἐξεχύθη πάντα 19 19 τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ. καὶ ἐπλήρω3 3 σεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήµενοι. Καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύµατος ἁγίου. ∆εῖ οὖν τῶν συνελθόντων ἡµῖν ἀνδρῶν ἐν παντὶ χρόνῳ 22 22 ἐν ᾧ εἰσῆλθεν καὶ ἐξῆλθεν ἐφ᾿ ἡµᾶς ὁ κύριος ᾿Ιησοῦς. Οὐκ ἰδοὺ πάν8 8 τες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι . Σὺ κύριε καρδιογνῶστα πάντων. καὶ ἔλαχεν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας 18 18 ταύτης Οὗτος µὲν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ µισθοῦ τῆς ἀδικίας. πορευθῆναι εἰς τὸν τόπον τὸν 26 26 ἴδιον. καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταµίαν. ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν. ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προ11 11 σήλυτοι. καὶ µὴ ἔστω ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ· καί. καὶ συγκατεψηφίσθη µετὰ τῶν ἕνδεκα ἀποστόλων. ἀρξάµενος ἀπὸ τοῦ ϐαπτίσµατος ᾿Ιωάννου. καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις. Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν.1. Καὶ ἔδωκαν κλήρους αὐτῶν. ἐκ τού25 25 των τῶν δύο ἕνα λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς. Φρυγίαν τε καὶ Παµφυλίαν. 1 Καὶ ἐν τῷ συµπληροῦσθαι τὴν ἡµέραν τῆς Πεντηκοστῆς. τοῦτ᾿ ἔστιν. Καὶ πῶς ἡµεῖς ἀκούοµεν 9 9 ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡµῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθηµεν . Τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι 21 21 ἕτερος. ἐξ ἧς παρέβη ᾿Ιούδας. χωρίον αἵµατος Γέγραπται γὰρ ἐν ϐίβλῳ Ψαλµῶν. ἀκούοµεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς 17 . ὅτι ἤκουον 7 7 εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. ἕως τῆς ἡµέρας ἧς ἀνελήφθη ἀφ᾿ ἡµῶν. Καὶ προσευξάµενοι εἶπον. ὥστε κληθῆναι τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῇ ἰδίᾳ διαλέ20 20 κτῳ αὐτῶν ᾿Ακελδαµά. 17–2. 5 5 ῏Ησαν δὲ ἐν ῾Ιερουσαλὴµ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι. καὶ πρηνὴς γενόµενος ἐλάκησεν µέσος. Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ ϕεροµένης πνοῆς ϐιαίας. ἀνάδειξον ὃν ἐξελέξω. Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαµεριζόµεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός. 24 24 ὃς ἐπεκλήθη ᾿Ιοῦστος.

πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνοµα κυρίου σωθήσεται. 23 τοῦτον τῇ ὡρισµένῃ ϐουλῇ καὶ προγνώσει τοῦ ϑεοῦ ἔκδοτον λαβόντες. ἄλλος πρὸς ἄλλον λέγοντες. καὶ ἐνωτίσασθε τὰ ῥήµατά µου. ὡς ὑµεῖς ὑπολαµβάνετε. καὶ οἱ νεανίσκοι ὑµῶν ὁράσεις ὄψονται. διὰ χειρῶν ἀνόµων προσπήξαντες ἀνείλετε· 24 ὃν ὁ ϑεὸς ἀνέστησεν. καὶ τὸ µνῆµα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡµῖν ἄχρι τῆς ἡµέρας ταύτης. καὶ εἰδὼς ὅτι ὅρκῳ ὤµοσεν αὐτῷ ὁ ϑεός. 22 ῎Ανδρες ᾿Ισραηλῖται. καθὼς καὶ αὐτοὶ οἴδατε. ᾿Εξίσταντο δὲ πάντες καὶ διηπόρουν. 29 ῎Ανδρες ἀδελφοί. καὶ οἱ κατοικοῦντες ῾Ιερουσαλὴµ ἅπαντες. καθίσαι ἐπὶ τοῦ ϑρόνου αὐτοῦ. καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑµῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται· 18 καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους µου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας µου ἐν ταῖς ἡµέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύµατός µου. 12–31 12 ἡµετέραις γλώσσαις τὰ µεγαλεῖα τοῦ ϑεοῦ. Τί ἂν ϑέλοι τοῦτο εἶναι . 28 ᾿Εγνώρισάς µοι ὁδοὺς Ϲωῆς· πληρώσεις µε εὐφροσύνης µετὰ τοῦ προσώπου σου. καὶ ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς. ὅτι καὶ ἐτελεύτησεν καὶ ἐτάφη. ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύµατός µου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα· καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑµῶν καὶ αἱ ϑυγατέρες ὑµῶν. λέγει ὁ ϑεός. αἷµα καὶ πῦρ καὶ ἀτµίδα καπνοῦ· 20 ὁ ἥλιος µεταστραφήσεται εἰς σκότος. 17 Καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡµέραις. τοῦτο ὑµῖν γνωστὸν ἔστω. καὶ προφητεύσουσιν. οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἀκούσατε τοὺς λόγους τούτους· ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά µου· ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ µου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι· 27 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν µου εἰς ῞ᾼδου. καὶ σηµεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω. ἐξὸν εἰπεῖν µετὰ παρρησίας πρὸς ὑµᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου ∆αυίδ. καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷµα. οἷς ἐποίησεν δι᾿ αὐτοῦ ὁ ϑεὸς ἐν µέσῳ ὑµῶν. 13 ῞Ετεροι δὲ χλευάζοντες ἔλεγον ὅτι Γλεύκους µεµεστωµένοι εἰσίν. ἐπῆρεν τὴν ϕωνὴν αὐτοῦ. καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ. ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα ἀναστήσειν τὸν χριστόν. Προωρώµην τὸν κύριον ἐνώπιόν µου διὰ παντός· ὅτι ἐκ δεξιῶν µου ἐστίν. 19 Καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω. ἵνα µὴ σαλευθῶ· 26 διὰ τοῦτο εὐφράνθη ἡ καρδία µου. οὗτοι µεθύουσιν· ἔστιν γὰρ ὥρα τρίτη τῆς ἡµέρας· 16 ἀλλὰ τοῦτό ἐστιν τὸ εἰρηµένον διὰ τοῦ προφήτου ᾿Ιωήλ. 15 Οὐ γάρ. ἄνδρα ἀπὸ τοῦ ϑεοῦ ἀποδεδειγµένον εἰς ὑµᾶς δυνάµεσιν καὶ τέρασιν καὶ σηµείοις. ῎Ανδρες ᾿Ιουδαῖοι. πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡµέραν κυρίου τὴν µεγάλην καὶ ἐπιφανῆ· 21 καὶ ἔσται. 31 προι¨δὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ἀναστάσεως 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 . 25 ∆αυὶδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν. λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ ϑανάτου. 30 Προφήτης οὖν ὑπάρχων. 14 Σταθεὶς δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ἕνδεκα.179 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 2.

οὗ πάντες ἡµεῖς ἐσµεν µάρτυρες. καὶ ϐαπτισθήτω ἕκαστος ὑµῶν ἐπὶ τῷ ὀνόµατι ᾿Ιησοῦ χριστοῦ εἰς ἄφεσιν 39 39 ἁµαρτιῶν. καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου πνεύµατος. ὅτι καὶ κύριον καὶ χριστὸν αὐτὸν ὁ ϑεὸς ἐποίησεν. ῝Ος ἰδὼν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην µέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερόν. Σώ41 41 θητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης. ῾Ετέροις τε λόγοις πλείοσιν διεµαρτύρετο καὶ παρεκάλει λέγων. τοῦτον τὸν ᾿Ιησοῦν ὃν ὑµεῖς ἐσταυρώσατε. ἄνδρες ἀ38 38 δελφοί . Οἱ µὲν οὖν ἀσµένως ἀποδεξάµενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν· καὶ προσετέθησαν 42 42 τῇ ἡµέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι. ῏Ησαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ. ἠρώτα 4 4 ἐλεηµοσύνην. 43 43 ᾿Εγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ ϕόβος. 32–3. ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ῞ᾼδου. 37 37 ᾿Ακούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ. προσδοκῶν τι 32 . Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς. ῾Ο δὲ κύριος προσετίθει τοὺς σῳζοµένους καθ᾿ ἡµέραν τῇ ἐκκλησίᾳ. Καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας µητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο· ὃν ἐτίθουν καθ᾿ ἡµέραν πρὸς τὴν ϑύραν τοῦ ἱεροῦ τὴν λεγοµένην ῾Ωραίαν. πολλά τε τέρατα καὶ σηµεῖα 44 44 διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο. οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν. 35 35 Εἶπεν ὁ κύριος τῷ κυρίῳ µου. ῾Υµῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία. ῾Ο δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς. καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά. Βλέψον εἰς ἡµᾶς. τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ ἁγίου πνεύµατος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός. καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν. ἐξέχεεν τοῦτο ὃ νῦν ὑµεῖς ϐλέπετε καὶ ἀκού34 34 ετε. καὶ διεµέριζον αὐτὰ πᾶσιν. Μετανοήσατε. κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον. ᾿Ατενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ ᾿Ιωάννῃ. Πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν 45 45 ἐπὶ τὸ αὐτό. Τί ποιήσοµεν. καθότι ἄν τις 46 46 χρείαν εἶχεν. ἕως ἂν 36 36 ϑῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. ᾿Ασφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος ᾿Ισραήλ. 32 Τοῦτον τὸν ᾿Ιησοῦν ἀνέστησεν 33 33 ὁ ϑεός. Οὐ γὰρ ∆αυὶδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς. τοῦ 3 3 αἰτεῖν ἐλεηµοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευοµένων εἰς τὸ ἱερόν.2. καὶ τὰ κτήµατα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον. εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους. ὅσους ἂν προσκαλέσηται κύριος ὁ ϑεὸς ἡµῶν. 5 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 180 τοῦ χριστοῦ. λέγει δὲ αὐτός. καὶ τοῖς τέκνοις ὑµῶν. 5 5 εἶπεν. Τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ ϑεοῦ ὑψωθείς. αἰνοῦντες τὸν ϑεόν. Κάθου ἐκ δεξιῶν µου. µετελάµβανον τροφῆς 47 47 ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας. 1 ᾿Επὶ τὸ αὐτὸ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν 3 2 2 ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην. καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς. Καθ᾿ ἡµέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁµοθυµαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ. καὶ πᾶσιν τοῖς 40 40 εἰς µακράν.

παθεῖν τὸν χριστόν. ὡς ἰδίᾳ δυνάµει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ περιπατεῖν αὐτόν . ᾿Εν τῷ ὀνόµατι ᾿Ιησοῦ χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου. καὶ κατήγγειλαν τὰς 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 . τοῦτον ὃν ϑεωρεῖτε καὶ οἴδατε ἐστερέωσεν τὸ ὄνοµα αὐτοῦ· καὶ ἡ πίστις ἡ δι᾿ αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ὁλοκληρίαν ταύτην ἀπέναντι πάντων ὑµῶν. 15 τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς Ϲωῆς ἀπεκτείνατε· ὃν ὁ ϑεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 13 ῾Ο ϑεὸς ᾿Αβραὰµ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ. 22 Μωσῆς µὲν γὰρ πρὸς τοὺς πατέρας εἶπεν ὅτι Προφήτην ὑµῖν ἀναστήσει κύριος ὁ ϑεὸς ἡµῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑµῶν ὡς ἐµέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν λαλήσῃ πρὸς ὑµᾶς. ὥσπερ καὶ οἱ ἄρχοντες ὑµῶν. καὶ ᾐτήσασθε ἄνδρα ϕονέα χαρισθῆναι ὑµῖν. 23 ῎Εσται δέ. ῎Ανδρες ᾿Ισραηλῖται. ὧν ἐλάλησεν ὁ ϑεὸς διὰ στόµατος πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ προφητῶν ἀπ᾿ αἰῶνος. ᾿Αργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει µοι· ὃ δὲ ἔχω. τί ϑαυµάζετε ἐπὶ τούτῳ. 18 ῾Ο δὲ ϑεὸς ἃ προκατήγγειλεν διὰ στόµατος πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ. οὗ ἡµεῖς µάρτυρές ἐσµεν. καὶ ἠρνήσασθε αὐτὸν κατὰ πρόσωπον Πιλάτου. 20 καὶ ἀποστείλῃ τὸν προκεχειρισµένον ὑµῖν χριστὸν ᾿Ιησοῦν· 21 ὃν δεῖ οὐρανὸν µὲν δέξασθαι ἄχρι χρόνων ἀποκαταστάσεως πάντων. ὅπως ἂν ἔλθωσιν καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ κυρίου. 17 Καὶ νῦν. οἶδα ὅτι κατὰ ἄγνοιαν ἐπράξατε. 19 Μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε. ὁ ϑεὸς τῶν πατέρων ἡµῶν. ἐδόξασεν τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· ὃν ὑµεῖς µὲν παρεδώκατε. συνέδραµεν πρὸς αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ τῇ στοᾷ τῇ καλουµένῃ Σολοµῶντος. περιπατῶν καὶ ἁλλόµενος καὶ αἰνῶν τὸν ϑεόν. ὅσοι ἐλάλησαν. ἐπλήρωσεν οὕτως. ἔκθαµβοι. πᾶσα ψυχή. ἀδελφοί. 16 Καὶ ἐπὶ τῇ πίστει τοῦ ὀνόµατος αὐτοῦ. Εἶπεν δὲ Πέτρος.181 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 6 3. ἢ ἡµῖν τί ἀτενίζετε. 6–24 παρ᾿ αὐτῶν λαβεῖν. 12 ᾿Ιδὼν δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν λαόν. ἔγειραι καὶ περιπάτει. ἥτις ἐὰν µὴ ἀκούσῃ τοῦ προφήτου ἐκείνου. εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑµῶν τὰς ἁµαρτίας. καὶ εἰσῆλθεν σὺν αὐτοῖς εἰς τὸ ἱερόν. τοῦτό σοι δίδωµι. ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ. 24 Καὶ πάντες δὲ οἱ προφῆται ἀπὸ Σαµουὴλ καὶ τῶν καθεξῆς. 7 Καὶ πιάσας αὐτὸν τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἤγειρεν· παραχρῆµα δὲ ἐστερεώθησαν αὐτοῦ αἱ ϐάσεις καὶ τὰ σφυρά. 9 Καὶ εἶδεν αὐτὸν πᾶς ὁ λαὸς περιπατοῦντα καὶ αἰνοῦντα τὸν ϑεόν· 10 ἐπεγίνωσκόν τε αὐτὸν ὅτι οὗτος ἦν ὁ πρὸς τὴν ἐλεηµοσύνην καθήµενος ἐπὶ τῇ ῾Ωραίᾳ πύλῃ τοῦ ἱεροῦ· καὶ ἐπλήσθησαν ϑάµβους καὶ ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ συµβεβηκότι αὐτῷ. 8 Καὶ ἐξαλλόµενος ἔστη καὶ περιεπάτει. κρίναντος ἐκείνου ἀπολύειν. 14 ῾Υµεῖς δὲ τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον ἠρνήσασθε. 11 Κρατοῦντος δὲ τοῦ ἰαθέντος χωλοῦ τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην.

πα- 25 . ᾿Αλλ᾿ ἵνα µὴ ἐπὶ πλεῖον διανεµηθῇ εἰς τὸν λαόν. διαπονούµενοι διὰ τὸ διδάσκειν αὐτοὺς τὸν λαόν. 25–4. λέγοντες. ἐθαύ14 14 µαζον. Τὸν δὲ ἄνθρωπον ϐλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευµένον. ῾Υµῖν πρῶτον ὁ ϑεός. καὶ καταγγέλλειν ἐν τῷ 3 3 ᾿Ιησοῦ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν. Οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ᾿ ὑµῶν τῶν οἰκοδοµούντων. καὶ ῎Ανναν τὸν ἀρχιερέα. ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ ᾿Ιησοῦ ἦσαν. οὐ15 15 δὲν εἶχον ἀντειπεῖν. ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑµᾶς. Καὶ καλέσαντες αὐτούς. Καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν µέσῳ ἐπυνθάνοντο. ὅτι ἐν τῷ ὀνόµατι ᾿Ιησοῦ χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου. 5 5 ᾿Εγένετο δὲ ἐπὶ τὴν αὔριον συναχθῆναι αὐτῶν τοὺς ἄρχοντας 6 6 καὶ πρεσβυτέρους καὶ γραµµατεῖς εἰς ῾Ιερουσαλήµ. ῎Αρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ πρεσβύτεροι τοῦ ᾿Ισ9 9 ραήλ. ῞Οτι µὲν γὰρ γνωστὸν σηµεῖον γέγονεν δι᾿ αὐτῶν.ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 3. 18 25 182 ἡµέρας ταύτας. ὃν ὑµεῖς ἐσταυρώσατε. ὃν ὁ ϑεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. καὶ ᾿Ιωάννην. καὶ 17 17 οὐ δυνάµεθα ἀρνήσασθαι. συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους. Τότε Πέτρος πλησθεὶς πνεύµατος ἁγίου εἶπεν πρὸς αὐτούς. ἀναστήσας τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. λέγων πρὸς ᾿Αβραάµ. καὶ Και΅αφαν. 4 4 Πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν· καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθµὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε. Καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὔτε γὰρ ὄνοµά ἐστιν ἕτερον τὸ δεδοµένον ἐν ἀνθρώποις. ὁ γενόµενος 12 12 εἰς κεφαλὴν γωνίας. ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἱε2 2 ρεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι. ῾Υµεῖς ἐστε υἱοὶ τῶν προφητῶν. Κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου 16 16 ἀπελθεῖν. 13 13 Θεωροῦντες δὲ τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ ᾿Ιωάννου. Καὶ ἐν τῷ σπέρµατί σου ἐνευλογηθήσονται πᾶσαι αἱ πα26 26 τριαὶ τῆς γῆς. ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑµῶν. καὶ 7 7 ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ. ᾿Εν ποίᾳ δυνάµει ἢ ἐν ποίῳ ὀνόµατι ἐποι8 8 ήσατε τοῦτο ὑµεῖς . ἀπειλῇ ἀπειλησόµεθα αὐτοῖς µηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ 18 18 ὀνόµατι τούτῳ µηδενὶ ἀνθρώπων. καὶ ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν αὔριον· ἦν γὰρ ἑσπέρα ἤδη. καὶ ᾿Αλέξανδρον. ἐν τίνι οὗτος σέσωσται· γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑµῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ ᾿Ισραήλ. Καὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς χεῖρας. εἰ ἡµεῖς σήµερον ἀνακρινόµεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου 10 10 ἀσθενοῦς. 1 4 Λαλούντων δὲ αὐτῶν πρὸς τὸν λαόν. ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡµᾶς. καὶ καταλαβόµενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράµµατοί εἰσιν καὶ ἰδιῶται. πᾶσιν τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴµ ϕανερόν. καὶ τῆς διαθήκης ἧς διέθετο ὁ ϑεὸς πρὸς τοὺς πατέρας ἡµῶν. ἐν 11 11 τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑµῶν ὑγιής. Τί ποιήσοµεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις .

183 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 4. µηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσονται αὐτούς. 20 Οὐ δυνάµεθα γὰρ ἡµεῖς. 21 Οἱ δὲ προσαπειλησάµενοι ἀπέλυσαν αὐτούς. καὶ λαοὶ ἐµελέτησαν κενά . ἔπιδε ἐπὶ τὰς ἀπειλὰς αὐτῶν. καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύµατος ἁγίου. ῞Ινα τί ἐφρύαξαν ἔθνη.ὅ ἐστιν. 26 Παρέστησαν οἱ ϐασιλεῖς τῆς γῆς. καὶ ἐλάλουν τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ µετὰ παρρησίας. 19 ῾Ο δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον. καὶ δὸς τοῖς δούλοις σου µετὰ παρρησίας πάσης λαλεῖν τὸν λόγον σου. 23 ᾿Απολυθέντες δὲ ἦλθον πρὸς τοὺς ἰδίους. πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιµὰς τῶν πιπρασκοµένων. ὃν ἔχρισας. 19–37 ρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου µὴ ϕθέγγεσθαι µηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόµατι τοῦ ᾿Ιησοῦ. 24 Οἱ δὲ ἀκούσαντες ὁµοθυµαδὸν ἦραν ϕωνὴν πρὸς τὸν ϑεόν. καὶ ἔθηκεν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων. καὶ ἀπήγγειλαν ὅσα πρὸς αὐτοὺς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι εἶπον. 30 ἐν τῷ τὴν χεῖρά σου ἐκτείνειν σε εἰς ἴασιν. 22 ᾿Ετῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ᾿ ὃν ἐγεγόνει τὸ σηµεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως. 34 Οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῇρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον. ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν ϑεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι. καὶ σηµεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τοῦ ὀνόµατος τοῦ ἁγίου παιδός σου ᾿Ιησοῦ. Εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ ὑµῶν ἀκούειν µᾶλλον ἢ τοῦ ϑεοῦ. 32 Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ µία· καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῶν ἔλεγεν ἴδιον εἶναι. πωλήσας ἤνεγκεν τὸ χρῆµα. Κύπριος τῷ γένει. σὺν ἔθνεσιν καὶ λαοῖς ᾿Ισραήλ. διὰ τὸν λαόν. ἃ εἴδοµεν καὶ ἠκούσαµεν. σὺ ὁ ϑεὸς ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν ϑάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· 25 ὁ διὰ στόµατος ∆αυὶδ παιδός σου εἰπών.Λευί¨της. 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 . ∆έσποτα. 37 ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ. καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ κυρίου. 29 Καὶ τὰ νῦν. 28 ποιῆσαι ὅσα ἡ χείρ σου καὶ ἡ ϐουλή σου προώρισεν γενέσθαι. καὶ εἶπον. υἱὸς παρακλήσεως . ὁ ἐπικληθεὶς Βαρνάβας ἀπὸ τῶν ἀποστόλων . µεθερµηνευόµενον. 31 Καὶ δεηθέντων αὐτῶν ἐσαλεύθη ὁ τόπος ἐν ᾧ ἦσαν συνηγµένοι. 36 ᾿Ιωσῆς δέ. χάρις τε µεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. 35 καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδοτο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν. ῾Ηρῴδης τε καὶ Πόντιος Πιλάτος. κρίνατε. µὴ λαλεῖν. ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. 33 Καὶ µεγάλῃ δυνάµει ἀπεδίδουν τὸ µαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ κυρίου ᾿Ιησοῦ. καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ· 27 συνήχθησαν γὰρ ἐπ᾿ ἀληθείας ἐπὶ τὸν ἅγιον παῖδά σου ᾿Ιησοῦν. κύριε.

Ναί. 9 ῾Ο δὲ Πέτρος εἶπεν πρὸς αὐτήν. 21 ᾿Ακούσαντες δὲ εἰσῆλθον ὑπὸ τὸν ὄρθρον εἰς τὸ ἱερόν. καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχεν . ἀλλὰ τῷ ϑεῷ. σὺν Σαπφείρῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν. καὶ ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες δὲ οἱ νεανίσκοι εὗρον αὐτὴν νεκράν. 11 Καὶ ἐγένετο ϕόβος µέγας ἐφ᾿ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν. Τί ὅτι συνεφωνήθη ὑµῖν πειράσαι τὸ πνεῦµα κυρίου . ᾿Ανανία. ῾Η δὲ εἶπεν. καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δηµοσίᾳ. καὶ νοσφίσασθαί σε ἀπὸ τῆς τιµῆς τοῦ χωρίου . 7 ᾿Εγένετο δὲ ὡς ὡρῶν τριῶν διάστηµα. 18 καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους. οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες. 5 ᾿Ακούων δὲ ὁ ᾿Ανανίας τοὺς λόγους τούτους. 16 Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς ῾Ιερουσαλήµ. Παραγενόµενος δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ . καὶ ἐξοίσουσίν σε. πεσὼν ἐξέψυξεν· καὶ ἐγένετο ϕόβος µέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα. 19 ῎Αγγελος δὲ κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξεν τὰς ϑύρας τῆς ϕυλακῆς. 2 καὶ ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς τιµῆς.ἐπλήσθησαν Ϲήλου. καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς. 10 ῎Επεσεν δὲ παραχρῆµα παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ. ψεύσασθαί σε τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον. ἵνα ἐρχοµένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν. 12 ∆ιὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σηµεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁµοθυµαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολοµῶντος. καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραββάτων. διὰ τί ἐπλήρωσεν ὁ Σατανᾶς τὴν καρδίαν σου. ἀλλ᾿ ἐµεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός· 14 µᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ κυρίῳ. καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ µὴ εἰδυῖα τὸ γεγονὸς εἰσῆλθεν. 17 ᾿Αναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ . 1–21 5 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 1 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 184 ᾿Ανὴρ δέ τις ᾿Ανανίας ὀνόµατι. 3 Εἶπεν δὲ Πέτρος. καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα. καὶ ἐδίδασκον. 4 Οὐχὶ µένον σοὶ ἔµενεν. ϕέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουµένους ὑπὸ πνευµάτων ἀκαθάρτων. 6 ᾿Αναστάντες δὲ οἱ νεώτεροι συνέστειλαν αὐτόν. εἰ τοσούτου τὸ χωρίον ἀπέδοσθε. τοσούτου.ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων . πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν· 15 ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς.5. οἱ πόδες τῶν ϑαψάντων τὸν ἄνδρα σου ἐπὶ τῇ ϑύρᾳ. Εἰπέ µοι. 8 ᾿Απεκρίθη δὲ αὐτῇ ὁ Πέτρος. συνειδυίας καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ. 13 Τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλµα κολλᾶσθαι αὐτοῖς. Οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις. ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπεν. ἐπώλησεν κτῆµα. 20 Πορεύεσθε. ᾿Ιδού. καὶ ἐνέγκας µέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων ἔθηκεν. Τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγµα τοῦτο . καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήµατα τῆς Ϲωῆς ταύτης.

38 Καὶ τὰ νῦν λέγω ὑµῖν. Καὶ ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ ἀρχιερεύς. ᾧ προσεκλήθη ἀριθµὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη. καὶ τὸ πνεῦµα δὲ τὸ ἅγιον. 30 ῾Ο ϑεὸς τῶν πατέρων ἡµῶν ἤγειρεν ᾿Ιησοῦν. καταλυθήσεται· 39 εἰ δὲ ἐκ ϑεοῦ ἐστιν. 24 ῾Ως δὲ ἤκουσαν τοὺς λόγους τούτους ὅ τε ἱερεὺς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. δοῦναι µετάνοιαν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ ἄφεσιν ἁµαρτιῶν. 31 Τοῦτον ὁ ϑεὸς ἀρχηγὸν καὶ σωτῆρα ὕψωσεν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ. τί ἂν γένοιτο τοῦτο. καὶ ϐούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾿ ἡµᾶς τὸ αἷµα τοῦ ἀνθρώπου τούτου. 32 Καὶ ἡµεῖς ἐσµεν αὐτοῦ µάρτυρες τῶν ῥηµάτων τούτων. ὀνόµατι Γαµαλιήλ. 37 Μετὰ τοῦτον ἀνέστη ᾿Ιούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡµέραις τῆς ἀπογραφῆς. ἐκέλευσεν ἔξω ϐραχύ τι τοὺς ἀποστόλους ποιῆσαι. διηπόρουν περὶ αὐτῶν. 40 ᾿Επείσθησαν δὲ αὐτῷ· καὶ προσκαλεσάµενοι 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 . τί µέλλετε πράσσειν. καὶ ἐβουλεύοντο ἀνελεῖν αὐτούς. ὃν ὑµεῖς διεχειρίσασθε. 27 ᾿Αγαγόντες δὲ αὐτοὺς ἔστησαν ἐν τῷ συνεδρίῳ. κρεµάσαντες ἐπὶ ξύλου. 22 Οἱ δὲ ὑπηρέται παραγενόµενοι οὐχ εὗρον αὐτοὺς ἐν τῇ ϕυλακῇ· ἀναστρέψαντες δὲ ἀπήγγειλαν. 35 Εἶπέν τε πρὸς αὐτούς. Οὐ παραγγελίᾳ παρηγγείλαµεν ὑµῖν µὴ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόµατι τούτῳ . 29 ᾿Αποκριθεὶς δὲ Πέτρος καὶ οἱ ἀπόστολοι εἶπον. ἔσω οὐδένα εὕροµεν. 25 Παραγενόµενος δέ τις ἀπήγγειλεν αὐτοῖς ὅτι ᾿Ιδού. 23 λέγοντες ὅτι Τὸ µὲν δεσµωτήριον εὕροµεν κεκλεισµένον ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ. νοµοδιδάσκαλος. Καὶ ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ῾Ιερουσαλὴµ τῆς διδαχῆς ὑµῶν. καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς οὐδέν. καὶ ἐάσατε αὐτούς· ὅτι ἐὰν ᾖ ἐξ ἀνθρώπων ἡ ϐουλὴ ἢ τὸ ἔργον τοῦτο. 22–40 σὺν αὐτῷ. προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τοῖς ἀνθρώποις τούτοις. 28 λέγων. οὐ µετὰ ϐίας. ῎Ανδρες ᾿Ισραηλῖται. 36 Πρὸ γὰρ τούτων τῶν ἡµερῶν ἀνέστη Θευδᾶς. 33 Οἱ δὲ ἀκούοντες διεπρίοντο. οἱ ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ϕυλακῇ εἰσὶν ἐν τῷ ἱερῷ ἑστῶτες καὶ διδάσκοντες τὸν λαόν.185 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 5. καὶ ἀπέστησεν λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο. ἵνα µὴ λιθασθῶσιν. 26 Τότε ἀπελθὼν ὁ στρατηγὸς σὺν τοῖς ὑπηρέταις ἦγαγεν αὐτούς. ἀπόστητε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τούτων. 34 ᾿Αναστὰς δέ τις ἐν τῷ συνεδρίῳ Φαρισαῖος. λέγων εἶναί τινα ἑαυτόν. ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν. καὶ τοὺς ϕύλακας ἑστῶτας πρὸ τῶν ϑυρῶν· ἀνοίξαντες δέ. ὃ ἔδωκεν ὁ ϑεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν αὐτῷ. Πειθαρχεῖν δεῖ ϑεῷ µᾶλλον ἢ ἀνθρώποις. καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν. καὶ ἀπέστειλαν εἰς τὸ δεσµωτήριον. συνεκάλεσαν τὸ συνέδριον καὶ πᾶσαν τὴν γερουσίαν τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ. ἀχθῆναι αὐτούς. τίµιος παντὶ τῷ λαῷ. οὐ δύνασθε καταλῦσαι αὐτό. µήποτε καὶ ϑεοµάχοι εὑρεθῆτε.

καὶ Νικάνορα. καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθµὸς τῶν µαθητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴµ σφόδρα. καὶ Φίλιππον. Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡµᾶς.5. διακο3 3 νεῖν τραπέζαις. ἐν τῷ ἱερῷ καὶ κατ᾿ οἶκον. καὶ Πρόχορον. 2 ῾Ο δὲ ἔφη. Καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύµατι ᾧ 11 11 ἐλάλει. καὶ Παρµενᾶν. Τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι ᾿Ακηκόαµεν αὐτοῦ 12 12 λαλοῦντος ῥήµατα ϐλάσφηµα εἰς Μωσῆν καὶ τὸν ϑεόν. ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀνόµατος 42 42 τοῦ ᾿Ιησοῦ κατηξιώθησαν ἀτιµασθῆναι. ῾Ηµεῖς δὲ τῇ προσευ5 5 χῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσοµεν. ἄνδρας ἐξ ὑµῶν µαρτυρουµένους ἑπτά. ᾿Επισκέψασθε οὖν. καὶ ἐπιστάντες συνήρπασαν αὐτόν. εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου. καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον. εἶπον. οὐκ ἐπαύοντο διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόµενοι ᾿Ιησοῦν τὸν χριστόν. Καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόµενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ. καὶ Νικό6 6 λαον προσήλυτον ᾿Αντιοχέα. 7. ἄνδρα πλήρης πίστεως καὶ πνεύµατος ἁγίου. καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ. πληθυνόντων τῶν µαθητῶν. καὶ Κυρηναίων. 2 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 186 τοὺς ἀποστόλους. Πᾶσάν τε ἡµέραν. καὶ Τίµωνα. δείραντες παρήγγειλαν µὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόµατι τοῦ ᾿Ιησοῦ. Συνεκίνησάν τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραµµατεῖς. 2 41 . 4 4 οὓς καταστήσωµεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης. ὅτι παρε2 2 θεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθηµερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. ἀδελφοί. Εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει . καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς. ᾿Ανέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγοµένης Λιβερτίνων. οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων· καὶ προσευξάµενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. ἐγένετο γογγυσµὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους. 41 Οἱ µὲν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπὸ προσώπου τοῦ συνεδρίου. Προσκαλεσάµενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν µαθητῶν. καὶ ᾿Αλεξανδρέων. 8 8 Στέφανος δὲ πλήρης πίστεως καὶ δυνάµεως ἐποίει τέρατα 9 9 καὶ σηµεῖα µεγάλα ἐν τῷ λαῷ. καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη 15 15 ἃ παρέδωκεν ἡµῖν Μωσῆς. 13 13 ἔστησάν τε µάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον. καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ ᾿Ασίας. 1 6 ᾿Εν δὲ ταῖς ἡµέραις ταύταις. πλήρεις πνεύµατος ἁγίου καὶ σοφίας. ῾Ο ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται ῥήµατα ϐλάσφηµα λαλῶν κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου καὶ 14 14 τοῦ νόµου· ἀκηκόαµεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον. συζητοῦντες τῷ Στε10 10 φάνῳ. 1 Εἶπεν δὲ ὁ ἀρχιερεύς. 7 7 Καὶ ὁ λόγος τοῦ ϑεοῦ ηὔξανεν. πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει. 41–7.

18 ἄχρι οὗ ἀνέστη ϐασιλεὺς ἕτερος. 12 ᾿Ακούσας δὲ ᾿Ιακὼβ ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ. µετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ. τοῦ ποιεῖν ἔκθετα τὰ ϐρέφη αὐτῶν. καὶ λατρεύσουσίν µοι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. 10 καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ϑλίψεων αὐτοῦ.187 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 7. 6 ᾿Ελάλησεν δὲ οὕτως ὁ ϑεός. 19 Οὗτος κατασοφισάµενος τὸ γένος ἡµῶν. καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω. 4 Τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν· κἀκεῖθεν. 17 Καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ χρόνος τῆς ἐπαγγελίας ἧς ὤµοσεν ὁ ϑεὸς τῷ ᾿Αβραάµ. µετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑµεῖς νῦν κατοικεῖτε· 5 καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονοµίαν ἐν αὐτῇ. καὶ ὁ ᾿Ιακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας. 14 ᾿Αποστείλας δὲ ᾿Ιωσὴφ µετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ ᾿Ιακώβ. 13 Καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη ᾿Ιωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. ὅτι ἔσται τὸ σπέρµα αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ. καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἡγούµενον ἐπ᾿ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ. 9 Καὶ οἱ πατριάρχαι Ϲηλώσαντες τὸν ᾿Ιωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ἦν ὁ ϑεὸς µετ᾿ αὐτοῦ. οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου. καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ µνήµατι ὃ ὠνήσατο ᾿Αβραὰµ τιµῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν ᾿Εµµὸρ τοῦ Συχέµ. οὐδὲ ϐῆµα ποδός· καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτήν. 3 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν. ὃς οὐκ ᾔδει τὸν ᾿Ιωσήφ. ᾧ ἐὰν δουλεύσωσιν. ἀκούσατε. καὶ ἀνεθρέψατο αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς υἱόν. 20 ᾿Εν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωσῆς. ἐν ψυχαῖς ἑβδοµήκοντα πέντε. ἔτη τετρακόσια. 7 Καὶ τὸ ἔθνος. εἶπεν ὁ ϑεός· καὶ µετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται. ῾Ο ϑεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡµῶν ᾿Αβραὰµ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταµίᾳ. καὶ περιέτεµεν αὐτὸν τῇ ἡµέρᾳ τῇ ὀγδόῃ· καὶ ὁ ᾿Ισαὰκ τὸν ᾿Ιακώβ. καὶ τῷ σπέρµατι αὐτοῦ µετ᾿ αὐτόν. 8 Καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην περιτοµῆς· καὶ οὕτως ἐγέννησεν τὸν ᾿Ισαάκ. 3–22 ῎Ανδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες. 22 Καὶ ἐπαιδεύθη Μωσῆς πάσῃ 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 . ἐξαπέστειλεν τοὺς πατέρας ἡµῶν πρῶτον. 15 Κατέβη δὲ ᾿Ιακὼβ εἰς Αἴγυπτον. ἀνείλετο ἡ ϑυγάτηρ Φαραώ. εἰς τὸ µὴ Ϲῳογονεῖσθαι. καὶ ἦν ἀστεῖος τῷ ϑεῷ· ὃς ἀνετράφη µῆνας τρεῖς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν καὶ σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ ϐασιλέως Αἰγύπτου. κρινῶ ἐγώ. καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡµῶν· 16 καὶ µετετέθησαν εἰς Συχέµ. 21 ᾿Εκτεθέντα δὲ αὐτόν. καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ καὶ κακώσουσιν. ηὔξησεν ὁ λαὸς καὶ ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ. καὶ ϑλίψις µεγάλη· καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσµατα οἱ πατέρες ἡµῶν. ἐκάκωσεν τοὺς πατέρας ἡµῶν. πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν. καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν. 11 ῏Ηλθεν δὲ λιµὸς ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χαναάν. ῎Εξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου. καὶ ϕανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ ᾿Ιωσήφ.

καὶ ἀνήγαγον ϑυσίαν τῷ εἰδώλῳ. 24 Καὶ ἰδών τινα ἀδικούµενον. οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς δύο. 41 Καὶ ἐµοσχοποίησαν ἐν ταῖς ἡµέραις ἐκείναις. 32 ᾿Εγὼ ὁ ϑεὸς τῶν πατέρων σου. ὃν τρόπον ἀνεῖλες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον . 37 Οὗτός ἐστιν ὁ Μωσῆς ὁ εἰπὼν τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ. οὐκ οἴδαµεν τί γέγονεν αὐτῷ.7. καὶ εὐφραίνοντο ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν. 30 Καὶ πληρωθέντων ἐτῶν τεσσαράκοντα. ἀλλ᾿ ἀπώσαντο. Τοῦτον ὁ ϑεὸς ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ϐάτῳ. Τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ᾿ ἡµᾶς . 38 Οὗτός ἐστιν ὁ γενόµενος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ἐρήµῳ µετὰ τοῦ ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν πατέρων ἡµῶν· ὃς ἐδέξατο λόγον Ϲῶντα δοῦναι ἡµῖν· 39 ᾧ οὐκ ἠθέλησαν ὑπήκοοι γενέσθαι οἱ πατέρες ἡµῶν. ποιήσας τέρατα καὶ σηµεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν ᾿Ερυθρᾷ ϑαλάσσῃ. ἠµύνατο καὶ ἐποίησεν ἐκδίκησιν τῷ καταπονουµένῳ. ῎Εντροµος δὲ γενόµενος Μωσῆς οὐκ ἐτόλµα κατανοῆσαι. ἀνέβη ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραήλ. 23–42 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 188 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 23 σοφίᾳ Αἰγυπτίων· ἦν δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ἔργοις. ὁ ϑεὸς ᾿Αβραὰµ καὶ ὁ ϑεὸς ᾿Ισαὰκ καὶ ὁ ϑεὸς ᾿Ιακώβ. Λῦσον τὸ ὑπόδηµα τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία ἐστίν. εἰπών. ἀδελφοί ἐστε ὑµεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους . 34 ᾿Ιδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ µου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ. ἐγένετο ϕωνὴ κυρίου πρὸς αὐτόν. καὶ τοῦ στεναγµοῦ αὐτῶν ἤκουσα· καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς· καὶ νῦν δεῦρο. ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήµῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος κυρίου ἐν ϕλογὶ πυρὸς ϐάτου. 33 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ κύριος. καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς . 42 ῎Εστρεψεν δὲ ὁ ϑεός. ῎Ανδρες. 28 Μὴ ἀνελεῖν µε σὺ ϑέλεις. Τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν . 27 ῾Ο δὲ ἀδικῶν τὸν πλησίον ἀπώσατο αὐτόν. πατάξας τὸν Αἰγύπτιον· 25 ἐνόµιζεν δὲ συνιέναι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ὅτι ὁ ϑεὸς διὰ χειρὸς αὐτοῦ δίδωσιν αὐτοῖς σωτηρίαν· οἱ δὲ οὐ συνῆκαν. καὶ ἐν τῇ ἐρήµῳ ἔτη τεσσαράκοντα. 31 ῾Ο δὲ Μωσῆς ἰδὼν ἐθαύµαζεν τὸ ὅραµα· προσερχοµένου δὲ αὐτοῦ κατανοῆσαι. καὶ συνήλασεν αὐτοὺς εἰς εἰρήνην. Προφήτην ὑµῖν ἀναστήσει κύριος ὁ ϑεὸς ἡµῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑµῶν ὡς ἐµέ. ῾Ως δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ τεσσαρακονταετὴς χρόνος. 36 Οὗτος ἐξήγαγεν αὐτούς. 40 εἰπόντες τῷ ᾿Ααρών. ὃς ἐξήγαγεν ἡµᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου. 35 Τοῦτον τὸν Μωσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες. 29 ῎Εφυγεν δὲ Μωσῆς ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ. καὶ ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάµ. ἀποστελῶ σε εἰς Αἴγυπτον. 26 Τῇ τε ἐπιούσῃ ἡµέρᾳ ὤφθη αὐτοῖς µαχοµένοις. καὶ ἐστράφησαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον. Ποίησον ἡµῖν ϑεοὺς οἳ προπορεύσονται ἡµῶν· ὁ γὰρ Μωσῆς οὗτος. εἰπών.

καὶ ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ϑεοῦ. 54 ᾿Ακούοντες δὲ ταῦτα. λέγει κύριος· ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς µου . 2 Συνεκόµισαν δὲ 2 . διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν. ἐλιθοβόλουν· καὶ οἱ µάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱµάτια παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουµένου Σαύλου. 56 καὶ εἶπεν. 1 Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ. µὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁµαρτίαν ταύτην. ποιῆσαι αὐτὴν κατὰ τὸν τύπον ὃν ἑωράκει. 44 ῾Η σκηνὴ τοῦ µαρτυρίου ἦν τοῖς πατράσιν ἡµῶν 44 ἐν τῇ ἐρήµῳ. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιµήθη. ἐπικαλούµενον καὶ λέγοντα. καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν ἑστῶτα τοῦ ϑεοῦ. οὗ νῦν ὑµεῖς προδόται καὶ ϕονεῖς γεγένησθε· 53 οἵτινες 53 ἐλάβετε τὸν νόµον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων. εἶδεν δόξαν ϑεοῦ. τοὺς τύπους οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ µετοικιῶ ὑµᾶς ἐπέκεινα Βαβυλῶνος. ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον 49 τῶν ποδῶν µου· ποῖον οἶκον οἰκοδοµήσετέ µοι . ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανόν. 60 Θεὶς δὲ τὰ γόνατα. 51 ὑµεῖς ἀεὶ τῷ πνεύµατι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε· ὡς οἱ πατέρες ὑµῶν.55 µατος ἁγίου. καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ Μωσῇ. 49 ῾Ο οὐρανός µοι ϑρόνος. οἶκος ᾿Ισραήλ .189 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 7. 59 Καὶ 59 ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον. ὧν ἐξῶσεν ὁ ϑεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν πατέρων ἡµῶν. 52 Καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου. καὶ 54 ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ᾿ αὐτόν. 45 ῝Ην καὶ εἰσήγαγον διαδεξάµενοι 45 οἱ πατέρες ἡµῶν µετὰ ᾿Ιησοῦ ἐν τῇ κατασχέσει τῶν ἐθνῶν. 57 Κράξαντες δὲ ϕωνῇ µεγάλῃ. καὶ ᾐτήσατο εὑρεῖν 46 σκήνωµα τῷ ϑεῷ ᾿Ιακώβ. Κύριε ᾿Ιησοῦ. 43 Καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν 43 τοῦ Μολόχ. ᾿Ιδού. καὶ οὐκ ἐφυλάξατε. 52 Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑµῶν . ϑεωρῶ 56 τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγµένους. δέξαι τὸ πνεῦµά µου. 43–8.60 νῇ µεγάλῃ. πλὴν τῶν ἀποστόλων. Κύριε. 55 ῾Υπάρχων δὲ πλήρης πνεύ. Μὴ σφάγια καὶ ϑυσίας προσηνέγκατέ µοι ἔτη τεσσαράκοντα ἐν τῇ ἐρήµῳ. καθὼς ὁ 48 προφήτης λέγει. 47 Σολοµῶν δὲ ᾠκοδόµησεν αὐτῷ οἶκον. ἔκραξεν ϕω. 47 48 ᾿Αλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ. συνέσχον 57 τὰ ὦτα αὐτῶν. 2 λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ· καθὼς γέγραπται ἐν ϐίβλῳ τῶν προφητῶν. ᾿Εγένετο δὲ 8 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ διωγµὸς µέγας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἐν ῾Ιεροσολύµοις· πάντες δὲ διεσπάρησαν κατὰ τὰς χώρας τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ Σαµαρείας. ἕως τῶν ἡµερῶν ∆αυίδ· 46 ὃς εὗρεν χάριν ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ. καὶ ὥρµησαν ὁµοθυµαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν· 58 καὶ ἐκβα. καὶ τὸ ἄστρον τοῦ ϑεοῦ ὑµῶν ῾Ρεµφάν. καὶ ὑµεῖς. 51 Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτµητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν. 50 Οὐχὶ ἡ χείρ µου ἐποίησεν 50 ταῦτα πάντα .58 λόντες ἔξω τῆς πόλεως.

῾Η γὰρ καρδία σου οὐκ ἔστιν εὐθεῖα ἐνώπιον τοῦ ϑεοῦ. ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ ϐλέπειν τὰ σηµεῖα ἃ ἐποίει. 4 Οἱ µὲν οὖν διασπαρέντες διῆλθον. 7 Πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύµατα ἀκάθαρτα. 11 Προσεῖχον δὲ αὐτῷ. λέγοντες. Οὗτός ἐστιν ἡ δύναµις τοῦ ϑεοῦ ἡ µεγάλη. 18 Θεασάµενος δὲ ὁ Σίµων ὅτι διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων δίδοται τὸ πνεῦµα τὸ ἅγιον. 19 λέγων. 3 Σαῦλος δὲ ἐλυµαίνετο τὴν ἐκκλησίαν. 12 ῞Οτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζοµένῳ τὰ περὶ τῆς ϐασιλείας τοῦ ϑεοῦ καὶ τοῦ ὀνόµατος ᾿Ιησοῦ χριστοῦ. 17 Τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτούς. 23 Εἰς γὰρ χολὴν πικρίας καὶ σύνδεσµον ἀδικίας ὁρῶ σε ὄντα. σύρων τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας παρεδίδου εἰς ϕυλακήν. καὶ ϐαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ Φιλίππῳ· ϑεωρῶν τε δυνάµεις καὶ σηµεῖα γινόµενα. ∆εήθητε ὑµεῖς ὑπὲρ ἐµοῦ πρὸς τὸν . 9 ᾿Ανὴρ δέ τις ὀνόµατι Σίµων πρου¨πῆρχεν ἐν τῇ πόλει µαγεύων καὶ ἐξιστῶν τὸ ἔθνος τῆς Σαµαρείας. Τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν. καὶ δεήθητι τοῦ ϑεοῦ. ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην· 15 οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν. λαµβάνῃ πνεῦµα ἅγιον. 22 Μετανόησον οὖν ἀπὸ τῆς κακίας σου ταύτης.8. εἰ ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ἐπίνοια τῆς καρδίας σου. ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες. καὶ ἐποιήσαντο κοπετὸν µέγαν ἐπ᾿ αὐτῷ. καὶ ἐλάµβανον πνεῦµα ἅγιον. 8 Καὶ ἐγένετο χαρὰ µεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. 5 Φίλιππος δὲ κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαµαρείας. ἵνα ᾧ ἐὰν ἐπιθῶ τὰς χεῖρας. 21 Οὐκ ἔστιν σοι µερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ. προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήµατα. ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ ϑεοῦ ἐνόµισας διὰ χρηµάτων κτᾶσθαι. 6 Προσεῖχόν τε οἱ ὄχλοι τοῖς λεγοµένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁµοθυµαδόν. 20 Πέτρος δὲ εἶπεν πρὸς αὐτόν. µόνον δὲ ϐεβαπτισµένοι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνοµα τοῦ χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. ἐξίστατο. ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν χριστόν. κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόµενος. 14 ᾿Ακούσαντες δὲ οἱ ἐν ῾Ιεροσολύµοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαµάρεια τὸν λόγον τοῦ ϑεοῦ. λέγων εἶναί τινα ἑαυτὸν µέγαν· 10 ᾧ προσεῖχον ἀπὸ µικροῦ ἕως µεγάλου. 13 ῾Ο δὲ Σίµων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσεν. διὰ τὸ ἱκανῷ χρόνῳ ταῖς µαγείαις ἐξεστακέναι αὐτούς. 3–24 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 190 τὸν Στέφανον ἄνδρες εὐλαβεῖς. ϐοῶντα ϕωνῇ µεγάλῃ ἐξήρχετο· πολλοὶ δὲ παραλελυµένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν. ∆ότε κἀµοὶ τὴν ἐξουσίαν ταύτην. 24 ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ Σίµων εἶπεν. εὐαγγελιζόµενοι τὸν λόγον. ὅπως λάβωσιν πνεῦµα ἅγιον· 16 οὔπω γὰρ ἦν ἐπ᾿ οὐδενὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός.

191

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

8. 25–9. 3

κύριον, ὅπως µηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾿ ἐµὲ ὧν εἰρήκατε.
25
Οἱ µὲν οὖν διαµαρτυράµενοι καὶ λαλήσαντες τὸν λόγον τοῦ 25
κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήµ, πολλάς τε κώµας τῶν Σαµαρειτῶν εὐηγγελίσαντο.
26
῎Αγγελος δὲ κυρίου ἐλάλησεν πρὸς Φίλιππον, λέγων, ᾿Ανά- 26
στηθι καὶ πορεύου κατὰ µεσηµβρίαν ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν καταβαίνουσαν ἀπὸ ῾Ιερουσαλὴµ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρηµος. 27 Καὶ 27
ἀναστὰς ἐπορεύθη· καὶ ἰδού, ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης
Κανδάκης τῆς ϐασ