"Από ποια άστρα πέσαμε για να συναντηθούμε εδώ";

Μια μέρα που η Λου είχεν επισκεφτεί τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, εμφανίστηκε μπροστά της κάποιος άντρας με φλογερό και βαθύ, θλιμμένο βλέμμα, γοητευτικός και μ' ένα παχύ μουστάκι. Μόλις την
είδε κοντοστάθηκε κι αναφώνησεν αυθόρμητα:
-"Από ποια άστρα πέσαμε για να συναντηθούμε εδώ";
Εκείνη κεραυνοβολήθηκεν από το έντονο βλέμμα του που "ανακλούσεν αυτό που συνέβαινε μέσα του, αντίθετα από τις φευγαλέες εξωτερικές εκφράσεις" (Πέτερς, 92). Σε λιγάκι ο φιλόσοφος ήτανε βαθιά
ερωτευμένος και μιλούσε μ' ενθουσιασμό στους φίλους του γι' αυτήν. Η Φραντζ Όβερμπερκ, σύζυγος ενός απ' αυτούς, έγραψε στον άντρα της: "Εκείνος βρίσκεται στην ηλικία, που μια άρνηση ή κάποιο
λάθος, δύσκολα υποφέρονται, ενώ κείνη βρίσκεται σ' αντίθεση με την οικογένειά της και τη κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πληγωθεί ο μεγαλύτερος..."
Η κατάσταση αυτή ήταν αρκετά σύνθετη και καθόλου ευνοϊκή. Ο Ρέε είχε τον χρόνο να την ερωτευτεί μες από τη συναναστροφή, τη κουβέντα και τους περιπάτους τους. Ο Νίτσε την ερωτεύτηκε
κεραυνοβόλα. Ο Ρέε κι ο Νίτσε ήτανε φίλοι. Η Λου είχεν ήδη απορρίψει τον Ρέε, μα κείνος έμενε τριγύρω της με την ελπίδα να πετύχει κάτι καλύτερο, όντας θλιμμένος από την απόρριψη. Ο Νίτσε δεν
έβλεπε λόγο για να νιώθει ανησυχία γιατί είχε διακρίνει στα μάτια της το ότι ενέδιδε μάλλον στο φλερτ του. Η κυρα-Λουίς, αντίθετα, αποφάσισε να γυρίσει στη Ρωσία, αφήνοντας τη κόρη της στη
Γερμανία, σε κάποια φίλη. Ο Νίτσε, με τον Ρέε, τις πρόφτασε στο Μιλάνο και τις έπεισε να κάνουνε μιαν εκδρομή στη λίμνη Όρτα. Μπόρεσε τελικά να ξεμοναχιάσει τη Λου και να κάνουνε μαζί ένα περίπατο
στο Μόντε Σάκο, μια σχετικά μικρή δασώδης βουνοπλαγιά, με διάστικτα παλαιά κτίρια. Η μητέρα κι ο Ρέε, κουράστηκαν να περπατούν κι οι δυο τους πήρανε το μονοπάτι, υποτίθεται για καμμιάν ώρα, μα
γυρίσαν αργά τ' απόγευμα κι οι δυο φανερά ταραγμένοι.
Τι συνέβη μεταξύ τους το απόγευμα κείνο, δεν έγινε γνωστό, αλλά είναι αλήθεια πως η γοητεία του τηνε παρέσυρε για κάμποσο. Η ίδια θα πει, χρόνια μετά: "Αν φίλησα τον Νίτσε στο Μόντε Σάκο, δε το
θυμάμαι πια.." Ο Νίτσε, αντίθετα, της έγραψε λίγο μετά: "Σας οφείλω τ' ομορφότερον όνειρο της ζωής μου". Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν είχε συνέλθει κάπως από το σοκ, είχε πει: " Η Λου της Όρτα,
ήταν έν άλλο πλάσμα..." Όταν επισκέφτηκε τους Όβερμπεκ, λίγο μετά, τον είδανε σε μια πρωτόφαντη διάθεση. "Μιλούσε συνέχεια για τη Λου κι ήτανε σα να 'χε κερδίσει τον κόσμον όλο" (Πέτερς, 97-101).
'Αντε βγάλτε συμπέρασμα!
Ο Νίτσε συνάντησεν έντονες αντιδράσεις κι από το στενό του περιβάλλον. Η μητέρα κι η αδερφή του προσπάθησαν να τονε μεταπείσουν. Στην αρχή η μητέρα του κι όταν εκείνος προσπάθησε να ζητήσει
τη βοήθεια της Ελίζαμπετ, που 'χανε πιο στενή σχέση, κόντρα στη μητέρα, τηνε βρήκε πρώτη φορά, απέναντί του. Στο μεταξύ έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε ν' αναβληθεί η επιστροφή της στη Ρωσία κι
εδώ υπάρχει μια τραγική ειρωνεία. Ο Νίτσε γνώριζε τον έρωτα του Ρέε με κάποια νεαρή ρωσίδα. Ο Ρέε είχε πληροφορηθεί τον έρωτα του Νίτσε για κάποια νεαρή κοπέλα. Δεν είχαν ακόμα συνδέσει τα
γεγονότα και δε γνωρίζανε πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Έτσι για κάμποσο διάστημα, προσπαθούσανε κι οι δυο να εξασφαλίσουνε παράταση στην ίδια κοπέλα, ψάχνοντας ιδέες και της βρήκανε μια
θαυμάσια πρόταση για μια μελέτη που θα τη κρατούσε μακριά τη φυγή της για κανά χρόνο. Μάταια η μαμα-Λουίς πάσχιζε να τη μεταπείσει, -η Λου ήταν Αγύριστο Κεφάλι, άλλη μια φορά.
Όταν η Λου κι ο Νίτσε συναντηθήκανε στη Λουκέρνη, της πρότεινε γάμο, ανοιχτά και ξεκάθαρα, μα κείνη του εξήγησε πως δε πρέπει να 'χει αυταπάτες, ακόμα κι αν αποφάσιζε να μην επιστρέψει στη Ρωσία
και να παραμείνει στη Γερμανία με τους νέους φίλους της. Φεύγει για τη Πρωσσία και φιλοξενείται λίγες μέρες από την οικογένεια του Ρέε κι εκεί διαπιστώνει πως μεταξύ των δυο φίλων θα προτιμούσε
τον μικρότερο και πιο ισορροπημένο. Ο Νίτσε τότε μόνο συλλαμβάνει την υποψία πως ο Ρέε κι η Λου έχουνε ...κάτι και το συλλαμβάνει ...ανάποδα! Πιστεύει πως οι δυο τους του παίζουνε παιχνίδι πίσω από
τη πλάτη του, για να έχουνε κάλυψη στον δεσμό τους και να τους βοηθήσει να πετύχουνε την αναβολή της αναχώρησης. Τότε κάνει κάτι ... ποταπό: Συνθέτει μια φωτογραφία, σε κάποιο διάσημο τότε,
ελβετό φωτογράφο, τον Jules Bonnet, με τους τρεις τους, όπου η Λου είναι πάνω σ' ένα κάρο κι οι δυο τους, Νίτσε και Ρέε, είναι ζεμένοι! Η Λου κρατά και τα γκέμια τους και το μαστίγιο που τους
κεντρίζει.Η κίνηση αυτή και σα σύλληψη και σαν υλοποίηση, μαρτυρά από μόνη της το πως θα πρέπει να 'νιωσε ο φιλόσοφος τότε. Πολύ αργότερα θα συμβουλέψει δια στόματος Ζαρατούστρα: "Όταν
πηγαίνετε στη γυναίκα μη λησμονείτε το μαστίγιο!"
Η Λου είχεν υποσχεθεί πως μετά τον Ρέε, θα επισκεφτεί το σπίτι του Νίτσε για να μείνει κι εκεί λίγες μέρες μαζί μ' αυτόν και την αδερφή του κι ήθελε να κρατήσει το λόγο της. Περάσανε μια μέρα μαζί
όπου εκείνη ήτανε κλειστή κι απόμακρη, ενώ κείνος της εκμυστηρεύτηκε τι τονε χώριζε από τον Βάγκνερ. Όταν την είδε έτσι, την άφησε για να επισκεφτεί τη Βασιλεία και τους Όβερμπεκ, που τον είδανε
"κουρασμένο και με αδυναμία συγκέντρωσης". Τον Ιούλιο, η Λου πηγαίνει στο φεστιβάλ Βάγκνερ, -για τον οποίον είχεν ακούσει τόσα πολλά- στη Μπεϊρούτ και τονε γνωρίζει από κοντά. "Εξ αιτίας του
μικρού του αναστήματος, ήταν ορατός μόνο για κλάσματα δευτερολέπτου, όπως ακριβώς το νερό του συντριβανιού που αναπηδά ξαφνικά πριν πέσει". Μετά, με συνοδεία την αδερφή του Νίτσε, πηγαίνουνε
στο Νάουμπουργκ. Εκεί για μιαν ακόμα φορά νιώθει τη γοητεία του φιλόσοφου. Εδώ οφείλουμε να πούμε, πως ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που αναγνώρισαν αμέσως την ιδιοφυΐα του, τον καιρό που όλοι
τον είχανε για εκκεντρικό.
Την ίδια στιγμή πληροφορούσε τον Ρέε για ό,τι συνέβαινε στο σπίτι. "Πίσω από τον Νίτσε υπάρχουνε κρυψώνες και μυστικά περάσματα, όπως σ' ένα παλιό κάστρο κι είναι κει που ίσως να κρύβεται ο
πραγματικός του χαρακτήρας. Περνάμε όμως ευχάριστες ώρες καθισμένοι σ' ένα παγκάκι κει που αρχίζει το δάσος. Τι ωραία είναι να γελάς, να ονειρεύεσαι, να μιλάς το βράδι, όταν οι τελευταίες αχτίδες
του ήλιου λάμπουνε μες από τα κλαδιά..." (Πέτερς, 121). Πρέπει να πούμε πως η Λου είχε κερδίσει και μιαν άλλη μάχη: Είχε πείσει τη μητέρα της να την αφήσει στη Δυτικήν Ευρώπη. Ο Νίτσε
ενθαρρυμένος, είχεν απολαύσει αυτή τη συντροφιά.
Η αδερφή του Νίτσε, άκουγε τρομαγμένη αυτές τις συζητήσεις. Οι τρόποι της Λου, οι διαφορές της, το πείσμα κι η αδιαφορία της στα κοινωνικά και θρησκευτικά θέματα, την έκαναν να τη διαβάλλει σ'
όλο τον περίγυρο και στον ίδιο τον αδερφό της. "Πως μπόρεσεν ο αδερφός μου να συνδέσει τ' όνομά του μ' ένα τέτοιο υποκείμενο; Η Λου καυχιότανε πάντα για τη κακία της και τότε ο καημένος ο Φριτς
προσπαθούσε να γίνεται όσο πιο κακός μπορούσε. Η Λου είναι πραγματικά η προσωποποίηση της φιλοσοφίας του αδερφού μου: ο τρελός εγωισμός που καταστρέφει όλα όσα του εμποδίζουνε τη πορεία, η
παντελής έλλειψη ηθικής", έγραφε σε κάποια φίλη της. Ο Νίτσε ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του κι όταν του ζήτησαν να τη διώξει, έφυγε μαζί της σ' ένα μικρό διαμέρισμα στη Λειψία. Μα κι εκεί
δέχτηκε τα πυρά τους, ότι και καλά, τώρα που 'τανε μόνος μαζί της, ήταν ευάλωτος στις επιθέσεις της και τελικά ήταν ο ίδιος αυτός που έδιωξε τη Λου μακριά.
Αυτό όλο έφερε τη ρήξη. Η Λου άφησε τον Νίτσε και πήγε γρήγορα να συναντήσει τον Ρέε και να μείνει μαζί του στο Βερολίνο. Μένει πλέον μονάχος με λίγους πια φίλους: τους Όβερμπεκ, τον Γκαστ και τη
Μαλβίντα. Διαπιστώνει πόσον έντονα προσκολλημένος ήτανε με τη παρέα της Λου και του Ρέε. Οι δυο τους τον επισκέπτονται στη Λειψία μα δε νιώθει πλέον το δέσιμο του με κείνην όπως στο
Νάουμπουργκ. Αργότερα θα της γράψει: "Να θυμάσαι αυτό: ο μοχθηρός εγωισμός όπως ο δικός σου, η απουσία συναισθημάτων προς τους άλλους, είναι χαρακτηριστικά που απεχθάνομαι πιότερο. Αντίο
αγαπητή μου Λου, δε θα ξανασυναντηθούμε ποτέ. Προσπάθησε να δώσεις στους άλλους κι ιδιαίτερα στον φίλο Πωλ, αυτό που δεν έδωσες σε μένα".
Ο Νίτσε κατέπεσε πολύ, κατόπιν τούτων. Περιέπεσε σε κατάθλιψη κι αυτό το βεβαιώνουν οι Όβερμπεκ, τους οποίους επισκέφθηκε και τον είδανε σκέτο συντρίμμι. Μάλιστα οι υπαινιγμοί που άφηνε,
οδηγούσανε τη σκέψη τους ακόμα και στην αυτοκτονία. Πάνω που πιστέψανε πως είχε χάσει τη μάχη, εκείνος επέστρεψε δυναμικά μ' ένα νέο βιβλίο, το "Ομοφυλοφιλικη Επιστήμη" (1882) και σα να μην
έφτανε τούτο, τον έπιασε μια ...κρίση δημιουργική κι άρχισε να γράφει πυρετωδώς. Στη συνέχεια, ακολούθησαν: "Έτσι Μίλησε Ο Ζαρατούστρα" (1883-5), "Πέρα Από Το Καλό Και Το Κακό" (1886),
"Γενεαλογία Των Ηθών" (1887), και στη τελευταία πιο δημιουργική του χρονιά τα: "Η Περίπτωση Βάγκνερ" (1888), "Το Λυκόφως Των Ειδώλων" (1888), "Ο Αντίχριστος" (1888), "Ιδέ Ο 'Ανθρωπος" (1888)
και "Νίτσε Εναντίον Βάγκνερ" (1888)!
Το πρωί της 3 Γενάρη 1889, έπαθε μια διανοητική διαταραχή, που άφησε κουσούρι σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του. Πάνω σε τούτο, τονε χτυπά το άλογο μιας άμαξας και κει καταρρέει για να μην επανέλθει
ποτέ. Μερικοί υποστηρίζουνε πως υπήρξε θύμα της σύφιλης, (πρώτη διάγνωση στο νοσοκομείο της Βασιλείας), άλλοι πως έφταιξε το τραύμα στον στρατό, μερικοί άλλοι λένε πως φταίξαν οι ουσίες που
έπαιρνε σαν ηρεμιστικά για να κατευνάζει το ταραχώδες πνεύμα του, τέλος, μερίδα ατόμων υποστηρίζει πως έφταιξε η κληρονομικότητα στο ευαίσθητο νευρικό του σύστημα, όπως στον πατέρα του. Η
ακριβής αιτία παραμένει ακόμα ασαφής. Σημασία έχει πως αγωνίστηκε να εκδόσει τα κείμενά του, γνωρίζοντας πως θα 'χανε πολιτική και κοινωνικήν επίδραση στο γενικό σύνολο. Δυστυχώς δεν έζησε
πολύ και λογικός, ώστε να το δει να συμβαίνει. Πρόλαβεν όμως σε μιαν αναλαμπή του να δώσει μια θαυμάσια σειρά διαλέξεων το 1888, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.
Τα 1889-90 τα πέρασε από νοσοκομεία σε σανατόρια, μέχρι που τονε πήρε η μητέρα του πίσω στο Νάουμπουργκ, όπου τονε περιέθαλψε για εφτά συνεχή χρόνια. Μετά τον θάνατό της, το 1897, ανέλαβεν η
αδερφή του και σε μια προσπάθεια να φρεσκάρει τη μνήμη των άλλων για τον αδερφό της, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια και συγκέντρωσε τα γραπτά του, σ' ένα μεγάλο σπίτι που νοίκιασε στον λόφο της
Βαϊμάρης. Εκεί συγκέντρωσε τα χειρόγραφά του κι άφηνε τους επισκέπτες να τα κοιτάζουνε, ταυτόχρονα παρατηρώντας και τον ανίκανο πια φιλόσοφο.
Στις 25 Αυγούστου 1900, ο μεγάλος Νίτσε λυτρώθηκε από τα βάσανα τούτου του κόσμου, πιθανόν από πνευμονία, λίγο πριν κλείσει τα πενηνταέξι του χρόνια. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο, πίσω από
την εκκλησία του Ρέκεν, στον κόλπο Λότζεν, εκεί που 'χε γεννηθεί και μεγαλώσει και που εκεί επίσης βρίσκονται θαμμένες η μητέρα κι η αδερφή του.........~XAΡΑ