Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν.
ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1966 



1. ΠΡΟΣΦΑΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΠΑΡΕΛΘΟΝ 



ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ ΜΑΣ

Ἄφησες κάθε χώρα μακρινὴ καὶ κάθε γῆ,
ποὺ τῆς ζωῆς ὁ πόλεμος σ’ ἐκράτει
καὶ πάνω στῶν ὠκεανῶν τὰ πλάτη
ἔτρεξες στῆς Πατρίδας τὴν κραυγή.
Ἦρθες ἀπὸ τὴ Ρούμελη καὶ τὸ Μωριά,
μέσ’ ἀπὸ τὰ λαγκάδια σου τ’ ἀγαπημένα,
ἦρθες ἀπ’ τὰ νησιὰ τὰ μυροβολημένα,
ποὺ λούζονται στὸ κύμα τοῦ βοριᾶ.
᾽Ἦρθες καὶ μὲ τὸ χέρι σου τὸ στιβαρό,
ποὺ ἀκούραστο τὴ γῆ ὀργώνει,
ποὺ στὴν παλάμη του στενάζει τὸ τιμόνι,
φουχτώνεις τ’ ὅπλο τὸ ἱερό.
Σὰν τὴν ἀνεμοζάλη, σὰν τὴν ἀστραπή,
γκρεμίζεις τῆς σκλαβιᾶς τὸ καταχθόνιο κτίριο
καὶ θεμελιώνεις μ’ ἆσμα νικητήριο
τῆς λευτεριᾶς τὸν πύργο τὸ φωτολαμπῆ.
Ὤ, πόσα χέρια ἁπλώνονται σ’ ἐσένα,
καὶ πόσα μάτια σοῦ γελοῦνε δακρυσμένα!
Πόσες καρδιές μ’ εὐγνωμοσύνη σ’ εὐλογοῦνε,
καὶ πόσα χείλη σ’ ἀνυμνοῦνε!
«Ποιήματα» 1916

Ἀριστομένης Προβελέγγιος 

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ

Τὸ νέον ἔτος 1941 ἀνατέλλει ὑπὸ συνθήκας ὅλως ἐξαιρετικὰς διὰ τὸ
῾Ελληνικὸν ῎Εθνος. Χωρὶς νὰ πρακαλέσωμεν, μᾶς ἐπεβλήθη ὁ πόλεμος,
ὁ ὁποῖος, χάρις εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ λαοῦ, τὸ ὑψηλὸν φρόνημα καὶ τὴν
γενναιότητα τῶν μαχομένων τέκνων τῆς Πατρίδος, ἀπέβη νικηφόρος.
Χάρις εἰς ὅλα αὐτά, ἡ ῾Ελλὰς ἑώρτασεν ἐλευθέρα καὶ πλήρης δόξης τὴν
μεγάλην ἡμέραν τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ
νέον ἔτος πλήρης πίστεως καὶ ἐλπίδων. Διότι πιστεύομεν ὅτι ὁ ἀγὼν
μας εἶναι δίκαιος καὶ ἱερός. Πιστεύομεν εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον
τοῦ ῎Εθνους μας, εἰς τὸν ἱστορικὸν πολιτιστικὸν προορισμόν του καὶ
εἰς τὰ μεγάλα πεπρωμένα του. Καὶ ἔχομεν ἤρεμον τὴν συνείδησιν ὅτι
οὐδὲν τὸ ἄδικον κατ’ οὐδενὸς ἐπράξαμεν, ἀλλὰ ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῶν
εὐγενεστέρων καὶ ὑψηλοτέρων ἠθικῶν ἀξιῶν.
Μὲ τοιαύτην πίστιν καὶ τοιοῦτον χαλύβδινον ἠθικὸν ὁ λαὸς
ἀντιμετώπισεν ὅλην τὴν σκληρότητα τοῦ ἀγῶνος, ὅλας τὰς
δοκιμασίας τῶν ἀπανθρώπων ἐναερίων ἐπιδρομῶν τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ μὲ
ἐνδάκρεις τοὺς ὀφθαλμοὺς διὰ τὰ ἀθῷα καὶ ἀνυπεράσπιστα θύματα
ὑψώνει ὑπερηφάνως τὸ μέτωπον. Διότι εἰς τὰς ἀνάνδρους μεθόδους
ἀντιτάσσει τὰ στήθη τῶν τέκνων του εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὅπου
καὶ μόνον στέφονται οἱ ἔντιμοι πολεμισταὶ καὶ οἱ γενναῖοι ἄνδρες.
Ὁ ἀγών μας θὰ εἶναι σκληρός, ἀλλὰ τὰ ἀποθέματα ἠθικοῦ
ἀνεξάντλητα. Διότι λαὸς ἀποφασισμένος δι’ ὅλα, ἐνθυμούμενος
τὰς μεγάλας παραδόσεις του καὶ ἔχων τόσον βαθέως ἐρριζωμένον
τὸ συναίσθημα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας δὲν
κάμπτεται ποτέ. Στρατός, λαός, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γέροντες καὶ
παιδία, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, ὅλοι, ὡς εἷς καὶ μόνον ἄνθρωπος, ἕνα
σκοπὸν βλέπομεν, ὑπὸ ἑνὸς κατεχόμεθα συναισθήματος καὶ ἀπὸ ἕν
λαμπρότατον ὁδηγούμεθα ἄστρον: Τὴν Πατρίδα.
Ὅλοι μαζὶ στερρῶς ἡνωμένοι καὶ ἀλληλέγγυοι, ἀγωνιζόμεθα καὶ
θὰ νικήσωμεν. Θεία Πρόνοια μᾶς παραστέκει καὶ μὲ τὴν βοήθειαν
αὐτῆς ὡς ὑπέρτατον ὅπλον, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ νέον ἔτος.
Μὲ τὴν συγκίνησιν, ἡ ὁποία συνέχει τὴν ψυχήν μου δι’ ὅσα μεγάλα
καὶ ὑπέροχα συντελοῦνται, εὔχομαι ποὸς τὸν ἀγαπημένον μου λαὸν
τὰς ἡμέρας τοῦ νέου τούτου ἔτους πλήρεις εὐτυχίας καὶ δόξης.
1941

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄ 

Εἶμαι ἀθλητὴς τῶν 400 μέτρων. λοχία. χωρὶς θόρυβο. πίσω ἀπὸ ἀραιὲς τοῦφες ἰτιᾶς. ῎Εβγαζε ἀργὰ . κύριε Διοικητά. Τὸ ποτάμι κυλοῦσε τὰ βρώμικα νερά του. Ὁ συνταγματάρχης σηκώθηκε ὀρθὸς καὶ τοῦ εὐχήθηκε: . χωρὶς νὰ τὸν ἀντιληφθῆ κανείς.᾽Εσὺ εἶσαι.Τί λές. Ἀπέναντί του ἔστεκε ἰταλικὸ ἀπόσπασμα καὶ φρουροῦσε μιὰ γέφυρα˙ γύρω του ἁπλωνόταν ἡ κοιλάδα τῆς Βίγλιστας καὶ τοῦ φαινόταν ὅτι σ’ ὅλον αὐτὸ τὸν ξεσκέπαστο κάμπο ἦταν ὁ μόνος ῞Ελληνας. .Μπράβο! Θὰ σοῦ δώσω ἀμέσως ζῶο νὰ σὲ κατεβᾴση κάτω. κι αὐτὴ ἡ ἡσυχία ἐμπόδιζε τὸ Σπύρο νὰ ἐκτελέση τὴν ἀποστολή του. . γιὰ νὰ περάσωμε τὸ πυροβολικό μας.Μάλιστα.Καλὴ ἐπιτυχία! Καθισμένος τώρα ὁ Σπύρος πίσω ἀπὸ τὶς ἰτιές.ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΔΕΒΟΛΗ Ὁ Σπύρος ἤθελε νὰ μποροῦσε νὰ μίκραινε.ἀργὰ τὶς ἀρβύλες του. ῾Η γέφυρα αὐτὴ εἶναι ὑπονομευμένη ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς. γιὰ νὰ μᾶς σταματήσουν. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάη κάποιος κολυμπώντας κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα καὶ νὰ κόψη τὸ φυτίλι τῆς πυροδοτήσεως. ποὺ φρουροῦσε τὴ γέφυρα καὶ ποὺ φαινόταν νὰ περιμένη νὰ περάσουν τὰ τελευταῖα  . ὅταν ἔβαλε τὰ γυαλιά του. Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ πέση στὸ νερὸ ἀπαρατήρητος. ἤθελε νὰ μποροῦσε νὰ γινόταν ἄφαντος. καὶ ἦρθε διαταγή ἂν ὑπάρχη ἀνάμεσά τους κανένας δύτης τὸ ἐπάγγελμα ἢ τουλάχιστον καλὸς κολυμβητής. τὸν ἀνεγνώρισε: . Ξέρεις καλό. Ἀποροῦσε κι ὁ ἴδιος. νὰ παρουσιασθῆ στὸ συνταγματάρχη. Δὲν εἶχαν προφθάσει νὰ χορτάσουν οἱ φαντάροι τὴν κατάληψη τῆς Μόροβας. Ἑτοιμάζονται νὰ τὴν τινάξουν στὸν ἀέρα. Ἀναλαμβάνεις νὰ τὸ κάνης ἐσύ. ἕνα τόσο δὰ μικρὸ χαλικάκι. Τότε θὰ σὲ στείλω σὲ μιὰ σπουδαία ἀποστολή. ἐκεῖ τοὺ ἦταν ἔτσι ἄσχημα κρυμμένος. πῶς εἶχε κατορθώσει νὰ πλησιάση τὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Δεβόλη. Στὸ Δεβόλη ὑπάρχει γέφυρα. μὰ καλὸ κολύμπι. . Ὁ Σπύρος πῆγε στὴ διοίκηση καὶ εἶπε πὼς ξέρει κολύμπι. λογάριαζε μὲ τί τρόπο θὰ ἔπεφτε στὸν ποταμό. ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη. μέσα σὲ πολυάριθμο πλῆθος ᾽Ιταλῶν ποὺ ὑποχωροῦσαν. χωρὶς νὰ ξεκολλᾶ τὸ μάτι ἀπὸ τὸ Ἰταλικὸ ἀπόσπασμα. . Ὁ ἀσπρομάλλης συνταγματάρχης.

Ψαχουλεύοντας. τὸ ψαλίδι καὶ τὸ ἔκοψε. συνηθίζουν νὰ βάζουν διπλοὺς ἀγωνοὺς ἀπὸ σύρματα. Ἔβγαλε ἔξω ἀπ’ τὸ νερὸ τὸ καλάμι του καὶ πῆρε βιαστικὰ ἀναπνοή. καὶ καθὼς οἱ Ἰταλοὶ ἐσήκωσαν τὰ κεφάλια νὰ τὰ δοῦν. ἅρπαξε. Ἄν δυσκολεύτηκε τόσο νὰ βρῆ τὸ πρῶτο φυτίλι. γιατὶ τὸ νερὸ κατέβαζε πολὺ χῶμα κι ἔτσι ἀναγκάστηκε νὰ ψάχνη μπροστά του μὲ τὰ χέρια καὶ νὰ προχωρῆ σιγά. ὅσο νὰ βρῆ καὶ δεύτερο σύρμα. πουθενὰ δὲν συναντοῦσαν τὰ δάχτυλά του σύρμα. ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. γιὰ νὰ γλιστρήση στὸ Δεβόλη. ξαπλώθηκε στὴ μουσκεμμένη γῆ δίπλα στὸ νερὸ καὶ περίμενε εὐκαιρία νὰ κοιτάξουν ἀλλοῦ οἱ σκοποί. δοκίμασε νὰ περπατήση στὸ βυθό. Πήγαινε ἀπὸ τὴ μιά πλευρά. έναντίον του. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐβούισαν ἀεροπλάνα. γιατὶ τὸ ρεῦμα τοῦ Δεβόλη παράσερνε κι εἶχε νὰ παλευη. Μακριὰ ἀκούονταν πολυβόλα ὕστερα σώπαιναν καὶ πάλι σὲ λίγο ξανάρχιζαν. Ἅμα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ ροῦχα του ὁ Σπύρος. κι ἦταν τόσο 10 . ὅταν κόντευε πιὰ ν’ ἀδειάση τὸ στῆθος του ἀπὸ ἀέρα. Κάποτε τὸ χέρι του ἄγγιξε τέλος σύρμα καὶ σὰν ἀστραπὴ. βουτοῦσε βαθιά. Ἔπρεπε λοιπόν νὰ ψάξη μὲ προσοχή. Μιὰ στιγμή. τὸν χτύπησε στὰ νεφρὰ κορμὸς δένδρου. μιὰ πρὸς τὰ ἐκεἴ. ὁ λοχίας πῆρε βαθιὰ ἀναπνοή. Κολυμπώντας πάλι. ὥστε. μιὰ πρὸς τὰ ἐδῶ. πήγαινε άπὸ τὴν ἄλλη. ποὺ κατέβαζε τὸ ποτάμι. ἄν πάθη κάτι ὁ ἕνας ἀγωγός. Ὕστερα. ἄλλοτε κούτσουρα καὶ ρίζες δένδρων. Τέλος. Δὲν ἔβλεπε τίποτα. τὸ δεύτερο ἦταν ανεύρετο. ἄλλοτε ἄγγιζε κάτι πράγματα μαλακὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν πτώματα. γιὰ νὰ τὴν τινάξη στὸν ἀέρα. τὴν ἀνανέωνε μὲ τὸ καλάμι.τμήματα. Ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ. ἡ βουτιὰ θὰ ἦταν πολὺ μακριὰ για τὴν ἀναπνοή του κι ἔκοψε μὲ τὸ ψαλίδι ποὺ βαστοῦσε ἕνα καλάμι καὶ τὸ κράτησε στὸ στόμα σὰν πίπα. μπῆκε στὸ ποτάμι ὅσο πιὸ ἀθόρυβα μπόρεσε κι ἄρχισε τὸ μακροβούτι του πρὸς τὴ γέφυρα. νὰ λειτουργήση ὁ ἄλλος. ψάχνοντας τὴ βάση. ἐνῶ κατάπινε κάμποσα βρωμόνερα. βρῆκε τὴ βάση τῆς γέφυρας καὶ σταμάτησε. γύρευε νὰ βρῇ τὸ φυτίλι τῆς πυροδοτήσεως. Ὅταν σωνόταν ἡ ἀναπνοή του. ποὺ τὸν ὁδήγησε πρὸς τὴ γέφυρα τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι γιὰ ἀσφάλεια σὲ τέτοιες περιρστάσεις. ποῦ κολυμποῦσε στῆ μέση τοῦ ποταμοῦ. Ἔκρινε πὼς ἀπὸ κεῖ ποὺ βρισκόταν. Τὸ κολύμπι δὲν ἦταν εὔκολο. μὰ ἡ λάσπη ἦταν πλαδαρὴ καὶ βούλιαζε.

Τοῦ περνοῦσε ἀπὸ τὸ νοῦ ἡ ἰδέα. γιατὶ ὁ πλημμυρισμένος Δεβόλης. Δυὸ φορὲς νόμισε πὼς ἦταν φτασμένος καὶ δυὸ φορὲς γελάστηκε. γιατὶ ἡ κούραση δὲν τὸν ἄφηνε τώρα νὰ πάρη προφυλάξεις. Συλλογίστηκε πὼς ἴσως νὰ εἶχε φτάσει ἡ ὀπισθοφυλακή. Μιὰ στιγμὴ αἰσθάνθηκε δυνατὸ ρίγος. ρέοντας ἀντίθετά του τὸν ἐμπόδιζε. πὼς δὲν θὰ ὑπῆρχε δεύτερος ἀγωγός. Μὰ κανένας δὲν ἔτυχε νὰ τὸ ἰδῆ. Δὲν μπόρεσε νὰ κάμη διὰ μιᾶς τὴ διαδρομὴ ὡς τὸ μέρος. ὥστε τον τίναξε ψηλά. κι ὅμως δὲν ἐννοούσε νὰ ἐγκαταλείψη τὴν προσπάθειά του. τὸ ἔψαξε τέσσερις φορὲς κολυμπώντας μὲ τὸ ἕνα χέρι. Κολύμπησε ἀκόμη λίγο κι ὅταν ἔνιωσε πιὰ τὴ δύναμή του νὰ ἐξαντλῆται. Ἐπειδὴ ἡ ἀναπνοή του εἶχε λιγοστέψει κι ἡ καρδιά του χτυπούσε δυνατά. ἐκεῖ στὶς ἴδιες ἰτιὲς ποὺ κρυβόταν πρὶν καί. κι ὁ Σπύρος βούτηξε βαθύτερα καὶ πήγε δίπλα στὴ βάση τῆς γέφυρας. ποὺ περίμενε τ’ ἀπόσπασμα.δυνατὸς ὁ βρόντος. μόλις ξαπλώθηκε. μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα. δὲν εἶχε φόβο νὰ τὸν ἰδοῦν καὶ στάθηκε ἐκεῖ λίγα λεπτὰ χορταίνοντας τὸν ἐλεύθερον ἀέρα. ἔως ὅτου τὸ μικρὸ του δάχτυλο γαντζώθηκε τυχαῖα σὲ σύρμα. ὅπου στάθηκε νὰ ξαποστάση. Τ’ ἅρπαξε κι ἑτοιμαζόταν νὰ τὸ ψαλιδίση. νὰ περιβρέχη τὴ ράχη του. ἀναγκάστηκε νὰ βγάλη μὲ προσοχὴ τὸ κεφάλι του ἔξω ἀπ’ τὸ νερό γιὰ νὰ συνέλθη. μὰ κατάλαβε πὼς ἦταν τὸ ἴδιο ποὺ εἶχε κόψει πρίν. θὰ τίναζαν τὴ γέφυρα. κι ὅτι μόλις διάβαιναν αὐτοί. ἀποφάσισε νὰ ἑτοιμάση τὴν ἀναπνοή τῆς ἐπιστροφῆς κι ἔβγαλε ἀπότομα τὸ κεφάλι ἔξω ἀπ’ τὸ νερό. Καθὼς βρισκόταν κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ πάτωμα τοῦ γεφυριοῦ. ἄρχισαν ρίγη 11 . Αἰσθανόταν ἐξασθενημένος καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ γυρισμό. Τὸ ἄνοιγμα. βγῆκε στὴν ὄχθη. ἐνῶ μὲ τ’ ἄλλο πασπάτευε τὸ βοῦρκο. Ξαναβούτηξε λοιπὸν κι ἄρχισε νὰ γυρεύη τὸ φυτίλι μὲ μανία ἀπελπισμένου. *** Ἐπὶ τέλους. ποὺ ἄφηνε ἡ γέφυρα ἀνάμεσα στὶς βάσεις της. ποὺ εἶχε ἀφήσει τὰ ροῦχα του. μὰ καὶ πάλι δὲν σταμάτησε τὸ ψάξιμο. ᾽Επέμεινε. Ὕστερα πάλι ἄκουσε φωνες καὶ θόρυβο αὐτοκινήτων στὴν ἀπέναντι ὄχθη καὶ βήματα ἀνθρώπων ποῦ περνοῦσαν γρήγορα ἀπὸ πάνω του.

καὶ πῆραν τὴ γέφυρα.Λέτε. ἀμπέχωνο. Ὁ Σπύρος ζήτησε κονιάκ. ἔκανε γαργάρα κι ἔφτυσε.Δὲν πιστεύω. σὰν πουλάρια τὴν ἄνοιξη. Ἡ καρδιά του εἶχε πετρώσει ἀπὸ τὴν ἀνησυχία. μὰ δὲν εἶχαν νὰ τοῦ δώσουν· ζήτησε νερὸ καὶ πρὶν πιῆ. τοῦ ἔφερνε ἐμετό. Ὁ Σπύρος ἀνησυχοῦσε: .. Ὁ ἀξιωματικὸς κουνώντας τὸ κεφάλι: . 12 . Ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ εἶπε: . . Ἔτσι ὅπως ἦταν μουσκεμένος φόρεσε γρήγορα παντελόνι. προφταίνουν νὰ βάλουν νέο. μανδύα καὶ τράβηξε πρὸς ἕνα ἐρημοκλήσι.νὰ περιτρέχουν τὸ σῶμα του. ὅτι δὲν εἶχε ἐπιμείνει ψάχνοντας καὶ ἂς πνιγόταν. ποὺ τὸν περίμενε κεῖ. . ποὺ κατάπιε. τοῦ εἶπε ὁ ὑπολοχαγός. Ἀλλὰ σὲ λίγο ἀκούστηκαν φωνὲς καὶ καμιὰ ἑκατοστὴ εὔζωνοι φάνηκαν νὰ τρέχουν ζωηρὰ τὸν κάμπο. Τὰ δόντια του χτυποῦσαν.῎Εμεινες μιὰ ὥρα στὸ ποτάμι. καὶ μόνον ἂν τὸ γεφύρι ἔμενε ἄβλαβο θὰ πήγαινε στὴ θέση της. . Τώρα μετανοοῦσε. ἀνησύχησα μήπως πνίγηκες. Κοίταξαν ὕστερα πρὸς τὴ γέφυρα καὶ κατασκόπευαν τὸ ἰταλικὸ ἀπόσπασμα.Ἅμα νιώσουν ὅτι κόψαμε τὸ φυτίλι. Ὅταν ἄκουσα τ ἀεροπλάνα. κύριε ὑπολοχαγέ.. ἀλλὰ τότε θὰ τοὺς ἰδοῦμε νὰ μπαίνουν στὸ νερό! Ὁ Σπύρος θεωροῦσε τὴ σωτηρία αὐτῆς τῆς γέφυρας ζήτημα προσωπικό.Ἴσως.Μὴ κάνης ἔτσι. στὴ γλώσσα του εἶχε τὴ γεύση τῆς χωματίλας καὶ ἡ σιχασιὰ τόσης λάσπης. ρώτησε. Οἱ φρουροὶ της τὸ ἔσκασαν πρὸς τὴν Κορυτσά. ἐξ αἰτίας τοῦ σαγονιοῦ του ποὺ ἔτρεμε. Ἅμα ὅμως ἄργησες νὰ φανῆς. γιὰ νὰ ἐπιτηροῦν τοὺς Ἰταλούς. τοῦ ἀπάντησε. Τὰ μάτια του ἔτσουζαν γεμάτα βρῶμες. γιὰ νὰ βουτήξης καὶ πραγματικὰ σὲ εὶδα νὰ γλιστρᾶς στὸ νερό. γιὰ νὰ φύγη ὁ βοῦρκος ἀπὸ τὸ στόμα του. Ὁ Σπύρος πετάχτηκε πάνω ἀπὸ τὴ χαρά του κι ὁ ὑπολοχαγὸς τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν φίλησε. χωρὶς νὰ ρίξουν τουφεκιά. διηγήθηκε ὁ Σπύρος μὲ πόσα βάσανα βρῆκε ἕνα μόνον φυτίλι. εἶπα πὼς θὰ ἐπωφεληθῆς. Μιλώντας ἄσχημα. νὰ ὑπάρχη καὶ δεύτερο σύρμα. γιὰ νὰ συναντήση τὸν ὑπολοχαγὸ τοῦ μηχανικοῦ. Φοβόταν ὀτι ὁ κόπος του θὰ χανόταν ἀδίκως καὶ πρότεινε νὰ πᾶν κοντύτερα. λοχία.

στάθηκε μιὰ στιγμὴ ἐκεῖ. Τέτοια ὥρα. ῾Η ἰδέα πὼς εἶναι ταπεινωμένοι. ἀφοῦ ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ τ’ οὐρανοῦ.Χρῆστος Π. Ὅλο τὸ χειμώνα ὀνειρεύονταν τὴ λαμπράδα τοῦ πολέμου. Ὅσο τοὺς ζεματοῦσε ἡ φωτιά. ἀπὸ εὐγένεια. μὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. μεσημέρι. Ζαλοκώστας «Πίνδος» 1947 ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ Ὁ ἄρχοντας. μόνοι. ποὺ σύντομα 13 . ποὺ ξεπερνάει ὅλους τοὺς ἄλλους. ῎Εκαναν πιστὰ τὸ καθῆκον τους. ἀπὸ τὰ λερὰ πρόσωπα. Ἅμα μιὰ γερμανικὴ διμοιρία. ὁ ἥλιος. τοὺς προσπερνάει μὲ βῆμα παράτας. Ἀναλογίζονται τοὺς σκοτωμένους συντρόφους. γιατὶ ἀκοῦν ἀπὸ μακριὰ σάλπιγγες νὰ ἠχοῦνε χαρούμενα κι ἀντικρίζουν ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ κατεβαίνη ἡ ἑλληνικὴ σημαία κἄα νὰ ὀρθώνεται ἡ σβάστικα*. ποὺ μόλις πρόφτασαν νὰ τοὺς θάψουν βιαστικά. δὲ βγαίνει ἀπὸ τὸ μυαλὸ τους. ῾Η συνοδεία τους κατηφόριζε τὶς χωματοπλαγιὲς τοῦ Ροῦπελ ἀμίλητη. σκέπτονται καὶ τὰ χωριά τους. δὲ θὰ φανταζόταν ποτὲ ὅτι αὐτὸ τ’ ἀσκέρι εἶχε νικήσει ἕναν ἀγώνα τόσο ἄνισο σὲ σιδερικά. βαδίζοντας ἀργά. καθὼς τοὺς ἐρέθιζε καὶ τοὺς συνέπαιρνε. ὡς εἶναι. ἐγκατέλειψαν οἱ φαντάροι τὰ ὀχυρά. Βαριόθυμοι. τόσο τὴν ὀρέγονταν καὶ νὰ φύγουν δὲν ἤθελαν ἀπὸ κοντά της σὰν πεταλοῦδες. μὲ τὸ νὰ τοὺς πάρη μέσ’ ἀπὸ τὰ χέρια τὴ νίκη. κι ὅταν τὸν γνώρισαν στὸ ἄναμμα τῆς μάχης. τὸν ἀγάπησαν. Αὐτὸ τὸ θέαμα κάνει τὴν πονεμένη τους καρδιὰ νὰ μὴ χωράη ἄλλον καημό. ὅπου θὰ περίμεναν διαταγές. Γι’ αὐτὸ τώρα περπατοῦν πρὸς τὰ ἐμπρὸς κι ὅλο πίσω στρέφουν τὰ βλέμματά τους καὶ κοντοστέκονται νὰ ξαναδοῦν τὰ ὀχυρά. Οἱ Γερμανοὶ τοὺς ἄφησαν νὰ φύγουν μὲ τὸν ὁπλισμό τους. Ὅποιος τοὺς ἔβλεπε. Ἡ κατάντια τους φανερωνόταν ἀπὸ τὸ ρουχισμό τους. Ἡ τύχη τοὺς εἶχε ἀδικήσει. καὶ ποὺ θὰ ἔμεναν ἄκλαυτοι. ὡς τὶς Σέρρες. αὐτοὶ μόλις τὴν ἀντιχαιρετοῦνε.

θὰ δουλωθοῦν. Νά ὁ διοικητὴς τοῦ 26ου περιστοιχισμένος ἀπὸ τοὺς βαθμοφόρους. τὴν ἅρπαξε ὁ γενναῖος συνταγματάρχης Καλιαγκάκης καὶ παρασύροντας τοὺς λεβέντες του σὲ παράφορη ἔξοδο. Οὔτ᾽ ἕνας ἀξιωματικὸς δὲν ἔμεινε ἀδάκρυτος. ἐνῶ ὁ παπὰς εὐλογεῖ αὐτὸν τὸν περήφανο πολεμικὸ ὁδηγό. Τὸ μεταξωτὸ πανὶ ἀργεῖ ν’ ἀποκαῆ. εἰκάζει κάποιος κι ἡ ἰδέα πὼς θὰ κοινωνήσουν μὲ τὰ θεῖα τοὺς παρηγορεῖ. χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ ἐπιζήση. ποὺ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1922. Νά ὁ ἀρχιμανδρίτης. Καθὼς πορεύονται πρὸς τὶς Σέρρες.Προσοχή! διατάζει ὁ διοικητής. ποὺ ἀρχίζει νὰ ψέλνη ὁ παπάς. κι εἶχε μαδήσει μιὰ μεραρχία ἀλπίνων. ποὺ δὲν καταφέρνει νὰ τὴν ξεδιπλώση κανονικά. γιατ’ εἶναι ράκος. οἱ Βούλγαροι. νὰ κλαῖνε. τοὺς θαυμάζουν ἀκόμα περισσότερο καὶ ξεσπᾶν τὰ στόματά τους σὲ 14 . . ποὺ βάζει τὰ ἱερὰ ἄμφια. Οἱ φαντάροι. ἔτσι κι αὐτὸς εἶχε κατατρυπηθῆ ἀπὸ σφαῖρες καὶ ξεψύχησε κρατώντας στὰ χέρια του αὐτὸ τὸ κουρελιασμένο πανί.Θὰ λειτουργηθοῦμε. οἱ ἀξιωματικοὶ κάνουν τὸ σχῆμα. ὡς πεζικὸ ἐπιφανείας. ψημένους πολεμιστές. Τὴν ξεσκεπάζει καὶ τὴν ἀφήνει ἐλεύθερη στὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι. βλέπουν σ’ ἕνα λοφάκι μαζεμένους φαντάρους καὶ καπνὸ ν’ ἀνεμίζεται στὸν καθάριον οὐρανό. . γιατί. σὰν ἀντικρίζουν τοὺς φρουράρχους των. αὐτοῦ ποὺ κατὰ τὴ μάχη ὑπεραστιζόταν τὸ Λύσσε. ᾽Επειδὴ ἡ κοινὴ δυστυχία ἀδερφώνει τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ὑπασπιστὴς τότε κατεβάζει τὸ ἱερὸ λάβαρο στὴ φωτιά. ποὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ ξεκολλήση ἀπὸ τὶς θέσεις του. τραβᾶ ἡ φάλαγγα ὁλοΐσια πρὸς τὸν ὅμιλο ἐκεῖνο. κάνει τοὺς παρόντες νὰ ριγήσουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημαία. Ὕστερα προβάλλει στὸ κέντρο ὁ ὑπασπιστής. ὅταν τὸ 26ο σύνταγμα κυκλώθηκε στὴν κοιλάδα τοῦ Ἀλὶ-Βερὰν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. κρατώντας τὴ σημαία τοῦ συντάγματος τυλιγμένη στὸ μαῦρο μουσαμά της. κατόρθωσε νὰ σπάση τὸν κλοιὸ καὶ νὰ σώση τὸ σύνταγμά του. Ἐκεῖ γύρω στὴ φωτιὰ εἶναι συγκεντρωμένο ἕνα τμῆμα τοῦ 26ου συντάγματος. πολὺ σιγά. βιαστὲς καὶ τύραννοι τοῦ ῾Ελληνισμοῦ ὅταν τὸν βροῦνε ἄοπλο. Τὸ θέαμα τῆς γαλανόλευκης ποὺ ἐξαφανίζεται. Οἱ φαντάροι τεντώνουν τὰ κορμιά τους. ἀτίμητο μνημεῖο δοξασμένων ἀγώνων. ὅπως ἡ σημαία του. σταυροκοπιοῦνται κι ἀκοῦν μὲ κατάνυξη τὶς εὐχές. Πίσω ἀπὸ χιτλερικὸ δράκο μαντεύουν νὰ παραφυλᾶνε λυσσασμένες ὕαινες. Βγάζουν τὰ πηλήκιά τους. γίνεται στάχτη σιγά.

Σηκῶστε τὸ χέρι νὰ ὁρκιστῆτε! τοὺς λέει. Καὶ οἱ πυροβοληταὶ τῆς «Ὄλγας» ἐκτελοῦσαν τὶς διαταγές αὐτὲς μὲ ἀκρίβεια. . Μὰ τὸ διακόπτει ὁ ἀρχιμανδρίτης. βροντοφωνοῦν ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες. ἀλλὰ καὶ μὲ ἀρκετὴ πρωτοβουλία...... Τὸ κλάμα τους ἔχει μεγαλοπρέπεια. .Τὸ πλούσιο καὶ καλὰ διευθυνόμενο ἀντιαεροπορικὸ πῦρ τῶν πλοίων τῆς συνοδείας ἀποτελοῦσε τὴν καλύτερη προστασία τῆς νηοπομπῆς.Ὁρκίζομαι! λένε ὅλοι μαζί. «Ροῦπελ» 1945 Ζαλοκώστας ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ .Ὅτι θὰ δώσω τὸ αἷμα μου. ... Τὸν ὑπακοῦν κι ἐκεῖνος ἀρχίζει: . . Ἀπὸ τὸ καταδρομικὸ «Διδὼ» ὁ Ἄγγλος «διευθυντὴς τοῦ πυρὸς» ἔδινε τὶς διαταγές του σὲ ὅλα τὰ πλοῖα.. γιατ’ εἶναι ὁμαδικό. .Ὅτι θὰ δώσω τὸ αἷμα μου!. Χρήστος Π.. ποὺ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ προστατεύουν τὸ καράβι των καὶ τὴ νηοπομπὴ ἀκόμα καλύτερα. -῞Οτι δὲ θὰ ἡσυχάσω!. ῾Η λαμπρὴ ἐξάσκησή τους καὶ ἡ χαρακτηριστικὴ ἑλληνικὴ ἱκανότης 15 .Ὅτι δὲ θὰ ἡσυχάσω.Γιὰ νὰ ἐλευθερώσω τὴν πατρίδα.Γιὰ νὰ λευθερώσω τὴν πατρίδα!.λυγμοὺς κι ἀναφιλητά... Τώρα ἔχει βρῆ πάλι σκοπὸ ἡ ζωή τους.Ὁρκίζομαι. . Δὲν ἦταν ἀσήμαντοι οἱ πυροβοληταὶ αὐτοὶ τῆς «Ὄλγας».. .. Ὁ ὅρκος αὐτὸς φουσκώνει ἀπὸ νέα ὄνειρα τὶς στενεμένες καρδιὲς τους κι ὅταν ξαναπαίρνουν τὸν δρόμο τῶν Σερρῶν.. αἰσθάνονται σὰ ζωογονημένοι..

ἐνῶ ἀκουγόταν τὸ ἀπαίσιο σφύριγμα τοῦ ἀεροπλάνου.. ὅτι κάνει ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα ἀντιαεροπορικὰ πυρὰ σὲ ὅλο τὸν συμμαχικὸ στόλο τῆς Μεσογείου.. Γιῶργο. ποὺ ὑπαγόρευε τοὺς Ἕλληνες θαλασσινοὺς ἡ φυλετικὴ ἰδιοσυγκρασία τους καὶ δὲν μποροῦσε νὰ καταδικασθῆ. τὸ πέτυχες! Δὲν ἦταν βέβαια σύμφωνη μὲ τοὺς ναυτικοὺς κανονισμοὺς καὶ τὴν τακτικὴ τοῦ σύγχρονου μηχανικοῦ πολέμου αὐτὴ ἡ συμπεριφορά. ποὺ πετοῦσαν ἀπὸ πάνω τους. καθὼς ἀγκάλιαζε τὸ φλεγόμενο ἀεροπλάνο. Ἄγριες ζητωκραυγὲς ἀπὸ τὸ κατάστρωμα τῆς «Ὄλγας» ὑποδέχθηκαν τήν ἐπιτυχία αὐτή. ποὺ εἶχε ἀκόμα ἐπάνω του. νὰ σκέπτωνται ὅτι πέντε ζωντανοὶ ἄνθρωποι .πυροβόλο . ὥστε σχεδὸν ἀμέσως νὰ βγάζη πυκνὸν καπνὸ καὶ ν’ ἀρχίζη νὰ πέφτη ἀνώμαλα πρὸς τὴ θάλασσα.τοῦ πλοίου τὸ πέτυχε σὲ τόσο καίριο σημεῖο. ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά. ποὺ γκρεμίζεται. . ῏Ηταν ὅμως τόσο βαθὺς ὁ ἀνθρωπισμὸς τῶν Ἑλλήνων ναυτῶν. Συχνὰ στὰ συνδυασμένα γυμνάσια μαζὶ μὲ τὰ ἀγγλικὰ πλοῖα εἶχαν σημειώσει καταπληκτικὲς ἐπιτυχίες. ποὺ ρυμουλκούσε ἕνα ἀεροπλάνο γιὰ τὴ σκόπευση. Ἄχ. Στὶς στιγμὲς αὐτῶν τῶν ἀεροπορικῶν ἐπιθέσεων. Ὅλοι οἱ ναῦτες τῆς «Ὄλγας» ἔνιωθαν τὴν ἴδια ὑπερηφάνεια μὲ τοὺς πυροβολητὰς γιὰ τὰ ἀντιαεροπορικὰ τοῦ καραβιοῦ τους.τους.τὸ πλήρωμα τοῦ ἀεροπλάνου . ὅταν τὸ «Βίκεος» . ὁ τρομερὸς κρότος τῆς ἐκρήξεως τῶν βομβῶν. γιὰ νὰ προσέχουν μὲ ἀληθινὴ ἀγωνία τὴ βολὴ τῶν ἀντιαεροπορικῶν καὶ τὴν ἐπιτυχία τους... Ἕνα «Γιοῦνκερς» γεμανικὸ βομβαρδιστικὸ πλησίαζε ἀπειλητικὸ τὴν «Ὄλγα». οἱ ἄλλοι ναῦτες. νὰ ἐνθαρρύνουν καὶ νὰ βοηθήσουν μὲ τὰ ἐπιφωνήματά τους. τοῦ ξέφυγε. τοὺς ἐπέτρεπε νὰ διεκδικοῦν γιὰ τὸ ἀντιτορπιλλικό τους τὴν τιμή. καὶ τὸ τσίρισμα τοῦ νεροῦ. ἀφοῦ βοηθοῦσε νὰ ἐπιτευχθοῦν τόσο σημαντινὰ ἀποτελέσματα. σὰν νὰ ἦταν σὲ ἀγῶνες. καὶ μιὰ φορὰ μάλιστα εἶχαν καταφέρει νὰ κόψουν τὸ σύρμα τοῦ «ἀνεμουρίου»*. ῏Ηταν ὅμως ἐκείνη.χάνουν τὴ στιγμὴ ἐκείνη 16 . γιὰ νὰ παρακολουθοῦν μὲ τὰ βαριὰ πολυβόλα «῎Ερλικον» τὰ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα. ᾽Ενῶ οἱ πυροβοληταὶ ἔπεφταν σχεδὸν ἀνάσκελα. ἀδιαφοροῦσαν ἐντελώς γιὰ τὸν κίδυνο τῶν θραυσμάτων καὶ τῶν πολυβολισμῶν καὶ δὲν κουνοῦσαν ἀπὸ τὸ κατάστρωμα.Ἔλα. καημένε. ὥστε τὴν ἴδια σχεδὸν στιγμὴ νὰ ξεχνοῦν τὴ χαρὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό τους. λίγο δεξιότερα!. γιὰ τὶς ὁποῖες τοὺς ζήλευαν λίγο οἱ Ἄγγλοι πυροβοληταί. προσπαθοῦσαν. Μπράβο.

Καλά. *** Χιονιάς. τὰ 17 . κλείνουν τὰ τζάμια. μπαίνει τὸ πάπλωμα καί. στερεότυπο. Κι ἐπάνω. ἀριστερά του τὴ ξιφολόγχη. Κρατοῦσε δεξιά του τὸ ὅπλο.. Ἀχιλλεὺς «Βασίλισσα Ὄλγα» 1946 Κύρου ΧΕΙΜΩΝΑΣ Δεκέμβριος. Αὐτὸ τὸ κορμὶ μ’ αὐτὰ θὰ παλέψη. τὴν ξιφολόγχη. ἕνα «ἡμικλινοσκέπασμα» τοῦ στρατοῦ. Τώρα στὶς ὁμιλίες τοῦ πολέμου μπῆκε. ὁ γιακὰς τοῦ παλτοῦ σηκωμένος. ᾽Εκεῖ ὅπου ἄρχισε τώρα νὰ πέφτη χιόνι καὶ σφυρίζει τρελὸς ὁ βοριὰς καὶ τὸ παίρνει καὶ τὸ μαζεύει καὶ τὸ σκορπᾶ γύρω του σὰν θύελλα παγωμένη.. ῞Εναν μποξά. Τὸ βράδυ γέρνουν ἑρμητικὰ τὰ παραθυρόφυλλα. ᾽Επάνω. ποὺ στέκεται στὴ γωνιὰ τοῦ μεγάλου δρόμου. καμιὰ φορά. . Τὰ σπίτια ἔβαλαν τὰ χαλιά τους.. γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὸν τελευταῖο χαιρετισμὸ στοὺς ἐχθροὺς. καὶ στὴν πλάτη τὸ σπίτι του.. ἕνα ζευγάρι κάλτσες. ἕνα πουκάμισο καὶ ἡ κουβέρτα. τὰ κρεβάτια ὁπλίζονται καὶ μὲ μιὰ ἀκόμη κουβέρτα. πέφτει ἐφεδρεία καὶ τὸ παλτό. ᾽Επάνω στὰ βουνά. ὅπου ὁ προβλεπτικὸς σπιτονοικοκύρης εἶχε φροντίσει γιὰ ξύλα. ἄναψε ἡ φωτιά.τὴ ζωή τους καὶ νὰ στέκωνται σὲ προσοχή.Εἴδατε τὸν στρατιώτη ἐδῶ καὶ λίγες μέρες πῶς ἔφυγε. ποὺ πέθαιναν. ῎Εχει τὸ ὅπλο. ἀλλοῦ μὲ δυὸ κάρβουνα ἢ πυρήνα ἑτοιμάστηκε τὸ μαγκάλι. ἔφερε τὰ χειμερινά του. .Κρύο. Στοὺς δοόμους τὸ βῆμα εἶναι ταχύ.Τί νέα.Χιονιάς. κατακόκκινη. ἡ μυτίτσα τῆς μικρῆς. πᾶμε μπρός. καὶ τὸ κρύο: . Ὁ ἐπαίτης. ὁ πρόχειρος ἐπίδεσμος. ποὺ εἶναι ἀνεβασμένη στὸ τράμ. στὰ παράθυρα μπῆκαν βαριὲς οἱ κουρτίνες. . στὴ μέση τὰ φυσέκια του καὶ τὸ παγούρι. ᾽Εκεῖ στὸ γυλιὸ ἄλλα φυσίγγια. . ᾽Εδῶ κι ἐκεῖ.

Μιὰ φανέλα. τὰ παιδιά μας. Ἐχει ξεσπάσει σὲ χειροκροτήματα ἡ ὑφήλιος. στήνοντας ἕνα ἀντίσκηνο. Θὰ βάζωμε τὰ χαλιὰ καὶ θὰ κλείνωμε τὶς κουρτίνες τὸ βράδυ. ἄλλος νὰ πλέκη. ξέρετε ποῦ θὰ σταθῆ νὰ κλείση γιὰ λίγη ὥρα τὰ μάτια του ὁ στρατιώτης. διώχνει. νὰ κοιμηθῆ ὁ στρατιώτης. Ἐμεῖς πρέπει τώρα . ῎Εχει ἀντιλαλήσει ἡ γη σὲ ζητωκραυγές. μὲ μιὰ λόγχη. ἄλλος νὰ ἀγοράζη.τι ἔχομε. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ φάνηκε. Ἄλλος νὰ δίνη. ἀφοῦ σκαρφάλωσε στὶς κορυφὲς τῆς Μοράβας. Κι ἐμεῖς θὰ τὸν ἀφήσωμε 18 . πατᾶ. Αὐτὸς θὰ ξυπνήση μεσάνυχτα.. Γιὰ νὰ προφυλαχτῆ. Κάπου σὲ μιὰ πλαγιά. ποὺ περνᾶ χλωμὴ μέσα ἀπὸ τὶς χαραμάδες καὶ χάνεται τὸ ξημέρωμα στὰ σύννεφα. ὁ ῞Ελλην στρατιώτης ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό. ἀφοῦ στάθηκε φρουρὸς στὰ σύνορα. θὰ προχωρήση τώρα. ἀπὸ ὕψωμα σὲ ὕψωμα. ἄλλος νὰ κουβαλᾶ κὶ ὅλοι μαζί νὰ στέλνωμε τὴν ἐργασία μας ρ καὶ τὴ στοργή μας καὶ τὸν κόπο μας στὰ Σύνορα. «διὰ νὰ συνεχισθῆ ἡ προέλασις». Προστατεύει κάτι ἀνώτερο: τὴν τιμὴ τῆς ῾Ελλάδος.. ᾽Εμεῖς πρέπει νὰ κλειστοῦμε στὰ σπίτια μας καὶ νὰ παγώσωμε. τὸ Πόγραδετς. γιὰ τὸ κρύο. Κοντὰ σ’ ἕνα χάλασμα. Κουβέρτες πλεχτά. τὸ παίρνει.εἶναι Δεκέμβριος. νὰ ζεσταθῆ. ἀφοῦ πῆρε τὴν ᾽Ερσέκα. Μαζὶ μὲ τοὺς ἀνέμους.νὰ δώσωμε ὅ. Κι ὅμως αὐτὸς ὁ στρατιώτης θὰ σηκωθῆ. τὴν Κορυτσά. τὸν παρακολουθεῖ μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ ὁ κόσμος ὅλος. ποὺ ἡ θύελλα ποῦ καὶ ποῦ τὸ δέρνει. βῆμα μὲ βῆμα σπρώχνει. *** Κι ἐμεῖς. Τὸ βράδυ. τοὺς ὅλμους. χρῆμα. Αὐτὸς δὲν προστατεύει μόνο τὴ ζωή μας.φυσέκια. στὴν Ἤπειρο εἶναι ἑνάμισι μέτρο τὸ χιόνι . Αὐτός. σ’ ἕνα βράχο. γάντια. μαζὶ μὲ τὸ χιόνι. μὲ τὸ βοριά. ἀφοῦ ἀντίκρισε τὰ πολυβόλα. τὸ Ἰβάν. τὰ σπίτια μας τὶς γυναῖκες μας.. ἕνα «ἡμικλινοσκέπασμα». ὅταν «ἔχη συνεχισθῆ ἡ προέλασις» καὶ εἶναι παγωμένο τὸ σῶμα του καὶ τὰ ροῦχα του ἔχουν βραχῆ καὶ γύρω ἔχει κοκκινήσει ἀπὸ τὸ αἶμα τὸ χιόνι. φανέλες. μὲ τὴ βοήθεια τῆς κατάλευκης Ὀπτασίας. Πρῶτον γιατὶ δὲν χρειαζόμαστε καὶ δεύτερον γιατὶ δὲν θὰ παγώσωμε. γιὰ τὸν ἐχθρό. τὸ βαρὺ πυροβολικὸ μὲ τὸ στῆθος του. ᾽Εμεῖς θὰ σηκώνωμε τὸ γιακά. σκάβοντας μέσα στὸν πάγο μιὰ σπηλιά.

τὸ λένε τὰ ὀρνίθια καὶ λιόχαρη μέρα Λαμπρῆς ξημερώνει.τι ἔχομε: μιὰ φανέλα. Ἄχ πόσοι . Γεώργιος Α. σὰν τὸ Ἰβάν. μὲ τὸ θάρρος. μιὰ κουβέρτα. Σωτήρης Σκίπης «Μεσ’ ἀπὸ τὰ τείχη» 1943 19 . Καὶ ἀπὸ τὰ γύρω ξενοδοχεῖα νὰ μᾶς βλέπουν οἱ ξένοι. Ἡ αὐγὴ ροδοσκάει . Μὲ τὸ αἷμα τους ὅμως μεσούρανα ἐγράφη πὼς ἄφταστη ἐστάθηκ’ ἡ Ἑλλάδα καὶ τώρα. ἡ νύχτα τοῦ πένθους σὲ λίγο τελειώνει... ἂς ὁρισθῆ μιὰ πλατεία ὡς τόπος συγκεντρώσεως μαλλίνων εἰδῶν. Κι ἐκεῖ ἂς πᾶμε ἕνας .νὰ κρυώση. ΟΧΙ. Ὅλοι.. Ἡ νύχτα ποὺ σκότη μᾶς σκόρπιζε πλήθια...τι ὁ καθένας ἔχει.τὸ λένε τ ἀηδόνια κι ἡ ῾Ελλάδα μεγάλη θὰ βγῆ ἀπ’ τὴ σκλαβιά της. ᾽Εφημερὶς «Καθημερινή» 1940 Βλάχος ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ (Γράφτηκε στὴν ἐποχὴ τῆς γεμανοϊταλικῆς κατοχῆς καὶ κυκλοφόρησε μυστικά).. ἕνα πλεχτὸ καὶ νὰ τὸ ρίξωμε.εἶν’ ἀλήθεια . μιὰ Κυριακὴ. Καὶ νὰ σχηματισθῆ ἕνας κῶνος. Θὰ πάψουν οἱ πίκρες . Μιὰ μέρα.ἕνας μὲ ὅ. Φουντώσαν τὰ κλώνια! Τριαντάφυλλα ἡ πλάση φορεῖ στὰ μαλλιά τῆς. γιὰ νὰ καταλάβουν καὶ νὰ τηλεγραφηθῆ καὶ ἔξω ὅτι ἔχει ἐπιστρατευθῆ ὁλόκληρη ἡ Ἑλλάς. ἕνα ζευγάρι κάλτσες. Ὁ στρατιώτης μὲ τὸ ὅπλο. ἡ γυναίκα μὲ τὸ βελόνι.ἀνοίχτηκαν τάφοι καὶ πόσοι ἀδερφοί μας θὰ λείψουν στὴν ὥρα!. καὶ μὲ ὅ. καὶ οἱ γέροι καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὴν ὑπομονή. Ἐμπρὸς λοιπόν!. Ἡ ὥρα σημαίνει.

20 .

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ 21 .2.

22 .

Τὸ πᾶν ἀόρατος ὁρᾷς ἀγνώριστος γνωρίζεις. Ποικῖλαι γλῶσσαι χίλιαι ὑμνοῦσι Σε συγχόνως. Τὸ φῶς εἶναι τὸ σῶμά Σου ὁ ἥλιος τὸ ὄμμα Σου ὁ κεραυνὸς ἡ φωνή Σου τὸ ἄπειρον διάστημα τὸ μέγα Σου ἀνάστημα καὶ ὁ αἰὼν στιγμή Σου Π. Σοῦτσος «Ὁδοιπόρος» 1831 23 . μὲ ἄστρα τὸν αἰθέρα. Ἀσύμφωνοι τόσοι λαοὶ αἰνοῦσι Σὲ συμφώνως. Τὸ πᾶν ἀμέτρήτος μετρᾷς. ἀόριστος ὁρίζεις.ΘΕΕ! ΥΜΝΕΙ Θεέ! ὑμνεῖ την δόξαν Σου ἡ νύξ καὶ ἡ ἡμέρα. Μὲ ἄνθη ἔστρωσας τὴν γῆν.

ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ χαμοκλάδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ. Ὁ ἱερεὺς ἐψιθύρισε μετ᾽ ἐνδομύχου συγκινήσεως τὸ «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν Οἶκόν Σου» καὶ ἡ θεία τὸ Μαλαμώ. Μετὰ ταλαιπωρίας λόγῳ τῆς τρικυμίας ἔφθασαν είς τὸ Κάστρο καὶ εὗρον σώους τοὺς δύο ἀποκλεισθέντας). τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἶχεν εἰς ἀβασταγήν* καλῶς φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῶραν τῆς βάρκας. καὶ μερικοὶ ἄλλοι. ῾Η διὰ ξηρᾶς μετάβασις εἶναι ἀδύνατος. ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα. παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου. ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπτον ἐπιμελῶς τὰ κανδήλια.Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδεία του φθάσαντες εἰσῆλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ καρδία των ᾐσθάνθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ναΐσκος. καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δύο μανουάλια. πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς.ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ (Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων δύο νησιῶται. ἄνδρες καὶ γυναῖκες. τὸ σωζόμενον ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος. καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον. καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν. καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην καὶ ἐπιβλητικὴν μορφήν. κι ἐγέμισαν ἄνθρακας τὸ μέγα πύραυνον. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἡ ἀπόφασις τοῦ ἱερέως εἷναι ἀμετάτρεπτος. οἱ ὁποῖοι μετέβησαν διὰ κοπὴν ξύλων. ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φουστάνα της τὴν βρεγμένην καὶ ἐφόρεσεν ἄλλην στεγνήν. χιόνος. Ὁ ἱερεὺς τῆς κωμοπόλεως ἀποφασίζει νὰ μεταβῆ εἰς τὴν ἐγκαταλελειμμένην ἐκκλησίαν τοῦ Κάστρου. Ὁ παπα . Καὶ «ὠσφιράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας». ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ. κλειόμενον ὑπὸ σωζομένου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῆς. ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ ὄχι πολὺ ἐφθαρμένος. Τοῦτον ἀκολουθοῦν. μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας 24 . Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. καὶ τὸ γ᾽νάκι της τὸ καλό. ἡ δὲ διὰ θαλάσσης λίαν ἐπικίνδυνος λόγῳ τῆς θαλασσοταραχῆς. ἐνθαρρυνόμενοι διὰ τοῦ παραδείγματός του. Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος. ἀπεκλείσθησαν εἰς τὸ Κάστρον λόγῳ αἰφνιδίας πτώσεως. καὶ ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ. διὰ νὰ λειτουργήσῃ καὶ συγχρόνως νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς τοὺς ἀποκλεισθέντας.

ἀπαθεῖς. κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του. αἰ μορφαὶ τῶν μεγάλων Πατέρων.του. ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον. εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες. Μόνος ὁ ἅγιος Μερκούριος. Ἀλλ’ ὁ παῖς. τοῦ Βασιλείου. ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δύρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Θεολόγου. ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον. ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες. εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ ναοῦ. περὶ τὸ θυσιαστήριον. ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ. φαίνεται ὀλίγον τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ δρῶν. ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη». καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος. καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον. ὁ ἅγιος Κήρυκος. καὶ ὅπου. ἵσταντο. οὓς αὐτοὶ ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. διότι ἔμελλον ν’ ἀκούσωσι καὶ πάλιν τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας. Καὶ κατωτέρω. καὶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔχαιρον. Καὶ εἰς τὴν χηβάδα* τοῦ ἱεροῦ βήματος. μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν μαρτύρων. ἄρρητον σεμνότητα ἀποπνέουσαι. καὶ διὰ τοῦ παιδίου τὴν μητέρα. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρέμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολύκλαδος πολυέλαιος. ἐπὶ μίαν στιγμήν. τοῦ Ἀδελφοθέου. φαντάζεταί τις. μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον. τριετίζον παιδίον. ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός. ὅπου ζωνταναὶ παρίστανται ὄψεις τῶν Ἀγγέλων. ὑφ’ ὅν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανικῶν ἀνδρογύνων. τῆς ἁγίας Ἰουλίτης. Διὰ δώρων καὶ θυσιῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύσῃ τὸ παιδίον. τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων. ὅτι ἀκούει τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ». καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορὸς μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων. εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα. ὑψηλὰ ἐφαίνετο στεφανωμένη ὑπὸ Ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών. Πέριξ δὲ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς εἰκονίζετο περιτέχνως ὅλον τὸ δωδεκάορτον 25 . τὰς περικνημῖδας καὶ τὴν ὰσπίδα. μὲ τὸν θώρακα. ὁσίων καὶ ὁμολογητῶν. μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του. μάτην προσπαθεῖ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον. καὶ ἐκείνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος. ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ Θείου Βρέφους καὶ τῆς Ἀμώμου Λεχοῦς. ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ* ἐλάλει.

ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας. Ἔψαλλε κακῶς μέν. «Ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ». Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθὼν ἔψαλλε τὸ «Δεῦτε. ὅπως καπνίζωσι καθήμενοι καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλώνωνται καὶ κλέπτωσιν ἀπὸ κανένα ὕπνον. καὶ ἂν καὶ ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν. ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα . Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμιμήτου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν. Καὶ εἶχον συρρεύσει παμπόλλας δέσμας ξύλων καὶ κλάδων οἱ ἐκεῖ καταφυγόντες αἰπόλοι. βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον ἀπαγγελία το κὺρ Ἀλεξανδρῆ. οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον. καὶ ὁ κυρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμη καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλαιον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. Καὶ εἶτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν. ἄν καὶ ἦσαν κατάκοποι. καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί. τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος. ὥστε. ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκείνου. εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν. τότε αἱ μορφαὶ τῶν ἁγίων ἐφάνησαν ὡς νὰ ἐφαιδρύνθησαν εἰς τοὺς τοίχους. μεθ᾽ ὅ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις καὶ ὅσοι ἦσαν νυσταγμένοι ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ στασίδιά των. *** Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ. ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. οἵτινες εἶχον σώσει καὶ τοὺς δύο ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιόνος. μὲ τὰς ὀλίγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των.καὶ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ ἡ Βρεφοκτονία καὶ οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Ληστής. τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των. τυλιγμένοι μὲ τὲς κάπες των παρὰ τὸ πῦρ. καὶ ἐψάλη ἡ λιτὴ* τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς. τῇ βοηθείᾳ τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν. «Ἄγγελλοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ». ἠσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των. εἶχον ἀνάψει ἔξω δύο πυρσούς. ἴδωμεν πιστοί. τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου.Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες τῷ σήμερον τῷ σπηλαίῳ τεχθέντι». ἀλλ’ εὐλαβῶς καὶ μετ’ αἰσθήματος. οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». καὶ ἐσείσθη. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος. ἔτειναν τὸ οὖς ἀναγνωρίσαντες 26 . Οἱ αἰπόλοι. ὧν τὸ γένος ἐξέλιπεν δυστυχχῶς σήμερον.

ἐπὶ τοῦ μαυρισμένου ὄγκου τῶν ἁλικτύπων βράχων. ὅτι ἐκεῖ. Διὰ τῶν φωνῶν τούτων εἶχον ἀπαντήσει εἰς τινας κραυγὰς ἐλθούσας ἀπ’ ἀντικρύ. *** Αἴφνης ἠκούσθησαν φωναὶ ἐξωθεν τοῦ ναοῦ. φορεμένος ἤδη τὰ ἱερὰ ἄμφια. βλέπων πρὸς τὴν θύραν ἀριστερά του. ᾽Εξῆλθόν τινες τῶν ἀνδρῶν νὰ ἴδωσι τί τρέχει. ᾽Εξῆλθε καὶ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. εἶχε προσαράξει πλοῖον. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐκκλησιαζόμενοι εἶχον ἐξέλθει τοῦ ναοῦ. ἀπὸ τοῦ πελάγους ἐρχόμενον. καὶ διέκοψε τὴν ψαλμωδίαν του. Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεὺς. ᾽Εκεῖ ἐν μέσῳ τοῦ Κάστρου καὶ τῆς βραχώδους ἀκτής τοῦ Κουρούπη. Ἄλλο μέσον βοηθείας δὲν εἶχον ταχύ. κραυγαὶ ἀγωνίας καὶ ταραχῆς.οἰκεῖον αὐτοῖς τὸν ὕμνον. ἐκ τῆς θαλάσσης. Ὁ παπᾶς ἔρριψεν αὐστηρὸν βλέμμα πρὸς τὸ ψάλτην καὶ τὸν κάρφωσεν εἰς τὴν θέσιν του. μεγεθυνόμεναι ἀπὸ τὰς ἠχοῦς. εἰς ἀπόστασιν μιλίου σχεδόν. Ἔβλεπον ἀμυδρῶς ἐκεῖ ἀπέναντι. καὶ ἤρχισε νὰ προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως. Αἱ κραυγαὶ ἤρχοντο ἀκριβῶς ἐκ τῆς γειτονίας τῶν ἀπεσπασμένων βράχων καί σκοπέλων ὑπὸ τὴν φοβερὰ ἄκρην τοῦ Κουρούπη. Τὰς φωνὰς εἶχον ρήξει ὁ εἷς τῶν αἰπόλων καὶ ὁ εἷς τῶν ὑλοτόμων. Παρῆλθε πολλὴ ὥρα. ἀνατολικῶς τοῦ ναΐσκου. τὰς ὁποίας ἐκχύνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἤ ναυαγοὶ σαστισμένοι. ἐνόησαν. σχηματίζοντες ὀγκωδεστέραν τὴν φλόγα. ἑτοιμαζόμενος νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν προσκομιδήν. 27 . καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής. ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τὸ χρέος του. Ἀντήχουν ἐν τῇ σιγῆ τῆς νυκτός. Καί εἶτα ὁ ἱερεὺς ἐπῆρε καιρόν*. οἵτινες ἔτυχον καθήμενοι παρά τὸν πυρσόν. κι ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἔμεινε μὲ τὰ γυαλιὰ εἰς τὰ ὄμματα. τὸν ὁποῖον ἐκράτει τὸ βλέμμα τοῦ ἱερέως. ὅμοια μ’ ἐκείνας. ἑωσοῦ ἐννοήσωσι τί τρέχει. Ἡ σελήνη εὶχε δύσει καὶ ὁ πυρσὸς δεν ἔρριπτε πόρρω τὸ φῶς. ἐσχηματίζετο ἐπισφαλὴς ὄρμος. ὑπὸ τὸν Κουρούπη. Οἱ ἄνδρες ἔσπευδον νὰ ρίψωσιν ἐπὶ τῆς πυρᾶς ὅσα κλαδία εἶχον πρόχειρα ἀκόμη. ὁ Μικρὸς Γιαλός. ᾽Εν τούτοις κατ’ εἰκασίαν μᾶλλον ἢ ἐκ βεβαίας πληροφορίας.

Ἐν τούτοις ὁ Στεφανὴς ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ Μπάντας καὶ ὁ Νυφιώτης ὁ Γιάννης καὶ ὁ Ἀργύρης καὶ ὁ ἀδελφός του ἔλαβον ἀνὰ ἕνα δαυλὸν καὶ τὰ δύο φανάρια. ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του. οὔτε μία ὥρα δὲν θὰ ἤρκει. περὶ οὗ. ἐκ τῆς αὐθορμήτου ἐκείνης φιλανθρωπίας. ἠσχολοῦντο ν’ ανανεῶσιν ὁλονὲν τὴν φλόγα μὴ παύοντες νὰ ρίπτωσι ξηρὰ κλαδία εἰς τὸ πῦρ. οὐ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά. οἱ ἄνθρωποι. καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κατέλθωσι τρέχοντες εἰς τὸν Μικρὸν Γυαλόν. ᾽Εφάνη. χωρίς νὰ ζητήσῃ ἐξήγησιν. ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμβάντα. Εἰς μίαν δὲ ὥραν ἠδύναντο νὰ κατασυντριβῶσι δεκάδες πλοίων καὶ νὰ πνιγῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων. *** Παρῆλθεν ὀλίγη ὤρα. ἔλαβον τοὺς δαυλούς των καὶ ἔτρεξαν ἔξω τῆς πύλης καὶ τῇς γεφύρας καὶ ἤρχισαν νὰ τρέχωσι τὸν κατήφορον. Δύο ἄλλοι ἄνδρες ἀνησυχήσαντες ἐξῆλθον ἕως τὴν Ἁγίαν Κυριακήν. ὅτι βωβὴ συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει. ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνώριζεν˙ ἐγνώριζε δ᾽ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης. ἥτις εἶναι οἱονεὶ φυσικὴ ὁρμή. διὰ νὰ κατέλθη τις ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Κάστρον καὶ τώρα. Οἱ λοιποὶ μείναντες ἐπάνω. *** Ὁ ἱερεύς ἐβράδυνεν ἐπίτηδες εἰς τὴν Πρόθεσιν. θὰ ἐχρειάζετο σχεδὸν ἡμισεία ὥρα. οὐ μόνον τὰ ἰδικά του καὶ τῶν ἐλθόντων πανηγυριστῶν. Τέλος αἱ κραυγαὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔπαυσαν. καὶ ἐμνημόνευσε τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀποθαμένα. ὁ ἱερεὺς ἀργὰ . ὁποὺ ἦτο χιονισμένος καὶ ἦτο νύξ.ἀργὰ ἐμβῆκεν εἰς τὴν 28 . μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν. ὡς συμπάθεια τῆς σαρκὸς πρὸς τήν σάρκα. Οὐχ ἦττον οἱ ἂξεστοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι. καὶ πρὶν προφθάσασα πνεύσῃ ἡ παγερὰ πνοὴ τῆς φιλαυτίας καὶ ἀδιαφορίας. πέραν τῆς ξυλίνης γεφύρας μὲ δύο πυρσοὺς εἰς τὰς χεῖρας. ἀποθαμένα καὶ ζωντανά. τρίτη ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα. ἡσυχία ἐπῆλθεν. λέγω. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κρημνώδης δρομίσκος δὲν ἦτο χιονισμένος. ἤ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας. καὶ εἶναι τὸ πρῶτον καὶ τελευταῖον αἴσθημα τὸ συγκινοῦν τὴν καρδίαν. ᾽Εδεήθη καὶ ὑπὲρ διασώσεως τοῦ κινδυνευόντος πλοίου.

τόσον εὶναι ἀσφαλής. Εὐτυχῶς δι’ ἐπιτηδείου χειρισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ λειτουργία προὐχώρει καὶ ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο. παρεσύρθη ὑπὸ τῆς τρικυμίας πρὸς τὰς νήσους. κοαὶ παρεσύρθη διὰ μιᾶς δέκα μίλια μακράν. βραχὺς τὸ σῶμα. ἀλλ’ ὅπου δυσκόλως εἰσπλέει τις. Ἐνῷ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἀνεγίγνωσκε τὸ «Εὐλογήσω τὸν Κύριον». ἐνῷ 29 . ὡς φάρον ὁδηγοῦντα. ἀπέφυγον τὴν καταστροφήν. ὅσον δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι μὲ τὰς δύο ἀγκύρας του. καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμήθησαν νὰ σφάξωσι καὶ ψήσωσι δύο τρυφερὰ ἐρίφια. ἀλλ’ ὁ βοριὰς τὸν ἐξούριασε*. καὶ ἐκάθισε τὸ σκάφος εἰς τὰ ρηχά.λειτουργίαν. οὓς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ. καὶ τότε ἐκινδύνευσαν νὰ κατασυντριβῶσι εἰς τοὺς βράχους τοῦ Κουρούπη.Στεφανὴς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ καταβάντες εἰς τὸν αἰγιαλόν. ὅπου τόσον καλὰ ἦτο ἐξησφαλισμένον. ἅμα εἰσπλεύσῃ τις. τὸν μεσημβρινὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸ ἐξωκεῖλαν πλοῖον ἦτο τὸ γολετὶ* τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου. οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. δὲν βλέπει πλέον πόθεν εἰσέπλευσεν. Καὶ τὸ γολετὶ ξυλάρμενον. μετὰ ματαίας προσποθείας. ἐπὶ τῆς ἄμμου. ἐλπίζων νὰ ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ ἀπόντες. Ἐπλησίασαν. φερόμενοι μᾶλλον ἢ πλέοντες πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. μὴ ἔχουσαν ὁρατὸν στόμιον. τὸν γνωστὸν ὅρμον τῆς Συκιᾶς τοῦ μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικῆς. Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέρα. εἷτα εἰσῆλθεν ὁ μπάρμπα . ὅπου. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μὲ λίμνην μεσόγειον. Ὁ ἴδιος. αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν τοῦ ἐκόπησαν ὑπὸ τῆς βία τοῦ ἀνέμου. καὶ μετ’ αὐτὸν τρεῖς ἄγνωστοι μὲ ναυτικὰ ἐνδύματα καὶ μὲ κηρωτοὺς ἐπενδύτας. τὰς μεινάσας ὡς ὁμήρους εἰς τὸν βυθὸν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης. Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα. μὲ ἁδρὸν μύστακα. Μάτην προσεπάθει μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του νὰ προσεγγίση εἰς τὸν Κωφόν. οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὰ συμβάντα. αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. ὅπως ἀσπασθῶσι τὰς εἰκόνας καὶ λάβωσι τὸ ἀντίδωρον. Τέλος εἰς τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ» ἐπέστεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι ἐξελθόντες πρὸς ἐπισκόπησιν. ὅπου τὴν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων οἱ ἀγωνιῶντες ναυβάται εἶδον ἔξαφνα φῶς. ἀνὴρ μεσῆλιξ. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς. διηγεῖτο τὰ ἑξῆς: Πρὸ δύο ἡμερῶν ἦτο προσωρμισμένος εἰς τὴν Δάφνην. ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι ἀκούοντες τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις». αὐτοὺς τοὺς πυρσοὺς.

τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν ὅπως ἦτο καθισμένο. ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπωθήσῃ. Καὶ ἀποχαιρετίσαντες τοὺς αἰπόλους.οἰ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἁλατισμένα καὶ ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολετί. διὰ τῆς βορειοανατολικῆς ὁδοῦ τὴν φορὰν ταύτην. μὲ τὸ βαθὺν ἀντίλαλο τοῦ ἑσπερινοῦ. τὸ ψῦχος ἠλαττώθη πολὺ καί ἐπωφελούμενοι τὴν ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος ἀπεφάσισαν ν’ ἀπέλθωσιν. οἱ δὲ εἰς τὴν βάρκαν. μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ καπότας. ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν εἰς τὸ γολετί. τήν ἔφεραν ἀπὸ Σοφρὰν* εἰς τὸ βορειοανατολικὸν μέρος. οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχον εἰς τὸ Κάστρον. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης Περιοδ. κι εἶμαι ὀρφανός. δύο ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καί ἕν καλάθιον μὲ αὐγὰ καὶ κασκαβάλι τῆς Αἴνου* καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. ἐκκλησούλα τοῦ βουνοῦ. ἐπέβησον αὐτῆς καὶ κάμψοντες τὸ Κάστρον. ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν πολίχνην. 1892 ΙΚΕΤΗΣ Ἱκέτης σου ἔτρεξα. Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε.Στεφανῆ καὶ τῆς μικρᾶς φελούκας* τοῦ Λημνίου κυβερνήτου. ὡς συντομωτέρας καὶ εὐπλοωτέρας εἰς τήν κάθοδον.Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του μετὰ δύο ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν μικρὰν ἀμμουδιὰ ὑπὸ τὰ Μποστάνια. «Ἑστία». ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βοάχου. καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κώπας πλέοντες. καθείλκυσαν τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα . Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν. καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκόμισεν ἀπὸ τὸ πλοῖόν του. πότε ρυμουλκοῦσαν. πρὸς τὸ πέλαγος. Καὶ ζήτησα νὰ βρῶ ἀντιστύλι 30 . Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν. ἀλλ’ ἐφαίνετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καὶ ἀναπαυόμενον κατόπιν πολλῶν κόπων. ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης παννηγυρισταὶ εἶχον φέρει μεθ’ αὑτῶν καὶ. τὸ ὁποῖον δεν εἶχε πάθει τίποτε. Τῆ βοηθείᾳ τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ μπαρμπα . πότε ρυμουλκουμένην. τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες δὲν ἐβράδυναν νὰ ξεκαθίσωσιν ἀπὸ τὴν ἄμμον τὸ γολετί.

μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας. ἀγριαίνει τὸ πέλαγος. Μὰ ὁ ἑσπερινὸς γλυκὰ σημαίνει.Ἐδῶ εἶμ’ ἐγώ! τῶν οὐρανῶν ἡ Πλατυτέρα γιὰ ὅλους Μητέρα. λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ ἀειτάραχον καὶ λύρροιβδον* κῦμα. τὰς σωρευομένας ἐπάνω του. καὶ ὁ Βορρᾶς παγερὸς ἀποσπᾶται μυριοπτέρυγος ἀπὸ τὸν νεφελοσκεπῆ καὶ χιονοστέφανον Ἄθω. φρίσσει τὸ κῦμα εἰς τὴν ἐπαφὴν τῆς ψυχρᾶς πνοῆς.στ’ ἀσημοκαντηλιοῦ τὸ φῶς ποὺ μοὔχεις στείλει τοῦ κάμπου πετροκαλαμιά. τὴν ἀπωτέραν. ναναριζόμενον ἀπὸ τὰ ᾄσματα. Ἁγιοκέρια λάμπανε· λιβανωτός. ὠρύεται* μανιωδῶς ἡ καταιγις ρήγνυται τὸ κῦμα εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους. Κι εἶμαι ὀρφανός. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον ἦτο κτισμένον τὸ παρεκκλήσιον. ἀνὰ τὴν ἀχανῆ ἔκτασιν ἀπὸ ἀκτῆς ἕως ἀκτῆς καὶ ἀπὸ κόλπου ἕως κόλπου. φαεινὸς στῦλος προκύπτει ἐν ἀκαρεῖ* ἐν μέσῳ ἀχανοῦς κυκεῶνος* στροβίλων· ἰδοὺ ἡ ἀκτὶς θὰ διώξη τὸ ἔρεβος*. φρικιᾷ ὁ πορφυροῦς πόντος ἀπὸ τὴν κραταιὰ αὔραν.. Κι ἄκουσα μιὰ φωνὴ μυστηριακὴ νὰ βγαίνη: . 31 . καπνὸς μὲ πῆρε στὴν ἀγκάλη τοῦ παντός. Φυσᾷ ὁ Καικίας*. καὶ ὁ Ἀργέστης* ριγηλὸς κατεβαίνει ἀπὸ τὸν γεραρὸν Ὄλυμπον. ρυτιδοῦται ἡ θάλασσα ἀπὸ τὴν ἀλλεπάλληλον ραγδαίαν ριπήν. Οἱ τέσσαρες τοῖχοι ἵσταντο ἀκόμη ἀρραγεῖς*. ὁ σάπφειρος* φιλῶν τὸν σμάραγδον*.. το βαθύχλωρον ἀνασπαζόμενον τὸ γλαυκόν*.. τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος ἔψαλλε δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς σκληροὺς βράχους καὶ εἰς τὰ ἠχώδη ἄντρα. Κι ἦρθα. Συννεφοῦται ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰς μαύρας κάπας τῶν θυελλῶν. καὶ χαμηλώνει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν μίαν ἄκραν. ἡ γαλήνη θὰ ἐξώση τὸν τυφῶνα*.Λαύρας «Ἐγκόλπια» 1925 Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ (Ἀπόσπασμα) Τὸ πέλαγος ἁπλοῦται ἀτελείωτον. κατερχόμενος ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Θράκης. διὰ νὰ περιπτυχθῇ ἐγγύτερον τὴν ἐσχατιὰν τῶν θαλασσῶν. Νικόλαος Πετιμεζᾶς .

καὶ ν’ ἀσπασθῇ εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. Καὶ πάλι κίνησα νὰ ρθῶ. δυσμόθεν. κειμήλια ὑψηλα κείμενα. νὰ σκύψω στὰ κατώφλια σου τὰ τρισαγαπημένα. φέρουσα ἀκόμα ὀλίγας κεράμους καὶ πλάκας ἐστηρίζετο ἐπὶ δοκοῦ μὲ πολλὰς ἀκτῖνας ἐκ σκληρᾶς καστανέας. περὶ τὴν μεσημβρινοδυτικὴν γωνίαν. ὀλιγώτερον φεῦ! ἀσφαλῆ ἀπὸ τῆς νεωτέρας ἀρχαιολογικῆς καὶ ἀρχαιοκαπηλικῆς μανίας. καὶ μὲ λούλουδα καὶ μὲ ἀνθρωπάκια καὶ μὲ πουλιά. σχηματίζοντα μέγαν σταυρὸν ἐπὶ τῆς χηβάδος τοῦ ἰεροῦ βήματος πρὸς ἀνατολὰς μετὰ ὑποποδίου εἰς σχῆμα ἀνεστραμμένου Τ ἐκ πέντε ἄλλων πινάκων. Ἡ στέγη. γαλάζια καὶ ὑποπράσινα καὶ κιτρινωπὰ καὶ λευκά. νὰ ἀνάψῃ κηρίον. ὑψηλὰ ἄνω τῶν ὑπερθύρων καὶ ὑπὸ τὰ γεῖσα τῆς στέγης ὡραῖα μικρὰ πινάκια παλαιῶν χρόνων ἦσαν ἐγκολλημένα.Μπεφάνη εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας. φιλοκάλως καὶ κομψῶς διατεθειμένα στίλβοντα* εἰς τὸν ἥλιον. Καὶ ὁ ἁπλοῦς οὖτος στολισμὸς παρεῖχτε μεγάλην χάριν. χορταριασμένοι καὶ μαυροπράσινοι περὶ τὴν βορειοανατολικήν. περισώσματα* ἁρπαγῶν καὶ δῃώσεων* παντοίων. ὅσας ἐτέλει ἐκεῖνος τὰς ἡμέρας ταύτας ἐξ 32 . μὲ κλαδάκια. Χριστέ μου. μεμιγμένην μὲ ἄρρητον* τρυφερὸν θέλγητρον. λείψανα παλαιῶν χρόνων. ἐμπνέων εἰς τὸν ἐπισκέπτην μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ διασκελίσῃ τὸ κατώφλιον. εἰς τὸ μικρὸν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον. ὕπερθεν τῶν δύο παραθύρων τοῦ χοροῦ καὶ τέταρτον σταυρὸν ἄνωθεν τῆς φλιᾶς τῆς εἰσόδου. ὁποὺ μὲ πόθο ἀχόρταγο τὸ λαχταρεῖ ἡ ψυχή μου. στερεὰ βαλμένα εἰς τὰς κόγχας των. σῴζοντες μικρὸν ἐπίχρισμα*. αφελῆ ἀναθήματα. ἂν δὲν ἦτο ἄλλως πολυάσχολος ἀπὸ τὴν βιοτικὴν τύρβην. τῆς ζωγραφισμένης παρειὰν μὲ παρειὰν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπερθέου Βρέφους Της. καὶ ἄλλους δύο σταυροὺς δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν. ψαλλόμενα ἀπὸ τὸν μπαρμπ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην. τὸν μόνον βοηθὸν τοῦ παπα . ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ. νὰ σταθῇ ν’ ἀκούσῇ τὰς Μεγάλας ῞Ωρας καὶ τὸν ῾Εσπερινὸν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων. Τὰ ὡραῖα παλαιὰ πιατάκια ἦσαν ὅλα χρωματιστά. καί. Ὁλόγυρα εἰς τοὺς τοίχους.πετροθεμελιωμένοι. νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του. στὴν αὐλή σου. χάρμα* τῶν ὀφθαλμῶν. νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον.

εἰς τὸ νὰ θεωρῆ μόνον τὴν πενιχρὰν κανδήλαν καίουσαν ἐμπρὸς εἰς τὴν ὡραίαν εἰκόνα. ζωγραφισμένοι ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ. Ἦσαν ὁ ἅγιος ᾽Ελευθέριος ὁ ἐλευθερωτὴς τῶν ἐγκύων. καὶ συναυξανομένης μὲ τῆς ἀνατροφῆς τοὺς κόπους καὶ τὰς μερίμνας. Ἀριστερὰ ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα. εἶχεν ἄφατον* γλυκύτητα καὶ ἦτο καλλίστη ἔκφρασις τῆς μητρικῆς στοργῆς. ἀθάνατε Χριστέ μου. παρὰ νὰ ζῶ σ’ ἁμαρτωλῶν λημέρια. πολύγλωσσον. Και ο φιλακόλουθος πιστὸς δὲν θὰ ὑστέρει τῆς ἀμοιβῆς διὰ τὴν εὐσεβῆ προσέλευσιν. ᾽Επὶ τοῦ δεξιοῦ καὶ τοῦ ἀριστεροῦ τοίχου ὑπῆρχον ἀκόμη ὀλίγοι ἅγιοι. εἰς τὸ μικρὸν παρεκκλήσιον. τὸν ἱερό σου τὸ βωμό. κατὰ προτίμησιν. εὐπαίδευτον. ὠρολογοποιὸν καὶ ζωγράφον. νὰ πλαγιάσουν. μὲ τὸ ὠχρὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας ἑνούμενον κατὰ παρειὰν μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον πρόσωπον τοῦ λατρευτοῦ Βρέφους της. ἄλλων ἀσβεστωμένα τὰ σκέλη καὶ οἱ πόδες ἀπὸ ἀτελοῦς ἀποπείρας ἐπιχρίσεως ἤ στολισμοῦ. ῾Η σάρκα μου ἀναγάλλιασε σιμά σου κι ἡ καρδιά μου. τὰ δόλια. Καὶ ὁ εὐσεβὴς προσκυνητὴς θὰ εὔρισκε μεγάλην γλύκαν καὶ παρηγορίαν ἀπὸ τὲς πίκρες τοῦ κόσμου. ᾽Ηπειρώτην. Τὸ χελιδόνι ηὗρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη νὰ βάλουν τὰ πουλάκια τους. ἄνδρα ἀγωνιστήν. τῆς γεννωμένης ὡς ἐκ πικρᾶς ρίζης γλυκέος καρποῦ. Εἶτα ἦσαν  Ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι παράφρασις τοῦ ΠΓ΄ ψαλμοῦ. 33 . Δεξιὰ ἐπὶ τοῦ τέμπλου ἦτο ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ Προδρόμου. καὶ ἡ ἁγία Μαρίνα ἡ προστάτις τῶν ὠδινουσῶν. καὶ ὁ ἅγιος Στυλιανός. ῾Η ὡραία μικρὰ εἰκών. τὴν ζωγραφισμένην ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ἀθανάσιον τὸν Κεφαλᾶν.εὐχῆς καὶ ταξίματος. Ἄλλων ἦσαν ἐφθαρμένα τὰ πρόσωπα καὶ τὰ στέρνα. ἡ προστάτις τῶν μητέρων. ὑπὸ ἀμαθῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. παρὰ χιλιάδες στὸν ἴσκιο ἂς εἶμαι τοῦ ναοῦ σὰν παραπεταμένος καλύτερα. ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων. εὐθὺς μὲ τὰς ὠδῖνας* τοῦ τοκετοῦ. Κάλλιο μιὰ μέρα στὴ δική σ’ αὐλή.

ὁ ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος. ἕτοιμον εἰς δάκρυα. τοὺς θώρακάς των καὶ τὴν ἄλλην πανοπλίαν των. προφυλάσσονται ἀπὸ τὸν ἄνεμον. «Ἀκρόπολις» 1894 ΤΑ ΦΩΤΑ Ὁ κόλπος ἐκτείνεται εὐρύς. μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμιον αὐτοῦ. αὐλόγυρους μικρούς. προκειμένου περὶ ζωῆς ἢ θανάτου τοῦ ἀθῴου ἀνεψιοῦ του εἰ μὲν εὕρεις ἔνοχον. ἀλληλοζεσταίνονται. ριγμένη εἰς τὰ κύματα. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἐκεῖ. ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔρχεται τοῦ μεγάλου πελάγους ἡ βαθεῖα ἀναπνοή. κατάρτια. φυλλαράκια καὶ λαχανικά. μὲ τὰ χαντζάρια των. Κι ἐπάνω στὴν σκαλίτσα . Ποῦ καὶ ποῦ περικοκλάδες καὶ κισσοὶ σκαρφαλώνοντες στοὺς τοίχους βλέπουν ἀνοιχτὰ τὴν θάλασσα τὴν ἄγρια καὶ τὴν ἀπέναντι στεριά. ὁ Αἰθίοψ. ὡς θέλεις πρᾶξον». Καὶ ἡ ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ μὲ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας. συμφυρμὸς σκοινιῶν. Πρωὶ καὶ σκεπαστὸς ὁ ὁρίζων. εἰς τὰ ὁποῖα τὰ σπιτάκια ἀκουμποῦν.ἀποβάθρα σὰ βαρύ. τὴν Σύναξιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. βάρκες. στηρίζουν τὰ πλευρά των. λευκά. ἐξογκουμένη ὡς στήθη φουσκώνοντα ἐκ πόνου. Ἀνώμαλη ἡ ράχις τοῦ νεροῦ. οἰμωγὴ* κύματος κάτωθεν. προστάτης οὐδὲν ἧττον* καὶ φρουρὸς τῶν ἀκάκων καὶ τῶν παιδίων. σειόμενα. περιποιημένους καὶ φραχτίτσες ἀγκαθιῶν καὶ γαρυφάλλων. νανοφυῆ* σπίτια χωρικῶν. κεραμίδια κόκκινα. ἀπειλὴ ὕδατος ἄνωθεν. στριμωγμένα. σμιγμένα. Καὶ ἐπάνω εἰς αὐτήν. εἰ δὲ ἀθῷον. ξάρτια. Καὶ παρέκει ξυλίνη ἀποβάθρα πτωχική. Ἦτο ἐκεῖ καὶ ὁ ὅσιος Ποιμὴν ὁ ἀσκητής μὲ τὴν ἀπάντησίν του εἰς τὸν ἀνθύπατον. μὲ τὰς ἀσπίδας. συννεφιά. σπιτάκια νησιώτικα μὲ παραθυράκια πράσινα. Σκοτεινὴ ἡ ὄψις τῶν νεφῶν. Καὶ γύρω βουνάκια πεύκων. Τὸ παρεκκλήσιον ἑώρταζε τῇ 26ῃ Δεκεμβρίου. κόλασον* αὐτόν. μὲ τοὺς στενούς των τοὺς δοομάκους. τράτες. γοοῦντα καΐκια. Ἦτο καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς. γιὰ τὴν μικρὴ 34 . βαρεῖα ὡς κατηφὲς πρόσωπον. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ᾽Εφημ. «ἄνθρωπος ὅψιν καὶ Θεὸς τὴν καρδίαν». Πίσω δῶθε κεῖθε μὲς στὴ ρεματιὰ σπιτάκια σκαρφαλώνουν παστρικά.

μισοσβήνουσα στὴν πνοὴν τὴν πρωινήν. ψάλλουσαι ᾆσμα ἤρεμον. παλλομένη. διέγραψε κύκλον στὸν ἀέρα. ἐκόλλησε τὰ χείλη του ἐπάνω. περιρρεόμενος ἀπὸ τὸ σταλάζον ὕδωρ. ἐφαρπαζόμενον καὶ σβῆνον: Ἐν ᾽Ιορδάνῃ βαπτιζομένου Σου. ᾽Εκεῖνος ἔσκυψε ταπεινῶς καὶ μὲ κεφάλι ἀσκεπές. Μὲ δυὸ ἁπλωτὲς ἔφαγε τὸ διάστημα.αὐτὴ σανιδένια γεφυρούλα. ὅπως τριγύρω του τὸ χιόνι στὰ βουνά. Οἱ γυναῖκες πίσωθε μὲ χρωματιστὸ τσεμπέρια. τοῦ πελάγους καὶ τοῦ πλήθους ἔμπροσθεν τοῦ ἀκινήτου. τὸ χουφτώνει καὶ ἐπιφαίνεται* Τρίτων* ὑψῶν τὴν χεῖρα καὶ προτείνων τὸν λαιμόν. μυροβολοῦσεν ἀπὸ τὴν ἄλμην* καὶ ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς αὐγῆς. Ξέσκεπος μὲ σταυρὸ εἰς τὸ δεξί. τῆς θαλάσσης. Παλληκάρια ἀπο δῶ ἀπὸ κεῖ. Βράκες. ὅλο τὸ χωριὸ γυναὶκες 35 . ὀπου δένουν τὰ παλαμάρια τους οἱ τράτες καὶ ἀρ. Ὁ μέγας σταυρός. Τὸ πνεῦμα ἐφύσησεν. ἡ ῾Ελλάδα τοῦ ἀγροῦ. Ἄλλος τὸν διεδέχθη παρομοίως κι ἄλλος. ὠρθώθη ὑψηλὸς καὶ ἐτιβάλλων. ᾽Ετελείωσεν ὁ ψαλμὸς ὁ ἱερός. Ἐκτοπίζουν τὰ νερὰ καὶ συγκυκοῦν* τὸν βοῦρκον καὶ ἀνεγειρουν τὸν ἀφρόν. ψάχνουν καὶ ζητοῦν. Φωναὶ παιδιῶν λεπταὶ καὶ δροσεραί. βραδύ. ὅπως μπροστά του εἰς τὸ κῦμα ὁ ἀφρός. ἐξηφανίσθη εἰς τὸ βάθος τοῦ νεροῦ. κατεπόθη* ἀπ’ αὐτήν. ἐκαλύφθη ὲπισήμως καὶ τὸ ἔτεινε πρὸς τὸν πλησιέστερον ἀγρότην. ἔπεσε στὴν θάλασσαν. παρεμέρισε τὸ κῦμα. τὸ ἐσήκωσεν. τοῦ ὄρους. Τὸ ἀδράχνει. περιαχθεὶς* μὲ δύναμιν. ὁ πόντος ἐταράχθη ἐκ βαθέων. τἐσσαρα πέντε σώματα ἐξώρμησαν καὶ ἐβούτηξαν. λευκογένης καὶ μὲ ἀργυροῦς βοστρύχους*.άζουν οἱ βαρκοῦλες. Κύριε. τὸ φέσι του στὸ χέρι. Ὁ λειτουργὸς ἀνέλαβε τὸ ὑποστάζον ξύλον. Τέσσαρες ἢ πέντε παφλασμοὶ ἠκούσθησαν αἰφνίδιοι. πρόσωπα ροδισμένα. μαζωμένο τὸ χωριό: Παπᾶς μαυροφορῶν. οἱ βραχίονες ἐκτείνονται. ἔκαμε τὸν σταυρόν του καὶ παρεμέρισε. ἔπειτα ἐπὶ τῆς Χειρὸς τοῦ ἱερέως τῆς δασείας. ἁπλωμένους ἐτάνω εἰς τὸ μελανὸν ροῦχον. ὑπὸ τὸ ὄμμα τοῦ οὐρανοῦ. Κατόπιν ἀνηγέρθη. Καὶ ὑπὸ τὸ κύμα τὰ κορμιὰ τῶν παλληκαριῶν πλέουν καὶ τινάσσονται. ἀσκεποῦς καὶ καραδοκοῦντος* ἱερέως καὶ τοῦ ἐνεχείρισε τὸν μέλανα καὶ θαλασσόβρεκτον σταυρόν. ῞Ενας ἔξαφνα νιώθει νὰ φεύγη κάτι ἀπὸ τὰ δάκτυλα. τὰ πόδια των λακτίζουν. ἔφθασε στὴν σκαλούλα. ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις. Ζωνάρια. Κοῦκοι. κεντητὰ πουκάμισα καὶ κοντογούνια. Ὁ γέρων παπᾶς ὕψωσε τὸ χέρι. τὸ καλυμμαύχι εἰς τὸ ἄλλο. Ἄχνα λαμπάδων τρέμουσα.

Γεννιόσουν καὶ γρικοῦσαν τοὺς οὐρανοὺς ὁλάνοιχτους. δέκα. φεύγουν ἤδη ἐκεῖ κάτω πρὸς τὸν πόντον τὸν εὐρύν. σὰν ἐκεῖνα τῆς νύχτας τῶν ἁπλῶν βοσκῶν. Χριστέ μου. ἐτοῦτος διαδεχόμενος ἐκεῖνον. χαιρετισμούς. Τὸ νερὸ ἐδέχθη τὸ φέρον τὴν γαλήνην σύμβολον. ὅταν γιὰ Σένα στὴ Βηθλεὲμ τοὺς Μάγους εἶχε φέρει. κράτα με μακριὰ ἀπ’ τὶς κακίες τοῦ κόσμου. 36 . Θὰ στερεώσῃ ὁ ὁρίζων. προφητικά. «Ἀκρόπολις» 1895 Μιχαὴλ Μητσάκης ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ Χριστέ μου. μακρὰν σειράν. Καὶ ὑπὸ τῶν κυμάτων τὰ ραντίσματα καὶ ὑπὸ τὴν ψιχάλαν τῶν συννέφων. δῶσ’ μου στοὺς σεισμούς. Δέσποτα». ἡ παρέλασις βαστᾷ καὶ συγκινεῖται καὶ θροεῖ καὶ ἐξελίσσεται. «βοήθειά σας». εἰς μακράν. εἰς τὸ κρύο τῆς αὐγῆς. «πάντα μὲ τὸ καλό». φεγγόβολα κάμε τα. ὅσο ζῶ νὰ σὲ λατρεύω δῶσ’ μου. εἴκοσι βραχίονες ἔλυσαν ἐν ριπῇ τὰ παλαμάρια. «χρόνια πολλά». Στὴ Φάτνη βρέφος. φρίσσοντα στοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν. στὶς τρικυμίες τοῦ κόσμου πάντα νὰ στέκω ἀτράνταχτος καὶ νὰ εἶναι ὁ λογισμός μου τὸ φῶς ἀπὸ τὸ μυστικὸ ποὺ χύνονταν ἀστέρι. εἰς σταυρούς. Ἐφημ. ἐπάνω στοὺς φλεγομένους λόφους τῆς μάχης. Καὶ ἐνῷ ἡ τελευταία χωρικὴ φιλεῖ κοκκινίζουσα τοῦ γέροντος τὸ χέρι. «Περάσματα καὶ Χαιρετισμοὶ» 1931 Κωστῆς Παλαμᾶς «ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ» Ἐγνώρισα χθές. καὶ δυὸ πανιά. Καὶ κάμε λόγια κι ἔργα μου σὰν τῶν ἀγρῶν τὰ κρίνα. λευκότερα ἀπὸ τὸ κῦμα. Κι ὅταν θὰ ρθῆ ἀπὸ Σὲ σταλτὸς ὁ Χάρος νὰ μὲ πάρη. ποὺ Σὲ δοξολογοῦσαν. κάμε σὰ βρέφος νὰ σταθῶ μπροστὰ στὴ 8εία Σου χάρη.καὶ ἄνδρες. «ἡ εὐχή σου.

. παιδιά. γιὰ νὰ ἀναγραφῆ μαζὶ μὲ τοὺς ἀθανάτους τῆς νέας ἐποποιΐας. Ὅταν τὰ φανταράκια τὸν βλέπουν ἀνάμεσά τους στὴν πρώτη γραμμὴ . αὐτὰ τὰ λόγια: «Σὲ δυὸ μέρες».. Ἀλλὰ τί πειράζει ποὺ τὸν μνημονεύω ἀνώνυμα.ἕνα λοχαγὸ ἱερέα..Τί λέει ἡ Παναγίτσα σήμερα. . εἶναι ἡ πρώτη στιγμὴ ποὺ τὸν ἀπάντησα: Ἀπόγεμα μὲ τὴν ὁμίχλη ποτισμένη ἀπὸ τὰ μενεξεδένια φῶτα τοῦ δειλινοῦ. ὅτι σὲ δυὸ μέρες θὰ πάρουμε κι αὐτὰ τὰ ὑψώματα ἐκεῖ κάτω! Οἱ χρησμοὶ αὐτοί. Καὶ σᾶς λέω. λυγερός νέος.γιατὶ εἶναι ἕνας παπὰς παλληκαρὰς . Εὐλόγα τὴ λόγχη μας!. ποὺ μόλις εἶχε καταληφθῆ. 37 .. ὅπως τοῦ περίφημου «Εὐαγγελισμοῦ» τοῦ Παρθένη* αὐτὸς ἱερουργοῦσε ἐπάνω σ’ ἕνα ὕψωμα. Αὐτὸς δὲν εἶναι πρόσωπο. ψηλός. ἀπὸ μιὰ εὐχάριστη πρόβλεψη. Καὶ ἡ Παναγίτσα ἔχει. μὲ γένια κατάμαυρα. Ἔτσι ἀκριβῶς τὸν βλέπουν καὶ τὰ φανταράκια μας: σὰν σύμβολο τῆς πίστεως καὶ τῆς ὀρθοδοξίας. μὲ γράμματα φωτιᾶς. προφητεύει καὶ τὴν ἔκβαση ποὺ θά ᾽χη κάθε φορὰ ἡ ἐπιχείρηση! Παπαφλέσσας μαζὶ καὶ Γέρος τοῦ Μοριᾶ. ρωτοῦν τὰ φανταράκια μιας κάθε πρωί. ποὺ κρέμεται στὸ πλευρό του. νομίζεις πὼς παίρνουν καινούργιον ἀέρα.θ’ ἀνέφερα τ’ ὄνομά του. ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μιὰ δυνατὴ διαίσθηση κι ἀπὸ μιὰ φυσικὴ στρατιωτικὴ ἀντίληψη. τὴν παράδοση τῶν ἀγωνιστῶν ἱερέων τοῦ Εἰκοσιένα. βγαίνουν σχεδὸν πάντα ἀληθινοί. καὶ ἀπὸ ἕνα χρησμό: . Ἄν δὲν ἦταν ἀπαγορευμένο ν’ ἀναφέρωμε ἄτομα -καὶ πολὺ σωστά. στὸν εἰκοστὸν αἰώνα. ὀνειροπλάστης καὶ ὀνειροκρίτης. εἰρηνικὴ καὶ ὑποβλητική.. ποὺ τοῦ πεφταν κυματιστὰ στὸ στῆθος συνέχιζε. Παπὰς μὲ χακί. πάτερ! τοῦ φωνάζουν. Ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ στὴ ζωή μου. εἶναι σύμβολο. Φαντάζεστε λοιπὸν πόσους πιστοὺς ἔχει γύρω του αὐτὸ τὸ νεώτερο μαντεῖο τῶν Δελφῶν: . τὴν Παναγιὰ τῆς Τήνου! Καὶ εἶδα πὼς ἔγραφε στὸν οὐρανό. πάτερ... σὰν ἐνσάρκωση τοῦ δεσμοῦ τῶν θείων δυνάμεων μὲ τὸ μαχόμενο στράτευμα. Γιατὶ δὲν μάχεται μόνο.μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι. ἔχει πάντα στὴν τσάντα ἐκστρατείας. Τὸ κῦρος του εἶναι τεράστιο σ’ αὐτὸ τὸ τμῆμα. γιατὶ σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο καὶ τὸ τελευταῖο στρατιωτάκι μας εἶναι ἥρως. σχεδὸν κάθε φορά. σὲ μιὰν ἀτμόσφαιρα γλυκιά.Εἶδα στὸν ὕπνο μου.Ἔλα. ὀμορφάνθρωπος.

. Ἔχουν.. σὰν νά φερναν τὴν μακρυνὴν ἠχὼ τῶν πιὸ δοξασμένων ἡμερῶν τοῦ Βυζαντίου. Μάτην ὁ παπ . ἀφοῦ ὁ χῶρος οὗτος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ. φώναξε στὰ στρατιωτάκια μας: . ὑπογραμμίζοντας τὶς φράσεις του μὲ ὁμαδικὰ «Κύριε ἐλέησον!». ἀπ’ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου. ἀλλ’ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῆ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν. τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.. Ἐφημερὶς «῾Εστία» 7 . Εἶχε περάσει τὸ χρυσοκέντητο πετραχήλι του. θὰ ψάλουμε ὅλοι μαζὶ «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια». νὰ εὐχαριστήσουμε τὴν Παναγιὰ τῆς Τήνου!. διὰ νὰ τὸν πείση ὅτι ἐζήτει παράλογα. γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση κι ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ’ ἐκκλησιά. κατάλαβες.Δοξολογοῦσε γιὰ τὴ νίκη. Καὶ γύρω του τὰ φανταράκια παρακολουθοῦσαν τὶς δεήσεις του. μὲ θυμίαμα τοὺς καπνοὺς τῆς μπαρούτης καὶ μὲ τὴν ὑπόκρουση τῶν πυροβόλων.Τώρα.Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο. διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται. ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια καὶ βγαίνουν. τὸν ὕμνο στὴν Παρθένο. ἄς ποῦμε. κατὰ πῶς λένε.Πῶς θὰ λειτουργήσω. Καὶ τὰ φαράγγια* γύρω. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀπὸ κάτ’ ἀπ’ τ’ ἀστέρια. παιδιά. σὲ ξεσκέπαστο μέρος. ἂς ποῦμε... ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. . ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγι’ Ἀναστασά. ἐκκλησία.40 Σπῦρος Μελᾶς ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙ . ποὺ ἀντιλαλοῦσαν τὸν ψαλμὸ τῶν παλληκαριῶν. Ὁ αἰπόλος* ἔμεινεν ἀμετάπειστος.. 38 . Ὅταν πιὰ ὁ παπὰς τελείωσε. βλοημένε. τυλιγμένη στὴν ὁμίχλη. νὰ κάμουμ’ Ἀνάσταση σ’ ἕνα ξέσκεπο μέρος ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό. ποὺ τράνταζαν τοὺς ἀντικρινοὺς λόφους. Ἀφοῦ τὸ πάλαι* ἦτο ἐκκλησία.12 . δὲν μποροῦμε. Καὶ μιὰ ρωμαλέα ὁμαδικὴ φωνὴ ἄρχισε τότε νὰ ὑψώνη. κατάλαβες.ΑΝΑΣΤΑΣΑ Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς* του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸ κατάμερόν του.. Ὁ παπὰς φάνταζε σὰν ἄλλος Μωϋσῆς στὸ ὄρος Σινᾶ.Ἀγγελὴς ἐξόδευε τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του. μέσα στὸν ἀχανῆ ναὸ τῆς φύσεως.

μὰ λειτουργία. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε. 39 ..Ἄς εἶναι. μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ. ἂν δὲν ξανακτισθῆ καὶ ἐνκαινιασθῆ πάλιν. ἀναγνοὺς* τὸ Εὐαγγέλιον καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα. ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι. Εἶτα. στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν.Τὸν παλιὸ καιρό.Ἀπάνου στὰ μάρμαρα. ὅταν βεβηλωθῇ μιὰ ἐκκλησία. ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ τ’ ἁι . ναί. Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην: . ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνως τοὺς εἰς διαδήματα* κορυφουμένους κραταιοὺς κλώνους. Ὡραία καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνὴ ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου. δὲν ἦταν συγκαινιασμένη. Χριστὲ Σωτήρ». . καὶ πηγαίνομε κάτω στὴν Παναγία τὴ Δομὰν καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ. ἂς ποῦμε. εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη. ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του. ὅλα διαβαστά.Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη. φῶς πεντήκοντα λαμπάδων. ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον. ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς. διαυγὴς καὶ μυστηριώδης.. ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. ἤρχισε νὰ ψάλλη μελωδικῶς τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς». παιδίου δωδεκαετοῦς. . μὲ τὰ φρίσσοντα φύλα μαρμαίροντα* ὡς χρυσᾶς φολίδας ὑπό τὴν λαμπηδόνα* τῶν πυρσῶν.. Πῶς θὰ λειτουργήσουμε. μεθ’ ὅ ἔψαλε «Τὴν Ἀνάστασίν Σου. . μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά. τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν. σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά..βῆμα. ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῆ φωνῆ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». εἶπε. καὶ ἤρχισε ν’ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα* καὶ τὸ «Κύματι θαλάσσης».Κάνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές. καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες.. Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι.. ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει. ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν* μεταξωτὸν και λευκὸν φαιλόνιον* καὶ ἀνάψας λαμπάδα. ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα. φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι. ἀγλαϊζομένου* ἀπὸ τὸ τρέμον.Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν. νὰ μὴ λειτουργιέται.Τὸ Πηδάλιο λέει. .. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον. καὶ εἶπε: .

ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των. μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν. ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα* ἀόριστα πνεύματα. πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. εἰς ἅ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως. ἐφ’ ἧς δὲν θ’ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των. περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια εἰς πέντε ἢ ἔξ ὀνάρια. Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῆ τῇ φωνῆ τὰ εἰρηνικὰ καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς «εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν. μόλις ἠδύναντο ν’ ἀγκαλιάσωσιν. μὲ τὰς κάπας των. ἤρχοντο τελευταῖοι. Ἀλλ’ ὁ διάλογος διεκόπη ὑπὸ τῆς Φωνῆς τοῦ ἱερέως. ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ.. ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνά τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας*. ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός. καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια* καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων. ὑπέρυθρος ὀλίγον. ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν. σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον. πότε ἐκρύπτετο.μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων. ἠκούετο βραχὺς διάλογος μεταξὺ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων*. Δύο ἤ τρεῖς αὐτῶν. προσπαθοῦντες μὲ τὴν δεξιὰν νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας. 40 . Δρυάδες* εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες* ραδιναί. χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς* καὶ τοὺς ἀμολγοὺς* τῶν αἰγῶν των. βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς. οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια. καὶ ὁ δίσκος της. Γιάννης ὁ Κούτρης. ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον. εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς» κ. πεζοί. καὶ οἱ ἄλλοι.Εἶστ’ ἕτοιμοι. ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων. ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων. μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων ἄγοντες τὰ αἰπόλιά* των μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων* τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των βελάζοντα ἐρωτηματικῶς. ὡς ἔμψυχα δίκρανα*. ὧν ὁ πρῶτος. ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων. εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον.τ. κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς. ὃν τρεῖς ἄνδρες.λ. οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας μὲ τὴν ἀριστεράν. Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσσνυκτίου. τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν. Πᾶμε! Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά. ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια καὶ ἔκραξε πρὸς τὸ ποίμνιόν του: . βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι.

Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν. ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς. καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα*. τῆς ὀρθρίας. λευχείμων* μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν. πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. κάτω εἰς τὸ ρεῦμα. καθ’ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη. ὄθεν διέβαινεν ἡ πομπή. ὅταν ὁ παπ . καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους. καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω. τὸ ὁποῖον ἦτο ποτὲ κατοικία ἀνθρώπων. προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρόν. καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. ἰσχυρός. ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του. βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῆ πρὸς τὴν λιγυρὰν* ἀδελφὴν του. ἀπὸ αἱμασιὰν* εἰς δένδρον. Τὰ νυκτοπούλια ἔφτυγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον. ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας. ᾽Εκεῖ ἀντικρὺ προέκυπτεν ἐπ’ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον.Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Ἠκούσθη δὲ μετ’ ὀλίγον βαθὺς παφλασμός. μονότονος. ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς* ἐπιαίνοντο* ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμα* του. περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ’ αὐτῶν. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός. σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλώνους των. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων. ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Εἶχον κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά. ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας. κρότος συνεχής. ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. κυανῆν ὀθόνην*. καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος. ὑποβοΐζοντα. ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων. πλόκαμοι τῆς ἀνοίξεως. ῏Ητο δὲ ἕν τῶν ὀλίγων ναϊδίων.Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ. ὅσα ἐσῴζοντο 41 . Ἦτο ἤδη ὡς δύο μετὰ τὰ μεσάνυχτα. διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῆ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα.

.. ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζῳοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της ἵστατο ἀκόμη ὀρθή..... Καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος. τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη.......... τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν. Περὶ τὸ λυκαυγὲς* ἔληξεν ἡ λειτουργία... τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν........ ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της. λαβὼν καιρόν*... κοιλάδας καὶ δάση.... πάμπολλοι ναΐσκοι.. ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν......... κοιλάδες καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου. καὶ ὅστις ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορόν... τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς ἐπίτροπος..... βραχῶδες καὶ τεμνόμενον* ἀπὸ εὐθαλεῖς* χαράδρας βουνόν. μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδιο. καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές... καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον ἔξω τῆς θύρας καὶ στήσασαι μεγάλην χύτραν παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα......... μὲ τόσην σοβαρότητα..... πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του. ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα................. ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην. σᾶς ἀντιπρο-σωπεύω ἐγώ!».... καὶ ὁ υἱός του ὁ συλλειτουργὸς ἔψαλλε τὸν κανόνα.... Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν.. ὑπὲρ οὕς ἐξέχει ὡς βαθμὶς κεραυνωθείσης 42 ...ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς... ἦσαν τὸ πάλαι ἐντὸς τῆς κοιλάδος.. χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν. καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια.. καὶ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της. καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά.. καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε.... κυανῆν ἁπλουμένην κάτω. καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν.. Ἀριστερὰ λόφοι..... Ἐφάνη δὲ τότε.. μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του... πρὸς βορρᾶν.. Καὶ ἡ Ἠὼς* ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην*. φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος* ἡλίου.. ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων..... ἕως τέσσαρες δωδεκάδας......................... πατῶν αὐτὰ ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του... Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια......... ὅσοι εἶχαν γονατίσει... Καὶ ὁ ἱερεύς. Γείτονες αὐτοῦ.. . ᾽Εν ριπῇ* ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης.. ῾Η Παναγία τῆς Δομάν. ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν........ ἀποβαλοῦσα* τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν....

μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα. ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των. ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον* ρύγχος ὑπὸ τὸν μαστὸν .. παμφαὴς* γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος*. χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν. ἡ ἐπανευροῦσα καὶ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα*. 43 . Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτησε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας.τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν. ἀλλ’ ἅμα τῆ ἀνατολῆ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον. μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην.καὶ δὲν ἤξευρον ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε* καὶ αὑτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον. ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν πρὸς τὰ σύννεφα. πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον. ἐκεῖ ἐπάνω. μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα. Ἐκεῖ. ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτὶς καὶ ἀνέθορεν* ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη. μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των. ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως. μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων κοσμούμενοι. τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη καὶ ἐπιβλητικὴ φωνή.. εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη. ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας ἄνω τοῦ ρεύματος τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα. ὁ κρωγμὸς* τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν. ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα. Τότε καὶ τὰ κατσικάκια. ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων* βράχων καλιᾶς* του.τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι. εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου. ὁ τιτυβισμὸς* τῆς πέρδικας καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς* τῆς κοιλάδος.. καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου. ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοί. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ* της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών. στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια. ὁ κλαγγασμὸς* τοῦ ἀετοῦ. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρίν. αἰσθανθέντα τὸ θάλπος* τῆς ἡμέρας. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη. προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των. διότι ἐξύπνησαν. εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου. ὁ κακκαβισμὸς* τοῦ ἱέρακος.

δι’ ὲρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην. ποὺ γάλα μητρικὸν ἐμοσχοβόλα. κι ἀμάραντος καὶ παραδείσιος κρίνος ἄνθισε ἡ πίστη στὰ δικά σου στήθη. παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽ ! Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης Ἐφημ. ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν: . Κι ἔφεραν χρόνοι δίσεχτοι καὶ μαῦροι τοῦ Τραϊανοῦ τὸ δόγμα: Ὅποιος πιστεύει στὸν Ναζωραῖο. κλώζουσαν* καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν. ἔσμιξεν ἁπαλὰ μὲ τὴ δική σου. Κι ἐπέθανε κι ἐτάφη κι ἀνεστήθη παντοτινὸς κι ἀθάνατος ᾽Εκεῖνος. Τὴν ψυχοφθόρα νίκη τῶν εἰδώλων 44 .» Κι ἡ ἀνάσα Του. ἀπ’ ὅλα τ’ ἄνθη τὰ μυστικὰ τοῦ παραδείσου. βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῆ κι βασιλεύει! Γειά μας! Καλὴ γειά! Διάφουρου! Καλὴ καρδιά! Καλὴ γερουσύνη ὅλοι μας! Χρόνους πολλοὺς κι τ’ χρόν’ νά ᾽μαστε καλά! Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽. «Ἀκρόπολις» 1892 ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ἐσὺ ἢσουν ἀπ’ τ’ ἀθῶα τὰ βρέφη τὸ ἕνα. τὴν μετεβίβασε. ἡ εὐωδιασμένη. τ’ Γεώργη τ’ Παναγιώτ᾽.Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι. μεγάλην ὑπόχλωρον ἀκόμη. ποὺ ἐπήρεν ὁ ᾽Ιησοῦς στὴν ἀγκαλιά Του κι εἶπε μὲ τὴ γλυκύτατη λαλιά Του: «Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νά ρθοῦν σ’ ἐμένα. εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος.Ἀγγελὴς ηὐλόγησεν ὡς ἔδει τὴν φλάσκαν*. καὶ ἀφοῦ ὁ παπ . ἤ στὸ σταυρὸ θ’ ἀνέβη ἤ θάνατο μαρτυρικὸ θὲ νά ᾽βρη.Κ᾽στὸς ἀνέστ.

κειμένη ἐπὶ ἑνὸς χλοερωτάτου ὀροπεδίου. Σὺ ποὺ τὸν θάνατον ἀθανατίζεις. Ἀλλὰ κατόπιν ἐρημωθεῖσαν τελείως ὑπὸ βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν ἀνεκαίνισεν αὐτήν. Μὰ τότε . καταφύτου ἐξ ἡμέρων καὶ ἀγρίων δένδρων. γιὰ νὰ δοῦν κομμάτια τὶς σάρκες σου. Κι οὔτ’ ἄκουσες τὸ βρύχος*. οὔτε ἀκόμα τὰ γέλια τοῦ ὄχλου καὶ τ’ ἀλάλαγμά του. δαπάναις τοῦ ἀδελφοῦ του βασιλέως Ρωμανοῦ*.ἡ Ρώμη καὶ οἱ Ρωμαῖοι πανηγυρίζουν. Καὶ νά. θυγάτηρ Θεοδοσίου* τοῦ Μικροῦ. 45 . τὸν 9ον αἰῶνα. εἶχε πάρει τοῦ Κυρίου κι οἱ φλόγες τῶν ματιῶν του θεῖες ἀχτίδες. «῾Εσπερινὸς» 1922- Ἰωάννης Πολέμης Η ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ Πρῶτος κτίτωρ* τῆς ὡραίας Μονῆς Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀναφέρεται ἡ βασίλισσα Πουλχερία. Ἄτρομα ἐσὺ στὸ στίβο γονατίζεις κι ἀδάκρυτα: ᾽Ιησοῦ. ὁ βασιλόπαις Παῦλος. Ὅλων τὰ μάτια πέφτουν σὲ σένα.ὤ θεία χάρη! σὰν ὄνειρο σοῦ ἐφάνηκε πὼς εἶδες ὅτι ἤσουν βρέφος· ἡ ὄψη τοῦ θηρίου τὴν ὀμορφιὰ. κι οὔτ’ ἔνιωσες τοῦ αἱματηροῦ θανάτου τοὺς σπαραγμοὺς στοῦ λιονταριοῦ τὸ στόμα. ἀπ’ τὴν κρύπτη πέρα ἕνα λιοντάρι προβάλλει ἀγριεμένο. δέξου με πάλι στὴ θεία καὶ πολυπόθητην ἀγκάλη. τὰ βάθρα τοῦ ῾Ιπποδρόμου πλημμυρίζουν ζωγραφιστὴ ἡ χαρὰ στὴν ὄψη ὅλων. Εἶναι μία ἀπὸ τὰς ὡραιοτέρας ἑλληνικὰς μονάς.

τῆς Θηβαΐδος. Δεύτερον δὲ ὁ Ρωμανὸς ὁ μόνος Κωνσταντῖνος τοῦ Σοφοῦ Λέοντος υἱὸς θεοστεφὴς ἐκεῖνος. ἰδίως τὸ ὡραιότατον μὲ τὰ λευκά του μάρμαρα Καθολικόν*. δι’ οὗ τὸ πᾶν. τὸ ἱερὸν ἀνάθημα τοῦ Ρωμανοῦ. ὁποὺ ἁπλοῦνται γύρω . Κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας μάλιστα. ἔξω. Ἕνεκα διαφόρων πυρκαϊῶν. προχωροῦντος μέχρις τῆς ὡραίας τοῦ ρωσικοῦ μοναστηρίου σκήτης. συνοδοιπόρον ἔχοντες τὸ Τίμιον τὸ Ξύλον. μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν. τοῦ κεντρικοῦ λιμένος τῆς Χώρας. συμπολιτῶν καὶ τῶν τριῶν ὄντων ἐκ τῶν Σκοπέλων· ὁ γὰρ Θεός. μὲ τὰ καταπράσινα βουναλάκια τῆς Συκιᾶς καὶ μὲ τὰ γλαυκὰ πλαισιώματα τῶν Βορείων Σποράδων. μὲ τὰ γλαυκὰ* ὕδατα τοῦ Χιγγιτικοῦ κόλπου. καὶ νὰ ἀναπνέῃ τὴν εὐωδίαν ἐκείνην τὴν ἀχόρταστον τοῦ δάσους . ὄτε ὁ ἥλιος εἶναι ὄπισθεν τῶν βουνῶν ἀκόμη.εἶναι μία ἀπόλαυσις ὑπερτέρα πάσης δυνατῆς περιγραφῆς. Τρίτον παρὰ τῶν ἐν αὐτῆ πατέρων ἀνεκτίσθη. νὰ κάθηται κανεὶς εἰς τοὺς ἐξώστας καὶ τὰς ἁπλωταριὰς τῶν προηγουμένων. οὕτως ἐφάνη θέλων. φαίνεται νῦν ὡς νεόκτιστος. Ἀνθίμου σκευοφύλακος καὶ τῇ ἐπιστασίᾳ Ἱεροθέου. Εἶναι μεγαλεῖον ὄντως. Ἄνω τῆς ἀκτῆς τῶν δυτικῶν παραλίων τῆς Ἱερᾶς Χερσονήσου. ἢ εἰς τὸ εὐρύτατον προαύλιον.γύρω.ἡνωμένην μὲ τῶν θαλασσίων ἀνέμων τὰ μύρα . ἡ μονὴ ἀνακαινισθεῖσα πολλάκις. ἕν ἐκ τῶν ὡραιοτέρων θαυμάτων τῆς Δημιουργίας.᾽Εκεῖ ἡ πόα* τὴν ἄνοιξιν μέχρι καὶ τοῦ Αὐγούστου πρασινοβολοῦσα εὐωδιάζει ἀπὸ ὅλας τὰς πλέον λεπτὰς εὐωδίας τῶν ἀγρίων ἀνθέων. ὡς δῆλον. ἀφιερωμένον εἰς μνήμην τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. ᾽Επὶ τοῦ ὑπερθύρου τῶν Βασιλικῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ ὑπάρχει γεγλυμμένον ἐπὶ μαρμαρίνης πλακὸς τὸ ἐξῆς ἔμμετρον σημείωμα. συνάρσει τοῦ Κυρίου. Τέταρτον πάλιν παρ’ αὐτῶν συνάξει Καισαρίου ἐκ διαφόρων τόπων γῆς. ποὺ δὲν ἀπολείπουν δυστυχῶς. ὡσὰν ἕνας πανεύμορφος σμυρναϊκὸς τάπης. ἐγγὺς δὲ τῆς Δάφνης. ἐξιστοροῦν ἐν συντομίᾳ τὰ περὶ τῆς κτίσεως τῆς μονῆς: Ἡ Πουλχερία βασιλὶς θυγάτηρ Ἀρκαδίου τὴν ἱερὰν αὐτὴν μονὴν ἔκτισ’ ἐκ θεμελίου. ἐξανοίγει ἐκεῖθεν ἕνα θεαματικὸν πανόραμα. ὄντος δὲ ἐν τῆ ἡγουμενίᾳ. 46 .

παριστάνον τὸν μεγαλομάρτυρα Δημήτριον. Ἔξω τοῦ ναοῦ. μαρμάρινον. Χαῖρε ᾽Εσύ. ὄρθιον. ἡ παράστασις τοῦ φόνου τοῦ Ἀβεσσαλώμ*. θαυμαστὴ ἐν τῆ συλλήψει.Ἀπὸ Χριστοῦ Γεννήσεως χρόνους εἰς τοὺς χιλίους ἑξήκοντα καὶ τρεῖς ὁμοῦ ἐπὶ ἑπτακοσίους. μαρτυροῦσαι περὶ τῆς ζωηρᾶς φαντασίας τοῦ ζωγράφου αὐτοῦ τοῦ 1780. καὶ ἄλλαι πολλαί. Χαῖρε ἀργυροχρυσόχροε κρίνε τῆς καθαρότητος. μὲ μάρμαρα ὡραῖα καὶ τέμπλον μαρμάρινον. ὡς ἡ ἁμαρτία τοῦ Δαβίδ. Αἱ πτυχαὶ τοῦ χιτῶνος καλλιτεχνικαί. Χαῖρε εὐανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ἡδονῶν. Εἶναι μαῦρον τὸ ἔκτυπον αὐτὸ ὡς ἀπὸ πυρκαϊᾶς διασωθὲν καὶ τεθραυσμένον. Δ΄ 1926 Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ Ὁ κατωτέρω λόγος ἐξεφωνήθη τὴν ἡμέραν τοῦ Εὐγγελισμοῦ τοῦ ἔτους 1688 εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ναὸν τῆς Βενετίας. πορφυρογέννητε* βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων. ὡς ἐν τοῖς ἀρχαίοις ναοῖς. Χαῖρε θεόνυμφε Μαριάμ. Ὁ νάρθηξ* εἶναι ἁπλοῦς καὶ ὄχι διπλοῦς. τὸ δὲ ἱμάτιον εἶναι ἐγκομβωμένον ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ὤμου. εἰς τὴν ἀριστερὰν γωνίαν. ὡς οἱ μανδύαι τῶν ἐκκλησιαστικῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. «Μὲ τοῦ Βοριᾶ τὰ Κύματα». ᾽Εν τῇ κορυφῆ τοῦ πλαισίου ὑπάρχει γεγλυμμένος ὁ Σταυραετός. φέροντος γεγλυμμένα ρόδα. καταπίπτον ὄπισθεν ὅλον. ἐκ τῶν ὡραιοτέρων παραστάσεων τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης. Πέριξ προφυλάσσεται ὑπὸ μαρμαρίνου πλαισίου κομψοτάτου. ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. ἀλλὰ μέγας καὶ ἀπαστράπτων. ἀλλ᾽ ὡραιότατον. Τὸ Καθολικὸν μετὰ τὴν πυρπόλησίν του ἀνεκαινίσθη διὰ νέας ἀρχιτεκτονικῆς. μία ἄλλη θαυμαστὴ παράστασις ἐξηγημένη ἐκ τοῦ ρητοῦ: «Ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα». τῶν ἐκτελούντων τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας των κατὰ τὰς ἀκολουθίας. ὑπάρχει ἐντετοιχισμένον ἀνάγλυφον. Ἡ ζωγραφική του εἶναι πολυσύνθετος καὶ πολυπρόσωπος. ὁποὺ ὡς 47 . μετὰ χιτῶνος ποδήρους καὶ βαστάζοντα τὸν Σταυρόν.

τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον τοῦ μονογενοῦς Σου Υἱοῦ· τὸ πρῶτον. πρὸς βοήθειαν καὶ συντήρησιν τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγώ. παρὰ τῆς γῆς μὲ τὸ σῶμα· πρῶτα θυγατέρα τοῦ προαιωνίου Πατρός. ἐκαταξιώθης νὰ γέννῃς Μήτηρ ἑνὸς Θεοῦ καὶ νὰ βαστάξῃς εἰς τὸν κύκλον τῆς καθαρᾶς Σου γαστρὸς ᾽Εκεῖνον. παρὰ ἐκεῖνο τοῦ ῾Ηλίου. ὁποὺ ἐγεννήθης ὡς ὄρθρος. ὁποὺ ἀντεστάθη τῶν τυράννων. ἀγκαλὰ* καὶ νὰ ἔχη εἰς τὸ στόμα ὅλον τὸν χρυσόρρουν ποταμὸν τῆς εὐγλωτίας. Χαῖρε.βασιλικὸν βλάστημα ἐκ τῆς ρίζης τοῦ ᾽Ιεσσαὶ* γεγεννημένη.. εἰς τὰς ὁποίας ἀνέτειλεν εἰς ἀνθρωπίνην μορφήν. πανακήρατε Κόρη. θαυμάζοντάς τας μόνον μὲ τὴν διάνοιαν. ἄλλο δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ Σέ. Ἕως πότε ἔχουσι νὰ βασιλεύωνται ἀπὸ ἡμισὸν φεγγάρι* αἱ χῶραι ἐκεῖναι. μὲ τὰς ὁποίας ὁ οὐρανὸς Σὲ ἐπλούτισε Ποία ἀνθρώπινος γλῶσσα ἠμπορεῖ νὰ ἐξηγήσῃ τὰ μεγαλεῖα μὲ τὰ ὁποῖα ἐστόλισε τὴν ἱεράν Σου ψυχὴν τὸ πανάγιον Πνεῦμα. Καὶ ἐδῶ. πρὸς διωγμὸν καὶ ἐξολόθρευσιν τοῦ ἀντιθέου τυράννου. στολισμένη μὲ ἄνθη οὐρανίων ἀρετῶν· ηὒξανες ὡς ἥλιος. ὁποὺ 48 . παρὰ τὴν ἄμαχόν Σου προστασίαν. τὸ τρισάθλιον Γένος τῶν ῾Ελλήνων ἔχει νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ δεσμὰ μιᾶς ἀνυποφέρτου δουλείας. δύναταί ποτε νὰ διηγηθῇ τὰς δόξας. Παρθένε! Ἐνθυμήσου. ἔλαμψ τὸ ζωηφόρον φῶς τῆς ἀληθινῆς πίστεως· τὸ ἑλληνικὸν γένος ἐστάθη τὸ πρῶτον.. παρὰ τοῦ ᾽Ιωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης˙ καὶ πρὶν παρὰ νὰ πατήσης τὴν γῆν. Ἕως πότε. μὰ τί νὰ εἰπῶ περισσότερον. εἰς τὰς ὁποίας Σὲ ὕψωσεν ὁ Θεός. ὁποὺ μοναχὴ ἀπὸ ὅλας τὰς Γυναῖκας. ὁποὺ ἄνοιξε τὰς ἀγκάλας καὶ ἐδέχθη. ὁποὺ εἰς τὴν παντοδύναμον παλάμην του βαστάζει ὅλον ἐτοῦτον τὸν οἰκουμενικὸν κύκλον. ἐκαταπάτησες τὴν κεφαλὴν τοῦ ἰοβόλου* δράκοντος. πρῶτα ἐστάθης πολίτισσα τοῦ Οὐρανοῦ μὲ τὴν ψυχήν. ὁ μυστικὸς τῆς δικαιοσύνης Ἥλιος. πίπτοντας εἰς τοὺς παναχράντους Σου πόδας. ἢ τὰς χάριτας. πὼς εἰς τὴν ῾Ελλάδα πρότερον. Ἄχ. ῞Εως πότε νὰ τοῦ πατῆ τὸν εὐγενικὸν λαιμὸν ὁ βάρβαρος Θρᾶξ. ὅποὺ εἰς αὐτὸ βυθίζεται καὶ ὁ νοῦς τῶν μακαρίων ἀγγέλων. Χαῖρε Ἐσύ. Καὶ ποῖος ρήτωρ. πρῶτα εἶδες τὸ φῶς τῆς μακαριότητος. ἀπὸ τὴν ἡγιασμένην Σου γαστέρα. Τόσον εἶναι βαθὺ καὶ ἄπλευστον τῶν ἀπείρων Σου ἐπαίνων τὸ πέλαγος. περνῶ μὲ σιωπὴν τὰς θαυμαστάς Σου ἀρετάς. ὁποὺ Σὲ ἐγνώρισε διὰ ἀληθιννὴν μητέρα τοῦ θεανθρώπου Λόγου· τὸ πρῶτον. κεχαριτωμένη Παρθένε. στεφανωμένη μὲ τὰς ἀκτῖνας τῆς θείας χάριτος· χαῖρε ᾽Εσύ. παρὰ εἰς ἄλλον τόπον.

ὁποὺ μᾶς ἐπροξένησε τὴν χαράν· διὰ τὸν ἀγγελικὸν ἐκεῖνον Εὐαγγελισμόν. ὁποὺ ἀκαταπαύστως φωνάζουσιν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς τρισαθλίου ῾Ελλάδος. ᾽Ετοῦτο τοὺς μάρτυρας. ὁποὺ μὲ τὸ ἄροτρον τοῦ Σταυροῦ καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου ἐγεώργησαν τὰς καρδίας. εὔσπλαχνε Μαριάμ. 1788.μὲ μύρια βάσανα ἐγύρευαν νὰ ἐξερριζώσωσιν ἀπὸ τὰς καρδίας τῶν πιστῶν τὸ σεβάσμιόν Σου ὄνομα. καὶ σπέρνοντες τὸν εὐαγγελικὸν σπόρον ἐθέρισαν τὰς ψυχὰς διὰ τὴν οὐράνιον ἀποθήκην. ὁποὺ μὲ τὴν ποιμαντορικὴν ράβδον ἐξώρισαν τοὺς αἱμοβόρους λύκους ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ποίμνιον. Ἐτοῦτο τοὺς γεωργούς. Ἐτοῦτο τοὺς ποιμένας. ὁποὺ ἐστάθη τῆς σωτηρίας μας τὸ προοίμιον χάρισέ του τὴν προτέραν τιμήν· σήκωσέ το ἀπὸ τὴν κοπρίαν τῆς δουλείας εἰς τὸν θρόνον τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος· ἀπὸ τὰ δεσμὰ εἰς τὸ σκῆπτρον. ἐλπίζουσιν ἀπὸ τὴν ἄκραν σου εὐσπλαχνίαν τοῦ ἑλληνικοῦ γένους τὴν ἀπολύτρωσιν. Φωνάζει ὁ Ἀνδρέας ἀπὸ τὴν Κρήτην· φωνάζει ὁ Σπυρίδων ἀπὸ τὴν Κύπρον· φωνάζει ὁ Ἰγνάτιος ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν· φωνάζει ὁ Διονύσιος ἀπὸ τὰς Ἀθήνας· φωνάζει ὁ Πολύκαρπος ἀπὸ τὴν Σμύρνην· φωνάζει ἡ Αἰκατερίνα ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν· φωνάζει ὁ Χρυσόστομος ἀπὸ τὴν βασιλεύουσαν Πόλιν. Καὶ ἂν ἐτοῦται μας αἱ φωναὶ δὲν Σὲ παρακινοῦσιν εἰς σπλάγχνος. νὰ λάμψη περισσότερον τοῦ μυστικοῦ Ἡλίου ἡ ζωοποιὸς ἀκτίνα· νὰ ἐξαπλωθῆ εἰς τὸν κόσμον ὅλον ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ καὶ νὰ δοξασθῆ ἀπὸ ὅλους τὸ ἅγιόν Σου ὄνομα. τὰ δάκρυά μας τὰ ὁποῖα σημαδεύουσι τὸ μυστήριον. ἀμήν! «Διδαχαί» Ἔκδοσις Βενετίας. ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν εἰς τὸ βασίλειον. Ἀλλ’ ἀνίσως καὶ ἐτοῦτα δὲν φθάνουσιν. οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας των ἐφώτισαν τὰς ἠμαυρωμένας διανοίας τῶν ἀνθρώπων. ὁποὺ εἰς Σὲ ἐτελειώθη. Ἀποδέξου λοιπὸν Παναγία Παρθένε. ὁποὺ μὲ τὸ ἴδιον αἷμα ων ἔβαψαν τὴν πορφύραν τῆς ᾽Εκκλησίας. παρακαλοῦμέν Σε. Δῶσε τόσην δύναμιν τοῦ εὐσεβεστάτου ἡμῶν δουκὸς τῶν Ἑνετῶν ἐναντίον τῶν αἱμοβόρων βαρβάρων. σὺν τῷ Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι. ὥστε ὁποὺ νὰ σβησθῆ τελείως τὸ φῶς τοῦ φεγγαρίου. Λοιπόν. ἂς Σὲ παρακινήσωσιν αἱ φωναὶ καὶ αἱ παρακάλεσες τῶν ἁγίων Σου. νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. 49 Ἠλίας Μηνιάτης . καὶ δείχνοντάς σου τὴν σκληροτάτην τυραννίδα τῶν ἀθέων Ἀγαρηνῶν*. ἂς Σὲ παρακινήσωσιν ἐτοῦτα τὰ πικρὰ δάκρυα ὁποὺ μᾶς πέφτουσιν ἀπὸ τὰ ὀμμάτια. διὰ τὸ Χαῖρε ἐκεῖνο. Τοῦτο ἔδωσεν εἰς τὸν κόσμον τοὺς Διδασκάλους.

50 .

3. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΒΙΟΣ 51 .

52 .

Σὺ μ’ ἔμαθες τὸν Πλάστη νὰ πιστεύω. χίλιες φορὲς ἄς εἶσαι εὐλογημένο. πατέρας καὶ μητέρα κι ἀδελφοί. 53 . ποὺ αἰώνια τῆς ἀγάπης τὴ λαμπάδα κρατεῖ ἀναμμένη ἄγρυπνη τριάδα. Ἄπαρτο κάστρο. ἀντὶ γιὰ τὴν Ἐδὲμ ποὺ εἶχε χάσει. μας πάντοτε ἡ ματιὰ τ’ ἀδέλφια μου νὰ ραίνη μ’ εὐλογία. ὅπου ἔχτισεν ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ. τὴ θεϊκὴ νὰ μαλακώση ὀργή. κακία καὶ προδοσία κρυφή. καὶ τὴ γλυκιὰ Πατρίδα νὰ λατρεύω. ὅταν σὲ αὐτὴ τὴν ἔρμη ἦλθε πλάση. ποὺ ποτὲ δὲν μπαίνει καὶ πάντα ἀπὸ τὴ θύρα σου ἔξω μένει ἔχθρα. Ὦ σπίτι μας καλὸ καὶ τιμημένο. καὶ νὰ μυρώνη ἀδιάκοπα μὲ ὑγεία τὰ τίμια τῶν γονιῶν μου γερατιά. καὶ τοῦ θεοῦ. τῆς καρδιᾶς κρυφὸ μαργαριτάρι καὶ τῆς ζωῆς σεμνὸ προσκυνητάρι. ποὺ μὲ κερνᾶ τῆς Λήθης τὸ νερό.ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ Σύ. ἐσὺ καὶ τὴ φιλία νὰ λαχταρῶ· σὺ κρύβεις μὲς στὸ Λατρευτό σου χτίριο τὸ φῶς καὶ τῆς Ἀγάπης τὸ μυστήριο.

Καὶ τ’ ἄψυχά σου ἀκόμα μὲ γνωρίζουν. ποὺ οἱ τρικυμίες μᾶς φέρνουν τῆς ζωῆς. ὕστερ’ ἀπ’ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν πάλη. ὤ χαῖρε. ποὺ κάθονται οἱ γονεῖς μου οἱ σεμνοί. εἰκονοστάσι καὶ σκαμνί· χαμόγελο μοῦ δείχνει κάθε εἰκόνα. τὴν ἀγκαλιὰ μοῦ ἀνοίγει. σπίτι τιμημένο. τὸν πόνο. γαλήνη ἐβρῆκα καὶ παρηγοριά! Γιατὶ στὸ στῆθος μέσα μὲ φωτίζεις.Πόσες φορὲς μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη. χίλιες φορὲς ἄς εἶσαι εὐλογημένο. Ἡ κάθε σου γωνιὰ κι ἡ κάθε σου ἄκρη ἀντιλαλεῖ τὸ γέλιο μου ἢ τὸ δάκρυ. καὶ κάλλιο τὴν ψυχή μου ἐσὺ γνωρίζεις ἀπὸ τῆς γῆς τ’ ἀνθρώπινα θεριά. «Τραγούδια τοῦ σπιτιοῦ» 1901 54 Γεώργιος Στρατήγης . τὴν ἐλπίδα. Στὶς κάμαρές σου μέσα καὶ στοὺς τοίχους θωρῶ ὅλα τὰ ὄνειρά μου καὶ τοὺς στίχους. σὰν ἔμπαινα μὲς στὴν καλή σου θύρα μὲ ἐγιάτρευες ἀμέσως μὲ τὰ μύρα μιᾶς τρισευλογημένης σου πνοῆς. χαρὰ τῶν τραγουδιῶν μου ἤ στεναγμό. κι ἀγάπης λόγια γύρω ψιθυρίζουν τραπέζι. σὰν ἔνιωσα τοῦ κόσμου τ’ ἄγρια πάθη. Χαῖρε. τὸν καημό. Πόσες φορὲς μὲς στὴ θερμή σου ἀγκάλη. καὶ νὰ μυρώνη ἀδιάκοπα μὲ ὑγεία τὰ τίμια τῶν γονιῶν μου γερατιά. ἡ πολυθρόνα. καὶ τοῦ Θεοῦ μας πάντοτε ἡ ματιὰ τ’ ἀδέλφια μου νὰ ραίνη μ’ εὐλογία.

Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της. εἶπε. ἀλλ’ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας. ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ. Ὁ πατήρ της. ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.Πέρασαν τὰ μεσάνυκτα. ῾Υπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν. ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο. ὅπως πλεύση εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριάν. κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της..ΥΠΗΡΕΤΡΑ Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους...Διόμας. κι’ ὁ πατέρας μου!. Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. εἰς τὰ φαιδρὰ ᾂσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ. ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας. ἀλλ’ ἀνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη. Ἡ νεᾶνις ἐκάθητο πλησίον τοῦ πυρός. ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφιάν. διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι’ ἑνὸς τοίχου. καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν. Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Μία γειτόνισσα. Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο. ὅστις κατήντησε νὰ γίνη πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του. . Ἡ δύστηνος* Οὐρανιὼ δὲν ἀντεσχεν. τρία μίλια ἀπέχουσαν. τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν. ἀλλ’ ἔλαβε τὴν τόλμην να ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ πεορίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας. προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τῆν κεφαλήν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει. ὅπου. καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα . εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους. εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ τὴν μεσημβρίαν. καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν. περιμένουσα τὸν πατέρα της.. Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ. Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν’ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν. καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. ὅσων ὁ ὕπνος 55 . καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον. λάλος και φωνασκός. ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνω ἦτο διότι μόνη. μελαχρινὴ νοστιμούλα.

φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ. μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος. διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον. εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες: «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιά. ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της. κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν. δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον. ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του. ὅσος ἤρκει.Τώρα μ’ ἀρέσεις. Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν. Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς. ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας του τὰ πέδιλά του.. Ὁ σύζυγός της. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθὺ καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν. εἶπε.Δὲν ξέρουμε. διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων. . ἐζώσθη τὸ κόκκινο ζωνάρι του.Σωπᾶτε. εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα . . ἠγέρθη. τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ. γείτονα. . . ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης. ὅν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιώ. Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης. βάγια μοιράζουνε». Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην. εἶπεν. γείτονα. ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του. Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα .. . Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις. διότι εἷναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης. ἐψιθύρισεν. καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν. ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς.. νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴ νύχτα.Διόμα. προηγουμένης τῆς συζύγου του. κρατοῦσαν φανόν. διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα πάν’ τ σ’ ἕλληνες (πανσέληνος).... 56 . Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος. προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνήση τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος. τῷ λέγει. Νταραδῆμος εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ. νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας..Πῶς! κι’ ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά.Τί νὰ κάμουμε νὰ σ’ ὁρίσω. διὰ νὰ σταθῆ εἰς τοὺς πόδας του. Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνησε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.Διόμα.

Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του ὁ μπαρμπα . Εἰς τὸ γῆρας του δὲν τῷ ἔμενεν ἄλλο τι. ῾Η ἄστοργος θεία.Διόμας. Ὁ Ἀργυράκης ἠτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι. Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν. ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχτεν καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της. τὸ Οὐρανιώ. Ἐνίοτε. ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες* γολέτες*.Τί. ὄρθιον. καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλὸν ἔλυσε τὴν μικράν. δι’ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν’ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους. εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου. χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος. ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον. εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκανα του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο* βρακὶ του. 57 . τὸ παμπάλαιον φέσι του. ἐλλείψει ὁμιλητοῦ. εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην. καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς. καὶ μόνος ὁ μπαρμπα Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του. ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης. ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγὴν καί. καὶ τέλος ἔμεινε κύριο τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου. . ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία. Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου ἡ δυστυχής. *** Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα . ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας. μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον. λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ.Διόμας εἶχε φορἐσει. καὶ βρίκια*. ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν*. ναύτης ὁ αὐτὸ. διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα. πρὸς ἥν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί.εἶπαν πὼς βούλιαξε. καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριάν. δι’ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς.

καὶ ὁ μπαρμπα . *** Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριὰν ὁ μπαρμπα Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ έξ ζεύγη όρνίθων. 58 .. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός. Καίτοι βορειοδυτικὸς ὁ ἄνεμος. Ὁ μπαρμπα . ὤριμον πρὸς ἐπίσαξιν.Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου. ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. «υἱὸν ὑποζυγίου». ἦτο ὁ καπνός. ὅπως κομίσῆ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην.Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας».. καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύση τὰ ἀπόγεια* τῆς λέμβου καὶ ν’ ἀποπλεύσῃ. ἀλλ᾽ ἀφ’ ἑτέρου ἐσκέφθη. γραῖγος. ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ* τὴν λέμβον. Ἀλλ’ ὁ πῶλος..Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν. ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν. ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου. Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέη εἰς τὸ κύτος. καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων. ἔλαβε τὰς κώπας.Διόμας ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα. τὸν ἀμπά του.Διόμας ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον. αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα. ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα. καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα.. καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον. καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα. Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζεται. ὅτι μία δραχμή. ὁ μπαρμπα . Ταχὺς ὡς ἀστραπή. διότι ὁ μπαρμπα . μίαν μυζήθραν. ἔκαμε πανιὰ καί. κοφίνους τινὰς ὠῶν καὶ τυροῦ. καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη. ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ. Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά. ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον. ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε.. ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του καὶ δὲν ἐφαίνετο ν’ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου. ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά. τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον. διανύσας ὑπὲρ τὸ ἕν μίλιον.. δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα. Ἀπεμακρύνθη.

῏Ητο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον*. ῾Ο μπαρμπα . Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν. Τέλος. εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον. Ὄρνιθες.Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν δύο πλευρῶν τοῦ σκάφους. κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς. καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων. ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων. Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. πρὸς τὸν λίβα.Διόμα δὲν ἠκούοντο. Καθ’ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν. ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε. Ὀ μπαρμπα . ἐφάνη μακρόθεν ἕν ἱστίον. ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων.Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον. ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς. τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ. ἰνδιάνοι. Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα. ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς. Ὁ μπαρμπα . Οἱ κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμτα . εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν». Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον.Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του.Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη. ἀλλὰ τόσον μόνον ἡκουσεν. διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο. δι’ ἐμπνοῶν καί προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν. ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα. μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων.. *** Περὶ τὰς δύο ὤρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα . κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος.Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα*. ὁ πῶλος. 59 . Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα . περὶ τὴν ἀμφιλύκην*.Διόμας. ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακράν. ἠδύναντο ν’ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί.

Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πτὸς τὸν λιμένα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε. Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς. νεκρὸν ἢ ζῶντα. Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους. καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής. καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. εἰς τοὺς οἰκείους του. ἀλλ’ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ! Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα. οὔτε ὄρνιθες. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγά. διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἷδε βαρέλια. ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. ῎Ω. ὄχι.Ὄι πούντς. δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον. «Ἐφημερις» 1888 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΜΑΣ Εἶναι. Ὁ μπαρμπα . Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει. οὒτε μυζῆθρες. ἀπὸ τὰ πιὸ εὐχάριστα κι ὠφέλιμα πράγματα νὰ 60 . ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα . Ἀλλ’ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου. μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου. καὶ ὁ μπαρμπα . Ἀλλ’ ἄμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα .Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί. ἐλθοῦσα τότε. Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά. ὅπως τὸν ἀποδώσωσι. *** Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ.Διόμας. νομίζω. δι’ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι’ ἑαυτὸν καὶ δι’ αὐτήν. .Διόμας ἐλθὼν μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος. ἀλλ’ ἐσώθη. εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστε μου! Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου. ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. πενιχρά. ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλοσσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖρας του.Διόμας ἐναυάγησε μέν. φαίνεται.

ὁ σπόρος τῆς νέας ζωῆς. Οἱ σάλιαγκοι γέμιζαν μὲ τὰ γυαλιστερά τους ἀχνάρια τοὺς τοίχους καὶ τὴ γῆ σπαρμένη ἀπὸ κίτρινα φύλλα. τίποτα σχεδὸν νέο. Μεγάλες πεταλοῦδες μὲ βαριὰ ποικιλόχρωμα φτερὰ πετοῦσαν στὴ λαύρα τῆς ἡμέρας ἢ στὴ δροσιὰ τοῦ δειλινοῦ. κατανοεῖ τὶς δυνάμεις της. οἱ ἀχλαδιὲς ἀπὸ τὰ κεχριμπαρένια ἀχλάδια. Καμιὰ γέννηση. γέμιζαν τὸν ἀέρα τῆς νύχτας μὲ τὴ γλυκειὰ μεταλλική τους φωνή. βρίσκεται ἔτσι μέσα στὴν ἴδια ἐνέργεια τῆς φύσης. Τὸ καλοκαίρι. κάτω ἀπὸ τὰ φύλλα τῆς ἀγαπημένης τους ἀντράκλας. Τέσσερες ἐποχὲς ὁ χρόνος. πετοῦσαν. Ἔντομα κι ἑρπετὰ διάφορα. ἀλλὰ περαστικές. ἔπινε μὲ λαιμαργία τὸ λίγο νερό. Οἱ πεταλοῦδες 61 . περίμενε. σὰ νὰ ἤθελε νὰ μᾶς ὑποδεχθῆ μὲ στολὴ καθάρια. Ἡ Γῆ ὁλοένα γυρνοῦσε στὸ ἄπειρο· οἱ ἀκτίνες τοῦ ἦλιου ἔπεφταν τώρα ἀπάνω στὴ χώρα μας πιὸ πλαγιαστὲς καὶ πιὸ ἀδύνατες· στὴν ἀτμόσφαιρα σχηματιζόταν σύννεφα μαῦρα καὶ πυκνά.. λίγα λουλούδια στὰ κιτρινισμένα χαμόδενδρα. μέσα σ’ ἐκείνη τὴ νέκρωση.. πολύχρωμα καὶ πολύμορφα. τὸ ἀφήναμε κατάξερο. ὁ μεγάλος καὶ περήφανος. ἔτριζαν. βομβοῦσαν. ποὺ ξεσποῦσαν ἐπὶ τέλους σὲ βροχή.περνᾶ κανεὶς λίγες ὧρες κάθε μέρα μέσα σ’ ἕνα περιβόλι. τὶς φλογερὲς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. μ᾽ ἀστροπελέκια. ποὺ γυρίζαμε τότε ἀπ’ τὴν ἐξοχή. ὅταν πιὰ φεύγαμε γιὰ τὴν ἐξοχή. εὐχάριστες! Τὸ περιβόλι μας λουζόταν μὲ χαρὰ κι ἀνάσαινε κι ἔλαμπε ὕστερα στὸν ἥλιο μὲ τὰ μισοκιτρινισμένα ὑγρά του φύλλα. Λίγα φύλλα στὰ κομπιασμένα δένδρα. φρυγμένο ὅλο ἀπὸ τὶς κάθετες. Ὁ καρπός. Ἀλλὰ ἡ φύση φαινόταν σὰ νὰ μὴν εἶχε πιὰ ἄλλη ζωὴ καὶ σιγὰ . ἀμέτρητα. ἀναπνέει τὴν πνοή.σιγὰ νὰ μαραινόταν. βλέπει καθαρὰ καὶ πιάνει τὸ ἑργο της. Οἱ ἀράχνες γέμιζαν μὲ πυκνὰ καὶ σκονισμένα πανιὰ τοὺς τοίχους καὶ τὰ δένδρα. δηλαδὴ τὸ τέλος. βροχὲς ὁρμητικές μ’ ἀστραπόβροντα. δροσιστικές. ποὺ τοῦ ἔριχνε τὸ κοντόβραδο ὁ κηπουρός. Καὶ τὰ φύλλα ὅλα σχεδὸν ξερὰ κι οἱ βλαστοὶ ὁλοένα σπάνιοι. Δυὸ τρεῖς γρύλλοι. τὰ κλήματα ἀπὸ τὰ κέρινα σταφύλια. τέσσερες μορφὲς ξεχωριστὲς τὸ περιβόλι μας. Καὶ ὅμως.. κάτω ἀπ’ τὸν ἀπέραντο οὐρανό. Οἱ ροδακινιὲς ἦταν φορτωμένες ἀπὸ τὰ χνουδωτὰ ροδάκινα. ἔτρεχαν ἀνάμεσα στὰ φύλλα. Στὸ ἐλεύθερο κι ἀνοικτὸ αὐτὸ κομμάτι τοῦ φυτικοῦ καὶ ζωϊκοῦ κόσμου. κρυμμένος κάτω ἀπὸ τὸ χῶμα. αίσθάνεται τὴν κίνηση τῆς ἄπειρης. Τὸ χῶμα. τῆς θαυμαστῆς καὶ μεγάλης αὐτῆς ζωῆς καὶ θυμᾶται πὼς ἕνα μικρό της μόριο εἶναι κι αὐτός.. τίποτα ποὺ νὰ δίνη ἐλπίδες. Ἄ οἱ πρώτες βροχὲς τοῦ φθινοπώρου.

Χειμώνας! ἐρχόταν ἐπὶ τέλους ὁ χειμώνας σύντομος ἀλλὰ ὄχι καὶ λίγο δριμύς. κι ὁ ἄνεμος τὰ στριφογύριζε μὲ ἦχο ξερό. Τὴ Λίλη τὴν τρέλαιναν. μὲ τᾶ σγουρὰ πολλὰ φυλλάκια.ὅπως λέμε κεῖ τ’ ἁγιοδημητριάτικα. μὲ τ’ ἄσπρα καὶ κόκκινα ἀνθάκια τῆς ἄνοιξης!. γιὰ νὰ ξεπεταχτοῦν οἱ βλαστοὶ.. Οἱ ἀνυπόμονες ἀμυγδαλιές καὶ οἱ ντροπαλοῦλες ροδακινιὲς προλάβαιναν νὰ πετάξουν πρῶτες πρῶτες τὰ μπουμπούκια τους. κι ἡ ἐρήμωση ὁλοένα μεγαλύτερη.. Στὸ περιβόλι μας ἔβλεπες μιὰ ἀφθονία ἀπὸ κλώνους γυμνούς. δροσερὰ. γιὰ νὰ γεμίσουν τοὺς λεπτοὺς ἄφυλλους κλώνους τους. Τὸ λόγο τὸν θυμόμουν συχνὰ μέσα στὸ περιβόλι μας. καὶ ζωχοὶ καὶ ἀγριόκρινοι καὶ ἀγριοκισσοί . Καὶ ὅμως ἡ ἐργασία της ἐξακολουθοῦσε ὁλοένα μυστική˙ ἡ ζωὴ διατηροῦνταν ὅπως ἡ σπίθα ἡ κρυμμένη στὴ στάχτη οἱ χυμοί κυκλοφορῦσαν ἀθώρητοι μέσα στοὺς γυμνοὺς κλώνους καὶ δὲν περίμεναν. Ἤτανε λαχανικὰ τὰ περισσότερα. Ἄνοιξη! ἡ νιότη τοῦ χρόνου! . τ’ ἀνθάκια τῆς ροδακινιᾶς.κάπου καὶ χιόνια. Οἱ θάλασσες. Καὶ νερὸ καὶ κρύα καὶ πάγοι. παρὰ τὸ πρῶτο χαμόγελο τὴς ἄνοιξης.. ρόδινα. ὅλο τὸ περιβόλι σκεπαζόταν ἀπὸ ἀραιὴ πρασινάδα.. ὕστερ’ ἀπὸ λίγες μέρες.εἴπε ἕνας ποιητὴς. σὰν φτεράκια ἀπὸ 62 . . τὰ φύλλα κιτρίνιζαν λιγοστὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ πάνω στ’ ἀειθαλῆ δένδρα καὶ στὰ χειμωνιάτικα φυτά.. ἔλεγες. Τί δύναμη! τί ζωηρώτητα! τί ὀργασμός! Ἀπὸ τὸν Γενάρη ἀκόμα ἄρχιζε ἡ φανέρωση τῆς ἀκράτητης ζωῆς. ἄλλα κίτρινα κι ἄλλα κόκκινα. Καὶ ὁλοένα τὰ παλιὰ φύλλα ἔπεφταν... ἀπὸ φυτράδια τὸ περισσότερο δικοτυλήδονα. Ὁ ἄνεμος λύγιζε ὡς κάτω τὶς κορφὲς τῶν κυπαρισσιῶν κι’ ἡ φοινικιὰ κινοὺσε τοὺς κλώνους της σὰν χέρια δαιμονισμένου. Ἡ βλάστηση τοῦ φθινοπώρου σταμάτησε. Τότε πρόβαινε κι ἡ πρώτη βλάστηση: ἡ βροχὴ ζωογονοῦσε τὸ σπόρο κι. κάπου .ἦταν σκεπασμένες ἀπὸ τ’ ἀνθάκια τους τὰ καλλιτεχνικὰ. λαμπρά. ἄλλα ἄσπρα. λησμονημένα στὶς ἄκρες τῶν στρατονιῶν καὶ τῶν τοίχων. περισσότερο ἀπ’ ὅλα. . ἀπὸ μικροσκοπικὰ βλαστάρια. ραδίκια καὶ τσουκνίδες. καὶ σψριάζονταν χάμω.πετοῦσαν πιὸ εὐκολόπιαστες μὲ βρεγμένα φτερά. κοιμόταν.τὰ περισσότερα καταδικασμένα νὰ πεθάνουν πρόωρα καὶ λίγα νὰ κλέψουν περισσότερη ζωή. Οἱ σπουργίτες κι’ οἱ καλογιάννοι κατέβαιναν πεινασμένοι νὰ σκαλίσουν τὸ χῶμα. διάφανα. Μιὰ νάρκωση ἦταν χυμένη σὲ ὅλα˙ ἡ φύση.. ἀγριόχορτα. μὲ τὰ δυὸ ἀρχικὰ καταπ΄ρασινα φυλλαράκια πάνω ἀπ’ τὸ χῶμα καὶ τὴν κάτασπρη τρυφερὴ ριζούλα ἀπὸ κάτω.

Μᾶς πλημμυροῦσε τῆς ζωῆς ἡ εὐφροσύνη καὶ τῆς ἀγάπης. τὴν ἐσκέπαζε φύλλωμα καινούργιο καὶ πυκνό˙ ὅπου φύλλωμα καινούργιο καὶ πυκνὸ. Καὶ σύμφωνες ὅλες σχημάτιζαν στὰ παιδικὰ μας αὐτιὰ μιὰν ἁρμονία ἀσύγκριτη. κι ἐγύριζαν πίσω τὰ πουλιά. παιδιά μου! ζήσετε ἀγαπημένα καὶ χαούμενα! Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο! Γρηγόριος Ξενόπουλος «Ἡ ἀδελφοῦλα μου» 1923 63 . σὰ νὰ μᾶς ἔλεγε. Οἱ τριανταφυλλιές. τὸ ἀπερίγραπτο αὐτὸ πανηγύρι. μέσα στὸν κατάξερο ἀκόμα κῆπο.. Ἀκούραστοι κι ἀχόρταγοι τρέχαμε ἀπάνω κάτω μὲ τὴν ἀδελφούλα μου.φανταστικὲς πεταλοῦδες.. ποῦ κάθησαν πλῆθος ἀπάνω στὸ ἄφυλλο δένδρο. Καὶ στὸ πατρικό του φιλί ξεπετιόταν τὰ μπουμπούκια ἄφθονα κι ἐξεβλάσταιναν τὰ νέα τρυφερὰ φύλλα. μιὰ μαγεία ἀνέκφραστη.Καὶ στὸ μοσχοβολισμένον ἀέρα πετοῦσαν μὲ γλυκύτατα τραγούδια˙ τὰ πουλιὰ καὶ βομβούσαν ἀμέτρητα χρυσοπράσινα ἔντομα. .. καὶ τὰ χαμόδενδρα ἤταν φορτωμένα ἀπὸ λουλούδια χωρὶς εὐωδία. πού ἐρχόταν ἀπὸ μακριά. ποὺ φαινόταν κι αὐτὸς νέος.. τὸ βασιλόπουλο. Ἡ φύση μᾶς μιλοῦσε μὲ χίλια στόματα.. κάτω απ’ τὸν γαλάζιο καὶ γελαστὸ οὐρανό. σήκωναν λευκότατο κεφάλι οἱ κρίνοι. κι ἀρχιζε μιὰ ἠχηρὴ καὶ πολυσύνθετη ζωὴ μέσα στοὺς τέσσερεις τοίχους τους σκεπασμένους ἀπὸ μούσκουλη* νέα.. μὲ χίλιες φωνές. τὸ στόλιζαν λογιῶν .. μέσα στὰ κρύα τοῦ χειμῶνα! Ἦταν ὁ προάγγελος τῆς ἀγαπητῆς ἄνοιξης. Ὅπου γύμνια. Τί παρηγοριὰ ποὺ τὴ δίνει ἡ ἄνθηση αὐτὴ ἡ γλυκιά. κι ἐπλήθαιναν τὰ ζωΰφια.λογιῶν ἄνθη. καὶ τὸν δεχόταν τὸ περιβόλι μας σὰ στολισμένο παλάτι. ἤ σὰν φῶτα μαγικά. Μέρα μὲ τὴν μέρα ἡ χώρα μας γύριζε πάλι τὸ πρόσωπό της κατὰ τον ἥλιο καὶ οἱ ἀκτίνες του ἔπεφταν πάνω της ὁλοένα πιὸ κάθετες. σὲ πολυέλαιο ἀπὸ κλώνους. ἄνοιγαν τ’ ἀριστοκρατικὰ τους μπουμπούκια˙ ἀνθοῦσε ζωηρὰ τ’ ἀγιόκλημα. Κι ἔφτανε ἔτσι ὁ Μάης ὁ μορφονιός. ποὺ ἔκαιγαν χλωμὰ κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο. καταπρασινη. ἀλλὰ μὲ χάρη καὶ χρώματα. πιὸ θερμές. Βλέπω ἀκόμα μπροστρά μου τὸ χαρούμενο. Εἴχε δίκιο.Ζήσετε.. σὲ μακριὲς σειρὲς.

βαριὰ τὸν ἀνάποδο καὶ κακοπάτητο ἀνήφορο ἀπὸ τὴ μεγάλη του τὴν κούραση καὶ τὴ μεγάλη του τὴν κομάρα. Ξημερώνουν Χριστούγεννα στὸ χωριό. ῾Η κάρδιά μου χτυποῦσε τὶκ . ὕστερα ἀπὸ νυχτοπερπάτημα δέκαπέντε ὡρῶν δρόμο καὶ ξενιτιὰ δέκα πέντε χρόνων. ποὺ βγαίνει ἴσα . σὲ ξένα σύνορα καὶ σὲ ξένα βασίλεια. στὸν τόπο ποὺ γεννήθηκα.ἀργὰ καὶ βαριὰ .ἴσα στ’ ἀγαπημένο μου χωριό. καὶ τ’ ἄλογο ἀνέβαινε ἀργὰ . ἀπὸ γκρεμούς. ποὺ ἔβλεπα ὅτι βρισκόμουν καὶ περπατοῦσα στὸν τόπο τῶν ὀνείρων μου. Ἡ μέρα ἔδειχνε κλεισμένη. ἔμπαινα μὲ μεγάλη χαρὰ στὰ πολυπόθητα σύνορα τοῦ χωριοῦ μου. Μετὰ τὸ πότισμα τράβηξα τὸν ἀνήφορο. Ἔκανε φοβερὸ κρύο. ἡ γῆ ἦταν χιονοστρωμένη. ὄμορφο καὶ ψηλὸ ἄλογο. μποροῦσε νὰ ἰδῆ πιότερο ἀπὸ μιὰ ντουφεκιὰ τόπο. Σὲ κάθε πατημασιὰ τ’ ἀλόγου μου ξάνοιγα κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὰ παιδιακίσια μου.τὰκ σὰ λιθοπάτημα ἀπὸ τὴ συγκίνηση. πότε ἴσια δῶθε καὶ πότε μὲ περικύκλωνε ὁλόγυρα σὰν ἀνεμοστρόβιλος. ὁ οὐρανὸς χιόνιζε καὶ τὸ μάτι δὲ. ἀνάμεσα ἀπὸ βράχους. Στιγμὴ ποὺ πολεμάει τὸ φῶς τῆς ἡμέρας πού ᾽ρχονταν. μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας πὄφευγε. πότε ἴσια πέρα. Ἔβλεπα τὸ μεγάλο βράχο π’ ἀνέβαινα ψηλὰ καὶ 64 . καὶ κουκουλωμένος μὲ μιὰ μεγάλη κάπα. πότε ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ ἀπάνω. καρδιὰ τοῦ χειμώνα!. Φοβερὸ ἀγριοκαίρι. Ἄγριος βοριὰς φυσοῦσε σὰ λυσσασμένος ἀπὸ πίσω μου καὶ μ’ ἀνασήκωνε ἀπ’ τὴ σέλα τ’ ἀλόγου μου! Τὸ χιόνι προντίζονταν* ἀπὸ καταγῆς στὸ μανιωμένο φύσημά του.ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ Α΄. σὰν ἀλεύρι κάτασπρο. Στὸ ποτάμι πού ᾽ναι κάτω ἀπὸ τὸ χωριό μου πότισα διαβαίνοντας τὸ κατακουρασμένο ἄλογό μου. ἀπὸ μεγάλες πέτρες. Μόνο τὰ δάχτυλα τῶν ποδαριῶν μου κρύωναν λίγο καὶ τὰ χέρια μου λιγότερο ἀκόμα. Κι ὅμως δὲν αἰσθανόμουν καθόλου κρύο μέσα μου. Χριστούγεννα. γλυκιᾶς καὶ πολυαγαπημένης. μακριὰ πολὺ μακριά. ἀπὸ δέντρα κι ἀπὸ λίγα ἀμπελοχώραφα. Κομμάτι ζωῆς χαρωπῆς. Καβάλα ἀπάνω σ’ ἕνα γερό. γιατὶ κρατοῦσα μὲ τὸ δεξὶ τὸ βοϊδοτσούλι* καὶ μὲ τὸ ζερβὶ τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου. Ἦταν πολὺ πρωί.

καὶ ὡς χοροστάσι*. μὲ τὸ πλατύχωρο αὐλόγυρό του καὶ μὲ τὸ μεγάλο δέντρο στὴ μέση τῆς αὐλῆς του. Μόρχονταν στὸ νοῦ πόσες φορὲς ξαπόστασα καὶ ξεκουράστηκα κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο αὐτουνοῦ τ’ ἀγαπημένου δέντρου καὶ πόσες φορὲς μάλωσα μὲ τὸ φτερωτὸ κοπάδι τῆς μάνας μου. ὡριμώτατα σῦκα καὶ ζουμερώτατα ροδάκινα. τρώγοντας γλυκύτατα σταφύλια. ποὺ χρησιμεύει τὸ καλοκαίρι ὡς κατοικιὸ καὶ ὡς τραπεζαρία κι ὡς σάλα κι ὡς τόπος ὕπνου.γλιστρώντας ἴσα κάτω ἔφτανα στὸ λάκκωμα. εἲτε χωρὶς ξεγδάρματα στὸ τρυφερό μου τότε κορμί. μὲ τὰ συνομήλικά μου. τὴ γῆ ποὺ εἶδα γιὰ πρώτη φορᾲ τὸ γλυκὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ κατάλαβα γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἑαυτό μου ὠς ἄνθρωπο. ποὺ κάθε σπίτι καπνίζει ἀδιάκοπα χειμώνα καλοκαίρι. δέντρα. χωρὶς νά ᾽χουν οἱ καημένες τὴ δύναμη νὰ μοῦ τὰ ἁρπάξουν μέσα ἀπὸ τὰ χέρια μου τὰ σκληρά. ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὰ χορτάσω ποτέ. Ἔβλεπα τὸ χωράφι μου. ποὺ πηδοῦσα σὰν τὸ ζαρκάδι. ποὺ μαζεύεται τὸ χωριό. εἴτε μὲ ξεγδάρματα. τὶς κότες. γιὰ νὰ μπορέσω ν’ ἀγναντέψω τὸ χωριό μου. χωρὶς νὰ μὲ μέλη κοὶ χωρὶς νὰ μὲ νοιάζη γιὰ τὰ τσιουρίσματα τῶν μανάδων τους. καθὼς τὸ θέλει ὁ προεστός. ποὺ περνοῦσα τὶς καλύτερες καὶ τὶς πιὸ εὐτυχισμένες ὧρες τῆς παιδικῆς μου ζωῆς. π᾽ ἀνέβαινα τὸ καλοκαίρι κι ἔπιανα τὰ πουλιὰ μέσα στὶς φωλίτστες τους. Τὸ χιόνι ἐξακολουθοῦσε νὰ πέφτη. Μόρχονταν νὰ ξεκαβαλικέψω καὶ κατεβαίνοντας νᾲ φιλήσω καὶ ν’ ἀγκαλιάσω ὅ. ποὺ ἤθελαν νὰ μ’ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τὸ νόστιμο ψωμοτύρι μου. γκροὺπ . Ἔβλεπα τὸ μεγάλο πουρνάρι. πέτρες. Ὅλα στὸν τόπο τους καὶ στὴ θέση τους. Ἔβλεπα τ’ ἀμπέλι μου μὲ τὴ μεγάλη βελανιδιὰ στὴν κορυφή του. ποὺ φτερούγιζαν ψηλὰ ἀπὸ τὸ κεφάλι μου.τι ἔβλεπα κι ἔβρισκα μπροστά μου· χῶμα. Εἶχα σκαπετήσει* μιὰ μικρὴ ραχούλα καὶ δὲ μοῦ εἶχε μείνει παρὰ νὰ σκαπετήσω ἀκόμα μιά. ἐπειδή ξανάβλεπα τὴ γῆ τῶν παππούδων μου. Ὁ βοριὰς ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀγριοφυσάη. Ἦταν ὅλα ὅπως τὰ εἶχα ἀφήσει ἐδῶ καὶ δέκα πέντε χρόνια. Ἀλλὰ ὁ πόθος μου νὰ φτάσω ὅσο τὸ δυνατὸ 65 . χαμόκλαδα. κι ἔπαιζα τὰ ἀγαπημένα μου παιγνίδια. καὶ νὰ ἰδῶ τὸ σπίτι μου. Ἀμέτρητη χαρὰ πλημμύρισε τὴν καρδιά μου. ποὺ ἡ γνώμη του πάντα εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ γνώμη τῶν πολλῶν.γκρούπ.ἀργά. πρὶν φτερουγίσουν ἀκόμα. γιὰ νὰ κρίνη τὶς διοφορές του καὶ τὰ χωριανὰ ζητήματά του. Τὸ κρύο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀντριεύεται καὶ τ’ ἄλογο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀνεβαίνη τὸν ἀνήφορο ἀργὰ .

σφιχτά.βραχνὰ κι ἀδύνατα «κράαα . πρᾶγμα ποὺ μᾶς τὸ εἶχε ἀπαγορεμένο. . πού ᾽σκουζε. γιατὶ μ’ ηὗρε νὰ στιῶ πλάκες. Καὶ λέγοντας αὐτὰ χτυποῦσα τὸ κακόμοιρο τ’ ἄλογο μὲ τοὺς φτερνιστῆρες μου.γκρούπ . Ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορὰ ἔβλεπα νὰ σκοτώνω μιὰ πυκνόμαλλη καὶ μαυρονούρα ἀλεποῦ. γιὰ νὰ μάθη τὸ χωριὸ τὸν ἐρχομό μου. σὰν λουλούδια ἀπριλιάτικα.γκρούπ. κι αὐτὸ τὸ καημένο πηδοῦσε ἀγκομαχώντας καὶ μοῦ φαινόταν ὅτι πηδοῦσε στὰ σύννεφα. Ἔβλεπα ν’ ἀνεβοκατεβαίνω στὸ δρόμο τοῦ ποταμοῦ χιλιάδες φορές. ποὺ κάνανε σχολειὸ χειμώνα καλοκαίρι στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ τὸ ψαλτήρι ἦταν γιὰ μεγαλύτερο μάθημα ἀπ’ ὅλα τὰ μαθήματα. σὰν ἀφροστεφανωμένες εἰκόνες. δὲ μ’ ἄφηνε νὰ κατεβῶ καὶ νὰ ἐκτελέσω τὸν ἅγιο μου σκοπό.ἀργά. γιὰ νὰ τσακώσω κοτσύφια κι ἄλλα στερόπουλα. γιὰ νὰ μὲ πάη μπροστὰ σ’ ἄλλα μαθητούδια τοῦ χωριοῦ. ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μποῦνε σ’ αὐτὸ ἐδῶ τὸ χαρτί: Νιάτα σπαρμένα κατὰ γῆς. σὰν τριαντάφυλλα μοσκομυρωδάτα. Χίλια δυὸ πράγματα γεμάτα γλυκὲς ἀναμνήσεις τοῦ παιδιακίσιου μου καιροῦ. σὲ μιὰ πλαγιὰ ἐκεῖ πέρα. ποὺ ἦταν μπροστά μου καὶ μ’ ἐμπόδιζε νὰ ἰδῶ τὸ χωριό μου καὶ τὸ σπίτι μου. ζωγραφισμένες μὲ οὐράνια χρώματα. Τὸ κρύο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀντρειεύεται. Παρέκει. Ἔβλεπα.Ἄ! ἔλεγα μέσα μου. πίσω ἀπὸ μιὰ μεγάλη πέτρα.γρηγορώτερα στὴ ράχη. πότε περπατώντας καὶ πότε καβάλα. τὴν ἀδερφή μου νὰ βόσκη ζυγούρια καὶ κατσίκια καὶ νὰ μοῦ λέη τραγούδια καὶ μοῦ φαινόταν πὼς ἄκουα ἀκόμη τὴν ἀγγελική της φωνή. Ἐδῶ ἔβλεπα τὸν ἑαυτό μου μικρὸ παιδὶ νὰ τρέχω ξυπόλυτος. 66 . ἔβλεπα νὰ μὲ πιάνη ὁ δάσκαλός μου ἀπὸ τ’ αὐτὶ σφιχτὰ .κράαα». καὶ στὸ τρέξιμο νὰ μοῦ μπῆ στὸ ποδάρι ἕνα φοβερὸ παλιουρίσιο ἀγκάθι. ποὺ ὀνειρευόμουν δέκα πέντε χρόνια στὰ ξένα. πότε νὰ φτάσω ψηλὰ σ’ ἐκείνη τὴ ράχη. ποὺ κράταε ἀκόμα στὸ στόμα της τὴν ὀμορφότερη καὶ βαρύτερη κότα τοῦ χωριοῦ. καὶ νὰ μὲ τραβάη. γιὰ νὰ ἰδῶ ἀπ’ ἐκεῖ. καὶ νὰ ρίξω τὸ ντουφέκι τοῦ ξενιτεμένου. γκροὺπ . σὰν ἄνθια μαγιάτικα. ἡ καημένη βραχνὰ . ἀλλὰ ὁ δρόμος δὲν τελείωνε! Τὸ χιόνι ἐξακολουθοῦσε νὰ πέφτη. Καὶ τὸ ἄλογο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀνεβαίνη τὸν ἀνήφορο ἀργὰ . Ὁ βοριὰς ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀγριοφυσάη. ἐμφανίζονταν μπροστά μου κι ἄρχιζαν νὰ καταπραΰνουν τὴν ἀνυπομονησία μου. Μ’ ἕνα λόγο ἔβλεπα τόσα.

κι ἐκεῖ βρισκόμουν ἥσυχος . ποὺ θὰ δεχόνταν ξενιτεμένο. πολὺ μικρή. ὅσο νὰ φτάσω στὴν κορφὴ τῆς ράχης. μικροὶ καὶ μεγάλοι. νὰ προκόψω καὶ νὰ πλουτίσω τὸ σπίτι μου. ποὺ τὴν εἶχα ἀφήσει μικρή. π’ ἄρχιζε ν’ ἀνεβαίνη ἀπὸ τὰ πόδια ὡς τὴν καρδιὰ καὶ νὰ μοῦ τρυπάη τὰ κόκαλα. Λίγες δρασκελιὲς μοῦ εἶχαν μείνει ἀκόμα. ποὺ ἅμα θὰ μ’ ἔβλεπαν νὰ μπαίνω στὸ ἀντρορημασμένο πατρικό μου. ποὺ ἔκρυφτε τὸ πολυπόθητο χωριό μου. ἀλλὰ ἡ ἀνυπομονησία μου σήκωσε κεφάλι μέσα στὰ στήθια μου πάλι. Ὁ βοριὰς ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀγριοφυσάη. τί χαρὰ θὰ ἔκανε ἡ μανούλα μου. καὶ τὴν εὐχαρίστηση ποὺ θὰ αἰσθανόνταν οἱ χωριανοί μου. μ’ ὅση δύναμη εἶχα ἐπάνω μου καί. κακομούτσουνη καὶ φοβερή. τὸ κρύο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀντρειεύεται καὶ τ’ ἄλογο ἐξακολουθοῦσε ν’ ἀνεβαίνη ἀργὰ . σὰ νὰ ἔκανε φτερὰ τὸ καημένο τὸ ζῶο βρεθήκαμε στὴν κορυφὴ τῆς χιλιοπόθητης ράχης! Δόξα σοι ὁ Θεὸς! 67 . καὶ λίγες θὰ ἦταν οἱ καλότυχες.ἀργὰ τὸν ἀνήφορο. ὅταν κίνησα νὰ πάω μακριὰ στὰ ξένα.Τὸ χιόνι ἐξακολουθοῦσε νὰ πέφτη. Στοχαζόμουν τὸ πανηγύρι. ὅτι τὰ συμφώνησε μὲ τὸ Χάρο νὰ τὴν καρτερήση νὰ μὲ δεχτῆ πρῶτα ἀπὸ τὰ ξένα κι ὕστερα νὰ τοῦ παραδώση τὴν ψυχή της. γκροὺπ γκρούπ. καὶ λίγες ἀκόμα στιγμές. Ἐκεῖ καταστενοχωριόμουν γιὰ τ᾽ ἀργοβάδισμα τ’ ἀλόγου μου. Λίγος δρόμος μου εἶχε απομείνει ἀκόμα ὅσο ν’ ἀνέβω στὴ ράχη. ὅσο ποὺ νὰ ρίξω τὴ χαρμόσυνη ντουφεκιὰ τοῦ ξενιτεμένου. ποὺ θὰ ἔκανε ὅλες τὶς καρδιὲς τοῦ χωριοῦ νὰ λαχταρήσουν ἀπὸ χαρά. θὰ ἔτρεχαν νὰ μ’ ἀγκαλιάσουν καὶ νὰ μὲ φιλήσουν ὅλοι. γιὰ τὸν ἀτέλειωτο δρόμο. σαράντα μερῶν φώσινο*. πόδερναν τὸ πρόσωπό μου. γιὰ τὶς τουλοῦπες τοῦ χιονιοῦ. ποὺ θὰ ἔκανε ἡ ὀρφανὴ μοναχοθυγατέρα μου.ἥσυχος στὴ ζεστὴ καὶ γλυκιὰ ἀγκαλιὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ στοχαζόμουν τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔμπαινα στὸ σπίτι μου. Τὸ χτύπησα τότε τ’ ἄλογό μου γιὰ ὕστερη φορά. ποὺ τὴν εἶχα ἀφήσει μικρούλα καὶ θὰ τὴν ἔβρισκα παντρεμένη μ’ ἕνα δυὸ παιδάκια τριγύρω της. ἀλλὰ δὲν τελείωνε ποτέ! Τὴν ὑπομονή μου διαδέχονταν ἀνυπομονησία καὶ τὴν ἀνυπομονησία μου ὑπομονή. Στοχαζόμουν τὸν ἀναγαλλιασμὸ τῆς ἀδερφῆς μου. ποὺ μόγραφε στὸ ὑστερνό της γράμμα. γιὰ τὴν ὁρμὴ τοῦ ἀνέμου. καὶ μ’ ἔκανε νὰ νομίζω ὅτι τὰ ποδάρια τοῦ ἀλόγου μου ἦταν καρφωμένα κάτω στὴ γῆ καὶ βρισκόμουν ἀπὸ πολλὴν ὤρα στὴν ἴδια μεριά. γιὰ τὸ κρύο.

οἱ φράχτες του.ἀργὰ καὶ βρεθηκε μέσα στὸν αὐλόγυρο τοῦ σπιτιοῦ μου! Στὸ ἔμπα μου ἔτρεξε πρῶτος γέρικος σκύλος τοῦ σπιτιοῦ μου. ποὺ στέκουν σκόρπια ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν ἀπολιθωμένοι γιγάντοι. ὅτι ἔτρεχαν χαμογελώντας καὶ χοροπηδώντας τὸ ἕνα κατόπι τ’ ἀλλουνοῦ καὶ προχωροῦσαν κατεπάνω μου. οἱ καλύβες του. Καρφώνοντας τὰ μάτια μου στὸ ταπεινὸ καὶ συμπαθηττκὸ χωριό μου νόμιζα ὅτι οἱ σκεπές του ἐκεῖνες ποὺ κάπνιζαν ἥσυχα . οἱ ρεματιὲς καὶ τὰ βουνόπλαγια. οἱ κῆποι του. Τὸ χιόνι ἔπαψε νὰ πέφτη πιὰ καὶ μεταβάλθηκε σὲ γλυκιὰ ζεστασιά. ποὺ μπορεῖ νὰ σύρη πίσω του χίλια κεφάλια πρόβατα. Τὸ σπίτι τὸ δικό μου. μ’ ἐκανε νὰ μὴ αἰσθάνωμαι τὴν ἀγριάδα τους. ὁ Μούργκας. ἔρριξα μιὰ βαρυγιομάτη ντου φεκιά για να νιώσουν οἱ χωριανοί ὅτι «ξενιτεμένος ἔρχεται!» καὶ ἀπὸ τὸ πολὺ τὸ βρόντο τρεῖς φορὲς ἀχολόγησαν τὰ λακκώματα. ὅτι ζωντάνεψαν. οἱ ριζόπετρές του. φαίνονταν σὰν βαρυκούδουνο γκεσέμι*. Ὅλο τὸ χωριὸ ἦταν συμμαζεμένο στήν πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ. Ὁ μανιωμένος βοριὰς ἔπαψε νὰ βουίζη καὶ μεταβαλθηκε σὲ δροσόπνιχτο καὶ μοσχοβολάτο καλοκαιρινὸ ἀγεράκι. καὶ. γιὰ νὰ μὲ ἀποδεχτοῦν καὶ νὰ μοῦ ποῦνε τὸ γλυκὸ χαιρετισμό: .Καλῶς ὄρισες ἀπὸ τὰ ξένα! Δόξα σοι ὁ Θεός πού ᾽ρθες γερὸς καὶ καλά! Ἀπέραντο πέλαγος χαρᾶς κι ἀναγαλλιασμοῦ εἶχε πλημμυρίσει τότε τὴν καρδιά μου. Ὅ. οἱ αὐλόγυροί του.Β' Ἐκεῖ τὸ κρύο τοῦ βοριᾶ καὶ τὸ χιόνι θὰ ἦταν δυνατώτερο. οἱ δρόμοι του. τ’ αὐλόδεντρά του. καὶ ρίχτηκε μὲ τὰ μπροστινά του ποδάρια ἐπάνω στὴ σέλα τοῦ ἀλόγου καὶ μὲ κάτι κουνήματα τοῦ κεφαλιοῦ του. Ἅμα τὸ ξεκάμπισα τὸ χωριό μου. τὰ ὅλα του. Κάθε σπίτι ἔμοιαζε μὲ πρόβατο καὶ κάθε παράσπιτο μ’ ἀρνί. καὶ μὲ 68 . ἀλλὰ τὸ χωριό μου.ἥσυχα. μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα. σὰν κοπάδι καλογρεκιασμένο*. τ’ ἄλογό μου ἔπαψε πιὰ ν’ ἀνεβαίνη τὸν ἀνήφορο ἀργὰ . ποὺ ἔδειχνε τὸ συμπαθητικὸ πρόσωπό του ἀπὸ δυὸ ντουφεκιὲς τόπο μακρά.τι ἔβλεπα μπροστά μου ἦταν μαγευτικὸ καὶ μοῦ φαίνονταν πὼς ἔπλεα μ’ ὁλάνοιχτα τα πανιὰ σὲ πέλαγος δίχως ἄκρη εὐτυχίας.

κάτι φωνές, ποὺ ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του, ἡθελε ν’ ἀποδείξη τὴ
μεγάλη χαρά του γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ξενιτεμένου ἀφέντη του. Στὰ
μάτια του μέσα ἔλαμπε, σὰν ἀνοιξιάτικη δροσιὰ ἀνάμεσα σὲ φύλλα
τριανταφυλλιοῦ, ἕνα ἀναγάλλιασμα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γραφτῆ.
᾽Εκείνη τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Μούργκας εἶχε ριγμένα τὰ ποδάρια ψηλὰ
στὴ σέλα καὶ παραπονιόταν μέσα του, γιατί νὰ μὴν ἔχη χαρίσει κι
αὐτουνοῦ ὁ Θεὸς λόγο, γιὰ νὰ καλωσορίση τὸν ἀφέντη του ἀνθρωπινά,
ὁ γάτος τοῦ σπιτιοῦ, ὁ Λιάρος, πήδησε πίσω ἀπὸ τὴ στέγη κι ἔγινε
καπνός!
Ὕστερα κατέφθασε ἡ μάνα μου κουτσὰ - στραβὰ ἀπὸ τὰ γερατιά,
ξεσκούφωτη ἀπὸ τὴ χαρά της, καὶ μὲ τὰ μάτια γεμάτα δάκρυα, ἅγια
δάκρυα μητρικά. Τρίτη κατέφθασε ἡ θυγατέρα μου, κορίτσι ὄμορφο,
γερὸ κι ἀσπροκόκκινο, μὲ δυὸ μεγάλα - μεγάλα καὶ μαῦρα μάτια,
ποὺ βρίσκονταν στὸ σύνορο τῆς ἡλικίας τοῦ παιδ»οῦ καὶ τῆς νύφης.
Τετάρτη κατέφθασε ἡ ἀδερφὴ μου μὲ τον ἄντρα της και τα παιδιά
της, που ἔβλεπα γιὰ πρώτη φορά, καὶ σὰν νὰ ἤμουν ἄψυχο πρᾶγμα, μ’
ἅρπαξαν στὴ ἀγκαλιά τους καὶ μ’ ἔφεραν καὶ μ’ ἀπόθεσαν μέσα στὸν
καλὸ τὸν ὀντά*.
Ἔφερα γύρω τὰ μάτια μου στὸ σπίτι και εἶδα πὼς δὲν εἶχε ἀλλάξει
τίποτες ἀπὸ μέσα. Νόμισα πὼς ἔλειπα ἀπὸ τὰ χτές. Ὅλα ἦταν στὴν
ἴδια τους θέση, ὅπως τὰ εἶχα ἀφήσει, καὶ μοναχὰ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν
ἀλλάξει ὅλοι. Ἀπ’ αὐτουνούς, ἄλλοι ἀπὸ παιδιὰ ἔγιναν νύφες ἄλλοι
ἀπὸ νιοὶ γερόντοι καὶ ἄλλοι - ἀλίμονο! - ἔλειψαν ὁλότελα!
Ἡ καρδιά μου ἐκείνη τὴν στιγμὴ εἶχε γίνει ἀπέραντο πέλαγο καὶ
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πέλαγο πότε ἡ λύπη ἀρμένιζε μ’ ὁλόνοιχτα πανιὰ καὶ
σηκώνονταν τὰ κύματα γύρω της ὡς τὸν οὐρανό, πότε ἡ χαρὰ ἔβγαινε
στὴ μέση κι ἔκανε τὸν νερόχτιστο κάμπο του ἥσυχο καὶ μαλακὸ σὰν
πρόσωπο ἀπέραντο κρυσταλλένιου καθρέφτη.
Ἄν κι ἀπὸ πολλὰ χρόνια εἶχα μάθει τοὺς σκληροὺς θανάτους,
πόχουν γίνει στὸ σπίτι μου, κι ὁ Γιατρο - Καιρὸς ἔχυσε τὸ σωτήριο
βάλσαμό του στὶς ἀνοιγμένες πληγὲς τῆς καρδιᾶς μου, πάλι δὲν
μποροῦσα νὰ μὴν αἰσθανθῶ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴ λύπη ἀκέραια γιὰ τὸν
παράκαιρο χαμὸ τῶν ἀγαπημένων μου. Τὰ δάκρυα μου πλημμύριζαν
σὰν ποτάμια καὶ πάσκιζαν νὰ μὲ πνίξουν, ἀλλ’ ἅμα ἔρριχνα τὰ μάτια
μου στὴν μάνα μου, ποὺ τὰ γεράματά της κι ἡ μητρική της λαχτάρα
μοῦ φυσοῦσαν ἅγιο αέβας, στὴ θυγατέρα μου, ποὺ ἡ ἀγάπη της κι
ἡ δροσερή της νιότη φύτεψαν στὴ ματωμένη μου καρδιὰ τὴν πιὸ
69

γλυκύτερη χαρὰ καὶ τὴν πιὸ μεγαλύτερη ἐλπίδα, καὶ στὴν ἀδερφή
μου καὶ στὸ γαμπρό μου, ποὺ ἡ ἀγάπη τους καὶ ἡ εἰλικρινής τους
ἔγνοια μ’ ἔκαναν νὰ γεμίζω παρηγοριά, σταματοῦσαν τὰ δάκρυα μου
καὶ σκορποῦσεν ὁ πόνος μου, σὰν πῶς σκορπίζονται τὰ σύννεφα στὸν
οὐρανό, ὅταν φυσάη δυνατὸς βοριάς. Πάντα τὸ Τώρα νικάει τὸ Πριν.
Σ’ αὐτὸ ἀπάνω κατέφθασαν κι οἱ σιμότεροι γειτόνοι νὰ μὲ
καλωσορίσουν. Ὕστερα ἀπ’ αὐτουνοὺς κι οἱ μακρινότεροι, καὶ λίγο
- λίγο τὸ σπίτι μου δέχτηκε μέσα στοὺς κόρφους του ὅλο τὸ χωριό,
ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, γιατὶ εἶναι χρέος ἅγιο νὰ τρέχη κανεὶς νὰ
χαιρετάη ξενιτεμένο καὶ νὰ πανηγυρίζη τὸν ἐρχομό του.
Φιλήματα ἀπ’ ἐδῶ, ἀγκαλιάσματα ἀπ’ ἐκεῖ, ἀναγάλλιασμα ἀπὸ
τούτη τὴ μεριά, γέλια ἀπὸ κείνη, σταυρώνονται κάθε στιγμὴ σ’ ἐκεῖνο
τὸ χαρούμενο πανηγύρι, ποὺ ἐγὼ ἡμουνα αἰτία καὶ κέντρο.
Στὴν τιμημένη μας καὶ ποθητή μας πατρίδα ἡ ξενιτιὰ τὰ
συμπαθάει ὅλα. Ζήλιες, διαφορές, μαλώματα κι ὄχτριες, τὰ λιώνει
ὅλα ἡ ξενιτιά, σὰν πῶς λιώνει ἡ νοτιὰ τὸ χιόνι. Ὁ ξενιτεμένος εἶναι
ἅγιο πρᾶγμα, ποὺ σέρνει τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη τῶν χωριανῶν
καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, πέρα καὶ πέρα.
Τὴ στιγμὴ κείνη τὸ σπίτι μου ἔμοιαζε κρινὶο μελισσιῶν στὸν
καιρὸ τοῦ καλοκαιριοῦ, ποὺ μαζεύονται στὴ θύρα καὶ μπαινοβγαίνουν
τὰ μελίσσια.
Τέλος ἡ μάνα μου ἄνοιξε τὴ νυφική της κασέλα, ποὺ εἶχε
φυλαγμένα ἀπ’ ὅλα τὰ πωρικὰ ποὺ βγαίνουν στὸ χωριό μου, κι ὅλα τὰ
γλυκίσματα ποὺ κάνουν ἐκεῖ σῦκα, σταφίδες, μῆλα, καρύδια, ρόιδα,
κυδώνια, μουστόπιτες, σιουμπέκια* καὶ συκομαΐδες*, κι ἄρχισε νὰ τὰ
μοιράζη πολλὰ - πολλὰ στὰ λιανόπαιδα, ποὺ εἶχαν τρέξει ὅλα, ἅμα
ἔμαθαν τὸν ἐρχομό μου, γνωρίζοντας ὅτι θὰ καλοπληρώνονταν ὁ
κόπος τους. Ἡ ἀδελφή μου ἄρχισε νὰ πλάθη πίτα, ἡ θυγατέρα μου
κερνοῦσε τοὺς μεγάλους ρακί, ὁ γαμπρός μου κάθονταν σιμά μου
καταχαρούμενος, κι ἐγὼ μονολογοῦσα σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ ρωτοῦσαν
πῶς πέρασα τὸν καιρό μου στὴν ξενιτιά, τί εἶδα, τί ἄκουσα, τί ἔμαθα,
τί ἔκανα, ποιόν πατριώτη εἶδα κι ἀντάμωσα, ἀπὸ ποιούς καὶ σὲ ποιούς
ἐφερα γράμματα, πῶς εἶναι ὁ τάδε χωριανός μας, τί δουλειὰ κάνει
ὁ τάδε πλησιοχωρίτης μας, μ’ ἕνα λόγο ἔδινα ταχτικὴ ἀναφορὰ καὶ
ταχτικὸ λογαριασμὸ τοῦ τί ἔκανα, τί ἂκουσα, τί εἶδα καὶ, τί ἐμαθα σ᾽
ὅλο τὸν καιρὸ τῶν δεκαπέντε χρόνων, ποὺ βρισκόμουν στὴν ξενιτιά,.
Ὕστερα ἄρχισαν νὰ φεύγουν λίγοι λίγοι οἱ χωριανοί μου κι ἔμεινα
70

μόνος μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μου. Καθίσαμε ὅλοι σταυροπόδι
γύρω στὴ στιά*, ποὺ ἔκαιε σὰν καμίνι, περιμένοντας νὰ ἑτοιμαστῆ τὸ
γιόμα, ἐνῶ μπροστά μας ἦταν ξαπλωμένος ὁ γάτος τοῦ σπιτιοῦ καὶ
πίσω μας καθόταν στὰ πισινά του ποδάρια ὁ σκύλος, ὁ Μούργκας,
προσέχοντας στὶς κουβέντες μας, βλέποντάς μας κατάματα, ὅσους δὲν
τοῦ εἶχαν γυρισμένες τὶς πλάτες, καὶ πιότερο ἐμένα τὸ νοικοκύρη. Καὶ
τόσο πολὺ πρόσεχε τ’ αὐτί του καὶ τόσο πολὺ κάρφωνε τὴ ματιά του
ψηλά μου, ποὺ μ’ ἔκανε σὲ λίγο νὰ πιστέψω ὅτι θὰ ἀνακατώνονταν
στὶς κουβέντες μας μιλώντας μὲ ἀνθρώπινη γλῶσσα.
Γ'

Ἡ ζέστα, ἡ χαρά, τ’ ἀναγάλλιασμα, οἱ κόποι τοῦ δρόμου, ἡ ἀϋπνία
καὶ ἡ συγκίνηση νάρκωναν τόσο πολὺ τὸ πνεῦμα μου καὶ τὸ κορμί
μου, ὥστε, καθὼς βρισκόμουν ἐκεῖ, γύρισα τὸ κεφάλι μου, ἔκλεισα
γλυκὰ - γλυκὰ τὰ μάτια μου κι ἀποκοιμήθηκα. Κι ὅταν ξύπνησα κι
ἄνοιξα τὰ μάτια μου, δὲν εἶδα τίποτα μπροστά μου.
Μάνα, θυγατέρα, ἀδελφή, σπίτι, χωριό, πατρίδα ἦταν ὅλα
φευγάτα!
Βρισκόμουν καὶ βρίσκομαι ἀκόμα στὰ ἔρημα τὰ ξένα, κι ὅλα ὅσα
εἶδα δὲν ἦταν ἄλλο παρὰ μιὰ γλυκιὰ ὑπνοφαντασία, ἕνα εὐτυχισμένο
ὄνειρο, ποὺ μοῦ δώρησε ἡ ἀγάπη τῆς πατρίδας μου, ξημερώνοντας ἡ
μέρα τῶν Χριστουγέννων.
Περιοδικὸν «Πινακοθήκη»

Χρ. Χρηστοβασίλης

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΣΧΑ

Τὸ πρῶτο σωτήριον ἔτος, ποὺ ἄρχισα νὰ γράφω στὰ τετράδιά μου
καὶ τὰ βιβλία μου, ἦταν τὸ 1874. Τὸ θυμοῦμαι καλά, καὶ μάλιστα τὸ
4, ποὺ τὸ ἕκανα - ἔλεγε ὁ πατέρας μου - σὰν «ἀστροπελέκι». Πόσων
χρονῶν νά ᾽μουν τότε; Ἕξι, ἑφτὰ τὸ πολύ. Γιὰ νά ᾽χω ὅμως βιβλία καὶ
τετράδια, θὰ πῆ πὼς κάτι ἤξερα, κάτι καταλάβαινα καὶ μποροῦσα
νὰ γουστάρω τὰ ὡραῖα πράγματα. Κι ἡ πατρίδα μου, ἡ Ζάκυνθος,
εἶχε τόσα ἐκεῖνα τὸν καιρό. Βρισκόταν, βλέπετε, σ’ ὅλη τὴν ἀκμὴ τοῦ
πολιτισμοῦ της - ἡ παρακμὴ ἄρχισε πολὺ ἀργότερα κι ἕν’ ἀπὸ τὰ πιὸ
71

ὡραῖα πραγματικῶς ἦταν τὸ Πάσχα, ὅπως μποροῦσε νὰ τὸ γιορτάζη.
Γιατ’ εἶχε ὅλα τὰ μέσα καὶ τὰ ἐφόδια: ἐκκλησίες λαμπρότατες, θαυμάσιο
κλῆρο, δεσπότη περίφημο, ψαλτάδες μοναδικούς, ἐκκλησιαστικὴ
μουσικὴ πολιτισμένη, μπάντες τέλειες, λαὸ πειθαρχημένο, δρόμους
καλοστρωμένους, περιποιημένους - ἐκείνη ἡ στράτα μαρίνα ἔλαμπε
σὰ νεόκοπο νόμισμα - ὡραῖες πλατεῖες, σπίτια κι ἕνα μεγάλο λιμάνι,
ὅπου τὰ κατάρτια τῶν κάθε λογῆς σκαφῶν σχημάτιζαν δάσος. Μ’
αὐτὰ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐφόδια, ποὺ δύσκολα θὰ βρίσκονταν καὶ τότε καὶ
σήμερα ἀκόμα συγκεντρωμένα σὲ μιὰ ἑλληνικὴ πόλη, μπορεῖ κανεὶς
νὰ φαντασθῆ τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὴν ὡραιότητα ποὺ εἶχαν στὴ
Ζάκυνθο οἱ ἐκκλησιαστικὲς κι οἱ ἄλλες τελετές.
Τὸ Πάσχα ἄρχιζε ἀπ’ τὴν αὐγὴ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ μὲ
τέτοιον τρόπο, ποὺ ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς ζωηρότερες παιδικὲς μου
ἀναμνήσεις. Ἦταν μιὰ γενικὴ κωδωνοκρουσία τὴν ὥρα, ποὺ ἔψαλλαν
στὴ Μητρόπολη τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός». Κατὰ τὸ ζακυνθινὸ ἔθιμο,
οἱ καμπάνες «ἐχήρευαν» - σώπαιναν - ἀπ’ τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης
Πέμπτης. Καὶ δὲν ξαναχτυποῦσαν παρὰ τὴν αὐγὴ τοῦ Μεγάλου
Σαββάτου. Ἀλλὰ ὅλες μαζί, ἀπὸ μεγάλα καὶ μικρὰ καμπαναριά,
ἀμέτρητα, - καμπάνες μεγάλες, βαρύηχες, πολύβουες, σοβαρές, καὶ
καμπάνες μικρές, γλυκόφωνες, γοργές, πεταχτὲς - μιὰ συναυλία, μιὰ
ἁρμονία ἀφάνταστη, ποὺ τρικυμίζει τὸν ἀέρα, ἀνεβαίνει, κατεβαίνει,
κι ἁπλώνεται στὰ πέρατα. Ξυπνῶ στὸ κρεβάτι μου... Τί εἶναι Ἄ, τὸ
«Ἀνάστα ὁ Θεός». Νά, κι ἡ μητέρα μου ἔχει σηκωθῆ.
- Καὶ τοῦ χρόνου γερός, δυνατός.
Καὶ μοῦ δίνει νὰ δαγκάσω σίδερο - συνήθως ἕν’ ἀπὸ τὰ κλειδιὰ της...
Στὴ λειτουργία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ποὺ τόσο μ’ ἄρεσε κατόπι μὲ
τὰ θαυμάσια ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ - Κοσμογονία, Ἰωνᾶς,
Ναβουχοδονόσορ - καὶ μὲ τὸν ὑπέροχο ὕμνο τῶν Τριῶν Παίδων, δὲν
πήγαινα ἀκόμα. Καὶ περνοῦσα τὴν ἡμέρα μου στὸ σπίτι, κοιτάζοντας
τὰ πασχαλινὰ ψώνια, ποὺ ἐρχόνταν ἀδιάκοπα· καὶ παίζοντας στὸ
περιβόλι μὲ τὸ λευκόμαλλο ἀρνάκι, ποὺ θα᾽ρχόταν ὕστερα - τί θλίψη!
- ὁ χασάπης νὰ τὸ σφάξη...
Καὶ βράδιαζε καὶ πλάγιαζα νωρίς, γιὰ νὰ ξυπνήσω πρωί, ὅπως δὰ
πάντα. Γιατὶ ἐκεῖνον τὸν καιρὸ στὴ Ζάκυνθο, ποὺ οί ἐκκλησιαστικὲς
συνθῆκες ἦταν διαφορετικὲς - μιὰ λιτανεία Ἐσταυρωμένου τὸ
ἀπομεσήμερο τῆς Παρασκευῆς, μιὰ λιτανεία Ἐπιταφίου, μόνο μιά, τὴ
72

νύχτα κλ, - ἡ Ἀνάσταση δὲν γινόταν τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου.
Ἡ ἀθηναϊκὴ αὐτὴ συνήθεια, ἡ σύμφωνη ἄλλωστε μὲ τὸ «τυπικὸν
τῆς Μεγάλης ᾽Εκκλησίας», τοῦ Πατριαρχείου, εἰσήχθη δέκα χρόνια
ἀργότερα (1884) ἀπὸ τὸν Δεσπότη Λάνα. Ὁ προκάτοχός του, ὁ
Κατραμῆς, ἔμενε στὰ πατροπαράδοτα. Κι ἡ Ἀνάσταση, τότε, σ’ ὅλες
τὶς ζακυνθινὲς ἐκκλησίες, γινόταν τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, νωρίτερα
στὶς «λαϊκές» κι ἀργότερα στὶς «ἀριστοκρατικές».
Ἐγὼ μικρὸς πήγαινα στὴν κοντινή μας στὸν Ἁϊ Γιάννη τῶν
Λογοθετῶν, ποὺ ἦταν μᾶλλον ἀριστοκρατικὴ ἐκκλησία κι οἱ
λειτουργίες της ἄρχιζαν πάντα στὶς ὀχτώ, (στὴν ἀκόμη πιὸ
ἀριστοκρατικὴ Φανερωμένη, γειτονική μας κι αὐτή, ἄρχιζαν στὶς
ἐννιά). Φοροῦσα τὰ λαμπριάτικά μου, ἔπαιρνα τὴ λαμπάδα μου, ἔχωνα
καὶ στὴν τσέπη μου κι ἕνα μικρὸ κουδούνι (θὰ δῆτε τί τὸ ἤθελα) κι
ἕτρεχα νὰ προφτάσω. Ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν ἐκκλησία, στὸ «πλάτωμα»,
καὶ μπροστὰ στὸ παλάτι τῶν Λογοθετῶν, ἦταν στημένο τὸ ἁπλὸ
«τετράποδο» εἰκονοστάσι. Κι ἀφοῦ μὲ τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς» ἀνάβαμε
ὅλοι τὶς λαμπάδες μας ἀπὸ τὴ μεγάλη λαμπάδα τοῦ παπᾶ - ἦταν ἕνας
ὡραῖος, ψηλὸς γέρος, μὲ χιονόλευκη γενειάδα - βγαίναμε στὸ πλάτωμα
μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ τὴν ἔστηναν στὸ «τετράποδο».
Ἡ τελετὴ ἄρχιζε, ἀκούγαμε τὸ χαρμόσυνο Εὐαγγέλιο καὶ τὸ πρῶτο
«Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ γυρίζαμε στὴν ἐκκλησία, ἀφήνοντας ἐκεῖ ἔξω
τὴν εἰκόνα, γιὰ νὰ τὴν ἀσπάζωνται οἱ διαβάτες. Αὐτὸ γινόταν σ’ ὅλα
τὰ «πλατώματα» τῆς χώρας, ὅπου ἦταν ἐκκλησία.
Κι ἄρχιζε ἡ πασχαλινὴ λειτουργία, τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ
ἄλλες. Καὶ πρῶτα - πρῶτα, μετὰ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ
Πατρός», παπὰς καὶ ψάλτες ἔλεγαν πάλι τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»
εἴκοσι φορὲς (καὶ τί ὡραῖα ποὺ τό ᾽λεγαν τότε στὴ Ζάκυνθο) σὲ δυὸ
διάφορους ἤχους, ἕναν ἀργὸ κι ἕναν γοργό. Ἔπειτα, κάποια στιγμὴ
- τί συγκινητική, τί χριστιανική! - ὁ παπάς, μὲ τὴ λαμπάδα στὸ χέρι
καὶ τὸ Εὐαγγέλιο στὸ στῆθος, ἔβγαινε στὴν Ὡραία Πύλη κι ὅλοι οἱ
ἄντρες τοῦ ἐκκλησιάσματος πλησίαζαν ἕνας - ἕνας, ἀσπάζονταν τὸ
Εὐαγγέλιο καὶ τὸ χέρι ποὺ τὸ κρατοῦσε, κι ἔπειτα ἔκαναν «χριστὸς
Ἀνέστη» μὲ τὸν παπά, φιλιόνταν μαζί του στόμα μὲ στόμα. Τὸ φιλὶ
τῆς Ἀγάπης, ποὺ μὲ τόση χαρὰ τό ᾽διναν καὶ τό ᾽παιρναν οἱ Χριστιανοί!
Καὶ θυμοῦμαι, ὅταν μεγάλωσα ἢ μᾶλλον ψήλωσα κι ἐγὼ ἀρκετά,
ὥστε ν’ ἀξιωθῶ αὐτὴ τὴν τιμή, μὲ τί εὐλάβεια καὶ συγκίνηση ἄγγιξα
μόλις τὰ χείλη μου στὰ ἱερὰ ἐκεῖνα ἄσπρα γένια, κοντὰ στὸ στόμα,
73

ποὺ μοῦ φίλησε τὸ μαγουλο...
Ἔπειτα ἦταν τὸ Εὐαγγέλιο... Ἄ, τί τρέλα γιὰ μᾶς τὰ παιδιὰ
προπάντων, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς λειτουργίας τοῦ Πάσχα. Μὲ τὸ «Σοφία
ὀρθοὶ ἀκούσωμεν», βγάζαμε Ὅλοι τὸ κουδούνι μας, ἄλλοι μικρά, ἄλλοι
μεγάλα, κοντὲς καμπάνες, καὶ μόλις ὁ παπὰς τελείωνε μιὰ περίοδο
- ἄλλη συνήθεια αὐτὴ - κουδουνίζαμε τρελά, χτυπούσαμε καὶ τὰ
στασίδια, χτυποῦσε συγχρόνως καὶ τὸ καμπαναριὸ τής ἐκκλησιᾶς:
«Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ
λόγος» - ντὶ - ντὶν - ντὶν - ντοὺγκ - ντοὺγκ - γκλὰν - γκλάν... Κι ἔτσι
ὡς τὸ τέλος, ποὺ παρακαλοῦσα νὰ μὴν ἔρθη ποτέ...
Καὶ κάτι ἄλλο μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἀπὸ τὴ λειτουργία τοῦ Πάσχα,
κι αὐτὸ ἐντελῶς ζακυνθινό: Ἀφοῦ ἔβγαιναν τ’ Ἅγια - ἴσως καὶ μετὰ
τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θυμοῦμαι καλὰ - ὁ ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησιᾶς, ὁ
χοντρὸς καὶ σοβαρὸς Γαρμπούγιος, ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ παγκάρι τὸ μεγάλο
ἀσημένιο δίσκο μὲ τὸ οἰκόσημο* τῶν Λογοθετῶν, ἔρριχνε μέσα μὲ
κρότο ἕν ἀσημένιο τάλληρο, καὶ βροντοφωνοῦσε:
- Τὸ πασχάτικο τοῦ ἱερέως.
Ἕνας νεαρὸς Λογοθέτης, παιδὶ σχεδόν, τὸν ἀκολουθοῦσε στὴν
περιφορὰ τοῦ δίσκου, κρατῴντας ἕνα χαρτὶ κι ἕνα χρυσὸ μολυβάκι.
Οἱ ἐνορίτες ἔρριχναν τὸ «πασχάτικό» τους - ἄλλος δίφραγκο, ἄλλος
τάλληρο, ἄλλος μισὸ ἢ ἕνα ναπολεόνι *. Καὶ κάθε φορὰ ὁ Γαρμπούγιος,
γυρίζοντας στὸν ἀκόλουθό του, τοῦ ἔλεγε τ’ ὄνομα καὶ τὸ ποσόν, ποὺ
ἐκεῖνος τὸ ἔγραφε στὸ χαρτί του. Στὸ τέλος πιὰ τῆς περιφορᾶς ὁ δίσκος
ἦταν γεμάτος - ἄλλοι καιροὶ... ἄλλα πλούτη... - ἀπὸ χρυσὰ κι ἀσημένια
νομίσματα. Καὶ ὁ Γαρμπούγιος τὰ ἔβαλλε μαζὶ μὲ τὸ χαρτὶ μέσα σ’ ἕνα
μαντήλι, ἔμπαινε στὸ ἱερὸ καὶ παρέδιδε τὸ «πασχάτικο» στὸν ἱερέα.
Ἐγὼ λοιπὸν περισσότερο ἀπὸ τὰ λεφτά, ποὺ λίγο ἤξερα τότε νὰ
ἐκτιμῶ - καὶ μήπως ἔμαθα κατόπιν; - ζήλευα τὸ παιδί, ποὺ τὰ ἔγραφε.
Καὶ φαντασθῆτε πιὰ τὴ χαρά μου καὶ τὸ καμάρι μου, ὅταν ἕνα Πάσχα,
ποὺ ὁ νεαρὸς Λογοθέτης δὲν ἦρθε στὴ λειτουργία - μοῦ φαίνεται πὼς
ἔλειπε στὴν Εὐρώπη - ὁ Γαρμπούγιος πῆρε ἐμένα γιὰ γραμματικό
του!...
Αὐτὰ τὸ πρωί. Τ’ ἀπόγευμα καὶ τὸ βράδυ ἄλλα... Ὅπως ἐδῶ κάθε
ἐκκλησία τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ βγάζει τὸν ᾽Επιτάφιό της, ἔτσι
τότε στὴ Ζάκυνθο, τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, κάθε ἐκκλησία ἔβγαζε
τὴν Ἀνάστασή της. Λιτάνευε δηλαδὴ στὴν περιοχή της τὴν εἰκόνα
74

τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ὡς ἐκείνη τὴν ὥρα ἔμενε στὸ «τετράποδο».
Μπροστὰ ἡ πελώρια σημαία - γιατὶ κάθε ἐκκλησία εἶχε τὴ σημαία
της, μὲ ἄλλα χρώματα κι ἄλλες παραστάσεις - πίσω τὸ «καπίτολο»
- ἀσημένιος σταυρὸς σὲ ψηλὸ κοντάρι, ὅπου ἦταν κρεμασμένο τὸ
χρυσοκέντητο λάβαρο τῆς ἐκκλησίας - κατόπιν ἡ εἰκόνα κάτω ἀπὸ
μιὰ κομψὴ οὐρανία - τὸ «μπαλδακίνο» - καὶ κατόπιν οἱ παπάδες, οἱ
ψαλτάδες καὶ πολὺς ἢ λίγος λαὸς κατὰ τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν ἐνορία.
Κι ἡ μεγάλη μου διασκέδαση ἦταν νὰ γυρίζω τὴν πόλη, κρατώντας
τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου καὶ νὰ βλέπω τὶς ἀμέτρητες αὐτὲς μικρὲς
λιτανεῖες, ποὺ πολλὲς φορὲς ἀπαντιοῦνταν, διασταυρώνονταν καὶ - τί
παράξενο! - οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴ μιά, ἔκαναν τὸ σταυρό
τους πρὸς τὴν εἰκόνα... τῆς ἄλλης!
Ἀλλὰ ὅταν μεγάλωσα ἀκόμα, προτιμοῦσα, ἀντὶ νὰ γυρίζω τοὺς
δρόμους, γιὰ νὰ βλέπω τὶς λιτανεῖες, νὰ πηγαίνω ν’ ἀκούω τὸν ἑσπερινὸ
(τὴν Ἀγάπη) καὶ ν’ ἀκολουθῶ ὕστερα τὶς λιτανεῖες σὰ μεγάλος. Καὶ
πήγαινα πάντα στὴ Φανερωμένη. Ἄλλη ἀπόλαυση ἐκεῖ, ἀληθινὰ
αἰσθητική, καλλιτεχνική. Γιατί, καθὼς ξέρουν ὅλοι, ἡ Φανερωμένη
τῆς Ζακύνθου εἶναι ἕνα θαῦμα ἐκκλησίας. Ἀληθινὰ ἕνας ναὸς «τῆς
Δόξης τοῦ Θεοῦ» - ἡ τέχνη πρῶτα τὸν ἔκανε τέτοιον, ἔπειτα ὁ πλοῦτος
- ὅπου οἱ «ἑστῶτες ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζουσιν».
Κι ὁ ἐσπερινὸς τοῦ Πάσχα γινόταν τότε μ’ ὅλη τὴν ἐπισημότητα.
Χοροστατοῦσε ὁ Κατραμῆς, ὁ ὡραῖος ἐκεῖνος Δεσπότης, ποὺ θά
᾽λεγες πὼς ἡ ὡραία ἐκκλησία ἔγινε γι’ αὐτὸν κι αὐτὸς γιὰ τὴν
ὡραία ἐκκλησία. Ὁ σεβάσμιος ἐφημέριος, ὁ παπα - Στουπάθης, μὲ
τ’ ἀσημένια μαλλιὰ καὶ γένια, φοροῦσε τὰ καλύτερά του ἄμφια, ποὺ
μόνο ἡ Φανερωμένη τὰ εἶχε τόσο ὄμορφα καὶ τόσο πολυτελῆ. Τὸ ἴδιο
καλοντυμένοι κι οἱ ἄλλοι παπάδες, καθὼς κι οἱ διάκοι. Διπλὸς χορὸς
ἀπ’ τοὺς καλύτερους ψαλτάδες τῆς χώρας. Τάξη, εὐκοσμία, ἀκρίβεια
σ’ ὅλα ἀπερίγραπτη. Καὶ προπάντων μουσική Ἄ!, τί μουσική! Ἀκόμα
μοῦ φαίνετα πὼς ἀνατριχιάζω, ὅταν ἀκούω τὸ «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ
Θεὸς ἡμῶν» ἤ τὸ «Κύριε ἐκέκραξα», στίχους καί τροπάρια ὅπως τὰ
ἔψαλλαν οἱ θαυμάσιοι ἐκεῖνοι χοροί. Ἀμ οἱ ἀπαγγελίες; Θὰ ξεχάσω
ποτὲ τὸν προοιμιακὸ ψαλμὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε»,
ὅπως τὸν ἔλεγε ὁ Κατραμῆς, ἤ τὸ «Νῦν ἀπολύοις τὸν δοῦλόν σου,
Δέσποτα», ὅπως τὸν ἔλεγεν ὁ παπα - Στουπάθης;
Ἀλλὰ ἡ ἀποθέωση ἦταν ἡ εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὸ «Φῶς
ἰλαρόν». Τί τὰ θέλετε! αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ξαναγίνονται πιά.
75

Χάθηκαν γιὰ πάντα μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μεγάλους καλλιτέχνες,
ποὺ τὰ ἔκαναν. Φτιάστε μου σήμερα μιὰ Φανερωμένη, ἂν μπορῆτε,
βρῆτε μου τοὺς ἀρχιτέκτονες, τοὺς ζωγράφους, τοὺς ξυλογλύπτες, τοὺς
ἀσημοσκαλιστὲς καὶ τοὺς χρυσωτές, ποὺ τὴν ἔκαναν, τὴ στόλισαν,
φερτε μου κι ἕναν Κατραμῆ μὲ τὸ ἐπιτελεῖο του νὰ τὴ λειτουργᾶ.
Καὶ ἡ τελειότερη ἐκκλησιαστικὴ τελετὴ στὴν Ἀθήνα δὲν μπορεῖ νὰ
συγκριθῆ, μὲ μιὰ ζακυνθινὴ τοῦ καιροῦ ἐκείνου.
Ἡ λιτανεία τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ἔβγαινε τελευταία ἀπ’ ὅλες, τὸ δειλινό.
Εἶχε μεγάλη πομπή, ἔκανε μεγάλο γύρο, καὶ στὴν ἀκολουθοῦσεν ὅλος
ὁ κόσμος. Ἀλλὰ χωρὶς ἐπισημότητα. Εἶχε μᾶλλον λαϊκὸ ἢ παλλαϊκὸ
χαρακτήρα. Καὶ στὸ γυρισμό, ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν ἐκκλησία, βράδυ πιά,
ἔκαιγαν «φωτιές», πυροτεχνήματα, κι αὐτὰ λαϊκά, ποὺ τά ᾽κανε ὄχι
ὁ «Φράγκος» - αὐτὸς ἔκανε μόνο τὰ πολυδάπανα καὶ τὰ θαυμάσια,
ποὺ καιγόνταν στὴν πλατεία τοῦ Γεωργίου Α΄, τὸ βράδυ τοῦ Ἁγίου
Κωνσταντίνου - ἀλλὰ κάποιος Παντελῆς. Ἄ, τί γοῦστο ποὺ ἔκανα˙
τὰ πολύκροτα «κάστρα» του καὶ τὸν ἀπαραίτητο «Γιούδα» του, τὸ
ἀνδρείκελλο, ποὺ ξερνᾶ ἀπὸ πάνω κι ἀπὸ κάτω σφυριχτὲς σπίθες καὶ
πολύχρωμες καντηλομάνες!...
«Ἡ ζωή μου σὰν μυθιστόρημα»

Γρηγόριος Ξενόπουλος

ΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ ΕΚ ΔΕΥΤΕΡΟΥ

(Ὁ συγγραφεὺς διηγεῖται τὰ σημαντικώτερα γεγονότα τοῦ βίου του
εἰς Σῦρον, ὅπου ἐγεννήθη, εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ εἰς Ὀδησσὸν
τῆς Ρωσίας, ὅπου διέμεινε κατὰ περιόδους ἡ οἰκογένειά του καὶ εἰς
Λονδῖνον, ὅπου ἐγκατεστάθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη).
Ὁ καλός μου πάππος ἦλθεν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου πρὸς παραλαβὴν
μου καὶ μὲ συνώδευσε μέχρι τῆς οἰκίας του, κειμένης ἐπὶ τοῦ
λόφου τοῦ Γαλατᾶ. Δυσκόλως ἀπέκρυψεν ἐκεῖνος τὴν θλιβεράν του
ἐντύπωσιν, οὔτε εἶδε τὴν ἐξησθενημένην μορφήν μου, ἀλλ’ ἡ μάμμη

76

μου μὲ ὑπεδέχθη μὲ ἐνδείξεις χαρᾶς καὶ εὐθυμίας. Ὑπεκρίνετο ὅτι μὲ
ὑπεδέχετο ὅπως καὶ ἡ μήτηρ μου, ὅτε μὲ ἀπεχωρίσθη. Ἀλλ’ ὅμως
ἐπροδόθη, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ.
Ἀνέβην τὴν κλίμακα στηριζόμενος εἰς τὸν βραχίονά της καὶ βήχων.
Εἰς τὸ διάζωμα τῆς κλίμακος δεξιόθεν ἦτο ἡ θύρα τῆς τραπεζαρίας,
ἀντίκρυ δὲ ἐπὶ τοῦ τοίχου, καθρέπτης. Προτοῦ στραφῶ, διὰ νὰ
εἰσέλθω εἰς τὴν τραπεζαρίαν, εἶδα εἰς τὸν καθρέπτην τὴν μάμμην
μου, ὄπισθέν μου. Συσφίγγουσα τὰς χεῖρος ἐπὶ τῶν χειλέων ἑξέφραζε
διὰ τοῦ σχήματος αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ βλέμματος τῆς ἀδημονίαν της.
Δὲν ἀπέδειξα ὅτι τὴν παρετήρησα. Ὑπεκρινόμην καὶ ἐγὼ τὸν εὔθυμον.
Καὶ ὅμως ἐγνώριζα ὅτι δὲ ἦτο ἀκίνδυνος ἡ ἀσθένειά μου.
Καὶ εἰς τὴν Σύραν κατόπιν, μολονότι ἤμην εἰς πλήρη ἀνάρρωσιν,
ἔμεναν ἀκόμη καταφανῆ τὰ σημεῖα τῆς ἀσθενείας. Μίαν ἡμέραν, ἐνώ
ἔβηχα καθ’ ὁδόν, ἤκουσα ὄπισθέν μου ἀγυιόπαιδας χαρακτηρίζοντάς
με ὡς φθισικόν. Εἶχα τότε καὶ ἐπὶ ἔτη πολλὰ διετήρησα τὴν ἰδέαν,
ὅτι θ’ ἀποθάνω νέος.
Εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅτε μετὰ τὴν ἡμιπληγίαν τοῦ πατρός μου ἔγινα ὁ
ἀληθὴς ἀρχηγὸς καὶ τὸ στήριγμα τῆς οἰκογενείας, συναισθανόμενος
τὴν ἀνάγκην νὰ ζήσω, παρεκάλεσα τὸν ἰατρόν μου νὰ μὲ βεβαιώσῃ
ἐὰν ἦτο πιθανὴ ἡ ἐπὶ δέκα ἔτη, ἔστω καὶ πέντε παράτασις τῆς
ὑπάρξεώς μου. Ἀφοῦ μὲ ἐξήτασε μετὰ προσοχῆς, εἶπε μειδιῶν ὅτι δὲν
ὑπάρχει λόγος, διὰ νὰ μὴ ζήσω καὶ εἴκοσιν ἔτη ἀκόμη. Ἤμην τότε
εἰκοσιπεντενταετής. Ἡ προθεσμία τοῦ ἰατροῦ μου παρῆλθε πρὸ πολλοῦ,
ὥστε δὲν διεψεύσθη ἡ προφητεία του. Ἡ ὑγεία μου ἐστερεώθη ἔκτοτε.
Ἡ κρᾶσις μου, ὡς φαίνεται, ἦτο ἐκ γενετῆς καλὴ καὶ διὰ τοῦτο ἀφοῦ
διῆλθα σῷος τὰς πολλὰς ἀσθενείας τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἀπέκτησα
ἀνδρωθεὶς τὴν εὐρωστίαν μου. Ἄλλως, δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι
ἀπέφυγα, πάντοτε τὰς καταχρήσεις, τὰς ὑποσκαπτούσας τὴν ὑγείαν.
Μόνον τῆς ὁράσεως δὲν ἐφείσθην ὅσον ἔπρεπε. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο
πταίει ὁ αὐτὸς ἰατρός. Παρεκτὸς τῆς ἐπιστήμης του, ἦτο ἀγαθὸς
ἄνθρωπος, εὐφυὴς, εὐγενὴς, καί καὶ εὐπροσήγορος*. Παρατηρήσας
ἡμέραν τινὰ τοὺς ὀφθαλμούς μου, μὲ ἠρώτησεν ἂν ἀναγιγνώσκω
τὴν νύκτα εἰς τὴν κλίνην μου καὶ ἀπηρίθμησεν ὅλας τὰς ὀλεθρίας
συνεπείας τῆς τοιαύτης συνηθείας, παρακινῶν με νὰ τὴν παραιτήσω.
Ἔπειτα, ἐψιθύρισε μυστηριωδῶς:
- Δὲν ἀποκοιμοῦμαι ποτέ, χωρὶς ν’ ἀναγνώσω.
Ἐννοεῖται ὅτι ἠκολούθησα τὸ παράδειγμα καὶ ὄχι τὸ δίδαγμα
77

τοῦ ἰατροῦ μου. Τοῦτο συνέτεινε βεβαίως εἰς τὴν ἐξασθένησιν τῶν
ὀφθαλμῶν μου, ἀλλὰ πρὸς τί ἡ ὄρασις, ἐὰν δὲν χρησιμοποιῆται; Ἐὰν
πέπρωται νὰ χάσω τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν, ἂς ἔχω τουλάχιστον τὴν
παρηγορία ὅτι τοὺς ἐχρησιμοποίησα.
***
Πρὸς ἀνάρρωσιν ὁ πάππος καὶ ἡ μάμμη μου μὲ ἔφεραν εἰς στὴν
νῆσον Πρίγκηπον. Ἦτο προχωρημένον τὸ θέρος, ῶστε ὀλίγα οἰκήματα
ἔμεναν διαθέσιμα. Εὐτυχῶς μεταξύ αὐτῶν ἐπροτιμήθη ἡ τελευταία
οἰκία τῆς κωμοπόλεως, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης πρὸς τὴν μονὴν τοῦ
Ἁγίου Νικολάου. Δὲν ἦτο μεγάλη, οὔτε πολυτελής, ἡ δὲ θέα ἐκ τῶν
παραθύρων ὡραία καὶ πρὸς τὸ βουνὸν καὶ πρὸς τὴν θάλασσαν. ῏Ητο
ἀληθὴς ἐξοχικὴ κατοικία, τὰ πάντα δὲ ἐκεῖ μοῦ ἐφαίνοντο τερπνὰ
παραβαλλόμενα πρὸς τὰ θερινὰ ἐνδιαιτήματα τῆς Ὀδησσοῦ.
Τὴν ἀνάρρωσίν μου ἐπετάχυνεν ὁ ζωογόνος ἀὴρ τῆς Πριγκήπου,
ὅσον καὶ ἡ τρυφερὰ περίθαλψις τῶν γονέων τῆς μητρός μου. Πρὸς
τὴν μάμμην μου μὲ εἶχεν ἐξοικειώσει ἡ πολυετὴς συμβίωσις, ἀλλὰ
πρὸς τὸν πάππον μου μὲ συνέδεεν ἡ ἀμυδρὰ μόνον ἀνάμνησις τῶν
θωπειῶν του, ὅτε ἤμην τετραετὴς εἰς τὴν Σύραν. Ἔκτοτε διέμενεν εἰς
Ταγανρόκ, ὁπόθεν ἐπανῆλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν ὀλίγους μῆνας
πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μας εἰς Ὀδησσόν. Τότε, καὶ ἔτι μᾶλλον κατὰ
τὴν περίοδον τῆς ἀναρρώσεώς μου εἰς τὴν Πρίγκηπον, τὸν ἐγνώρισα
καὶ τὸν ἠγάπησα ἐκ τοῦ πλησίον. Μὲ ἠγάπα καὶ ἐκεῖνος. Εἶχε
χωριστὴν ἀδυναμίαν πρὸς τὴν μητέρα μου καὶ με ἔφερεν εὐκόλως εἰς
τὸν πρωτότοκόν της τὴν πρὸς ἐκείνην στοργήν. Ἦτο φύσει γλυκὺς καὶ
ἥμερος. Σπανίως ἠγανάκτει· τότε δὲ ἐκοκκίνιζαν αἱ παλάμαι του καὶ
ἐπανήρχοντο εἰ τὴν γλῶσσάν του ἐκφράσεις διαλεκτικαὶ τῆς πατρίδος
του, ὄχι ὅμως ποτὲ δριμεῖαι. Ἄλλως τὸν πάππον μου καθησύχαζεν
ἀμέσως ἡ ἔτι πραοτέρα σύζυγός του.
Καὶ οἱ δύο δέ, καθὼς καὶ ὁ Μιχαλάκης καὶ ἡ Φρόσω, οἱ παιδικοί
μου σύντροφοι καὶ συμπαίκτορες, ἐφρόντιζον πῶς νὰ καταστήσουν
ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴν τὴν ἔλλειψιν τῆς μητρός
μου. Ἠσθανόμην ὅτι εἶχα περὶ ἐμὲ ἀληθεῖς γονεῖς, καὶ ἀληθεῖς
ἀδελφούς. Ἕν τῶν πολυτιμοτέρων ἀγαθῶν τοῦ βίου μου ἦτο ἀνέκαθεν
ἡ συνδέουσα τὴν οἰκογένειάν μας ἀγάπη. Ἡ παιδιόθεν προσκόλλησις
εἰς τοὺς ἐκ μητρὸς συγγενεῖς κατέστησαν ὡς συνήθειαν, ὡς δευτέραν
78

τρόπον τινὰ φύσιν, τὴν ἐπέκτασιν τῆς στοργῆς μου καὶ εἰς τὰ τέκνα
των. Οἱ νεώτεροι, οἱ βαθμηδὸν αὐξήσαντες τὸν οἰκογενειακὸν κύκλον
μὲ ἀποκαλοῦν ἐνίοτε φιλοσυγγενῆ· φοβοῦμαι δὲ ὅτι τοῦτο ὑποκρύπτει
δόσιν εἰρωνείας. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν οἱ νεώτεροι πῶς καὶ διατί
ἀνεπτύχθη ἐντὸς τῆς ψυχῆς μου ἡ φιλοσυγγένεια.
***
Εἰς τὴν Πρίγκηπον συνεδέθην διὰ στενῆς φιλίας μὲ τὸν
Ἀπόστολον Θεοδωρίδη. Ἦτο ἄλλοτε οἰκοδιδάσκαλος εἰς τὴν Λιβόρνον
τοῦ ἀποθανόντος μονογενοῦς υἱοῦ τῆς ἀδελφῆς τῆς μάμης μου.
Ἐφιλοξενεῖτο καὶ ὁ Ἀπόστολος τότε εἰς τοῦ πάππου μου. Ἦτο κατὰ
πολλὰ ἔτη πρεσβύτερός μου, ὡς ἐμαρτύρει καὶ ἡ δασεῖα ὑπόξανθος
γενειάς του. Ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος, ἀλλ’ ὄχι ὁ τελευταῖος τῶν φίλων μου,
ἡλικίας διαφόρου τῆς ἰδικῆς μου. Κατὰ τὴν νεότητά μου ἀπέκτησα
πολλοὺς φίλους πρεσβυτέρους μου, ἢ καὶ γέροντας. Τώρα δέ, ὅτε
ἐγήρασα, οἱ πλεῖστοι τῶν φίλων μου εἶναι κατὰ πολλὰ ἔτη νεώτεροί
μου. Ὅ,τι μὲ εἵλκυεν ἄλλοτε πρὸς τοὺς γηράσαντας, ἴσως ἑλκύει
σήμερον καὶ τοὺς νέους πρὸς ἐμέ· ἴσως οἱ τιμήσαντές με τότε διὰ τῆς
φιλίας των ἐνεφοροῦντο τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, καθὼς ἐγὼ τώρα
πρὸς τοὺς νέους, ὅσους δὲν βαρύνει ἡ πρεσβυτική μου ἡλικία. Ἀγαπῶμεν
τὴν νεότητα, καθὼς ἀγαπῶμεν τὴν ἄνοιξιν, ὁ δὲ συγχρωτισμὸς μετὰ
νεωτέρων ἰσοδυναμεῖ πρὸς παράτασιν τῆς ζωῆς. ᾽Εξασφαλίζει τὴν
διάρκειαν τῆς μνήμης μας, μέχρις οὗ καὶ οἱ ἐπιζῶντες νεώτεροί μας
φίλοι γηράσουν.
Ὁ Ἀπόστολος εἶχε γεννηθῆ εἰς Σιάτισταν τῆς Μακεδονίας καθόσον
δὲ ἐνθυμοῦμαι ἐσπούδασεν εἰς Ἀθήνας, εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον.
Ἦτο εὐγενὴς τὴν ψυχὴν καὶ τὸ ἦθος, φύσει δὲ μελαγχολικός. Ἴσως ὄχι
φύσει. Ἡ ἤρεμος εὐθυμία του συχνάκις ἐφαίδρυνε τοὺς περιπάτους μας
καὶ τοὺς εἰρηνικοὺς ἀγῶνάς μας εἰς τὸ σφαιριστήριον τοῦ παρὰ τὸν
Πλάτανον καφενείου Ἡ ἔλλειψις ὑγείας καὶ χρημάτων ἦσαν λόγοι
ἐπαρκεῖς πρὸς ἐξήγησιν τῆς μελαγχολίας τοῦ Ἀποστόλου. Ἠσθάνετο
ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ, νὰ γίνῃ χρήσιμος εἰς τὸ ἔθνος καὶ νὰ
διαπρέψῃ, εἶχε γνώσεις, φιλομάθειαν, φιλοπονίαν, ἀλλ’ ἡ πενία καὶ
τὸ φιλάσθενον τὸν ἐδέσμευον. Τὰς μετ’ αὐτοῦ σχέσεις δὲν διέκοψεν
ὁ ἀποχωρισμός μας ὅτε μετέβη εἰς τὴν Ὀδησσὸν ὡς διδάσκαλος τοῦ
νεωτέρου υἱοῦ τῆς θείας μου. Ἕνεκα λόγων ὑγείας ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν
79

μετ’ ὀλίγα ἔτη. Ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Λιβόρνον, ὁπόθεν μετηνάστευσεν
εἰς Τεργέστην.
***
Ἐπὶ τέλους ἦλθεν ἐξ Ὀδησσοῦ ἡ μήτηρ μου μετὰ τῶν τεσσάρων
ἀδελφῶν μου. Ὁ ἀριθμός των εἶχεν αὐξήσει εἰς Ὀδησσοῦ ἡ μήτηρ μου
μετὰ τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν μου. Ὁ ἀριθμός των εἶχεν αὐξήσει εἰς
Ὀδησσὸν διὰ τῆς γεννήσεως κορασίου, ὀνομασθέντος Εἰρήνη, πρὸς
ἀνάμνησιν τοῦ ὀνόματος τῆς Νίνας, ἀποθανούσης ἀδελφῆς τῆς μητρός
μου. Μετ’ οὐ πολὺ δὲ παρητήσαμεν καὶ πάλιν τὴν Κωνσταντινούπολιν
καὶ ἐπεστρέψαμεν εἰς τὴν Σύραν, μετὰ δέκα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν
ἀπουσίαν.
Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη μόνον πρὸς στερέωσιν
τῆς ὑγείας μου, διὰ νὰ μὴ διαχειμάσω εἰς Κωνσταντινούπολιν,
ἢ ἐὰν συνέτειναν καὶ οἰκονομικοι λόγοι. Κατ’ εκείνην τὴν ἐποχὴν
αἱ ὑποθέσεις τοῦ πατρός μου εἶχαν λάβει νέαν τροπήν. Ὁ Νικόλαος
Μπαλλῆς ὁ στύλος καὶ ἡ ψυχὴ τῆς ἐμπορικῆς ἑταιρείας, εἰς τὴν ὁποίαν
εἶχε προσκολληθῆ ὁ πατήρ μου, ἀπεβίωσεν εἰς Κωνσταντινούπολιν.
Συνέπεια τοῦ θανάτου του ἦτο ἡ διάλυσις καὶ τῆς ἐταιρείας καὶ τοῦ εἰς
Ὀδησσὸν καταστήματος. Ὁ πατήρ μου ἀπεφάσισε ν’ ἀναλάβῆ μόνος
τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν του, μὲ τὰ ἰδικά του μέσα καὶ ὑπὸ
τὴν ἀτομικήν του ἐπωνυμίαν.
Ὁποῖα ἦσαν τότε τὰ χρηματικά του μέσα, ἀγνοῶ. Μεγάλα βεβαίως
δὲν ἦσαν. Ἀγνοῶ ἐπίσης ἐὰν ὁ πατήρ μου εἶχε τὰ πρὸς ἀπόκτησιν
πλούτου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἦτο συνετός, φίλεργος, φιλότιμος·
ἀλλὰ ταῦτα μόνα δὲν ἀρκοῦν πρὸς ἐπιτυχίαν εἰς τὸ ἐμπορικὸ στάδιο.
Δὲν ἀπέθανε πλούσιος. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχω παρόπονον ὅτι δὲν
ἀφῆκε μεγάλην κληρονομίαν. Ἄφηκεν ἄσπιλον τὸ ἔντιμον ὅνομα,
τὸ ὁποῖον παρέλαβεν ἐξ ἐναρέτων γονέων καὶ μετέδωκεν ἄθικτον
εἰς τὰ τέκνα του τὴν παράδοσιν ἐντίμου παρελθόντος. Ἄλλως, ἐὰν
δὲν κατώρθωσε ν’ ἀνυψωθῇ εἰς περιωπὴν πλούτου, οὐδέποτε ὅμως
εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκόν του ἡ στέρησις. Ἐν μέσῳ τῶν δυσχερειῶν,
ὅσας εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ, εἰργάσθη ἐπιμόνως καὶ ἠδυνήθη νὰ
ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν οἰκογενειάν του ἄνεσιν ἀξιοπρεπῆ. Ἐξ ἀνάγκης,
ἴσως καὶ φύσει, φειδωλὸς, οὐδέποτε ὅμως ἀνεδείχθη γλίσχρος περὶ τὰ

80

τοῦ ζῆν, ἔτι δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνατροφὴν καὶ
παίδευσιν τῶν τέκνων του. Διὰ τῆς ἀόκνου φιλοπονίας του ἀπέκτησε,
καὶ ἀπολέσας ἀνέκτησε καὶ διετήρησε τὰ μέσα ὑλικῆς ἀνεξαρτησίας,
ἄνευ ἐπιδείξεως, ἀλλ’ ἀναλόγως πάντοτε τῆς κοινωνικῆς τάσεως καὶ
αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
᾽Ενθυμοῦμαι πάντοτε μετὰ θαυμασμοῦ ‐ θαυμασμοῦ μετέχοντος
καὶ ἐντροπῆς τινος, διότι δὲν ἠδυνήθη ποτὲ νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμά
του ‐ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἐνόσῳ ἐμέναεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν,
ἐσηκώνετο πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, ἐν καιρῷ χειμῶνος, καὶ
μετέβαινε πεζὸς εἰς τὸ γραφεῖον του, κείμενον μακρὰν τῆς οἰκίας μας,
εἰς τὴν ἀπέναντι πλευρὰν τοῦ Κερατίου κόλπου (εἰς τὸ λεγόμενον
χάνι τῆς Βαλιδές). Καὶ πάλιν πεζὸς ἐπανήρχετο τὸ ἑσπέρας. Οἱ κόποι
του ἦσαν ἴσως ἄξιοι μεγαλυτέρας ἀμοιβῆς. Ἀλλ’ εἰς τὰ τοῦ βίου
ἀσφαλεστέρα καὶ φρονιτμωτέρα ἡ σύγκρισις ὄχι πρὸς τοὺς ὀλίγους
ὀλβιωτέρους, ἀλλὰ πρὸς τοὺς πολλοὺς ἀτυχεστέρους. Ἐκ τῆς τοιαύτης
συγκρίσεως πείθεταί τις εὐκολώτερον περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ
Εὐαγγελικοῦ ρητοῦ: «Μακάριοι οἱ ἐν τῷ ὀλίγῳ ἀναπαυόμενοι».
Δημήτριος Βικέλας

«Ἡ Ζωή μου», 1908
ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ
Η ΜΑΝΑ

Φουρτούνιασεν ἡ θάλασσα καὶ βουρκωθῆκαν τὰ βουνά!
Εἶναι βουβὰ τ’ ἀηδόνια μας καὶ τὰ οὐράνια σκοτεινά,
κι ἡ δόλια μου ματιὰ θολή,
Παιδί μου, ὥρα σου καλή!
Εἶν’ ἡ καρδιά μου κρύσταλλο καὶ τὸ κορμί μου παγωνιά,
σαλεύει ὁ νοῦς μου σὰ δεντρί, ποὺ στέκει ἀντίκρυ στὴ χιονιὰ
καὶ εἶναι ξέβαθο πολύ.
Παιδί μου, ὥρα σου καλή!
Βουΐζει τὸ κεφάλι μου, σὰν τοῦ χειμάρρου τὴ βοή!
Ξεράθηκαν τὰ χείλη μου καὶ μοῦ ἐκόπηκ’ ἡ πνοὴ
σ’ αὐτὸ τὸ ὕστερο φιλί.

81

Μάνα. δῶσ’ με συντρόφισσαν εὐχὴ νὰ μὲ φυλάη. σηκώνουν κῦμα βροντερό˙ θαρρεῖς ἀνάλιωσεν ἡ γῆ καὶ τρέχ’ ἡ στράτα σὰ νερό. τόσες πικράδες καὶ χολὲς μᾶς δίνει ὁ μαῦρος χωρισμός! Ὤχ! ἂς μποροῦσα νὰ σταθῶ. θὰ ξαναρθῶ. ὅταν τὰ λέμε «ὥρα καλή»! ΤΟ ΠΑΙΔΙ Φυσᾶ βοριάς. θὰ ξαναρθῶ. σὰν πεταλούδα τρυφερὴ καὶ δὲν μπορῶ νὰ κρατηθῶ. Μάνα. μὴν κλαῖς. Γεώργιος Βιζυηνός «Ἀτθίδες Αὖραι». Ὅσες γλυκάδες καὶ χαρὲς μᾶς περιχύνει ὁ ἐρχομός. μὴ χαθῶ. σὰ φτερό. γεννιέται μπόρα φοβερή. καὶ πίνουμε τόση χολή. Βογγοῦν τοῦ κόσμου τὰ στοιχειά. μὴν κλαῖς. θὰ ξαναρθῶ. ὥρα σου καλή! Νά σὲ παιδέψ’ ὁ πλάστης μου. μὴν κλαῖς. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. μὲ παίρνουν. 1884 Τ’ ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς. καταραμένη ξενιτιά! Μᾶς παίρνεις τὰ παιδάκια μας καὶ μᾶς ἀφήνεις στὴ φωτιά. μὴν κλαῖς. Πλάκωσε γύρω καταχνιὰ κι ἦρθε στὰ χείλη μου ἡ ψυχή! Δῶσ’ με τὴν ἅγια σου δεξιά.Παιδί μου. Μάνα. 82 . ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνος εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὁ βοριὰς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος. Μάνα. θα ξαναρθῶ. κι ἐγὼ τὰ κύματ’ ἀκλουθῶ. φυσᾶ θρακιάς. μάνα.

μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ’ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα. κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς . ἀφοῦ εἶχαν περάσει καὶ αἱ Ἀπόκρεῳ. μὲ πτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένια. Καὶ ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος. στοιχειὸ ριζωμένον βαθιὰ εἰς τὴν γῆν. διὰ ν’ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ καὶ εἰς τὸν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπάς. Ἐπήγαιναν νὰ ταξιδεύσουν. ἕνας γέρων ἱερεύς.τέσσαρες βοσκοί. μὲ σκοπὸν ν’ ἀνάψουν τὰ κανδήλια καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ. λευκὸν καὶ γλαρόν ὡς φωλεὰ θαλασσαετοῦ. «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν ἀγγέλων». Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά. διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντεύσουν. θαλασσοπλήκτους* βράχους. καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι. οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια. στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν. Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά. τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν. τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο. στεφανώνει τὴν κορυφήν του. βουνίσιοι. συνήθως περὶ τὴν δευτέραν ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν. ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βραχώδους βουνοῦ. ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους. Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς 83 . σεβάσμιος. συνήθως τὴν ἄνοιξιν. ἢ ὀψιμώτερα. ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά. ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους. γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες. διὰ νὰ φωτίσῃ καὶ ἁγιάσῃ τ’ ἀφώτιστα κύματα. μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρὰ ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τὰ ἀδερφάκια των. ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι’ αὐτάς. εἰς τὶς σκοῦνς των καὶ ἐμίσσευαν*.τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον καράβια καὶ γολέττες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα. ἀλειτούργητοι. κάτω ἀπὸ τὴν χώραν. διὰ νὰ τὲς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν.

Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης. ἐὰν ἦτο ἐνάντιος ἤ καὶ οὔριος* ἂν ἦτο ὁ ἄνεμος. καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν. ξένος καὶ ἔρημος. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκεν ἐπάνω εἰς τὸ κεφαλόσκαλον. Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσα· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῆ. ἔλειπαν. συντομώτερα.ἑστίας τὴν θαλπωρήν. ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα. Καὶ εἶχε μπαρκάρει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.τώρα θὰ φύγουμε. ναυτολογημένοι. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος. περασμένοι εἰς τὰ χαρτιά. στὴ στιγμή. ἀνακαλύπτοντο οἱ δύο ἀπόντες σύντροφοι. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποῦ ἦσαν. διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν.ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος. ἀσκέρια. ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου 84 . ὡς νὰ ἐσφίγνοντο. ἀνέβαινον. τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου. καὶ ἡ σκούνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα. ἐξεκολλοῦσεν ὁ πλοίαρχος ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά. ὁ ὁποῖος διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνοὺς μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων. ἐγίνετο ἄφαντος. ἡ σύναξις ἡ μεγάλη. τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφον εἰς τὴν θάλασσαν. πλησίον εἰς τὸ λησμονημένο παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν. ἀνήρχοντο ἐπάνω εἰς τὴν ρεματιὰν τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν. νά. τώρα . Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ὁ στρόμος ἐμάκρυνε τὶς μπενετάδες* εἰς τὰ καπηλιά. τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα. ἐπειδὴ ἦτο τυχερή. Δύο ἄλλοι σύντροφοι. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορινῆς ἀκτῆς. ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης. ἀνεῖρπον.τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν. Καὶ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. βέβαια· κι ἔτσι ἀπεφάσιζε να μπαρκάρῃ. ὁ μάγειρος καὶ ἕνας ἐπιβάτης. ὁποὺ ἔφερνε βόλτες -βόλτες καὶ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον. εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ: . Τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τας ἅλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος καραβάνια γυναικῶν. τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλῆς κοιλάδος μὲ τὲς ράχες. Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιές τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. πού ἦτο εἰς τὰ πανιά. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα. ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκούναν.Τώρα. Ἐσηκώνοντο εἰς τὰ πανιὰ τὰ αἱμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ραστώνη σκάφη ἀνὰ δύο ἤ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν.

ἀφοῦ εἶχαν κάνει μετάνοιες πολλές. ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες.Μαλαμίτσας. 85 .. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λημνιοῦ. τ’ ἀδράχτι της. καὶ εἶχαν χορτάσει τ’ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γρια . . αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του.. εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα. νὰ μὴ τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ.. ἀποροῦσαν κι ἔλεγαν: .Σῦρε. Ὑπερήφανα. πουλί μου. εἶχε σηκωθῆ εἰς τὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὗρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κι ἐχώνεψε. καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες. ἀδελφωμένα τὰ δυό. πρὶν προφθάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά* σου. στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας. στὸ καλό! Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανόλη τοῦ Χατζηχάνου. τ’ ἀχτένιστα κι ἀπλοϊκά. νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. .. . ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα. καμαρωμένα. ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερὴν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος. Ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους.διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα .Στὸ καλό. ἐκεῖνα τ’ ἄγρια. . . πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά. μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους.. ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα. νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα τὰ κατακόκκινα τελώνια*. συγγενολόγι. Τοῦ κάκου. διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους. τοῦ ἐπιτρόπου. Στὸ καλό! Στὸ καλό! Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Τα βοσκόπουλα.Ἡ ψυχή μου. Ἔπεσε πολὺ γιαλό. Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν. διὰ νὰ μαλώσῆ τὶς γυναῖκες τὶς εὐλαβητικές. καινούργιο σκαρί. εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου.. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της. τὴν ρόκαν της. στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό! Νά κι ἡ σκούνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιλενδῆ..μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά. ὁμάδες-ὁμάδες.. κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ.Κατευόδιο καλό! Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ἡ πνοὴ στὰ πανιά. Ὡστόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. ἔβαλλε τὶς φωνες˙ ἔκανε τὸν κακό. Καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰς κανδήλας.Νικολάου. στρωτές. κανεὶς δὲν τὴν ἤκουεν. πουλί μου. ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σας ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου.Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν. καὶ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα. δὲν τὴν ηὗρε καλὸ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε.

Διακρίνεται τὸ πλήρωμα. Τὸ ἄκουα συνήθως εἰς ἓν ἐξοχικὸν ὲκκλησάκι τῆς πατρίδος 86 . διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους κι ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια κι ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. μελλόν των ν’ ἀναχωρήσουν αὔριον: . τὸ ὁποῖον ψάλλεται εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Πάσχα: Μαγδαληνὴ Μαρία προσέδραμε τῷ τάφῳ καὶ τὸν Χριστὸν ἰδοῦσα. Παπαδιαμάντης ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ Μὲ ἰδιαιτέραν βέβαια εὐχαρίστησιν θ’ ἀκούετε. μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους. Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζ της κι ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια.σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸ καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην. ποὺ μοῦ ἔκαμνεν. ὅταν ἤμουν παιδί.Δούλευέ τα. ποῦ ἔθηκας αὐτόν. εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν. Σιγὰ . Καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀκούει: «Μαρία. Καὶ βαθιὰ εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτὸς τίποτε ἂλλο δὲν ἠκούσθη. εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. μή μου ἅπτου!» Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὴν ἐντύπωσιν. τα πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας καὶ ἡ τελευταία γολέτα μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο τροπάριον. . κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ». οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι. εἰπέ μοι. καπετάνιο μου! Ἡ Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό! Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωσε κατὰ τὸ βουνόν.Σῦρε. κι ὀπίσω στῆν κουβέρτα. πουλί μου. εἰ Σὺ ἐβάστασας αὐτόν. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσάτα τῶν γυναικῶν. ὅσοι συχνάζετε κατ᾽ αὐτὰς εἰς τὴν ἐκκλησίαν. ὡς κηπουρὸν ἠρώτα: «Κύριε. ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς. στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Περιοδικὸν «Τέχνη» 1899 Ἀλ.

λοφίσκοι... ποῦ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μου ἔθηκας. εἰς τὸ «Κύριε. τὸ ὁποῖον ἔβλεπε.. τὴν θλῖψίν της. Ὁ ψάλτης εἶχε γλυκυτάτην φωνὴν ὑψιφώνου. τὸν ἐρωτᾷ καὶ συγχρόνως μὲ τὴν ἐρώτησιν τὸν ἐγγίζει. ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ κατείχετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ ἐρωτῶσα Μυροφόρος. σκυμμένον ἐκεῖ κάπου.. τὸ δέος* τῆς Μυροφόρου πρὸ τοῦ θαύματος. ὅπου τὰς Κυριακὰς τῆς ἀνοίξεως. ἀκούων τοὺς γλυκεῖς στίχους μὲ τὴν γλυκεῖαν ὑποβλητικὴν μελωδίαν. τὸν κτυπᾷ οἰκείως εἰς τὸν ὦμον. 87 . τὴν ἐκπληξιν. ὅτι κάπου ἐκεῖ θὰ εὑρίσκετο τὸ κενὸν τώρα μνῆμα τοῦ Κυρίου. Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ὁ κῆπος τοῦ Ἰωσήφ. Ἐμπρὸς .. ὀσφραινόμενον ἴσως ἓν δροσόρρυτον* αὐγινὸν τριαντάφυλλον. ὅπως αἱ Μυροφόροι.Μαρία! μὴ μ’ ἐγγίζης!. θείας. δένδρα ἀνθισμένα.μου. φορτωμένη μὲ ἄνθη καὶ ἀρώματα διὰ τὸν τάφον.ἀνέπλαττα μὲ τὴν παιδικήν μου φαντασίαν ὅλην τὴν σκηνὴν τῆς ὑπερφυσικῆς συναντήσεως. ᾽Ημπορῶ μάλιστα νὰ εἴπω. Τί ἐντύπωσις!. καὶ πέρα κυανᾶ βουνά. τὴν προσπάθειαν καὶ τὴν τρυφερότητα. ὅπως οἱ μεγάλοι καλλιτέχναι τοῦ ᾄσματος. ἀκόμη καὶ τὴν κούρασίν της.. ὅτι ψάλλω παρίστανεν. τὴν ἀγωνίαν της. Ἔβλεπα τὸν ἄνθρωπον..ἐμπρὸς ἕνας κῆπος θαυμασίως στολισμένος ἄπὸ τὴν ἄνοιξιν. ἡ πλήρης μυστηρίου ἀπάντησις τοῦ Διδασκάλου: «Μαρία. τὴν ἀγάπην της πρὸς τὸν νεκρὸν Διδάσκαλον. Ἀμέσως ἐκεῖνος στρέφεται.. ἐπήγαινα μὲ τὸν πατέρα μου.. τὴν ἔκστασιν*. ὤ. ἀντίκρυ μου. ὤ. Κάμπος πράσινος. σηηκώνεται.» διέκρινες ὅλα τὰ αἰσθήματα. γλυκυτάτης σου φωνῆς!» μὲ τὸ ὁποῖον ὁ ψάλτης κατώρθωνε νὰ μεταδίδῃ ὅλην τὴν χαράν. καὶ εὶς τὸ τροπάριον αὐτὸ ἐξήντλει ὅλην του τὴν τέχνην. Ἔξαφνα. στρέφοντα τὰ νῶτα. Ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴν θύραν τοῦ ἐξωκκλησίου. λίαν πρωί. τὸν πλησιάζει. τὸν ὁποῖον ἡ Μαρία ἔλαβεν ὡς κηπουρόν. ἐφαίνετο ἡ μεγάλη ἐξοχή. Ἔπειτα ἀναπαρίστατο ἡ μετ’ ἀγάπης καὶ γλυκύτητος αὐστηρά.. φίλης.. Καί. προβάλλει τὰ χέρια: . -καὶ δέν φαντάζεσθε τί ὡραῖα ποὺ ψάλλεται αὐτὸ τὸ τροπάριον εἰς τὴν πατρίδα μου!. Ἐφανταζόμουν ὅτι ἡ Μαρία. Καὶ παρουσιάζει συγχρόνως τὸ πρόσωπόν του πρὸς τὴν γυναῖκα. μὴ μοῦ ἅπτου!» Καὶ τέλος τὸ ἐξαφνικὸν καὶ ὑπέροχον ἐκεῖνο ἀλέγκρο: «Ὤ.... ὀπισθοχωρεῖ ὀλίγα βήματα.

Καὶ σήμερον ἀκόμη. μὲ τὴν λάμψιν. μοῦ ἔδιδε τότε ὅλην τὴν ἰδέαν τοῦ θαύματος καὶ ὅλην τὴν χαρὰν τῆς Ἀναστάσεως. εἶναι ὁ Διδάσκαλος. Περισσότερον ἀπὸ κάθε τι ἄλλο. Διότι αὐτό. τὸν ἀναστάντα Χριστόν. φαίνεται. εἶχε τὴν μεγαλυτέραν ὑποβολὴν καὶ μ’ ἔκανε νὰ βλέπω. τὸ Πάσχα.ἤρεμον καὶ αὐστηρόν.. μαζὶ μὲ τὴν Μαρίαν. καὶ σιγὰ . ἀνεγνώρισε τὸ πρόσωπον. αὐτὸ τὸ τροπάριον μὲ τὴν ἀναπαράστασιν τῆς ἐκπληκτικῆς σκηνῆς εἰς τὸν κῆπον. Εὐτυχίες καὶ δυστυχίες τὸ ἴδιο μ’ ἁλυσόδεναν καὶ μὲ στεροῦσαν τὴ μεγάλη εὐτυχία τῆς πατρίδας.. ἀλλὰ πάγκαλον.. πότε καὶ μ’ εὐτυχίες πλανερές. Τὸ μικρὸ πλοῖο παράδερνε καὶ χοροπηδοῦσε ἀπάνω στὰ μανιασμένα κύματα. περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην. Μιὰ μέρα μοῦ χαμογέλασε ἄξαφνα ἡ Μοῖρα καὶ μοῦ εἶπε: Πήγαινε! Εἶσαι ἐλεύθερος. Μὲ δυσκολία ἡ πλώρη κρατιόταν ἀκόμη πρὸς τ’ ὄνειρό μου. 1911 Γρηγ. ποὺ ἤκουσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὸ Πάσχα καὶ κατόπιν. μοῦ δίδει ὅλην τὴν ἰδέαν τοῦ θαύματος καὶ ὅλην τὴν χαρὰν τῆς Ἀναστάσεως.. Ἄξαφνα σηκώθηκε τρικυμία.. μὲ τὴν αἴγλην ἑνὸς Θεοῦ. αὐτὴ ἡ παιδικὴ ἀνάμνησις.Θὰ πάω! Νά. Ἡ Μαρία ἀφήνει νὰ τῆς πέσουν τὰ ἄνθη καὶ τὰ δοχεῖα τοῦ μύρου.σιγὰ ἡ τρικυμία μεγάλωνε. χθὲς νεκρόν.. Ἀνεγνώρισε τὴν φωνήν. θεῖον. . Αὔριο τὸ πρωὶ θὰ προβάλουν μπροστά μου τ’ ἅγια χώματα. τὸν ὁποῖον προχθὲς εἶδεν ἐσταυρωμένον.. καὶ τὸ πλοῖο ξεκίνησε μὲ τὴν πλώρη πρὸς τ’ ὄνειρό μου. πότε μὲ δυστυχίες ἀφάνταστες. ὁ περιπλανώμενος εἰς τὸν πρωϊνὸν ἀνοιξιάτικον κῆπον. εἶναι Ἐκεῖνος. ποὺ δεκατέσσερα ὁλάκερα χρόνια τὴν ὀνειρευόμουν στὸν ὕπνο καὶ στὸν ξύπνο. Ἡ θάλασσα λάδι. χωρὶς μειδίαμα. 88 . καὶ σήμερον ἐπαναβλέπει ζῶντα! Ποῖον θάμβος καί ποία χαρά! Ὤ.. Περιοδικὸν «Διάπλασις».. Δεκατέσσερα ὁλάκερα χρόνια ἡ κακή μου μοῖρα μὲ κράτησε δεμένο στὴ ξενιτιά. μπῆκα στὸ πλοῖο μὲ τὸ καλό. Ὁ δῆθεν κηπουρός.. Ξενόπουλος ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ Ἔφυγα σχεδὸν παιδὶ καὶ ξαναγυρίζω σχεδὸν γέρος.

Ὁ ἥλιος! Καὶ μαζί του ἡ Ζάκυνθο προβάλλει ἀπὸ τὸ γαλανὸ καὶ χρυσαφένιο πέλαγο. . μυστικὴ ἀπογοήτευση κρατεῖ τὴν καρδιά. Τὸ μετάνιωσε λοιπὸν ἡ φθονερή. ποὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ μ’ ἄφησε ἐλεύθερο. ποὺ μόλις ξεχωρίζουν χωμένα μὲς στὰ σύννεφα. καὶ τ’ ὄνειρό μου γίνεται πρᾶγμα. Καμιὰ ὀμορφιά. οὔτε ρόδων δὲν φέρνει ἀκόμα ὡς τὸ κατάστρωμα ὁ πρωινὸς ἀέρας. Τὰ μάτια μου δακρύζουν ἀπὸ χαρὰ κι ἀπὸ λύπη. Νά. μέσα στὴν αὐγινὴ ὁμίχλη. Ἔτσι θὰ ἦταν˙ ἡ Μοῖρα δὲν θά ᾽θελε νὰ ξαναϊδῶ τὴν πατρίδα μου. τὸν ἀνέλπιστο. ἡ κίτρινη λουρίδα ἄρχισε σιγὰ . Διαφορετικά. Κι ἡ πλώρη ἴσια πρὸς τ’ ὄνειρό μου. ποὺ ἄφηνε πίσω του τὸ γρήγορο πλοῖο. μεγάλωνε σταθερά. ποὺ κι ἡ Μοῖρα ἡ ἴδια πρέπει νὰ μὲ λυπήθηκε. χωρὶς χάρη καὶ χωρὶς σχῆμα. Τόσος ἦταν ὁ πόνος μου κι ὁ σπαραγμός μου. σὰν ἄνθρωπος. Ἀλλὰ γιατί τόσο βιαστικὸς κι ἀνυπόμονος. Ἡ θάλασσα ἦταν μολυβένια. Ἄ! τὴν κακὴ Μοῖρα! Μοῦ μάγεψε τὴν πατρίδα καὶ μοῦ τὴν ἔκανε ἀσχημη. Κι ὅμως. οὔτε μπουγαρινιῶν*. οὔτε κίτρων. Στὸ θυμὸ ἐκεῖνο τῆς θάλασσας. δὲν ἐπρόβαλε ἀκόμα. Μιὰ λουρίδα γῆς κίτρινης. μιὰ δυὸ ὧρες. καὶ τριζομανοῦσε νὰ σπάση. Πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς λίγα σύννεφα μαῦρα μὲ στριφώματ’ ἀσημένια.σιγὰ νὰ στολίζεται 89 μὲ . δεκατέσσερα χρόνια ζοῦσα μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὴν ξαναϊδῶ.. Μιὰ βαθιά. ποὺ εἶχε σαστίσει καὶ τὸν καπετάνιο τὸν ἴδιο. ἔβλεπα μὲ τρόμο τὸ θυμὸ τῆς Μοίρας μου. ῾Η νύχτα πέρασε ἥσυχη καὶ μὲ τὸ γλυκοχάραμα σηκώθηκα ἀπὸ τὸ κρεβάτι κι ἀνέβηκα στὸ κατάστρωμα. τὸ πολυύμνητο ζακυνθινὸ πράσινο. βιαστικός. Καμιὰ μυρωδιά. ποὺ σπαρταπᾶ. κι ἤθελε τώρα νὰ μὲ βουλιάξη.. τὸ ὀνειρευτό. Ὁ ἕλικας δούλευε δραστήριος.Τὰ πλευρὰ δέρνονταν ἀλύπητα καὶ τὸ θαλάσσιο ξύλο ἀναστέναζε. Τὸ πράσινο. Ὁ αὔλακας. καὶ κάτι βουνὰ ἀπὸ πίσω. καὶ μπροστά. οἱ κορυφὲς μακρυσμένων ἀέρινων βουνῶν. πῶς θὰ μὲ κρατοῦσε τόσων χρονῶν ἡμέρες ἁλυσοδεμένο. Ὡς τὸ βράδυ εἶχαν τελειώσει ὅλα. Εἰδεμή πῶς κόπηκε ἄξαφνα ὁ ἄνεμος καὶ πῶς κατέβηκε τὸ κῦμα καὶ πῶς ξανάγινε ἡ θάλασσα γυαλί. Ἐκοίταξα τὸν οὐρανὸ ἀπελπισμένος. Λίγο ἀκόμη.

Ἀλήθεια. σὰν τὴν ἐλπίδα ποὺ ἔτρεφε καὶ τὴ ζωογονοῦσε . Μὴν κλαῖς. Ὅλ’ ἡ πατρίδα σὲ μιὰ γυναίκα: Ἡ μάνα μου μὲ περίμενε στὴν ἀποβάθρα. Σὲ λίγο πατῶ τ’ ἅγια χώματα καὶ βρίσκομαι στὴν ἱερὴ ἀγκαλιά. Ἀγαπητά μου χρώματα καὶ σχήματα. εἶν’ αὐτή.. βαθυπράσινα. Ἐκείνη μὲ κράτησε ἁλυσοδεμένο ὡς τώρα. Καὶ ἡ κοκκινάδα ἐκείνη μοῦ τραβᾶ τὸ μάτι καὶ τὸ λογισμὸ καὶ μοῦ τὰ καρφώνει ἐκεῖ. Ὅπως ἡ ἀληθινὴ δυστυχία δὲν εἶν’ ἄλλη ἀπὸ κείνη.στίγματα πράσινα.νὰ στηρίζη τὸ λιγνὸ μαυροφόρο κορμὶ στὸ κάγκελο τῆς σκάλας καὶ νὰ κοιτάη πρὸς τὸ πλοῖο. σ’ ἔκαμα νὰ περιμένης πολύ. μοῦ φάνηκε πὼς δεκατέσσερα χρόνια. Λὲς καὶ κάποιος ἄγριος θεὸς ἔχωσε τὴ ρομφαία* του σ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος καὶ τρύπησε τὴ γῆ κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα της ἔβγαλε αἷμα.. ἀγέραστη. Μὰ δὲ φταίω ἐγώ. ποὺ μοῦ κοστίζει τὸ χωρισμὸ τῆς μάνας καὶ τῆς πατρίδας.. ποὺ φαίνεται ἀπὸ μακριὰ σὰν πληγὴ ματωμένη. Μὰ ὅλα δὲν μπορεῖ νὰ τά ᾽χη κανείς!.λίγο γραμμὲς μαλακές.. Καὶ ποιός ξέρει γιὰ πόσα χρόνια πάλι! 90 . Γιατὶ ἡ ἀληθινὴ εὐτυχία. μὲ περίμενε ἐκεῖ. καμπύλες μὲ χάρη καὶ μ’ ὀμορφιά. καὶ μὴ μὲ μαλώνης... ποὺ μ’ ἐμάγεψε νὰ γράψω τὸ ἀγαπημένο μου ἐκεῖνο διήγημα. Δὲν ἐστάθηκα στὴ ζωή μου εὐτυχισμένος.. ἡ μόνη. ὅπως σᾶς ἤξερα κι ὅπως σᾶς ἄφησα. Ἡ ὄψι της παίρνει λίγο .. μανούλα μου γλυκιά! Τῆς χαρᾶς σου τὸ δάκρυ μοῦ σπαράζει τὴν ψυχή. διακρίνεται ἕνα ζωηρὸ κόκκινο σημάδι. ποὺ αἰσθάνομαι τώρα στὴν ἀγκαλιά σου.. Πικρὴ εὐτυχία. Ναί εἶστε ὡραῖα. μὰ μπόρεσα ν’ ἀκολουθήσω τὸ δρόμο καὶ τὸν προορισμό μου.. Τὸ αἷμα τρέχει ἀπὸ πάνω ὡς κάτω στὴ θάλασσα. καταμεσῆς. Εἶναι ὁ Κόκκινος* Βράχος. Ὅταν τὴν εἶδα ἐκεῖ . Ἡ πληγὴ εἶναι μεγάλη. Εἶσαι μεγάλη ψνυχὴ ἐσὺ καὶ τὰ καταλαβαίνεις. νύχτα καὶ μέρα. ἄρχισα νὰ σᾶς ἀναγνωρίζω. στὴν ἴδια θέση. Στὴ μακρουλὴ κιτρινάδα. τὸ ξέρω.ἀναλλοίωτη.. 10 Ἰουνίου. βαθιά. ποὺ θὰ σ’ ἐμπόδιζε ν’ ἀκολουθήσης τὸ δρόμο σου καὶ τὸν προορισμό σου. Εἶναι ἡ τοποθεσία. Μὴ μοῦ τὸ λές. Ἴσως ἡ εὐτυχία μου ὅλη νὰ εἶν’ αὐτή. μάνα. πότε μὲ δυστυχίες ἀφάνταστες καὶ πότε μ’ εὐτυχίες πλανερές. Φταίει ἡ Μοῖρα. Στὸ πλοῖο πάλι γιὰ τὴν ξενιτιά.

τὸ ἔνιωσε καὶ πῆρε τὸ βελονάκι της στὴν ἀρχὴ μ’ ἕνα ζευγάρι γυαλιά. ὄχι. Καὶ λίγο . ποὺ οἱ ξένοι. 91 . ποὺ τ’ ἄφησε ἡ μανούλα του βυζανιάρικο. πὼς κι αὐτὴ ἡ ἐργασία εἶναι ἀλήθεια ἕνα ἀπ’ τὰ θαύματα τοῦ Βοσπόρου. ποὺ πολλὲς ἐργάτριες δόξασε. Ὁ μεγαλύτερος.. Γιατὶ στὸ Βόσπορο περισσότερο ἐργάζονται αὐτὸ τὸ ξακουστὸ ἐργόχειρο. Κάλβε. ἔγινε κι ἐκεῖνο ἔξι .. ποὺ ἔστελνε στὰ ξένα. ἂς μὴ μοῦ δώσῃ εἰς ξένην γῆν τὸν τάφον!» Ἀλήθεια. Μὰ τὰ σβησμένα μάτια τῆς γιαγιᾶς δὲν καλοβλέπουν τὰ ἐργόχειρά της. ἔνιωσε τὸ παράπονο τῆς ὑστερνῆς ματιᾶς τῆς κόρης της. Τὴν ἔκλαψε τότε καὶ τὰ δάκρυα ἔσβησαν τὰ μάτια της. μόνον ὅταν κοιμώμεθα εἰς τὴν πατρίδα. τόσα δὰ ἡ μακαρίτισσα ἡ μονάκριβή της κόρη.λίγο τὰ ἄνθη τῆς μπιμπίλας ἔκαμαν καὶ ἄλλα ἄνθη: τὰ ἐγγονάκια.Θεέ μου.. «Εἶναι γλυκὺς ὁ θάνατος. 1900 Η ΓΙΑΓΙΑ Πέρσι τὰ ἐγγόνια στὴν πρωτοχρονιὰ τῆς ἔβαλαν δόντια τῆς γιαγιᾶς καὶ λάμπουν τώρα ὁλόασπρα μέσα ἀπ’ τὰ ζαρωμένα. τὰ πέντε ἐγγόνια. τουλάχιστο γιὰ νὰ πεθάνω. δούλευε ἐκείνη τὴν μπιμπίλα* τὴν πολυανθισμένη. ξεφλουδισμένα ἄχρωμα χείλη. νὰ μὲ ξαναφήση.» Γρηγ.ἑφτὰ χρονῶν ἀγόρι. Μὰ ὄχι μόνο δάκρυα. τὶς ἀνοικτόχρωμες φράουλες τὶς στρογγυλές. μαλάκωσε τὴ σκληρή μου Μοῖρα. Ξενόπουλος «Διηγήματα» Σειρὰ Γ΄. ἄρχισε νὰ καλλιεργῆ τὰ λίγα χωράφια τους. «Ἄχ. καὶ τὸ μικρό. ποὺ ἔρχονταν νὰ περάσουν τὸ καλοκαίρι στὰ Θεραπειά* τὴν ἔβλεπαν κι ἔλεγαν. ἀφοῦ ἔμαθε τὰ γράμματα στὸ δημοτικὸ σχολεῖο.. καὶ μὲ τίς φράουλες. ὕστερα μὲ δυό. ποὺ τῆς τ’ ἄφησε μωρά. Ἡ γιαγιὰ κατάλαβε πὼς ἔπρεπε τὰ παιδιὰ νὰ μεγαλώσουν. καὶ στῆς γιαγιᾶς τὸ σπίτι βλέπει κανεὶς μετάλλια τιμητικὰ ἀπὸ ἐκθέσεις. μα και που δὲν καλυτέρευσε τὴν τύχη τους. γιατὶ ἡ γιαγιὰ δὲν καλόβλεπε. καρποὺς ὡραίους. Ὅπως σ’ ὅλα τὰ χαμόσπιτα.. Καὶ τ’ ἄλλα ἐγγόνια ἔπαιρναν σειρά. ἄρχισε νὰ διατηρῆ τὸ σπίτι· καὶ ἦταν καιρός.

σᾶς τὸ λέω. πέστε στὸ μεγάλο τὸ γιατρὸ καὶ ρωτῆστε.. Σὲ λίγο. μιλοῦνε καὶ γιὰ τὸ δῶρο τοῦ μικροῦ· κοντεύει ἡ πρωτοχρονιά. Ἤξερε πὼς πήγαινε στὸ μνῆμα τῆς κόρης της νὰ κλάψη. ποὺ προβάλλουν ἀπ’ τὸ βοριά.. ἡ γιαγιὰ δὲν βλέπει τὸ εὔμορφο ἡλιοκαμένο πρόσωπο τοῦ ἐγγονοῦ. Ὁ μεγάλος ἀδερφός. Πῶς τὴν καμάρωναν. μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸ Βόσπορο καὶ τὸ βουνὸ τοῦ Ἕλληνα. Τίποτα ἡ γιαγιὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἰδῆ. Ὅταν γύριζεν ἀπ’ τὴν κρύα βρύση. Πῶς τὴν ἀγαποῦσε τὴ γιαγιά! πῶς τὴν ἀγαποῦσαν ὅλοι. Φύλαλαγε νὰ ἔρθη ἡ ὥρα ἡ καλή. ὅταν πήγαιναν στὴν Ἁγία Παρασκευή.Γιὰ τὴ γιαγιά. Ὁ μικρὸς πετιέται.ἀργὰ τὰ μεγάλα γράμματα. ἐγὼ θὰ σᾶς μιλήσω. τὸν ἄφηνε νὰ παίζη μὲ τὰ χαλίκια καὶ χανόταν καὶ γύριζε μὲ τὰ μάτια πιὸ κόκκινα καὶ χείλη πιὸ ξέθωρα. δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τοὺς πράσινους λόφους ἡ καημένη ἡ γιαγιά. μὲ μάτια ὁλόλαμπρα. μὰ ἔχει καὶ τὸ σχέδιό του. Καὶ τὸ μικρὸ πικραίνεται καὶ τῆς ζωγραφίζει ὅλα. γιὰ νὰ πᾶν στὴν κρύα βρύση. Τὶς Ἀποκριὲς θὰ ἔρθη ἡ νύφη νὰ ξεκουράση ἀπ’ τὸ νοικοκυριὸ τὴ γιαγιά. ποὺ παραφυλάγει ἐκεῖ στὸ ἄνοιγμα τῆς Μαύρης Θάλασσας νὰ καταπιῆ τὰ θεριά. σὰν τὴν ἔβλεπαν νὰ τρώη φουντούκια μὲ τὰ δόντια τὰ ὁλόασπρα. καὶ τὸν ἥλιο δὲν θὰ βλέπη. Καὶ ὅταν ὁ δεύτερος ἔγγονος μὲ τὴ γαλανόασπρη βαρκούλα φέρνη βράδυ . Ἐμένα ὄχι φέτο πέτε μου μὴ μοῦ κάνετε δῶρο. ὁ Μανόλης. Μὰ το μικρὸ εἶχε ἕνα σχέδιο καὶ δὲν ἔλεγε σὲ κανένα τίποτε. Ὅταν ἡ γιαγιὰ τὸν ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χεράκι καὶ ἀνέβαινε τὸ δρόμο τοῦ Ζαρίφη. σὰν ἔλεγε παραμύθια. Μιλοῦνε τ’ ἀδέλφια καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς νύφης. δὲν μποροῦνε τάχα αὐτοί. Ἐγὼ δῶρο δὲν θέλω. καὶ πῶς χαίρονταν. Ἄχ! ὁλοένα σβήνουνε τὰ μάτια της. Οὔτε.βράὂυ περήφανος τὴ γιαγιὰ καὶ τὸ ἀδερφάκι του νὰ ἀναπνεύσουν τὸ μυρωμένο ἀγέρι. ἂν τὰ μάτια εἶναι ἀκριβά. ποὺ κάνουνε δόντια. . ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τῆς γιαγιᾶς. νὰ κάμουνε καὶ μάτια νὰ βλέπη ἡ γιαγιά μου.Ἔμαθε καὶ νὰ διαβάζη ἀργὰ . 92 . μιλοῦνε καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς γιαγιᾶς. Φέτο. Πέρσι τῆς πήρατε δῶρα τῆς γιαγιᾶς δόντια. Καὶ τὰ μάτια τῆς γιαγᾶς σὲ κάθε τέτοια ἐπίσκεψη ἔσβηναν πιὸ πολύ.

Μάτια μου. νὰ παρηγορηθῆ.ποτὲ. ποὺ λούζεται ἡ ψυχή. Ναὶ «μάτια της!» Ἔκανε τὸ σταυρό της. μεταμορφωμένη. σ’ εὐχαριστὼ. Γιὰ σὲ τὸ πρῶτο φίλημα. καὶ σὰν νὰ εἶχε μάτια. μάτια μου. γιὰ σὲ τὸ πρῶτο γέλιο ἐσύ ᾽σαι τὸ θεμέλιο. τὸν φίλησε καὶ εἶπε: . Ἄχ. Τ’ ἀδέρφια δὲν εἶπαν τίποτα. ποὺ ὑφαίνεται ἡ ζωή. εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ καὶ χαρούμενη.Θεέ μου. «Διηγήματα»1908 Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ Γιὰ σὲ τὸ πρῶτο κλάψιμο.. Γιὰ σὲ τὸ πρῶτο φίλημα γιὰ σὲ τὸ πρῶτο χάδι ἐσύ ᾽σαι τ’ ἅγιο ὑφάδι. ὁ Θεὸς μπορεῖ· νὰ τὴν πᾶτε στὴ Βαγγελίστρα νὰ τὴν κάμη νὰ βλέπη. εἶπε δυνᾳτά: . γιὰ νὰ ἰδῆ ἐμένα. 93 ..σιγὰ ἡ θύρα˙ ἔτιξε τὸ πάτωμα απ’ τὸ βαρύ βῆμα τῆς γιαγιᾶς. ἴσια ἔτρεξε στὸ Γιωργάκη της. Πολλὰ χείλη τὸ λένε χαϊδευτικὰ «μάτια μου» μὰ τῆς γιαγιᾶς τὰ χείλη ἔχουν ἄλλη σημασία. γιὰ σένα ἡ πρῶτη κρίση ἐσύ ᾽σαι ἡ θεία βρύση.. πὼς ἔχω τὰ χρυσὰ μαλλιὰ καὶ τὰ μάτια τῆς μητέρας μας. Καὶ ἄν οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ τὰ κάμουν. Ἄνοιξε σιγὰ . ἀπὸ τέτοια δροσερὰ γλυκὰ δάκρυα δροσίζονται τὰ μάτια.. τὸν ἀγκάλιασε. νέα. Ὅλοι ἔκλαιαν.

ποὺ λάμπει στὴν ψυχή· Γιὰ σὲ τὸ πρῶτο τάξιμο. Γ. ποὺ κλώθεται ἡ ζωή. 1937 94 . Ἀθάνας Ἐφημερὶς «Πρωΐα». γιὰ σένα ἡ πρῶτη ἀγκάλη ἐσύ ’σαι ὁ ἥλιος πάλι. γιὰ σὲ τὸ πρῶτο δῶσμα* ἐσ’ εἶσαι τ’ ἅγιο κλῶσμα.Γιὰ σὲ τὸ πρῶτο βάδισμα.

4. ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ 95 .

96 .

Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σοῦ ἔμενε νὰ λὲς περασμένα μεγαλεῖα καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς. Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα μὲς στὰ κλάϊματα θολό. ἅλυσες. καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ’ αἷμα. ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ*. σὰν φτωχοῦ ποὺ . Ἄλλος σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια. νὰ σοῦ πῆ. Ἐλευθεριά! Κι ἔλεες πότε. ἕνα ἐκτύπαε τ’ ἄλλο χέρι ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά. ἀλλ’ ἀνάσαση καμιά· ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια 97 Ταπεινότατη σοῦ γέρνει ἡ τρισάθλια κεφαλή. γιατὶ τά ᾽σκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά. ἐντροπαλή. χαῖρε. καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη.ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ (Αἱ πρῶται 16 στροφαὶ) Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή· σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ Καὶ ἀκαρτέρει. ὤ χαῖρε. ἄ! πότε βγάνω τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές. ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ νὰ γυρεύης εἰς τὰ ξένα ἄλλα χέρια δυνατά. «ἔλα πάλι». κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες. καὶ ἀκαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά. φωνές! Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες πικραμένη. καὶ ἦταν ὅλα σιωπηλά. Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα ξέρω. ἐξανάλθες μοναχή˙ δὲν εἶν’ εὔκολες οἱ θύρες. πλῆθος αἷμα ἑλληνικό. Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά. Ἄργειε νά ᾽λθη ἐκείνη ἡ μέρα. Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες. Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω κλάψες.

ἀξιομνημόνευτον ἰδίως διὰ τὴν εὐκολίαν. ὤ χαῖρε Ἐλευθεριά! «Ἔκδοσις α' 1824 εἰς Μεσολόγγιον» Διονύσιος Σολωμὸς Ο ΦΑΡΟΣ. ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου ὁποὺ ἐχαίροντο πολύ.θυροδέρνει καὶ σὲ γέλασε φρικτά. ἣν παρεῖχεν εἰς τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. τοῦ ὁποίου ἀπηθανάτισε τὸ ὄνομα διὰ τῆς ἐπιγραφῆς. Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή. καὶ πολυώροφος ὅν εἶχεν ὕψος 800 πήχεων. Χαῖρε. Ὁ πύργος οὗτος. σύρε». ὥστε βραδύτερον συγκατελέχθη μεταξὺ τῶν ἑπτὰ θαυμάτων τοῦ κόσμου. Απ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά. ἐὰν πιστεύωμεν τὰ λεγόμενα. ὁ κατασκευασθεὶς ἐπὶ τῆς νήσου Φάρου τῆς προκειμένης τοῦ κυρίου τῆς Ἀλεξανδρείας λιμένος. «σύρε νά ᾽βρης τὰ παιδιά σου. καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη. ἦτο ᾠκοδομημένος ἐκ λίθου λευκοῦ ἐπὶ βράχου ἀποτόμου. Τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ἐπεκλήθη ἀπὸ τῆς νήσου πύργος τῆς Φάρου ἤ καὶ ἁπλῶς Φάρος. Κατεσκευάσθη δὲ διὰ δαπάνης ἁδρᾶς ἐντὸς ἐνιαυτῶν δώδεκα ὑπὸ τοῦ περιφήμου Κνιδίου τεχνίτου Σωστράτου. ἥν ἔφερε καὶ ἥτις εἶχεν ὡς ἕπεται· «Σώστρατος Κνίδιος Δεξιφάνους θεοῖς σωτῆρσιν ὑπὲρ τῶν πλωιζομένων». ὁρατὸς εἰς ἀπόστασιν 7 1/2 γερμανικῶν μιλίων. ὡς βεβαιοῦται· ὁ δὲ ἐν τῇ κορυφῇ αὐτοῦ ἀναπτόμενος φανὸς ἦτο. ἂν καὶ πάντῃ ἄλλου εἴδους. Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ ἢ τὴν πέτρα ἤ τὸ χορτάρι. ἐξ οὗ ἔκτοτε ἅπαντες οἱ τοιοῦτοι πύργοι εἰς πολλὰς τῶν νεωτέρων γλωσσῶν Φάροι ὀνομάζονται. κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή. ἦτο ὁ πρῶτος γνωστὸς ἐν τῆ ἱστορίᾳ τοῦ κόσμου φανοφόρος πύργος. ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή. Ἐν γένει δὲ ἡ ναυτιλία καὶ ἡ ναυπηγία ἐτελειώθησαν ἐπὶ τῶν 98 . Η ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ Ἕτερον ἀξιομνημόνευτον κατάστημα. ἐλέγαν οἱ σκληροί. ὅστις τοσοῦτον ἐθαυμάσθη διὰ τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος. Ἄλλοι. ποὺ τὴ δόξα σοῦ ἐνθυμεῖ.

ὅσα ποτὲ ὑπῆρξαν ἐν τῷ κόσμῳ. Τῷ ὄντι.000 μικροτέρων πλοίων. ἐκτὸς τοῦ ναυτικοῦ ὁμίλου. διαπράττουσί τινα.000 ταλάντων. διότι τὸ ἀλεξανδρινὸν ἀργυροῦν τάλαντον 99 . ἀπὸ ἡμιολίας μέχρι πεντήρους. τοῦτο. τρισχιλίους καθωπλισμένους μαχητάς. τὸ ὁποῖον διέπρεπεν οὐ μόνον διὰ τὴν τέχνην. Ἵνα δώσωμεν ἔννοιάν τινα τῆς περὶ τοῦτο γενομένης τότε ἐπιδόσεως. ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἰδίως ἐπιδίδωνται εἰς τὰς πρακτικὰς τέχνας. ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ μέγεθος ἀποβαίνουσιν ἄχρηστα. 1. διὰ νὰ κινηθῇ. κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐν ἀρχῇ τῆς δευτέρας ἑκατονταετηρίδος ἀκμάσαντος Ἀλεξανδρέως ἱστορικοῦ Ἀππιανοῦ. Ἀρκεῖ νὰ προσθέσωμεν ὅτι. ἤτοι 8. ἀλλὰ πλοῖον κυρίως εἰπεῖν δὲν ἦτο. Ἀλλ’ ὁ τέταρτος Πτολεμαῖος ἠθέλησε νὰ ὑπερτερήσῃ τὸν κολοσσὸν ἐκεῖνον κατασκευάζων τεσσαρακοντήρη˙ καὶ ἐναυπηγήθη λοιπὸν οὕτω τὸ μέγιστον τῶν πλοίων. τὰ ὁποῖα καταπλήττουσι μὲν τὸν κόσμον διὰ τὸ μέγεθος. ὅτι ἐν τῇ ἀκορέστῳ ὁρμῇ τοῦ νὰ ἐπιτύχωσιν ὅσον ἐνδέχεται χρησιμώτερα ἔργα. οἱ θησαυροί. κατεσκεύασε. οὕς εἶχε συλλέξει ὁ δεύτερος τῶν Πτολεμαίων.000.τι συμβαίνει πολλάκις. ἀπητοῦντο πολλαὶ ναυτῶν καὶ ἐρετῶν χιλιάδες. Καὶ τοῦτο μὲν τὸ πελώριον πλοῖον. ἦτο τερατῶδές τι κατασκεύασμα ἐν σχήματι πλοίου. διὰ τῆς ἐπιμελείας τοῦ περιωνύμου Ἀρχιμήδους. Οὕτως ὁ βασιλεὺς τῶν Συρακουσῶν Ἱέρων Β'. Ἀλλὰ συνέβη συγχρόνως τότε ὅ. ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θαυμαστὴν αὐτοῦ πολυτέλειαν.500 μεγαλυτέρας πολεμικὰς ναῦς. ναῦν εἰκοσήρη.700. καὶ θαλαμηγὰ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν τῶν βασιλέων χρυσόπρυμνα καὶ χρυσέμβολα. ὅστις διετέλεσεν εἰς φιλικωτάτας πρὸς τὸν Πτολεμαῖον Β' σχέσεις. καὶ ὅτι περιελάμβανεν. συνεποσοῦντο εἰς τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν 740. δηλαδὴ ἔχουσαν εἴκοσι σειρὰς ἐρετῶν ἑκατέρωθεν. ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι οἱ βασιλεῖς τῆς Αἰγύπτου συνετήρουν ἐκτὸς 2. ἐνῷ αἱ συνήθως ἐν χρήσει νῆες ἦσαν πεντήρεις ἢ ἑπτήρεις. πληρωθὲν σίτου καὶ σταλὲν ὑπὸ τοῦ Ἱέρωνος δῶρον πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου. κατώρθωσε νὰ πλεύσῃ ἐκ Σικελίας εἰς Ἀλεξάνδρειαν. *** Τὰ ὑπὸ τῶν Πτολεμαίων κατασκευασθέντα ταῦτα ἔργα καὶ καταστήματα προϋποθέτουσι βεβαίως ὅτι οἱ βασιλεῖς οὗτοι εἶχον θησαυρούς μεγάλους.000 δραχμῶν.Πτολεμαίων ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ τελειωθῶσιν ἐν τῇ ἀρχαιότητι. ὑλικὸν διὰ διπλάσια τούτων πλοῖα.

ἐξεπέμποντο περαιτέρω πρὸς τὰς νοτιωτέρας χώρας. δὲν ἦτο ἀπίθανον. ὥστε τῇ ἀληθείᾳ δὲν φαίνεται ἀδύνατος ἡ θρυλουμένη ἐκείνη. Εἶναι δὲ ὁμολογουμένον ὅτι. καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἡ χώρα εἶχε περιέλθει εἰς δεινὴν παρακμήν. καθ’ ἅς.Χ. ὅσον ὑπερβολικὸν καὶ ἂν φαίνεται.500. αἵτινες ἔφερον ἀπὸ Βερενίκης καὶ Μυὸς ὅρμου εἰς Κοπτόν. ἵνα δι’ αὐτῆς ἐνεργῆται τὸ Ἰνδικόν. Ὥστε ἡ Ἀλεξάνδρεια κατέστη ἀληθὲς κέντρον τοῦ ἐμπορίου τοῦ κόσμου. ἐδαπανήθησαν τοσαῦτα πολύτιμα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη. ἐκτὸς τῆς Ἀλεξανδρείας. ἥτις πρὸ τῶν Πτολεμαίων περιωρίζετο εἰς μόνην σχεδὸν τὴν ἐξαγωγὴν τῶν σιτηρῶν. μεταβιβασθέντα εἰς τὴν Ἐρυθράν. ὧν τὰ πλεῖστα πάλιν ἀνέπλεον τὸν Νεῖλον καί.000 κατοίκων. ἕνεκα τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ἀνατολικῆς πολυτελείας μετὰ τῆς ἑλληνικῆς τέχνης.333. ἑκατονταετηρίδος ἀκμάσας Ἰώσηπος βεβαιοῖ ὅτι ἡ Αἴγυπτος εἶχε τότε. ὡς εἴδομεν. κα ἄλλαι τινὲς περιστάσεις ὑποδεικνύουσιν ὅτι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Σῴζονται δὲ έπιγραφαὶ πομπῶν τινων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενομένων κατὰ τοὺς χρόνους τούτου. ὅσῳ μεγαλυτέρα ἡ ἐμπορία. Ὁ ἀριθμὸς φαίνεται ἀλλόκοτος καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς ποιητικῆς ἀδείας πλάσμα μᾶλλον ἤ ἀκριβοῦς τοπογραφικῆς γνώσεως συμπέρασμα· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Διόδωρον ὑπῆρχον ἐπὶ τῶν Πτολεμαίων ἐν Αἰγύπτῳ πόλεις καὶ κῶμαι ἀξιόλογοι πλείονες τῶν τρισμυρίων. κατέστη ἔκτοτε ἡ γέφυρα τῆς παγκοσμίου ἐμπορίας. ὅσῳ ἀσφαλεστέρα ἡ κτῆσις. τὸ τῆς Ἀραβίας καὶ τῆς Αἰθιωπίας ἐμπόριον. Ἐννοεῖται οἴκοθεν ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν εἰσαγόμενων ἐξηγοῦντο αὖθις ἀπὸ τῆς Αἰγύπτου· τὰ αἰγυπτιακὰ πλοῖα ἐποντοπόρουν μέχρις Εὐξείνου καὶ ἐπανερχόμενα ἐκεῖθεν ἐκόμιζον νεα φορτία. ὅσῳ πυκνότερος εἶναι ὁ πληθυσμός. περιγράφων τὴν τοῦ Φιλαδέλφου δύναμιν ἐν τῷ 17 εἰδυλλίῳ ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν πόλεων εἰς 33. 7. Ἐπὶ τούτῳ οὐ μόνον ἵδρυσαν πολλὰς εἰς τὰ παράλια τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης πόλεις. Ὁ περὶ τὰ τέλη τῆς πρώτης μ. Τὸ πάντων ὅμως σπουδαιότερον εἶναι ὅτι ἡ Αἴγυπτος. Ὁ ποιητὴς Θεόκριτος.ἦτο πρὸς τὸ Σολώνειον ὡς 5 πρὸς 6. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τῶν νεωτέρων τινὲς ὑπέλαβον ὅλὼς ἀπίθανον τοσοῦτον ἀποταμίευμα˙ ἀλλὰ παρεκτὸς ὅτι ὁ Ἀππιανὸς βεβαιοῖ ὅτι παρέλαβε τὰς εἰδήσεις αὐτοῦ ἐκ τῶν βασιλικῶν ἀναγραφῶν. 100 . ἀλλὰ καὶ συνεπλήρωσαν τὴν ἀσυντέλεστον μείνασαν διώρυγα Νεκὼ τοῦ Ψαμμιτίχου καὶ κατεσκεύασαν τὰς ὁδούς. τῶν θησαυρῶν συσσώρευσις. Οἱ πρῶτοι Λαγίδαι κατέβαλον πλείστην ἐπιμέλειαν.

Στοῦ λουλουδένιου σου Ὑμηττοῦ τὰ δροσισμένα πλάγια τ’ ἁγνὸ τὸ μέλι οἱ μέλισσες ἀκούραστα δουλεύουν. τὴν χαιρετίζει καὶ λέγει τὰ προφητικὰ αὐτὰ λόγια γιὰ τὸ λαμπρὸν μέλλον της). μέσα σ’ αὐτὴν παντοτινὴ τὴ δύναμή μου κρύβω. 15. χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! Καμιὰ μεριὰ σ’ ὅλη τὴ γῆ. Πρὸς τῆς Πεντέλης τὴν κορφὴ τὰ μάτια τους γυρνώντας 101 . καὶ μ’ εἶδαν τῆς ῾Ελλάδὸς μου τ αγαπημένα μέρη σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀιτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι. «Ἱστορία τοῦ ῾Ελληνικοῦ ῎Εθνους» 1862 Παπαρηγόπουλος Κων. γιὰ νὰ σ’ ἐλευθερώσουν. καμιὰ στὴν οἰκουμένη δὲν ηὗρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι. ὅπως θὰ κρύψουν στὶς μυρτιὲς* μιὰ μέρα τὰ σπαθιά τους δυὸ παλληκάρια ἀθάνατοι. -«Χαρὰ σ’ ἐσέ. 5. ὅταν ἀνέλαβε τὴν προστασίαν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. ἐκύλησ’ ἀπ’ τὰ χέρια μου καὶ ρίζωσ’ ἐδῶ πέρα. Μὲς στὴ χαρούμενη ζωή. Ἀπ’ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ γοργὰ τρεχάτη. ποὺ σὲ περικυκλώνει. Ὅμως σ’ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω· καὶ ρίζωσ’ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο. σὰν τὸ βαρὺ Λυκαβηττό. καὶ ἡ Αἴγυπτος εἶχε πάντα ταῦτα τὰ πλεονεκτήματα ἐπὶ Πτομελαίων. τόσῳ δαψιλέστεροι εἶναι οἱ πόροι τοῦ κράτους. ὅτι ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ. ὅσο ποὺ νά ᾽ρθη μιὰ στιγμὴ τὸ δρόμο νὰ τοὺς δείξω νὰ πᾶν νὰ τ’ ἀπιθώσουνε στοῦ Πλάτωνα τὰ χείλη. ΑΠΟ ΤΟΝ «ΥΜΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΝ» (Ὁ ποιητὴ φαντάζεται.ὅσῳ ἀγαθωτέρα ἡ διανομὴ τῆς δικαιοσύνης. ποὺ ξαφνικὰ μιὰ μέρα 10.

Δική σου εἶναι κι ἡ θάλασσα.* γι’ αὐτὴν πεθαίνει ἄκακα στὴ φυλακὴ ὁ Σωκράτης. Γι’ αὐτὴν ὁ Κόδρος τὴν πλατιὰ βασιλικὴ χλαμύδα θὰ τήνε κάμη σάβανο νὰ πέση νὰ πεθάνη. πρωτάκουστη ἀγάπη τῆς πατρίδας. Γι’ αὐτὴ γεννάει σὰν κεραυνοὺς τοὺς στίχους του ὁ Αἰσχύλος. ἄνθος τοῦ δένδρου τοῦ ἱεροῦ. ποὺ σοῦ φυλάγει ἀμάραντη καὶ δροσερὴ τὴ νιότη. καὶ θὰ διαλέξη δρόμο του τὸν δρόμο. κι ἐγὼ σᾶς δίνω τὴ βαθιὰν ἀγάπη τῆς πατρίδας˙ 40. γιατὶ καμιὰ δὲν ἔχει σὰν τοὺς δικούς σου τοὺς καρπούς˙ καρποί σου οἱ Ἀθηναῖοι! Σᾶς δίνει ἡ Δήμητρα* γλυκιὰ τοῦ κάμπου τὴν ἀγάπη. ποὺ ἐδῶ φυτρώνει πρῶτα! Γι’ αὐτὴν μιὰ μέρα κι ὁ Θησεύς. ἴσα στ’ ἀχόρταγο θεριὸ τῆς μακρυσμένης Κρήτης. 50. στάχυα ξανθὰ καὶ κόκκινα σταφύλια. μὰ ἐσ’ εἶσαι ἡ πλουσιώτερη. κι ἀπάνου κι ὡς τὸν Ὄλυμπο φτερώνεται ὁ Φειδίας* καὶ ξαγναντεύει* τοὺς θεοὺς καὶ μὲ τὸ σκαλιστήρι 102 . Δικός σου εἶν’ ὁ λευκόφτερος καὶ ὁ γαλανὸς ἀέρας. λεβέντης βασιλιὰς σας. κι ἴσα σ’ ἐμὲ γοργὰ τὸ νοῦ τοῦ καθενὸς ὑψώνει. Δικός σου εἶν’ ὁ πολύκαρπος τῆς Ἐλευσίνας κάμπος. Στὰ μάρμαρά της κρύβεται τῆς ἐμορφιᾶς ὁ κόσμος! Θὲ νά ᾽βγη ἀπὸ τὰ βάθη της μιὰ μέρα ὁ Παρθενώνας.20. κι ἡ ἄκρ’ ἡ ἀφροστέφανη τοῦ γαλανοῦ Φαλήρου. θ’ ἀφήση κάθε ἀνάπαψη καὶ κάθε μεγαλεῖο. κι ὁ Πάρνης μὲ τὰ ἔλατα καὶ τ’ ἄγρια τὰ θηρία. 25. ὁποὺ φέρνει 45. ὁποὺ οἱ καρποὶ χλωρότεροι φυτρώνουν. ποὺ θὰ τὴν αὐλακώνουν 30. 35. τῆς τέχνης τὸ μυστήριο θὰ παίρνουν οἱ τεχνίτες. μιὰ μέρα τὰ καράβια σου τὰ κοσμοξακουσμένα καὶ θὰ σκορποῦν σ’ ἄλλες μεριὲς καὶ χῶρες τ’ ὄνομά σου καὶ τρόμος θὰ εἶναι στοὺς ἐχθροὺς καὶ ζήλια στὶς Νεράιδες! Κι εἶναι δική σου ἐτούτ’ ἡ γῆ. ἄσβηστη. ὁποὺ γεννάει περίσσια σῦκα χλωρά. Ξέρω μεριές. ἁγνή.

» Θ’ ἀνάψω τρέλα περισσὴ στὰ περσικὰ κεφάλια. 65. ἀσπίδες καὶ σπαθιὰ ὁρμητικὰ κινώντας: 55. θὰ πολεμήσω ἀδερφικὰ στὸ πλάγι τῶν παιδιῶν σου. καὶ σάλπισμα. καὶ τότε τὴν ἀστραφτερὴν ἁπλώνοντας ἀσπίδα. Ποτὲ τ’ ἀνθρώπινα τ’ αὐτιὰ δἐν εἴχανε γρικήσει* τέτοια βροντή. καὶ τοὺς δικαίους θ’ ἀγαπῶ καὶ θὰ τιμῶ τοὺς νόμους. μὲ τὰ καράβια τῶν ἐχθρῶν θὰ κρύψω τοὺς γιαλούς σου. γιὰ νὰ τ ἀκοῦν οἱ τύραννοι νὰ τρεμοκοκαλιάζουν!». καὶ στὰ βαθιά σου τὰ νερὰ καὶ στὰ ψηλὰ βουνά σου 70. «Θὰ τὰ κρατῶ τὰ ὅπλα αὐτὰ καὶ δὲν θὰ τὰ ντροπιάσω. ποὺ μέσα της τέτοια νὰ κλῆ ἁρμονία. καὶ τότε τὸ κοντάρι μου τρομαχτικὰ κινώντας. κοντάρια.τοὺς ξαναπλάθει ξάστερους καὶ χρυσελεφαντένιους. θ’ ἀντιλαλιέται ἡ νίκη σου. κολάστε* με. Θὰ πολεμήσω ἀκούραστα κι ἀφρόντιστα θὰ πέσω.. θὰ σφάζω τὸν προδότη. ποὺ νὰ μιλῆ καὶ νὰ ξεφανερώνη σὲ βάθη ἀγέννητου καιροῦ ἕναν καινούργιο κόσμο! «Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθηνάν». κι ἂν ἴσως ψέματα μιλῶ. καὶ τὴν πατρίδα μιὰ φορὰ μεγάλη θά τὴν κάμω. Γι’ αὐτὴν οἱ νιοὶ θὰ ὁρκίζωνται παλληκαρίσιον ὅρκο. μυστήριο ὁλογεμάτα. 75 Εἶπες καὶ ξάφνου ἐσώπασες· ἀλλ’ ὅμως πέρα ὡς πέρα καὶ στὰ βουνὰ καὶ στὶς καρδιὲς ἀντιλαλοῦν ἀκόμα τὰ λόγια σου προφητικά. καὶ θὰ γρικιέται* ἀκόμα ὁ ἀπελπισμένος ὁ δαρμός. 60. καὶ μόνος καὶ μὲ συντροφιὰ κι ἐδῶ κι ὅπου κι ἂν λάχω. Καὶ θὰ περάσθυν οἱ γενιὲς καὶ θὰ διαβοῦν οἱ αίῶνες. 1889 103 Κ. θεοί μου!. Παλαμᾶς . θὰ φέρω ἀσκέρια ἀμέτρητα ἀπ’ τῆς Ἀσίας τὰ βάθη. Θὰ κατατρέχω τὸ κακό. τὸ σκούξιμο τοῦ Ξέρξη.

γιατὶ ἔβλεπαν πὼς ἡ λευτεριά τους βρισκόταν σ’ ἄμεσο κίνδυνο. Τοὺς ὑπόλοιπους. Πρῶτο κι ἀξετίμητο λάφυρο στὸν νικητὴ ἔμεινε ἡ «ἀφνειὸς»* Κόρινθος. Τὰ συμπολιτειακὰ στρατεύματα. δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ μένη μιὰ τέτοια ἀντίζηλος. ὅταν ἄρχισε ὁ πόλεμος μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας. Ἦταν. μ’ ἀρχηγὸ τὸν γενναῖο στρατηγὸ Δίαιο. Ἀγωνίσθηκαν ἡρωικά. Δὲν σεβάστηκαν τίποτε.ΤΟ ΓΕΝΝΑΙΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ Ἡ Ρώμη ἦταν πιὰ πανίσχυρη. ἄλλοι ἔστρωσαν τὸ πεδίο τῆς μάχης κι ἄλλοι σκορπίστηκαν δεξιὰ κι ἀριστερά. εἶχαν γίνει αἰτία ν’ ἀκμάσουν ἐκεῖ σχολὲς γλυπτικῆς κι αρχιτεκτονικῆς.. ναί. Οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες ρίχτηκαν στὴν ἀπροστάτευτη πόλη σὰν θηρία. στολισμένος μὲ ὡραῖα κτίρια καὶ σπάνια καλλιτεχνήματα. συσσωρεύοντας πλούτη στὴν πόλη. Ἀλλὰ ὁ Ρωμαῖος ἀρχηγός. καὶ πολὺ περισσότερους ἄντρες διέθετε κι ἄφθονα πολεμικὰ μέσα εἶχε.. Ἐθνικὸς στρατός φρουρὸς τῆς πατρίδας ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχε. ξεπερνοῦσε κάθε περιγραφή. μπαίνοντας τώρα σ’ αὐτή. Ἡ ναυτιλία καὶ τὸ ἀνθηρὸ ἐμπόριο τῶν Κορινθίων. Ὅ.. Παλαιοὶ συγγραφεῖς διηγοῦνται καὶ τὴ βαναυσότητα. Πολλοὺς ἄντρες τοὺς ἔσφαξαν. Ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε στὸν κόσμο Ρώμη. σχολές ζωγραφικῆς καὶ φιλοσοφίας. γιὰ νὰ σταλοῦν στὴ Ρώμη. μαζὶ μὲ τὶς γυνοιῖκες καὶ τὰ παιδιά. ἀντιμετώπισαν τὰ ρωμαϊκὰ γιὰ τελευταία φορὰ λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Κόρινθο..τι εἶδε ὅμως. τὸ γκρέμισε ἡ σκαπάνη.. ὕπατος Μόμμιος. ὥστε ἡ Κόρινθος νὰ εἶναι τὰ χρόνια αὐτὰ ἡ πιὸ ὄμορφη κι ἡ πιὸ ἀνεπτυγμένη πόλη τοῦ κόσμου ὅλου. παρουσίαζε ἐξαίσιο θέαμα. Ὁ χῶρος τῆς πύλης τοῦ Περιάνδρου. ὅ. ὅπως ἡ Κόρινθος. ἀπ᾽ τοὺς λαμπροὺς ναοὺς μὲ τὰ κορινθιακὰ περιστύλια κι ἀπὸ τὶς περίφημες στοές. οὔτε ὅσιο. Ἀπὸ τὰ μεγαλοπρεπῆ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ οἰκοδομήματα. Ἔπειτα ὅλα χάθηκαν.. Ἴσως ἡ ἀπελπισία νὰ ἔσπρωξε τότε τοὺς Ἕλληνες ν’ ἀναλάβουν ἕνα τόσο ἄνισο ἀγωνα. Ὁ τραχὺς κι ἄξεστος* ρωμαῖος στρατηγὸς εἶχε ἀκούσει πολλὰ γιὰ τὰ πλούτη αὐτῆς τῆς πόλης. συνάχτηκαν.τι ἄφησε ὄρθιο ἡ φωτιά. οὔτε ἱερό. Ἔτσι ἀπ’ τοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες. πλούσια κι ὡραία ἡ Κόρινθος ὡς τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε σ’ αὐτὴ ὁ νικητὴς Ρωμαῖος ὕπατος. ποὺ ἔδειξαν 104 . Οἱ θησαυροὶ τῆς πόλης καὶ ὅσα καλλιτεχνήματα σώθηκαν. τοὺς ἔκαμαν σκλάβους.

τὸ περίφημο ἔργο τοῦ Θηβαίου ζωγράφου Ἀριστείδη . Ἄν δὲν ἦταν μορφωμένος ὁ Μόμμιος. Ποῦ να βροῦν ψυχικὴ διάθεση.καί. νὰ παίζουν τοὺς πεσσούς*.οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες πρὸς τὰ ἔργα τέχνης. Ἔσκυψε ἀπὸ τὸ ἄρμα καὶ ψιθύρισε κάτι. μετέφραζε τὰ γραμμένα στὸ Μόμμιο. Ἀρκετὴ ὥρα ἔπειτα. κι ἐνῶ τὸ ὄχημα τοῦ ὑπάτου προχώρησε λίγο πέρα. Ἕνας ἀναφέρει ὅτι ἔσπαζαν ἀγάλματα τοῦ Λυσίππου καὶ τοῦ Σκόπα γελώντας. Τὰ κοίταξε ὁ Ρωμαῖος λίγες στιγμές. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ ρωτᾶ καὶ νὰ ξαναρωτᾶ: . μ’ ἀκατάπαυστα πολεμικὰ σαλπίσματα καὶ μπρὸς στὰ μάτια τῶν σκλάβων πιὰ κατοίκων. Να γράψουν τὰ παιδιά. ἀλλὰ καὶ θάρρος ὄχι λίγο κι ἀξιοπρέπεια εὐγενική. Κι ὅταν τὰ ἔφεραν. παρακολουθώντας ὁ ἴδιος ὁ ὕπατος τὸ φρικτὸ ἔργο τῆς καταστροφῆς. Πόση ἀφέλεια! Ὅλα τὰ παιδιὰ ἤξεραν γράμματα. ποὺ σὲ λίγο θὰ στέλνονταν στὰ σκλαβοπάζαρα τῆς Ρώμης. Τὸ γκρέμισμα καὶ γενικὰ ἡ συστηματικὴ καταστροφὴ τῆς Κορίνθου κράτησε μέρες. ποὺ γνώριζε καλὰ τὰ ἑλληνικά. Ἐκεῖνος κατάλαβε. τὰ μοίρασε στὰ παιδιά μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ γράψη τὸ καθένα δυὸ λόγια. Τὴν τελευταία μέρα. ὅπου ὁ πόνος εἶχε ἀφήσει ζωηρὰ ἴχνη. ἦταν πολὺ πονηρὸς καὶ χαιρέκακος. Γύρισαν πρὸς αὐτὸν πρόσωπα. σὰν ἀντίδραση. ὁ ὑπασπιστής κρατώντας τὰ ἀβάκια. Διέταξε τότε ὁ Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς νὰ φέρουν ἀβάκια*.Ποιός ἀπὸ σᾶς γνωρίζει γράμματα. Σ’ ἕνα νόημά του πλησίασε ὁ ὑπασπιστής του. Ἡ Κόρινθος κι ἐκπαιδευτικὴ παράδοση εἶχε κι ἀνεκτίμητους πνευματικοὺς θησαυροὺς διέθετε. πράγματα ποὺ δὲν συμβιβάζονταν καὶ τόσο μὲ τὴν τραγικὴ θέση τοῦ σκλάβου. γιὰ νὰ μορφώνη τοὺς νεαροὺς βλαστούς της. λίγα ὅμως κάτι ἔγραψαν. Τὰ πρόσεξε καλὰ κι ἐξεδήλωσε ἀμέσως. ζωηρὴ νευρικότητα. Ἡ Ἑλλάδα ὅλη τότε ἐστράγγισε τὸ πικρότερο ποτήρι. Τὰ πιὸ πολλὰ ἔμειναν ἀδιάφορα. Κι ἄλλος βεβαιώνει ὅτι εἶδε ὁ ἴδιος στρατιῶτες νὰ ἔχουν στρωμένη χάμω τὴν εἰκόνα τοῦ Διονύσου . 105 . Ἡ ταπεινὴ ψυχή του δὲν συγχωροῦσε κάτι· τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα καταβλημένα ἀπὸ στερήσεις. συντριμμένα ψυχικά. ἀντελήφθη σ’ ἕνα μέρος καθισμένα πολλὰ Ἑλληνόπουλα. ἔδειχναν θλίψη βαθιά. Κι ἔγινε ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη ἀξιωματικῶν. σίμωσε τὰ παιδιά. καθισμένοι ἐπάνω σ’ αὐτή.

Ζωηρὴ ταραχὴ μαρτυριόταν στὴ μορφὴ τοῦ ὑπάτου. μετάφραση Ι. Μὰ τώρα μὲ πικρὸ χαμὸ μοῦ εἶναι γραφτὸ νὰ λιώσω».311..Ἡ μορφὴ τοῦ στρατηγοῦ ὅλο καὶ σκοτείνιαζε. ἀνιστορώντας τὶς παλληκαριὲς τῶν πολεμιστῶν στὴν Τροία κι ἐκθειάζοντας τὶς εὐγενικὲς καρδιές τους. Ὁ Ρωμαῖος στρατηγὸς σώπαινε. ποὺ γιὰ χατήρι ἐχάθηκαν τῶν Ἀτρειδῶν στὴν Τροία. Ὁ ἄλλος μετέφρασε ἀργὰ .Στίχους. Ὁ Λεύκιος Μόμμιος ἦταν ἄξεστος*. ἀλλὰ ἀρκετὰ εὐφυής. τὴ μέρα ποὺ πεφταν βροχὴ τὰ χάλκινα κοντάρια τῶν Τρώων ἐπάνω μου κοντὰ στὸ σῶμα τοῦ Ἀχιλλέα! Καὶ μνῆμα θά ᾽χα κι οἱ Ἀχαιοὶ τὴ δόξα μου θὰ ἐλέγαν. . οἱ ψυχὲς τῶν παιδιῶν ἦταν ὑπερήφανες.Στίχους τοῦ Ὁμήρου! Ὅσο ἀμόρφωτος κι ἂν ἦταν ὁ Ρωμαῖος ὕπατος δὲν ἦταν δυνατὸν ν’ ἀγνοῆ τ’ ὄνομα τοῦ θείου ποιητῆ ποὺ τὸν λάτρευε ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάδα τότε. Τελείωσε. Τὸ μικρὸ στάθηκε περήφανα. 306 . Ὕπατε. Ἔξαφνα ὁ ὑπασπιστὴς σταμάτησε.ἀργά: «Χαρὰ στοὺς Δαναοὺς καὶ δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς χαρά τους. ὅπως ἡ ἔκφραση τῶν προσώπων τους. Τί νὰ τοῦ ἀπαντοῦσε. Οἰκονομίδη.Διάβασε! πρόσταξε ξηρά. 106 . Διέταξε καὶ τὸ ἔφεραν μπροστά του. Δὲν ἤτανε νὰ πέθαινα καὶ νὰ μὲ πάρη ὁ Χάρος.. Ἡ στάση τοῦ παιδιοῦ γενικὰ τοῦ  Ὀδυσσείας ε. Ἄν ἐκεῖνος εἶχε μέσα του κάποια λεπτὴ ἀνθρώπινη συναίσθηση κι ἄν ἀγαποῦσε τὴν πατρίδα του καὶ τοὺς δικούς του θὰ ἔνιωθε τί τὸ ἔσπρωξε νὰ γράψη ἐκείνους τοὺς στίχους.Γιατί τὰ ἔγραψες αὐτά. Στίχους τοῦ Ὁμήρου!. . ρώτησε ὁ Μόμμιος. Τὸ γενναῖο ῾Ελληνόπουλο κοίταξε τὸν καταστροφέα τῆς πατρίδας του λίγες στιγμές. ρώτησε μαλακὰ ὁ ὑπασπιστὴς. Ἐννόησε λοιπὸν τί ἤθελε νὰ πῆ τὸ παιδί. μεταφράζοντας τὴν ἐρώτηση τοῦ ὑπάτου. . . γράφοντας ἐκείνους τοὺς στίχου. κι ἔπειτα χαμήλωσε τὸ κεφάλι. . Ἀπὸ ὅσα ἄκουε. παρὰ τὴ σκληρὴ δοκιμασία. χωρὶς νὰ βγάλη λέξη. ἀλλὰ ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος. Μικρὸς στὴ Ρώμη εἶχε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τραγουδιστὲς ν’ ἀπαγγέλλουν τὶς ραψωδίες του. φαινόταν καθαρὰ πώς.Τί γράφει αὐτὸ τὸ ἀβάκιο.

Τὸ πλεῖστον αὐτῶν. ἔπειτα κέντρισε τ’ ἄλογα...Πάρτε τὸ παιδὶ καὶ πηγαίνετε. τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ ἱστοριογράφος ἐπίσκοπος Εὐσέβιος.. ψιθύρισε κάτι στὸν ὑπασπιστή του. Αἱ τριάκοντα ὅμως χιλιάδες χριστιανῶν. ποὺ ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ εἰς τὸ στρατόπεδον. Μακροπούλου «ΕΝ ΤΟΥΤΩ. ὅταν εἶδον τὸ σύμβολον τῆς θρησκείας των. ῎Εσκυψε. ἔνιωσαν τὴν συγκίνησίν των νὰ μεταβάλλεται εἰς παραλήρημα ἐνθουσιασμοῦ. τῆς ἐπὶ τόσους αἰῶνας καταδιωκομένης καὶ τρομοκρατουμένης. Διότι τὸ λάβαρον αὐτὸ ἐσυμβόλιζε πλέον καθαρὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἰδέας. ἔχον είς τὴν κορυφὴν ἐπίσης χρυσοῦν στέφανον.. Καὶ σχεδὸν. ἦτο μία ζωή. Συλλογίστηκε τὴν τύχη του. Ὁ ὑπασπιστὴς ἔψαξε ἀνάμεσα στοὺς αἰχμαλώτους.. τοὺς κόκκινους δράκοντας τὰ βέξιλλα* καὶ τὰ φλάμουλα* ἔγινε πανηγυρικὴ πρὸς μεγάλην βεβαίως ἔκπληξιν καὶ σκάνδαλον τῶν παλαιῶν ρωμαϊκῶν λεγεώνων. καὶ τὸ ἅρμα του ἀπομακρύνθηκε. βάρβαροι Ἀλαμανοὶ* καὶ Γαλάται. φέροντα τὰ δύο στοιχεῖα Χ καὶ Ρ. Τὸ πρῶτον τοῦτο λάβαρον.εἶχε προξενήσει ἐντύπωση. ποικιλίᾳ συνημμένων πολυτελῶν λίθων». ποὺ τώρα τὸν πατοῦσε στὸ λαιμό. εἶδον μὲ ἀπόλυτον ἀδιαφορίαν τὴν καινοτομίαν. τοὺς εἶπε· ὁ ὕπατος σᾶς ἐλευθερώνει. ποὺ ἠμποροῦσαν νὰ δώσουν. τὸν θρίαμβον τοῦ Χριστοῦ των καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ὀλιγώτερον. ΝΙΚΑ» Ὁ Κωνσταντῖνος ἐκάλεσεν ἀμέσως τοὺς καλυτέρους τεχνίτας.. δίχως νὰ τὸ θέλη. (῾Ιστορικὸ ἀνέκδοτο) Ἀνάπτυξις Θ. Ὁ ἐνθουσιασμὸς λοιπὸν δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ φανατισμὸς ἀπεριόριστος 107 . βρῆκε ὅλους τοὺς συγγενεῖς τοῦ παιδιοῦ καί: . δηλαδὴ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Κάτω ἀπὸ τὸν στέφανον «ἐκρέματο βασιλικὸν ὕφασμα σὺν πολλῷ καθυφασμένον χρυσῷ. Καὶ ἡ ὕψωσίς του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ρωμαϊκοὺς ἀετούς. συγκινήθηκε. Ἔτσι. παρέστησε πῶς ἦτο τὸ ὅραμα καὶ διέταξε νὰ τὸ κατασκευάσουν μὲ χρυσὸν καὶ πολυτίμους λίθους. ἦτο χρυσοῦν δόρυ. θυμήθηκε ὅσα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸ λαό. νὰ ὑψώνεται ἐπὶ κεφαλῆς των. τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὰ ἄκρα τὴν εἰκόνα τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῶν παιδιῶν του.

πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀγαπημένους του ἀγῶνας τοῦ ἀμφιθεάτρου. ποὺ ἐτόλμησαν νὰ διαταράξουν τὰς διασκεδάσεις του. Μόνον οἱ Καρχηδόνιοι μισθοφόροι του.. Διατί νὰ χαλάση μίαν τέτοιαν ἑορτάσιμον ἡμέραν καὶ νὰ κόψῃ εἰς τὸ μέσον τὸ ἀμφιθέατρον. καὶ ἡ Ρώμη μαζευμένη εἰς τὸ ἀμφιθέατρον ἐπανηγύριζεν.διὰ τὸν Αὔγουστον. ποὺ ἤξευραν 108 . ποὺ εἶχον θαυμασθῆ πρὸ ὀλίγων ἦμερῶν εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως.. Μήπως αἱ λεγεῶνες του δὲν ἦσαν τρεῖς φορὲς περισσότεραι τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ λαὸς ἐξ ἄλλου. δὲν ἦσαν ἀρκετοὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς Γαλάτας καὶ τοὺς Ἀλαμανούς. οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπροσκύνουν ὡς κύριον τοῦ κόσμου καὶ νέον θεόν. κατασκονισμένοι βερεδάριοι* ἔφεραν τὴν ειδησιν ὅτι καὶ ἡ μάχη εἶχεν ἀρχίσει κοντὰ εἰς τὴν Μουλβίαν* γέφυραν. Ἐμπιστευόμενος εἰς τὸν στρατόν του. Μεταξὺ ὅμως δύο ἀγωνισμάτων.. Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπισήμους. Ἐνῷ αἱ λεγεῶνες* ἐβάδιζαν κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔπρεπε νὰ νικήση! *** Ἦτο ἡ 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 312. καὶ ὀλιγώτερον ἀπ’ ὀλους αὐτοὺς ὁ Μαξέντιος. Ἀλλ’ ἀμέσως ἡ φυσικὴ νωθρότης τοῦ χαρακτῆρος ἢ ἴσως ἡ δύναμις τοῦ πεπρωμένου ἐξανακάθισαν τὸν Μαξέντιον εἰς τὸν θρόνον του. Οἱ ἀγῶνες εἶχαν ἀρχίσει ἐν μέσῳ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος. ὁ Μαξέντιος ἑώρταζε. Ἀλλ’ ἡ ἀγανακτισμένη βοὴ τῶν Πραιτωριανῶν. προσπαθῶν νὰ λησμονῆ τὴν τύχην του. δὲν ἐσκέπτετο τὸν Κωνσταντῖνον. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις ἦτο φυσικὰ ἡ ἀνησυχία. «Ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα!» Μὲ τὴν φράσιν αὐτὴν εἶχε κλείσει τὸ στόμα μερικῶν φρονίμων. μολονότι τρέμων ὑπο το καλλίγιον* των Πραιτωριανῶν*. ἦτο παραζαλισμένος ἀπὸ τὰς κολακείας καὶ τὰ θυμιάματα τῶν ἓμπίστων του. Ψωμὶ καὶ ἑορτάς! Μήπως αὐτὸ δὲν ἦτο ἀπὸ καιροὺς τώρα ἡ ψυχικὴ κατάστασις τῆς Ρώμης. ἡ ἑβδόμη ἀκριβῶς ἐπέτειος τῆς ἀναρρήσεως τοῦ Μαξεντίου εἰς τὸν θρόνον. ἀφιερώνετο εἰς τὰς ἑορτάς. Ἡ μυστικὴ εἱμαρμένη* ἐκεῖ ἐπάνω εἶχεν εἴπει τὴν λέξιν της.

τὸν ἔκαμαν νὰ ἐννοήσῃ. Ἦτο ὁ πρῶτος κακὸς οἰωνὰς καὶ ὁ λαός. ὅτι διακινδυνεύουν τὸ πᾶν. ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένη ἐκεῖ. ἐνῷ ὁ στρατὸς του ἐπολεμοῦσε. . Ἀλλὰ ὁ Ποντίφιξ ἀρχιερεὺς ἀπεκρίθη μὲ διφορούμενον χρησμόν ὅτι «θνήξεται ἀθλίως ὁ ἐχθρὸς τῆς Ρώμη». ἀποτελοῦντες ὅλοι ὁμοῦ ἀνθρωποπέλαγος τριακοσίων τουλάχιστον χιλιάδων ἱππέων καὶ πεζῶν. Ὁ Μαξέντιος οὕτως ἤ ἄλλως ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα εὐνοϊκῶς διὰ τὸν ἑαυτόν του. δηλαδὴ «Ἐρυθρὰ πέτρα». διὰ νὰ μάθῃ ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μάχης.Ποῖας ὅμως ἦτο ὁ ἐχθρὸς αὐτός. Καὶ τότε ὅμως πάλιν ἔστειλε νὰ ἐρωτήσουν πρὶν τοὺς σιβυλλικὺς* χρησμούς. Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἦσαν αἱ γαλατικαὶ λεγεῶνες. ἐδεικνύετο ἀπὸ ὅλον τὸν στρατόν. Ἦτο ὅμως πλέον ἀργὰ νὰ ὑποχωρήση! *** Ἡ μάχη ἐδίδετο ἐμπρὸς εἰς τὸν Τίβεριν καὶ τὸ κύριον σημεῖον τῆς συμπλοκῆς ἦτο ἡ λεγομένη «Σάξα ρούμπρα». Καὶ εἰς τὰ σύννεφα τῆς σκόνης τὸ θέαμα τῶν χαλκοφράκτων αὐτῶν ἀνθρωπίνων ὅγκων. ἤρχισε νὰ τὸν σχολιάζῃ δυσοιώνως*. οἱ Καρχηδόνιοι καὶ Λίβυες μισθοφόροι τοῦ Μαξεντίου. τὰ σαλπίσματα τῶν μακρουλῶν σαλπίγγων καὶ τὰ οὐρλιάσματα τῶν 109 . τὰ δύο στρατόπεδα ἦσαν εἰς χεῖρας καθ’ ὅλον τὸ μέτωπον καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ἐπάνω εἰς κατάλευκον ἄλογον. Μόλις. εὐδιάκριτος ἀπὸ τὸν πολύτιμον λόφον* τοῦ κράνους καὶ τὴν ἀκτινοβολίαν τῆς χρυσῆς πανοπλίας. ἀκόμη μίαν φορὰ ἐδίστασεν. Ὁ Μαξέντιος ἐπηρεασμένος. οἱ Ἰταλοί. συγκρουομένων μέσα εἰς τὴν βοήν. οἱ Βρεττανοὶ καὶ οἱ Ἀλαμανοὶ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἀπὸ τὸ ἀντίθετον οἱ Σικελοὶ. σμῆνος μαύρων πουλιῶν ἐξεπέταγε διὰ μιᾶς τρομαγμένον καὶ ἐσηκώθη ἐπάνω ἀπὸ τὰς κεφαλάς των. ὅμως ἔβγαινεν ἀπὸ τὰ τείχη. ποὺ παρηκολοῦθει τὴν ἀναχώρησιν. ἐννέα μίλλια περίπου ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ρώμης καὶ ἕξ μίλλια ἀπὸ τὴν Μουλβίαν γέφυραν.καλύτερα τὸν Κωνσταντῖνον καὶ ἔβλεπαν. ὅπως περιγράφει ὁ Λακτάντιος*. Ὅταν ἔφθασεν ὁ Μαξέντιος. καὶ μόνον πιεζόμενος ἀπεφάσισε νὰ ξεκινήσῃ ἐπί κεφαλῆς τῶν Πραιτωριανῶν.

.. Πίσω ἀπὸ τὴν κυρίαν γραμμὴν τῆς συμπλοκῆς. κονταριῶν. Ὁ Χριστός των. ὅπου ἕνεκα τῆς σκόνης τὸ μάτι ἔβλεπε μόνον ἀπερίγραπτον μπέρδεμα ἀνθρώπων. εἰς ὅλας τὰς γλώσσας. ἀλόγων. ὲθαύμαζον τὰ γοητευτικὰ ἤ φοβερὰ σχήματά των. ἀσπίδος πρὸς ἀσπίδα. ἐκυριάρχει: . ἀπὸ τοὺς γύρους τῶν ἀσπίδων καὶ τὸν χάλυβα τῶν σπαθιῶν.... ὅπου τὰ κτυπήματα ἀντήχουν βαριά. Πίσω ἀπὸ τὰς γραμμὰς οἱ ψιλοὶ ὁπλῖται ἐγέμιζαν τὸν ἀέρα μὲ τὰ τόξα καὶ τὰ μολυβένια βλήματα τῶν σφενδονῶν των. μία κραυγὴ μυριαπλασιαζομένη εἰς βοήν. ἦτο ἐκεῖ.. τρέχουσαι συντεταγμέναι εἰς τὰ ἀσθενέστερα μέρη... δράκοντας. ποὺ ἔβλεπον νὰ προπορεύεται καὶ νὰ τοὺς ὁδηγῆ. ποὺ θὰ ἐπύργωναν τὴν βασιλείαν του εἰς τὸν κόσμον. βογκητά. Ἔβλεπαν ἐμπρός των εἰς τὴν συμπλοκὴν. Ἦσαν οἱ Χριστιανοί.. τοὺς ἐμαγνήτιζε. βγάζοντα στινθῆρας ἀπὸ τὰ κράνη. τὰ δόρατα ἄφηναν τὸν λόγον εἰς τὰ ξίφη καὶ ἤρχιζε πάλη σώματος πρὸς σῶμα. εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἀπηλπισμένην ἔντασιν προσπαθείας.. οἰστρηλατημένος* ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ θαύματος. στολισμένους. Καὶ ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἐκλεχτοί. Μινωταύρους. ἀετούς. .... Ἔπειτα τὸ ἀδιάκοπον ἐκεῖνο ἀκτινοβόλημα τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ τοῦ λαβάρου. ὁ ἀληθινὸς Θεός.. ἤκουον τὰς φωνάς των. βαρυπρόφερτα λατινικὰ προστάγματα. ἐλλείψει λουλουδιῶν... *** Τὴν στιγμὴν αὐτὴν βοὴ θριαμβευτικὴ ἀντήχησεν ἀπὸ τὸν στρατὸν 110 . τῶν ὁποίων ὁ ἐνθουσιασμός.κεραύλων* ἦτο κάτι τρομακτικὰ ἐπιβλητικὸν καὶ μεγαλοπρεπές. ἐθαμβώνοντο ἀπὸ τὴν λάμψιν τῶν ὅπλων των. ἀλλὰ πρὸ πάντων μία φωνή. ρόγχοι*. Ὠρυγαὶ*. ἐφαίνοντο ἄλλαι κοχόρτεις* μὲ τὰ σήματά των. ἐφώναζον αἱ ἐμφανίσεις αὐταί. ἀπὸ κλαδιὰ δένδρων. οὐρανίας δυνάμεις νὰ καταβαίνουν εἰς βοήθειαν τοῦ Κωνσταντίνου.. Καὶ μόλις οἱ χαλκόφρακτοι ὄγκοι ἔφθαναν εἰς ἐπαφήν. κραυγαὶ διαπεραστικαὶ πόνου. ὡς θόρυβος πολλῶν ὑδάτων. λύκους. ἐλελεῦ* θριάμβου. τοὺς ἐστόμωνε* κάθε ἰδέαν φόβου.Χριστὸς νικᾷ!..Τὸν Κωνσταντῖνον ζητοῦμεν! Τὸν Κωνσταντῖνον ἐρχόμεθα νὰ βοηθήσωμεν!. σιδήρου πρὸς σίδηρον. ὅπως τὸ διηγοῦνται οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς. τοὺς ἔφερεν εἰς τὰ μάτια δάκρυα. Χριστὸς νικᾷ!.

το βαρὺ ἐχθρικὸν ἰππικὸν τοῦ Γαΐου Σενεκίωνος. Ἐσηκώθη τότε εἰς τοὺς ἀναβολεῖς* καὶ ἐκοίταξε γύρω εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης σκεπασμένον ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ σύννεφα σκόνης. Τὸ κίνημα ὅμως αὐτὸ ἀπεθάρρυνεν ἐντελῶς τὰς λεγεῶνάς του καὶ ὅλοι. διεξεδίκουν τὰς θέσεις των βῆμα πρὸς βῆμα εἰς ἀπηλπισμένην πάλην. ἤρχισαν νὰ ὑποχωροῦν. ἔμειναν γενναίως ν’ ἀντιμετωπίσουν τοὺς Κλιβαναρίους. επροχωροῦσαν μὲ καλπασμὸν νὰ κόψουν τὴν ὑποχώρησίν του. ἀντελήφθη. ὅτι οἱ κατάφρακτοι Κλιβανάριοι*. Χριστὸς νικᾷ!. Ὁ κίνδυνος ὅμως τῶν Κλιβαναρίων ἐγίνετο διαρκῶς καταφανέστερος. ἔχουσα ἐμπρὸς τὸν γιγάντιον Κεντηρίωνα μὲ τὰ ἀνεμισμένα γένεια. ἔπειτα ἀπὸ τὴν ὑποχώρησιν τῶν Ἰταλῶν. χωρὶς καμίαν τάξιν. Ὁ Μαξέντιος ἄφησε μεγάλην κραυγὴν καί. ὁ καθένας εἰς ἕνα ὀχύρωμα. αἱ δὲ σικελικαὶ καὶ καρχηδονικαὶ λεγεῶνες. Οἱ Μαυριτανοί* ἱππεῖς. ἀναποδογυρίζουσα ὅ. δεκατιζόμενοι ἀπὸ τὰς σιδηρᾶς κορύνας* τῶν Κλιβαναρίων. Τὴν ἰδίαν ὅμως στιγμήν. οἱ ὁποῖοι δείχνοντες μὲ λύσσαν τὴν πυγμὴν πρὸς τὸ μέρος του. Αἱ ἰταλικαὶ λεγεῶνες τοῦ ἐχθρικοῦ κέντρου ἤρχισαν πρῶται νὰ κλονίζωνται καὶ νὰ ὑποχωροῦν. Αἱ σιδηραῖ κορύναι τῶν καταφράκτων ἤρχισαν τότε φρικτὸν ἀγῶνα. ἔτρεχεν ἀκάθεκτος*. ὅτι ἠμποροῦσε νὰ κρατήσῃ τὸν Κωνσταντῖνον.τι εὕρισκε. ἐκάμπτοντο καὶ αὐταὶ πρὸς τὸν Τίβεριν. διὰ νὰ διαβῆ. ἀντὶ νὰ κοιτάξουν ν’ ἀντιταχθοῦν.. πυργώνοντες τὰ σώματά των. εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀντίπαλος ἔπρεπε νὰ πατήση*. *** Τότε ὁ Μαξέντιος ἐγύρισε πρὸς τὸν Τίβεριν νὰ ἐξασφαλισθῇ τουλάχιστον πίσω ἀπὸ τὸν ποταμόν. Μόνον οἱ Πραιτωριανοί. πάλλοντα ὑψηλὰ τὴν πελωρίαν κορύναν του. ὥρμησαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν ἐκτὸς τῶν Πραιτωριανῶν. ἐβρυχᾶτο ὁ ἀνεμοστρόβιλος. Ἡ κατάστασις ἐγίνετο κρίσιμος.τοῦ Κωνσταντίνου. ὅπου ἐνόμισεν. 111 . ἐχύθη νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ.Χριστὸς νικᾷ!. Μία δὲ ἵλη ἐξ αυτῶν. . προτείνων τὴν πυγμήν.. ὅτι χανομένης τῆς μάχης ἐχάνοντο καὶ οἱ ἴδιοι. ἐννοοῦντες ὅτι πολεμοῦν διὰ τὸν ἴδιον ἑαυτόν των. τὴν ἄμπωτιν καὶ παλίρροιαν τῆς ἀνθρωποθαλάσσης τῶν δύο στρατῶν.νὰ ἀνακόψῃ τὸν δρόμον τῆς Μουλβίας γεφύρας.

. Μίαν στιγμὴν ὁ Μαξέντιος ἐφάνη προσπαθῶν νὰ ἀντιπαλαίσῃ μὲ τὸ ρεῦμα.. κατάφυτον ἀπὸ κυπαρίσσους καὶ πλατάνους. ὅτι ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἦτο εἰς τὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ του. ποὺ ἔφθαναν εἰς τὴν ὄχθην τοῦ Ὀρόντη*. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸ ἀσφυχτικὸν ἀλληλοπάτημα. τὸ ἄλσος τοῦ Δαφναίου Ἀπόλλωνος. Ἄλογον καὶ ἀναβάτης εὑρέθησαν μέσα εἰς τὰ θολὰ νερὰ τοῦ Τιβέρεως. «Τετράπολιν»* ὠνόμασαν οἱ βυζαντινοὶ χρονογράφοι τὴν Ἀντιόχειαν. Ἡ ἧττα τοῦ Μαξεντίου ἦτο γενική. Πλησίον της ἦτο ἡ Δάφνη. Ἡ τοποθεσία της ἐβοήθει. Ναζωραῖε» 1931 Ἄγγ. ποῖος νὰ τὴν στολίση καὶ νὰ τὴν κάμῃ ὡραιοτέραν. κατεπάτησε τοὺς φεύγοντας καὶ ὤρμησε νὰ περάσῃ μὲ ἀπελπισμένην προσπάθειαν. 112 .. «Πρωτεύουσαν τῆς Ἀνατολῆς». διότι ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν αὐτὴν οἱ ἱππεῖς τοῦ Λογγίνου* ἔφθαναν εἰς τὴν γέφυραν καὶ οἱ Πραιτωριανοὶ κοπανιζόμενοι ἀπὸ τὰς κορύνας... ᾽Εν τῷ μεταξὺ ὅμως ὁ Μαξέντιος.Ἐκρίθη!. ἀφθονώτατα εἰς τοῦτο... Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἀπὸ τὰς περιγραφὰς ἀποδεικνύεται μία ἀπὸ τὰς πλουσιωτέρας καὶ διασκεδαστικωτέρας πόλεις τῆς ἐποχῆς της. ἐντόπιοι ἡγεμόνες καὶ βυζαντινοὶ ἐπίτροποι διηγωνίσθησαν. Μεγάλη βοὴ τότε ὑψώθη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ φίλους. ἔχωσε τοὺς πτερνιστῆρας εἰς τὰ πλευρὰ τοῦ ἀλόγου του.. Περισσότερον δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἰδῇ κανείς. Ὁ Αὔγουστος.. βλέπων ὅτι θὰ συνελαμβάνετο ζωντανός. ἐξετοπίσθη ἔξαφνα ἀπὸ φοβερὸν σπρώξιμον νέου κύματος φυγάδων πρὸς τὸ ἀριστερὸν χεῖλος τῆς γεφύρας καὶ παρεσύρθη εἰς τὸν ποταμόν. Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες. Ὁ Αὔγουστος.. «Μαργαρίτην τῆς Ἀσίας». Τανάγρας ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ «Κεφαλὴν τοῦ κόσμου».. «Νενίκηκάς με.. Βοήθεια! Σώσατέ τον! Ἀλλὰ κανεὶς δὲν διεκινδύνευε. Ὁ Τίβερις ἐκρατοῦσε πλέον εἰς τὰ θολὰ βάθη του τὸν ἐχθρὸν τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ Κωνσταντίνου. εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐμπλεχθῆ. ἔπιπταν κατὰ σωροὺς εἰς τὰ κύματα. Ἀπεφασίσθη!. Ἐσφραγίσθη!. Δεύτερον ἀνθρωποκρήμνισμα ἀπὸ τὴν γέφυραν τὸν ἐξηφάνισε πάλιν εἰς τὴν ἀφρισμένην δίνην.

κινοῦντες καὶ σήμερον ἀκόμη τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου.. ἑπτὰ δηλαδὴ σημερινῶν χιλιομέτρων. εἰς τὰς ὁποίας ἐχαράχθησαν δρόμοι εὐθεῖς καὶ ἐστρώθησαν μὲ λίθους. ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τῶν Ρωμαίων ἀπέμειναν καταπληκτικαὶ ὑπόγειοι στοαί. *** Ἡ Ἀντιόχεια ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὰς πρώτας πόλεις τοῦ κόσμου.ἐστολίζετο μὲ στήλας ἀπὸ μάρμαρον τῆς Ἰλλυρίας καὶ εἶχε τὸ ἔδαφος στρωμένον ἀπὸ μάρμαρα λευκά. Ἀπὸ τὴν φαντασίαν τῶν Ἑλλήνων ἐσώθη ἕνας ὁλόκληρος θεῖος ὑγρὸς κόσμος. ῾Η κεντρικὴ λεωφόρος τῆς πόλεως ἡ σχίζουσα αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο εἶχε τριάκοντα ἓξ σταδίων μῆκος. Ὅπου ἐπέρασε τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα. τὸ δὲ ἔδαφός της ἦτο στρωμένον μὲ γρανίτην τῆς Αἰγύπτου. ἐπιστρέφουν εἰς τὰ παλαιὰ ὑδραγωγεῖα τοῦ Ἀδριανοῦ* καὶ τὰ διορθώνουν. αἱ θάλασσαι. Τὰ ποιήματα μόνον τῆς ἀρχαίας ῾Ελλάδος δὲν θέλουν καμίαν διόρθωσιν. διὰ νὰ λειτουργήσουν πάλιν.. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐλάτρευον τὰ νερὰ ὡς θεοὺς καὶ τὰ ἐστόλιζον μὲ τὰ αἰθέρια πλάσματα τῆς ποιητικῆς φαντασίας των. ὥστε οἱ περιπατηταὶ νὰ προφυλάσσωνται ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ τὸν ἥλιον. διὰ νὰ τὰς στολίσουν. λίθινοι δρόμοι τοῦ νεροῦ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς.ἦτο μᾶλλον Μουσεῖον παρὰ περίπατος. 113 . Ἔπειτα ἀπὸ αἰῶνας ὁλοκλήρους αἱ πόλεις. ἐπάνω ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπέρασεν ἡ ρωμαϊκὴ κατάκτησις. καὶ ἐκοσμεῖτο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς ὅλην της τὴν ἔκτασιν ἀπὸ στοάς. καί. αἱ λίμναι. ἰδιωτικὰ πλουσιώτατα καὶ ἐπαύλεις. αἱ πηγαί. Ἦλθον ἔπειτα οἱ Ρωμαῖοι. οἱ ποταμοί. τὴν ὁποίαν ἑπρεπε νὰ τιθασεύσῃ* ἡ δύναμις της Ρώμης. ἔγινεν ὑδραγωγεῖον. Στοὰς εἶχεν ἐπίσης καὶ μία ἄλλη λεωφόρος. Αὐτὰ ἀπέδειξαν περισσοτέραν ἀντοχὴν καὶ ἀπὸ τοὺς ρωμαϊκοὺς ὀγκολίθους καὶ παρουσιάζονται νέα καὶ δροσερὰ πάντοτε εἰς τὴν νοσταλγικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ὡραίου. εἰς τὰς ὁποίας οἱ πλούσιοι Ἀντοχεῖς ἐσπαταλοῦσαν μυθώδη ποσά. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ Μουσεῖον καὶ πολυάριθμα δημόσια λουτρὰ καὶ μεγαλοπρεπὲς Βουλευτήριον καὶ ἐπιδεικτικώτατον Διοικητήριον καὶ κτήρια δημόσια καὶ μέγαρα. αἱ κρῆναι ἔγιναν ποιήματα. Ἕνας δημόσιος περίπατος -ὁ Ξυστὸς. ὅπου ὑπῆρχε ποίημα. Πρακτικώτεροι οἱ Ρωμαῖοι ἔβλεπον εἰς τὸ ὕδωρ μίαν δύναμιν. Ὁ Φόρος -ἡ ἀγορὰ.Μία σοφὴ διαρρύθμισις τῶν ὑδάτων ἔκαμνε τὴν πόλιν νὰ φαίνεται ἀπὸ μακρὰν ὡς κτισμένη ἐπάνω εἰς ἀφρούς.

κάπου τὴν λεπτότητα καὶ τὴν λιτότητα τοῦ ἀθηναϊκοῦ πνεύματος. διότι ὁ φιλόμουσος Ἀντιοχεὺς ρήτωρ Λιβάνιος ἐξαίρει Τὴν ἀγάπην τῶν συμπατριωτῶν του πρὸς τὰ «πολυτελῆ ἱερὰ τῶν Μουσῶν».Καὶ τέλος εἰς τὴν Ἀντιόχειαν ὑπῆρχον τέσσαρα θέατρα μεγάλα. τὸ θέατρον τοῦ Διονύσου. τὰς διασκεδάσεις. μέχρι τῆς ἐποχῆς. παραιτηθεῖσα τοῦ θρόνου καὶ μεταβαίνουσα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. πολυάνθρωπος. τόσον κατεπλάγη ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς μεγάλης ἀσιατικῆς πόλεως ὥστε ἐχαιρέτησε τοὺς κατοίκους αὐτῆς μὲ μίαν ἔμμετρον προσφώνησιν.ἔχει ἀφθόνως ὅλα τὰ τερπνά. ὅτι εἶμαι κι ἐγὼ ἀπὸ τὴν γενεάν σας καὶ ἔχω ἰδικόν σας αἷμα εἰς τὰς 114 . εἰς τῆν ὁποίαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπῆρχε καὶ ἕνας στίχος ὑπενθυμίζων τὴν κοινὴν καταγωγὴν τῶν Ἀντιοχέων καὶ αὐτῆς· «καυχῶμαι. Ἐκτὸς ὅμως τῶν μεγάλων τούτων θεάτρων ὑπῆρχε πλῆθος ἄλλων μικροτέρων. διὰ νὰ γίνη μοναχή. τὰς ἑορτάς. κατώρθωσε μὲ ὅλην τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀσιατικῶν της στοιχείων. Ἡ Ἀντιόχεια -λέγει ὁ χρονικογράφος. χοροὺς κλ. Εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ θέατρα παριστάνοντο ὅλα τὰ ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας θεατρικῆς φιλολογίας. Ἐνῷ δὲ ἄλλαι πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας ἐφημίζοντο. τὸ θέατρον τοῦ Ὀλυμπίου Διός. νὰ διατηρήσῃ κάπου . φιλήδονος. πολιτισμένη. τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν ἔπειτα ἀλεπάλληλα ἄλλα. Εἶχον ἄλλως τε τὰ θέατρα αὐτὰ ἐπιχορηγήσεις τῆς πολιτείας. καθ’ ἣν ὁ πρῶτος μεγάλος σεισμὸς τῆς ἔφερε τρομερὸν κτύπημα. Πρόκλος. θηριομαχίας μουσικοὺς ἀγῶνας. τῶν βουλευτῶν καὶ μέρος ἀπὸ τὴν διαθήκην τοῦ γερουσιαστοῦ Σωσιβίου* τοῦ ἱδρυτοῦ τῶν Ἀντιοχικῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. διότι καὶ ἐκεῖ πηγαίνει ὁ Αὐτοκράτωρ καὶ τοῦ χρειάζοντα ὅλα. Ὅταν ἡ λογία αὐτοκράτειρα Εὐδοκία .ἡ κόρη τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου Ἀθηναΐς . ὅτι τὰ θέατρα αὐτὰ ἦσαν πολυτελέστατα. διὰ νὰ τὸ κάμη μεγαλύτερον. ὥστε ὁ ἄρχων τῆς πόλεως. δι’ ἱπποδρομίας. Φαίνεται δέ. ἠναγκάσθη νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τοῦ Πλέθρου. ὅτι ἡ κάθε μία παράγει καὶ ἄλλο εἶδος τεχνιτῶν τῆς σκηνῆς ἡ Ἀντιόχεια εἶχεν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη. Πλουσία. τὸ Πλέθρον καὶ τὸ Πρόμηκες. ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν. *** Αὐτὴ ἦτο ἡ Ἀντιόχεια τῶν τελευταίων ρωμαϊκῶν καὶ τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.θῦμα τῶν ραδιουργῶν τοῦ ἱεροῦ Παλατίου. σπάταλος κέντρον ὁλοκλήρου κόσμου ἀγαπῶντος τὰ θεάματα. τόση δὲ ἦτο ἡ συρροὴ τῶν θεατῶν.

καὶ γιὰ νὰ προξενήσουν ἔκπληξη στοὺς μουσαφιρέους*. Γύρω στοὺς τοίχους ἀνοιγότανε ὀκτὼ ἀψίδες. 115 . ἐπιστρωμένο μὲ θαυμάσια μεταξωτὰ χαλιὰ τῆς Περσίας.τι σπάνιο πρᾶγμα εἶχαν οἱ θησαυροί του. σμαλτωμένα χρυσαφικά.. μὲ ἄλλα λόγια ὅ. Στὶς ἄλλες ἀψίδες. Ἔκλειε μὲ δυὸ πόρτες ἀσημένιες. κάθε φορά. κρεμασμένα ἀπὸ ἀργυρὲς ἁλυσίδες.τι πολύτιμο ἀντικείμενο βρισκόταν στὰ μαγαζιά των. ὥστε τὰ κουβαλοῦσαν ἐπάνω σὲ ἀραμπαδάκια*. ἐξέθεταν ὅλα τὰ πλούτη τοῦ Παλατιοῦ. « Γυναῖκες τοῦ Βυζαντίου». Γιὰ νὰ κάνουν πιὸ συναρπαστικὴ ἐντύπωση. δανείζονταν ἀπὸ τὶς ἐκκλησιὲς καὶ ἀπὸ τὰ μοναστήρια ὅ. μέσα σ’ ὅλο τὸ Χρυσοτρίκλινο. στέμματα. ἦταν τὸ Χρυσοτρίκλινο· μιὰ σάλα μέσα στὸ παλάτι καὶ αὐτή. εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὡς σωματοφύλαξ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς τὸ Ἱερὸν Παλάτιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. μεγάλα σκαλιστὰ πιάτα ἀπὸ ἀσήμι. γεμάτες φαγητά.τι εἶχαν καὶ δὲν εἶχαν. τὶς πιατέλες. Εἶχε ὀκτὼ γωνιὲς καὶ στὸ ταβάνι θόλο. Οἱ πιατέλες ἀπὸ χρυσάφι σφυρήλατο ἦταν τόσο βαριές.. 1920 Τσοκόπουλος Γεώργιος ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ (Ἕνας Γερμανός. μεγάλες λεκάνες ἀσημένιες καὶ χρυσές. φορέματα βασιλικὰ χρυσοκέντητα. ῎Ετσι. Πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι ἐκεῖ ποὺ φανερωνόταν ὅλη ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ βασιλιᾶ. ποὺ γινόταν ἐπίσημη ὑποδοχή. ὥστε δέκα ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ σηκώσουν μιὰ ἀπὸ αὐτές. Ἐκεῖ μέσα ἔδιναν καὶ γεύματα.». τὶς εἶχαν κρεμασμένες ἀπὸ τὸ ταβάνι καὶ μὲ τροχαλίες ἀσημένιες τὶς κατέβαζαν τὴν ὥρα τοῦ γεύματος. ραντισμένα μὲ ροδοστάγματα καὶ ἄλλα πολύτιμᾳ ἀρώματα τῶν Ἰνδιῶν. γεμάτα φροῦτα τῆς Ἀνατολῆς. ἦταν τόσο κολοσσιαῖα.φλέβας μου. Τὰ χρυσὰ βάζα. Ἀκόμη καὶ τὸ σωματεῖο τῶν σκαλιστῶν χρυσοῦ καὶ ἀργύρου δάνειζε ὅ. ὁ Σίγφρηδ. Τώρα ἔχει ἐπιστρέψει εἰς τὴν πατρίδα του καὶ διηγεῖται είς τοὺς δικούς του τὰς ἐντυπώσεις του). Γιὰ τοῦτο. τὰ πολυκάντηλα φώτιζαν ἕνα μυθικὸ σύνολο πλούτου φανταστικοῦ.

σὰν νὰ ἤθελαν νὰ ὁρμήουν νὰ κατασπαράξουν κάποιον ἐχθρό. τοὺ τὸ σήκωναν φτεροῦγες ἀγγέλων. Ὅταν ὅλοι βρίσκονταν στὴ θέση τους καὶ οἱ σιλεντιάριοι μὲ τὰ μακριὰ ἐπίχρυσα ραβδιὰ δὲν εἶχαν πιᾲ νὰ βάλουν κανένα ἀπὸ τοὺς ἐπίσημους στὴ γραμμή. ποὺ ἔμοιαζαν πλατάνια καὶ πεῦκα. Καὶ δυὸ λιοντάρια ἀπὸ χρυσάφι τεντωμένα στὰ κατώφλια τοῦ θρόνου. Τὰ δέντρα αὐτὰ ὑψωναν τὴν ἀστραφτερὴ θωριά του ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο μἑρος τοῦ θρόνου. ὅπως οἱ Γραικοὶ ὀνομάζουν τὴν πολεμική ·μας ἑταιρεία. ἄνοιγαν οἱ ἀσημένιες πόρτες τοῦ βάθους. 116 .ταπετσαρισμένα μὲ πορφύρα. Τότε ἀπὸ κάτι δέντρα. δὲν σ’ ἐδόξασαν μονάχοι οἱ Τριακόσιοι τοῦ Λεωνίδα. ἀκούγονταν γλυκιὲς φωνὲς πουλιῶν. περίφημα σκαλισμένες. καὶ πυξίδες ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο. παρουσιαζόταν ὅ Αὐτοκράτορας τῶν Γραικῶν. ποὺ γέμιζαν τὸ Χρυσοτρίκλινο μὲ χαρά. ὁλόφλογος σὰν μετέωρο μέσα στὰ χρυσοΰφαντα φορέματά του καὶ τὰ πολύτιμα λιθάρια. Τὰ ὄργανα ἔπαιζαν θριαμβευτικὰ ἐμβατήρια. ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε καὶ ὁ Αὐτοκράτορας ἐφαινόταν σὰν κάτι θεϊκὸ πρᾶγμα. Τότε. θὰ βλέπατε ὄλων τῶν χρωμάτων τὰ φορέματα. Ἄλλα εῖχαν κεντημένους ἀιτοὺς πράσινους ἤ κόκκινους. ῾0 θρόνος τότε ἀπὸ ἕνα μηχανισμὸ μυστικό. Ἐκεῖ. ἂν ἤσαστε κι ἐσεῖς. «Βυζαντινὰ Πολύπτυχα» 1916 Πλ. Στὸ τέλος τοῦ γεύματος οἱ προσκαλεσμένοι ἔπαιρναν δῶρο χρυσὰ νομίσματα μέσα σὲ σμαλτωμένα πιάτα. Μέσα στὸ Χρυσοτρίκλινο ἐρχόταν ὅλη ἡ αὐλὴ κατὰ τὶς ἐπίσημες τελετές. Ὁ Βασιλιὰς ἦταν καθισμένος στὸ χρυσό του θρόνο. ῎Εκεῖ βρισκόμουν κι ἐγὼ μὲ τοὺς ἄλλους Βαράγγους. μέσα σ’ ἕνα δάσος ἀπὸ πολῦχρωμα λάβαρα καὶ σημαῖες. ὅλα φτιαγμένα ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι. ἄλλα λιοντάρια ἄσπρα καὶ γύπες χρώματος μενεξεδένιας πορφύρας. πού τὸν εἶχαν κατάσπαρτον ἀπὸ τὴν κορώνα ἴσαμε τὰ πορφυρά του πέδιλα. χτυποῦσαν τὶς οὐρές τους μὲ θυμὸ κι ἔβγαζαν καὶ βρυχηθμοὺς γεμάτους ἀγριάδα. Ροδοκονάκης Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΞΑ Μόν’ οι Μαραθωνομάχοι δὲν σ’ ἐδόξασον πατρίδα.

Ἡ Θεσσαλονίκη εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς. καθίσταται πόλις ἐπίσημος. ὅτε. παλληκάρια διαλεμένα. Μαβίλης «῎Εργα». ἂν καὶ ὑπέστη πλείστας δεινὰς ἐπιδρομὰς βαρβάρων καὶ φοβερὰς καταστροφάς. πίπτουν εἰς τὴν ἀφάνειαν ἐπὶ αἰῶνας κατὰ τὸν μεσαιῶνα. σὰν τοὺς βράχους. ὅπου τὸ πνέμα τ’ οὐρανοῦ νικᾶ τὸν Ἅδη. ἕνα κι ἕνα ὅμοια ἀκλόνιστοι κι ἀγνάντια στῶν ὀχτρῶν τὴν ἄγρια φόρα. ἡ ὁποία ἐπὶ αἰῶνας εἴκοσι καὶ τρεῖς. πόλις μεγάλη καὶ εὐδαίμων.Χ. μετὰ πέντε σχεδὸν αἰῶνας ἀπὸ τὴν κατάκτησιν τῶν Τούρκων (1430).Χ. κι ὅμοια στέρεοι στὴ γιγάντια καὶ κακὴ τῆς τύχης μπόρα. τῆς ἀληθείας μὲ τὸ ψέμα. αἰῶνα. Λ. τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι. Αἱ μεγάλαι καὶ ἔνδοξοι πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου. ἀνεκστήθη ὑπὸ τοῦ 117 . συνεχίζει ἕως σήμερον ἔντονον καὶ ἀδιάσπαστον τὸν ἱστορικὸν αὐτῆς βίον.Ἐβαστάξαν τὰ παιδιά σου. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἐκτίσθη ἕξ αἰῶνας μετὰ τὴν Θεσσαλονίκην. ἡ Ρώμη καὶ αἱ Ἀθῆναι. Τὴν θαυμασίαν ἄνθησιν καὶ ζωὴν αὐτῆς διετήρησεν ἀδιάσπαστον ἕως σήμερον. κατὰ τὰ τέλη τοῦ Δ΄ π. μὲ τὴν ἵδρυσιν δὲ τῆς μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας τὸν Δ΄ μ. Ἀλλ’ ἀκόμα πλιὸ μεγάλη τῶν παιδιῶν σου ἡ δόξα ἐφάνη σὲ μιὰν ἄλλην ἅγια πάλη γιὰ ἕνα πλι’ ὄμορφο στεφάνι· εἰς τὴν πάλη. πάντα σὰν τὰ ἰδρυὰ* τοῦ δάσου. 1915 Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΙΩΝΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΑΥΤΗΣ Εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν ἡ Θεσσαλονίκη παρουσιάζει τὸ μοναδικὸν φαινόμενον τῆς πόλεως. αἰῶνος.

Ἔμπροσθεν τῶν γιγαντιαίων τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης ἐθραύοντο τὰ πελώρια κύματα τῶν βαρβάρων καί.ἑλληνικοῦ στρατοῦ (1912). αἱ ὁποῖαι ἐλαμπρύνθησαν εἰς δύναμιν καὶ εἰς πολιτισμόν. διὰ ῆς ὁποίας εἰσῆλθεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ Χριστιανισμός. Ὅλοι οἱ βάρβαροι λαοί. ἀσθένειαι. ὅπως ἡ ἑλληνικὴ φυλή. Τὸ κοσμοϊστορικὸν τοῦτο γεγονὸς εἶναι τόσον μέγα. πεῖνα καὶ ἀκόμη ἐμφύλιοι σπαραγμοὶ πολλάκις ἐσάλευσαν τὴν πόλιν. ὅτι ἡ πόλις αὕτη ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη θύρα. ἐπήρχοντο πρῶτον κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. μετὰ πᾶσαν συμφορὰν αὐτῆς ἀνηγείρετο πάντοτε ἀκμαία καὶ θαλερά. Εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν λαμπρύνει αἰωνίως τὴν Θεσσαλονίκην τὸ μέγα γεγονός. ὅταν ἀνήγγειλεν εἰς τὸ ἐπίσημον γεῦμα τοῦ λόρδου δημάρχου τὴν ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατάληψιν τῆς πόλεως. Εἰς στὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης τὸ πρῶτον ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔρριψε τὸ τίμιον σπόρον τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ. τῶν συμφορῶν. Πλήρεις ἱστορικῶν περιπετειῶν ὑπῆρξαν αἱ τύχαι ὅλων τῶν μεγάλων πόλεων. ὁμοίως καὶ ἡ μεγάλη πόλις. ὅσας ἡ «μεγάλη Θεσσαλονίκη» κατὰ τὸν μακραίωνα αὐτῆς βίον. δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. ἐφορμῶντες ἄλλοι ἐπάνω εἰς ἄλλους ὡς πελώρια κύματα. Ἡ μεγάλη ἱστορικὴ σημασία τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχίζει ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ αἱ μεγάλαι ἱστορικαὶ τύχαι λαμπρύνουν αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν μεσαιωνικὴν περίοδον. Οἱ παλαιότεροι χρόνοι τῆς πόλεως περιέχουν ὀλιγώτερα καὶ ἁπλούστερα ἱστορικὰ γεγονότα. δὲν ἔπαυσαν νὰ κατακλύζωσι τὰς ἑλληνικὰς χώρας. Ἀλλ’ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ὑπέστη τόσον τραγικὰς συμφορὰς. 118 . ὥστε αὐτὸ καὶ μόνον ἐτόνισεν ὡς πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν λόγον του ὁ Ἄσκουιθ. Ἀλλ’ αἱ δεινότεραι περιπέτειαι ἧσαν αἱ ἱστορικαὶ τύχαι αὐτῆς. Παρέχει λοιπὸν ἡ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης ἐν μικρογραφίᾳ πιστὴν τὴν εἰκόνα τῶν τυχῶν. Σεισμοί. οἵτινες καθ’ ὅλον τὸν Μεσαιῶνα. Διότι ἡ μεγάλη πόλις «ἦτο ἡ καρδία τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας καὶ κατεῖχε τὸ μέσον τῆς χώρας αὐτῆς» καὶ ἦτο ὁ προμαχὼν ὅλης τῆς εὐρωπαϊκῆς Ἑλλάδος. ἀλλὰ καὶ τῆς δόξης τοῦ μεσαιωνικοῦ ἑλληνισμοῦ. ἡ ἀληθὴς Ὡραία Πύλη. καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν ταύτην ἐφώτισε τὸν κόσμον ὅλον τὸ ἀνέσπερον φῶς τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἤρχισε νέος πλέον βίος διὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Τὰς περιπετειώδειςς ταύτας τύχας θέλω ἐκτενέστερον διηγηθῆ.

ἡ βιομηχανία ἤκμαζον. αἵτινες καὶ σήμερον εἶναι ἐν χρήσει. εἰς τοὺς Φιλίππους. μετὰ μακροὺς ἀγῶνας. καὶ ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς Μακεδονίας εἶχον αὐτὴν ὑπὸ τὴν εὔνοιάν των. Ποικίλα 119 .Χ. ὡς φαίνεται πιθανώτερον.). οὕτω κληθείσης διὰ τὰς θερμὰς ἰαματικὰς πηγάς. διαβὰς ἐκ τῆς Ἱερουσαλὴμ εἰς τὴν Εὐρώπην.Τὸ ὄνομα τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀποικίας Θέρμη ἢ Θέρμαι (2 ὥρας νοτίως τῆς Θεσσαλονίκης. ὀλίγον βορειότερον τῆς Θέρμης καί. Καὶ μάλιστα ἐτιμήθη ἡ Θεσσαλονίκη μὲ τὸν τίτλον «πόλις ἐλευθέρα». περιῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Ρωμαίων (148 π. ῾Η πόλις ἔγινε πρωτεύουσα τῆς ἑπαρχίας τῆς Μακεδονίας. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὸ πρῶτον. ὁ ὁποῖος ἔδωκε πρὸς τιμὴν τὸ ὄνομα τῆς συζύγου αὐτοῦ. συγχρόνως δὲ καὶ φρούριον ἰσχυρῶς ὠχυρωμένον. ἐκήρυξε τὸ νέον σωτήριον κήρυγμα ὁ μεγαλουργὸς Ἀπόστολος Παῦλος (τὸ 58 ἤ τὸ 64 μ. καὶ διάφορα προνόμια ἐδόθησαν εἰς αὐτήν. ἀδέλφῆς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ἐκ τῆς ἐξόχως δ’ εὐνοϊκῆς θέσεως εἰς ὀλίγον χρόνον κατέστη ἡ πρώτη πόλις καὶ ὁ κυριώτατος λιμὴν τῆς Μακεδονίας. Ἡ πόλις τῆς Θεσσαλονίκης ἐκτίσθη κατὰ τοὺς μακεδονικοὺς χρόνους. ἔμεινεν ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς αὐτοκρατορικοὺς καὶ ἐκρίθη ὅλη ἡ κοσμοκρατορία τῆς Ρώμης. καὶ ταχέως ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε καὶ ἡ πόλις ἐμεγάλωσεν. Ἡ πρὸς τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης εὔνοια αὕτη τῶν ἰσχυρῶν διετηρήθη καὶ ὅταν ἡ Μακεδονία. ἡ ναυτιλία. Τὸ ἐμπόριον. Οἱ ἀνώτατοι αὐτῶν ἐκαλοῦντο πολιτάρχαι. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἡ ἱστορία ἀναφέρει συχνότερα τὸ ὄνομα τῆς πόλεως.). αἵτινες εἶχον καταστραφῆ κατὰ τοὺς μακεδονικοὺς πολέμους. ἡ πόλις ἔγινε πλουσία καὶ πολυάνθρωπος. καὶ ἡ ἀκμὴ αὐτῆς ηὔξησεν ἀκόμη περ σσότερον.Χ. Οἱ θεοὶ δ’ ἐπροστάτευον τὴν πόλιν. διὰ τῆς ὁποίας κατεστράφη τὸ δημοκρατικὸν κόμμα. Εἰς τὴν νέαν πόλιν συνῳκίσθησαν οἱ κάτοικοι τῆς Θέρμης καὶ τῶν ἄλλων πέριξ χωρῶν καὶ πόλεων. Πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης. ᾽Επὶ τῶν Ρωμαίων ἀπέκτησεν ἡ Θεσσαλονίκη καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχη ἰδίους ἄρχοντας.Χ. ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῆς Μακεδονίας Κασσάνδρου τὸ 315 π. οἵτινες ἐξήπλωσαν κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας τοῦ ἀρχαίου κόσμου τὴν κοσμοκρατορίαν των καὶ εἰς τὰς ἑλληνικὰς χώρας τῆς Ἀνατολῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην φωτίζει τὴν πόλιν τὸ φῶς τῆς νέας μεγάλης θρησκείας.Χ. παρὰ τὸ σημερινὸν χωρίον Σέντες).). συνήφθη ἡ μεγάλη μάχη τῶν αὐτοκρατόρων Ὀκταβίου καὶ Ἀντωνίου ἐναντίον τῶν δημοκρατικῶν Βρούτου καὶ Κασσίου (42 π.

«Ἡ Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη». καὶ ἀναρίθμητον πλῆθος λαοῦ. Ὁ ἦχος τῶν κλαυθμῶν. ἦτο ὠχυρωμένη διὰ μεγάλων τειχῶν καὶ ἠσφαλισμένη διὰ πολυαρίθμου φρουρᾶς. αὐτὴ αὕτη ἡ μεγάλη λεωφόρος. ΑΓΙΑ. ΣΟΦΙΑ. εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. κατασκευασθεῖσα ὑπὸ τῶν Ρωμαίων. διήρχετο διὰ μέσου τῆς πόλεως. ὅμως αποφασισμένος νὰ κυρώσῃ μὲ το ἴδιον του αἷμα τὴν μέλλουσαν τῆς ελληνικῆς φυλῆς ἐξαγόρασιν*. Μεγάλη στρατιωτικὴ ὁδός. Ἦτο ὄρθιος τῆς Κυριακῆς 27ης Μαΐου 1453. ἡ ὁποία καὶ σήμερον ἀπὸ Δ πρὸς Α διασχίζει αὐτήν. 1914 Ἀδαμάντιος Ἀδαμαντίου Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝ ΤΗ. ὀλίγας ὥρας πρὶν ἤ τὸ γένος τῶν Γραικῶν* παραδοθῆ εἰς τὸ τετρακοσιετὲς μαρτύριον.θεάματα ἀγώνων καὶ ἄλλων τέρψεων διεσκέδαζον τοὺς κατοίκους. εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν συνοδευόμενος ἀπὸ πολλοὺς στρατηγοὺς καὶ ἱερεῖς. ἡ ἀπο ἀποφράς* ἡμέρα τῶν Ἁγίων Πάντων. μὲ τὴν πάροδον τῶν αἰώνων. ΤΕΛΕΤΙΙ ῾Η πληκτικωτέρα* σκηνή. ἡ βοὴ τῶν γυναικείων γογγυσμῶν καὶ αἱ 120 . φωνάζοντος τὸ «Κύριε ἐλέησον!». Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην συχνὰ διέτριβον οἱ τελευταῖοι Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες. ἐφώτισε τὴν πόλιν μὲ τὸ νέον φῶς καὶ ἵδρυσε τὰς πρώτας χριστιανικὰς κοινότητας. Ὁ βασιλεὺς δυσελπιστῶν* ἤδη περὶ σωτηρίας. τὸ ὁποῖον ἤσκησεν ἀπέραντον ἐπίδρασιν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν κατοίκων. ὅτε παρέστη ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. ἡ VΙΑ ΕGΝΑΤΙΑ. ᾽Επὶ μακρὸν ὅμως ζῇ ἀκόμη τὸν ἀρχαῖον βίον. Ἡ μητρόπολις αὕτη τοῦ ᾽Ιλλυρικοῦ. καὶ ἦτο ἡ πόλις τὸ γενικὸν στρατηγεῖον τῶν Ρωμαίων ἐναντίον τῶν ἀπειλούντων τὸ κράτος βαρβάρων. Διὰ τῆς νέας θρησκείας προπαρασκευάζεταί καὶ ὁ νέος βίος τῆς Θεσσαλονίκης. ὅτί πάντα εἶχον ἐν τάξει. διαπερῶσα τὴν Ἀλβανίαν καὶ ὅλην τὴν Μακεδονίαν. ὅπως ἐλέγετο τότε ἡ χερσόνησος τοῦ Αἵμου. καὶ ἀνεδείχθη. καὶ ἔφερεν ἀπὸ τοῦ Δυρραχίου. Κατὰ τοὺς μεγάλους διωγμοὺς τῶν Χριστιανῶν πολλοὶ ἔλαβον ἐν Θεσσαλονίκη τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου. ἐξ ὅσων τὰ χρονικὰ τῆς ὀρθοδόξου ῾Ελλάδος μνημονεύουσιν. ἐνδοξότατον δὲ κατέστη τὸ μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. ἔλαβε χώραν ἐντὸς τοῦ τεμένους* τῆς Ἁγίας Σοφίας. αὐτὸ τὸ θεμέλιον τοῦ ὅλου ἱστορικοῦ καὶ κοινωνικοῦ αὐτῆς βίου. ἀφοῦ περιῆλθε τὰς ἐπάλξεις καὶ τὰ φρούρια καὶ ἐβεβαιώθη.

Ὅσῳ πλέον ἡ λειτουργία προχωρεῖ καὶ προσεγγίζει τὴν ἀπόλυσιν. οἱ πένητες μετὰ τῶν ἀρχόντων καί. Καὶ αὐτὸς ὁ πάνσεπτος Ναός. ἀφώτιστος. νοερῶς ἐπὶ πολλὴν ὥραν προσεύχεται. νῦν γεγυμνωμένος παντὸς πολυτίμου κοσμήματος καὶ ἀπεκδεδυμένος αὐτῶν ἔτι τῶν πρὸς τὴν μυσταγωγίαν ἀναγκαίων σκευῶν. τόσῳ μᾶλλον αὐξάνει ἡ βοὴ τοῦ κλαυθμοῦ καὶ ὁ κοπετός* τοῦ λαοῦ διπλασιάζεται. σκυθρωπός. τοῦ χριστιανισμοῦ τὸ καύχημα. ὡς ἐπὶ τὸ χεῖλος τοῦ κοινοῦ τάφου. τὴν τελευταίαν ἤδη ἀνέπεμπον ἱκεσίαν ἐν τῇ μεγάλῃ Εκκλησίᾳ ὑπὲρ τοῦ καθυποτάξαι ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ὀρθοδόξων πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον. εὐτελισμένος εἰκονίζει πιστῶς τὴν ταλαίπωρον Ἑλλάδα κατὰ τὸ δούλειον ἐκεῖνο στάδιον. Σύνολος* ἡ κύκλῳ σκηνὴ ἐνέπνεε λύπην. Ὁ Αὐτοκράτωρ. ὁ δὲ Κωνσταντῖνος περιβεβλημένος τὰ βασιλικὰ μέν ἀλλἀ φεῦ! πενιχρὰ καὶ τετριμμένα ἱμάτιά του. οἵτινες. αἰφνιδίως σχίζονται οἱ ὄχλοι. πένθος. προβαίνει πρὸς τὸ Ἅγιον Βῆμα ἀσκεπής κατηφής* μετὰ τῶν ὀφθαλμῶν δεδακρυσμένων. Ἐφαίνετο ὅτι ἡ ζωὴ πάντων τῶν περιεστώτων* ἦτο περιωρισμένη μόνον ἐντὸς τῆς διαρκείας ἐκείνης τῆς Εὐχαριστίας. οι σωματοφύλακες ἀναμερίζονται. οἱ δημόται συγκεχυμένως ποιοῦσι μετανοίας μετὰ τῶν πατρικίων*. τὸ σύμβολον τῆς πάλαι ποτὲ κραταιᾶς ὀρθοδοξίας. Κύριος οἶδε τίνα λυτήριον* καὶ πατριωτικὴν προσευχήν˙ προσπίπτει τρὶς ἐνώπιον 121 . ἵνα με τὰ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθωσιν. ἐνώπιον τῆς Ὡραίας Πύλης ἱστάμενοι. ὡσανεὶ ἐτελεῖτο ἡ νεκρώσιμος κηδεία ὁλοκλήρου γενεᾶς. μελαγχολίαν· αἱ καρδίαι πάντων ἦσαν καταπεπιεσμέναι. ἡ κατοικία τῶν αἰώνων.φωναὶ τῶν παίδων κατεσκέπαζον τὰς δεήσεις τῶν διακόνων. Οἱ στεναγμοὶ καταπαύονται ὁ θόρυβος σιγάζει· καθ’ ὅλον ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντον Ναὸν δὲν ἀκούεται πάρεξ*ἡ φωνὴ τοῦ λειτουργοῦ. πολῖται μετὰ πολιτῶν ἀδιακρίτως συμπεριπτύσσονται*. τοῦ προσκαλοῦντος τοὺς χριστιανούς. πίπτουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν ἱερέων. ἦτο νέον βῆμα πρὸς τὴν προκειμένην ἄβυσσον. ἀκαλλώπιστος. καὶ ὅτι ἑκάστη συλλαβὴ τῶν εὐχῶν ἐκείνων. Τονιζομένου τοῦ Κοινωνικοῦ*. ἐν ᾧ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ὡρῶν γεγραμμένον ἦτο νὰ εἰσέλθῃ. Ἡ ἐθιμοταξία ἐξέλιπεν˙ αἱ κοινωνικαὶ ἀνισότητες διεσκεδάσθησαν*.

στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν. τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους. εἶτα δέ. καὶ ἔπειτα νὰ ἐνθυμηθῶσιν. ἀναχαιτίζων δι’ ἑνὸς σπασμωδικοῦ κινήματος τοῦ στόματος καὶ τῶν παρειῶν τοὺς λυγμούς. καὶ ὅτι. οὐκ ἠδύνατο μὴ θρηνῆσαι». «ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα.τῆς εἰκόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ τῆς Θεομήτορος. ὅτε μέλλουσι ν᾽ἀγωνισθῶσι τὸν ὑπὲρ πάντων ἀγῶνα. καὶ ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἁγόμενος τοῦ μεσαίωνος ἔσχατος βασιλεύς. τουλάχιστον ὀφείλουσι νὰ καταλείψωσιν εἰς τοὺς ἀπογόνους μνήμην ἀνδρείας καὶ ἀρετῆς τοιαύτην. ἀναβοᾷ γεγωνυίᾳ* τῇ φωνῇ: «Χριστιανοί. ἐὰν δὲν εἶναι παρὰ Θεοῦ ὡρισμένοι νὰ σώσωσι διὰ θυσίας τὴν ἀγαπητὴν πατρίδα. Καὶ τῷ ὄντι ἐσυγχωρήθησαν αἱ ἁμαρτίαι τῆς μεσαιωνικῆς μοναρχίας. συγχωρήσατε τὰς ἁμαρτίας μου. ὡς ἔθος*. οἵα εἶναι ἀναγκαία. Διότι ἄλλο τις δὲν ἤκουεν. ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς παρευρισκομένους. Ἀπὸ τοῦ νῦν κυοφορεῖται* εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελλάδος νέα βασιλεία. παραινεῖ* αὐτοὺς νὰ συγκοινωνήσωσιν* ἅπαντες˙ πρῶτον νὰ συγκοινωνήσωσιν ἀδελφικῶς. οἵτινες μυριάκις ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἐπαναλαμβανόμενοι ἀντηχοῦσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν. « Ἐν δὲ τῆ ὥρᾳ λέγει ὁ Φρανζῆς συνοπτικῶς. ὅπως οὗτοι διαφυλάξωσιν ἐν τῇ ἐνδεχομένη δουλείᾳ τὴν πίστιν τῶν πατἐρων καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ παρελθόν». καὶ ὁ Θεὸς ἂς συγχωρήσῃ τὰς ἰδικάς σας!». ἡ βασιλεία τῆς Ἀναγεννήσεως! Μετὰ ταῦτα ὁ ἁγνισμένος. μετὰ πλείονος ἢ πρότερον ὁρμῆς. Ἐὰν ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ πέτρας ἦν. «Ἔσο συγχωρημένος!». εἰμὴ φωνὰς περὶ ἀμοιβαίας συγχωρήσεως 122 . ὡς ἡ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Πίστεως τελευταία διαθήκη. Ἡ φωνὴ τῶν αἰτούντων συγχώρησιν δὲν ἀκούεται πλέον. μεταλαμβάνει αὐτῶν. Παραλαμβάνων δέ. Εἰς τούτους τοὺς λόγους τοὺς λυπηρούς. οἵτινες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ταραχωδῶς ἀναβαίνουσιν ἀπὸ τῆς καρδίας του. ἐκρηγνύονται* οἱ κλαυθμοὶ καὶ οἱ ὀδυρμοὶ τῶν προσερχομένων εἰς τὴν μετάληψιν. Αἱ μητέρες ἀποχαιρετῶσι τὰ τέκνα των· αἱ γυναῖκες ρίπτονται εἰς τὰς ἀγκάλας τῶν συζύγων· οἱ τελευταῖοι ἀσπασμοὶ συγχέονται μὲ τὸν κρότον τῶν σπαθιῶν καὶ τῶν ἀσπίδων. Ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος διακόπτει τὴν τραγικὴν σκηνήν. παρὰ τῶν χειρῶν τοῦ ἀρχιερέως τὰ Ἄχραντα Μυστήρια.

Ποῦ πηγαίναμε. ποὺ κινδύνευα νἀ λιγοθυμήσω. Τὶ ἄλλο ἀπὸ σιτάρι. Ἡ ἀμοιβαία ἄφεσις τῶν πλημμελημάτων παρεξετάθη σχεδὸν μέχρις αὐγῆς. «Ἄσματα Δημοτικὰ τῆς Ἑλλάδος». Μὰ ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔνιωθα τέτοιο πλάκωμα στὴν ψυχὴ. ποὺ ἔσβησε σὰν φωτιὰ ἀναμμένη μὲ χλωρόξυλα. Τὸ ναυτόπουλο ἄναψε τὰ φανάρια· ὁ καπετάνιος κατέβηκε νὰ κοιμηθῆ· ὁ Μπούλμπερης ἔκατσε στὸ τιμόνι. Μὰ εἶχα τόσο βαριὰ τὴν ψυχή. «ὄχι!» δὲ θά ᾽λεγα. «Συγχώρησόν με ἀδελφέ!» εἷς ἐφώναζεν ὧδε* καὶ πάλιν «Ὁ Θεὸς ἂς σὲ συγχωρήσῃ!» ἀπεκρίνοντο ἕτεροι. σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: . τυχούσης αἱχμαλωσίας. Ὁ ἥλιος ἦταν τώρα βασιλεμένος. Ὁ Ἀποσπερίτης ἔλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στὰ σκοῦρα. Οὔτε ὕπνο οὔτε ξύπνο. θὲς τὸ τσουχτερὸ* λιοπύρι· δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ. τὸ κρύο καὶ λαχταριστὸ τοῦ ἀτσαλιοῦ. ὁ σκύλος μας. ν’ ἀποθάνη συγκεχωρημένος ἐν τῷ ναυαγίῳ του. Ποῦ ἀλλοῦ ἀπὸ τὸν Πειραιά. Δοκίμασα νὰ πιάσω κουβέντα μὲ τὁν τιμονιέρη· μὰ εἶχε τόση ἀνοστιά. Πράματα καὶ τὰ δυὸ ποὺ τὰ ἔκαμα τὸ λιγώτερο εἴκοσι φορές. Σπάνια νύχτα! πρώτη καὶ τελευταία θαρρῶ στὴ ζωή μου. Ὁ Μπραχάμης. ποὺ συντρόφευαν τὸ βασίλεμά του. ῎Ισως οὐδαμοῦ τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας εὑρίσκεται παράδειγμα παρομοίας πνευματικῆς ἑνώσεως καὶ ὁμονοίας. ποὺ ᾶν μὲ ἅρπαζε κανεὶς νὰ μὲ ρίξη στὸ νερὸ. φαίνεται. θὲς ὁ ξάστερος οὐρανός. σκάλωσαν κάπου μαῦρα σὰν μεγάλες καπνιές. Ζαμπέλιος Η ΓΟΡΓΟΝΑ Μὲ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα* ἐκείνη τὴ νύχτα. κουλουριάστηκε στὴ ρίζα τοῦ ἀργάτη* νὰ ἡσυχάση καὶ κεῖνος.τῶν ἁμαρτημάτων καὶ φρικτοὺς ὅρκους σταθερότητος εἰς τὰ τῆς ἐθνικῆς πίστεως δόγματα. Φάνηκαν ψηλὰ οἱ ἀστερισμοὶ ἕνας κι ἕνας.Ἄφησέ με καὶ δὲν 123 . Δέν ξέρω τί μοῦ ἔφταιγε· θἐς ἡ γαληνεμένη θάλασσα. Τί εἴχαμε φορτωμένο. Ἐγὼ οὔτε νὰ ἡσυχάσω μποροῦσα. 1852 Σπυρ. Τὰ χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια. Πῆγα νὰ παίξω μὲ τὸ Μπραχάμη· ἀλλὰ καὶ κεῖνος τρύπωσε ἀκόμη περισσότερο τὸ μουσούδι στὰ πόδια του καὶ βαριεστημένος γρίνιασε. Ἤθελεν ὁ μεσαίων. Τὰ νερὰ κάτω πῆραν ἐκεῖνο τὸ λευκοσκότεινο χρῶμα. ἤβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τὴ ζωή.

.ἔχω τὴν ὅρεξή σου! Τότε βαριεστισμένος κι ἐγὼ πῆγα καὶ ξαπλώθηκα προύμυτα καταμεσὶς κι ἔκλεισα στὴ χούφτα τὰ μάτια μου. Τὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ. Δὲν ἤξερα τὶ νὰ κάμω καὶ τὶ νὰ συλλογιστῶ. Ἦταν ὸ οὐρανὸς ψηλὰ καὶ κάτω ἡ θάλασσα. χρυσορόδινα καὶ γλαυκά. εἶπα. λὲς καὶ ἤθελε νὰ βάψη τὸ στερέωμα. Τέτοια ὅμως συντέλεια μποροῦσε νὰ εὐχαριστήση τὸν καθένα. καὶ σκόρπιζαν ἀντιφεγγίσματα ὁλοῦθε σὰν ἠλεκτρικοῦ προβολὲς χοντρὲς καὶ ἀδαπάνητες*. Ἔφτασε. Κι εὐθὺς προρφυρὸ κῦμα χύθηκε ἀπάνω μου. ῾Η θάλασσα ἀκίνητη ἀντανακλοῦσε τὰ τόσα χρώματα καὶ φαίνονταν ὅλα ξαφνιασμένα μέσα στὴν τόση λάμψη. κουνοῦσε τὰ κρόσια ἐμπρός. Κάτι ἐλάχιστο. ἔνιωθα νὰ ζῆ μέσα μου καὶ γύρω τὸ κορμί μου νὰ σμίγη καὶ νὰ χωνεύη μέσα στ’ ἀναίσθητα σανίδια τῆς κουβέρτας. στρωμένα ἦταν μὲ ροῦχο κατακόκκινο. Θυμοῦμαι μόνο πὼς ἔμεινα ἀκίνητος. Καὶ παραπάνω τόξο ἁπλώθηκε λευκοκίτρινο κι ἔχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινὰ καὶ ποτάμια πράσινα. τὰ ἔκρυψε κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ μαγνάδι* του. Κάπου στὰ πέρατα τῆς γῆς πυρκαγιὰ τίναζε τὴ λαμπάδα της ψηλὰ κι ἔρριχνε φοβεροὺς ἀποκλαμοὺς* πέρα δῶθε. Μὰ ὅλα.. ὅπως ἡ πλημμύρα προβαίνει καὶ σκεπάζει μὲ ἀφροὺς καὶ γλῶσσες τὴν ἀμμουδιά. Πρώτη μου σκέψη ἦταν πὼς ξύπνησα στὸ στομάχι κάποιου ψαριοῦ. ἅπλωνε τὶς ἀραχνοΰφαντες δαντέλες του καὶ πρόβαινε. Κάτω στὰ βάθη τοῦ βοριᾶ κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο ἄπλωσε καὶ τύλιξε γαλαζόχρωμα τ ἀστέρια. Κι ὅμως δὲν ἦταν στομάχι ψαριοῦ. δὲ θυμοῦμαι. Τ’ ἄνοιξα ἢ τά ᾽κλεισα δὲ θυμοῦμαι. Μὰ ποῦ τὸ κάμα καὶ ποῦ ἡ ἀθάλη της. 124 . Πίστεψα πὼς κολυμποῦσα στὰ αἵματα. ποὺ ρούφηξε τὸ καράβι μας. Ἤθελα νὰ μὴ βλέπω τίποτα. ψηλὰ καὶ χαμηλά. Πόσο ἔμεινα ἔτσι δὲν ξέρω. ποὺ ἔβαφε μὲ ἁβρὸ φεγγοβόλημα ὡς καὶ τὸ σωτρόπι* τῆς σκάφης μας. Καὶ ὅπως ὁ κοιμάμενος σὲ σκοτεινὸ δωμάτιο αὐτόματα ξυπνᾶ στὸ λαμπρὸ φῶς τῆς ἡμέρας... κι ἄν μοῦ ἦρθε τίποτα. Ἡ Γῆ βούλεται νὰ πεθάνη μέσα στὰ ροδοκύματα!. Ἄξαφνα ὅμως ἄρχισα ν’ ἀνατριχιάζω· σὰν κάποιος μαγνήτης νὰ ἐρεθίζη τὰ νεῦρα μου. νὰ μὴν αἰσθάνωμαι πὼς ζῶ. κινητὸ σὰν ἀνεμόδαρτο παραπέτασμα. Καὶ τὸ τόξο. Καὶ λίγο λίγο σχεδὸν τὸ κατόρθωσα. χρυσορόδινα ἤ γλαυκά.* Καὶ τὰ δυὸ ἔλειπαν. κυματιστό. σὰν θαμπὸ καντηλάκι. κι ἐγὼ ἄνοιξα τὰ μάτια μου. τοῦ κόσμου ἡ συντέλεια. Τ’ ἀέρινα ποτάμια ἔτρεχαν γοργὰ καὶ φούσκωναν καὶ κυλοῦσαν πάντα σκοτεινὰ ἢ πράσινα. ὅπως ἡ ὑγρασία ἀναγκάζει τὰ πουλιὰ στὸ φλυάρισμα. Μὰ περισσότερο ξαφνιασμένος ἡμουν ἐγώ.

Τώρα. ἄκουσα νὰ μοῦ λέη: . πρὶν τὸν κλωτσήσουν στὴν καταστροφή. χιλιόμορφη κόρη στάθηκε ἀντίκρυ μου. ἔχυναν γύρᾳ κάποια λάμψη ἀθανασίας καὶ κάποια πτρηφάνια βασιλικὴ. Διαμαντοστόλιστη κορόνα φοροῦσε στὸ κεφάλι. Πάει τώρα ἡ γῆ μὲ τοὺς κᾳρπούς. τὰ χείλη της τὰ κοραλλένια. πάει κι ἡ θάλασσα μὲ τὰ ξύλα της! Οὔτε τραγούδια πλιὸ οὔτε ταξίδια! Ἀλλὰ δὲν ἄκουσα τὸ χτύπημα. Κύκλωπας βγῆκε ἀπὸ τὸ κῦμα κι ἔδειξε λεπιοντυμένο τὸ μισὸ κορμί. τ’ Ἀλεξάντρου ἡ ἀδερφή ποὺ ἔκλεψε τὸ ἀθάνατο νερὸ καὶ γυρίζει ζωντανὴ καὶ παντοδύναμη. Τώρα βασιλιὰς Ἀλέξαντρος! οὔτε τὸ χῶμα του δὲν βρίσκεται στὴ γῆ. Νά τος. . Καὶ ἄξαφνα ὁ θεότρομος όγκος. γαλάζια χήτη. ἅπλωναν στὶς πλάτες ὡς κάτω στὰ κύματα. Κάτω βαθιά. Τὰ δυό του μάτια γύριζαν φωτεινοὺς κύκλους κι ἔβλεπαν περήφανα τὸν κόσμο. Ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος! ψιθύρισα μὲ περισσότερη ἀπορία. Ἦταν ἡ Γοργόνα. ὁ χαλαστὴς καὶ σωτήρας ἄγγελος. 125 . Τὸ θωρακωτὸ στῆθος καὶ τὸ παρθενικὸ πρόσωπο ἄλλαξαν ἀμέσως. Δὲν εἶχα συνέρθει ἀπὸ τὴν ἀπορία καὶ φωνὴ γλυκιά. Ὀιμέ! κακὸ ποὺ τό ᾽παθα! ῾Η χιλιόμορφη κόρη ἔγινε μεμιᾶς φοβερὸ σίχαμα. και πρόβαλλε στὸ ἀριστερὸ τὴν ἀσπίδα κι ἔπαινε στὸ δεξὶ τὴ μακεδονικὴ σάρισα*. ἔβγαλαν γλῶσσες καὶ κεντριὰ φαρμακερὰ κι ἔχυσαν φοβεριστικὸ ἀνεμοφύσημα. Δὲν ἦταν ὁ Χάρος τῆς γῆς. Κι ὅσο γρηγορώτερα προβαίνε. ὁ χαλαστὴς καὶ σωτήρας! Τὸν ἔβλεπα κι εἶχα σύγκρυο στὴν ψυχή. κυρά μου! ἀπάντησα. Τὸ πλᾳτὺ μέτωπο. φάνταζαν Ἀγιονόρος.Ἄξαφνα ἀνατρόμαξα. ὅταν ἡ φωνὴ ξαναδευτέρωσε. εἶπα. χωρὶς νὰ σκεφτῶ. καὶ τὰ πλούσια μαλλιά. ὁ θεόσταλτος ἄγγελος. ημερη καὶ μαλακή.Ναύτη . μεσ’ ἀπὸ τὸ μενεξεδένιο σύγνεφο εἶδα νὰ προβαίνη ἴσκιος πελώριος. .Ναύτη .καλεναύτη· ζῇ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος. Τώρα καλογνώρισα μὲ ποιὸν εἶχα νὰ κάμω. τὸ πυργογύριστο κεφάλι του. τ’ ἀμυγδαλωτὰ μάτια. Δὲν ἤξερα τί ρώτημα ἦταν ἐκεῖνο καὶ τί νὰ τῆς ἀποκριθῶ. Απὸ τὰ κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι ἔσφιγγε τὸ κορμὶ ὁλόχρυσος θώρακας λεπιδωτὸς. Ἡ χοντρὴ κορμοστασιά. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ζῇ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος. ῾Ο ἲσκιος πρόβαινε στὰ νερὰ μὲ ἅλματα πύρινα.καλεναύτη· ζῆ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος. τόσο μίκραινε ἡ κορμοστασιά τοῦ. Ζωντανὰ φίδια τὰ μεταξόμαλλα σηκώθηκαν πέρα δῶθε. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ πρόσμενᾳ σφυρὶ νὰ πέση τὸ φριχτὸ χτύπημα.

ἀλλὰ γιὰ τὴ μνήμη τοῦ ἀφέντη της. Τώρα οὔτε στέμμα οὔτε τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου . νὰ σμίγουν στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κάνουν στέμμα γιγάντιο. Καὶ ἄξαφνα στὸν ὁλοπόρφυρον ἀέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό..Ὄχι. Μὰ σιγὰ . Ποιός ξέρει. Σὰν νὰ χύθηκε ἀθάνατο νερὸ ἡ φωνή μου στὶς φλέβες της.σιγὰ οἱ ἀχτίνες ἄρχισαν νὰ θαμπώνουν καὶ νὰ σβήνουν μιὰ μὲ τὴν ἄλλη.Ναύτη . Δὲ ρωτοῦσε βέβαια γιὰ τὸ φθαρτὸ σῶμα. Σήκωσα τὰ μάτια ψηλὰ κι εἶδα τ’ ἀέρινα ποτάμια. Ἦταν κάμωμα τοῦ καιροῦ ἤ μὴν ἦταν ἀπόκριση στὸ ρώτημα τῆς ἀθάνατης. ἄλλαξε ἀμέσως τὸ τέρας κι ἔλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. τὰ χρυσορόδινα καὶ τὰ γλαυκά. τὰ σκοτεινὰ καὶ τὰ πράσινα.καλεναύτη· ζῆ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος. Ἐκείνη μὲ κοίταξε αὐστηρὰ καὶ μὲ φωνὴ τρεμάμενη ξαναρώτησε: . Σήκωσε τὸ κρινάτο χέρι της ἀπὸ τὴν κουπαστή. ψέματα!. Ἀνδρέας Καρκαρβίτσας «Λόγια τῆς Πλώρης» 1899 126 . χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας ἀπὸ τὰ χείλη της. ἀγέραστη κι αἰώνια σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Ζῆ καὶ βασιλεύει καὶ τὸν κόσμο κυριεύει. λὲς κι ἔπαιρνε τὰ κάλλη μαζί της ἡ Γοργόνα στὴν ἄβυσσο. λὲς καὶ γύριζε τώρα ὁ μακεδονικὸς στρατὸς ἀπὸ τὶς χῶρες τοῦ Γάγγη καὶ τοῦ Εὐφράτη.. .Ζῆ καὶ βασιλεύει· ἀπάντησα εὐθύς. τρανοφώναξα μὲ λυμένα γόνατα. στὴν κουπαστή ἔπαιξε ζερβόδεξα τὴν οὐρά της κι ἔδειξε Ὠκεανὸ τὸ μαλακὸ Πόντο. νὰ στρώση τὸν ἀθέρα μὲ τῆς πορφύρας τὸ χρῶμα.Ἡ δόξα ἦταν τοῦ μεγάλου κοσμοκράτορα. ἕνα δασοτριχωμένο καὶ βαρὺ χέρι.κάπου σκόρπια σύγνεφα ἔμεναν σταχτιὰ καὶ κάτωχρα· καὶ μέσα στὴν ψυχή μου θαμπὴ καὶ ξέθωρη ἡ πορφύρα τῆς πατρίδας μου. Μὲ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα* ἐκείνη τὴ νύχτα. Ἄκουσε τὰ λόγια μου καλά. Καὶ τώρα στὴν ἄκριτή μου ἀπόκριση. μανιασμένη ἔρριξε τὸ χέρι. κυρά. . Καὶ μόνο γιὰ κείνης τὸν ἐρχομὸ ἔχυσε ὁ Πόλος τὸ σέλας του.

ΝΕΩΤΕΡΑ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 127 .5.

128 .

πάντα τὴ δάφνη ἐλεύθερη θὰ τὴν ἰδῆς σπαρμένη. μέρα χαριτωμένη! Κάθε φορὰ ποὺ ἡ λάμψη σου στὴν ἐκκλησιὰ προβάλλει.Η 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ Τέτοιαν ἡμέρα διάλεξεν ἡ σπλαχνικὴ Μαρία νὰ εἰπῆ στὸν Κύριο τοῦ Παντός. Μέρα γλυκιά. Γεώργ. π’ ἀτρόμητος ἁπλώνει τὸ ξακουστὸ τὸ Λάβαρο κι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία πρῶτος προβάλλει ἀγωνιστὴς καὶ πρῶτος ξεσπαθώνει. ποὺ μ’ ἄπειρη λατρεία ἐμὲ γιορτάζουν σήμερα. ποὺ τ’ ἄψυχα ἐμψυχώνει: «Κοίτα στὴ γῆ τοὺς Χριστιανούς. Καὶ πνεῦμα θεῖο χύθηκε μεμιᾶς εἰς τὴν ἁγία ψυχὴ τοῦ ἐνδόξου Γερμανοῦ. ἐνῶ προφέρει ὁ Γερμανὸς κι ἠχολογοῦν οἱ ἄλλοι τὸν ὅρκο. πόση σκλαβιὰ πλακώνει!». 1886 129 . Φεύγουν ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι. π’ ὅλην ἔσεισε βαθιὰ τὴν οἰκουμένη. μέρα λαμπρή. Μαρτιννέλης «Ἐθνικαὶ Εἰκόνες».

γεμάτο ἀγάπη ἀρχαία. Τὸν ἤξεραν. ὅπως θέλει αὐτός. Ἦταν καθάριο. Εἶναι περήφανος. πίσω ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Ρώμα. Ἤτανε τίμιος στὶς δοσοληψίες του. ὁ μοναχὸς ἀπὸ τοὺς καπεταναίους. ὁ Γιάννης λίγο μικρότερος καὶ τέλος τὸ στερνοπαίδι του. βουὶζει τὸ εὔθυμο μελίσσι τῆς φαμελιᾶς: Ἡ γλυκιὰ κι ὑποταγμένη Κατερίνα. ποὺ τὴ λάτρευε σὰν εἰκόνισμα. ἡ Γιωργίτσα κι ἡ ῾Ελένη. τὸ ὁποῖον εἶχον συγκροτήσει οἱ ἐκεῖ Ἄγγλοι δι᾽ ῾Ελλήνων ἐθελοντῶν). ὅπου ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν ὡς ἀξιωματικὸς εἰς στρατιωτικὸν σῶμα. Μονάχος τὰ βαφτίζει στὴν κολυμπήθρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ελλάδας. ἦταν ὁ Κολοκοτρώνης. Ἅμα διαλύθηκαν τὰ συντάγματα κι ἔσβησε κάθε στρατιωτικὴ ζωὴ στὰ Ἑφτάνησα. Τοὺς ἔχει τοὺς καλύτερους δασκάλους: Ὁ 130 . μὲ τ’ ὄνομα τὸ δὸξασμένο τοῦ παπποῦ . εἰς τὴν Ζάκυνθον. Στὸ θρόνο τῆς βασίλισσας καὶ τῆς Ἅγιας. ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ. ποὺ δὲν τά ᾽χασε καὶ δὲν γύρεψε ἀπὸ κανένα βοήθεια. κοντὰ στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ. ποὺ τ’ ἀνασταίνει. Δὲν εἶχε τὸν ἀντιπαθητικὸ ἀέρα τοῦ ἐπαγγελματίου παλληκαρᾶ. Ὅλα τ’ ἄλλα δούλευε. Ἡ ἀγορὰ τὸν ἐμπιστευόταν. ποὺ ἔχει ἀσφαλίσει μιὰ ἤσυχη κι ὄχι στερημένη ζωὴ στὴ χαροκαμένη «καπετάνισσα». Εἶναι νὰ τὰ ζηλέψουν ἀρχοντόπουλα γιὰ τὸν τρόπο. Ζοῦσε μὲ τὴ φαμίλια του σ’ ἕνα σπιτάκι. Κανένας δὲν ἦταν πιὸ κοσμαγάπητος ἀπ’ αὐτόν.Κωνσταντῖνος . ποὺ ὑπόφερε τόσα καὶ τόσα γι᾽ αὐτόν. Ἄλλαξε μὲ τὴν πιὸ μεγάλη εὐκολία τὸ σπαθὶ τοῦ πολεμάρχου μὲ τὸ κατάστιχο. σεβάσμια μορφή της. ῏Ἦταν πολὺ σεμνός. τὸν ἔδειχνα. μέσα σὲ τοῦτο τὸ ἱερό. Ἀπὸ τὰ δεκαπέντε χρόνια πού ᾽μεινε στὴ Ζάκυθο. παλληκάρι δεκαοχτὼ χρονῶν. Κι εὐτυχισμένος ποὺ μπορεῖ νὰ κάμη λιγώτερο πικρὴ τὴν ξενιτιὰ στὴν ἀγαπημένη του γυναίκα μὲ τὶς περιποιήσεις του καὶ ν’ ἀνατρέφη τὰ παιδιά του. εἶχε τὴν γριὰ μάνα του τὴν «καπετάνισσα». ὁ Πάνος. πατριαρχική.ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ (Ὁ Κολοκοτρώνης καταδιωκόμενος ὑπὸ τῶν Τούρκων εἰς τὴν Πελοπόννησον. τὸν τιμοῦσαν. ἡ γυναίκα του. ποὺ τὸν ἀκολούθησε στὴν ἐξορία.ποὺ τὸ λένε χαϊδευτικὰ Κολίνο. Γύρω ἀπὸ τὴν χιονισμένη. οἱ δυὸ του θυγατέρες. τὰ ἕξι μονάχα ἔκαμε ἀξιωματικὸς καὶ πολεμιστής. Κανένας δὲν παραξενευόταν νὰ τὸν βλέπη πάλι στὰ ἐμπόρια.

Ὁ Ἀλὴ πασάς στέλνει.. στὴν Ἀκαδημία.Ἄχ! δὲ θὰ ξανάρθη τὸ σεφέρι. Αὐτοὺς θέλουν νὰ σαρώσουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. στὴ Ζάκυθο τὸν γραμματικό του Μάνθο Οἰκονόμου: Νὰ προσκαλέση τὸν Κολοκοτρώνη νὰ πάη στὰ Γιάννινα. εἶναι ὁ φημισμένος δάσκαλος τοῦ Φώσκολου καὶ τοῦ Σολωμοῦ. . ἀπὸ τὸ χεράκι κι ἀνέβαιναν τὸ δρόμο τοῦ Κάστρου. τὸν Κολίνο. Εἶναι ὁ σοφὸς τοῦ σπιτιοῦ.* Δὲ θ’ ἀντιλαλήση πάλι στὶς ράχες τὸ τουφέκι τὸ Κολοκοτρωνέικο. Ἔπαιρνε πολλὲς φορὲς τὸ στερνοπαίδι του. τὴν μάνα. ὅπως ἔλεγε τὸν Ἀλή. Ὁ πόθος νὰ τραβήξη τὸ σπαθὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ μονάχα γι’ αὐτήν. γιὰ νὰ κηρύξη. κάθε Κυριακή. τὶς ἀδελφάδες τους ταχτικά. ἀναστενάζοντας: . μὲ τὶς σταχτογάλαζες κορφὲς στὴν ψιλὴ γάζα τῆς πάχνης: .Ἐκεῖ ἔζησαν οἱ πρόγονοί μας τοῦ ᾽λεγε· αὐτὸς ὁ τόπος στενάζει τώρα κάτω ἀπ’ τὸν ζυγό. πατέρα μου. τὸν πατέρα. Εἶναι καμάρι τοῦ νησιοῦ αὐτὰ τὰ Ἑλληνάκια. στὴν ἐκκλησία.. θέριευε κάθε μέρα πιὸ ζωντανὸς κι ἀκράτητος μέσα του. ἐτίτηδες. ὅταν μὲ τὰ χιονάτα φουστανελάκια τους καὶ τὰ τσαρουχάκια τους πηγαίνουν μὲ τὴν γιαγιά. Τὸ φλογερὸ κήρυγμα ἕχει στὰ στήθη τῶν Κολοκοτρωναίων ἀντίλαλο καθαρὰ ἐθνικό· δὲ βλέπουν μπροστά τους παρὰ Τούρκους. Μὲ πῆρε τὸ παράπονο καὶ τὸ μεγάλο ντέρτι. ῾Ο Κολοκοτρώνης καὶ τὰ Κολοκοτρωνάκια του μένουν κι ἀκοῦνε μὲ κατάνυξη. αὐτὸν τὸν καιρό. Ὁ πρῶτος νέος τοῦ καιροῦ του. Τὸ λαϊκὸ τραγούδι ἔχει κάμει ἀθάνατες τοῦτες τὶς στιγμὲς καὶ τὴν σιωπηλή. βαθιὰ συγκίνησή τους: . Τοῦ ᾽δειχνε μακριὰ τὰ βουνὰ τοῦ Μοριᾶ. καὶ κλαῖς καὶ βαριαναστενάζεις. Ὁ Μαρτελάος ἀνεβαίνει πολὺ συχνὰ στὸν ἄμβωνα. Δὲν ἀπελπιζόταν ὅμως ποτέ! Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἡ 131 . Εχει πάει στοὺς Κορφούς. Ὁ Μοριὰς δὲν μποροῦσε νὰ δείξη πιὸ διαβασμένον Ἕλληνα.Βλέπω τὴ θάλασσα πλατιὰ καὶ τὸ Μοριὰν ἀλάργα. Μὲ πόνο βαθὺ σήκωνε τὰ μάτια του κατὰ τὰ βουνὰ τοῦ Μοριᾶ καὶ μουρμούριζε. Ὁ Κολοκοτρώνης δὲ δέχτηκε νὰ ὑπηρετήση τὸ «μεγάλο θεριὸ» τῆς ἠπείρου. νὰ πάρη στὴν αὐλή του ὄποια θέση θέλει.Μαρτελάος ποὺ τὰ μαθαίνει γράμματα.Τί ἔχεις. Ὁ Πάνος λείπει τοὺς περισσοτέρους μῆνες.

ἅμα τὸν εἶδε. Ἡ ἰδέα μιᾶς πανελλήνιας συνωμοσίας. Φῶς ἄστραψε μέσα του. Τὸ πρῶτο. Λατῖνοι λέγονταν ἡ φαμίλια. . ποὺ σκέφτηκαν. Τοῦ τὰ εἶπε ὅλα. ὸ Κολοκοτρώνης τὸν ἔκοψε ἀνυπόμονα: . Εἶναι χρόνια. ποὺ εἶχαν νὰ λάβουν ἀπὸ τὸ καιρὸ ποὺ ὑπηρετοῦσαν στὰ Ἑφτάνησα. ἡ φαμίλια μου. Σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση. φοινικιές. Ἤτανε τὸ ἀγαπημένο ἐκκλησάκι τοῦ Κολοκοτρώνη. κατηχημένος στὰ μυστήρια τῆς Φιλικῆς καὶ σταλμένος νὰ κατηχήση κι ᾄλλους. Τοῦ ἔστειλαν πρόσκοπο τὸν Πάγκαλο. ποὺ νὰ ἑνώνη πολιτικοὺς κι ἱερωμένους. Σὲ τοῦτο τὸ ἐκκλησάκι τράβηξε ὁ Κολοκοτρώνης τὸν Πάγκαλο. Ξαφνιάστηκε ὅμως. Ὅταν ἄρχισε νὰ τοῦ κάνη τὸ συνηθισμένο ψάρεμα στοὺς κατηχούμενους. μὲ δυνάμεις ἑλληνικές. 132 . στὸ ῾Υδραίικο σκολειό. ποὺ ἦταν γεμάτη ἀγωνία. ἐλιές. τοῦ φαινόταν ἡ μόνη σωτήρια. κιτριὲς καὶ λεμονιές ζωσμένο πρασινάδα καὶ λουλούδια. τὸ αἷμα μου. ὅ. τ’ ἄρματά μου. ἔλαβε τέλος ἀπόκριση ἕνα πρωὶ τοῦ 1818. μίλα ξάστερα! Δὲν ταιριάζουν σὲ μένα λόγια λοξά.τι ἔχω. Δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τοὺς δυτικούς. Τριγυρισμένο ἀπὸ καρυδιές. χωρὶς μάταιη ἐλπίδα γιὰ ξένη βοήθεια. ποὺ τὸ ᾽χτισε.πίστη του ἦταν ἀσάλευτη.μιᾶς συνωμοσίας ποὺ θὰ χτυποῦσε ἀπ’ ὁλοῦθε καὶ μ’ ὅλους τοὺς τρόπους τὸν τύραννο. εἶχε γυρίσει τώρα μαζὶ μὲ τὸ Χρυσοσπάθη καὶ τὸ Δηημητρακόπουλο. Σ’ αὐτὸ εἷχε βαφτίσει ὅσα παιδιὰ εἶχε ἀποχτήσει στὴ Ζάκυθο. ποὺ ἦταν δάσκαλος. Γύρεψε στὴ στιγμὴ νὰ ὁρκιστῆ. Τράβηξαν κάτω ἀπὸ τὸ κάστρο τὸ δρόμο τῆς Μπόχαλης μὲ τὶς μύριες ὀμορφιές. Εἶδε μπροστά του τὸ δρόμο τοῦ λυτρωμοῦ. ὁπλαρχηγοὺς καὶ προεστοὺς . Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς. Μὰ πῶς.Πες μου τα ὅλα. ἀπὸ τοὺς καπτταναίους ποὺ ·εἶχαν ἀνέβει στὴν Πετρούπολη νὰ γυρέψουν ἀπὸ τὸν τσάρο μιστούς. γιὰ νὰ δώση μπροστά του τὸν μεγάλον ὅρκο. ἐμπόρους καὶ ναυτικούς. ἤτανε νὰ μπάσουν στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία τὸν Κολοκοτρώνη. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν θυμόταν κάπως. κυπαρίσσια.Ἐγώ. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς τοῦ ᾽χε δώσει γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακὸ κι ἕνα γράμμα. Εἶχαν βγῆ κρυφὰ στὴν Ὕδρα κι ἀγνώριστοι μένανε στὸ σπίτι τοῦ καλαβρυτινοῦ Νικηφόρου Παμπούκη. πὼς μιὰ μέρα θ’ ἄστραφτε σ’ αὐτὰ τὰ βουνὰ ἡ ρομφαία τῆς λευτεριᾶς. ποὺ προσμένω τέτοιο χαμπέρι*. εἶναι γιὰ τὴν ῾Ελλάδα. εἶναι ἕνα ἐκκλησάκι: Ὁ Ἅι Γιώργης τῶν Λατίνων. Τὸν τράβηξε σ’ ἕναν ἐξοχικὸ περίπατο.

Καὶ τὶς μεγαλώνουν. Τὸν ἀκούει. καὶ νὰ δείξη σὲ δάσκαλο καὶ μαθητὲς πῶς φτιάνουν τὰ χαρτοῦτσα. Ὁ Κολοκοτρώνης γυρίζει ἀλλαγμένος στὸ σπίτι του. Κι εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ γλιτώσουν τὸ βιβλίο ἀπὸ τὰ χέρια του. ἔβαλε τὸ πλατύ μεγάλο χέρι του ὁ λευτερωτὴς τῶν ραγιάδων. μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τῆς ἰδέας. Βρισκόταν πρόσφυγας στὴν Ζάκυθο. Κατεβαίνει στὸ κατώι κι ἐξετάζει μὴ λείπη τίποτ’ ἀπὸ τὴν σέλα του τὴν ὄμορφη. τὶς πληθαίνουν.μιὰ ξαναγυρίζουν τὶς φοβερὲς λέξεις τοῦ ὄρκου οἱ ἀντίλαλοι ἀπ’ ὅλες τὶς γωνιές.Τί τὰ μαθαίνεις αὐτοῦ τὰ παιδιά. Μελᾶς «Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ».Ὁ παπὰς ἦταν δικός τους. Καὶ τώρα σιωπὴ βαθιὰ καὶ κατανυχτική. Συνήθιζε νὰ πηγαίνη ν’ ἀκούη τὸν Μαρτελάο καὶ τὸν Καλύβα. ὕστερα ἀπὸ μῆνες. Μιὰ . Τὸ μυστήριο ἔχει τελειώσει. σπαθί. Δὲν εἶναι ἥσυχος πιά. νὰ δώση τὸν ὅρκο. Μιὰ μέρα εἶναι στὴν τάξη τοῦ Καλύβα. ποὺ εἶναι γεμάτες σκοτάδι καὶ μυστήριο. χαρούμενος. ὅταν ἔκαναν μάθημα.μιὰ πολύτιμη ἔκδοση τοῦ Βόλφ. Ἀνήσυχοι φτερουγίζουν κάτω ἀπὸ τὸν θόλο οἱ ἀντίλαλοι αὐτοί. Καὶ πότε πέ. νὰ συγυρίζη τ ἄρματά του. πετάει. 1930 133 . νίκες. Ψυχὲς λειτουργᾶνε. Σπ. σκυμένος. Κορμιὰ δὲν ὑπάρχουν. πού ᾽χει ἀπὸ τὸ σύνταγμα τοῦ Δούκα τῆς Ὑόρκης. Ἀπάνου στὴν ἕδρα εἶν’ ἕνα χοντρὸ βιβλίο . σὰν πουλιὰ ποὺ γυρεύουν ἀνοιχτὸ διάβα νὰ πετάξουν στὴν Ἑλλάδα. Ἦταν ὁ Ἠπειρώτης Ἄνθιμος Ἀργυρόπουλος. νὰ κοιτάζη. ἐτοῦτο νὰ τὰ μάθης! Καὶ χύνεται στὸ βιβλίο καὶ θέλει νὰ σκίση τὰ φύλλα του. Τώρα τοῦ φαίνεται πὼς δὲ λένε τίποτα. Αὐτὸς ὅρκιζε ὅλους τοὺς φιλικοὺς καὶ κρατοῦσε ταχτικὸ ἀρχεῖο. νὰ κράξουν σὲ συναγερμὸ τὰ σύγνεφα τῆς μεγάλης τρικυμίας. ποὺ κάνει μάθημα. Ὀνειρεύεται ντουφέκι. Νά. Ἄξαφνα τοῦ φωνάζει: . Τὸ μισόφωτο τῆς ἐκκλησίτσας ἐξαϋλώνει τὶς τρεῖμορφές. Ὕστερα οἱ φράσεις γιὰ τὴν πατρίδα κόβονται ἀπὸ στεναγμοὺς καὶ ἀναφιλητά. τὰ φυσέκια τῆς μπαρούτης γιὰ τὸ ντουφέκι. παλιὸ εἰκονισματάκι μὲ τρεῖς σβησμένες μορφές. Ἀπάνω σ’ ἕνα σκεβρωμένο. Σὰν νὰ εἶναι μπροστὰ ὅλα τὰ μαῦρα κοπάδια τῶν ραγιάδων καὶ νὰ ὁρκίζωνται μαζί του. μάχες. Πότε εἶναι ἀλαφρός. θάνατο. Τὸν βλέπουν γιὰ πρώτη φορά. Εἶναι γονατιστός.φτει ἄξαφνα σὲ συλλογή. κατατρεγμένος ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασά.

Τὰ μάτια τους στεγνὰ τὸν καπετάνιο ἀντίκριζαν τὸν ξαπλωμένο. Ἡ μέρα ἐκείνη ἦταν πικρή! Κι ἡ μοῖρα τους ἔτσι ἤτανε γραφτή. . Ὁ Ἀλιζόταγας. Ὁ καπετάνιος εἶχε καλέσει τοὺς Ἀρβανίτες σὲ πόλεμο γιὰ θάνατο καὶ γιὰ ζωή. κι ἄλλοι δέκα ἀντάμα.Καρδιά.θάνατος ποὺ χρόνια τὸν παρακαλοῦσαν ἔκανε τὸ κλάμα τους σὲ γέλιο νὰ ξεσπάση. . .. πᾶν κι αὐτά.Κι ὁ ψυχογιός. Κι οἱ Ἀρβαθίτες σκόρπισαν. -. ποὺ δὲν ἔδειχνε ζωῆς σημάδι. ὀρθὸς στεκότανε στὸν καπετάνιο ἀντικρύ. τοῦ ξακουστοῦ τ’ Ἀρματωλοῦ . ἀσάλευτο μὲ τὴ σπαθιὰ κατεβαστὴ στὸ πρόσωπο. .ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ Ἡ μέρα ἐκείνη ἦταν πικρὴ κι οἱ Κλέφτες. Δερβέναγας σκληρός. Κανένας δὲν τοὺς εἶδε (ἦταν ἀληθινό). δέν κρατήθηκα. Τ’ ἄρματά μου. Ὅλοι στὸν τόπο. Κι ἡ σαλαγή του ν’ ἀντηχῆ γιὰ νέο φοβέρισμα στοὺς Κλέφτες τοὺς θλιμμένους.. δὲ ζῆ! Τοὺς βγῆκα μπρὸς καρτέρι. καπετάνιε! φώναξε. καὶ πολεμώντας ἀνηφόρισαν! Κι ἔπιασαν τὸ καταρράχι καὶ σταμάτησαν. Κι ὁ Ἀλιζόταγας 134 . πατέρα! Καὶ θὰ ζήσης! Εἶπε ἕνα ἀπὸ τὰ παλληκάρια. . τοῦ καπετάνιου ὁ ἀκριβός. Πόσοι ἀπομείναμε. γιατὶ τρανὸς ἦταν κι ὁ θρῆνος ὁ δικός τους..Γειὰ καὶ χαρά σου. καὶ τ’ ἄρματα. εἷπε. . Κάποτε ὁ πληγωμένος ἀνασείσθηκε.Μὴν τὸ λές! Ξέκοψαν ἀπὸ μᾶς ἐκεῖ ποὺ πάψαμε τὸν πόλεμο.. Κι ὁ ψυχογιὸς σὲ λίγο. Τότε τροχάλισαν* ἀπὸ κοντὰ πόδια σιδερωμένα. Οἱ Κλέφτες ὅμως σώπαιναν. σὰν Χάρος φοβερὸς καὶ μαῦρος. Στὸ πρῶτο ἀνάβλεμμά του ἄλλη τρομάρα ζωγραφίστηκε. Στὸν δρόμο τὸν πλατὺ τοὺς βγῆκα καὶ τοὺς πέσαμε μὲ τὸ σπαθί.Μᾶς λείπουν. Ὅσοι βαρέθηκαν. Καὶ μοναχὰ τοῦ καπετάνιου τῶν κλεφτῶν ὁ θάνατος. τοὺς πήραμε (ἦταν ψέμα θλιβερό). πάντα θὰ τὴν θυμοῦνται.Ὁ ψυχογιός μου ποῦ εἶναι. χαίρεται καὶ καμαρώνει.. Πεθαίνω. Οἱ Ἀρβανίτες δὲν πῆραν τὸ κοντό. Ἅμα σὲ πῆραν οἱ σύντροφοι.. Στὰ χέρια οἱ Κλέφτες σήκωσαν τὸν καπετάνιο. Καὶ τώρα ὁ Ἀλιζόταγας. Ξαγόρασα τὸ αἷμα σου.. ποὺ χαλάστηκαν. ἐχθρὸς τοῦ καπετάνιου.. ποὺ εἶχε τὴ δόξα νὰ φορῆ τοῦ καπετάνιου τ’ ἄρματα..

Πάρ ᾽τα! Πάρ τα. μεγάλος κι αἱματόπνικτος.Δικά σου! Δὲν τὰ θέλω! Καὶ βγάλ’ τὰ δικά μου!...Ὅποιος ἁπλώση. τὸν περιμένει θάνατος! Τ’ ἄρματα. .Δὲν τὰ κρατοῦσα γιὰ γαμπρός! Τ’ ἄρματα εἶναι γιὰ πόλεμο. ὀρέ. ἄγριο. καὶ φάνταζε σὰ ν’ ἀναστήθηκε. Ὁ καπετάνιος ρέκαξε*. ὀρέ.Θέλω καὶ θέλω! Εἶμαι ὁ ψυχογιός σου ἐγώ! Ἅπλωσε τὸ χέρι ὁ καπετάνιος κι ἔδειξε τὸ κλεφτόπουλο.. εἶπε μὲ μιὰ φωνή. .Ὀρέ.Ὁρέ. πῶς θέλησες ἐσὺ νὰ μὲ ντροπιάσης.. Ἀφοῦ χαλάστηκα. κανένας μὴ τ’ ἀγγίξη! Τοῦ καπετάνιου τ’ ἄρματα! Ὅλοι προσέχανε στ’ ἀγριεμένο τὸ κλεφτόπουλο. . Τί λέει αὐτὸς ἐκεῖ. Ὁ Ἀλιζόταγας ἔπρεπε νὰ ζήση ἀνίκητος!. καπετάνιο. . ποὺ ράγιζε. ... Μὰ ἐκεῖνα τοῦ Ἀρβανίτη τὰ εἶχα ζηλέψει ἀπὸ καιρὸ γιὰ σένα. Δὲν ἀκοῦτε σεῖς.. Καὶ σοῦ τὰ ἔφερα.. Τί εἶναι ποὺ κρατᾶς. τὸν καπετάνιο σας! Γιάννης Βλαχογιάννης «Λόγοι καὶ Αντίλογοι». ἂν κράτησα τὴν πίστη στ’ ἄρματά σου. ὄχι γιὰ μένα. κανεὶς δὲν εἶδε πῶς.. σηκῶστε με! φωνάζει ὁ καπετάνιος. βγάλε τα δικά μου. .. . Ἄλλα ἄρματα προτίμησες.Προσκυνᾶτε. κι ὁ καπετάνιος εἶχε σηκωθῆ ὁλόρθος ἄξαφνα. ποιός σοῦ εἶπε νὰ τὸ κάμης. Τέτοια τιμὴ γιὰ σένα εἶναι μικρή.Ὀρέ. . Τρομερὴ ἦταν ἡ ματιά του. Κι ἔτρεμε τώρα τὸ κλεφτόπουλο μπροστά του. τ’ ἄρματα τὰ δικά μου δὲν τὰ καταφρονᾶς. . . . κι ἂν τὰ τίμησα.Κι ὁ Ἀρβανίτης.... ποὺ φορῶ.γυμνὸς στὸ χῶμα κείτεται! . 1908 135 . ἔχει τὸ χέρι στὸ σπαθὶ καὶ περιβλέπει... Τὸ κλεφτόπουλο. Σοῦ τὰ ἔφερα. στὸν ψυχογιὸ ριχτή.Συμπάθα με. κράζει. καπετάνιο! Ξέρεις. καὶ τὰ δοκίμασα!. ἂν σὲ σκότωνε καὶ σένα.Εἶναι τὸ καριοφίλι* του καὶ τ’ ἄρματά του. καὶ μοῦ τὰ ἔπαιρνε. κι ἔβγαλε ἕνα ροχαλητό. ποὺ δὲν σοῦ ἔπρεπαν. μὲ τὴ σπαθιὰ μεσόφρυδα. Θέλεις νὰ τὰ φορῆς ἀκόμα. μήτε νὰ τὰ ἰδῶ! Τώρα ἀφοῦ ἔχεις ἄρματα.

Μή. . Τὰ πρωτάτα* ἔφυγαν εἴτε ἀκολούθησαν ἀπελπισμένα τὸν καταχτητή· τὰ χωράφια κάηκαν· ὅσοι ἀντιστάθηκαν ἔπεσαν νεκροί· ὅσοι δειλοὔ χώθηκαν στοῦ δάσου τὶς κρυψῶνες καὶ τῶν θεριῶν τὶς μονιές. δὲν τὸ κρατεῖ ἐγωιστὴς στὰ σπλάχνα του. Ἡ γραμματαλλαγὴ δὲν ἦταν δύσκολη. τὸν ἔτρεφε μὲ λαγοὺς κι ἀγριοπούλια. γιὰ νὰ τὸν ἔχη πιστόν του δουλευτή κράτησε στὴν Ἄρτα τὴ γυναίκα καὶ τὰ τρία του παιδιά. σὰν γοργοπόταμο σάρωσε κάθε ταμπούρι ἐπαναστατικό. Καὶ σύγκαιρα πήδησε ὀρθὸς μὲ τὰ μαλλιὰ σηκωμένα. ἔμοιαζαν τοὺς δράκοντες. Καὶ ὁ κυνηγὸς εἶναι ἥσυχος. Τὸ πανὶ κατέβαινε τεντωμένο. Λίγος καιρὸς 136 . ὀχτώ . Στὰ Γιάννινα στόλιζε συχνὰ τὸ τραπέζι τοῦ πασᾶ μὲ τὸ κρέας τοῦ ἀγριογούρουνου καὶ τοῦ ἀλαφιοῦ. Συνῆλθε ἡ ψυχή. ποὺ ρουφᾶ. γιαταγάνια γυριστὰ καὶ καριοφίλια μακρύτερα· χαρμπιὰ* κι ἀρμούτια* καὶ πιστόλες. Ὁ Γούναρης στάθηκε ἀκίνητος. ὅσα δὲν ἔδιωξε μακριὰ τοῦ πολέμου ἡ ταραχὴ καὶ τῶν ἀρμάτων ὁ σάλαγος. μέσα στοῦ στρατόπεδου τὴν ἀνήμερη ζωή. ἔχει ἀμπόδιστα τὶς τροφὲς καὶ τὰ πολεμοφόδια καὶ τὴ γραμματαλλαγή του ἀπὸ πάνω. Ἦταν κυνηγός του. ἄλλα φλωροκαπνισμένα κι ἄλλα φτωχικά. ἄδραξε τὸ γιαταγάνι κι ἔρριξε φονικὸ βλέμμα γύρω ζητώντας νὰ χτυπήση ἐπίβουλον ἐχτρό. Ὁ Γιάννης Γούναρης ἀπὸ χρόνια δούλευε στὸ σπίτι τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη. τυλιγμένοι στὶς φλοκάτες. Ὅμως τὸ ἐπαναστατημένο χῶμα δὲ βγάζει μόνον ἄνθη καὶ καρπούς. ὅλοι κοιμόντουσαν βαθιά. Μὰ τὸ θαμπὸ φῶς τοῦ λύχνου ἔδειξε τὰ πάντα ἥσυχα μέσα στὴ σκηνή. σφιχτοδεμένο στὴ γῆ καὶ μόλις τάραζε ἀπὸ τὰ λαχτίσματα τοῦ ἀνέμου. τὸ πρόσωπο χλωμό. μὲ τ’ ἁβρὰ στηθούρια τῶν παπιῶν καὶ τῶν κοτσύφων. Μὰ ὁ Τοῦρκος. ὀρέ! Ὁ Γιάννης ὁ Γούναρης ἔβγαλε στὸν ὕπνο του σπαραχτικὴ κραυγή. Τὸ ἀσκέρι. Οἱ σύντροφοί του. Τὸ αἷμα τῶν ἀντρείων. μὰ τ’ ἀπορρίχνει πύρινο σὲ νέα σώματα. κατεβαίνοντας ἀπὸ τὴν Ἤπειρο στὸ Μεσολόγγι.δέκα Γκέγκηδες*. ποὺ συντροφεύουν ἄγρυπνοι τὸν ὕπνο τοῦ βασιλόπουλου. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς.Η ΘΥΣΙΑ Α΄. μὰ ἡ καρδιὰ χτυποῦσε δυνατὰ καὶ τὸ μεδούλι τῶν κοκάλων ἦταν παγωμένο ἀπὸ τ’ ὄνειρο. Καὶ τώρα. Δίπλα τ’ ἄρματά τους.

πλάγιασε κοντὰ 137 .. Μὰ στὴ γαλήνη που ἁπλώνεται γύρω. μὰ οὔτε πουλὶ μαντατοφόρο στὸ στρατόπεδο. Τὰ ὀρθάνοιχτα μάτια του τινάζουν σπίθες· τὸ χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει· τὸ στόμα χάσκει νὰ καταπιῆ τὸ ἄπειρο. Ἀπόψε. μόλις ἔγειρε στὸ ἀχερόστρωμά του. τὴν ἀβάσταχτη καρδιά του καὶ σταυροκοπιέται. ἀκούεται δίπλα του φωνὴ μισοκομμένη.τι ὑποφέρει αὐτός· ἂς ζοῦν τουλάχιστον εὐτυχισμένα τὰ μικρά του!. Μὰ ἐκεῖ. Ζοῦν ἀκόμα ἢ τὰ θέρισε ἡ ἀρρώστια ἢ τὰ σκότωσαν οἱ ἀλλόθρησκοι. γελοῦν καὶ χαχανίζουν ἀσυλλόγιστα. Καὶ τινάζεται ὀρθὸς νὰ δράμη νὰ τούς σώση. Διπλοκάθισε στὸ ἀχερόστρωμά του ὁ Ἀρβανίτης. μακραίνει κι ἄξαφνα σηκώνεται ὁλόρθο καὶ χύνεται στὰ παιδιά! Ὁ νοικοκύρης θέλει νὰ φωνάξη. φτερωτὸς δράκοντας προβαίνει ἀπὸ τὴ γωνιά. Μὰ τοῦ Γούναρη τὴν ψυχὴ μιὰ τὴ δέρνει ἀνοχή*. Σέρνεται στὸ πάτωμα ἐπίβουλο κουλουριάζεται δισταχτικό.Μή. Ἀπελπισία κι ἀνοχὴ δέρνει παντοῦ. Πιάνει τὸ καταϊδρωμένο μέτωπο. ροδοκόκκινα καὶ δροσερὰ σὰν τὴν αὐγὴ τὰ μάγουλά τους.πέρασε . μένει ἀκίνητος. Τῆς Ρούμελης τὸ χῶμα ἀναταράζεται πάλι ἀπὸ τοὺς διαβόλους τοῦ μύθου καὶ δὲν ἀφήνει τὸ Σουλτάνο νὰ κοιμηθῆ ξένοιαστος. Πλημμύρες καὶ χιονόνερα· πεῖνα καὶ γύμνια καὶ κακομοιριά· ἀρρώστιες λογῆς .καὶ νέοι ἀπόστολοι κηρύττουν τὴν ἀνάσταση καὶ ἀντρειεύουν τοὺς δειλούς. Ὁ Ἀλὴ ἀγάς. ὄνειρο κακὸ ἦρθε νὰ τοῦ φαρμακώση τνέ ζωή. Χρυσοΰφαντα ἔχουν τὰ φορέματα. Πῶς νὰ βρίσκεται ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του. Ὑποφέρει ὅ. . ποὺ κοιμόταν ἐκεῖ.Θεέ μου. Τρῶνε καὶ πίνουν.λογῆς βασανίζουν τὸ δόλιο ἀσκέρι.. Ὄχι τροφὲς καὶ πολεμοφόδια δὲν κατεβαίνουν πιά.. λαμπρὰ τὰ μάτια. τὰ παγωμένα μέλη. Ὕπνο δὲν ἔχει στὰ ματόφυλλα. δὲν ἔχει γαλήνη στὴν καρδιά. μωρὲ μπράτιμε καὶ οὐρλιάζεις ἔτσι.. Εἶναι γερά. κοντὰ στὸ τραπέζι.μῆνες τρεῖς . Παράλυτα ἔχει τὰ γόνατα. εἶναι ἄρρωστα. ὁ ἀρχηγὸς τῆς μάγκας. μὰ δὲν μπορεῖ. βάλε τὸ χέρι σου! . τὰ χέρια.Τ’ ἔχεις. Εἶδε γυναίκα καὶ παιδιὰ σὲ χαρᾶς τραπέζι. Ὅμως στὸν ἄφευκτο κίνδυνο ρίχνει δυνατὴ κραυγὴ σὰν κεραυνὸ ἀπὸ τὰ στέρνα του: . Ἄχ! εἴνειρο μὲ τρόμαξε˙ εἴνειρο κακό! ἀπάντησε κεῖνος. ξύπνησε στὴ φωνὴ κι ἀποροῦσε ἂν εἶναι στὰ σύγκαλά του ἢ τὸν χτύπησε κανέν᾽ ἀερικὸ τὸ Γούναρη. τὴ λαλιά. Τοῦ ἄμοιρου πατέρα ἡ καρδιὰ ἀναγαλλιάζει. ὀρέ!.

Μεθαύριο θαμπὰ κάνουμε τὸ γιουρούσι. ἄναψαν μὲ τὸ πρυόβολο τὰ τσιμπούκια τους κι ὁ Γούναρης μὲ ἀνατριχίλα τοῦ διηγήθηκε τ’ ὄνειρο. ποὺ βαρὺ καθότανε μέσα τους. Τὸ φίδι φίλος εἶναι. Τίποτ’ ἄλλο. Ἔφτασε τοῦ ἑνοῦ πὼς ἔσερνε τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους καὶ τοῦ ἄλλου πὼς πολεμοῦσε καὶ χόρταινε λάφυρα. ποὺ πῆγε νὰ τὰ χάψη. γιὰ τὸ αὔριο ἀδιάφοροι. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀφέντης καὶ ποιὸς ὁ δοῦλος δὲ φρόντιζαν. βγάλανε καπνό.Μὴ φοβᾶσαι. . Ἦταν πολὺν καιρὸ φίλοι ἀχώριστοι. Δὲν λέω πὼς εἶναι καλὰ ἔτσι· δὲν εἶναι παλληκαριὰ καὶ δὲν πρέπει στοὺς Ἀρβανίτες. Πάψανε πιὰ τὰ ψέματα. εἶπε ὁ Ἀρβανίτης. Αὔριο μεθαύριο ξεμπερδεύει κι αὐτό. Μαζὶ ἀκολουθοῦσαν τὸ Βρυώνη στὴν Αὐλὴ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ καὶ στὸν πόλεμο· ἴδια εἶχαν τὴ ζωή τους καὶ τοὺς πόθους.Σώπα καὶ θὰ τὰ ἰδῆς γλήγορα. Ἤ παίρνουμε σύνωρα* τὸ κάστρο ἢ τὸ στρίβουμε. Οχι! Ἀγαναχτισμένος ἔφτυσε δυὸ τρεῖς φορὲς χάμω κι ἔπειτα ξακολούθησε μὲ θυμό: . Κι ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν κυνηγὸ συλλογισμένο. σὰν ἄκουσε καλὰ τ’ ὄνειρο. Γρίκα. μπράτιμε. . Ἡ καθημερινὴ ζωὴ μὲ τὶς ἀπαιτήσεις καὶ τὸ φαρμάκι της. ὅπως τὰ καματερά. ποὺ ἀκολουθοῦν τοῦ ζευγολάτη τὸ θέλημα. Ὅπως κι ἂν ἦρθαν οἱ καιροὶ κι ἂν ἄλλαξαν τὰ πρόσωπα κι ἂν χωρίστηκαν τῆς φυλῆς τους τὰ ἰδανικά. ἔμειναν ἐκεῖνοι ἴδιοι κι ἀπαράλλαχτοι. Δὲ θὰ σαπίση στὸ βάλτο ἡ παλληκαριὰ τῆς Γκεκαριᾶς*. Μὴ φοβᾶσαι. . ἀγά μου! εἷπε ἀνατριχιάζοντας ὡς τὸ κόκαλο. Τὸ εἴπαμε ὀρθὰ κοφτὰ στοὺς πασάδες. τὸ μυστικό. μακριὰ ἀπὸ τὴ σκλαβιά. γιὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ θρέψουν τὶς φαμίλιες τους. Ἀκολουθούσανε κι οἱ δυὸ τὴ ζωὴ ἀδερφωμένοι. δὲν τοὺς ἄφηκε νὰ γνωρίσουν τὶς μεγάλες ἐλπίδες. τὰ παιδιά σου φίλος τὰ φυλάει. δὲν ἄφησε νὰ μαντέψουν καθόλου τὴ μεταβολή. Μὰ οἱ πασάδες δὲ θέν· τί νὰ γένη. Δούλευαν. Ἔχουνε Χριστούγεννα κι οἱ ραγιάδες θὰ βρίσκωνται οὗλοι στὶς ἐκκλησιές. δίχως νὰ δείχνη χαρὰ 138 . Τὰ παιδιά σου δὲν παθαίνουν τίποτα.Τί φίλος. Ὁ Γούναρης κούνησε τὸ κεφάλι. Τὸ κάστρο εἶναι ἀφύλαχτο καὶ τὸ παίρνουμε στὸ φύσημα.ὁ κυνηγός. Τὸ χτῆνος. ποὺ σηκώθηκαν ἀνεμόφτερες κι ἔτρεχαν ζητώντας ἀνοιχτὸν ἀέρα.

ρίχνουν χρῶμα σκοτεινὸ καὶ παραπονεμένο: στὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα. σὰν νὰ πενθῆ καὶ κεῖνος τοῦ ἐπαναστατημένου Γένους τὴν ἀγωνία. ποὺ κρατεῖ τοῦ ποταμοῦ τὸ ξεχείλισμα καὶ δὲν ἀφήνει νὰ πνίξη τὴ σπορὰ τοῦ κάμπου. Μέσα της ἔχει τὸ Μαυροκορδάτο καὶ τὸ Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της τὸ Γρίβα καὶ τοὺς Μοραΐτες ὁπλαρχηγούς. Νυχτόημερα τὰ κανόνια βροντοῦν καὶ τὰ ντουφέκια ἀστράφτουν καὶ λάμπουν τὰ σπαθιὰ καὶ οὐρλιάζουν τὰ πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστὰ στὸ χάντακα. σκορποῦνε στάχτη καὶ χόβολη.Ἤ τρόπαιο νίκης ἢ νεκροκρέβατο ἐδῶ! εἶπαν ὅλοι στὸ πρῶτο φανέρωμα τοῦ ἐχτροῦ. θρυμματίζουν τὶς πολεμίστρες καὶ βάφονται στὸ αἷμα καὶ στὸν πηλό. ὥσπου νὰ ξεψυχήση.θὰ τὶς χαροῦμε τὶς φαμίλιες μας. Ὁ ἥλιος ἀνάτειλε τώρα πίσω ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ Ὠλενοῦ. μπράτιμε . στὸ χορτάρι τῆς λαγκαδιᾶς καὶ τῆς ἀκρογιαλιᾶς τὸν ἄμμο. στῆς θάλασσας τὸ χαλκόχρωμο πρόσωπο καὶ στὰ παχνισμένα στήθη τοῦ κάμπου. ἐδῶ τὰ καράβια τοῦ Γιουσοὺφ πασᾶ καὶ κεῖ τ’ ἄρματα τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Μαῦρος ἥλιος. στὴν πέτρα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ Φίδαρη τὰ νερά.Σὲ λίγες μεροῦλες.ἢ δισταγμὸ στὰ λόγια του. ποιός τὸ ξέρει. γκρεμίζουν τοὺς τοίχους. Τὰ βόλια σκαλίζουνε τὸ χῶμα καὶ ρίχνουνε κάτω τὰ κορμιά˙ τὰ γιαταγάνια ξεσκίζουν τὰ τείχη. χτύπησε ἀλαφρὰ τὸν ὦμο του κι εἶπε χαμογελώντας: . 139 . . Οἱ μπόμπες νυχτόημερα κατεβαίνουν στὰ σπίτια. ἀναποδογυρίζουν τὶς στέγες. στὰ δέντρα τοῦ κάμπου καὶ στὸ κάστρο. Μὰ ἡ πόλη χαλκόστερνη στέκει στὴ γῆ της ἀδιάφορη στὴ λύσσα τοῦ ἐχτροῦ καὶ τοῦ Χάρου τὶς σαΐτες. Καὶ τὸ κάμανε ὡς σήμερα. λέει στὸ Μοριὰ νὰ καλλιεργήση τῆς ἐλευθερίας τὰ πρωτόλουβα βλαστάρια. τὰ σοθέματα καὶτοὺς κατοίκους. ἄφωτος καὶ θλιμμένος. Καὶ σὰν δέση* στοιχειωμένη. Ἡ Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ὁ Ζυγὸς ἀντίκρυ σπανὸς καὶ καψαλισμένος ἀπὸ τὸ φιὸ* τοῦ χειμώνα καὶ τὸ δαυλὶ τοῦ πορθητῆ· τ’ Ἀντελικιώτικα βουνὰ δίπλα προσκυνημένα καὶ ἀντίπερα ὁ Μοριὰς στέκουν συλλογισμένα κι ἀνήσυχα γιὰ τοῦ Ἀγώνα τὸ τέλος. Β´. Συγνεφοσκεπασμένος ὁ οὐρανός. Κι ἀνάμεσα.ἄκου ποὺ σοῦ λέω ᾽γώ! . φαίνονται ἕτοιμα νὰ σφίξουν στὰ σιδερένια στέρνα τους τὴν πόλη. Τί θὰ γίνη αὔριο. καταχνιασμένα τὰ οὐρανοθέμελα. Δώδεκα χιλιάδες τὴν πολεμοῦν.

σερνικὸ καὶ θηλυκὸ πλάι-πλάι. . Ἡ καρδιὰ τοῦ ἄμοιρου γονιοῦ πλημμύρισε ἀπὸ ἀναγάλλιαση σ’ αὐτὴν τὴν σκέψη. Γυρίζει στὰ ριζώματα τοῦ Ζυγοῦ. Πουλιὰ διαβήκανε κοπάδι ἀπὸ τὸ κεφάλι του· μὰ δὲν γυρίζει μάτι νὰ τὰ ἰδῆ. ἀπὸ τοῦ κυνηγοῦ τὴν ψυχὴ δὲν ἔδιωξε τὴ λαχτάρα. ὁ Τζάθας καὶ ὁ Μπίθας. πολλὲς φορὲς γαβγίσανε. Ἕνα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε. σπασμένα τὰ φτερά. ξυπνώντας τὴ λαγκαδιά.ἕνα τοὺς τόπους. Ἀλαφρὴ πέτεται μακριά. ποὺ σφαλοῦν τὰ μάτια στὸν αἰώνιο ὕπνο καὶ τὰ ράμφη ἀνοίγουν. ἴσως παγωμένη κάτω ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ δράκοντα. Ὁλόχαρος ὁ νοῦς του βλέπει ἕνα . μπορεῖ νεκρή. ἀνεβαίνει σὲ ράχες. Τὰ κυνηγάρικα σκυλιά. Μιὰ στιγμὴ πίστεψε πὼς ἦταν ἡ ὥρα τοῦ γυρισμοῦ. Πολλὲς φορὲς γοργοπόδης ὁ λαγὸς ξέφυγε ἀπὸ τὰ χαμοκλάδια· πολλὲς φορὲς ἡ ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστὰ στὴν κάνα του. βρόντηξε τὸ ντουφέκι του. Κι ἐκεῖ. Τὸ Μακρονόρος ἀφύλαχτο τοὺς δέχεται στὰ ὄμορφα δάση του. Δὲν τὸν μέλει τέσσερα! Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ποὺ ἔδιωξε τὸν ὕπνο ἀπὸ τὸ στρατόπεδο. Μὲ τὸ ντουφέκι στὴν ἀγκαλιὰ πλαγιασμένο.. Ναί· νὰ τελείωνε μιὰ ὥρ’ ἀρχύτερα τὸ βάσανο! Νὰ ἐπαίρναν τὸ κάστρο οἱ ἐχτροί! Ὁ πασὰς θὰ γυρίση στὴν Ἤπειρο καὶ μαζὶ θὰ γυρίση ὁ Γιάννης Γούναρης στὴ φαμίλια του. ποὺ θὰ διάβαινε. τὶς μανταλωμένες πόρτες καὶ πάσχει νά ᾽βρη τὴ φτωχὴ φαμίλια του. μὲ μάτια νυσταγμένα. τὰ παιδιά του ζωντανά! Γιά ἰδὲ πῶς τρέχουν νὰ κολλήσουν ἀπάνω του. ροβολᾶ στὰ λακκώματα πάντα ἀνήσυχος. γιὰ 140 . μὲ τὸ σακούλι στὸν ὦμο.Μὰ ὁ Γιάννης Γούναρης δὲν σκέφτεται γι’ αὐτά.Ἄχ καὶ νὰ τελείωνε! ψιθύρισε μὲ βαρὺ ἀναστεναγμό. Νά την ἡ Ἄρτα! Μὲ τὰ τζαμιὰ καὶ τὰ σαράγια. ζωσμένος τὰ μπαρουτόσκαγα. πηδᾶ χαντάκια καὶ τράφους. σὰν τ’ ἀρνάκια στὸ μαστάρι τῆς μάνας τους. βγῆκε νὰ κυνηγήση. νά κι ἡ γυναίκα. τὰ σήκωσε στὰ χέρια του. Τώρα τὴ σκοτεινὴ Κλεισούρα· τώρα τὰ Γεφύρια τοῦ Ἀλάμπεη· τώρα τὸ Βραχώρι*. μὲ τὰ κονάκια* τῶν ἀγάδων καὶ τοὺς στάβλους τῶν μπέηδων! Ἄχ. Μπάμ!. δῶρο ἀτίμητο τοῦ πασᾶ τοῦ Μπερατιοῦ στὸ Βρυώνη. Μὰ δὲν ἔχει νοῦ νὰ σηκώση τὸ ντουφέκι. δρασκελᾶ κορμόδεντρα. στῆς Ἄρτας τὰ στενοσόκακα. μὲ ματωμένο στῆθος. Ὁ Ἄσπρος* στραγγισμένος τοὺς δίνει πόρο ν’ ἀνεβοῦν στὸ Βάλτο. γιὰ νὰ θρέψη τὸν ἀφέντη του. Ἡ ψυχὴ δὲν ἔχει ὄρεξη ν’ ἀκολουθήση τὸ σῶμα του. γιὰ νὰ κράξουν τὴν προσοχή του. Ἔτρεξε.. τὰ ψηλαφᾶ νὰ ἰδῆ τὸ πάχος τους. στὰ σπίτια τὰ κλειστά! Περνᾶ τὰ καφασωτὰ παράθυρα.

Ὁ Γούναρης χαμήλωσε τὸ ντουφέκι του. κατὰ τὴν πόλη. Ἄ ναί· τὴ γνώρισε· εἶναι καμπάνα χριστιανικὴ κι ἔρχεται ἀπὸ τὴν πόλη μέσα. Τὸ σῶμα του ἀνατρίχιασε ἀναταράχτηκε ἡ καοδιά. Τῆς ἔκοψαν τὸ ψωμί.γέμισε πέρα ὡς πέρα τὸν κάμπο. ποὺ δίδαξε νὰ περιφρονοῦν τὸ θάνατο τοῦ ἑνοῦ γιὰ τὸ λυτρωμὸ τοῦ ὅλου. νὰ μὴ θυμίζη στὸ ραγιὰ οὐράνια παρηγοριὰ κι ἐπίγεια βυζαντινὴ βασιλεία. Σημερα ἐλεύθεροι. 141 . Σήκωσαν τὰ ἐθνικὰ λάβαρά τους στὸν ἀδούλωτον ἀέρα· στύλωσαν τὰ θρησκευτικά τους σήμαντρα καὶ πανηγυρίζουν. σὰν βαρυκοιμισμένος πολεμιστὴς στὴ σάλπιγγα. λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. τὸ χριστιανικό. θάφτονται βαθιὰ στὸ χῶμα της. τὰ βόλια. Μὰ ἔκοψε τὸ δρόμο καὶ τὴ χαρά του. Αὔριο γεννιέται ὁ Χριστός. ἀγγελόφερτος σὰν τὸ Μωϋσῆ. ὁ κυνηγὸς ἁπλώνει τὸ βλέμμα του ἀδούλωτο καὶ βλέπει ἐκστατικός. ζητώντας νὰ γνωρίση ποῦθε ᾽ρχότανε. Μὰ ἐκείνη πολεμᾶ. τὴ μπαρούτη˙ τῆς ἔκοψαν τὴ βοήθεια. τῶν οἰκογενειακῶν βωμῶν. ξαφνίστητε τώρα στὸν ἦχο. Ὅπου κι ἂν γύρισε ὁ κυνηγόε στὰ χωριὰ καὶ πολιτεῖες. Π ρώτη φορὰ τὴν ἄκουε. ποὺ θὰ πάρη τὸ βράδυ ἀπὸ τὸν ἀφέντη του. τῶν τάφων. Γ´ Ἄγρυπνοι τὴν πολεμοῦν ἐχτροί στεριὰ καὶ θάλασσα. Πολεμᾶ καὶ ζῆ ἐλεύθερη. Μὰ τὸ σπέρμα τὸ προαιώνιο. Τῆς γῆς τους λυτρωτὲς αὐτοί. Καμπάνας κλαγγὴ χύθηκε .νὰ ρουφήξουν στερνὸν ἀέρα στὰ φλογισμένα σωθικά τους. Ὁ καταχτητὴς ἀπὸ αἰῶνες τώρα ἀρνήθηκε στοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐκκλησιᾶς τὴ φωνή. χαίρονται στὰ καλὰ τοῦ ἥλιου καὶ γλεντοῦν. τὰ ρίχνει στὸ σακούλι του Ἔπειτα χαρούμενος τρέχει νὰ ζητήση ἄλλο κυνήγι καὶ συλλογίζεται τὰ φιλέματα. ἀλαφιάστηκε· γύρισε ζερβόδεξα τὸ κεφάλι. τῶν ἱερῶν. δοξολογοῦν τὸ μέγα βρέφος. τοὺ ἀγνάντευε ἀπὸ τὸ Χωρὴβ τὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. καμπάνα δὲ γνώρισε· κλαγγή της δὲν ἄκουσε. Καὶ ὅπως ὁ προφήτης δρόσιζε τὴν ψυχή του στὰ τροφαντὰ* λιβάδια καὶ τ’ ἀργυρὰ νερὰ κι ἔχτιζε πολιτεῖες καὶ κάστρα δυνατὰ γιὰ κατοικία τοῦ λαοῦ του. Ἔσπασε τὶς καμπάνες λιανὰ κομμάτια· γκρέμίσε τὰ καμπανοστάσια. Ὁ Γούναρης. Ὅσοι νεκροί. ποὺ πέρασε στὴ σάρκα του ἀπὸ γενεὲς γενεῶν. Ὅσοι ζωντανοί. Μόνον δυὸ ξύλα τοὺς ἄφηκε στρτβλὰ σὰν τὴν ψυχή του καὶ σὰν τὴ δύναμή του βάναυσα. αὔριο νεκροί· τί πειράζει. ἀκούμπησε στὴν κάνα τὸ χέρι καὶ κοιτάζει ἐκεῖ.

Μόνος αὐτὸς τὸ ξέρει κι οἱ Ἀρβανίτες. Ὁ πατέρας κοιμᾶται ἥσυχος στὴν κλίνη του κι ὁ δουλευτὴς τρυγᾷ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς δίχως τὸ φόβο τοῦ σπαχῆ* καὶ δίχως τοῦ δεκατιστῆ τὸ μέτρημα. ῾Η καρδιά του ἀνοίγεται στὸ μυστήριο. κάτω ἀπὸ ἕνα στέμμα καὶ μιὰ σημαία.Ἄχ.. χτίζουν θεμέλιο ἀκλόνητο τὰ γεράματα. μὲ τὰ κανόνια στημένα καὶ πυκνὴ καταχνιὰ πλακώνει τ’ ὄνειρό του.Ἄν τό ᾽ξεραν! συλλογίστηκε. τὸν πατρογονικὸ θεό τους! Οἱ ἐκκλησιὲς εἶναι τῶν ἐλευθέρων ὁ σεπτὸς βωμός· τῶν δούλων εἶναι οἱ πύργοι καὶ οἱ στουρναρόπετρες. καὶ πρὶν μεστώση. Πότε θ’ ἀπολάψη καὶ κεῖνος τὴ ζωή. Ναί. Ἐκεῖνα μόνο μὲ τὴ ζωή του ζοῦν καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο του μεγαλώνουν. ποὺ χαρίζει ἡ ἐλευθερία στὰ τέκνα της. Τὸ εἶπε ξάστερα ὁ Ἀλὴ ἀγάς.Δὲν ἀντικρίζει πιὰ τὴ στενὴ λουρίδα τοῦ Μεσολογγιοῦ. ποιός νὰ τοὺς τὸ εἰπῆ. Μὰ βλέπει ἀγνάντια του τὸ στρατόπεδο τῶν ἐχτρῶν. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν αὐγὴ τὰ σπαθιά τους τροχοῦν καὶ τὰ κεμέρια* τινάζουν ἀνυπόμονοι γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐφόδου. νὰ μὴν ἀφήκουν ἀφύλαχτο τὸ κάστρο. Ἄν τὸ γνώριζαν. Ναί. Κι εἶναι τὸ στέμμα ὁ δικέφαλος ἀετός! Κι εἶναι σημαία ἡ γαλανόλευκη.Μὰ ποιός νὰ τοὺς τὸ εἰπῆ.. βούλεται νὰ τὸ μαράνη.πέρα ἐλεύθερη. . Πῶς νὰ τοὺς κόψη τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἴσκιο ὁ πατέρας! . Τὸ δέντρο τῆς ἐλευθερίας δὲν ἄνθισε ἀκόμη ἐκεῖ· φυτεύτηκε. τ’ ἀγγελούδια του. Ψιθυρίζει ταπεινὸς καὶ δακρυσμένος. Μαζὶ μὲ τὴ κλαγγὴ ἔχει ὁ κυνηγὸς γύρω του μυρτιᾶς καὶ λιβανιοῦ μοσκοβολάδα καὶ τὴ ρουφᾶ λαίμαργος σὰν ἡλιοψημένο φύλλο τὴ δροσιά. Καὶ κεῖνος· τί νὰ κάμη ἐκεῖνος. μὰ δὲν ἔκανε καρπούς. Οἱ γονέοι χαίρονται τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς γονέους. Χριστέ μου. βάλε τὸ χέρι σου! Καὶ ἄθελα σφαλεῖ τὰ μάτια. νὰ μὴν πᾶνε στὶς ἐκκλησιὲς παρὰ στοὺς πύργους˙ νὰ μὴν πάρουν κεριὰ στὸ χέρι παρ’ ἀστόμωτα σπαθιά· νὰ μὴν ψάλουν τροπάρια στὸ Χριστό. τὸ Βασίλη. Τὸ εἷναι του κρατεῖ ὁ τύραννος. Ἄχ! νὰ τό ᾽ξεραν! . Βλέπει τὴν ἑλληνικὴ γῆ πέρα . . Τὰ νιάτα ζευγαρώνουν.. πότε. Ὄφις κακὸς παραμονεύει στὴ ρίζα.Ὄχ. ἐλευθερία καὶ εἰρήνη. πριονίζει μὲ τὰ σκυλόδοντά του τὸν κορμό. Τὴ γυναίκα του τὴν ὄμορφη Τρισεύγενη· τὰ παιδιά του: τὸν Κώστα. Θέλουν νὰ χορτάσουν αἷμα καὶ λάφυρα. Αὔριο θὰ κάμη τὸ γιουρούσι ὁ Τοῦρκος. γυρίζει τὶς πλάτες στὴν πόλη καὶ 142 . ἂν τό ᾽ξεραν. τὴ Λάμπω. μὰ τραγούδια τρανολάλητα στὸν Ἄρη. Ἐλευθερία ἐκεῖ.

πὼς. γκλὰν . ἀνεβαίνει ράχες.. καπνίζουνε τὰ σπίτια. Δοκιμάζεται ὁ ἀθέρας τοῦ σπαθιοῦ καὶ ἡ μύτη τοῦ χαρμπιοῦ* καὶ τοῦ ἀπελατικιοῦ* τὰ καρφιά. μπορεῖ ὅλα τοῦ ἐχτροῦ τὰ σχέδια νὰ τὰ χαλάση. δρασκελᾶ κορμόδεντρα. Πηδᾶ χαντάκια καὶ τράφους. Ὁ Γούναρης ρίχτηκε σ’ ἕνα λιθάρι ἀτελπισμένος. Τὸ Μεσολόγγι πατιέται τώρα καὶ κουρσεύεται ἀπὸ τοὺς Λιάπηδες*. φυσέκια καὶ στουρναρόπετρες μοιράζονται.γκλάν!. .. ἀντιλαλεῖ πάλι τὸ σήμαντρο στ’ αὐτιά του. Λαχτάρα παντοῦ καὶ θρῆνος· τρόμος καὶ χαμός! Κι ἡ ἑλληνικὴ σημαία πεσμένη κάτω τοῦ λέει ἄφωνα πὼς ἐκεῖνος εἶναι ἡ αἰτία τῆς τόσης καταστροφῆς. στολίδια τῆς χανούμισσας· ἡ μίτρα τοῦ Δεσπότη ἀγάδων σκούφωμα καὶ τὸ Τετραβάγγελο σημάδι στὰ ντουφέκια τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Ἐκεῖνος ποὺ στάθηκε πατέρας μὰ ὄχι Χριστιανός. κρασοπότηρα τῶν πασάδων˙ οἱ ποδιὲς τῆς Ἅγιας Τράπεζας..γκλάν!. ἀντιλαλεῖ στ’ αὐτιά του. ποὺ καθρέφτιζε τῆς δύσης τὰ πανώρια χρώματα. γκλὰν .γκλάν!-. Μὰ ἡ κλαγγὴ ἀκολουθεῖ τὸ βῆμα του παντοῦ.. Ὁ Γούναρης πίστεψε πὼς ἦταν φωνὴ ἀνθρώπινη.Ἄ. σέρνονται κονίσματα στὸν αἱματόβρεχτο πηλό. Ἀχούρια μπέηδων ἔγιναν οἱ ἐκκλησιές· τὰ δισκοπότηρα.. Ἐμπρὸς δὲν ἔχει τὰ παιδιὰ καὶ τὴ γυναίκα του.Γκλὰν . Θρυμματίζονται οἱ πύργοι.. κατεβαίνει λαγκαδιές. ἀλόγων σαΐσματα*˙ τ’ ἄμφια.Γκλάν!. Εἰκόνα φόνου καὶ ὀλέθρου ἄλλη ἁπλώνεται γύρω του. γκλὰν . Τὸ τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στὸ ποδάρι.φεύγει μακριά. Καὶ ἀκράτητος.Γκλὰν .. Ἄντρες ντύνονται βιαστικοί. μέσα στὰ σπλάχνα του βροντᾶ. ἂν ἀνοίγουν κεφάλια μὲ τὸ πρῶτο χτύπημα. ἂν θέλη. Τῶν καριοφιλιῶν οἱ φωτιὲς 143 . Γνωρίσανε θρασίμι* τὰ κοράκια κι ἑτοιμάζουν τὰ ράμφη τους νὰ χυθοῦν. . Δὲν εἶμαι μόνο πατέρας.. Ἀπ’ ἄκρη σ᾽ ἄκρη στὸν κάμπο ἡ ζωὴ αἷμα μυρίζεται κι ἀναβράζει.. σὰν ἀπὸ ἀνώτερη δύναμη σπρωγμένος. Ὁ Θεὸς ἔχει φροντίδα στὰ παιδιά μου· ἐγὼ τὴν τύχη τοῦ Γένους μου. ἄλογα σελοχαλινώνονται. βουνὰ θέλει νὰ ρίξη πίσω του. ναί˙ εἶπε μὲ ἀγωνία.γχλάν!.. Δ΄. .. Καὶ ἡ φωνὴ τοῦ λέει πὼς εἶναι καιρὸς ἀκόμη. γκλὰν .γκλάν!.. ὥρμησε κάτω στὸ περιγιάλι.

καφτάνια καὶ στολίδια. θέλουν νὰ περάσουν γοργὰ τὸ τρίχινο γεφύρι. Μπροστὰ μόλις ξεχωρίζει τὸ κάστρο. Οἱ δερβίσηδες* μὲ τους τζουμπεδες και τὰ πράσινα σαρίκια τρέχουν ἐδῶ κι ἐκεῖ φωνάζοντας τὴν προσευχὴ καὶ παρακινώντας τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη: «Ἕνας Θεός μέγας. ὀργιὲς μόλις μακριὰ ἀπὸ τὰ τείχη. Ἄτι χρυσοχάλινο στὸν ἀγά. νὰ γυρίσουν σπίτι τους φορτωμένοι στὰ λάφυρα. ὁλόρθος μέσα στὴ σκηνή. κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στοὺς σπαχῆδες*. χωρὶς οὔτε «γειά σου» νὰ τοῦ εἰπῆ. Δὲν ἤθελε νὰ πιστέψη πὼς φρόντιζε γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδας. μὲ τὶς σαΐτες στὸ δοξάρι καὶ τὸ βρόχο στὸ χέρι του. Τώρα κειτονται κρυμμένοι στὶς βουρλιές. 144 . Θὰ βροῦνε τάχα ἐκεῖ τοὺς Χριστιανούς. Ἔβγαλε τὸ μαντήλι. ποὺ γύρίζε εἶδε ἄξαφνα ἕνα προιάρι. Ἄστρο δὲ φαίνεται κανένα. στοὺς σημαιοφόρους τσαπράζια* κατάργυρα! Τῶν ἄπιστων τὰ πλούτη στὰ παλληκάρια· ἡ γῆ στὸν Ἀλλάχ! Ἡ νύχτα βουβὴ παραστέκει ἀπάνω τους. γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στὸ μπέη*. νὰ βροῦνε τὰ πιλάφια τοῦ Παράδεισου καὶ τὰ δροσοστάλαχτα οὐρί. Ἄν σκοτωθοῦν. μὲ τὰ χέρια σμιχτὰ στὰ σκέλια τους. Δὲν περιμένουν παρὰ τὸ σύνθνημα· καὶ τότε θὰ τιναχτοῦν σαϊτόφιδα νὰ κολλήσουν ἀπάνω τους. ποὺ θὰ πρωτανεβῆ στὸ κάστρο· δέκα φλωριὰ σὲ κείνους. Ε´. Δὲ γεννιέται ὁ Χριστὸς ἀπόψε λυτρωτής.ψηλαφοῦνται. Οἱ πασάδες καὶ μπέηδες τάζουνε γρόσια καὶ φλωριά. θρίαμβος τοῦ Ἰσλάμ! ». στὸ δερβίση* φοράδα χρυσοκάπουλη. Ὀχτακόσοι Ἀρβανίτες. φαίνονται βυθισμένοι στὸν ἄπειρο κόσμο τῶν ψυχῶν. Ὁ Γούναρης. μὲ τὸ μέτωπο στὴ γῆ. Ὅσοι πιστοὶ γονατίζουν στὴν κάπα καὶ προσεύχονται. ἔχει μαργωμένο τὸ σῶμα κι ἄθυμη τὴν ψυχή. Τὸν πίστεψε ὁ γραμματικός. ὁρμητικοὶ σὰν δρόλαπας* βγηκαν μὲ το σπαθὶ στὰ δόντια. Ἄλλοι ὀρθοὶ καὶ σοβαροί. ὁ Ἀλλάχ. Ὁ Χάρος γοργοτρέχει ἕτοιμος. διαλεχτοὶ ὅλοι. Ψηλώνει πίσω ὅ Ζυγὸς καὶ δίπλα στέκετ’ ἡ Βαράσοβα. Χίλια γρόσια σὲ κεῖνον. ποὺ θὰ πρωτοπεράσουν τὰ χαντάκια καὶ θὰ στήσουν σκαλωσιές. Καὶ σὰν ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξεμυστηρεύτηκε. Κάτω στὸ περιγιάλι. νόημα τοῦ ἔκαμε νὰ ζυγώση μὰ κεῖνος ὅλο καὶ κατέβαινε. Ὁ γραμματικὸς τοῦ Μακρῆ κατέβαινε ἀπὸ τ’ Ἀντελικὸ στὸ Μεσολόγγι. δίπλα στὸ χάντακα. ἐκεῖνος ἔφυγε. καὶ Μωάμεθ ὁ προφήτης αὐτοῦ! Θάνατος στοὺς ἄπιστους. Ἄν ζήσουν.

. Καὶ τότε. Ἤθελε καὶ τὰ δυό· δὲν ἤθελε κανένα. Χάνονται ἐκεῖνοι. γκλὰν .. Μὰ ὁ ἐχτρὸς παραμονεύει. ἐκεῖνον. μὰ καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκες. ἂν εὕρουν ἀντίσταση οἱ Τοῦρκοι... Τί ἔπαθε καὶ δὲν τὸ συλλογίστηκε πρίν.γκλάν!. Γκλὰν . Οἱ σημαιοφόροι. Τ’ ἄλογα τῶν σπαχήδων* πέφτουν νεκρὰ στὸ χῶμα. .γκλάν!.τι βρεθῆ στὰ χέρια τους γίνεται σιδερόξυλο. ψιθύρισε ταπεινὸς καὶ δακρυσμένος. Ὤχ.. Τὰ βόλια πέσανε χαλάζι.. Μὰ τρέχουν καὶ τοὺς πετσοκόβουν οἱ Ἕλληνες. Ἄξαφνα ὁ πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος καὶ στέρφεψε πάραυτα τὶς βρύσες τῶν ματιῶν του.Δόξα σοι ὁ Θεός! στέναξε ὁ κυνηγός. Ὁ λόγος του πιστεύτηκε. ποὺ βρίσκεται τέτοιες μέρες στὸ ἀσκέρι τοῦ ἐχτροῦ. Οἱ ἐκκλησιὲς ἀνοίξαν τὶς πόρτες τους· τρέχουν τώρα νὰ λειτουργηθοῦν οἱ πιστοί. .Ἀλίμονο. Ὅ. γκλὰν . στὰ θολὰ νερὰ τοῦ χάντακα. ἐκεινοῦ... ΣΤ´. Ποιός δαίμονας τοῦ ἐσήκωσ. πρὶν φέρουν τοὺς καβαλάρους στὴ μάχη. Ἡ κλαγγὴ ἀντήχησε πάλι κι ἁπλώθηκε στὴ μαύρη νύχτα.. ᾶν δὲ μὲ πίστεψε!. Δὲν ἔχουν μόνον τουφέκι καὶ σπαθί. Ὁ Γούναρης τινάχτηκ’ ἔξω δίβουλος. κάνοντας τὸ σταυρό του. Οἱ Τοῦρκοι χύθηκαν στὰ τείχη.. Μὲ τί χείλη νὰ χαιρετίση ὁ πολεμιστὴς ὁμόφυλο.Καὶ εἶχε δίκιο· τὸ γνώριζε πὼς εἶχε δίκιο. Δὲν εἶναι μόνον πολεμοθρεμμένοι ἄντρες. ναί μὰς ζοῦνε τὰ παιδιά του. Σφύριγμα δυνατὸ ἀκούστηκε. μόλις προφτάσουν νὰ μπήξουν τὶς σημαῖες στοὺς πύργους καὶ γκρεμίζονται μαζί. Τὰ παιδιὰ κι ἡ γυναίκα του.ε τὰ μυαλά! Μήπως.γκλάν!. Τί ἤθελε νὰ γίνη κι αὐτὸς δὲν ἤξερε. ἀλίμονο! Καλύτερα ποὺ δὲν τὸ πίστεψαν. δὲ θὰ ὑποψιαστοῦν πρῶτο. Τώρα πικρὸ μολύβι θερίζει τὴν Ἀρβανιτιά. Καλύτερα νὰ μὴν πίστεψε· καλύτερα νὰ μείνουν ξένοιαστοι οἱ Ἕλληνες. Βάφονται 145 . Πηδοῦν ἀδιάκοπα στὸ κάστρο οἱ ἐχτροί. ποὺ στρώνει ἀκόμη τὴν τάβλα τοὺ πασᾶ. Κι ἔπεσε στὰ γόνατα. τσεκούρια καὶ στυλιάρια. κεραμίδια καὶ πέτρες. Καὶ σύγκαιρα τρανὸς ἀλαλαγμὸς καὶ κανονοβολὴ ταράξανε τὴ γῆ καὶ φώτισαν τὰ πάντα. ἀλίμονο!. ῎Εχουν ἀξίνες καὶ τσαπιά. Μὰ σύγκαιρα πύρινος ὄφις φάνηκε στὰ τείχη καὶ ντουφέκια βρόντησαν. Μὲ τὶ καρδιὰ νὰ πιστέψη σὲ ἄνθρωπο. ἀντρειωμένες τώρα μὲ τὴν προγονικὴ ὀργή. ποὺ ἔρχεται νὰ πνίξη τὴν πατρίδα στὸ αἷμα καὶ στὴ σκλαβιά.

νά ᾽ναι ἀνθοὺς γεμάτο. ἀδερφοὺς καὶ πατέρες. στὸν ἴσκιο του ἀποκάτω 146 .μὲ τὸ αἷμα τους. κορμιὰ κείτονται. μωρὲς παιδιά. Βρύση τὸ αἷμα τό ᾽χυσα.. Ποιός ξέρει ἀπὸ τὸ μνῆμα μου τί δένδρο θὰ φυτρώση! Κι ἂν ξεφυτρώση πλάτανος. μὲ γυμνὰ σπαθιὰ κι αἱματοβαμμένη φουστανέλα κυνηγοῦν στὶς σκηνὲς ἀνάμεσα τοὺς ἐχτρούς. Γκλὰν . Γύρισε ἀριστερά. Γκλὰν . ποὺ ὅλο δυναμώνει καὶ βροντομαχᾶ ἐπάνω τους! Ἄξαφνα κάτω ἀπὸ τὴν ἀχνὴ λάμψη τῆς αὐγῆς βλέπει τοὺς σπαχῆδες νὰ σκορποῦν πίσω. Τρέμει τὸ πεῖσμα τοῦ ἐχτροῦ καὶ τὴ δύναμη. τὸ ἴδιο. σκοτωμένους συγγενεῖς· ἄντρες καὶ παιδιά τους. βλέπουν ξεσκλισμένες τὶς σάρκες τους. Μὰ δὲ λιποψυχοῦν. φωτιὰ καὶ σίδερο γύρω τους. φεύγουν οἱ Σκιπετάρηδες. Ἐστρέφεψ’ ἡ καρδιά μου.. Κόψτε κλαρὶ ἀπ’ τὸ λόγγο. Ὡς πότε θὰ βαστήξουν. λάμπουν σπαθιά. νά ᾽ναι χλωρὸ καὶ δροσερό. Ὁ Γούναρης ἔκανε τὸ σταυρό του... καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω. σταλαματιὰ δὲ μένει. τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα. καὶ τώρ’ ἀποσταμένος θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Στὴ Μεγάλη Τάπια* καὶ σ’ ὅλο τὸ προτείχισμα κυματίζει ἡ ἑλληνικὴ σημαία καὶ χαιρετίζει τοῦ ἥλιου τὴν ἀνατολή. 1900 Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΙΟΦΙΛΙ Ἐγέρασα. Πιστόλες βροντοῦν. «ράι»* ἀντηχοῦν κι ἀλαλαγμοὶ καὶ σφυρίγματα! Κι ἀνάμεσα στὴν ἄγρια βουὴ ἀκούεται ἡ κλαγγὴ σὰν φωνὴ οὐρανόσταλτη: .. Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ὁ Γούναρης στέκει βουβὸς κι ἀφανισμένος. σὰν καβαλάροι σατανάδες.γκλάν!. Τ’ ἀδύνατα ἐκεῖνα τείχη οἱ χωματένιοι σωροὶ πῶς θὰ κρατήσουν τὴν ἀνθρωποπλημμύρα.Γκλὰν . κεφάλια κυλοῦν στὰ χώματα. πέρ’ ἀπ᾽ τὸ χάντακα.γκλάν!..κλάν!. Πενήντα χρόνια κλέφτης. Ἀνδρέας Καρκαβίτσας «Παλιὲς Ἀγάπες». Καὶ δῶθε. οἱ Ἕλληνες.

Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Τ’ ἀντρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη. σταθῆτ’ ἐδῶ σιμά μου. μὴ μὲ κλάψτε. Ἔφαγ’ ἡ φλόγα τ’ ἄρματα. θὰ ξεψυχήση. τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε. παιδί μου. ὁ γερο . τ’ ἄξο μου καριοφίλι*. οἱ χρόνοι τὴν ἀντρειά μου. τρέχα ψηλὰ στὴ ράχη καὶ ρίξε τὸ τουφέκι μου. γλήγορα. Παιδιά μου.θά ᾽ρχωνται τὰ κλεφτόπουλα τ’ ἄρματα νὰ κρεμᾶνε. ῎Ἔτρεξε τὸ κλεφτόπουλο σὰ νά ᾽τανε ζαρκάδι. κι ἂς μοῦ τὸ ρίξη τρεῖς φορὲς καὶ τρεῖς φορὲς ἂς σκούξη: «Ὁ γερο . τὰ λαγκάδια. Στὴν τρίτη καὶ τὴν ὕστερη τ’ ἄξο τὸ καριοφίλι 147 . θὰ νὰ βογγήξη ὁ βράχος. Σταθῆτ’ ἐδῶ τριγύρω μου. νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές. Κι ἕν’ ἀπὸ σᾶς. νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου. θὰ σβηστῆ. οἱ βρύσες θὰ θολώσουν καὶ τ’ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ.Δῆμος πέθανε.Δῆμος πάει». τὸ νιώτερο. ἂς πάρη τὸ τουφέκι μου. νὰ τραγουδοῦν τὰ νιότα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου. Τρέχα.Δῆμος πάει!» Θ’ ἀναστενάξ’ ἡ λαγκαδιά. ψηλὰ στὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ τρεῖς φορὲς φωνάζει: «Ὁ γερο . ὁ γερο . ρίχνει τὴν πρώτη τουφεκιὰ κι ἔπειτα δευτερώνει. θὰ βαργομήσουν* τὰ στοιχειά. τὸ Δῆμο νὰ σχωρνᾶνε. θά ᾽ρχωνται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν. Κι ἂν κυπαρίσσι ὂμορφο καὶ μαυροφορεμένο. γιὰ νὰ μὴν πάρη τὴ βοὴ ἄθελα καὶ τὴ φέρη καὶ τήνε μάθη ὁ Ὄλυμπος καὶ τὴν ἀκούση ὁ Πίνδος καὶ λιώσουνε τὰ χιόνια τους καὶ ξεραθοῦν οἱ λόγγοι. ἂν ἀνεβῆ τὴ ράχη. Κι ἐκεῖ ποὺ ἀντιβοούσανε οἱ βράχοι. θὰ ρίξη τὰ φτερά του. Στὸν ὕπνο μου ἐπάνω θέλω γιὰ ὕστερη φορὰ ν’ ἀκούσω τὴ βοή του.Δῆμος πέθανε. ὁποὺ περνᾶ δροσάτο.

. Γυάλιζαν τὰ σκουφιὰ τῶν μιναρέδων* στὸν ἥλιο. πέφτει ἀπ’ τοῦ βράχου τὸ γκρεμό. Ἔφεραν τὸ στρατό· ἄρχισαν τὸ ἔργο μὲ ζῆλο μεγάλο. Ἅμα φάγανε. Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης «Μνημόσυνα». 1857 Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΜΙΛΕΙ ΣΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε φτάσει μὲ τὸ στρατό του τὸ Ζαράκοβα* μεσημέρι. νὰ μὴ τοὺς βλέπουν οἱ Τοῦρκοι. πᾶνε. τὸν ἔκρυψε σ’ ἕνα φυσικὸ παρατηρητήριο. . ἐσταύρωσε τὰ χέρια. σκεπασμένη. Ὁ γερο . νὰ τηρᾶς.Δῆμος πέθανε. . σέρνεται στὸ χῶμα λαβωμένο. τοῦ ᾽δωσε τὰ κιάλια του. χωστὰ μονοπάτια. νὰ φτιάξετε ταμπούρια*.Ἔλα κοντά μου. χάνονται. πῆρε τοὺς ἀξιωματικούς του καὶ πῆγαν στὰ Τρίκορφα . τοῦ εἶπε. Τοὺς ἔδειξε μιὰ γραμμή. ἐδῶ θὰ πᾶτε νὰ φέρετε τὰ παλληκάρια σας. που δὲν μποροῦσαν νὰ τὴ βλέπουν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν πολιτεία: . ὥσπου νὰ νυχτώση. ὁ γερο . τὰ σπίτια μέσα. Καὶ τὸ κάστρο της μὲ τὶς τόσες πόρτες. Κι ἂν ἰδῆς τοὺς Τούρκους νὰ κουνιῶνται κατὰ δῶ. 148 . μουγκρίζει σὰ θεριό. πάει.Ἐδῶ θὰ κάτσης. ἀστραπὴ θὰ χυθῆς κάτου νὰ μᾶς δώσης χαμπέρι*.βροντᾶ. ἔμοιαζε ψεύτικο παιγνιδάκι. Ὁ Κολοκοτρώνης φώναξε ὕστερα τὸν ὑπασπιστή του: . τὰ σωθικά του ἀνοίγει. τὴ μεγάλη τάπια*. τ’ ἀχνό του χείλι ἐγέλασε. Τ’ ἀντρειωμένου ἡ ψυχή. τοῦ φοβεροῦ τοῦ κλέφτη. τὰ περιβόλια γύρω. πάει. στὸ ψηλὸ βουνὸ τῆς Σιλήμνας*.Νά.μισὴ ὤρα ἀπὸ τὴν Τρίπολη κι ἀγνάντια* της.. φεύγει ἀπ’ τὰ χέρια.Δῆμος πάει. χάνεται. Τὸν ἀνέβασε ἀπὸ κρυφά. Ἄκουσ’ ὁ Δῆμος τὴ βοὴ μὲς στὸ βαθὺ τὸν ὕπνο.Κοίτα! Ἡ Τρίπολη κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους. μὲ τὴ βοὴ τοῦ τουφεκιοῦ στὰ σύγνεφ’ ἀπαντιέται ἀδερφικὰ ἀγκαλιάζονται. σβηῶνται.

Ἀνέβηκε σὲ μιὰ πέτρα. ξαναστρίβεται. Ὁ ἀρχηγὸς φώναξε: Σύναξη! Τὰ παλληκάρια πῆραν τ’ ἄρματά τους. νὰ τοὺς φιλοτιμήση ν’ ἀντικρίσουν αὔριο τὴ φωλιὰ τὴν ἴδια τοῦ ἐχθροῦ κι ὅλες τὶς προσπάθειες ποὺ θά ᾽κανε ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ σπάση τὴ στενόχωρη ζώνη. Τὸ ἔργο εἶχε τελειώσει.Θὰ σᾶς πῶ. ἔχτιζαν τὰ ταμπούρια* τους μ’ ἀληθινὴ μαστοριά. τὸ κρατεῖ πολλὴ ὥρα. τὸ σφίγγει. κι ὅλο τὸν ἔσφιγγε. Ἀφοῦ μπῆκαν μέσα καὶ τὰ δυό. ποὺ θὰ τὸν κουλούριαζε. ῾Ο ἀρχηγὸς τώρα θέλει νὰ τοὺς ἑτοιμάση. τοῦ εἶπανε γελώντας· οἱ ἄλλοι δὲ νογᾶνε*. Εἴχανε τ’ ἄρματα πυραμίδες καὶ πήγαιναν κι ἐρχόντουσαν καὶ κουβαλοῦσαν πέτρες. μὴ μὲ σφίγγης. Τὴ νύχτα τὸ φίδι ἔσφιγγε τὸν κάβουρα νὰ τὸν ξελεπιάση· ὁ κάβουρας φώναξε: «Κουμπάρε. τὸν προτίμησε σὰν κουμπάρο καὶ τοῦ εἶπε νὰ μπῆ μέσα πρῶτος αὐτός. τὸ φίδι ἀμέσως κουλουριάστηκε κι ἄφησε στὴ μέση τῆς κουλούρας τόπο. Τὸ φίδι δέχτηκε τὸν κάβουρα στὴν τρύπα του.Εἴμαστε χτίστες οἱ περσότεροι. Τότε ὁ κάβουρας τὸ πῆρε τραβώντας το τὴ νύχτα ὄξω ἀπὸ τὴ τρύπα του· καὶ ἦταν ξαπλωμένο ἴσια σὰ ραβδί. Ἅμα εἶδε ὁ κάβουρας πὼς χάνεται. τοῦ λέει: «Κουμπάρε. νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι: . Τὸ φίδι ζύγωσε τὸ αὐτί του κοντὰ στὸ στόμα τοῦ κάβουρα· αὐτὸς τσακώνει μὲ τὴ δαγκούνα* του τὸ φίδι στὸ λαιμό. . Τὸ παραμύθι τοῦ φιδιοῦ μὲ τὸν κάβουρα. Ἔμοιαζαν μερμηγκιά. πάει ψόφησε. Ὁ κάβουρας καὶ τὸ φίδι ἔκαμαν φιλία καὶ κουμταριὰ κι ἀποφάσισαν νὰ πεθάνουν μαζὶ κι ἔτρεχαν τὰ δυὸ παντοῦ. ἄρχισε μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του. Ὁ Κολοκοτρώνης τοὺς παίνεσε. μπῆκαν στὴν ἀράδα. Μιὰ μέρα νυχτώσανε μακριὰ ἀπὸ τὴν τρύπα τοῦ κάβουρα καὶ κοντὰ στὴν τρύπα τοῦ φιδιοῦ. ἕνα παραμύθι. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κάβουρας δὲ χώραγε. πεθαίνω! » Τὸ φίδι τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὄνειρο βλέπω». Ὁ ἥλιος ἔγερνε. Οἱ Λαγκαδιανοί.Τὸ ἔργο κάτου προχωροῦσε. σγάρλισε* μὲ τὰ πόδια του τὴν τρύπα καὶ χώρεσε. 149 . Τὸ φίδι στρίβεται. ζύγωσε κοντὰ τ’ αὐτί σου. Ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος. γιὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικὸ νὰ εὐτυχήσης». τὸ σῶμα τῶν Δεληγιανναίων μὲ τὸ Θανάση Κίντζο. ποὺ μπῆκε ὁ κάβουρας νὰ κοιμηθῆ.

Ὁ τρόπος. γιατὶ τοὺς σκοτώνουμε· ἀπὸ λίγο σὲ λίγο θὰ μερέψουν κι αὐτοί. κάνουν μὲ τὸ στόμα τους «κχί». τρέμουν. ἐδῶ κι ἐκεῖ παίρνουν τροφή. τυλίγονται μὲ πολὺ καννάβι. καὶ πάλι τὸ ἴδιο καὶ τὸ ἴδιο ὥσπου τὸ λεοντάρι θαρρεύει. βγαίνουν ὄξω. τοὺς ρωτάει. Καὶ τί εἶναι αὐτοί. ὅλοι ξέρουμε πῶς πιάνουν τοὺς καβούρους οἱ χωριάτες. Εἶχαν τ’ ἄρματα.Γιατί. ὅπως κάνει τὸ φίδι. . στὸν ὀβορό*. τὴν κουνᾶνε μέσα . Παίρνουν μιὰ ραφίνα* ἀπὸ σίκαλη. Οἱ κυνηγοὶ ὅμως φορᾶνε σκληρὰ πετσά. χώνουν τὸ χέρι τους μέσα. τώρα τά ᾽χουμε κι ἐμεῖς· ἐπάνω μας δὲν ἔρχονται. ὡς νὰ τοὺς τραβήξουμε ἀπὸ τὰ γιδόμαντρά τους ὄξω καὶ νὰ τοὺς πιάσουμε. ἀρχινάει νὰ τὸν δέχεται ἀπὸ μακριά. ἐβγάζομεν τὸν ἐδικό μας καὶ τοὺς τὸν φοροῦμε. ἔρχεται μαζὶ ὄξω καὶ τὸν πιάνουν. βρὲ Ἕλληνες. Μὴν τοὺς φοβᾶστε! Ἄνθρωποι εἶναι κι αὐτοί. Θέλει τώρα νὰ ξεριζώση ἀπ’ τὴν ψὑχή τους καὶ τὸ τελευταῖο ἀχνάρι φόβου. ὅπου εἶδε τὸ φίδι ὁ κάβουρας. . ποὺ τοὺς ἔχουμε κλεισμένους στὴν μάντρα.Καὶ μιὰ ποὺ τό ᾽φερε ὁ λόγος στὸ φίδι καὶ τὸν κάβουρα. καὶ πάει καὶ τοῦ δίνει λίγη τροφή. ἅμα τὸ ἰδοῦν πρώτη φορά. Τώρα τοὺς βλέπετε. Μὰ καλὰ τοὺς ἔχουμε. 150 . δὲν θὰ τοὺς εἴχαμε τώρα ἔτσι. ὅσο ποὺ πεινάει. ὁ κάβουρας τὴν περνάει γιὰ φίδι. τὴ δαγκώνει σφιχτά· ἔπειτα τραβᾶνε τὴ ραφίνα. ὅλο κακὰ μᾶς ἔκαναν. κι ἀκουστὰ μονάχα ἔχουν τὴν ἀγριάδα καὶ τὴν κακία του. τοῦ περνάει στὸ λαιμὸ χαλκὰ μ’ ἁλυσίδα κι ἔτσι τὸ ἀφήνει δεμένο σὲ κανένα δέντρο μέρες πολλές. εἶναι ἡ συνήθεια. ποὺ εἶναι κι αὐτὸ μὲ καννάβι τυλιγμένο. Ὅλα τοῦτα θὰ τοὺς φτιάξουμε. Τὰ παλληκάρια τὸν ἄκουγαν μαγεμένα. ὡς νὰ κολλήσουν τὰ δόντια τους στὸ στουπί. Κάνει νὰ ξεκολλήση· μὰ ὁ κυνηγὸς τὸ δένει. οὔτε θὰ πέθαινες οὔτε ὀνείρατα θά ᾽βλεπες». κι ἅμα κάνει ν’ ἀνοίξη τὸ στόμα του. τὴ χώνουν στὴν τρύπα. Ἔτσι καὶ οἱ Τοῦρκοι. Γιατὶ καὶ τὸ λιοντάρι εἶν’ ἕνα μεγάλο καὶ κακὸ σκυλί· κι ἐπειδὴ δὲν τὸ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὁλοένα. ἀπὲ* τοὺς περνοῦμε τὸ χαλκά. ἂν περπάταγαν ἴσια. ὁποὺ πιάνουν τὰ λιοντάρια καὶ δὲν τὰ φοβοῦνται.Τὴν αὐγή. κι ἔτσι πηγαίνουν κοντὰ στὸ λιοντάρι. δὲν πείνασαν ἀκόμη. Ἐδῶ πιάνουν λιοντάρια οἱ κυνηγοὶ μὲ τὰ χέρια τους. ἐμεῖς ἀπὸ κοντά. Ἔτσι κι αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι. τοῦ εἶπε: «Ἄν ἤσουν καὶ τὴ νύχτα ἔτσι ἴσιο μαῦρε κουμπάρε. καὶ τοῦ λιονταριοῦ τὰ δόντια κολλᾶνε στὸ στουπί. νὰ τοὺς ἀτσαλώση. Γιατί δὲ θὰ τοὺς τὰ κάμουμε. γιατὶ περιμένει ἀπ’ αὐτὸν τροφή.ἔξω. δὲν ἡσύχαζαν.

Ἕνα Λαγκαδιωτάκι μάλιστα. τί ἔχετε ποὺ μαλώνετε.Ἄς εἶν’ καλὰ ὁ καπετὰν ψωμάς. στρατηγὸς ἀνεπάντεχος*. ἀστεία φωνή: . Ὄχι. Μὴ σᾶς βαραίνουν τὰ νερὰ καὶ τὰ πολλὰ τὰ χιόνια. Μελᾶς «Ὁ γέρος τοῦ Μοριᾶ». σφίγγουν τ’ ἄρματά τους. Τὰ παλληκάρια σκορπίζουν στὰ ταμπούρια* τους. Πολίτου «Ἐκλογαὶ». 1914 Δημοτικὸ τραγούδι Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ 21 Ὅταν ἐξερράγη ἡ ᾽Επανάστασις τοῦ 21. Γελάει ὁ Κολοκοτρώνης κι ὁ εὔθυμος λόγος περνάει σ’ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ στρατόπεδα. ψηλὰ βουνά.Τὰ παλληκάρια τὸν κοιτᾶνε στὰ μάτια. Εἶχε πολλὰ ἀκούσει περὶ τῆς Φιλικῆς ῾Εταιρείας. πὼς ἔχει νιώσει τόσο καλὰ τὸν ἀρχηγό. Ἀνάβουνε φωτιές. Ἄπειρα λουλούδια. παντοῦ ὅπου πολιορκία Τούρκων. ἔμαθεν ἀπὸ γράμματα τῆς «Πόρτας»* τὰς συνεννοήσεις τῶν ἀρχιερέων καὶ προκρίτων τοῦ Μοριᾶ καὶ 151 . Ἔχουν πεποίθηση στὸ Γέρο. μέτωπο στὴν Τρίπολη. δὲν φοβοῦνται. μὲ μάτια μπιρμπιλά*. παρ’ μᾶς βαραίν’ ἡ κλεφτουριά. Σπ. Γ. Ν. καὶ βγῆκα νύχτα στὰ βουνά. Δυνατὰ κι ἀσώπαστα γέλια συνεπαίρνουν τὶς γραμμές. Ἔχει νυχτώσει. . ψηλὰ στὰ κορφοβούνια. οἱ Κολοκοτρωναῖοι. 1930 ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ Μὲ γέλασεν ἡ χαραυγή. -Νἐσεῖς βουνά. ποὺ φωνάζει ἄξαφνα μὲ μιὰ ψιλή. στὰ καταράχια* τὰ καραούλια* φυλᾶνε μὲ τὸν κόκορα* σηκωμένο. ποὺ θὰ θερίση τὸν πολιορκούμενο. τ’ ἄστρι καὶ τὸ φεγγάρι. ἔξυπνο σὰ ζαγάρι*. Ἡ πεῖνα δηλαδή. καὶ σεῖς κοντοραχοῦλες. πιστεύει. χορεύουν στὴν πλαγιά. ποὺ θὰ πολεμήση κι αὐτὸς γιὰ τοὺς Ἕλληνες. ὅλο φλόγες. τί ἔχετε ποὺ ᾽χτρευῶστε.Δὲ μᾶς βαραίνουν τὰ νερὰ καὶ τὰ πολλὰ τὰ χιόνια. Ἴσκιοι μαῦροι. ὁ «Μουτεσελίμης»* τῆς Θεσσαλονίκης Γιουσούφμπεης τὰ χρειάστηκε. μὲ τὰ βουνὰ μαλώνει. Ἀκῶ τὸν ἄνεμο καὶ ἠχᾶ.

ἦσαν ἀπαραβίαστα καὶ δὲ μποροῦσαν νὰ τὰ πατήσουν ὀθωμανικὰ στρατεύματα. Διέταξεν ὅμως νὰ μὴ προχωρήσῃ ὁ τουρκικὸς στρατὸς εἰς τὰ ἐδάφη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Πρὸς τὸν Πολύγυρον ἔστειλε τὸν σερασκερην* Τσιρίμπασην μὲ 500 ἔδρας. ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας. ἡ κατάστασις ἦτο ἀνήσυχος καὶ ἐγκυμονοῦσεν αἰφνιδιασμούς.τῆς Ρούμελης μὲ τοὺς Φιλικοὺς καί. μὲ κάθε τρόπο. κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν χαφιέδων* του. Εἰς τὸ πρῶτον ἐγνώριζεν ὅτι εἶχε καταφύγει ὁ δαιμόνιος Σερραῖος Μανόλης Παπᾶς. γιὰ νὰ τὸν βεβαιώσουν ὅτι οἱ Ἕλληνες τῆς περιφερείας του ἦσαν πιστοὶ εἰς τὴν Πόρταν καὶ τὸ Δοβλέτι* καὶ συνεπῶς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνησυχῆ καθόλου. Ἀντέγραψε τον Καϊμακάμην* τῆς Τριπολιτσᾶς. ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα. προβλέπων ἐπέκτασιν τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ρωμιῶν καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς δικαιοδοσίας του. κατὰ τὸ τουρκικὸν ἔθιμον. πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας. τὰ μυρίστηκαν καὶ δὲν ἐπῆγαν εἰς τὸ πασαλίκι τοῦ Γουσούφμπεη. τῶν περιφερειῶν της καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τοὺς ἐκάλεσεν εἰς τὸ πασαλήκι του. ἐξέσπασεν ἐναντίον τῶν ἀπεσταλμένων τῶν προκρίτων. ἐκακοποίησε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἐκράτησεν ὡς ὁμήρους. Δὲν ἐσταμάτησεν ὅμως ἐκεῖ. Καὶ πράγματι ἔστειλεν ἰσχυρὸ ἀσκέρι* πρὸς τὸν ἰσθμὸν τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ αὐστηρὰς διαταγὰς νὰ ὑποβάλῃ εἰς βασανιστήρια τοὺς κατοίκους. νὰ προλάβη τὰ γεγονότα. Διέταξε δὲ ταυτοχρόνως τὸν Χασὰν ἀγάν. γιὰ κάθε ἐνδεχόμενον. Ἀλλ’ οἱ προεστῶτες. ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποκτήσει πολλοὺς ὀπαδοὺς καὶ εἶχε γίνει πολὺ ἐπικίνδυνος στὴν τουρκικὴ ἐξουσία. τὰ ὁποῖα δυνάμει ἀρχαίων προνομίων. Ὅλα τὰ Χάσικα* χωριὰ προετοίμαζαν ταραχὰς καὶ ἔπρεπε. ὅπως ἦτο. ταμίαν τοῦ 152 . Εἰς τὸν Πολύγυρον ἐπίσης. Ἀπεφάσισε νὰ βάλῃ στὸ χέρι τοὺς θρησκευτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἄρχοντας τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ Γιουσούφμπεης ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χάσῃ καιρόν. Ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ δευτερευόντων προσώπων ἐνίσχυσε περισσότερον τὰς ὑποψίας τοῦ Γ ιουσούφμπεη. ὅπως καὶ οἱ συνάδελφοί των τῆς Ἀχαΐας. γιὰ νὰ μάθῃ τὰς διαθέσεις των ἔναντι του κινήματος τοῦ Μοριᾶ καὶ τῆς Ρούμελης καὶ νὰ ζητήσῃ ὁμήρους. Τὸν ἀνησυχοῦσαν πολὺ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ὁ Πολύγυρος. Κακεντρεχὴς καὶ αἱμοβόρος. Αὐτοὶ ὅμως ἔστειλαν εἰς τὸν Μουτεσελίμην ἀπεσταλμένους των.

Τὰ πρῶτα αὐτὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα τοῦ Πολυγύρου εἶχον ἄμεσον ἀντίκτυπον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Κατὰ τὰ μεσάνυχτα τῆς 16ης Μαΐου 1821 συνέβησαν τὰ πρῶτα δραματικὰ γεγονότα τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὸν Πολύγυρον. Ἐδημιουργήθη πρὸς στιγμὴν πανικὸς εἰς τὴν κωμόπολιν. μαχόμενοι σὰν λέοντες ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν. καὶ νὰ καθαρίσουν τὴν κωμόπολιν ἀπὸ τοὺς τυράννους τοῦ διοικητηρίου. ὁ ἕνας ἐκ τῶν ὑψωμάτων καὶ ὁ ἄλλος ἐκ τῆς πεδιάδος. νὰ πάρῃ καὶ αὐτὸς ἄλλους τόσους ἄνδρας καὶ νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ Πολυγύρου. Ἐφόνευσαν τὸν διοικητὴν καὶ δέκα ὀκτὼ στρατιώτας καὶ ἀφοῦ ἐξησφάλισαν τὰ νῶτά των. κατὰ τοῦ Πολυγύρου. Ἀκράτητοι καὶ γενναῖοι οἱ Πολυγυριῶτες. ὠργάνωσαν διὰ νυκτὸς ἐκστρατείαν. προτοῦ φθάσῃ ὁ στρατός. Τότε οἱ κάτοικοι τοῦ Πολυγύρου ἐβεβαιώθησαν ὅτι ἦσαν μελλοθάνατοι. Αὐστοστιγμεὶ διέταξε νὰ σουβλισθοῦν καὶ νὰ ψηθοῦν δύο ἐκ τῶν ὁμήρων. προτοῦ φθάσῃ ὁ στρατὸς τοῦ Γιουσούφμπεη. Ἔδωκαν τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας εἰς τοὺς ἄλλους κατοίκους καὶ ἐπῆραν τὰ βουνά. περιφερόμενοι εἰς τοὺς ὁδοὺς τοῦ Πολυγύρου. οἱ ὁποῖοι ἐβάδιζαν. ἄλλοι μὲν κατὰ τοῦ Τσιρίμπαση καὶ ἄλλοι κατὰ τοῦ Χασὰν ἀγᾶ. Τὸ βράδυ τῆς 16ης Μαΐου Τοῦρκοι στρατιῶται τοῦ διοικητηρίου τῆς κωμοπόλεως. Κατόπιν ἐκάλεσε τὸν ἐπίσκοπον Κιτρῶν εἰς τὸ σεράι.Ἰσοὺφ πασᾶ τῶν Σερρῶν. Ἀλλ’ ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Πολύγυρο πολλὰς ὤρας. Καὶ ἀντὶ νὰ περιμένουν ἀπαθεῖς καὶ ὑποτακτικοὶ νὰ κοποῦν τὰ κεφάλια των. ἐτσάκισαν καὶ διέλυσαν καὶ τὰ δύο ἀσκέρια καὶ ἠνάγκασαν τοὺς δύο σερασκέρηδες νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Ὁ Γιουσούφμπεης τὰ ἔμαθεν ἀμέσως καὶ ἀπεθηριώθη. Ἀποφασιστικοὶ οἱ κάτοικοι. τοὺς ὁποίους συνήντησαν κοντὰ στὸ σεράι*. ἐσκέφθησαν ὅτι πολὺ προτιμότερον θὰ ἦτο ν’ ἁρπάξουν τὰ ὅπλα. ὕβρισαν τοὺς κατοίκους καὶ ἐπυροβόλησαν ἐναντίον μιᾶς ὁμάδος νέων. συνεργαζόμενος μὲ τὸν Τσιρίμπασην. Οἱ πρόκριτοι τοῦ Πολυγύρου ἐπληροφορήθησαν ἐγκαίρως τὴν ἐπιδρομὴν τῶν σερασκέρηδων τοῦ Γιουσούφμπεη. ν’ ἀφοπλίσουν τοὺς κατοίκους καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν μὲ τὰ στρατεύματά των εἰς τὴν κωμόπολιν. τὸν προσέβαλε. ποὺ εἶχε κρατήσει ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους τῶν προκρίτων τοῦ Πολυγύρου. ἐπῆραν τὰ ὅπλα καὶ ἐπολιόρκησαν τὸ διοικητήριον. τοῦ ἀπέκοψε τὴν γενειάδα. τὸν ἐχλεύασε καὶ στὸ τέλος διέταξε καὶ τὸν ἀπεκεφάλισαν 153 . Καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς ἀρχηγοὺς διέταξε νὰ συλλάβουν τοὺς προεστοὺς τοῦ Πολυγύρου.

Ὁ πλοίαρχος ἐφρόντισεν ἀφ’ ἑσπέρας νὰ διασπείρῃ. Ἀπὸ τὸν ἀκολουθήσαντα χριστιανικὸν συναγερμὸν συνεστήθησαν δύο στρατόπεδα κατὰ τῶν Τούρκων. τοὺς ὁποίους ἐθεώρει ὡς ὀπαδοὺς τῆς Φιλικῆς ῾Εταιρείας. ἐξηκολούθουν δὲ καὶ ἄλλοι φθάνοντες κατόπιν ὑμῶν. ἀλλ’ ἡ ψυχή μου δὲν σοῦ ἀνήκει! Ἀδυσώπητος κατόπιν ὁ Γιουσούφμπεης. καὶ συνέρρεαν οἱ πρόσφυγες ἐκ τῶν πέριξ χωρίων καὶ ἐκ τῶν σπηλαίων.Τὸ κεφάλι μου εἶναι δικό σου. Καὶ τὰ δύο ἐτέθησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ φιλικοῦ Μανόλη Παπᾶ. τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ Χῖοι κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν.. Κατὰ τὴ νύκτα τῆς 17ης Μαΐου τοῦ 1821 τὰ τέρατα τοῦ Γιουσούφμπεη ὠργίασαν. Δύο χιλιάδες χριστιανοὶ ἐφυλακίσθησαν εἰς τὸν ναὸν καὶ εἰς τὴν αὐλὴν τῆς μητροπόλεως καὶ αἱ περισσότεραι χριστιανικαὶ οἰκίαι ἐλεηλατήθησαν. τὸν Χρῆστον Μενεξέν. Ὁ ἀτυχὴς ἱεράρχης ἀποκεφαλιζόμενος ἐφώναξε πρὸς τὸν αἱμοβόρον μουτεσελίμην: . Τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἀναφέρεται είς τὴν φυγὴν τοῦ Δουκῆ Λάρα μετὰ τῆς οἰκογενείας του). ὅτε κατέβημεν. τὸ ἕνα ἀπὸ Μαδεμοχωρῖτες* καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ καλογήρους τοῦ Ἁγίου Ὄρους. τόσον ὲθεωρήθη σπουδαῖον. 154 .. Ἡ φυγὴ . Γατόπουλος (Ὁ Λουκῆ Λάρας εἶναι ἓν μακρὸν διήγημα τοῦ Βικέλα καὶ ἔχει μεταφρασθῆ εἰς πολλὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας. ὅπου ἐκρύπτοντο.μπροστά του. Εἰς αὐτὸ ὁ συγγραφεὺς μᾶς δίδει ζωντανὴν τὴν εἰκόνα τῶν δεινῶν. Ἡ ἀκτὴ ἦτο ἤδη κεκαλυμμένη ὑπ’ αυτῶν.Δὲν ἦλθε διὰ μόνους ἡμᾶς τὸ πλοῖον ἐκ Ψαρῶν. τῆς ἀφίξεώς του τὴν εἴδησιν. τὸν Κυδωνιάτην καὶ μερικοὺς ἄλλους Θεσσαλονικεῖς. Ἔτσι ἤρχισεν ὁ ἀγὼν εἰς τὴν Μακεδονίαν. ὅταν τὸ ἡρωϊκὸν σύνθημα τοῦ Πολυγύρου ἐξήγειρεν ὅλα τὰ χωριὰ τῆς ἐπαρχίας. «Τὰ 100 Ἑλληνικὰ χρόνια» 1931 ´ ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ Δ. διέταξε καὶ ἀπεκεφάλισαν τὸν Χριστόδουλον Μπαλάνον.

Ἤρχετο ἡ λέμβος! Ἐπλησίαζεν! Ἠκούοντο αἱ κῶπαι σχίζουσαι τὴν θάλασσαν. Οἱ Τοῦρκοι ἄνωθεν δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸν χαιρετισμὸν τοῦτον. εὐχόμενοι νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ σειρά μας. συνωθούμενοι ἐπὶ τῶν βράχων. πρὸς τὰ δεξιά μας. Ἦσαν δὲ πολλοὶ οἱ φεύγοντες καὶ ἡ λέμβος μικρά. Ὅταν ἐπλησιάσαμεν εἰς τοὺς σωροὺς τῶν φυγάδων. ἐσμικρύνετο δὲ βαθμηδὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ τῆς ἀκτῆς καὶ ηὔξανε μετὰ πᾶσαν ἀναχώρησιν ἡ ὰνυπομονησία τῶν μενόντων. Αἱ κεφαλαὶ ὀλαι ἐστράφησαν διὰ μιᾶς πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ εἴδαμεν ὑψηλά. ἐφώναζε. τέσσαρας ἀνδρῶν μορφάς. Ἐπήγαινεν ἡ λέμβος καὶ ἤρχετο. Κανένα δὲν θ’ ἀφήσωμεν! Ἐν τούτοις ἡ λέμβος ἀνεχώρησε μὲ τὸ πρῶτον φορτίον. Θὰ σᾶς πάρωμεν ὅλους. ὅτε ἀντήχησεν αἴφνης κρότος τουφεκίου καὶ ἠκούσθη σφαίρας συριγμός. καθ᾽ ἥν στιγμὴν ἀπὶ τοῦ ὑψώματος διέκρινα μακρόθεν τοὺς ἱστούς του. ὁ δὲ ναύκληρος* καὶ τρεῖς ναῦται ἔμεναν εἰς τὸ παράλιον ὡπλισμένοι. ἠκούετο καὶ τῶν σκαρμῶν* ὁ γογγυσμὸς ὑπὸ τῆς κώπης τὴν πίεσιν. ἀνυπομόνουν θέλοντες νὰ ἐπιβιβασθοῦν. μὴ αἱ σφαῖραι τῶν ναυτῶν 155 . τότε ἡ σιωπὴ ἐλύθη καὶ ἐπῆλθε ταραχὴ καὶ σύγχυσις. Ὁ ὅμιλος τῶν προσφύγων ἐσκορπίσθη καὶ ἐτρέξαμεν Ὅλοι εἰς τοῦ λόφου τὰς ὑπωρείας*. Οἱ τέσσαρες ναῦται μόνοι ἔμειναν εἰς τὴν ἄκραν τῆς θαλάσσης καὶ ὑψώσαντες τὰ ὅπλα ἐσκόπευαν καὶ ἐπυροβόλησαν διὰ μιᾶς καὶ οἱ τέσσαρες. Ἡμεῖς ἐμέναμεν εἰσέτι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ ἐβλέπαμεν τὴν λέμβον ἐπιστρέφουσαν. διὰ νὰ προφυλαχθῶμεν ὑπὸ τῶν βράχων τὰς ἐξοχάς.Εὐτυχῶς οἱ πρῶτοι φθάσαντες εἶχαν δώσει τὸ συμφωνηθὲν σημεῖον καὶ τὸ πλοῖον ἔπλεεν ἤδη πρὸς τὸν λιμένα. ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου. Ἐφοβήθησαν ἆρά γε. διότι Ὅλοι. Ἡσυχάσατε. Οἱ δ’ ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ ἐτείναμεν σιωπῶντες τὰ ὦτα πρὸς τοὺς πλησιάζοντας ἐκείνους παρηγόρους ἤχους. Δὲν ἐφαίνετο ἀκόμη ὁ ἥλιος. Ἀλλ’ ὅτε ἡ λέμβος προσωρμίσθη καὶ ἐπήδησαν οἱ ναῦται εἰς τὴν ξηράν. Ἀλλοίμονον! Οἱ Τοῦρκοι ἐπλάκωσαν! Θεέ μου! Ὁποῖον τρόμον ἔφερεν εἰς τὴν ἀκτὴν ἡ ἀπροσδόκητος ἐκείνη ἐμφάνισις τῶν διωκτῶν μας! Δύο τρεῖς τουφεκισμοὶ ἐκ νέου ἀντήχησαν. εἴδαμεν ὅλα τὰ πρόσωπα ἐστραμμένα πρὸς τὴν θάλασσαν. ἀλλ’ ἡ θάλασσα ἐλάμβανεν ἤδη τῆς ἡμέρας τὰ χρώματα. Ἡ ἠχηρὰ τοῦ ναυκλήρου φωνὴ καὶ τῶν ναυτῶν οἱ βραχίονες ἐχαλίνωσαν τοῦ πλήθους τὴν ἀνυπομονησίαν. Οἱ ἡμίσεις περίπου ἦσαν ἐπὶ τοῦ πλοίου.

. Πῶς θὰ ἀντισταθῶμεν. Μετὰ τῶν πιπτόντων βλέπω αἴφνης τὴν μητέρα μου! Δὲν ἠξεύρω πῶς ἠδυνήθην ν’ ἁπλώσω ἐκ τῆς λέμβου τὴν χεῖρα..Ὄχι. πάρε τὰς ἀδελφάς σου καὶ πηγαίνετε μὲ τὴν εὐχήν μας. Προσωρμίζετο* σχεδὸν ἐπὶ τῶν βράχων ἡ λέμβος. Τὸν ἔβλεπα νὰ λαλῆ περιπαθῶς δακτυλοδεικτῶν τὰς ἀδελφάς μου καὶ ἐμέ. πῶς μία ἄλλη γραῖα ἐκράτει διὰ τῶν δύο χειρῶν τὸ φόρεμα τῆς μητρός μου. μὲ ἥρπασεν ἐκ τοῦ βραχίονος ὁ πατήρ μου. διὰ νὰ ἐπιπέσουν καθ’ ἡμῶν. Αἱ κῶπαι ἐκινήθησαν ἀμέσως. εἶδα καπνὸν ἐπὶ τοῦ λόφου καὶ νέος τουφεκισμὸς ἠκούσθη. πρὶν προφθάσω νὰ λαλήσω ἢ ν’ ἀντισταθῶ. Ἐνθαρρυνθέντες ὑπο τη παύσεως τῶν πυροβολισμῶν ἐτρέξαμεν ὅλοι πάλιν πρὸς τὴν θάλασσαν. ὅλοι ὁμοῦ θὰ σωθῶμεν. Ἀφήσατέ μας ἡμᾶς εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ! Καὶ συγχρόνως ἐναπέθετεν εἰς τὸν κόλπον μου μικρὸν δέμα. Οὐδ’ ἐνθυμοῦμαι πῶς εὑρέθημεν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου. ἔπιπταν δέ τινες ἤδη εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐρχόμεθα κατόπιν ἡμεῖς.. πῶς ἥρπασεν ἡ μήτηρ μου τὴν χεῖρα μου.. Ἐκεῖ.. καί. εὑρέθην ἐντὸς τῆς λέμβου κι ἐγώ. καὶ ἐνῷ ἐστρεφόμην. αἱ δὲ ἀδελφαί μου ἐκάθηντο ἐντὸς αὐτῆς. . Θὰ προφθάσωμεν ὅλοι νὰ σωθῶμεν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ μήτηρ μου ὄπισθεν μ’ ἔλαβεν ἐκ τῆς χειρός.Λουκῆ μου. ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐζήτει ὁ πατήρ μου νὰ θέση φιλοδώρημα. Ἡ δὲ λέμβος ἐπροχώρει καὶ ἔκλαιαν αἱ δύο γραῖαι συρόμεναι ἐκ τῆς χειρός μου. Ἡ λέμβος ἦτο ἤδη πλήρης.Πήγαινε μὲ τὰς ἀδελφάς σου. Μὲ ὤθησεν ὁ πατήρ μου.μας ἐπέτυχαν. Καὶ τότε τί θὰ γίνωμεν. μέχρις οὗ ἐπὶ τέλους τὰς ἀνεσύραμεν ἐκ τῆς θαλάσσης. Ἐστράφην πρὸς τὴν ξηρὰν νὰ ἴδω τὴν μητέρα μου. Ἐν τούτοις ἡ λέμβος ἐπλησίαζεν. μὲ ἔσυρεν ὁ ναύκληρος. ἐνῷ ὁ ναύτης ἀπέσυρε τὴν χεῖρα. 156 . ὄχι. περιέχον ὅσα κοσμήματα εἶχε δυνηθῆ νὰ περισώσῃ. ὀτε εἶδα τὸν πατέρα μου πλησιάζοντα εἰς τὸν ναύκληρον. Τὴν ἐνηγκαλίσθην καὶ ἐφίλουν τὸν λαιμόν της καὶ ἔλεγα: . Ἐστράφην πρὸς αὐτήν. Θὰ φανοῦν ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ λόφου οἱ Τοῦρκοι. ἥ μὴ ἦσαν πολυαρίθμου σώματος ἐμπροσθοφυλακὴ καὶ ἐπερίμεναν ἐπικουρίαν. Ἐπὶ τῶν βράχων τὸ πλῆθος συνεσφίγγετο καὶ οἱ ὄπισθεν ὤθουν τοὺς πρώτους.

Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπέτυχαν ἀπὸ τοῦ λόφου νὰ ἐλαττώσονν τὸν ἀριθμόν μας. Ἀλλὰ καταποντισμὸς δι’ ἡμᾶς ἦτο ἡ ἐπὶ τῆς ἀκτῆς ἀγωνία. μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον. δώδεκα μόνον ἐτῶν. Τὸ πλοῖον ανεπέτασε τὰ ἱστία του καὶ ἤρχισε νὰ πλέῃ ὑπὸ τὴν ἐλαφρὰν πνοὴν οὐρίου* ἀνέμου. Ἀλλ’ ὁπόταν ἀναγιγνώσκω ναυαγίων περιγραφάς. Ναυαγοὶ βλέποντες ἐκ πλοίου καταποντιζομένου τὴν ἀπέχουσαν παραλίαν δὲν διέρχονται βεβαίως συγκινήσεις πλέον ἐναγωνίους ὅσων ἡμεῖς τότε διήλθαμεν. ἀλλὰ θείᾳ χάριτι ἐβράδυνον οἱ πολλοὶ νὰ ἔλθουν. Ἀξίζει τὸν κόπον νὰ τὸν γνωρίσωμεν.ἡ ὑπηρέτριά μας. Ἦτο ἀπὸ τὰ Ψαρά. ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι μᾶς ἐτουφέκιζαν ἄνωθεν. ἂν ἦσαν ἐντὸς αὐτῆς ὁ πατήρ μου καὶ ἡ Ἀνδριάνα . ἀλλ’ ἦτο εἰσέτι παρὰ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος. Δημ. προσπαθῶν νὰ ἴδω μακρόθεν.τι ὁ μικρὸς οὐσσάρος Μπαρᾶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς Γαλλικῆς. Βικέλας «Λουκῆς Λάρας». Τῷ 1826.. ὡς βράχον δὲ σωτηρίας ἐβλέπαμεν τὸ πλοῖον.. καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἤδη σῷοι καὶ ἀσφαλεῖς οὐδ’ ἐφοβούμεθα πλέον τὰ ἀπέχοντα ὄπλα των. μοὶ ἐφέρθη φιλοφρόνως πάντοτε. 1879 ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Ὁ μικρὸς ναυτόπαις Νικολῆς Ἀργύρη Μανιάτης εἶναι διὰ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὅ. Οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι ἦσαν τῷ ὄντι ἐμπροσθοφυλακή. ὅτε εἴδαμεν τὰ ὑψώματα καλυπτόμενα ὑπὸ Τούρκων. ἀναλογίζομαι τὰς ὥρας καὶ τὰς σκηνὰς τῆς φυγῆς ἐκείνης ἐκ Χίου. Εἰς τὸ τελευταῖον της ταξίδιον τοὺς εἶδα ἐπὶ τέλους ἐρχομένους. τὸ πρόθυμον καὶ τὸ ἄφοβον. Ἡ 157 . Ἤμεθα ἤδη ὅλοι ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ ἤμεθα ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ψυχαί! Εμετρήθημεν κατόπιν. ἐπέβαινε τῆς «Ἀθηνᾶς»· καὶ μεταξὺ τῶν ναυτοπαίδων τοῦ σκάφους ἐκείνου διεκρίνετο διὰ τὸ εὐφυές. Ἡ θάλασσα.Οἱ τουφεκισμοὶ ἐκ διαλειμμάτων ἐξηκολούθουν. ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ μικρὰ λέμβος ἀνὰ ὀλίγους μᾶς μετέφερεν. Μεταξὺ τῶν ποικίλων τοῦ βίου μου περιπετειῶν δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ ναυαγήσω. ἡ δὲ λέμβος ἐπήγαινε καὶ ἤρχετο καὶ τὴν ἔβλεπα ἑκάστοτε ἐπιστρέφουσαν.

Τῆς εὐκαιρίας ἐπωφελοῦνται παρατόλμως οἱ Τοῦρκοι· δεκατρεῖς φρεγάτες καὶ κορβέττες . κόπτουν τὰς ἀγκύρας. ρυμουλκοῦνται πρὸς τὴν λιμνοθάλασσαν ἐνῶ ἀφ’ ἑτέρου δύο ἀξιωματικοὶ τῆς ἡρωίκῆς φρουρᾶς ἀνέρχονται ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος. Καὶ ὁ ναύαρχος δὲν προφθάνει σχεδὸν νὰ ὑψώσῃ τὸ ἕν μετὰ τὸ ἄλλο τὰ σήματα: «Ὁ ἐχθρός!» «Ὁ ἐχθρὸς ἔρχεται ἐπάνω!» «Τ’ ἂρματα στὴν κουβέρτα!».ναυμαχία τῆς 16ης Ἰανουαρίου 1826 καὶ ἡμερολόγιον τοῦ Γεωργίου Σαχτούρη θὰ προασπίσουν τὸ ὄνομά του κατὰ τῆς λήθης. διαδρομῶν ἐπιμόνως ὑπὸ τὴν Ὀξεῖαν νῆσον. ἐπεζήτει τὴν κατάλληλον στιγμὴν. Ἡ «Ἀθηνᾶ» ἔφερε τὴν σημαίαν του ἀντιναυάρχου Γεωργίου Σαχτούρη. Τὸ τουρκικὸν ναυτικὸν συνεκέντρωσε τὰς δυνάμεις του εἰς τὸν μυχὸν τοῦ Πατραϊκοῦ κόλπου.ἡ πρωτοπορία . Εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ναύαρχος ἀπεκρίνετο: . ὅλαι αἱ ἑλληνικαὶ μοῖραι ἐπωφεληθεῖσαι εὐνοϊκῆς τοῦ ἀνέμου τροπῆς. Διότι ὁ βομβαρδισμὸς δὲν εἶχεν ἀκόμη καταστρέψει τὸ τυπογραφεῖον τῶν «Χρονικῶν». κομισταὶ ἐπιστολῶν: «Οἱ Μεσολογγῖται ὁρκίζονται ὅτι δὲν θέλουν ἀφήσει Αἰγύπτιον ζωντανὸν νὰ γυρίσῃ εἰς Μορέαν. ὁ δὲ κλύδων ἀναλαμβάνει νὰ χωρίση τοὺς ἀντιμαχομένους. Ἔφαγαν καὶ τρεῖς ὄνους καὶ τρεῖς καμήλους. ζητοῦν ψωμί· ἀλλέως βέβαια δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν. Ὁ πυρπολητὴς Πολίτης 158 . ἀρχίσατε πῦρ!». πρόσθεσε: «Μᾶ κάμνετε μεγάλην χάριν νὰ μᾶς στείλετε καὶ καμίαν νέαν ἐφημερίδα». Τὴν μεθεπομένην δευτέρα συνάντησις. ἀρχηγοῦ τῆς β´ Ὑδραϊκῆς μοίρας τοῦ στόλου. ποὺ ἅρπαξαν τοῦ Ἰμπραήμ». φρονίμως σκεπτόμενοι. Τὴν ἐπαύριον ἡ θάλασσα. Παρευθὺς τὰ μεγάλα ἐφόλκια* καταβιβάζονται καί. τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ 1826. ἐξεμάνη· μόλις δύο ἄγκυραι κατὰ σκάφος κατορθώνουν νὰ συγκρατήσουν τὴν παράταξιν. πολλὰ καὶ δυσάρεστα σχεδιάζον. Ἀλήθεια.ἀναφαίνονται οὐριοδρομοῦσαι*. ὅπως ρίψῃ τροφὰς καὶ πολεμοφόδια εἰς τὸ ἀπεγνωσμένως μαχόμενον Μεσολόγγι. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ῞Ελληνες. ἐπλησίασαν ἀπροσδοκήτως τὸ Βασιλάδι. Πολλοὶ ἀπέθανον ἀπὸ πεῖναν.Θάρρος! Εἴμεθα ἐδῶ καὶ πάσχομε μαζί σας! Μὲ ὅλον δὲ τὸ φλέγμα* τῶν ἀτρομήτων ἐκείνων πολεμιστῶν. «Ὅσοι εἶσθε εἰς τίρα* κανονιοῦ. κατάφορτα παξιμαδιῶν. ὁ ὁποῖος. ὅταν τὴν πρωΐαν τῆς 8ης Ἰανουαρίου.

ἀνατινάσσει εἰς τὸν ἀέρα τὴν κορβέταν τοῦ Μουσταφᾶ Τζελέμπῆ. παρακολουθεῖ τὰς περιπετείας τοῦ ἀγῶνος. Μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλά.. οἱ ἐπὶ τοῦ πρυμναίου διακρίνουν ἕνα ναυτόπαιδα ὄρθιον ἐκεῖ ἐμτρός. μόνον διὰ νὰ μεταφέρῃ. παρακολουθεῖ τὸν ἀγῶνα ἐκ τοῦ ἐπιστέγου* μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν του. Σπανίως κατέβαινεν ἀπὸ τὸ πρόστεγον· καὶ τοῦτο. Εἶναι ὁ μικρὸς Ψαριανὸς Νικολῆς Μανιάτης. παρατόλμως ἐκτεθειμένον εἰς τὴν χάλαζαν τοῦ ἐχθρικοῦ πυρός. Οἱ Τοῦρκοι κλίνουν πρὸς τὰς Πάτρας καὶ οἱ ῞Ελληνες διώκουν πλησίστιοι*. Ὁ ἀντιναύαρχος Σαχτούρης. φαίνεται τρέχων πρὸς τὸν πρόβολον τρελὸς ἀπὸ χαράν. εὐθὺς ὡς εἰσέρχεται ἐκτὸς τῆς ἀκτῖνος τῆς ἀποτελεσματικῆς ἐνεργείας. Διώκουν μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις· δύο δὲ ἐφόλκιά των. λέγει τὸ ἡμερολόγιον. ῾Ο ἄνεμος μεταβάλλεται· καὶ τότε διώκουν οἱ Τοῦρκοι «μὲ ὅλα τους τὰ πανιὰ καὶ κουρταλέτσες»*. δεικνύει τὴν ἀναμφισβήτητον ὑπεροχήν του. Εἶναι ἡ πέμπτη καὶ ἡμίσεια τῆς ἑσπέρας τῆς 16ης Ἰανουαρίου 1826· ἡ πάλη ἀρχίζει πεισματωδεστάτη. μὲ τὴν μικράν του χεῖρα εἰς τὴν μέσην. τὸ ὁποῖον οὐδ’ εἰς τὴν μάχην ἐγκατέλειπε. Ἡ τουρκικὴ ἐν τούτοι ναυαρχίς. ἡ μοιραρχὶς «Ἀθηνᾶ» μάχεται εἰς τὸ πυκνότερον σημεῖον τῆς παρατάξεως. Τὸ ἕλληνικὸν πυροβολικόν. μὲ το ὕφος ἀνθρώπου διοικήσαντος εἰς δέκα τοὐλάχιστον μάχας. Αἴφννης οἱ ῞Ελληνες. μετὰ πυροβολικοῦ καὶ τουφεκιστῶν. ἀθρόως ἀνακωχεύσαντες*. ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἀγῶνος. Οἱ Τοῦρκοι φαίνονται σχεδιάζοντες νὰ ποδίσουν* ὑπὸ τὴν σκέπην των˙ τοῦτο δὲ φέρει εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ τοὺς Ἕλληνας πυρπολητάς. ἀναμένουν. μὲ τὸ πρᾷον ἐκεῖνο ὕφος του. κραυγάζων ἐπανειλημμένως: 159 . «Τοὺς ἐδαιμονίσαμε μὲ τὰ κανόνια μας». μὲ τὸ τηλεσκόπιον εἰς τὸ χέρι. Μετὰ τῆς παροιμιώδους ὁρμῆς της. σημαίνει παραγγέλματα ἀπροσδόκητα· καὶ ἐκ τοῦ κόλπου τῶν Πατρῶν προστρέχουν τέσσαρα τουρκικὰ πυρπολικά. ἐπιπίπτουν ἐναντίον ἑνὸς τῶν Τουρκικῶν πυρπολικῶν καὶ τὸ καταλαμβάνουν αὔτανδρον ὑπὸ τὰς φρενητιώδεις ζητωγραυγὰς τῶν πληρωμάτων τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου. Ὑπὸ νέφη καπνοῦ κρύπτεται ἡ πρῷρα· ὁσάκις δὲ ὁ ἄνεμος τὰ παρασύρει εἰς στροβίλους καὶ ἀναφαίνεται πρὸς στιγμὴν τὸ πρόστεγον*. Τὴν 16ην ἡ μάχη μετατίθεται πρὸς τὴν ἄκραν τοῦ Ἀράξου*. ὕδωρ καὶ γομώσεις* διὰ τοὺς πυροβο-λητὰς καὶ πυριτιδοβολὰς εἰς τοὺς ἐκ τῶν θωρακίων* βάλλοντας. Ἐπὶ τῇ θέᾳ τοῦ αἰχμαλωτισθέντος τουρκικοῦ πυρπολικοῦ.

ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν γραμμὴν καὶ ἐντείνει τὸ πῦρ. ἐνῷ ἤδη περίπου ἔληγεν ὁ ἀγών. ἀπωθεῖ τὸν ἰατρόν. Ἔκτοτε. τὸν παίρνει μὲ συμπάθειαν εἰς τὰς ἀγκάλας του καὶ καλεῖ τὸν χειρουργόν. μὲ αὐστηρὰν ἐντολὴν νὰ φροντίσουν διὰ τὴν θεραπείαν του. ὁ παλαιὸς ἀντιναύαρχος τῆς Ὕδρας διετέλει* διευθυντὴς τοῦ πολεμικοῦ ναυστάθμου τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἰς μάτην μερικοὶ ναῦτες νεύουν εἰς τὸν μοῦτσον νὰ κατέλθῃ! Ὁ μικρὸς εἶναι ἐκεῖ ἐπευφημῶν. Ὄχι. Ἐν ἔτει 1888. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν φοβερὰ ἐκπυρσοκρότησις συγκλονίζει τὴν «Ἀθηνᾶν» καὶ ἐσσπείρει τὸν θάνατον ἐντὸς αὐτῆς· ἕνα ἀπὸ τὰ πρῳραῖα πυροβόλα της. ἐξέρχεται κατὰ μικρὸν τῆς παρατάξεως.Μή. ἀνατρέπει καὶ πληγώνει σωρείαν ναυτῶν. ἂν δὲν ἐκτελεσθῆ παρευθὺς ἡ ἀποκοπὴ τῶν ποδῶν. Ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία εἶχε τελειώσει· καὶ ὁ παλαίμαχος τῆς Σάμου καὶ τοῦ Καφηρέως ἐκουβέντιαζε φιλικῶς μὲ τὸν ὑπασπιστὴν του περὶ τῶν παλαιῶν ἡμερῶν τῆς δόξης αἱ ὁποῖαι ἐφαίνονται ἀπελθοῦσαι διὰ παντός. Ὁ ναυτόπαις ὅμως ἀνθίσταται μετ’ ἐνεργητικότητος ἀνδρός. Ἦτο ὡραία ἡμέρα τοῦ Δεκεμβρίου καὶ ὁ γηραιὸς θαλασσόλυκος ἐκάθητο εἰς τὸ γραφεῖόν του. τὸν βέβαιον θάνατον τοῦ τραυματίου. ἐξοχώτατε!» καὶ ἔστειλεν ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην τὸ παιδὶ εἰς τὴν Ὕδραν πρὸς τοὺς ἰδικούς του συγγενεῖς.. δὲν τὸν ἐπανεῖδε πλέον. . κι ἂς πεθάνω!. φοβηθεῖσα διὰ τὴν τύχην τῶν παρατόλμων πυρπολητῶν. οὔτε οἱ περιπέτειαι τοῦ ἀγῶνος τὸν ἀφῆναν νὰ σκεφθῆ περὶ αὐτοῦ. σὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἰδικοῦ των τέκνου. καπετὰν Γιώργη μου! Μὴ μοῦ κόψτε τὰ ποδαράκια μου. 160 . ἱκετεύει τὸν ναύαρχον.. περὶ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόμη εἶχαν ἡοωϊσμὸν βετεράνων*. Καὶ ἐξέφραζε τὴν λύπην του ὅτι δὲν ἤκουσε ποτέ τι περὶ τοῦ ἡρωίκοῦ ναυτόπαιδος τῆς «Ἀθηνᾶς».Ἀπάνω τους. μπουρλοτιέρηδες! ᾽Ἐν τούτοις ἡ «Ἀθηνᾶ». τοῦ δὲ μικροῦ Νικολῆ θραύει τὰς κνήμας. δὲν θέλει νὰ τοῦ κόψουν τὰ πόδια του. διαρραγὲν*. Τέλος ὑπερισχύει· ὁ ναύαρχος συγκινηθεὶς εἶπεν εἰς τὸν ἰατρόν: «Μάζεψε τὰ ἐργαλεῖα σου. κινῶν τὸν σκοῦφόν του εἰς τὸ ἀέρα. ἀδυνατοῦσα νὰ ἐξακολουθήση τὴν μάχην. μὲ ὀρθάνοικτα παράθυρα. Ὁ ἀντιναύαρχος προσελθὼν πρὸς τοὺς κατακειμένους εἰς τὴν πρῷραν τραυματίας καὶ ἰδὼν τὴν κατάστασιν τοῦ δυστυχοῦς μούτσου.. Ἡ «Αθηνᾶ». Ἐκεῖνος προλέγει μετὰ στόμφου*.

Σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσης ν’ ἀνεβῶ! Θέλω νὰ ἰδῶ τὸν καπετὰν Γιώργη.Αἴφνης διακόπτεται ἀπὸ φωνὰς προερχομένας ἐκ τοῦ προαυλίου. ἔστρωσεν ἕνα μεγάλο τραπέζι εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ἡρωϊσμοῦ τοῦ μικροῦ Ψαριανοῦ δι’ ὅλους τοὺς πτωχοὺς μαθητὰς τοῦ Πόρου καὶ δι’ ὅλους τοὺς ναυτόπαιδας. εἰσήρχετο ἢ μᾶλλον εἰσώρμα εἰς τὸ δωμάτιον. Ἔτεινε προσεκτικὸν τὸ οὖς καὶ φράσις. Τῆς Ρούμελης οἱ μπέηδες. 161 . ἔφθασεν εὐκρινῶς μέχρις αὐτοῦ.. κάτι τὸ εὐχάριστον. μίαν δὲ ἐξ αὐτῶν. νὰ τὸν εὐχαριστήσω γιὰ τὴν μεγάλην ἐκδούλευσι. μαΐστρο δροσερὲ κι ἀέρα τοῦ πελάγου. Ράδος ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ (ΙΟΥΛΙΟΣ 1822) Φύσα. ποὺ μοῦ ἔκανε στὸν Ἀγώνα!. τοῦ Δράμαλη οἱ ἀγάδες στὸ Δερβενάκι κείτονται στὸ χῶμα ξαπλωμένοι. «Πανηγυρικὸν φύλλον ῾Εστίας». Εἶχεν ἀκούσει καὶ ὁ ὑπασπιστής· εἰς τὸ νεῦμα δὲ τοῦ ἀντιναυάρχου κατῆλθε δρομαῖος τὴν κλίμακα. 1898 Κωνστ. ἁρπάσας τὴν δεξιὰν τοῦ ναυάρχου. διακοπτόμενος ἀπὸ λυγμούς.. μοναδικὴ ἐκείνη ἡ πανήγυρις. . Πολλὰς ἡμέρας τὸν ἐκράτησεν εἰς τὸν Πόρον. ἀπευθυνομένη ἀπὸ κάποιον ἄγνωστον πρὸς τὸ δίοπον* τῆς φυλακῆς. ποὺ συνέπεσε νὰ εἶναι τῶν Χριστουγέννων. Μετὰ δύο λεπτὰ ἕνας νέος κύριος κομψὸς καὶ ζωηρός.Πάπα ναυμαχίας. ὅτι ἔσωσεν ἕνα ἔντιμον καὶ χρήσιμον ἄνθρωπον. Ὑπῆρξε δὲ πράγματι διὰ τὴν ὡραίαν νῆσον καὶ τὸ ναυτικόν μας. ὁ τραυματίας τῆς ἔξω τοῦ Κάβο . ηὐχαριστήθη βαθύτατα. νὰ τοῦ δώσῃ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι ὁ μικρὸς ἐκεῖνος μοῦτσος. τὴν κατεφίλει˙ καὶ μόλις κατώρθωσε. νὰ πᾶς τὰ χαιρετίσματα στοῦ Δράμαλη τὴ μάνα. ἐνῷ ὁ Σαχτούρης ἀορίστως προῃσθάνετο κάτι τὸ συγκινητικόν. Χωρὶς πολλὰς ἐθιμοτυπίας. Ὁ διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου τὸν ἔσφιξεν εἰς τὰς ἀγκάλας του μὲ στοργὴν πατρικήν˙ καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ο πάλαι ποτὲ μικρὸς μαχητὴς ἦτο τώρα ἕνας ἐκ τῶν πλέον εὐυπολήπτων Ἑλλήνων ἐμπόρων τοῦ ἐξωτερικοῦ.

ἀλλὰ κουρσάροι τῆς ἰδέας. ὑψώνοντο προπύργια ἐπικίνδυνα καὶ τὰ Ψαρὰ καὶ ἡ Κάσσος καὶ ἡ Χίος ἔστελλαν μηνύματα θριάμβων ἕως τὴν Ἀλεξάνδρειαν. τὸ κλέφτικο ντουφέκι. Πολίτου «Ἐκλογὴ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». δαμαστὰς τῶν κυμάτων. Οἱ ἐπιδρομεῖς ἦσαν ἀμέτρητοι καὶ οἱ ὑπερασπισταὶ ἦσαν ὀλίγοι. τὴν πρωτεύουσαν τότε τῆς ἀγωνιζομένης 162 . Καὶ ἐσκοτώθησαν οἱ περισσότεροι. Γράμματα πᾶνε κι ἔρχονται στῶν μπέηδων τὰ σπίτια. Κλαῖνε τ’ ἀχούρια γι’ ἄλογα καὶ τὰ τζαμιὰ γιὰ Τούρκους. πίσω ὁ Κολοκοτρώνης. Κι ἕνα πουλάκι πέρασε καὶ τὸ συχνορωτᾶνε: «Πουλί. ὥρμησαν μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὰ ἐλαφρά των πλοῖα καὶ περιέφερον τὸν τρόμον διὰ τὸν ἐχθρὸν ἐπάνω εἰς τὰ γαλανὰ κύματα τοῦ Αἰγαίου. Ν. διὰ νὰ κυματίζῃ ἐπάνω της ἡ ἑλληνικὴ ἰδεα. προσκέφαλο λιθάρια. ὑψώνοντο ὡς δράκοι τοῦ παραμυθιοῦ καὶ ἐπλησίαζον τὰ νεφελώματα τῶν θρύλων καὶ τῶν παραδόσεων. Ὁ ἐχθρὸς συνήντησε τοὺς Ψαριανοὺς συχνάκις εἰς τὸν ὑπερήφανον δρόμον τους καὶ ἔμαθε νὰ τοὺς φοβῆται. Δημοτικὸ ΨΑΡΑ Τὰ Ψαρὰ ἦσαν μιὰ πέτρα γῆς ριγμένη μέσα εἰς τὴν θάλασσαν. 1914. μὲ τὸ σύννεφον. Ἀλλ’ οἱ ὑπερασπισταὶ ἤξευραν νὰ σκοτώνωνται. Εἰς τὸ Ναύπλιον. ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεκινοῦσαν βαρεῖς οἱ στόλοι. γυναῖκες γιὰ τοὺς ἄντρες. κυριάρχους τῆς θαλάσσης. Ἕνας Κανάρης ἐγεννήθη διὰ τὴν καλὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς μαύρους βράχους τοῦ ἡρωϊκοῦ νησιοῦ. Ἐπὶ τέλους ἕνα πρωί. καὶ γι’ ἀπανωσκεπάσματα τοῦ φεγγαριοῦ τὴ λάμψη. Κουρσάροι ἀτρόμητοι. φούχτα χώματος καὶ πετρῶν μέσα εἰς τὴν ὑγρὰν ἔκτασιν. οἱ ἐχθροὶ ἀπεβιβάσθησαν εἰς τὸ νησί. Ἐγεννοῦσε μόνον παλληκάρια. ποὺ ἐπύκνωσαν οἱ κανονιοβολισμοί.» . κλαῖνε μανοῦλες γιὰ παιδιά.«Μπροστὰ πάει ὁ Νικηταρᾶς. Τόπος ξηρὸς καὶ ἄγονος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσῃ μαλθακοὺς καὶ ἐγωϊστάς. πῶς πάει ὁ πόλεμος.Στρῶμά ᾽χουνε τὴ μαύρη γῆς. Ὀλίγα νησιὰ τότε. Ὅταν μία πνοὴ ἐξεγέρσεως συνεκλόνισε τὴν δουλεύουσαν φυλήν. καὶ παραπίσω οἱ ῞Ελληνες μὲ τὰ σπαθιὰ στὰ χέρια».

βλέπω συντελουμένην τὴν θυσίαν τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ πατριάρχης ἐκεῖνος δὲν ἐπρόφθασε νὰ θυσιάσῃ τὸν υἱόν του. μὴ θρηνεῖτε. Μία εἰκὼν ἁγίου. ὁ Νεκτάριος Κατούλης. Τσοκόπουλος Περιοδ. Ἐκεῖ ὁ εὐγενὴς ξένος ἐφιλοξενήθη εἰς τὸ σπιτάκι ἑνὸς γέρου. κυλιομένη εἰς τὸ αἷμα τὸ ἰδικόν της καὶ εἰς τὸ αἷμα τῶν ἐχθρῶν της. ἐδέχθη τὰ λείψανα τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ γενναίου νησιοῦ καὶ τὰ ἐγκατέστησεν εἰς τὴν Εὔβοιαν. νέος ἀκόμη. ἐπεσκέφθη εἰς τὴν Εὔβοιαν τὰ ἀναστηθέντα Ψαρά. καθισμένος εἰς τὸ πλάγι ἑνὸς τζακιοῦ. ὅταν ἔφθασαν πρόσφυγες Ψαριανοί. ἔπαιρναν μίαν ἀπερίγραπτον τραγικότητα ἀπὸ τὸ ἀφελὲς καὶ ἥμερον ὕφος τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου. πλησίον εἰς τὰ ἔνδοξα ἐρείπια τῆς Ἐρετρίας. ὁ ὁποῖος. ὅτι ὁ μισθὸς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». διηγήθη εἰς τὸν Γάλλον περιηγητὴν τὴν καταστροφὴν τῆς πατρίδος του. κρεμασμένη εἰς ἕνα εἰκονοστάσιον. ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του.Ἑλλάδος. Ἡ θυσία σας ἀνέρχεται εὐπρόσδεκτος* εἰς τὰ ὕψη. Ἀργότερα. ἦτο τὸ μόνον πρᾶγμα. ἀπὸ τοὺς ἰδικούς του ὅλους. «Παναθήναια». ποὺ ἔσωσεν ἀπὸ τὸ σπίτι του. ᾽Εκεῖ τότε ἐφύτρωσε μία νέα πόλις. τὰ Νέα Ψαρά. ἀφηγεῖται ὁ ξένος. ὁ ὁποῖος ἔφυγε τελευταῖος ἀπὸ τὸ ἐρημωθὲν νησί. συνεκάλεσεν αὐτοὺς καὶ τὸν λαὸν τοῦ Ναυπλίου εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ χαιρετίζων τὴν καταστροφὴν τῶν Ψαρῶν ὡς ἐθνικὴ θυσίαν. Ἐν τῷ μεταξὺ κατεστρέφετο καὶ ἡ Κάσσος καὶ ἡ φωτιὰ καὶ ὁ σίδηρος διηυθύνετο πρὸς ἄλλα σημεῖα τῆς ἑλληνικῆς γῆς. Τὸ βράδυ ὁ γέρος. ἡ ὁποία ἀναδίδεται ἐκ τῶν καιομένων οἰκιῶν σας. ἤρχισε μὲ μίαν ἀποστροφήν: «. μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Ἐγείρατε τὴν κεφαλὴν ὑμῶν. μαζὶ μὲ τοὺς ὀλίγους διασωθέντας Ψαριανούς. 1904 163 . Σεῖς ἐθυσιάσατε τὰ τέκνα ὑμῶν.Ἀδελφοὶ Ψαριανοί. «Αἱ εἰκόνες τοῦ ὀλέθρου καὶ αἱ λεπτομέρειαι τῆς αἱματηρᾶς θυέλλης. εἶχεν ἐγκατασταθῆ εἰς τὴν νέαν του πατρίδα. ὁ μαρκήσιος Μπιφρέ. Παλαίουσα ἡ Ἑλλὰς ἀκόμη. εἰς στὴν πυράν. Οἱ Ψαριανοὶ ἄφησαν σιωπηλοὶ καὶ θλιμμένοι εἰς τὴν νέαν των πατρίδα τὰ γυναικόπαιδα καὶ ἔσπευσαν νὰ ριφθοῦν εἰς τὰ πλοῖα. Γ. ὅταν ἐπέρασεν ὀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὁ ἐπιφανὴς Γάλλος φιλέλλην. σφαγέντας ἢ φονευθέντας». τὴν ὁποίαν εἶδε. διὰ νὰ συμπληρώσουν τὸ ἔργον τοῦ ὀλέθρου. ἕνας. Αὐτὴν τὴν φορὰν ὁ πόθος τῆς ἐκδικήσεως ἐδιπλασίαζε τὸ θάρρος. Ἀδελφοί. ἱερεύς.

τι εἶχον εἰς σπήλαια. ἰδίως εἰς τὸ μέγα σπήλαιον τῆς Βίγλας. Ἐν μέσῳ δὲ τῆς καταιγίδος ἠκούσθησαν πυροβολισμοὶ μεμακρυσμένοι. Τὴν στιγμὴν δ’ ἐκείνην διήρχετο ὁ Μανόλης ὁ Πατούχας μετά τινος ἄλλου καί. Ἀλλ’ ἦλθε καὶ ἡ ἡμέρα. Δ. ἐν μέσῳ τῆς ὁποίας διέκρινα τὴν φοβερὰν κραυγὴν τοῦ κινδύνου: . ὡς ὰλλοφρονοῦσα*. Κατωτέρω ὁ συγγραφεὺς αναφερει ἕν περιστατικὸν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1878). Καθ’ ἑκάστην ἀγγέλματα περὶ ἐμφανίσεως ἐχθρῶν διέσπειρον τὸν πανικὸν καὶ ἠκούετο ἡ κραυγὴ τοῦ κινδύνου: «Ἀλέστα!» (Εἰς τὰ ὅπλα! ῞Ετοιμοι!). πυροβολήσαντες εἰς τὸν ἀέρα ἀνεκραύγασαν: Στ’ ἄρματα! Στ’ ἄρματα! 164 . ἵνα ἐπαναληφθοῦν μετ’ ὀλίγον. πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ πατρός μου. ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ. Ἔβρεχε δυνατὰ καὶ ἐβρόντα. καθ’ ἥν ἡ ἀπαισία εἴδησις δὲν διεψεύσθη. Καὶ μετ’ ὀλίγον διέτρεχε τὸ χωρίον ἄπειρος θρηνώδης βοή. Ποτὲ δὲν θὰ λησμονήσω τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἡμέραν. Σολωμὸς « Τὰ εὑρισκόμενα». μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ. περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη.Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη. Μετὰ μικρὸν δὲ διεψεύδοντο. Τοὺς ἐπεριμέναμεν τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ οἱ χωρικοί μας ἔκρυπτον ὅ.Ἀλέστα! Ἡ μάνα μου ἔδραμεν ἔξω. τῆς ὁποίας τὰ συμβάντα παραμένουν ἐναργέστατα εἰς τὴν μνήμην μου. γεναμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια. ὅπου εἶχον καταφύγει πολλαὶ οἰκογένειαι. 1858 ΑΛΕΣΤΑ! (ΕΙΣ ΤΑ ΟΠΛΑ!) (Αἱ ἐπαναστάσεις τῶν Κρητῶν διὰ τὴν ἀποτίναξιν τοῦ ζυγοῦ τοῦ κατακτητοῦ καὶ τὴν ἕνωσίν των μετὰ τῆς Μητρὸς ῾Ελλάδος ὑπῆρξαν ἡρωϊκαί ἀλλὰ καὶ πολὺ αὶματηραί.

κατόπιν δὲ αὐτοῦ ἡ μήτηρ μου. ἐκραύγαζεν ἀπὸ τοῦ λίκνου* του πάσῃ δυνάμει. τυλιγμένος ἐντὸς μαλλίνου καπότου. ἀπευθύνοντας πρὸς ἀλλήλους βραχείας* ἐρωτήσεις καὶ παρερχομένους. Καὶ ἀγνοῶ πῶς μετά τινα λεπτά. Ἡ μήτηρ μου ἦτο πλησίον μου. ὡς νὰ συνῃσθάνετο καὶ αὐτὸς τὸν κίνδυνον. μουσκεμένοι ὑπὸ τῆς βροχῆς. ἀποστάζουσα καὶ αὐτὴ ἐκ τῆς βροχῆς καὶ ἔκφρων* ἐκ τοῦ τρόμου. Προηγεῖτο δὲ ὁ πατήρ μου. αἱ ὁποῖαι ἐσάλπιζον πορείαν μετὰ πολλῆς γοργότητος. Μετ’ ὀλίγον εἰσῆλθεν ὁ πατήρ μου ταραγμένος καὶ διάβροχος. Πάντες ἦσαν σιωπηλοί. Ὁ ἀδελφός μου Χαραλάμπης. διὰ τῆς μιᾶς μὲν χειρὸς σύρων τὸν ἡμίονον. πρὸ πάντων γυναικῶν καὶ παιδίων. καὶ κρατοῦσα εἰς τὴν ἀγκάλην της τὸν ἀδελφόν μου. σὰν νὰ ἐφοβοῦντο μὴν ἀκουσθοῦν ὑπὸ τῶν 165 . εὑρέθην ἐπὶ τῶν γονάτων μιᾶς θείας μου ἱππευούσης. ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθῆ πρὸ τριῶν μηνῶν. ἐπιτείνοντα τὴν φρενιτιώδη σπουδὴν καὶ τὴν σύγχυσιν τοῦ πλήθους. ποίμνιον προβάτων καταδιωκομένων ὑπὸ οὐρλιαζόντων λύκων. ὅλοι σαστισμένοι. Ἡ φρίκη τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν περιγράφεται. . ἐν μέσῳ πλήθους χωριανῶν. καθημένη ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου μας. ὡσεὶ* ἐπανελαμβάνετο ὑπὸ τῆς ἤχοῦς: Στ’ ἄρματα! Στ’ ἄρματα! Ἔστεκα σὰν ἀπολιθωμένος πλησίον τῆς θύρας καὶ ἔβλεπον ἄνδρας καὶ γυναῖκας τρέχοντας ὑπὸ τὴν βροχήν.Ἐφτάξανε! Ἐφτάξανε! Τότε παρεσύρθημεν καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τοῦ χειμάρρου τοῦ πανικοῦ. ἄνδρες καὶ γυναῖκες. νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τοὺς ἐπερχομένους ἐχθρούς. νὰ πάρῃ τὰ βουνά. Τότε εἰσῆλθον διάφοροι χωριανοὶ εἰς τὸ σπίτι μας. ἀγνωρίστων ἐκ τῆς βροχῆς καὶ τοῦ τρόμου. Καὶ δραμοῦσα ἥρπασεν ἐκ τοῦ λίκνου* τὸν ἀδελφόν μου καὶ ἔπειτα ἐμὲ καὶ μᾶς ἔσφιξεν ἐπὶ τοῦ στήθους της μανιωδῶς ἑτοίμη νὰ φύγῃ.Παιδιά μου! ἀνεβόησε μὲ κραυγὴν μητρικοῦ δέους*. Μία νεᾶνις ἤρχισε νὰ κτυπᾶ τὰς χεῖρας καὶ ἀνεφώνει γοερῶς: . διὰ νὰ μᾶς κρύψῃ. Ἐν μέσῳ τῆς συγχύσεως ἐκείνης ἠκούσθη μεμακρυσμένος καὶ μόλις αἰσθητὸς ἦχος σαλπίγγων. Καὶ τὰ σαλπίσματα ἠκούοντο εὐκρινέστερα. διὰ δὲ τῆς ἄλλης τὸ τουφέκι του. ἐντονώτερα. τὸ ὁποῖον ἔφευγεν ὑπὸ τοὺς καταρράκτας τῆς βροχῆς.Καὶ ἠκούετο ἡ φωνὴ ἀπομακρυνομένη. χειρονομοῦντες καὶ κινούμενοι μὲ τὴν νευρικὴν ζωηρότητα παραφρόνων.

Ἐκ διαλειμμάτων δέ. . ἐκείνου.Παναγία μου. ἡ ὁποία ἐκράτει νήπιον εἰς τὰς ἀγκάλας της. οἱ ὁποῖοι. Τώρα ἐκλαίομεν ὅλοι. γυναῖκες καὶ παιδία. ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο εἰς τὸ δυτικὸν ἄκρον τοῦ χωρίου.Ἡ Παναγία νὰ σὲ σκέπη. Μανόλη μου! Ὁ κρότος τῶν ὅπλων δὲν ἔπαυσε πλέον.ἐπερχομένων ἐχθρῶν. ὡς ἐπῳδὸς* τοῦ θρήνου. μὲ μορφὰς ἐξηγριωμένας.Παναγία μου.Παρθένα μου.Παναγία Παρθένα μου! Αἱ σάλπιγγες ἐσιώπησαν διὰ μιᾶς καὶ ὁ συμπυροβολισμὸς ἐπανελήφθη φοβερώτερος παρατεταμένος. ὑψηλὴ καὶ ὡραία. ἐν παρατεταμένῳ κυματισμῷ βοῆς. ἕνα παμμέγιστον κρρ! . μὲ τὸ γιγαντιαῖόν του ἀνάστημα. πλησίον τῆς σημαίας.Εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ! Μία νεαρὰ γυνή. τὸ ὁποῖον ἡ φάραγξ διατέμνει. εἶχον καταλάβει τὰ ἑκατέρωθεν τῆς φάραγγος ὑψώματα. ἠκούοντο αἱ περίτρομοι ἀναφωνήσεις τῶν γυναικῶν: . ἐφθάσαμεν μετὰ δέκα περίπου λεπτὰ εἰς τὴν εἴσοδον τῆς χαράδρας ὁπόθεν φαίνεται ἐκ πλαγίου τὸ χωρίον. Οἱ χριστιανοὶ μαχηταὶ εἶχον ἀναγκασθῆ ὑπὸ τῶν ὑπερτέρων δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ νὰ καταλίπουν τὸ χωρίον˙ ὑποχωροῦντες δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ ἀναχαιτίζοντες τὴν προέλασιν τῶν ἐχθρῶν.Ἐτρακάραν τσι! ἀνεφώνησεν εἷς τῶν ἀνδρῶν. πρόφταξε! Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς χαράδρας. ἀποτελῶν φρικτὸν ἀντίλαλον ἐν τῇ χαράδρᾳ διὰ τῆς ὁποίας ἐπορευόμεθα. βλέπε τσὶ Χριστιανούς! . ἀπομακρυνόμενοι. ἡ βροχὴ εἶχε παύσει. τὸν ὁποῖον ἐπανέλαβεν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκρότησε πυροβολισμός. Ὁ πατήρ μου μᾶς ἠσπάσθη ἐν συγκινήσει. εἶπε λέξις τινὰς πρὸς τὴν μητέρα μου καὶ ἔδραμεν ὀπίσω πρὸς τὸ χωρίον μετ’ ἄλλων ἀνδρῶν. τοῦ σημαιοφόρου μας. ἡ σύζυγος τοῦ Πατούχα. Τὴν ἄκουσα νὰ λέγῃ: . ἔλεγον πρὸς τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των. Ἐκ διαλειμμάτων μόνον ἠκούετο ἡ φωνὴ γυναικός: . πρόφταξε! Ἀκολουθήσαντες τὸν παρὰ τὸ χωρίον βαθὺν αὐλῶνα*. ἐσταμάτησε καὶ παρετήρει πρὸς τὸ χωρίον. ἡ ἠχὼ τῆς χαράδρας. Ἐκεῖθεν ἐφαίνετο ὁλόκληρον τὸ χωρίον μετὰ τῆς πρὸ αὐτοῦ 166 . Τὴν ἀνεγνώρισα· ἦτο ἡ Πηγή. Καὶ ὅλαι αἱ γυναῖκες ἀνεβόησαν μιᾶ φωνῆ: . ὠχρὰ ἐκ συγκινήσεως. ὅταν ἡμεῖς ἐφθάναμεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ.

Ἡ δὲ παράλυτη γραῖα δὲν ἔπαθε τίποτε! Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφήν. Τὸ πλῆθος ἐκάμφθη ὑπὸ τοῦ δέους. ὡς ἐκ τῆς αἱματηρᾶς κοκκινάδας της. Ἔξαφνα σφαῖρα τηλεβόλου διῆλθεν ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν μας μετὰ βόμβου τρομακτικοῦ. Κονδυλάκης ΑΓΩΝΑΣ ΑΔΥΣΩΠΗΤΟΣ (Ἡ συγγραφεὺς παρουσιάζει πραγματικὰ περιστατικὰ ἐκ τοῦ σκληροῦ ἀγῶνος. ὡς στάχυα λυγιζόμενα ὑπὸ τὴν πνοὴν θυέλλης. Ἐξηκολουθήσαμεν ἀναβαίνοντες πρὸς τὰ ὄρη˙ ἀλλὰ τώρα ἐφαινόμεθα ἐκ τοῦ χωρίου.κοιλάδος. ὅτε ἠκούσθη κρότος φοβερός.μικροὶ οἱ ἐχθροί. Τοῦτο μόνον ἐνθυμοῦμαι σαφῶς. μαῦρος καπνός. ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου διεκρίνοντο μικροὶ . ὅτι ὑπεράνω τοῦ χωρίου εἶχε σχηματισθῆ μέγα οὐράνιον τόξον καὶ ὅτι ἐπί τινος οἰκίας ἐκυμάτιζεν ἡ τουρκικὴ σημαία. κεκαλυμμένου ὑπὸ καπνοῦ.Ἄχ! σκύλοι! Ἄχ! σκύλοι. Ἐν προκειμένῳ ὁ ἀγὼν διεξάγεται εἰς τὴν τότε λίμνην τῶν 167 . «. πῶς μᾶς ἐκάματε! Ἐφημ. μικρὰ ἐκ τῆς ἀποστάσεως. ὁ ὁποῖος ἐσήκωνε τὴν γηραιὰν μητέρα του. ὄπισθεν τοῦ ὁποίου θὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς. Ταύτην ἐπηκολούθησεν ἄλλη καὶ ἄλλη. Ἤμην τόσον ταραγμένος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν συγκινήσεων. πεσοῦσα. Ἐπλησιάζομεν εἰς τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ.Παναγία μου! Παναγία μου! Ἐγὼ δὲν εἶδον τίποτε. «Ἐμπρός» 1911 Ἰ. τὸ χωρίον ἐπυρπολεῖτο. κατεκερμάτισε* νεανίαν. Ἐκ τῆς οἰκίας μου καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων ἀνεδίδετο χονδρός. ᾀλλὰ βραδύτερον ἔμαθα ὅτι μία ὀβίς. Οἱ Βούλγαροι τότε προσεπάθουν νὰ ἐκβουλγαρίσουν τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς Μακεδονίας καὶ Θράκης μὲ τὰ πλέον ἀπάνθρωπα μέσα. συνοδευθεὶς ὑπὸ κραυγῶν τρόμου. οἱ Ἕλληνες μακεδονομάχοι ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τῶν Βουλγάρων κομιτατζήδων*. ὥστε ἡ μνήμη μου διετήρησε μόνον συγκεχυμένην εἰκόνα τοῦ χωρίου. πρὸ τοῦ 1912. ἀλλ’ εὐδιάκριτος. Καὶ ἤκουσα τὴν μητέρα μου ἀναφωνοῦσαν μετ’ ἀνεκφράστου μίσους καὶ ἀπελπισίας: . τὸν ὁποῖον διεξήγαγον.

Ὅταν ἄναβαν φωτιὰ οἱ ἄντρες μέσα στὴν καλύβα. πρὶν τὶς βροῦν. ποὺ τύχαινε νὰ εἶναι ὄρθιοι μὲς στὴν καλύβα. ἡ ἐμφάνισή τους ἦταν ἀτημέλητη*. Οἱ ἀρχηγοί. ὥστε ἀναγκάζονταν οἱ ἀρχηγοὶ κάθε ὦρα ν’ ἀλλάζουν τοὺς σκοποὺς αὐτούς. πάγωνε ἡ καλύβα. Καὶ οἱ Βούλγαροι προφυλάγονταν. Ἄν ἄνοιγαν τὴν πόρτα. εὕρισκαν τοὺς ἄντρες. τὰ μαλλιά τους εἶχαν μακρύνει. παρὰ γιὰ κεῖνον ποὺ δεχόταν τὴν ἐπίθεση. Ἀναγκάζονταν λοιπὸν νὰ κάθωνται χαμηλὰ ἢ νὰ ξαπλώνωνται χάμου στὴ φωτιά. Εἷχαν σκοποὺς παντοῦ. εἶχαν χτίσει κι ἄλλες μικρὲς καλύβες δῶθε καὶ κεῖθε της Κούγκας κι εἶχαν βάλει παντοῦ σκοπούς. τραβοῦσαν ὁμοβροντίες ἀπὸ μακριὰ καὶ οἱ σφαῖρες τους τρυποῦσαν τὰ καλάμια. τὰ ροῦχα τους τριμμένα. Ἄγρας καὶ Νικηφόρος. ἔκαναν αἰφνιδιασμοὺς στὶς βουλγαρικὲς καλύβες. Ὁ ἀγώνας ἐξακολουθοῦσεν ἄγριος. Ἀρχηγοὶ καὶ ἄντρες εἶχαν ἀγριέψει στὴν ὄψη. Ἔπρεπε νὰ πλησιάσουν οἱ πλάβες πολὺ κοντά. ἦταν δυνατό. χωρὶς νὰ πλησιάζουν μὲ τὶς πλάβες* τους. Καὶ τότε ὁ αἰφνιδιασμὸς ἦταν πιὸ ἐπικίνδυνος γιὰ κεῖνον ποὺ πρόσβαλλε. ποὺ ἔμεναν ἐκτεθειμένοι στὸ κρύο καὶ μὲς στὰ νερά. Ἡ ψηλὴ καλύβα τῆς Κούγκας* ἔβαζε τοὺς Ἕλληνες σὲ μειονεκτικὴ θέση. ὅλοι τώρα εἶχαν γένια. ἀμείλικτος* μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων ποιὸς νὰ ἐκτοπίση τὸν ἄλλον. δύσκολη πάντα. γιατὶ φαίνονταν ἀπὸ μακριά. Μὰ αὐτὲς ἦταν χαμηλές. Καὶ συχνὰ οἱ αἰφνιδιασμοὶ ἐξελίσσονταν σὲ ξαφνικὲς μάχες χέρια μὲ χέρια μεταξὺ ἑλληνικῆς περιπόλου κι ἄλλης βουλγαρικῆς. δὲν φαίνονταν μὲς στὰ καλάμια. Ἦταν τόσο ἐκνευριστικὴ αὐτὴ ἡ ἀκινησία καὶ ἡ ἀναμονὴ ἀνάμεσα στὰ καλάμια. ὥστε νὰ γίνωνται ἀντιληπτοί. Οἱ Ἕλληνες ἔβγαιναν κι αὐτοί. εἶχε γίνει γιὰ τοὺς ἀντάρτες ὀδυνηρή. Οἱ καλύβες μὲ τοὺς καλαμένιους τοίχους καὶ σκεπὴ καὶ μὲ τὸ καλαμένιο πάτωμα. Ὁ Καπετὰν Ἄγρας καὶ τὰ λοιπὰ ἀναφερόμενα πρόσωπα ὑπῆρξαν πραγματικὰ (ἱστορικὰ πρόσωπα ὑπὸ ψευδώνυμον) Τὸ κρύο. Καὶ μέσα στὶς καλύβες ὅμως ἐκνευρίζονταν οἱ ἄντρες.Γιαννιτσῶν. περιμένοντας κάθε στιγμὴ καινούργια ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ. δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς προφυλάξουν ἀπὸ τὸ κρύο. παλιωμένα. περιμένοντας κάθε στιγμὴ βουλγαρικὸ αἰφνιδιασμό. ὁ καπνὸς τοὺς ἔπνιγε. Μόνο ὁ Νικηφόρος κι ὁ καπετὰν 168 . Καὶ οἱ Βούλγαροι. τοὺς πλήγωναν ἢ τοὺς σκότωναν. Ἡ διαμονὴ στὴ λίμνη τῶν Γιαννιτσῶν. ἐκεῖνο τὸν Δεκέμβριο.

τυλιγμένος ὡς τ’ αὐτιὰ μέσα στὴν κάπα του. παπά μου. Σκότωσαν τὸν Τόμαν Παναρέντζε ἀπὸ τὸ Ζερβοχώρι!. Ὁ Ἄγρας ὅμως. . ἀπὸ τὰ γεναιότερα τοῦ Τέχοβου καὶ τὰ καλύτερα τοῦ χωριοῦ. ἀποκρίθηκε ὁ παπάς. μὲ τὶς κακοκλεισμένες του πληγὲς καὶ τοὺς συνεχεῖς πυρετούς. γιὰ νὰ γνωρίση τοὺς ἀρχηγούς. 169 . Ἐγὼ τοῦ εἶχα χαρίσει τὴ ζωὴ καὶ τὴ λευτεριά! .Ἔλα κάθισε. ρώτησε ὁ Νικηφόρος. .Πῶς τὸν λένε τὸν ἀξιωματικό. . . Τὸ ἄλλο πρωὶ ἔφτασε ἕνας παπὰς μ’ ἕνα χωρικό. .. . Πῶς σὲ λένε. ρώτησε ὁ Ἄγρας. Ἐρχόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Νησί.Δὲν τὸ λέει ὁ Στενημαχίτης. ἂν πᾶς καὶ γιατρευτῆς. Ἐνῶ. Κι ἔμενε μερικὲς ὧρες ξαπλωμένος στὸ πάτωμα καὶ πάλι σηκωνόταν καὶ ξανάρχιζε τὴν «δουλειά». φώναξε: .Ἕνας φίλος τοῦ καπετὰν Μανόλη.Τὸν σκότωσαν! ἀναφώνησε ὁ Ἄγρας. μέσ’ ἀπ’ τὰ καλάμια. Ἐδῶ δὲ θὰ γίνης ποτὲ καλά. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς κακούργους.Ἄσκημα ἔκαμε. Μιὰ δεύτερη. . Ὁ Ἄγρας εἶχε πυρετὸ καί.Καὶ καλὲς καὶ κακές. Ἦταν ἀπὸ τοὺς χειρότερους κομιτατζῆδες τοῦ Ἀποστὸλ Πέτκωφ. Μιὰ ὁμοβροντία τοῦ εἶχε σκοτώσει ἕνα εὔζωνα. νὰ φᾶς μαζί μας. εἶχε καθίσει κοντὰ στὴν ἀναμμένη φωτιά. θὰ μπορέσης νὰ δουλέψης καλύτερα.Παπαγιάννη. τὴν ἄλλη μέρα.Νὰ φύγης! τοῦ ἔλεγε καὶ τοῦ ξανάλεγε ὁ Νικηφόρος.. . τὸν ἀνεκτίμητο Ἀντώνη. Ἔκαμες ἄσχημα νὰ τοῦ χαρίσης τὴ ζωή.Ποιός τὸν σκότωσε. Μὰ εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐκνευρίζεται καὶ κεῖνος. Γελοῦσε ὁ Ἄγρας κι ἔπαιρνε τὸ τουφέκι καὶ πήγαινε σὲ περιπολίες καὶ ξαναγύριζε μὲ σαράντα βαθμοὺς πυρετό. Καὶ καθὼς μπῆκε ὀ ταπάς.Παντελὴς κατόρθωναν ἀκόμα νὰ κρατοῦν παρουσιαστικὸ κάπως πιὸ περιποιημένο.Τί εἰδήσεις μᾶς φέρνετε. τοῦ Στενημαχίτη· ἕνας ἀξιωματικός. Ἡ ζωὴ αὐτὴ ἦταν σκληρὴ γιὰ ὅλους. νομίζω. ποὺ ἔσφαξαν ὀχτὼ παλληκάρια. πλήγωσε τὸν ἀτρόμητο. εἶχεν ἐξαντληθῆ ὁλότελα. καπετὰν Ἄγρα. . εἶπε ὁ Παπαγιάννης. ρώτησε ὁ καπετὰν Νικηφόρος.

Τὸν ἅρπαξε.. Μοῦ εἶπε πὼς ὁ μυστικὸς αὐτὸς φίλος του ἐκδικήθηκε κάποιον Βασίλη Ἀνδρεάδη ἀπὸ τὸ Ἀσπροχώρι. πῆγε ὡς τὴ πλάβα. .. ζήτησε νὰ τὸν βρῆ. ἄλλος Γαρέφης! Καὶ νὰ ἦταν τιποτένιος ὁ Παζαρέντζε..Ρώτησα τὸν Μανόλη τὸν Στενημαχίτη. πέθανε. γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν αὐτὸν τὸν Βασίλη. . . Ποῦ τολμᾶ κανεὶς νὰ ρωτήση. Ὁ ἄλλος προσπάθησε νὰ βγάλη μαχαίρι. Αὐτὸς ὅμως κρυφόοοος!. Ἔτρεξαν γείτονες τοῦ Παζαρέντζε νὰ τὸν πιάσουν. ὕστερα ἀπὸ καιρό.Μὰ τί λογαριασμοὺς εἶχε μὲ τὸν Παζαρέντζε. σ’ ἕνα καφενεῖο γεμάτο Βουλγάρους. . Πῆγε ἴσια στὸ Ζερβοχώρι. ὅρμησε στὸ βάλτο. . ποὺ εἶχε. ρώτησε ὁ Ἄγρας. Μὰ αὐτὸς χάθηκε. μιὰ γροθιὰ στὸν ἄλλο. ..Ἄλλες εἰδήσεις ἔχεις. Τὸ φαγὶ ἦταν ἕτοιμο. λέει. ὁ μυστικὸς αὐτὸς φίλος τοῦ Στενημαχίτη. Σὲ κοιτάζει καὶ τὰ μάτια του.. ποὺ ἦταν καὶ φίλος τοῦ Βασίλη Ἀνδρεάδη. Μὰ ποιός τὰ βάζει πέρα μὲ τὸν φίλο αὐτὸν τὸν ἄγνωστο τοῦ Μανόλη. Νύχτα πιὰ ἔφτασαν στὸ σπίτι μου. Ὅταν τό ᾽μαθε. τρελάθηκε. ὅπου τὸν περίμενε ὁ Μανόλης ὁ Στενημαχίτης. σοῦ λέγω. ἂνοιξε δρόμο.Δὲν θά ᾽ξεραν τὸν δρόμο ἴσως. Θηρίο κι αυτός..Νὰ τὸν ρωτήσω. Κάθισαν οἱ καπεταναῖοι γύρω στὴ φωτιὰ κι ἔβαλαν μεταξύ τους τὸν παπά. δὲ ξέρω. καὶ δρόμο. Ὅταν τελείωσαν. ποὺ χάλασε τὸ σπίτι τοῦ Βασίλη Ἀνδρεάδη. Μιὰ σπρωξιὰ στὸν ἕνα. Δὲν ὑπάρχει πιά· τὸ κατάστρεψαν οἱ κομιτατζῆδες. λές. Ἐσὺ ἐκεῖνο. .. Φώναξε ἔξω τὸν Παζαρέντζε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ σκότωσες τὸν τάδε καὶ τὸν τάδε ἀπὸ τὸ Τέχοβο. ξεγυμνώνουν τὴν ψυχή σου. .Ἄλλος Γαρέφης! θαύμασε ὁ καπετὰν Τυλιγάδης. Ἐσὺ τοῦτο. Καὶ πῆγε ὁ μυστικὸς φίλος τοῦ Στενημαχίτη νὰ βρῆ τὸν Παζαρέντζε. ὁ φίλος τοῦ Μανόλη.Ναί· κακὲς ὅμως εἰδήσεις. στὸ Νησί. Ἐσὺ σκότωσες τὴ μάνα κᾳὶ τὴ γυναίκα τοῦ Βασίλη ἀπὸ τὸ Ἀσπροχώρι. Τοῦ σκότωσαν μητέρα καὶ γυναίκα καὶ τοῦ ἔκλεψαν ἕνα παιδάκι.Γιατί δὲν ἦρθαν ἐδῶ σὲ μᾶς.». Μὰ ποῦ! θηρίο στὴ δύναμη.Ναί. 170 . Τὸ Ἀσπροχώρι ἦταν ἕνα χωριουδάκι μεταξὺ Νιάουσας καὶ Βάλτου. ρώτησε ὁ Νικηφόρος.Σὺ δὲν τὸν ρωτοῦσες. χώθηκε στὰ καλάμια. Παπαγιάννη. . ἐπειδὴ εἶχε πάει κι εἶχε τολμήσει μὲ τὸν καπετὰν Ζέζα (Παῦλο Μελᾶ).

1937 Πηνελόπη Σ. νὰ δολοφονήσουν τὸν Χρυσόστομο*. εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Ζίχνας. Ἔβαλαν φωτιὰ στὰ ἑλληνικὰ σπίτια.. ἕνα μωρὸ δύο χρόνων. Ἡ δουλειὰ ἦταν δύσκολη. μιὰ μεγάλη καλύβα καὶ νὰ ξαναχτίσουν ἄλλη. δὲν εἶχαν ἀκούσει τίποτε. Καὶ δυὸ πλάβες. γυναῖκες. τὸ δάσκαλο. πάνω ἀπὸ τοὺς ὤμους τῶν καθισμένων καπεταναίων. μὲ τέτοιο δυνατὸ. ἔρριξαν καὶ κεῖνοι μπαταριὲς* μὲς στὰ καλάμια. ἀπογοητευμένοι. Μὰ ὅταν ἀποφάσιζε κάτι ὁ καπετὰν Νικηφόρος δὲν τὸν σταματοῦσαν τὰ ἐμπόδια. . ἐκτὸς τῶν ἄλλων. κοίταζε ὁ Νικηφόρος τὶς πλάβες ποὺ ἀπομακρύνοταν στὸ παγωμένο σκοτάδι. εἶχαν περάσει ἀντίκρυ. Μὰ κανεὶς δὲν ἀποκρίθηκε. σταλμένοι ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς Σόφιας. ἀπὸ τὴν Κλεπούσνα*. Κομιτατζῆδες πῆγαν. Δὲν εἶχαν δεῖ τίποτε. Μὰ ἔτυχε νὰ φύγη ὁ δεσπότης σὲ περιοδεία. Καὶ οἱ δολοφόνοι. κρὺο. τὴ γυναίκα του. Ὅλοι ἦσαν ταραγμένοι. Ὕστερα γύρισε καὶ μπῆκε στὴν καλύβα. γύρισαν ἄπρακτες. . Τὸ εἶχαν καλὰ ὀργανώσει καὶ θὰ τὸν σκότωναν. τὸν ἅγιο Δράμας. Ὅλη τους ἡ λύσσα ἦταν πὼς δὲ βρῆκαν καὶ δὲ σκότωσαν τὸν ἅγιο Δράμας. σὲ μιὰ νύχτα. Ἡ κατάσταση αὐτὴ δὲ μποροῦσε νὰ ἐξακολουθήση. παιδιά.. οὔτε ἀκούστηκε τίποτε. Ἀρχηγοὶ καὶ ἄντρες βγῆκαν ἀπὸ τὴν καλύβα μπρούμυτα πεσμένοι πίσω ὀπὸ τὸ χαμηλὸ ὀχύρωμα. Δέλτα 171 . Ἑκείνη τὴν στιγμὴ μιὰ ὁμοβροντία ἔσχισε τὸν ἀέρα κι ἀμέσως δεύτερη. ἀμίλητος.Ὄχι. σκότωσαν ἄντρες. Οἱ σφαῖρες εἶχαν τρυπήσει τοὺς καλαμένιους τοίχους τῆς καλύβας. κατὰ τὸ μέρος ἀπ’ ὅπου εἶχαν ἔρθει οἱ σφαῖρες.Μήπως ἀπὸ δῶ τίποτε. καὶ τὸν ἄρρωστο Ἄγρα. ἀγριεμένοι. Ἡ μεγάλη καλύβα τους ἦταν στόχος. πλάγι στὸν πιστὸ Τυλιγάδη. Οἱ ἄντρες ἐκνευρίζονταν. ἐκδικήθηκαν τὸν ἄοπλο πληθυσμὸ τῆς Κλεπούσνας. Εἶχαν δυναμίτη μαζί τους. φέρνοντας. ὅπου κατέφυγαν.. ποὺ βγῆκαν μὲ τὸν Τυλιγάδη νὰ ἐρευνήσουν. τὴν κόρη τοῦ παπᾶ. Σκυθρωπὸς. Μεμιᾶς ἡ καλύβα βρέθηκε στὸ πόδι. πολύωρη κι ἐπίμονη. Ἔπρεπε σκυφτοὶ νὰ περπατοῦν. «Τὰ Μυστικὰ τοῦ Βάλτου». στὰ τυφλά.Καὶ τώρᾳ στὴ δουλειά! εἶπε τοῦ Τυλιγάδη. ἕνα γέρο Βουζίκη ἐνενήντα χρόνων. Δὲν ἦταν εὔκολο νὰ κατεδαφίσουν στὰ σκοτεινά.

Γύρω σου χαμογέλαγαν μολέματα* καὶ σκύλοι. ὠρθοῦτο ὁ ἐχθρικὸς σταθμός. Οἱ Ἕλληνες στρατιῶται συνεσπειρωμένοι περὶ τὴν πυράν. χίλια μαχαίρια σοῦ ἔμπηξαν. Ἡ θέσις. Ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ φυλακείου.ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ Τὰ νιάτα σου ἀρματώθηκες καὶ ζώστηκες τὸ θάρρος.. Εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην θέσιν τὸ ψῦχος ἦτο ἔτι δριμὺ καὶ κατ᾽ αὐτὰς τὰς ἐαρινὰς νύκτας. κάποιο ἀγεράκι φύσηξε ἀπὸ τὴν Ἀλαμάνα. Στὸν τόπο ποὺ μαρτύρησες δὲ σ’ ἔκλαψε δικός. ἦτο ἐντελῶς μεμονωμένη. παλλήκαρε. ἠκροῶντο τοῦ ὑποδεκανέως ἀφηγουμένου τὸ θελκτικὸν παραμύθιον τῆς Πεντάμορφης.. στὸ πανηγύρι ὁ Χάρος. Κι ἡ μνήμη σου μᾶς γένηκε τριαντάφυλλο τ’ Ἀπρίλη. Μόνον ὁ φρουρὸς σκοπὸς περιεπάτει ἄνω καὶ κάτω πρὸ τῆς ἀχυροσκεποῦς σκοπιᾶς καὶ ἡ φλόξ τῆς πυρᾶς ἀπήστραπτεν ἐπὶ τῆς κινουμένης ξιφολόγχης τοῦ ὅπλου του. Εἷς ὑποδεκανεὺς καὶ πέντε στρατιῶται ἀπετέλουν τὴν ὅλην φρουράν του. Ἀστροπελέκι μέσα σου ὁ πόθος σου ὁ κρυφός. ὦ γίγαντά μου. Κι ἂν δὲ σηκώθη σίφουνας γιὰ τοὺς ἐχτροὺς κακός. οἱ νάνοι. κι ἂς σ’ ἔγειρε. 1930 Ρήγας Γκόλφης Η ΣΗΜΑΙΑ Τὸ ἐπὶ τῆς μεθορίου μικρὸν φυλακεῖον κατείχετο ὑπὸ ἀποσπάσματος εὐζώνων. τώρα ἡ ζωή σου εἶν’ ὄνειρο. εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο. εἰς ἑκατὸν μέτρων ἀπόστασιν. μὰ ὁ θάνατός σου φῶς. Οἱ ἐγγύτατοι σταθμοὶ ἀπεῖχον μίαν ὥραν· τὰ μεγάλα στρατιωτικὰ σώματα ἐστρατοπέδευον εἰς ἀπόστασιν δίωρον. Μὰ ἡ γῆ ἡ Μακεδονίτικη σὲ δέχτηκε σὰ μάνα. Αἴφνης 172 . καὶ τῆς πνοῆς σου ὁ στεναγμὸς μᾶς γένηκε λιβάνι. Ἐφημερὶς «Ἀκρόπολις». Δέκα ἄνδρες ὑπὸ ἕνα δεκανέα ἐφύλαττον ἐκεῖ.

Βαρέθηκαν στὸ σύνορο πέρα κατὰ τὸ Γκριτζάνο. πᾶμε νὰ κυριεύσουμε τὸ χωριό! Εἰς ἀπόστασιν δίωρον ἀπὸ τῶν τουρκικῶν σταθμῶν εὑρίσκετο χωρίον κατοικούμενον ὑπὸ εἰκοσάδος οἰκογενειῶν χριστιανῶν καὶ ἰσαρίθμων μουσουλμάνων. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ προσερχομένου. καθησύχασε τὴν αἰφνίδιον ταραχήν των: . Ὀλίγαι λέξεις ἀντηλλάγησαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ὁπλιτῶν του. . ὁ Γιάννης ἐπρόφερεν. παιδιά.κρότος συντριβομένων ὑπὸ βήματος θάμνων καὶ κυλιομένων χαλίκων ἠκούσθη ἀπὸ τῆς κλιτύος τοῦ λόφου καὶ ἡ φωνὴ τοῦ σκοποῦ ἔκραξε: . Τὰ χείλη των δὲν ὡμίλησαν.. . . 173 . τὰς λέξεις αὐτάς: . Ὅλοι προσήλωσαν ἐπ᾽ αὐτοῦ βλέμματα περιεργείας πλήρη. τὴν ὀπισθοφυλακὴν ἕτερος τὸ κύριον δὲ σῶμα.Ὥρα καλή.. Τὸ χωρίον αὐτὸ ἐκαλεῖτο Ἐλιά. καὶ πῶς τέτοιαν ὥραν. ὅστις ἦτο ἤδη λίαν ἐγγύς. Τὴν πρωτοφυλακὴν ἀπετέλει εἷς εὔζωνος. οἱ δ’ ἐν τῷ σταθμῷ στρατιῶται ἐξ ἀπροόπτου καταληφθέντες εἰς τὸν ὕπνον.. Ὁ ὑποδεκανεὺς ἀρχηγὸς προσήγγισε τὸ χωρίον μὲ στρατηγικὴν τάξιν. Μεθ’ ἡμίσειαν ὤραν ὁ Τοῦρκος σκοπὸς ἐφονεύετο ὑπὸ εὐζώνου. ἀπετέλει αὐτὸς μετά τῶν λοιπῶν στρατιωτῶν.Τίς εἶ. μετὰ μικρὰν ἀντίστασιν οἱ ἓξ ἐφονεύοντο οἱ τρεῖς ἠχμαλωτίζοντο καὶ μόνον ὁ δεκανεὺς διέφυγε τὸν ὅλεθρον πηδήσας ἀπό τινος φεγγίτου. ῾Ο ὑποδετκανεὺς ἀρχηγός των. ἀσθμαίνων ἀκόμη. ἀπεκρίνατο ὁ ποιμὴν καὶ ἐκάθισε βαρὺς καὶ κάθιδρως πλησίον τῆς πυρᾶς. Οἱ εὔζωνοι ἀνεσκίρτησαν ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ. Εὐρυτὰν τριακοντούτης.Νὰ πάρω ἀνασασμὸ καὶ σᾶς λέω..Τώρα. παιδιά! Εἰμ’ ἐγὼ ὁ Γιάννης.. μικρὸς τὸ ἀνάστημα καὶ τραχὺς τὴν ὄψιν. φέρον καὶ τοὺς τρεῖς αἰχμαλώτους δεσμίους. τὸ ντουφεκίδι πάει κορδόνι.. ἠρώτησεν ὁ ὑποδεκανεὺς τείνων τὴν χεῖρα πρὸς τὸν γνωστότατον εἰς αὐτὸν ποιμένα. κατήρτισεν ἐν ἀκαρεὶ τὸ στρατηγικόν του σχέδιον.Καλῶς τὸν Γιάννη. τὸ ὁποῖον ἴσως καὶ πρὸ πολλοῦ εἶχε μελετήσει. καὶ μόνον διεσταυρώθησαν τὰ βλέμματά των ἀποστράπτοντα ὡς λεπίδες ξιφῶν. Μετὰ μία στιγμὴν σιωπῆς καὶ προσδοκίας. Οἱ εὔζωνοι ἀνεπήδων συγχρόνως καὶ ἔσπευδον πρὸς τὰ ἀνηρτημένα ὅπλα.

Δυὸ λουρίδες πανὶ ἄσπρο ἐπάνω σταυρωτές. Στάθης Γέρακας. διέταξε νὰ προσαχθῶσι τῶν προκρίτων γερόντων τρεῖς ὡς ὄμηροι.. Τὸ σῶμα τοῦτο ἐπορεύετο πρὸς τὴν μεθόριον. τοῦ ἀποσπάσματος· οἱ χωρικοὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ ὑποκύψωσιν ἀφυπνισθέντες αἴφνης ὑπὸ τῶν θριαμβευτικῶν ἀλαλαγμῶν τῶν ἓξ ἀνδρῶν. ἔγραψε διὰ φαιᾶς μελάνος τὸ πρῶτον του ἔγγραφον: «Ὁ φρούραρχος Ἐλιᾶς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ. Τούτων οἱ δύο ἦσαν ὀθωμανοί. καπετάνιε. μαθὸν ὅμως παρὰ τοῦ φυγάδος δεκανέως τὰ ἐν τῷ σταθμῷ συμβάντα καὶ τὴν πιθανὴν κατάληψιν τοῦ χωρίου ὑπὸ τῶν ὀλίγων εὐζώνων. ἐγκατασταθεὶς ἐντὸς τοῦ μόνου διωρόφου οἴκου.Ὅπως ἀγαπᾶς. Πρέπει νὰ ὑποχωρήσουμε στὴν 174 . εἶπεν ὁ φρούραρχος. μιὰ σημαία ἑλληνικὴ δὲ θὰ μοῦ οἰκονομήσετε γιὰ τὸ φρουραρχεῖο. τὸ πρῶτον ἐχαιρέτιζον τὸ σύμβολον τῆς ἐλευθερίς ἐπὶ τῆς δεδουλωμένης ἐκείνης γῆς.Θὰ μὲ ἀναγνωρίσετε φρούραρχο τοῦ χωριοῦ! ἔκραξεν ἐπιτακτικῶς. Νά!. . Εὐπειθῶς ἀναφέρω.Θύμιο ἔκραξε πρὸς τὸν νεώτατον εὐζώνων· ἔχεις πόδια ζακαδιοῦ. . Ὅλα τὰ παιδιὰ παρόντες. Μετ’ ὀλίγον ἡ αὐτοσχέδιος ἑλληνικὴ σνμαία ἐκυμάτιζεν ἐπὶ τῆς καπνοδόχου τοῦ ἀγροτικοῦ οἰκίσκου. ἀπεκρίθνὁσαν τρέμοντες οἱ γέροντες. Ἀλλα τὴν ἰδίαν στιγμὴν σαλπίσματα καὶ ποδοβολητὸς ἐτάραξον τὴν μόλις ἀποκαταστᾶσαν ἡσυχίαν καὶ τὸ χωρίον περιεκυκλοῦτο ὑπὸ του τουρκικοῦ σώματος τριακοσίων πεζῶν καὶ ἀποσπάσματος ἱππέων. Πάρε τὸ χαρτὶ καὶ τρέχα στὴ Διοίκηση. Στὴ σημαία δὲν ἔχει νὰ κάνη τὸ πανί· πάντα σημαία εἶναι!. πάρετε τὸ γαλάζιο μαντήλι τοῦ γέροντα. τὸ φρούριό μας οὔτε τὸ γνωρίζομε καλὰ οὔτε μᾶς γνωρίζει.Μόνον οἱ κύνες ἀντέστησαν εἰς τὴν εἴσοδον. . ἕνα καλάμι κι ἔγινε!. μωρὲ παιδιά. Ἀστραπή! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι... ἵνα δώσῃ ἓν μάθημα εἰς τοὺς θρασεῖς Ἕλληνας. Καὶ ὁ νέος φρούραρχος. ἀλλὰ καὶ ἀποτελοῦντας προφυλακὴν ἰσχυροῦ σώματος... Μπορεῖ νὰ μᾶς κλείσουν ἐδῶ μέσα σὰν τὰ ποντίκια καὶ νὰ μᾶς κάψουν ἥ νὰ μᾶς πιάσουν.Εὐζωνικοῦ Τάγματος. ἐλοξοδρόμησεν ὀλίγον. Ὁ ὑποδεκανεύς. λαβὼν χάρτου τεμάχιον. καὶ ἡ σελήνη τὴν ὥραν ἐκείνην προβάλλουσα ἀπὸ τοῦ βουνοῦ καὶ ἡ νυκτερινὴ αὒρα γλυκέως ψιθυρίζουσα.Παιδιά. .. ὑποδανεύς».. τὸ χωριὸ Ἐλιὰ ἀπὸ σήμερα ἐγίνηκε ρωμαίικο. τοὺς ὁποίους ὑπελάμβανον οὐχὶ μόνον τετραπλασίους.

Ὁ ὑποδεκανεὺς ἀναρριχηθεὶς ἀπὸ τοῦ ὄπισθεν τοίχου. ἀκράτητος ἐστράφη πρὸς τὰ ὀπίσω. ἐνῷ περιεκυκλοῦτο ἤδη ὁ οἶκος. οἱ εἰς θάνατον ἀποφασισμένοι. Οἱ ὀθωμανοὶ στρατιῶται ἐπλήρουν τὴν ὁδὸν καὶ μετά τινα δισταγμὸν εἰσήρχοντο εἰς τὸν οἶκον. ὡσὰν νὰ ἐχρησιμοποίει καὶ αὐτοὺς τοὺς σπασμοὺς τοῦ θανάτου. κατέσχισε διὰ τῶν ὀδόντων τὸ πανίον καὶ ἀπέπτυσσεν αὐτὸ ράκος ἄμορφον καὶ πορφυροῦν ἐκ τοῦ ἰδίου αἵματος. ποῦ θὰ τὴν ἀφήσωμε τὴ σημαία μας. μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς τὸ μικρὸν γαλανόλευκον πανίον ἀνεκινεῖτο τρέμον. Κατέπεσεν ἐπὶ τῶν κεράμων.Καὶ ἡ σημαία. ὡς νὰ τὸν ἱκέτευεν. 1895 175 . Ὑψηλὰ ἐκεῖ. Τὴν ἐκράτει ἐπὶ τοῦ στήθους καθ’ ἣν στιγμὴν πεντήκοντα ὅπλα ἐκκενώθησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ δύο σφαῖραι τὸν ἐπλήγωσαν εἰς τὰ στήθη. Τὴν ἥρπασε διὰ τῶν χειρῶν καὶ ὁ κάλαμος συνετρίβη. Καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἀγωνίαν. ὅπου μόνον οἱ τρεῖς δέσμιοι ατχμάλωτοι εἶχον καταλειφθῆ. γοργός. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶχον ἀκόμη καταλάβει τὴν ἐκεῖθεν ἔξοδον καὶ ἡ φυγὴ ἦτο ἐξησφαλισμένη. ὡς νὰ τὸν προσεκάλει.πρώτη μας θέση. Γεώγιος Δροσίνης Ἐφημερὶς «Ἐστία». εὑρίσκετο ἤδη ἐπὶ τῆς στέγης. Ἐφ’ ὅπλου λόγχη! Καὶ οἱ πέντε ἄνδρες. Καὶ ἡ μικρὰ σημαία ἐκυμαίνετο πρὸς αὐτόν. ἐξώρμων διὰ τῆς ὄπισθεν θύρας τοῦ φράκτου. ὡς νὰ τὸν εὐχαρίστει διὰ τὴν σωτηρίαν. Ὁ ὑποδεκανεὺς ἐκστύπησε τὸ μέτωπον διὰ τῆς παλάμης: . εἶπε. οἱονεὶ ἐναερίως. Καὶ πρὶν ἢ προφθάσουν οἱ ἄλλοι σύντροφοι νὰ ἐννοήσωσι τὴν πρόθεσίν του. Ὁ ὑποδεκανεὺς ἔρριψε πρὸς τὰ ὀπίσω τελευταῖον βλέμμα δρασκελίζων τὸν τελευταῖον φράκτην τοῦ χωρίου. αἱ ὁποῖαι συνετρίβησαν ὑπὸ τὸ βάρος του.

176 .

6 ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ 177 .

178 .

ὁ δὲ κολαουζιέρης. τὸ ὁποῖον ἐξασκοῦν τόσοι ἡρωϊκοὶ βιοπαλαισταὶ ἀπ’ τὴν Ὕδραν. ἔσπευσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. τούτου ἔργου.ΟΙ ΣΠΟΓΓΑΛΙΕΙΣ ( Τους σπόγγους ἁλιεύουν εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των οἱ δῦται. τὸ ὁποῖον δὲν προδίδει τὰ μυστικά του ποτέ. καὶ τῶν κρυστάλλων. Ἡ ἀνύψωσις ἐξηκολούθησε βραδέως καὶ μετά προσοχῆς ἐνῷ ὁ ναυτόπαις ἐσώρευε τὸν ἀνερχόμενον σωλῆνα. Ἐν τούτοις καὶ μὲ τὰ σκάφανδρα* ὑφίσταται πάντοτε ὁ κίνδυνος. ἀμαυρὰ καὶ κελαρύζουσα. ὁ ἕτερος ἀπόχην πλήρη σπόγγων. Ἦτο ἡ ἀναπνοὴ τοῦ δύτου ἐκ τοῦ θαλλασίου βυθοῦ. Ἐν τούτοις ὁ κολαουζιέρης* εἶχε δώσει ἤδη τὸ σύνθημα.τρεῖς τότε ἐκ τῶν σπογγαλιέων. Πλησίον τῆς λέμβου. Δυὸ . καὶ πελωρία κεφαλὴ ἐκ τοῦ μετάλλου. ἀφήσαντες τὴν ρᾳθυμίαν*. ἀναπνέοντες ἀέρα. καὶ ἤρξατο βραδέως ἀνασύρων τὸ σχοινίον. ἐκρατήθησαν ἀπὸ τῆς κουπαστῆς* καὶ ὁ δύτης. Δύναται καὶ χωρὶς ἀντλίαν ὁ τολμηρὸς δύτης νὰ καταβῇ εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης. ὡς φοβερὸν θαλάσσιον τέρας. τὴν Αἴγιναν. προέβαλε παρὰ τὸ δεξιὸν πλευρόν. ἐφάνη ἀνακύπτων μὲ τὸ ἥμισυ ἀκόμη σῶμα ἐντὸς τῶν ὑδάτων. τρομακτικὴ ἐκ τῶν σωλήνων. Εἰς τὸ βιβλίον του «Σπογγαλιεῖς τοῦ Αἰγαίου» ὁ συγγραφεὺς μᾶς περιγράφει λεπτομερείας τοῦ δυσχεροῦς. σαν ἄγριον καὶ σιωπηλόν. μὲ τὸ φοβερὸν σάβανον τοῦ ἀπεράντου ὠκεανοῦ ὑπεράνω. λαμβάνων διὰ τῶν 179 . εἰς τὸ χάος τῆς ἀβύσσου. τὴν Σύμην καὶ ἄλλας νήσους τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν). καὶ νὰ ξερριζώση σπόγγους ὁπότε διατρέχει πολὺ περισσοτέρους κινδύνους. Δύο βραχίονες ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἐκράτει τὸ σχοινίον. τὴν Κάλυμνον. Εἴκοσιν ὀργυιαὶ κάτω τοῦ κόσμου. ὀγκώδεις φυσαλλίδες ἀέρος πλατεῖται καὶ καμπύλαι ἀνήρχο κατὰ διαλείμματα νὰ θραυσθῶσι παφλάζουσαι. ἐὰν δὲν γίνῃ καλὸς ὁ χειρισμὸς τῆς ἀντλίας. τὸν ὁποῖον στέλνουν μὲ τὰς ἀντλίας των τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοῖα. Μετά τινα λεπτὰ τὰ ὕδατα συνεταράχθησαν. ὡσὰν μυστηριώδης βρασμὸς νὰ ἐτάρασσε τὰ ἐνάλια* βάθη.

συγκολλῶσαι τοὺς ἀτάκτους βοστρύχους τῆς κεφαλῆς. . Ἤδη ὁ μικρὸς ναυτόπαις. καὶ κυλιόμεναι κατὰ μῆκος τῆς ρινὸς καὶ τῶν παρειῶν. Ὁ δύτης ἔμεινεν ἐκεῖ ἐπ’ ὀλίγον κρατούμενος ἀπὸ τῆς κουπαστῆς ὡς ἀναλαμβάνων.Ἄλα. ἐρυθρὰ δὲ χελιδονόψαρα.Δὲν θὰ σὲ κάνουμε νύφη. αἵτινες παρηκολούθουν τὴν διεύθυνσιν τοῦ τεινομένου σχοινίου.. Ἐφάνη τότε ἕν πρόσωπον κατέρυθρον. ἕως οὗ ἀφῃρέθη ἐντελῶς. . καὶ ἔπειτα πάλιν βυθιζόμενα ἐντὸς τῶν χλιαρῶν ὑδάτων. ἔδραξε τὸ σχοινίον καὶ ἀφέθη νὰ βυθισθῆ ὑπὸ τὰ παφλάζοντα ὕδατα. διακοπτομένη μόνον ἐκ τοῦ θορύβου τῆς ἀντλίας καὶ τῆς ἐλαφρᾶς κινήσεως τῶν κωπῶν. τοὺς ὁποίους εἴμεθα συνηθισμένοι νὰ βλέπωμεν εἰς τὰς προθήκας τῶν μυροπωλείων καὶ τὰ κάνιστρα τῶν πλανοδίων πωλητῶν. Παχεῖαι σταγόνες ἔρρεον ἀπὸ τοῦ μετώπου του. χρειαζόμεναι πολλὴν ἔτι κατεργασίαν. ἀνεκίνει τοὺς σπόγγους. καὶ ἔμεινεν ἀκίνητος κρατῶν τὸ πρόσωπον ἐντὸς τῶν χειρῶν. ἐνῷ ἕτερος ἤρχιζε διὰ μακρᾶς σακορράφας νὰ τοὺς περνᾷ εἰς σχοινία. ἀφοῦ κατῆλθε προσεκτικῶς τὴν μικρὰν κλίμακα. ἔγρυξε* πάλιν ὁ καπετὰν Τζερεμές..δύο παλαμῶν τὴν περικεφαλαίαν. Ἦσαν μᾶζαι μελαναί.. ἀναπνέον μετὰ κόπου. Ἐπὶ τῆς θερμῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης... ἀφοῦ δὲ οἱ σύντροφοί του τὸν ἀνείλκυσαν ἐντελῶς καὶ τὸν ἐξέδυσαν τῶν ἐλαστικῶν ἐνδυμάτων. Τὸ καῦμα ἐγίνετο ἀνυπόφορον. ἀηδεῖς καὶ γλοιώδεις. ἐξηπλώθη μὲ μόνην τὴν φανέλαν ἐπὶ τῶν σανίδων. ἐφαίνοντο πτερυγίζοντα ἐπὶ τινας στιγμάς. Ὁ δύτης ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ. ἄλα. Οἱ ναῦται τῆς ἀντλίας ἤρχισαν ἀμέσως περιστρέφοντες τὸν τροχόν. ἤρχισε νὰ τὴν περιστρέφη. χρώματος τεφρολεύκου πρασινωποῦ. ἔκυψε νὰ κοχλιώσουν τὴν τερατώδη περικεφαλαίαν καί. 180 . ἐνῷ ὁ ναυτόπαις ἔσπευδε πρὸς τὸν ἀεραγωγὸν σωλῆνα.. Δὲν ὡμοίαζον διόλου ὅμως ἀκόμη τοὺς ὡραίους σπόγγους. μακρὰ τεμάχια ὑπερύθρων φυκῶν ἤρχιζον ν’ ἀναδεύωσι τοὺς μακροὺς πλοκάμους των. παίζοντα ἢ καταδιωκόμενα ὑπὸ ἀοράτων ἐχθρῶν. ὁ δὲ κολαουζιέρης ἄφηνε βραδέως τὸ σχοινίον. πλησιάσας. διὰ νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἡσυχία ἐπεκράτησε πάλιν ἐπὶ τοῦ σκάφους. μιὰ ὥρα κάνεις νὰ ντυθῇς.

«Σπογγαλιεῖς τοῦ Αἰγαίου». ἐπέβαινεν εἰς αὐτὸ καὶ ἐξήρχετο πάλιν πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ περιβολίου του. νὰ σχηματίζουν αὔλακας καὶ νὰ εἶναι γαλήνια.Λὲς καὶ τὰ ἔχει γητεμένα! Ὁ ἐξάδελφός μου ὁ Γιαννιὸς δὲν ἔτεινε τὸ οὖς εἰς τὰ ποικίλα ἤ μᾶλλον στερεότυπα ταῦτα σχόλια. Καθ’ ἑκάστην. καὶ ἀποκομίζων τὰ «λαχανικὰ» τὰ ἐπώλει. τὰ χόρτα καὶ οἱ θάμνοι τοῦ περιβολίου τοῦ ἐξαδέλφου μου ποῦ Γιαννιοῦ.πάλι ἀπ’ τὸ περβολάκι του. πελώρια. ὁπόθεν πρὸς ἑσπέραν ἐπέστρεφεν ἀποφέρων τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του.ἀργὰ ἐκ τῆς καθημερινῆς ἐκδρομῆς του.Σὰν νὰ τὸν γνωρίζουν. ἢ τὰ ἔφερεν οἴκαδε. Οἱ γέροντες ἀπόμαχοι. ἀφοῦ προσέδενεν εἴς τινα πάλον τὸ ὑποζύγιόν του. ὁ Γιαννιὸς ἔρχεται. Καὶ ἀφοῦ ἀνεπαύετο τὴν ἑσπέραν ἐκ τοῦ μετρίου καμάτου τῆς ἡμέρας.Καὶ τὰ κουνουπίδια του καὶ τὰ μποστανικά του. Νομίζει κανείς. καημένη μπουκαδούρα*. γιγαντιαῖα. δὲν ἔπαυσαν νὰ ὀργώνωνται.Φύσα. .Νά. περὶ τὸ δειλινόν. 1902 Ἄγγελος Τανάγρας Η ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥ Κανεὶς εἰς ὅλον τὸ χωρίον δὲν εἶχεν ὡραιότερον περιβολάκι ἀπὸ τὸν ἐξάδελφόν μου τὸν Γιαννιόν. μέλλων ὁσονούπω ν’ ἀναπαυθῇ διαρκέστερον ἐν τῶν πολλῶν μόχθων τῆς ζωῆς του. οἱ καθήμενοι παρὰ τὴν προκυμαίαν. . .. ἄγρια ἢ κηπευτά. . βλέποντές τον ἐπιστρέφοντα ἀργὰ . ἐπέβαινεν εἰς τὸ μικρὸν γέρικον ὀνάριόν του καὶ ἐξετέλει τακτικὴν ἡμερησίαν περίοδον ἀνὰ τὸ ὡραῖον κηπάριον. 181 . ἀχανές. Ὁποῖον λαμπρόν.Πῶς τὰ καταφέρνει! . ἀλλ’ ἀντιπαρήρχετο ἀδιάφορος.. κατὰ τὴν περίστασιν..Καὶ φέρνει καὶ τὶς λαχανίδες του. μεγαλοπρεπὲς περιβόλι! Καὶ πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ θεῖος Ὅμηρος νὰ θέσῃ ἐκ παραλλήλου τὰς δύο παραβολὰς τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κοιμῶντας ἀστάχυς*! Τῷ ὄντι. ἐστέναξεν ὁ νεαρὸς Αἰγινήτης. ἔλεγαν: . πὼς εἶναι σὲ πυρωμένο καμίνι. στρέφων πρὸς τὸν ὁρίζοντα τὸ πρόσωπον καὶ προσταθῶν ν’ ἀναπνεύση ὀλίγον δροσερὸν ἀέρα. τὴν ἄλλην ἡμέραν πάλιν περὶ τὸ δειλινὸ ἔλυε τὸ ὀνάριόν του.

Καὶ ἡδύπνοοι* ὀσμαί. ὄχι κατὰ σχῆμα τετριμμένης προσωποποιΐας. νὰ στυλώνωσι τὰ στέρνα. χωρὶς νἀ καταφλέγῃ τὰ βάθη του. καὶ αἱ ὑπόγειοι καὶ αἱ ῾τροπαῖαι* ἡμιλλῶντο. ἀλλὰ βιβλίον μὲ ἱερογλυφικοὺς* χαρακτῆρας. ὅλα τὰ κοιλώματα. νὰ εὔρωσι τὸν πυθμένα. ἐναργὲς καὶ εὐανάγνωστον. νὰ πλαταγῶσι*. τίς νὰ αὐλακώσῃ βαθύτερον. τίς νὰ ὑπεγείρῃ ὑψηλότερον τὰ κυανᾶ καὶ πορφύρεα νῶτά των. ἅμα ἀπέκαμνεν ἐκ τῆς ἡμερησίας ἁρματοδρομίας. Ἠδύνατό τις μάλιστα. Ἡ σελήνη ἐγίνετο λαμπροτέρα. νὰ ἠχῶσι. νὰ φρίσσωσι. Δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι ποικιλόμορφα. ἐλαφρὰ ἀρώματα. ὅλα τὰ ἄντρα τοῦ προσφιλοῦς αὐτῷ ἐδάφους. διὰ ν’ ἀναπαυθῇ εἰς τὸν βυθόν του. ἠρύθραινε καὶ καθίστα μελαψὰς καὶ ἀρρενωπὰς τὰς ὄψεις τῶν ἀνθρώπων. παροδικὰς ρυτίδας. ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Δι’ ὅλους τὸ περιβολάκι τοῦ Γιαννιοῦ. νὰ κροαίνωσι*. μετ’ ἀκτινωτοῦ ἀφρώδους στεφάνου. ἀνοίγων τοὺς θησαυροὺς του εἰς τὰς ἐπιδεξίους χεῖρας τοῦ πεπειραμένου κηπουροῦ. μυρμηκιζούσας. ζητοῦσαι νὰ μετρήσωσι τὸ βάθος. σαφές. Μυρίοι κρότοι ἀντήχουν εἰς τὰ ἄντρα καὶ εἰς τοὺς βράχους. νὰ ὀρθῶσι τὴν χαίτην. διότι ὁ ἴδιος. Οὗτος ἐγνώριζεν ὅλα τὰ μυστήρια. Τὸ ὀνάριον τοῦ ἐξαδέλφου μου ἐβύθιζε τοὺς πόδας ἐν μέσῳ τῶν δροσερῶν πετάλων. Ὁ δὲ οὐράνιος θόλος κατωπτρίζετο ὅλος εἰς τὸν ἀπαράμιλλον κῆπον. διὰ ν’ ἀκονίσῃ ἐν τῷ ὑγρῷ ἐργαστηρίῳ τὰς ἀμβλυνθείσας ἀκτῖνας. τὸ ἄστρον τῆς ἑσπέρας ἐλούετο ἡδυπαθῶς* εἰς τὰ νάματά της. καὶ ἅλμη καὶ θάλπος ἡλίου ἐσκλήρυνε τοὺς χρῶτας*. τοῦ ἐξαδέλφου μου ἦτο βιβλίον ἀνοικτόν. ὅπως ἔλεγαν 182 . ἐπαργυροῦσα τὰ στέρνα τῆς ἀχανοῦς ἐκτάσεως. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἄμοιρον ἐξάδελφόν μου ἦτο βιβλίον μὲ κεφαλαιώδεις λαμπροὺς χαρακτῆρας. ἀπέπνεον πανταχόθεν. Καὶ οἱ Ζέφυροι προσέπαιζον κυλινδούμενοι ἐντός των ὡς ἄτακτα παιδία. προσπαιζόντων καὶ θροούντων περὶ τοὺς πόδας του καὶ ὁ κῆπος ὁ μυστηριώδης ἐπρότεινε τὰ στέρνα. ὅπου τὰ κράσπεδα τῆς ἀσπίλου ὀθόνης ἀπέληγον. μετὰ φωσφορίζοντος σελαγισμοῦ. Καὶ αὔρα ποντιὰς ἐθώπευε μαλθακῶς τὴν ἄσπιλον κυματίζουσαν ὀθόνην. καὶ αἱ Πλειάδες* μετὰ γλυκείας παρθενικῆς σεμνότητος ἐμάρμαιρον εἰς τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη της ὡς βολίδες εἰσδύουσαι. νὰ κτυπῶσι πᾶν ἀντίτυπον σῶμα. νὰ βρέμωσι*. μυρώνουσαι τὰς αὔρας. ἐβυθίζετο. ἀλλὰ σχεδὸν κυριολεκτικῶς. νὰ εἴπη. προσκαλοῦσα ἀπείρους χαριέσσας. ὅν ὁ ἥλιος ἔκαιε. ἀναλλοίωτα καὶ ρευστά.ὁμαλά ἀπ’ ἀρχῆς.

ἐκεῖ ἀνίσχει τὴν κεφαλὴν ἡ Μαυρομαντηλού. σκάζει καὶ δεικνύει μέλαιναν αἰχμὴν ὑπὸ ὑγρᾶς λευκῆς παρυφῆς περίρρυτον. ἐκ τρυφερᾶς ἡλικία δεκαετοῦς. ὅτι ἐργάζεται διὰ τοὺς ἄλλους· ὁ δύσμοιρος ὁ Γιαννιὸς εἰργάζετο διὰ τοὺς ἄλλους. Ἀλλ’ αὕτη μόλις ἀπέκτησε δύο κόρας. Ἦτο ἤδη ἑξηκοντούτης. τὸν ἀγωνιῶντα νὰ εὕρῃ εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου τροφὴν δι᾽ ἑαυτὸν καὶ διὰ τοὺς φιλτάτους. Εἰκοσαετής.. καὶ ἀπὸ πεντήκοντα ἐτῶν. κι ἐχήρευσε. ὀρφανὸς ὁ ἴδιος. ὑπὸ ἐλαφροῦ ζεφύρου ρυτιδούμενον. Πᾶς ἄνθρωπος ἐργάζεται δι’ ἑαυτόν. Ὅλοι οἱ βράχοι ἵστανται πέριξ ἀσάλευτοι. σειρὴν ἄφωνος. Παρὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τοῦ ὡραίου τριπλοῦ λιμένος τῆς παραθαλασσίου κώμης. εἶχεν οἴκο τρεῖς γυναῖκας. Μόλις ἐχήρευσεν ἡ μια. δὲν εἶχε παύσει νὰ καλλιεργῇ τὸν κῆπον του. κι ἐκακοπανδρευθη ἡ ἄλλη Αὕτη ἔλαβεν ἄνδρα. ἦτο προστάτης τῶν ὀρφανῶν ἀδελφῶν του. τῆς χήρας ἀδελφῆς καὶ τῶν ὀρφᾳνῶν ἀνεψιῶν του. χήρας τριακοντούτιδος. Χωρὶς νὰ νυμφευθῇ. τῆς τῶν ἀνεψιῶν. ἦτο προστάτης ἔτι μεγαλυτέρας ὀρφανίας. του. Μόνον ἡ Μαυρομαντηλού νεύει μακρόθεν. ὤφειλε νὰ βοηθῇ καὶ τὴν ὕπανδρον ἀδελφὴν μετὰ τῆς προγονῆς. Τὴν μίαν του ἀδελφὴν ἡδυνήθη μετά τινα ἔτη νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ. ὅστις τῆς ἔφερεν ἐκ τοῦ χωρίου του την ἐκ τοῦ πρώτου γάμου ὀκταέτιδα παιδίσκην του. Φαίνεται νὰ τὸν καλῇ πλησίον της ὡς ἄλλη σειρήν. Ἡ μοῖρα τοῦ τὰς ἐκληροδότησε. Μετέβη εἴς τινα πόλιν τῆς ῾Ελλάδος.. νεύει διὰ τῆς κεφαλῆς εἰς τὸν θρασὺν ναυβάτην.καὶ οἱ γέροντες ἀπόμαχοι τῆς προκυμαίας ὅτι αὐτὰ μᾶλλον τὸν ἐγνώριζαν. Τεσσαρακοντούτης. ἐκτὸς τῆς ἀσθενοῦς γραίας μητρός του. ἐπὶ τῆ προφάσει. Τότε δὰ ὁ πτωχὸς ἐξάδελφός μου ὁ Γιαννιός. 183 . συνέζησεν ὀλίγους μῆνας μετ’ αὐτῆς καὶ ἀπεδήμησε. Τὸν ἐγνώριζαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου. μετ’ ὀλυμπίου εἰρωνείας ὑπερορῶντες τὰς ἀπέλπιδας προσπαθείας τοῦ μανιώδους κύματος. τὸν ἐπιβαίνοντα οἰκτρᾶς σανίδος καὶ παραδέρνοντα εἰς τὸ πέλαγος. Ἀναχωρῶν δὲν εἶχεν ὀβολὸν νὰ τῆς ἀφήσῃ. Δωδεκαετής ἔμεινε μόνος προστάτης τῆς μητρός. καὶ ποτὲ δι’ ἑαυτόν. ὅπου τὸ κῦμα. ὅπου εἰργάζετο χειρωνακτῶν.

τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ. ἐπεσκέπτετο ὅλους τοὺς ὅρμους. Λέγεται. Ἔπλεεν ἀπὸ ἀγκάλην εἰς ἀγκάλην. ὅπου ἀνεκάλυπτε θαλασσίους 184 .καὶ ἄψυχος. ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει. τοῦ ἐξαδέλφου μου· ἀλλὰ πάντοτε αὕτη διαβαίνοντα πλησίον ἥ μακράν. -καὶ ὅμως ἂν ἦτο ἀληθές!. κεφαλὴν φώκης. ὅλα τὰ θαλάμια τῶν μουγκριῶν. Τὸ κινούμενον φαίνεται ὡς νὰ κινῇ. ἔμπειροι ναυβάται. ὅστις μόλις ἀνέτεινε τὴν κορυφὴν ὑπὲρ τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος ὡς κολυμβητὴς κεκμηκὼς καὶ ἀναπαυόμενος ὕπτιος ἐπὶ τῶν κυμάτων. Ἔπλεε σχεδὸν καθημερινῶς εἰς τὰ νερά της. ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοὶ της. Τὸ κῦμα μόνον ρήγνυται καὶ πλαταγεῖ καὶ περιρρέει. Ἀγνοῶ τί μοιραῖον ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Μαυρομαντηλοῦς καὶ τοῦ Γιαννιοῦ. ὅλα τῶν ἀστακῶν τὰ ἐνδιαιτήματα. Μόνη ἡ κεφαλὴ τῆς φώκης σείεται.ὅτι ἡ Μαυρομαντηλοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ. φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος. τρέφων παράδοξον στοργὴν πρὸς τὸν μονήρη τοῦτον βράχον. καὶ αἱ συναγρίδες ἐγοητευοντο ἀπὸ τὸ ἄγκιστρόν του. Ποτὲ ὀρφὸς δὲν τὸν διέφυγε. τὸν ἐκάλει. σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός. ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος. Φαίνεται. ὅτι ὑπῆρχε μυστηριώδης τις σύνδεσμος· αὕτη ἦτο ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν Μαυρομαντηλοὺ κι ἐκεῖνος ἐκ τρυφερᾶς ἡλικίας οὐδὲν ἄλλο ἔβλετε γύρω του ἢ μαύρας μαντήλας. διωνύχιζεν ὅλους τοὺς διαποντίους θαλάμος. ἐλλοχώσης* ἐκεῖ ἀπὸ αἰώνων. διασχίζων κατὰ μῆκος καὶ πλάτος τὸν ὡραῖον τρικολπον λιμένα. ἐξηρεύνα ὅλα τὰ ὑποβρύχια σπήλαια. Ἔπλεε συχνὰ εἰς τὰ νερὰ τῆς Μαυρομαντηλοῦς. ἐμπεπηγυῖα εἰς τὸν βράχον. πληττόμενον ὑπὸ τοῦ ἀφρίζοντος κύματος. Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού. ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιάν. ὅτι ἵλεως μοῖρα. τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον. κραδαινόμενον καὶ σεῖον τὴν κεφαλήν. Ἤξευρεν ὅλας τὰς κρύπτας τῶν πολυπόδων. ἀπατηλῶς νεύουσα· ἡ οὐρὰ εὑρίσκεται ἐμπεφυκυῖα εἰς τὸν πυθμένα· ἡ ρίζα διατείνει τὰς ἶνας πέραν τοῦ βυθοῦ. Ἄλλως οὐδ’ ἡ κεφαλὴ σείεται. μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της. μήτηρ ἐπτὰ υἱῶν. ἀπὸ βράχον εἰς βράχον. Ἐγνώριζεν ὅλα τὰ ἄντρα καὶ τὰ μυστήρια τοῦ βράχου αὐτοῦ. οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοὖ. τὸν ἐκάλει. Ὁμοιάζει μὲ ναυάγιον τροσηλωμένον ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν χρόνων.

τῆς «Ἑπταλόφου» καὶ τῆς «Ἁγίας Σοφίας». καὶ ἀδιοράτως προένευε καὶ ἀνέπιπτεν. καθ’ ἥν ὁ Γιαννιὸς ἦτο κύριος δύο ὑπερηφάνων λέμβων. συντόμως καὶ μετὰ λανθανούσης ρώμης. κόκκινες. ὑπόσαθρον καὶ αὐτὴν καὶ σχεδὸν συνηλικιῶτιν τοῦ ἐπιβάτου της. ὅτι ἀγωνιᾷ καὶ χωρὶς νὰ ἱδρώνῃ. Τώρα ὁ Γιαννιὸς δὲν εὶχε πλέον ἢ μίαν λέμβον. καὶ ἤξευρε νὰ δίδῃ δρόμον εἰς τὴν λέμβον. ἀλλὰ συνεχῶς. Ἀλλὰ παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχή. κατευθυνόμενος πρὸς τὰ νερὰ τῆς Μαυρομαντηλοῦς. Τὴν πύρα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν σβηεῖ γλυκὸ ἀγεράκι. δι’ οὗ ἐξεμαύλιζε τὰς σηπίας. Ὁ Γιαννιὸς εἶχε. ὑπερφυεῖς τὸ μέγεθος. Ἄλλως εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ γηράσκῆ. 1891 ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ Πίσω ἀπὸ μακρινὲς κορφὲς ὁ ἥλιος βασιλεύει καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ σύνορα χίλιες βαφὲς ἀλλάζουν. καὶ τὴν ἀπόχη καὶ ἄλλα τινά). γαλάζιες κι ἀνάμεσά τους σκάει λαμπρὸς λαμπρὸς ὁ Αποσπερίτης. δι᾽ οὗ ἀνείλκυε τὰ ὀκταπόδια. τὸ σηπιογυάλι. τὸ καμάκι. δι’ οὗ ἐλόγχιζε τοὺς λαύρακας καὶ τοὺς ἀστακούς. περὶ τὰ μέσα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σχεδὸν δὲν ἐφαίνοντο αἱ κινήσεις τῶν χειρῶν. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης Περιοδικὸν «Ἑστία». πράσινες. Διότι εἰς ταῦτα περιωρίσθη κατὰ τὸ γῆρας του (πρόσθες καὶ τὴν πράγγα. ἀστακοὺς καὶ καραβίδας. Ἤλαυνεν ὁμαλῶς καὶ ἠρέμα. ἐπέβη εἰς τὴν γεροντικὴν ἄκατόν του καὶ ἤρχισε νὰ ἐλαύνῃ τὰς κώπας. ἴδιον τρόπον εἰρεσίας*.θησαυρούς. ξανθὲς. τὴν λαδιά. 185 . καὶ κογχύλας καὶ πεταλίδας καὶ ἄλλα ἀκόμη ἡδύγευστα ὄψα. δι’ ἧς ἔπλαττεν ἐν τῇ θαλάσσῃ τεχνητὴν γαλήνην καὶ καθίστα διαυγῆ τὸν βυθόν.. καὶ ἐξησθένει καὶ ἔπασχεν. Ἐπὶ τῆς λέμβου ἔφερεν ἁλιευτικά τινα σύνεργα˙ τὸν γάντζον.. χωρὶς νὰ φαίνεται. καθὼς ὅλοι οἱ ἔμπειροι κωπηλάται. ἀφήσας εἰς τοὺς ἀτωτέρους δίκτυα καὶ παραγάδια καὶ συρτές. ὁλόχρυσες. Ἕν λοιπὸν Σάββατον.

τραχηλάτα. ἀκόμα ἀνεκμετάλλλευτα. Μαλακοὺς ἀνέμους δὲν γνωρίζει· ὅταν φυσοῦν οἱ δρόλαπες* καὶ τ’ ἀνεμόχολα*. στεφανοκέρατα. τὴν ἁπλοϊκή σας τὴ ζωή. πόχει περίσσιες χάρες. Θολώνει πέρα ἡ θάλασσα. «ὀώ!». ποὺ φέρνουν τ’ ἀκρογιάλια. ἔλατα καὶ κέδροι τὴν σκεπάζουν ὁλόκληρη. βουβοί.ποὺ κατεβάζουν τὰ βουνά. Δρύες. Κρυστάλης ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ Ἑκατὸν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος ἔχει ἡ πανύψηλη Πίνδος. Μελισσινέ*! Λαμπίρη*!» κι ἀργὰ τὰ βόδια περπατοῦν καὶ ποῦ καὶ ποῦ μουγκρίζουν. Ἀπ’ ὄξω ἀπ’ τὰ ὀργώματα γὑρνοῦνε οἱ ζευγολάτες. τρανά. Τὸ χορτάρι ποὺ βλαστάνει τὴν ἄνοιξη. Ἐδῶ γίνονται οἱ μεγαλύτερες καταιγίδες τῆς Εὐρώπης κατὰ μέσον ὅρον πενήντα τὸν χειμώνα. γιὰ νὰ μὴν πέσουν. Καλότυχοί μου χωριανοί. ξέκοποι. ἡ «τοῦφα». Ἀπάνω 186 . ἀπ’ αὐτὸ ἁρπάζονται. σκάβουν τὰ φρύδια* οἱ βράχοι καὶ οί κάμποι γύρω οἱ ἁπλωτοὶ πράσινο πέλαο μοιάζουν. Ἀνάρια τὰ κλωνάρια του κουνάει ὁ γέρο πεῦκος καὶ πίνει καὶ ρουφάει δροσιὰ κι ἀχολογάει καὶ τρίζει. «Ὁ τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης» 1892 Κ. ἀποκαρωμένοι. τὰ ζάλογγα μαυρολογοῦν. Ἔχει δάση ἀπάτητα. ζηλεύω τὴ ζωή σας. Ἡ βρύση ἡ χορταρόστρωτη δροσίζει τὰ λουλούδια καὶ μ’ ἀλαφρὸ μουρμουρητὸ γλυκὰ τὰ νανουρίζει. ὅπου κρύβονται ἀρκοῦδες καὶ μεγάλοι κάπροι. ὄντας ἡ μέρα σώνεται καὶ βασιλεύη. ὀξυές. τὸ κάνουν μὲ λύσσα. καὶ σαλαγοῦν* ἀπὸ μπροστὰ τὰ δυὸ καματερά* τους. Ὅταν γλιστροῦν οἱ τσοπαναραῖοι. ὁ ἥλιος. μὲ τὰ βαριὰ τ’ ἀλέτρια φορτωμένοι. κοιλάτα. τὰ ριζοβούνια ἰσκιώνουν. «ὀώ». ὥστε δὲν τραβιέται μὲ τὸ χέρι. Μὰ πιὸ πολὺ τὸ μαγικὸ ζηλεύω γυρισμό σας. Στὶς ἀμέτρητες χαράδρες της τρέχουν γρήγορα ἄγρια ποτάμια. φωνάζοντας. μὲ τοὺς ζυγούς*. καστανιές.* ἡλιοκαμένοι. εἶναι τόσο δυνατὰ ριζωμένο.

Οἱ βοσκοὶ τῆς Πίνδου ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι καταρράκτες στίχων˙ ὅ. κάνουν σταθμὸ ὡς ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. ποὺ βάζουν στὰ ζῶα τους. πᾶνε ὅπου πρασινίζει ἀβόσκητο λιβάδι. ξεκινοῦν οἱ βοσκοὶ ἀπὸ τοὺς κάμπους γιὰ τὰ καλοκαιρινὰ λημέρια τους. γιὰ νὰ μπῆ σὲ πολιτεία.τι σκέπτονται. μόνο παγωμένο. ἔλεγε. Κάθε ἀρχαίου θεοῦ κάτι ἀπόμεινε στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν τὰ κοπάδια τους τρυγήσουν τὸ χόρτο μιᾶς πλαγιᾶς. Ἐγνώρισα γερο πιστικὸ ὀγδόντα χρονῶν μὲ μακριὰ γενειάδα απαράλλακτο προφήτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μόλις ἔλθη ἡ ἄνοιξη. ὁσάκις γεννιῶνταν ἕνας μεγάλος ποιητὴς στὴν Ἑλλάδα. ὁπότε ἀρχίζουν τὴν ἀνάβαση πρὸς τὶς κορυφές. ποὺ τὴν παίζουν μὲ ρωμαντικὸ πάθος στὴ φλογέρα τους. δὲν ἔχασαν τίποτε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ βίο. τὰ σύνεργα τῆς τυροκομίας. Ὁ Πὰν ζῆ ἀκέραιος κοντὰ στοὺς κτηνοτρόφους αὐτοῦ τοῦ βουνοῦ. γιατί. ποὺ φέρνει πόνους στοὺς ξεσυνήθιστους. φεύγουν πέρα. Εἶναι ἀγαθοὶ μὲ ἁγνότατα ἤθη. Ἐκεῖ γίνεται ὁ κοῦρος τῶν προβάτων. ὁ θεός τους ὁ Πὰν ἔστηνε χορὸ ἀπ’ τὸν ἐνθουσιασμό του. ἂν τὸν ξυπνήσουν ἀπὸ τὸν ὕπνο του. Καθὼς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸν μεταπολεμικὸ κόσμο. θὰ τοὺς χαλάση τὰ ζωντανά. ποὺ ζοῦνε πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. ποὺ δὲν εἶχε ἀφήσει ποτὲ τὶς στάνες. δὲν εὕρισκε ἀρκετὸν ἀέρα ν’ ἀναπνεύση μέσα στοὺς τοίχους. Ἔχουν τὴν ἀφροντισιὰ τῶν πουλιῶν. Οἱ πεδινοὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ πιοῦν. ἕνα ἀπόσκιο γιὰ τὸ καλοκαίρι. Προχωροῦν σιγὰ τώρα. σὰν τὸν Ὅμηρο ἢ τὸν Πίνδαρο. Μιὰ στάνη ἀπὸ λιθοσωρό.ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ τ’ ἁπλὰ πράγματα περνοῦν τὸ ζωή τους. ἐπειδὴ ξέρουν πώς. Στὴν Πίνδο ἀκούστηκαν τὰ πρῶτα ἑλληνικὰ τραγούδια. Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ δῆ κανεὶς τσοπάνο ν’ ἀγοράζη κουδούνια στὸ 187 . ὥστε πίστευαν ὅτι. Ὅταν φθάσουν στὶς ρίζες τοῦ βουνοῦ. Ἡ μουσικότητα τοῦ αὐτιοῦ τους φαίνεται ἀπὸ τὰ κουδούνια. φουντώση ὁ γαῦρος κι ἡ ὀξυά καὶ βγάλη ἡ γῆ χορτάρι. ποὺ βαραίνει τὰ χέρια τους μὲ χρήματα. ἀπὸ χιόνι. πηγὴ γιὰ τὸ πότισμα.της δὲν βρίσκεται δροσερὸ νερό. τὸ κάνουν αὐτόματα ρίμες* καὶ μελωδία. Δὲν καταδεχόταν νὰ πάη οὔτε σὲ χωριό. μιὰ φλογέρα . Τὰ μεσημέρια διστάζουν νὰ παίξουν φλογέρα παράωρ. Τόσο ἀγαποῦν τὴν ποίηση οἱ βοσκοί. γιατὶ τὰ νεογέννητα ἀρνάκια δὲν ἀντέχουν σὲ μεγάλους κόπους.

Εἰς ἀπόστασιν ὀλίγων βημάτων προηγεῖτο ἡμῶν κατάξηρος κι ἐκεῖνος ψωραλέος ὄνος. Ἐκεῖ. Διαλέγει ἕνα. οἱ πιστικοὶ πιάσαν τ’ ἀπάτητα μέρη καὶ τροφοδοτοῦσαν τοὺς ἀγωνιστάς. Τρέμουν μήπως δὲν εὐχαριστηθῆ ὁ ξένος. τὸ καλοκαιρινὸ πιοτό τους. τὸν ἄγοντα εἰς γείτονα τῆς Ἑρμουπόλεως ἐξοχὴν καλουμένην Πισκοπιό. ποὺ τοῦ ἀρέσει ὁ τόνος του ὡς βάση. τὸν παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἀναγκάζουν ν’ ἀνεβῆ στὸ κονάκι τους. Μὲ τὸ σουγιά τους σκαλίζουν ἱερογλυφικὰ σὲ σανίδια. ὅταν οἱ Τοῦρκοι κάψανε τὰ πάντα κάτω. Τοῦ φωνάζουν: «Ἔ. 1935 Χρῆστος Ζαλοκώστας ΤΟ ΞΕΣΤΟΥΠΩΜΑ Ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει κάθετος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. ποὺ βρίσκουν στὶς σκιερὲς ρεματιὲς ὡς τὸν Αὔγουστο. ν’ ἀποτελοῦν ἁρμονικὴ σκάλα. ἔλα κι ἀπὸ μᾶς». Μόλις φανῆ ξένος. Πράγματι. Ὕστερα στρώνουν καὶ τὸν βάζουν νὰ καθίση. Κάθε βοσκὸς ἔχει τονισμένο μὲ τὸν δικό του τρόπο τὸ κοπάδι του. «Γύρω ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα. ἐνῷ ἀνηρχόμην μετὰ ὁμηλίκου δωδεκαετοῦς συμμαθητοῦ μου τὸν ἀνήφορον. αὐτὴ τὴν πληγὴ τῆς Πίνδου. διότι τὸν θεωροῦν ἱερό. «Μὲ τὰ ζωντανὰ τῶν τσοπάνηδων. τοῦ δίνουν δροσιστικὸ ξυνόγαλο. γράφει στ’ ἀπομνημονεύματά του ὁ Κολοκοτρώνης.παζάρι. σύρων ἐπιτόνως βαρέλαν ὕδατος τοποθετημένην 188 . βαστήξαμε τὸν στρατὸ τὸν καιτὸ τοῦ Ἰμπραήμ». Ἄν κάμη πὼς προσπερνάει ἀδιάφορος. φίλε. Εἶναι πολὺ φιλόξενοι. Οἱ περισσότεροι εἶναι ἀγράμματοι. τρέχουν καὶ κρατοῦνε τ’ ἀγριόσκυλά τους. γιὰ νὰ ὁδηγοῦνται πόσα χρωστᾶνε ἢ πόσα εἰσέπραξαν. τὸ χόρτον εἶναι τελείως ἄγνωστον καὶ ἡ βλάστησις περιορίζεται εἰς ψωριώσας τινὰς τὸ φθινόπωρον φασκομηλέας καὶ ἡλιοκαεῖς κατὰ τὸ θέρος ἀκάνθας. ἢ σχολαστικῶς Ἐπισκοπεῖον. Ὡς πάντες γνωρίζουσι. τὰ βουνὰ τῆς Σύρου εἶναι γυμνότερα τοῦ Ἀδάμ. Περηφανεύονται ὅτι αὐτοὶ βάστηξαν τὴν Ἐπανάσταση. πρὶν τὸν ρωτήσουν τίποτα. ὅσο νὰ βρῆ ἤχους νὰ ταιριάζουν μεταξύ τους. ἤ γάλα μὲ χιόνι. Τοῦ δίνουν ἀνθοτύρι καὶ καλαμποκίσιο ψωμί. καὶ μ’ αὐτὸ δοκιμάζει ὅλα τὰ κουδούνια τῶν μαγαζιῶν.

ἥτις τοσοῦτον εἶχε κυρτωθῆ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἐτῶν καὶ τῶν μόχθων. ἥτις ὅμως δὲν ἐστράφη. ἐξέφραζε μετὰ ἐνθαρρυντικὸν νεῦμά μου τὴν ὀπὴν καὶ τὸ νερὸν ἐξεχύθη ὡς κρυστάλλινος κρουνὸς ἐπὶ τῆς κονιορτώδους ἀτραποῦ. Παντὸς εἴδους μυῖγαι ἐβόβουν περὶ τὴν κεφαλήν μας καὶ αἱ ἀκρίδες ἐπερίμεναν σχεδὸν νὰ τὰς πατήσωμεν. ἀπὸ τὴν παρὰ τοὺς πρόποδας τοῦ λόφου βρύσιν μέχρι τῆς ἐγγίζούσης κορυφῆς αὑτοῦ. ἐχόρευεν εὐθύμως κατὰ τὰς ἀνωμαλίας τῆς ὁδοῦ μεταξύ τῶν δύο τροχῶν. ὡς νὰ ἤθελε νὰ βοηθήσῃ τὴν ἐπίπονον πρόβασιν τοῦ ἀσθμᾳίνοντος ὑποζυγίου της· οἱ κακῶς προσηρμοσμένοι τροχοὶ ἔτριζαν πενθίμως καὶ τὸ ἐπ’ αὐτῶν βαρέλιον ἐξηκολούθει νὰ ταλαντεύεται πρὸς δεξιὰν καὶ ἀριστερὰν ὡς μεθυσμένος βρακάς. Περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸ πραξικόπημα.ἐπὶ εἴδους διτρόχου χειραμάξης ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν γραίας χωρικῆς. ἤ ὅτι οἱ τέσσαρες πόδες μας ἦσαν ἕτοιμοι εἰς φυγὴν. ὥστε ἐσχημάτιζεν ὀρθὴν σχεδὸν μὲ τὰ σκέλῃ της γωνίαν. Ἡ γραῖα ἔσυρε πάντοτε τὸ καπίστορι. Τὸν ὄνον. Κατεσκοπεύαμεν τὴν γραῖαν. ᾀντὶ νὰ βαρυταλαντεύεται ὡς μεθυσμένος. τὸ βῆμα τοῦ ὅνου ἀπέβαινε ταχύτερον· τὸ κενωθὲν βαρελι. ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ὑγροῦ σώματος. ἥτις μ’ ἔκαμε νὰ γελάσω. ἀνοίγουσαι ὡς ριπίδιον τὰ κόκκινα ἥ γαλανὰ των πτερά. διὰ τὸν λόγον ὅτι ἦτο βαρύκοος ἡ δυστυχής. οἵτινες ἀνακουφισθέντες καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸν 189 . διὰ νὰ τιναχθῶσι δι’ ἑνὸς πηδηματος εἰς μακρὰν ἀπόστασιν. ἀλλὰ μόνην τὴν ράχιν. εὑρέθη καὶ πάλιν πλησίον μου ὁ Γιαννακός. ἐστράφη τότε νὰ μὲ κοιτάξῃ.Γιαννακό. ὥστε τὸν ἔκαμεν ἀμέσως νὰ λησμονήσῃ τὴν κούρασίν του· ἐπλνησίασεν ἐπὶ τῆς ἄκρας τῶν ποδῶν εἰς τὸ βαρέλι. Τὸ πρόσωτον αὐτῆς δὲν ἐβλέπαμεν. . ἀσθμαίνοντες καὶ ἄφωνοι ἐκ τῆς ζέστης καὶ τοῦ καμάτου. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ μεσημβρινὸς δαίμων μοῦ ἐνεφύσησεν ἰδέαν. Ὁ πυρακτωμένος κονιορτὸς ἔκαιε ὡς θερμὴ στάκτη τὰς πτέρνας τῶν ποδῶν μάς. Ἐφ’ ὅσον έξηκολούθει ἡ χύσις. ἐνῷ ἐτύφλωνε τοὺς ὀφθαλμούς μας τῶν λευκῶν βράχων ἡ ἀκτινοβολία. ἐψιθύρισα εἰς τὸ ὠτίον τοῦ συντρόφου μου. τὴν βαρέλαν καὶ τὴν γραῖαν εἴχαμεν ἀκολουθήσει μηχανικῶς. Ἡ ἰδέα μου τόσον τοῦ ἤρεσε. δεικνύων διὰ τοῦ δακτύλου τὸ ἐκ στουπίου πῶμα τῆς βαρέλας˙ δὲν θὰ ἦτο νόστιμον ν’ ἀνοίξωμεν τὴ βρύσιν.

Ὡμοίαζεν ἑκατοντοῦτις. κατάρας ἢ καὶ πετροβολήματα. Σὰν ὅπως τὰ τρεχούμενα μοιράζουμε νερὰ καὶ τὰ σπαρτὰ ποτίζουμε καθεὶς μὲ τὴν ἀράδα. Θάνατος. ἀντὶ νὰ σύρεται ὁ ὄνος ὑπὸ τῆς γραίας. 1911 Ἐμμ. «Συριανὰ διηγήματα». Ἀστράφτει ἀπὸ χαρὰ καὶ γέλιο τὸ χωριὸ κι ἀντιλαλεῖ τὸ νυφικὸ τραγούδι πέρα ὡς πέρα. ὅταν ἐπέρασεν ἔμπροσθεν μας ἐπιστρέφουσα νὰ μεταγεμίσῃ τὸ βαρέλι της εἰς τὴν μακρὰν ἀπέχουσαν βρύσιν. Οὐδὲ λέξιν ὅμως μᾶς εἶπεν. ἐκ τῆς ὁποίας ἀπέσταζαν αἱ τελευταῖαι ρανίδες τοῦ τόσον ἐπιπόνως μετακομισθέντος ὑγροῦ. ὕβρεις. ξηρὰ καὶ μαύρη ὡς μούμια τῆς Αἰγύπτου. Τοῦτο ἦτο τόσον ἀσύνηθες. ἀφῆκε τὸ κάρον νὰ προχωρήση ἓν ἢ δύο βήματα καὶ εἶδε τὴν ἄφρακτον τρύπαν. ὥστε τὴν ἔκαμε νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι κάτι ἔκτακτον εἶχε συμβῆ. γιά βρέχει σ’ ὅλο τὸ χωριὸ γιά σ’ ὅλο εἶναι λιακάδα! Γάμςς. Ξέρει καθένας στ’ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια νὰ διαβάζη. ἔτσι τὴ μοιραζόμαστε καὶ θλίψη καὶ χαρά. Ὅλοι θλιβεροί. κι ἀπ’ τὸ καμπαναριό κατάμαυρο ἡ καμπάνα μας τὸν βάφει τὸν ἀγέρα. 190 . Ἐπεριμέναμεν φωνάς. Μετ’ ὀλίγον.βάρος ἔπαυσαν νὰ τρίζωσιν ἀπαισίως. Τότε μόνον ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν καὶ μᾶς εἶδε καὶ εἴδομεν καὶ ἡμεῖς τὸ πρόσωπόν της. Ἐσταμάτησεν. ἀλλ’ ἠρκέσθη νὰ στενάξη· ἀδύνατον ὅμως εἶναι νὰ λησμονήσω τὸ ἄφωνον παράπονον τοῦ βλέμματος αὐτῆς. Στὰ μυστικά μας δὲ μπορεῖ νὰ βάλουμε κλειδιά. κάτισχνος. Τὸν Γιαννακὸν ἔτυχε νὰ ἐπανίδω εἰς τὴν Αἴγυπτον μετὰ εἴκοσιν ὅλα ἔτη καὶ οὐδ’ ἐκεῖνος τὸ εἶχε λησμονήσει. ἤρχισε νὰ σύρῃ ἐκεῖνος τὴν γραῖαν. Ροΐδης ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ Ὅλοι μας γνωριζόμαστε· ἀπὸ ἀνήλικα παιδιά. Μὲ τὸ μικρό του τ’ ὄνομα ἐνας τὸν ἄλλο κράζει.

Καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη τεμάχια πάγου. Τὸν πόνον. μετριάζει ἡ γλυκεῖα τροσδοκία· τὸ πένθος. τοῦ Χρυσοῦ Ἔαρος. τὸ βιβλίον κλείει καὶ ἀνοίγει τὸ παράθυρον εἰς τὸ φῶς. ἡ νύκτα ή χειμερινὴ δὲν ἔχει τὴν ἔκτασιν αἰῶνος. Τὸ παραμύθι τελειώνει. 1919 Γεώργιος Ἀθάνας ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ Εὑρισκόμεθα εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ χειμῶνος καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς τοῦ φωτός. τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἀπὸ τοὺς ἀναγεννωμένους κήπους. Ξημερώνει. τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις ἐξευτελίζεται εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς πρώτης εὐεργετικῆς ἀκτῖνος. ὡς νὰ εἶναι θρύμματα ἀνθοδόχης κρυσταλλίνης. θὰ βρῆ γλυκὸ στὴν κούπα. θὰ βρῆ στρωμένο καναπέ. μὲς στὶς καρδιές μας ἔχουμς παντοτινὸν Ἀπρίλη κι ὅσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στοὺς ἀγροὺς ἐκεῖ ξεμοναχιάζονται πνιχτὲς στὸ χαμομήλι. 191 . Καὶ τὴν αὐγήν. ἀλλ’ εὐωδιάζουν ὅλα. δὲν εἶναι τόσον βαρὺ καὶ τόσον καταθλιπτικόν.Διάπλατα τὶς ὀξώπορτες ἡ καλοσύνη ἀνοῖ* καὶ στὸ παλάτι τοῦ τρανοῦ καὶ στοῦ φτωχοῦ τὴν τρούπα. Εἰς τὴν θερμάστραν παλαίουν αἱ τελευταῖαι φλόγες καὶ ἀφήνουν τὸν τελευταῖον τριγμὸν τὰ ξύλα. κι ὅποιος περάση κι ὅποιος μπῆ. ἁλλὰ ἄνεμος μυρωμένος. ἀλλὰ χειμών. Πνέει ἀκόμη ἄνεμος. ποὺ προξενεῖ τὸ ψῦχος. Αἱ πρωΐαι δὲν εἶναι ἀκόμη τελείως γαλαναί. Περνοῦμεν ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ζωήν. τὸ ὁποῖον ρίπτουν κάτω διερχόμενα νέφη. Ἡ νύκτα ἡ ἀτέλείωτη. Ὁ παγωμένος ἄνεμος πνέει φορτωμένος μὲ τὰ πρῶτα μῦρα. γιορτή. Ἀκόμη εἶναι χειμών. ἡ ἡμέρα ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι τέταρτον ὥρας. «Πρωϊνὸ ξεκίνημα». Κάποια ἀκτίς χρυσοῦ φωτὸς χαρακώνει τὸν μελανὸν ὁρίζοντα. Χώρια ἀπ’ τὶς ἔγνοιες τῆς ζωῆς τοὺς χάρους τοὺς πικρούς. ἀπὸ τὴν νύκτα εἰς τὴν ἡμέραν. καθημερνή.

μεταξὺ τῆς καταιγίδος καὶ τοῦ φύλλου. εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατριχιάζει ἡ φύσις. Οἱ πάγοι ἐπὶ τέλους θὰ ὑποκύψουν καὶ θὰ καταρρεύσουν. Πιθανὸν νὰ ἔσφαλα. ἐνῷ γύρω του ξεκλειδώνονται μ’ ἀπαισίους τριγμοὺς οἱ σκελετοὶ τῶν δένδρων. κυματίζουν εἰς τὰ ὑψη. Παλαίουν τὰ ἁπαλώτερα πράγματα πρὸς τὰ τραχύτερα καὶ δυνατώτερα. Ὁ μυρωμένος ἄνεμος. Ἀλλὰ πάλιν τὰ τερετίσματα τῶν πουλιῶν. Θὰ καταβάλῃ. θορυβοῦν εἰς τοὺς κλάδους τὰ μουδιασμένα πτερὰ τῶν ἐπανερχομένων τραγουδιστῶν. τὰ πελώρια πλατιὰ σύννεφα. Καὶ καταπλήσσει ἀκόμη περισσότερον ἡ τόλμη τοῦ μικροῦ φύλλου. Καὶ ὄχι αὐτὸ μόνον. ἐκατομμύρια ἀργυρῶν σταγόνων εἰς τὴν ἄνοιξιν καὶ θὰ δώση τοὺς χυμοὺς καὶ ὅσα χρειάζονται διὰ τὴν καλοπέρασιν τοῦ νικητοῦ. Τὰ συντρίμματα τοῦ πάγου. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἐβιάστηκα πολύ. ποὺ συνάπτεται τώρα εἰς τὴν φύσιν μεταξὺ γιγάντων καὶ νάνων· μεταξὺ βορρᾶ καὶ τοῦ ᾄσματος τοῦ παγετοῦ καὶ τῆς σταγόνος τῆς δρόσου. ποὺ μ’ ἔκαμε νὰ μετανιώσω δι’ ὅσα ἔγραψα παραπάνω.. Τὸ φύσημα σὰν νὰ μοῦ ἐσφύριξεν ὅτι περιέπεσα εἰς ἀνακριβείας καὶ ὅτι ὀφείλω νὰ ζητήσω συγγνώμην. Μπουμπούκια τοσούτσικα καὶ φυλλάκια ἀδύνατα καὶ πούπουλα πουλιῶν. διότι ἀκόμη ὁ ἐχθρὸς ἀγρυπνεῖ· διότι ἀκόμη τὰ μελανὰ σημεῖά του. τὸ ὁποῖον φυτρώνει εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ δένδρου καὶ προκαλεῖ τὸν θάνατον. Θὰ πληρώσῃ λοιπὸν καὶ πολεμικὴν ἀποζημίωσιν ὁ ἐχθρός. Οἱ χείμαρροι θὰ ταπεινωθοῦν. προχωροῦν κατὰ τοῦ μεγάλου ἐχθροῦ μὲ πεποίθησιν ὅτι θὰ νικήσουν. . Ἀλλὰ γίνεται ἡ παλιννόστησις˙στησις· τὸ τραγούδι γυριζει ἐπάνω εὶς τὸν φλοιὸν καὶ ζητεῖ νὰ καλύψῃ τὴν κιτρίνην καὶ ἀρρωστημένην ὄψιν.. ἀλλὰ καὶ θὰ συρθοῦν αἰχμάλωτοι εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ θὰ τοὺς ποτίσουν.. Ἀπὸ τὸ παράθυρον εἰσῆλθεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μία κρύα πνοή.τὴν ὥραν ποὺ ἐγεννήθη ἡ καλωσύνη. Ἡ παλιννόστησις γίνεται ἀθορύβως καὶ μὲ προφυλάξεις. Ὁ σπουργίτης θέλει νὰ ἐπιβληθῇ μὲ τὸ ἀδύνατον κελάδημά του εἰς τὸν φρενιασμένον ἄνεμον καὶ ν’ ἀντιτάξῃ μίαν ἀγγελικὴν στροφὴν εἰς τὸ διαβολικὸν σφύριγμα.. σταλίτσες ζωῆς. ποὺ 192 . ποὺ φυτρώνει εἰς τὸν ὁλόγυμνον κλάδον. Καὶ καταπλήσσει τὸ θάρρος τοῦ ἄνθους τῆς ἀμυγδαλῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀγὼν φοβερώτερος ὰπὸ αὐτόν. Καὶ θὰ νικήσουν οἱ μικροὶ μαχηταί. θὰ γίνουν ρύακες καὶ θὰ περνοῦν μὲ σεβασμὸν ἐνώπιον τοῦ θάμνου.Μὲ συγχωρεῖτε.

Κάτω ὅμως ἀπὸ τὸν ζυγόν. ποὺ σέρνεται κοντὰ στ’ ἀκροθαλάσσι. τίποτε! Ἔχω δίκαιον! Ὁ χειμὼν θνήσνει. ὡς κρυστάλλινα θρύμματα ἀνθοδοχείου. ἔπειτα ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον ἀέρα τοῦ πατρικοῦ 193 . καὶ μόνο στοῦ γιαλοῦ τὴν ἀμμουδιὰ ἐκεῖ πέρα. Δὲν ἀκούω τίποτε. Τίποτε.τι θέλει εἰς τὸ παράθυρόν μου ὁ ἄνεμος.Σιγὰ . ἀναγνάζεται νὰ ἑκπατρισθῇ καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τουρκοκρατουμένην τότε Ἤπειρον). 1909 . σαλεύοντας τὸ κῦμα. Γαλήνη μου.. μὰ δὲν ξεσπάει νὰ σοῦ τὸ πῆ. ὅλα. Περιοδ.. Εἶναι μιὰ τόση ἀπανεμιὰ καὶ μιὰ γαλήνη τόση.μὰ κοίταξε . ποὺ βρῆκες στὴ σιωπή σου. λὲς καὶ πὼς τό ᾽χει κρῖμα νὰ σοῦ ταράξη τὴ χαρά. «Σκιές». ποὺ τὰ καράβια ἀπόμακρα μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιγμένα σταμάτησαν .εὐωδιάζουν. ζητάει κάποιο τραγούδι του νὰ πῆ μὲς στὴ γιορτή σου.. ὅπου διὰ μιᾶς μετεφέρθη. «Πινακοθήκη». Διωκόμενος ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης δι’ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐξουσίας. Ἄς σφυρίζῃ ὅ.. ἡ καλὴ ἄνοιξις ἔρχεται. 1920 Λάμπρος Πορφύρας ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ (Εἷς ποιμὴν ἐκ Δωρίδος.σιγὰ τὰ χρόνια ἐπέρασαν.. Τὸ καλοκαίρι τό ᾽διωξαν τὰ πρωτοβρόχια κι ὅμως τὸ σκοτεινὸ φθινόπωρο δὲν ἔχει ἀκόμα φτάσει. μονάχα ἐκεῖ. .σὰν νά ᾽χουν μετανιώσει πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα.1910 Τίμος Μωραϊτίνης ΓΑΛΗΝΗ Σήμερα πάλι λιόχαρος εἶναι ὁ γιαλὸς κι ὁ δρόμος ὁ ἐρημικός. Τώρα ὡς κι οἱ πένθιμοι καπνοὶ. τῶν βαποριῶν ἀράζουν ἀσάλευτοι σὰ σύννεφα κι αὐτοὶ μὲς στὸν ἀγέρα· ὅλα ἀπ’ τὸν κόπο τῆς ζωῆς τριγύρω μου ἡσυχάζουν..

ὁ ἀρειμάνιος*. ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν.τόπου. ποὺ ἀφώπλισε μέσα εἰε τὴν χαράδραν. Ἀπὸ πολίτης φιλήσυχος τώρα ἐγίνετο καὶ πατριώτης. τοὺς συντρόφους του. ὑπολογιστικὸν ἄνδρα κάτω ἀπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὸ βουνευρον*. ὁ βίαιος βουνίσιος δὲν ἄργησε νὰ ἐννοήσῃ τί εἶναι τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργά. σκέψεις. Σιγὰ . ἀγαποῦν καὶ μᾶς συλλογίζονται. δὲν ἥξηερε τί. Ἀπὸ ἀγωγιάτης κατώρθωσε νὰ ἀγοράσῃ ἁμάξι. τὸ πρῶτον κτύπημα εἰς τὴν ράχιν ἀπὸ τὸ μαστίγιον ἑνὸς ζαπτιέ*. ὁ περιφρονητῆς τῆς ἰσοπολιτείας σιγὰ . ἔκαμαν σωτήριον ἐντύπωσιν εἰς τὴν ψυχήν του καὶ ἐδάμασαν τὸν χαρακτῆρά του. ποὺ ἔχασεν εἰς τὴν στοργικὴν πατρίδα. ὅπου ἐγεννήθη. Τὴν εἰρηνικήν του ζωὴν ἦλθεν ἔξαφνα νὰ διακόψῃ ὁ πόλεμος τοῦ 1912. νὰ ξανάβλεπε μίαν μόνον στιγμνὴ τὴν γαλανὴ βουνοκρφὴν τοῦ Παρνασσοῦ. Ἐκεῖ μόνος ἐννόησε τὰ ἀγαθά. Μεταμορφωμένος τότε καὶ ὲκεῖνος ὁ ἀδάμαστος Δωριεὺς διέσχισε μίαν νύκτα τὰς γραμμὰς τῆς ἀμύνης καὶ μὲ τὸ μάουζερ ἑνὸς ἐχθροῦ. Θὰ ἔδιδε χρόνια τῆς ζωῆς του διὰ μίαν Κυριακὴν πρωί. ἔχουν τὰ ἴδια ἰδεώδη μὲ ἡμᾶς.σιγὰ ἐσφυρηλατήθη εἰς μετρημένον. διὰ νὰ ἠμποροῦσε νὰ ξαναήρχετο. ποὺ περιεφρόηνσε. ποὺ δὲν ἐξετίμα εἰς τὴν πατρίδα του. σκέπτονται. τὸ ἀδιάκοτον σκύψιμον ἐμπρὸς εἰς τὸν τύραννον. ἤρχετο ὁλοζώντανη ἐκεῖ νὰ τὸν εὕρῃ. ἢ ἕνα ἥσυχον ἀπόγευμα εἰς τὴν μακρινήν του στάνην. Καὶ ὁ πόνος αὐτὸς τὸν ἔκαμε νὰ προσκολλᾶται μὲ κάποιαν ἀπελπισίαν εἰς ὅ. μετὰ τὴν ἀπόλυσιν. ποὺ ὡδηγοῦσε τὰ κατσίκια του. ἀνθρώπους. ποὺ ἐδέχθη κατάμουτρα ἀπὸ ἕνα βαρβαρον μπέην. ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πλέον ὁ φιλελεύθερος ἑλληνικὸς νόμος. Καὶ σιγὰ . Ὅλον τὸν καιρὸν τῆς πολιορκίας τῶν Ἰωαννίνων ὑπέμεινε τὴν 194 . τὶς γυμνὲς πλαγιές. Οἱ Ἕλληνες.σιγὰ ἡ ἐπιχείρησίς του προώδευσεν.σιγὰ ἐννόησεν ἀκόμη τὸν πόνον τῆς γῆς. ἡ ἴδια μακρινὴ πατρίδα. Ὁ ἀπείθαρχος. οἱ δικοί του. ὅταν ἄρμεγε κατὰ σειρὰν τὰ ἀσπρόμαλλα πρόβατά του καὶ ἐγέμιζε μὲ χιονάτο γάλα τὶς καρδάρες του. ὅπου ἔθαψε τοὺς ἰδικούς του καὶ ὅπου τὸν συνέδεσαν τὰ γλυκύτατα χρόνια τῆς παιδικῆς ἡλικίας.τι ἔβλεπε νὰ τὸν πλησιάζῃ εἰς τὴν μακρινὴν πατρίδα. ἔφθασεν εἰς τοὺς εὐζώνους. τὰ ὁποῖα διὰ τὰ νοσταλγικὰ μάτια του ἔπερναν ψυχὴ καὶ φωνήν. τῆς γῆς. ποὺ εἶχε. Ἡ πρώτη βρισιά. ἄψυχα ἀκόμη. Τώρα θὰ ἔδιδε καὶ αὐτὸς.

τοῦ ἔδειξαν ἓν ἔντᾳλμα συλλήψεως καὶ τὸν ἐμπαρκάρισαν μὲ τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιο διὰ τὸν Πειραιᾶ. ποὺ ἐζωγραφίζοντο μικροσκοπικοὶ μέσα εἰς τὴ ὁμίχλην κοντὰ εἰς τὴν γαλανάδα τῆς λίμνης.. μὲ τὴν φτερωμένη ἐλπίδα νὰ μπῆ νικηφόρος κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς δικούς του εἰς τὰ Γιάννινα! Ἄ! τὰ Γιάννινα.πεῖναν. Ἐπειτα ὅμως ἐσκέφθη νὰ ξαναπιάσῃ τὴν ἐργασίαν του. τρία τραυλισμένα λόγια.Ἔφταιξα.. εὗρε μόνον δύο. ὅπου τὸ βούνευρον τὸν εἶχε συνηθίσει νὰ σκύπτῃ. 195 . Ἀλλὰ τὸ ἁμάξι του εἶχεν ἐπιταχθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν δύο χωροφύλακες τὸν ἐκατέβασαν ἀπὸ τὸ ἁμάξι.. τὰς στερήσεις τὸ φαρμακερὸ κρύο. καὶ χωρις νὰ διστάσῃ. ἀμείλικτος* ὅπως ὁ νόμος. Εἰς τὴν μέθη τῆς ἐλευθερίας εῖχε λησμονήσει ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξεν ἔνοχος ἀπέναντι τῆς θεᾶς αὐτῆς ποὺ ἐλάτρευε τώρα. ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν. Τώρα. Ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο ν’ ἀποσυρθῇ τὸ δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν διασκέψεων. ἐπῆγε πάλιν μισθωτός. αὐτὰ τὰ Γιάννινα!. ποὺ εἶπε μὲ χαμηλωμένα μάτια: . ὅπως πρίν. Αἱ πρῶται ἡμέραι ἐπέρασεν μὲ τὴν φρενίτιδα τῶν ἐπινικείων. Ἀπὸ τότε ὅμως μετανόησα μὲ τὴν καρδιά μου. Ὁ εἰσαγγελεύς. Ὁ κατηγορούμενος προσήλωσε τὰ μάτια του εἰς τὴν σκηνὴν αὐτήν. ὁ ὑπερασπιστὴς αὐτὸς τῆς ἀδικουμένης κοινωνίας. μὲ τὴν κεφαλὴ ὑψηλὰ εἰς τὸν τόπον. Χωρὶς νὰ λυπηθῇ τότε. εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου.. θόρυβος ἠκούσθη εἰς τὴν εἴσοδον καὶ ἕνας κλητὴρ ἐφάνη νὰ πλησιάζη τὸν πρόεδρον καὶ νὰ τοῦ ὁμιλῆ διὰ κάτι βέβαια ἐντελῶς ἀσυνήθιστον. Ὅταν τὸν ἐκάλεσαν ν’ ἀπολογηθῇ. ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἤξευρε τί ἔπρεπε νἀ περιμένῃ ἢ νὰ ζητῇ· Ἐν τῷ μεταξὑ ἡ ἔκπληξις ἐφάνη νὰ ζωγραφίζεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ προέδρου. ὅπως ἐφαίνετο ἀπὸ τὴν ἔκφρασίν του.. σκυμμένος ἐμπρὸς εἰς τὰ ζευγάρια τῶν ματιῶν. ποὺ βαραίνουν ἐπάνω του. Τὸ μάτι του δὲν ἄφηνε τοὺς μακρινοὺς ἄσπρους μιναρέδες. καὶ τὰ γλέντια τῶν παλαιῶν φίλων του. Καὶ ἐπὶ τέλους τὰ Γιάννινα ἔπεσαν καὶ ἐμβῆκε κι αὐτὸς ἐνθουσιῶν θριαμβευτής. σὰν κάποιαν τελευταίαν καὶ ἀπρόοπτον ἐλπίδα.. ἀκούει τὰς καταθέσεις διὰ τὸ παλαιὸν ἔγκλημά του. Συγχωρῆστε με. Ἔκαμα τὸ κακό. τὰ προσδεξίματα. Ἡ ἐργασία του ἐξηκολούθησεν ἥσυχα κάμποσους μῆνας.

ὅπου ἦτο ὁ κατηγορούμενος. Δὲν ἤξευρε τί ἦτο ἄλλοτε ὁ κατηγορούμενος. τρέμων. ἦλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα. Ἠπείρου. Ἐκεῖνος εἶχε καθῆκον καὶ ἤθελε νὰ εἴπη τί τὸν ἐγνώρισε δέκα ἔτη τώρα. Ἦσαν ὅπλα. Μ’ ὅλην τὴν παρατυπίαν* τοῦ πράγματος. *** Ὑψηλός. τιμῆς ἕνεκεν. Μόλις ἔμαθε κατὰ τύχην τὴν δίκην ἐκεῖ ἐπάνω. ὁ ἱεράρχης. οὔτε ἤθελε νὰ τὸ μάθῃ. μὴ γνωρίζοντας φόβον. ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸ ὄρθιον ἀκροατήριον. Ὁ μητροπολίτης. στηριζόμενος εἰς τὴν ποιμαντορικὴν ράβδον. Ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν. καὶ εὐτυχῶς ἔβλεπεν ὅτι ἔφθασεν ἐν καιρῷ. ἐνῷ τὸ χέρι του μὲ τὴν ἱερατικὴν εὐλογίαν ὑψώνετο ἐντελῶς χωριστὰ καὶ αὐθόρμητον πρὸς αὐτόν.Ὁ μητροπολίτης Δαφνοκάστρου. Ἕν τμῆμα τῆς ἱστορίας. ὅπου τὸν ἔφερεν ὁ κλητὴρ καὶ ἐκεῖθεν ἔφερε γύρω τὸ βλέμμα. Καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἔξαφνα ἐφωτίσθη ἀπὸ στοργὴν καὶ τρυφερότητα. τὸ δικαστήριον παρεδέχθη ὁμοφώνως καὶ ὅλα τὰ βλέμματα ἐστηρίχθησαν γεμάτα περιέργειαν εἰς τὴν εἴσοδον. Πληγωμένους ἀπὸ συγκρούσεις νὰ φέρουν 196 . ἔμεινεν ἐκεῖ σὰν νὰ ἔβλεπεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄγγελον ἐλευθερωτὴν. ἐπῆρε τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον ποὺ εὗρε. ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλοφυεστέρους ἱεράρχας τῆς ἀμφισβητουμένης. τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν καὶ σωτηρίαν. διὰ νὰ μεταφέρουν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος. μόλις ἐστάθη εἰς τὸ μέρος. κινδύνους καὶ ἀδιάκοπον καθημερινὸν ἀγῶνα μὲ τὸν ἐχθρὸν διὰ τὴν διαφύλαξιν τῆς ἑλληνικῆς Ἠπείρου. ποὺ ἐγράφη μὲ αἷμα καὶ θυσίας μέσα εἰς ἐπιβουλάς*. ξηρός. διὰ μιᾶς τινανμένος ἐπάνω. Ἦτο ἐπικίνδυνος ἀλληλογραφία νὰ στείλουν. ἐπροχώρησεν εὐλογῶν. ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ ἐδώλιον* τοῦ κατηγορουμένου. διὰ νὰ φυγαδεύσουν. μόλις φθάσας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα. Καὶ ἤρχισε τότε μία μακρὰ καὶ παθητικὴ ἱστορία χρόνων ὁλοκλήρων. ἐζήτει νὰ μαρτυρήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὸν κατηγορούμενον. ἀλλὰ μάτια ποὺ ἔλαμπε κάποια φλὸξ ζωῆς συγκεντρωμένης. μὲ χαρακωμένον ἀσκητικὸν πρόσωπον καὶ προώρως λευκασμένα γένεια. Ἤρχετο λοιπὸν νὰ εἴπη δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν χωρὶς ἀνθρώπους ἀφωσιωμένους. Ἦσαν θύματα.

τὸ ὁποῖον ἤξευρε τόσον καλὰ νὰ προτάσσεται διὰ τὸ ποίμνιόν του. ὁ ἕτοιμος νὰ ὁρμήση πρῶτος εἰς τὸν κίνδυνον. ταχύς. μίαν ὁλόκληρον ζωήν. ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ. ὅλον τὸ πλῆθος ὁρμοῦσε νὰ φιλήση καὶ αὐτό. ἐσήκωσε τὸν θόλον τοῦ δικαστηρίου μὲ μίαν συντονισμένην ζητωκραυγήν. ἐπίμονον. οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐξωτερικεύσουν τὴν συγκίνησιν παρὰ μόνον μὲ τὴν ἰδίαν νεκρικὴν σιγήν. Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ ἱεράρχου ἔπεσαν σὰν μεγαλόπρεπο κήρυγμα κάποιας βουλήσεως ἀνωτέρας. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε νὰ ζητήςῃ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους. Καὶ τὸν ζητεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέους. οἰστρηλατούμενον* ἀπὸ τὸν κραδασμὸν τῶν νεύρων του. ὅπως διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν 197 . κάθε ρύπον καὶ κάθε ἁμαρτίαν.. .Ἀθῷος! ἠλάλαξε τὸ ἀκρρατήριον. ὁ ἀφωσιωμένος ὑπηρέτης τῆς ἰδέας. διότι ὁ ἀγὼν δέν ἐτελείωσεν. Καὶ αὐτὸ δέκα ὁλόκληρα ἔτη. Ἦτο ἀνάγκη ὁδηγοῦ διὰ ἐπαναστατικὰ σώματα: Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐκεῖ. πάντοτε ἕτοιμος νὰ κινδυνεύσῃ καὶ νὰ θυσιασθῇ. ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε ποτὲ τὸ παραμικρὸν δι’ ἑαυτόν. σιωπηλόν. ἀρχίζει πάλιν. διὰ τῆς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἐκηρύσσετο ἀθῷος παμψηφεί. διὰ νὰ ἐπανέλθη ἀμέσως μετὰ τοῦτον. χωρὶς διακοπὴν καὶ χωρὶς ἀνάπαυσιν. συγχωρῶν αὐτός.εἰς ἀσφαλὲς μέρος. διότι τὸν χρειάζεται ἀκόμη. ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁ θυσιάζων καὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν του.. Τὸ πλῆθος τότε φρικιάζον. εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς.. ἀθόρυβος εἰς τὴν ἀφάνεια καὶ τὴν σκιάν. πρόθυμος ἀκατατόνητος. θαμβωμένους. Δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε τώρα νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ δικαστήριο. Καὶ ἦτο ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος. ὁ πρόθυμος στρατιώτης. Καὶ ἐνῷ ὁ ταπεινὸς δοῦλος ἔπεφτε μὲ πνιγμένα ἀναφιλητὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ δεσπότη του ἀγκαλιάζων μὲ δακρυσμένα φιλήματα τὸ μαῦρον ράσον.. Ὅλοι ἐζήτουν χάριν! . ταπεινός. νὰ εὐχαριστήσῃ τὸ ρυτιδωμένο ἐκεῖνο χέρι. ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος. μέσα εἰς βαθεῖαν σιωπὴν ἀπὸ ἀνθρώπους συγκινημένους. Ἀλλὰ ἀμέσως ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐξέσπασεν σὰν ἀπὸ θάλασσα ἀναταραγμένη ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τοῦ μελτεμιοῦ. ἕνα ὁλόκληρόν ἀγῶνα μυστικόν. τρέμον. φρίσσοντας. Οἱ ἔνορκοι ἀμέσως τότε ἀπεσύρθησαν καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξέδωκαν ὁμοφώνως τὴν ἐτυμηγορίαν των.Χάριν!.

πατρίδα.
Περιοδ. «Παναθήναια» 1913 - 1914

Ἄγγ. Τανάγρας

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΡΑΒΙΟΥ

(Ἡ χώρα μας εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θαλασσινὴ καὶ εἶναι γνωστὴ
ἡ ἀγάπη καὶ ἡ λατρεία τῶν ναυτικῶν μας στὰ καράβια τους, ποὺ
ἐκδηλώνεται μὲ κἀθε τρόπο. Τὸ παρατιθέμενο διήγημα μᾶς δείχνει
παραστατικώτατα τὴ λατρεία αὐτὴ ἑνὸς καπετάνιου).
Βαδίζαμε καὶ οἱ δυὸ σιωπηλοὶ κατὰ μῆκος τῆς ἀκρογιαλιᾶς. Εἴχαμε
ἀνάψει ἀπὸ ἕνα κεράκι στὸν Ἅι Νικόλα, στὴν ἄκρη τοῦ κάβου, γιὰ τὴν
ψυχὴ ὅλων τῶν πεθαμένων καὶ πνιγμένων τοῦ νησιοῦ καὶ γυρίζαμε
ἀπ’ τὴν ἀμμουδιὰ ἀναπνέοντες τὸν μυροβόλο μπάτη.
Ὅταν φτάσαμε κοντὰ στὰ πρῶτα σπίτια τῆς πολίχνης, τῆς
σκαρφαλωμένης σὰν ζωγραφιὰ ἀπάνω στὸ βράχο, ὁ σύντροφός μου
ἄνθρωπος τοῦ τόπου, δάσκαλος διορισμένος ἐκεῖ, χωρὶς νὰ πάψη νὰ
εἶναι καὶ λίγο ποιητής, μοῦ εἶπε:
- Τὴ βλέπεις αὐτὴ τκεῖ τὴ γλῶσσα τῆς ἀμμουδιᾶς; Τὴν λένε «τοῦ
Θανατᾶ».
Καὶ ἐπειδὴ τὸν κοίταζα μὲ ἀπορία χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσω, ἄρχισε
μόνος του νὰ μοῦ διηγῆται μιὰ παλιὰ ἱστορία τοῦ νησιοῦ.
- Θὰ ἤμουν δέκα χρονῶν παιδάκι τότε˙ καὶ τὸ θυμοῦμαι ζωηρά,
σὰν νὰ εἶναι τώρα. Ἔτσι ὅσο εἴμαστε μικροί, μᾶς ὲντυπώνοντα καὶ
πράγματα καὶ εἰκόνες ποὺ δὲν τὶς λησμονοῦμε σ’ ὅλη μας τὴ ζωή. Τὸ
λιμάνι, ποὺ βλέπεις τώρα νεκρό, ἔρημο καὶ μελαγχολικὸ μὲ τὰ δύο τρία
καΐκια ἐκεῖ στὴν ἄκρη, ποὺ φορτώνουν κίτρα καὶ λεμόνια, δὲν ἦταν ἔτσι
ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Τρικάταρτα* καὶ γολέτες*,
βρίκια* καὶ σακολέβες*, ἔπιαναν ἀπ’ τὴ μιὰν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη.
Ἐκεῖ βαθιὰ στον ταρσανᾶ πέντε ἕξι, μεγάλα καὶ μικρὰ τραβηγμένα
ἔξω στὰ σκαριὰ* περίμεναν τὴν ἀράδα τους νὰ τὰ μερεμετίσουν*, νὰ
τὰ καλαφατίσουν*, νὰ τὰ βάψουν, ὕστερ’ ἀπ’ τὶς πληγὲς, ποὺ εἶχαν
ἀπὸ τὰ μακρινὰ καὶ ταραχώδη ταξίδια. Κι ἀκούονταν κι ἀντηχοῦσαν
πάντα οἱ φωνές, τὰ τραγούδια τῶν ἐργατῶν, τὰ σφυροκοπήματα, τῶν
198

παιδιῶν τὰ στριγγλίσματα καὶ τὰ γέλια· καθὼς καὶ τὰ γαβγίσματα
τῶν σκύλων, αὐτῶν τῶν καραβόσκυλων, ποὺ λὲς καὶ ἡ ζωή τους
γίνεται ἕνα μὲ τὴ ζωὴ τοῦ καραβιοῦ.
Τὰ σπίτια αὐτά, ποὺ μοιάζουν σὰν κάστρα ραγισμένα καὶ
ἐρειπωμένα, ἦταν σπίτια ἀρχόντων καὶ καπεταναίων, ποὺ ἀρμάτωναν
καράβια, κουβαλοῦσαν σιτάρι, εἶχαν ὅλη τὴ Μεσόγειο δική τους καὶ
γέμιζαν τὶς κάσες τους μὲ τάλαρα. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ πιὸ τρανός,
ὁ πιὸ νοικοκύρης, ἤτανε ὁ καπετὰν Λιὰς Μπόγλης, ὁ λεγόμενος
Ἄβολος. Στρυφνός, ἐπίμονος καὶ ἀπότομος, ἀλλὰ καὶ ἀγαθός, ἐλεήμων
καὶ θρῆσκος, θρῆσκος ὅπως οἱ παλιοί... Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες
ἀντιπάθειές του ἦταν τὰ βαπόρια, ποὺ ἄρχισαν σιγὰ σιγὰ νὰ ἐκτοπίζουν
τὰ καράβια ἀπ᾽ τὸ ἐμπόριο καὶ παντοῦ. Κι ὅμως ὁ γέρος, ᾶν καὶ ἔβλεπε
τὴν ἀλήθεια κι ἄκουε τόσα καὶ τόσα ἀπὸ τοὺς δικούς του καὶ ξένους,
δὲν ἐννοοῦσε νὰ ξεκάμη κανένα ἀπὸ τὰ δικά του καὶ στοὺς γαμπρούς
του, ποὺ τοῦ ’λεγαν κάθε μέρα, ἀπαντοῦσε θυμωμένος:
- Κάμετε τὴ δουλειά σας, ἐσεῖς. Θὰ χτυπήσετε τὸ κεφάλι σας, μὰ θά
᾽ναι ἀργά! Καὶ οἱ τέσσαρες γαμπροί του εἶχαν ξεκάνει τὰ καράβια τους
ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ μπῆκαν μισθωτοὶ στὰ βαπόρια μιᾶς ἑταιρίας,
ποὺ εἶχε γίνει τότε γιὰ πρώτη φορά.
***
Ἀπὸ μερεμέτια σὲ καλαφατίσματα, ἀπὸ ἀλλαγὲς καταρτιῶν σὲ
ἀλλαγὲς ἱστίων, ἀπὸ βάψιμο σὲ βάψιμο, τὰ τρία του καράβια κράτησαν
χρόνια καὶ χρόνια καὶ ἡ κάσα τοῦ Γέρου δὲν εἶχε παράπονο, οὔτε οἱ
γαμπροί, ποὺ τοὺς προίκισε καλά, οὔτε ὁ μικρός του γιός, ποὺ ἦταν
προορισμένος ἀπ’ τὸν καπετὰν Λιὰ νὰ κρατήση τὴν παράδοση τῶν
Μπόγληδων καὶ νὰ σκαρώση νέο καράβι.
Κι ὅμως τὰ χρόνια περνοῦσαν, κι ἐπειδὴ τίποτε δὲν εἶναι αἰώνιο,
ἦλθε στιγμή, ποὺ τὰ καράβια τοῦ Ἄβολου ἔμπαιναν ἕνα ἕνα στὴν
μπάντα· κι ὁ γέρος μὲ δάκρυα καὶ μὲ πεισματάρικα καμώματα ἔδινε
τὴν ἄδεια νὰ τὰ πουλήσουνε γιὰ ξυλεία. Τοῦ ᾽μεινε πλιὰ τὸ τελευταῖο,
ἕνα μπρίκι μικρό, κομψό, χαριτωμένο, τὸ «χαϊδεμένο» του, ὅπως τό
᾽λεγε. Μ’ αὐτὸ ταξίδευε καὶ τὸ κυβέρναε μονάχος του. Κι ἦταν ὅλος
χαρά, ὅσος φορὲς γυρίζοντας ἀπὸ μακρινὸ ταξίδι τὶς γιορτὲς ἔμπαινε
καὶ ἄραζε περήφανος μὲς στὸ λιμάνι κι ἔβγαζε τὸ φέσι καὶ τὸ κουνοῦσε
199

χαιρετώντας μακριὰ ἀπὸ τὸ φανάρι ἀκόμη σθὴν καπετάνισσα, ποὺ
τὸν ἀγνάντευε* ψηλὰ ἀπὸ τὸ χαγιάτι* τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὴν μικρή του
κόρη, ποὺ μὲ τὰ ξανθὰ μαλλάκια της ἀνεμίζοντας ἀπαντοῦσε στὸν
χαιρετισμὸ τοῦ πατέρα της.
Ἕνα χειμώνα τὶς ἔχασε καὶ τὶς δυὸ ἀπὸ τὸν τύφο, πού ᾽πεσε στὸ
νησί. Κι ὅταν ἕνα ἀπόβραδο, παραμονὴ τῶν Φώτων, μπαίνοντας γιὰ ν’
ἀράξη κατὰ τὴ συνήθειά του κρατοῦσε μὲ τό ᾽να του χέρι τὸ τιμόνι καὶ
μὲ τὸ ἄλλο ἔσειε στὸν ἀγέρα τὸ μεγάλο του φέσι, κανένας δὲν ἦταν στὸ
χαγιάτι νὰ τὸν χαιρετίση. Τὰ παράθυρα ἦταν κατάκλειστα...
Ἀπὸ τότε ὅλη τὴν ἀγάπη καὶ τὴν λατρεία τὴν εἶχε ἀφιερωμένη
στὸ χαϊδεμένο του μπρίκι, τὴν «Τσιμούλα», πού ᾽χε τ’ ὄνομα τῆς
μικρῆς μὲ τὰ ξανθὰ μαλλάκια. Ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ μπῆ κι αὐτὸ
στὴν μπάντα κι ὁ γέρος ἄκουσε ἀπὸ τὸ γιό του ἕνα βράδυ, ἐκεῖ ποὺ
καθότανε στὸν καφενὲ τοῦ Στανᾶ καὶ τραβοῦσε τὸ ναργιλέ του*, τὴν
καταδίκη τοῦ μπρικιοῦ.
- Πατέρα, δὲν πάω πλιά. Εἶναι ντροπή. Ψέματα, μαθὲς θὰ σοῦ πῶ!
Κάνει νερά! Καμιὰ ὥρα θὰ πᾶμε φοῦντο*.
- Ἄκου τὸ παιδί, καπετὰν Λιά, τοῦ φώναζαν οἱ ἄλλοι. Νὰ μὴν ἔχης,
μαθές, πάει καλά. Μὰ τὸν ἔχεις, εὐλογημένε. Τὸν ἔχεις τὸν παρά. Ἡ
φκιάσε ἄλλο, ἢ ἄσ’ το νὰ πάη νὰ χαθῆ τὸ καρυδότσουφλο!
Ὁ γέρος ἄναψε, τινάχτηκε ἀπάνω, πέταξε τὸ μαρκούτσι*.
- Νὰ μὴ σᾶς τὸ πῶ τώρα!... Δὲν ξέρετε, μωρὲ ἐσεῖς! Δὲν ξέρετε τί
εἶν’ ἐκεῖ μέσα.
Καὶ φωνάζοντας στὸ γιό του:
- Ἄιντε, μωρέ! τοῦ εἶπε, καὶ σὺ μὲ τοὺς ἄλλους θὰ πᾶς! μέσα στὰ
φουγάρα θὰ χωθῆς! Καρβουνιάρης! Καρβουνιάρης θὰ γίνης καὶ σύ! Μὰ
ἄκουσέ με˙ ἄκουσέ το καλά. Θέλω νὰ μοῦ τὸ δέσης ἐκεῖ ἐμπρὸς στὸ
σπίτι! Θέλω νὰ τὸ βλέπω! Νὰ θυμᾶμαι τὰ νιάτα μου!...
Καὶ σκύβοντας στ’ αὐτὶ τοῦ γιοῦ του ἀπόσωσε τὸ λόγο του:
-...καὶ τὰ μαντηλοχαιρετίσματα τῆς μάνας σου καὶ τῆς...
Καὶ ὁ γέρος ἔκανε πὼς σκάλιζε τὸ ναργιλέ του, γιὰ νὰ κρύψη ἕνα
δάκρυ, ποὺ κυλοῦσε στὸ ἡλιοκαμένο του πρόσωπο.
***
Καὶ το ἔδεσαν ἐκεῖ μπροστὰ στὴν ἀμμουδιά. Καὶ ὁ γέρος ἤθελε
νὰ τὸ βλέπη ἀρματωμένο, ὅπως ἤτανε στὰ καλά του, μὲ τ’ ἅρματα*
200

καὶ τὰ ξάρτια του καὶ τὶς διπλές του ἄγκυρες, φρεσκοβαμμένο πάντα
ὁλοπράσινο, μὲ τὴ μαύρη γραμμὴ ὁλόγυρα, μὲ τὴν παλιὰ Γοργόνα
μπροστὰ καὶ μὲ τ’ ὄνομα γραμμένο πίσω μὲ μεγάλα ἄσπρα γράμματα:
«Τσιμούλα».
Καθισμένος στὸ μακρὺ χαγιάτι ἀγνάντευε τὸ ἀγαπημένο του καὶ τὸ
καμάρωνε. Καὶ πότε κατέβαινε στὴν ἀμμουδιά, γιὰ νά ᾽ναι πλιὸ κοντά·
καὶ μόνος του τότε καταμόναχος, μονολογοῦσε, λές, καὶ κρυφομιλοῦσε
μαζί του. Κι ὁ σκύλος ἀνεβασμένος στὴν πλώρη του γάβγιζε ἀπὸ μέσα
χαρούμενα. Κι ὅταν τὸ λιμάνι ἦταν ταραγμένο ἀπὸ φουσκοθαλασσιὰ
καὶ τὰ κύματα χτυποῦσαν στὰ πλάγια τοῦ καραβιοῦ καὶ ξέσπαγαν στὰ
βράχια ἢ στὴν ἀμμουδιὰ ραπίζοντας τὸ πρόσωπό του, θαρροῦσε, πὼς
ἦταν κι αὐτὸς μέσα ὁ ἴδιος. Ἀνασήκωνε ψηλὰ τὸ φέσι, τό ᾽χωνε ὡς τ’
αὐτιά, σούφρωνε τὰ φρύδια καὶ ρουφοῦσε ἀχόρταγα τὸν ἁρμυρὸ ἀγέρα.
Καὶ μὲ τὰ χέρια ἀνοικτά, σὰν νά ᾽θελε ν’ ἀγκαλιάση κάτι παλιὸ καὶ
ξεχασμένο, ἐσηκώνετο ἀπὸ τὸ βραχάκι κι ἔκανε νὰ τραβήξη κι αὐτὸς
δὲν ἤξερε ποῦ. Μὰ τὰ πόδια του ἔτρεμαν. Τὰ ἑβδομήντα του χρόνια τὸν
κάρφωναν στὸ χῶμα... Καὶ ξανάπεφτε πάλι χάμω, κεῖ ποὺ καθόταν μ’
ἕνα βαθὺ στεναγμό, σκουπίζοντας μὲ τὴν παλάμη του ἀνάποδα ἕνα
δάκρυ, ποὺ κατέβαινε στὰ σουρωμένα του μάγουλα.
Ἀπὸ τὸν καφενὲ πέρα, ποὺ τὸν κοίταζαν, κουνώντας τὸ κεφάλι
ἓλεγαν τὸ λόγο τους:
- Σὰν χαμένα, μωρὲς παιδιά, τά ᾽χει τώρα - τώρα ὁ καπετὰν
Λιάς!...
***
Εἶχε ἀκουστῆ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, πὼς τὰ βαπόρια τῆς Ἑταιρείας
εἶχαν κάνει γραμμή, γιὰ νὰ πιάσουν καὶ στὸ νησί. Ἦταν ἡ πρώτη
φορά, ποὺ θὰ βλέπανε οἱ περισσότεροι αὐτὸ τὸ θαῦμα στὸν τόπο. Καὶ
τὸ περιμένανε μὲ περιέργεια. Ἐμεῖς τὰ παιδιὰ ἀνεβήκαμε ψηλὰ στὸ
Σταυρὸ καὶ σκορπιστήκαμε ὁλόγυρα στοὺς βράχους κατὰ τὸ ἀνοιχτὸ
πέλαγο. Θὰ τὸ βλέπαμε ἐμεῖς πρῶτα πρῶτα. Μέσα στὰ καφενεῖα καὶ
στὰ καπηλειὰ ἄλλη κουβέντα δὲν γινότανε. Κι ὅλοι περίμεναν νὰ
ἰδοῦν τὸ μεγάλο αὐτὸ θαλασσινὸ θηρίο, τὸ βαπόρι, ποὺ θά ᾽τρωγε τὰ
καράβια μας καὶ θὰ ρήμαζε τὸ νησί μας.
Εἶχε ξημερώσει μ’ ἕνα ἀεράκι ἀπ’ τ’ ἀνοιχτά. Μὰ ἐμεῖς ξανοίξαμε
ἐκεῖ μακριά, πολὺ μακριά, μιὰ μαύρη γραμμὴ στὸ πέλαγο. Προμήνυμα
201

φουρτούνας. Σὲ λίγη ὥρα ἡ θάλασσα ὅλη ἀφροκοποῦσε ταραγμένη.
Τα κύμματα ἄγρια ἔσπαζαν κάτω στοὺς βράχους καὶ ὁ ἀγέρας ἔφερνε
τοὺς ἀφροὺς άπάνω στὸ Σταυρό. Ὁ οὐρανὸς ὁλοενα σκοτεινιαζε.
Ὕστερα ἀκούστηκε μιὰ δυνατὴ βροντὴ πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ νησιοῦ.
Θάλασσα καὶ οὐρανὸ ἦταν τόσο σκοτεινιασμένα, που δεν ξεχώριζες
καλὰ καλὰ οὔτε τὸ ἄνοιγμα τοῦ λιμανιοῦ.
Μέσα στὸ λιμάνι φωνὲς καὶ κακό. Λύναν τὶς γούμενες*, σφιχτοδέναν
καὶ διπλοδέναν κι ἀσφάλιζαν διπλὰ καὶ τρίδιπλα βάρκες καὶ καΐκια.
Μερικοὶ τὶς τραβοῦσαν ἔξω στὴν ἀμμουδιά. Τὰ μεγάλα κομμάτια
χοροπηδοῦσαν σὰν φρενιασμένα μέσα στο λιμάνι· ἔγερναν, τρακάριζαν
καὶ ἀκουότανε τὸ τρίξιμο τῶν ξύλων. Τὰ ξεφωνητὰ τῶν γυναικῶν, τὰ
γαβγίσματα τῶν σκύλων, τῶν παιδιῶν οἱ ἀλαλαγμοί, ἡ ὀχλοβοή καὶ
οἱ φωνές τῶν ναυτικῶν, κορύφωναν τὸ μούγκρισμα τῆς θάλασσας καὶ
τοῦ ἀνέμου.
Ὁ καπετὰν Λιάς καθισμένος σὰν πάντα στὴν ἀμμουδιά, ἐπάνω
στὸ μικρὸ βραχάκι σὰν σφικτοπιασμένος ἕνα μ’ αὐτό, ἔστρεψε τὰ
μάτια τὰ μάτια του ἀνήσυχα στὴν ἀγαπημένη του «Τσιμούλα», ποὺ
τὴν παράδερνε κι αὐτὴν ἡ φουρτούνα. Δεμένο μὲ δύο γουμενες, απ’ τὴ
στεριά, μὲ διπλὲς ἄγκυρες τὸ μπρίκι μοναχό του καὶ ξεχωριστὸ απ’ τ’
ἄλλα χοροπηδοῦσε ἐκεῖ πέρα στὴν εἴσοδο τοῦ λιμανιοῦ.
Σὲ λίγο ἀστραπὲς καὶ βροντὲς ἄναψαν καὶ γιόμισαν τὴν ἀτμόσφαιρα.
Και μια νεροποντὴ ἀπὸ πάνω σὰ, κατακλυσμὸς ξεσπασε ἄγρια γιὰ
πολλὴν ὥρα.
***
Ἔξαφνα ἀκούστηκαν μακριὰ δύο τρία σφυρίγματα, το ἕνα ἀπάνω
στὸ ἄλλο, βιαστηκὰ κι ὕστερα ἀπὸ λίγο φάνηκε μὲς στὴν καταχνιὰ
στὸ ἄνοιγμα τοῦ λιμανιοῦ σαν κυνηγημένο πουλί, ὁρμητικὸ,
σπρωχνόμενο ἀπὸ τὴν καταιγίδα, μισοσκεπασμένο άπ’ τὰ κύμματα
κι ἀπὸ μαῦρο καπνό, σαν λαχανιασμένο σφυρίζοντας, σφυρίζοντας
ἀδιάκοπα ἀπελπιστικὰ, τὸ πρῶτο βαπόρι ποὺ εἴδαμε στὸ νησί.
Ἕνα μικρὸ κατάμαυρο τροχοφόρο*.
Τὴν ἵδια ὥρα, σ’ ὅλη ἐκείνη τὴν ἀντάρα, μιὰ φωνὴ σπαρακτικὴ
άκούστηκε ἔξαφνα ἀπ’ τὴν ἄκρη τῆς άμμουδιᾶς. Ἦταν τοῦ καπεταν
Λιᾶ. Ὁλόρθος, χωρὶς φόβο, μὲ γένια καὶ μαλλιὰ ἀνεμισμένα, μὲ τὰ
χέρια τεντωμένα κατὰ κεῖθε ἀγριεμένος φώναζε δυνατὰ κατὰ τὸ μέρος
202

τοῦ βαποριοῦ:
- Ὄρτσα*, ὄρτσαααα!
Τοῦ κάκου ὅμως. Τὸ μικρὸ βαπόρι, ὅπως ἔμπαινε σὰν ἀλαφιασμένο
ἀπὸ τὴ φουρτούνα, δὲν πρόφτασε νὰ κρατήση κι ἔπεσε ἐπάνω στὸ
μπρίκι μὲ τὴν πλώρη ἀνάμεσα στὰ πλευρά του καὶ τὸ τράνταξε μ᾽ ἕνα
κρὰκ καί, ὅπως ἦταν σάπιο καὶ ἀδυνατισμένο ἀπ’ τὴν πολυκαιρία,
τὸ ἄνοιξε σὲ δύο. Τὰ κύματα πέρασαν ἀπὸ πάνω, τὸ βούλιαξαν καὶ σὲ
λίγο δὲν φαινότανε παρὰ ἡ κορυφὴ τοῦ ἑνὸς καταρτιοῦ στὴ μέση στὸ
λιμάνι.
***
Μὰ τὸ βαπόρι δὲν ἔκοψε μονάχα τὸ ἄτυχο μπρίκι στὴ μέση. Ἔκοψε
τὴν ἴδια στιγμὴ μαζὶ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ καπετάνιου. Ὁ καπετὰν Λιάς,
ἅμα ἀντίκρισε τὸ θάνατο τοῦ καραβιοῦ του, σωιάστηκε καταγῆς. Ὅταν
τρέξαμε ὅλοι νὰ ἰδοῦμε, τὸν ηὕραμε ξαπλωμένο ἔξω ἔξω στ’ ἀκρογιάλι.
Τὰ κύματα ἀφροκοποῦσαν κι ἕνα ἕνα ἀνεβοκατέβαιναν, σὰν νά ᾽θελαν
νὰ τὸν καταπιοῦν. Τὸν σήκωσαν ἐλαφρὰ καὶ τὸν ἔφεραν στὸ πρῶτο
μαγαζί, σὲ μιὰ ταβέρνα. Τὸν ξάπλωσαν στὸ μεγάλο τραπέζι κι ἄρχισαν
νὰ τὸν τρίβουν μὲ ξίδι, γιὰ νὰ τὸν ξελιγοθυμίσουν. Ἄλλοι ἔτρεχαν
νὰ φέρουν τὸν γιατρό. Σὲ λίγο πρόφθασε κι ὁ γιός του τρομαγμένος,
ἀλαλιασμένος. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ γέρος ἔδειξε σημεῖα ζωῆς. Ἄνοιξε
τὰ μάτια του θολωμένα, μισοσβησμένα, καὶ τὰ στήλωσε ψηλά. Τὰ
σαγόνια του ἔτρεμαν καὶ τὰ χείλη του ἀνάδευαν λόγια ἀσυνάρτητα,
χωρὶς νόημα.
- Τὴν κατάρα μου!. μουρμούρισε... Ἔργα διαβολικά... Μοῦ τὸ
βούλιαξαν... Δυὸ ψυχὲς ἐκεῖ μέσα... ἡ καπετάνισσα... καὶ ἡ μικρούλα
μου.
Ὅπως τὸ εἶχαν ξεστηθωμένο, φαινόταν ἕνα μαῦρο πρᾶγμα σὰν
χαϊμαλι, σὰν φυλαχτὸ περασμένο ἀπ’ τὸ λαιμὸ του κατάσαρκα, μὲ ἕνα
κορδόνι πλγμένο ἀπὸ ξανθὲς τρίχες. Μὲ πολὺ κόπο ἔσυρε τὸ χέρι του
στὸ χαϊμαλί, νεύοντας στὸ γιό του νὰ τὸ πάρη. Ὕστερα σήκωσε δυὸ
τρεῖς φορὲς τὰ χέρια του στὸν ἀέρα, σὰν κάτι νὰ ζητοῦσε νὰ πιάση, μὰ
ἔπεσαν πάλι ξερά. Ἀνοιγόκλεισε τὰ μάτια του καὶ τὰ ξανάκλεισε πάλι
γιὰ πάντα˙ ἦταν νεκρός.
Ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πόρτα ἔμπαινε ὁ ἀγέρας σφυρίζοντας δαιμονισμένα
καὶ τὰ παραθυρόφυλλα βροντοκοποῦσαν, ὅταν ἔξαφνα ὅρμησε μέσα
203

ἕνας σκύλος κατάμαυρος, βρεγμένος μούσκεμα, τινάχτηκε, ἄφησε ἕνα
ἄγριο οὔρλιασμα, πήδησε στὸ τραπέζι ἐπάνω κι ἄρχισε νὰ γλείφη,
σὰν νὰ φιλοῦσε, τὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια τοῦ πεθαμένου, ἀνήσυχος,
νευριασμένος. Ξαναπήδησε κάτω, οὔρλιασε πάλι, χύμησε πάλι καὶ τὸν
ξαναφιλοῦσε ἀφήνοντας κάτι φωνὲς σὰν κλάμα...
Ἐδῶ τελείωσε τὴ διήγηση ὁ δάσκαλος.
- Ἀπὸ τότε τὸ μέρος ἐκεῖ τὸ λένε «τοῦ Θανατᾶ», μοῦ εἶπε.
«῾Ημερολόγιον Σκόκου», 1913

Ν. Πετιμεζᾶς - Λαύρας

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μὲ δάκρυα σὲ χαιρετῶ, πατρίδα μου μικρή,
ποὺ σὲ γαλάζια θάλασσα κοιμᾶσαι δροσερή,
κι οἱ ἄνεμοι σὲ νανουρίζουν,
ποὺ κῦμα ταξιδιάρικο αἰώνια σὲ κτυπᾶ
καὶ στὰ ψηλὰ περγιάλια σου ἀσημωμένο σπᾶ
καὶ οἱ ἀφροί του σὲ ραντίζουν.
Ὤ! δέξου με στὶς ἥσυχες νὰ τρέξω λαγκαδιές,
νὰ πίνω τὸ γλυκό σου φῶς, νὰ πίνω μυρωδιές,
νὰ νιώθω γύρω τ’ ἀγγελούδια,
ποὺ φτάνουν ἀπ’ τὰ χρόνια μου ἐκεῖνα τὰ παλιά,
καὶ χρυσοφτέρουγα πετοῦν ἐδῶ στὴ σιγαλιά,
μὲ ἄγρια, κρυφὰ τραγούδια.
Ἀσπρίζει μἐς στὰ πράσινα τὸ σπίτι μας κλαδιά·
ἄχ, πῶς πηδᾶ καὶ λαχταρᾶ στὸ στῆθος ἡ καρδιά,
καὶ στρέφεται στὰ περασμένα!
Τί ὅνειρα κι ἐνθύμησες στὸ πνεῦμα μου ξυπνοῦν!
Ἔτσι στὸν κάμπο τὰ πουλιὰ σηκώνονται, γυρνοῦν
σὲ βῆμ’ ἀνθρώπου ξαφνιασμένα.

204

ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τ’ ἀστέρια! 205 . καὶ βλέπω τὶς εἰκόνες της ἀκόμα τὶς παλιές. Ὁλόγυρα ἡ θάλασσα στὰ μάτια μου μπροστὰ σὰ ζωγραφιὰ ἀνοίγει. ὅπου τὰ βάγια κόφταμε λουσμένα στὴ δροσιά. τὸ στῆθος τ’ ἁπαλὸ καὶ μ’ ἔμαθε τὸ πρῶτο μου τραγούδι νὰ λαλῶ μὲ τὸν κρυφὸ μουρμουρισμό της. τὸ πρῶτο δάκρυ ἔχω χύσει. Αὐτὴ μοῦ γλυκοξύπνησε. Χορταριασμένο στέκεται τὸ ἔρημο σκολειό· ἐμάδησαν οἱ τοῖχοι του ἀπὸ τὸ γηρατειό. πὼς νὰ γυρνᾶ δὲν ἔπαυσεν ἀπ’ τὸν παλιὸ καιρὸ μὲ τὰ κατάλευκα ξεφτέρια*.μύλος στέκεται· τὸν βλέπω καὶ θαρρῶ. ὅπου μικρὸ μὲ χόρευε στὰ δυνατὰ κλαριὰ κι ἄπλωσε πάνω μου τὸ σκιό της. Φωλιάζουν τώρα νυχτερίδες. Ἀκόμ’ ἀνθίζ’ ἡ φοινικιὰ μπροστὰ στὴν ἐκκλησιά. Κι ὁ γερο . ποὺ μ’ ἀνθηρὸ φιλοῦσα στόμα. σὰν ἄνθη κηπαριοῦ. παιδάκι ζωηρό. τόσες χαρὲς κι ἐλπίδες. ἐδῶ τὴν πρώτην ἔνιωσα τῆς γῆς αὐτῆς χαρά. σὰν τότε τὶς φωλιές. ἐκεῖ ποὺ δίνανε ζωὴ παιδάκια τοῦ χωριοῦ καὶ λάμπανε σμιχτὰ σμιχτά. μὲς στὴ νησιώτικη τὴ φύση. Ἐδῶ ἐπρωταγνάντεψα τ’ ἀτέλειωτο νερὸ κι ἔτρεξα ἐδῶ καὶ πήδησα.Ἐδῶ τὸ φῶς ἀντίκρισα τοῦ ἥλιου μιὰ φορά. Νά κι ἡ κατοχρονίτικη μεγάλη μας μουριά. Ἀπάνω στὸ παλιό της δῶμα τὰ χελιδόνια κτίζουνε.

θὰ δυνηθῶμεν νὰ συλλάβωμεν ἰδέαν τινὰ τί εἶναι ὁ μόνος. Ἀναρίθμητοι γενεαὶ ἀνθρώπων εἰργάσθησαν. ὅσον εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ ἰδική του οἰκογένεια. θὰ αἰσθανθῇ ὅτι εἶναι ἔρημος. Προβελέγγιος «Ποιήματα» 1896 ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ Ἐὰν φαντασθῇ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἔξαφνα εὑρίσκεται μόνος εἰς τὸν κόσμον. 206 . Ἀρ. ποὺ σήμερ’ ἀντηχεῖ ἀπὸ καρδιὰ συγκινημένη. ἐμόχθησαν. καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζοῦν συγχρόνως μὲ ἡμᾶς καὶ ἐκείνων ὅσοι δὲν ὑπάρχουν πλέον. παιδάκι ἀκόμα! Πάλι τὰ βλέπω· ὀνείρατα δὲν ἔχω στὴν καρδιά· εἷδα τὸν κόσμο καὶ ποθῶ σὲ μιά σου ἀμμουδιὰ νὰ γείρω κουρασμένο σῶμα. ὁ ἄνθρωπος. ᾀμέσως θὰ τὸν καταλάβῆ τὸ ρῖγος τοῦ τρόμου. ὁ ἐγκαταλελειμμένος ἄνθρωπος. διὰ νὰ καταστήσουν εἰς ἡμᾶς ἀνθρωπινωτέραν. σὰν τά ᾽βλεπα. ἀνετωτέραν. Οὒτε ἕν ἐλάχιστον μέρος τῶν ἀναγκῶν του δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ μόνος. Διὰ τοῦτο ό κοινωνικὸς βίος. ἡ κοινωνικὴ οἰκογένεια. προσπαθοῦντα νὰ ζήσῃ διὰ τῶν καρπῶν. Καὶ ἁπλῶς ἐὰν τὸν φαντασθῶμεν ἄγριον. ὅτι εἶναι ἀνίσχυρος εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. ὑπέφεραν. τῶν ριζῶν τῆς γῆς ἤ διὰ τοῦ κυνηγίου ζῴων. Ἀπ’ ὅσα σὺ μοῦ γέμισες τραγούδια τὴν ψυχὴ πάρ’ τὸ φτωχὸ τραγούδι μου. Σὲ χαιρετῶ μὲ δάκρυα. τῆς Ἄσπρης* θάλασσας νυφούλα δροσερὴ καὶ Βοριοπούλα χαϊδεμένη. νεράιδα. εἶναι φυσικὴ ἀνάγκη εἰς τὸν ἄνθρωπον. εξ ἴσου. εἰς κατάστασιν θηρίου. πατρίδα μου μικρή.Καράβια μὲς στὰ κύματα περνοῦν τὰ γαλανά. Ἐαν ρίψωμεν ἕν βλέμμα κύκλῳ ἐν τῇ ἀνθρωπότητι άδελφῶν μας. μόνη ἡ σύμπραξις καὶ ἡ συνεργασία μὲ τοὺς ὁμοίους του ἀσφαλίζει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν ζωήν. μὲ τὴν ὁποίαν ζῇ ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην. ἐκτὸς τῆς κοινωνίας. Μόνη ἡ κοινωνικότης. Ὤ! τί λαχτάρα μ’ ἅρπαζε γιὰ μέρη μακρινά.

τὴν ὁποίαν ἀπολαύομεν ἀπὸ αὐτούς. εἰς τὴν ζωὴν. οἱ ὁποῖοι προ αἰώνων προηγήθησαν ἡμῶν. οἱ ὁποῖοι διεξάγουν τὸν ἀγῶνα τοῦ βίου. Καὶ διὰ ἔλθωμεν εἰς ἐκείνους. Ὡς μέλη τῆς κοινότητος ἢ τοῦ δήμου ὁμοιάζομεν τὰς μελίσσας. μὲ τοὺς ὁποίους συζῶμεν. τῆς κοινότητος. χωρὶς τὰς ὁποίας θὰ εἴμεθα ὡς πίθηκοι τῶν δασῶν. Ὅλαι αἱ ἐφευρέσεις. ὄλαι αἱ ἀνακαλύψεις. αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν αὐτὴν κυψέλην. ποῖοι λόγοι δύνανται νὰ παραστήσουν τὸ μέγεθος τῆς ἀνάγκης.τι ἠμπορεῖς διὰ νὰ παραγάγῃς τὸν ἄρτον σου». τὸν ἀρτοποιὸν νἀ τοῦ εἴπουν: «Σκάπτε μόνος τὴν γῆν καὶ σπεῖρε καὶ θέριζε καὶ ἄλεθε καὶ κάμε ὅ. Διὰ τοῦτο οἱ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἄνθρωποι εἶναι φυσικοὶ ἀδελφοί μας˙ καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ σύνολον τῶν ὁμοίων μας.εὐτυχεστέραν τὴν ζωήν. ἀπέναντι τοῦ συνόλου τῆς ἐργασίας ὀλοκλήρου τῆς κοινωνίας. τὸν μυλωθρόν. τῶν ὁποίων ἕκαστος διὰ τοῦ ἐπαγγέλματός του καταβάλλει τὸν φόρον τῆς ἐργασίας του. ὅτι τρομακτικώτερον ὄνειρον. Καὶ τὸν ποιμένα καὶ τὸν ὑφαντὴν καὶ τὸν ράπτην νὰ τοῦ εἴπουν ἐπίσης: «Φρόντισε νὰ ἐνδυθῇς μόνος». θὰ ἦτο ἐὰν ἔβλεπε τὸν γεωργόν. πρῶτος κοινωνικὸς σύνδεσμος εἶναι ὁ τῆς πόλεως. ᾀληθὲς ὄνειρον ἀναθέματος καὶ κατάρας. «Τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου» Ἐμμ. διὰ νὰ καταστήσῃ εἰς αὐτὸν δυνατὴν τὴν ἀνθρωπίνην ζωήν. εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκομεν. του δήμοῦ. τὴν ὁποίαν Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀδελφοὶ παρέχουν εἰς τὸν ἕνα. Καὶ οὕτω καθεξῆς νὰ τοῦ ἀρνηθοῦν τὴν συνδρομήν των ἀνεξαιρέτως ὅλαι αἱ χιλιάδες τῶν ὁμοίων του. Τί εἶναι ἐκεῖνο. τοῦ ὁποίου μέρος εἶναι ἕκαστος ἄνθρωπος. Τοιοῦτος εἶναι ὁ πρῶτος μετὰ τὴν οἰκογένειαν δεσμὸς τοῦ ἀνθρώπου: ἡ δημοτικὴ οἰκογένεια. Ἡ κοινωνία λοιπὸν εἶναι ἕν σῶμα. Λυκούδης 207 . Εἷς μέγας ποιητὴς καὶ φιλόσοφος λέγει. ὀφείλομεν ὅλην τὴν ἀγάπην μας. Ποῖοι λόγοι νὰ ἐκφράσουν τὴν βοήθειαν. τὸ ὁποῖον συνεισφέρει ἡ ἐργασία ἑκάστου ἐξ ἡμῶν μεμονωμένως. τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τῶν ὁμοίων του. ὡς ἀδελφοὶ καὶ συμπράκτορες. τόσον εἶναι καὶ ἰσχυρότερος. Καὶ ἐπειδὴ ὅσον στενώτερος εἶναι ὁ σύνδεσμος. τὸ ὁποῖο θὰ ἡδύνατο νὰ ὀνειρευθῇ ἄνθρωπος. ὅλην τὴν ὑποστήριξιν. εἶναι κληρονομία τῶν ὁμοίων μας. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συνεργασία ὅλων ἐξασφαλιζει τὴν ζωὴν καὶ τὴν εὐτυχίαν ἑκάστου.

Ἡ δικαιοσύνη προστατεύει τὰ δικαιώματα τῆς ζωῆς. ἐξασφαλίζει τὴν ἱερότητα τῶν μεταξὺ τῶν πολιτῶν συναπτομένων συναλλαγῶν καὶ ἐπιβάλλει δικαίας ποινὰς κατὰ τῶν παραβαινόντων τοὺς νόμους. Ἄν οἱ πολῖται ἀποκρύπτωσι τὴν ἰδίαν ἐνοχὴν ἢ τὴν ἐνοχὴν τῶν ἄλλων. οἵτινες. Ἐπικατάρατος θὰ εἶναι ὁ ἐφευρίσκων προφάσεις. ἡ μέχρις αὐτοθυσίας ἀγάπη τῆς πατρίδος καὶ ἡ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰς νομίμους ἐξουσίας εὐπείθεια καὶ ὑποταγή. Πάντες διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὑπηρετῶμεν ὡς στρατιῶται τὴν πατρίδα· πάντες ἔχομεν τὸ ἱερὸν καθῆκον ν’ ἀποτελῶμεν μέρος τῆς συμπαγοῦς* ἐκείνης δυνάμεως τῆς πατρίδος. Ἕν τῶν καθηκόντων τούτων.ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ ΠΟΛΙΤΟΥ Δύο εἶναι τὰ ὕψιστα καθήκοντα τοῦ Ἔλληνος πολίτου. Ἕτερον σπουδαῖον καθῆκον τοῦ πολίτου εἶναι νὰ συντρέχη τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος. θὰ αὐξάνωνται· δὲν θὰ δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν ζωήν. εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Δι’ αὐτὸ οἱ όφθαλμοὶ τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ εἶναι ὀφθαλμοὶ τῆς δικαιοσύνης. τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν ἑκάστου. Ἐκ τῶν δύο τούτων ὑψίστων καθηκόντων ἀπορρέουσι πάντα τὰ άλλα καθήκοντα αὐτοῦ. Μόνον οἱ ἐξ ἀνιάτου νόσου πάσχοντες καὶ οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαλλασσόμενοι τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. τὸ σπουδαιότερον. Πᾶς πολίτης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέχη τοὺς 208 . βεβαίως ἡ πατρὶς δὲν θὰ δύναται νὰ εὐτυχῇ καὶ νὰ προοδεύῃ. δὲν κατατάσσονται ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς πατρίδος. Τὸ ἔργον ὅμως τῆς δικαιοσύνης προσκόπτει μεγάλως ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν πολιτῶν. δὲν θὰ δύναται νὰ προστατεύῃ τὰς συναλλαγάς. αἵτινες τότε θὰ διατρέχωσι διαρκεῖς κινδύνους. Ἄνευ τῆς δυνάμεως ταύτης περιέρχεται εἰς κίνδυνον ἡ ἀσφάλεια τῆς πατρίδος ἐξ ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ ἡ ἰδία ἡμῶν ἐλευθερία. ἡ δικαιοσύνη δὲν θὰ δύναται νὰ τιμωρῇ τοὺς κακοποιούς. ἥτις καλεῖται στρατός. Ὅταν ὅμως συμβαίνωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ κακά. ὡς ἀνίκανοι. αἵτινες οὕτω δὲν θὰ ἔχωσι κανὲν κῦρος*. ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς ταύτης ὑποχρεώσεως. ἀλλὰ συγχρόνως πολὺ εὐγενὲς καὶ τίμιον. τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο βεβαίως εἶναι πολὺ βαρύ. μένοντες ἀτιμώρητοι.

δημοτικῶν σχολείων καὶ ἄλλων. Ἀλλὰ τίνες ἄλλοι πρέπει νὰ καταβάλλωσι ταῦτα εἰμὴ ἐκεῖνοι. Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν ὅτι κάμνομεν καλὸν εἴς τινα μὴ καταγγέλλοντες εἰς τὴν ἀρχὴν ἐγκληματικὴν αῦτοῦ πρᾶξιν. τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Τὸ κράτος ἔχει ἀνάγκην δυνάμεως στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς πρὸς φρούρησιν τῶν ὁρίων αὐτοῦ καὶ ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. ὑπὲρ ὧν γίνονται αἱ δαπάναι. ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐγκληματοῦμεν φερόμενοι οὕτω. Σπουδαιότατον ἐπίσης καθῆκον παντὸς πολίτου εἶναι ἡ πρόθυμος ἐκπλήρωσις τῶν φορολογικῶν αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἡμᾶς κατὰ τῶν κακοποιῶν καὶ προστατεύσῃ τὴν ζωὴν καὶ πάντα ἐν γένει τὰ δικαιώματα. ἀλλὰ καὶ πρὸς ἑαυτούς. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ κράτος. ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν χάριν τῶν δημοτῶν. Τούναντίον. καθαριότητος. περιελθοῦσαν εἰς γνῶσιν ἡμῶν. οὐ μόνον πρὸς τὴν πατρίδα. Ὁ ψεύδορκος ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγκληματεῖ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας. Ὁ ψεύδορκος τιμωρεῖται ὑπὸ τῶν νόμων διὰ βαρυτάτων ποινῶν. Ἔχει ἀνάγκην ὁδῶν. δηλαδὴ οἱ δημόται. Ἄν οἱ δῆμοι ἐν πρώτοις ἔχουσιν ἀνάγκην ὁδῶν φωτισμοῦ. θέλει δὲ τιμωρηθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. διότι ὑποθάλπτομεν τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἐγκληματικότητα. Πάντα ταῦτα ὅμως ἀπαιτοῦσι βεβαίως χρήματα. οὗ τ’ ὄνομα μετεχειρίσθη πρὸς ἀποπλάνησιν* τῆς δικαιοσύνης. Σπουδαῖον ἐπίσης καθῆκον εἶναι ἡ τήρησις τοῦ ὅρκου. Ἔχει ἀνάγκην δικαστηρίων.λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης. ἀστυνομίας καὶ φυλακῶν. λιμένων πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν 209 . Ἡ καταβολὴ τῶν φόρων εἶναι ἱερὰ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν. πρὸς προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν. διότι διὰ τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παραλύει τὴν δικαιοσύνην. χρείας τυχούσης. τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρας ἀνάγκας τοῦ δήμου. καλύπτων τὸν ἔνοχον ἤ καταστρέφων τὸν ἀθῷον. ὀφείλομεν νὰ καθιστῶμεν γνωστὴν εἰς τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης πᾶσαν παράβασιν τῶν νόμων. σιδηροδρόμων. Πᾶς πολίτης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέχῃ τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης φωτίζων καὶ πληροφορῶν καί. διότι οἱ φόροι χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τῆς πατρίδος πρὸς προστασίαν τῆς ζωῆς. δίδων εἰς αὐτοὺς χεῖρα βοηθείας. γεφυρῶν.

γαίας. τίς ἄλλος θὰ καταβάλῃ ἤ ὁ λαός χάριν τοῦ ὀποῖου γίνονται ταῦτα. τὰ ὁποῖα χρειάζονται. τῆς ἀσφαλείας. οἰκοδομὰς. ὅπως προστατευσῃ την ἀναπτυξιν καὶ προαγωγὴν τῆς γεωργίας. τῆς βιομηγανίας καὶ τῇς ναυτιλίας. διότι διὰ τῶν χρημάτων τῶν συμπολιτῶν του. οὐ μόνον δὲν ἐκτελεῖ ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον καὶ βλάπτει ἑαυτὸν. ἐπιβουλευόμενοι τὴν περιουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ἔχει ἀνάγκην χοημάτων. μεταλλεῖα. οὐ μόνον νὰ σεβώμεθα τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου. θεωροῦντες. διὰ νὰ εἶναι ὅλαι αἱ διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ἀπαιτούμεναι δαπάναι. ἀπολαῦει τῶν ἀγαθῶν. Ἐπιβάλλεται. Ἕν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων καθηκόντων τοῦ πολίτου εἶναι ἡ καλὴ χρῆσις τῆς ψήφου. Τὸ κράτος ἔχει περιουσίαν. ἱερὸν τὸ καθνῆκον τῆς πληρωμῆς τοῦ ἄρτου τὸν ὁποῖον τρώγει καὶ τοῦ ένοικίου τῆς οἰκίας ἐν τῆ οποία κατοικεῖ. ὅσον εἶναι. ἅτινα παρέχει τὸ κράτος. Τὰ χρήματα τώρα. ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα ἄγρυπνοι αυτῆς φύλακες. ὡς ἰδίαν ἡμῶν. ἅτινα άπαιτοῦνται πρὸς τοῦτο˙ αὐτοὶ περὶ τῆς δικαιοσύνης. Οἰ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν οὗτοι διευθύνουσι καὶ ρυθμίζουσι πάντα τοὺ ἔθνους τᾶ συμφέροντα. Οἱ πολῖται διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν ἐκλέγουσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν καὶ παρέχουν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξασκήσωσι ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομοθετεῖν. ἔχει δάση. ἁλυκάς. δι’ οὗ τὸ ἔθνος θὰ καταστῇ ϊκανὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ άποστολῆς˙ αὐτοὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέσων. καὶ ἄλλα. ὡς ἔχουσι καὶ τὰ ἄτομα.δυνάμεων τῆς χώρας. ἀλλὰ καὶ κλέπτει τὸν πλησίον αὑτοῦ. ὀρυχεῖα. Ἔχει ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν πνευματικὴν καὶ ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν τῶν τέκνων ἡμῶν. Αὑτοὶ άποφασίζουν περὶ τοῦ τρόπου. λοιπὸν εἰς ἡμᾶς. τῆς δημοσίας ὑγείας. Ὁ καλὸς πολίτης αἰσθάνεται ὅτι τὸ κθῆκον τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου αὐτοῦ εἶναι ἐπίσης ἱερόν. ἀσφαλῆ μτταφορὰν τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας ἡμῶν καὶ εὐκόλον συγκοινωνίαν. Ὁ ἀποφεύγων τὰς φορολογικὰς ὑποχρεωσεις πολίτης. οὐ μόνον νὰ μὴ ἀδικῶμεν τὸ κράτος. γήπεδα. τῆς κτηνοτροφίας τοῦ ἐμπορίου. ὧν αἱ πρόσοδοι ἐπίσης χρησιμεύουν πρὸς ἐκλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν. τῆς ἐκπαιδεύσεως 210 .

Λυκούδης ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ (Τί κατορθώνει ἡ συνεργασία) Ὄχι Ἦλις. Σπουδαιότατον ἐπίσης καθῆκον παντὸς πολίτου εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν τέκνων αὐτοῦ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον. οἵτινες. γιὰ νὰ διαδώσουν τὸ κόκκινο νῆμα. δημιουργοὶ καὶ συνεταῖροι τῆς πρώτης καὶ τῆς τελειότερης Συνεργατικῆς τοῦ κόσμου. οἱ ἀλατζάδες καὶ τὰ κόκκινα νήματα. Ἐν γένει ἡ τύχη τοῦ Ἔθνους ὡς καὶ ἡ τύχη ἑκάστου τῶν πολιτῶν εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ἐντολοδόχων τούτων.εἶναι σὰν νὰ ἱστοροῦμε θαῦμα τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Τὰ Ἀμπελάκια ἔκαμαν τὴν Συνεργατική τους.τοῦ ἔθνους. τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ἱεροκηρύκων αὐτοὶ οἱ Θεσσαλοὶ χωριάτες. Αὐτοὶ ὑπολογίζουν τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τοῦ λαοῦ καὶ ἀποφασίζουσι περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν φόρων καὶ περὶ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Τὰ βαμβακερά. ὀφείλομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ ἐκλέγωμεν ἐκείνους. Ὄχι Δῆλος.. τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν. ἄν ξαναποῦμε τὴν ἰστορία τῆς Συνεργατικῆς τῶν Ἀμπελακίων -ἄγνωστη δὰ στοὺς περισσότερους Ἕλληνες . λόγῳ τοῦ πατριωτικοῦ χαρακτῆρος. δάσκαλοι τῶν οἰκονομολόγων. τῶ γνώσεων καὶ τῆς ὀρθότητος τῆς κρίσεως αὐτῶν. Ἀμπελάκια! Στὴν πέτρινη τούτη πλαγιὰ τοῦ Κισσάβου ἄλλαξε τὸ κύτταρο τῶν Ἑλλήνων. Ὅσες φορὲς καὶ.. Μεγαλύτερο ἔργο τῆς εἰρήνης δὲν ἔχει νὰ δείξη ὁ ἑλληνισμός. γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἔζησαν ἐδῶ πρὶν ἑκατὸν πενήντα χρόνια χωρὶς νὰ φαγωθοῦν. Εἶναι ὁ ἆθλος τῆς Θεσσαλίας. Ἀφοῦ λοιπὸν τόσον ὑψηλὸν εἶναι τὸ ἀξίωμα τῶν ἀντιπροσώπων. Κανένα μεγάλο γεγονὸς δὲν εἶναι ἀρκετὰ γνωστὸ καὶ τὰ θαύματα εἶναι πάντα νέα. εἶναι ἀνώτεροι τῶν ἄλλων συμτολιτῶν ἡμῶν. «Τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου» Ἐμμ. Ὄχι Δελφοί. Ἕξι χιλιάδες Ἑλληνες ἄντρες. Ἡ ψῆφος πρέπει νὰ δίδεται ὡς βραβεῖον εἰς ἐκεῖνον. καθὼς καὶ τὰ 211 . τὴ βιομηχανία τους καὶ τὴν εἰδικότητά τους. Ἐν αὐτῷ μορφοῦνται οἱ χαρακτῆρες τῶν μελλόντων πολιτῶν. οὗτινος αἱ ἀρεταὶ ἐμπνέουσιν εἰς ἡμᾶς πλείονα σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν παντὸς ἄλλου.

στὸν πιστὸ ἡ ἀποκάλυψη καὶ στὸ σοφὸ ἡ ἀλήθεια. θὰ ἀγόραζαν τὰ ὑλικὰ φθνηνότερα.σειρήτια. Τὴν ἀμοιβή τους κανόνιζε ἡ γενικὴ συνέλευση. τὴν ἰσότητα τῶν συνεταίρων. σὲ μιὰ γενικὴ συνέλευση εἴκοσι δυὸ χωριῶν τοῦ Κισσάβου. Ἡμερομίσθιο ὁρισμένο δὲν εἶχαν. Ἡ Συνεργατικὴ ὅμως ἱδρύθηκε καθαυτὸ στὸ 1778.000 φράγκα σήμερα. Καραβάνια* ἔφευγαν 212 . 1. Τὰ εἴκοσι δυὸ χωριά. ποὺ ἔκαμαν. φέροντας στὸ ἴδιο ἐπίπεδο τὶς δύο κατηγορίες τῶν συνεταίρων. Τουλάχιστον αὐτὴ τὴν ἐξήγηση ἔδωκε ὁ Δροσινός γιατρὸς Ἀμπελακιώτης καὶ μέλος τῆς περίφημης Συνεργατικῆς. Ὄχι βέβαια.000 γρόσια καὶ ἀνώτατο 20. ὥσπου νὰ ὁρίση τὸ μερίδιο.. Χάρη σὲ τέτοια ὀργάνωση ἡ ἑταιρεία πραγματοποιοῦσε κέρδη 60 τοῖς ἑκατό.. Ἀφοῦ ἦσαν μέτοχοι μαζὶ κι ἐργάτες. Αὐτὸ ἐξασφάλισε τὴν τέλεια ἰσότητα. ἂν ὀγανώσουν ὁμαδικὰ τὴν ἐργασία. θὰ εἶχαν κέρδη μεγαλύτερα. τοὺς εὐπόρους καὶ τοὺς ἐργάτες. ὅρισαν κατώτατο ὅριο καταβολῆς 5. Αὐτή.000. ἀφοῦ τὴν εἰσηγήθηκαν μερικοὶ πρόκριτοι τῶν Ἀμπελακιῶν.. Νὰ τὸ ἀποδώσωμε στὸ τοπικὸ νερό. 80 τοῖς ἑκατὸ καὶ 100 τοῖς ἑκατό. Ὅταν οἱ Ἀμπελακιῶτες κατάλαβαν τὴν ὑπεροχή τους σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Πειραματίστηκαν ἄλλωστε μὲ μιὰ πρώτη ἀπόπειρα. Τότε τοὺς ἦρθε μονομιᾶς ὁλόκληρη. θὰ γλιτώνουν τὴ δαπάνη τῶν μεσαζόντων καὶ θὰ ἐλαττώνουν τὶς ζημιὲς τοῦ καθενὸς σὲ περίπτωση γενικῆς ζημίας.. γιὰ νὰ μὴ δώσουν τὴν ὑπεροχὴ στοὺς πλουσίους. Τότε ὁλοκληρώθηκε ἡ ἰδέα. συναθροισμένα στὴν ἱστορικὴ συνέλευση. πληρώνονταν ἀνάλογα μὲ τὰ κέρδη. Κανένας στὸν κόσμο δὲν εἶχε σκεφθῆ τέτοια πράγματα.000 γρόσια. Γιατὶ τὴν προετοίμασε ἡ αὐτοδιοίκηση καθὼς κι ἡ συνεργασία γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων στὸν Τοῦρκο. ψήφισαν τὸ καταστατικὸ καὶ κατάθεσαν γιὰ κεφάλαιο τριακόσιες χιλιάδες γρόσια*. τὰ κουμπιὰ καὶ τὰ ζουνάρια γίνονται καὶ στὸ Πήλιο καὶ στὸν Τύρναβο καὶ σ’ ἄλλα μέρη τῆς Θεσσαλίας. Ἦταν νέα! Ἡ ἰδέα ἦρθε στοὺς Ἀμπελακιῶτες ἄξαφνα. Μὰ τὸ νῆμα τῶν Ἀμπελακίων ἦταν τὸ καλύτερο γιὰ τὸ κόκκινο χρῶμα του. σκέφτηκαν πώς. Γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ λαϊκότητα τῆς Συνεργατικῆς. ἔκανε πολύπλοκους ὑπολογισμούς. ἀφοῦ φρόντιζε νὰ βρῆ μὲ ὅλη τὴν ἀκρίβεια τὶς τιμὲς τῆς ἀγορᾶς. ὅπως στὸν ποιητὴ τὸ ἐμπνευσμένο ποίημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ διαμαντένιο του ἄρθρο.

Τόσο ὁ τόπος προόδευε κι ἡ ζωὴ εἶχε πάψει νὰ εἶναι χωριάτικη. ὅπως εἴπαμε. Ὑποχρέωνε ὅμως τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρείας στὴν Εὐρώπη νὰ δεχτοῦν τὸ νέο. ὥστε νέοι Ἀμπελακιῶτες. Ἡ εὐτυχία τῆς Συνεργατικῆς ἀπήχησε στὸ ἐσωτερικό. Ἀποστολὲς ὄχι εἰς βάρος τοῦ κοινοῦ ταμείου! Ἄφηνε τὴ δαπάνη τῆς ἀποστολῆς στὸ συνεταῖρο. τὴν ποινὴ δηλαδή. Διατηροῦσαν σὲ ὅλα τὰ χωριὰ γιατρούς. πρακτορεῖα εἶχαν συσταθῆ καὶ στὶς πόλεις τῆς Τουρκίας καὶ τῆς νότιας Ρωσίας. Ἡ ἄρνησή του κατὰ τὸ καταστατικό. γενικὲς ἀποθῆκες. ὥστε νὰ εὐτυχήση τὸ σύνολον τῶν εἴκοσι δυὸ χωριῶν. ποὺ ἦταν ἀνώτερη ἀρχή. Φρόντιζε γιὰ ἀποστολὲς νέων στὴν Εὐρώπη. ταμεῖο γιὰ τοὺς ἐργάτες. ἐνεργοῦσε τὸ γενικὸ ἔλεγχο. Εἶναι σοφὸ καὶ αὐστηρὸ πρόγραμμα ὑποταγῆς στὴν ἰδέα τοῦ συνόλου. μὲ ἕδρα τὰ Ἀμπελάκια. δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῆ. Καὶ πάλι ἡ ἀνώτατη ἀρχή. ἡ ἑταιρεία εἶχε περίσσευμα εἴκοσι ἑκατομμυρίων. ποὺ εἶχαν γιὰ κάθε κακὴ πράξη συνεταίρου. Δωδεκαμελὴς ἐφορεία.000. Οἱ συνεταῖροι εἶχαν στὴν ἀρχὴ καταθέσει. ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ στείλη ἔξω τὸ γιό του ἤ τὸ συγγενῆ του.ἀπ’ τ’ Ἀμπελάκια μὲ τὸ κόκκινο νῆμα γιὰ τὶς σπουδαιότερες πόλεις τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. εἶχε τὴν ἀρνησικυρία* καὶ ἐκτελοῦσε τὸ σπουδαιότερο ἔργο. Στὰ 1811 ἦρθε τὸ τέλος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κεντρικὸ κατάστημα τῆς ἑταιρείας στὴ Βιέννη. Ἐκεῖνος. νὰ τὸν 213 . ποὺ ἀποστρατεύθηκαν ἀπὸ ἀνικανότητα. Ἔτσι οἱ διοικητὲς ἐκτελοῦσαν ἐντολὲς σὰν στρατιῶτες. ἤθελε τιμωρηθῆ μὲ τὴ διαγραφή του ἀπὸ τὴν ἑταιρεία. Τὴν ἑταιρεῖα τὴ διηύθυνε διοικητικὸ συμβούλιο ἀπὸ πέντε μέλη. Μὰ τὸ ἔργο κράτησε τριάντα ὁλόκληρα χρόνια. ἐποχὴ τῆς μεγαλύτερης ἀκμῆς. βιβλιοθῆκες. τὸν καθορισμὸ τοῦ μεριδίου. νοσοκομεῖα. Αὐστηρότατος ἦταν ὁ ἔλεγχος. σπουδασμένοι στὴ Γερμανία ξαναγύριζαν στὸ χωριό. Τὸ καταστατικὸ εἶχε προνοήσει γιὰ τὴν καλλιέργεια του εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ στὸ μικρὸ ἐκεῖνο τόπο. καὶ στὰ 1810. τοῦ ἔδωσε αἰφνίδιο καὶ θανάσιμο χτύπημα.000 φράγκων. ἡ γενικὴ συνέλευση. Ἡ οἰκονομικὴ χρεωκοπία τῆς Αὐστρίας ὅπου ὁ συνεταιρισμὸς εἶχε τὰ μεγαλύτερά του συμφέροντα. Σήμερα τὸ καταστατικὸ τῶν χωρικῶν ἐκεῖνων μπορεῖ νὰ διαβαστῆ σὰν ὑπόδειγμα νομοθετικῆς προνοίας. ἀρχικὸ κεφάλαιο 1. ἔκαμαν σχολεῖα. Ὅλα τὰ εἶχαν προβλέψει. ποὺ τὸν ἐξέλεγαν διοικητὴ τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος στὴ Βιέννη. χωρὶς ποτὲ πουθενὰ στὸν κόσμο νὰ ξαναφανῆ τέτοια συνεργασία.

ἠθικῆς. γιὰ νὰ πραγματοποιήσουν ἔργο πνευ. παλάτι ἔχει τὸ βουνὸ στὶς τραχιὲς πέτρες. «Ἄν δείξη καλὴ διαγωγὴ καὶ φανῆ οἰκονόμος». ἔλεγε τὸ καταστατικό. Ἀπόδειξη ὁ ἰδιαίτερος συνεταιρισμός.. αὐστηροῦ ἐλέγχου τῶν κοινῶν. Αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα δημιούργησε ἡ Συνεργατικὴ στ᾽ ἀμπελάκια. στέρηση τοῦ κέρδους. που καμιὰ πολιτισμένη κοινωνία δὲν τὸ εἶχεν ἀποτολμήσει ὼς ἐκεῖ καὶ περνοῦσε σὰν ὄνειρο στὰ βιβλία τῶν οὐτοπιστῶν*. 1937 Ζαχ. Καὶ θαυματούργησε. ἐκτὸς ἀπὸ ἀσήμαντα παραπτώματα. ποὺ τὸν ἔστελνε. ποὺ ἔκαμαν λίγοι πρόκριτοι Ἀμπελακιῶτες. ἂς ποῦμε. Διώξιμο τοῦ ἐνόχου ἀπὸ τὴν ἑταιρεία. Ἔτσι ἄνοιξαν τὰ παραθυρα τῶν Ἀμπελακιῶν στὴν εὐρωπαϊκὴ ζωή. Ἔργο... Ὁ ταπεινὸς Κίσσαβος. στὰ σκοτεινὰ. κράτησε τὴν εὐτυχισμένη πολιτεία. ἡ ἑταιρεία ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ τὸν πάρη στὴν ἐργασία της ἕνα χρόνο χωρὶς μισθό. τότε θὰ τοῦ δοθῆ μερίδιο. τὴν ἔκδοση τοῦ λεξικοῦ τοῦ Γαζῆ*. Τὸ ποινικό της σύστημα ἦταν ἁπλό.ὁδηγήσουν. Ποιά μεγαλύτερη ποινὴ μποροῦσε νὰ βρεθῆ. χάρη στοὺς νεώτερους Θεσσαλούς.πάλι μὲ ἀτομικὰ ἔξοδα τοῦ συνεταίρου. Ἀτμόσφαιρα κρατικῆς. Ἡ κοινωνικὴ ἀδικία εἶχε λείψει καὶ τὸ ἔγκλημα δὲν εἶχε νὰ ἐλπίση παρὰ μόνο σὲ ἁψιθυμίες* καὶ σὲ ἐγκεφαλικὲς ἀνωμαλίες. Ἀφήνεται τώρα στὸ ἀναγνώστη νὰ ἀναπαραστήση τὴ συνέλευση ἐκείνη. βαστᾶ άστροπελέκι˙ στὰ ἄγρια. Ἔπειτα θὰ τὸν μισθο-δοτοῦσε ἕνα χρόνο. πείστηκαν καὶ προχώρησαν ἀμέσως στὸ ἔργο. κι ἐλπίδα τὸ τουφέκι! 214 . Ὅταν τελείωνε τὶς σπουδές του. Ἡ ὑλικὴ εὐτυχία δὲν τοὺς νάρκωσε καὶ δὲν τοὺς ταπείνωσε. καλλιέργησε καὶ πραγματοποίησε τὸ πιὸ δύσκολο ἀπ’ ὅλα. ὅπου οἱ χωρικοὶ τοῦ Κισσάβου ἄκουσαν τους Ἀμπελακιῶτες. καθὼς καὶ ἀτομικῆς ἠθικῆς. κατάλαβαν.ματικὸ καὶ ἐθνικό. τὴν ἀδελφοσύνη!. στὰ στενὰ καὶ σκέπασμα τὸν οὐρανὸ ὁ κλέφτης ξασπαθώνει. γιὰ νὰ σπουδάση τὴ ξένη γλῶσσα. Ἀπόλυτη σχεδὸν ἠθική.. τὴ λογιστικὴ καὶ τὰ ἐμπορικὰ . Ἐφημερὶς «Ἐλεύθερον Βῆμα». Παπαντωνίου Ο ΚΛΕΦΤΗΣ 1 2 Μαύρ’ εἶν’ ἡ νύχτα στὰ βουνὰ Στὸ δεξὶ χέρι του γυμνὸ στοὺς κάμπους πέφτει χιόνι.

νὰ μ’ εύχηθῆς γυρεύω. Ὑπηρέτησεν ὡς ταμίας. πεζοὶ. «Ἅπαντα». υἱὸς τοῦ Σταύρου Ἰωάννου. 7 Σύντροφοι ἄσκεποι.. 1874 6 Βαριὰ . ἕνα παιδὶ σὲ ὑστερῶ σφαγή ὅμως νὰ ζήσω δὲν μπορῶ. τὸν φέρνουν λυπημένοι.. γιὰ νὰ δουλεύω. Ἐσκότωσαν τὸν κλέφτη. ὅπου έδιδάχθη τᾶ στοιχειώδη γράμματα εἰς τῆν σχολήν τῶν Μπαλαναίων καὶ εἰς τῆν σχολὴν τοῦ Καπλάνη. ποὺ δοῦλοι προσκυνοῦνε˙ ἐδῶ. ἐγεννήθη εἰς Ἰωάννινα τὸ 1785. καὶ τρεγουδοῦν ὅλοι μαζί «Ἐλεύθερος ὁ κλέφτης ζῆ κι ἐλεύθερος παθαίνει». διὰ νὰ προσφέρη τὰς ὑπηρεσίας του. κλαῖς! ἀναχωρῶ.3 Πήγαινε. ἕνα τουφέκι πέφτει˙ παντοῦ τρομάρα καὶ ἐδῶ φυγὴ κι ἐκεῖ πληγή. Ἀνωτέρας έμπορικὰς σπουδὰς καὶ ξένας γλώσσας ἐδιδάχθη εἰς Βιέννην καὶ ἀποφοιτήσας ἠκολούθησε τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα τοῦ πατρός του. μόν’ τὸ σπαθί τους τὰ παιδιὰ καὶ τὸν σταυρό φιλοῦνε. στὰ πράσινα κλαδιά. φίλα τὴν ποδιά. Τῷ 1824 ἐγκατέλειψε τὰς ἐμπορικὰς ἐργασίας του καὶ κατῆλθεν εἰς τῆν ἀγωνιζομένην πατρίδα μετὰ ἐφοδίων καὶ ὅπλων.βαριὰ βοΐζ’ ἡ γῆ. 215 . 4 Μητέρα. ἄν ζῶ. 5 Φεύγουν οἱ τύραννοι χλωμοὶ τὸ μαῦρο του μαχαίρι˙ μ’ ἱδρώτα βρέχει τὸ ψωμί. Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ (Ὁ Γεώργιος Σταύρου. ξέρει νὰ ζήση μὲ τιμὴ καὶ νὰ πεθάνη ξέρει. ὡς πληρεξούσιος τῆς Ἐθνοσυνελέυσεως καὶ ἐπὶ Καποδίστρίου ὡς μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἐπὶ Καποδιστρίου ὡς μέλος τῆς διοικούσης τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπιτροπῆς καὶ εἰς ἄλλας δημοσίας θέσεις.

Ἀλλὰ τὰ μὲν κτήματα αὐτοῦ. ἵνα ἔχῃ πλήρη ἀνεξαρτησίαν νὰ ἐξυπηρετῆ σκοπιμώτερον τὰ τῆς πατρίδος συμφέροντα. καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον εἰργάσθη καὶ ὡς ἐλεγκτής˙ γνωστὸν μόνον εἶναι ὅτι οὗτος. τὴν πατρίδα». Τὸ Κράτος. νῦν δὲ συμβουλεύων τὴν μετριοπάθειαν εἰς τὸ ἕτερον. ἄνευ πιστωτικοῦ τινος καταστήματος. Τίς ὅμως νὰ δώση τὴν ἐγγύησιν ταύτην. ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἐμοὶ δ’ ἐπιβάλλεται μόνον τὸ καθῆκον νὰ ὑπηρετήσω. ἐρωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῆς τότε κυβερνήσεως ἂν εὐχαριστῆται εἰς τὴν θέσιν ταύτην. ἐν χώρᾳ δηλαδὴ ἐντελῶς κατεστραμμένη καὶ μεγάλας καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας ἔχουσῃ καὶ πάντῃ ἀφρούρητον ὑπὸ φυσικῶν μεθορίων καὶ κατακερματισμένον εἰς δούλους καὶ ἐλευθέρους Ἕλληνας) κράτος. καὶ ἄλλοτε ἐξαίρων τὸ ὑπὲρ πατρίδος αἴσθημα τῶν πάντων. ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν «δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμέ» εἶπε. ἀλλ’ οὔτε κὰν νὰ ὑπάρξῃ. Ἐν μὲν τῇ ἀπεσυρμένῃ ταύτῃ θέσει διέμεινεν ὁ Γεώργιος Σταύρου μέχρι τοῦ 1835. ἴσως δὲ καὶ ἐν ἀνάγκαις εὑρισκόμενος. ἄν ποτε ἔκαμε χρῆσιν ὁ Γεώργιος Σταύρου. Καθ’ ἅπασαν τὴν διάρκειαν τῶν ταραχῶν ὁ Γεώργιος Σταύρου ἔμεινε πάντῃ ἀπεσυρμένος τῶν πραγμάτων καὶ ὅλως ἰδιωτεύων. καίτοι παραβλεπόμενος ὑπὸ τῶν κυβερνώντων. Τὸ μὲν ἐθνικὸν δάνειον τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων εἶχε σχεδὸν καταναλωθῆ τελείως˙ ἐν τῷ τόπῳ δὲ χρήματα δὲν ὑπῆρχον. τότε δὲ διωρίσθη ἐλεγκτὴς παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ*. νῦν μὲν ἀποδοκιμάζων τὰς παρεκτροπὰς τοῦ ἑνὸς κόμματος. Ἐνωρίτερα δὲ διεῖδεν ὅτι τὸ κράτος (οἷον ἐμορφώθη τὸ ἑλληνικὸν ὑπὸ τῆς ἀντιζηλίας τῶν συμμάχων Δυνάμεων. «νὰ προσδιορίσω τὴν κατάλληλον θέσιν.Μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Καποιστρίου παρηγκωνίσθη). λέγομεν. καὶ τὰ ὀλίγα ὑπάρχοντα ἐτοκίζοντο ὑπὸ τῶν τοκογλύφων πρὸς εἴκοσι καὶ τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος· νὰ ἔλθωσι δὲ ἔξωθεν ἦτο ὅλως ἀδύνατον ἄνευ ἐγγυήσεως. τοιοῦτον ἦτο ἀδύνατον οὐχὶ νὰ εὐημερήσῃ. ἦσαν ἤδη ὑποθηκευμένα εἰς τὰς ἐγγυητρίας τοῦ δανείου Δυνάμεις· τὰ δ’ ἔσοδά του ἦσαν μηδαμινὰ τότε. οὐδέποτε ὅμως ἐπαύσατο νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ μεριμνᾷ σπουδαίως περὶ τῶν τῆς πατρίδος συμφερόντων. τὰ λεγόμενα ἐθνικὰ. Τῶν ἐκ τῆς εὐτελοῦς ταύτης θέσεώς του ἀποδοχῶν ἀγνοοῦμεν. μόλις δ’ ἐπήρκουν εἰς τὸ ίμισυ ἢ εἰς τὰ δύο τριτημόρια* τῶν 216 . Ἀλλὰ πῶς νὰ συστηθῇ τοῦτο. ὅσον δύναμαι.

λέγομεν. Ἀλλὰ τὰ μὲν ἐκ τῶν διαλυθέντων εἶχον ἤδη πωληθῆ ἐν εὐτελεστάταις τιμαῖς τὰ δὲ εἶχον ἐνοικιασθῆ πολυετῶς τὰ δὲ ἐκκαθαρισμένα ἐκ τούτων χρήματα εἶχον ἀπασχολήσει αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Καίτοι πρὸς τοιαύτας μεγάλας καὶ πρὸς μυρίας ἄλλας δυσχερείας 217 . ἐκεῖνοι. ἵνα πείση τὸν Ἐϋνάρδον νὰ καταπνίξῃ τὴν λύπην του διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Κυβερνήτου καὶ νὰ βοηθήσῃ αὖθις* τὴν Ἑλλάδα.ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν. Μόνον δὲ οἱ ἀγνοοῦντες τὸ σέβας καὶ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ Ἐϋνάρδου ὑπὲρ τοῦ Κυβερνήτου καὶ τὴν ἄφατον* λύπην. εἰς τὴν ἑλληνικήν. τὰ τοῦ Καπλάνη* καὶ ἄλλων. Τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. ἤ νὰ κατατεθῶσιν ἐν αὐτῇ ἐντόκως καὶ ἀναφαιρέτως. ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ ν’ ἀνταλλαγῶσι ταῦτα εἰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰ ἐθνικὰ κληροδοτήματα. μόνον. Ἀμέσως τότε διεῖδεν ὅτι ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ διὰ τῶν φίλων του εἰς τὴν γαλλικὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ πείσῃ αὐτὴν νὰ παρέξῃ ἐπίτηδες πρὸς τοῦτο εἰς τὴν ἑλληνικὴν μέρος τῶν παρὰ τῆ πρώτῃ εὑρισκομένων εἰσέτι λειψάνων τοῦ ἑλληνικοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ τούτων οὔτε ἡ ὕπαρξις ἐν τῆ ἀλλοδαπῇ δὲν ἦτο εἰσέτι ἐκκαθαρισμένη καὶ ἡ ἀποστολὴ δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀρχίσει ἐντελῶς νὰ γίγνεται ἕνεκα τοῦ ἀνωμάλου τῶν περιστάσεων. ἵνα καὶ αὐτὸς δώσῃ τὸ καλὸν παράδειγμα. ὅν ἐθεώρει ὡς τὸν μόνον ἱκανὸν νὰ προάξῃ τὸ ἔθνος. οἱ δὲ λοιπαὶ ἀνεπληροῦντο ἐκ τῶν λειψάνων τοῦ δανείου. οἷον τὰ τῶν Ζωσιμαδῶν*. Διεῖδεν ἐπίσης ὁ Γεώργιος Σταύρου τὴν ἀνάγκην νὰ πείση καὶ τὴν ρωσικὴν κυβέρνησιν νὰ πέμψῃ τὰ παρ’ αὐτῆ ἑλληνικὰ κληροδοτήματα. καὶ τοὺς πολλοὺς φιλέλληνας φίλους του νὰ παρακαλέσῃ νὰ τὸν μιμηθῶσι. δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς δυσχερείας τοῦ Γεωργίου Σταύρου. ὅσοι ἄγνοοῦσι ταῦτα. Διεῖδεν ἐπίσης ὅτι ὤφειλε ν’ ἀποταθῆ καὶ εἰς τὸν γνωστὸν φιλέλληνα Ἐϋνάρδον* καὶ νὰ τὸν πείση. λαμβάνων μέγαν ἀριθμὸν μετοχῶν. ἣν ἠσθάνθη ὁ εἰλικρινὴς οὗτος φιλέλλην ἐκ τοῦ τοιούτου μάλιστα θανάτου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὁ Γεώργιος Σταύρου δὲν ἀπεθαρρύνθη˙ ἐπεκαλέσθη ἐν κατανύξει τὴν θείαν ἀντίληψιν· ἐμελέτησεν ἐμβριθῶς* τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου του· ὑπελόγισε πάσας τὰς ἐνδεχομένας δυσχερείας καὶ περιπετείας καὶ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου· καὶ πρῶτον πάντων διεῖδεν ὅτι ὤφειλε νὰ πείση τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν νὰ λάβη τουλάχιστον χιλίας μετοχὰς τῆς συσταθησομένης ὑπ’ αὐτοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης· Ἀλλὰ ποῦ χρήματα.

ἐδικαίωσε πληρέστατα τὰς προσδοκίας του. Ἵνα δὲ φθάσῃ εἰς τὸ εὐάρεστον τοῦτο ἀποτέλεσμα ὁ Γεώργιος Σταύρου καὶ ἵνα προάξῃ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο καθίδρυμα εἰς τὸν βαθμὸν τῆς ὑπολήψεως καὶ εὐημερίας. ἂν ἔβλεπέ τινα τῶν ὑπαλλήλων μὴ φθάσαντα ἐγκαίρως εἰς τὴν ἐργασίαν. Ὡς πρώτιστον μὲν ὅρον τῆς εὐημερίας τῆς Τραπέζης ἐθεώρησεν ὁ Γεώργιος Σταύρου τὴν πιστοτάτην ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της ἀπέναντι τῶν μετόχων ἢ τῶν δικαιούχων· καὶ κατὰ τοῦτο ἀμφιβάλλομεν ἄν ὑπῆρξέ ποτε ἤ ἂν ὑπάρχῃ καὶ σήμερον τὸ ἐλάχιστον δίκαιον παράπονον. διδοὺς τὸ καλὸν πρὸς τοῦτο παράδειγμα. συνήθως ἔλεγεν. Πρώτιστος δ’ αὐτός. Τὸ 1841 συνεστήθη τὸ πρῶτον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐντὸς δὲ βραχυτάτου διαστήματος χρόνου ἤρξατο νὰ ἀκμάζῃ· ἀμέσως δ’ ἔκτοτε ἔπαυσε ν’ ἀκούηται εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν ὁ τόκος τῶν δύο ἢ τρία ἤ καὶ πλειότερα τοῖς ἑκατὸν κατὰ μῆνα καὶ τὸ πολὺ . ἀλλ’ ὅμως ἐπελήφθη τοῦ ἔργου. Οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ ἐπέτρεψέ ποτε οὔτε εἰς ἑαυτὸν ὁ Γεώργιος Σταύρου τὴν ἀδικαιολόγητον ἀπουσία ἐκ τοῦ καταστήματος κατὰ τὰς ἐργασίμους ὥρας. Καὶ ὅσῳ δίκαιος ἦτο καὶ γενναῖος μάλιστα εἰς τὰς ἀμοιβάς. τὴν μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων παρὰ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης. ὤφειλε νὰ θέσῃ ἐξ ὑπαρχῆς στερεώτατα θεμέλια. εἰς ἣν ἔφθασε σήμερον καὶ εἰς ἥν ὀλίγιστα καὶ ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων ἐν Εὐρώπῃ καταστημάτων ἔφθασαν. «Ἡ ποινὴ καὶ ἡ ἀμοιβή». ἅς κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους συνήθως ἔδιδεν εἰς τοὺς πιστῶς ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των.πολὺ ἴσχυεν ὁ νόμιμος. ὅστις ἄλλως δὲν εἶναι καὶ μέτριος. Ὡς δευτερεύοντα δὲ ὅρον. τόσῳ ἀμείλικτος* εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε εἴτε πολλάκις εἴτε ἀδιορθώτως πλημμελήσαντας*. ἀμέσως δὲ ξυριζόμενος ἰδίαις πάντοτε χερσὶ κάθ’ ἑκάστην καὶ ἐνδυόμενος. συνήθειαν εἶχε νὰ ἐξύπνα ἐνωρίς.ἔχων νὰ καταπαλαίσῆ ὁ Γεώργιος Σταύρου. Τὸ μὲν πρῶτον ἐνουθέτει αὐτὸν πατρικῶς· ἔπειτα δ’ ἐπέπληττε καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ ἄλλων· ἐν ὑποτροπῇ* δὲ καὶ ἐν ἀπελπισίᾳ διορθώσεως ἐλάμβανε καὶ ἕτερα συντελεστικώτερα μέτρα. Ἡ Θεία Πρόνοια. Ἀλλοίμονον δέ. «εἶναι τὰ ἰσχυρότερα ἐλατήρια πρὸς σωφρονισμὸν καὶ ἐξέγερσιν τῆς φιλοτιμίας τῶν ἀνθρώπων». κατήρχετο εἰς τὸ γραφεῖον. Ἅμα δὲ ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐπείθετο ὅτι ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι 218 . ἧς ἐπεκαλέσθη ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀντίληψιν.

ἀλλὰ κυρίως πρὸς μελέτην καὶ σπουδὴν ἁπάσης σχεδὸν τῆς κοινωνίας. ἀποθανὼν δὲ τῷ 1869. καὶ οὐκ ὀλίγα ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ βαλαντίου. «Ἡ οἰκονομία τοῦ χρόνου».ἐπελήφθησαν τῶν ἔργων των καὶ οὐδὲν τούτων εἰναι δυνατὸν οὔτε ν’ ἀναβληθῇ. Ὑπερέχαιρε δὲ καὶ ἠγάπα μεγάλως τοὺς τὸ ἔργον αὐτῶν ἐκτελοῦντας. συνήθως ἔλεγεν. Ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον ἀντιμετώπισεν εἰς τὸ Αἰγαῖον νικηφόρως 219 . Πολλάκις συνδιελέγετο καθ’ ὁδὸν ἀφελῶς καὶ μετὰ προστύχων καὶ ὅλως χυδαίων ἀνθρώπων. Πολλάκις ἠρώτησεν ἡμᾶς ποῦ ἀπηρχόμεθα. οὔτε νὰ παραμεληθῇ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. μετέτρεψε τὸ ἐμπορικὸν του σκάφος εἰς πολεμικὸν καὶ μόλις ἤχισεν ὁ ρωσοτουρκικὸς πόλεμος τοῦ 1770 ἠκολούθησε τοὺς ἐπαναστατήσαντας συμπατριώτας του. οὓς πάντοτε προέτρεπεν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν οἰκονομίαν. Γιγνώσκων ἄριστα ὅτι ὁ ἐργαζόμενος εὐσυνειδήτως πρέπει καὶ νὰ ἀμείβηται δαψιλῶς*. «εἶναι καὶ τοῦ χρυσοῦ πολυτιμοτέρα καὶ ἡ οἰκονομία εἰς τὰ περιττὰ εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον χρηματικὸν κεφάλαιον ἢ ἐφόδιον τοῦ βίου». ὁ Γεώργιος ἐξήρχετο πεζὸς εἰς περίπατον ἐν τῇ πόλει· ὁ περίπατος δ’ οὗτος δὲν ἐγίγνετο ἁπλῶς χάριν διασκεδάσεως ἢ σωματικῆς κινήσεως. Ὁσάκις δ’ ἤκουε τὸ εἰς ἄρρωστον ἢ εἰς ὑπηρεσίαν τινὰ σπουδαίαν. κατηυχαριστεῖτο. διέθεσε μέγα μέρος τῆς περιουσίας του δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς. τινὰ μὲν ἐκ τοῦ ταμείου αὐτῆς. Ὁ ἱδρυτής της προθύμως προσέφερε τὴν ἀρωγήν του εἰς πᾶσαν ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνάγκην. Πολλάκις καὶ ἐν καιρῷ δριμυτάτου ψύχους ἀπηντήσαμεν αὐτὸν τετυλιγμένον καὶ περιεργαζόμενον μετ’ ἐμβριθείας τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα. ἔμπειρος καὶ τολμηρὸς ἐμποροπλοίαρχος ἐκ Ψαρῶν. Ἀναστάσιος Γούδας «Βίοι Παράλληλοι» 1869 Η ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΚΗ (Ὁ ᾽Ιωάννης Βαρβάκης. ἅτινα κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους ἔδιδεν εἰς ἅπαντας ἀνεξαιρέτως τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Τραπέζης. εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης κατέστησε πάσας τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ μεγαλυτέρας τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιζηλοτέρας τούτων διὰ τὰ δῶρα. θεμελιωθεῖσα στερεῶς ὑπὸ τοῦ Γεωργίου Σταύρου ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν της.

Καὶ τὸ φοβερὸν τοῦτο διάστημα διήνυσεν ὁ Βαρβάκης πεζός. ὀλισθαίνων εἰς τοὺς πάγους. ἐβάδιζεν. ἀλλὰ χρήματα δὲν εἶχε. ἐπεβιβάσθη κρυφὰ εἰς ἓν πλοῖον διευθυνόμενον εἰς Ρωσίαν. ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἄσυλον εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ρωσικὴν πρεσβείαν. ἐμπρός. διέφυγε τοὺς κατασκόπους. Ἐβάδιζεν. Καὶ ὁ Ψαριανὸς ἐπεχείρησε κάτι πρωτάκουστον καὶ ἡρωικόν. τοὺς ὁποίους εἶχε γνωρίσει κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος· οὗτοι ἠγάπων καὶ ἐτίμων τὸν ἀνδρεῖον συναγωνιστήν των καὶ τὸν παρεκίνησαν νὰ ζητήσῃ σωτηρίαν εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ* τὴν προστασίαν τῆς αὐτοκρατείρας. Καὶ ἐπέδειξεν ὄχι μόνον γενναιότητα ἀξιοθαύμαστον. Θὰ μὲ ἔδιωχναν ὡς ἐπαίτην. Κάτι Ἕλληνες μὲ ἐδάνεισαν φορέματα καὶ ὑποδήματα. Ὁ Βαρβάκης ἐξοικονόμησεν ὀλίγα χρήματα. βυθιζόμενος εἰς τὰς χιόνας. Ἀλλὰ διὰ τὴν κακήν μου τύχην ἡ Αὐλὴ δὲν ἦτο τότε εἰς τὴν 220 . ἔφθασεν εἰς Ὀδησσὸν καὶ ἐκεῖ ἐνεπιστεύθη πλέον τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ διὰ τὰ περαιτέρω. Τότε ὁ Βαρβάκης ἀπέμεινε σχεδὸν μόνος. ἐβάδιζε!. Καὶ παντοτε ἐμπρός! Καὶ ἡ ἀπόφασις ἐθριάμβευσε καὶ ὁ πεζοπόρος μὲ τὴν χαλυβδίνην θέλησιν ἔφθασεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ρωσίας. Εἰς τὴν ρωσικὴν πρεσβείαν ὁ Βαρβάκης συνηντήθη μὲ Ρώσους ἀξιωματικούς. κοιμώμενος εἰς τὸ ὕπαιθρον. ποταμούς. Ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸν ἔπρεπε νὰ μεταβῆ εἰς Πετρούπολιν. Καὶ ὅταν ἔχασε τὸ σκάφος του. Διῆλθε δάση. Τὰ πέλματα τῶν ποδῶν του ἐσχημάτισαν τυλώματα· ράκη* ἔγιναν τὰ ἐνδύματά του· ἕν μόνον ἔμεινεν ἀκούραστον ἐντός του: ἡ ἀπόφασις! . προστατεύσας τοὺς πληγωμένους καὶ αἰχμαλώτους ἀντιπάλους.Ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν Πετρούπολιν» διηγεῖτο ἀργότερα εἰς ἕνα φίλον του «τὰ φορέματά μου ἦσαν καταξεσχισμένα ράκη· πῶς νὰ παρουσιασθῶ μὲ αὐτὰ εἰς τὸ αὐτοκρατορικὸν παλάτι.Ἐμπρός. λίμνας. πεινῶν... καὶ μάλιστα ἀνυπόδητος. παγωμένος. Ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸν μέχρι τῆς Πετρουπόλεως ἡ ἀπόστασις εἶναι περίπου τέσσαρας φορὰς ὅση ἀπὸ τὸ Ταίναρον μέχρι τοῦ βορειοτάτου ἄκρου τῆς Ἑλλάδος. κινδυνεύων νὰ κατασπαραχθῇ ἀπὸ λύκους. μαρτυροῦν τὴν ἀκαταδάμαστον θέλησίν του. Ἄς ἀκούσωμεν τώρα τὸν ἴδιον: «. ἀλλὰ χριστιανικὴν ἀρετὴν. ἐφώναζεν ἡ ἀδάμαστος ψυχή του. Τὸ 1774 ὅμως ἡ Ρωσία καὶ ἡ Τουρκία συνωμολόγησαν εἰρήνην. ἀπεράντους πεδιάδας.τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Γένους.

. ἐφαινότανε σὰν ἀφεντικό. ἧσαν ξένα.. ὑψηλὸς καὶ ὡραῖος. ποὺ κάθονταν παράμερα. Ὁ ὑψηλὸς καὶ ὡραῖος ἄνθρωπος.Καπετὰν Γιάννης Βαρβάκης ἀπὸ τὰ Ψαρά.Σέλο καὶ ἀπὸ τὴν Πετρούπολιν ἐξεκίνησα ἕως ἐκεῖ πεζός. Τὰ ὑποδήματα. Εἰς τὸ καφενεῖον ἦσαν καὶ δύο ἄνθρωποι. ἀφοῦ ἄκουσε τὴν ἱστορίαν μου.πηγαίνω στὸ παλάτι καὶ δίδω δευτέραν ἀναφοράν.Πῶς λέγεσαι. ἀλλ’ εἰς τὸ Τσάρκοε . ποὺ ἐπολέμησε γιὰ τὴν Χριστιανοσύνη κάτω ἀπὸ τὴ σημαία της. . σὰν ἄγγελος. . ἐρωτᾶ ὁ πρῶτος. καὶ ὁ ἄλλος σὰν δεύτερος. Ἡ φτώχεια μου καὶ ἡ κακομοιριά μου δὲν περιγράφονται. Καμία ἀπάντησις. Θεέ μου! . Ἐγύρισα πίσω εἰς τὴν Πετρούπολιν καὶ ἐπερίμενα. καὶ φωνάζει μὲ τέτοιο καημό. Ἐγύρισα πίσω καὶ ἐπερίμενα πάλιν.ἥμαρτον. Ἐγύρισα πίσω καὶ ἐπερίμενα πάλιν. Ὁ ἕνας.. καὶ διὰ νὰ μὴν τὰ χαλάσω ἀπὸ τὸν πολὺν δρόμον.Νὰ ἔλθῃς αὔριο· σὲ βεβαιώνω πὼς τώρα θὰ σὲ δεχθῇ ἡ καλή μας 221 .Ὤ! ἔχω πάγει τόσες φορές. Κι ἐγὼ ἄρχισα νὰ τὰ λέγω ὄλα˙ κι αὐτὸς τ’ ἄκουσε μὲ προσοχὴ καὶ τά ᾽λεγε ρούσικα εἰς τὸν ἄλλον καὶ ὅλο ἔλεγα ἐγὼ καὶ ὅλο ἐξηγοῦσεν ἐκεῖνος. Ἔκαμα καὶ τρίτη φορὰν τὸ κουραστικὸ καὶ θλιβερὸ ταξίδι˙ ἐπῆγα καὶ πάλιν εἰς τὸ παλάτι. Ἔγραψα καὶ τρίτην ἀναφορὰν μὲ ὅλον τὸν πόνον τῆς ψυχῆς μου. .Μὴν ἀπελπίζεσαι.νὰ καταρῶμαι τὴν ἡμέραν ποὺ ἐγεννήθηκα καὶ μιλοῦσα μὲ πίκρα γιὰ ὅλους καὶ γιὰ τὴν αὐτοκρατόρισσα..Τί ἔχει ὁ ξένος. Τότε τὰ εἶδα ὅλα μαῦρα· μ’ ἔπνιξεν ὁ πόνος καὶ μίαν ἡμέραν μέσα σ’ ἕνα καφενεῖον ἐξέσπασεν ἡ ἀπελπισία μου καὶ ἄρχισα νὰ φωνάζω σὰν τρελὸς καὶ . τὰ ἔβγαζα καὶ ἐπήγαινα ἀνυπόδητος. Τοῦ κάκου. Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε!. ποὺ ἄφηνε νὰ χαθῇ ἕνας ἄνθρωπος. Ὁ δεύτερος τοῦ εἶπε τί ἄκουσε.. Ὁ δεύτερος ἔνιωθε τὰ ἑλληνικά. Καὶ τί λέγει γιὰ τὴν αὐτοκρατόρισσά μας. Ἔδωκα τὴν ἀναφοράν μου. ἔμεινε συλλογισμένος κάμποσην ὥραν. Ξανακάνω δευτέραν φορὰν τὸν δρόμον . εἷπα. νὰ εἰποῦμε. διὰ νὰ δώσω τὴν ἀναφοράν μου εἰς τὴν αὐτοκρατόρισσαν.πάντα πεζὸς καὶ πάντα ἀνυπόδητος . τοῦ λέγω πικρά.Πετρούπολιν. Ἔβγαλεν ἕνα καταστιχάκι κι ἔγραψε τ’ ὄνομά μου. Τότε ὁ πρῶτος του λέγει κάτι καὶ αὐτὸς μὲ σιμώνει καὶ μοῦ λέγει μὲ καλωσύνη νὰ τοῦ ἱστορήσω ὅλα μου τὰ βάσανα καὶ τὰ πάθη καταλεπτῶς. Ἔπειτα μ’ ἐρωτᾷ μὲ τὸ στόμα τοῦ δραγουμάνου του: . . μοῦ λέγει· ἔλα αὔριο στὴν Αὐλή.

Ἀλλλὰ ἡ αὐτοκρατόρισσα δὲν φαινότανε θυμωμένη· μὲ κοίταζε μὲ περιέργεια καὶ μὲ συμπόνεσε· ἕνας αὐλικὸς μὲ γαλόνια μὲ πλησιάζει˙ ἤξερε τὴ γλῶσσα μας· μοῦ λέγει: . Μπορῶ νὰ εἰπῶ πὼς δὲν εἶμαι δειλός· πολλὲς φορὲς ἀντίκρισα τὸ θάνατο χωρὶς ν’ ἀνατριχιάσω. ἀλλ’ ὄχι πολιτικὰ ντυμένος ὅπως τότε. Σὲ λίγο ἔρχεται διαταγὴ νὰ παρουσιασθῶ στὴν αὐτοκρατόρισσα. ποὺ ἔλαμπε στὸ βελοῦδο καὶ στὸ χρυσάφι. Σ’ ἕνα κάθισμα. Καὶ ἐνῷ μιλοῦσα. . εἶπα μὲ τὸ νοῦ μου. ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς.Πάει. Μὰ ἐκεῖ μ’ ἔπιασε φόβος˙ ἄρχισα νὰ τρέμω. Ἐσυλλογίσθηκα ὅσα εἶπα ἐπάνω στὸν πόνο μου γιὰ τὴν αὐτοκρατόρισσα. ἐφοροῦσε στολὴ μεγάλου στρατηγοῦ καὶ στὸ στῆθος εἶχε πλάκα τὰ παράσημα. . στολισμένο μὲ χρυσὴ κορώνα.ἄχ. χάθηκες. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ξανάρχισα πάλι τὸν δρόμο τοῦ Τσάρκοε Σέλο. τὰς θυσίας μου. ὁ εὐνοούμενος πρωθυπουργὸς τῆς αὐτοκρατόρισσας Αἰκατερίνης. σὰν νὰ εἰπῶ τὸ προσκύνημα. μὲ ἐμβάζουν σὲ μιὰ μεγάλη αἴθουσα. Καὶ σιμά της .. ἐκάθονταν ἡ μεγάλη αὐτοκρατόρισσα. Ἦταν. ὄχι. Ἡ αὐτοκρατόρισσα εἶπε μερικὰ λόγια στὸν αὐλικὸν καὶ αὐτὸς μὲ παρηγόρησε καὶ μοῦ ἔδωσεν ἐλπίδες.Ἡ Μεγαλειότητά της σὲ διατάσσει νὰ μιλήσῃς ἐλεύθερα· νὰ τὰ πῇς ὅλα. ἡ φωνή μου ἔτρεμε. μου ἐξεχείλιζε καὶ τὰ δάκρυα ἀνέβαιναν εἰς τὰ μάτια μου!. εἶπα γιὰ τὸ ἀπότομο καὶ ξαφνικό μου κρήμνισμα στὴ φτώχεια στὴ γδύμνια καὶ στὴν πεῖνα· γιὰ τὸ μακρινὸ ταξίδι. μοῦ εἶπε· ἡ Μεγαλειότητά της θὰ φροντίσῃ γιὰ σένα· εἶσαι ἄξιος νὰ σὲ προστατεύσῃ! 222 . Θεέ μου! ..αὐτοκρατόρισσα. τοὺς κινδύνους μου· εἶπα τί ἔκαμα καὶ τί ἐσκόπευα νὰ κάμω· εἶπα γιὰ τὴν Φριγαδέλα μου.ἐστεκότανε ὁ ὑψηλὸς καὶ ὡραῖος ἄνθρωπος. καπετὰν Γιάννη. ποὺ μὲ πόδια ματωμένα ἦλθα νὰ ζητήσω τὴν προστασία τῆς μεγάλης αὐτοκρατόρισσας καὶ τὴν ἀπελπισία μου. κοιὶ ἀμέσως μὲ ὁδηγοῦν εἰς τὸν ὑπασπιστήν. ὅπως ἔμαθα κατόπιν. γιατί ἡ πολυεύσπλαγχνη γιὰ ὅλους μόνον σὲ μένα φαινότανε ἄπονη. ὁ περίφημος Ποτέμκιν. ποὺ ἔβαλα ἀπάνω της ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ ὅλο μου τὸ ἔχειν. Μόλις ὅμως εἶπα τὸ ὄνομά μου. σὰν θρόνο. Ἐγὼ τότε ἱστόρησα τοὺς ἀγῶνας μου.Μὴ λυπᾶσαι. ποὺ ἦταν στὸ καφενεῖο. νὰ εἰπῶ τὴν ἀλήθεια χωρὶς μεγάλη ἐλπίδα.

χαβιάρια καὶ παστὰ . τὸ περιζήτητον καὶ πολύτιμον ὀρεκτικὸν τὸ διαδεδομένον εἰς τὰς πέντε ἠπείρους .καὶ νὰ σταλοῦν εἰς πολλὰ καὶ μακρινὰ μέρη καὶ ἡ πώλησίς των ν’ ἀποτελέσῃ μέγα καὶ ἐπικερδὲς ἐμπόριον. Ὁ Βαρβάκης. τὸ εἶδε μὲ τὸ ὀξυδερκές* του μάτι ὁ μεγαλουργὸς ῞Ελλην.τι ἕως τότε δὲν ἐσκέφθησαν οἱ ἐγχώριοι. καὶ ἂν δὲν τὸ ἐφεῦρεν. κάνω τὸν σταυρόν μου καὶ ξεκινῶ ἀμέσως γιὰ τὸ Ἀστραχάν». εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο κυρίαρχος καὶ ἀκαταγώνιστος.ἦτο ἄγνωστο ἔως τότε καὶ ὅτι ὁ Βαρβάκης εἶναι ὁ πρῶτος ἐπινοητής του. Ἀλλ’ ἡ ἀλιεία τότε εὑρίσκετο ἐκεῖ. Ἡ ἀπέραντος Κασπία θάλασσα εἶναι ὀνομαστὴ διὰ τὸ πλῆθος καὶ τὸ ξεχωριστὸν εἶδος τῶν ψαριῶν της. ὥστε ἠγόρασεν ὡς ἰδιοκτησίαν του τρεῖς νήσους κειμένας ἐντὸς τῆς Κασπίας θαλάσσης. Ἀλλὰ καὶ γνωστὴ ἂν ἦτο ἡ κατασκευή του.Τὴν ἄλλην ἡμέραν μοῦ φέρνουν χίλια ρούσικα φλωριὰ γιὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας μου· μοῦ φέρνουν καὶ κάι ἂλλο: ἕνα χαρτί. εἰς πρωτογενῆ κατάστασιν. τὸ ἐσχεδίασε μὲ τὸ γοργὸν ἐπιχειρηματικόν του πνεῦμα καὶ τὸ ἐξετέλεσε μὲ τὴν ἰσχυράν του θέλησιν. Δὲν χάνω καιρόν. βέβαιον εἶναι ὅτι πολὺ περιωρισμένη ἦτο ἡ διάδοσίς του. Ὅ. Ὑπάρχει γνώμη ὅτι τὸ μαῦρο χαβιάρι . ἐτελειοποίησεν ὅμως τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ταρίχευσίν του καἵ τὸ διέδωκεν εἰς πολλὰ μέρη. Ὁ Βαρβάκης ἀμέσως ἐννόησεν ὅτι ἀπὸ τοὺς ἰχθῦς τῆς Κασπίας θαλάσσης ἦτο δυνατὸν νὰ κατασκευασθοῦν διάφορα ταριχευτικὰ* εἴδη .τὸ ἀπαραίτητον στόλισμα σήμερον πάσης πλουσίας τραπέζης. τὰς ὁποίας κατέστησε πολυτίμους ἁλιευτικοὺς καὶ ταριχευτικοὺς σταθμούς. μικρὰ δὲ ποσὰ μόνον ἔστελλον πρὸς πώλησιν εἰς τὰ πλησιόχωρα μέρη.ὅπως τοὺς ἰχθῦς. ποὺ μοῦ ἔδιδε τὸ προνόμιον νὰ ψαρεύω στὴ Κασπία Θάλασσα χωρὶς φόρον. ἐπάστωνον ὅπως . ἄνθρωποι ἀμαθεῖς καὶ ἡμιβάρβαροι* ἐψάρευαν μὲ ψαθοσκέπαστα πλοιάρια καὶ ἀτελῆ ἁλιευτικὰ μέσα. Ὁ Βαρβάκης μετέβαλεν ὅλως διόλου τὰ πράγματα. τὴν λυγίζουσαν τὰ ἐμπόδια. Μεγάλα λοιπὸν ἦσαν τὰ κέρδη του καὶ τόσον πλούσιος ἔγινε μετ᾽ ὁλίγον. γυρίζω εἰς τὴν Πετρούπολιν˙ δίδω πίσω τὰ δανεικὰ φορέματα καὶ ὑποδήματα· ἀγοράζω ψαράδικα φορέματα. Ὁ Βαρβάκης ἐδημιούργησεν ὅλως διόλου ἰδικόν του κλάδον βιομηχανίας καὶ ἐμπορίου. Ἡ δραστηριότης του εὗρεν εἰς τὴν Κασπίαν θάλασσαν ἀντάξιον στάδιον. Οἱ κάτοικοι τῶν παραλίων. Εἰς τὴν Ρωσίαν τότε οἱ πλούσιοι καὶ οἱ γαιοκτήμονες εἶχον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των «δουλοπαροίκους»· οἱ δουλοπάροικοι ἦσαν εἶδος 223 .

Ἡ ζωή των ἦτο βασανισμένη καὶ ἐξευτελιστική.. Ὅταν τὸ ὡραῖόν του πολεμικόν. ὁ Βαρβάκης ἐσυλλογίσθη τὸν προστάτην τῶν ναυτικῶν. εὐωδίαν εἰς τὰ ἄνθη. Τὸ πρῶτον . Ἄν ἐσηκώνετο ἄνεμος καὶ ἤρχιζεν ὁ κυμματισμὸς τῆς θαλάσσης. γλίτωσέ μου τὴ Φριγαδέλαν μου καὶ νὰ σοῦ κάμω μιὰ ὅμοια ἀσημένια. ὅλους ἐλευθέρους καὶ κανένα δουλοπάροικον. Στεναγμὸς ἀνακουφίσεως ἑκατομμυρίων ψυχῶν ὑπεδέχθη τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα ἐντὸς τῆς ἀπεράντου αὐτοκρατορίας· ἐπιδοκιμασία καὶ χαρὰ εἰς τὰς ἄλλας χώρας.Ἅι . Ὁ μεγαλόψυχος ὑπερασπιστὴς τῶν ἀλλοθρήσκων αἰχμαλώτων τοῦ πολέμου εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ βασανιστὴς χριστιανῶν ἐργατῶν εἰς τὴν Κασπίαν. ἐφώναξε μὲ πίστιν εἰς τὴν καρδίαν καὶ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν χρυσόν των μεταχειρίζονται ὅπως οἱ Ἰσραηλῖται εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους Σινᾶ: κατασκευάζουν ἕν εἴδωλον καὶ χορεύουν μὲ τρελὰς ἐπιθυμίας ὁλόγυρά του. .πρῶτον δῶρόν του ἦτο ἓν τάξιμον τῶν νεανικῶν του χρόνων καὶ ἐσχετίζετο μὲ τὴν Φριγαδέλαν. νὰ σκορπίσουν ζωήν. Ὅλοι οἱ Ψαριανοὶ ἔτρεξαν νὰ δώσουν χεῖρα βοηθείας.Νικόλα μου. ν’ ἀναβιβάσουν τὸ μειδίαμα εἰς τὰ ὠχρὰ χείλη τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ. τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῶν Ψαρῶν..σκλάβων κτῆμα τοῦ αὐθέντου των ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν. εἰς τὴν καθέλκυσίν του ἔκλινεν ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν. τὸ ὑπερήφανον πλοῖον θὰ ἐγίνετο κομμάτια. Ἀφοῦ κατηργήθη εἰς ὅλας τὰς ἠπείρους ἡ σωματεμπορία. Εἰς τὰς ἐργασίας του εἶχε τρεῖς χιλιάδας ἀνθρώπους. 224 . νὰ δώσουν χρῶμα εἰς τὰ φύλλα. μόλις πρό τινων δεκάδων ἐτῶν (1863) κατηργήθη καὶ ἡ δουλοπαροικία εἰς τὴν Ρωσίαν. τὸ ἔρριπτον ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον εἰς τὴν θάλασσαν. τὰς ὁποίας στέλλει ὁ Θεὸς νὰ φωτίσουν καὶ νὰ θερμάνουν τὸν κόσμον. Ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς τούτους ἦτο καὶ ὁ Βαρβάκης. Ὁ πλοῦτος τοῦ Βαρβάκη ηὔξανε καθ’ ἡμέραν. Οἱ αὐθένται τοὺς ἐπώλουν καὶ τοὺς ἠγόραζον ὅπως πωλεῖ κανεὶς καὶ ἀγοράζει τὰ κτήνη. νὰ τὴν κρεμάσω ἐμπρὸς στὸ εἰκόνισμά σου!. μέσα εἰς τὴν ἀγωνίαν καὶ τὴν πάλην του ὑπὲρ ὅλων. Μέσα εἰς τὴν ἀμφιβολίαν περὶ σωτηρίας. στίλβον καὶ καινουργές. Ἀλλὰ ἡ εὐγενὴς ψυχὴ τοῦ Βαρβάκη εἶχε καταργήσει τὴν σκλαβιὰν ἑβδομήντα ἔτη πρωτύτερα. ἐκάθισεν εἰς τὰ ρηχὰ καὶ ἐκόλλησεν εἰς τὴν ἄμμον. Εἰς ἄλλους ὁ χρυσὸς εἶναι ὅπως αἱ ἡλιακαὶ ἀκτῖνες.

Ἐκφορτώνει ἀπὸ τὰ μεγάλα πλοῖά του τὰ ἐιιπορεύματά του. ὁμοιοτάτην. Μέσα εἰς τὰ σάπια του νερὰ ἐνεφώλευεν ὁ θάνατος. Ἦτο γραπτόν της νὰ πέσῃ δύο φορὰς εἰς τὰ ἐχθρικὰ χέρια!. Ἔπειτα ἐδενδροφύτευσε τὰς δύο ὅχθας καὶ τὰς ἐστόλισε μὲ κήπους καὶ ἄλση καὶ περίπτερα. Ἐπεφυλάσσετο εἰς τὸν μεγαλουργὸν Ἕλληνα νὰ ἐκτελέσῃ ὅ. βαλτώδης λίμνη. Εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως ᾽Αστραχὰν ἦτο μία στενή. ὁλοκλήρους ἐκκλησίας. ἐκεῖ ὅπου ἐσκόρπιζεν ἔως τώρα τὸν θάνατον ἡ μολυσματικὴ δυσωδία. Ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως ὁ πόλεμος. ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατέστησε πλευστὴν τὴν διώρυγα.. ὡπλισμένην ὅπως ἐκείνη. Ἀλλὰ τὸ τάξιμον ἔζη μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Βαρβάκη· καὶ ἔστειλεν εἰς τὰ Ψαρὰ μίαν Φριγαδέλαν άπὸ συμπαγῆ ἄργυρον. Ὁ Βαρβάκης ἀνήγειρε κωδωνοστάσια ἐκκλησιῶν. τὴν ὁποίαν ἥνωσε μὲ τὸν Βόλγαν καὶ μὲ ἕνα ἄλλον ποταμόν. διὰ νὰ στείλη ἀμέσως τροφὰς καὶ πολεμεφόδια εἰς τὸν στρατὸν τῶν συνόρων. Ἀλλ᾽ ἡ Ρωσία δὲν εἶχεν ἀρκετὰ πλοῖα εἰς τὴν Κασπίαν. Αὐθόρμητος παρουσιάζεται ὁ Βαρβάκης.Ἡ Φριγαδέλα ἐσώθη· Ἀλλοίμονον! Ἠναγκάσθη ν’ ἀλλαξοπιστήσῃ ἡ δυστυχισμένη καὶ χρόνους τώρα ἐσάπιζεν ἄδοξος εἰς τὰ βάθη τοῦ Κερατίου κόλπου!. Ἔπειτα ἤρχισαν ἀλλεπάλληλοι αἱ εὐεργεσίαι πρὸς τὴν εὐγενῆ χώραν. μὲ 26 πυροβόλα. Τὸ 1824 εἰς τὸν φοβερὸν γενικὸν χαμὸν ἀνθρώπων καὶ πραγμάτων ἐχάθη καὶ ἡ Φριγαδέλα. ἐπεξέτεινε τὴν ἐκσκαφὴν καὶ ἀφ’ ἑνὸς ἀπεξήρανε τὸν βάλτον. ἕν ἕλος σκορπίζον πέριξ μιασματικὰς* ἀναθυμιάσεις καὶ ἀφόρητον δυσωδίαν. Ἐκρέματο πανεύμορφη ἐμπρὸς εἰς την εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικόλα μέχρι τῆς καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν.τι δὲν κατώρθωσαν αὐτοκράτορες. Μὲ τὴν ἰδικήν του πρωτοβουλίαν καὶ μὲ ἰδικάς του δαπάνας ἤρχισε τὸ 1809 τὸ δύσκολον ἔργον˙ ἐξεχωμάτωσε τὸν βυθόν. Καὶ οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὰ γραφικὰ παραδείσια ἄνδηρα* 225 . Κομψαὶ γέφυραι ἥνωσαν τὰς δύο ὄχθας... κατεσκεύασε γεφύρας. μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτήματα. ἵδρυσε νοσοκομεῖα. Τὸ 1805 οἱ Πέρσαι ἐθανάτωσαν μὲ δόλον τὸν Ρῶσον ἀρχιστράτηγον. ἤνοιξε διώρυγας. Μέσα ἀπὸ καταπράσινα φυλλώματα τὰ ἄνθη διέχεον τὸ ἄρωμά των. Ὁ Μέγας Πέτρος καὶ ἡ Αἰκατερίνα ἡ Μεγάλη εἰς μάτην ἐπροσπάθησαν νὰ τὸ ἀποξηράνουν. πρὸ πάντων ὅταν ἦτο καύσων. ἡ ὁποία τὸν ἐφιλοξένησεν. φορτώνει τὰς τροφὰς καὶ τὰ πολεμεφόδια τῆς αὐτοκρατορίας τὰ μεταφέρει δωρεὰν εἰς τὸ ὡρισμένον μέρος καὶ γίνεται σωτὴρ τῆς δευτέρας πατρίδος του..

τὰ δὲ πλούσια εἰσοδήματα τοῦ «Ἱεροσολυμικοῦ» νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὴν ἱερὰν πόλιν πρὸς συνδρομὴν τοῦ Παναγίου Τάφου..τὴν λειτουργίαν εἰς τὴν ποθητὴν μητρικὴν γλῶσσαν. ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἡρωϊκόν. εἴτε χάριν ἐμπορίου. Δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς εὐεργεσίας μεγάλως τὸν ἐτίμησεν ἡ ρωσικὴ αὐτοκρατορία. ἑλληνικὴ ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε καὶ οἱ Ἕλληνες ἠναγκάζοντο. Αὐτοκρατορικὸν διάταγμα ὥρισε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων νὰ στέλλῃ Ἕλληνα ἀρχιμανδρίτην εἰς τὸ Ταϊγάνιον διὰ τὴν ἱερὰν ἀκολουθίαν. ὅπως καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. ἱερᾶς κατανύξεως* .θρησκευτικῆς συγχρόνως καὶ ἐθνικῆς . 226 . ὑπεράνω βουνῶν καὶ θαλασσῶν. Καὶ ηὐλόγουν τὸ ὅνομα τοῦ μεγάλου εὐεργέτου!. ἔβλεπον νὰ διαβαίνουν εἰς τὴν διώρυγα πλοῖα ἐρχόμενα μακρόθεν καὶ μεταφέροντα εἰς μακρινὰς χώρας προϊόντα τῆς Ρωσίας ἢ ξένων τόπων. Ρωσικὰ δὲν ἤξευρον. ἐκεῖ κάτω. τὸ Ταϊγάνιον. Ὁ Βαρβάκης. τὸν κοσμοξακουσμένον ἀγῶνά της ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας!. Ἡ μαγνητική δύναμις.. τὸ διεκόσμησε πλουσιοπαρόχως. ἐξοδεύσας ἐν ὅλῳ ἐξακοσίας χιλιάδας ρούβλια. Λόγοι ὑγείας τὸν ἔκαμαν νὰ μετοικήσῃ εἰς τὴν εὐάερον πόλιν τῆς Ἀζοφικῆς. ἡ ὁποία διὰ μέσου ἀπεράντων ἀποστάσεων. Ὤ. ἐδώρησεν εἰς αὐτὸ κτήματα καὶ εἰσοδήματα καί.. σύρει τὰς ἐκλεκτὰς ψυχὰς πρὸς τὸ ἅγιον χῶμα τῆς πατρίδος. ἡ μυστηριώδης.τῶν ὀχθῶν. νὰ στερῶνται τὴν θείαν μυσταγωγίαν. ὄχι! Ἐσυλλογίζετο καὶ τὴν μακρινὴν πατρίδα του. μετέβα-λε τὴν ἐκκλησίαν εἰς μοναστήριον. τὴν πατρίδα τῆς ψυχῆς του. περιπατοῦντες εἰς τὰς δενδροστοιχίας ἢ καθήμενοι εἰς τὰς σκιάδας. τῷ ἔδωσε τίτλους εὐγενείας. εἴτε διὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν ὁριστικῶς. Τὸν ὠνόμασεν αὐλικὸν σύμβουλον καὶ ἱππότην. οἱ δὲ ειὐπατρίδαι τῆς ἐπαρχίας Ἀστραχανίας τὸν ἐξέλεξαν ἐπαρχιακὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. εἵλκυε καὶ τὸν Βαρβάκην πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὁλόγυρα εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἔκτισεν ἄλλα κτήρια.. τὸ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν Πανάγιον Τάφον. ὅπως λέγουν αὐτὸ οἱ Ρῶσοι. τὴν ἀγαθοεργίαν ταύτην κατέστησε μέσον πρὸς ἄλλην ἀγαθοεργίαν. Ἀλλ’ ὁ Βαρβάκης δὲν ἀπερροφήθη ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν πλησίον πατρίδα του. Εἰς τὸ Ταγανρόκ. μὲ βαθεῖαν λύπην των. ἐπινοητικὸς καὶ εἰς τὴν εὐεργεσίαν. ἤρχοντο πολλοὶ ῞Ελληνες. Ὁ Βαρβάκης μὲ γενναιοδωρίαν ἡγεμόνος κτίζει μεγαλοπρεπῆ λιθόκτιστον ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν· καὶ εἰς τὸν μυχὸν τῆς Ἀζοφικῆς οἱ ξενιτευμένοι ἤκουον μὲ ρῖγος.

Τὰ μάτια της ἐκλείσθησαν εἰς τὸν κόσμον. ὅτι ἔστελλε βοηθείας εἰς τὰς καλύβας τῶν πτωχῶν καὶ εἰς τὰς φυλακὰς . ἐμπορευόμενον εἰς τὴν Βιέννην. διὰ νὰ μανθάνουν γράμματα τὰ παιδιὰ τῶν ξενιτευμένων Ἑλλήνων. τὴν ἤρπασαν. Εἰς τὰς σφαγὰς τῆς Χίου ὀλίγον ἔλειψε νὰ τὴν κρεουργήσῃ* ζεϊμπέκικο* μὲ γιαταγάνι· ἀλλ’ ἀτρόμητοι Ψαριανοὶ ὥρμησαν εἰς τὸ μοναστήριον. διὰ νὰ βοηθήσῃ πτωχοὺς σπουδαστὰς καὶ ἐκδότας ἑλληνικῶν περιοδικῶν καὶ βιβλίων. Ἡ γηραιὰ καλογραῖα ἔζησεν ἐκεῖ ἕως τὸ 1891. Ἡ εὐσεβὴς Ψαριανὴ έγκατεστάθη εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Βαρβάκη καὶ ἐδόξαζεν ἡμέραν καὶ νύκτα τὸν Θεὸν διὰ τὸν ἡγεμονικὸν πλοῦτον τοῦ υἱοῦ της καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν χριστιανικήν του χρῆσιν. διὰ νὰ προσπέσῃ ταπεινά. Ἐμάνθανεν ὅτι ἐδώρει εἰς ἐκκλησίας πτωχῶν χωρίων ἱερὰ σκεύη.Ἄχ. ὁ Βαρβάκης ἦτο πολῦ γέρων. Ἔστειλε χίλια φλωρία εἰς τὸν Θεόδωρον Ράλλην. τὸ ὁποῖον ἤκμαζε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους καὶ εἴκοσιν ἄλλας χιλιάδας εἰς τὸ νοσοκομεῖον τῆς ἰδίας πόλεως. Εἰς τὸ Ταϊγάνιον εἶχε προσκαλέσει ὁ Βαρβάκης τὴν μήτερα του καὶ τοὺς στενωτέρους συγγενεῖς του. χωρὶς πομπὴν καὶ ἐπίδειξιν. Ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸν ἔνδυμα. ἐνώπιον τοῦ Παντοδυνάμου! Ἡ εὐλαβὴς Ψαριανὴ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς της ἔχασε τὸ φῶς της.Ὁ Βαρβάκης ἵδρυσε σχολεῖα. Ἐκεῖθεν ὡδηγήθη εἰς τὴν Κωσταντινούπολιν καὶ ἔλαβε τὴν εὐλογίαν τοῦ Πατριάρχου. Ἀλλὰ πῶς ἀπὸ τὸν μυχὸν* τῆς Ἀζοφικῆς ἐσυλλογίσθη ὁ Βαρβάκης τὴν ὡραίαν νῆσον τοῦ Αἰγαίου. τὴ ἐπεβίβασαν εἰς ψαριανὸν πλοῖον καὶ τὴν ἔφερον εἰς τὸ ποθητὸ γενέθλιον ἔδαφος. ὡς ὁ πτωχότερος τῶν πτωχῶν.καὶ ἡ εὐλαβὴς ψυχή της ᾑσθάνετο ἀγαλλίασιν. Ὤ! Μὲ ποίαν λαχτάραν θὰ ἐσυλλογίσθη τὰ νεανικὰ του χρόνια. Ἤ μήπως διότι τὸν συνέδες μὲ αὐτὴ κάποιος ἱερὸς δεσμός. Ὅταν τὸ 1821 ἐβρόντησε τὸ ὅπλον τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔπειτα ἐκλείσθη εἰς ἓν μοναστήριον τῆς Χίου. Εἴκοσι χιλιάδας γρόσια ἐδώρησεν εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Χίου. Αὐτὸς ἦτο ὁ ἱερὸς δεσμὸς ὁ συνδέων τὸν Βαρβάκην μὲ τὸν «πλευστὸν εὐώδη κῆπον». τὸν πλευστὸν εὐώδη κῆπον » τῆς Ἰωνίας. τὰ χρόνια τῆς τόλμης καὶ τῆς παλληκαριᾶς εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ πῶς θὰ ἐψιθύρισε μὲ στεναγμόν: . ἀλλὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς της ἐστράφησαν μὲ διπλασίαν δύναμιν πρὸς τὸ θεῖο φῶς. Μήπως διότι ἦτο γείτων τῶν ἀγαπητῶν του Ψαρῶν. μετεβαινεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. καημένα νιάτα! 227 .πολλᾴκις δὲν ἐδίσταζε νὰ τὰς πηγαίνῃ καὶ μόνος του . ὅταν τὸν ἔβλεπε πόσον ἁπλᾶ.

ἐπρόφθανον συχνὰ τὰ ἐχθρικὰ στίφη καὶ ἐπυρπόλουν τὰ στάχυα. 228 . μίαν δὲ φορὰν ἔστειλεν εἰς τὰ Ψαρὰ καὶ ὁλόκληρον φορτίον πυρίτιδος.ἀτρόμητον εἰς τὸ καθῆκόν του ὑπὲρ τοῦ Γένους καὶ μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸν Γρηγορίου τοῦ Ε΄ . οὔτε τὰ μεγάλα του συμφέροντα εἰς τὴν Ρωσίαν. Ἡ ἡρωϊκὴ νῆσος εἶχε καταστραφῆ ἐκ θεμελίων· πολλαὶ γυναῖκες ὥρμησαν μὲ τὰ τέκνα των εἰς τὰ κύματα. τοὺς ἐφωδίασε μὲ ὅπλα. ἥτις εἶχε μεταβληθῆ εἰς στρατόπεδον. ὁ Βαρβάκης εὑρίσκετο εἰς Βιέννην. ἐσύροντο εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν κατὰ χιλιάδας γυναῖκες. οὔτε τὰ δύσκολα τότε θαλασσινὰ ταξίδια.Ἀλλ’ ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρμήσῃ αὐτὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δυστυχία καὶ πεῖνα ἐβασάνιζε πολεμιστὰς καὶ γυναικόπαιδα. πολεμοφόδια.ἐφρόντιζε μυστικὰ περὶ λυτρώσεώς των καὶ ἔστειλεν ἑκατὸν χιλιάδας ρούβλια πρὸς ἐξαγορὰν αἰχμαλώτων. ἡ «ὁλόμαυρη ράχη» τὰ κοσμοδοξασμένα Ψαρά ἦσαν ἔρημα· σιωπὴ θανάτου ἐξετείνετο εἰς τὰ καπνισμένα καὶ αἱματοβαμμένα ἐρείπια καὶ ὁ Βαρβάκης ἀπεβιβάσθη εἰς Μονεμβασίαν. Πρῶτα . καὶ χρήματα . παρθένοι καὶ παιδιά. Ὁ Βαρβάκης ἔστειλεν εἰς τοὺς πεινασμένους ὁλόκληρα φορτία σίτου.καὶ τοὺς ἔστειλε νὰ πολεμήσουν μὲ τὸν Ὑψηλάντην. οὔτε τὸ βαθὺ γῆρας τῶν σχεδὸν ὀγδοήκοντα χρόνων του. Ψαριανός. τὰς πυρποληθείσας καὶ λεηλατηθείσας. Ἀλλὰ τὰ Ψαρά.πρῶτα ἐστρατολόγησεν ὄλους τοὺς ἀξιομάχους Ἕλληνας τῆς Ἀζοφικῆς. διὰ ν’ ἀποφύγουν τὴν αἰχμαλωσίαν· τὸ ἄνθος τῶν Ψαριανῶν πολεμιστῶν εἶχε φονευθῆ εἰς τὴν μάχην ἢ εἶχεν ἀνατιναχθῆ ἡρωϊκῶς εἰς τὸν ἀέρα· χιλιάδες γυναικόπαιδα εἶχον διασκορπισθῆ εἰς τὰς νήσους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὔτε χρήματα ὑπῆρχον. ἦτο δυνατὸν νὰ στείλῃ ἐκεῖ κάτι ἰδικόν του. Ὁ Βαρβάκης δὲν ἐσυλλογίσθη πλέον τίποτε· οὔτε τὸ αὐλικὸν ἀξίωμα του.καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸν . Βαρβάκης. πρὶν ἔλθῃ ὁ θερισμός. Ὁ Βαρβάκης ἔμαθεν ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον . Ἐσυλλογίσθη μόνον ὅτι ἦτο Ἕλλην. Ὅτε ἔφθασεν ἡ φοβερὰ εἴδησις τῆς καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν. γοργὸς καὶ κεραυνοβόλος. φορτώνει ὁλόκληρα πλοῖα μὲ ἐνδύματα καὶ τροφὰς καὶ διευθύνεται εἰς τὸν τόπον τῆς πανωλεθρίας. τὸν πλοῦτόν του. Ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς χώρας. δὲν ἐπερίσσευαν χέρια διὰ τὸ ἄροτρον καὶ τὴν σκαπάνην· ἀλλὰ καὶ ὅπου ἐγίνετο σπορά. Ἀμέσως κατεβαίνει εἰς τὴν Τεργέστην.

Ὁ γεωργὸς ὅταν ἐνσκηψῃ θύελλα ἤ πλημμύρα. Ἀπ’ ἐκεῖ περιμένουν τὴν νέαν βλάστησιν. συνεδρίαζεν εἰς Ναύπλιον. ποὺ θὰ ζωογονήσῃ τὴν ἔρημον γῆν. διὰ νὰ ἱδρυθῇ καὶ διατηρῆται ἓν κεντρικὸν σχολεῖον. Ἡ διοίκησις θὰ φροντίσῃ καὶ κτήριον κατάλληλον ν’ ἀνεγείρῃ εἰς τὸ Ἄργος διὰ τὸ «Κεντρικὸν Σχολεῖον τῆς 229 . καὶ ἐγέμιζαν τὸν ἀέρα μὲ θρήνους. Ἀπ’ ἐκεῖ μέσα ἐξῆλθεν ἡ Νίκη! Μέσα εἰς τὰ χαλάσματα τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος. πρὶν ξεκουρασθῇ ἀπὸ τὸ φιλανθρωπικόν του ἔργον. Ὁ Βαρβάκης. Ὑψηλός. Ὁ Βαρβάκης ἐφάνη τότε ἀληθινὸς ἥρως τῆς ἀγαθοεργίας. Ἡ Βουλὴ. τροφάς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὰ ἔθνη εἰς μεγάλας συμφορὰς στρέφουν τὸ βλέμμα των εἰς τὰ σχολεῖα.Σ’ εὐγνωμονοῦμεν διὰ τὰς εὐεργεσίας σου πρὸς τὴν πατρίδα. Καὶ ἦτο δίκαιον. . ἔθρεψε χιλιάδας. μοιράζων βοήθειαν καὶ παρηγοριάν. ἤ. ὄντα ρακένδυτα καὶ σκελεθρωμένα* ἀπὸ τὰς στερήσεις. Γυναῖκες καὶ παιδία περιεπλανῶντο εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. μέσα εἰς τὴν πεῖναν καὶ τοὺς ὁλοφυρμούς*. Καὶ δὲν ἐπρόσφερε μόνον ἐνδύματα. Ἔνδυσεν. σπεύδει εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἀπ’ ἐκεῖ θὰ ἐξορμήσουν οἱ γενναῖοι ὑπερασπισταὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. ποὺ ἐπρόβαλεν ἔξαφνα ἀπὸ τὰ βάθη τῶν περασμένων χρόνων τῆς πίστεως καὶ διέσχιζε τὰ πλήθη τῶν δυστυχισμένων. Καὶ ἔγινε τοῦτο. Μέσα ἀπὸ τὰ χαλάσματα προβάλλει ἡ ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος˙ τὸν ἐρειπωμένον ἀγρὸν πρασινίζει ἡ προσδοκία τῆς νέας βλαστήσεως. ἐμπρὸς εἰς τὰ ἐρείπια τῶν σπαρτῶν του συλλογίζεται την νέαν σποράν. αὐτὴ ἡ μεγάλη σκέψις ἀνέβη καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Βαρβάκη. οἱ φοβεροὶ ἐκδικηταὶ τῆς ἐθνικῆς ἐντροπῆς.Σπαρακτικὸν θέαμα παρουσιάσθη ἀμέσως εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του. ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε. Συλλογίζονται τὴν νέαν σποράν. ὡμοίαζε μὲ ἅγιον. μὲ τὰ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά του ὁ «πατέρας τῆς ὀρφάνιας». τὸ εὐσπλαχνικόν του χέρι ἀκούραστον ἔδιδε. μέσα εἰς τὰ ράκη καὶ εἰς τὰ δάκρυα. παρουσιάζεται εἰς τὸ Βουλευτικὸν καὶ δηλώνει ὅτι καταθέτει εἰς μίαν Τράπεζαν ἀρκετὸν ποσὸν χρημάτων. εἶπεν ὁ πρόεδρος τοῦ Βουλευτικοῦ. τὸ «Βουλευτικὸν Σῶμα». ἀλλὰ καὶ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος. χρήματα. σπογγίζων δάκρυα καὶ χύνων βάλσαμον* εἰς τὰς πληγωμένας καρδίας. Στρατηγοὶ νικηφόροι τὰς πολεμικάς των δάφνας ἐπῆγαν καὶ ἐκρέμασαν ἐπάνω ἀπὸ τὰς θύρας τῶν σχολείων.

᾽Επικρατείας» καὶ διδασκάλους σοφοὺς καὶ ἐναρέτους νὰ διορίσῃ. μὲ συνοδείαν ρόχθου κυμάτων ἢ ψιθυρισμοῦ πεύκων.. Τὸ ἑλληνικὸν χῶμα τὸν ἐτράβηξε καὶ τὸν ἔσφξεν εἰς τὴν ἀγκάλην του· τὸ ξένον χῶμα θὰ τοῦ ἦτο πολὺ ψυχρόν. εἰς συνεδρίασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Βουλευτικοῦ. Ἔμεινε καὶ τὸ σῶμα ἐκεῖ. εἰς κόλπους καὶ εἰς ὑπωρείας.τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ. Ἡ Βουλή. Εἰς τὸ μοσχοβολημένον νησὶ τοῦ Ἰονίου παρέδωκε τὴν ὡραίαν ψυχήν του ὁ Βαρβάκης τὴν 13ην Ἰανουαρίου 1825. ἀφοῦ ἔκαμεν ὅ. ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει».000. Μὲ ὅλον τὸ σέβας. ὁ δὲ τόκος. Ὁ πρόθυμος πατριώτης Ἰωάννης Βαρβάνης Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 8ῇ Νοεμβρίου 1824». θέλει δίδεται ἐτησίως διὰ τιμίων ἐπιτρόπων εἰς μισθοὺς κσὶ τροφὰς διδασκάλων μόνο. ἀφιερῶ ρούβλια 300. ἀμέσως ἐψήφισε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως διέταξε νὰ ψαλῇ εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μνημόσυνον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ μεγάλου εὐεργέτου τοῦ ἔθνους. Μετά τινας ἡμέρας. διὰ τοῦτο ὁ ὑποσημειούμενος. ἐν μέσῳ ἐπευφημιῶν καὶ χειροκροτημάτων. 230 . Ἐπειδή. ἀνεγιγνώσκετο τὸ ἐξῆς πατριωτικὸν ἔγγραφον τοῦ Βαρβάκη: «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Βουλευτικὸν Σῶμα. εἰς τὴν οἰκογενειακήν του ἑστίαν. εἰς πόλεις καὶ εἰς ἐξωκκλήσια. θέλων νὰ ὠφελήσω τὸ Ἔθνος μου. ἀπ’ ἐκεῖ εἰς Βιέννην καὶ τέλος εἰς τὴν γραφικωτάτην ἔπαυλίν του. ἡτοιμάσθη νὰ ἐπιστρέψῃ. Ἀλλὰ «ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων. διὰ νὰ ἀνακαλεσθῶσιν αἱ τέχναι καὶ αἱ ἐπιστῆμαι εἰς τὴν Ἑλλάδα. ἡ ὁποία ἀπεῖχεν ἑπτὰ ὥρας ἀπὸ τὸ Ταϊγάνον. πολὺ βαρύ. μόλις ἔμαθε τὸ θλιβερὸν ἄγγελμα. Ὁ Βαρβάκης.000 γρόσια. Ἐσκόπευε νὰ μεταβῇ εἰς Τεργέστην διὰ Ζακύνθου. τὰ ὁποῖα θέλω καταθέσει αἰωνίως εἰς τὸ βασιλικὸν ταμεῖον τῆς Μόσχας. Ὁ Βαρβάκης δὲν ἔμελλε νὰ ἐπανίδῃ τὴν δευτέραν του πατρίδα. ἀναλογούμενος πρὸς τὸ παρὸν εἰς 30. Εἰς πελάγη καὶ εἰς βουνά. ἀνάγκη πᾶσα νὰ εὑρεθῇ μόνιμος καὶ διαμένων πόρος μισθῶν καὶ ζῳοτροφιῶν τῶν ἀναγκαιούντων διδασκάλων δι’ ἕν Κεντρικὸν Σχολεῖον.. ὅπου ἀνῆκε καὶ ἡ ψυχή!.

ἕνας ὁλόκληρος λαός. ἕνας εὐγνώμων λαός ἐρράντιζε μὲ δάκρυα. εἰς τὴν βαθεῖαν κατάνυξιν τῆς πενθίμου τελετῆς. τὸ ἐπιμνημόσυνον συγχώριο: Αἰωνία του ἡ μνήμνη! Ἡ διαθήκη του ὑπῆρξεν ἀνταξία τοῦ Βαρβάκη: ἀποχαιρετισμὸς πρὸς τὴν ζωὴν μεγάλης καὶ εὐγενοῦς ψυχῆς. Ἐν πρώτοις ὥριζε ρητῶς καὶ αὐτολεξεί: «Ὁ ἐνταφιασμός μου νὰ γίνῃ χωρὶς πομπήν. Καὶ μέσα εἰς τὴν θρησκευτικὴν ἱερότητα. Οἱ Ψαριανοί. Ἡ εὐγνωμονοῦσα πατρὶς τῷ ἀνήγειρε μὲ ἀλοπρεπῆ ἀνδριάντα ἐν Ἀθήναις. ποὺ εἶχαν διασκορπισθῆ εἰς διαφόρους νήσους καὶ παραλίας τῆς ῾Ελλάδος. «Ἰωάννης Βαρβάκης» 1910 Ἀριστοτέλης Κουρτίδης 231 . καὶ ἵδρυσαν τὰ Νέα Ψαρά! Τὰς τελευταίας του στιγμὰς δὲν ἐλησμόνησε τοὺς συμπατριώτας του ὁ ψυχορραγῶν Βαρβάκης καὶ ἐκληροδότησε δέκα χιλιάδας τάλληρα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς νέας πολίχνης. μήτε θέλω εἰς τὸν τάφον μου νὰ τεθῇ τι λαμπρόν». βγαλμένα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς. εἰς τὴν Εὔβοιαν. μετὰ τὴν ἡρωϊκὴν καταστροφὴν τῶν Ψαρῶν εἶχον συνοικισθῆ εἰς τὰ ἐρείπια τῆς παλαιᾶς καὶ ἐνδόξου Ἐρετρίας.καμπάναι καὶ σήμαντρα ἔκλαιον τὸν ἤρωα τῆς θελήσεως καὶ τῆς καλωσύνης. Τὴν κινητὴν περιουσίαν του ὅλην ἐδώρησεν εἰς τὸ ἔθνος. παρὰ τὸ Ζάππειον μέγαρον. τὸν μέγαν πατριώτην καὶ παρηγορητὴν τῆς ὀρφάνιας.

232 .

ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 233 .7.

234 .

διότι οἱ ἄλλοι καλλιτέχναι ἐμιμοῦντο μὲν τὴν συνήθειαν τοῦ βασιλέως νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν ὀλίγον πρὸς τ’ ἀριστερὰ καὶ «τῶν ὀμμάτων τὴν διάχυσιν καὶ ὑγρότητα».παρέστησεν αὐτὸν ὁ Λύσιππος εἰς τὸν περιφημότατον ἀπὸ τοὺς ἀνδριάντας του. τὸ μαλακὸν δηλαδὴ καὶ ὑγρὰν λάμψιν ἐκπέμπον βλέμμα του. θελκτικωτάτη δ’ εἶναι πάλιν ἡ κεφαλή. Ὁ Ἀλέξανδρος συνήθιζε πρὸς τούτοις νὰ βλέπῃ πρὸς τὰ ἄνω. Ἀπὸ τοὺς ἥρωας ἔπλασεν ὁ Λύσιππος ἐπανειλημμένως καὶ εἰς δάφορα μεγέθη τὸν Ἡρακλέα. Ἀλεξάνδρου σῴζονται πολυάριθμοι εἰκόνες. εἰς τὴν προτομὴν τοῦ χρυσοῦ μεταλλίου. Περισσότερον νηφαλία φαίνεται ἄλλη λιθίνη προτομή. ὅπως ἔκαμνεν ὁ Λύσιππος. φέροντα εἰς τὴν χεῖρα τὴν λόγχην. ἡ ὁποία ἀνάγεται πιθανῶς εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἄλλους ἀνδριάντας τοῦ Ἀλεξάνδρου. εἶχεν ὕψος ἑνὸς ποδὸς μόνον. ὡς φαίνεται.Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΤΟΥ ΛΥΣΙΠΠΟΥ Τοῦ Μ. καὶ στρέφοντα τὸ πρόσωπον πρὸς τὸν οὐρανὸν . μὲ τὴν ὁποίαν ἐκυρίευσε τὴν Ἀσίαν. καὶ οὕτω .ὀρθόν. ἀλλὰ δὲν «διεφύλαττον αὐτοῦ τὸ ἀρρενωπὸν καὶ λεοντῶδες». ἀλλ’ ἤρεσκεν 235 . ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστόν. τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὁ Λύσιππος ἀπὸ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν τοῦ βασιλέως. Εἰς τὸν ἀνδριάντα τοῦτον πρὸ πάντων πρέπει νὰ κατεφαίνετο ὁ ἀρρενωπὸς καὶ λεοντώδης χαρακτὴρ τοῦ βασιλέως. εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ρεαλιστικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἁδρᾶς μορφῆς ἐμψυχώνονται ἀπὸ τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν ἔξαρσιν τοῦ ἤθους. ἐπίδρασις δὲ αὐτοῦ ὑπάρχει. τὸ ὁποῖον ἐφανέρωνε τὴν ἐνθουσιαστικὴν καὶ συναισθηματικὴν φύσιν τοῦ Ἀλεξάνδρου. τὸ ὁποῖον παρίστανε τὸν ἤρωα εὐωχούμενον εἰς τὸν Ὄλυμπον καὶ ἐπωνομάζετο Ἐπιτραπέζιος Ἡρακλῆς. Ἕν ἀγαλμάτιον αὐτοῦ. ποῖαι ἀπ’ αὐτὰς ἀνάγονται εἰς ἀρχέτυπα τοῦ Λυσίππου καὶ ποῖαι εἰς ἄλλα· διότι καὶ ὁ Λεωχάρης καὶ ὁ Εὐφράνωρ καὶ πολλοὶ βεβαίως ἀκόμη ἔκαμαν ἀνδριάντας τοῦ Μακεδόνος ἥρωος. Κατὰ τὸν Πλούταρχον ὁ Ἀλέξανδρος ἐπροτιμοῦσε τὸν Λύσιππον.

τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὴν Ἀλυζίαν τῆς Ἀκαρνανίας. 1928 Χρῆστος Τσούντας Η ΑΝΑΜΑΡΜΑΡΩΣΙΣ Προχθὲς περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.καὶ ἐπέρασα τὴν γέφυραν τοῦ Ἰλισσοῦ καὶ παρέκαμψα τοὺς ὄγκους τῶν 236 . ἔπειτα ὅμως μετεφέρθησαν εἰς τὴν Ρώμην. ἀλλ’ εἰς τὸ βλέμμα του καὶ τὸ στόμα ἐκφράζεται περισσότερον ἡ πικρία διὰ τὴν βαρεῖαν μοῖραν.εἶχα πολὺν καιρὸν νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ . ἡ ὁποία τὸν κατεδίκασε νὰ ὑπηρετῇ σκληρὸν καὶ ἀνάξιον τύραννον. μὲ εἶχεν ἑλκύσει ἔως ἐκεῖ. τοὺς ὁποίους ὑπέφερεν. ἐπροχώρησα. τὸ ἀπέραντον ἐκεῖνο μάρμαρον. γνωστὸν δ’ ἀπὸ πολλὰ ἀντίγραφα· ὁ Ἡρακλῆς. . τὴν δὲ δεξιὰν χεῖρα. εἰς τὴν ὁποίαν κρατεῖ τὰ μῆλα τῶν Ἑσπερίδων. Εἰκόνιζε δ’ αὐτὸ τὸν Ἡρακλέα καθήμενον ἐπάνω εἰς κόφινον. Ἠθέλησα νὰ ἴδω ἐκ τοῦ πλησίον τὸ Στάδιον . Τὸ μάρμαρον. εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβάλλετο. ἡ στάσις δὲ τοῦ ἥρωος ἐφανέρωνε τὸν σωματικόν.θαυμασίαν δύσιν θαυμασίας ἐαρινῆς ἡμέρας . μαρτυροῦν τοὺς κόπους. φέρει εἰς τὰ νῶτα καὶ κλίνει βαρύθυμος τὴν κεφαλήν· τὸ αὐλακωμένον μέτωπον καὶ αἱ κοῖλαι παρειαί του. ἔπειτα μετεκομίσθη εἰς τὴν Ρώμην καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. ἐκτείνοντα τὸ δεξιὸν σκέλος καὶ στηρίζοντα τὴν κεφαλὴν εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα· ὁ κόφινος ὑπῃνίσσετο πιθανώτατα τὸν καθαρισμὸν τῆς κόπρου τοῦ Αὐγείου. Παρόμοιον χαρακτῆρα εἶχεν ἄλλο ἄγαλμα ἱδρυμένον πιθανῶς εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Σικυῶνος. τὸ ὁποῖον ἐλεύκαζε θαμβωτικῶς ὑπὸ τὰς τελευταίας λάμψεις. τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἀνέκειτο εἰς τὸν Τάραντα. «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Τέχνης».ἡ κνήμη του εἶχε μῆκος ἀνδρικοῦ ἀναστήματος ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα ἦτο ἕν ἄγαλμα. ἐρείδει τὸ ρόπαλον ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην. ὅπου τὸ κατέστρεψαν οἱ Λατῖνοι κατὰ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως τὸ 1204. μέχρι τῆς γεφύρας τοῦ Σταδίου.πλανώμενος περὶ τὸ Ζάππειον.ἐξαιρετικῶς εἰς τὸν Ἀλέξανδρον. ἀλλὰ καὶ τὸν ψυχικὸν αὐτοῦ κάματον διὰ τοὺς ἐξευτελιστικοὺς ἄθλους. Ἐντελῶς διάφορον ὄχι μόνον κατὰ τὰς διαστάσεις . ὄρθιος αὐτὴν τὴν φοράν. διὰ μέσου τοῦ ἰσχνοῦ ἀλσυλλίου. Καὶ τοὺς ἄθλους τοῦ Ἡρακλέους παρέστησεν ὁ Λύσιππος εἰς συμπλέγματα.

διότι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἐμβαίνῃ κανεὶς ἐκεῖ. πολὺ ἀτόπως κατὰ τὴν γνώμην μου. ἀναμαρμαρωμένον ὁλόκληρον. ἡ ἀπέραντος ἐκείνη μαρμαρίνη ἀγκάλη. τοῦ ἀειμνήστου χορηγοῦ τῆς ἀναμαρμαρώσεως. ἐπραγματοποιήθη. χαραγμένη. πραγματικῶς. τοῦ παναθηναἱκοῦ. «ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἐργασίαν». Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει. Τιμὴ καὶ δόξα καὶ εὐγνωμοσύνη εἰς 237 . διὰ νὰ συνεχισθοῦν οἱ ἀθάνατοι ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες.δὲν εἶχα λέγω τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ κάμω κι ἐγώ. θὰ παραδοθῇ πάλιν εἰς τοὺς ἀθλητάς.ἐπάνω σειράν. Τί ἔξοχον τὸ θέαμα. τείνοντα τὴν δεξιὰν καὶ δεικνύοντα μὲ δικαίαν ὑπερηφάνειαν τὸ μέγα του ἔργον. μὲ ἀγάλματα. μὲ προτομάς. μὲ ἐσταμάτησεν ἐκεῖ. Μόνος σχεδὸν εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν τῶν προπυλαίων σκεπασμένην ἀπὸ συντρίμματα καὶ κόνιν μαρμάρου. Ἡ ἐργασία τῆς ἡμέρας εἶχε διακοπῆ. τελειωμένον. μὲ τὰς πτέρυγάς του. μὲ τὰς κερκίδας του. ἐπὶ τῶν μεγάλων παραστάδων. ἀπήστραπτε πάλλευκος. ἐξαισία. μὲ τόν στίβον του. μὲ τὸ περιτείχισμά του.ὅπως ἔβλεπα νὰ τὸ κάμνουν μερικοὶ περιπατηταί. ἡ ἑτοίμη πλέον νά περιλάβῃ εἰς τὰ ἑδώλιά της ἑξήντα χιλιάδας θεατῶν. μετὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν τελευταίων μαρμάρων εἰς τὴν ἐπάνω . θὰ ἀρθοῦν ἐκ τοῦ μέσου καὶ τὸ Στάδιον. Μετ’ ὀλίγον τὰ ἠχηρὰ ἐργαλεῖα τῶν λιθοξόων θὰ παύσουν ν’ ἀνησυχοῦν τὴν ἤρεμον πεδιάδα τοῦ Ἰλισσοῦ καὶ τὸν πράσινον λοφίσκον τοῦ Ἀρδηττοῦ*. Ἀλλ’ αἱ παραστάδες ὀρθοῦνται ἀκόμη χωρὶς θυρόφυλλον· οὕτως ἡ θέα τοῦ Σταδίου καὶ ἀπ’ ἔξω εἶναι ἐλευθέρα. ὄνειρον ἀκόμη πρὸ δεκαετίας.παντοῦ μάρμαρον . ἀτενίζω τὸν ἀνδριάντα τοῦ Γεωργίου Ἀβέρωφ. διότι καὶ ἀπέξω ἠμποροῦσα νὰ θαυμάσω τὸ Στάδιον. χιονώδης. ὅπως ἦτο καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα. καὶ ἔφθασα ἕως τὰ προπύλαια. μὲ βωμούς.ἔξω κατακειμένων μαρμάρων.τὸ Στάδιον περικαλλὲς καὶ στολισμένον μὲ ἀνδριάντας. καὶ πόσον ἐφαίνετο θαυμαστότερον τὴν ὥραν ἐκείνην ὑπὸ τὰς τελευταίας λάμψεις τῆς θνησκούσης ἡμέρας! ῾Η κολοσσιαία. Ἡ ἀνακαίνισις. οἱ ἐργάται ἀπῆλθον. Δὲν εἶχα λοιπὸν ἀνάγκην νὰ παραβῶ τὴν ἀπαγόρευσιν . Αἱ βαρεῖαι μηχαναὶ τῆς ἀνυψώσεως τῶν ὀγκολίθων. μαρμάρινον ὅλον αὐτὴν τὴν φοράν . ἡ ἀναμαρμάρωσις τοῦ ἀρχαίου Σταδίου. ὅπως τὸ εἶχε κάμει ὁ πολυτάλαντος καὶ γενναιόδωρος ἐκεῖνος Ἡρώδης ὁ Ἀττικός. μὲ τὸ ἀποδυτήριόν του. μὲ τὰ προπύλαιά του . ὅπου ἀπαγορεύεται .καὶ ὄχι ξύλινον ὅπως τὸ 1896* .μὲ τὴν σφενδόνην του. Μία εἰδοποίησις. μὲ τὰς κλίμακάς του. σχεδὸν ἐτελείωσε.

ἄν μοῦ δοθῇ ποτὲ εὐκαιρία νὰ χειροκροτήσω ὡς νικητήν ἕνα. ν’ ἀγωνισθοῦν. τὴν εὐρυχωρίαν του. ἐξ ὅσων μὲ ἀναγιγνώσκουν σήμερον. δὲν θ’ ἀπομακρυνθῇ ποτὲ ἀπὸ τὸ ἰδικὸν μας. Τὸ ἱερὸν σκότος διαχύνεται: Καὶ συλλογίζομαι: Ἡ γενεά μας ἀπέρχεται. Ἕλληνες καὶ ξένοι. Ἀλλὰ τὸ Παναθηναϊκὸν Στάδιον δὲν θὰ τὸ κάμουν βέβαια! Ἡ δόξα. Διὰ σᾶς τοὺς ἐρχομένους. Ἀλλ’ ὁποία εὐτυχία καὶ δι’ ἐμέ. τὴν πλοῦτόν του. ὅσοι ποθοῦν νὰ λάβουν μίαν ἀκτῖνα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερον φῶς της. τὸ μεγαλύτερον ἴσως. «Διάπλασις τῶν παίδων». θὰ ἔρχωνται ἐδῶ. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει. τὴν μεγαλοπρέπειάν του.τὸν νέον Ἡρώδην* τὸν Ἀττικόν! Ἠμποροῦμεν νὰ καυχώμεθα ὅτι εἴδομεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας συντελούμενον ἓν τῶν μεγαλυτέρων. ἑλληνικὸν ἔργον. Τὸ σχέδιόν του. ὅλα ἠμποροῦν νὰ τὰ μιμηθοῦν καὶ ἴσως νὰ τὰ ὑπερβάλουν. θὰ χαραχθῇ μὲ χρυσᾶ γράμματα εἰς τὴν ἱστορίαν. νὰ νικήσουν καὶ νὰ στεφανωθοῦν! Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἑσπέρα. 1895 238 Γρηγόριος Ξενόπουλος . ποὺ τὸ περιβάλλει. . δόξα ἑλληνική. ὑπὸ τῶν νέων Ἑλλήνων. καὶ ὅσοι τὴν ἐννοοῦν καὶ τὴν αἰσθάνονται. Περιοδ. διὰ σᾶς τοὺς νέους ἔγινε τὸ Παναθηναϊκὸν Στάδιον. Σεῖς θὰ λάβετε μέρος εἰς τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας τοῦ μέλλοντος. Ἡ ἀναμαρμάρωσις τοῦ ἀρχαίου Σταδίου.Ποῖος θὰ εἶναι. ἔστω καὶ μόνον ἕνα. μετὰ τόσων αἰώνων πάροδον. τοὺς ἐνδόξους. οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρόμοιον ἵδρυμα.

8.ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 239 . ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ .

240 .

Μετὰ καιρὸ ἐγύρισε ὁ χατζὴς καὶ μερικοὶ φίλοι τοῦ τσέλιγκα ἔτρεξαν καὶ τοῦ ἔδωκαν εἴδηση. ὁ μὴ ἐρυθριῶν διὰ τὰς πράξεις του. τὰ ὁποῖα τῷ ἐνεπιστεύθησαν. «τρίβειν τὸ μέτωπον» κ. νὰ πουλῆ καὶ ν’ ἀγοράζη. Ἀνάλογοι φράσεις τῶν παλαιοτέρων εἶναι «παρατρίβεσθαι τὸ μέτωπον». γιὰ νὰ λάβη τὰ μέτρα του. τὸν ὁδήγησε τί πρέπει νὰ κάνη. Ἐκάλεσε τὸ λοιπὸν τὸν τσέλιγκά* του. . κατορθούντων ν’ ἀποκρύψωσι τὴν ἐνοχήν των. Ἅμα ἔφυγεν ὅμως αὐτὸς στὸ ταξίδι. ἂν παρουσιαστῆ ἀνάγκη. ἢ δοὺς τὰς εὐθύνας ἀπέδειξεν ὅτι ἐντίμως διεχειρίσθη τὰ χρήματα. τοῦ παρέδωκε τὰ πρόβατα. Φέρεται δὲ καὶ ὁ ἀκόλουθος μῦθος: «Ἕνας ποὺ εἶχε χίλια πρόβατα. Εἰρωνικῶς δὲ λέγεται ἡ προκειμένη παροιμιώδης φράσις καὶ ἐπὶ πονηρῶν ἐπιτηδείων. ἐγὼ θὰ παρουσιαστῶ καὶ θὰ δώσω σωστὸ λογαριασμό. καὶ τοῦ ἔκαμε καὶ πληρεξούσιο. Ὄθεν καὶ ἡ εὐχή: «Πάντα μ’ ἄσπρο πρόσωπο». τὴν παίρνει στὸ χέρι 241 . Τὸ ἀντίθετον εἶναι « μουντζουρωμένος». Ὄθεν ἡ φράσις «ἐβγῆκεν ἀσπροπρόσωπος» σημαίνει ὅτι ἐπιτυχῶς συνετέλεσέ τις ἔργον τι. τοὺς λέγει ἐκεῖνος.ΕΡΜΗΝΕΙΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ «᾽Εβγῆκεν ἀσπροπρόσωπος» Ἀσπροπρόσωπος μεταφορικῶς λέγεται ὁ αἰσίως περατώσας τὴν ἐπιχείρησιν.λ. καὶ φράσις «τὰ μουντζούρωσε»˙ ὁ δ’ ἀναιδής. καὶ θὰ ἰδῆτε πὼς θὰ βγῶ ἀσπροπρόσωπος. λέγεται καὶ νῦν χαλκοπρόσωπος· ἡ λέξις εἶναι ἐν χρήσει ἀπὸ τοῦ Ε’ αἰῶνος μ. ἰδίως ὁ διαχειρισθεὶς ξένην περιουσίαν καὶ δοὺς ἀκριβῆ λόγον τῆς διαχειρίσεως· ὁ ἔχων δηλαδὴ λευκὸν καὶ ἄσπιλον τὸ πρόσωπον. ἀποφάσισε νὰ πάη στὸ χατζιλίκι*. Ἀμέσως τὸ λοιπὸν γεμίζει μιὰ καρδάρα γιαούρτι. ὥσπου νὰ γυρίση αὐτὸς ἀπὸ τὸ χατζιλίκι. Λέγουσιν ἐπίσης «ἔχει καθαρὸ τὸ πρόσωπο» ἢ «τὸ μέτωπο» ἐπὶ ἀνδρῶν ἐντίμων μὴ φοβουμένων τὰς διαβολάς. νὰ γίνη χατζής*.τ. ὁ ἀπολέσας τὸ ἐρύθρημα. ἣν ἀνέλαβεν.Ἔννοια σας. ἢ ἁπλῶς: «Ἀσπροπρόσωπος!» ἤτοι εἴθε πάντα τὰ ἔργα σου νὰ στέφωνται ὑπὸ ἐπιτυχίας. ποραπλησίως πρὸς τὸ γαλλικὸν «Aller le front levé». «Μ’ ἔβγαλες ἀσπροπρόσωπο» = συνηγορήσας ὑπὲρ ἐμοῦ ἀπέδειξες τὴν ἀθωότητά μου.Χ. ὁ τσέλιγκας τὰ ἔβαλε τὰ πρόβατα μπροστὰ καὶ σὲ λίγο διάστημα τὰ ξεπάστρεψε.

τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ κάμω εἶναι νὰ φροντίσω γιὰ τὴν ψυχούλα του. γιὰ νὰ σὲ συχωρᾶνε.Ἄχ. ἁρπάζει τὴν καρδάρα ποὺ ἦταν μπροστά του. τοῦ ᾽καμε τὰ μοῦτρα του κάτασπρα. Νά με ἀσπροπρόσωπος! «Παροιμίαι» Τομ. γιὰ νὰ τὰ φᾶνε εἰς τὴν ὑγείαν σου καὶ νὰ εὐχαριστήσουν τὸ Θεό. τοὺς λέει.Ἔ. πὼς θὰ βγῶ ἀσπροπρόσωπος. Καὶ ἐμοίρασα στοὺς φτωχοὺς τὰ πεντακόσια πρόβατα. Γ. Ἐκεῖνος τό ᾽βαλε ἀμέσως στὰ πόδια. πῶς τὰ κατάφερες. ποὺ σ’ ἔχει καλά. ἀπὸ περιέργεια νὰ μάθουν τὸ ἀποτέλεσμα. Πολίτης . χατζή μου! ἄχ. ν’ ἀκούσῃ αὐτά. χατζή μου! Δὲν ἐβάστηξε ἐκεῖνος. ἔγινε ἔξω φρενῶν. Οἱ φίλοι του. Β’. ναί. τοῦ λένε. καὶ ἀπὸ τὴ χαρά μου ἐμοίρασα καὶ τὰ ἄλλα πεντακόσια εἰς τοὺς φτωχούς. ὁ ἀφέντης μου ἐπνίγηκε. Ὁ χατζής. καὶ μὴν τὰ ρωτᾶς τί ἐπαθα καὶ τί τράβηξα! Ἅμα ἔφυγες. Ὕστερα ὅμως ἐμάθαμε πὼς ἐγλίτωσες. τὸν περίμεναν ἀπόξω ἀπὸ τὸ σπίτι.καὶ πάει στὸ χατζή. Ἐγὼ τότε λέγω. ἔφερα. Ἔβαλε τὴν καρδάρα μὲ τὸ γιαούρτι μπροστά του. χατζή μου! δὲν ξέρεις. καὶ σὰν τὸν εἶδαν: .Ὥστε πᾶνε ὅλα τὰ πρόβατα. τρέχει τὸν ἀγκαλιάζει. τσέλιγκα. ἀπάνω στὸ τραπέζι. τὸν φιλεῖ καὶ ἀρχίζει μὲ ξεφωνητὰ καὶ λέγει: . . ἐπέρασαν κάμποσες ἡμέρες καὶ ἦρθαν καὶ μοῦ εἶπαν πὼς ἐπνίγης.Δὲ σᾶς εἶπα. καὶ τὸν ρωτᾶ μὲ θυμό: . Καὶ μόνον αὑτὴ τὴν καρδάρα ἐκράτησα ἀπὸ ὅλη τὴ στάνη.Ναί. 1899-1904 242 Ν. καὶ τὴ φορεῖ στὸ κεφάλι τοῦ τσέλιγκα· χύθηκε τὸ γιαούρτι ἀπάνω του. . καὶ σοῦ τὴν.

. ἐδῶ ποὺ τὸν ἔκαμα ὅλο δικό μου. βασιλέα μου. Ἕνα μόνο πράμα εἶναι. σεῖς. ποὺ φτερὰ δὲν εἶχε καὶ σὰν πουλὶ ἐπέτα. Ἀλλὰ ἔλα δὰ ὁ εὐλογημένος. νὰ χαρῶ τὸν κόσμο. εἶν’ ἕνας δράκος ἀκοίμητος καὶ φυλάει τ’ ἀθάνατο νερό. τὸ χύνει. πολὺ δύσκολο. ἡ δύναμή σου εἶναι πολλή. . Ρωτᾶ τὴν ἀδερφή του. γιὰ νὰ ζήσω πολλοὺς χοόνους. τὸ Βουκέφαλο. ποὺ χτυπᾶ τό ’να ἀπάνω στ’ ἄλλο ἀλάγιαστα*. κι αὐτὴ τοῦ λέει πὼς δὲν ἐκάτεχε* ἴντά ᾽τονε καὶ τό ᾽χυσε.» . πού ᾽χε τ’ ἀθάνατο νερό. πρέπει νὰ περάση ἀπὸ μέσα ἀπὸ δυὸ βουνά. Ὁ Ἀλέξανδρος μετὰ κάμποση ὥρα πάει νὰ πιῆ τ’ ἀθάνατο νερό. τότε. Ὁ βασιλιὰς ἐπῆε νὰ κουζουλαθῆ* 243 . Καβαλικεύει. Μὰ ὄποιος πάη γιὰ νὰ τὸ πάρη. Τότε εὐθὺς ὁ Ἀλέξανδρος προστάζει καὶ τοῦ φέρνουνε τὸ ἄλογό του. ἴντα μπορῶ νὰ κάμω. καὶ γι’ αὐτὸ αὐτὲς οἱ κρομμύδες δὲν ξεραίνονται ποτέ. ἀποκριθῆκαν οἱ μάγοι. εἶναι τ’ ἀθάνατο νερό. νὰ ζήσης ἴσα μὲ τὰ βουνά. εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος. δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ ξεγραφτοῦν. ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ κάμη νὰ χαρῆς τὰ βασίλεια καὶ τὴ δόξα σου.Ἔ.ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΙ ΣΚΟΠΟΙ (Κρήτη) Ἀλέξανδρος ὁ βασιλιάς. ποὺ κατέχετε τσῆ μοίρας τὰ γραμμένα. Ἐσκότωσε τὸν ἀκοίμητο δράκο κι ἐπῆρε τὸ γυαλί. ᾽ς τς ὁρισμούς σου. Καὶ μ’ ἕνα βίτσισμα ἐπέρασε πέρα πέρα. ποὺ ὅποιος τὸ πιῆ θάνατο δὲν φοβᾶται. σὰν ἐπολέμησε κι ἐπῆρε ὅλα τὰ ρηγάτα* τοῦ κόσμου καὶ τὸν ἔτρεμε ὅλη ἡ γῆς ἡ οἰκουμένη. Μὰ εἶναι δύσκολο. μὰ τά ᾽χει γραμμένα ἡ μοῖρα. ἐκάλεσε τσὶ μάγους καὶ τσὶ ρώτηξε: « Πέτε μου.Βασιλέα μου πολυχρονεμένε μου.Δὲν σᾶς ἐρωτῶ ἂν εἶναι δύσκολο. ἀλλὰ ποῦ ᾽ν’ το. Σκοτώνεις τὸ δράκο καὶ τὸ παίρνεις. δίδει σκαλιὰ τοῦ μαύρου του καὶ πάει. ὥστε νὰ θέλης νὰ γίνης ἀθάνατος. Κατὰ τύχη ἐχύθηκε πάνω σὲ μιὰ ἀγριοκρομμύδα. Πόσα ξακουσμένα βασιλόπουλα καὶ ἀρχοντόπουλα δὲν ἐχάσανε τὴ ζωή τους μέσα σ’ ἐκείνη τὴν τρομερὴ παγίδα! Ἅμα περάσῃς τὰ δυὸ βουνά. Κι οὐδὲ πουλὶ πετάμενο δὲν προφταίνει νὰ περάση. ποὺ ἄμα γύρισε στὸ παλάτι του δὲν τὸ φύλαγε καλά! Τὸ θωρεῖ ἡ ἀδερφή του καὶ χωρὶς σὰ συλλογιστῆ ἴντά ᾽ναι. μόνο ἴντά ᾽ναι.

Ὡστόσο τὸν Ἀλέξανδρο δὲν τόνε μισᾶ· κι ὡς δῆ κανένα καράβι. Πολίτης 244 . στὴ μέση τοῦ πελάγου. καὶ ἀπὸ τότε ὅσοι γυρίζουνε μὲ τὰ καράβια τὴ βλέπουνε νὰ παραδέρνεται μέσα στὰ κύματα.» Κι ἂν ὁ καραβοκύρης* εἶν’ ἀκάτεχος κι ἀπιλοηθῆ* «Απέθανε». Ὅσοι ὅμως κατέχουνε ἀπιλογοῦνται «Ζῆ καὶ βασιλεύει»· καὶ τότε ἡ πολύπαθη κόρη κάνει καλὴ καρδιὰ καὶ τραγουδεῖ χαρούμενη γλυκὰ τραγούδια. Ὁ Θεὸς τ’ ἄκουσε. Ἐκεῖ μαθαίνουν οἱ ναῦτες τσὶ καινούργιους σκοποὺς καὶ τσὶ φέρνουνε. 1899-1904 Ν. «Παραδόσεις». ἡ κόρη ἀπὸ τὴ μεγάλη της λύπηση ταράσσει μὲ τὰ χέρια καὶ μὲ τὰ ξέπλεκα ξανθὰ μαλλιά τση τὴ θάλασσα καὶ πνίγει τὸ καράβι. ὥστε* νὰ στέκη ὁ κόσμος. Γ. ρωτᾶ: «Ζῆ ὁ Ἀλέξανδρος.ἀπὸ τὴ μάνιτα* καὶ τὴ στενοχωρία του καὶ τσῆ καταράστηκε νὰ γενῆ ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω ψάρι καὶ νὰ βασανίζεται.

ΤΟΠΙΑ .9.ΦΥΣΙΣ 245 .

246 .

Ποῖαι λαμπραί. τὸ θεῖον κάλλος τῆς Μεσσηνίας. 1891 Σπ. Ὁ Ταΰγετος πρὸς ἀνατολάς ὁ Ἐρύμανθος βορειοανατολικῶς. τὰ ὄρη τῆς Κορώνης καὶ τῆς Κυπαρισσίας πρὸς δυσμὰς ἔκλειον τὴν εὐδαίμονα κοιλάδα. φυσικὴ σκοπιὰ τεθεῖσα ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ. Ἡ Μεσσηνία ἅπασα μὲ τὴν χλοερὰν ἐσθῆτά της. ἀποτελοῦντα κύκλον ἀπέραντον. Παγανέλης 247 . «Πέραν τοῦ Ἰσθμοῦ». ποῖαι μακάριαι καὶ εὔφοροι πεδιάδες δενδροσκεπεῖς ἐκτυλίσσονται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ θεατοῦ! Ποῖοι κῆποι πολυανθεῖς. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κύκλου ἐκείνου ἐγείρεται τὸ ὄρος ᾽Ιθώμη. τὰ ὁποῖα μεθύσκουσι τὴν αἴσθησιν τοῦ παρὰ τὴν ἀκτὴν πλανωμένου θαυμαστοῦ τῆς φύσεως καὶ τοῦ κάλλους τῆς μεσσηνιακῆς γῆς.ΜΕΣΣΗΝΙΑ Μόνος ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῆς Ἰθώμης ἔβλεπον τὸν δύοντα ἥλιον βάφοντα δι’ ἐρυθροχρύσου φωτὸς τὸ στερέωμα καὶ αὐγάζοντα* ἠπίως τὰς ὑψηλοτάτας κορυφὰς τῶν ὀρέων καὶ τὴν ἐξαισίαν ἐκείνην γόησσαν φύσιν. τὰ ἄκρα τοῦ ὁποίου ἦσαν τὰ ὄρη καὶ τὸ κέντρον αἱ πεδιάδες. ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἐνθουσιῶν παρατηρητὴς θὰ ἠδύνατο νὰ θαυμάσῃ τὸ ἐκπληκτικόν. τῆς λεμονέας καὶ τῶν παντοίων ἀνθέων. Γαλανὴ ἐκτείνεται πρὸς δυσμὰς καὶ μεσημβρίαν ἡ θάλασσα καὶ τὸ κῦμά της ὑπὸ ἐλαφροῦ ὠθούμενον πνεύματος ροχθεῖ* μελῳδικῶς εἰς τὴν εὐδαίμονα ἀκτήν. αὐλακουμένην τῆδε κἀκεῖσε ὑπὸ τῶν ἀργυρῶν γραμμῶν τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ρυάκων της ἐξετυλίσσετο μἐ χάριν ἀπαράμιλλον κάτωθι τοῦ ἱεροῦ ὄρους τῆς Ἰθώμης. καὶ ὡς σημεῖον. τῶν πορτοκαλεῶν. ποία θέλγουσα μεγαλοπρέπεια! Ποῖαι αὖραι τῆς θαλάσσης μετριάζουσι τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος καὶ τὸ θάλπος τοῦ θέρους! Παρὰ τὰς χιονοσκεπεῖς καὶ γυμνὰς κορφὰς τοῦ Ταϋγέτου ἀποθαυμάζει κανεὶς τὴν χλόην τῶν μεσηνιακῶν ἀγρῶν καὶ τὰ ἄνθη τῶν κήπων καὶ τῶν λειμώνων. ποία ἥμερος γλυκύτης. ὑφ’ ἧς ἠδύνατο νὰ ἀπειληθῇ ἡ ὡραία χώρα. ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀμυντήριον καὶ άπειλὴ κατὰ πάσης δουλείας. Ἐδῶ θαυμασίως ἀναδίδει καρποὺς ἡ ἄμπελος κσὶ ἡ ἐλαία καὶ πυκνὰ χύνονται τὰ ἀρώματα τῶν ρόδων. Ἀνέκφραστον ἦτο τὸ κάλλος τῆς τοποθεσίας καὶ τὸ θέλγητρον.

Τὸ Πήλιον. τὴν Πορταριάν. ἐπιφυλάξαντες τὸ δρομολόγιον τοῦτο διὰ τὴν κάθοδον. ἐὰν ἡ ἀποτυχία τῶν Γιγάντων.ΤΟ ΠΗΛΙΟΝ Ὅταν. νὰ τὸν ἐνθρονίσῃ εἰς τὰς Παγασάς. ἐντὸς τῆς ὁποίας. μέχρις αὐτῆς τῆς κορυφῆς. λίαν ἀτελῶς ἀντιλαμβάνεσθε καὶ τοῦ ὕψους τοῦ ὄρους καὶ τοῦ μεγαλείου του. ἐν τούτοις. πολιτισμόν. παρ’ ὅλο τὸ ἐκ 1630 μέτρων ἢ 5000 ποδῶν περίπου ὕψος του. παρ’ ὅλον τὸ ἔκπαγλον τοῦ θεάματος. ἀσυγκρίτως 248 . τὴν ὁποίαν οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ τῆς ἀγροτικῆς Ἑλλάδος θὰ συναντήσετε. τῶν ὀφθαλμῶν χάρμα ἀνέκφραστον. τὴν ὁποίαν παρετήρησα πάντοτε ἐφ’ ὅλων τῶν ὀρέων. Τὴν κορυφὴν ταύτην ηὐτύχησα νὰ πατήσω εἰς διήμερον ἐκδρομὴν ἀνὰ τὸ Πήλιον ἐν συνοδείᾳ φίλων Πηλιορειτῶν. μόνον ὅταν διαβῆτε τὰς διασφάγας* του καὶ τὰς φάραγγάς του. τὸ ἀπαράμιλλον ὄρος μὲ τὰ εἴκοσι τέσσαρα χωριά του. ἐνῷ σᾶς ἐπιδεικνύει τὴν ἀνωτάτην αὑτοῦ κορυφήν. ὅπως μετριοφρόνως καλοῦνται αἱ θαυμάσιαι κωμοπόλεις. τὸν Ἄνω Βόλον. μόλις ἡ κορυφή του θὰ ὑπερέβαινε τὴν Πορταριάν. ἀλλὰ διὰ πλαγίου δρομολογίου. διορᾶτε τὰς εἰκόνας τῶν μαγευτικῶν αὐτοῦ κωμοπόλεων. ἐν τούτοις σᾶς ἀποκρύπτει τὸ ὕψος του. φαίνεται ταπεινότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑμηττοῦ θεωμένου ἀπὸ τοῦ Ζαππείου*. Ἐνῷ βλέπετέ τι ἐξόχως ἀσύνηθες. ὡς ἐντὸς εὐρυτάτου πλαισίου. εἰς τὰς ὁποίας συναντᾶτε φιλεργίαν. Τῷ ὄντι ἀπὸ τοῦ λιμένος τοῦ Βόλου τὸ Πήλιον. Ἀνήλθομεν δὲ οὐχὶ διὰ Πορταριᾶς ἤ Μακρυνίτσης. ἀντικρύζοντες τὸν Παγασητικόν. ἀποσπῶν τὸν Ὑμηττὸν ἀπὸ τὴν Ἀττικήν του. καὶ ἠθελεν ἐπιχειρήσει οὗτος. μόνον ὅταν ἀναρριχηθῆτε εἰς τὰς κλιτῦς του καὶ πατήσετε τὴν ὑψικάρηνον* κορυφήν του. φειδωλὸν τὸ Πήλιον. Καί ὅμως. πρόοδον. Ὀφθαλμαπάτη. δὲν ἀπεθάρρυνε πάντα ἄνθρωπον ἀπὸ τοιαῦτα ἐγχειρήματα. παρ’ ὅλην τὴν θαυμασίαν ἁρμονίαν τῶν χρωμάτων καὶ τῆς χλωρίδος* τὴν ἄσωτον δαψίλειαν. προσβλέπετε τὰς μεσημβρινὰς κλιτῦς τοῦ Πηλίου. τῶν ὁποίων ἡ πρὸς τὰ ἄνω κλίσις ἄρχεται ἀμέσως ἢ σχεδὸν ἀμέσως ἀπὸ τῆς θαλάσσης. μόνον πενιχρὰν μερίδα τῶν καλλονῶν του σᾶς ἀποκαλύπτει. τοῦ νὰ ἐκριζώσουν τὸ Πήλιον καὶ ἐπιθέσουν τοῦτο ἐπὶ τῆς Ὄσσης πρὸς ἐκπολιόρκησιν τοῦ Ὀλύμπου. ἡμερότητα. Πρὸ παντός. τὴν Μακρυνίτσαν. τότε μόνον ἀποκαλύπτει πλῆρες πρὸ τοῦ ἀγόνου θαυμασμοῦ ὑμῶν τὸ ἀνέκφραστον αὑτοῦ μεγαλεῖον.

διὰ νὰ μὴ καταχωσθοῦν ὑπὸ τὸ βάρος πυκνῶν χιόνων.. Μετὰ πορείαν μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Χάνι τῆς Σουβάλας. καὶ οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι τῶν πεδιάδων ἐτήκοντο καὶ ἀνελύοντο ὑπὸ θερμοκρασίαν 35 βαθμῶν. ἤρχισαν νὰ πατοῦν τὴν ἀνάντη*. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ στιγμὴ ὀλιγοώρου ἀναπαύσεως. Οἱ ἡμίονοι ἀφέθησαν ἐλεύθεροι εἰς τὴν ρέμβην των. ὁ ὕπνος κατέστη ἀδύνατος καὶ ἐκ τοῦ φόβου μήπως 249 . Μετὰ δίωρον ἀνάπαυσιν ἤρχισε καὶ πάλιν ἡ ἀναρρίχησις. Ἀνήφθησαν αἱ πυραὶ καὶ ἐπὶ πυραμίδων ἐκ κλάδων ἀνηρτήσαμεν τοὺς φανούς μας. οἱ ὁποῖοι. οὓς θὰ συνήρπαζον ὡς πτίλα οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι τοῦ Πηλίου. ἀφήνουν τὴν κεφαλήν των νὰ πίπτῃ πρὸς τὴν γῆν ὑπὸ τὸ κράτος ἀνεκφράστου ἀνίας καὶ μελαγχολίας. ἕνεκα τῶν ὁποίων «εἰνοσίφυλλον» τὸ ἀπεκάλεσεν ὁ Ὅμηρος. Ἦτο ἤδη νύξ· ἡπλώσαμεν ἐν ὑπαίθρῳ πτέριδας ἀφθόνους καὶ κλάδους πυκνοὺς ὀξυῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς πολὺ ταχέως ἀπεξενώθημεν εὐτυχῶς τῆς ἥκιστα ἐπεράστου* ταύτης θαλπωρῆς εὐθὺς ὡς οἱ ἡμίονοι ἡμῶν. ἀκροβάται ἐκ φύσεως καὶ ἐκ παραδόσεως. οἱ Πηλιορεῖται στεγάζουν τὰς οἰκίας των μὲ βαρυτάτας πλάκας σχιστολίθου χρώματος λάβας καὶ δίδουν εἰς τὰς στέγας αὐτῶν τὸ ὀξὺ σχῆμα ἑλβετικῶν οἰκιῶν. ὡς λέγουν τὰ ναυτικὰ παραγγέλματα. Νῦν καὶ ἡ Δράκα ἁπλοῦται κάτωθεν ἡμῶν ἐντὸς τοῦ πρασίνου πλαισίου της μὲ τὰς ὑψηλὰς στέγας της. Διότι.πλουσιωτέρου εἰς ἐντυπώσεις. ὅταν τὰ κυνικὰ καύματα ἦσαν εἰς τὸ ἀπόγειον τῆς κυριαρχίας των. Διότι. ἀνήλθομεν εἰς ταύτην περὶ τὴν τρίτην πρωϊνὴν ὥραν. «Ἄκρα σιωπή ». καὶ. περὶ τὰ 500 μέτρα κάτωθεν τῆς ἀνωτάτης κορυφῆς. ἀκολουθήσαντες τὴν μαγευτικὴν μέχρις Ἀγριᾶς παραλίαν. Μετ’ ὀλίγον οἱ ὀβελοὶ μὲ τὰ σουβλάκια τοῦ ἐριφίου ἀνέδιδον πυκνὸν καπνὸν ἐπὶ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης δειράδος* τοῦ ὑλήεντος* ὄρους. ἀντὶ κεράμων. καταλιπόντες τὴν Ἀγριάν. ὅταν ἤδη ἡ Ἀφροδίτη ἀνεδύετο ἀπὸ τῶν ἀνατολικῶν ἐσχατιῶν τοῦ σκοτεινοῦ ὁρίζοντος.. Ἡ ἀναρρίχησις εἶναι τὸ ἰδεῶδες τοῦ ἡμιόνου. πρὸ τοῦ ὁποίου διέρχεται ἡ ἐκ Βόλου εἰς Ζαγορὰν ὁδός. Μολονότι δὲ εἴμεθα πάντες καταπεπονημένοι. τὰς βαθυτέφρους. ὅταν ἀναγκάζωνται νὰ βαδίζουν εἰς τὴν πεδιάδα. ἰδίως τῶν νευρωδῶν ἡμιόνων το Πηλίου. διότι εἴμεθα ἤδη εἰς ὕψος 1100 μέτρων. ὡς ὅλων τῶν ὑψηλῶν χωρίων τοῦ Πηλίου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐκδρομὴ αὐτὴ ἐγένετο ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ. ἀπ’ ἐκεῖ ἀνήλθομεν εἰς Δράκιαν. διανυκτερεύσαντες ἐν καταυλισμῷ παρὰ τὸ Χάνι τῆς Σουβάλας.

εἰς βάθος 1100 μέτρων. τὰ ὁποῖα εἶχον μεταφέρει τέσσαρες ἡμίονοι. ἐκαίετο καὶ ἐπυρακτοῦτο ὑπὸ τὴν ἀσφυκτικὴν ἐπίδρασιν τῶν καυμάτων τοῦ Ἰουλίου. Μόνον οἱ ὀρειβάται. ὑπερηφάνως ἐπερειδόμενοι ἐπὶ τῆς πελωρίας πυραμίδος. ἀλλὰ τῇ βοηθείᾳ τῆς φαντασίας των.δὲν προλάβωμεν νὰ διανύσωμεν πρὸ τῆς αὐγῆς τὴν ὑπολειπομένην πορείαν μιᾶς ὥρας μέχρι τῆς κορυφῆς. ὁ θεῖος Ἀχιλλεύς. Ἡ παράδοσις θέλει τοῦτο κατοικίαν τοῦ Κενταύρου Χείρωνος. μᾶς ἔκαμε νὰ ἐκκινήσωμεν προώρως. Ἦτο τῷ ὄντι τοιοῦτο τὸ ψῦχος. τοῦ σοφοῦ παιδαγωγοῦ τοῦ υἱοῦ τῆς Θέτιδος καὶ τοῦ Πηλέως.’ ἤδη νομίζομεν ὅτι ἀρχίζει νὰ ὑποφώσκῃ ἡ Ἠώς. οἱ πάσης χώρας ἀλπινισταί. ῎Εχει μεγάλην ἱστορίαν τὸ σπήλαιον τοῦτο. Ἡ ἀνυπομονησία ἡμῶν καὶ ὁ φόβος μὴ ροδίσῃ ἡ ἀνατολή. δύνανται νὰ ἐννοήσουν τὸ ἑλκυστικὸν θέλγητρον τῶν ἀντιθέσεων τούτων. οἱ ζωγραφίζοντες οὕτω τὴν αἰφνιδίαν εἰσβολὴν τῆς Ἠοῦς εἶδον βεβαίως τὴν χαραυγὴν οὐχὶ ἀπὸ τῶν κορυφῶν τῶν ὀρέων. παρὰ τὸ κλειστὸν ἤδη ἐκ καταπεσόντων ὀγκολίθων στόμιον σπηλαίου.. πρὶν φθάσωμεν επί τῆς κορυφῆς. ἀπὸ τῆς τρίτης πρωϊνῆς ὥρας. Ἀλλ. Παρ’ ὅλα δὲ τὰ βορύτατα σκεπάσματα. ἐνῷ ὁ Βόλος κάτω ἡμῶν. κυριολεκτικῶς ἐτρέμομεν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ὑπὸ θερμοκρασίαν 8 βαθμῶν. Διότι ἤδη. ὡς καφέν. ὥστε τὸ παγερὸν ὕδωρ ἐρροφῶμεν κατὰ δόσεις. Εἶναι βραδύ. Εἶναι ἤδη ἡ δευτέρα ὥρα τῆς πρωίας. Ἡ νὺξ ἦτο ἀκόμη βαθυτάτη καὶ μόνη προάγγελος της Ἠοῦς ἀνεπάλλετο ἤδη ἐπὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐσχατιῶν τοῦ ὁρίζοντος ἡ Ἀφροδίτη μὲ τὰς γλυκερὰς αὐτῆς ἀκτῖνας. Ἐντὸς αὐτοῦ φαίνεται ἔλαβε τὰ πρῶτα μοθήματα ὁ Πηλιορείτης ἥρως τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν. τὴν ὁποίαν εἶχε στήσει ἐκεῖ ἐπάνω ἡ χαρτογραφικὴ ἀποστολή. ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκ τοῦ ψύχους τοῦ ὑπερβολικοῦ. ἐπατοῦμεν ἐπὶ τῆς κορυφῆς.. 250 . Λέγω νομίζομεν διότι οἱ παριστῶντες τὴν ἐμφάνισιν τοῦ λυκαυγοῦς ὡς μίαν ἐξαπίνις* ἐρυθροπυράκτωσιν τοῦ ὁρίζοντος πρὸς ἀνατολάς. πολὺ βραδὺ τὸ ἅρμα τῆς Ἠοῦς. ὅτε ἄρχεται ἡ πρὸς τὴν κορυφὴν ἐκκίνησις. Τὸ ψῦχος ἦτο ἀφόρητον· ἐζητήσομεν καταφύγιον κάτω τοῦ βράχου τῆς ὑψηλοτάτης κορυφῆς. καὶ τὰς ἀπαύστως ριπιζομένας πυράς. ἀλλὰ δίδων εἰς αὐτὸ νὰ μασσᾷ ἄμα τῇ ὀδοντοφυἲᾳ κρέατα λεόντων καὶ κάπρων. Ἐκεῖ ὁ παιδαγωγός του τὸν ἀνέθρεψεν ὄχι μὲ γαλακτῶδες ἄλευρον.

Πρὸς νότον ἡμῶν ἁπλοῦται ἡ Ὄθρυς. καὶ ὁ Τυμφρηστός. αὐχμηρὰ ἤδη. καὶ ἀπώτερον. τὰς χιονολεύκους κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου. νεφελώδης καὶ μὲ ἀτόνους χρωματισμούς. καὶ τὰ πλοῖα τοῦ λιμένος του. *** Ἀλλ’ ἤδη πορφυροῦται ὁ ὁρίζων ἄνωθεν τῆς πρὸ τῆς Χαλκιδικῆς θαλάσσης. σχεδὸν μετὰ συναισθήματος ὀδύνης. Κάτω ἡμῶν. Κατ’ ἀρχὰς εἶναι τόσον ἀσθενές. ὥστε δὲν τὸ βλέπει τις. Χθαμαλώτερον αὐτοῦ ἡ Ὄσσα φαίνεται ταπεινὸς τοῦ Ὀλύμπου προσκυνητὴς κοὶ δοῦλος. διότι ποθοῦμεν τὴν ἐμφάνισίν της. Ἀλλὰ πόσο βραδέως.Ναὶ. διότι αἰσθάνομαι πόσον βραχεῖα θὰ εἶναι ἡ διάρκεια τῶν θείων τούτων στιγμῶν. Μόλις διαφαίνεται ὡς ἐλαφρὰ ροδίνη ὁμίχλη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὕπνου τοῦ βαθυτάτου τῆς νάρκης τῆς φύσεως. κήτη ὑπνώττοντα ἀκόμη. ὅπισθεν διαφαίνεται ἡ Οἴτη. ἀλλὰ τὸ προαισθάνεται. ἰόχρους ἄχνη.πολὺ κάτω ᾑμῶν ὁ Βόλος κοιμᾶται ἀκόμη σχεδὸν ἐντὸς ἀπολύτου σκότους. τοῦ μεγαλοπρεποῦς ἐνδιαιτήματος τῶν προγονικῶν θεῶν. διεῖδον τοῦ Χριστιανισμοῦ τὸν φωτεινὸν ὁρίζοντα. Τὴν βλέπομεν ὀρθὴν ἐπὶ τῶν βράχων τὴν χαραυγὴν μᾶλλον διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς πίστεως. Δυσμόθεν ἡ Πίνδος ἑνοῦται μὲ τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν Ἀγράφων. προβάλλει ἀπὸ τοῦ ἀκυμάντου πελάγους. ὁ Παρνασσός. Βλέπω πλαγιώτερον τὴν κυματώδη σειρὰν τῶν παλαιῶν ἡμῶν ὁρίων. Ὁ φωτεινὸς δίσκος. ἀλαμπὴς ἔτι. λοφοσειρὰν ξένην ἡμῖν πλέον. φωτὸς περιβάλλει τὰς ἀνωτάτας αὐτῶν κλιτῦς. πόσον δυσχερῶς εἰσδέχεται τὸ φῶς ἡ φύσις! Ἐνῷ ἤδη αἱ πρῶται ἀκτῖνές του φιλοῦν τὰς χιονολεύκους κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τὰς τεφρὰς τῆς Πίνδου καὶ τῶν Ἀγράφων. Προσβλέπω πρὸς βορρᾶν τὰς ὑπερηφάνους. ἔτι τοὺς φανούς των. Οὕτω καὶ οἱ μάγοι. τόσον ἀόριστον. Κάτω δέ. τὸ μαντεύει. ἐρυθρός. τὸ τρομερὸν ἀλλὰ καὶ ἐπαίσχυντον ἔτος. 251 . μᾶς κατεβίβασεν εἰς τὴν πεδιάδα. Οὕτως ἐμφανίζονται καὶ αἱ μεγάλαι ἀλήθειαι εἰς τινας ψυχάς. ἔχουν ἀνημμένους καὶ λάμποντας. πρὶν λάμψουν ἐνώπιον τοῦ κόσμου. πολὺ . διότι γνωρίζομεν ὅτι ἔρχεται. ὑπὸ τὸ ὑποτρέμον φῶς τοῦ ἀστέρος. Καὶ ἀπολαύω ἀπλήστως τοῦ ἀνεκφράστου θεάματος. βραδέως ἄτονος. τόσον ἀμφίβολον τοῦ λυκαυγοῦς τὸ φῶς. διότι τὸ 1897. Ἤδη ἐκυριάρχησε τὸ φῶς πανταχοῦ.

κι ἄλλο βουνὸ ἄν στεφάνωσε ὁλοχρονὶς μὲ χιόνια. διψᾷ πλειότερον νὰ γνωρίσῃ ὅσα ἀποκρύπτει τοῦ ὁρίζοντος ἡ ἀχλύς. Ἤδη ἐννοῶ διατί ἀπὸ τῶν κορυφῶν τούτων ὁ Ἰάσων ἐπόθησεν ἀγνώστους ἀκτάς. κάτοπτρα τῶν λιμνῶν της. Ἄν ἔδωσε σ’ ἄλλο βουνὸ ψῆλος καὶ περηφάνια. Αἱ πανευδαίμονες στιγμαὶ ρέουν καὶ αὗται μετὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος. ἀπεριγράπτου τούτου πανοράματος. τῆς Φθώτιδος αἱ ἀκταὶ καὶ τῆς Εὐβοίας τὰ βορειότερα. σειέσαι.τεφρὰ ἡ ἀτέρμων θεσσαλικὴ πεδιάς. ἔφεσιν ἀκατανίκητον πρὸς πλάνητας περιοδείας. Ἐκεῖ ἐπάνω.. διατί ἀπὸ τῶν δασῶν τοῦ Πηλίου ἐναυπηγήθη ἡ Ἀργώ. Νοτιοανοτολικῶς. βουνὸ . ἐνῷ ὀλίγον ὑψηλότερον διαφΑίνονται τῆς Χαλκιδικῆς αἱ ἀκταὶ καὶ αἱ κορυφαὶ τοῦ Ἄθω. τὴν νοσταλγίαν τοῦ ἀγνώστου. 252 . τοῦ πόνου ἀχνάδα ἡ καταχνιὰ* τὴν ὅψη σου σκεπάζει· κι ὅταν παλεύης μὲ στοιχειὰ κι ἀπὸ θυμὸ ξανάφτης. μὲ τὰ ἀργυρολαμπῆ. αἱ Σποράδες. εὐτυχεῖ νὰ συρθῇ ἐνίοτε καὶ ὁ ἄνθρωπος· καὶ ἐκεῖθεν τίποτε δὲν ἔχει νὰ φθονήσῃ τοῦ ἀετοῦ τὸ ἀνθρώπινον βλέμμα. ἀνταριάζεσαι*. κι ἀπόνετη μητέρα. Ἀνατολικῶς κλείει τὸν ὁρίζοντα ἀτέρμων ἡ θάλασσα. μεθ’ ἦς καὶ αἱ πικραὶ καὶ ἀνιαραί. θεριεύεις. εἰς τὴν λευκοκύανον λεκάνην. Τὸ βλέμμα βυθιζόμενον ἰδίως εἰς τὸ ἀχανὲς πέλαγος. βροντᾶς. ἐμφυτεύει εἰς τὴν ψυχὴν πόθους ἀορίστους. γιὰ σένα δὲν ἐστάθηκε καθόλου ἀκριβοχέρα. Ὅταν ὁ πόνος μυστικὰ τὰ σπλάχνα σου σπαράζη. κι ἄλλο βουνὸ ἂν τὸ σκέπασε μέ λόγγους καὶ ρουμάνια* κι ἄλλο βουνὸ ἄν τὸ πύργωσε μὲ βράχους καὶ κοτρώνια*.. Ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ κοτέλθωμεν. Βεβαίως τὸ χρυσοῦν δέρας δὲν ἦτο παρὰ ἡ χρυσῆ χώρα τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν ὀνείρων. τὴν ἔσμιξε καὶ σ’ ἔπλασε. Ὅταν βλέπῃ τις τόσα. Καθηλώνει ἡ γοητεία τοῦ.βουνῶν κα!ιάρι!. μάζεψε ἀπ’ ὅλα τὰ βουνὰ τὴ μοιρασμένη χάρη. ἀστράφτεις. ὅπου τανυσίπτερος φθάνει ὁ ἀετός. τὴν ὁποίαν ἔβλεπον οἱ Ἀργοναῦται πέραν τοῦ ὁρίζοντος διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς φαντασίας. «Σελίδες» 1921 Εμμανουήλ Λυκούδης ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ Ἡ Πλάση ἡ παντοδύναμιν.

λουλουδιασμένα παρτέρια* πλημμυρισμένα μὲ ξανθὸ φῶς. καθὼς στὰ παραμύθια. διαμάντια τὰ νερά σου.. γύνονται ὁλόγυρά σου. κυστάλλινα νερά. ἀπὸ τὶς ἀπότομες πλαγιὲς τοῦ Ὀλύμπου. μαρμαρωμένο φαίνεσαι. Τὴν ὀνειρεύονταν σὰν μιὰ διαμονὴ ἀντάξια τῶν θεῶν. κάτι σὰ μιὰ Ἐδὲμ* προχριστιανική.. φωτεινὰ πετάγματα λευκῶν περιστεριῶν ἕνα ἀέρα ἀρωματισμένο. φέρνεις στὶς χάρες χάρη περήφανο καὶ σπλαχνικὸ βουνὸ .. ἀφοῦ σκότωσε τὸ φίδι Πύθωνα* στὸ ἄντρο* τῶν Δελφῶν. Μὰ ἔχεις κρυμμένη τὴ ζωή. γεμάτο τάπητες χλόης. οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ οἱ Λατίνοι τὴ θεωροῦσαν σὰν ἕνα μέρος παραδεισιακό. γιὰ νὰ κόψῃ τὴν ἱερὴ δάφνη. Δὲν βρῆκα ὅμως.. ἦρθε νὰ πλύνη τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ μαῦρο αἶμα τοῦ τέρατος. μὲ τὴν Ἴριδα* πρωτοπόρο. «Γαλήνη». Ὀνειρευόμουν ἕνα μέρος πρόσχαρο κι εἰδυλλιακό. πανώριο καὶ στὴν ξαστεριά. κι ἅμα προβάλη ὁλόφεγγος ὁ ἥλιος ἀπ’ ἀγνάντια. Ἐδῶ ὁ Ἀπόλλων. χαρίσματα ἀξετίμητα καὶ δῶρα εὐλογημένα στὰ εἴκοσι τέσσερα χωριὰ ποὺ κρέμονται ἀπὸ σένα Καὶ δίνεις στὶς ζωὲς ζωή. ἁπλώνονται. γιὰ ν᾽ἀναπαυθοῦν στὴ δροσιά της. ὅπως τὸ φανταζόμουν. Κι ὅταν ἀτόφιο* καὶ βαρὺ καὶ παγωμένο χιόνι ἀπὸ τὰ πόδια ὡς τὴν κορφὴ πέφτη καὶ σὲ πλακώνη. τὸ μάρμαρο σπᾶ καὶ γεννᾶ σμαράγδια καὶ διαμάντια: σμαράγδια τὰ ρουμάνια* σου. κι ἐδῶ ἐρχόταν κάθε ὀκτὼ χρόνια μιὰ δελφικὴ θεωρία*. στὰ παγωμένα στήθια. ἐνῶ οἱ νύμφες τοῦ Πηνειοῦ τοὺς ἔθελγαν μὲ τὰ τραγούδια τους.βουνῶν καμάρι. Ἡ πραγματικότητα ἦταν ἀρκετὰ 253 . ποὺ νὰ κυλοῦν μὲ ἡδονικὴ νωχέλεια*. τὰ Τέμπη. ποὺ στεφάνωνε τὰ μέτωπα τῶν νικητῶν στοὺς πυθικοὺς ἀγῶνες.Πανώριο στὴ νεροποντὴ καὶ στὴν ἀνεμοζάλη. ποὺ σὲ φωτίζει πάλι.. 1902 Γεώργιος Δροσίνης ΤΑ ΤΕΜΠΗ Τίποτε δὲν ἔχει ἐξυμνηθῆ περισσότερο ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῶν Τεμπῶν. ὅπου ἡ φύση εἶχε συγκεντρώσει ὅλα της τὰ θέλγητρα. σκορπίζονται. καὶ τοὺς φαντάζονταν νὰ κατεβαίνοῦν.

πιὸ στενή. Ἡ λέξι χαράδρα θὰ ἦταν ἀκριβέστερη. δὲ χάνει ποτὲ 254 . Τὰ στοιχεῖα ὅμως αὐτὰ δὲν σχηματίζουν ποτὲ τὴν ἴδια εἰκόνα. Δὲν ἦταν λιγώτερο ὡραία. ἄγρια. ποὺ τὴ συνθέτουν. μ’ ὅλο ποὺ τὰ στοιχεῖα.. Ὁ δρόμος. Ἀπὸ τ’ ἄλλο τὰ τοιχώματα τῆς Ὄσσας. ποὺ διασχίζει τὰ Τέμπη εὶναι στὸ πλευρὸ τῆς Ὄσσας. ψηλά. Ἡ λέξη δρόμος εἶναι εὐφημισμός*. ἡ ὀμορφιά τους σᾶς ἀποκαλύπτεται. ἀφοῦ περάση τὴ γυμνὴ πεδιάδα τῆς Λάρισας.διαφορετικὴ. κάνει τὴ θέα νὰ μὴν εἶναι μονότονη.. Τὸ πολυ πολὺ μουλαρόδρομος. ἂν καὶ σφίγγεται ἀπὸ τὰ τοιχώματα. ποὺ κρατάει μιὰ ὥρα. Ἐγὼ τὸν πέρασα μὲ αὐτοκίνητο. Πλευρίζοντας ἀδιάκοπα τὸν Πηνειό. Φτάνοντας στὸ μικρὸ χωριὸ τοῦ Μπαμπᾶ. τὸ ρεῦμα τοῦ Πηνειοῦ κι ἡ πυκνὴ βλάστηση τῶν ὀχθῶν του. πετρώδη. Τὸ ἀσήμαντο ὡς ἐκείνη τὴ στιγμὴ τοπίο τὸ διαδέχεται ἄξαφνα ἕνα ἐξαίσιο θέαμα. ὅπως μιὰ θεατρικὴ φαντασμαγορία* στὸ ἄνοιγμα τῆς αὐλαίας. κάθετα. Ὁ ποταμός. Ὁ ἄθλιος αὐτὸς δρόμος εἶναι ἕνας δρόμος θαυμάτων. *** Τὸ πλάτος τῆς κοιλάδας τῶν Τεμπῶν ποικίλλει ἀπὸ τριάντα μέχρι πενήντα μέτρα. *** Ὥσπου νὰ βρεθῆ κανεὶς στὰ Τέμπη. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος της εἶναι τὰ τοιχώματα τοῦ Ὀλύμπου. ἀλλ’ ἡ ὀμορφιά της δὲν εἶχε τίποτα τὸ λαγγεμένο*. μόλις ἀφήνοντας λίγη θέση στὴ σιδηροδρομικὴ γραμμή. βλέπετε νὰ ὑψώνωνται μπροστά σας τ’ ἀπότομα καὶ γυμνὰ τοιχώματα του Ὀλύμπου καὶ τῆς Ὄσσας. Ὁ δρόμος. καὶ κάτω μιὰ κορδέλα θολή: Ὁ Πηνειός. Μόλις μπῆκε σ’ αὐτά. Τὰ Τέμπη βρίσκονται μέσα σὲ τοῦτα τὰ στενὰ τοιχώματα. ποὺ τὴν περιτριγυρίζουν πετρώδεις πλαγιές. ποὺ τὸ ἄξιζε κι ἴσως καὶ τὸ ξεπερνοῦσε. μπαίνει σὲ μιὰ δεύτερη. εἶναι πάντα τὰ ἴδια: τ’ ἀπότομα τοιχώματα τῶν βουνῶν. ποὺ τ’ ὀμορφαίνει ἕνα μικρὸ ἐρειπωμένο τζαμὶ μὲ μεγάλα διακοσμητικὰ κυπαρίσσια. μιὰ κορδέλα γαλανοῦ οὐρανοῦ. ποὺ ἔχουν ἀρκετὰ χιλιόμετρα μάκρος. τίποτα δὲν τὰ προαναγγέλλει. πότε σὲ ὕψος μερικῶν μέτρων καὶ πότε στὸ ἐπίπεδό του. Ἀνάμεσά τους. γιατὶ ὁ Ὄλυμπος πέφτει ἐντελῶς κάθετος. μὲ ἀσήμαντη βλάστηση. Μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὰ Τέμπη ἔχασα ἕνα ὄνειρο˙ κέρδισα ὅμως μιὰ πραγματικότητα. ἦταν ἐπιβλητική.

μέσα στὰ πυκνὰ φυλλώματα. τεράστια πλατάνια. Ὁ βαθυπράσινος κισσὸς σκαρφαλώνει ἴσαμε τὰ ὕψη τῶν πελώριων κορμῶν τους· κληματίδες πνίγουν τοὺς κλώνους· οἱ ὁλανθισμένες ἀγριοχαρουπιὲς κάνουν γιαπωνέζικες διακοσμήσεις μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς πρασινάδας· οἱ δαφνοκερασιὲς κι οἱ ροδοδάφνες συναλλάζονται σὲ κάθε βῆμα μὲ τὶς μαστιχιὲς καὶ μὲ τερεβίνθους*. Σὲ μερικὰ σημεῖα οἱ φιδίσιοι κορμοὶ τῶν δένδρων ἀγγίζουν τὰ νερά. καὶ ἰτιὲς μὲ κλώνους. Ἀγριολούλουδα κάνουν πολύχρωμες κηλίδες ἐδῶ κι ἐκεῖ. *** Πουθενὰ οἱ ὄχθες δὲν εἶναι γυμνές. ποὺ δίνει στὰ Τέμπη τὴν ἰδιαίτερη γοητεία τους. Ὅλες οἱ ποικιλίες μιᾶς ὀργιαστικῆς βλάστησης άνακατεύονται μὲ τὰ αἰωνόβια δένδρα. καὶ ἀόρατα ἀηδόνια. ὅτι διασχίζει παρθένο δάσος. γιὰ νὰ 255 . κι ἀλλοῦ ὁλόκληροι κλῶνοι μισοβυθίζονται σ’ αὐτά. καὶ οἱ τρίλλιες τῶν ἀηδονιῶν. Τὰ τοιχώματα τῆς Ὄσσας σταματοῦν. Σιωπηλὸς ἐκεῖ. συνθέτουν μιὰ συμφωνία ἐξαίσια. σχηματίζοντας μὲ τὴ γυμνότητα τῶν πανύψηλων βράχων. ὅπου ἡ κοίτη του δὲν εἶναι περιορισμένη. Τὸ θρόισμα τῶν φυλλωμάτων ἀπὸ τὸν ἀέρα.τὴ μεγαλοπρέπειά του. ποὺ τοῦ δίνουν τὴν ἐντύπωση. ποὺ ἀσημίζει στὸν ἥλιο παντοῦ.. σ’ ἕνα σημεῖο γεμάτο βουκολικὴ* ποίηση. *** Ἔχουμε φτάσει στὸ ἄνοιγμα τῶν στενῶν. ὁ βαθὺς ρόχθος τοῦ Πηνειοῦ. ἐκτοξεύουν τὶς τρίλλιες* τους σὰν συντριβάνια. ποὺ συμπλέκουν τὰ φυλλώματά τους σ’ ἕνα πράσινο θόλο πάνω ἀπὸ τὸν Πηνειό. Δὲν ὑπάρχει σχισμάδα ἐδάφους. μιὰν ἀντίθεση. βουερὸς καταρράχτης πλαισιωμένος* μὲ φτέρες καὶ ἀναρριχητικὰ φυτά. σκύβουν πρὸς τὸ ρέμα.. Κι ἀπὸ τὶς δυὸ ὄχθες. Προχωρεῖ κανεὶς συχνὰ μέσα ἀπὸ βραγιες* κι τόσο ψηλὲς και στενές. σὰ γιὰ νὰ καθρεφτιστοῦν στὴν ἐπιφάνειά του. τῶν ξεσχισμένων κι ἐμποτισμένων μὲ τὸ φῶς. Τὰ θεόρατα πλατάνια κι οἱ λιγερὲς λεῦκες κάνουν δυὸ πυννὰ παραπετάσμστα σ’ ὅλο τὸ μῆκος τῶν στενῶν. ὅπου δὲν τὸ σκεπάζουν οἱ κλῶνοι τῶν δέντρων. σὰν τὶς λυμένες κόμες τῶν γυναικῶν. Κυλάει μὲ μιὰ ἠρεμία πρόσχαρη καὶ γεμάτη δύναμη τὸ θολό του ρεῦμα. ποὺ νὰ μὴν εἶναι πηγὴ τραγουδιοῦ τῶν νερῶν. περνάει στὰ στενώτερα σημεῖα μ’ ἕνα βαθὺ ρόχθο ὅμοιο μὲ μακρινὸ ἀνασασμὸ τῆς θάλασσας.

δίχως καὶ μεγάλη θλίψη στ’ ἀλήθεια. ἀλλὰ καὶ ὁδηγεῖ στὴν καθαριότητα χωρὶς ἄλλες ἀστυνομικὲς διατάξεις. ἁπλώνεται πρᾶος καὶ νωθρὸς στὸ φῶς τοῦ ἥλιου. φαίνονται ἀπὸ μακριὰ τὸ μοναστήρι καὶ τὰ χωριουδάκια τοῦ νησιοῦ. Οἱ βράχοι τοῦ βουνοῦ εἶναι ἕνα πράσινο παραπέτασμα μὲ πολύχρωμες φοῦντες λουλουδιῶν στὶς ἄκρες του. γιατὶ κάθε Λαμπρὴ ὅλοι ἐκεῖ γαλατσώνουν*. καὶ νὰ χαρῶ τὴ γοητεία τῶν ἴσκιων. ποὺ οἱ Ὀλύμπιοι ἔρχονται νὰ βροῦν σὲ τοῦτο τὸ μέρος. γιατὶ ἡ ἀναχώρηση σημαίνει νὰ κάνωμε ἄλλη μιὰ φορὰ τὴ διαδρομὴ τῶν Τεμπῶν. Κοντὰ σὲ δυὸ μικροκάλυβα ἀνθίζουν μηλιές. Ἡ πρώτη λοιπὸν ἐντύπωση εἶναι ἀληθινὰ ἐνθουσιαστική˙ τὸ μεγαλύτερο λιμάνι τῆς Πάτμου ἀγκαλιάζει τὴ νεώτερη μικρὴ πόλη. ποὺ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὶς φυσικὲς ὀμορφιές. τόσες ὀμορφιὲς καὶ τόση ἱστορία. βλέπεις δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ νησιὰ καὶ ὡραῖα λιμανάκια. γυαλίζοντας σὰν καθρέφτης. Θά ᾽θελε νὰ μείνη κανεὶς ἐκεῖ. ἡ Χώρα. τῆς ὀργιαστικῆς τους βλάστησης καὶ τοῦ ρόχθου τοῦ ἀργοῦ καὶ μεγαλόπρεπου Πηνειοῦ. καὶ κάτω ἀπὸ τὸ τόξο ἑνὸς νερόμυλου κυλοῦν βουερὰ κι ἀφρισμένα τὰ νερὰ ἑνὸς χείμαρρου. ἐνῶ ἡ μεσαιωνική.. καὶ ὅμως τὸ εὐλίμενο νησὶ δὲν ἔχει νὰ ἐξυπηρετήῃ καμιὰ μεγάλη ἐνδοχώρα. σὰν σκεπασμένα ἀπὸ χιόνι. καὶ νὰ χαρῆ τὸ ξεκούρασμα. δὲν προφυλάγει μόνον ἀπὸ πολλὰ μικρόβια. ἀσβεστώνουν τὰ σπίτια τους πέρα ὡς πέρα. Ὅταν πλησιάζης τὴν Πάτμο. ὅπως κάθε ἑλληνικὴ γῆ. Κώστας Οὐράνης «Ταξίδια στὴν Ἑλλάδα» ΠΑΤΜΟΣ Τὸ μικρὸ νησὶ τῆς Πάτμου δὲν προσελκύει σήμερα πολλοὺς ταξιδιῶτες καὶ ὅμως ἔχει καὶ αὐτό. Ὑπακούω. ποὺ δὲν ἐμποδίζεται πιὰ ἀπὸ κάθετους βράχους. ποὺ ὑπάρχει καὶ σ’ ἄλλα νησιὰ καὶ μακάρι νὰ ξαπλωνόταν παντοῦ. Ὁ σωφὲρ ὅμως. ποὺ τὸ σκιάζουν πανάρχαια πλατάνια· Στὴν ὄχθη τοῦ Πηνειοῦ ποτίζονται βόδια. Ὁ Πηνειός. Ἡ ὡραία αὐτὴ συνήθεια. μὲ βιάζει νὰ γυρίσουμε. εὑρίσκεται τριγύρω στὸ 256 .. ὅπως στὸ τέρμα ἑνὸς μαγικοῦ ταξιδιοῦ. τὴν Σκάλα.δώσουν θέση σ’ ἕνα χλοερὸ λιβάδι. τῶν ἀηδονιῶν.. Κάτασπρα..

Πάτμου. γιατί ἡ πειρατεία δὲν ἀστειευόταν. ᾶν τὸ νησὶ εἶχε πολλὰ δένδρα. ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Πενιχρὰ εἶναι τὰ λείψανα τοῦ ἀρχαίου συνοικισμοῦ στὸ λόφο Κάστελλα. Γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ τὰ κελιὰ χτίστηκε δυνατὸ τεῖχος. ζήτησε καὶ πῆρε. *** Τὸ νησὶ στὴν ἀρχαία ἐποχὴ δὲν εἶχε πολὺ πληθυσμὸ καὶ δὲν εἶχε καὶ πολλὴ σημασία. τὰ χρυσὰ δοντάκια. κατοίκησαν στὴν Πάτμο. γιὰ νὰ ἡσυχάση ἐκεῖ. ποὺ ἔκτισε ὁ ὄσιος Χριστόδουλος. σὰν ἔφυγε ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία ἀπὸ φόβο τῶν Τούρκων. Οἱ τεχνίτες κατ’ ἀρχὰς καὶ ἔπειτα ὀλίγοι γεωργοὶ καὶ ψαράδες καὶ πάντα πρόσφυγες. Ἡ ποικιλλία αὐτὴ θὰ ἦταν περισσότερη. ποὺ ἔκτισεν ὁ Χριστόδουλος. συνήντησα τοὺς μετανάστες. σὰν νὰ παραπονοῦνται γιὰ τὴν ἐγκατάλειψή τοὺς ἀπὸ τον ἀνθρώπο. ἔως τοὺς χρόνους τοῦ ἐλευθερωτοῦ Κανάρη! Γι’ αὐτὸ καὶ ὸ μοναχὸς ὅσιος Χριστόδουλος. ἐνῶ τώρα ποὺ καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Πάτμου προτιμοῦν νὰ βασανίζωνται στὰ πέρατα τοῦ κόσμου ὡς μετανάστες παρὰ νὰ φυτεύουν καρποφόρα δένδρα στὸ νησί τους. ἦταν φτωχικὴ χωρὶς ἰδιαίτερη ἀρχιτεκτονικὴ ἀξία. μὲ διάφορα διαλείμματα. γιὰ νὰ προφυλάξη τὺ μονᾳστήρι ἀπὸ τοὺς πειρατάς. ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους καὶ βασάνιζε τὸ Αἰγαῖο. χωρὶς νὰ τὸ φαντάζεται στὴν ἀρχὴ ὁ ἱδρυτής τοῦ μοναστηριοῦ. ποὺ ὑποφέρουν καὶ ὀνειρεύονται καὶ αὐτοὶ νὰ πᾶν μακριὰ καὶ να πλουτίσουν. Ἡ ἐκκλησία.μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἐπάνω στὸ βουνό· στὰ παλιὰ χρόνια κοντὰ στὸ γιαλὸ δὲν ἦταν φρόνιμο νὰ κτίζουν σπίτια. Στὸ μεσαίωνα ἐρημώθηκε ἐξ αἰτίας τῆς πειρατείας. οἰ φαλακροὶ λόφοι παίρνουν μελαγχολικὴ ὄψη. Ἀκόμα φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα ὁ φονιάς ἀπὸ τὸν ὁποῖο χτυποῦσαν ἢ περέχυναν μὲ βραστὸ λάδι ἢ βραστὸ νερὸ ὅποιον 257 . Τὸ μοναστήρι. προκαλοῦν τὴ ζήλεια τῶν νέων τοῦ τόπου. Ἀκόμη καὶ στὸ ἀτμόπλοιο.ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀλέξιο Κομνηνὸ τὸ 1088 μετὰ Χριστὸν τὸ ἔρημο νησὶ τῆς Πάτμου. Ἀπὸ τὸ μοναστήρι βλέπει κανεὶς μεγάλο μέρος τοῦ νησιοῦ μὲ τὶς ἀτέλειωτες λοφοσειρὲς καὶ γραμμὲς τῶν παραλίων καὶ τὴν ἀτελείωτη ποικιλία τῆς ἑλληνικῆς γῆς. καλοθρεμμένοι. ποὺ πηγαίνοντας στὸ νησί τους μὲ τὰ καλά τους ροῦχα. κοντὰ στὴ σημερινὴ Σκάλα. ἔγινε αἰτ΄΄ια νὰ ξανακατοικηθῆ τὸ νησί. μὲ πολλὰ δολλάρια. ποὺ κάμνει τὴ γραμμὴ Πειραιῶς .

258 . Καὶ τέτοιοι φονιάδες σώζονται ἀκόμη καὶ σὲ ἐξοχικὰ σπίτια τῆς Πάτμου. ὁ Ἰωάννης Σακκελίων. ποὺ ὑπηρέτησε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα στὴ σκοτεινὴ ἐποχὴ τῆς δουλείας. τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι ἀτακτοποίητα. ποὺ ἔκαμεν ἕνας εὐσυνείδητος καὶ πολύτιμος ἐρευνητής. Ὁ Ἐμμανουὴλ Ξάνθος εἶναι ὁ κυριώτερος πρωτεργάτης τῆς Φιλικῆς ῾Εταιρεῖας καὶ ὁ Πάτμιος ἐπίσης Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος ἀπὸ τὶς πιὸ εὐγενικὲς καὶ ἀθόρυβες καὶ ἐνεργητικὲς προσωπικότητες τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐποχῆς. ἦτο ἐκπαιδευτικὸ κέντρο. Βοήθησε ἀκόμη καὶ σχολεῖο λαϊκὸ κοντά του. ὅταν τὸ πῆρε μετὰ τὸ 1700 ἕνας ἐθνικὸς διδάσκαλος. ὁ Μακάριος Καλογερᾶς˙ τὸ μικρὸ νησὶ τῆς Πάτμου προσείλκυσε τότε Ἑλληνόπουλα ἀπὸ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. ποὺ ἔγιναν ἔπειτα διδάσκαλοι ἢ ἐπίσκοποι. Στὸ μοναστήρι καὶ στὴν Πατμιάδα δὲν χρωστᾶ μόνον ἡ Πάτμος τοὺς λογίους.δοκίμαζε νὰ πλησιάση στὴ σιδερένια πόρτα μὲ ληστρικὸ σκοπό. Τὸ τεῖχος προφύλαττε πράγματι τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴ λεηλασία καὶ ἔτσι σώθηκαν καὶ πολλὰ κειμήλια βυζαντινὰ καὶ ὑστερινὰ τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. Ἕνα αἰώνα λειτούργησε ἡ σχολὴ καὶ μόρφωσε πλῆθος χρησίμων Ἑλλήνων. ὁ μεγαλόκαρδος Μανωλάκης ὁ Καστοριανὸς ἔκτισε τὸν δέκατο ἕβδομο αἰώνα σχολεῖο κοντὰ στὸ μοναστήρι. ἐκεῖ ποὺ κατὰ τὴν παράδοση εἶναι τὸ σπήλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἀλλὰ τὸ σχολεῖο αὐτὸ ἔγινε μεγάλο καὶ τρανό. ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος μεγάλη χάρη. Πλὴν τῶν χειρογράφων ἔχει καὶ καλὴ βιβλιοθήκη μὲ σπάνια βιβλία τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. Τὸ μοναστήρι τῆς Πάτμου μὲ τὴ βιβλιοθήκη του βοήθησε νὰ μορφωθοῦν πολλοὶ μοναχοί. ἀπὸ τὸν κατάλογο. ποὺ εἶχε τότε. τὴν περίφημη «Πατμιάδα» σχολή. Πρῶτος. τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο. γιατὶ μᾶς ἔδωκε μερικὲς ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες φυσιογνωμίες τῆς Ἐπαναστάσεως. Τὰ πολυτιμότερα κειμήλια τῆς Πάτμου εἶναι τὰ χειρόγραφά της. Αὐτὸς εὐλόγησε τὴν ἑλληνικὴ σημαία κατὰ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν 12 Ἀπριλίου 1821 στὴν πλατεῖα τῆς Ἁγια .Λεβιᾶς (Ἁγίας Θεοκτίστης τῆς Λεσβίας) τῆς Πάτμου καὶ ἔτρεξεν ἀργότερα εἰς Λειψὰ κοντὰ στὴ Σάμο νὰ συμβιβάση τοὺς μαλωμένους ἀρχηγοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου καὶ μὲ κάθε τρόπο ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ ἔχασε γι’ αὐτὸ καὶ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο του.

τὰ Δωδεκάνησα ἔχουν τὰ σχολεῖα τους. 259 . 1930 Κ. τὸ μοναστήρι βοηθεῖ τὴ σχολὴ τοῦ νησιοῦ καὶ τὰ ἄλλα του ἱδρύματα (τὸ νησὶ ἔχει κοινὸ φαρμακεῖο καὶ δίνει φάρμακα δωρεὰν στὸν κόσμο. τὸν Ξάνθο καὶ τὸν Θεόφιλο. Ἄμαντος ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΜΑΣ Ὦ σεῖς ποὺ αἰώνια χαίρεστε τὴν πελαγίσια τὴ δροσιά. Τὸ ἴδιο θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη γιὰ ὅλα τὰ Δωδεκάνησα. ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση. Ὕστερα ἀπὸ τέτοια ἱστορία κοὶ φιλανθρωπία νομίζω ὅτι μπορεῖ τὸ μοναστήρι καὶ κάτι ἀκόμη νὰ προσθέση γιὰ τὸ καλὸ τοῦ νησιοῦ καὶ ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ τὸ σημειώσω. ποὺ ἔδωκε κοιὶ τοὺς μεγάλους Πατμίους. Αὐτὰ δὲν εἶναι πολὺ δύσκολα οὔτε γιὰ τὸ μοναστήρι οὔτε γιὰ τοὺς κατοίκους του. ὕστερα δηλ. Ἄς τὸ σκεφθοῦν καὶ θὰ πεισθοῦν ὅτι τὰ γράφει ἄνθρωπος. Στὸ μοναστήρι κατ’ ἀρχὰς ἀνῆκε ὅλο τὸ νησὶ κεὶ σιγὰ .σιγὰ ἀγόραζαν ἢ νοίκιαζαν χωράφια οἱ γεωργοί. ἀλλὰ νὰ μένη καὶ νὰ ζῆ καλύτερα στὸν τόπο του. *** Καὶ στὴ νεώτερη ἐποχή. γιὰ νὰ περιποιοῦνται δωρεὰν τοὺς ἀνθρώπους). πληρώνει καὶ δύο γιατρούς. ποὺ ἀγαπᾶ τὸν ἑλληνικὸ λαό. ἐνῶ τ’ ἄλλο ξέμεινε στὸ μοναστήρι καὶ τὸ νοικιάζει σὲ γεωργοὺς ἢ βοσκούς. τὸ ὁποῖο θὰ βοηθήση νὰ μὴν ἀραιώνεται ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμός. Πρέπει ἕνας καλὸς γεωπόνος νὰ μελετήση τί μπορεῖ τὸ νησὶ νὰ καλλιεργήση κσλύπερα καὶ εὐκολώτερα καὶ κατόπιν ἕνας δυὸ νέοι πρακτικώτερα μορφωμένοι νὰ ἐφαρμόσουν τὰ ἐπιστημονικὰ πορίσματα.*** Εἴπαμε πὼς τὸ μοναστήρι ἔγινε ἡ αἰτία νὰ κατοικηθῆ τὸ νησὶ καὶ αὐτὸ πάλι βοήθησε νὰ γίνη καὶ τὸ σχολεῖο κοντὰ στὸ σπήλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Καθὼς εἶπα. ἔχουν ἀκόμη καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα ἀξιόλογα καὶ τώρα μένει μόνο τὸ ζήτημα τὸ γεωργικό. Τὸ 1720 ἔγινε μιὰ συμφωνία μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὴ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ νησιοῦ δόθηκε στοὺς κατοίκους. «Ἠμερολόγιον τῆς Μεγάλης ῾Ελλάδος».

ἀνάμεσά σας θάλασσα γαλάζια. Στολίζουνε βαρκοῦλες λευκοπτέρυγες τὴ θάλασσά σας. σὰν γοργόνα. Γύρω τριγύρω στέκεστε. 260 .Νεράιδες φυκοστόλιστες. Δέχεστε τῆς αὐγῆς τὸ πρῶτο φίλημα ἀκόμα ὁλόδροσο ἀπ’ τὰ κύματα. Καὶ πάλι ἡ λάμψη τοῦ φωτὸς ἡ ὁλόστερνη ζεσταίνει κάποιο μακρινό σας ἀκρογιάλι. καὶ παίζουν καὶ παλεύουν μὲ τὰ κύματα οἱ μέλλοντες θαλασσομάχοι. καὶ βοσκοῦ φλογέρα κάτω στὶς ρεματιές σας καὶ στοὺς λόγγους σας ἠχολογᾶ μέσα στὸν ἥσυχον ἀγέρα. καὶ σὰν ἀδέρφια καμαρώνεστε καὶ χαιρετιέστε πέρ’ ἀπ’ τὰ μπουγάζια* Μελτέμια* σᾶς δροσίζουνε καὶ σᾶς χαϊδεύουν μαϊστράλια* μ’ ἀσήμι τ’ ἀγριοκαίρια στεφανώνουνε τὰ μυριοχάοακτά σας ἀκρογιάλια. Καὶ ροβολοῦνε στὸ γιαλὸ τ’ ἀγόρια τὰ εὔρωσπα κι ἀπ’ τὴ ζωή τους ἀντηχοῦν οἱ βράχοι. στὶς λαγκαδιὲς ὁ ζευγολάτης ἥσυχος τὸ λιολουσμένο του χωράφι ὀργώνει. ἀσάλευτοι στῆς τρικυμίας τὴ μανία. Ὅταν τὸ κὕμα τῆς νοτιᾶς θεόρατο βρυχᾶται στ’ ἀκρογιάλια. χαριτωμένα μας νησιά. ποὺ χαίρονται μιὰν ἄνοιξ’ αἰωνία. ὁλόγυρα φυλάγουν τὰ λαγκάδια σας. σὰν πύργοι γιγαντόκτιστοι. Αὐτά.

ἐρχόμενο ἀπ’ τῆς πλάσεως τὰ βάθη. Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. πῶς ἀπ’ τὸν κόσμο τὸν ὡραῖο ποὺ ἐχάθη πλανᾶται ἀκόμη μυστικὸ ψιθύρισμα. καὶ οἱ κορφές σας ἐλαφρές. Βασίλειό σας τὸ Αἰγαῖον ἔχετε. Θαρεῖς. ἀγέρινες σμίγουν μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸν ὀνειρώδη θόλο. σὰν ἀρμονίας μακρινῆς ξεψύχισμα. σᾶς ἔφερνε τὰ φῶτα των. 261 . καὶ τὰ καράβια καὶ τὰ πλούτη σας καὶ τῆς ἡρωικῆς ψυχῆς σας τὴν ὁρμή. Κι ὅταν μὲς στὴ γαλήνη τὴ σεληνοφώτιστη παίζουν τὰ κύματα τὰ χρυσωμένα καὶ στὰ βουνὰ φωτὸς μαγεία ἁπλώνται κι εἶναι στὸν ἴσκιο τὰ λαγκάδια βυθισμένα. Καὶ ὅλα τὰ ἐδώκατε στὴ μάνα σας. ποὺ σὰν γέφυρα σᾶς ἔνωνε μὲ κάθε πολιτισμένη χῶρα. ποὺ πλάκωσαν μαῦρα καὶ σκοτεινὰ τὴ μάνα Ἑλλάδα. δὲν ἔσβησαν τοῦ πνεῦματος σας τὴ λαμπάδα καὶ τὴν ψυχὴ σας δὲν τὴν ἐβαρβάρωσαν. Τὸ κῦμα. ὅταν ἐσήμανε τῆς ἀναστάσεως ἡ στιγμή. μὲ τοῦ ἐμπορίου σᾶς ἐπλούτιζε τὰ δῶρα. Πνεῦμα πολιτισμοῦ πανέμορφο ἐδῶ στ’ ἀρχαῖα χρόνια ἔχει περάσει κι ἡ θεία Τέχνη σᾶς ἐστόλισε μὲ τὴ μαρμάρινή της πλάση. ποὺ καθρεφτίζεστε σὲ κῦμὰ μυροβόλο.Νησιὰ μαβιά νησιὰ χρυσὰ καὶ ρόδινα.

σὰν νὰ ξαναζωντανεύη ἡ παλιά τους ψυχή. Δάσος ὁλόκληρο. Δὲν χρειάζεται νὰ ξεκινήση κανεὶς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη· τὰ τελευταῖα σπίτια ἀγκαλιάζονται. πνίγει κάθε κοιλάδα μέσα στὸ στακτοπράσινο χρῶμα του. Ποιός ἄλλος ἥλιος κατόρθωσε ποτὲ νὰ χρυσώνη τοὺς παλιοὺς λίθους. πιὸ πέρα. ἄλλη εἰκόνα ξετυλίγεται ἐμπρός σου καὶ σὲ φέρνει μὲ τὴ Φαντασία σ’ ἄλλους τόπους μακρινούς. προφυλαγμένες ἀπὸ τοῦ βοριᾶ τὰ χαϊδέματα. σκιάζονται ἀπὸ κισσοὺς κοὶ δυὸ βήματα πιὸ ἔξω βασιλεύει παντοῦ τὸ πράσινο. ἀγκαλιασμένες πορτοκαλιὲς καὶ λεμονιές. καὶ πιὸ πέρα ξαπλώνεται τ’ ἀπέραντο λιβάδι ὡς κάτω 262 . σὲ μιὰ κοιλάδα. ποὺ τὴ φυλάγουνε Νεράιδες ἀφρογέννητες. Πλημμύρα ἀκατάσχετη ὁ ἀπέραντος ἐλαιώνας ἀναρριχᾶται σὲ κάθε λόφο καὶ βουνὸ ποὺ θ᾽ ἀπαντήσῃ. Ποιός Ἀθηναῖος δὲ θαύμασε καὶ δὲ χάρηκε τὰ μενεξεδένια δειλινὰ παιχνίδια τοῦ ἥλιου μὲ τὰ πλάγια τοῦ Ὑμηττοῦ. καὶ κατεβαίνει μὲ τὶς γέρικες ἐλιές του ν’ ἀνταμώση τὴ θάλασσα. Ἀριστομένης Προβελέγγιος «Ποιήματα». Καὶ ἅμα ἀνεβῆς στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου.ἡ ζαφειρένια του κορώνα. πότε μιὰ στέγη ἀπὸ καλύβα καπνοστεφανωμένη. περιτριγυρίζουν δύο . ποὺ φιλεῖ τὶς ρίζες τους καὶ καθρεφτίζει τὶς κορφές τους. πότε μιὰ γωνιὰ ἀπὸ ἐπαύλεις πλουσίων. Ἀλλὰ ἡ φύση λησμόνησε νὰ σκορπίση στὸ δοξασμένο κάμπο ἕνα χρῶμα: Τὸ πράσινο! Ὅποιος ὅμως κατοικεῖ στὸ γλυκὸ νησὶ τοῦ Ἰονίου πνίγεται μέσα στὸ πράσινο. 1896 ΚΕΡΚΥΡΑ Ποιός μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ τὸ γαλανὸ πανέμορφο χρῶμα τοῦ Ἀττικοῦ οὐρανοῦ. Ἕνα ποταμάκι ἥσυχο κυλᾶ τὰ καθάρια νερά του μέσα σὲ καλαμιὲς καὶ σχοῖνα.τρία φοινικόδενδρα ξενιτεμένα. Κι ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς ξεπροβάλλει πότε μιὰ σειρὰ κυπαρίσσια. ποὺ λὲς καὶ ξεγελάστηκαν καὶ φύτρωσαν ἐκεῖ. Παρέκει. νὰ τοὺς κάνη νὰ κινοῦνται ἀνάμεσα στὸ λαμποκόπημά τους. δική σας εἶναι στὸν αἰώνα.

Μερικὲς ἐλιὲς σκαρφαλώνουν σὲ κάτι χαριτωμένους λοφίσκους. ἀλλ’ οὔτε παλάτια φαίνονται μακριά.στὴ θάλασσα. Ἐκεῖ στὸν ἀνηφορικὸ δρόμο. Ἕνα πράσινο χαλὶ σμίγει μὲ τ’ ἄλλο τὸ γαλάζιο: ἄσπρα σημάδια στὸ ἕνα φαίνονται οἱ γλάροι· μαῦρες καὶ κίτρινες πινελιὲς στὸ ἄλλο οἱ ἀγελάδες. Ἐκεῖ κάπου κοντά.σιγὰ ἐκεῖ στὸ βάθος τῆς Μεσογείου 263 . Ποιός ξέρει μήπως ἀπ’ τὴν ἐλιά. τὴν γεμάτη ἀπὸ τὴν πιὸ ἀφελῆ καὶ πιὸ δυνατὴ ποίηση. ἀντὶ ν’ ἀκούωνται τὰ χρυσὰ κουδουνάκια καὶ τ’ ἀσημένια χάμουρα* ἀπ’ τὰ ὀκτὼ μουλάρια. Μ ιὰ σιγαλιὰ γεμάτη μυστήριο παντοῦ· τὸ βασίλεμα τοῦ ἥλιου γίνεται σιγὰ . ποὺ παίζουν τὴ σφαίρα. ἀφήνει τὴ βενζίνα του ἕνα αὐτοκίνητο κι ἀντὶ ἀπ’ τὶς φωνὲς καὶ τὰ γέλια τῶν κοριτσιῶν. Πέντε . ποὺ τραβοῦν τὸ ἁμάξι τῆς Ναυσικᾶς. Προσπαθεῖ κανεὶς νὰ ζωντανέψη μέσα στὴ φαντασία του τὴν ἀγροτικὴ αὐτὴ σκηνή. ποὺ κρεμᾶ τοὺς ἀπόκρημνους βράχους ἀπάνω στ’ άνοιχτὸ πέλαγος. στέλνει ἀπάνω στὸ θυμό της κτυπήματα τρομακτικὰ καὶ ποιός ξέρει πόσοι αἰῶνες χρειάσθηκαν μὲ τ’ ἄγρια ἀγκαλιάσματά της γιὰ νὰ γίνουν ἐκεῖνα τὰ μαγεμένα λιμανάκια. ἡ θεὰ τοῦ δίνει μιὰ λάμψη θεϊκὴ στὸ πρόσωπο. ποὺ τώρα τὶς γλυκοφιλεῖ. Κι οἱ ἄπειρες σπηλιές. ἀντηχεῖ βαριὰ ἡ φωνὴ τοῦ ζευγολάτη*. Ἐκεῖ στὴν ὄχθη τοῦ μικροῦ ποταμοῦ στέλνει καὶ ἡ Ἀθηνᾶ τὴ βασιλοπούλα μὲ τὰ κορίτσια της νὰ πλύνουν καὶ νὰ λευκάνουν! Κι ὅταν ὁ ναυαγὸς ξυπνᾶ ἀπ’ τὶς φωνὲς καὶ τὰ γέλια τῶν κοριτσιῶν. Τρέχει καὶ σήμερα ἥσυχο τὸ ποταμάκι. δὲν ἔπιασαν παρακλάδια καὶ βρίσκονται ἀκόμα καὶ σήμερα ἐκεῖ! Ὅλη ἡ Κέρκυρα εἶναι μιὰ ἀπέραντη θάλασσα μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐλιᾶς καὶ μὲ τεράστια κύματα τοὺς καταπράσινους λόφους. λέγει ἡ παλιὰ παράδοση. ποὺ ἔκοψε ὁ θεῖος Ὀδυσσεὺς ἕνα κλαρί. Ἔξαφνα τὰ κύματα αὐτὰ σπάζουν σὲ μιὰν ἀτελείωτη λοφοσειρὰ στὰ δυτικὰ τοῦ μαγεμένου νησιοῦ. Σήμερα σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς κρεμαστοὺς βράχους ἔχει τὸ μοναστήρι της ἡ Πααγιὰ ἡ Παλιοκαστρίτισσα.δέκα καλόγηρο ἀναπνέουν τὸν γεμάτο ἰώδιο ἀέρα. κι οἱ κουφαλωμένες πέτρες δείχνουν μὲ τί λύσσα καὶ μανία ἡ θάλασσα. οὔτε Νεράιδες παίζουν στὶς ὄχθες του. ἔφθασε ταλαιπωρημένος ὁ Ὀδυσσεὺς κι ἀποκοιμήθηκε κάτω ἀπὸ μιὰ ἐλιά. τὸ πανάρχαιο ὡραῖο παραμύθι.

Καί τὸ σήμαντρο γλυκὰ ἀντηχεῖ τὸν ἑσπερινὸ μέσα στὴν ἀγριάδα καὶ τὴν ἐρημιά. ποὺ ἀνεβαίνουν σὰν κρεμαστοὶ κῆποι. Ἀπέναντι οἱ χιονισμένες κορφὲς τῶν βουνῶν τῆς Ἠπείρου μοιάζουν σὰν τριαντάφυλλα στὸ ὑστερνὸ χάιδεμα τοῦ φωτός. Πετιμεζᾶς . τὸ Ποντικονήσι. Μέσα στὴν πόλη βρίσκεται σχεδὸν τὸ χαριτωμένο λιμανάκι τῆς.τέσσερεις καλόγριες. ἐκεῖ ποὺ ἄλλα περασμένα χρόνια. Γαρίτσας· ἀληθινὸ παιγνιδάκι τῆς φύσεως. Στὰ ὅρια τῶν δύο ἕνα μοναστηράκι μὲ τρεῖς . Τὰ μουράγια μελαγχολικὰ ρίχνουν τὴ σκιά τους μέσα στὰ νερά. Οἱ τελευταῖες ἀκτῖνες φιλοῦν τὰ ἤσυχα νερὰ τοῦ μαγευτικοῦ κολπίσκου. 1918 264 Ν. Ἕνας περίπατος μισῆς. Ὁ ἥλιος τρέχει νὰ κρυφτῆ πίσω ἀπ’ τὰ βουνὰ τοῦ Πέλεκα καὶ ὡς ἀποχαιρετισμὸ ἀφήνει ἐπάνω τους ἕνα πελωριο φωτοστέφανο ποὺ μέσα του παιγνιδίζουν ὅλα τὰ χρώματα τῆς ἴριδας*. δίνει τὴν ὀνομασία: Εἶναι τὸ «Κανόνι». λείψανο παλαιοῦ πυροβολείου. κάθεται στὸ πρασινισμένους βράχους της. ἥσυχη σὰν καθρέφτης. Ἐπάνω σ’ ἕνα βράχο ἐπίπεδο καὶ πιὸ πέρα. Δεξιὰ μιὰ λιμνοθάλασσα μὲ τὸ διβάρι* καὶ τὶς καλαμιές του στὸ βάθος. Λέγουν πὼς εἶναι ἡ «ναῦς τοῦ Ὀδυσσέως ἀπολιθωμένη». Ἀριστερὰ τὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος μ’ ἕνα φρικίασμα σιγαλὸ κι ἀνεπαίσθητο.σιγὰ τὸ κῦμα ψιθυρίζει στὸ φίλημα τῆς αὔρας. ποὺ τραβοῦν τὰ δίχτυα τους. «Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον». Πέντε ἔξι ψαροτοῦλες μὲ ἀναμμένα φαναράκια γυρίζουν. Ἡ Ἀκρόπολη βαριὰ μὲ τίς δύο κορφές της χρυσωμένη σὰν στέμμα. Κι ἀντίκρυ κατὰ σειρὰν φαίνονται λόφοι καταπράσινοι. ἀντηχεῖ μὲ ρυθμὸ ἡ φωνὴ τῶν ψαράδων. Ἕνα πελώριο κανόνι.Λαύρας .κατὰ τὴν Ἰταλία ἀντίκρυ. ὕστερα ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῆς ἡμέρας ν’ ἀράξουν κοντὰ στὸ κανάλι. Καὶ κάτω ἀπὸ τὰ τείχη στὴν ἀκρογιαλιά. Σήμερα εἶναι μιὰ πινελιὰ πράσινη μὲς στὸ γαλάζιο χρῶμα τῆς θάλασσας. ὥρας σᾶς φέρνει ἀπὸ τὴν πόλη σὲ μια γωνιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ μαγευτικὲς καὶ τοῦ νησιοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος ἴσως ὄλης. γεμάτες μ’ ἀρματωμένα παλληκάρια ἀνέμιζαν οἱ γαλέρες* τῶν Βενετσάνων. καὶ ἐκςῖ στὰ πόδια της σιγὰ .

ἡ ἀγκάλη τοῦ ξένου εἶναι βραχνάς· αἷμα γιὰ σένα χύσαμε καὶ γίνηκε κοράλλι γιὰ σένα· μὴν ξεχνᾶς. ὡς τοῦ Ἰταλοῦ τὴ γῆ. ὄνειρο μὲς στὴ χαρὰ τοῦ Μάη ὡς τὸν Καβομαλιά*. Τοῦ κάκου ὁ ξένος. Ἀπὸ τῆς γῆς τοῦς θησαυρούς μάνα. ὦ μητέρα.ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΕΦΤΑ ΝΗΣΙΩΝ Ἀπὸ τὴν Κέρκυρα. ἀγνάντια. μὲ λογῆς δολώματα καὶ βρόχια καὶ μάγια μᾶς τραβᾶ. νά ᾽μαστε σὰν τὰ χορτάρια. ἡ δική σου φτώχεια στοιχίζει πιὸ ἀκριβά. φτάνει νὰ μᾶς πατᾶς ἐσύ. σκιάχτρο κοντὰ στὰ Κύθηρα. σὰ νά ᾽σαι ἀπὸ διαμάντια. 265 . Μια ορμη παντα οδηγει σὰν χάδια ἀπ’ τὴν ῾Ελλάδα σου. Λάμπεις. Κι ἡ ἑφτάδιπλη ὀμορφάδα τους ἑφτάφωτη εἶναι πούλια·* γύρω ὑποταχτικοὺς ἔχουν τοὺς χρυσοδέλφινες καὶ τὰ θαλασσοπούλια. κάθε κορφὴ γελάει καὶ κάθε ἀκρογιαλιά. Ἰόνιο πέλαγο. Καὶ μέσ’ ἀπὸ τὸ πέλαγο τὰ Ἑφτάνησα χαράζουν πλασμενα απ’ τὸν ἀφρό. καὶ ὑψώνονται καὶ πλένονται σεμνὰ κι ἀναγαλλιάζουν* καὶ στήσανε χορό. τὰ κύματά σου. Παρὰ τοῦ ξένου φόρεμα κι ἀρχοντικὸ στεφάνι μὲ λάμψη περισσὴ κάλλιο. κι ἕνα τραγούδι ἀκοῦς: «Σαράντα χρόνια πέρασαν! Ὦ μάνα μας.

Ζάκυνθο. κι Ἰθάκη ἐσὺ ἀκουστή. δοξαστά. καθὼς ἀπ’ τὸν καιρὸ τοῦ θείου Ὁμήρου ὡς τώρα ποὺ ἀνθίζει ὁ Σολωμός. κι ἐσὺ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς ὦ Κέρκυρα μαγεύτρα.Ἐμεῖς τὸ πίνουμε τὸ φῶς απ’ τὰ δικά σου μάτια. ποὺ εἶν’ ὁ ἥλιος τῆς αὐγῆς. εἴμαστ’ ἐμεῖς». Κεφολλονιὰ δουλεύτρα ὦ Κύθηρα. Ἄμποτε ἀπὸ τὸ ταίριασμα κι ἀπὸ τὸ φίλημά τους κάποιος νὰ γεννηθῆ πλάστης. Καὶ τοῦ κορμιοῦ σου τ’ ἄχραντου τ’ ἀχώριστα κομμάτια. μητέρα. Χαῖρε κι ἐσὺ τῆς Ρούμελης γειτόνισσα. ὦ Παξοί. χαῖρε. 1912 266 Κωστῆς Παλαμᾶς . Σὰ νὰ εἶστε Ἠλύσια. ὁλόανθη. σ’ ἐσᾶς ἀρχαῖα στοιχειὰ καὶ νέα μακάρια. ἀπάνου ἀπ’ τοὺς γκρεμοὺς κι ἀπάνω ἀτ τοὺς θανάτους μὲ λόγο ἢ μὲ σπαθί! «Ἡ Πολιτεία καὶ ἡ μοναξιά». τοῦ Καποδίστρια ἡ ψυχὴ κι ὁ ἴσκιος τοῦ Ὀδυσσέα φιλιοῦ και ταιριαστά. καὶ πάντα ἡ Ἀφροδίτη σας ἀπάνου σας νὰ βρέχη τοῦ ᾽Απρίλη τὴ δροσιά! Πάντα. καμάρι σας νὰ τά ᾽χετε τοῦ τραγουδιοῦ τὰ δῶρα κι ἡ γνώμη σας ρυθμός. τοῦ ἀρματολοῦ φωλιά! Ἀκόμα τὴν ἡρωικὴ σοῦ σπέρνει ἀνατριχάδα τοῦ ψάλτη* σου ἡ λαλιά. καὶ πάντα νὰ σᾶς ἔχη καρποὺς ἡ ἐλιά. ὦ Λευκάδα. Τ’ ἄνθια της πάντα ἡ λεμονιά. νησιά.

Μὰ οἱ ψαράδες καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς θάλασσας τῆς γαλανῆς καὶ ἥμερης Τὸν γνώρισαν καὶ Τὸν ἀγάπησαν καὶ κέρδισαν τὴν ἀγάπη Του καὶ ξεδιάλυναν τὴν καρδιά Του κι ἀγκάλιασαν τὸν κόσμο ὁλόκληρο καὶ τὸν τύλιξαν μὲ τὰ δίχτυα τους. ἐπάνω στὸ βραχάκι. Ἔπειτα ὁ ζωγράφος δυναμώνει τὰ χρώματά του στὴν ἀόρατη παλέτα του καὶ ἀναλιώνει τὸ χρυσὸ καὶ χύνει τὸ ἀσήμι καὶ πλημμυρᾶ τὸ μενεξεδένιο καὶ πορφυρίζει καὶ κιτρινίζει καὶ ἀνακατώνει χρώματα. παιδιά. νὰ κατεβῆ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ νὰ γίνουν σοφοὶ καὶ νὰ διδάξουν τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας. Βλέπω τὸ θαῦμα καὶ μένω μὲ τὰ μάτια ἐκστατικὰ καὶ τὴν ἄγνωρη ψυχή μου τὴν πνίγει ὁ φόβος. Ὅλα ἦταν γαληνεμένα. σὰ μιὰ 267 .Δὲν κοπιάζεις ἀπὸ μέσα.σιγὰ μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἤρεμου καὶ γαλανοῦ ἀπόβραδου μπάτη. στημένη κατάνακρα* στ’ ἀκρογιάλι. τὴν συντροφιά σας καὶ τὴν ἀγάπη σας! Μὲ τ’ ἀπόβραδο κάθισα σ’ ἕνα σκαμνὶ ἀπέξω ἀπ’ τὴν καλύβα τους. Κάτι κολιοὺς ἔχομε καὶ τοὺς κρατήσαμε γιὰ μᾶς. ποὺ γέρνοντας ὁ ἥλιος τὸν φλόγιζε κι ἑτοίμαζε τὸ μεγάλο πανηγύρι τῶν χρωμάτων. Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν νὰ μὴ τοὺς προτιμήσωμε καὶ μεῖς.ΣΤ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ Ὁ Χριστὸς πάντοτε εἶχε προτίμηση γιὰ τοὺς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι» καὶ τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε πὼς αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Δὲν ξέρω τίποτε. .Μετὰ χαρᾶς. ἀπ’ τὰ βουναλάκια τὰ πευκόφυτα ὡς τὸ βάθος πέρα τοῦ ὁρίζοντα. Στὸ κατώφλι τῆς πορτούλας ἡ φου . Γιὰ ψαράδες πρόκειται.φοὺ μὲ τὰ καρβουνάκια ἔπιανε σιγὰ . κι ἔπειτα ξαναπῆραν τὰ βουνὰ καὶ χάθηκαν μέσα στοὺς λόγγους κι ἀπάνω στὶς πλαγιὲς καὶ στὶς κορυφές. ποὺ ἔχουν περίσσια χάρη. ἀφοῦ μάλιστα εἶναι τόσο εὐγενικοὶ καὶ καλόκαρδοι. ποὺ πότε γίνεται τριανταφυλλὶ καὶ πότε σκεπάζεται μὲ τ’ ἀφροπαίγνιο. νὰ μᾶς φιλοξενήσουν στὴν καλύβα τους. Καὶ οἱ ψαράδες ἔλαβαν τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔμαθα τιποτε. μὰ δὲν ἔχουν ὄνομα πιὰ καὶ γίνονται ὅλα στὴν ψυχή μου ἕνα. Γίνομαι πρωτόγονος ἄνθοωπος μιὰ στιγμή. . Οἱ ποιμένες μόνον Τὸν χαιρέτισαν γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκε. ποὺ ἁπλώθηκε ἀπὸ πέρα ὡς τὰ πόδια μου ἐμπρός. Κακόμοιροι πρῶτοι ἄνθρωποι! πῶς νιώθατε τὸ μεγαλεῖο καὶ τὸ ἀνεξήγητο κᾳλύτερα ἀπὸ μᾶς! Βλέπω λοιπὸν ἐγὼ καὶ δὲν ἐξετάζω καὶ κολυμπῶ μέσα στὸ χρῶμα τὸ ρόδινο στὴν ἀρχή. Ἔχομε καὶ κεχριμπαρένιο ἀπ’ τὰ Μεσόγεια.

σὰν πάψαν οἱ βοριάδες ἔπεσε γύρω σκοτεινιὰ καὶ σωπασιὰ θανάτου.Τοῦ Θεοῦ τ’ ἀγαθά! Καὶ τοῦ «Θεοῦ τ’ ἀγαθὰ» βγῆκαν. Τὰ κατεβάσαμε τὰ ψάρια ἀπ’ τὴν σκάρα καὶ μοσκοβολᾶνε. στὴ στέγη 268 . Καὶ τὸ απουρίνι* δυνάμωνε καὶ ὁ θυμὸς ξέσπασε τῆς γαληνεμένης λιγάκι πρὶν θάλασσας. Καλὰ ποὺ μαζευτήκατε στὴν ὥρα σας! Τί φέραμε.Λαύρας Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ Χτὲς βράδυ τὰ μεσάνυχτα.. μὲ τὰ τέσσερα κουπιά της καὶ τὸ ρυθμικὸ καὶ μονότονο «ὅο. Μὲ τὰ συννεφάκια ἐκεῖ μακριὰ πῶς πύκνωναν καὶ μεγάλωναν καὶ μαύριζαν καὶ ἅπλωναν σκεπάζοντας τὰ οὐρανοθέμελα ἀπ’ τὴ μιὰ ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη. πυκνὸ τὸ χιόνι ἁπλώθηκε στὴ στράτα μας. Πετιμεζᾶς . ποὺ τὰ θέλει ὅλα. . Κι ἐκεῖνα τὰ μικρὰ κι ἀνάλαφρα κυματάκια μὲ τὸ ἀφρόζωμα τῆς ἀκρογιαλιᾶς. ἔγιναν θηρία κι ἀνεβαίνοντας καὶ πηδώντας τὸ ἕνα τ’ ἄλλο.. στρωθήκαμε γύρω μὲ τοὺς ἁγνοὺς καὶ ταπεινοὺς καὶ καλόκαρδους ἐκείνους ἀνθρώπους. Καὶ τότε εἶδα τί θὰ πῆ μπουρίνι* ἔξω στὴ θάλασσα καὶ γαληνιὰ κι ἀγαθωσύνη μὲς στην καρδιά. λέγω. μὲ τ’ ἀκρογιάλι. Καὶ κάτι σὰν ἀνατρίχιασμα ξαφνικὸ ἔπιασε τὴ θάλασσα.. Παντελή. Τὸ καμτσίκι ἀντήχησε δυὸ τρεῖς στριφτὲς καὶ ὁ ντορὴς τό ᾽βαλε στὰ πόδια κατὰ τὴν μεγάλη χώρα. Μὲ τὸ μικρὸ λυχνάρι κρεμασμένο στὸ μεσανὸ δοκάρι καὶ πηγαίνοντας πέρα δῶθε· μὲ τὴν φουφοὺ μὲ τὰ κάρβουνα γιὰ μαγκαλάκι· μὲ τὴν μυρουδιὰ τὴν βαριὰ τῶν διχτυῶν καὶ τῆς ἁρμύρας καὶ τῆς βρεμένης γῆς καὶ τῶν νιτσεράδων* μὲς στὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα.μαγεμένη καὶ θεία εἰκόνα. ἐκεῖνα τὰ συννεφάκια μακριά. ποὺ τὴν ράντιζαν ἀπ’ τὰ πόδια ὡς τὴν σκέπη. . Περιοδικὸν «Πυρσός».ίς» μπαίνει μέσα στὴν ὑπαίθρια ζωγραφιὰ καὶ τὴν σπάζει. Τά ᾽βαλαν καὶ μὲ τὴν καλύβα ἀκόμα. Μιὰ βαρκούλα ἀργοτάξιδη. 1928 Ν. Ἔρχεται ἡ ἀφιλότιμη.. ἔγινες καὶ μούσκεμα. Κι ἄρχισε τὸ φούσκωμα καὶ τ’ ἀγρίεμα καὶ τὸ βουγγητό.ίς! Ὄο.Δὲ μ’ ἀρέσουνε.Δὲν περνᾶς μέσα. . μὲ πέτρες. μπῆκαν στὶς κόφες καὶ ἡ σούστα γέμισε ξέχειλη... τά ᾽βαλαν μὲ βράχους.

τὴν ἀνοιχτή του τὴν καρδιὰ καὶ τὴ λεβέντικη ὄψη. ποὺ νὰ μὴν ξέρη νὰ τὸ πῆ στὴ ζωντᾳνὴ λαλιά του. 269 .κι ὁ γεροπεῦκος τῆς αὐλῆς μὲ τὸ κεφάλι ὁλάσπρο βαριόγειρε. καὶ τ’ ἄγουρα* παιχνίδια μας ἀμίλητος θωροῦσε. τὸν πόλεμο τῆς ζήσης.. πιστὰ μᾶς τὰ κρατοῦσε... Μᾶς ἔλεγε τὴν ὀμορφιὰ τῆς νιότης του πατέρα. τότε ποὺ ὁ γέρος μας παπποὺς μὲ τὴν καλὴ κυρούλα καθόντανε στὴ ρίζα του νὰ ψιλοτραγουδήσουν. καὶ τίποτα δὲν ἔφευγε τῆς θύμησης δικό μας. λοξὴ ματιὰ νὰ ρίξη.. Μᾶς μολογοῦσε* τὴν παλιὰ ζωὴ κι εὐτυχισμένη. Τὰ χρόνια.. Ὁ γεροπεῦκος. ἔγερνε πάνωθε ἀγαθὸς γλυκὰ χαμογελώντας. και ξαφνικὰ φριχτὰ τριζοβολώντας σωριάστηκε στὰ πόδια του καὶ τοῦ ᾽φυγε ἡ ψυχή του. ὁ γεροπεῦκος τῆς αὐλῆς στὸ φτωχικὸ μᾶς σπίτι παρὰ σὰν ἀποσταίναμε στὸ πάλεμα. στὴν πίκρα. χαρούμενη φωνή του σὰ μιλοῦσε.οῦ τόθου μᾶς ἔσυρε. τ’ ἄνθη τῆς ὄψης μα ςνὰ ἰδῆ νὰ τὰ καλωσορίση.. Μὰ ὅταν μὲ δίψα σκύβαμε κατόπι στ’ ἀλφαβῆτα. λειψὰ* τὰ πρῶτα βήματα σὰν ψάχναμε νὰ βροῦμε. γιὰ τὴ δουλειά. νὰ γέρνουμε στὴ ρίζα του κι ἐκεῖ νὰ καρτεροῦμε τὴν ἀγαθὴ παρηγοριὰ καὶ τὸ χαμένο θάρρος. ποὺ περνούσανε. τῆς αὐλῆς μικρὰ παιδιὰ μᾶς εἶδε. τὰ καλοκαίρια ἡλιόφωτα καὶ τοὺς θολοὺς χειμῶνες. τριγύρω ἀναζητώντας φωνὴ ν’ ἀκούση γνώριμη. Τὸν ἴσκιο του μᾶς ἔδινε μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη μᾶς χάριζε τὸ ἀνάσασμ’ ἀλαφρὸ˙ τῆς ἀναπνιᾶς μας καὶ δὲ ζητοῦσε ἀντίχαρη κι ἄλλη καμιὰ ἀναγάλια. μᾶς σκόρπισε τὸ κύκλωμα τοῦ κόσμου. ὁ γεροπεῦκος τῆς αὐλῆς συλλογισμένος πάντα παραπονιότανε μουγγὰ* τ’ ἁψὰ τὰ μεσημέρια στοῦ μελτεμιοῦ τὸ φύσημα. τὴν προκοπή. Καὶ σὰν ξεπεταχτήκαμε καὶ τ’ ὄνειρο. Καὶ μᾶς διηγόταν τὴν κρυφή του θλίψη κάποιες νύχτες καὶ τὴν ἁγνή.

σὰν πάψαν οἱ βοριάδες κι ἔπεσε γύρω σκοτεινιὰ καὶ σωπασιὰ θανάτου. μέρες καλές.τι καὶ ἂν ἦτο ἡ ἐλαία τοῦ Ἐρεχθείου. τ’ ἀστροπέλεκα. παράγερος ἀπ’ τ’ ἄμετρα τὰ χρόνια. ποὺ τὸ ἔμπηξεν εἰς τὸ ἔδαφος θυμωμένη μὲ τὸν Ποσειδῶνα καὶ ἐφύτρωσε θαλλούς*. «Ἡμερολόγιον Μεγ.. καμπουριαστὸς στὸ χῶμα. γιὰ ν’ ἀνασάνη μιὰ σταλιά. Ἦτο τὸ πρῶτον της ἄγαλμα σχηματισθὲν μὲ τὸν κορμὸν τῆς ἐλαίας αὐτῆς. 1929 Ρήγας Γκόλφης Η ΙΕΡΟΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΔΕΝΔΡΟΥ Ἦτο κότινος* ἀρχικῶς ἡ ἐλαία τοῦ Ἐρεχθείου*. τὴν πίστη τῆς ἀγάπης. ἐθεωρεῖτο ὡς δένδρον πανίερον. παπποὺς μαζὶ καὶ πρόπαππος. τὶς μπόρες. τ’ ἀνέβασμα. τὸ κύλισμα. τὰ μεσάνυχτα. τὰ κλάματα γιὰ τοὺς χαμούς. παρακαλοῦσε κι ἤθελε. τὴ γνώση τῆς ὑπομονῆς. ποὺ διάβηκαν καὶ νύχτες ἀγριεμένες. Χτὲς βράδυ. τὸ δὲ λάδι της ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὴν ἄσβεστον λυχνίαν 270 . στὴ στέγη. Ὅ. νὰ ξαναβρῆ τὴ ζήση.. τὸ πνίξιμο στὰ κύματα τοῦ χρόνου. βίγλα* τοῦ σπιτικοῦ μας ἔγερνε τώρα ὁλόρριζος. τὰ βήματα τῆς φαμελιᾶς καὶ τὰ σκουντήματά της. Ἦτο ἡ ἰδία ἡ Ἀθηνᾶ. ἐμφανισθεῖσα ὑπὸ μορφήν ἐλαίας. τὶς μάνητες* τοῦ ἀγέρα. γιὰ τὶς χαρὲς τὰ δάκρυα. πυκνὸ τὸ χιόνι ἁπλώθηκε στὴ στράτια μας. Γέροντας πιά. Ἦτο τὸ δόρυ της. Ἦτο ἡ πρώτη ἥμερη ἐλαία. νὰ τοῦ σταθοῦμε βοήθεια.Μᾶς θύμιζε τὶς ἄνοιξες καὶ τοὺς βαριοὺς χειμῶνες. τὸ γύρισμα μὲς στὸν τροχὸ τῆς τύχης. Ἑλλάδος». τὴν ὁποίαν ἐφύτευσεν ἡ Ἀθηνᾶ ὑπὲρ τῆς πόλεώς της. κι ὁ γεροπεῦκος τῆς αὐλῆς μὲ τὸ κεφάλι ὁλάσπρο βαριόγειρε καὶ ξαφνικὰ φριχτὰ τριζοβολώντας σωριάστηκε στὰ πόδια του καὶ τοῦ ᾽φυγε ἡ ψυχή του.

ὅλα δὲ τὰ ἱερὰ τῆς Ἀθηνᾶς περιεῖχον ἱερὰς ἐλαίας (μορίας)· πολλὰ δὲ ἐξ αὐτῶν περιεκυκλοῦντο ἀπὸ ἐλαιῶνας ὁλοκλήρους. ὅτι διετάχθησαν οἱ ἀκτήμονες πολῖται νὰ βγοῦν εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ νὰ φυτεύσουν ἐλαιόδενδρα. λησμονημένον εἰς καμίαν πλαγιὰν βουνοῦ τῆς Ἀττικῆς. Τίς οἶδε. ὅπως λέγουν τὰ παλαιὰ συναξάρια*. εἶδαν. τὴν ἱερὰν κατὰ τοὺς θρύλους ἐδημιουργήθησαν αἱ δώδκα ἐλαῖαι τῆς Ἀκαδημίας* δεῦτε λάβετε φῶς! .τὸ μόνον δένδρον. Αὐταὶ μετελαμπαδεύθησαν κατόπιν καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη ὁλόκληρον τὸ ἱερὸν δάσος τῶν Ἀθηνῶν. «Πεισιστράτου προστάξαντος». «πρότερον ψιλὴν καὶ ἄδενδρον οὖσαν». τοῦ ὁποίου ἐστεφάνωναν τὴν κεφαλὴν μὲ κλάδον τῆς ἐλαίας αὐτῆς! Μὲ τέτοιον κλάδον ἐστεφάνωσαν τὸν Ἀριστοφάνη* μετὰ τὴν θριαμβευτικὴν παράστασιν τῶν «Βατράχων»* του. Καὶ ὅταν κατὰ τὰ Περσικὰ κατέκαυσαν οἱ βάρβαροι καὶ τὴν ἐλαίαν αὐτὴν τοῦ Ἐρεχθείου. τὴν ἐπιοῦσαν. Πέλαγος ὁλόκληρον ἐλαιοδένδρων προῆλθεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμφύτευσιν τοῦ Πεισιστράτου. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν. Προστίθεται δὲ καὶ ἡ πληροφορία. Σηκὸς* ἐθεωρεῖτο ὁ περίβολος τῶν ἐλαιώνων αὐτῶν καὶ τὰ κουφώματα κάθε ἐλαίας του ἦσαν κόγχαι ἀναθηματικαί.. πρὸς τὰς δώδεκα πύλας της. κανένα κούφταλον ἐλαίας. ὡς λέγεται. ἐκπροσωποῦσα τὴν ἁγιότητα εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ τὴν εὐτυχίαν εἰς τὸν οἶκον· τὸ δὲ μυστήριον τοῦ εὐχελαίου καταδεικνύει τὴν συνεχῆ καὶ ἀμείωτον ἱερότητα τῆς ἐλαίας εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Γένους. μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα. ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ ἀρχαιότητας . ποὺ διετάχθησαν ἀπὸ τὸν βασιλέα των νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ νὰ προσφέρουν θυσίας. Ὄλβιος* ἐκεῖνος. ἂν δὲν εἶναι λείψανον τοῦ ἐκπολιτιστικοῦ ἐκείνου ὀργασμοῦ!. τῆς ἔδενε καὶ κορδελάκια. Καὶ εἰς τοὺς κατόπιν χρόνους διετηρησε τὴν θέσιν της ἡ ἐλαία. ποὺ ἐπλησίαζε τὴν ἐλαίαν τοῦ Ἐρεχθείου μὲ ἀπαράβλητον εὐλάβειαν. Ἡ γενίκευσις ὅμως τῆς ἐλαίας ὡς παραγωγικοῦ δένδρου ὀφείλεται. τῆς ἐκρεμοῦσε καὶ στεφάνους καὶ ποικίλα ἀναθήματα καὶ καρπούς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν ἐπάνω ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι ἐλαῖαι . εἰς τὸν Πεισίστρατον· οὕτω δὲ τὴν Ἀττικήν. Ἀπὸ τὴν ἐλαίαν αὐτήν.ἀντιστοιχοῦσαι. τὴν κατεφύτευσαν μὲ ἐλαιόδενδρα.τῆς Ἀθηνᾶς.. μὲ ἀπορίαν των τὴν καημένην ἐλιὰ νὰ ἔχῃ πετάξει βλαστάρι ἴσαμε ἕνα πῆχυν. Καὶ ποῖος δἐν εἶδε τὴν καλὴ γριούλα μὲ ἕνα κατακάθαρον 271 .

Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία δὲν μ’ ἀπολείπουν οἱ καρποί· ὡς τὰ βαθιά μου γηρατεῖα δὲ βρίσκω στὴ δουλειὰ ντροπή. Καὶ ποῖος δὲν εἶδε τὴν εὐλαβῆ γριούλα νὰ γονατίζῃ. μοσχάτη. 1914» Δ. Γρ. Καμπούρογλου Η ΕΛΙΑ Εἶμαι τοῦ ἥλιου ἡ θυγατέρα ἡ πιὸ ἀπ’ ὄλες χαϊδευτῆ. γιὰ τ’ ἂλλα μάτια εἶμαι γριά. θαμπώνω τῆς ψυχῆς τὸ μάτι. αὐτὸν τὸ μάτι μου ζητεῖ˙ εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη. Ὅσο νὰ πέσω νεκρωμένη. τριανταφυλλιὰ ἢ κιτριά.· Χρόνια ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ κρατεῖ. μ’ ἀγάπνησε μία θεά· εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη.βαμβακάκι νὰ παίρνῃ ὀλίγον ἁγιασμένον λαδάκι ἀπὸ τὴν κανδήλαν τῆς Ἀειπαρθένου. Μ’ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη κι εἶμαι γεμάτη προκοπή· εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη. Φρίκη. Δὲ μ’ ἔχει ἀηδόνι ἐρωμένη. διὰ νὰ ξαναδώσῃ τὴν νεανικὴν δύναμιν στὴ ματιά της ἢ διὰ νὰ ἀποσταυρώσῃ τὸ ἐγγόνι της. «Ὁ Ἀναδρομάρης τῆςἈττικῆς. νὰ κάνῃ μετάνοιες καὶ κατόπιν αἴρουσα τὰς χεῖρας πρὸς τὸν προστάτην της Ἅγιον νὰ μουρμουρίζῃ τὰς δεήσεις της καὶ νὰ ἅπτεται τῆς κανδήλας του. νερὰ καὶ σκότη τὴ γῆ ἐθάψαν μιὰ φορά· πράσινη αὐγὴ μὲ φέρνει πρώτη 272 . ἐρημιά. Δὲν εἶμ’ ὁλόξανθη.

ἔχει στὴ ρίζα μου χυθῆ. Τὸν πλοῦτο πιὰ δὲν τὸν φωτίζω. 1886 273 Κωστῆς Παλαμᾶς . κι ἀκούστηκ’ ἡ γλυκιὰ λαλιά του λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθῆ· Τὸ δάκρυ του. μὰ φέγγω μπρὸς στὴν Παναγιά. «Τὰ Τραγούδια τῆς Πατρίδας μου». σὺ μ’ εὐλογεῖς.στὸ Νῶε ἡ περιστερά. ὅλης τῆς γῆς εἶχα γραμμένη τὴν ἐμορφιὰ καὶ τὴ χαρά· εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη. δροσιὰ ἁγιασμένη. φτωχολογιά. ᾽Εδῶ στὸν ἴσκιο μ’ ἀποκάτου ἦρθ’ ὁ Χριστὸς ν’ ἀναπαυθῆ. Εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη. Καὶ φῶς πραότατο χαρίζω ἐγὼ στὴν ἄγρια τὴ νυχτιά. εἶμ’ ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη. Κι ἂν ἀπ’ τὸν ἄνθρωπο διωγμένη.

274 .

ΖΩΑ .ΠΤΗΝΑ 275 .10.

276 .

νὰ τά ᾽χω ἀδικημένα... Βουβὴ ἡ ἁφή. ἀλλ’ ἀπέτυχον. τὸ ὁποῖον ἐπυροβόλησαν καὶ ἐλάβωσαν. Ὁ ἴσκιος ποὺ τρέχει νὰ χαθῆ παράμερα τοῦ δρόμου. Ἀπροόπτως ὅμως ἐνεφανίσθη μία ζαρκάδα μὲ τὸ παιδί της. ἁπαλή. Θέ μου. καὶ τρέμουνε τὸν ἄνθρωπο τὰ ζῶα τ’ ἀγαπημένα· ἴσως κι ἐγώ. πολλῶν ψυχῶν τὰ κρίματα μποροῦσε νὰ τὰ σβήση. σκληρὸ παιδί. ἡ ὁποία προηγεῖτο ὀλίγα βήματα. θαρρώντας ποὺ ἀπαντήθηκαν μὲ φοβερὸ διαβάτη. ὅπως τὸν διηγοῦνται πολλοὶ κυνηγοί. μιλεῖ τοῦ ζώου γιὰ τὴ φριχτὴν ἀνθρώπινην ἀπάτη. καὶ ἡ ἀτυχὴς μητέρα 277 . χνουδάτη. νὰ τό ᾽ξερε τί ἀνάξιος ὁπού ᾽μαι τέτοιου τρόμου! Μὲ τῶν προγόνων τους θὰ ζοῦν τὰ θολωμένα φρένα. 1931 ΑΠΟ ΤΑ ΖΩΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ Α) ΤΟ ΖΑΡΚΑΔΙ Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ συγκινητικώτερα ποιήματα τῆς μητρικῆς στοργῆς ὁ θάνατος μιᾶς ζαρκάδας. ἂς ἦταν. Ἐκεῖνο ἐβέλαζε. Μὰ τώρα ποὺ ἔχω μέσα μου ἐλέους κι ἀγάπης βρύση.ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΖΩΑ Σὰν ἀλαργεύουν ἀπὸ μὲ γεμάτοι τρόμο οἱ γάτοι. Ζαχαρίας Παπαντωνίου «Τὰ Θεῖα Δῶρα». ποὺ πάω στὸ φτωχικό μου. Εἶχαν παγάνα* παρὰ τὸν Ἀχελῶον δι’ ἀγριογούρουνα. Ἀμέσως μετ’ αὐτὴν ἤρχετο τὸ μικρό της. στῆς γάτας τὸ γουναρικὸ τὸ χάδι μου ἂν γλιστρήση. μὰ νόημα κι ὑπομονὴ γεμάτη. Οἱ κυνηγοὶ ἐπυροβόλησαν τὴν ζαρκάδα. χαϊδεύοντας τὴ ράχη του γυρτή. δυνατὸ νὰ βγοῦνε ἀπ’ τὴν ἀπάτη. μὲς στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα.

Ἔχουν ἕνα βάδισμα ἢ μᾶλλον ἕνα πήδημα ρυθμικόν. ὡς ἀστραπή· καὶ μόνον ἂν πιασθοῦν τὰ εὔμορφα ξύλα τῆς κεφαλῆς των ἀπὸ τίποτε κλαδιά. ἀγνοοῦν ὁλότελα νὰ προφυλάσσωνται καὶ πρὸ παντὸς συχνάζουν εἰς μέρη καλοπάτητα. σὰν ζαρκάδι. Οἱ κυνηγοὶ τὴν ἐπυροβόλησαν. Εἶναι ζῶα τῆς ταχύτητος καὶ τὰ δημοτικὰ τραγούδια δανείζονται ἀπ’ αὐτὰ εἰκόνας γρηγοράδας καὶ σβελτοσύνης: Ποιός εἶν’ ἄξιος καὶ γλήγορος νὰ τρέξη. ἀνακαλύψαντες. σχεδὸν μἐχρις ἡλιθιότητος. Πολλὰ ζαρκάδια ὅμως σιγυρίζουν ἕναν λύκον καὶ λέγεται. μαθηματικῶς ὑπολογιζόμενον ἀπὸ τοὺς κυνηγούς. Ἀντὶ νὰ τὴν σκοτώσουν. Ἡμερεύουν εὐκολώτατα καὶ εἶναι πολὺ ἀθῶα. Ἀλλ’ αὐτὰ φεύγουν. τριῶν μερῶν περπάτημα τρεῖς ὧρες νὰ τὸ κάμη. φαίνεται. ὅσον προχωρεῖ ἡ θερινὴ ἐποχὴ καὶ τρέφονται. Ἀλλ’ οὔτε πέντε ἄνθρωποι δὲν ἠμποροῦν νὰ κρατήσουν ἕνα ζαρκάδι. Τὰ καταδιώκουν μανιωδῶς οἱ λύκοι. διὰ νὰ τὰ τουφεκίζουν ἐπιτυχῶς. Ὅταν τὴν μετέφεραν εἰς τὴν ἀκροποταμιάν. τόσον περισσότερον κοκκινίζουν. Τὸ φθινόπωρον ἀρχίζουν ν’ ἀλλάζουν χρῶμα καὶ μέχρι τῆς ἀνοίξεως γίνονται κατακάστανα. ἡ ὁποία ἦτο ἐκτὸς βολῆς πλέον. κατορθώνουν καὶ τὰ συλλαμβάνουν οἱ λύκοι. ὅτι ἔχουν νόστιμον κρέας. ὅτι τοῦτο δὲν τοὺς ἐμποδίζει νὰ κυνηγοῦν τὰ ζαρκάδια συστηματικῶς. ἀρχίζουν καὶ παίρνουν τὸ καφεκόκκινον χρῶμα των καί. ὅτι εὑρῆκαν λύκους νεκροὺς μὲ ἴχνη κτυπημάτων ἀπὸ ξύλα ζαρκαδιῶν. ἀλλ’ ἡ κακή της τύχη δὲν ἠθέλησε νὰ τελειώσῃ τὸ βάσανόν της. ἐξ οὗ καὶ ἡ λαϊκὴ εὐχή: «ν’ ἀσπρίση νὰ γεράση σὰν τοῦ ζαρκαδιοῦ τὴν οὐρά». Ἐννοεῖται ὅμως. ἡ ζαρκάδα ἔπεσεν ἐπάνω στὸ παιδί της καὶ ἔκαμνεν ὡσὰν ἄνθρωπος. τὴν ἐπλήγωσαν εἰς τὰ πόδια. 278 . Ἅμα ὅμως ἀνοιξιάσῃ. Διότι τὰ ζῶα αὐτά.του. Ἡ οὐρά των μ’ ὅλα ταῦτα καὶ τὸ κάτωθεν μέρος εἶναι ἄσπρα. Καὶ οἱ κυνηγοὶ ἐνθυμοῦνται ἀκόμη μὲ συγκίνησιν τὸ δρᾶμα αὐτό. ἐγύρισε βελάζουσα καὶ αὐτή διὰ νὰ ἴδῃ τὴν τύχην τοῦ μικροῦ της. ὡς ἀπονήρευτα.

ὅπως ἡ ἀλεπού. διότι. ὥστε νὰ μετέρχεται τὰ τεχνάσματά της. οὔτε ὁ λύκος ἔχουν τὴν ὠμότητα νὰ ἐπιχειρήσουν.τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ ἀλεπού.Β) ΤΟ ΚΟΥΝΑΒΙ Ἐνῶ ἔχει τὸ μαλακώτερον δέρμα. δὲν εἶναι πολὺ ἔξυπνον. ὅπως περιπατεῖ ἢ μᾶλλον ὅπως πηδᾶ μὲ τὰ τέσσερα μαζί. γνωρίζει τὴν μέθοδον τοῦ δοκάνου καί. λόγου χάριν. Ἐὰν πιασθῆ εἰς δόκανον. ὅταν ἐμυρίσθη κάποτε τοιαύτην ἑτοιμασίαν εἰς μέρος ὕποπτον. τόσον. ὡς λίαν πονηρή. καὶ ἐνῶ ζῆ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ μέλι. Ἐκεῖνο πηδᾷ νὰ φύγη καὶ πίπτει μέσα εἰς τὸ σακκί. ἡ ὁποία. Ἐντεῦθεν ἡ παροιμία «ἡ πονηρὴ ἀλεποὺ πιάνεται καὶ ἀπὸ τὰ τέσσερα». ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς τὴν κουφάλαν κανενὸς δένδρου ἢ εἰς καμίαν σπηλιάν. γνωρίζοντες ὅτι πάντοτε ἡ φωλεὰ τῶν κουναβιῶν ἔχει δύο ἐξόδους. τὰ ὁποῖα τὴν χαντακώνουν. ὥστε νὰ το κάμνῃ ἕνα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἁπλώνεται εἰς εὐρὺν χῶρον καὶ πατήση κανένα δόκανον. θὰ κόψη τὸ πόδι του. ᾶν πιασθῇ. Δὲν εἶναι καθόλου φιλύποπτον. Δύσκολον λοιπὸν πρᾶγμα νὸ. Οἱ κουναβοκυνηγοὶ λοιπὸν παρητήθησαν πρὸ πολλοῦ τῆς διὰ δοκάνου μεθόδου καὶ κυνηγοῦν τὸ κουνάβι ὡς ἑξῆς: Ἐὰν εἶναι χειμών. περιπατεῖ καὶ μὲ τὰ τέσσερα πόδια του ἀνοικτά. ἐλοξοδρόμησε καὶ εἶπεν: 279 . θὰ γυρίση καὶ θὰ κόψῃ μὲ τὸ στόμα του τὸ πόδι του. πιάνεται ἑπομένως ἀπὸ τὸ ἕνα. μὴ ἐπαγγελλόμενον εὐφυΐαν. Οἱ κυνηγοί. τὸ προχειρότερον τῶν ὁποίων εἶναι ἡ τοποθέτησις κρέατος εἰς μέρη ὲπικίνδυνα διὰ τὴν ἀσφάλειάν του. ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη του ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια καὶ τοιουτοτρόπως εὑρίσκουν τὴν φωλεάν των. Τὸ κουνάβι. παρασύρεται πολλάκις εἰς τὰ τεχνάσματα τῶν κυνηγῶν. ὅσον ἡ ἀλεπού. πρᾶγμα. ὅπως εἶπα. συμβαίνει νὰ πέση ἐπάνω εἰς δόκανον καὶ τότε πιάνεται καὶ μὲ τὰ τέσσαρα. τοποθετοῦν εἰς τὸ στόμιον τῆς μιᾶς ἐξόδου σάκκον ἀνοικτὸν πρὸς τὰ χείλη τοῦ στομίου καὶ κατόπιν πηγαίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλην ὀπὴν καὶ τὴν καπνίζουν μὲ ἀναμμένα πανιά. Γυρίζει τότε καὶ τρώγει τὸ συλληφθὲν πόδι του καὶ ἀφήνει ὑγείαν εἰς τὸ δόκανον καὶ εἰς κανὲν ὑπόλειμμα τοῦ ποδιοῦ του. ὅταν εἰσέρχεται εἰς ἀμπέλια ἢ πλησιάζη ὀρνιθῶνας. εὑρεθῆ εἰς δόκανον κουνάβι. ἔχει μ᾽ὅλα ταῦτα τὴν σκληροτέραν ψυχήν. ἑνώνει τὰ πόδια της. Ἀλλά. Αὐτή. ᾽Εξ ἄλλου δὲ δὲν εἶναι καὶ ἔξυπνον. Ἐπειδὴ δέ. ὥστε νὰ τυλίγῃ τοὺς λαιμοὺς τῶν γυναικῶν.

Εἶναι τὸ μόνο ψάρι. Γιὰ νὰ σὲ βγάλουν δημογέοοντα. διότι κατὰ τὴν ἄνοιξιν δὲν τοὺς παῖρνει μόνον τα μυαλὰ. ὄχι μόνον τῶν ψαριῶν τῶν γλυκόν νερῶν. ὥστε νὰ ἠμποροῦν νὰ τὸ πιάσουν καὶ τὰ μικρὰ παιδιά. Πῶς λοιπὸν τοὺς ἀναβαίνει ἡ πέστροφα. . Ὁ Ἀσπροπόταμος* καὶ τὰ παραπόταμά του εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὸ ψάρι αὐτό. Οἱ πέστροφες ζαλίζονται εἰς τὸ πολὺ φῶς καὶ χοροπηδοῦν. τοῦ ἀπήντησεν ἡ ἀλεπού.Μπά! εἶπε τὸ κουνάβι. Γ) Η ΠΕΣΤΡΟΦΑ Ἡ πέστροφα εἶναι τὸ εὐμορφότερο καὶ ἀφθονώτερο ψάρι τῶν εὐρυτανικῶν ποταμιῶν. . ἀλλὰ καὶ τῶν θαλασσινῶν. ποὺ ἀνηφορίζει τὰ ποτάμια (ἐπιστρέφει.. μαδᾷ μέχρις απογυμνωσεώς τὴν ἄνοιξιν. Ἀνάβουν τὴν νύκτα ἕνα δέμα ξηρὲς βέργες καὶ μὲ αὐτὲς στὸ χέρι κατεβαίνουν εἰς τὶς ὄχθες τῶν ποταμῶν. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν ἐποχὴν ἀποκουτιαίνεται. ὅταν εἶναι μαδημένον τὸ δέρμα των. ἀλλὰ καὶ συχνοὺς καταρράκτας μεγάλου ὕψους. Τὸ κυνήγι της εἶναι πολύτροπον.Ἄμ γιατί σὲ κυνηγοῦν. κουλουριάζεται καὶ ἐκσφενδονίζεται πρὸς τὰ ἐπάνω. Γεῦμα δίχως κρασὶ δὲν κάμνει ἡ ἀλεπού. Τὰ εὐρυτανικὰ ποτάμια. ὅτι ἕνα κουνάβι παρεπονεῖτο εἰς τὴν ἀλεποὺ κατὰ τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὄνομά της τὸ χρεωστεῖ εἰς τὸ κυριώτερον χάρισμα. ἅλλὰ καὶ τὸ τρίχωμά του. διότι δὲν ἔχουν καμίαν ἀξίαν. γιὰ τὰ μαλλιὰ μᾶς κυνηγοῦν. δὲν ἔχουν μόνον τὰς ἀποτομωτέρας κλίσεις. τὸ νοστιμώτερον. δαγκώνει τὴν οὐράν της. Τὸ κουνάβι. διότι νερουλιάζει τόσον τὰ μυαλά των τὴν ἄνοιξιν. θαρρεῖς. Ἰδού ἡ τέχντι της: Ἅμα φθάσῃ εἰς τὸν ποῦντον (τὸ κάτω μέρος τοῦ καταρράκτου). ὅπως καὶ ἡ αλεπου. Ἰδίως τὴν κυνηγοῦν μὲ δυναμίτιδα καὶ ξυλοφωτιές. πρέπει νὰ μοῦ βάλετε καὶ κρασί.Ὤχ ἀδελφέ. ποὺ ἔχει. ἰδίως τὰ τῶν Ἀγράφων. Ἑπομένως ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὰ μαρτύρια τοῦ κυνηγίου. Τὸ ψάρεμα τῆς πέστροφας εἶναι τὸ προσφιλέστερον εύρυτανικὸ κυνήγι. Ἡ ἀλεποὺ του μὲ τὴν πανσοφίαν της συνέστησεν εἰς τὸ κουνάβι νὰ εὐλογῆ τὸν Ὕψιστον.. Λέγει ὁ ῦθος. πέστροφα). Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὀλιγον παράξενον. Τότε βουτοῦν οἱ κυνηγοὶ μὲ τὰ χαντζάρια στὰ χέρια καὶ 280 . διατρυπῶσα ὡς βέλος τὴν σούδαν* τῶν νερῶν..

καταστρεπτικώτερος καὶ τῆς δυναμίτιδος ἀκόμη. τὸ κυνήγι τῇς πέστροφας. τὴν πνίγει. εἰσῆλθε διευθυνθεῖς πρὸς τὸ μέρος. διότι τὸ ἄλλο σῶμα 281 . ὅπου ὁ εἰδικὸς πεστροφονυνηγός. ὅπως εἶναι ζαλισμένη. Εἶνα ποῦντοι. ὁ ὁποῖος μᾶς ἐβοηθοῦσΕ. Ἡ ξυλεία. τὸ μόνον μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠμπορτεῖ νὰ τὴ κρατήσῃ. ἡ ὁποία ρίπτεται εἰς τὰ ποτάμια. ἡ ὁποία ἐσχάτως εἰς τὰ βορεινὰ μέρη τῆς Εὐρυτανίας ἓγινεν ἐνδημική. Εἶναι δὲ τὸ σπλόισμα πέταγμα εἰς τὰ ποτάμια ἀποστάγματος χλωρῶν καρυδοφλοιῶν ἢ χυμοῦ. ὁ ὁποῖος προσεπάθει νὰ βουτήξῃ τὰ δάκτυλά του εἰς τ’ αὐτιά της. ποὺ περνᾶ τὶς τρεῖς ὀκάδες. Ὅση γλιτώνει. Ἕνας τσοπάνος. ὅπου τὶς θανατώνουν τὰ ἁλμυρὰ νερά. πρὸς τὴν θάλασσαν.τὶς σκοτώνουν. διὰ νὰ βοσκήση καὶ ἐκεῖ. εἶναι μία τελεία ἐπιστήμη ἐδῶ. ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ συστήσω κανὲν μέτρον ὡς ἀποτελεσματικόν. ἡ ὁποία τὰ «σουδιάζει». Μέγα μέρος τῆς πεστροφοκαταστροφῆς ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ὑλοτομίαν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος ψαρεύματος τῆς πέστροφας. Εἶναι τὸ σπλόισμα. σύρεται ἀπὸ τὴν θολούραν εἰς τὰς ὄχθας. Διότι. Τὴν σκοτώνει. τὸν θόβει ὑπὸ τὴν ἄμμον καὶ τὸν χαλικιάν. Μεγάλην ἐπίσης καταστροφὴν κάνει εἰς τὴν πέστροφαν ἡ πλημμύρα. παρὰ τὸ ὁποῖον ἐκβάλλει ὁ Ἀσπροτόταμος τὶς προγκᾶ κατὰ κοπάδια πρὸς τὰς ἐκβολὰς τοῦ ποταμοῦ. ἐπανολαμβάνω. Ἐπήγαμεν ἐκεῖ. ἔνεκα τῆς μεγάλης ὑλοτομίας. δυστυχῶς δὲ δυσκολοκαταδίωκτος. γαλατσίδας (κιτρίνου δηλητηριώδους λουλουδιοῦ) τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ὀνομάζεται καὶ σπλόιμος. Καὶ εἶναι τόσον δηλητηριώδη καὶ τὰ δύο αὐτά. ὥστε νὰ χάνῃ τὴν ἀκριβῆ θέσιν της ὁ κυνηγός. Μετ’ ὀλίγας ἐρεύνας τὴν εὑρῆκε καὶ τὴν ἐρίζωσε εἰς τὴν σχισμάδα ἑνὸς βράχου. ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἠμποροῦν ν’ ἀποσύρουν δέκα καὶ εἶκοσι ὀκάδες πέστροφες. Προχθὲς ἐκυνηγούσαμε πέστροφες εἰς ἕνα παραπόταμον τοῦ Ἀχελώου. διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ Αἰτωλικόν. ἀφοῦ ἐξηρεύνησε τὸ ἔδαφος. Τὸ σπλόισμα εἶναι εἰς μεγάλην χρῆσιν εἰς ὅλα τὰ Ἀγραφιωτοχώρια καὶ ἀσφαλῶς εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ ἐλάττωσις τῆς πέστροφας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. ἀλλ’ ἐκείνη ἐπλατάγιζε τὰ νερὰ καὶ ἐσκεπάζετο. εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρύβετο ἡ πέστροφα. Ἁπλώνει πρὸς τὰ ἐκεῖ. ὥστε ἀμέσως μετὰ τὸ ρίψιμον νὰ γεμίζῃ ἡ ἐπιφάνεια τῶν ποταμιῶν ἀπὸ νεκρὲς πέστροφες. ὅπως λέγουν οἱ χωρικοί. τὴν ἀναμένει ὁ διὰ χαντζάρας θάνατος. μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι στὴ σπηλιὰ τῆς γέφυρας εἶναι μία.

ὁ ὁποῖος ἦταν στὸ βορεινὸ πλευρό του καὶ κοιτάζαμε τὸν ἀπέραντο κάμπο τῆς Θεσσαλίας ὡς ἐκεῖ. ὡς ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας ἀπὸ μᾶς.ἀργὰ καὶ δὲ βλέπει τὴν ὥρα νὰ φθάση στὴν κατοικία του. τὰ ὁποῖα φαίνονται ἀπὸ μακριὰ ἕνα κομμάτι πέτρα μεγάλη γιγάντια. ποὺ εἶχαν. κάθισε στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου σὰν ἀτίμητο διαμαντένιο ἀστέρι. σὰ διαβάτης κουρασμένος. ἄσπρο. τραντάζουσαν τὸν νικητήν της. σὰν νὰ ἦταν ψηλὰ σ’ ἀσβεσταριὰ ἢ σ’ ἀναμμένο κεραμιδιό. Σὲ λίγο ἕνα συννεφάκι. Γρανίτσας Η ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΗ ΠΕΡΔΙΚΑ Ἦταν Αὔγουστος μήνας. χωρὶς βουή. ποὺ γιγάντευε καὶ θέριευε κι ἔγινε μιὰ στιγμὴ κατάχρυσο. ὅπου ἐσηκοβροντιώνταν ἐπὶ ὥραν.ἥσυχο. γιατὶ δὲν εἶχε βρέξει ἀπὸ τὸ Μάρτη. σὰν στρατοκόπος κουρασμένος. 1921 Στέφ. ὥστε νὰ νομίζωμεν ὅτι θὰ τὸν ἀναποδογυρίσῃ. καὶ κρύβουν τὴν κοίτη. Τὰ διεκρίναμε ἀπὸ τὰ δένδρα. νὰ ξαπλωθῆ καὶ νὰ κοιμηθῆ. οὔτε βλέπαμε οὔτε τὸ βουητό του ἀκούαμε. κι ἀπὸ τὰ κεραμίδια ποὺ ἐκοκκίνιζαν κι ἐπυρολογοῦσαν ἀπὸ τὸ ἡλιοπύρι. ποὺ ἔσμιγε μὲ τὶς κοντότερες ράχες τῶν Χασιώτικων βουνῶν.της γλυστρᾶ ὡσὰν χέλι. κι ἡ γῆς διψοῦσε γιὰ νερό. Σύννεφο δὲν φαινόταν πουθενὰ κανόνα καὶ ζέστη φοβερὴ ἀγκάλιαζε ὅλο τὸν κάμπο. Ἐπὶ τέλους εἰς μίαν βουτιὰν τῶν χεριῶν του κατώρθωσε νὰ βυθίση τὰ δάκτυλά του εἰς τ’ αὐτιά της καὶ τὴν ἀνέσυρεν ἐπάνω σπαρταρίζουσαν. τὰ ὁποῖα βοσκοῦσαν ὁλόγυρα. γιατί τὸ ἔδαφος εἶναι ἴσιο καὶ οἱ δυὸ ὄχθες σμίγουν. ὁ ὁποῖος περπατάτει ἀργὰ . Ἀλλ’ ἐκεῖνος. Μιὰ ὑπόκωφη βροντὴ ἀκούστηκε κατὰ τὸν Ὄλυμπο καὶ ἄστραμμα φεγγοβόλησε μέσα στὸ σύννεφο. Καθόμασταν ἐγὼ κι ὁ συνάδελφός μου τὸ ἀπόγευμα στὸν ἐξώστη τοῦ πύργου. Ἀπὸ μακριὰ μᾶς ἐρχόταν ὁ ἦχος τῶν κουδουνιῶν τῶν κοπαδιῶν. ὡς μία ψάθα. Ὁ οὐρανὸς ἦταν ξάστερος. «Τ’ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βονοῦ καὶ τοῦ λόγγου». ἐνῶ τὸ νερὸ τρέχει ἥσυχο . τὴν ἐξεσφενδόνισε πρὸς τὸν γιαλόν. χωρὶς ἀφρό. κάτασπρο σὰν λαγαρὸ ἀσήμι. χωρὶς κρότο. ταράσσουσα τὸν χαλικιὰν ὡς ἀλογοποδοβολητό. 282 . Εἴχαμε μπροστά μας ἕνα σωρὸ χωριά. κινδυνεύων νὰ πέσῃ. ἀλλ’ ἂν καὶ ὁ πύργος ἦταν ψηλός. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἐκεῖνο τὸ συννεφάκι. ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην. Ὁ Πηνειὸς κυλοῦσε τὰ νερά του πολὺ κοντά μας.

ἡ ὁποία ἔπεφτε καὶ χτυποῦσε τὰ γυαλιὰ τῶν παραθυριῶν. πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς βουνίσιες. καὶ φοβερό. ὡς τὸ Πήλιο. καὶ τὸ πισινό. γιὰ ν’ ἀκοῦν τὸ σκλαβωμένο τους λάλημα καὶ νὰ. ποὺ εἶχε τρυπώσει κάτω ἀπὸ τὰ καθίσματα. Ἀπὸ τὶς πρῶτες σταλαματιὲς ἀφήσαμε τὸν ἐξώστη καὶ μπήκαμε στὴν ἀπέναντι κρεβάτα τοῦ πύργου καὶ κοιτάζαμε μὲ χαρὰ τὴ χονδρὴ βροχή. Ἐνῶ στὸν κάμπο εἶναι οἱ καμπίσιες οἱ πέρδικες. ὡς τ’ Ἄγραφα κι ὡς τὰ βουνὰ τ’ Ἀσπροπόταμου. καὶ τὰ βάλαμε 283 . γίνηκε γίγαντας καὶ χύθηκε σ’ ὅλον τὸν οὐρανὸ τῆς Θεσσαλίας. Ὅλοι σηκωθήκαμε στὸ ποδάρι καὶ γλιτώσαμε τὸ θῦμα ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ φονιᾶ του. τὸ ὁποῖο γιὰ τὴν σωτηρία του πετοῦσε σὰ μολύβι καὶ ἔσπασε τὸ γυαλὶ τοῦ παραθυριοῦ. καὶ τὸ ὁρμητικὸ γεράκι. Οὔτε οἱ βουνίσιες πατοῦν στὸν κάμπο. τρεῖς ὧρες μακριὰ μὲ καλὸ ἄλογο. μπῆκαν μέσα. μὲ λύσσα. ἦταν ἕνα γεράκι. γιατὶ μόνο στὰ βουνὰ βρίσκονται πετροπέρδικες: Πὄχουν τὰ πλουμιστὰ φτερὰ τὰ κόκκινα ποδάρια. χονδρὲς σὰν καρύδια. Ἐκεῖ ποὺ καθόμασταν καὶ χαιρόμασταν γιὰ τὸ περίλαμπρο θέαμα τῆς εὐεργετικῆς βροχῆς. ποὺ εἶχε γίνει σὰν κεραμίδι. ποὺ ἔχουν μανία νὰ σκλαβώνουν τὰ καημένα τὰ πουλιὰ καὶ νὰ τὰ βάζουν στὰ κλουβιά. ἡ ὁποία θὰ πότιζε τὴ διψασμένη γῆ ὡς τὰ ἔγκατά της. Τὸ μπροστινὸ πουλί. μ’ αἱμοδιψιά.ποὺ ξεφύτρωσε σὰ στέμμα ψηλὰ στὴν κορυφὴ τοῦ δοξασμένου βουνοῦ μας.. καὶ τ’ ἀστροπελέκια ν’ αὐλακώνουν τὸν οὐρανὸ σὰν φλογισμένα φίδια καὶ σὲ λίγο ἀκόμη ἡ Θεσσαλία λουζόταν ἀπ’ ἄκρη σ᾽ ἄκρη καὶ φεγγοβολοῦσε καὶ τρανταζόταν ἀπὸ τ’ ἀστροπελέκια. ποὺ μαζεύτηκε σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς κρεβάτας κι ἔτρεμε ἀπὸ τὸ φόβο της. ἄγριο. καὶ δυὸ μεγάλα πουλιὰ κατάβρεχτα. τὸ ὁποῖο τὴν κυνηγοῦσε μὲ μάτι ἄγριο.εὐχαριστοῦνται μὲ τὴ δυστυχία τους. Ἐρχόταν ἐκείνη μπροστὰ κι αὐτὸ πίσω ἀπὸ τὰ πετροβούνια.. σὰ φοβερὸ ὀχταπόδι ἁπλώνοντας τοὺς μαύρους πλοκάμους του ὡς τὸν Κίσσαβο. Οἱ βουνίσιες εἶναι μεγαλύτερες. ἦταν μιὰ περιγραμμένη πετροπέρδικα. ἀγριώττρες καὶ ὀμορφότερες ἀπὸ τὶς καμπίσιες καὶ τὶς βουνίσιες προτιμοῦν ἐκεῖνοι. Ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀριὲς ἀριὲς οἱ πρῶτες σταλαματιὲς τῆς βροχῆς. τὸ ἕνα μπροστὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ πίσω. οὔτε οἱ καμπίσιες στὰ βουνά. ἀκοῦμε «τσάγκα!» στὸ γυαλὶ τοῦ παραθυριοῦ. Πιάσαμε καὶ τὴ δειλὴ πέρδικα.

γιὰ νὰ μᾶς πείση περισσότερο. ποὺ εἶχε παρατύχει κοντά μας. δὲν τὸ κατόρθωνα. εἶπε ὅτι ἡ καλύτερη δουλειὰ ἦταν νὰ φᾶμε τὴν πέρδικα ψητὴ καὶ νὰ σκοτώσωμε τὸ γεράκι καί. καὶ νὰ μὴ ἐνδιαφέρωμαι γι αὐτό. Ἡ ἰδέα ὅτι ἔτρωγε πουλιὰ καὶ ὅτι. Ἡ πέρδικα ἦταν προορισμένη γιὰ τὸ συνάδελφό μου. Τὴ νύχτα. ὅπου γεννήθηκες κι οπου εἶναι ὁ προορισμός σου κι ἡ εὐτυχία σου. κατέβασε τὸ κεφάλι της κι ἕνα δυνατὸ φτερούγισμα ἀκούστηκε στὰ σκοτάδια τῆς νύχτας. δὲ μὲ κολλοῦσε ὁ ὕπνος. Στὰ τελευταία. καὶ βρίσκει πικρὴ σκλαβιά. θὰ ξέσχιζε τὴν καημένη τὴν πέρδικα. ἐνῶ τὸ κακοῦργο γεράκι καθόταν καὶ κοιμόταν. ὅταν ζύγωσα μὲ τὸ φῶς ἄνοιξε τὰ μάτια του καὶ γύριζε ἀννσυχο τὸ κεφάλι του ὁλόγυρα.Ἄει στὸ καλό σου! Πέταξε στὰ κοφοβούνια σου καὶ στἵς βουνοπλαγιές σου. ἴσως ἔχεις μικρά. Γιὰ τὸ γεράκι δὲ μ’ ἔνοιαζε πολύ. γιὰ τὸ κλουβὶ καὶ τὸ γεράκι για δῶρο σὲ κανένα κυνηγό. δίσταζε νὰ πετάξη καὶ ν’ ἀποκτήση τὴν ἐλευθερία της. Ἴσως ἔχεις ταίρι.σὲ ξεχωριστὰ κλουβιά. μὲ ἔκανε νὰ τὸ ἀντιπαθῶ καὶ νὰ τὸ μισῶ. τὴ στιγμὴ ποὺ ἄνοιξα τὴ θύρα τοῦ κλουβιοῦ στὸ παραθύρι μὲ τὸ σπασμένο γυαλί. μᾶς ἀνέφερε καὶ ἕνα στίχο δημοτικοῦ τραγουδιοῦ: Πέρδικα ψημένη καὶ γλυκὸ κρασί. πῆρα νὰ κοιμηθῶ. Ἡ πέρδικα πήγαινε ἄνω κάτω μέσα στὸ κλουβί. ποὺ εἶχα κάμει. ποὺ σὲ καρτεροῦν! Ἡ πέρδικα. ἂν δὲν ἐτύχαινε τὸ παράθυρο τοῦ πύργου. καὶ τὰ 284 . Ἔδωσα. γιὰ νὰ δώσω τέλος στὴ νέα τύχη τῆς πέρδικας. Ἀλλὰ σὲ λίγο μάζεψε τὰ φτερά της. ὅπου βρίσκονταν κρτεμασμένα καὶ τὰ δυὸ κλουβιά. τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο. Μὲ βασάνιζε ἡ ἰδέα τῆς σκλαβιᾶς τῆς πετροπέρδικας καὶ τοῦ γερακιοῦ. ἄναψα τὸ κερὶ καὶ πῆγα στὴν κρεβάτα. Συλλογιζόμουν καὶ τὸ τέλος της: κανένα ψήσιμο στὴ σούβλα ἢ κανένα φάγωμα ἀπὸ καμιὰ γάτα. ὁ ὁποῖος μποροῦσε νὰ τὸ γυμνάση νὰ κυνηγάη στὸν ἀέρα πουλιά. Συλλογιζόμουν τὰ βάσανά της. Ξεκρέμασα τὸ κλουβὶ τῆς πέρδικας καὶ πῆγα στὸ παράθυρο μὲ τὸ τσακισμένο γυαλί. Ἡ καρδιά μου χόρευε ἀπὸ τὴ χαρά της γιὰ τὴν καλοσύνη. ἐκεῖ ποὺ γύριζα ἄυπνος στὸ κρεβάτι. συλλογιζόμουν ὅτι ἦλθε στὴν κατοικια μου ζητώντας σωτηρία. ἔχοντας τὸ λαιμό του χωμένο μέσα στὶς πλάτες καὶ μονάχα. Ἕνας φίλος. σὰν νὰ μὴν πίστευε τόση εὐτυχία. ὅταν τραβήχτηκαν ὁ καθένας στὸ κρεβάτι του. ἄνοιξα τὴ θύρα τοῦ κλουβιοῦ κι εἶπα στὸ σκλαβωμένο πουλί: . γιὰ νὰ κοιμηθοῦμε.

τί πάω νὰ κάμω. Θέλησα νὰ θυμηθῶ ὅλα τὰ φονικὰ τοῦ σκλαβωμένου γερακιοῦ.. «Θεσσαλικὰ διηγήματα» 1900 285 Χρῆστος Χρηστοβασίλης .. εἶπα μέσα μου. ὰλλὰ δὲν μπόρεσα ν’ ἀντισταθῶ στὴν ἄφωνη φωνή. ὅλως διόλου ἀντίθετο πρὸς τὸ δρόμο τῆς πέρδικας. Ἀνοίγω τὸ παραθυρόφυλλο. ἀνοίγω καὶ τὴ θύρα τοῦ κλουβιοῦ καὶ τοῦ δίνω δρόμο! Πάει! Ἀπέκτησε κι αὐτὸ τὴν ποθητὴ έλευθερία. Πόσα πουλιὰ ἄφησε χωρὶς μάνα καὶ πόσες μάνες χωρὶς πουλιὰ καὶ πόσα πουλιὰ χωρὶς ταίρι καὶ τὸ κυνήγημα τῆς πέρδικας. Δυὸ δάκρυα χοντρὰ ἀνέβηκαν ἀπὸ τὴν καρδιά μου στὰ μάτια μου. Ἀπ’ ἐδῶ ἔφυγε ἡ πέρδικα· Ν’ ἀφῆσω καὶ τὸ γεράκν νὰ τὴ φτάση πουθενά. Μοῦ φάνηκε σὰ νὰ μοῦ ζητοῦσε κι αὐτὸ τὴν ἐλευθερία του καὶ σὰ νὰ μοῦ ἔλεγεε μὲ ἀνθρώπινη φωνή: Ἐλευθέρωσέ με καὶ μένα τὸ καημένο! Γυρεύω τὴν ἐλευθερία μου ὡς ἐλεημοσύνη. Κοιμήθηκα σὰν στὸν Παράδεισο. κι αὐτοῦ! Γυρίζοντας κρέμασα καὶ τοῦ γερακιοῦ τὸ κλουβὶ κοντὰ στὸ κλουβί τῆς πέρδικας καὶ πῆγα νὰ κοιμηθῶ.. Ὥρα του καλή. Ἔστρεξε ἡ καρδιά μου. Γυρίζω πρὸς τὸ παράθυρο. Ὅλος μου ὕπνος ἦταν χρυσὰ ὄνειρα. ποὺ μοῦ φώναζε: Ἐλευθέρωσέ με κι ἐμένα τὸ καημένο! Δός μου τὴν ἐλευθερία μου ὡς ἐλεημοσύνη! Ξεκρέμασα καὶ τοῦ γερακιοῦ τὸ κλουβὶ καὶ τράβηξα ἴσα στὸ παράθυρο μὲ τὸ σπασμένο γυαλί. Ἀλλά. Τέτοιον ὕπνο γλυκὸ δὲν εἶχα κάμει ποτὲ. Κρέμασα τὸ κλουβὶ στὴ θέση του καὶ γύρισα νὰ πάγω στὸ κρεβάτι μου νὰ κοιμηθῶ εὐχαριστημένος.. ἡ ὁποία γλίτωσε ἀπὸ τρίχα.ποδάρια μου μοῦ φαίνονταν πὼς δὲν πατοῦσαν τὸ πάτωμα. ποὺ ἀντίκριζε κατὰ τὴ νοτιά. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ βλέμμα μου ἀντικρίστηκε μὲ τὸ βλέμμα τοῦ γερακιοῦ.

Κι ὁλόγυρα. Ἀνθομανοῦν οἱ κῆποι της. 6. ποὺ τρυγᾶ τὸ μελίσσι. Περιοδικὸ «Παιδικὸς κόσμος» 1948 286 Ἄγγ. Ἡλιόχαρ’ ἡλιογέννητη. σκιάζ’ ἡ δάφνη τὴν βρύση. τὰ περιβόλια της δυόσμο. 3. δὲν τὴ δέρνουν οἱ μπόρες. ὁλόχρυση. 7. 5. ξετίμητα τὰ νησιά της πετράδια. Μικρούλα εἶν’ ἡ Ἑλλάδα μας φῶς καὶ χάδι καὶ νάζι. 4. Εὐγενικὰ κι οἱ θρίαμβοι. κλῆμ’ ἀγκαλιαζει τὴν ἐλιὰ. ξακουσμένη στὸν κόσμο· θυμάρι βγάζ’ ἡ πέτρα της ὀργιάζουνται. 2. σὰν περνοῦν. π’ ὅλη τὴ γῆ στὰ στήθια της σὰ μιὰ μάν’ ἀγκαλιάζει. Γύρω της κι ἂν τὴ χαϊδεύουν οἱ ὧρες. Φαντάζουν σὰν πλεούμενα τὶς αὐγὲς καὶ τὰ βράδια.Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ 1. στὰ βουνά της ἁπλώνειι μαντὶ φοράει τὴ ξαστεριὰ καὶ τὴ θάλασσα ζώνη. Σημηριώτης . Τὰ ρυάκια τὸ τραγούδι τους μὲ τ’ ἀηδόνια ταιριάζουν. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι πατρίδα μας. ἀλαλάζουν. Διάφαν’ ἡ πάχνη.

παρατηρῶ ἀπὸ μακρὰν η ἀφ’ ὑψηλοῦ. ἄγουρος .ἂν καί.Μωαμεθανοί Μουσουλμάνοι (ἐκ τῆς Ἄγαρ). ) ἄωρος. νεανικός. παιδικός.ψευδώνυμον τοῦ ἀξιωματικοῦ Τ.τιμητικὸς τίτλος τῶν Τούρκων πολιτικῶν ἤ στρατιωτικῶν ἀγκαλὰ . ὁ . λεία σανίς. . ἀγωνισθέντος καὶ εὑρόντος μαρτυρικὸν θάνατον κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα (1907) ἀδαπάνητος (ἐπίθ. ἀβασταγή. (ἐκ συνἐκφορᾶς τὰ ἐνάντια. ἀντίκρυ.τὸ βασταζόμενον δέμα. ἀντικρύζω. ἀγάς. τὸ . ἐξωραΐζω ἀγναντεύω .( ἐπίρρ. 287 ἀτελείωτος. Ἀβεσαλώμ .λαμπρύνω. ἀγνάντια . μολονότι.μικρὰ τετράγωνος. Ἀγαπηνοῦ.) ἀνεξάντλητος. τ’ ἀγνάντια). Ἄγρας Τέλος . Ἀγαρινοί .ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ Α ἀβάκιον.τριτότοκος υἱὸς τοῦ Δαβίδ. ) ἀπέναντι.( ἐπίθ. ἀγλαΐζω . ἡ . ἐπὶ τῆς ὀποίας ἔγραφον οἱ ἀρχαῖοι. ζαλίκι. περισκοπῶ.

Ἐν αὐτῷ ἐδίδασκεν ὁ ΙΙλάτων εἰς ίδιόκτητον οἶκον.Χ.φράκτης κήπου. τὸ . ἡ . .) ἀναδειχθεὶς εὐεργέτης τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. αἰπόλος . κατόρθωμα. περιβολιοῦ.Χ.πόλις τῆς Θράκης παρὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Ἕβρου αἰπόλιον.βοσκὸς αίγῶν. ὀνομασθεὶς ἐκ τοῦ πρώτου κατόχου Ἀκαδήμου. ὁ . 288 ἀσυγκράτητος. φήμη. τὴν όποίαν διεκόσμησε διὰ πολλῶν καὶ χρησίμων κτισμάτων. ἆθλος.Ρωμαῖος φιλέλλην αὐτοκράτωρ (76. Αἰσχύλος .μέγιστος τραγικὸς ποιητὴς γεννηθεὶς ἐν Ἐλευσῖνι τὸ 525 π. τοῦ Κολωνοῦ.λάμψις.ἀγών. αἵγλη ἡ .κοπάδι αἰγῶν. Ἀκαδημία (ἢ Ἀκαδήμεια) -τόπος σύνδενδρος ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν ἀρχαιότητα. Αἶνος. καὶ ἀποθανὼν τὸ 456.ἡ καπνιά. Ἀπὸ τοῦ τόπου ὠνομάσθη Ἀκαδημία καὶ ἡ φιλοσοφικὴ πλατωνικὴ σχολὴ καὶ ἀπὸ ταύτης κάθε σύλλογος ἐπιστημόνων ἢ καλλιτεχνῶν. δόξα. ἡ .) ὁρμητικός.Ἀδριανὸς . ἀθάλη.138 μ. αἱμασιά ἡ . ἀκάθεκτος (ἐπίθ. ἔχων σκοπὸν τὴν προαγωγὴν τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν. ΝΑ.

ἄπειρος. ἀλλόφρων . ἀμολγὸς. ανήξερος.(λ.μικρός ἐλάχιστος.(ἐπίθ.(ἐπίρρ.) ἄκαμπτος.γερμανικὸς λαὸς σχηματισθεὶς (κατὰ τὸν β΄ μ. ἄλμη. (Κρητ. Ἀκαρὴς .ἀμέσως στὴν στιγμή. σὰν παράφρων. ἀλάγιαστα .) . χονδρὸν μάλλινον ὕφασμα δι’ ὲγχώριον ἔνδυσιν. ἀμείλικτος .Χ. Ἀπὸ τούτων ἡ Γερμανία ὠνομάσθη Allemagne καί οἱ κάτοικοί της Allemands.(επίθ. Ἀλαμανοὶ ἢ Ἀλαμάνοι .(ἐπιθ. 289 ιδιωματ.κατεσκευασμένος ἀπὸ ἀμπάν.) μουσικὸς ὅρος σνημαίνων τὸν ταχὺν καὶ ζωηρὸν ρυθμόν. ἢ περισσότερα. ἀκρωτηριάζομαι -μοῦ ἀποκόπτουν ἕνα ἄκρον. παρδαλὸν ἢ καὶ δίχρουν.( τουρκ.ἡ άρμύρα.ἀκαρεῖ (ἐνν. χρόνῳ) . ο . ἀκάτεχος . ἀλαντζάς.) ἀδιακόπτως.) ὁ ἐκτὸς ἑαυτοῦ. αὶῶνα ) ἐκ διαφόρων βαρβαρικῶν φυλῶν μὲ ἀρχικὴν κοιτίδα τὸν Μοῖνον (Μάιν).). ) χονδρὸν βαμβακερὸν ὕφασμα ποικιλόχρουν. σκληρός. ὁ . παραπόταμον τοῦ Ρήνου ἐν Γερμανίᾳ. ἰταλ.(λ.νυχτοάρμεγμα. ἀλαργεύω . ἡ . ἀμπαδίτικος .) ἀπομακρύνομαι. ἰταλ. ἀλέγκρο .

ἀνωφερής. ἀνάθημα.).Ἀμπελάκια. ἀμφιλύκη.) ὁ ἐπέχων θέσιν ἀναθήματος ὁ χρησιμεύων ὡς ἀφιέρωμα.ἡ σκάλα τοῦ ἴππου. ἀναθηματικὸς .ἀναπῃδῶ. ἡ . ἐπί τοῦ ὁποίου πατοῦν οἱ ἱππεῖς. τοῦ ἀνατίθημι) ἀφιερωμα.ἀγάλλομαι καί σκιρτῶ ἀπὸ χαράν. το αφιερούμενο εἰς τὸν ναὸν τάμα.ἀφοῦ ἐδιαβασε (μετοχ. ἀναγαλλιάζω . εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος συνεκροτήθη περίφημος κοινοτικὸς συνεταιρισμὸς τῶν κατοίκων.(ἐκ. τὸ . διὰ νὰ ἀναβοῦν ἐπὶ τοῦ ἵππου. (ναυτικὸς ὄρος). ὁδὸς . ἀνάσσω βασιλεύω ἀναχαιτίζω .τὸ λυκόφως ἀναβολεύς. ἀνυψοῦμαι.ἡ ἀναπνοή. ἀνατθρώσκω . ἐνν. ἀπότομος.(ἐπίθ. τὰ .(ἐπίθ. ἀναπνιά.ἀνακόπτω πλοῦν. ὁ ἀπὸ τοῦ ἐφιππίου ἐξαρτώμενος σιδηροῦς κρίκος. ἀνάντης. ἀορ. σταματῶ. ἀναγνοὺς . συγκρατῶ ἄνδηρον. β΄ τοῦ ἀναγιγνώσκω).ἀνάχωμα ἐπὶ ὄχθης ποταμοῦ κατάφυτον. 290 . τὸ . ἀνακωχεύω .ἀνακόπτω.χωρίον Λαρίσσης. ὁ . ἡ .

στενοχωρία. ἀφορία. θλῖψις. πλοίου ἢ ἀεροπλάνου.ἀνεμοδείκτης ἐξ ὑφάσματος ἐρραμένος εἰς σχῆμα κώνου καὶ προσδεδεμένος ἀπὸ φάρου.ὅπλον σιδηροῦν ἀκιδωτὸν ροπαλοειδὲς (μεσαιων.ἀνεμόχολον. ἄντρον. τὸ .ἀπροσδοκήτως. ἀνεμούριον. χάνω. ὕστερα. ) ἔπειτα. ἀπὲ . τὸ . τὸ . τὸ σπήλαιον.) ἀνέλπιστος. . ἐν γένει τὸ ἐντὸς βράχου κοίλωμα. ἀνυψοῦται καὶ δεικνύει τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου. ὑψώνω. ἀνεπάντεχα .) ἀπολίτιστος.ἀπολογοῦμαι (Κρητ.βγάζω.σιτοδεία. 291 ἄνεμος ὑπὸ ἀμόρφωτος. ἀπελατίκι(ον). ἀνοῖ . ἀπροσδόκητος καὶ ἐπίρρ. ἡ . ἔλλειψις· συνεκδοχ. τὸ μυθυκὸν σπήλαιον εἰς Δελφούς. ἀνίσχω . ἄξεστος (ἐπίθ.( ἐπίρρ.κρατῶ ὑψηλά.δυνατὸς αίφνίδιος συνεπιφέρων νέφωσιν. ἀποβάλλω .ἀνοίγει. ἀνεπάντεχος (ἐπίθ. ἀνταριάζομαι καταλαμβάνομαι ἀνησυχίας.) ἀπολογοῦμαι . πληρούμενος ἀέρος. ἀνοχή. Οὗτος.) ἀποκρίνομαι. ίδιωματ.

ὡς ἐνθυμίζουσαν θλιβερὸν γεγονός.ἀπόγαιον. ἀπορρὼξ . ἐνεστ.προστ. ὁ . ἀγρὸν κλπ. ἤτοι ὁ πλανήτης Ἀφροδίτη. ἡ . ἀριστερὰ τοῦ Ἰλισσοῦ. ἐδῶ: πυρίνη γλῶσσα.ὁ ἄνεμος. ὁ . Ἄραξος. ) ἀπότομος. Ἀρδηττός.βορειοδυτικὸς ἄνεμος. ὁ . ἄπτου . Ἀποσπερίτης. ἀποπλάνησις. ὅταν ἐμφανίζεται τὴν ἐσπέραν μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἥλίου.καὶ ἀπόγειος. ἀποκλαμός. ὁ πνέων ἐκ τῆς ξηρᾶς. τὸ . ἀπόγειον. ὁ -ὁ Ἕσπερος.άδος (ἐκ τοῦ ἀπὸ καὶ φράζομαι = λέγομαι). ἡ ἡμέρα. τὸ . Λέγεται καὶ ἡ ἀπογεία (αὔρα). κοινῶς Κάβο .τὸ βαροῦλκον τοῦ πλοίου. τουρκ. ἀργάτης. τοῦ ρ. ἀρδεύω . ὁ .καροτσάκια. ὁ -λόφος ἐν Ἀθήναις. Ἀργέστης.ὁ πλόκαμος.ἐξαπάτησις.ποτίζω κῆπον. 292 .). δυσοίωνος. τὴν ὁποίαν δὲν θέλει τις οὔτε ν’ ἀναφέρῃ.( ἐπίθ.ἀκρωτήριον τῆς Πελοποννήσου εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Πατραϊκοῦ κόλπου. τὰ . ἅπτομαι = ἐγγίζω. ἀραμπαδάκια.τὸ χονδρὸν σχοινίον. (λ. ἡ . ἀποφράς. ὑπὲρ τὸ Στάδιον. πένθιμος.Πάπας. κρημνώδης. ἡ . διὰ τοῦ ὁποίου δένουν τὰ πλοῖα ἀπὸ τὴν ξηράν.

συρφετός. 293 προθύμως ἢ .τὸ δικαίωμα. ἄρρητος .) ἀνείπωτος.ἀρειμάνιος . ἀρνησικυρία. τὸ σύνολον τῶν ἐξαρτημάτων τοῦ ἱστιοφόρου (ἱστία. τουρκ.σῶμα στρατοῦ ( λ. ἄρματα.τοῦ πλοίου ἡ ἀρματωσιά.). τὸ . μία τῶν ὁποίων ἔχει τὸν τίτλον «Βάτραχοι». σχοινία κλ. μυστικός. ἀσμενίζομαι δέχομαι εὐχαρίστως. τὰ ἄρμενα. ἀρμούτι. ἀρραγὴς . Ἀσπρσπροπόταμος .( ἐπίθ. ). Ἀριστοφάνης .(ἐπίθ. ἡ . Ἄσπρη Θάλασσα .) ἄθραυστος.ὁ Ἀσπροπόταμος (Ἀχελῷος).). τὸ . Ἄσπρος. ἀσκέρι.(ἐπίθ.Χ. κεραῖαι. ) πολεμοχαρής.βαρὺ πυροβόλον ὅπλον μὲ ἀσπιδοειδῆ ὑποκόπανον.385 π.ὁ μεγαλύτερος κωἱμικὸς ποιητὴς τῆς ἀρχαιότητος (452 . τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀρχηγὸς του Κράτους ν’ ἀρνῆται τὴν ἐπικύρωσιν νόμου ἤ πράξεως τῆς κυβερνήσεως˙ γενικῶς τὸ δικαίωμα τινος νὰ ἀπαγορεύῃ κάτι.τὸ Αἰγαῖον πέλαγος· ἀπὸ τὰ πάντοτε σχεδὸν ἐπικρατοῦντα ἐν αὐτῷ ἀφρίζοντα κύματα. τα . ἔγραψε πολλὰς κωμωδίας.ὁ Ἀχελῷος. ἄγριος. ὁ .

.(ἐπίθ.(ἐπίθ.) συνεχής. ἡ . λάμπω. βρασμὸς ψυχικῆς ὁρμῆς. μιαίνω. φωτίζω. ἀχηβάδα. λόγῳ όργῆς ὴ φόβου. ἡ . ἀνακούφισις.ἀτενῶς . βαργωμῶ καὶ βαρυγγωμῶ .ἐγγίζω καὶ θυμὸς .ρευστὴ ἀρωματικὴ οὐσία μὲ θεραπευτικὰς ἰδιότητας· μεταφρ.πάλιν. διακοπτόμενος. ὸ μὴ ἐπιμελούμενος τὸν ἑαυτόν του. ἄφατος . ατόφιος (ἐπίθ. τὸ . ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ (ἁγίου βήματος).(ἐπιθ. μὴ Β βάλσαμον. 294 . αὖθις .(ἐκ τοῦ βαρυγνωμῶ) δυσφορῶ.μολύνω. ὁ . ἁψιθυμία. αὐλών. παρηγορία.καταυγάζω.(ἐπίρρ. ἀκμάζων. αὐγάζω .(ἐκ τοῦ ἅπτομαι .) ἀπεριποίητος. ὁλόκληρος. δυσανασχετῶ. ἀπότομος ψυχικὴ ταραχή.ψυχή).) ἀνέκφραστος. ἀτημέλητος .) πλούσιος.ἐπὶ τῶν ναῶν. ἀφνειός. «Βάτραχοι» -τίτλος μιᾶς τῶν κωμωδιῶν τοῦ Ἀριστοφάνους. βεβηλώνω . στενοχωροῦμαι.μικρὰ κοιλὰς μεταξὺ δύο λόφων.) μὲ τὸ βλέμμα προσηλωμένον σταθερῶς ἐπὶ ἑνὸς σημείου ἤ κατ’ εὐθεῖαν ἐμπρός.

βίγλα. ὑψηλὸν σημεῖον ἐδάφους. veretarius). ὁ στρατιωτικὸς διοικητής. βρατσέρα. βοϊδοτσούλι.κωμόπολις τῇς Β. βούνευρον. τὸ . Ἠπείρου. βίτσισμα.ἡ λαμβάνουσα τὰ θέματά της ἐκ τῆς ζωῆς τῶν ποιμένων καὶ τῆς ὑπαίθρου ἐν γένει. ἔμπειρος βέργας . ἡ .(λατ.σκοπιά. λ. ἡ . βόστρυχος. διακριτικὸν σῆμα τοῦ ἱππικοῦ τάγματος. βετεράνος παλαιὸς καὶ στρατιώτης (λατ. ἡγεμὼν τῆς Βλαχίας ή Μολδαυΐας.βουκέντρα. βοϊβόδας. vexillum) εἶδος σῃμαίας τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ. μπούκλα. βραγιά.μαστίγιον. ὁ . ἀπὸ τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἐπισκοπῇ τὰ πέριξ. ἡ . ἡ . βερεδάριος .). τὸ . τὸ . βουκολικὴ ποίησις .εἶδος μικροῦ ἱστιοφόρου μέχρις ἑκατὸν τόννων. τὸ πλῆγμᾳ διὰ (βιτσιά).βέξιλλον. 295 βίτσας. ταχυδρόμος.ἄθροισμα τριχῶν τῆς κεφαλῆς. Βίγλιστα.(Λατ.πρασιὰ λαχανοκήπου ἢ ἀνθόφυτον χώρισμα κήπου περιβαλλόμενον ὑπὸ αὔλακος. ἀγγελιοφόρος.

ἱστιοφόρον μὲ δύο ἱστούς. Γ γάζα. ἦσαν δὲ λαὸς πολεμικὸς καὶ ὁρμητικός. Βραχώρι. βρύχος. βρέμω . ὀνομασία τοῦ ὀδόντων.(1758 . κτύπος μούγκρισμα. ἐνεργήσας πολλὰς ἐπιδρομὰς καὶ κατακτήσεις μέχρς τῆς ὑποταγῆς αὐτοῦ εἰς τοὺς Ρωμαίους.ἀρχαῖον ἔθνος.(ἐπίθ. Οὗτοι ἦλθον καὶ κατῴκησαν κατὰ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῶν κληθεῖσαν Γαλατίαν. βρίκι. τὸ . Γαζῆς. κλάδος τῶν Κελτῶν (τῆς ἀρίας ὁμοφυλίας). ἵδρυσεν ἐκεῖ τὸ περισπούδαστον περιοδικὸν «Λόγιος Ἑρμῆς».βροντῶ. 296 . Ἄνθιμος .1828). Συνέγραψε τρίτομον «Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης». οἱ .) κοντός. τὸ . διαφανὲς ὕφασμα. ἡ -λεπτόν.βραχύς. μουγκρίζω. Χρηματίσας ἰερεὺς ἐν Βιέννῃ. τὸ παλαιὰ Ἀγρινίου. σύντομος. ὁ . Ἐγίνετο ἔπειτα μέλος τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας καὶ ὑπῆρξεν εἷς τῶν ὑποκινητῶν τῆς ἐν Μαγνησίᾳ ἐπαναστάσεως.βρόντος. Γαλάται. λόγιος κληρικὸς ἐκ Μηλεῶν τῆς Μαγνησίας.

(ἐπίθ.πυρῖτις διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν πυροβόλων ὅπλων. γαλήνιος ἐπὶ ὀφθαλμῶν: ὑγρός.ἱστιοφόρον ταχὺ μὲ δύο ἱστούς. ποὺ προπορεύεται τοῦ ποιμνίου. τὸ .ἱλαρός. γολέτι. γεγωνυίᾳ τῆ φωνῇ . μεγαλοφώνως (ἐκ τοῦ ἀρχαίου ρήματος γεγωνέω-ῶ = φωνάζω δυνατά). ἡ . ὁ εἶδος κεφαλῆς. γούμενα. ἐπιρρημ. γαλέρα.ἀσπρίζω τὸ σπίτι μὲ γαλάκτωμα ἀσβέστου. ἡ . γλυκῦς ζωηρός. μακρὸν μὲ πολλὰς κώπας καὶ ἱστία. ἀστραφτερός. ὁ .(δοτ. γολέτα.Ἀλβανοὶ φυλῆς τινος τῆς Β. ἡ πολεμικόν. ἡ .) μὲ δυνατὴν φωνήν.γαλατσώνω . Γκεγκαριά. γλαυκὸς .τὸ κριάρι τοῦ κοπαδιοῦ.) κάλως 297 καλύμματος χονδρὸν τῆς σχοινίον.(ναυτ. γλαρὸς .ἡ μικρὴ γολέτα. γόμωσις. ἡ . Ἀλβανίας.) κυανοῦς. γκεσέμι τὸ . γιοργούλης. Γκέγκης. μεσαιωνικὸν πλοιον. .ὁ ἀνήκων εἰς τὴν φυλὴν τῆς Γκε(γ)καριᾶς.

Γραικοί. Τὴν λέξιν παρέλαβεν ἡ λατινικὴ γλῶσσα (Graeci) καὶ ἐξ αὐτῆς αἱ νεώτεραι εὐρωπαϊκαὶ.ποταμὸς τῆς Β. Δεβόλης. Ἠπείρου. ἴσον πρὸς τὸ 1/100 τῆς τουρκ. λίρας. δέος.ράχις ὀροσειρᾶς.φόβος. 298 ἀφθόνως. τὸ . ἔγρυξα) ἐπὶ τῶν χοίρων: φωνάζω γρῦ . γρόσι. ἡ . (γεν. γνωρίζω. Βραδύτερον ὴ λέξις ἦτο συνώνυμος τῆς λέξεως «῞Ελλην».ἀργυροῦν τουρκικὸν νόμισμα.γρῦ. τῶν κατοικούντων περὶ τὴν πελασγικὴν Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῷον. ἡ . ἀόρ. ὁ .ἡ ζωγραφική. γρύζω . τὸ . οἱ -παλαιοτάτη ὀνομασία τῶν Ἑλλήνων. συνεννοοῦμαι. -άδος).γίνομαι ἀκουστός. γκρινιάζω. ἡ διὰ γραμμῶν ἢ σχημάτων παράστασις. γροικιέμαι . γρυλλίζω· κατὰ συνεκδοχὴν ἐπὶ ἀνθρώπων: γογγύζω. δειράς. μουρμουρίζω. γροικῶ καὶ ἀγροικῶ -ἀκούω αἰσθάνομαι.(ὀνοματοποιΐα. Δ δαγκούνα καὶ δαγκάνα. δαψιλῶς (ἐπίρρ.) πλουσιοπαρόχως.ἡ ὀδοντωτὴ λαβίς. Παθ. γραφικὴ . . δι’ ἧς δαγκάνει ὁ κἀβουρας.

ἐξέλιπον. δέση.(ἐπίθ. κόσμημα κεφαλῆς. β΄ τοῦ διαρρήγνυμαι).βραχώδης χαράδρα.) ὁ καθ’ ὁλοκληρίαν βρεγμένος. διασκεδάννυμι). vivarium). ἡ δέσις .οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ.μουσουλμάνος μοναχός. διασκεδάζω (ἀρχ. οἱ .δερβίσης. μουσκεμένος. ἡ . ὁ . διαλύω διεσκεδάσθησαν= διελύθησαν. καταλλήλως διεσκευασμένη πρὸς ἐκτροφὴν ἱχθύων. ὅπου οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι διετήρουν ζῶντα ἐν τῷ φυσικῷ των περιβάλλοντι διάφορα ἄγρια ζῷα. δημόται.στέμμα. διατελῶ . λεηλασία. διάδημα. διασκορπίζω. ἡ . τὸ . διβάρι. δῄωσις. οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς κατωτέρας κοινωνικὰς τάξεις.ἀντὶ βιβάρι (λατ. διάβροχος.τὸ μέρος ὅπου πιάνουν (δένουν) τὸ νερὸν διὰ τὸν μύλον ἢ τὴν ἄρδευσιν.ἐρήμωσις. τὸ . ὁ . εἰδικὴ ἐγκατάστασις. δημδὴ περικεκλεισμένη ἐκτασις ὑφαλμύρων ὑδάτων. διασφάγη.εἶμαι. διαρραγεὶς ὁ ὑποστὰς ρῆγμα. Σήμερον . (μετοχὴ ἀόρ.ἱχθυοτροφεῖον. διάσπασιν. 299 .

(ἐπίθ. δῶσμα. δροσερὸς μὲ νερά.σφοδρὸς ἄνεμος συνοδευόμενος ὑπὸ καταρρακτώδους βροχῆς· λέγεται καὶ δρολάπι. μὲ κακὰς προβλέψεις. δυσοίωνος .). δρυμών. δρόλαπας.δὲν ἔχω καλὰς ἐλπίδας. δυσοιώνως .) ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σημαίνει κακὸν οἰωνόν˙ ἐπίρρ. Δρυάς. δίοπος τῆς φυλακῆς .γεωργικὸν ἐργαλεῖον εἰς σχῆμα περόνης χρησιμοποιούμενον κατὰ τὸ ἁλώνισμα τῶν σιτηρῶν. τὸ .(ἐπίθ.(ἐπίθ. εἶμαι ἀπηλπισμένος. δύστηνος. δοβλέτι.(λ. κράτος. δολιχόσκιος . ἡ . τὸ δόσιμο. ὁ μακρός. (γεν. ἡ . δάσος ἐκ μεγάλων δένδρων πυκνόν. τὸ . ὁ .ὑπαξιωματικὸς τῆς φρουρᾶς. .δίκρανον (δικράνι). ἡ .δρυμός. (ναυτ. δροσόρρυτος. ὁ. ὁ . ἑβρ. τὸ .) δυστυχής.).κάθετι τὸ ὁποῖον δίδεται. προστάτις τῶν Ε Ἐδέμ.κατὰ τρόπον δυσοίωνον. -ῶνος).(ἐπίθ. δυσελπιστῶ . (λ.Νύμφη δένδρων.κυβέρνησις.) ὁ Παράδεισος ὅπου ἔζησαν οἱ πρωτόπλαστοι. 300 .) ὁ ρίπτων μακρὰν σκιάν. τουρκ. τὸ δῶρον.) χῶρος σκιερός.

) σοβαρῶς.) πολεμικὴ κραυγὴ ἐνθουσιασμοῦ.) ἐξαίφνης.ἀπορρόφησις τοῦ πνεύματος ἀπὸ θαυμασμὸ. ἡ ἐξαγορά. . 301 ὁ ἐν θαλάσσῃ.συνήθεια· ὡς ἔθος ( ἐνν. ἕνδακρυς. τὸ . ἐλλοχῶ καὶ ἐλλοχεύω .(ἐπίρρ. ἐξαγόρασις. ὁ. εἶναι). ἡ τύχη.(ἐπίρρ.Ἡ ἀνωτάτη οἰκονομικὴ ὑπηρεσία. ἔκφρων.(ἐπιθ.κάθισμα.ξεσπῶ ἔκστασις. (κρητικὸς ἰδιωματισμός). στήνω καρτέρι. ὁ. ἡ ὁποία ἐλέγχει τὴν πληρωμὴν τῶν δημοσίων ἐξόδων.τι. ξαφνικά. ὅπως εἶναι συνήθεια. εἶντα . ἢ κατάπληξιν.ἡ μοῖρα. ἡ . ἔθος. ἐξαπίνης . ἀπόκτησις ὲνὸς ἀγαθοῦ ἔναντι ἀνταλλάγματος.) θαλάσσιος. ἡ . ἐστίν. ἐλελεῦ . ἐμβριθῶς .ἐδώλιον.(ἐπιθ.(ἐπιφών.) δακρυσμένος. ἡ . εἱμαρμένη.κωπηλασία ἐκρηγνύομαι . ἡ .παραμονεύω. ἐνάλιος .) ὁ ἐκτὸς ἑαυτοῦ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. εἰρεσία. τὸ .(ἐπίθ. ἡ . ἐνεδρεύω. τὸ πεπρωμένον (κοινῶς τὸ «γραφτό»). τὸ .

ἐπὶ . ὁ . ἡ ὁ κατὰ διαλείμματα ἐπαναλαμβανόμενος στίχος ποιήματος ἢ ᾄσματος.ὕπουλος ἐνέργεια ἐναντίον ἄλλου.ἀλέξω = ἀποκρούω).) ποθητός ἐπιβουλή.ἄλειμμα μὲ ἄσβεστον κ. ἐπέραστος. τὸ . τὸ . ἡ . τὸ . ὁ.παρουσιάζομαι.απομακρύνω. ἱδρυθεὶς ἐπὶ παλαιοτάτου ναοῦ τοῦ Ἐρεχθέως. ἡ . τὸ ἀνώτατον μέρος τῶν τειχῶν φρουρίου ἤ πύργου. ἐξωτερικεύω .(ἐπίθ. 302 .μικρὸς ἐστεγασμένος χῶρος εἰς τὴν πρύμνην πλοίου. Ἐρέχθειον .ὅ.ἐξουριάζω . ἐπῳδός. ἔρεβος. ἐπαυλισμός. ἐπιφαίνομαι . ἐπικαλοῦμαι .προσκαλῶ κάποιον εἰς βοήθειαν.ἐκδηλώνω. εἰς μαρτυρίαν ἐπίστεγον.ἀρχαῖος ναὸς ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν. μυθικοῦ βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀττικοῦ ἤρωος. ἔπαλξις. ἐπίχρισμα.διανυκτέρευσις εἰς τινα τόπον. εἰς τὸν ὁποῖον ἐλατρεύετο ἡ Πολιὰς Ἀθηνᾶ.τ.βαθύτατον σκότος.(ἐκ τοῦ ἀρχ. τεμνόμενον όδοντωτῶς διὰ θυρίδων. ἡ .

) ὁμιλητικός. βοηθήσας πολὺ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821 (1775 .Γαβριὴλ . ὁ .λέμβος πλοίου. εὐπρόσδεκτος. ἐφόλκιον. ἡ .σχῆμα λόγου.(ἐπίθ. δασώδεις ἐκτάσεις.πυκνοὶ καὶ μεγάλοι λόγγοι. τὸ . ζάλογγα. πλουσίαν ταπεινός.) ὁ ἔχων βλάστησιν (τόπος).1853).(ἐπίθ. ἡ .(ἐπίθ. καλὲς κυράδες ἀντὶ νεράιδες. εὐθαλής.) καλοδεχούμενος. τὸ καλὸ σπυρὶ ἀντὶ ἄνθραξ.) εὐθηνός.).κωμόπολις τῆς Β. ἡ . χρυσῆ ἀντὶ ἴκτερος κλ. Ἐϋνάρδος Ἰωάννης . Ζ ζαγάρι. εὐτελής. κύων κυνηγετικός. κατὰ τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν κάτι κακὸν ἤ δυσάρεστον μὲ λέξιν ἔχουσαν καλὴν σημασίαν ἐκ δεισιδαιμονίας καὶ φόβου μήπως τὸ κακὸν τοῦτο στραφῇ ἐναντίον μας ὴ ἀποβῇ ἐπιζήμιον. τὰ . ἰχνηλάτης. Εὔξεινος ἀντὶ Ἄξενος. γλυκάδι ἀντὶ ξύδι. φιλόφρων. 303 . γαλλικῆς καταγωγῆς.(ἐπίθ. τουρκ. Εὐμενίδες ἀντὶ Ἐρινύες. διακρινόμενος διὰ τὴν νοημοσύνην του. εὐπροσήγορος. ὁ. ἡ . ὁ.(λ. Ἠπείρου. εὐφημισμός. ὁ. τιποτένιος. ἡ . ὁ. τὸ .χ.διάσημος Ἑλβετὸς φιλέλλην. Π.Ἐρσέκα.

ξύλον. . τουρκ. 304 ἡδέως μεγάλης πνέων. Θεοδόσιος. τὸ . χωροφύλαξ. Ζαράκονα. ζαπτιές. ζυγός. ὁ . ὁ .) μετὰ εὐχαριστήσεως. γεννηθέντες εἰς Ἰωάννινα καὶ πλουτήσαντες εἰς Λιβόρνον τῆς Ἰταλίας καὶ εἰς ἄλλα εὐρωπαϊκὰ κέντρα. Ἀναστάσιος. ἠδύπνοος (ἐπίθ. τὸν ὁποῖον προσαρμόζεται εἰς τὸν ρυθμὸν τοῦ ἀρότρου καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζεύονται οἱ βόες. (λ.(ἀντὶ ζευγηλάτης). ἡ χωρίον τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.τοῦρκ.ὁ ἀνήκων εἰς ζεϊμπέκον = ἄτακτον τοῦρκον στρατιώτην.). Ἰδρύθη ἐκ κληροδοτήματος τοῦ ἐθνικοῦ εὐτργέτου Εὐαγγέλου Ζάππα.) εὐάρεστος. Ζώης καὶ Μιχαήλ).ἓξ ἀδελφοί ἐθνικοὶ εὐεργέται (Ἰωάννης. ζευγολάτης. Η ἡδυπαθῶς (ἐπίρρ. ὅπου όργανώνονται αὶ διάφοροι καλλιτεχνικαὶ ἐκθέσεις ἢ ἐκθέσεις τῆς παραγωγῆς. ὁ . Ζωσιμάδαι οἱ. ἄλλως ζευγάς. ποὺ ὁδηγεῖ τὸ ζεῦγος τῶν βοῶν πρὸς ἄροσιν. μετονομασθὲν Μαίναλον.μέγαρον τῶν Ἀθηνῶν.Ζάππειον. Νικόλαος. . ὁ γεωργός. ζεϊμπέκικος .

ἦμαρ.). Θεοδόσιος ὁ Μικρὸς .αὐγή. Θ θαλασσόπληκτος .) ὁ ὑπὸ τῆς θαλάσσης πληττόμενος. ἄρχων ἐν Ἀθήναις. ὁ -νεαρὸς κλῶνος φυτοῦ.) ὀλιγώτερον.(101 . τὸ προάστιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ τοῦ Βοσπόρου. συγκρ. διὰ δωρεῶν τοῦ ὁποίου ἀνηγέρθησαν σημαντικὰ κτήρια. ἦττον . ὡς τὸ Ωδεῖον (θέατρον τοῦ Ἡρῴδου).450). τὸ . μισοβάρβαρος. θαλλός. β.) ἀπολίτιστος. ἡμιβάρβαρος (ἐπίθ.). ἔκπληξις.178 μ.(ἐπίθ.πολὺς θαυμασμός.ἄ. βυζαντινὸς αὐτοκράτωρ.(λ. τὸ . Ἡρώδης ὁ Ἀττικὸς . υἱὸς τοῦ Ἀρκαδίου καὶ ἔγγονος τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ἠὼς .(408 . χαράματα. ἡμέρα. Στάδιον κ. Θεραπειά.Χ. θάμβος. ὁμηρική. Νόστιμον ἦμαρ = ἡ ἡμέρα τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν πατρίδα (νόστος = ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν πατρίδα). βλαστὸς (ἰδιᾳ δὲ κλάδος τῆς ἐλαίας παρ’ ἀρχαίοις).(ἐπίθ. 305 .

ὄρος τῆς Β. θρασίμι. 306 .) ὸ ἀνήκων εἰς τὴν ἱερογλυφικὴν γραφὴν τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων.(ἐπίθ.) μὲ συνεχῆ. θωράκιον. φαρμακερός. Δῆλον κλ. τὴν ὁποίαν ἀπέστελλεν ἑκάστη πόλις εἰς τὰς ἐθνικὰς πανηγύρεις ἀγῶνας καὶ ἄλλας τελετάς.(ἐπίθ. τὸ .(λ. πᾶσα πολυάριθμος συνοδεία προσώπων. ὁ. ἰδρυά. τὸ . ἡ . ὡς εἰς Ὀλυμπίαν.) ὁ ἔχων τὁ χρῶμα τοῦ ἴου (μώβ).(ἐπίθ. ψοφίμι. πεποιημ. μεταφρ.ἡ τιμητικἠ ἀντιπροσωπεία.θνησιμαῖον ζῷον. συνεκδοχ. ἰοβόλος ὁ.ἐσχάρα ἐν εἴδει ἡμικυκλικοῦ ἐξώστου περιβάλλοντος τὸν λαιμὸν τοῦ ἱστοῦ (ναυτ. τὰ .αἱ δρύες.). ἱερογλυφικὸς . ἰόχρους. ἀλλ’ ἐλαφρὸν θόρυβο θορυβῶ. πολὺ δύσκολος. Δελφούς. θυροδέρνω .πατὴρ τοῦ Δαβίδ. τὸ .κρούω τὰς ξένας θύρας πρὸς ἐπαιτείαν.θεωρία. προκαλῶ θροῦν (θρόισμα). Ἰεσσαὶ . ἡ . Ι Ἰβάν. Ἠπείρου. ἡ . θροῶ .) ὸ χύνων δηλητήριον.

Καικίας. ἡ . Ἐπὶ ἱερέων: προετοιμάζομαι διὰ τὴν κάταρξιν τῆς θείας λειτουργίας. ὁ . φθάνει ἡ κατάλληλος στιγμή.ἄνεμος βορειοανατολικός.ἱρις.ὁ κυρίως ναὸς τῶν Χριστιανῶν. κακκαβισμός. τῆς Ἥρας κ. ἡτοι ὁ χῶρος μεταξὺ τοῦ ἱεροῦ καὶ τοῦ νἀρθηκος. καλαφατίζω .). ἀγγελιαφόρος τοῦ Διός. Κάβο Πάπας. ὁ .γεν.ἄ. καιρὸς .κρωγμὸς ἱέρακος. Κ Καβομαλιάς. ἴριδος. ὁ . Ὡς κύριον ὅνομα Ἴρις = πτερωτὴ θεὰ τῶν ἀρχαίων.τὸ ἀκρωτήριον Μαλέας. λαμβάνω καιρὸν = εὑρίσκω τὴν εὐκαιρίαν. (κοινῶς λέγεται καὶ δοξάρι.(ἐπῆρε καιρὸν) παίρνω. τὸ . καθολικόν. φράσσω τὰ μεταξὺ τῶν σανίδων τοῦ πλοίου κενὰ μὲ στουπὶ καὶ ἀκολούθως ἐπικαλύπτω διὰ πίσσης.Τοῦρκος διοικητής. ὁ . ὸ πρῶτος ναός. τὸ οὐράνιον τόξον. καϊμακάμης . 307 .(ναυτ. εὶς τὸ νοτιώτατον ἄκρον τῆς Πελοποννήσου.τὸ ἀκρωτήριον Ἄραξος.

ὑπόδημα. Σολωμοῦ.1867). πλουτήσας εἰς Βουκουρέστιον. ἡ . μόνον ὅταν κοιμώμεθα εἰς τὴν πατρίδα». σύγχρονος τοῦ Δ. Εἶναι γλυκὺς ὁ θάνατος. λατινικὴ) χονδρὸν στρατ.ἐθνικὸς εὐεργέτης ἐξ Ἰωαννίνων. καλλωπίζω . («Φιλόπατρις» Ἀ. (ἐκ τοῦ ἀρχαίου κάματος = κόπος) ὁ ἀροτριῶν βοῦς. ἀρβύλα.ὡς οὐσ. περίφημος Ζακύνθιος ποιητὴς. Κάλβου). Ζώης . κάμνω τι ὡραῖον.φωλιά. τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκφράσει εἰς παρομοίαν μὲ αὐτὴν περίπτωσιν ὁ συμπατριώτης του ποιητὴς Κάλβος. Ἀνδρέας . ἱδρυτὴς τῆς ὁμωνύμου ἐν Ἰωανίννοις Σχολῆς (1736 1806). Ξενόπουλος ἐπαναλαμβάνει τὴν εὐχήν. καὶ ἀναφέρει αὐτολεξεὶ τοὑς τελευταίους στίχους ἐνὸς ποιήματός του: «Ας μὴ μοῦ δώσῃ ἡ μοῖρα μου εἰς ξένην γῆν τὸν τάφον.(1792 . Καπλάνης. καματερό. Ἐδῶ ὁ Γρ. καλογρεκιασμένον (πρόβατον) πρόβατον κλεισμένον εἰς καλὸν καλύβι. εἰς τὸ χειμαδιό. τὸ (λ. 308 .στολίζω.Κάλβος. τὸ . καλιά. καλίγιον.

τὸ καὶ καταρραχιά.) ὁμας ὁδοιπορούντων. κατάμερον. ἱδίᾳ μετὰ καμήλων καὶ ὑποζυγίων μεταφερόντων ἐμπορεύματα.ἐννοῶ.(ἐπίρρ.ἀόρ. καραδοκῶ .(λ. τοῦ καταπίνομαι.ἡ ὁμίχλη. περσ. κατακοσμοῦμαι . κατεπόθη . κατέχω . καριοφίλι. τὸ . καταλαμβάνω. τὸ .λιμέρι.) τελείως εἰς τὴν ἄκρην.διέγερσις εὐσεβοῦς διαθέσεως. τὸ μακρὸν τυφέκιον. καταρράχι. καταχνιά. κατάνυξις . καραούλι.) σκοπός.(λ.μεταβάλλω κάτι εἰς κομμάτια πολλά. καραβοκύρης . κατάνακρα . φρουρὸς καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ: ἡ φρούρησις. ἡ κορυφογραμμή.καραβάνι.περιμένω μὲ προσοχὴν καὶ ἀνησυχίαν.εἶμαι καταστόλιστος. κατακερματίζω .ὁ πλοίαρχος. ἡ . τουρκ. καταυλισμὸς ἀγροτικὸς ἢ ποιμενικός. 309 ἐμπροσθογεμὲς . τὸ . τὸ ἀνώτατον μέρος τῆς ράχεως τοῦ βουνοῦ.

Τσερκέζος. τουρκ.φωνάζω. κιονίσκος.ὁ κάτοικος τῆς Κιρκασίας χώρας. τὸ βαλλάντιον. κλιβανάριοι.μικρὴ κολόνα.ψαλμὸς περὶ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας.κατηφὴς (ἐπίθ.ἐπικρατῶ.θόρυβος συγκρουομένων ὅπλων.θωρακοφόροι.) κατσουφιασμένος. Κλεπούσνα . κλαγγασμὸς . κλυδωνίζομαι . κέραυλος. κατισχύω . . τὸ .ταράσσομαι ἀπὸ τὴν τρικυμίαν θαλάσσης. 310 σκυθρωπός. Κιρκάσιος .μεγάλη θαλασσοταραχή. λέγεται ἐπὶ κολοιῶν (= τὸ πτηνὸν κάργα) Κοινωνικόν. κλώζω . κειμένης πλησίον τοῦ Καυκάσου. κεμέρι. ὁ στρατιωτικὴ σάλπιγξ κατεσκευασμένη ἀπὸ κέρας ζώου. τὸ . ἐντὸς τῆς ὁποίας φυλάσσονται χρήματα. ὁ .) ἡ δερμάτινη ζώνη τῶν χωρικῶν. Ὀξεῖαι κραυγαὶ πτηνῶν. οἱ . κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου κοινωνοῦν οἱ ἱερεῖς.(λ. κλύδων . Μακεδονίας.χωρίον Δυτ.

Κορυτσᾶ. ἡ . ἐκ τῆς ὁποίας ἐνεπνεύσθη ὁ Γρ. κουβέρτα .τὸ ἄνω χεῖλος τῶν πλευρῶν τοῦ πλοίου. κορύνη καὶ κορύνα.ἀνοηταίνω.Κόκκινος Βράχος . ἡ οἰκία τοῦ γαιοκτήμονος.) τὸ οἴκημα τοῦ διοικητηρίου. κουρταλέτσες .ὡραία τοποθεσία παρὰ τὴν πόλιν τῆς Ζακύνθου.ἔχω μακρὰν κόμῃν . ἡ κατοικία ἐν γένει. κοπετός.ρόπαλον ἀτρακτοειδές. κουπαστή. δι’ οὗ ἐστεφανοῦντο οἱ Ὀλυμπιονῖκαι.πόλις τῆς Βορείου Ἠπείρου. τὸ .παρίστια (ναυτ. κούγκα καλύβη Μακεδονίας. ὁ . τρελαίνομαι. ἡ . ὁ . τὸ . ὀδυρμός. κοτρώνι. ἡ . κουζουλαίνομαι .(ὄπλου). μὲ τὸ ἕν ἄκρον παχύτερον. κότινος. κόκκορας . κονάκι.(λ. τουρκ.ὁ τραχὺς λίθος.κλάδος ἀγριελαίας. ὁ ἐπικρουστήρ. κομῶ . ὁ λύκος τοῦ ὅπλου.τὸ κατάστρωμα τοῦ πλοίου. Ξενόπουλος καὶ ἓγραψε τὸ ὁμώνυμον μυθιστόρημά του.ἐπὶ ἀσταχύων: κυματίζουν οἱ μακροὶ ἀστάχυες.θρῆνος μὲ κτυπήματα τοῦ στήθους.) 311 εἰς ἔλη τῆς .

πρόκειται νὰ γεννήσω· μεταφρ. τὸ . ὑποδιαίρεσις τῆς ρωμαϊκῆς λεγεῶνος. κρεουργῶ .κρούω.σφάζω ἀνθρώπους ἀγρίως. κυρίως ὁ ἱδρύσας ναόν. -εως. Λ λαγγεμένος . ὑπῆρξε διδάσκαλος τῆς ρητορικῆς ἐν Νικομηδείᾳ. ἑτοιμάζω. κυκεών.κυψέλη. τὸ . κο(χ)όρτις. κροαίνω . κραταιῶς . κρωγμός. ἀκμάσας κατὰ τὰ τέλη τοῦ τρίτου καὶ ἀρχὰς τοῦ τετάρτου αἰῶνος πρὶν γίνῃ χριστιανός. ποτοῦ. 312 . κῦρος. σχεδιάζω νὰ φανερώσω.ἐγκυμονῶ. ὁ . λ.) μαγευμένος. κυοφορῶ .). ἐνδίδω). Λακτάντιος . γοητευμένος (ἐκ τοῦ ἀρχ. ἐκ τοῦ κτίζω).κράξιμον κόρακος.εἶδος ἀναμείκτου ἀνακατωσούρα.ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς. κρινί. λαγγάζω ὑποχωρῶ.(ἐπίθ. ρήμ. κυοφοροῦμαι = ἑτοιμάζομαι νὰ φανερωθῶ. ὁ ἱδρυτής. κτυπῶ.(γεν. ὅρος.) ἰσχυρῶς μὲ δύναμιν. ἐξουσία.κτυπῶ.(γεν.κουρταλῶ .(ἐπίρρ. ἡ . μονὴν ἢ ἄλλο ἱερὸν ἴδρυμα. λατ. κτίτωρ καὶ κτίστωρ . ὁ .δύναμις ἀξίας.

) ὁ ἐνδεδυμένος λευκά. ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὴν σημερινὴν μεραρχίαν ἡ λεγεὼν εἶχε περίπου 6. ἡ καὶ τὸ Λιβόρνον . Ἰταλίας.μελῳδικός.392). καίπερ ἐθνικόν. λειψός. διδάσκαλος τοῦ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Λιβάνιος . 313 λαμπρότης.(ἀρσ.ὁ ἔχων τὀ χρῶμα τῆς φωτιᾶς˙ σύνηθες ὅνομα βοῶν τοιούτου χρώματος. ἐλλιπής. ἀκτινοβολία. ὁ -ἄνεμος θερμὸς προερχόμενος ἐξ Ἀφρικῆς.Δ. ἱδρύσας ρητορικὴν σχολὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει. καὶ θηλ.(314 .600 ἄνδρας καὶ διηρεῖτο εἰς 10 κοχόρτεις. . . λευχείμων . Λιβόρνος. Λιάπης. ἡ . λίβας. λεγεών. λαμπίρης. σῶμα παρὰ Ρωμαίοις. Ἕλλην σοφιστὴς καὶ ρήτωρ ἐν Ἀντιοχείᾳ.λαμπηδὼν-όνος. λιγυρὸς .(ἐπίθ. ἡ λάμψις. οἱ ὁποῖοι ἐτίμων αὐτόν.Δ. Ἀλβανίας. ἀτελής.) στρατ. Λιάπηδες) ὁ μουσουλμάνος κάτοικος τῆς Β.) ἀδέξιος.πόλις τῆς Β.(ἐπίθ. ὁ (πληθ. ὁ .

ὁ βορειοδυτικὸς ἄνεμος. ἡ ὸποία ἀπολυτρώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν θλίψεων. τῆς σήμερον λεγομένης ἐπαρχίας Ἀρναίας.ἡ μηχανὴ τοῦ τραίνου.λεπτὴ καλύπτρα κεφαλῆς. λόγγος. ἵνα στηρίξῃ τὴν νέαν θρησκείαν. λόφος (κράνους) . τὸ . λιτή. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Χριστιανῶν ἐπολέμησε μὲ φανατισμὸν κατὰ τοῦ Μαξεντίου. ἡ . 314 . τὸ .προσευχή. πέπλος.κάτοικος τῶν Μαδεμοχωρίων. λοκομοτίβα. μαῖστράλι. ὁ . Μ μαγνάδι. λυτήριος . λυκαυγὲς. τὸ .λίκνον. τὰ χαράματα.θύσανος ἐκ τριχῶν ἴππου.πυκνὸν δάσος ἐκ θάμνων.κούνια μικροῦ παιδιοῦ. ν’ ἀπολυτρώνη· λυτήριος προσευχὴ = ἡ προσευχή.τὸ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἡμίφως.ἑκατόνταρχος ὑπηρετῶν εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.(ἐπίθ. τὸν ὁποῖον ἔφερον ἐπὶ τῆς περικεφαλαίας (κοινῶς φούντα). ἡ . παράκλησις. Μαδεμοχωρίτης . τμήματος τῆς Χαλκιδικῆς. τὸ .) ὁ ἔχων τὴν δύναμιν νὰ λύῃ. Λογγῖνος .

Δ Ἀφρικὴ (Μαρόκον. μερεμετίζω . προκάλυμμα κατὰ τὴν μάχην. μελισσηνὸς .) ὀχύρωμα.μάνητα. μαρκούτσι.(λ.) εἰς μεγάλην ἔκτασιν. μετερίζι. τὰ .μικρός. τουρκ.) ὁ δερμάτινος σωλὴν τοῦ ναργιλὲ (ίδὲ λέξιν). μετρίου ὕψους ἐπίπεδον κοιλάδος. τουρκ. μιναρές.) μέσου. Μαυριτανοὶ .(λ. ἐπισκευάζω. .οἱ βόρειοι ἤ βορειοδυτικαὶ ἄνεμοι. ὅπως ἐλέγετο ἡ Β.(λ.κάτοικοι τῆς Μαυριτανίας.(λ. οἱ πνέοντες κατὰ τὸ θέρος. μεσοϋψὴς . ἡ .μολυσματικός.ὁ ἔχων τὸ χρῶμα τοῦ μέλιτος· σύνηθες ὄνομα βοῶν τοιούτου χρώματος. μικκύλος . τουρκ. Ἀλγέριον).(ἐπίθ. μιασματικὸς .(ἐπίρρ. πρόχωμα. ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ μουτζίνης (εἰδικὸς θρησκ. τὸ . τὸ . μεγαλωστὶ . μαρμαίρω ἀκτινοβο΄λῶ ἀστράφτω.) ὑψηλὸς καὶ στενὸς πύργος μουσουλμανικοῦ ναοῦ μετ’ ἐξώστου.ἡ μανία. λειτουργὸς) καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν. μελτέμια. τουρκ. ὁ .) ἐπιδιορθώνω. 315 παλμικῶς.

ξενιτεύομαι. Μοράρας. μουράγιο. .(ἐπίρ.) εἰς τὸ μέσον τοῦ θαλασσίου στενοῦ.) προκυμαία. μισεύω .γέφυρα τοῦ Τιβέρεως παρὰ τὴν Ρώμην. Ἠπείρου. 316 κρηπίδωμα. τὸ (λ. μόλεμα.μόλυσμα. ὁ .μινυρίζω . ἡ . ἑνετ. τὸ . Μουλβία.παραπονοῦμαι. μισοκάναλα .ἀναχωρῶ ἔκ τινος τόπου. κλαίω σιγαλά.ὄρος τῆς Β. ἀποδημῶ.

πρασινάδα ἀναπτυσσομένη εἰς ὑγρόν. ἔστω καὶ ὀλίγον. οἱ . 317 ἐπισκέπται. μπατάρω . φύλαρχος.). ἡ . μουτεσελίμης . ὁ υἱὸς τοῦ πασᾶ. μπέης.(λ. τουρκ. μούσκουλη. μπενετάδες. οἱ τὰ κεράσματα.κλίνω πρὸς τὸ ἕνα πλευρὸν (λέγεται διὰ τὰ πλοῖα κυρίως).(λ. ἀποχαιρετιστήρια . χῶμα.) πλούσιος ἀρχηγός. τίτλος ἐγγραμμάτου Τούρκου ἀξιωματικοῦ. ὁ . μπαταριὲς .Τοῦρκος διοικητής. φιλοξενούμενοι.μουσαφιρέοι.σειρὰ ὁμοβροντιῶν πυροβόλων ὅπλων. τουρκ.

.εὔοσμον ἄνθος.ἰσχυρὰ καὶ ἀπότομος πνοὴ ἀνέμου.μπιρμπιλὸς .) πλουμιστός. ἰταλ. 318 . μπουγάζι. μπουρίνι .τὸ φυτὸν μπουγαρινιὰ = ἵασμος ὁ ἀραβικός.(λ. τὸ . μπουκαδούρα. ἡ .) ἄνεμος γεννώμενος καὶ πνέων ἐντὸς τοῦ Θαλασσίου κόλπου. παρδαλός. μπουγαρίνι.στενὴ θαλασσία δίοδος.(ἐπιθ. τὸ .

πληθ.) εἶχον κρύψει τὰ ξίφη των εἰς κλάδους μυρτιᾶς. τὸ . ἡ . μυχὸς .τό ἐσώτερον σημεῖον κόλπου ἤ λιμένος. Ν νάμα.) κλάδοι μύρτου. μύησις εἰς θρησκευτικὰ μυστήρια.μυρτιές οἱ .ἡ κατὰ τὴν θείαν λειτουργίαν τελουμένη θυσία. τοὺς ὁποίους ἔφερον λόγῳ τῆς τελουμένης τότε πομπῆς τῶν Παναθηναίων. (μυρτιᾶς).Χ.(θηλ. 319 .πηγὴ ρέοντος ὕδατος. οἱ φονεύσαντες τὸν υἱὸν τοῦ Πεισιστράτου Ἵππαρχον (514 π.Ἀναφέρεται εἰς τὴν παράδοσιν ὅτι οἱ λεγόμενοι τυραννοκτόνοι Ἁρμόδιος καὶ Ἀριστογείτων. μυσταγωγία.

320 χρυσοῦν . ναύκληρος.ὁ πρῶτος τοῦ πληρώματος. ναπολεόνι.νανοφυής .ἀδιάβροχον ἐπανωφόριον άπὸ μουσαμάν. ὁ . ὁ . λοστρόμος. εἰς τὸν ὁποῖον ὁ καπνὸς φθάνει ἀναρροφώμενος ὑπὸ τοῦ καπνιστοῦ μέσῳ φιάλης πλήρους ὕδατος. ναργιλὲς.(γεν. τουρκ. τὸ πρὸ τοῦ κυρίως ναοῦ μέρος. ὁ . ὅπου κατὰ τοὺς πρώτους χριστ. τὸ τὸ γαλλικὸν εἰκοσόφραγκον. νιτσεράδα .(λ. νάρθηξ.) καπνοσύριγξ ἀσιατικὴ μὲ μακρὸν εὐλύγιστον σωλῆνα (μαρκούτσι ).ὁ γεννηθεὶς ὡς νάνος. χρόνους έμενον οἵ κατηχούμενοι· σὺν τῷ χρόνῳ ὁ νάρθηξ ἀπετέλεσεν ἁπλῆν προείσοδον τοῦ ναοῦ ἤ καὶ έξέλιπεν ἐντελῶς. ηκος). ἐν εἶδει στοᾶς συνήθως.

ἐννοῶ. βραδύτης. ντέλφ.βλέπω ἔναντι καὶ ἀπὸ μακράν.λαϊκόν μουσικὸν ὄργανον.νογάω . ἀγνάντια). τὰ ὁποῖα κινοῦνται γρήγορα. 321 . ὁκνηρία. νωθρότης. Ξ ξαγναντεύω . καταλαβαίνω. νωχέλεια. τὸ . διακρίνω (βλ.καὶ νωχελία.τὸ ἁρπακτικὸν πτηνὸν ἱέραξ· μεταφρ. ἡ ἰδιότης τοῦ νωχελοῦς. ἡ . γρήγορος. εὐκίνητος· τὰ ξεφτέρια τοῦ μύλου = τὰ φτερὰ τοῦ μύλου. ἐφτέρι.καὶ λ. τό .

ἡ . αὐλή.(λ. ὁ . θρῆνος. οἰμωγή.τὸ διακριτικὸν σῆμα ἑκάστης οἰκογενείας εὐγενῶν. οὐράνιον φαινόμενον ἢ ἄλλο τι συμβολικὸν ἀντικείμενον. φυτόν. μάνδρα.σεντόνι. εἰκονίζον συνήθως ζῶον. ἐργαλεῖον. ὀθόνη. τὸ . 322 . σλαβ. Ο ὀβορός. οἰκόσημον.στεναγμός.ξουριάζω . ἡ .(βλέπε ἐξουριάζω).).

ἐνθουσιάζομαι.) δωμάτιον· ὁ καλὸς ὀντάς = αἴθουσα ὑποδοχῆς.(ἐπίθ. ὄλβιος . ὀδυρμός. ὀλοφυρμὸς .οἰστρηλατοῦμαι . ὁ . εὐδαίμων. ὀντάς.ὁ ἔχων ἀντίληψιν. τουρκ. ὀρεστιὰς .νύμφη τῶν ὀρέων. πλούσιος.θρῆνος. ὀξυδερκὴς . .(λ.διεγείρομαι ψυχικῶς καὶ πνευματικώς. 323 ὀξεῖαν ὅρασιν.) εὐτυχής.

οὐτοπιστὴς .ἀρμενίζω ὑπὸ οὔριον ἄνεμον. πηγάζων ἐκ τοῦ Ἀντιλιβάνου καὶ χυνόμενος εἰς τὸ Φοινικικὸν πέλαγος. ὄρτσα .ὁ μεγαλύτερος ποταμὸς τῆς Συρίας. ποὺ εἶναι ἀπραγματοποίητος. οὔριος . φέρε τό πλοῖον πλησίον τῆς κοίτης τοῦ ἀνέμου μέχρι γωνίας πέραν τῆς όποίας τὰ ἱστία παύουσι δεχόμενα τόν ἄνεμον.(ἐπίθ. ποὺ δέν δύναται νὰ σταθῆ. ὁ πνέων ἐκ τῆς πρύμνης τοῦ πλοῖου.ὁ ὀπαδός τῆς οὐτοπίας. 324 . οὐριοδρομῶ .(ἐκ τοῦ οὐ . ό ὠθῶν αὐτὸ ἐκ τῶν ὄπισθεν. τοῦ ρ. κέλευσμα· προστακτ. ὀρτσάρω) πρόσαγε.Ὀοόντης.(ναυτ.τόπος).) ὁ ἐκ τῆς οὐρᾶς προερχόμενος˙ οὔριος ἄνεμος. . λέγεται ἡ ἰδέα. ὁ πλάττων σχέδια μή πραγματοποιήσιμα. οὐτοπία .

ὁ πλήρης φωτός.κατὰ τὸν παλαιὸν καιρόν. εἶδος ἐμπροσθογεμοῦς πυροβόλου ὅπλου παλαιοῦ τύπου.ἀκολουθία (ἐν ναῷ) διαρκοῦσα καθ’ ὅλην τὴν νύκτα (γεν. ίδος).ἡ παλαιὰ λαζαρίνα.ὁμαδικὸν κυνήγι ζῴων ἤ ὁμαδικὸν ψάρευμα. πάλαι . παμφαὴς . ἡ . ἡ . παννυχὶς . παλιολαζαρίνα. 325 .Π παγάνα.

εἱμὴ μόνον. παρατυπία . τύπων. Κωνσταντῖνος .πλησίον.ἔλλειψις ἢ παράβασις τῶν νομικῶν κλ. παραινῶ .(λ.(γενν. πάρεξ . 326 .ἐκτός. γαλλ.παρὰ . τὸ 1879) ἐξ Ἀλεξανδρείας. πλήν.) μέρος τοῦ κήπου. Παρθένης. τὸ . νουθετῶ. παρτέρι. σύγχρονος διακεκριμένος ζωγράφος. προωρισμένον διὰ φύτευσιν καὶ καλλιέργειαν ἱδίου εἴδους ἀνθέων.συμβουλεύω. καθηγητὴς τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν.

τὰ ὑπὸ τῆς μοίρας γραμμένα.οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀνωτέραν κοινωνικὴν τάξιν