2010-2011

ΛΥΚΕΙΟ
ΤΑΞΗ/ΤΜΗΜΑ: B΄1
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΒΑΣΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

Α. Σ. ΤΣΟΥΚΑΝΤΑΣ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΔΟΥΚΑ

ΣΠΑΝΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΕΠΙΡΡΗΜΑ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
Τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν.

ΠΡΟΘΕΤΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

(α) εἰς, ἀμφί, περί, ὑπέρ, πρός + αιτ. για ποσό ή χρόνο:
Εἰς ἄνδρας διακοσίους καὶ εἴκοσι ἐνέμειναν τῇ ἐξόδῳ.
Ἤδη ἦν ἀμφὶ πλήθουσαν ἀγοράν.
Ἔφυγον περὶ τοὺς ἑκατόν.
(β) ἐπί + αιτ. για έκταση:
Ἐπὶ μέγα μέρος τοῦ τείχους καθῃρέθη.
(γ) κατά + αιτ. για μερισμό:
Καθ’ ἑκάστους ἐκαλοῦντο Ἕλληνες.

ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
(α) Υποθετική:
Τέρας ἐστὶν εἴ τις ηὐτήχηκεν διὰ βίου.
(β) Αιτιολογική:
Οὐ θαυμαστὸν, εἰ μὴ τούτων ἐνεθυμήθησαν;

ΣΧΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΟΥΜΕΝΟ

Ἡ πόλις τὸν Περικλέα ἐν ὀργῇ εἶχον.
Λέσβος ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων ἀπέστησαν.

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ

Το όνομα (ή οτιδήποτε σε θέση ονόματος) που φανερώνει ένα γνώρισμα του υποκειμένου.
Τα ρήματα που συνδέουν το υποκείμενο με το κατηγορούμενο:
(α) Το εἰμί.
(β) Ρήματα με συγγενική σημασία με το εἰμί (ὑπάρχω, τυγχάνω, διατελῶ, ἔφυν, πέφυκα, γίγνομαι,
καθίσταμαι, ἀποβαίνω, ἐκβαίνω).
(γ) Ορισμένα ρήματα παθητικής διάθεσης:
Τα δοξαστικά: νομίζομαι, κρίνομαι, δοκῶ, φαίνομαι και τα συνώνυμά τους.
Τα κλητικά: καλοῦμαι, ὀνομάζομαι, προσαγορεύομαι και τα συνώνυμά τους.
Τα προχειριστικά (όσα δηλώνουν εκλογή): αἱροῦμαι, λαγχάνω, χειροτονοῦμαι, ἀποδείκνυμαι και τα
συνώνυμά τους.

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ

Το όνομα (ή οτιδήποτε σε θέση ονόματος) που φανερώνει ένα γνώρισμα του αντικειμένου.
Παρουσιάζεται:
(α) με τα δοξαστικά, τα κλητικά και τα προχειριστικά ρήματα ενεργητικής διάθεσης:
Ἔκρινον αὐτὸν φιλομαθέστατον.
Νομίζω τὸν Σωκράτη σοφόν.
Ὁ δῆμος, εἵλετο τὸν πατέρα στρατηγόν.
Καλοῦσιν αὐτοὺς νομοθέτας.
(β) με τα ρήματα που σημαίνουν ἔχω, παρέχω, λαμβάνω, παραλαμβάνω, ἐῶ, κτῶμαι, ἀποδέχομαι,
γεννῶ, ἄγω, φέρω, καταλείπω, πέμπω, διασώζω, διαφυλάττω, διατηρῶ, ἐλέγχω.
(γ) με τα μεταποιητικά-μεταπλαστικά: ποιῶ-ποιοῦμαι, ἀπεργάζομαι-κατεργάομαι, παρασκευάζομαι,
ἀποτελῶ.
2

(δ) με τα ρήματα αὔξω, αἴρω, τρέφω, μηκύνω, ἐκδιδάσκω (με αυτά έχουμε προληπτικό κατηγορούμενο του
αντικειμένου / βλ. παρακάτω).

ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ

Το κατηγορούμενο που ισοδυναμεί με επίρρημα.
(α) Τόπου: μετέωρος, πελάγιος, ἐφέστιος, ὅμορος, ὑπαίθριος.
(β) Χρόνου: νέoς, γέρων, γηραιός, ἡλίκος, παλαίτατος, τριταῖος, ὄρθριος, σκοταῖος, ἑσπέριος.
(γ) Τρόπου: ἑκών, ἑκούσιος, ἐθελοντής, ἐθελούσιος, ἄκων, ἀκούσιος, ὑπόσπονδος, ἄσμενος, αὐτοκράτωρ, αὐθαίρετος, αὐτόματος, αὐτόνομος, ἀλλότριος, σῶς, ἀργός και επίθετα με πρώτο συνθετικό το
στερητικό α-: ἄκριτος, ἄπρακτος, ἀπαθής, ἄτιμος, ἄπαις.
(δ) Σκοπού: βοηθός, φύλαξ, δικαστής, στρατηγός, σύμβουλος, εἰρηνοποιός.
(ε) Σειράς: πρῶτος, δεύτερος…, ὕστερος, ὕστατος, τελευταῖος.
(στ) Ποσού: πολύς, μέγας, ἀθρόος, πυκνός.

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ (Μτφ: ώστε να…)

Λέγεται και κατηγορούμενο του αποτελέσματος γιατί προλαβαίνει και αποδίδει στο υποκείμενο ή στο
αντικείμενο μια ιδιότητα που δεν την έχει αποκτήσει ακόμα, αλλά θα την αποκτήσει όταν πραγματοποιηθεί
εκείνο που σημαίνει το ρήμα.
Καὶ ᾔρετο τὸ ὕψος τοῦ τείχους μέγα.
Εἷς τις ὑπὸ τοῦ δήμου ἐτράφη μέγας.

ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ

Κατηγορούμενο σε πτώση γενική.
Τὸ πεδίον ἐστὶ τοῦ πατρός. (Κτητική)
Ἱπποκράτης ἐστὶ τῶν ἐπιχωρίων. (Διαιρετική)
Ὁ Εὐφράτης ἐστὶ τεσσάρων πλέθρων. (Ιδιότητας)
Πρόξενος ἦν τριάκοντα ἐτῶν. (Ιδιότητας)
Ἐγὼ δὲ ἀγαθοῦ τρόπου εἰμί. (Ιδιότητας)
Ἡ οἰκία ἐστὶ ταλάντου. (Αξίας)
Ἡ κρηπίς ἐστι λίθων μεγάλων. (Ύλης)

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ

Πονηρὸν ὁ συκοφάντης.
Κάλλιστόν ἐστι κτῆμα παιδεία βροτοῖς.
Ὁ δῆμός ἐστιν ἀσταθμητότατον (πρᾶγμα).
Τοῦτ’ ἔστιν ἡ δικαιοσύνη.
Τί σοι δοκεῖ εἶναι ἡ ῥητορική;
Οὐδ’ ὅ,τι ἐστὶν ἡ ἀρετὴ ἔχω εἰπεῖν.
Ἠπόρει ὅ,τι χρήσαιτο τοῖς πράγμασι.

ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ
Ἦν Περικλέους γνώμη νενικυῖα (ἐνενικήκει).
Μισοῦντες γίγνονται (μισοῦσι) τοὺς κακούς.
Ἡ μήτηρ ὑπῆρχε φιλοῦσα (ἐφίλει) τὸν Κῦρον.

ΠΡΟΘΕΤΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ

Οἱ μισθοφόροι ἦσαν εἰς μυρίους (περίπου).
Καὶ ἐγένοντο οἱ πάντες ἀμφὶ τοὺς δισχιλίους (περίπου).
Οὗτος ἦν ἐν τῷ φανερῷ (κατάσταση).
Οὗτος ἐστιν ὥσπερ σοφός (παραβολή).

3

Οι γεωγραφικοί όροι ως παράθεση Ἐπὶ τὴν Λευκίμμην τὸ ἀκρωτήριον ἀποβάντες ἐπόρθουν τοὺς ἀγρούς. αντων. 3. και δεικτ. και μπορεί να παραλείπεται (γεν. Πλάγιες πτώσεις 3. Απλή Ταῦτα Ὅμηρος ὁ ποιητὴς πεποίηκε. τὸ μέγιστον. τὸ δεινότατον. 4. κυρίου ονόματος κατά παράλειψη του εννοούμενου υἱός. τὸ ἀλογώτατον. τὸ πάντων μέγιστον. ὅπερ. ἕκαστος 11. 2. θυγάτηρ. σύζυγος Ἐπὶ τοῖσδε Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. Εμπρόθετοι προσδιορισμοί 4. τὸ κάλλιστον κλέος. Παραγίγνεται Νικόστρατος ὁ Διειτρέφους. τὸ τοῦ Ὁμήρου. της αντων. πόλεως τῆς μεγίστης (ἐξ Ἀθηνῶν εἶ. Παράθεση επιθέτου που ισοδυναμεί με γεν. 7. πόλεως…). Επιμεριστική παράθεση ὁ μέν… ὁ δέ. προτάσεις ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ΠΑΡΑΘΕΣΗ: (Ειδικό  Γενικό) (Ἱπποκράτης ὁ στρατηγὸς ἔλεγε…) 1. Παράθεση με τη γεν. Επιθετικοί . ἄλλος… ἄλλοθεν. ἀνδρὸς Θηβαίων δυνατωτάτου. (β) Αναφορική πρόταση που εισάγεται με τις αντωνυμίες ὅ. 9. τὸ λεγόμενον. τὸ ἀναγκαιότατον. τὸ τῆς παροιμίας. ουσιαστικού. πίστις οὐ σμικρά. Τοῖς ὑμετέροις αὐτῶν φίλοις βοηθήσετε. ἄλλος… ἄλλῃ. ἱκανὴ πρόφασις εἰς τὸ ἁμαρτάνειν. παραθετική) Οὐκ ἐτολμήσαμεν ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας αὐτῶν σωτηρίας ἀφέσθαι τῆς πόλεως. τὸ τοῦ ποιητοῦ. οἷον. πληθ. σε γεν. Ἀθηναῖος εἶ. Ὄλυμπος τὸ ὄρος ὑψηλότατός ἐστι. Περιγραφική Ἔπραξαν ταῦτα δι’ Εὐρυμάχου.ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ONOMATIKOI ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ 1. δοῦλος.Κατηγορηματικοί προσδιορισμοί ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΙ Πλάγιες πτώσεις ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΙ 1. τὸ κεφάλαιον. 4 . 5. 10. Κεῖνται πεσόντες. Επιρρηματικές μετοχές 6. είτε εννοούνται είτε όχι (Ἐγὼ) Θεμιστοκλῆς ἥκω παρά σε. αὐτός που προστίθεται για έμφαση στις κτητικές αντων.Επεξήγηση 2. Απαρέμφατο 5. Παράθεση με την έναρθρη γεν. οὗτοι μέν… οὗτοι δέ. Σχήμα καθ’ όλον και μέρος Οἱ στρατηγοὶ (τῶν στρατηγῶν) βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο. πολλοὶ μέν… πολλοὶ δέ. Περὶ χρημάτων ὁμιλεῖς. 6. Παράθεση . τὸ πάντων δεινότατον. Προεξαγγελτική παράθεση (α) τὸ τελευταῖον. Επιρρήματα 2. Δευτερεύουσες επιρρημ. Πέμψομεν ὑμᾶς τοὺς ἱππέας ἐπὶ τὸ ὄρος. δυοῖν θἄτερον. ἀβεβαίου πράγματος. Παράθεση σε προσωπ. Ἀθηναίων στρατηγός. Παράθεση προτάσεως Ἐμέθυον. 8.

Ἀνδροτίωνα λέγω. Κήρυκα ἐπὶ τοῦτο ἔπεμψαν. επίρ.. μτχ. ἡδονῆς. επίθ. 4. τότε μὲν γελῶντες. Οὕτω διεκείμεθα. ἐπί τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια. Επαυξημένη Δύο ἐστὶ τὰ παιδεύοντα τοὺς νέους. λύπης. ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.. Τὸ τῆς πόλεως ἦθος ἴδοι τις ἄν τοιοῦτον ὄν. Επεξήγηση πλάγια. ἀλλ’ ἐπὶ τῷ κρίνειν. 1. λόγου τε καὶ ἁρμονίας καὶ ῥυθμοῦ. ΕΕΠ. κύρια ή δευτ. 2. ὁ Σάτυρος. Ἐγκράτειαν ἄσκει πάντων τῶν αἰσχρῶν. τοὺς δὲ φόβου ἀπολύεσθαι. Απλή Ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος ἀπέθανε. Οὐκ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής. ὀλίγαι δὲ περιῆσαν. τὸ πλέον τῶν ἄλλων ζητεῖν ἔχειν. ὅπως εἴποι τῷ βασιλεῖ ὅτι πρόθυμοι εἶεν. ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ: (Γενικό  Ειδικό) (Τούτου ἐγκράτειαν ἄσκει.. Τοῦτό ἐστι τὸ ἀδικεῖν.: (Μόνιμη ιδιότητα) άρθρο+Επίθετο άρθρο+Ουσιαστικό (Ὁ φιλόδοξος ὁ ἀνὴρ ἐπιτυγχάνει) άρθρο+Επίθετο  Ουσιαστικό (Τὴν Ἑλληνικὴν δύναμιν ἤθροιζεν) Επίθετο  Ουσιαστικό (Ἐνταῦθα ἦν πόλις μεγάλη) ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔ. ὅτι τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστί.: Επίθετο  άρθρο+Ουσιαστικό (Ἀγησίλαος φαιδρῷ τῷ προσώπῳ ἐκέλευσεν) (Παροδική ιδιότητα) ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΙ ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ΓΕΝΙΚΗ: Διαιρετική (Οἱ νέοι τῶν ὁπλιτῶν) Περιεχομένου ή ύλης (Τοῖχος πλίνθου) Κτητική (Ἡ οἰκία τοῦ πρυτάνεως) Δημιουργού (Ἆθλος Θησέως) Συγγένειας ή Ιδιοκτησίας (Θουκυδίδης Ὀλόρου) Ιδιότητας (Ὁδὸς πέντε ἡμερῶν) Αξίας (Οἰκία δέκα μνῶν) Αιτίας (Ὑπόδικος κλοπῆς) Υποκειμενική (Ἡ νίκη τῶν Ἑλλήνων) Αντικειμενική (Oἰκοδόμησις τειχῶν) ΔΟΤΙΚΗ: Αντικειμενική (Δῶρα τοῖς θεοῖς) ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ: Αναφοράς (Κινάδων ἦν νεανίσκος τὸ εἶδος) 5 . Επιμεριστική επεξήγηση Πᾶν μέρος ἐκ τριῶν ἐστι συγκείμενον. εἰ κρατῆσαι συνέβη Φιλίππῳ τῇ μάχῃ.Αἱ οἰκίαι (τῶν οἰκιῶν) αἱ μὲν πολλαὶ ἐπεπτώκεσαν. 5. Τοῦθ’ ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν. Ὁ παῖς με. Εἷς οἰωνὸς ἄριστος. ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔ. Προσέκρουσα ἀνθρώπῳ πονηρῷ. πρότ. κέρδους. Μὴ δὴ τοῦθ’ ὡς ἀδίκημα ἐμὸν θῇς. ἀψευδὲς καὶ χρηστόν. ὀργῆς. πρότ.. ὅτι οὐ Τισσφέρνει ἐπίστευον. ἥ τε τῶν ἀδικούντων τιμωρία καὶ ἡ τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσι διδομένη δωρεά. τελική ή άλλη δευτ. 3. Διὰ τοῦτο οὐκ ἐβούλοντο θέσθαι τὰ ὅπλα. ἐνίοτε δὲ δακρύοντες. κέρδους). Επεξήγηση έναρθρο ή άναρθρο απρμφ. Συρακόσιοι ἐνόμιζον τοὺς ἄλλους Ἕλληνας (τῶν ἄλλων Ἑλλήνων) εὐθὺς τοὺς μὲν ἐλευθεροῦσθαι. ἀπέδρα.

κατά) / Περίπου Τόπος / Χρόνος / Επιστασία / Ενώπιο / Αναφορά / Διανομή Τόπος (πάνω σε) / Χρόνος (ευθύς. ἐκ / ἐξ πρό ἐν γεν. δοτ. χάρη. μετά από) / Επιστασία / Προσθήκη (εκτός από) / Εξάρτηση / Αιτία / Σκοπός / Όρος ή συμφωνία Τόπος (πάνω σε) ή έκταση / Χρόνος (κατά τη διάρκεια) / Διεύθυνση απλή ή εχθρική / Σκοπός Τόπος (μεταξύ) / Συνεργασία (μαζί με) / Τρόπος Τόπος (μεταξύ) Τόπος (μεταξύ) / Χρόνος (ύστερα από. κατά ὑπέρ ἀνά ἀμφί ἐπί μετά παρά περί πρός ὑπό ἄνευ χωρίς ἄχρι μέχρι ἕνεκα πλήν ὡς νή. γεν. γεν. δοτ. αιτ. δοτ. αιτ. από) / Προέλευση Τόπος (κοντά σε) / Κατά την κρίση Τόπος (κοντά σε. γεν. Τοπικό ή χρονικό τέρμα γεν. σύν εἰς διά δοτ. γεν. δοτ. γεν. 6 . γεν. προς) / Αναφορά / Συμφωνία / Ωφέλεια Τόπος (κοντά σε) / Χρόνος (περίπου) Τόπος (προς το μέρος. δοτ. απέναντι. αιτ. πέρα) / Υπέρβαση μέτρου ή ορίου / Υπέρβαση χρονικού ορίου Τόπος Τόπος (πάνω σε) Τόπος (πάνω σε) / Χρόνος / Διανομή / Τρόπος Αναφορά Τόπος (γύρω) Τόπος (γύρω από) / Χρόνος (περίπου. αιτ. μετά) / Τάξη και ακολουθία Τόπος (από κοντά. δοτ. για) / Μέσο / Τρόπος / Ποιητικό αίτιο Τόπος (από) / Χρόνος / Καταγωγή / Ύλη ή όργανο / Τρόπος / Αιτία / Συμφωνία / Ποιητικό αίτιο Τόπος / Χρόνος / Υπεράσπιση (υπέρ.Ε ΜΠΡΟΘΕΤΟΙ Ε ΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΙ Π ΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ἀντί ἀπό γεν. αιτ. δοτ. γεν. αιτ. αιτ. κάτω. αιτ. Αιτία Εξαίρεση Κατεύθυνση. για) / Αντιπροσώπευση / Προτίμηση ή εκλογή Τόπος (σε. προς) / Χρόνος / Σύγκριση / Διαφορά ή εναντιότητα / Εξαίρεση / Αιτία Τόπος (γύρω) / Αναφορά Τόπος (γύρω) / Αναφορά Τόπος (γύρω) / Χρόνος (περίπου) / Αναφορά / Ποσό κατά προσέγγιση Τόπος (προς το μέρος. γεν. αιτ. γεν. Τόπος (απέναντι από) / Αντικατάσταση (αντί για) / Αιτία (για) Τόπος (μακριά από) / Χρόνος (από τότε που) / Καταγωγή ή προέλευση Ύλη / Αιτία (από. δοτ. γεν. κοντά) / Χρόνος (κατά) / Υποταγή Χωρισμός / Προσθήκη γεν. σε) / Εναντίον / Αναφορά Τόπος / Χρόνος / Τρόπος / Διανομή / Συμφωνία / Αναφορά / Αιτία Τόπος (πάνω από) / Υπεράσπιση / Χάρη / Αντιπροσώπευση / Σκοπός / Αιτία / Αναφορά Τόπος (πάνω από. δοτ. κίνηση σε τόπο Όρκος αιτ. γεν. αιτ. μεταξύ) / Τόπος (μεταφορικά) / Χρόνος (μέσα σε) / Όργανο ή τρόπος / Μέσο / Κατάσταση / Συμφωνία Συνοδεία (μαζί με) / Συνδρομή ή βοήθεια / Συμφωνία / Τρόπος / Μέσο Τόπος ή κατεύθυνση / Χρόνος (μέχρι) / Αναφορά / Σκοπός / Αριθμητικό όριο / Τρόπος Τόπος (μέσα από) / Χρόνος / Όργανο ή μέσο / Τρόπος Τόπος (μέσα από) / Χρόνος (κατά τη διάρκεια) / Αιτία Τόπος (από κάτω. γεν. μά γεν. αιτ. αιτ. προς) / Χρόνος (περίπου) / Ενέργεια φιλική ή εχθρική / Αναφορά / Σύγκριση / Συμφωνία / Σκοπός Τόπος (κάτω από) / Αιτία / Συνοδεία / Τρόπος Τόπος (κάτω από) / Υποταγή / Επίβλεψη Τόπος (κάτω από. γεν. αιτ.

βασιλεύω. διαδοχή. ἄρχομαι. συνάδω. ἁρμόζω. ἁρμόττω. (Δευτερ. ἄχθομαι. ἀπαλλάττομαι. ἐντυγχάνω. ὁμοιοῦμαι. ὀσφραίνομαι. ἐπιβουλεύω. ἰσοῦμαι. χωρίζομαι. κοινωνῶ. στασιάζω. προέχω. πρό. ἔοικα. ἐρίζω. ἀπέχω) (στ) Απόπειρα. χρῶμαι. πλεονεκτῶ. ἀξιοῦμαι. διαφέρομαι. ὑστερῶ. πίμπλαμαι. ἐπιλανθάνομαι. προσέγγιση. ὁμιλῶ. πεινῶ. χαρίζομαι. ὁμοῦ Αντικείμενο σε αιτιατική 7 . πολεμῶ. ἐπιβουλεύω. (Μετοχή) Κῦρος ἔτρεψεν εἰς φυγὴν τοὺς ἑξακισχιλίους. ἀμελῶ. διαφορά ή υπεροχή (διαφέρω. ἀφειδῶ) (γ) Απόλαυση ή επιθυμία (ἀπολαύω. ἀμύνω. διά. συναρμόττω) (στ) Σύνθετα με σύν. ἀπειθῶ. ἅπτομαι.ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ὁρῶ τὸν ἄνδρα. στρατηγῶ. προΐσταμαι. γεύομαι. μείξη (ἀκολουθῶ. πελάζω. ὑπέρ. μέμφομαι) (β) Ευπείθεια ή υποταγή (πείθομαι. ἕπομαι. ἐκ. ὀρέγομαι. γέμω. ἐπιτυγχάνω. ἀπιστῶ. επιτυχία ή αποτυχία (πειρῶμαι. (Αντωνυμία) Οἱ Ἕλληνες οὐκ ἐγίγκωσκον τὸ ποιούμενον. πλησιάζω. πρόταση) Ἤρξαντο τοῦ διαβαίνειν. ἁμιλλῶμαι. ἀκροῶμαι. λήγω. Αντικείμενο σε δοτική Ρήματα που δηλώνουν: (α) Φιλική ή εχθρική διάθεση ή ενέργεια (εὐνοῶ. ισότητα. προσήκει. τυραννῶ. περιγίγνομαι. δράττομαι) (ι) Έναρξη ή λήξη (ἄρχω. ἐπιμελοῦμαι. ἔχω) (β) Ακολουθία. χαλεπαίνω. ψαύω. συμφωνῶ. μειονεκτῶ. παρά. ἀρέσκω. επικοινωνία. φειδώ και τα αντίθετά τους (φροντίζω. ἐπικουρῷ. σπένδομαι. μάχομαι. (Εμπρόθετο + Άρθρο = Ουσιαστικό) ΜΟΝΟΠΤΩΤΑ ΡΗΜΑΤΑ Αντικείμενο σε γενική Ρήματα που δηλώνουν: (α) Μνήμη ή λήθη (μέμνημαι. ἀκούω. βοηθῶ. ὑπό. δεσπόζω. κήδομαι. δουλεύω. φείδομαι. ὑπερτερῶ. κληρονομῶ. ὑπακούω. κεράννυμαι) (δ) Πρέπει ή ταιριάζει. χωρισμό ή απομάκρυνση (στεροῦμαι. πιστεύω. σατραπεύω) (η) Σύγκριση. ἁμαρτάνω. απαλλαγή. Ονομ. ομοιότητα. (Απαρέμφατο) Οὗτοι ἔλεγον ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἥξοι τὸ στράτευμα. τιμωρῶ. ἀπειλῶ. πρός. ἐπιθυμῶ. κατά. αρκεί (πρέπει. ἀπαντῶ. ὑπηρετῶ. ψεύδομαι) (ζ) Αρχή ή εξουσία (ἄρχω. (Άκλιτη λέξη + Άρθρο = Ουσιαστικό) Ἔλεγε τὰ παρὰ Βοιωτῶν. περί. ὀλιγορῶ. ἡγεμονεύω. φθονῶ. ἀντιλαμβάνομαι. σφάλλομαο. ἀποτυγχάνω. λυμαίνομαι. ἡγοῦμαι. βρίθω. πλησμονή (μετέχω. (Αριθμητικό) Οὐκ ἐδύνατο ἐλθεῖν. ἡττῶμαι) (θ) Αίσθηση ή αντίληψη (αἰσθάνομαι. (Επίθετο) Ταῦτα ἐποίουν μέχρι σκότος ἐγένετο. ὀνειδίζω. κρατῶ. ἐν. ἐρῶ. καταρῶμαι. κυριεύω. επιμέλεια. λήγομαι. μνημονεύω ἀμνημονῶ) (β) Φροντίδα. σπανίζω. συμφωνία (ὁμοιάζω. παύομαι) (ια) Σύνθετα με ἀπὀ. δέομαι. λυσιτελῶ. εὐπορῶ. προνοῶ. μείγνυμαι. μεταλαμβάνω. (Ουσιαστικό) Πολλοὺς ἀπέκτειναν. διψῶ) (δ) Συμμετοχή. πλουτῶ) (ε) Στέρηση. ἀρκεῖ) (ε) Ταυτότητα.

κωλύω. Ὠφελεῖ βραχεῖαν ὠφέλειαν. Ὁ ἥλιος θερμαίνει τὴν γῆν. πρό. γράφομαι. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ: Αποτελέσματος: Το αντικείμενο δεν υπάρχει εξ αρχής. κενῶ. μετάδοση ή διεκδίκηση. μείγνυμι. αιτίας και κάποτε παραλείπεται: Γραφὴν ὕβρεως καὶ δίκην κατηγορίας ἰδίαν φεύγει. έμμεσο η δοτική) Ρήματα που δηλώνουν: (α) Συμμετοχή. ἀντιτάσσω) (ε) Εξίσωση. παραγγέλλω. τιμῶ.) Πάσχουσι μέγα πάθος. ἀγοράζω.  Ὠφελεῖ βραχέα. δικάζω.χ. ἄγαμαι. παύω. συνδιαλλαγή (ὁμοιῶ. Τοῦτον τὸν ἀγῶνα ἀγωνίζομαι. που φανερώνει πρόσωπο. ἑστιῶ και τα συνώνυμά τους (β) ἀκούω. κομίζω) (β) Λόγο (λέγω. έμμεσο η δοτική) Ρήματα που δηλώνουν: (α) Παροχή (δίδωμι. Σύστοιχο: Το αντικείμενο προέρχεται ετυμολογικά από τη ρίζα του ρήματος ή άλλου συγγενούς ρήματος με αυτό. ὑπισχνοῦμαι. δικάζω. π. ἰσῶ. διαλλάσσω) (στ) Σύνθετα με ἐν. προσάγω. διώκω. 2. ἐκτιμῶ. ἐπί Με γενική + δοτική (άμεσο η γενική. Με δύο αιτιατικές (άμεσο η αιτ. που εξαρτάται από δικαστικά ρήματα (φεύγω. αλλά προέρχεται από την ενέργεια του ρήματος. έμμεσο η αιτ. μισῶ. αμφισβήτηση (μετέχω. μεταλαμβάνω. ἀποκρίνομαι. ἀποστερῶ. της αιτίας (ζ) Τα δικαστικά (αἰτιῶμαι. Γράφω ἐπιστολήν. πυνθάνομαι (γ) λαμβάνω. πρός. κεράννυμι.  Βάδιζε τὴν ταχίστην. ἄγω. σημαίνω. Το σύστοιχο αντικείμενο συχνότατα παραλείπεται: Βάδιζε τὴν ταχίστην ὁδόν. ὀργίζομαι. μείξη. συγγιγνώσκω. που φανερώνει πράγμα) ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ . και δικαστικά με κατά. δηλῶ. τιμωροῦμαι) με γεν. ἀπολύω. γράφομαι. μακαρίζω.χ. Με αιτιατική + δοτική (Άμεσο η αιτιατική. παρέχω. κοινωνῶ. π. μανθάνω. ἀντιποιοῦμαι. ἐπαινῶ. ἀξιῶ. εὐδαιμονίζω. τιμῶμαι: ορίζω ως κατήγορος ποινή) μεταδίδωμι. κοινῶ. εγκλήματος ή ποινής (η) Σύνθετα με ἀπό.ΔΙΠΤΩΤΑ ΡΗΜΑΤΑ Με αιτιατική + γενική (άμεσο η αιτιατική. ἀμφισβητῶ) (β) Παραχώρηση (παραχωρῶ.χ. ἐξισῶ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ: Υπάρχει εξαρχής. ζηλῶ. ἀποδίδομαι. (Μεταβολή σε πληθ. ὀφλισκάνω) συχνά συνοδεύεται από γεν. κτῶμαι (στ) Όσα σημαίνουν ψυχικό πάθος (θαυμάζω. ουδ. κρίνω. Σημ: (α) Η σύστοιχη αιτ. ἐπιστέλλω. πωλῶ. πριν ενεργήσει το υποκείμενο του ρήματος. αιτίας. ἐκ. Μέγα πάσχουσι. έμμεσο η γενική) (α) πληρῶ.ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Το αντικείμενο των ρημάτων που συντάσσονται με αιτιατική μπορεί να είναι: 1. π. πρό. ὑπανίσταμαι και τα φθονῶ. φέρω. ὠνοῦμαι. πέμπω. εὔχομαι) (γ) Δείξη ή εντολή (δείκνυμι. ομοίωση. ἐλευθερῶ και τα συνώνυμά τους (ε) ἀνταλλάσσω. κοινωνῶ. οἰκτίρω) με γεν. σύν. συναλλάσσω. ἀνά. παραινῶ. ἕλκω (δ) ἀπαλλάσσω. προστάσσω) (δ) Προσαρμογή ή αντιπαράθεση (προσαρμόζω. πιπράσκω. μέμφομαι) (γ) Τα δικαστικά (τιμῶ: ορίζω ως δικαστής ποινή. 8 .

μένει αμετάβλητη ή συνήθως μεταβάλλεται σε αιτ. είναι δυνατόν πάλι να παραλείπεται. δίκην). Ὀμνύω συμμαχίαν..). δρόμον. ζημίαν. Πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων διὰ τὰς ἀκρασίας (ακολασίες) οὐκ ἐμμένουσι τοῖς λογισμοῖς. ὀσμήν) ὄζουσιν. ναυμαχίαν. (β) Όταν το σύστοιχο αντικείμενο εξαρτάται από άλλα ρήματα. ΧΡΗΣΗ ΠΛΑΓΙΩΝ ΠΤΩΣΕΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΩΣ ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ Διαιρετική: Οἱ νέοι τῶν ὁπλιτῶν (α) Από λέξεις που φανερώνουν αριθμό ή ποσό Ἑξήκοντα τῶν νεῶν μετέωροι ὤρμουν. δεικτ. ἑταῖρος. (β) Από το ουδέτερο αντων. κακόνους. ξένος. (γ) Από τις φράσεις ἴδιόν ἐστι. πρόξενος. που αποτελεί πια το σύστοιχο αντικείμενο. μωρίαν. ἐχθρός. ἔργον ἐστί. (Αν οι λέξεις ἴδιον ή ἔργον παραλείπονται έχουμε γεν.). (γ) Από επίθ. γέλωτα. Οἱ λόγοι τοῦ Δημοσθένους λυχνίας (ενν. Ἴσθμια. Νικῶ μάχην. κτητ. ἑρός. ἀλλότριος. Ὀφλισκάνω αἰσχύνην. Εἰς τοῦτο θράσους καὶ ἀναισχυντίας ἀφῖκται. φίλος. ἐπινίκια. ή επιθ. Ὅσα τῆς πόλεως Φίλιππος προέλαβε βεβαίως ἕξει. Πρεσβεύω εἰρήνην. αντων. Ιδιόρρυθμες φράσεις από τη μετατροπή της γεν. χρήματα. Ταῦτα εἶχον Ἀθηναῖοι Πελοποννησίων. ή αναφ. Θύω εὐαγγέλια. υπερθ. οἰκεῖος.: συγγενής. (β) Από ουδ. σε αιτ. συντάσσονται με δοτ. (Όταν λειτουργούν ως επίθ. δειλίαν. (δ) Από ονόματα μικρών πόλεων και τόπων Ὁ στρατὸς ἀφίκετο εἰς Οἰνόην τῆς Ἀττικῆς. ὁμόδουλος. πολέμιος. Σπένδομαι ἀναίρεσιν νεκρῶν. πάλην. δύσνους.: Ἀγωνίζομαι στάδιον. παγκράτιον. βαθμού Τὸ νικᾶν ἑαυτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Ὀλύμπια. εὔνους. Περιεχομένου ή ύλης: Τοῖχος πλίνθου Κτητική: Ἡ οἰκία τοῦ πρυτάνεως. Δημιουργού: Ἆθλος Θησέως. Συγγένειας ή καταγωγής: Θουκυδίδης Ὀλόρου 9 .Οἱ Πέρσαι δικάζουσιν ἀχαριστίας (ενν. (α) Από ουσιαστικοποιημένα επίθ. Οἱ Ἀθηναῖοι ἐπὶ μέγα μέρος δυνάμεως ἐχώρησαν. Οἱ Λακεδαιμόνιοι ἡσύχαζον τὸ πλέον τοῦ χρόνου. Ἐν παντὶ ἀθυμίας ἦσαν. δρόμον. Παναθήναια. οπότε η γεν. γενέλια. κατηγ.

εἰσαγγελία. ἄμοιρος. κατήκοος. α-: ἄγονος. ἀγνός. ἐπιλήσμων. ἀπαθής. ἄπαις. ἀλλότριος. (στ) εμπειρίας-απειρίας: ἔμπειρος. ἀπαίδευτος. ἀξιόχρεως…. (ζ) επιτυχίας-αποτυχίας: ἐπιτυχής. πρόθυμος. ΓΕΝΙΚΗ ΩΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ (Επιρρηματικός Προσδιορισμός σε Γενική. ἐλεύθερος. ἀμελής. ἔμπλεως. θέρους. Ύλης: Ἡ κρηπὶς ἐστὶ λίθων. νυκτός. ἄπειρος. ποιητικός. ὑπόλογος. δόξα. απομάκρυνσης. ἀήθης. αντωνυμιών: αὐτοῦ. ἀθῶος.Ιδιότητας: Ὁδός πέντε ἡμερῶν (Συνοδεύεται συνήθως από αριθμητικό και φανερώνει μέγεθος. ἐξεταστικός. ὑπήκοος. ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ (β΄ όρος σύγκρισης) Ἡ ἀρετὴ σεμνοτέρα τῆς κακίας ἐφαίνετο. δίκη. ἀντάξιος. Αξίας: Ἡ οἰκία ἐστὶ ταλάντου. δείλης. κοινωνός. Αξίας: Οἰκία δέκα μνῶν. οὗ. ὀργή. ἔνδειξις.  οἱ Πελοποννήσιοι (Υ) Αντικειμενική: Οἰκοδόμησις τειχῶν οἰκοδόμησις  οἰκοδομῶ. αἴτιος. ονομάτων που δηλώνουν φυσική διαίρεση του χρόνου: ἡμέρας. καθαρός. παρασκευαστικός. ὤνιος. παραγωγικός. (γ) φειδούς-αφειδίας: φειδωλός. μισθός. μεστός. ἀνάξιος. ὄρθρου. ὀρφανός. γραφή. ὑπαίτιος. τίμιος. ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ (Κατηγορούμενο σε Γενική) Κτητική: Τὸ πεδίον ἐστὶ τοῦ πατρός. οὗπερ. που δηλώνει:) (1) Χρόνο Δηλώνει χρονικό διάστημα και είναι η γεν. ἀλλοῖος. Υποκειμενική: Μετά τὴν εἰσβολὴν τῶν Πελοποννησίων εἰσβολή  εἰσβάλλω. ἐγκρατής. ἀμνήμων.  τείχη (Α) Σημ. ἄλλος. Αιτίας: Μεγάλων αδικημάτων ὀργή. Διαιρετική: Ἱπποκράτης ἐστὶ τῶν ἐπιχωρίων. κενός. ἔνοχος. τρίβων. χωρισμού. πλήρης. ἀκρατής. γυμνός. ὀλίγωρος. με στερητ. ηλικία. (α) Με τα επίθ. ἕτερος. ψιλός και επιθ. (β) Με τα παραγόμενα από αυτά επιρρήματα. (2) Τόπο Γεν. Ιδιότητας: Ὁ Εὐφράτης ἐστὶ τεσσάρων πλέθρων. χειμῶνος. (β) Με τα ουσ. (ε) στέρησης. ἀφειδής. (η) εξουσίας-υποταγής: κύριος. (ι) σε –ικός: πρακτικός. ἔρημος. (θ) διαφοράς-σύγκρισης: διάφορος. ἄκληρος. ποιοι εἰσβάλλουν. ἐνιαυτοῦ. (γ) Με τους δικανικούς όρους ἔγκλημα. μακάριος. (β) επιμέλειας-αμέλειας: ἐπιμελής. εὐδαίμων. αξία). χάρις. μεσημβρίας. ἀμέτοχος. ἀκράτωρ. ἀποτυχής. (δ) συμμετοχής-πλησμονής: μέτοχος. ἔαρος. (α) Με επίθετα ἄξιος. ἐπιστήμων. 10 . ὑπόδικος.: Η Γενική Αντικειμενική μπορεί να εξαρτάται και από επίθετα: (α) μνήμης-λήθης: μνήμων. χρόνο. ὠνητός. απαλλαγής: ἐνδεής. ἀναίτιος. τι οἰκοδομῶ. ὑπεύθυνος. ἑσπέρας. ἀνήκοος.

ΓΕΝΙΚΗ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΡΗΜΑ 1. γείτων. (3) Με προθετικό επίρρημα (ἐντός. ἄμικτος. ἐγγύς. Δίπτωτο ρήμα: Οἱ Ἀθηναῖοι ἐπεμελοῦντο τῆς πόλεως. (γ) Από επίθ. ὅποι. (5) Σκοπό Γεν. ἀπρεπής. της ποινής). ἀρεστός. (στ) Από επίθ. πόθεν. πρωί.  άμεσο. πόρρω. πολλάκις. πιστός. κρύφα. οἰκεῖος συγγενής. τιμῶ-τιμῶμαι. που δηλώνουν ωφέλεια ή βλάβη: φίλος.(3) Αιτία (α) Μετά από ρήμ. έναρθρου απρμφ. καλῶς. (4) Ποσό Με τα ρήμ. πέραν. πιπράσκω. που δηλώνουν προσέγγιση. μάλιστα (2) Της αναφοράς Από τροπικά (ὡς. ἔχω. μεταξύ. δίς. πρεπώδης. (β) Μετά από δικαστικά ρήμ. ὅπως. ἀμφοτέρωθεν) (α) Αφετηρίας ή χωρισμού όταν δηλώνει τόπο. πότε. ἐπιτήδειος. ὅμορος. δύσνους. ἀνόμοιος. Γενική από επιφώνημα (της αιτίας): Φεῦ τῆς Ἑλλάδος. ἀποδίδομαι. ξένως. ὠνοῦμαι. πολλαχοῦ (β) Από χρονικά: πηνίκα. συνήθης. ἀπειθής. ἑπόμενος (σύμφωνος). λάθρα. ἀγοράζω. Μονόπτωτο ρήμα: 2. γεν. Τῶν αὐτῶν ἀδικημάτων ὀργίζεται.  άμεσο. ἐκτός. κεῖμαι. ἄδην.  έμμεσο) ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΥ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑ Ή ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ Γεν. Από επίθετο: Ὠφέλιμος τῷ δήμῳ. ἐχθρός. δυσμενής. (4) Αντικειμενική Από επιρ. (δ) Από επίθ. ὑπήκοος. αντικειμενική. ἐνταῦθα. πάθους. εὔνους. τρίς. δοτ. (α) Από επίθ. πῶς. ἔμπροσθεν. που δηλώνουν αυτό που πρέπει ή αρμόζει και τα αντίθετα: ἀρμόδιος. διάφορος. πλησίον. εἴσω. ἐκτιμῶ. προσφερής 11 .  έμμεσο) Μετεσχήκαμεν δὲ ἱερῶν ὑμῖν. επικοινωνία ή μείξη και τα αντίθετα: πλησίος. ἀνιαρός. ἀνάρμοστος. ἐνάντιος. του εγκκλήματος) ή την ποινή που επιδιώκεται ή επιβάλλεται (γεν. εὖ. ἧ. μακράν. ἑκατέρωθεν. που δηλώνουν ταυτότητα ή ομοιότητα και τα αντίθετα: ὁ αὐτός. κακῶς) που συνοδεύουν τα ρήμ. εὐμενής. πωλῶ.: δηλώνει το έγκλημα για το οποίο καταγγέλλεται ή δικάζεται κάποιος (γεν. Οἱ τριάκοντα τοὺς συκοφάντας συλλαμβάνοντες ὑπῆγον θανάτου. ἅλις. πρᾷος. ἔνθα. που συντάσσονται με γεν. ΔΟΤΙΚΗ ΔΟΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ (Ετερόπτωτος Ονοματικός Προσδιορισμός σε Δοτική) Από ουσιαστικό: Δωρεά τῇ πατρίδι. διάδοχος. που παράγονται από επίθ. πανταχοῦ. ἀνταλλάσσω. (β) Αναφοράς όταν δεν δηλώνει τόπο. ἀξιῶ. ὄπισθεν. ἥκω. (γεν. ἐλεεινός. ὀψέ. τηνικαῦτα (γ) Από ποσοτικά: ἅπαξ. ἀλλότριος. καθίσταμαι. κακόνους. (ε) Από επίθ. Ἐγέμισε τὴν ναῦν ξύλων. (αιτ. (β) Από επίθ. που δηλώνουν ακολουθία ή διαδοχή: ἀκόλουθος. ἐναντίον. που δηλώνουν ευπείθεια ή υποταγή ή το αντίθετο: εὐπειθής. ἀναρμόδιος. Σωκράτης ἀσεβείας ἔφυγε ὑπὸ Μελήτου. ψυχ. από επίρρημα (1) Διαιρετική (α) Από τοπικά: ποῦ.

ταύτῃ. σύγκρισης. πάντῃ (2) Χρόνο Ονόματα που φανερώνουν χρόνο και εορτές: ἡμέρᾳ. ἰδίᾳ. ψυχ. πεζῇ. σύμμαχος. σύμφυτος. τῇ ὑστεραίᾳ. διαφοράς. σύντροφος. ἄνισος. Σαλαμῖνι. (8) Αναφορά Με επίθ. δοτ. συγκρ. κινήσεως σε περιπτώσεις στρατιωτικών όρων: στόλῳ. λόγῳ. συνῳδός. (αιτ. ἀκοῇ. Σημ: Κάποτε από τα υπαρκτικά αυτά ρήμ. Ἐλευσινίοις. βουλομένῳ. μικρῷ. πεζῷ. συγγενής. Παναθηναίοις. στρατῷ. Δελφοῖ. σπουδῇ. (2) ΧαριστικήᾹντιχαριστική (3) Ηθική-Συμπάθειας Σημ: Συχνά κοντά σε Κ ἀσμένῳ. δοτ. δρόμῳ. μυριάσι. λειτουργεί ως Υ.  άμεσο. συμμελής. και ρήμ. παρασκευῇ.  άμεσο. σύμφωνος. βίᾳ. ὅσῳ. τοσούτῳ. ὀλίγῳ. ᾗ. βαθμού ή ρήμ. και επιρ. αἰθέρι (γ) Ονόματα και αντωνυμίες που λαμβάνονται ως επιρρήματα: κύκλῳ. ἀνδράσι. (ζ) Από επίθ. Πλαταιαῖς (β) Υπολείμματα παλιάς δοτ. Διηγούμην τὰ τῆς μάχης αὐτοῖς. ναυσίν. ἄδηλον. πανστρατιᾷ. κοινῇ. τούτῳ τῷ τρόπῳ. φύσει.  έμμεσο) ΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ (1) Κτητική Με τα εἰμί. ἐντριβής. ἐκείνῃ. ἰσόπαλος. δῆλον. ἄλλῃ. ἔτει. (6) Συνοδεία Με ρήμ. Θεσμοφορίοις. εξαρτάται και επιρ. (7) Ποσό (μέτρο ή διαφορά) Με επίθ. πάσῃ τέχνῃ. πάθους) (4) Όργανο-μέσο (5) Τρόπο Προσοχή σε ονόματα και αντωνυμίες (δοτικοφανή επιρρήματα): σιγῇ. (η) Από επίθ. ταύτῃ.(όμοιος). Η δοτ. παραπλήσιος. γῇ. ἐν και σύν: ἔμφυτος. (4) Κρίνοντος προσώπου ή αναφοράς Σημ 1: Κάποτε συνοδεύεται από το ὡς. ὑπάρχω. ὁπλίταις. ΔΟΤΙΚΗ ΩΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ (Επιρρηματικός Προσδιορισμός σε Δοτική που δηλώνει) (1) Τόπο (στάση) (α) Τοπωνύμια: Μαραθῶνι. τόσῳ.  έμμεσο) Μετεσχήκαμεν δὲ τῶν ἱερῶν ὑμῖν. Κ. γίγνομαι. ΔΟΤΙΚΗ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΡΗΜΑΤΟΣ Μονόπτωτο ρήμα: Δίπτωτο ρήμα: Ὁ νεανίας εἵπετο τῷ λοχαγῷ. ἵππῳ. φανερόν. παντί σθένει. νυκτί. ἄλλῃ. (3) Αιτία (κυρίως με ρήμ. Σημ. ἀχθομένῳ. που δεν λειτουργούν συνδετικά και σημαίνουν έχω. σύμψηφος. που δηλώνουν ισότητα ή συμφωνία και τα αντίθετα: ἴσος. που με το ἐστί ή το γίγνεται συναποτελούν περίφραση ισοδύναμη με το ρήμα από το οποίο προέρχεται η μτχ. τοπικής: Ἰσθμοῖ. σημασία: πολλῷ. πρεσβείᾳ. ενώ η δοτ. τῇδε. κραυγῇ. ὀνόματι. ἔργῳ. ἡδομένῳ. ἀφανές (ἐστί). ὁμόγλωσσος. φαίνεται. τῇδε. Διονυσίοις. ἔνοχος. υπεροχής. δυνάμει. ᾗ. με συγκρ. δημοσίᾳ. σύνθετα με τις προθ. 2: Από προσωπικά ή απρόσωπα δοκεῖ. (γεν. προσδεχομένῳ. ηθική μετασχηματίζεται σε Υ. 12 .

οὗτος. τὸ πλῆθος.  έμμεσο) ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ Καλοῦσιν αὐτοὺς νομοθέτας. (2) Τόπο (3) Αιτία-Σκοπό: αιτ. γεν. Ἑβδόμην ἡμέραν ἡ θυγάτηρ αὐτῷ ἐτετελευτήκει. τὸ τελευταῖον. (γ) Με απρόσωπα ρήματα: μέλει. Τὴν μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί. δωρεάν. αντων. (2 αιτιατικές) Ἐγέμισε τὴν ναῦν ξύλων. ταῦτα (4) Τρόπο: τίνα τρόπον. εὐμενῶς. ὀργίλως. μεταμέλει. οἰκειότατα. τὸ ἐπ’ ἐμοί. μῆνα. Δίπτωτο ρήμα: Διογείτων ἔκρυπτε τὴν θυγατέραν τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός. τὸ πρότερον. παρεσκεύασται. τὸ πρῶτον.(5) Του ενεργούντος προσώπου ή του ποιητικού αιτίου (α) Με παθητικά ρήματα συντελικού χρόνου. ἐναντίως. τὴν εὐθεῖαν (5) Αναφορά: τὸ ἐπ’ ἐμέ. τὸ σὸν μέρος ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΡΗΜΑΤΟΣ Μονόπτωτο ρήμα: Κλέαρχος ὠφελεῖ τοὺς Ἕλληνας. ἅμα. διέγνωστο. ἔτος) που συνοδεύεται από τακτικό αριθμητικό και από την αντων. προδέδοκται. δοτ. ΔΟΤΙΚΗ ΠΟΥ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑ Από επιρρήματα: ὁμοίως. (β) Με ρηματικά επίθετα σε –τός και –τέος. δίκην. ἀκολούθως. συμφώνως. τὸ μῆκος. τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν ταχίστην. ονομάτων που σημαίνουν διαίρεση του χρόνου (ἡμέραν. προῖκα (χωρίς μισθό). ἐφεξῆς (συνώνυμα ή παράγωγα επιθέτων που συντάσσονται με δοτ. ή δεικτ.  άμεσο. ὁμοῦ.  έμμεσο) Εἴρηκα μῦθον ὑμῖν. ουδ.). τόνδε τὸν τρόπον. πάντα τρόπον. τί. ταὸ παλαιόν (γ) Αιτ. παραπλησίως. (αιτ. ὅ τι. ή αναφ. ὑπεναντίως. ὡμολογήθη.  άμεσο. (αιτ. ἐξ ἴσου. γνώμην ἐμήν. τὸ εὖρος. κύκλον. τὸ ὄνομα. Από επίθετο: Οὗτος ἦν γνώμην ἱκανός. ερωτ. τὸ γένος ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΩΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ (Επιρρηματικός Προσδιορισμός σε Αιτιατική που δηλώνει:) (1) Χρόνο: (α) Χρονική διάρκεια ή διαδοχή (β) ἀρχήν. τὸ λοιπόν. ἑξῆς. ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ (Ετερόπτωτος Ονοματικός Προσδιορισμός σε Αιτιατική) Από ουσιαστικό: Κινάδων ἦν νεανίσκος τὸ εἶδος. τὸ βάθος. 13 . Συνήθως: τὸν ἀριθμόν. τὸ ἀρχαῖον. ἑπομένως. τὸ ὕψος.

συμπίπτει. ὥρα ἐστί. ἀπόρως ἔχει. καθεστηκός ἐστί (ε) Τροπ. ἆθλόν ἐστι. ἀνάγκη ἐστί. βουλευτέον ἐστί. ἔργον ἐστί. διαιρ. πρότερος. σαφές ἐστι.. ἐστί Καιρός ἐστι. παρεσκεύασται. χρησμός ἐστι. με το ρ. ἤ ὥστε (ὡς) + απρμφ. κηρύττεται. ὀρθῶς ἔχει. ἁρμόττει. διαφερόντως. μέλει. λόγος ἐστί. ἀναγκαῖον ἐστί. επίρ. δεινόν ἐστι. εἰκός ἐστι. ἐγχωρεῖ. φαίνεται ΑΠΡΟΣΩΠΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ (α) Αφηρημένο ουσ. νόμος ἐστί. ἐλπίς ἐστι. παρά + αιτ. διδακτέον ἐστί. ἔστι. ἀλυσιτελές ἐστι. δεινῶς ἔχει. ὕστερος. λυσιτελεῖ. ρημ.ΣΥΓΚΡΙΣΗ Τρόποι εκφοράς του β΄ όρου σύγκρισης (α) Γενική συγκριτική (β) Με το ἤ και ομοιότροπα προς τον α’ όρο (γ) ἀντί ή πρό + γεν. εὐτύχημά ἐστι. από ἕτερος. πρότ. ἀγαθόν ἐστι. πλημμελές ἐστι. προὔργου ἐστί. καθώς και τα αναλογικά αριθμητικά επίθ. ἔνεστι.ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ (α) Κατεξοχήν απρόσωπα Χρή. ἄλλος. (ε) ἤ + κύρια ή δευτ. κακῶς ἔχει. ὄνειδός ἐστι. παρίσταταί μοι. μτχ. δυνατόν ἐστι. ἀλλοῖος. διέγνωστο. με το ρ. φανερόν ἐστι. ῥᾴδιόν ἐστι. ἐγγίγνεται. ἄπορόν ἐστι (γ) Ουδ.). διαφέρει. αἰσχύνη ἐστί. προσῆκον ἐστί. ὄφελός ἐστι. θαυμαστόν ἐστι. εἵμαρται. προτεραῖος. προστέτακται. πρός + αιτ. ὁμολογεῖται. ἔχει ἀναγκαίως ἔχει. διάφορος χαρακτηρίζεται και γεν. συμβαίνει. ἐστί πρέπον ἐστί. χρεών ἐστί. πέπρωται (β) Όσα προέρχονται από προσωπικά ενεργητικά πρέπει. κίνδυνός ἐστι. ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ . ποιητέον ἐστί (δ) Ουδ. ἀμήχανόν ἐστι. με το ρ. επιθ. ἀλλοῖος. μέτεστί μοι (γ) Όσα προέρχονται από προσωπικά παθητικά Λέγεται. ἔοικε. ἤ + απρμφ. ἐνάντιος. ἔξεστι. αντικ. συμφέρει.. εὖ ἔχει 14 . με το ρ. ἀρκεῖ.. σχολή ἐστι. ἐνδέχεται. ἕρμαιόν ἐστι. προσήκει. ἐστί ἄξιόν ἐστι. καλῶς ἔχει. τιμή ἐστι. (στ) ἤ + ονομαστική (κατά παράλειψη του εἰμί) Σημ: (α) Ως συγκριτικά θεωρούνται και οι λέξεις: ἕτερος. ἐπέρχεταί μοι. προσηκόντως ἔχει. δίκαιόν ἐστι. διάφορος. (δ) ἤ κατά + αιτ. κέκριται. θρυλεῖται. δεῖ. προσβατόν ἐστί. (Η γεν. νομίζεται. σε –πλάσιος.. ἡδύ ἐστι. φιλεῖ. ἀρκούντως ἔχει. ὑστεραῖος. ἀγγέλεται. δέον ἐστί. θέμις ἐστί. αἰσχρόν ἐστι. λοιπόν ἐστι. χαλεπόν ἐστι. καλόν ἐστι. (β) Κάποτε από συγκριτική λέξη εξαρτάται και γεν. δοκεῖ. ἀκμή ἐστι. πάρεστι. ἐστί βιωτόν ἐστι. ἀσέβημά ἐστι (β) Ουδ. δῆλόν ἐστι. επιθ. οἶόν τ’ ἐστί. ἄλλος. με το ρ. φόβος ἐστί. ῥαδίως ἔχει. ἀλλότριος.

φοβοῦμαι. Το Απρμφ. ὑπισχνοῦμαι. δυνατότητα. εκλογής.(β) Μένων ἐβούλετο πλουτεῖν. ἐφίεμαι. επιτυχίας): Κατέλιπον αὐτὸν φυλάττειν τὸ στρατόπεδον. ή από απρόσωπη έκφραση. Επιφωνηματικό απρμφ. ή μια Μτχ. ἡγοῦμαι. κρίνω) (γ) ἐπαγγέλλομαι. προσδέχομαι και τα συνώνυμά τους. σκόπιμης ενέργειας. ὀκνῶ. εἰπεῖν. ως ρηματικός τύπος. κίνησης. ἀρνοῦμαι. φιλῶ. τότε έχουμε ετεροπροσωπία (το Υ του Απρμφ. Από επίθ. απρμφ. ἐπιχειρῶ. 15 . παροχής. εἴωθα. Απρμφ. εἶναι. παραινῶ. της αναφοράς: Κῦρος ἦν κάλλιστος ἰδεῖν. ὁμολογῶ. είναι διαφορετικό από το Υ του ρήματος ή του ρηματικού τύπου από τον οποίο εξαρτάται. δοκῶ. δεῖν. που δηλώνουν σκέψη και απόφαση (δοκῶ. ἐννοῶ. ὑπολαμβάνω. π. βουλεύομαι. (αντί ευχετικής ευκτικής στην ποίηση). Μτφ. είναι το ίδιο με το Υ του ρήματος ή του ρηματικού τύπου από τον οποίο εξαρτάται. 1. έχει Υποκείμενο. παραχωρητικά (ἐθίζω. Το Αμπρφ. ἀξιῶ) (β) Κελευστικά-προτρεπτικά (κελεύω. αναγκαιότητα. πειρῶμαι. κωλύω. ὄμνυμι. προστακτικής. ἐπιθυμῶ. ἀγωνίζομαι) (ε) Εθιστικά. τότε είναι Α.) Απρμφ. συμβουλεύω.χ. ἀποτρέπω. ἀπειλῶ.. ότι …) ΤΕΛΙΚΟ (Μτφ. Απρμφ.: (α) Βουλητικά-εφετικά (βούλομαι. οἶδα. σε πτώση αιτ. εἴργω) (δ) Δυνητικά και αποπειρατικά (δύναμαι. δοκεῖν.ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ (Μτφ. Ο Κύρος ήταν ωραιότατος στο να τον δει κανείς (όσον αφορά στην όψη του ή ως προς την όψη). • Αν το Υ του Απρμφ. για να φυλάει το στρατόπεδο. ψηφίζομαι. ως Επεξήγηση: Τοῦτό ἐστι δίκαιν. γιγνώσκω. αντί προστακτικής. Απρμφ. προθυμία. πέφυκα. του σκοπού ή του αποτελέσματος (με ρ. Ρήματα με Α τελ. οἴομαι. τότε είναι Υ. • Αν το Απρμφ. ως Κατηγορούμενο: Τὸ λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν. μέσα στο λόγο εξαρτάται από κάποιο ρήμα ή κάποιο ρηματικό τύπο (ένα άλλο Απρμφ. • Αν το Υ του Απρμφ. ἔχω.). ἀφίημι. αἰδοῦμαι. τότε έχουμε ταυτοπροσωπία. Απρμφ. ὑποπτεύω.: (α) Λεκτικά (λέγω. αρμοδιότητα. ἐγγυῶμαι) (β) Δοξαστικά (νομίζω. ἐθέλω. οἷος εἰμί. που σημαίνουν ικανότητα. ἐλπίζω. ἀποδιδόναι ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. εξαρτάται από προσωπικό ρήμα ή ρηματικό τύπο. να …) π. μελετῶ) 2.χ.(α) Πάντας ὑμᾶς οἴομαι γιγνώσκειν. ἐῶ) (στ) Τα ρ. ἐπιστέλλω. προτρέπω. αἰσχύνομαι. • Αν εξαρτάται από απρόσωπο ρήμα ή ρηματικό τύπο. Απόλυτο απρμφ: Σε στερεότυπες παρενθετικές φράσεις που δηλώνουν αναφορά ή σκοπό και σχηματίζονται με βάση τα απρμφ. ἀναγκάζω) (γ) Απαγορευτικά-κωλυτικά (ἀπαγορεύω. Μτφ. διστακτικά. Ρήματα με Α ειδ. ζητῶ. ἐπίσταμαι. προσδοκῶ. ἐπιτρέπω. απρμφ. Τον άφησαν. φημί.

αναφέρεται ως Κατηγορούμενο ή κατηγ. (Γεν.. νικῶ. (π.χ. προσδ. β) του ρήματος. Συντακτικές λειτουργίες: Οι επιθ.. Τισσαφέρνης ἔτυχεν ὢν ἐν Σάρδεσιν.. (π. το οποίο. η οποία όμως χωρίζεται με κόμμα. ἥδομαι. ἡττῶμαι) (ζ) Πλησμονής. η οποία.λπ.χ. κ.. Ρήματα που συνδέουν κατ.) Ἦν τὸ δεῖπνον πεποιημένον ἐν Θήβαις. (Επιθετικός προσδ.) γ) Αἰσχύνομαι δίκην εἰσάγων. κορεσμού (ἐμπίμπλαμαι.ΜΕΤΟΧΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ (ΑΝΑΦΟΡΙΚΗ) ΜΕΤΟΧΗ (Κατά κανόνα έναρθρη) Μετάφραση: ο οποίος. διαμένω. α) Ἥδομαι ἀκούων φρονίμους λόγους. βαρέως-χαλεπῶς φέρω. Ὁ Θεμιστοκλῆς. φανερός εἰμι. βαίνω. Αντικ. (Χαίρομαι να ακούω συνετά λόγια.. κορέννυμαι. ὑπάρχω (περίφραση) (β) τυχάνω. απόλαυσης. η κατηγ. αυτός που. (Άκουγαν ότι καταστρεφόταν η χώρα.) π. ἄρχομαι. (Παράθεση) Οἱ παρόντες ἐβούλοντο ἀπελθεῖν αὐτόν. αυτά συγχέεται με αιτιολ. παύω. (Κατηγορηματικός προσδ.. γίγνομαι. ἀρκῶ) 16 . φθάνω. λήγω. οἴχομαι. ὑπομένω. μτχ. αδικοπραγίας. ἀγανακτῶ.) Οἱ στρατιῶται εἶχον τὰς ἀσπίδας ἐκκεκαλυμμένας. προσδ. που.. (Υποκείμενο) Νόμους γεγραμμένους Λυκοῦργος οὐκ ἔθηκεν. ἀπαγορεύω) (ε) Ψυχικού πάθους (χαίρω. ότι. Με τα ρ.. ἄχθομαι.. παύομαι. α) ή στο Αντικ.χ. ἐπιλείπω.. ἀδικῶ... αἰσχύνομαι. μτχ. διαλείπω.. μεταμέλλομαι).. ἐκλείπω. καμάτου (ἀνέχομαι. καρτερίας. ἐξηλάθη ἐξ Ἀθηνῶν.. μτχ. (Κατηγορούμενο) Φοβοῦμαι μή τι τῶν κεκωλυμένων (από τα απαγορευμένα) πράξωσιν.. καρτερῶ.) Συντακτικά. μτχ. με το Υ (α) εἰμί. ἀπαλλάττομαι) (δ) Ανοχής. Τα παιδιά συνεχώς μαθαίνουν τη δικαιοσύνη. δατρίβω. ὁ ἐλευθερώσας τὴν Ἑλλάδα. (ΕΕΠ με την πρόθεση μετά) ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Μετάφραση: να. (στ) Ευεργεσίας.. Υποκ. στο Υποκ. έχουν ονοματικές συντακτικές λειτουργίες (Ονομ.χ. χαρίζομαι. ὀργίζομαι. αυτή που. θαμίζω Με τα Ρ αυτά στη μετάφραση: κατηγ.χ. ἥκω. διαλείπω. π.. που. π. αυτό που. δῆλος εἰμί. μτχ. διαγίγνομαι.) β) Ἤκουον τὴν χώραν δῃουμένην.  Ρ Ρ  επίρρημα Οἱ παῖδες διάγουσι μανθάνοντες δικαιοσύνην. ήττας (εὖ-καλῶς-κακῶς ποιῶ. Ο Τισσαφέρνης τυχαία βρισκόταν στις Σάρδεις. νίκης. (γ) Έναρξης-λήξης (ἄρχω. Αἱ πόλεις αἱ δημορατούμεναι διοικοῦνται τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις. λανθάνω. Κατηγ. επάρκειας. κάμνω. φαίνομαι. διαιρετική) Μιλτιάδης μετά τῶν νενικηκότων ἐπορεύετο. Οι πόλεις οι οποίες δημοκρατούνται διοικούνται με τους νόμους που έχουν τεθεί. διάγω. (Ντρέπομαι που κάνω καταγγελία. διατελῶ.. μεστός εἰμι.

ἀκούω και αἰσθάνομαι: (α) Με γεν. για άμεση αντίληψη (β) Με αιτ. μτχ. η ενέργεια που δηλώνει η μτχ. Ὁπότε Σπαρτιᾶται στρατεύοιντο. η μτχ.Ισοδυναμεί και μεταφράζεται με αιτιολογική πρόταση. (α) Ἀφικόμενος εἰς Δελφοὺς ἔθυσε τῷ θεῷ.Εκφράζει χρονική βαθμίδα (σύγχρονο στο παρελθόν ή το παρόν. και κτγ. 17 . εὑρίσκω. ἀκούω. ταυτόχρονα να μάχονται. μάθησης. (γ) Σπαρτιᾶται στρατευόμενοι ἔθυον τοῖς θεοῖς. μνήμης (αἰσθάνομαι. ἐνθυμοῦμαι) (β) Δείξης. μτχ. ἀπήλαυνον. ἁλίσκομαι. αἱρῶ.  Σύγχρονο στο παρελθόν (συνήθως μτχ. γιγνώσκω. συμφωνεί με το Α. ἐπιλανθάνομαι. ὁρῶ. Γεν. ΑΟΡ) [Μτφ] Αφού έκαναν αυτά. ΣΥΝΗΜΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΚΗ .: • όταν η δοτ. ἔθυον τοῖς θεοῖς. καθώς (ενώ) έφευγαν. [Μτφ] Όταν έφτασε στους Δελφούς. προτερόχρονο στο παρελθόν) σε σχέση με με το ρήμα της πρότασης. εκφράζει αιτία. για αβέβαιο γεγονός ή φήμη ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ ΑΠΟΛΥΤΗ Όταν το Υποκ. πράγματος. ἐντυγχάνω. Ἐπεὶ ἤκουσαν ταῦτα. λαμβάνω. δήλωσης. η μτχ. δεν έχει άλλη συντακτική λειτουργία μέσα στην πρόταση. ΕΝΣ) [Μτφ] Ενώ βάδιζαν. Ἠναγκάζοντο ἐν ᾧ ἔφευγον ἅμα μάχεσθαι. είναι προσώπου. ἀγγέλλω. ή εκφράσεων): Πολλάκις πλεονεκῆσαι ὑμῖν ἐξὸν οὐκ ἠθελήσατε. ἔθυσε τῷ θεῷ. (β) Ταῦτα δὲ ποιήσαντες ἐς τὰς Ἀθήνας ἔπεμπον ἄγγελον. . αγγελίας.Ρήματα που συνδέουν κατ. [Μτφ] Κάθε φορά που οι Σπαρτιάτες έκαναν εκστρατεία. απροσ. για έμμεση αντίληψη (γ) Με αιτ. θυσίασε στο θεό. μέμνημαι. Αιτ. Ὅτε ἀφίκετο εἰς Δελφοὺς. μτχ. σύνοιδα με δοτ. συμφωνεί με το Α • όταν το Α είναι σε αιτ. [Μτφ] Αναγκάζονταν. (β) Ἀκούσαντες ταῦτα ἀπήλαυνον. έφευγαν έφιπποι. απρμφ. και κτγ. γνώσης. οἶδα. η μτχ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ . της μτχ. με το Α (α) Αίσθησης. ελέγχου (δείκνυμι. απόλυτη: (μτχ. έβλεπαν τα χνάρια των Αχαιών. Τα ρ. ρημ.  Προτερόχρονο. δηλῶ. έστελναν αγγελιοφόρο στην Αθήνα. [Μτφ] Όταν άκουσαν αυτά. ἀποφαίνω. πυνθάνομαι. (α) Βουλόμενοι αὐτὸν ἀποκτεῖναι πέμπουσι τὴν Σαλαμινίαν ναῦν. θυσίαζαν στους θεούς.Ισοδυναμεί και μεταφράζεται με χρονική πρόταση. ἐλέγχω. παρέχω) Σημ: Το ρ. είναι αυτοπαθούς αντων. δηλ. πριν την ενέργεια του ρήματος (συνήθως μτχ. ἀγνοῶ. συμφωνεί είτε με το Υ είτε με το Α • όταν η δοτ. (α) Πορευόμενοι ἑώρων τὸν στίβον τῶν Ἀχαιῶν. ἐπίσταμαι.. Ἐπειδὴ ἐβούλοντο αὐτὸν ἀποκτεῖναι πέμπουσι τὴν Σαλαμινίαν ναῦν. μανθάνω. και κτγ. μτχ. απόλυτη: Ὑποφαίνοντος τοῦ ἔαρος Ἀγησίλαος κλινοπετὴς ἦν. και ειδ. (ε) Ἠναγκάζοντο φεύγοντες ἅμα μάχεσθαι.

Όταν η αιτιολογία είναι πραγματική-αντικειμενική. εκφράζει υπόθεση. (Προσδοκώμενο) [Μτφ] Αν δράσεις δίκαια. ἀδικοῦσιν τοὺς πιστεύσαντας. ΤΡΟΠΙΚΗ . (Μη πραγματικό) [Μτφ] Αν επιχειρούσε να αδικήσει. Οἱ κολακεύοντες καὶ οἱ έξαπατῶντες πιστευθέντες τοὺς πιστεύσαντας ἀδκοῦσιν. (Απλή σκέψη του λέγοντος) [Μτφ] Αν δεν ανταπέδιδαν την ευγνωμοσύνη. Όταν εκφράζει σκοπό υποκειμενικό ή απραγματοποίητο. ΤΕΛΙΚΗ . δεν υπάρχει σωτηρία για μας. οὐκ ἔστιν σωτηρία. Εἰ ἐπεχείρει ἀδικεῖν. μτχ. ὅτι ἔπεισε σφᾶς πολεμεῖν. Εἰ μὴ νικῶμεν. οἳ ληζόμενοι ζῶσιν. ΜΕΛ όταν δηλώνεται το προσδοκώμενο. θα έχεις για συμμάχους τους θεούς.Ισοδυναμεί και μεταφράζεται με υποθετική πρόταση. Σημ: (α) (β) (γ) Έχει άρνηση μή. γιατί κατά τη γνώμη τους τούς έπεισε να πολεμήσουν. Εἰσὶ δέ τινες τῶν Χαλδαίων. Οὗτος ἥκει ἵνα ἀμφισβητήσῃ. Αἰσχύνοιντο ἄν μὴ ἀποδιδόντες χάριτας. 2. (Πραγματικό) [Μτφ] Αν δεν νικήσουμε. Όταν η αιτιολ. Σπάνια βρίσκεται και σε ΕΝΣ. 18 . προτάσσονται μόρια ἅτε (δή). εκφράζει ψευδή ή υποθετική αιτιολογία. Σημ: (α) (β) (γ) Συνάπτεται με ρ. εκφράζει υποκειμενική αιτιολογία. Οὐκ ἄν ποτε ἀδικεῖν ἐπιχειρῶν τὰ δύο μέρη τῆς οὐσίας ἀπέδωκεν. Όταν η αιτιολ. 4. Προσδιορίζει ρ. οὐκ ἄν ποτε ἀπέδωκεν τὰ δύο μέρη τῆς οὐσίας.[Μτφ] Επειδή ήθελαν να τον σκοτώσουν. Μπορεί να συνοδεύεται από το δυνητικό ἄν. οἷον (δή). εκφράζει σκοπό. θα ντρέπονταν. Συνοδεύεται από το ὡς. [Μτφ]Υπάρχουν μερικοί από τους Χαλδαίους που ζουν ληστεύοντας.Ισοδυναμεί και μεταφράζεται με τελική πρόταση. 1. [Μτφ] Κατηγορούσαν τον Περικλή. συμμάχους ἕξεις θεούς. 3. αδικούν αυτούς που τους πίστεψαν. Ἐὰν δράσῃς δίκαια. Οὐκ ἔστιν ἡμῖν μὴ νικῶσι σωτηρία. Τὸν Περικλέα ἐν αἰτίᾳ εἶχον. (β) Σημ: (α) (β) (γ) Τὸν Περικλέα ἐν αἰτίᾳ εἶχον ὡς πείσαντα σφᾶς πολεμεῖν. κίνησης ή δράσης/σκόπιμης ενέργειας. οἷα (δή). συνοδεύεται από το ὥσπερ. 5. ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ . Ἐὰν πιστευθῶσιν οἱ κολακεύοντες καὶ οἱ ἐξαπατῶντες. για να αμφισβητήσει. μτχ. δεν θα επέστρεφε ποτέ τα δύο μέρη της περιουσίας. [Μτφ] Αυτός έχει έρθει. στέλνουν το πλοίο Σαλαμινία. συνοδεύεται από το ὡς. πάντα σε ΜΕΛ. Οὗτος ἥκει ἀμφισβητήσων. αἰσχύνοιντο ἄν. Δίκαια δράσας συμμάχους ἕξεις θεούς. (Αόριστη επανάληψη στο παρόν και στο μέλλον) [Μτφ] Αν γίνουν πιστευτοί οι κόλακες και οι απατεώνες. Eἰ μὴ ἀποδιδοῖεν χάριτας.Απαντά συνήθως σε ΕΝΣ και μεταφράζεται συνήθως με νεοελληνική μετοχή σε -οντας.

ονοματικοί ή επιρρηματικοί προσδιορισμοί) . (1) ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Η κατηγορηματική μετοχή αναλύεται σε δευτερεύουσα πρόταση.. 19 . εκφράζει εναντίωση σε σχέση μ’ αυτό που εκφράζει το ρήμα.  Επιλέγουμε τον κατάλληλο σύνδεσμο εισαγωγής της δευτερεύουσας πρότασης ανάλογα με το είδος και τη σημασία της μετοχής (για τους συνδέσμους εισαγωγής βλέπε παρακάτω). Πολλοὶ ὄντες εὐγενεῖς εἰσὶ κακοί.. Ἤκουε αὐτὸν ἐν Κιλικίᾳ ὄντα. επαν.  Μετατρέπουμε τον ρηματικό τύπο της μετοχής σε ρήμα του ίδιου χρόνου. εφόσον εξαρτάται από ρήμα που συντάσσεται με ειδική πρόταση (συνήθως όταν μεταφράζεται με το ὅτι). Ὅστις ἀκούσῃ ἐμοῦ λέγοντος… Δηλώνει αυτηκοΐα (ἀκούω + γενική) και μεταφράζεται με το να. αν και είναι ευγενείς. τότε το υποκείμενο μπορεί να παραλείπεται. ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ Για να αναλύσουμε τις μετοχές σε αντίστοιχες προτάσεις ακολουθούμε τα παρακάτω βήματα:  Χαρακτηρίζουμε συντακτικά τη μετοχή.χ. ENANTIΩ ENANTIΩMATIKH (ή ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΗ ή ΕΝΔΟΤΙΚΗ) .  Το υποκείμενο της μετοχής γίνεται υποκείμενο της δευτερεύουσας πρότασης (πάντα σε ονομαστική για τα προσωπικά ρήματα). Ρ. ποτέ) όταν δηλώνεται η αόρ. σε έγκλιση ανάλογη με τους κανόνες εκφοράς της αντίστοιχης δευτερεύουσας πρότασης και σε πρόσωπο αντίστοιχο με το υποκείμενό του. πολλάκις. Οἶδα ὅτι οὐδεὶς μισεῖ. το οποίο έχει καθοριστεί στο 3ο βήμα. Κανονικά δεν αναλύεται. Πολλοὶ εἰ καὶ εἰσίν εὐγενεῖς εἰσὶ κακοί. Α ή Κ. και οτιδήποτε προσδιορίζει αυτά (π.  Η δευτερεύουσα πρόταση που προκύπτει από την ανάλυση της μετοχής κανονικά περιλαμβάνει όλους τους συντακτικούς όρους της μετοχικής φράσης: Υ. (ἀεί.(δ) Προσδιορίζεται από επαναληπτικό επίρ. Ἤκουε ὅτι αὐτὸς ἐν Κιλικίᾳ εἴη (ευκτική του πλαγίου λόγου. είναι κακοί. [Μτφ] Πολλοί.. επειδή εξαρτάται από ιστορικό χρόνο). στο παρόν-μέλλον.Ισοδυναμεί και μεταφράζεται με εναντιωματική (ή παραχωρητική) πρόταση. Αν η μετοχή είναι συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται. Οἶδα οὐδένα μισοῦντα.

Αυτές αναλύονται σε ανάλογες με τη σημασία τους επιρρηματικές αναφορικές προτάσεις.. άρα αναλύονται σε αναφορικές υποθετικές προτάσεις.. αριθμό και πτώση της μετοχής.ἐπεὶ αἱ πόλεις ἀποσταῖεν Η αιτιολογική μετοχή υποκειμενικής αιτιολογίας (που συνοδεύεται από ὡς. . ανάλογα με το ρήμα εξάρτησης. Δύναμαι συνεῖναι ἀνθρώποις δυναμένοις ἀναλίσκειν . Ὁ μὴ δαρεὶς παῖς οὐ παιδεύεται..ἵνα κατόψοιντο τοὺς πολεμίους 20 . Φρόνιμοι εἰσὶν οἱ εἰδότες. (3) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Αναλύεται σε αιτιολογική πρόταση με ἐπεί.ΑΝΑΦΟΡΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Η άναρθρη επιθετική μετοχή αναλύεται σε δευτερεύουσα αναφορική πρόταση.. ὅτι + οριστική ή ευκτική του πλαγίου λόγου.. ὥσπερ) αναλύεται με ὡς + οριστική ή ευκτική του πλαγίου λόγου. οἵ δύνανται ἀναλίσκειν Η έναρθρη επιθετική μετοχή αναλύεται σε δεικτική αντωνυμία (ἐκεῖνος. οὐ παιδεύεται. Πορεύονται κατοψόμενοι τοὺς πολεμίους. που εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία ὅς. ἐκεῖνοι οἵ ἴσασι Ορισμένες επιθετικές μετοχές ενέχουν και επιρρηματική σημασία.. ανάλογα με το ρήμα εξάρτησης. ..ὡς νενικηκότες εἶεν (4) ΤΕΛΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Αναλύεται σε τελική πρόταση με ἵνα + υποτακτική αορίστου ή ευκτική του πλαγίου λόγου. ἥ. ὅς ἃν μὴ δαρῇ.. οὗτος) στο γένος. Ὁ παῖς ἐκεῖνος. .(2) ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ... Οἱ Ἀθηναῖοι σφόδρα ἠνιῶντο τῶν πόλεων ἀποστασῶν . . ἥ. Ἔστησαν τρόπαιον ὡς νενικηκότες. και την αναφορική αντωνυμία ὅς. διότι. ὅ σε ονομαστική.. ως υποκείμενο της αναφορικής πρότασης . ανάλογα με το ρήμα εξάρτησης. ἐπειδή.. ὅ.ἵνα κατίδωσι τοὺς πολεμίους Ἐπορεύοντο κατοψόμενοι τοὺς πολεμίους. Οι επιθετικές μετοχές με αόριστο περιεχόμενο ή άρνηση μὴ έχουν υποθετική σημασία.

Όταν δηλώνει το υστερόχρονο αναλύεται σε χρονική πρόταση. ΑΟΡΙΣΤΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ Ἐλθόντος τοῦ θανάτου οὐδεὶς βούλεται ἀποθανεῖν Ἐὰν ἔλθῃ ὁ θάνατος .. ἕως + οριστική.... .... . Εἰ εἰσὶ βωμοί ... που εισάγεται με ἐπεί.. που εισάγεται με μέχρι.. Γενομένης τῆς μάχης Κῦρος ἔλεγε τοῖς στρατιώταις. Όταν δηλώνει το σύγχρονο αναλύεται σε χρονική πρόταση. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ Ὄντων βωμῶν. Ὁπλιζομένων αὐτῶν ἧκον οἱ σκοποὶ. ἄχρις οὗ. Ταῦτα ἐποίουν γενομένου σκότους. ἐν ᾧ. ἀφ' ὅτου + οριστική. μέχρις οὗ. Σημείωση: Οι μετοχές ΕΝΣ και ΠΡΚ που εξαρτώνται από ιστορικό χρόνο ισοδυναμούν αντίστοιχα με ΠΡΤ και ΥΠΡ. που εισάγεται με ὅτε.. εἰ ὑμεῖς μὴ ἐκελεύσατε ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΛΕΓΟΝΤΟΣ Ταῦτα ποιοῦντες τοὺς θεούς βοηθοὺς ἔχοιτ` ἄν. ὑμῶν μὴ κελευσάντων. ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΟ Ταῦτα ποιοῦντες τοὺς θεοὺς βοηθοὺς ἕξετε.. 21 . ἀφ' οὗ. Ἐὰν ποιῆτε ταῦτα . ἡνίκα + οριστική. ἐξ οὗ. Ἐν ᾧ ὡπλίζοντο .μέχρι σκότος ἐγένετο (6) ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Η ανάλυση της υποθετικής μετοχής σχετίζεται άμεσα με το είδος του υποθετικού λόγου που σχηματίζεται. εἰσὶ καὶ θεοὶ.... ἄχρι.(5) ΧΡΟΝΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Όταν δηλώνει το προτερόχρονο αναλύεται σε χρονική πρόταση. ἐξ ὅτου.. ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ Οὐκ ἄν ἦλθον δεῦρο. Εἰ ταῦτα ποιοῖτε .. ἐπειδή. Ἐπεὶ ἡ μάχη ἐγένετο .

καὶ ταῦτα κ. Εἰ καὶ Λακεδαμονίων ἄποικοι ἦτε . ΠΑΡΑΤΑΞΗ Κ+Κ ή Δ+όμοια Δ ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΥΠΟΤΑΞΗ Κ+Δ ή Δ+ανόμοια Δ Παρατακτικοί σύνδεσμοι: Συμπλεκτικοί: καί. τοιγαροῦν (για τούτο λοιπόν) 22 . οὐδέ. καὶ μήν Αιτιολογικοί: γάρ Συμπερασματικοί: ἄρα. οὔκουν (όχι λοιπόν). καίπερ.. δή. εἴτε-ἤ. τοίνυν. ἄν τε-ἄν τε. (7) ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ Αναλύεται σε εναντιωματική πρόταση με εἰ καὶ + οριστική. μέντοι. δεν περιλαμβάνονται στη δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση. οὔτε. ἔβαλον. μηδέ Διαζευκτικοί: {ἤ.. Καίτοι Λακεδαιμονίων ἄποικοι ὄντες οὐ ξυνεστρατεύσατε. τοιγάρτοι (γι’ αυτό λοιπόν).. ἤντε-ἤντε Αντιθετικοί: μέν.. οὐκοῦν (λοιπόν). δέ. οὖν. ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΑΣΥΝΔΕΤΟ Με κόμμα Οἱ φιλοὶ ἠκόντιζον. ἐτόξευον.. καίπερ.λπ. μήτε. ἐάντε-ἐάντε.. Ἡ Σπάρτη τῶν ὀλιγανθρωποτάτων πόλεων οὖσα δυνατωτάτη ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐφάνη. τε. καίτοι. εἴτε-εἴτε.ΑΟΡΙΣΤΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ Ἀντιλέγων τις ὑπὸ τῶν τυράννων ἀπέθνῃσκε Εἰ ἀντιλέγοι τις . Εἰ καὶ ἡ Σπάρτη τῶν ὀλιγανθρωποτάτων πόλεων ἦν . Οι λέξεις που συνοδεύουν ενίοτε την εναντιωματική μετοχή (καὶ. ἀλλὰ μήν. καίτοι.).

: π. ἀγγέλλεται. οἶδα. δῆλον ἐστί κ.ότι οργίζεσθε με αυτούς που μίλησαν τελευταίοι.) Δεικτικά (δείκνυμι. 23 . Σωκράτης λέγει ὅτι οὐκ ἄν ἠδίκει.) Απρόσωπα ρήματα ή εκφράσεις (λέγεται. το βέβαιο) Εξαρτώνται από ρήματα: Λεκτικά (λέγω. (2) Δῆλον γάρ ἐστιν ὅτι νῦν οὐ περὶ δόξης πολεμοῦσι. μανθάνω.) Γνωστικά (γιγνώσκω. Σωκράτης λέγει ὅτι οὐκ ἄν ἀδικοίη.χ. (1) Οὐ γὰρ ἠγγέλθη αὐτοῖς ὅτι τεθνηκότες εἶεν.ά. ἀποδείκνυμι.χ.) Χρησιμεύουν ως: Αντικείμενο σε λεκτικά. Επεξήγηση σε δεικτικές αντωνυμίες ουδετέρου γένους που λειτουργούν ως αντικείμενα ή υποκείμενα σε λεκτικά.ΥΠΟΤΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ Ειδικές Ενδοιαστικές Πλάγιες ερωτηματικές Αναφορικές ονοματικές Αιτιολογικές Τελικές Υποθετικές Εναντιωματικές ή Παραχωρητικές ή Ενδοτικές Χρονικές Συμπερασματικές ή Αποτελεσματικές Αναφορικές επιρρηματικές ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με τους ειδικούς συνδέσμους: ὅτι.χ. [Μτφ] Γιατί δεν αναγγέλθηκε σ’ αυτούς ότι είχαν σκοτωθεί (οι άνδρες). Σωκράτης ἔλεγεν ὅτι οὐκ ἀδικοίη. ἐπίσταμαι.ά. γνωστικά ή αισθητικά ρήματα: π. ἀποκρίνομαι. δεικτικά-δηλωτικά. δηλῶ κ. ενώ ο ὅτι το πραγματικό. ὁρῶ. [Μτφ] Αυτοί έλεγαν ότι ο Κύρος έχει σκοτωθεί.) Αισθητικά (αἰσθάνομαι. Ἐγὼ δὲ οὐκ ἀγνοῶ τοῦθ’ ὅτι ἐν ὀργῇ ποιεῖσθε τοὺς ὑστάτους εἰπόντας. ἐπιδείκνυμι κ. διδάσκω. ὡς (ο ὡς εκφράζει το πιθανό το υποκειμενικό. ἀγγέλλω.χ. ἀπαγγέλλω. αισθητικά. Εκφέρονται με: Οριστική: Δυνητική οριστική: Δυνητική ευκτική: Ευκτική πλαγίου λόγου: Σωκράτης λέγει ὅτι οὐκ ἀδικεῖ. γνωστικά ρ. [Μτφ]Εγώ όμως δεν αγνοώ τούτο. ἐνθυμοῦμαι κ.ά. [Μτφ] Γιατί είναι φανερό ότι τώρα δεν πολεμούν για τη δόξα (οι Ολύνθιοι).ά. Οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος τέθνηκεν. Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή εκφράσεις ανάλογης σημασίας: π. ἀκούω κ. διηγοῦμαι.ά. π.

Οἶδα ὅτι ὁ φίλος ἀδικεῖ. Ἔδεισαν οἱ Ἕλληνες μὴ προσαγάγοιεν πρὸς τὸ κέρας καὶ αὐτοὺς κατακόψειαν. Τροπικά: ὡς. [Μτφ] Αυτό είναι άγνωστο στον καθένα. φόβος ἐστί.χ. [Μτφ] Υπάρχει κίνδυνος μήπως αλλάξουν γνώμη και συμμαχήσουν με τους εχθρούς. Κατηγορηματική μετοχή (με γνωστικά και αισθητικά ρήματα) π. Κίνδυνός ἐστι μὴ μεταβάλλωνται καὶ γένωνται μετὰ τῶν πολεμίων. πόσος. [Μτφ] Ούτε καμιά υποψία υπήρχε μήπως θα μπορούσαν να επιτεθούν οι εχθροί κάποια στιγμή. [Μτφ] Φοβήθηκαν μήπως και εναντίον τους βαδίσει ο στρατός. ὅθεν. ἡνίκα. ποῖ (προς ποιο μέρος). Πώς εισάγονται: ΠΛΑΓΙΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Ολικής άγνοιας μονομερείς: εἰ. στο τέλος κι αυτή η ίδια χάνεται.χ. πῇ (πού). Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή εκφράσεις: π. Χρονικά: ὅτε.χ. Λέγει ὅτι λύει τὰς σπονδάς. για να δηλωθεί το πραγματικό): π.χ. ὅπου. ὁποῖος (ποιας λογής). πόσον Αναφορικές αντωνυμίες: ὅς. δέδοικα. ὅστις. ἡλίκος (πόσο μεγάλος). ὅπως. ὅσος. πότερος.ά. ὁπόσος. Νῦν δὲ φοβούμεθα μὴ ἀμφοτέρων ἅμα ἡμαρτήκαμεν. ὁπόθεν. ἔνθα. εἰ μη Ολικής άγνοιας διμερείς: εἰ-ἤ. πότερα-ἤ Μερικής άγνοιας: Ερωτηματικές αντωνυμίες: τις. μὴ πολλὰ σώματα κατατρίψασα ἡ ψυχὴ τὸ τελευταῖον αὐτὴ ἀπολλύηται. ΕΝΔΟΙΑΣΤΙΚΕΣ ή ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με το ενδοιαστικό μόριο μή ή μή οὐ. ἀθυμῶ.χ. πηλίκος. ποῖος.  Λέγει λύειν τὰς σπονδάς. Τόδε ἄδηλον παντί.χ. ποδαπός Ερωτηματικά επιρρήματα: ποῦ.χ. εἴτε-εἴτε.  Οἶδα τὸν φίλον ἀδικοῦντα. οἷος (ποιας λογής). Δέδιμεν μὴ οὐ βέβαιοι ἦτε. Εξαρτώνται από ρήματα ή φράσεις που δηλώνουν φόβο. γνωστικά και αισθητικά ρήματα) π. πόθεν. ὁπηλίκος (πόσο μεγάλος). ὅποι (προς εκεί όπου). ὁπότερος (ποιος από τους δύο). ᾗ (όπου). αφού εξαντλήσει πολλά σώματα. τρόμος ἔχει με κ. επιφύλαξη (φοβοῦμαι. [Μτφ] Φοβήθηκαν οι Έλληνες μήπως (οι εχθροί) πλησιάσουν στο άκρο της παράταξης και τους κατασφάξουν. [Μτφ] Τώρα λοιπόν φοβόμαστε μήπως έχουμε αποτύχει και στα δύο. ὁπόσον 24 . πῶς. εἰ οὐ. ὁποδαπός (από ποιον τόπο) Αναφορικά επιρρήματα: Τοπικά: οὗ (εκεί όπου). φυλάττω. Ευκτική πλαγίου λόγου: π.χ. [Μτφ] Φοβούμαστε μήπως δεν είστε σταθεροί. ὁρῶ. Δυνητική ευκτική (για να δηλωθεί υποκειμενική κρίση): π. οἷ. ὅσπερ.χ. ὁπηνίκα. ὑποπτεύω. μήπως δηλαδή η ψυχή. Ἐφοβήθησαν μὴ καὶ ἐπὶ σφᾶς ὁ στρατὸς χωρήσῃ. Οὔτε προσδοκία οὐδεμία ἦν μὴ ἄν ποτε οἱ πολέμιοι ἐπιπλεύσειαν. ὅπῃ (όπου). ὁπότε. πότερον-ἤ. πότε. Επεξήγηση: π. ὥσπερ.Αντιστοιχούν με: Ειδικό απαρέμφατο (με λεκτικά.) Χρησιμεύουν ως: Αντικείμενο: π. Ποσοτικά: ὅπου. πηνίκα (ποια ώρα). Οριστική (σπάνια. υποψία. Εκφέρονται με: Υποτακτική: π.

(γ) απορηματική υποτ. ἡλίκος.. λέγω. Ρήματα που δηλώνουν απορία: ἀπορῶ. ὁποδαπός Εκφέρονται με: Οριστ. προπαρασκευή. λόγου (ύστερα από ιστορικό χρόνο). αφήγηση. πράξη: σκοπῶ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ Προσδιοριστικές Παραθετικές Ελεύθερες (με ονοματικούς ρόλους) Αιτιολογικές Τελικές Συμπερασματικές ή Αποτελεσματικές Υποθετικές Παραβολικές ή Συγκριτικές ή Παρομοιαστικές ΟΝΟΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με: Αναφορικές αντωνυμίες: ὅς. ἐνεργῶ. τύπο που δηλώνει κίνηση ή έχει τη σημασία των ἐρωτῶ. ευκολομάθητο ή ευκολοσυνήθιστο. γιγνώσκω κ. ζητῶ. ἐξ οὗ τρόπου. ΑΟΡ. που εισάγεται με το ὅπως.ά. ὅπῃ. ὅστις. Προστ. Ρήματα ή φράσεις που δηλώνουν σκέψη. χρόνο) ή με εἰ και ευκτ. Υποτ. (ε) δυν. οριστ. Γνωστικά ρήματα: οἶδα. Δυν. Υποτακτική απορηματική.. φυλάττομαι. αν δηλαδή λέμε την αλήθεια ή όχι. ἐξετάζω. εκφέρεται (α) με οριστ. ακολουθεί πλ. Ὅθεν καὶ ἀπορεῖται πότερόν ἐστι τὸ ἀγαθὸν μαθητὸν ἤ ἐθιστόν. τίνα τρόπον. ευκτ. Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή εκφράσεις ίδιων σημασιών: π. ὁρῶ. δείκνυμι. φροντίζω. ὅτῳ τρόπῳ. Δυν. [Μτφ] Υπάρχει λοιπόν η απορία ποιο από τα δύο είναι το αγαθό. πράττω. (Αντί του ὅπως μπορεί να έχουμε πῶς. (δ) υποτ. πρότ. θαυμάζω κ. οἷος.. Το ίδιο συμβαίνει και ύστερα από ρημ. πειρῶμαι κ. ΜΕΛ. προπαρασκευή (φροντίζω. που σημαίνουν φροντίδα.ά. πράττω) παίρνουν Α πλ. Δυνητική ευκτική. λόγου ΜΕΛ. ὡς. στην οποία λανθάνει η έννοια της απόπειρας. πλ. τηρῶ... ἄν. [Μτφ] Σ’ αυτό ακριβώς απάντησε. προφύλαξη. με ἄν. με το αοριστολογικό ἄν. ερ. φροντίδα.. ἐπιμελοῦμαι. λόγου. Ευχετική ευκτ. ἤν και υποτ. σκέψη. απορηματική (ύστερα από αρκτ. Υποτ. δεικτ.ά. Εκφέρονται με: Οριστική.: π. (β) ευκτ. 25 . πλ. Ευκτική πλαγίου λόγου. ὅσπερ. ερώτ.ά. πυνθάνομαι κ. ευκτ. προσοχή.Χρησιμεύουν ως: Αντικείμενο σε: Ερωτηματικά ρήματα: ἐρωτῶ. ἐξ ὧν). με ἐάν.χ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἀπόκριναι. και συχνά συγχέεται με τελ.. ὁπότερος. ἐπιμελοῦμαι. Προσοχή: (1) Τα ρ.χ. σκοποῦμαι. (2) Μετά από πρότ. Ευκτ. αντων. ὁποῖος. δι’ ὧν. Δυνητική οριστική. ὅσος. Επεξήγηση σε ουδ. προσοχή. πλ. προνοῶ. ἀναζητῶ. σκοπῶ. εἰ ἀληθῆ λέγομεν ἤ οὐκ ἀληθῆ. ὁπηλίκος.

Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις ἔπεμψαν.τι σοι δοκεῖ. Εἰ διαφθερεῖτε τὸν δῆμον. ὅς μετά από τελεία ή άνω τελεία ενδέχεται να μην εισάγει δευτ. Τισσαφέρνης δὲ σατράπης κατεπέμφθη ὧν τε αὐτὸς ἦρχε καὶ ὦν Κῦρος. οι οποίοι θα κατηγορήσουν (=για να κατηγορήσουν) τον Αλκιβιάδη. Παράθεση: π. ὅθεν. ἔνθεν. Ακολουθούν ύστερα από δεικτ.χ. λόγου ΜΕΛ π. Οὐκ αἰσχύνεσθε τοὺς θεοὺς οἵτινες προὔδοτε ἡμᾶς.χ.. επιρ.: Ἀλκιβιάδου κατηγορήσοντας) (Απρμφ. [Μτφ] Ήταν κάποιος Φιλλίδας. [Μτφ] Και ανακοινώνουν αυτά που λέει. πρότ. Αντικείμενο: π. ὃς ἐγραμμάτευε τοῖς πολεμάρχοις. οἷος. ό. π. ὅστις) Εκφέρονται κυρίως με οριστ. Οὗτός ἐστιν ὃς ἀπέκτεινε τοὺς στρατηγούς. εσείς οι οποίοι μας προδώσατε. ἀπόφηναι γνώμην. τοσοῦτος. Καὶ φράζουσιν ἃ λέγει. πλ. (ὅς. ὅσος) Εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως.χ. ὅς ἡμῖν οὐδὲν δίδως. προτ. Κατηγορούμενο: π. εσύ που (=γιατί εσύ) τίποτα δεν μας δίνεις. οὐδείς ἐστι. πρότ. πες τη γνώμη σου. (Τελ. οὕτω. τηλικοῦτος.χ. (γενική αντικειμενική από το σατράπης) [Μτφ] Ο Τισσαφέρνης λοιπόν στάλθηκε σατράπης και αυτών των περιοχών τις οποίες αυτός κυβερνούσε και αυτών τις οποίες κυβερνούσε ο Κύρος.Ὦ Κλέαρχε. αλλά να λειτουργεί δεικτικά. ὅ. αντων. (Αιτιολ. τοιοῦτος. τίς ἐστι. (ὅς. ἔστι τις. ὅστις. Θαυμαστὸν ποιεῖς.χ. ᾗ. EΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ (= Αιτιολογικές προτάσεις ή Αιτιολογικές μετοχές) Εισάγονται με αναφ. ὃς οὐ μετέσχε τῆς ἀποστάσεως… [Μτφ] Αν καταστρέψετε τον λαό. Υποκείμενο: Σημ: (α) Στις αναφ. ή αρνητικά λεκτικά σύνολα (οὗτος.Ἦν τις Φιλλίδας. (ὅς. μτχ. οἳ Ἀλκιβιάδου κατηγορήσουσι.χ. (οὗ. αντων. αντων. [Μτφ] Παράξενο πράγμα κάνεις. ΜΕΛ ή ευκτ. (επεξήγηση στο γνώμην) [Μτφ] Κλέαρχε. Επιθετικός προσδιορισμός: π. ὅστις. [Μτφ] Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν πρέσβεις.χ.Χρησιμεύουν ως: π. οἷος) Εκφέρονται κυρίως με οριστ.: οὐδὲν ἡμῖν διδούς) ΤΕΛΙΚΕΣ (= Τελικές προτάσεις ή Τελικές μετοχές ή Απαρέμφατα σκοπού) Εισάγονται με αναφ.: ὅτι ἡμῖν οὐδὲν δίδως) (Αιτιολ. ὅπου. μτχ. αντων.τι δηλαδή σου φαίνεται καλό. [Μτφ] Αυτός είναι που σκότωσε τους στρατηγούς. ὁπόθεν) (β) Η αντων. ονομ. ο οποίος ήταν γραμματέας των πολεμάρχων. εντάσσονται και επιρρηματικές που προσδιορίζουν επιρρηματικές εκφράσεις τόπου ή τρόπου και εισάγονται με αναφ.. (=οἱ προδόται ἡμῶν) [Μτφ] Δεν ντρέπεστε τους θεούς.) 26 . σκοπού: κατηγορῆσαι Ἀλκιβιάδου) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ή ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΕΣ (= Συμπερασματικές προτάσεις) Εισάγονται με αναφ. επιρ. πρότ.χ.χ. ὅποι. ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην αποστασία… Ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός σε γενική: π. Επεξήγηση: π.: ἵνα Ἀλκιβιάδου κατηγορήσωσι ή κατηγορήσειαν) (Τελ. αναφ.

[Μτφ] Και σε όσα ο Κύρος ρωτιόταν από άλλους. ἔθεον εἰς τὰς τάξεις. (Αόρ. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Ἄν τινας γνῶσι τι ἀδικοῦντας. ὅσοι ἐνθάδε ἦσαν. [Μτφ] Ότι κι αν συμβή. (Προσδοκώμενο) (ε) Οὓς δ’ ἂν γνῶσι τούτων τι ἀδικοῦντας. επανάληψη παρόν-μέλλον) (στ) Καὶ ὅσα Κῦρος ὑπ’ ἄλλων ἐρωτῶτο. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Εἴ τινες παῖδες ἐνθάδε ἦσαν.χ. οἷον.τι ἂν συμβῇ. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Εἴ τινες μὴ ἔτυχον ἐν τάξεσιν ὄντες. ὅπως. θα το υπομείνω. [Μτφ] Από αυτούς θα διαφθείρονταν τα παιδιά σας. αντων.: ὅς  εἴ τις ὅπου  εἴ που ὅστις  εἴ τις ὅπου ἄν  ἄν που ὃς ἄν  ἄν τις ὅποι ἄν  ἄν ποι ὅστις ἄν  ἄν τις ὅπῃ ἄν  ἄν πῃ (α) Τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰς τάξεις ἔθεον. και αναφ. καθάπερ. ὥσπερ. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Εἰ Κῦρος ἐρωτῶτο ὑπ’ ἄλλων. ἃ ἡμῖν Κῦρος δοίη. πρότ. οἷα οὕτω. οὕτω καὶ ποιεῖτε. [Μτφ] Από τους Έλληνες έτρεχαν στην παράταξη όσοι τύχαινε να μην είναι παρατεταγμένοι. ὑβρίζοντο ἄν. οἷον. ᾗ. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Ἄν τι συμβῇ. Τὶς οὕτως εὐήθης ἐστὶν ὑμῶν. επανάληψη παρελθόν) ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ή ΠΑΡΑΒΟΛΙΚΕΣ ή ΠΑΡΟΜΟΙΑΣΤΙΚΕΣ Τρόπου Εισάγονται με: Ζεύγη: ὥς. έτσι και πράττετε. (Απλή σκέψη) (δ) Ὅ. Αντίστοιχος υποθετικός λόγος: Εἴ τινα πλοῖα ἡμῖν Κῦρος δοίη. τλήσομαι.: ὥστε ἀγνοεῖ…) ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ (= Υποθετικές προτάσεις ή Υποθετικές μετοχές) Εισάγονται με αναφ. ὀκνοίην ἂν ἐμβαίνειν. τους τιμωρούν.ᾗ. καθάπερ. [Μτφ] Εγώ θα δίσταζα να μπω στα πλοία που ο Κύρος μας έδωσε. ταχὺ ἀπεκρίνετο. ὅστις ἀγνοεῖ τὸν ἐκεῖθεν πόλεμον δεῦρο ἥξοντα. (Μη πραγματικό) (γ) Ἐγὼ ὀκνοίην ἂν εἰς τὰ πλοῖα ἐμβαίνειν. που (=ώστε) αγνοεί ότι ο πόλεμος από εκεί θα φτάσει εδώ. [Μτφ] Όσους απ’ αυτούς καταλάβουν ότι κάνουν κάποια αδικία.χ.ὡς ταύτῃ . 27 . ὥσπερ. (Αόρ. τιμωροῦνται. τιμωροῦνται. ᾗπερ π. ᾗπερ. ὅπως. [Μτφ] Όπως γνωρίζετε. ταχὺ ἀπεκρίνετο. οἳ μὴ ἔτυχον ἐν ταῖς τάξεσιν ὄντες.ὡς. γρήγορα απαντούσε. Ὅπως γιγνώσκετε. οἷα ὧδε . (Πραγματικό) (β) Ὑπὸ τούτων ἂν ὑβίζοντο οἱ παῖδες ὑμῶν. όσα ήταν εκεί.π. (Συμπερ. τλήσομαι. επιρ. [Μτφ] Ποιος από σας είναι τόσο ανόητος. ὡσαύτως .

Εκφέρονται με: Οριστική.ὡς τόσῳ . Ὁποῖα ἄττα ἂν τὰ ἐπιτηδεύματα τῶν ἀνθρώπων ᾖ. (ισοδυναμούν με το γάρ και αιτιολογούν τα προηγούμενα).ὅσος τηλικοῦτος . ὅσον π. = Πείσονται φοβούμενοι.ὅσος. ή σε λεκτικό σύνολο. ΕΕΠ αιτίας: π. Πείσονται ἐπεὶ φοβοῦνται. και εκφράσεων ψυχ. πρότ. = Πείσονται διὰ τὸν φόβον (ή διὰ τὸ φοβεῖσθαι ). Ὄσῳ δὲ ἡ τῆς πόλεως δύναμις ἐλάττω γέγονε. ὅσος τόσον . Δυνητική ευκτική. ἡλίκος τοιοῦτος . ὡς τόσος . αντων.χ.οἷος. δεικτ. ὅσῳ οὕτω .ἡλίκος. ὁποῖος τηλικοῦτος . ὁπότε Υποθετικό σύνδεσμο: εἰ Χρησιμεύουν ως: Επιρρηματικοί προσδιορισμοί του αναγκαστικού αιτίου. ὁπόσος. [Μτφ] Όσο η δύναμη της πόλης έχει ελαττωθεί. όταν βρίσκονται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου και δεν υπάρχει άλλον κύρια πρότ. 28 . Πείσονται ἐπεὶ φοβοῦνται. ἐπειδή. τοσούτῳ ἡ τούτων ηὔξηται. ὁποῖος. Επεξήγηση σε ουδ.ὅσον. ὅτε. Ποσότητας Εισάγονται με: Ζεύγη: ὅσος. πάθους. ὅσῳ. ὁπόσος τοσοῦτος .ὅσος τοσόσδε .Ποιότητας Εισάγονται με: Ζεύγη: οἷος. [Μτφ] Όποιες τυχόν είναι οι ασχολίες των ανθρώπων.χ. λόγου. Υποκείμενο απρ.ὅσῳ.ὅσῳ τοσούτῳ . τόσο έχει αυξηθεί η δική τους. Σημ: Οι σύνδεσμοι ὡς και ἐπεί.ἡλίκος τοιόσδε – οἷος π. ὅσον. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με: Αιτιολογικούς συνδέσμους: ὅτι. ρημ. ὡς Χρονικούς συνδέσμους: ἐπεί. πλ. διότι..χ. είναι παρατακτικοί και εισάγουν κύρια αιτιολ. Ευκτ. Δυνητική οριστική. τοιοῦτον ἀνάγκη καὶ τὸ φρόνημα ἔχειν. τέτοιο πρέπει να έχουν και τον τρόπο σκέψης τους. Αντιστοιχούν με: Αιτιολογική μετοχή: π.χ.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους ἵνα. Ἥκετε. ενώ περιμέναμε τελ. ὅπως. αντων. Σημ: Κάποτε μια τελ. ενώ στη θέση της περιμέναμε απρμφ. τούτου ἕνεκα. ἐφ’ ᾧτε Χρησιμεύουν ως: Επιρρηματικός προσδιορισμός του αποτελέσματος. (γ) Κάποτε ο σύνδ. (τότε η πρότ. (β) Ύστερα από συγκριτικά επίθ. ἢ ὡς και απρμφ.χ. Δυν. πρότ.) • από επίθ. απόφασης. ευκτική. δουλῶσαι ἡμᾶς. Ἤισθοντο αὐτὸν ἐλάττω ἔχοντα δύναμιν ἢ ὥστε τοὺς φίλους ὠφελεῖν. απρμφ.) • από ρ. ὡς. τρόπου) Επιρρηματικός προσδιορισμός σκοπού ή όρου-συμφωνίας. δυοῖν χάριν) Εκφέρονται με: Υποτακτική.χ. ποσού. ὡς Τις προθετικές συνεκφορές: ἐφ’ ᾧ. Ευκτική πλαγίου λόγου. ως β’ όρος σύγκρισης. Αντιστοιχούν με: Τελική μετοχή: π. = Ἥκετε. εισάγει κύρια πρότ. Επεξήγηση συνήθως εμπρόθετων λεκτικών συνόλων (διὰ τοῦτο. κατέχει τη θέση απρμφ. ή αντων. Ευκτική πλαγίου λόγου. οριστική. είναι Υ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ή ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με: Τους συμπερασματικούς συνδέσμους: ὥστε.χ. Δυν. = Ἥκετε. Απαρέμφατο σκοπού: π. με: ἢ ὥστε και απρμφ. (τότε η πρότ. πειθούς. (τότε η πρότ. ΕΕΠ σκοπού: π. δουλώσοντες ἡμᾶς. της αναφοράς) 29 . επιθυμίας. λειτουργεί παρενθετικά με εννοούμενη εξάρτηση (λέγω τοῦτο. λειτουργεί ως Α. Οριστική ιστορικού χρόνου. θεωρείται περιττός όταν έχουμε εξάρτηση: • από απρ. = Ἥκετε ἐπὶ δουλείᾳ τῇ ἡμετέρᾳ. Απαρέμφατο απλό ή δυνητικό Σημ: (α) Όταν ο ὥστε βρίσκεται μετά από τελεία ή άνω τελεία. βούλησης. (Σε δεικτικά επιρ. δεικτ. Ἥκετε. αἱροῦμαι τινά…) Επεξήγηση σε εμπρόθ. ἵνα δουλώσητε ἡμᾶς. Χρησιμεύουν ως Επιρρηματικοί προσδιορισμοί του σκοπού στο ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτώνται. ἵνα δουλώσητε ἡμᾶς. ακολουθεί αποτελ.. ή επιρ. λέγω ταῦτα). ὥστε με απρμφ. Ἥκετε. (Από σπονδὰς ποιοῦμαι. ποιού. με το ἐπί Β΄ όρος σύγκρισης Εκφέρονται με: Οριστική. Στην περίπτωση αυτή δηλώνεται ότι ο α’ όρος έχει την ιδιότητα που του αποδίδεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα σύγκρισης (ασύμμετρη σύγκριση). πρότ. συμβαίνω-συγχωρῶ πρός τινα. ἵνα δουλώσητε ἡμᾶς.

λόγος είναι εκείνος που έχει: • 1η υπόθ. ως απόδ. Χρησιμεύουν ως υποθέσεις για τις οποίες υπάρχει και μια απόδοση (Κ. επεξ. απρμφ. ΜΕΛ (ι) Τελ. (ζ) Απρμφ. τότε παραλείπεται το δυνητικό ἄν. (β) Αλλεπάλληλος υποθ. (γ) Δυν. Απόδοση (α) Οριστ. οριστ. μπορεί να λειτουργεί ονοματικά ως Υ. ειδ. (δ) Υποτ.. αρκτ. λόγος είναι εκείνος που έχει 2 ή περισσότερες υποθέσεις ή αποδόσεις. οποιουδήποτε χρόνου Απόδοση Οποιαδήποτε έγκλιση 2ο είδος: Το αντίθετο του πραγματικού Υπόθεση εἰ + οριστ. ἄν. Απόδοση (1) Οριστ. της 1ης • 2 υποθέσεις με κοινή απόδοση (γ) Υποθ. Α.. (ιγ) ΕΝΣ ΑΟΡ ή ΠΡΚ 4ο είδος: Αόριστη επανάληψη στο παρόν και στο μέλλον Υπόθεση [ἐάν. Απόδοση Οριστ.. ως προσδ. σε ΜΕΛ (θ) Ειδ. (ὑμῶν μὴ κελευσάντων) ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ 1ο είδος: Το πραγματικό Υπόθεση εἰ + οριστ. ἤν + Υποτ. + {áí) Σημ. χρ. (2) Οριστ. εἰ μὴ ὑμεῖς ἐκελεύσατε. (4) Δυν.Π. ρήμα (ιβ) Ρημ. συμπερ. ἄν. χρ. (ε) Ευχ. του σκοπού (η) Τελ.ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με τους υποθετικούς συνδέσμους εἰ. δευτ. ΕΝΣ ή γνωμικός ΑΟΡ 5ο είδος: Απλή σκέψη του λέγοντος Υπόθεση εἰ + ευκτ. (3) Προστ.: Αν στην απόδοση υπάρχει απρόσωπο ρήμα ή απρόσωπη έκφραση. ή αναφ. της 2ης • 2η υπόθ. ιστορ. (οριστ. χρόνου Απόδοση Δυνητ. πρότ. ἄν. επιθ. μτχ. 6ο είδος: Αόριστη επανάληψη στο παρελθόν Υπόθεση εἰ + ευκτ. ΜΕΛ (β) Προστ. ευκτ. ως απόδ. πλάγια. (στ) Τελ. ευκτ. ἤν + Υποτ. απρμφ. προτ. ευκτ. ή β’ όρος σύγκρ.. ιστορ. της 1ης • 2η υπόθ. οριστ. ή κατηγ. απρμφ. 30 . μτχ. 3ο είδος: Το προσδοκώμενο Υπόθεση [ἐάν. ἐάν.) Αντιστοιχούν με υποθετικές μετοχές: Οὐκ ἂν ἦλθον δεῦρο.. Απόδοση (1) Δυν. ενδοιαστ. ἤν. ΠΡΤ ή ΥΠΡ (2) Δυν. (ια) Απρ. ΑΟΡ Σημ: (α) Σύνθετος υποθ.

πρίν (και με το ἄν: ὡς ἄν. ὡς ἄν (σαν) (στ) Πλάγιος υποθ. ὥσπερ ἄν. Σημ: Μερικές φορές ο σύνδ. ἕως. ἐπάν. μέχρι οὗ. ἐπειδάν) Χρονικά επιρρήματα: ὁσάκις. ἀφ’ οὗ. πρότ. • ειδ.(δ) Λανθάνων υποθ. προσδ. ἔστε.) • επιρρηματική έκφραση (ἄλλως. ἐξ ὅτου. κἄν Οὐδ’ εἰ. απρμφ. ἄχρι. λόγος: • χρονικο-υποθετική πρότ. λόγος είναι εκείνος στον οποίο η απόδοση είναι: • ειδ. της αντίθεσης Οι παραχωρητικές . ἄν. μτχ. ερωτ. οὐκ εὐτυχοῦμεν. • εναντιωματική μτχ. σε αντίθετη περίπτωση) εἰ μή (εκτός. καί βρίσκεται πριν από τους υποθ. του πλ. της αντίθεσης Αντιστοιχούν με εναντιωματική μετοχή: Εἰ καὶ ἔχομεν χρήματα. • προθετικό σύνολο (ἄνευ. ἤν) όταν η κύρια πρόταση είναι αρνητική Λειτουργούν ως επιρ. ἀμαχεί) (ε) Φράσεις από ελλειπτικούς υποθ. ὅτε. ὁπότε. ἅμα Εμπρόθετα σε θέση χρονικών συνδέσμων: ἐξ οὗ. λόγου • κτγ. μετά + γεν. ἐὰν-ἄν-ἤν καί Λειτουργούν ως επιρ. • εναντιωματική πρότ. ἤν). ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Εισάγονται με: Χρονικούς συνδέσμους: ὡς. προσδ. ἐκ. οὐδ’ ἐάν (ἄν. • ερωτηματική πρότ. μέχρι. πρότ. ὡς εἰ. μηδ’ ἐάν (ἄν. λόγους: (i) εἰ δὲ μή (αλλιώς. ὅταν. ἐκείνως. τέως. ἤν. • αναφορικο-υποθετική μτχ. ἄχρι οὗ. ὁποσάκις. οὕτως. • χρονικο-υποθετική μτχ. μηδ’ εἰ. ταύτῃ. του πλ. ὁπόταν. απρμφ. • υποθετική μτχ. (απλό ή δυνητικό) αλλά και τελ. • αναφορικο-υποθετική πρότ. ή πλ. ἡνίκα. ὥσπερ ἂν εἰ. δικαίως. ἀφ’ ὅτου. παρά μόνο) εἰ μὴ ἄρα (εκτός αν ίσως) ἐὰν μόνον (αρκεί μόνο να) (ii) εἴ τις καὶ ἄλλος ή εἴπερ τις ἄλλος (περισσότερο από κάθε άλλον) εἴπερ ποτέ ή εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ή εἴπερ καὶ ἄλλοτε (περισσότερο από κάθε άλλη φορά) ὥσπερ εἰ. ἐάν χωρίς να εισάγεται εναντ. εἰ. ἐπειδή.ενδοτικές Εισάγονται με καὶ εἰ. ἐπεί. λόγου ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ή ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ ή ΕΝΔΟΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Οι εναντιωματικές Εισάγονται με εἰ καί. ἕως οὗ 31 . οὐκ εὐυχοῦμεν = Καίπερ ἔχοντες χρήματα. καὶ ἄν. ἐν ᾧ.

ρωτούσα πάλι τον Σωκράτη. 32 . ἀπίοιμεν ἄν. [Μτφ] Καθώς οπλίζονταν.χ. π. έφτασαν οι σκοποί. ἐπειδή πρῶτον. ἔτυχεν ἐν Ἀβύδῳ ὤν. έως ότου φτάσουν οι σύμμαχοι. . χρονική σε ευκτ. χρονική σε υποτ.Κύρια σε ΠΡΤ) [Μτφ] Κάθε φορά που ερχόμουν στην Αθήνα. οὐ πρότερον… πρίν. Ἐν ᾧ ὡπλίζοντο. χρονική σε υποτ.Κύρια σε δυν.Με τις φράσεις: ἐπεί πρῶτον. καλοὶ πλοῖ εἰσιν.χ. (Δευτ. οὐ πρόσθεν… πρίν. .χ. ευκτ. ἕως ἂν οἱ σύμμαχοι ἀφίκωνται. ΑΟΡ) [Μτφ] Κάθε φορά που έστρεφε το βλέμμα του προς μερικούς που βρίσκονταν στην παράταξη.(1) Ὁσάκις Ἀθήναζε ἀφικοίμην. πρόσθεν… ἤ.χ.χ. (Δευτ. χρονική σε ευκτ. ἐπεὶ τάχιστα.Κύρια σε οριστ. Το υστερόχρονο: π. . Ἐπειδὰν ὁ πόλεμος παρέλθῃ. Ποιες χρονικές βαθμίδες εκφράζουν: Το προτερόχρονο: π. ἐπειδὴ τάχιστα. ὡς τάχιστα. Την αόριστη επανάληψη στο παρελθόν: π.χ. Σημ: Οι προτ. Την απλή σκέψη του λέγοντος: Ὁπότε τὸν μισθὸν ἔχοιμεν.) [Μτφ] Όταν έγινε η ναυμαχία. έρχονται στον Πειραιά να συλλάβουν τον Αγόρατο. Ὅταν βορρᾶς πνέῃ. Δηλώνουν (αντίστοιχα με τους υποθετικούς λόγους): Το πραγματικό: π. Το σύγχρονο (ταυτόχρονο): π. που εισάγονται με το πρίν μπορεί να εκφέρονται με απρμφ.Κύρια σε δυν. ὕστερον… ἤ. μπορούμε να φύγουμε. ἧκον οἱ σκοποί. [Μτφ] Θα πολεμούμε. Μαχούμεθα. (Δευτ. πρότερον… ἤ. ἐπανηρώτων τὸν Σωκράτη. έλεγε. θα σας επιστρέψουμε αυτά. οριστ. (Δευτ. χρονική σε οριστ.(2) Ὁπότε προσβλέψειέ τινας τῶν ἐν τάξεσιν. . Ὅτε ἡ ναυμαχία ἐγένετο. . ἔρχονται ἐπὶ τὸν Ἀγόρατον εἰς τὸν Πειραιᾶ. Την αόριστη επανάληψη στο παρόν και στο μέλλον: π.) [Μτφ] Όταν έχουμε τον μισθό. έτυχε να βρίσκεται στην Άβυδο.Κύρια σε οριστ.χ. ΕΝΣ) [Μτφ] Όταν φυσάει βοριάς.χ. (Δευτ. ἀποδώσομεν ὑμῖν ταῦτα. [Μτφ] Αφού εγκρίθηκε το ψήφισμα.Κύρια σε οριστ. εἶπεν ἄν. είναι ωραία τα ταξίδια. εὐθύς ἐπειδή Χρησιμεύουν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του χρόνου στο ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτώνται. χρονική σε ευκτ. Ἐπειδὴ τοῦτο τὸ ψήφισμα ἐψηφίσθη. Το προσδοκώμενο: π. ΜΕΛ ή ισοδύναμες εκφράσεις) [Μτφ] Όταν ο πόλεμος περάσει. (Δευτ. .

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ 1) Βουλητική (α) Προτρεπτική (σε α’ πληθ. ἄν). παρ’ ὀλίγον. ΠΡΤ ή ΑΟΡ με δυν. χρόνου με δυνητ. τὸ κατὰ σαυτόν μέρος. 2) Δυνητική οριστική (Οριστ. • Τοὺς αἰσχρῶς πλουτοῦντας οὔποτ’ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. ΠΡΤ ή ΑΟΡ με μόρια εἰ γάρ. τὸ ἐπὶ σφᾶς. μικροῦ.  και τις περιοριστικές εκφράσεις της αναφοράς: τὸ ἐπ’ ἐμοί. • Εἴθε σοι τότε συνεγενόμην. ὡς ἐγὼ νομίζω-οἶμαι. • Εἰ ἦσαν ἄνδρες ἀγαθοί. τὸ ἐφ’ ἡμᾶς. τὸ αὐτοῦ δυνατόν. και εκφρ. εἴθε. • Εἴ τις Σωκράτει περί τινος ἀντιλέγοι. παρελθ. 2) Απορηματική (σε α’ πληθ. σε ερωτημηματικές προτάσεις). ὦ Ἀθηναῖοι. (β) Η οριστ. ΑΟΡ με άρνηση μή). που δηλώνουν το δυνατόν ή το πρέπον) • Ἔδει ἡμᾶς τὰ προσήκοντα τότε ποιεῖν. τὸ ἐπὶ τούτῳ. ἐπὶ τὴν ὑπόθεσιν ἐπανῆγεν ἂν πάντα τὸν λόγον. ἵνα ἀμυνώμεθα τοὺς πολεμίους. ἄν μπορεί να εκφράζει κάτι που συνέβαινε με επαναλήψεις στο παρελθόν. • Ἴωμεν καὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἀνδρός. τὸ ἐπ’ ἐκείνοις. 3) Ευχετική οριστική Οριστ. ὡς ἔοικεν • Ὀλίγου πληγὰς ἔλαβον.Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ (Α) Οι εγκλίσεις στον ανεξάρτητο λόγο ΟΡΙΣΤΙΚΗ 1) Απλή οριστική (α) Εκφράζει το πραγματικό • Ὁ νόμος ἑαυτὸν ἴσον πᾶσιν παρέχει. παρὰ μικρόν. • Τὶ πράττωμεν. ὦ βουλή. ὡς ἐμοί. (β) Εκφράζει μετριασμό του πραγματικού Με τις λέξεις ὀλίγου.) που λειτουργεί ως προστ. οὐκ ἄν ποτε ταῦτα ἔπασχον. (β) Αποτρεπτική-απαγορευτική (β’ ή γ’ προσ. ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. (γ) Εκφράζει άρση του πραγματικού (ΠΡΤ απρ. (α) Εκφράζει το δυνατόν στο παρελθόν ή το αντίθετο του πραγματικού. 33 . τὸ ἐπὶ σοί. ἀπολέσητέ με ἀδίκως. ὡς ἐμοὶ δόξῃ. ρημ. Εκφράζει ευχή ανεκπλήρωτη (ο ΠΡΤ για το παρόν και ο ΑΟΡ για το παρελθόν). ὅτε δεινότατος ἦσθα. • Μὴ τοίνυν. ΕΥΚΤΙΚΗ 1) Ευχετική 2) Δυνητική Εκφράζει: (α) Το δυνατόν στο παρόν και το μέλλον.

με τη συνοδεία του αοριστολογικού ἄν. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ Εκφράζει: (α) Προσταγή • Ἴθι. πλήρωσον τὸ ποτήριον οἴνου. πλάγιες ερωτηματικές απορηματικές. πάταξον δέ. (ε) Ευχή.τι και στον ανεξάρτητο λόγο) 2) Πλαγίου λόγου 3) Επαναληπτική (συνήθως σε ΑΟΡ. δηλώνει απλή σκέψη ή υποκειμενική γνώμη. (ε) Συγκατάθεση. όταν υπάρχει έλξη από προηγούμενη ευκτ. • Ταῦτα ποιούντων ἠμῶν εὐθὺς ἂν Ἀριαῖος ἀποσταίη. μόνο σε αναφορικές προσδιοριστικές επιθυμίας). μή μου ἅπτου. παραχώρηση • Οὕτως ἐχέτω. ὦ Καῖσαρ. (β) Απαγόρευση-αποτροπή • Γύναι. (Β) Οι εγκλίσεις στον εξαρτημένο λόγο ΟΡΙΣΤΙΚΗ Εκφράζει ό. ενδοιαστικές. (γ) Γνώμη με μετριοπάθεια. • Σὺ μὲν κομίζοις ἂν σεαυτὸν οἷ θέλεις. εκφράζει αόρ. ΕΥΚΤΙΚΗ 1) Δυνητική (ό. Επίσης στις χρονικο-υποθετικές και αναφορικο-υποθετικές.τι και στον ανεξάρτητο και παρουσιάζεται με τις ίδιες μορφές (σπάνια είναι η ευχετική. και αναφορικο-υποθ. (δ) Ευγενική προσταγή. χρονικο-υποθ. (δ) Ευχή. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ Του προσδοκωμένου Σε τελικές. ὦ παῖ. παραίνεση. 5) Απλή. προτ.(β) Κάτι πιθανό. 34 . (γ) Προτροπή. επαν.).. υποθετικές και παραχωρητικές. παράκληση • Ἄκουσον μέν. 4) Απλή. • Οὐκοῦν ἡ ῥητορικὴ δημηγορία ἂν εἴη. • Πῶς ἂν ὀλοίμην. όταν η πρότ. στο παρελθόν και βρίσκεται σε υποθ. ὡς σὺ λέγεις. κατάρα • Χαῖρε.

β) Προσθέτουμε / συμπληρώνουμε:  Το ρήμα εξάρτησης. ὡς  Τον σύνδεσμο / μόριο: ἐάν. ὁπότε. ἐπειδάν. όπου χρειάζεται. 35 . ὅς πότερος  ὁπότερος πόσος  ὁπόσος ποῖος  ὁποῖος ποῦ  ὅπου πῶς  ὅπως. γ) Αντικαθιστούμε συνήθως (ή διατηρούμε):  Τις ερωτηματικές λέξεις (αντωνυμίες ή επιρρήματα) με αντίστοιχες αναφορικές τίς  ὅστις. έλεγχο). αγγελία.  Την εισαγωγική λέξη (σύνδεσμο. ἐπειδή + ευκτική ύστερα από παρελθοντικό χρόνο.  Τους χρονικοϋποθετικούς συνδέσμους: ὅταν. ἐπεί.  Τις μεταβάλλουμε σε ευκτική του πλαγίου λόγου ύστερα από παρελθοντικό χρόνο. δήλωση. ἐπάν.  Τις ευθείες ερωτήσεις σε πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις (αποβάλλεται το ερωτηματικό). ἤν με το εἰ + ευκτική ύστερα από παρελθοντικό χρόνο. (Οι δευτερεύουσες προτάσεις του ευθέος λόγου παραμένουν δευτερεύουσες και στον πλάγιο).ΕΥΘΥΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΥΘΕΟΣ ΛΟΓΟΥ ΣΕ ΠΛΑΓΙΟ α) Τρέπουμε:  Τις κύριες προτάσεις κρίσης ανάλογα με τον ρηματικό τύπο της εξάρτησης σε ειδική πρόταση (μετά από λεκτικά. όρκο.  Τις κύριες προτάσεις επιθυμίας πάντοτε σε τελικό απαρέμφατο. ελπίδα… και σπανιότερα μετά από γνωστικά και αισθητικά) ή κατηγορηματική μετοχή (μετά από ρήματα που δηλώνουν γνώση. μνήμη. δείξη. δ) Διατηρούμε ή μεταβάλλουμε τις εγκλίσεις:  Διατηρούμε την οριστική και υποτακτική ύστερα από αρκτικό χρόνο. ὁπόταν. στ) Διατηρούμε ή προσαρμόζουμε:  Τα πρόσωπα και τις αντωνυμίες ανάλογα με τις νοηματικές ανάγκες του λόγου. αλλά και ρήματα που δηλώνουν υπόσχεση. ε) Αφήνουμε αμετάβλητα:  Τον χρόνο και την άρνηση (συνήθως) του ευθέος λόγου. με τους συνδέσμους: ὅτε. αίσθηση. μάθηση.  Τις δυνητικές εγκλίσεις ή τις αφήνουμε αμετάβλητες ή τις τρέπουμε σε δυνητικό απαρέμφατο και δυνητική κατηγορηματική μετοχή ανάλογα με το ρήμα εξάρτησης. γνωστικά και αισθητικά ρήματα) ή ειδικό απαρέμφατο (μετά από λεκτικά και δοξαστικά ρήματα. μόριο).

 Την κατηγορηματική μετοχή σε οριστική ίδιου χρόνου συνήθως. ἤν + υποτακτική για το προσδοκώμενο και την αόριστη επανάληψη στο παρόν-μέλλον.ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΠΛΑΓΙΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΕ ΕΥΘΥ α) Τρέπουμε:  Την ειδική πρόταση.  Την εισαγωγική λέξη (σύνδεσμο.  Τον υποθετικό σύνδεσμο: εἰ + ευκτική με το: ἐάν. στ) Αφήνουμε αμετάβλητα:  Τον χρόνο και την άρνηση (συνήθως).  Το τελικό απαρέμφατο σε κύρια πρόταση επιθυμίας.  Τους απλούς χρονικούς συνδέσμους και τις αναφορικές λέξεις με αντίστοιχες χρονικο-υποθετικές και αναφορικο-υποθετικές συνεκφορές (με αοριστολογική υποτακτική).  Το δυνητικό ειδικό απαρέμφατο και τη δυνητική κατηγορηματική μετοχή είτε σε δυνητική οριστική είτε σε δυνητική ευκτική (συνήθως). πρόταση). γ) Αντικαθιστούμε:  Τις αναφορικές λέξεις (αντωνυμίες ή επιρρήματα) με αντίστοιχες ερωτηματικές (βλ.  Τις δυνητικές εγκλίσεις (δυνητ. το ειδικό απαρέμφατο και την κατηγορηματική μετοχή σε κύρια πρόταση κρίσης. ανάλογα με τις ανάγκες του λόγου. το υποκείμενο και τους προσδιορισμούς του. Υποτακτική βουλητική (από προτρεπτικό κυρίως ή συμβουλευτικό ρήμα εξάρτησης). ζ) Διατηρούμε ή προσαρμόζουμε:  Τα πρόσωπα και τις αντωνυμίες ανάλογα με τις νοηματικές ανάγκες του λόγου.. σύνδ. δυνητ.  Την υποτακτική του προσδοκωμένου ή την αοριστολογική (δευτ. 36 . (Οι δευτερεύουσες προτάσεις -εκτός από τις πλάγιες ερωτηματικές και τις ειδικές. β) Αφαιρούμε / παραλείπουμε:  Τον ρηματικό τύπο εξάρτησης. Προστακτική (κυρίως από κελευστικό ή απαγορευτικό ρήμα εξάρτησης). ὡς ερωτ.).: ὅτι. μόριο: εἰ. ἐάν.  Το ειδικό απαρέμφατο σε οριστική ίδιου χρόνου συνήθως.  Το τελικό απαρέμφατο σε: i. ii. Στα άλλα είδη υποθετικών λόγων διατηρείται η μορφή εισαγωγής και εκφοράς της υπόθεσης. iii.  Τον συνεχή πλάγιο λόγο σε ανεξάρτητο. μόριο): ειδ. (Διατηρούμε τις ερωτηματικές λέξεις). παραπάνω).παραμένουν). ευκτ. ὅτε  ὁπόταν ὅπότε  ὁπόταν ἐπεί  ἐπάν ἐπειδή  ἐπειδάν ἕως  ἕως ἄν πρίν  πρὶν ἄν ὅς  ὃς ἄν ὅστις  ὅστις ἄν ὅπου  ὅπου ἄν ὅπως  ὅπως ἄν δ) Διατηρούμε:  Την απλή οριστική. πλαγίου λόγου σε οριστική (πρόταση κρίσης) ή σε υποτακτική του προσδοκωμένου ή απορηματική (πρόταση επιθυμίας). ε) Μετατρέπουμε / μεταβάλλουμε:  Την ευκτ. Ευχετική ευκτική (από ρήμα εξάρτησης που δηλώνει ευχή ή κατάρα). ἄν. οριστ.  Την απορηματική υποτακτική (κύρια πρόταση).  Την πλάγια ερωτηματική πρόταση σε ευθεία ερώτηση (βάζουμε ερωτηματικό).

15 Μετοχή: σελ. 4-5 Εμπρόθετοι επιρρηματικοί προσδιορισμοί: σελ. 16-19 Ανάλυση μετοχών: σελ. 9-13 Σύγκριση: σελ. 14 Απαρέμφατο: σελ. 33-34 Ευθύς και πλάγιος λόγος: σελ. 2-3 Ονοματικοί προσδιορισμοί: σελ. 19-21 Δευτερεύουσες προτάσεις: σελ. 7-9 Πλάγιες πτώσεις: σελ. 6 Αντικείμενο: σελ.ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Υποκείμενο & Κατηγορούμενο: σελ. 14 Απρόσωπη σύνταξη: σελ. 35-36 37 . 22-32 Εγκλίσεις: σελ.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful