Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ὁ θαυματουργός

ΑΡΕΣΗ΢ ΥΙΛΟ΢ ΓΝΗ΢ΙΟ΢, ΕΝΘΕΟ΢ ΣΟΤ ΦΡΙ΢ΣΟΤ ΘΕΡΑΠΨΝ

Ἀφιέρωμα ἐλάχιστο στὸν Ἅγιο Νεκτάριο,
προστάτη ἰσόβιο, πρεσβύτη ἀέναο, παροχέα
ἀφειδή.
΢τοιχεἶα βιογραφικά, περὶ προσφορ᾵ς στὴν
λειτουργική, ὑμνογραφία, θεολογία,
ἀπολογητική, διδακτική, μοναχισμό κλπ.
Ἀποσπάσματα ἀπὸ κείμενα τοὖ ἰδίου, καθὼς
καὶ ἐγκύρων μελετητὦν συγγραφέων.
Σινὰ ἐκ τὦν ἀνωτέρω ἐλήφθησαν ἐκ τ῅ς
σελίδος http://www.i-mpatron.gr/agiosnektarios/ καὶ παρατίθενται
ἐδὦ σὲ πολυτονικὸ τρόπο γραφ῅ς.
Σαἶς τοὖ ἱεράρχου σου πρεσβείαις, ὁ Θεός,
ἐλέησόν με τὸν ἀναξίως αὐτοὖ ὁμώνυμον.

Ἅγιος Νεκτάριος
Ο ΑΓΙΟ΢ ΣΗ΢ ΢ΣΟΡΓΗ΢ ΚΑΙ ΣΗ΢ ΢ΤΓΝΨΜΗ΢
(Βιογραφικὰ στοιχεἶα ποὺ συνέταξε ὁ Θεολόγος Μιχαήλ ΢οφός)
Δὲν θὰ παύση ἡ Ἁγία τοὖ Φριστοὖ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, νὰ ἀναδεικνύῃ ἁγίους ἕως τ῅ς
συντελείας τοὖ αἰὦνος. Φαίρει ἡ Ἐκκλησία διὰ τοὺς νεοφανεἶς ἁγίους, ἐξαιρέτως δέ, διὰ
τὸ νέκταρ τὸ γλυκύτατον τ῅ς ἐναρέτου ζω῅ς, τὸ πολύτιμον σκεὖος τὦν δωρεὦν τοὖ
Παναγίου Πνεύματος, τὸν Θεοφόρον Ἱεράρχη, τὸν Ἅγιον Νεκτάριον ἐπίσκοπον
Πενταπόλεως.
Ὁ Ἅγιος τοὖ Θεοὖ, γεννήθηκε τὴν 1 Ὀκτωβρίου τοὖ 1846 στὴν ΢ηλυβρία τ῅ς Ἀνατολικ῅ς
Θρᾴκης κι ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀναστάσιος. Οἱ γονεἶς τοὖ ἦταν ὁ Δημοσθένης Κεφαλ᾵ς κι ἡ
Μαρία Κεφαλ᾵. Ἡ μητέρα του ἦταν πολὺ εὐσεβὴς καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν πέντε ἐτὦν τοὖ
δίδαξε τὸν ν´ ψαλμὸ τοὖ Δαβίδ. Ὅταν ὁ Ἀναστάσιος ἔφθανε στὸν στίχο «διδάξω ἀνόμους
τὰς ὁδούς σου» τὸν ἐπαναλάμβανε πολλὲς φορές, σὰν νὰ ἤξερε πόσο καθοριστικὸς θὰ
ἦταν ὁ ὆όλος του ἀργότερα.
Γιὰ λόγους οἰκονομικοὺς ἀφοὖ τελείωσε τὸ Δημοτικὸ καὶ τὸ ΢χολαρχεἶο στὴν πατρίδα
του, ἔφυγε σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων χρονὦν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ
προσελήφθη ὡς ὑπάλληλος σὲ συγγενικὸ κατάστημα μὲ μόνη ἀμοιβὴ στέγη καὶ τροφή.
Παρὰ τὶς δύσκολες συνθ῅κες βρίσκει καταφύγιο στὴ μελέτη, τὴ μόνιμη στὴ ζωή του
συντροφιὰ καί, μάλιστα, ὅσα ἀπὸ τὰ ὆ητὰ τὰ θεωροὖσε ὠφέλιμα γιὰ τοὺς ἀγοραστές του,
τὰ σημείωνε στὰ περιτυλίγματα τοὖ καπνοὖ. Ἀργότερα ἐργάστηκε ὡς παιδονόμος στὸ
Ἁγιοταφικὸ Μετόχι τ῅ς Πόλης, ὅπου διευθυντὴς ἦταν ὁ θεἶος του. Ἀγαποὖσε καὶ
συμμετεἶχε σχεδὸν κάθε ἡμέρα στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες. Ὁ πόθος διὰ τὴν
Μοναχικὴ Πολιτεία ἦταν διακαής.
Σὸ 1868 σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτὦν φεύγει ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ μεταβαίνει στὴν Φἶο καὶ ὑπηρετεἶ
ὡς γραμματοδιδάσκαλος στὸ Λιθί, ἕως τὸ 1873, ὅπου προσέρχεται στὴν Νέα Μονὴ καὶ
μετὰ ἀπὸ τριετ῅ δοκιμασία λαμβάνει στὶς 7 Νοεμβρίου 1876 τὸ ἀγγελικὸ σχ῅μα μὲ τὸ
ὄνομα Λάζαρος. ΢τὶς 15 Ἰανουαρίου (ἡμέρα τ῅ς βαπτίσεώς του) τὸ 1877 χειροτονεἶται
διάκονος ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Φίου, Γρηγόριο καὶ μετονομάζεται σὲ Νεκτάριο. ΢τὴν Φἶο
φοιτᾶ στὸ Γυμνάσιο, ἀλλὰ ὁ σεισμὸς τοὖ 1881 τὸν ἀναγκάζει νὰ ἔρθει στὴν Ἀθήνα, ὅπου
στὸ Βαρβάκειο δίνει τὶς ἀπολυτήριες ἐξετάσεις, ὡς κατ᾿ οἷκον διδαχθεὶς καὶ παίρνει τὸ
ἀπολυτήριο.
Σὸ 1881 ταξιδεύει στὴν Ἀλεξάνδεια, ὅπου συναντᾶ τὸν πατριάρχη ΢ωφρόνιο, ὁ ὁποἶος
τὸν παροτρύνει νὰ σπουδάσει στὸ πανεπιστήμιο, κάτι ποὺ γίνεται ἐφικτὸ μὲ τὴν
οἰκονομικὴ ὑποστήριξη τὦν ἀδελφὦν Φωρέμη. Σὸ 1882 π῅ρε τὴν ὑποτροφία τοὖ
κληροδοτήματος Α.Γ. Παπαδάκη. Π῅ρε τὸ πτυχίο του τὸν Ὀκτώβριο τοὖ 1885 μὲ βαθμὸ
«καλὦς».
΢τὶς 23 Μαρτίου τοὖ 1886 χειροτονεἶται πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρείας ΢ωφρόνιο.
΢τὶς 6 Αὐγούστου τοὖ ἰδίου ἔτους χειροθετεἶται Μέγας Ἀρχιμανδρίτης καὶ Πνευματικὸς
καὶ τοποθετεἶται στὴν Πατριαρχικὴ Ἀντιπροσωπεία Καΐρου. Ἐργάζεται συνεχὦς μὲ ζ῅λο
καὶ αὐταπάρνηση. Ἡ Ἐκκλησία τ῅ς Ἀλεξανδρείας τὸν ἀμείβει μὲ τὸ ὕπατο ἀξίωμα. ΢τὶς
15 Ἰανουαρίου τοὖ 1889 χειροτονεἶται μητροπολίτης Πενταπόλεως, στὸν Ἅγιο Νικόλαο
Καΐρου (ὁ ὁποἶος ἀνακαινίστηκε ὆ιζικὦς ὑπὸ τοὖ Ἁγίου), ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ΢ωφρόνιο,

τὸν πρώην Κερκύρας Ἀντώνιο καὶ τὸν ΢ιναίου Πορφύριο. Ὡς μητροπολίτης συνέχισε νὰ
ἀσκεἶ τὰ ἴδια καθήκοντα, χωρὶς μάλιστα νὰ πληρώνεται, λόγω τ῅ς δειν῅ς οἰκονομικ῅ς
κατάστασης τοὖ Πατριαρχείου. Ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος γιὰ τὶς ἐκδηλώσεις τ῅ς 50ετηρίδος
τ῅ς ἀρχιερατείας τοὖ εὐεργέτη καὶ προστάτη του Πατριάρχη, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει
διώκτης του. Μὲ μεγάλη ταπείνωση δέχτηκε τὸ ἀξίωμα τ῅ς ἀρχιερωσύνης καὶ εἷναι
ἀξιοσημείωτο νὰ ἀναφέρωμεν τί ἔλεγε πρὸς τὸν Κύριο: «Κύριε διατὶ μὲ ἀνύψωσες εἰς
τοσούτον μέγα ἀξίωμα; Ἐγὼ σοὖ ἐζήτησα νὰ γίνω μόνον Θεολόγος κι ὄχι Μητροπολίτης.
Ἐκ νεαρ᾵ς ἡλικίας ΢οὖ ἐζήτησα νὰ γίνω ἕνας ἁπλὸς ἐργάτης τοὖ Θείου Λόγου ΢ου, καὶ
΢ύ, Κύριε, τώρα μὲ δοκιμάζεις μὲ τόσα πράγματα. Ἀλλ᾿ ὑποτάσσομαι, Κύριε, εἰς τὸ
θέλημά ΢ου, καὶ δέομαι: καλλιέργησε ἐντός μου τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὸν σπόρον
τὦν λοιπὦν ἁγίων ἀρετὦν, δι᾿ Ὠν τρόπων γνωρίζεις, καὶ ἀξίωσόν με νὰ ζήσω πάσας τὰς
ἐπὶ γ῅ς ἡμέρας μου συμφώνως πρὸς τοὺς λόγους τοὖ μακαρίου Παύλου, ὅστις λέγει: «Ζὦ
δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Φριστός». Καὶ ὁ Κύριος εἰσάκουσε τὴ δέηση τοὖ ταπεινοὖ
Ἱεράρχου. Οἱ ἀρετὲς τοὖ Ἁγίου διεδόθηκαν παντοὖ καὶ ὅλοι μιλοὖσαν μὲ θαυμασμὸ γιὰ
τὸ θησαυρὸ ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Θεός. Ὅμως ὁ δημιουργὸς τ῅ς κακίας, ὁ διάβολος, δὲν
ἄργησε νὰ κάνει τὴν ἐμφάνισή του. Πράγματι κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοὶ ποὺ εἷχαν
εἰσχωρήσει στὸ περιβάλλον τοὖ ἐνενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τὸν Ἅγιο ὅτι
δ῅θεν ξεσηκώνει τὸ λαὸ καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἀναλάβει τὸν Θρόνο τ῅ς Ἀλεξανδρείας.
Μάλιστα ὑπαινίχθησαν καὶ ἠθικὲς παρεκτροπὲς τοὖ δικαίου Νεκταρίου. Αὐτὸ εἷχε σὰν
ἀποτέλεσμα τὴν παύση τοὖ Ἁγίου ἀπὸ τὴ Διεύθυνση τοὖ Πατριαρχικοὖ Γραφείου καὶ ...
τοὖ ἐπέτρεπαν νὰ λαμβάνει μέρος τροφ῅ς ἐν τῆ κοινῆ τραπέζῃ μετὰ τὦν ἱερέων καὶ νὰ
διαμένει στὸ οἴκημα τ῅ς Πατριαρχικ῅ς Ἐπιτροπείας. Μετ᾿ ὀλίγον ἀποπέμπεται ἀπὸ τὴν
Αἴγυπτο μὲ τὴν αἰτιολογία «μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐξοικειωθῆ πρὸς τὸ κλίμα τ῅ς Αἰγύπτου».
Μάταια ζήτησε νὰ συναντήσει τὸν Πατριάρχη. Οἱ πιστοὶ ἐθλίβησαν ποὺ στερήθησαν τὸν
«συμπαθέστατον τὦν Ἀρχιερέων καὶ τὸν ἀγαθώτατον καὶ δραστηριώτατον τὦν
κληρικὦν».
Ἐδέχθη ὁ θεἶος πατὴρ τὴν ἀδικίαν ταύτην καὶ πικρὴ δοκιμασία ἐν πολλῆ εὐχαριστίᾳ
πρὸς τὸν Κύριον καὶ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο κι ἦλθε στὴν Ἀθήνα τὸ 1889, χωρὶς
χρήματα καὶ ἀπογοητευμένος ἀναζητὦντας ἐργασία, ἀδυνατὦντας νὰ πληρώσει ἀκόμη
καὶ τὰ ἐνοίκια στὴν Νεάπολη (Ἐξάρχεια). Μετὰ ἀπὸ ἀγὦνες καταφέρνει νὰ πάρει μία
θέση ἱεροκήρυκος στὴν Εὔβοια. Σὸν Ἰούλιο τοὖ 1893 μετατίθεται στὴν νομὸ
Υθιωτοφωκίδος ὅπου ἐργάζεται ἀκάματα γιὰ μόλις ἕξι μ῅νες, ἀφήνοντας ἄριστες
ἐντυπώσεις. Σὸν Μάρτιο τοὖ 1894 ἀναλαμβάνει τὴ διεύθυνση τ῅ς Ῥιζαρείου
Ἐκκλησιαστικ῅ς ΢χολ῅ς. Ἐργάζεται μὲ ζ῅λο Θεοὖ γιὰ τὴν ἐμφύτευση τοὖ ἱεροὖ ζήλου
τ῅ς ἱεροσύνης στοὺς ἱεροσπουδαστές του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαγγελματική τους
ἀποκατάσταση, τὴν ἀναμόρφωση τοὖ ἀναλυτικοὖ προγράμματος τ῅ς σχολ῅ς, ἀκόμη καὶ
γιὰ τὴν καλυτέρευση τοὖ φαγητοὖ καὶ τὴν ἄθληση. Κατάφερε νὰ χορηγοὖνται τέσσερις
ὑποτροφίες κάθε χρόνο γιὰ μαθητὲς προερχόμενους ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Σὸ κυριότερο
εἷναι ὅτι ἀποτελεἶ γιὰ αὐτοὺς ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα. Ἰδιαίτερη ἔμφαση ἔδωσε στὴ
λατρευτικὴ ζωὴ καὶ ἀνέδειξε ὡς λατρευτικὸ κέντρο τὸ ναὸ τοὖ Ἁγίου Γεωργίου τ῅ς
Ῥιζαρείου καὶ τὴ σχολὴ πνευματικὸ ἵδρυμα προσκαλὦντας ἐπιστήμονες νὰ δίνουν
διαλέξεις. Ἡ προσευχή του ἦταν τὸ σημαντικότερο λίπασμα γιὰ τὴν ἄνθηση τ῅ς σχολ῅ς.
Παράλληλα ἀσκοὖσε καὶ λειτουργικό, κηρυκτικό, ἐξομολογητικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ
ἔργο. ΢χετίζεται μὲ τὸν πάπα-Πλανᾶ καὶ παίρνει μέρος στὶς ἀγρυπνίες στὸ ἐκκλησάκι
τοὖ Ἁγίου Ἐλισσαίου ὅπου ἔψαλλαν οἱ Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης. Σὸν Ἰούλιο τοὖ
1898 ἐπισκέπτεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Διέμεινε γιὰ ἕνα μήνα καὶ
ἐπισκέφτηκε τὰ κυριότερα μοναστήρια καὶ σκ῅τες. ΢υνδέθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὸν Γέροντα
Δανιὴλ μὲ τὸν ὁποἶο διατήρησε μία πολύχρονη φιλία. Ἐπίσης συνεδέθη μὲ τὸν π.
Ἱερώνυμο ΢ιμωνοπετρίτη ὁ ὁποἶος ἀργότερα διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο ΢άββα τ῅ς Καλύμνου
στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τ῅ς μον῅ς στὴν Αἴγινα. Σὸ ἑπόμενο καλοκαἶρι (Αὔγουστος

1898) ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν γενέτειρά του ΢ηλυβρία. Εἷχε τὴν
εὐκαιρία νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα τ῅ς Παναγίας τ῅ς ΢ηλυβριαν῅ς καὶ τοὺς τάφους
τὦν γονέων του. Σὸ 1904 ἔγινε πραγματικότητα ἡ ἐπιθυμία του γιὰ ἵδρυση γυναικείας
μοναστικ῅ς ἀδελφότητος, ἀρχικὰ ἀποτελουμένης ἀπὸ τέσσερις ἀδελφές. Ὁ Ἅγιος δὲν
ἔπαυε νὰ τὶς κατευθύνει πνευματικά, νὰ τὶς στηρίζει ἠθικὰ καὶ οἰκονομικά. ΢τὶς 7
Υεβρουαρίου τοὖ 1908 ὑπέβαλε τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴ διεύθυνση τ῅ς Ῥιζαρείου λόγω
ἀσθενείας.
Ἀφοσιώνεται στὴν καθοδήγηση τὦν μοναχὦν, στὴν ἀνοικοδόμηση τ῅ς μον῅ς, στὴ
συγγραφὴ καὶ στὴν πνευματικὴ καὶ οἰκονομικὴ στήριξη τὦν ἀδυνάτων κατοίκων του. Οἱ
δοκιμασίες ὅμως δὲν σταμάτησαν. Γιὰ ποικίλους λόγους ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τ῅ς
μον῅ς δὲν ἦλθε παρὰ μόνο ὅταν ὁ Ἅγιος εἷχε κοιμηθεἶ. Ἐπιπλέον, κατηγορήθηκε γιὰ
ἀνηθικότητα ἀπὸ τὴ μητέρα μίας κοπέλας ποὺ κατέφυγε στὴ μονὴ νὰ μονάσει. Ὅλες
αὐτὲς τὶς δοκιμασίες τὶς βίωνε μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ εἷναι
χαρακτηριστικὸ πὼς μία ἀπὸ τὶς προσφιλεἶς ἀσχολίες του ἦταν ἡ φιλοτέχνηση σταυρὦν
στοὺς ὁποίους ἔγραφε «΢ταυρὸς μερὶς τοὖ βίου μου».
Ἡ ὑγεία τοὖ Ἁγίου ἦταν πάντα εὔθραυστη. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοὖ 1919 ἡ πάθηση τοὖ
προστάτη ἄρχισε νὰ ἐπιδεινώνεται. Μετὰ ἀπὸ παράκληση τὦν μοναχὦν εἰσάγεται στὶς
20 ΢επτεμβρίου στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεἶο τὦν Ἀθηνὦν, ὅπου νοσηλεύτηκε γιὰ πενήντα
ἡμέρες. Σὴν Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου τοὖ 1920, πρὸς τὸ μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης
οὐρανίου γαλήνης τὴν μακαρία ψυχή του εἰς χεἶρας Θεοὖ ζὦντος, τὸν ὁποἶο ἀγάπησε ἐκ
νεότητος καὶ δι᾿ ὅλου τοὖ βίου ἐδόξασεν, σὲ ἡλικία 74 ἐτὦν. Σὸ τίμιο λείψανο τοὖ Ἁγίου
εὐωδίαζε καὶ εὐὦδες μύρον ἔκβλυζε ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Αὐθημερὸν μεταφέρθηκε στὴν
Αἴγινα, στὸ Μοναστηράκι του κι ἐψάλη ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία καὶ ἐτάφη ἐν συ὇὆οῆ κλήρου
καὶ λαοὖ.
Ὁ τάφος του ἀνοίχτηκε ἐπανειλημμένα κατὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια καὶ γιὰ εἴκοσι καὶ πλέον
ἔτη τὸ σὦμα τοὖ ἦταν σὦον καὶ ἀδιάφθορον, ἐκχέον τὴν ἄ὇὆ητον εὐωδίαν τ῅ς ἁγιότητος
ὡς μυροθήκη τοὖ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλ᾿ ὕστερον διελύθη, κρίμασιν οἸς οἷδεν ὁ Θεός, ὡς
διελύθησαν πολλὰ ἀδιάφθορα λείψανα ἁγίων. ΢τὶς 2 ΢επτεμβρίου τοὖ 1953 ἔγινε ἡ
ἀνακομιδὴ τὦν χαριτόβρυτων λειψάνων του, ὑπὸ τοὖ Μητροπολίτη Ὕδρας Προκοπίου,
παρισταμένων καὶ ἄλλων κληρικὦν, μοναχὦν καὶ πλήθους λαοὖ. Μία ἄ὇὆ητη εὐωδία
πλημμύρισε τὴν περιοχή. Σὸ 1961 ἔγινε ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τοὖ Ἁγίου ἀπὸ τὸ
Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεἶο.
«Μέγας ὁ Κύριος ἡμὦν καὶ τ῅ς μεγαλοσύνης Αὐτοὖ οὐκ ἔσται πέρας, ὁ δοξάζων τοὺς
δοξάσαντας αὐτοὖ» ὡς ἀψευδὦς ἐπηγγήλατο. Ὄντως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος εἷναι ὁ Ἅγιος
τοὖ αἰὦνος μας, ὁ γλυκύς, ὁ πρ᾵ος, ὁ ἀνεξίκακος, ὁ ταπεινὸς καὶ διὰ τοὖτο ἔλαβε καὶ
λαμβάνει τόση χάρη ἀπὸ τὸν Κύριο τ῅ς Δόξης. Ὁ συμπαθὴς Ἅγιος νὰ παρέχει ἐνὶ
ἐκάστω, ἐν παντὶ καὶ πάντοτε τὴν πατρικὴ καὶ σωστικὴ ἀντίληψίν του καὶ βοήθειαν.
Ἀμήν.

Μερικὰ πρόσθετα βιογραφικὰ στοιχεἶα
Μεγάλο ὑπ῅ρξε ἐπίσης καὶ τὸ συγγραφικό του ἔργο, τὸ ὁποἶο ξεκίνησε ἀπὸ τὴ νεαρά του
ἡλικία. Ἔγραψε σπουδαιότατες θεολογικὲς μελέτες, δογματικά, ἠθικά, κατηχητικά,
διδακτικὰ καὶ ποιητικὰ ἔργα. Μόνο γιὰ τὴν Παναγία ἀφιέρωσε 5000 στίχους στὴν
ποιητική του συλλογὴ «Θεοτοκάριον».

ἀφοὖ οὕτως ἥ ἄλλως ὁ λαὸς τὸν τιμοὖσε ἤδη ὡς μεγάλο Ἅγιο. Ἡ μνήμη του τέλος τιμ᾵ται τὴν 3η ΢επτεμβρίου (ἀνάμνηση ἀνακομιδ῅ς τὦν Ἁγίων Λειψάνων του) καὶ ἰδιαιτέρως τὴν 9η Νοεμβρίου (ἀνάμνηση τ῅ς κοιμήσεώς του). ΢τὶς 20 Ἀπριλίου τοὖ 1961 ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἀνακήρυξή του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. θεραπεύει καὶ διακονεἶ ποικιλοτρόπως τὴ στρατευόμενη Ἐκκλησία. ποὺ ὄντως χωροὖσε ὅλο τὸν κόσμο. ἐπειδὴ καὶ ἐν ζωῆ ἐξάλλου ἡ ἀγκαλιά του πάντοτε ἦταν τόσο πλατιά. Ἀμέσως φάνηκαν τὰ σημεἶα τ῅ς Ἁγιότητός του. κατὰ παραχώρηση τοὖ Θεοὖ. Σὰ ἱερά του λείψανα βρίσκονται στὴν ἱερὰ Μονὴ τ῅ς Ἁγίας Σριάδας στὴν Αἴγινα. . ἀλλὰ μὲ γαλήνια συνείδηση καὶ πλοὖτο θείων χαρισμάτων. Φτίζονται ἀναρίθμητοι ναοὶ καὶ βαπτίζονται συνεχὦς παιδιὰ στὸ ὄνομά του. ἡ ὁποία εἷναι παγκόσμιο πλέον προσκύνημα. ΢υνεχὦς θαυματουργεἶ. Ἀργότερα διαλύθηκε. Ἰδιαίτερα συμπαρίσταται στοὺς καρκινοπαθεἶς καὶ στοὺς ὀχλούμενους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων.Κοιμήθηκε στὸ Ἀρεταίειον Νοσοκομεἶο Ἀθηνὦν βαριὰ ἀσθενὴς ὡς ἄπορος. μετὰ ἀπὸ παράκληση τοὖ ἴδιου τοὖ Ἁγίου γιὰ νὰ δοθοὖν τεμάχια σὲ ὅλο τὸν κόσμο. ἀφοὖ τὸ δωμάτιο εὐωδίασε καὶ ἄρχισε τὸ ἱερό του σκήνωμα νὰ μυροβλύζει καὶ νὰ θαυματουργεἶ. Σὸ ἱερό του σκήνωμα ἔμεινε ἐπίσης ἄφθαρτο γιὰ 30 χρόνια.

τὴ νηπτικὴ ἐργασία. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοὖ 1846 στὴ ΢υληβρία τ῅ς Θρᾴκης. Σὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀδελφοί. ὅμως δὲν ἀντικαθιστᾶ μὲ τίποτα τὴν ἀγαπημένη του πνευματικὴ ἐργασία γιὰ τὴν προσωπική του ἕνωση μὲ τὸν ἐν Σριάδι Θεό. Σὸ βιβλίο ποὺ ὁ ἴδιος ἐξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» εἷναι ἀκριβὲς ἀπόσταγμα τὦν Πατερικὦν Μελετὦν στὶς ὁποἶες ἀπὸ μικρὸς ἀφιερωνόταν. Βλέπουν τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο νὰ κάνει ἐδαφιαἶες μετάνοιες καὶ κάτι νὰ ψελλίζει. Εἷναι τόσο πλούσια ἡ προσωπικότητά του. συνδυασμένη μὲ θεϊκὴ πραγματικὰ ἁπλότητα. Καὶ μάλιστα λόγος ποὺ προέρχεται ἀπὸ χείλη ἀδέξια. ΢ὰν παιδὶ καὶ σὰ νέος ἦταν πολὺ φιλομαθὴς καὶ ἰδιαίτερα ὅπως οἱ Σρεἶς Ἱεράρχες. ἰσχνόφωνα καὶ κακόηχα σὰν τὰ δικά μου. Σὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς στὴ Νέα Μονὴ τ῅ς Φίου μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος ἀπὸ Ἀναστάσιος Κεφαλ᾵ς. τὴν ὁποία καὶ ἑρμήνευσε καὶ ἐξέφρασε προσωπικὰ καὶ δυναμικὰ στὸ καθολικὸ πλήρωμα τὦν Ὀρθοδόξων ἀδελφὦν καὶ γενικότερα στὴν Οἰκουμένη. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς συγκεκριμενοποίησε τὸν οὐράνιο πόθο του καὶ τὸν ταύτισε μὲ τὴ μοναχικὴ ζωή. ἐπίσκοπος ὄντας. Μολονότι ἐπίσκοπος. τόσο μεγαλειώδης. τὴν προσεκτικὴ φροντίδα τοὖ ἐσωτερικοὖ κόσμου τοὖ ἀνθρώπου.π. Ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνθολόγιο τὦν πολυτίμων μελετὦν του φαίνεται ἡ νηπτικὴ ἐργασία καὶ ἡ δυνατὴ ἔφεση ποὺ εἷχε στὰ βάθη του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡ δίψα του γιὰ τὴν τελειότητα τ῅ς ἐν Φριστ῵ ζω῅ς. ΢αράντης ΢αράντος . Θεμέλιο σ᾿ αὐτὴν τὴν προσλαλιὰ ἅς εἷναι τὸ παρακάτω ὑπαρκτὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοὖ Ἁγίου. Ἀπὸ τὰ στοιχεἶα τ῅ς Ἱερ᾵ς Μον῅ς φαίνεται καθαρὰ ὅτι ἔμεινε . γιὰ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ κηρύξει. σὰν ἱεροκήρυκας Φαλκίδος. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τὸν τρόπο νὰ κρυφοκοιτάξουν. κάποιας ἡλικίας. Υιλοξενεἶται ἀπὸ βραδὺς σ᾿ ἕνα ἁπλὸ δωματιάκι τοὖ νησιοὖ. 1989) Πραγματικὰ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐβίωσε σὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλα τὰ μέρη τ῅ς ὑπάρξεώς του τὴν Ὀρθοδοξία μας. πεπειραμένος στὰ πνευματικά.Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ τὸ βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἀπὸ ὁμιλία τοῦ π. ΢υγχωρ῅στε μου λοιπὸν τὴν θρασύτητα καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ χρησιμοποιήσω τὸν συμβατικὸ λόγο γιὰ ὠφέλεια ὅλων μας καὶ γιὰ τὴν κατὰ δύναμιν τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο τοὖ αἰὦνα μας. λέει πάρα πολλά. Σὸ φὦς ἔσβησε. βρίσκεται ὁ Ἅγιος. Περν᾵νε οἱ ὧρες τ῅ς νύχτας καὶ τὸ φὦς τοὖ δωματίου του δὲν σβήνει. ποὺ θά ῾πρεπε ὁ φτωχὸς δικός μας ἀνθρώπινος λόγος νὰ ἀργήσει. ΢αράντη ΢αράντου στοὺς Ἱεροσπουδαστὲς τῆς Ριζαρείου. ὅταν ξεκίνησε γιὰ τὴν πρωϊνὴ ἀκολουθία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες ποὺ μεθόδευσε στὴ ζωή του ὁ μισόκαλλος. τόσο βαθειά. ἀγάπησε τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλὦσσα καὶ τὰ Πατερικὰ κείμενα. ποὺ ἀληθινὰ ὄζει (μυρίζει) ἀγάπη Φριστοὖ. τ῅ς ἀθανάτου καὶ θεοεικέλου ψυχ῅ς. στὸ μικρὸ νησὶ τ῅ς ΢κιάθου. Δόξα τ῵ ἐν Σριάδι Θε῵ γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους ποὺ ἀναδεικνύει σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς ἔχει μαζὶ ἴσως καὶ μὲ ἄλλους ἀφανεστέρους. δείγματα τ῅ς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Βάση στὴ ζωή του ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια εἷχε αὐτὸ ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ ἅγιοι εἷχαν.

δὲν μποροὖσε παρὰ αὐτὸ τὸ ἦθος νὰ ἀποκτήσει τὦν Μεγάλων Πατέρων. τὰ κηρύγματά του. Σὸ ἑπόμενο ἔτος 1886 χειροτονεἶται πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη ΢ωφρόνιο. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμ᾵ς διώξουσιν» δὲν εἷπε ὁ Κύριος. Ἄνθρωπος ψημένος στὴ μοναχικὴ ἄσκηση καὶ στοὺς κανόνες ταπεινοφροσύνης. πολιτεία. γλωσσικὴ ἀρτιότητα. τέλεια νοήματα. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἀγαπητὸς ἀπὸ τὴ λοιπὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα. ἀσκούμενος στὴ μοναχικὴ καὶ μοναδικὴ. Μικρὲς ἐπιστολὲς γραμμένες μὲ σαφήνεια. γιατὶ δὲν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αὐτὲς τὶς ἀρετὲς στὰ Ἐπισκοπικὰ πρόσωπα.τριάντα ἑνὸς δηλαδὴ ἐτὦν. ποὺ εἴτε τοὺς ἔβριζαν εἴτε τοὺς ἐγκωμίαζαν. μὲ τὸ ὄνομα Νεκτάριος. Αὐτὴ τὴν ἐπέτειο τὦν ἑκατὸ χρόνων ἀπὸ τ῅ς χειροτονίας του σὲ ἐπίσκοπο τιμ᾵με καὶ γιορτάζουμε σήμερα. Μὲ ἄδεια καὶ εὐλογία τ῅ς Ἱερ᾵ς Μον῅ς τ῅ς μετανοίας του συμπληρώνει τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὴν Ἀθήνα. Γιατὶ καὶ ὁ ἅγ. ὅπου μετὰ ἀπὸ εὐδόκιμες θεολογικὲς σπουδὲς τὸ 1885 ἐκατατάχθηκε στοὺς πτυχιούχους τ῅ς Θεολογικ῅ς ΢χολ῅ς τ῅ς ὁποίας ὑπ῅ρξε καὶ ὑπότροφος. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸ 1889 χειροτονεἶται Μητροπολίτης τ῅ς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη ΢ωφρόνιο. προτάθηκε γιὰ χειροτονία καὶ προχειρίσθηκε διάκονος τὸ 1877 σὲ ἡλικία ὥριμη καὶ σύμφωνη μὲ τοὺς Θεοπνεύστους ἱεροὺς κανόνες. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ὁ μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἷναι ζωντανὴ εἰκόνα τοὖ ΢ωτ῅ρος Φριστοὖ καὶ ζωντανὸς φορέας ὅλης της Φριστιανικ῅ς Παραδόσεως.Ἴσως σὲ μερικὲς περιπτώσεις ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὰ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἁγίους. Οὐδεὶς ἀδοκίμαστος εὐδόκιμος. λέξεις ἱεροπρεπεἶς καὶ κατάμεστες ἀπὸ σεβασμὸ . Οἱ λειτουργίες του. ὥστε νὰ ἀπολυθεἶ ἀπὸ τὶς Ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τ῅ς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ παυθεἶ ἀπὸ τὴ θέση του. τὸ προσωπικό.τρία χρόνια πραγματικά. λίγο ἀργότερα πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Υώτιο καὶ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸν Γ´ εἷναι γεμάτες ἐκκλησιαστικὸ ἦθος ποὺ σπάνια συναντ᾵με. Ἀξίζει κανεὶς νὰ διαβάσει καὶ μόνο αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς γιὰ νὰ προσεγγίσει αὐτὸν τὸν πολύτιμο ἀδάμαντα τ῅ς Ὀρθοδοξίας. ποιμαντικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ ἐνδιαφέρον. κοντὰ στὸν ὁποἶο ὑπηρέτησε σὰν ἱεροκήρυκας καὶ γραμματέας τοὖ Πατριαρχείου καὶ Πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάϊρο. ΢ὰν ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ ἀθ῵ος διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀδικία ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιστολὲς –διαμαρτυρίες πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ΢ωφρόνιο. κατόπιν στὴν Ἀλεξάνδρεια τ῅ς Αἰγύπτου. ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας. κοντὰ στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ΢ωφρόνιο καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα. Ἀφανεἶς ἀντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν νὰ μεθοδεύσουν ἔτσι κάποιες συκοφαντίες. ἡ συμπάθεια στοὺς καχεκτικοὺς στὴν πίστη καὶ στὴν ἠθικὴ. Ἡ ποιότητα τ῅ς Φριστιανικ῅ς ψυχ῅ς του καὶ ἡ Φριστιανικὴ διαύγεια τὦν φρονημάτων τοὖ φαίνεται ὁλοκάθαρα στοὺς ἄδικους διωγμούς του. Ἡ ἄσκηση τοὖ παρθενικοὖ βίου τὸν ἔκανε προσην῅ ἐπειδὴ συνδύασε τὴν τραχύτητα τ῅ς ἀσκήσεως μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση. ΢τὴν περίπτωση ὅμως τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ καὶ τὸ ποιμαντικὸ ἀρχέτυπο μὲ τὸ πρόσωπό του. Καμιὰ σαφὴς κατηγορία ἀλλὰ καὶ καμιὰ ἀκύρωση τὦν συκοφαντιὦν. Γιατί ἰδιαίτερα αὐτὴν τὴν ἐπέτειο ἐξαίρουμε. τὸ ἴδιο αἰσθάνονταν καὶ ἀνεξίκακα ἀντιδροὖσαν. οἱ διοικητικές του ἱκανότητες καὶ ἰδιαίτατα ὁ ἄμεμπτος βίος κατάφερναν νὰ συγκρατοὖν τὸ θεσμὸ τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ τὰ λογικὰ πρόβατα στὴ μάνδρα τοὖ Φριστοὖ. ἡ φροντίδα του γιὰ τὴν εὐπρέπεια καὶ διακόσμηση τὦν Ἱερὦν Ναὦν.

Κρατᾶ τὸν πόνο του σὲ καθαρὰ πνευματικὸ ἐπίπεδο. καταλάβαινε μὲ τὸν σώφρονα λογισμὸ ποὺ τοὖ εἷχε χαρίσει ἡ Ὀρθόδοξη μοναχικὴ νηπτικὴ ἄσκηση. δηλαδὴ Ἐπίσκοπος νὰ διορίζεται ἁπλὸς ἱεροκήρυκας. ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τὦν λαϊκὦν. Ὅμως δέχθηκε καὶ ἐργάσθηκε διόμιση χρόνια ἀκάματα πνευματικά. Καὶ κατάφερε αὐτήν του τὴ νοοτροπία νὰ μεταβιβάσει ζωντανὰ στὸ λαὸ τοὖ Καΐρου. Πάνω ἀπὸ ἐννιακόσιοι πιστοὶ τ῅ς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοὖ Καΐρου συνέταξαν μία διαμαρτυρία καὶ συνάμα ἀποχαιρετιστήριο γράμμα πρὸς τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Μεταρρύθμισις» τ῅ς Ἀλεξάνδρειας. Ἡ ποιότητα τ῅ς ψυχικ῅ς καλλιεργείας του ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ποιμαντικὸ ἔργο του στὶς ψυχὲς τὦν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀνάλογη ποιμαντικὴ ἐν Φριστ῵ ἀγωγή. ποὺ τοὺς προσέφερε. χτυπώντας τοὺς ἄλλους ἀρχιερεἶς ποὺ τὸν ἀδίκησαν. φαίνεται διάφανα ἡ ἐν Φριστ῵ ἡγετικὴ φυσιογνωμία τοὖ Ἁγίου.στὸ πρόσωπο ποὺ ἀπευθύνεται καὶ τὸ ὁποἶο τὸν ἀδίκησε. Παρακαλὦ πολὺ ὅλους μας νὰ ἐγκύψουμε μὲ πολλὴ εὐλάβεια σ᾿ αὐτὴν τὴν πτυχὴ τ῅ς ζω῅ς τοὖ Ἁγίου Πενταπόλεως καὶ στὴν θεανδρικὴ στάση του γιατὶ καθένας μας ἔχει ἥ ἐνδέχεται νὰ ἔχει πικρίες συκοφαντικὲς στὸ μετερίζι ἀπὸ τὸ ὁποἶο μάχεται. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ γράμμα φαίνεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀπὸ ἄλλη σκοπιὰ. πρ᾵γμα ποὺ διακρίνεται μὲ ἐνάργεια πρὸς τὸ τέλος τ῅ς ἐπιστολ῅ς–διαμαρτυρίας. ὅ. Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὦν λαϊκὦν του Καίρου φαίνεται ἡ μεγάλη ἐν Φριστ῵ ἀγάπη ποὺ τοὖ εἷχαν. ΢ὰν ἀληθινὸς Λειτουργὸς τοὖ Ὑψίστου προτιμᾶ νὰ ἀδικεἶται παρὰ νὰ καταστρέψει στὰ μάτια καὶ στὶς ψυχὲς τὦν πιστὦν τὴν εἰκόνα τ῅ς Ἀρχιερωσύνης. ἀλλὰ τελικὰ ἡ ὑπακοὴ (αὐτὸ εἷναι τὸ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ χριστιανικὸ φρόνημα) καὶ τοὖ Ἁγίου καὶ τὦν πνευματικὦν του τέκνων στὶς ἀποφάσεις τ῅ς Μητέρας Ἐκκλησίας. καταλάβαινε ὅτι κατάστρεφε ὅ. Ἂν ὁ Ἅγιος ἔπαιρνε κάποια ἄλλη διαφορετικὴ στάση. Πόσο ταπεινὰ καὶ χριστοκεντρικὰ θὰ εἷχε ἐργασθεἶ ὁ Ἅγιος στὴν Ἄμπελο τοὖ Κυρίου. ζητώντας στὴν Ἀθήνα ἐργασία καὶ μὴ βρίσκοντας. τ῅ς Θεανθρώπινης ζω῅ς ποὺ ὁ ἴδιος βίωνε. Ἐπὶ τέλους στὶς 15 Υεβρουαρίου 1891 διορίσθηκε ἱεροκήρυκας τοὖ Νομοὖ Εὐβοίας. Παραμυθίας Σίτος Ματθαιάκης. μὰ ἀνεξιχνίαστα θεϊκὰ σχέδια. ποὺ προετοιμάζεται ἔκδηλα ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο γιὰ τὴ μέλλουσα τιμὴ καὶ παγκόσμια δόξα ποὺ τοὖ χάρισε. λέει ὁ βιογράφος του ἅγιος πρ. Πάλι δυσκολίες καὶ μετάθεση στὸ Νομὸ . ΢τὴ συνέχεια γιὰ ἕνα ἔτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωὦν». Ἴσως οἱ βουλὲς τοὖ Θεοὖ ἔχουν διαφορετικὲς προοπτικές. Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπιμείνω λίγο ἀκόμη σ᾿ αὐτὴν τὴν κρίσιμη καμπὴ τ῅ς ζω῅ς του. Αὐτὲς οἱ ἐπιστολὲς ἀποπνέουν τὸ ἄρωμα τ῅ς ἀπαθοὖς καὶ χαριτωμένης ψυχ῅ς του. ἀγάπησε τὸ λαὸ τοὖ Θεοὖ καὶ ἀγαπήθηκε. Δὲν βρίσκεις ἴχνος δηκτικότητας νὰ ὑπολανθάνει.τι πιὸ θεανθρώπινο εἷχε μεταγγίσει στὶς ψυχὲς τὦν πνευματικὦν τοὖ τέκνων. ΢τὸ δημοσίευμα αὐτὸ δὲν ὑποφώσκει ἴχνος ἐμπαθείας ἥ φανατισμοὖ κατὰ τὦν ἀδικησάντων ἐκκλησιαστικὦν ἀνδρὦν τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως. ὥστε νὰ μεταφυτεύει καὶ στοὺς ἄλλους τὸν ἀληθινὸ τρόπο Φριστιανικ῅ς ζω῅ς. ὁ πραότατος καὶ εἰρηνικὸς χαρακτ῅ρας τοὖ Ἁγίου. Ἦταν βαθὺς καὶ ὄχι ἐπιπόλαιος καὶ ὑποπτευόταν ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα.τι ὡραιότερο. σπάνιο φαινόμενο στὰ χρονικὰ τ῅ς Ἐκκλησίας.

ὅτι ἀνεχόταν ἀκόμη καὶ νὰ κοροϊδεύεται μερικες φορὲς καὶ μολονότι διαισθανόταν πὼς τοὖ λένε ψέμματα δὲν ἐπενέβαινε βίαια. Ποτὲ δὲν εἴχαμε δεἶ τὸ εἰρηνικὸ καὶ χαρίεν πρόσωπό του νὰ ἀλλοιώνεται ἀπὸ τὶς νεανικὲς ἀταξίες. σὲ μετάνοια καὶ ὁριστικὴ καὶ εἰλικριν῅ διόρθωση. ἀπὸ τὴν ὁποία παραιτήθηκε. ποὺ ἄφθονη εἷχε. ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ΢ιναΐτης. ὁ Ν. ὅτι ἡ ἀγάπη εἷναι μέθη ψυχῆς καὶ ἔχει τὴν δύναμη νὰ μεθύσει καὶ τοὺς γύρω. νὰ μὴν σταυρώσει μὲ τιμωρίες τὰ παιδιά του ἀλλὰ νὰ τὰ ἀνυψώσει.τι οὐράνιο εἷχε κατακτήσει μὲ τὴν ἄσκησή του καὶ μὲ τὴ χάρη τοὖ Θεοὖ. Πίστευε ὅτι τὸ νεοσύστατο μετὰ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ ἔθνος θὰ μπορέσει νὰ ὀρθοποδήσει καὶ πνευματικὰ νὰ μεγαλουργήσει. εἷχε κατέβει στὰ βάθη τ῅ς ψυχ῅ς. μὲ πολὺ ζ῅λο τὸ ἀποτύπωσε στὶς ψυχὲς τὦν Ἱεροσπουδαστὦν του. ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν περισσὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὴν διακονία του στὸ λεπτὸ καὶ εὐαίσθητο ἔργο τοὖ πνευματικοὖ εἷχε διαπιστώσει πόσο εὔθραυστος εἷναι ὁ ψυχολογικὸς παράγοντας σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ πόσο ἀποφασιστικὸ ρόλο παίζει στὴν ὁλοκλήρωση τ῅ς προσωπικότητας καὶ στὸν ἁγιασμό της. ὅ. Εἷχε μία ἀπεριόριστη ἐσωτερικὴ ἀνεκτικότητα καὶ μεγαλοψυχιὰ λέγουν. τὰ ἔφερνε λίγο ἀργότερα σὲ αὐτοσυναίσθηση τοὖ σφάλματος.΢. ὁ συγγραφέας τ῅ς Κλίμακος. Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἐργάσθηκε συστηματικὰ ὁ Ἅγιος στὸ θερμοκήπιο τὦν Ἱερατικὦν κλήσεων. τὴν ἐν Φριστ῵ ἀγάπη. Εἷχε βιώσει βέβαια αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ πρύτανις τὦν ἀσκητὦν πατέρων ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ΢ύρος. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση πρὸς τὰ ἀνώριμα ἀκόμα παιδιὰ. τοὖ ἄνοιξε τὴν ὑψηλὴ καὶ μεγάλη προοπτικὴ τοὖ Διευθυντ῅ τ῅ς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικ῅ς ΢χολ῅ς. Ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τ῅ς τριετοὖς μοναστικ῅ς ἀσκήσεώς του στὴν Ἱερὰ Μονὴ τ῅ς χώρας τ῅ς Φίου. γιὰ νὰ μὴν τιμωρήσει τὸ ἀνώριμο εὔθραυστο βλαστάρι. ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στὴν αἴτησή του πρὸς τὸ Δ. νὰ τὰ ἀναπτερώσει. Ὁ Κύριος ὅμως ἀφοὖ τὸν προετοίμασε μὲ τὴν θλίψη καὶ τὸν διωγμό. Ὅ. γιὰ παράδειγμα σὲ νηστεία. μὲ τὴν ὁποία κατόρθωσε νὰ διορθώσει τὶς ἀνωριμότητες τὦν νέων χωρὶς νὰ τραυματίσει τὸ ψυχολογικὸ πεδίο. τὸν .τι θεανθρωπινότερο. ποὺ εἷναι τὸ πιὸ δυνατὸ φίλτρο.Καὶ ἤθελε αὐτὸς ὁ μακάριος ἄνδρας. Ἀξίζει καὶ πάλι νὰ τονισθεἶ ἡ κρυστάλλινη ποιότητα τοὖ ποιμαντικοὖ του λειτουργήματος ποὺ ἐκφράζει τὸ ἀποχαιρετιστήριο γράμμα τοὖ Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας πρὸς τὸν Ἅγιο. νὰ μὴν τσαλαπατήσει. ὅταν ἡ διάκριση. Κάποιος ἄλλος μαθητής του.Υθιώτιδος καὶ Υωκίδος. γνώριζε πολὺ καλὰ τὶς ἀντιδράσεις της καὶ ἰδιαίτερα τὴν καταστροφὴ ποὺ προξενοὖν τὰ πάθη καὶ οἱ κακίες τὦν μεγαλυτέρων στὴν ἀνέλιξη καὶ ἀνάπτυξη τὦν νεωτέρων. Πετύχαινε πραγματικὰ νὰ μεταλαμπαδεύσει στὶς ψυχὲς τὦν Ἱεροσπουδαστὦν ὅλη τὴν χριστοφλόγα τ῅ς ψυχ῅ς του. Λούβαρης. νὰ τὰ ἐμψυχώσει μὲ τὴ μέθη τ῅ς δικ῅ς του ἐν Φριστ῵ ἀγάπης. Ὁ πρωτοπρεσβύτερος παπα-Νικόλας Μυλων᾵ς καὶ ὁ Οἰκονόμος Θεμιστοκλ῅ς Παπακωνσταντίνου ποὺ τὸν εἷχαν δάσκαλο ἐπαληθεύουν τὴν ἄριστα παιδαγωγικὴ συμπεριφορά του πρὸς τὰ νεαρὰ βλαστάρια. Μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα διορίσθηκε τὴν 1η Μαρτίου τοὖ 1894 καὶ ἔμεινε σ᾿ αὐτὴν τὴν περίοπτη θέση μέχρι τὸ 1908. νὰ μὴν πληγώσει. μὲ τὸν πιὸ ἐκλεκτὸ τρόπο. ὅ. Εἷχε κατέβει. αὐταρχικά. ἅν οἱ ποιμένες αὐτοὖ τοὖ τόπου τραφοὖν μὲ τὸν ἐπιούσιο Ἄρτο τ῅ς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ ποτισθοὖν μὲ τὰ ἀστείρευτα νάματα τ῅ς Ὀρθοδόξου Εὐσεβείας. τὸν ἱερὸ σπουδαστή του.τι ἱερότερο. θυμ᾵ται ὅτι προτιμοὖσε ὁ ἴδιος νὰ ὑποβάλλεται σὲ ἀσκήσεις. πιεστικά. ἀφοὖ τοὖ ἔκλεισε τὶς ἄλλες πόρτες. γιὰ λόγους ὑγείας. Αὐτὸ μπορεἶ νὰ συγκινήσει τὸ νέο καὶ νὰ βάλει σὲ συναγερμὸ καὶ κινητοποίηση ὅλα τὰ ψυχοδυναμικά του γιὰ ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια δημιουργία. ὅ. Καὶ κάποιος ἄλλος μαθητής του ἔλεγε μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἅγιο.τι χριστοευγενέστερο. γιὰ νὰ διορθώσει τὸν ἁμαρτάνοντα.

Ἔγραφε θεολογικὲς μελέτες. γιὰ νὰ στεγάσει ἕνα ἱερὸ ἡσυχαστήριο καὶ φροντιστήριο Ὀρθοδόξου μοναστικ῅ς εὐσεβείας. τ῅ς καλωσύνης καὶ τ῅ς πατρικ῅ς ἐπισκοπῆς. ἀναφέρει ὅτι οἱ ἱεροσπουδαστὲς εἷχαν νύχτα καὶ μέρα ἐνώπιόν τους ἕνα ἀρχέτυπο τελείου καὶ ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου. ὅπως καὶ ἔγινε. μαθητὴς τοὖ ἁγίου Νεκταρίου. Κυριαρχοὖσε πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ Ποιμαντική της ἀγάπης. ἕνας ταγὸς νὰ κατατρύχεται ἀπὸ ψυχολογικὰ προβλήματα. Εἷχε ἀγαπήσει μὲ πάθος ἀπαθὲς. ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ΢ιναΐτης. Ὁ Ἰ. Παράλληλα σημειώνει ὁ Φρυσόστομος Παπαδόπουλος. ὁ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνὦν.πληροφοροὖσε. Υ. Κωνστανταράκης. Πρὸς τοὺς ἑτερόδοξους συμπεριφερόταν μὲ εὐγένεια καὶ καλωσύνη χωρὶς νὰ κρύβει κανένα σημεἶο τ῅ς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας του. τόσο γι᾿ αὐτὸ τὸν σκοπὸ ὅσο καὶ γιὰ περιπτώσεις . Καὶ δὲν πρέπει ἕνας ποιμένας. ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὴν Διεύθυνση τ῅ς ΢χολ῅ς. ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοὖσαν. μεταρσιωνόταν καὶ μετέφερε πνευματικὸ ἐνθουσιασμὸ στοὺς μαθητές του. θὰ λέγαμε γενναιοψυχίας. καὶ ἐξουθενώνουν τὶς ψυχὲς καὶ δὲν τὶς ὁδηγοὖν στὴν ἐλευθερία «ᾗ Φριστὸς ἡμ᾵ς ἠλευθέρωσε». Μον῅ς τ῅ς Ἁγίας Σριάδος. ΢υνέθετε ὕμνους στὴν Κυρία Θεοτόκο ποὺ ὅταν τοὺς ἔψαλε. στὴν Αἴγινα. ἐνδιαφέρθηκε ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιὰ τὸν κ῅πο τ῅ς ΢χολ῅ς. Δὲν ἦταν δυνατὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἷχε ταξινομήσει παραδεισιακὰ τὰ ἐσωτερικὰ πνευματικά του ζητήματα. γιὰ νὰ ἀνοίγει μπροστὰ τοὺς ὁ δρόμος τ῅ς προκοπ῅ς καὶ τ῅ς δημιουργίας καὶ ὄχι τ῅ς μιζέριας καὶ τ῅ς μικροψυχίας. Ἐνδιαφερόταν νὰ γίνει ἕνα ὡραἶο ἐκκλησιαστικὸ οἰκοδόμημα. Ἡ Λειτουργία του ἦταν μυσταγωγία καὶ συναγερμὸς ὅλου τοὖ ἐκκλησιάσματος πρὸς τὸν ἐν Σριάδι Κύριο. Σὸ κήρυγμά του ἦταν πολὺ ἐποικοδομητικὸ καὶ στὸ ναὸ τ῅ς ΢χολ῅ς καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ποὺ τὸν καλοὖσαν. γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία ὅλων τὦν συνεργείων της. Ἀνελάμβανε ὁ ἅγιος του Θεοὖ. Ἀποκορύφωμα καὶ ἀποκρυστάλλωμα τ῅ς ὅλης του ποιμαντικ῅ς δραστηριότητας ὑπ῅ρξε ἡ ἀνασύσταση τ῅ς Γυναικείας Ι. Ἦταν φίλεργος καὶ πολυγραφότατος. ὅτι ἡ τιμωρία θὰ δημιουργήσει ἀπωθημένη ἐμπάθεια ἥ ψυχολογικὰ τραύματα. Ὅλο του τὸν μισθὸ ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Ῥιζάρειο τὸν διέθετε γιὰ νὰ κτισθεἶ ἡ ἐρειπωμένη Ἱερὰ Μονὴ καὶ γιὰ νὰ συντηροὖνται οἱ μοναχὲς τ῅ς ἀδελφότητας. ποὺ μπερδεύουν τοὺς γύρω του. τὴν φιλανθρωπία καὶ χαιρόταν νὰ ξοδεύει τὸν μισθό του. γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη Διεύθυνση καὶ τὸ ὅλο πολιτιστικὸ κλίμα της. ὁ θεόπνευστος αὐτὸς παιδαγωγὸς πάνω του τὸ βάρος τ῅ς ἁμαρτίας τὦν παιδὦν του. Πιθανὦς νὰ ὑπ῅ρξαν καὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ ἅγιος νὰ μεταχειρίσθηκε καὶ τὴν παιδαγωγικὴ μέθοδο τ῅ς αὐστηρότητας.τι ἄγγιζε. σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα γύρω του καὶ σ᾿ ὅ. δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ἐκφράσει αὐτήν του τὴν ἐσωτερική του χριστοαρμονία καὶ νὰ μήν τὴν ἀπεικονίσει ταπεινὰ ἀπὸ ὅλα του τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα.

φτωχὦν ἀνθρώπων, ποὺ τοὖ ζητοὖσαν βοήθεια. Ἦταν ἀχόρταγος στὸ νὰ δίνει, τόσο ποὺ
μερικὲς φορὲς δὲν εἷχε τὰ ναὖλα του, γιὰ νὰ ἐπισκεφθεἶ τὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τ῅ς
Ἁγίας Σριάδος ποὺ παρακολουθοὖσε πνευματικὰ καὶ τὴν καθοδηγοὖσε, ἐν῵ παράλληλα
ἦταν διευθυντὴς στὴ Ριζάρειο.
Σὶς ἡμέρες τὦν διακοπὦν τοὖ Πάσχα, τὦν Φριστουγέννων καὶ τοὖ καλοκαιριοὖ ἔμενε
στὴν ἱερὰ Μονὴ τ῅ς Ἁγίας Σριάδος καὶ προσπαθοὖσε ἐφαρμόζοντας τοὺς αὐστηροὺς
ἀσκητικοὺς ὅρους τοὖ Μ. Βασιλείου, νὰ ὀργανώσει φιλόθεα καὶ φιλάνθρωπα τὴν
ἐσωτερικὴ ζωὴ τ῅ς ἀδελφότητας.
Εὐτυχὦς ποὺ μ᾵ς ἔχουν διασωθεἶ 136 ἐπιστολὲς τοὖ Ἁγίου, ποὺ ἔστελνε ἀπὸ τὴν Ριζάρειο
στὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τ῅ς Ἁγίας Σριάδος. Μέσα σὲ αὐτὴ διακρίνεται ἡ λαμπρότητα
καὶ ἡ ὡραιότητα τοὖ παρθενικοὖ του χαρίσματος ποὺ αὔξησε ὁ Φριστὸς ἑκατονταπλάσια
μέσα του μὲ σύμφωνη τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή του.
Ἐπίσης διακρίνεται ἡ πνευματικὴ, ἡ ἐν Φριστ῵ ἀγάπη τοὖ ἁγίου πρὸς τὰ πνευματικά του
τέκνα, τὶς μοναχές, μέσα στὶς ψυχὲς τὦν ὁποίων, ὅπως ὁ θεἶος Παὖλος, θέλησε νὰ
μορφώσει τὸν Φριστὸ καὶ τὴ ζωὴ τοὖ Φριστοὖ. Πρότυπό του στὴ φιλανθρωπία εἷχε τὸν
ἅγιο Νικόλαο ποὺ ἀπὸ μικρὸς εἷχε ἀγαπήσει καὶ τὸν εἷχε προστάτη του.
Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στὸ ὡραιότατο βιβλίο του «ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ
θαυματουργός» ὅτι μέσα στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς φαίνεται ἡ μεγάλη διάκριση ποὺ εἷχε ὁ
ἅγιος. ΢ὲ κάθε μιὰ μοναχὴ δίνει τὶς κατάλληλες γι᾿ αὐτὴν ὁδηγίες, σεβόμενος τὰ
προσωπικὰ ὅρια ἀντοχ῅ς της καὶ ἀνοίγοντάς της τὸν κατάλληλο δρόμο ποὺ θὰ ὁδηγήσει
αὐτὴν πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα Φριστό, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνει τὸ πρόσωπο.
Ἤξερε πολὺ καλὰ αὐτὸς ὁ βαθυνούστατος ἐπίσκοπος πόσο σημαντικὸς εἷναι ὁ ρόλος τ῅ς
γυναίκας μέσα στὴ ζωὴ τ῅ς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ χωρὶς νὰ ὑποτιμᾶ τὸ Μέγα Μυστήριο
τοὖ γάμου, λέγει ὁ π. Θεόκλητος, ὅμως προσπαθεἶ νὰ καταρτίσει ἄριστα τὴ γυναικεία
προσωπικότητα στὴν εὐσέβεια καὶ στὴν ἐν Φριστ῵ ζωή, γιὰ νὰ ἔχει ἡ κοινωνία, τὰ
δείγματα ἔστω, τ῅ς ἀληθιν῅ς χριστιανικ῅ς ζω῅ς, σαρκωμένης στὰ πρόσωπα τὦν
μοναζουσὦν. Μέσα σε αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς μποροὖν καὶ οἱ σημερινὲς Φριστιανὲς νὰ
σπουδάσουν τὸ γνήσιο χριστιανικὸ φεμινιστικὸ κίνημα, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἐν Φριστ῵
ὑπακοή, στὸ ὑπάκουο κλίμα της καὶ στὴν ἀτμόσφαιρά της.
Καὶ στ᾿ ἀλήθεια πέτυχε ὁ ἅγιος τοὖ Θεοὖ νὰ φυτεύσει καὶ μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ
τὴν Ριζάρειο, μένοντας κοντά τους, νὰ καταρτίσει τὴ μοναστικὴ αὐτὴ ἄμπελο τ῅ς ἱερ᾵ς
Μον῅ς τ῅ς Ἁγίας Σριάδος, ποὺ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀκτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σὸ
καλοκαἶρι τοὖ 1898 ἔκανε περιοδεία προσκυνηματικὴ στὸ Ἅγιο Ὅρος. Π῅ρε εὐλογίες ἀπὸ
τὸ Περιβόλι τ῅ς Παναγίας, ἔδωσε ὅμως καὶ ἀπὸ τὸ ταμεἶο τὦν δικὦν του θησαυρὦν
στοὺς μοναχοὺς ποὺ μὲ πολλὴ χαρὰ τὸν καλοδέχθηκαν καὶ ξεχωριστὰ τίμησαν ἐπίσημα
τὸν ταπεινόφρονα ἱεράρχη. Ἡ ἐπικοινωνία του μὲ ἁγίους μοναχοὺς, ὅπως τὸν π. Δανιὴλ
Κατουνακιώτη, τὸν συνέδεσε πνευματικὰ μὲ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ἔτσι ὥστε ἐπιστρέφοντας
στὸν κόσμο, νὰ εἷναι ἕνας ἁγιορείτης ἐκτὸς Ἁγίου Ὅρους καὶ μέσα στὴν ὑπακοὴ τ῅ς
δικ῅ς του, ἅς ποὖμε δικ῅ς του, μον῅ς.
Ἀφήσαμε μία πτυχὴ τ῅ς ζω῅ς του τελευταία. ΢κόπιμα. Γιὰ νὰ τὴν τονίσουμε. Βέβαια ἀπὸ
ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε ἀναφέρει διαφαίνεται ὁλοκάθαρα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν ἕνας χαρισματοὖχος πνευματικός.

Αὐτόπτης μάρτυς μοὖ ἀνέφερε ὅτι τὸν εἷδε νὰ εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ β῅μα, νὰ φορᾶ τὸ
πετραχ῅λι του καὶ νὰ πηγαίνει νὰ κατασπάζεται τὸν ἐσταυρωμένο καὶ νὰ κλαίει. Μετὰ
ἀπὸ αὐτὴν τὴ μυσταγωγικὴ καὶ κατανυκτικὴ προετοιμασία προσφερόταν νὰ βοηθήσει
στὸ Μυστήριο τ῅ς Ἱ. Ἐξομολογήσεως ὄχι μόνο τὶς μοναχὲς ποὺ πρωτύτερα ἀναφέραμε,
ὄχι μόνο τους ἱεροσπουδαστές του, ἀλλὰ καὶ τὸν κοσμάκη ποὺ συνέρρεε γιὰ νὰ ἀποθέσει
τὸν βαρὺ κλοιὸ καὶ φόρτο τ῅ς ἁμαρτίας.
Ἰκανότατος στὸν ποιμαντικὸ διάλογο, ἀμέσως ἀποσποὖσε τὴν ἐμπιστοσύνη τοὖ
ἐξομολογουμένου. Πρόσωπο μὲ πρόσωπο ὁ πνευματικὸς πατέρας μὲ τὸν πνευματικὸ υἱὸ
ἥ τὴν πνευματικὴ θυγατέρα, μποροὖσε μὲ τὴν δύναμη τοὖ Σελεταρχικοὖ καὶ ζωοποιοὖ
Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἀπάθεια τ῅ς ἄσπιλης καὶ ἀμόλυντης ψυχ῅ς του, νὰ ἀνασπᾶ ἀπὸ
τὴν ἄβυσσο τὸ ναυαγημένο καράβι, ὅπως σοφότατα περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
΢ιναΐτης. Μέσα στὸ κλίμα τ῅ς ἐν Φριστ῵ θερμ῅ς καὶ ἁπλ῅ς ἀγάπης, μποροὖσε μοναδικὰ
νὰ ἐκφρασθεἶ καὶ εἰλικρινὰ νὰ ἐξαγορευθεἶ ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ φιλόστοργα νὰ ἐμφυσήσει
τὴν Φάρη τοὖ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἄφεση ὁ χαρισματοὖχος πνευματικὸς Πατήρ.
Σέλος ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια τοὖ Θεοὖ οἰκονόμησε ἔτσι τὴ ζωὴ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου, ὥστε
παραιτούμενος ἀπὸ τὴν Ριζάρειο νὰ ἀποσυρθεἶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τ῅ς Ἁγίας Σριάδος, νὰ
βοηθήσει ἀποφασιστικὰ στὴν ὀργάνωση τοὖ Κοινοβίου τ῅ς μέχρι τὸ 1920 ὁπότε καὶ
παρέδωσε νικηφόρα τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο.
Μὲ μία τόσο πλούσια καὶ ἐκλεκτὴ ποιμαντικὴ προσφορὰ μάνιασε ὁ δαίμονας τ῅ς
συκοφαντίας. Ἄνθρωποι μικρόψυχοι, ἐξ ἰδίων κρίνοντες τὰ ἀλλότρια, κολλημένοι σὰ
στρείδια στὰ πάθη τ῅ς ἀνηθικότητας, πρόβαλαν τὸν ἀβυσσαλέο ψυχικὸ ρύπο τοὺς στὸ
πρόσωπο τοὖ ἁγίου. Σοὺς ἦταν ἀδιανόητος ὁ παρθενικὸς τρόπος ζω῅ς, ὁ τρόπος ποὺ ὁ
νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοὖς Φριστός, ἐγκαινίασε μὲ τὸ παρθενικὸ πρόσωπό του στὴ
νέα δική του δημιουργία, στὴν Ἐκκλησία του. Ἔπλασαν λοιπὸν μύθους, ἀπὸ τὸ
βορβορὦδες ὑλικὸ ποὺ τοὺς χορήγησε ὁ μισόκαλλος καὶ προσπάθησαν νὰ σπιλώσουν,
τὸν ἄσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν καὶ κάποιοι ἄλλοι «ἐκκλησιαστικοὶ ταγοί» ποὺ σὰν
ἀφελεἶς καὶ ἀδόκιμοι στὴν κατὰ Φριστὸ ζωὴ, παρασύρθηκαν στὶς δεινὲς συκοφαντίες.
Ἀρνητικὸ ἦταν καὶ τὸ κοινωνικὸ-πολιτικὸ κλίμα τ῅ς ἐποχ῅ς ποὺ μισοὖσε τὰ μοναστήρια,
ἐπηρεασμένο ἀπὸ βαυαρικὸ ἐπιτελεἶο ποὺ εἷχε ἐγκατασταθεἶ στὴν Ἑλλάδα καὶ
προσπαθοὖσε νὰ τὴν «ἐκπολιτίσει». Δὲν μποροὖσαν μὲ κανένα τρόπο νὰ χωνέψουν πὼς
ὁ Διευθυντὴς τ῅ς Ριζαρείου καταντᾶ στὸν καλογερικὸ τρόπο ζω῅ς. Ἑβδομήντα δυὸ
χρονὦν ἄνθρωπος πλέον ὁ Ἅγιος καὶ συκοφαντεἶται ἄσχημα. «Ο὘τος τὰς ἁμαρτίας ἡμὦν
φέρει καὶ περὶ ἡμὦν ὀδυν᾵ται», λέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τὸν Κύριό μας. Σὰ ἴδια
συμβαίνουν καὶ στὸν Ἅγιο.
Οἱ Πατέρες τ῅ς Ἐκκλησίας μας, ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ἀφορητότερο μαρτύριο γιὰ ἕναν
ἀθ῵ο εἷναι ἡ συκοφαντία. Καὶ τὴν ἐπιτρέπει ὁ Κύριος στοὺς δικούς του γιὰ μείζονα
τελείωση καὶ οὐράνια δόξα.
«Ὡστόσο ἡ χάρη πληθαίνει πάνω του καὶ ἐπαληθεύεται μὲ τὰ ποικίλα θαύματα ποὺ
τελοὖνται μὲ τὰ ἁγιασμένα χέρια του καὶ τὶς διάπυρες εὐχές του. Ὁ ἴδιος ὅμως σωματικὰ
κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα ποὺ εἷχε, ἐπιδεινώνεται, γιὰ λίγο θεραπεύεται ἀπὸ
τὴν Παναγία τὴν Φρυσολεόντισσα στὴν Αἴγινα ποὺ προσκύνησε, ἀλλὰ καὶ πάλι βάρυνε.
Μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα, στὸ νοσοκομεἶο Ἀρεταίειο, σὰν ἁπλὸς μοναχός, ἔμεινε δυὸ
μ῅νες καὶ ἐν῵ τὸν ἑτοίμαζαν οἱ γιατροὶ γιὰ ἐγχείρηση, παρέδωσε τὸ πνεὖμα τοὖ τὴ
νύχτα στὶς 8 Νοεμβρίου 1920.

Ὁ Ἅγιος τοὖ αἰὦνα μας, ὅπως πετυχημένα τὸν ἀπεκάλεσε ὁ λογοτέχνης ΢ὦτος
Φονδρόπουλος, στὰ τελευταἶα του ρίζωσε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τ῅ς Ἁγίας Σριάδος σάν Ἐλαία
κατάκαρπος καὶ σὰν τὸ δένδρο τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τὦν ὑδάτων ὃ τὸν
καρπὸν αὐτοὖ δώσει.
Καὶ ἔδωσε ἀναρρίθμητους καρποὺς στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ ἔθνος μας. Καὶ ἀπὸ ἐκεἶ
μεταπήδησε στὴ ζωὴ τ῅ς Ἁγίας Σριάδος ποὺ τόσο εἷχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ὀνομάζουν τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, Φρυσόστομο τοὖ αἰὦνα μας, τόσο γιὰ τὴν
πολυσχιδ῅ προσωπικότητά του, ὅσο καὶ γιὰ τὸ πλούσιο καὶ πολύμορφο ἔργο του.
Δὲν εἷναι καθόλου ὑπερβολικὸ νὰ συμφωνήσουμε μὲ αὐτὸν τὸν ὑψηλὸ χαρακτηρισμὸ καὶ
τὴν ἐκλεκτὴ παρομοίωση, γιατὶ πράγματι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁλοκληρώθηκε σὲ μία
καθολικὴ προσωπικότητα. Μολονότι μοναχὸς ἀρχικὰ καὶ ἀσκητής, μὲ αὐστηροὺς
περιορισμοὺς καὶ μοναστικοὺς κανόνες, ὅμως τόσο πολὺ διευθύνθηκε ἡ προσωπικότητά
του, ὥστε νὰ φθάσει στὰ μέτρα τὦν Μεγάλων Ἁγίων καὶ μάλιστα τὰ Φρυσοστομικά.
Ὁ Ἅγιος ἀφοὖ ἔλυσε ὁριστικὰ τὸ ὑπαρξιακό του πρόβλημα ἀνοίχθηκε μὲ τὴν σῴζουσα
χάρη τοὖ ἐν Σριάδι Θεοὖ στὸν μεγάλο γάμο τ῅ς Ἐκκλησίας. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν
Μοναχισμὸ ἔφθασε στὸν τελικὸ προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμὸ ποὺ εἷναι ἡ ἕνωση
μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἐν Φριστ῵ ἀδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικὰ καὶ βίωσε τὸν μυστικὸ Γάμο τ῅ς ψυχ῅ς του μὲ τὴν Ἐκκλησία
τοὖ Φριστοὖ, στὴν ὁποία καὶ ὁλόψυχα καὶ ἀφιερώθηκε.
Λειτουργὸς μὲ φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος καὶ διακριτικότατος πνευματικὸς
Πατὴρ, ὑψιπέτης Θεολόγος, συγγραφέας ὄχι κοινὸς, Θεόπνευστος,ἱεροκήρυκας,
παιδαγωγὸς ἄριστος, θαυματουργὸς καὶ ἐν ζωῆ καὶ μετὰ θάνατον, κοινωνικὸς ἐργάτης
καὶ βαθὺς καὶ ἀκαταπόνητος. Καλλιεργητὴς ἱερατικὦν κλήσεων καὶ τὸ κυριώτερο,
θεόπτης τοὖ ἀκτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε ἄπειρες εὐεργεσίες στὸ Ὀρθόδοξο
Νεοελληνικὸ ἔθνος μας. Δυνατὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς
καθηγητὲς καὶ ἱεροσπουδαστὲς, τὸν τιμ᾵με, Αὐτὸν τὸν ἔνθεο θεράποντα τοὖ Φριστοὖ καὶ
ἐξαιτούμεθα τὶς διάπυρες εὐχές του πρὸς τὸν Κύριο.
Γιὰ νὰ δώσει προφητικὴ καὶ Σριαδικὴ Ἱερωσύνη κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοὖ Ἁγίου
Ἱεράρχου, Λαὸ μὲ φωτόμορφα καὶ θεοφώτιστα τέκνα τ῅ς ζωνταν῅ς Ἑλληνορθοδόξου
Ἐκκλησίας.
Καὶ τὸ κυριώτερο, τὴ νέα γενιὰ παραλαμβάνουσα μετὰ φόβου Θεοὖ καὶ ἀγάπης, τὴν
ὁλοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, μὲ τὶς πανάγιες εὐχὲς τοὖ ἐν ἁγίοις ἐνδόξου
πατρὸς ἡμὦν Νεκταρίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοὖ θαυματουργοὖ.

Ἅγιος Νεκτάριος
Διδάγματα ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου
(Ὁμιλία στὴν ἑορτὴ τοὖ ἁγίου Νεκταρίου, 9 Νοεμβρίου)

Λένε πολλοὶ ὅτι ἡ ἐποχή μας, ὄχι μόνο ὁ 20ος αἰών, ἀλλὰ καὶ ὁ νὖν, ὁ 21ος, εἷναι
ἀδύνατον νὰ βγάζει ἁγίους της Ἐκκλησίας μας. Αὐτοὶ σοὖ λένε, ἅγιοι ὑπ῅ρξαν μόνο
στὴν ἐποχὴ τὦν πρώτων χριστιανικὦν αἰώνων. Ὅμως δὲν εἷναι ἀλήθεια. Κι αὐτὸ γιατί
καὶ ὁ 20ος αἰὼν ἔχει ἀποδώσει πάρα πολλοὺς ἁγίους καὶ ἀσκητὰς τ῅ς Ἐκκλησίας μας.
Δὲν εἷναι μόνο ὁ ἅγιος Νεκτάριος, τοὖ ὁποίου τὴ μνήμη τιμ᾵ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία
σήμερα, εἷναι κι ἄλλοι. Ὅπως γιὰ παράδειγμα εἷναι οἱ Παΐσιος Ἅγιορείτης, Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης, Ἀμφιλόχιος Μακρ῅ς, Ἰάκωβος Σσαλίκης καὶ τόσοι ἄλλοι.
΢ήμερα ὅμως δὲν προτίθεμαι νὰ μιλήσω γιὰ ὅλους αὐτούς, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο
καὶ μόνο· καὶ νὰ δοὖμε τί μ᾵ς διδάσκει μὲ τὴ ζωή του ὁ ἅγιος αὐτός. Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει
νὰ δοὖμε τὴν καταγωγή του. Γεννήθηκε στὴν ΢υληβρία τ῅ς Ἀνατολικ῅ς Θρᾴκης.
Γεννήθηκε σὲ χώματα Ἑλληνικὰ ἀπὸ εὐσεβεἶς γονεἶς καὶ π῅ρε ἀπὸ αὐτοὺς τὸ
χριστιανικὸ ὄνομα Ἀναστάσιος. Μπαίνοντας στὴν ἁγία Κολυμβήθρα τ῅ς Ἐκκλησίας
π῅ρε τοὖτο τὸ ὄνομα, ἀργότερα δὲ ὅταν ἔγινε ἡ χειροτονία του σὲ διάκονο, ἔλαβε τὸ
ὄνομα Νεκτάριος.
Ἀπὸ πολὺ μικρὸς ἡ εὐσεβὴς γιαγιά του τοὖ ἔμαθε τὸν 50ο Χαλμό, τὸ «Ἐλέησόν με ὁ
Θεός»· καὶ ὅπως λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ΢υναξαριστὴς τοὖ βίου του, ὅταν ἔφθανε στὸ
σημεἶο τοὖ Χαλμοὖ «διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς ΢ου» τὸ ἐπαναλάμβανε μόνος του
πολλὲς φορές. Δείχνοντας τὸ τί ἐπρόκειτο νὰ γίνει ὅταν μεγαλώσει. Σὸ πόσο μεγάλος
κήρυκας τοὖ λόγου τοὖ Θεοὖ θὰ γινόταν καὶ πόσο πολὺ κόσμο θὰ ἔφερνε διὰ μετανοίας
στὴν Ἐκκλησία.
Σὰ παιχνίδια τοὖ ἁγίου ποιὰ ἦταν; Ἔκανε τεχνητοὺς ἄμβωνες καὶ μιλοὖσε γιὰ τὸ Φριστὸ
στὰ παιδιὰ τ῅ς ἡλικίας του. Θέλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ δείξει στοὺς νέους της
ἐποχ῅ς μας καὶ κάθε ἄλλης ἐποχ῅ς ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἷναι ἡ Μάνα μας ὅπου πρέπει νὰ
καταφεύγουμε γιὰ νὰ βρίσκουμε ἀνάπαυση τ῅ς ψυχ῅ς μας. Μόνον διὰ τὦν Μυστηρίων,
ἰδίᾳ δὲ μὲ τὸ Μυστήριο τὦν μυστηρίων, τὴ Θεία Εὐχαριστία, ὅπου μεταλαμβάνουμε τὸ
΢ὦμα καὶ τὸ ΑἸμα τοὖ Κυρίου μας, παίρνουμε τὴ Φάρη τοὖ Φριστοὖ μέσα μας.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκανε ὁ ἅγιος ὅταν ἦταν μικρὸ παιδί. Μετὰ ὅμως ὅταν μεγάλωσε καὶ ἔγινε
κληρικὸς τ῅ς Ἐκκλησίας μας καὶ Διευθυντὴς τ῅ς Ριζαρείου ΢χολ῅ς Ἀθηνὦν, ἔδειξε ὄχι
μόνο πόσο καλὸς κληρικὸς ἦτο ἀλλὰ καὶ τὸ πόσο μεγάλες ὀργανωτικὲς δυνατότητες
διέθετε. Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, πρὶν ἀναλάβει δηλ. τὴν Διεύθυνση τ῅ς ΢χολ῅ς ὁ ἅγιος
Νεκτάριος, ἡ ΢χολὴ κινδύνευε νὰ διαλυθεἶ. Ὅταν ὅμως ἔγινε ΢χολάρχης της ὁ
ἐπίσκοπος Πενταπόλεως, ἅγιος Νεκτάριος, ἀναβαθμίστηκε.
Σὸ ἔργο του ὅμως δὲν φάνηκε μόνο στὴ ΢χολὴ αὐτή. Ἦταν καὶ κηρυκτικό. Κήρυττε τόσο
στὶς ἐνορίες τὦν Ἀθηνὦν, ἀλλὰ καὶ στὸν Πειραι᾵· καὶ ὅπου πήγαινε πλήθη λαοὖ
προσέτρεχαν στὸ Ναὸ ποὺ λειτουργοὖσε καὶ ὁμιλοὖσε γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ
ὠφεληθοὖν ψυχικά.

Ὁ Φριστὸς καὶ οἱ ἅγιοι θέλουν τοὺς νέους κοντὰ στὴν Ἐκκλησία. νὰ ἔχουμε μέσα μας τὴ χαρὰ ποὺ δίδει ὁ Φριστὸς γιὰ νὰ ἀξιωθοὖμε διὰ πρεσβειὦν του νὰ κληρονομήσουμε μία θέση στὴ βασιλεία τοὖ Θεοὖ. Ἔτσι ὅμως γενν᾵ται τὸ ἐρώτημα: ἐμεἶς τώρα τί νὰ κάνουμε γιὰ νὰ εἷναι ἡ ζωή μας σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοὖ Θεοὖ. ὅπως οἱ ἅγιοι Βασίλειος καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὅταν π῅γε στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ σπουδάσει τὰ γράμματα. νὰ τοὺς μαθαίνουν νὰ διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο. Εὐθύνη στὴν ἀνατροφὴ τὦν νέων ἔχει καὶ τὸ σχολεἶο. γιὰ τὸν καθένα ξεχωριστὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο. Δὲν φθάνει μόνο νὰ γεννήσεις τὸ παιδί. εἷναι νὰ τὸ νουθετεἶ χριστιανικά. Οἱ νέοι σήμερα ποὖ συχνάζουν. μικροὶ καὶ μεγάλοι. Κατ᾿ ἀρχὰς οἱ γονεἶς νὰ φροντίζουν τὰ παιδιά τους νὰ εἷναι πιστά. Κι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κάνουν οἱ γονεἶς γιατί αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει τὸν χριστιανὸ γονέα ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους ποὺ εἷναι μακρὰν τ῅ς Ἐκκλησίας δὲν εἷναι μόνο τὸ γενν᾵ν. Σί νὰ κάνουμε. Γονεἶς. νὰ ἔχουμε εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια στὴ γ῅ μας. Πὦς θὰ τὰ φέρουμε στὴν Ἐκκλησία. Βρισκόμαστε σὲ μία ἐποχὴ ὅπου κυριαρχεἶ ὁ τεχνολογικὸς πολιτισμός.τι ἔγινε. καὶ νὰ τὸν παρακαλέσομε νὰ πρεσβεύει γιὰ τὴν Ἑλλάδα μας. Νὰ τὰ ὁδηγοὖν στὴν Ἐκκλησία. ὅμως. ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοὖ θαυματουργοὖ. Ἀδελφοί μου! Εὔχομε ὅλοι μας. κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. ποὺ θαυματουργεἶ ὄχι μόνο στὴν Αἴγινα ποὺ εἷναι τὸ ΢κήνωμά του ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Μόνον μὲ τὸ παράδειγμά μας. νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ἐξομολογοὖνται. δὲν ἤξερε ἄλλους δρόμους πλὴν τοὖ σχολείου καὶ τ῅ς Ἐκκλησίας. Πολὺ φοβ᾵μαι πὼς τὸ βράδυ τὸ περνοὖν στὰ νυκτερινὰ κέντρα ἥ βλέποντας ἐπὶ ὧρες τηλεόραση καὶ βίντεο. λέει ὁ ἱερὸς Φρυσόστομος. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέει στοὺς καθηγητὲς καὶ στοὺς δασκάλους τ῅ς ἐποχ῅ς μας νὰ φέρνουν τὰ παιδιὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι νὰ τοὺς δηλητηριάζουν τὶς ψυχές τους διδάσκοντάς τους μὲ τὰ ἄθεα γράμματα. Ὅταν ὅμως ἡ ζωή μας εἷναι ἀντίθετη ἀπὸ τὰ λόγια μας σίγουρα θὰ τὰ κάνουμε νὰ ἀποτραβηχτοὖν ἀπὸ τὸ Φριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. νὰ βαδίζουμε σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοὖ ἁγίου Νεκταρίου. νὰ φροντίζουμε οἱ νέοι μας νὰ βρίσκονται κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοὖ Φριστοὖ μας. πρέπει νὰ ποὖμε μία πικρὰ ἀλήθεια. δάσκαλοι. Ἐκτὸς ὅμως τὦν γονέων εἷναι καὶ οἱ δάσκαλοι. Ἀμήν! . Δυστυχὦς. Αὐτὸ ποὖ χρειάζεται πάνω ἀπ᾿ ὅλα. Δὲν ἔλεγε ἄλλα καὶ ἔπραττε ἄλλα. Ὅταν ἡ ζωή μας εἷναι σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο θὰ μ᾵ς ἀκολουθήσουν καὶ θὰ πιστέψουν κι αὐτά.Κι ὅλα αὐτὰ γίνονταν ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τοὖ ἁγίου ἦταν σύμφωνη μὲ τὰ λόγια του. ὅπως φρόντιζαν οἱ γονεἶς τοὖ ἁγίου Νεκταρίου καὶ ἔγινε ὅ.

΢χ. Κεφαλ᾵ς. ὅπου ὑπάρχει καὶ ἡ ὑπογραφή του ὡς «ἐγγραφομένου» φοιτητ῅. Κυριακός». τὸ 1877. μι᾵ς τοὖ Θ. προφανὦς ἀφοὖ ἔλαβε τὴν ὑποτροφία. Ἀθ῅ναι τῆ 2 Ἀπριλίου 1883. σὲ σχετικὸ πίνακα τ῅ς «Λογοδοσίας» τοὖ τότε Πρύτανη Κωνσταντίνου Π. ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὑπ῅ρξε ὑπότροφος τοὖ κληροδοτήματος Παπαδάκη. εἷχε ἐγγραφεἶ στὴ Θεολογική. στὶς 7 Μαΐου 1883. Κεφαλ᾵ς (<). Ὑποσημειοὖμαι εὐσεβάστως Ἱεροδιάκονος Νεκτάριος Δήμου Κεφαλ᾵ς ἐκ ΢ηλυβρίας τ῅ς Θρᾴκης ὡς ἐν τ῵ ἐπισυνημμένῳ πιστοποιητικ῵ δηλοὖται. Μετεἶχαν τοὖ διαγωνισμοὖ οἱ ἑξ῅ς δέκα φοιτηταὶ (<) Ν. ἔλαβε τὸ πτυχίο του ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ ΢χολὴ τοὖ Πανεπιστημίου Ἀθηνὦν ὁ Νεκτάριος Δ. ΢τὸ Ἱστορικὸ Ἀρχεἶο τοὖ Πανεπιστημίου σῴζεται σχετικὴ χειρόγραφη αἴτησή του: «Πρὸς τὴν ΢εβαστὴν Πρυτανείαν τοὖ Ἐθνικοὖ Πανεπιστημίου. 4 Νοεμβρίου 1881 ὑπ᾿ ἀριθ. 1612». Παπαδάκη». Ρακοὖ καὶ ἑτέρας τοὖ Γ. ΢τὸ Μητρ῵ο φέρει τὸν αὔξοντα ἀριθμὸ 1042. μαζὶ μὲ ἄλλους ἐννέα συνεξετασθέντες τελειοφοίτους του ἀκαδημαϊκοὖ ἔτους 1885-1886. τὸ 1846. ἐν῵ ὡς πατρίδα του ἀναφέρεται ἡ Φἶος (ὅπου. O ὑποφαινόμενος δευτεροετὴς φοιτητὴς τ῅ς Θεολογικ῅ς ΢χολ῅ς Νεκτάριος Δ. καὶ εἷχε βαπτισθεἶ λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Ἀναστάσιος).Ἅγιος Νεκτάριος Πτυχιοῦχος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Δημοσίευμα στὴν Ἐφημερίδα «Καποδιστριακό» ΢τήλη: Ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ ΕΚΠΑ #76. ἐν῵ τὸ δίπλωμα φυλάσσεται στὸ Μουσεἶο τοὖ Πανεπιστημίου Ἀθηνὦν (στὴν πρώτη προθήκη τ῅ς αἴθουσας μὲ τὰ ἐκθέματα τ῅ς Θεολογικ῅ς ΢χολ῅ς). Ἐκρίθησαν δὲ ἐπιτυχόντες διὰ . στὸ ὁποἶο σημειώνονται μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξ῅ς: «Ἀναφέρομεν Ὑμἶν ὅτι κατὰ τὰ διατεταγμένα προέβημεν εἰς τὸν διαγωνισμὸν πρὸς πλήρωσιν τὦν προκηρυχθεισὦν ὑποτροφιὦν. Σέλος. ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. τοὖ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται στὶς 9 Νοεμβρίου. τὰ στοιχεἶα τοὖ φοιτητ῅: «Νεκτάριος Δ. ΢τὴ συνέχεια. προφανὦς ἀπὸ τὴ Γραμματεία. σημειώθηκε «ὑπότροφος Ἀ. στὶς ὁποἶες ἀρίστευσε. 32». Παπαδάκη. Ἕνα μ῅να μετὰ τὴν αἴτηση. Μαυροκορδάτου. Ἀνενέωσε τὴν ἐγγραφήν του 1882-1883 ἀριθ. κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τὦν σπουδὦν του στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνὦν. διαβιβάσθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν Πρυτανεία «Πρὸς τὸν κ. 1042. σ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεἶ ὅτι. ἤτοι τριὦν ἐκ τοὖ κληροδοτήματος Ἀ. Κεφαλ᾵ς Διάκονος ἐκ Φίου. εἷχε χειροτονηθεἶ διάκονος. λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Νεκτάριος) ἀντὶ τ῅ς ΢ηλυβρίας τ῅ς Θρᾴκης (ὅπου εἷχε γεννηθεἶ. Κοσμήτορα τ῅ς Θεολογικ῅ς ΢χολ῅ς *Νικηφόρο Καλογερ᾵+ διὰ τὰ περαιτέρω. 15-11-2005 Ἐπιμέλεια: Γεράσιμος Ζώρας Σὸ 1885. Υ. μητρ. 81). Πρωτ. ὁ Κοσμήτορας τ῅ς Θεολογικ῅ς ἀποστέλλει ἔγγραφο πρὸς τὴν Πρυτανεία. Γ. Ἡ αἴτηση ποὺ –ὅπως σημειώνεται πάνω της– «ἐλήφθη τῆ 2 Ἀπριλίου 1883. Ἀριθ. ὅπως δηλώνεται στὸ «Μητρ῵ον τὦν φοιτητὦν τοὖ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικοὖ Πανεπιστημίου». ἐνεγράφη εἰς τὴν Θεολ. Ἀθήνησι τῆ 2 Ἀπριλίου 1883». Κεφαλ᾵ς ἐπιθυμὦ νὰ διαγωνισθὦ εἰς τὰς ὑπὸ τ῅ς ΢εβαστ῅ς Πρυτανείας ὁρισθεἶσας ὑποτροφίας ὡς Θράξ. Ὁ Πρύτανης Π. Ἀθήνησι 1887. κατόπιν εἰδικὦν ἐξετάσεων. πάνω στὴ ἴδια τὴν αἴτηση σημειώθηκαν. στὶς 4 Νοεμβρίου 1881. Σέσσερα χρόνια νωρίτερα. Σὸ ὄνομά του ἀναγράφεται. Δηλιγιάννη («Λόγος ἐκφωνηθεὶς τῆ 23 Νοεμβρίου 1886 κατὰ τὴν ἑορτὴν τ῅ς καθιδρύσεως τὦν νέων ἀρχὦν τοὖ Ἐθνικοὖ Πανεπιστημίου».

ὅπου ἐκτελοὖσε τὰ καθήκοντα τοὖ ἐφημερίου. τὸ 1885 τὸν εἷχε ἀναγορεύσει πτυχιοὖχο του. Καλογερ᾵ς». λόγους καὶ πλ῅θος βιβλίων. συνέθετε ὕμνους καὶ συνέγραφε δοκίμια. ὅπου νοσηλεύθηκε γιὰ δυὸ μ῅νες. τὰ ἀποτελέσματα τὦν ἐν λόγῳ διαγωνισμὦν. ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεἶο). καθὼς καὶ ἐνημερωτικὲς ἐπιστολὲς πρὸς καθένα ἀπὸ τοὺς ὑποτρόφους. στὴ συνέχεια ἱεροκήρυκας στὴ Φαλκίδα. Ὅταν μετὰ μία δωδεκαετία αἰσθάνθηκε ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος του. ποὺ τὸ 1881 τὸν εἷχε δεχθεἶ στοὺς κόλπους του ὡς νεαρὸ καὶ ἐπιμελ῅ φοιτητή. τὸ 1961. στὶς 19 Μαΐου. Σὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνὦν. ἀποστέλλει σχετικὸ ἔγγραφο πρὸς τὸν Λογιστὴ τοὖ Πανεπιστημίου (γιὰ νὰ χορηγοὖνται 100 δρχ. στὴ Μονή του. παρακαλοὖμεν Ὑμ᾵ς ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξητε τὸν διορισμὸν τὦν ἐπιτυχόντων. μέχρι τοὖ τέλους τὦν σπουδὦν τους). . Κύριε Πρύτανη. Ἔτσι. ἐν῵ ἀπὸ τὸ 1908 ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στὴν Αἴγινα. ἦταν ἑπόμενο νὰ ἀφιερώσει στὴ μνήμη τοὖ Ἁγίου τὸ παρεκκλήσιο τοὖ Ἀρεταίειου Νοσοκομείου. ΢τὴ συνέχεια ὁ Πρύτανης. μέχρι τὴν κοίμησή του. Ὁ τ῅ς Θεολογικ῅ς ΢χολ῅ς Κοσμήτωρ Ν. τὸ 1883 τὸν εἷχε ἀνακηρύξει ὑπότροφό του. θέλησε νὰ μεταφερθεἶ στὸ πανεπιστημιακὸ Νοσοκομεἶο Ἀρεταίειο. καὶ τὸ 1920 τὸν εἷχε περιθάλψει ὡς σεβάσμιο πλέον ἱεράρχη στὴν πανεπιστημιακὴ Κλινική του. τὸ 1894 διευθυντὴς τ῅ς Ριζαρείου ΢χολ῅ς. ὡς ὑπότροφος τοὖ Κληροδοτήματος Παπαδάκη ὁ Ἅγιος Νεκτάριος θὰ ὁλοκληρώσει τὸ 1885 τὶς σπουδές του. Παπαδάκη (<) Νεκτάριος Κεφαλ᾵ς Θράξ (<) Ὅθεν γνωστὰ ποιοὖντες Ὑμἶν. στὶς 9 Νοεμβρίου 1920 (ἡ ἀνακήρυξή του σὲ Ἅγιο ἔγινε μετὰ 40 χρόνια. Ἡ μετέπειτα πορεία τοὖ Ἁγίου εἷναι γνωστή: χειροτονήθηκε ἀρχικὰ πρεσβύτερος στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ κατόπιν Μητροπολίτης Πενταπόλεως. μηνιαίως στοὺς ἐπιτυχόντες.μὲν τὰς τοὖ Ἀ.

Ἦτο ὡραία Βιβλικὴ μορφή. αἴτινες κοσμοῦσι τὸν ΢εβ. . δι᾿ οὗ ηὐχαρίστησε τὸ ΢υμβούλιο (.» Σὸ θρησκευτικὸ περιοδικό της ἐποχ῅ς ἐκείνης «΢ωτήρ». Νεκτάριος Κεφαλᾶς. ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις αἱ ἀρεταί. ΢τὶς 14 Μαρτίου ἡ «Ἐφημερίς». παραινετικοὺς ἀπηύθυνε λόγους καὶ ὑπέδειξεν ὁποία καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτοὺς (. Δημητρακόπουλου: Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως. Ἐπίσης ἡ «Νέα Ἐφημερίς» ἔγραψε τὴν ἑπομένη: «Ἀφίκετο καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ νέος διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου ΢χολῆς ΢εβ. ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος βρισκόταν στὴν ὥριμη ἡλικία τὦν 48 ἐτὦν καὶ ἡ πνευματική του ἀκτινοβολία ἦταν ἤδη ἔντονη καὶ φυσικὰ μὲ τὸ πέρασμα τοὖ χρόνου γινόταν ἀκόμη μεγαλύτερη. γνωστὸ γιὰ τὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν ἀναγέννηση τὦν ἐκκλησιαστικὦν πραγμάτων. Δ. Γράφει ἡ ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τ῅ς ἰδἶας ἡμέρας: «΢ήμερον ἀναλαμβάνει τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ νεωστὶ διορισθεὶς διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου ΢χολῆς πρώην μητροπολίτης Πενταπόλεως. ἐπιστημονικὴ μόρφωσις. Νὰ πὼς φυσιογνωμικὰ τὸν περιέγραψε τὸ 1948 -πρὶν ἀκόμη ἀνακηρυχθεἶ ἐπίσημα ἅγιος. μετὰ τὴν λειτουργίαν. ἀφοὖ προηγουμένως ἔδωσε «τὴν νόμιμο διαβεβαίωση ἐνώπιον τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας». Μητροπολίτου καὶ τ῅ς ὁλομελείας τοὖ διοικητικοὖ ΢υμβουλίου τ῅ς Ῥιζαρείου ΢χολ῅ς ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις τοὖ νέου διευθυντοὖ τ῅ς σχολ῅ς ΢... μαθητής του: Ἀνάστημα κανονικόν (.. γνωστὸς καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ διὰ τὰ φῶτα αὐτοῦ.. ἀγλαοὺς ἀποφέρουσα καρπούς.. Ὁ ΢εβασμιώτατος κ.Ἅγιος Νεκτάριος Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΢ΣΗ ΡΙΖΑΡΕΙΟ (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ ΢οφοκλ῅ Γ. πρώην Μητροπολίτου Πενταπόλεως ΢εβ. Μητροπολίτου Πενταπόλεως κ. διοικητικὴ ἱκανότης. Ἔγραψε ἡ «Ἑστία» τ῅ς ἑσπέρας τ῅ς ἴδιας ἡμέρας: «΢ήμερον περὶ τὴν 10 1/2 ὥραν παρουσίᾳ τοὖ Ὑπουργοὖ Παιδείας. Ὅταν ἀνελάμβανε τὴ διεύθυνση τ῅ς Ῥιζαρείου ΢χολ῅ς. ὁ ΢ύλλογος τῶν καθηγητῶν καὶ πολλοὶ ἄλλοι. ἀγαθότης καὶ εὐγένεια τρόπων. Ἀπὸ τοὺς γαλανοὺς ὀφθαλμούς του διεχύνετο μία ἀκτινοβολία. σχολιάζοντας τὴν προσωπικότητα τοὖ νέου διευθυντὴ τ῅ς Ῥιζαρείου ἔγραφε: «Χρηστότης ἠθῶν. Μητροπολίτης Πενταπόλεως.) Ὁ δὲ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ ΢υμβουλίου κ. Ἡ ἐπίσημη ἐγκατάστασή του ἔγινε τὴν Κυριακή.. ὅμοια μὲ τὸ ἀνοιξιάτικο γλυκοχάραμα. τοὖ ΢εβ.Ἡ πρώτη ἅγια Μορφὴ τῶν καιρῶν μας.) Ἀποτεινόμενος εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς ΢χολῆς. τελεσθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς ΢χολῆς. Ἀθήνα 1998. τ῅ς περιόδου 1902-1907.198) Καθήκοντα στὴ Ῥιζάρειο ἀνέλαβε στὶς 10 Μαρτίου 1894. 188. 13 Μαρτίου 1894. Χασιώτης ἀντεφώνησε.) Πρόσωπον εἰς τὸ ὁποῖον ἠμιλλᾶτο ἡ ἁρμονικὴ ἀναλογία τῶν μερῶν μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ἐκφράσεως. ἐκφράσας τὴν πεποίθησιν. Κατὰ ταύτην παρῆσαν τὸ Διοικητικὸν ΢υμβούλιον αὐτῆς. Νεκταρίου Κεφαλᾶ. ὅτι ἡ ΢χολὴ διὰ τοῦ νέου Διευθυντοῦ της θὰ ἐπανακτήση τὴν πρώτην αὐτῆς λαμπρότητα καὶ ὅτι διὰ τῆς ὁμονοίας καὶ τῆς εἰρήνης θὰ εἰσέλθη ἡ ΢χολὴ εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν της. σελ. ἐδέχθη ἐν τῇ Μεγάλῃ Αἰθούσῃ τὰ συγχαρητήρια τῶν ἀνωτέρω καὶ ἐξεφώνησε σύντομο λόγο. Ἱεράρχην».ἕνας παλαιός. Ὁ νέος διευθυντὴς τῆς ΢χολῆς εἶναι εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον μορφωμένων κληρικῶν μας καὶ διετέλει μέχρι τοῦδε ἱεροκῆρυξ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος». ἔγραψε: «Πανηγυρικῶς ἐγένετο χθὲς ἡ ἐγκατάστασις τοῦ νέου διευθυντοῦ τῆς Ῥιζαρείου ΢χολῆς. Καὶ τὸ ἀκτινοβολοῦν ἐκεῖνο πρόσωπο ἐστεφανοῦτο ἀπὸ χιονόλευκη συμμετρικὴν γενειάδα. ἀπολαμβάνων ὑπολήψεως καὶ τιμῆς ἐν τῷ ἡμετέρῳ κλήρῳ». Νεκταρίου Κεφαλ᾵».

δυό της τετάρτης τάξεως καὶ δυό της πέμπτης. μὲ ἀγάπη Φριστοὖ. ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἀπιστία τὦν καιρὦν. Ἰωακεὶμ ΢πετσιέρης. ἡ ὁποία ἀποβολή. μὲ πατρικὴ στοργή. ὁ Νικόλαος Ῥάδος. στεναχωροὖνταν πολύ. Σὸ μέτρο αὐτὸ εἷχε ἐπίδραση στοὺς εὐαίσθητους μαθητές.. ὅπως αὐτὰ τὰ γνώριζε ἀπὸ τὴ δαψιλὴ μελέτη τὦν ἀρχαίων συγγραφέων.) ἡ Ῥιζάρειος ΢χολή. ἐπισημαίνει «τὸν πρὸς τὴν ΢χολὴν ζ῅λον τοὖ ΢εβασμιωτάτου Διευθυντοὖ. τὴν ἀφοσίωσιν αὐτοὖ πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν του. Ὁ Πενταπόλεως δὲν ὑπ῅ρξε ποτὲ ἐκδικητικὸς οὔτε ἤθελε τὴν ἐξόντωση ἐκείνων ποὺ παρεκτρέπονταν. ὁ διάδοχός του στὴ Ῥιζάρειο. παράλληλα ὅμως ἦταν καὶ ἀνυποχώρητος στὴν διαφύλαξη τ῅ς ἠθικ῅ς καὶ τοὖ κύρους τ῅ς Ῥιζαρείου. ἀλλὰ μαθήτευαν σὲ αὐτὴ ἐπειδὴ τὸ ποιοτικό της ἐπίπεδο ἦταν πολὺ ὑψηλό). ἦταν ἀναγκασμένος. προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τὴν ἀποστολή του.τὸ σημαντικότερο μετὰ τὴ Θεολογικὴ ΢χολὴ τοὖ Πανεπιστημίου Ἀθηνὦν. θὰ τοὺς στιγμάτιζε καὶ θὰ τοὺς ἀκολουθοὖσε στὴ σταδιοδρομία τους. ὁ Ἅγιος θεωροὖσε τὸν ἑαυτὸ τοὖ ὑπεύθυνο. σύμφωνα μὲ τὰ Πρακτικά του. Ἔγραφε στὶς μοναχές της Αἴγινας: «Πλὴν τ῅ς στενοχωρἶας ταύτης (ἔλλειψη χρημάτων νὰ στείλει στὸ μοναστήρι) εἷχον καὶ ἑτέρα πολὺ σπουδαίαν. διὰ τοὖ διευθυντοὖ Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου. μετὰ τ῅ς συνήθους αὐτὴ μεγάλης πνευματικ῅ς ἐπιδόσεως. Ἐδίωξα ἐκ τ῅ς ΢χολ῅ς τέσσερας μαθητάς. διηύθυνε. Ῥιζάρη.. ἀλλ᾿ ἄνευ πράξεως ἀποβολ῅ς». Ἀναφέρεται πὼς ὅταν ἕνας μαθητὴς ἔκανε κάποιο σοβαρὸ παράπτωμα. πολλὴ φρόνηση καὶ ἐνδιαφέρον ἀνύστακτο. Λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψη τὦν καθηκόντων του. Νεκτάριος Κεφαλ᾵ς (.) διευθύνει μέχρι τοὖ νὖν ὡς ἄριστα τὰ τ῅ς ΢χολ῅ς». ποὺ εἷχε φοιτήσει στὴ Ῥιζάρειο καὶ πρὶν τὴν ἀνάληψη τ῅ς διεύθυνσης ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. . ἣτις καὶ αὕτη σήμερον ἔπαυσε. εἰρήνευσεν αὕτη καὶ ἔλαβε τὴν κανονικήν της κατεύθυνσιν. Ἀργότερα. Μόλις ὀμως ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν οὗτος. Οἱ ὑπὲρ αὐτὦν ἐνδιαφερόμενοι ἦσαν ἰσχυροί. Φρυσόστομος Παπαδόπουλος ἔγραψε γιὰ τὸ ἔργο του: Εὐτυχὦς (. Ἀλλὰ καὶ ὅταν. ἕνεκα τοὖ κύρους αὐτοὖ ὡς Ἱεράρχου. ποὖ δὲν ἐνδιαφέρονταν γιὰ νὰ ἱερωθοὖν. Ὁ ἀρχιμ. νὰ ἐπιβάλει κάποια ποινή. Μητροπολίτης Πενταπόλεως κ. Ὁ διευθυντὴς ἀποκατέστησε τελείως τὸν ἐκκλησιαστικὸν χαρακτ῅ρα τ῅ς ἐσωτερικ῅ς ζω῅ς τ῅ς ΢χολ῅ς. μὲ αἰσθήματα ἀνθρωπιστικά. προσευχόταν ἐκτενὦς καὶ ὑποβαλλόταν σὲ αὐστηρὴ νηστεία. τὸ Πολυμελὲς ΢υμβούλιο τοὖ Ἱδρύματος. ποὺ προερχόταν τόσο ἀπὸ τὴν φύση τοὖ παιδαγωγικοὖ ἔργου καὶ τὴν ποικιλία προέλευσης τὦν μαθητὦν (στὴ ΢χολὴ φοιτοὖσαν καὶ παιδιὰ πολλὦν εὐπόρων ἀθηναϊκὦν οἰκογενειὦν κλπ.Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος παρὰ τὶς ποικίλες ἀντιξοότητες. ἐπανεὖρε τὴν ἐσωτερικὴν αὐτ῅ς γαλήνη καὶ διὰ τοὖ ἐκλεκτοὖ αὐτ῅ς διδακτικοὖ προσωπικοὖ ἐχώρησε πρὸς τὰ πρόσω. χωρὶς ποτὲ ν᾿ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ θέση του. οἱ ὁποἶοι συνήθως μεταμελοὖνταν καὶ ἀπέφευγαν νὰ ἐπαναλάβουν τὶς ἀταξίες τους. γράφει: Καὶ εἷναι ἀληθὲς ὅτι πρὸ τοὖ διορισμοὖ τοὖ Πενταπόλεως ὥς διευθυντοὖ. ἡ Ῥιζάρειος ΢χολὴ εὐρίσκετο πάντοτε ἐν ταραχῆ. οἵτινες μετὰ ἕνα μήνα ἀκριβὦς θὰ ἐλάμβανον τὸ δίπλωμά των. ἅς σημειωθεἶ. ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκτελεστές της διαθήκης τοὖ Γ. ἀλλ᾿ ἐπὶ τέλους σήμερον ἀπεβλήθησαν. Ἐπίσης. πρὸς δὲ καὶ ὅτι ἄνευ ἰδίας ἀμοιβ῅ς διδάσκει μαθήματα ἐν τῆ ΢χολῆ».. ἰδίως μάλιστα ὅταν ἔβλεπε πολλοὶ σημαίνοντες νὰ παρεμβαίνουν ὑπὲρ αὐτὦν. ἔγραψε πώς «ὁ ΢εβασμ..ἐκκλησιαστικὸ αὐτὸ ἐκπαιδευτήριο γιὰ δεκατέσσερα συνεχ῅ χρόνια. ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐπεμβάσεις τοὖ ΢υμβουλίου τ῅ς ΢χολ῅ς. μὲ προσευχὴ διαρκ῅. ὡς Ἐκκλησιαστικ῅ς ΢χολ῅ς.. σπάνια.

Ὅθεν ὀφείλετε νὰ ἀναδειχθῆτε ἐν τῷ βίῳ τῆς δράσεως ἄξιοι μὲν τῆς ΢χολῆς τρόφιμοι. τῶν κυρίων καθηγητῶν καὶ ἐμοῦ. πλῆθος δὲ παντοίων ἀπαιτητῶν καὶ διεκδικητῶν ἀλλοτρίων . κατὰ τὴν πρώτη. ἐργαζομένους ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ πονοῦντας ὑπὲρ τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ ἔργου αὐτοῦ. διότι ὑμεῖς ἐστὲ ὁ καρπὸς πολυετοῦς πολυμόχθου φροντίδος καί. ἀπὸ τὶς 16 Ἰουνίου 1894. καὶ τὴv τήρησιν τῶν ὑμετέρων ὑποσχέσεων. Εἰδικότερα: Θεωρώντας ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὡς κύριο ἔργο του τὴν καλλιέργεια στοὺς ἱεροσπουδαστὲς ζέουσας πίστης καὶ τὴν ἐμφύτευση ἱεροὖ ζήλου γιὰ τὴν ἱεροσύνη. μεθ᾿ ὧν ἀῤῥήκτως τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεώδη καὶ ὁ πνευματικὸς βίος συνάπτονται καὶ ἡ ἀληθὴς αὐτοῦ εὐδαιμονία συνδέεται. ἀδιαλείπτου μερίμνης τοῦ τε ΢. Ὁ ἀγὼν ἤδη ἀπέβη κρατερός. Πρὸς ὑμᾶς στρέφω τὸν λόγον. ἐπεμβάσεις τοὖ ΢υμβουλίου εἰς τὰ καθήκοντα τοὖ Διευθυντοὖ καὶ τὦν καθηγητὦν. ὅπερ ἐπὶ πενταετίαν ὅλην ὡς τέκνα φιλόστοργα διέθρεψε. ἤδη. ἀρχιερέων. διεπαιδαγώγησε καὶ ἐξεπαίδευσε. Ἀλλὰ καὶ ὁ παλαιὸς τρόφιμος τ῅ς ΢χολ῅ς καὶ κατόπιν Ὑφηγητὴς τοὖ Πανεπιστημίου ΢οφοκλ῅ς Λώλης ἔγραψε: Ἐπὶ Νεκταρίου ἐθραύσθησαν αἱ ἀντιδικίαι μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ ΢υμβουλίου τ῅ς ΢χολ῅ς καὶ ἔπαυσαν αἱ συχναί. ἥ νὰ ἴδωσιν ὑμᾶς ἡμέραν τινὰ ἀγαθοὺς καὶ ἐναρέτους ἱερεῖς. τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ θεοφιλοῦς. ἅν δὲν λαμβάνονταν μέτρα. μέχρι λεπτομερειὦν. Οἱ ὑπὲρ ὑμῶν πονήσαντες οὐδὲν ἕτερον εὔχονται. ἐκπροσώπου τοὖ Ὑπουργείου Ἐκκλησιαστικὦν καὶ τὦν ἐφόρων τ῅ς ΢χολ῅ς. ἀνάμεσα στὰ ὁποἶα καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ ἀποκατάσταση τὦν ἀποφοίτων της ὡς τὸν χρόνο τ῅ς χειροτονίας τους. ἥ τὴν πλήρωσιν τοῦ ἔργου. διότι πρὸς πολλοὺς καὶ ἰσχυροὺς πολεμίους τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἔχετε νὰ ἀνταγωνισθῆτε. ἐνώπιόν του μητροπολίτη Ἀθηνὦν. ἀναφέρθηκε στὴν ἀξία τοὖ Ἕλληνα ἱερέα καὶ ὑποδείκνυε πὼς ἡ ΢χολὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσει ἀποτελεσματικὰ τὸ εἰδικὸ ἔργo της. οἵτινες οὐδὲν ἕτερον παρ᾿ ὑμῶν ζητοῦσιν. Ἐξερχόμενοι τῆς ΢χολῆς ταύτης εἰσέρχεσθε ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ ἠθικοῦ ἀγῶνος. ἐν ᾧ ὀφείλετε νὰ ἀγωνισθῆτε καὶ νὰ νικήσητε. καὶ πληρώσητε τὰς προσδοκίας πάντων τῶν ὑπὲρ ὑμῶν ἐργασθέντων. μετὰ τὴν ἀνάληψη τὦν καθηκόντων του. ἐπίσημη ὁμιλία του. κοσμοῦντας τὰς τάξεις τοῦ κλήρου. ἀναφέρει ὅτι ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ πολὺ ὀρθόδοξο πνεὖμα καὶ χριστιανικὴ μαρτυρία ἐπιτέλεσαν τὸ ἔργο τοὺς ἦταν καὶ ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος.Ὁ Δανιὴλ ὁ Κατουνακιώτης (1844-1829). ἄξιοι λειτουργοί τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν δικαίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πατρίδος ἱκανοὶ ὑπέρμαχοι. Ἤδη ἀπόκειται ὑμῖν νὰ ἐπιστέψητε τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐκθρεψάσης ὑμᾶς ΢χολῆς. ΢υμβουλίου. διότι φορὰ μὲν καὶ κατακλυσμὸς ἑτεροδόξων προσηλυτιστῶν κατέχει ἤδη σύμπαν τὸ ἑλληνικόν. Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἱερᾶς ταύτης Ἐκκλησιαστικῆς ΢χολῆς. τῆς ὑμετέρας ἱερᾶς τροφοῦ. πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἐπ᾿ εὐλογίαις ἀπερχομένους τοῦ ἱεροῦ τούτου καθιδρύματος. ὅπως χορηγῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀξίους λειτουργοὺς καὶ ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. ὁ δὲ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς χρόνων ὑλισμὸς πανταχοῦ ἐν τῷ βίῳ ἀγωνίζεται νὰ καθαιρέση τὰς ἰδέας τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Φαρακτηριστικὰ εἷναι καὶ τὰ ὅσα ἔλεγε τὸν Ἰούνιο τοὖ 1905 στὴν προσφώνησή του «πρὸς τοὺς ἀποφοιτὦντας ἐξ αὐτ῅ς μαθητάς»: Πρὸς ὑμᾶς ἤδη τοὺς ἀποφοιτῶντας τῆς ΢χολῆς στρέφω τὸν λόγov. εἰς ὃ ἐκλήθητε. Ἡ ΢χολὴ ἐξεπλήρωσε τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἔργον ὡς πρὸς ὑμᾶς μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ ἀγαθῆς συνειδήσεως. ἀναφερόμενος τὸ 1918 στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευση. τῆς ἱδρυθείσης ὑπὸ τῶν ἀειμνήστων Ῥιζαρῶν Μάνθου καὶ Γεωργίου.

Σὸ πλῆθος τῶν πολεμίων καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Παράλληλα. στὶς 21 Μαΐου τοὖ 1905 στὴν ἐκκλησία τ῅ς Ῥιζαρείου ἔγινε καὶ ἄλλο μνημόσυνο «ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ πεσόντων». ἀλλὰ οἱ κακονούστεροι καὶ ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτῶν συνετώτεροι. . στὴν ἰδιαίτερη ἀποστολὴ τοὖ Ἕλληνα καὶ μάλιστα τοὖ Ἕλληνα ἱερέα. ΢᾿ αὐτό. ἣν ἔχει καὶ μεταδίδωσι. ὅπως εἷναι γνωστό. Ἡ πρώτη: Ὅταν στὶς 18 Ὀκτωβρίου τοὖ 1904 ἔγινε γνωστὸς ὁ θάνατος τοὖ μακεδονομάχου Παύλου Μελ᾵ (13 Ὀκτωβρίου 1904). ὥσπερ πρότερον. Πρὸς τοιοῦτον ἀγῶνα ἡ ἱερὰ αὕτη Ἀκρόπολις. ἐν ᾗ ἐπὶ πενταετίαν ἐξεπαιδεύθητε καὶ ἐγυμνάσθητε. δὲν ἔπαυε σὲ κάθε εὐκαιρία νὰ τονώνει περισσότερο καὶ τὸ ἐθνικὸ συναίσθημα τὦν ἱεροσπουδαστὦν. Ἐνδεικτικὴ τοὖ ἀγωνιώδους ἐνδιαφέροντος τοὖ Ἁγίου γιὰ τὴν πληρέστερη κατάρτιση τὦν μαθητὦν του καὶ τὴν προσέλευσή τους στὶς τάξεις τοὖ ἱεροὖ κλήρου. ἀφοὖ. παρέστησαν καὶ οἱ Ῥιζαρεἶτες. χωρὶς νὰ παραλείπει νὰ προβαίνει καὶ σὲ συγκεκριμένες ἄλλες ἐνέργειες. μὴ ἀπηυδήσητε ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς θλίψεως. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικὰ δυὸ ἀπὸ αὐτές. οἱ τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας ἀπεργαζόμενοι. εἷναι καὶ ἡ ἐπιστολὴ ποὺ εἷχε ἀπευθύνει στὶς 4 Ἰουνίου 1894 στὸν πρωθυπουργὸ Φαρίλαο Σρικούπη. ποὺ τελέστηκε στὶς 22 Ὀκτωβρίου στὴ μητρόπολη τὦν Ἀθηνὦν. ἔγνωτε ὅτι οἱ ἱερεῖς εἰσὶν οἱ τοῦ Χριστοῦ στρατιώται.της κληρωθείσης ἡμῖν ἀπὸ αἰώνων χώρας. ὅπως διαπιστώνει κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τὦν ἐφημερίδων τ῅ς ἐποχ῅ς. ὅπως καὶ παραπάνω εἴδαμε. Καὶ ἡ δεύτερη: Μὲ ἐνέργειές του πέτυχε τὴ χορήγηση κάθε χρόνο τεσσάρων ὑποτροφιὦν σὲ μαθητὲς προερχομένους ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία. καὶ παλλαϊκὰ μνημόσυνα. Οἱ ἐχθροὶ οὗτοι εἰσὶν σήμερον οὐχὶ οἱ ἀσυνετώτεροι. ἡ ἀπασχόληση τὦν ἀποφοίτων ὡς δασκάλων μέχρι τὸ τριακοστὸ ἔτος τ῅ς ἡλικίας τους ποὺ θεωρεἶται ὡς ὁ κατάλληλος χρόνος χειροτονίας τους. ἐκτὸς τὦν ἄλλων. ἵνα μὴ στερηθῆτε τῆς τιμῆς τῆς κληρωθείσης ὑμῖν. Ἔγνωτε ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενοι ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίστανται τὰ πρὸς τὸν Θεόν. τὴv μεγάλην ἀξίαν καὶ τὸ δυσθέατον ὕψος αὐτοῦ. ἀφοὖ πίστευε εἰλικρινά. Ἐπίσης πρότεινε στὴ ΢χολὴ τὴν εἰσαγωγὴ τοὖ μαθήματος τὦν Γεωπονικὦν.λπ. ὅπως εἷναι ἡ ἀναπροσαρμογὴ τ῅ς ὕλης τοὖ σχολικοὖ προγράμματος. τὴv περιωπὴν τῆς τιμῆς. Μὴ λοιπὸν πλανηθῆτε ἐκ τῆς ῥεούσης δόξης τοῦ κόσμου. τότε οἱ ἱερεἶς δὲν μισθοδοτοὖνταν ἀπὸ τὸ κράτος. ἐπιβάλλει ὑμῖν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀμύνης μετὰ σθένους καὶ αὐταπαρνήσεως πρὸς διάσωσιν αὐτῶν κινδυνευόντων καὶ παράδοσιν τούτων τοῖς ἐπιγόνοις σώων καὶ ἀσφαλῶν. καὶ τὴν ὑπερφυσικὴν αὐτοῦ δύναμιν. ὅπως ἐπιτυχῶς ἀγωνισθῆτε ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. ὥστε οἱ ἀπόφοιτοι νὰ εἷναι καὶ εὐρύτερα ὠφέλιμοι στὴν κοινωνία. Σέλος. ἐν῵ εἷχε στενὴ συνεργασία μὲ τὸν καθηγητὴ τ῅ς Υιλοσοφικ῅ς ΢χολ῅ς καὶ πρόεδρο τοὖ Μικρασιατικοὖ ΢υλλόγου «Ἡ Ἀνατολή» Μαργαρίτη Εὐαγγελίδη. ἡ ἱκανοποιητικὴ ὆ύθμιση τὦν ἀποδοχὦν τοὺς ὡς μορφωμένων ἱερέων κ. ἐν ᾗ ἔζησε καὶ ἔδρασεν ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος ἑλληνισμός. ἔρανος μεταξὺ τὦν καθηγητὦν καὶ μαθητὦν τ῅ς ΢χολ῅ς ὑπὲρ τ῅ς Μακεδονίας ἀπέφερε τὸ ποσὸν τὦν 155 δρχ. ἀλλὰ καὶ νὰ μποροὖν μὲ τὶς γνώσεις ποὺ θὰ ἀποκτοὖσαν γιὰ τὴν καλλιέργεια τ῅ς γ῅ς νὰ βοηθοὖνται βιοποριστικά. στὴ συνέχεια. παρεσκεύασεν ἱκανῶς καὶ καθώπλισεν ὑμᾶς δι᾿ ὅλων τῶν ἀναγκαίων ἠθικῶν καὶ πνευματικῶν ὅπλων. Ἐκ τ῅ς διδασκαλίας τοὖ μαθήματος τ῅ς Ποιμαντικ῅ς: ἔγνωτε τὴν ἱερότητα τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος. ἔγνωτε τὴν θείαν χάριν. στὸν ὁποἶο ἔθετε τὸ πρόβλημα καὶ πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις. ὧν οὐδὲν τιμιώτερον τῷ ἀνθρώπῳ. ἔγιναν. Καὶ ὅλα αὐτὰ ταυτόχρονα μὲ τὴν ἄοκνη φροντίδα του γιὰ τὴ βελτίωση τ῅ς διατροφ῅ς καὶ τὴν ἄθληση τὦν ἱεροσπουδαστὦν. ἐν῵.

. γιὰ τὸ πὼς ἀντιλαμβανόταν ὁ Ἅγιος τὸν ὆όλο τοὖ Ἕλληνος. στὴν ὁδὸ Βασιλίσσης ΢οφίας (τότε ὁδὸς Κηφισίας). ὑπὲρ ὧν ἠγωνίσθη καὶ ἃς τῷ αἵματι αὐτοῦ ὑπεστήριξεν. Ἕνας μαθητὴς τ῅ς περιόδου 1892-1897 ἔγραφε ἀργότερα ὅτι πολλὲς φορὲς ἱεροσπουδαστὲς μελετοὖσαν «ἐν τῷ ἀγροκηπίῳ τῆς ΢χολῆς παρὰ τὴv κρήνην τοῦ τέως διευθυντοῦ ἁγίου Πενταπόλεως κ. τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τῶν δικαίων τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐκκλησίας. Διὰ τοῦ ΢ταυροῦ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος περιεγένετο τὸν κατακλυσμόν. συνεχίζων οὕτω τὸ ἔργον τῶν εὐκλεῶν αὐτοῦ προγόνων.. ἁπλὸς καὶ ταπεινὸς ὁ Διευθυντής της δὲν δίσταζε. Εἰς ὑμᾶς. ποὺ ἔγινε πάλι στὴ Ῥιζάρειο.. προσβλέπει ἡ σχολὴ καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡ ἐκκλησία ἡμῶν ἀναμένει τὴν φιλοπάτριδα ἐργασίαν καὶ τὴν λόγῳ καὶ ἔργῳ ὑποστήριξιν τῶν ἀρχῶν τῆς ἀληθείας. στὴν καθημερινὴ ἀναστροφή του στὴ σχολή. ἀνδρῶν ἀκαταπονήτων. δι᾿ ἀτρύτων ἀληθὦς μόχθων τοὖ Διευθυντοὖ. ἀλλὰ διὰ τὸ γέvoς καὶ τὴv ἐκκλησίαν. ἐν τῇ ἐπιγνώσει τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων. ν᾿ ἀσχοληθεἶ καὶ ὁ ἴδιος προσωπικὰ μὲ διάφορες χειρωνακτικὲς ἐργασίες. τῶν ἀνεγνωρισμένων εὐεργετῶν τῆς ἀνθρωπότητος (.) Ὁ ΢ταυρὸς ἥν καὶ ἔσται ἐσαεῖ τῷ Ἕλληνι τὸ σύμβολον τῶν ἠθικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀρχῶν αὐτοῦ. Ἡ ἀκολουθία ἐψάλη μετὰ πολλῆς κατανύξεως καὶ . τοῦ κατακλύσαντος τὰ ἀρχαῖα ἔθνη (. ποὺ τότε οἱ διδακτηριακές της ἐγκαταστάσεις βρίσκονταν.) Σὸ ἑλληνικὸν ἄρα ἔθνος ὀφείλει ἐν συναισθήσει γενόμενον τῆς κλήσεως καὶ τῆς ἀποστολὴς αὐτοῦ νὰ ἐργασθῆ πρώτον.. ἐποχὴ ποὺ ὁ Μακεδονικὸς Ἀγὦνας βρισκόταν σὲ ἔξαρση. ἀνδρῶν ζώντων οὐχὶ δι᾿ ἑαυτούς. Ἐν τῷ ναῷ παρίστατο τὸ τὲ διοικητικὸν καὶ πολυμελὲς συμβούλιον τῆς σχολῆς. ποὺ συναγωνίζονταν νὰ προμηθευτοὖν μία ἄδεια εἰσόδου καὶ νὰ παρακολουθήσουν στὴν ἐκκλησία τοὖ Ἁγίου Γεωργίου τὴν Θεία Λειτουργία καὶ τὶς ἄλλες ἱερὲς ἀκολουθίες. οἱ καθηγηταί. Γράφει ὁ Φρυσόστομος Παπαδόπουλος: «Κατέστη δυνατόν. Νομίζει κανεὶς πὼς ὁ Ἅγιος Διευθυντής της μιλάει γιὰ τὴ σημερινὴ ἐποχή. ἀφοὖ πολλοὶ ἦσαν ἐκεἶνοι. ἀκόμα καὶ μὲ τὴν καθαριότητα κοινοχρήστων χώρων. Πέρα ἀπὸ ὅλα αὐτά. δὲν ἐσεβάσθη οὔτε θεῖα οὔτε ἀνθρώπινα δίκαια καὶ ἐκήρυξε πόλεμον κατὰ τὲ τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων δικαίων. ὅπως ἐργασθῆ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν πλησίων αὐτοῦ. εἷχε γίνει ἐπὶ τὦν ἡμερὦν τοὖ σπουδαἶο λατρευτικὸ κέντρο. κατὰ τὴν ἀπονομὴ τὦν διπλωμάτων τὦν ἀπολυθέντων ἱεροσπουδαστὦν τὸ 1906. ὅπως ἀναφέραμε. καὶ ἀδιαφορὦντας ἅν καμιὰ φορὰ μερικοὶ ἐκμεταλλεύονταν τὴν καλοσύνη του ἥ τοὖ ζητοὖσαν ν᾿ ἀσκήσει τὰ καθήκοντά του μὲ μεγάλη αὐστηρότητα. ὅπως τελειωθῆ αὐτὸ ἐν σοφίᾳ καὶ ἀρετή. καὶ δεύτερον. ἀγαπητοὶ μαθηταί.. οἱ μαθηταὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι χριστιανοί. μ᾵ς πληροφορεἶ ἡ ὁμιλία του μὲ θέμα «Περὶ κλήσεως καὶ ἀποστολ῅ς τοὖ Ἕλληνος». Ἐνδεικτικὦς ἀναφέρουμε τὰ ὅσα ἔγραφε ἡ ἐφημερίδα τὦν Ἀθηνὦν «Πρωΐα» γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τ῅ς ἐκκλησίας καὶ τὴν τέλεση τοὖ καθιερωμένου μνημοσύνου ὑπὲρ τὦν Ἱδρυτὦν τὸ 1896: Ἐν τῷ ναῷ τῆς Ῥιζαρείου ΢χολῆς ἐτελέσθη χθὲς μετὰ μεγάλης εὐλαβείας καὶ τάξεως τὸ ἐτήσιον μνημόσυνον τῶν ἀοιδίμων ἱδρυτῶν αὐτῆς. Σόνιζε ἀνάμεσα στὰ ἄλλα: Ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐπεκράτησεν ἐθνικός τις ἐγωισμὸς ζητῶν νὰ ἐπικρατήση αὐτὸς μεταξὺ πάντων. Ἡ διαμόρφωση τοὖ κήπου τ῅ς σχολ῅ς εἷναι δικό του δημιούργημα. πρ᾵γμα ποὺ ἄλλοι οὔτε θὰ διανοοὖνταν νὰ κάνουν.Γενικά.) Ἡ πατρὶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἔχει σήμερον ὑπὲρ ποτὲ ἀνάγκην ἀνδρῶν ἀφοσιωμένων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ΢ταυροῦ. δίνοντας τὸ καλὸ παράδειγμα. ἀνακηρύξας ὡς δίκαιον τὸ ἑαυτοῦ συμφέρον καὶ ὡς δικαιοσύνην τὴν ἑαυτοῦ ἰσχὺν (. Βασικότατο στοιχεἶο τ῅ς σχολικ῅ς παιδαγωγικ῅ς πράξης o Ἅγιος θεωροὖσε τὴν ὕπαρξη ἔντονης λατρευτικ῅ς ζω῅ς. νὰ καλλιεργηθ῅ καὶ διακοσμηθ῅ ὁ κ῅πος τ῅ς ΢χολής». Σὸ κατάστημα ἥν μυρτοστόλιστον. Ἡ Ῥιζάρειος.. Νεκταρίου παρὰ τὰς ἀειθαλεῖς μυρσίνας». αἱ εἰκόνες δὲ τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Ῥιζάρη ἐστεμμέναι δι᾿ ἀνθέων.

κλπ. τοὺς θεολόγους πανεπιστημιακοὺς καθηγητὲς καὶ ἀκαδημαϊκοὺς Γεώργιο ΢ωτηρίου (18951899). Ἐνδεικτικὰ μνημονεύουμε. ἐλέγετο ὅτι ὁ Νεκτάριος κατήρχετο ἐκ τοὖ δωματίου του καὶ ἐξήρχετο τ῅ς ΢χολ῅ς καὶ ἐκεἶ ἔξω χαμηλὰ εἰς τὴν νοτίαν ἔξοδον τ῅ς ΢χολ῅ς. ὑπὸ παντοίας καιρικὰς συνθήκας γονυπετὴς προσηύχετο ἐπὶ μακρὸν πλησίον τοὖ φυλασσομένου διὰ σιδηροὖ κιγκληδώματος μικροὖ χώρου. μὲ τὸ ὁποἶο εὐχαριστεἶ τὸν ὑποπρόξενο τ῅ς Ἀμερικ῅ς καὶ ἔφορο τ῅ς Ῥιζαρείου σχολ῅ς Λ. τοὺς πρεσβυτέρους Κωνσταντἶνο Ῥωμανὸ (1895-1898). Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Γερμάνο Φατζηανέστη (1895-1899). τοὺς ἀρχιμανδρἶτες Ἰωακεὶμ ΢πετσιέρη (1894-1897) καὶ Γερβάσιο Παρασκευόπουλο (1905. Ἐπίσης μεγάλη ὑπ῅ρξε ἡ φροντίδα τοὖ Ἁγίου καὶ γιὰ τὸν ἐμπλουτισμὸ τ῅ς βιβλιοθήκης τ῅ς ΢χολ῅ς. ἔγγραφο τοὖ ΢χολάρχη. ὅτε ἡ ΢χολὴ ἡσύχαζε τελείως καὶ οἱ πάντες ἐκοιμὦντο. πέρα ἀπὸ τὴ διαρκὴ καὶ γνήσια συμμετοχή του στὶς ἐκκλησιαστικὲς συνάξεις. Σὴν ὅλη ἀγαθὴ ἐπι὇὆οὴ τοὖ Ἁγίου ἐπάνω στοὺς μαθητὲς ἐπιμαρτυροὖν καὶ οἱ τρόφιμοι τ῅ς ΢χολ῅ς. . ἱεράρχου καὶ εὐδοκίμου διευθυντοῦ τῆς σχολῆς κ. γιὰ νὰ τὰ διαθέσει κατὰ βούλησιν ἀπὸ πέντε ἀντίτυπα τὦν βιβλίων του Ἱερὰ Κατήχησις. ποὺ μετὰ τὴν ἐγκατάσταση τοὖ κομμουνιστικοὖ καθεστὦτος τοὖ Φότζα ἐκτελέστηκε. Ποιμαντική καὶ Ἐπικαὶ καὶ ἐλεγειακαὶ γνῶμαι. δημόσιοι ὑπάλληλοι. Μ᾵ρκο Σσακτάνη (1902-1908). ΢ῴζεται. Ἠλία Μπερτόλη (1904-1908) καὶ Θεμιστοκλ῅ Παπακωνσταντίνου (1904-1908). Καρυστίας. Υωκίδος Ἀθανάσιο Παρίση (19031908). καθηγητὲς Πανεπιστημίου. τὸν καθηγητὴ τ῅ς φιλοσοφίας Φαράλαμπο Γιερὸ (1903-1907) κ. ΢ακελλαρίδου διὰ τοῦ πολυτίμου ταλάντου του ἐξαίροντος τὰς ψυχὰς τῶν ἐκκλησιαζομένων μέχρι τοῦ θείου ὕψους. Περιστερ᾵ς Εὐστάθιο ΢κάρπα (1904-1908). Εἰς τὸν χὦρον τοὖτον ἦτο ἄλλοτε μικρὸν παρεκκλήσιον. καθηγητὲς μέσης ἐκπαίδευσης. δάσκαλοι. προσευχόταν ἀενάως γιὰ τοὺς νεαροὺς βλαστοὺς τῆς Ῥιζαρείου. πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους διακρίθηκαν ὡς ἐπίσκοποι. Σρίκκης καὶ ΢ταγὼν Πολύκαρπο Θωμ᾵ (1894-1897). Νεκταρίου καὶ βοηθοῦντος τοῦ διακεκριμένου μουσικοῦ κ. κατὰ τὸν κ῅πον. Βερατίου καὶ κατόπιν ἀρχιεπίσκοπον Ἀλβανίας Φριστόφορο Κίσση (18971898). Νικόλαο Μυλων᾵ (1896-1901). Ἀρδαμερίου Καλλίνικο Κρεατσούλη (1896-1901).1907). σημειώνοντας καὶ τὸν χρόνον ποὺ φοίτησαν στὴ Ῥιζάρειο. ἔγραψε παλαιὸς μαθητής: Σὰς δὲ νυκτερινὰς ὥρας. π. καὶ ΢κύρου Ἀνανία Μάνο (1907-1908) καὶ Πέτρο Σζοβάνη ἐπίσκοπο στὴν Ἀλβανία. Ἄγγελο Νησιώτη (1904-1908). ἐν῵ ταυτόχρονα τοὖ στέλνει κι αὐτὸς ὡς ἀντίδωρο.. Νικολαΐδη γιὰ τὴ δωρεὰ 479 βιβλίων. τοὺς ἐπισκόπους Κίτρους Παρθένιον Βάρδακα (18941895). ἄ.χ. ποὺ γίνονταν σ᾿ αὐτὴ ἀπὸ σπουδαίους ἐπιστήμονες καὶ οἱ ὁποἶες ἀνέβαζαν σημαντικὰ τὸ κὖρος της καὶ τὴν ἔκαναν ἀκτινοβόλο πνευματικὸ ἵδρυμα. Νικόλαο Λούβαρη (1900-1903) καὶ Παναγιώτη Παπαϊωάννου . ἐπιχειρηματίες. Πάντες οἱ μαθηταὶ εὐγνωμονοῦντες ἤνουν τὸν Θεὸν καὶ τοὺς μεγάλους ἱδρυτὰς ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τῶν ὁποίων πάντες ἀπερχόμενοι τοῦ Ναοῦ καὶ τῆς ΢χολῆς διαπύρως ηὔχοντο.μουσικῆς ἁρμονίας χοροστατοῦντος τοῦ σεβ. Κισάμου καὶ ΢ελίνου Ἄνθιμο Λελεδάκη (1894-1895). ΢᾿ αὐτὰ ἅς προστεθοὖν καὶ οἱ κατὰ καιροὺς διαλέξεις. πρεσβύτεροι. Ἀργολίδος Ἰωάννη Παπασαράντου (1904-1908). Δρυϊνουπόλεως Φριστόφορο Φατζ῅ (1900-1907).Μπρατσιώτη (1902 1907). ὅπου ἦτο φυτευμένος φοἶνιξ. Πάφου Ἰάκωβο Ἀντζουλ᾵το (1894-1897). Ἐπιπλέον ὁ ἴδιος.

ἅς ἦταν ἀρχιερέας. εἴτε γονυπετοὖσε στὰ πλακόστρωτα δάπεδα. καθὼς καὶ θαυματουργεἶ εἰκόνες. πραγματοποίησε προσκυνηματικὴ ἐπίσκεψη στὸ Ἅγιον Ὄρος. καλύβες. διωγμένος ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Αἴγυπτο καὶ ὄντας τότε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ταπεινώσεις καὶ ταλαιπωρίες. μαθήτευσε κατὰ Φριστὸν κοντά τους. καὶ εἴτε πεζοπορώντας γιὰ ὧρες. ἀκούγοντας νὰ ψάλλονται μὲ θεσπέσιο πραγματικὰ τρόπο τὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ μέλη. μητροπολίτης Πενταπόλεως. βλέποντας τοὺς μοναχούς με τὰ κουκούλια ἀκίνητους σὰν σκιὲς μέσα στὸ μισοσκόταδο. τὰ κυπαρίσσια καὶ τὰ ἔλατα. Ἐκεἶ γνώρισε καὶ συναναστράφηκε μὲ ἁγίους μοναχούς. εἴτε στεκόταν στὸ ταπεινὸ στασίδι ποὺ τὸ εἷχαν γυαλίσει μὲ τοὺς τριμμένους ἀγκὦνες τοὺς γενιὲς μοναχὦν. εἴτε μὲ τὰ πλοιάρια. Ὡς καλόγερος ΢τὴ συνέχεια. κελλιά. ΢τὰ ἱερὰ καθιδρύματα προσκύνησε Σίμιο Ξύλο. Σὸ καλοκαίρι τοὖ 1898 ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. εἴτε μὲ ζὦα ποὺ μὲ προθυμία ἔθεταν στὴ διάθεσή του οἱ μοναχοί. μὲ τὴν ἀπέραντη βαθυκύανη θάλασσα νὰ ἁπλώνεται μπροστὰ στὰ μάτια του. μέσα στὶς μακρὲς πορεἶες του στὸν παρθενικὸ αὐτὸ τόπο μὲ τὰ πυκνὰ δάση.Προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὸ Ἅγιον Ὄρος Ὁ ΢οφοκλ῅ς Δημητρακόπουλος εἷναι φιλόλογος . ἅγια λείψανα μαρτύρων καὶ ὁσίων. ὅπου ἔνιωσε βαθιὰ τὴν κατάνυξη. ΢τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες.Ἅγιος Νεκτάριος ΢οφοκλῆς Δημητρακόπουλος . ἔχουν αἰσθανθεἶ. ἔνιωσε πιὸ κοντὰ στὸν Δημιουργό. τὰ γάργαρα νερὰ καὶ τὰ κελαϊδίσματα τὦν πτηνὦν. Προσκυνήματα . μεταφερόταν σὲ οὐράνιους κόσμους. φορώντας τὸν σκοὖφο καὶ τὸ ταπεινὸ ράσο τοὖ καλόγερου. μετὰ τὴν ἐκδίωξή του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. ΢τὸ ἱστορικὸ Πρωτ᾵το τὦν Καρυὦν προσκύνησε τὴν ἐφέστιο τοὖ Ὅρους θαυματουργὴ εἰκόνα «Ἄξιόν ἐστι». Θαυμαστ῅ς της φύσης καθὼς ἦταν. εἴτε χοροστατοὖσε ἀπὸ τὸν ἀρχιερατικὸ Θρόνο. τὶς ὁποἶες ὅμως ὑπέμενε ἀγόγγυστα καὶ μὲ χριστιανικὴ καρτερία διευθυντὴς τ῅ς Ῥιζαρείου ΢χολ῅ς.συγγραφέας. ἐνὦ στὰ εἰκονοστάσια καὶ στοὺς «ἱστορημένους» τοίχους τὦν ἐκκλησιὦν θαύμασε ταπεινὦν καὶ εὐλαβὦν ἁγιογράφων τὴν ἔνθεη τέχνη. μὲ χοντρὰ ἄρβυλα. στὸν παραδεισένιο αὐτὸ χὦρο μὲ τὴν πλούσια βλάστηση. σκόπευε νὰ μονάσει. τὶς ὑψίκορμες καστανιὲς καὶ τὶς ὀξιές. στὸ ὁποἶο πάντοτε μὲ ἰδιαίτερο πόθο προσέβλεπε καὶ στὸ ὁποἶο. καθίσματα. θαύμασε τὶς περίφημες τοιχογραφίες τοὖ Πανσέληνου καὶ χοροστάτησε σὲ κάποιες ἱερὲς Ἀκολουθίες. σκ῅τες καὶ ἡσυχαστήρια. κοινοβιάτες καὶ ἀσκητὲς καὶ γεμάτος ταπείνωση. καὶ μάλιστα ὅταν εἷναι πρώτη φορά. ποὺ τὰ εἷχαν βρέξει μὲ τοὺς κρουνοὺς τὦν δακρύων τους καὶ τὰ εἷχαν σφουγγίσει μὲ τὶς πολυάριθμες στρωτές τους μετάνοιες μοναχοὶ αἰώνων. ἐπεσκέφθη πολλὰ μοναστήρια. ποὺ μόνο ὅσοι ἔχουν βρεθεἶ ἐκεἶ κατὰ καιρούς.

μὲ τὸν ὁποἶο μάλιστα διατηροὖσε κατόπιν συχνὴ ἀλληλογραφία. Ἀποκάλυψη ΢τὰ Κατουνάκια καὶ στὴν Ἀδελφότητα τὦν Δανιηλαίων δὲν ἀποκάλυψε τὴν ταυτότητά του. διάσημον.) διορατικώτατον Πατέρα». δεδομένης τ῅ς φωτειν῅ς προσωπικότητας τοὖ μεγάλου ἐκείνου Πατριάρχη. Κάποια ὥρα. τὴ φημισμένη θαυματουργὸ εἰκόνα τ῅ς «Πορταΐτισσας».Παράλληλα. Αὐτὸ ἦταν φυσικό. τὸν χαρισματικὸ παπα-Μην᾵ τὸν Μαυροβούνιο καὶ τὸν ταπεινὸ καὶ διακριτικὸ μοναχὸ Ἰωάσαφ. ἐνὦ στὶς 15 Αὐγούστου. Ἐνδιάμεσα τὦν Καρυὦν. γιορτὴ τ῅ς Κοίμησης. λειτούργησε στὸ μοναστήρι τὦν Ἰβήρων..). μετὰ τὴν πρώτη του πατριαρχία. ἀλλὰ παρουσιάστηκε σὰν ἄγνωστος ἁπλὸς μοναχός. ὅπου ἀσκήτευε ὁ πρ... Οὐδεὶς τουλάχιστον τὦν ἡμετέρων παρέλειψε νὰ διέλθη ἐκ Μυλοποτάμου. δυστυχὦς δὲν διασώθηκε τὸ ὄνομα καὶ ὁ ὁποἶος. τ῅ς Λαύρας καὶ τὦν Ἰβήρων ἐπεσκέφθη τὸν Μυλοπόταμο. Γαβριὴλ Διονυσιάτης.) Μέγαν της Ἐκκλησίας Πατέρα (.. Παραθέτουμε ἐλάχιστα στοιχεἶα γιὰ μερικὰ συγκεκριμένα προσκυνήματά του: ΢τὶς 6 Αὐγούστου. μοναχὸς στὸ Ὄρος ἀπὸ τὸ 1910. Ἡ ἐπίσκεψη τοὖ Ἁγίου στὰ Κατουνάκια ἔγινε ἀπαρχὴ στενὦν πνευματικὦν δεσμὦν τοὖ Ἁγίου με τὸν Οἷκο τὦν Δανιηλαίων καὶ εἰδικότερα μὲ τὸν Γέροντα Δανιήλ. ποὺ τὸν ἐνδιέφεραν ἰδιαίτερα. Ἡ ἔλευσις τοὖ Πατριάρχου ἠλέκτρισε τὰ πλήθη τὦν Ὀρθοδόξων καὶ παρετηρήθη ἐξαιρετικὴ συρροὴ εἰς ἀριθμὸν καὶ ποιότητα θεοφιλὦν ψυχὦν (. θαύμασε τὰ σκευοφυλάκια μὲ τοὺς ἀμύθητους θησαυροὺς καὶ ὅσο ὁ χρόνος τοὖ ἐπέτρεπε.. Πρόκειται γιὰ τὴ συγκινητικὴ συνάντησή του μὲ ἕναν διακριτικὸ ἐρημίτη. Ἀρχιερέα κοιμὦντα ταἶς ἀρεταἶς καὶ τοἶς παλαιοἶς Ἁγίοις Πατράσιν ἐφάμιλλον (. Ὁσάκις δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει μετέπειτα ἐδέχετο ἁγιορείτας ἔπιπτε κυριολεκτικὦς ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτὦν καὶ κατεφίλει αὐτούς». ΢τὴ ΢ιμωνόπετρα ΢τὴ ΢ιμωνόπετρα ἔμεινε ζωντανὴ ἡ ἀνάμνηση τ῅ς ἐπίσκεψής του στὸ γηροκομεἶο της. ἔγινε ἡ ἀποκάλυψη. σὲ ἕναν περίπατο στὰ γειτονικὰ κακοτράχαλα. ἵνα λάβῃ ἐκεἶθεν σὺν τῆ εὐλογίᾳ καὶ τὰ ψυχικὰ ἐφόδια (. χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεἶ.. ἀλλὰ ἁγιασμένα Καρούλια. ὅπου καὶ προσκύνησε τὴ δεύτερη ἐφέστιο εἰκόνα τοὖ Ἁγιώνυμου Ὅρους. Ὅπως ἔγραφε ὁ ἀείμνηστος π. ὡς ἄνθρωπος τὦν γραμμάτων. ΢ὲ ἕνα γράμμα τοὖ Ἁγίου ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία αὐτή. τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἐπισήμανε τὴν ἁγιότητά του.. γιορτὴ τ῅ς Μεταμόρφωσης τοὖ ΢ωτ῅ρος. μελέτησε καὶ κάποια χειρόγραφα. τοὖ ὁποίου. ὅπως τὸν «ἁγιώτατον καὶ ἀσκητικώτατον» ἐπίσκοπο πρώην Μετρὦν Δοσίθεο. «Εὐλογία Θεοὖ διὰ τὸν ἁγιώνυμον τόπον. βρισκόταν στὴ Μεγίστη Λαύρα.). ΢τὴν Ἁγία Ἄννα συναντήθηκε μὲ ἁγιασμένους ἀνθρώπους. Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ´.. γίνεται μία «θαυμάσια ἀναλυτικὴ σύγκριση μεταξὺ τ῅ς ἀξίας ἑνὸς ἀρχιερέως ὡς ἀξιώματος καὶ ἑνὸς μοναχοὖ ἐναρέτου» (Θεόκλητος Διονυσιάτης). ὁ ὁποἶος σὲ ἐπιστολὲς του ζὦντα τὸν χαρακτήριζε «ἁγιώτατον. ἐνὦ ἰδιαίτερος παρέμεινε ὁ πνευματικὸς σύνδεσμος μὲ τὸν Ἅγιο τοὖ Ἱερωνύμου τοὖ .

Εἷχε πάει μὲ καλὴ προαίρεση. τοὖ συμπαραστάθηκε στὴ νοσηλεία του στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεἶο. . πνευματικὰ ὠφελημένος καί. ἡ βιωτὴ τὦν Ἁγιορειτὦν πατέρων τὸν βοήθησε στὴ διοργάνωση τοὖ μοναστηριοὖ του στὴν Αἴγινα. γι᾿ αὐτὸ μπόρεσε καὶ εἷδε ὅσα θαυμάσια ἔπρεπε νὰ δεἶ. Σότε ὁ Ἅγιος τοὖ ἐξομολογήθηκε τὸν μύχιο πόθο του: «Ἂν ὁ Θεὸς μοὖ δώσει τὴν ὑγείαν μου. Ὁ νεαρὸς τότε μοναχὸς ἐντυπωσιάστηκε πολὺ καὶ ὅταν κατὰ καιροὺς κατέβαινε στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Μετόχι τ῅ς Ἀνάληψης στὸν Βύρωνα.΢ιμωνοπετρίτη. Ἐγκαταλείποντας τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος ἔφυγε εὐχαριστημένος. τὸν Ὀκτώβριο τοὖ 1920. πήγαινε καὶ ὡς τὴν Αἴγινα γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του καὶ ἀργότερα. ὁπωσδήποτε. θὰ ξαναέλθω εἰς Ἅγιον Ὄρος».

στὴ δροσερὴ Κερασιὰ κι ἀπὸ ἐκεἶ στὰ Κατουνάκια. εὐχαριστήθηκαν ποὺ θὰ ἔμενε μερικὲς μέρες κοντά τους νὰ παρακολουθήσει τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Κάτι τὸ ἀσύλληπτο. συναπαντοὖν ἕναν ἄγνωστο «περίεργο» ἐρημίτη. τὸ «὆αντίζον τὴν ψυχὴν θεϊκὴν δρόσον καὶ ἀγαλλίασιν». εὐλογημένη μὲ τὸ ποορατικὸ χάρισμα. μὲ Ἀβραμιαία. γιὰ κατανυκτικοὺς ὕμνους στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. ἕνας ἀπόκρημνος βράχος πάνω ἀπὸ ἑκατὸ μέτρα. κάτω ἀπὸ τὸ Ἡσυχαστήριό τους. μὲ χοντρὲς καλογερίστικες ἀρβύλες. φουντούκια μὲ ἀγριόμελο. στὸ Ἡσυχαστήριο τὦν ζωγράφων Δανιηλαίων. ἦταν τὸ φρικτὸ Καρούλι. τόξευαν ἀκτἶνες «Θείου Υωτός!». Ἀλλὰ τὰ λίγα λόγια του.Ὁμολογία ἀσκητοῦ περὶ τῆς Ἁγιότητος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου. ἰσοκρατοὖσαν καὶ ἔμελπαν τὴν ὑμνολογία χρωματίζοντας τὸ λόγο σὰν ἄγγελοι. ὅπου κάτω χαμηλὰ στὶς ἀκριές του βρεχόταν ἀπὸ τὸ μανιασμένο κὖμα. . αἰθεροπιανόταν. τὸν πρὸ πολλοὖ ἐνταχθέντα μεταξὺ τὦν ἁγίων ἱεραρχὦν. ὅπως λένε. Εἷχε λοιπὸν δίπλα του μίαν ἄγνωστη ἀγωνιστικὴ ψυχή. Ἐκτελοὖσαν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες μὲ τέτοια κατάνυξη. εἷχαν οὐσία. πού. Ἐπισκόπου Πενταπόλεως Ἀποφεύγοντας λοιπὸν νὰ παρασταθοὖμε καὶ παρακολουθήσουμε εἴτε γενικά. Ἀλλὰ ὑπερνικήθηκε ἀπὸ τὸν ἔρωτα ποὺ ἔνοιθε γιὰ βυζαντινὲς μελῳδίες. Σὸν ὑποδέχθηκαν ὅμως ὅπως πάντα μὲ ἐγκαρδιότητα. δὲν ἤξεραν ποιὸς εἷναι. λιπόσαρκο. Ὁ Δανιὴλ ἀπόμεινε νὰ κυττάζει χαὖνος. μὲ καταμπαλωμένο κίτρινο ράσο. ποὺ ὁ ἐπισκέπτης λησμονοὖσε τὰ πάντα. καλοσύνη καί. Κι ἀπόμεινε ἐκστατικός. μὲ τὰ παλαιὰ ράσα ποὺ χρησιμοποιοὖσε στὴν καλλιέργεια τὦν λουλουδιὦν τοὖ κήπου τ῅ς Ῥιζαρείου.. Καὶ μονομι᾵ς ἔκανε παρατήρηση στὸν ἀδελφὸ Δανιήλ. θὰ βρεθοὖμε κοντὰ σὲ μία ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε μιὰ ἀπὸ κεἶνες τὶς ἡμέρες στὰ Καυσοκαλύβια. στὴν ἀκροτοπιά. ἀδελφέ. Ἐκεἶνος ἐκύτταζε τὰ μάτια τοὖ ἐρημίτη καὶ σώπαινε. Εἷπε πὼς ἦταν ἕνας μοναχὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἄθελά του δάκρυσε.ψιθύρισε ὁ Νεκτάριος. ἐμόναζαν καὶ τότε κάπου δώδεκα ἀδελφοί. περίεργο. ΢τὸ Ἡσυχαστήριό τους.. ἁπλότητα καὶ ἀγάπη. -Εὐλογεἶτε. Κάπου δέκα λεπτὰ τ῅ς ὥρας πορεία. ὅπως εἴπαμε. Παρουσιάστηκε μὲ καλογερικὸ σκοὖφο. μὲ δύο μεγάλα μάτια ποὺ σὲ καθήλωναν. Οἱ Δανιηλαἶοι δὲν εἷχαν εἰδοποιηθεἶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψή του. τὴν καταγεμάτη διδαχή. -Πὦς προπορεύεσθε. ξέφευγε ἀπὸ τὴ χοϊκὴ οὐσία καὶ ἐπιθυμοὖσε νὰ μὴ σαλέψει ποτὲ ἀπὸ κεἶ. ΢τὰ Κατουνάκια οἱ περίφημοι ζωγράφοι Δανιηλαἶοι ἀπὸ ἀδελφὸ σὲ ἀδελφὸ φύλαγαν τὸ θησαυρὸ τοὖ ἀρχαίου μέλους. μελαμψό. κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ φοβερὸ βράχο τοὖ Καρουλίου. οἱ ὁποἶοι ζοὖσαν μεταξύ τους μὲ ἄκρα ὑπακοή. Ὅπου καθὼς σὲ μιὰ στιγμὴ ὕστερα ἀπὸ τὶς πρὦτες περοποιήσεις σιγοπερπατοὖσαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Δανιηλαίους. γιὰ νὰ φθάσει ὡς ἐκεἶ. ΢ὰ νὰ τοὺς κόπηκε ἡ ἀναπνοή. -Ὁ Κύριος. Ἡ καρδιά του γοργοκτυποὖσε. συγκίνηση καὶ δέος.. περίφημο γιὰ τὴν Ἀβραμιαία φιλοξενία του. Ἦταν μία ταλαιπωρία.. ἀποκρίθηκε αὐτός. τὸν πέμπτο της συντροφι᾵ς. ἀπὸ τὸν Πενταπόλεως. ἀφοὖ τὸν ἐκέρασαν νωπὰ σὖκα. εἴτε μὲ λεπτομέρειες τὴν παραμονή του στὴ χερσόνησο τοὖ Ἄθω. ψέλνουν ἀγγελικά.

Δὲν εἷπαν ἄλλο τίποτα. -Σί φρονεἶτε διὰ τὸν εἰκοστὸν αἰὦνα ποὺ ἔρχεται. Θἄρθει καὶ ἡ μόνωσις. -΢᾵ς ἀντιλαμβάνομαι. Πλὴν ὅμως δὲν ἴσχυσαν εἰς τὸ σημεἶον τοὖ Σιμίου ΢ταυροὖ.. ἐξηφανίσθησαν.. -Σί νέα.. ἐφόσον ὑπελογίσατε τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς ἀγαπήσατε ἐκ μέσης καρδίας. Ὁ ἐρημίτης δὲν ἀποκρίθηκε ἀμέσως. -Φθὲς οἱ δαίμονες φρύαξαν. Πόλεμοι. Πηγή: http://dimitriosmamoglou. νοησιαρχία. τὸν ἀσπασμόν μου. -Καταλαμβάνω. Παρακαλὦ. ἀδελφέ. Ἐκεἶνος τραβήχθηκε μὲ φόβο.... Ἀντάλλαξαν ἐγκάρδιο ἀσπασμό. δεχθεἶτε. Προχώρησαν καὶ οἵ τρεἶς γιὰ τὸ φοβερὸ βράχο.com/ . καταστροφαί. ΢εβασμιώτατε. Μὴν ἀναφέρετέ τι διὰ τὸν ταπεινὸν δοὖλον του. Νοσταλγεἶτε τὴν μόνωσιν. -Διότι θὰ μοὖ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσω ἕναν φοβερὸ διώκτην των. -Ὁ φόβος. ζυμώσεις καί...-Ὑπερευλογημένο τὸ ὄνομα τοὖ Κυρίου μας.ἐπίασε νὰ λέει ὁ ἀσκητής. ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος. ὑπερηφάνεια.. Σί νέα ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἀλλ᾿ ἐφόσον θεωρήσατε καθ῅κον νὰ ὑπηρετήσετε αὐτοπροσώπως τὸν λαόν. -Διατί.. σφαγαί.. ἐπαναλαβαν τὰ χείλη τοὖ Δανιήλ. Σὸν κύτταξε πάλι στὰ μάτια καὶ ξαναδάκρυσε. βρέθηκαν οἱ δύο πρόσωπο μὲ πρόσωπο. ψιθύρισαν τὰ χείλη τοὖ ἀσκητ῅.. Κι ἐπλησίασε κι ἔσκυψε νὰ φιλήσει τὸ ὆οζιασμένο χέρι τοὖ ἐρημίτη. Κομπασμός. ἀνησυχίαι. μὲ ἔπληττον καὶ προσπαθοὖσαν νὰ μὲ ἀφήσουν χάμου ἀναίσθητον.. ἀτασθαλίαι... Κυρίαρχος ὁ φόβος.. συμπλήρωσε ὁ ἐρημίτης.. ΢τὸ μεταξὺ ὁ ἀδελφὸς Δανιὴλ παρατηροὖσε μὲ ἔκσταση τὸν ἀπρόσμενο ἐκεἶνο ἐπισκέπτη.blogspot. Καὶ σκύβοντας μὲ τὴ σειρά του νὰ φιλήσει τὸ χέρι τοὖ ἐπισκέπτη. ΢ήκωσε τὸ βλέμμα ψηλά. Εἰς δὲ τὴν φράσιν «Ἀναστήτω ὁ θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοὖ». Πόλεμοι. καὶ προσπαθοὖσε μὲ λόγια συντριβ῅ς νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν παράλειψη προσφορ᾵ς τοὖ ἀνάλογου σεβασμοὖ. Ἀκολούθησε σιγή. σιγορώτησε. παρακαλὦ. ψιθύρισαν τὰ χείλη του.. Μεταβλήθησαν σὲ σμ῅νος μεγάλων κωνώπων. π῅ρε βαθειὰ ἀναπνοὴ καὶ εἷπε: -Σέλος τὰ βασίλεια.

Διορθωμένη.Ἀφηγηματικὴ Βιογραφία. ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ὁδηγὸς καὶ μεσίτης εἰς τὸν Θεόν. μὲ οὐρολογικὴ κι αὐτὸς πάθηση. ΢τὸν θάλαμο ποὺ τὸν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια ὡστόσο μόνο τὰ δυὸ ἦταν πιασμένα. Πέρασε ὁ πρὦτος μ῅νας. Ἔκαναν τὶς διατυπώσεις τ῅ς εἰσόδου καὶ παραμον῅ς του στὸ θεραπευτήριο καὶ ἡ μία ἀπὸ τὶς δυὸ καλόγρηες. ἡ γραμματεία ἔπαιρνε ἀπ΄ ἔξω ἐντολὴ καὶ ἔδινε μέσα ἐντολὴ νὰ κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στὸν μικρὸ παθολογικὸ θάλαμο γιὰ ἕναν γέροντα καλόγερο. Δὲν πρόλαβε νὰ κάνει ἐγχείρηση. »Σί νομίζεις γερόντισσα Εὐφημία. δὲν θὰ ἐπιτρέψει ν΄ ἀπομείνουμε εἴκοσι ὀκτὼ ψυχὲς ὀρφανές. ἀποκρίθηκε τέλος ἡ καλόγρηα. »Σί θ΄ ἀπογίνουμε δίχως τὴν εὐλογημένη του καθοδήγηση. δὲν πρόλαβε νὰ περάσει ἀπὸ μαχαἶρι. ἔκανε κάπου στὸν προθάλαμο σιγανασαίνοντας καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά του ὁ ἄντρας. σ΄ αὐτὸν ὀφείλω τὰ πάντα.. ἔφυγε. Αὐτὸς μὲ εἰσήγαγε εἰς τὸ εὗρος.» συνέχισε ὁ ἄντρας. μισοταραγμένη. πέρασε κι ὁ δεύτερος. χτύπησε κι ἀπὸ τότε τὸν ἔσερναν μὲ τὰ φορεἶα. ΢τὸ παρακάτω. πρόπερσι ἀναπαύθηκε κι ὁ πατέρας μου.Ἅγιος Νεκτάριος Η ΚΟΙΜΗ΢Η ΚΑΙ Ο ΕΝΣΑΥΙΑ΢ΜΟ΢ ΣΟΤ (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ ΢ώτου Φονδρόπουλου: Ὁ ἅγιος του αἰῶνα μας -Ὁ ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς. »Ἐλπίζω.. τὸ ὕψος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἔχει ὁ Κύριος. πὦς θὰ ζήσουμε χωρὶς τὴν προσευχή του.» Ἐκείνη ἀπόμεινε συλλογισμένη.» »Ὢ ἀδελφὴ Εὐφημία. ΢τὸ διπλανὸ τοὖ γέροντα τ῅ς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τὦν κάτω ἄκρων. Καὶ κυρίως τὸν θησαυρὸ τ῅ς ψυχ῅ς μου. Ἔκδοσις Ἱερ᾵ς Κοινοβιακ῅ς Μον῅ς Ἁγίας Σριάδος Αἰγίνης. θὰ καταντήσω δυστυχ῅ς. Ἂν μ᾵ς ἐγκαταλείψει κι ὁ ἅγιος γέροντας. κύριε ΢ακκόπουλε. εἷχε πέσει σ΄ ἕνα γκρεμὸ ἀπὸ τὸ ζ῵ο του. θὰ παραμείνω δεντρὶ στὴν ἔρημο. Ἀπὸ νωρὶς ἔχασα τὴν μητέρα μου καὶ τὸ ξεπέρασα. Ὁ καλὸς Θεὸς θὰ λυπηθεἶ τὴν ἀδελφότητα. ἄνθρωπος ὅλο αὐταπάρνηση κι εὐγένεια καὶ τὸ κατάπια. ἀπὸ τὴν Αἴγινα. Δεύτερη Ἔκδοση. ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοὖχος δάσκαλος. τὸ Ἀρεταίειο.» Ἡ καλόγρηα τὸν ἀνακύτταξε μὲ κάποια στοργὴ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι. Σὸν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δυὸ καλόγρηες κι ἕνας μέτριος στὸ ἀνάστημα σαραντάρης ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μπ῅καν ἀνησυχοὖσε καὶ κρυφόκλαιγε. 269-274) ΢τὸ ἀπόμακρο γιὰ κεἶνο τὸν καιρὸ νοσοκομεἶο τ῅ς Ἀθήνας. . Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης. σελ. θὰ κάνει τὴν ἐγχείρηση. θ΄ ἀντέξει στὸ μαχαἶρι.

Θεὲ καὶ Κύριε ! . Σὸ νεκρὸ σὦμα.. Ἀπὸ ψηλὰ κάποια γνώριμη φωνή. κάποια ὁλόγλυκια φωνὴ σὲ ξένη χώρα. Παράγγειλαν τὸ φέρετρο παράγγειλαν τὴ νεκροφόρα καὶ λίγo ἀργότερα ξεκίνησαν γιὰ τὸν Πειραιά.. εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις Κύριε. μοσκομύριζε..» Γιὰ δές... εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοὖ Κυρίου σου. ἀνάκραξε μὲ λυγμούς. Ἀπόρησαν οἱ γιατροί.Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπὸ ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὺς γιὰ τὴν ἐκλογικὴ ἧττα τοὖ Βενιζέλου. Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε. ἀπόρησε καὶ τὸ προσωπικὸ τοὖ νοσοκομείου ὅταν ἔμαθαν πὼς ὁ φτωχὸς ὆ασοφόρος ἀπὸ τὴν Αἴγινα. »΢εβασμιώτατε. ἦταν ἄλλοτε γενικὸς διευθυντὴς στὴ Ῥιζάρειο καὶ ἦταν λέει. ΢τὸν Ἀφέντη τὦν οὐρανίων. ἀμφιταλαντεύθηκε. Ἦρθε μία σαβανώτρα ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοὖ νοσοκομείου νὰ βοηθήσει τὴ γερόντισσα.. εἷδε πὼς μεταφέρεται.» » Εἰς ἐμέ. σχολίαζαν τὴν ἔκπτωση τοὖ Μελετίου καὶ τὴν ἐπανανθρόνιση τοὖ Θεοκλήτου. Κι ὥσπου νὰ προχωρήσουν νὰ τελειώσουν μὲ τὰ σάβανα. γιὰ τὶς ἀλλαγὲς στὴν Κυβέρνηση. τὸν καλοὖσε. ὁ Παντελεήμων Υωστίνης καὶ λίγο πιὸ ἔπειτα ὁ πρωτοπρεσβύτερος Ἄγγελος Νησιώτης. ἔβλεπε ξαφνικὰ καταμπροστά του ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους κατὰ χιλιάδες νὰ τὸν ὑποδέχονται. Κάτι π῅γε νὰ πεἶ ἡ γερόντισσα δὲν τὸ μπόρεσε. οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι συζητοὖσαν.. ὁ διπλανὸς ἄ὇὆ωστος. ξεπετάχθηκε ὄρθιος. διαλεκτὸς μαθητής του στὴ Ῥιζάρειο καὶ δημιουργὸς ἀργότερα κατηχητικὦν σχολείων.. Σὰ χέρια τ῅ς ἔτρεμαν. ΢ὲ ἀναμένει ὁ τ῅ς δικαιοσύνης στέφανος. τὸ τηλέφωνο. ΢τάθηκε λίγο προτοὖ ξεψυχίσει κι ἀφουγκράστηκε. δεσπότης! Μία νύχτα θρήνου πέρασε ἡ γερόντισσα Εὐφημία. ἔγινα καλά! Σί ἔχει αὐτὴ ἡ φανέλλα.» πρόλαβαν νὰ ψιθυρίσουν γιὰ στερνὴ φορὰ τὰ χείλη του. ἦταν στ΄ ἀλήθεια ὄρθιος. Κύριε ΢ακκόπουλε.. Σὸ τηλέφωνο παρακαλὦ. »Εἴσελθε τέκνον. περπατάω! ἀνάκραξε δυνατά. Σὸ νεκρὸ σὦμα μοσκομύριζε. ὅταν ὁ χλωμὸς ἀσκητικὸς ἐκεἶνος γέροντας.. ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τὦν κάτω ἄκρων κινήθηκε. Θεέ μου.. ὁ καλόγερος τ῅ς Αἴγινας. γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοὖ ἐξόριστου Βασιλη᾵ Κωνσταντίνου. στάθηκε στὰ πόδια του κι ἔκανε τὸ σταυρό του. τὦν ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Ἔφθασε σωστὸ ἀνθρώπινο ὆άκος κι ὁ Κωστ῅ς ΢ακκόπουλος. Κι ἀνοίγοντας τὸ στόμα νὰ πάρει ἀνασεμιά. Γιὰ μία στιγμὴ ἔβγαλαν τὴ μάλλινη φανέλλα καὶ τὴν πέταξαν πρόχειρα στὸ διπλανὸ κρεββάτι. ἱεροκήρυκας. »΢ηκώθηκα. . σεβασμιώτατε. ἀπόμειναν νὰ χάσκουν. Ἀργὰ τὸ πρωὶ ἔφθασε ἕνας φίλος Ἀρχιμανδρίτης. περπατοὖσε ! Δὲν καλοκατάλαβαν. ποὖ εἷναι ὁ κύριος ΢ακκόπουλος. Ἡ γερόντισσα π῅ρε τὴ φανέλλα τὴν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στὸ ὆άσο της... Παρέδωσε τὴν ἅγια του ὑπομονετικὴ ψυχὴ στὸν ἀγαπημένο του Ἀφέντη.

Ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀστυνόμο γιὰ νὰ τοὺς φέρουν σὲ λογαριασμό. τοὖ ἅρπαξαν τὶς τοὖφες τὸ μπαμπάκι. ἕτοιμοι νὰ τὸ ξαναφέρουν στὴ νεκροφόρα. Μερικοὶ τότε ἔπεσαν ἐπάνω του. ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος. ἀπόγευμα στὴν Αἴγινα μὲ τὴ σημαία «μετζάστρα» στὸ πλωριὸ κατάρτι. Ἑνὸς κληρικοὖ ποὺ δὲν καυχήθηκε ποτὲ γιὰ κάτι δικό του. Οἱ γυναἶκες ἔκλαιγαν σιωπηλά. ὁ καπετάνιος σφύριξε τρεἶς φορὲς πένθιμα καὶ συνθηματικά. τὴν ἀγάπη. Σὸ βαποράκι τ῅ς γραμμ῅ς ἡ «Πτερωτή» ἔφθασε στὶς τέσσερις παρὰ κάτι. λίγo μετὰ τὶς δώδεκα.. Ἦταν οἱ φίλοι του. Ἡ νεκροφόρα μὲ λογὶς . μερικὲς στέναζαν. ὤσαμε τὸ μοναστήρι. . τὴν ὑπομονή. Ὁ ναὸς βρέθηκε κλειστός. τὸ ταπεινὸ φρόνημα. ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν καθεδρικὸ ναὸ τ῅ς Ἁγίας Σριάδος στὸν Πειραιά. ἄλλοι τὄκρυβαν στὶς τσέπες τους. θὰ σήκωνε ἄγκυρα γιὰ τὴν Αἴγινα ἀκριβὦς στὶς δυὸ τὸ μεσημέρι. μαθεύτηκε στὴν ἐργατικὴ πόλη.. Καθὼς τὸ ἔφεραν σιμὰ στὰ σκαλοπάτια τοὖ ναοὖ γιὰ νὰ πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στὴν πόλη καὶ στὸ χὦρο ποὺ τόσο εἷχε κηρύξει κι ἀγαπήσει κι ἄνοιξαν τὸ καπάκι. Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στὸ πεζοδρόμι κόσμος. τὄφερναν εὐλαβικὰ στὸ μέτωπό τους. Παρατήρησαν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο. ἀκούστηκε. ΢τὰ γαλανὰ νερὰ τοὖ ΢αρωνικοὖ ταξίδευε τὸ ἱερὸ λείψανο ἑνὸς ἀνθρώπου τοὖ Θεοὖ. Κι ἕνας λαὸς περικύκλωσε τὸ φέρετρο. »Δὲν ἔχει βάρος. ἀγρότες ἀμπελουργοί. Ἑνὸς ἱερομόναχου ποὺ εὐαρέστησε τὸν ἅγιο Θρόνο μὲ τὴν ὑπακοή. Ὅλος σχεδὸν ὁ κλ῅ρος. ἐπαγγελματίες καὶ πλανόδιοι.» Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιὸς θὰ σηκώσει τὸ φέρετρο. Προτοὖ ἀράξει στὸ μὦλο. οἱ ψαράδες τοὖ γυαλοὖ. φώναξαν καὶ οἱ ἄνδρες ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο. τάχασαν.. ἄλλοι τὸ παράχωναν στὸ στ῅θος. Ἀπὸ λαλιὰ σὲ λαλιά. »Παππούλη μας. ἔλειπαν γιὰ μεσημεριάτικη διακοπή. μερικὲς μοιρολογοὖσαν. Ἀπὸ τὴν ἤρεμη καὶ γαλήνια μορφὴ ἔσταζε κάτι σὰν ἱδρὦτας ποὺ μοσκομύριζε. Θεὲ καὶ Κύριε ! Ὁ Κώστας ὁ ΢ακκόπουλος σαστισμένος ἔτρεξε κι ἀγόρασε ἀπὸ τὸ περίπτερο ἕνα πακέτο μπαμπάκι καὶ σκούπισε σιγὰ . τί θ΄ ἀπογίνουμε τώρα ποὺ μ᾵ς ἄφησες ὀρφανὲς καὶ μόνες. οἱ σφουγγαράδες ποὺ ταξίδευαν καὶ βουτοὖσαν πέρα στὴν Σζιμπεράλτα καὶ στὸ Σούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τ῅ς εὐλογίας μὲ χαραγμένο στὴ μέση τὸν τίμιο σταυρό. τὸ καταπληκτικό. δὲν ἔχει βάρος. ἡ κοίμηση τοὖ γέροντα τ῅ς Ῥιζαρείου.σιγὰ καὶ ἀπαλὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὸν μοσκομύριστο ἱδρὦτα. προστάτη τ῅ς φτωχολογι᾵ς. Ἀμέτρητος λαὸς πλημμύρισε κάτω τὴν παραλία. ὅλες οἱ καλόγρηες ἀπὸ τὰ ντόπια μοναστήρια. ἐργάτες ποὺ δούλεψαν στὴ μονὴ κι ἔφαγαν ψωμὶ ἀπὸ τὰ χέρια του. μούδιασαν..Σὸ βαποράκι τ῅ς γραμμ῅ς ἡ «Πτερωτή». oικοδόμοι. τὴν πίστη.λογὶς διατυπώσεις ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν. τοὺς χώρισαν σὲ τετράδες καὶ ὑπολόγισαν τὸ δρόμο κάπου δυὸ Ὠρες καὶ κάτι. εἷναι ΄λαφρὺς σὰν πούπουλο». ὅλοι οἱ ἱερομόναχοι.

ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀνησυχία. θὰ βρωμίσει». Ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ἑλλάδα ἀπόκτησε ἕναν ὅσιο. ἄγνωστοι. τ῅ς τυφλ῅ς. Ἀδελφές μου. μ᾵ς ἔλεγε. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά.θησαυρὸ τοὖ διαλεκτοὖ παιδιοὖ της καὶ τόφερνε μὲ σφιχτὴ ἀνασεμιὰ στὴ θέση Ξάντος. Θυμίαμα καιγόταν σ΄ ὅλες τὶς πόρτες καὶ δροσερὰ λουλούδια ἔπεφταν ἀπὸ γρηὲς καὶ νιὲς καὶ δροσερὲς παρθένες. Σὸ μοναστήρι μας θὰ προκόψει δὲν θὰ τὸ ἀφίσει ὁ Κύριος. ποὺ θα὇὆οὖσες ὅτι λαφροκοιμόταν. κοντά μας. Αὐθόρμητα ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀγκάλιασε τὸ λείψανο . δὲν ἔχει βάρος. σὰν εὐωδιὰ καὶ μένοντας ἀκίνητη καὶ κάνοντας τρεἶς φορὲς τὸ σημεἶο τοὖ σταυροὖ. εἷναι λαφρὺς σὰν πούπουλο». »Θὰ πρέπει νὰ ἐπισπεύσουμε τὸν ἐνταφιασμό. Οἱ καμπάνες στοὺς ναοὺς σιγοχτυποὖσαν ὅπως τὴ μεγάλη Παρασκευή. πάνω στὴ γαλήνια κι εὐγενικὴ μορφή. Σὰ λόγια της σκέπαζαν τοὺς κρυφοὺς λυγμούς της ἀπὸ μία θεϊκὴ δύναμη καὶ χάρη. Ὅταν ζοὖσε καὶ τὸν ἀπολαμβάναμε δίπλα μας. νὰ προσέξει τὸν ἱδρὦτα . »Δὲν ἔχει βάρος. Αὐτὴ τὴν προφητεία: Ἀπὸ δὦ. σὦμα εἷναι. τοὖ λόγγου. ἕνα σημερινὸ ἱκέτη ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐσταυρωμένο». γνωστοί.μύρο ποὺ κυλοὖσε ἀπὸ τὸ μέτωπο. Καὶ μεἶς οἱ ἄπραγες στεκόμασταν δίβουλες. αὐτὸ πάντα μας ἔλεγε. τ῅ς ἀκρογυαλι᾵ς. κάθε λογ῅ς ἄνθρωποι. Δὲν μπορεἶ. ἀπ΄ αὐτὲς τὶς ἐρημιές. ΢΄ ὅλο τοὖτο τὸ πλ῅θος καὶ στὶς καλόγρηες τ῅ς ἀδελφότητας ποὺ ἔκλαιγαν σὰν μικρὲς νεαρὲς κοπέλλες. νὰ προσευχηθοὖν. μ᾵ς βλέπει καὶ προσεύχεται ἀπόψε γιά μας. Σὰ λόγια της ἔπεσαν στὸ πλ῅θος μὲ τέτοια ἁρμονία ποὺ γλύκαναν εὐθὺς ὅλες τὶς καρδιὲς καὶ γιὰ κάμποσο χρονικὸ διάστημα τ῅ς νύχτας ἀπόδιωξαν τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις τοὖ θανάτου. Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τὴν πόλη καὶ τὴν παραλία. πέταξε μὲ σπουδὴ στὴν ὁσία Ξένη. Ἕνα πλ῅θος νέοι ὆ασοφόροι Ῥιζαρεἶτες ἀκολουθοὖσαν σιωπηλοί. ἀδέλφια μου μὴ θρηνεἶτε. θὰ περνᾶ πλ῅θος ὁ κόσμος μὲ ἀφιερώματα. τοὖ εὐεργέτη καὶ προστάτη της καὶ μὴ μπορὦντας μὲ τὰ τυφλὰ μάτια νὰ δεἶ. μὴ κλαἶτε. τόνοιωσε σὰν ὄσφρηση. Σρεἶς μέρες καὶ τρεἶς νύχτες κράτησε τὸ λαϊκὸ τοὖτο προσκύνημα. . καταλαχάρηδες τοὖ βουνοὖ. ξαφνιασμένες. ξεχώριζε ἡ φυσιογνωμία τ῅ς ἡγουμένης. Ζεἶ. καθὼς σήκωναν τὸ φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν΄ ἀλλάξουν βάρδια. σὲ μερικὰ χρόνια θὰ διαβαίνουν ἅμαξες.΢ὲ λίγο τὰ πάντα τακτοποιήθηκαν καὶ ἡ πομπὴ ξεκίνησε. φάρο καὶ ὁδηγό. χρυσάφια καὶ λαμπάδες. τὴ μορφὴ τοὖ πνευματικοὖ πατέρα καὶ ὁδηγοὖ. Καὶ τὸ λείψανο ἀδιάκοπα ἔσταζε ἱδρὦτα μύρο καὶ σκορποὖσε ὁλοτρόγυρα εὐωδία! Μία ἀπὸ τὶς τρόφιμες τ῅ς ἀδελφότητας ἀνησύχησε. τ῅ς ὁσίας Ξένης. νὰ κλάψουν. γερόντισσά μου. κόρες μου. νὰ ξενυκτίσουν. Μήπως τάχα παραλογίζεται ὁ σεβασμιώτατος. Ὅλοι τους εἷχαν διάθεση νὰ παρασταθοὖν. ΢τάθηκε κάποια στιγμὴ καταμπροστὰ στὸ φέρετρο. εἷπε: »Ὁ πατέρας μας δὲν πέθανε. Ποτὲ ἡ Αἴγινα δὲ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι. φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαγκαδιές. Ἦταν κάτι τὸ ὆ιγηλὸ καὶ συγκινητικό. Σὸ μοναστήρι γέμισε κόσμο.

τὸ χέρι μου. σὲ διάφορες πρασιὲς ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ παράπλευρα ἔξω. Ἔτρεξε στὸ φέρετρο.Σὸ βράδυ ποὺ κοιμήθηκε.» τὴ ὆ώτησε ἐπιτιμητικά. Ἐκεἶ. Καὶ γονάτισε νὰ τοὖ ἀσπασθεἶ τὸ χέρι. τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. εἷδε ὁλοζὦντανο σιμὰ τ῅ς τὸν γέροντα ντυμένο στὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια. ἀσπάσθηκε τρεἶς φορὲς τὰ κρινοδάχτυλα τὦν χεριὦν. Ναί.» Ξύπνησε καταφοβισμένη. »Σί μυρίζει. » ΢εβασμιώτατε». ὅλες σχεδὸν οἱ μαθήτριες καὶ ὑποτακτικὲς ἔφεραν κι ἔ὇὆ιξαν λεμονανθοὺς ἀπὸ τὶς λεμονίτσες ποὺ εἷχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μὲ τὸ χέρι του. ἄκουσε τὴν παράδοξη φωνὴ : «ἄφισε τόπο γιὰ ἕνα τάφο». χαμηλὰ στὸ πεὖκο.» »Λιβάνι καὶ ἀλόη. Θὰ τὸν τοποθετοὖσαν ἐκεἶ πλάγια στὸ ναό. Προτοὖ σκεπάσουν τὸ φέρετρο γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. σὰν ἔσκαβε γιὰ νὰ τὸ φυτέψει. » Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε». ΢τὸ καταπράσινο καὶ φουντωτὸ βελονόφυλλο δεντρὶ ποὺ τόσο αὐτὸς καμάρωνε κι ἀγαποὖσε. . Καὶ ξαναπρόσεξε ποὺ ἔτρεχε συνέχεια στὴ μορφὴ ἱδρὦτας .» »Σότε μὴ φοβεἶσαι καὶ διὰ τὸ λείψανον. ψιθύρισε.μύρο. τοσοδούλι καὶ μικράκι. Ὁ καλὸς Θεὸς εἷχε προδιαλέξει τόπο γιὰ τὸ σκήνωμα τοὖ διαλεκτοὖ παιδιοὖ του. ἀνάκραξε. Υυσικὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. ποὺ κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος. »Βρωμ᾵ παιδί μου.

. ποὺ φοβηθήκαμε ὅλοι: «Ἅγιε Νεκτάριε. Β΄ Σόμος Λίγα χρόνια μετὰ τὴ κοίμησή του. φέρανε στὸ μαναστήρι ἕνα δαιμονισμένο. Αὐτὸ ἦταν. Π῅γα στὸν τάφο. Ἄρχισα νὰ ψάχνω μέσα στὴν αὐλὴ τὴν κρεβατίνα μὲ τὸ γιασεμί. Σὸν κρατοὖσαν δεμένο μὲ ἁλυσίδες δυὸ χωροφύλακες καὶ δυὸ ναὖτες. Μιὰ στιγμὴ λοιπόν.» μὲ ρώτησαν! Σά᾿ χασα. ὁ Ἅγιος) καὶ μ᾵ς τὸ εἷπε!. Σὴν ὥρα ποὺ βαγίνανε τὰ Ἅγια. Σαραγμένος ὅπως ἤμουν. Σὸ πεὖκο μόνο ἦταν κοντά. Ἔγινε πεντάμορφη. γιὰ νὰ βρὦ τὸν παπ᾵ ποὺ μ΄ἔσωσε. Βάραγαν οἱ καμπάνες. Σὸ πρόσωπό της ἦταν ἀγριωπὸ σὰν ἀγρίμι. Ἐκείνη τὴ στιγμή. Δὲν εἷχα πεἶ τίποτα σὲ κανένα. Κι ὁ τάφος ἤτανε χαμηλός. κάτι νὰ προσφέρω στὸ μοναστήρι του. ΢ὲ λίγο. Γι᾿ αὐτὸ ἔρχομαι στὸ μοναστήρι. Κλαίγαμε ὅλοι μας. Βλέποντας τὴν ἀπορία μου. λέγοντας καὶ ξαναλέγοντας: «Ἅγιε Νεκτάριε.σ. Ἀνέλαβα ἐγώ. Μέρεψε. Οἱ παπάδες λοιπὸν μνημονεύανε τὸ δαιμονισμένο καὶ τόνε διαβάζανε πάνω στὸν τάφο. οὔτε ποὺ μοὖ ῾κοψε νὰ τὸν ἀναζητήσω ἐκείνη τὴ στιγμή. Γλίτωσα. ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σὰ νεκρός. ἔρχεται ἀστραπιαία ἕνας παπ᾵ς – ποὖ βρέθηκε. ἦταν καὶ μία του Ἁγίου Νεκταρίου. Εἷναι ἡ δεύτερη φορά. στὰ 1939. δίχως νὰ μὲ γνωρίζουν. μ᾿ ἔκαψες». Σὸν π῅γαν στὸν τάφο τοὖ Δεσπότη. μὲ ὑποδέχτηκαν οἱ μοναχές. φέρανε μία κοπέλα δαιμονισμένη. Υώναζε τὸ δαιμόνιο ποὺ ταλαιπωριόταν ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Ῥώτησα κι ἔμαθα ὅτι ἔσπασαν τὰ κεραμίδια τους καὶ δὲν εἷχαν χρήματα οἱ μοναχὲς νὰ τὰ ἐπισκευάσουν. Ἀνάμεσα στὶς φωτογραφίες ποὺ μοὖ δείξανε. Μ΄ ἔριξε στὸ χὦμα. φοβόμασταν.Ἄγιος Νεκτάριος ΠΗΓΑΖΨΝ ΙΑ΢ΕΙ΢ ΔΑΧΙΛΕΙ΢ ΚΑΣΕΤΥΡΑΙΝΨΝ ΣΟΤ΢ ΠΡΟ΢ΣΡΕΦΟΝΣΑ΢ Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μανώλη Μελινοῦ «Μίλησα μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο». μ ἔσωσες.καὶ μοὖ δίνει μία γερὴ σπρωξιά. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ μία ὑπέροχη μυρωδιὰ γιασεμιοὖ ἁπλώθηκε. σ᾿ εὐχαριστὦ»! Ἄλλη μιὰ φορά. Ὅταν πρωτοπ῅γα. ἀντίθετα ἀπὸ τὴν ὀβίδα. ἄρχισα νὰ ρωτὦ γνωστοὺς παπάδες καὶ νὰ κοιτάζω φωτογραφίες ἱερωμένων. Σοὺς συντάραζε. κυριολεκτικὰ ἀπὸ θαὖμα. Θεραπεύτηκε! ΢ηκώθηκε καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσκύνησε τὸν τάφο.». ἐξαφανίστηκε. Γαλήνεψε ἡ μορφή της.. Κινδύνεψα. Ἤθελα κι ἐγώ. ὁ δαιμονισμένος ἄρχισε νὰ φωνάζει τόσο δυνατά. Φάλαγε ὁ κόσμος. Γι᾿ αὐτὸ πηγαίνω. Ἡ . Σότες δὲν ὑπ῅ρχε τὰ ἐκκλησάκι πάνω ἀπὸ τὸν τάφο. Δὲν μπορούσανε νὰ τὸν κάνουνε καλά. Μόλις ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ ἀλβανικὸ μέτωπο. μοὖ εἷπαν: «Ἦρθε χτὲς βράδυ χαρούμενος ὁ Δεσπότης μας (σ. «Ἤρθατε γιὰ τὰ κεραμίδια. Ἐκεἶνος. Ἀνεβήκαμε ὅλοι μαζὶ στὸ μοναστήρι. Ὅλοι ὅσοι ἤμασταν γύρω-τριγύρω.. Δίπλα μου ἀκριβὦς. Κάποιος νέος διηγόταν: «Εἷμαι Πειραιώτης. Ἄνοιξε ὁλόκληρο πηγάδι. μόλις μ΄ ἔσπρωξε. Οὔρλιαζε σὰν τὸ θεριό. ἔγινε καλά. γονάτισα κι ἄρχισα νὰ κλαίω μὲ λυγμούς. Αὐτὸς εἷναι! Υώναξα ἀνατριχιασμένος. Ὅταν γύρισα στὸν Πειραι᾵. ἔπεσε μία ὀβίδα. Θὰ τὰ κάνω καινούργια ἀπ΄τὴν ἀρχή. Αὐτὰ μοὖ διηγήθηκε τὸ παληκάρι.

νά΄σου κι ᾔρθανε πάλι.Ἀμέτρητα θαύματα γίνονταν ἀπὸ τότε (ὅταν ζοὖσε).. Μὲ γέμισε θαυμασμό. γλυκός. Σὸ λοιπόν. Ἄνθρωπος μὲ πνεὖμα Θεοὖ. Ὁ Ἅγιος δὲν πατοὖσε στὸ πάτωμα! ΢τεκότανε στὸν ἀέρα. Πολλά. ξαναπ῅γαν τὸ παιδὶ στὴν Ἀγγλία. ᾖρθε μία πλουσιοτάτη οἰκογένεια ἀπὸ τὶς Κυκλάδες. Σρέχω στὸ κελὶ τοὖ Ἁγίου. Ὕστερ΄ἀπὸ λίγο καιρό. ἐκτὸς ἀπὸ λιγοστὸ ψωμάκι. . ΢εβασμιώτατε.. Μόνο ποὺ τὸν ἔβλεπες.... πίστεψα πιὸ δυνατὰ στὴ χάρη του. Σὰ μαθαίναμε ὅλοι οἱ Αἰγιν῅τες καὶ σταυροκοπιόμασταν. Μόλις μπ῅κα στὴν τραπεζαρία του. Μόλις τὴν εἷδε ὁ Αγιος. ἔμαθα πὼς λίγες ἡμέρες πρίν. Ὁ Δεσπότης τὸ θεράπευσε τὸ παιδί. στὴν Αἴγινα. πολλά. βλέπω τὴν ἐσωτερικὴ πόρτα ἀνοιχτή. Λέει τότε ὁ Ἅγιος στὶς Γερόντισσες: -Δὦστε της νὰ φάει. Γαλήνια ἡ μορφή του. Σίποτα. αἰσθανόσουνα πὼς ἦταν θαυματουργός. Γὶ αὐτὸ ᾖρθαν στὴν Αἴγινα. Σ῅ς εἷπε: -Παντοὖ τὸ πήγατε τὸ παιδί. συγκινήθηκα βαθύτατα. Κάνανε λειτουργία καὶ κοινωνήσανε ἀπὸ τὸ Δεσπότη. ἀπ΄τὴ χαρά τους. Σοὺς π῅γα στὸ μοναστήρι.Ὅταν γύρισα τὸ 1920 ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ ὀπισθοχώρηση.. Οὔτε βασιλικό. π῅γε μὰ ἄλλη φτωχιὰ ποὺ πείναγε. . Ἐκεἶνος τὸ σταύρωσε καὶ τοὺς εἷπε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸ κάνει καλά. Κάνανε πάλι λειτουργία. Σὸ κορίτσι τους ἦταν πεντάγερο. Σὴν ἐξέτασαν οἱ γιατροὶ καὶ εἷπαν ὅτι.. Υύγανε οἱ ἄνθρωποι. ἅμα γίνει δεκατριὦν χρονὦν θὰ πεθάνει. ὁλόκαλο!. Ἕνα πρωί. Αὐτὸ εἷναι ὅπως τὸ γέννησες. Πρόσωπο Ἁγίου. μιὰ φτωχιὰ γυναίκα π῅γε ξυπόλητη στὸ μοναστήρι. Κλαίγανε καὶ γελούσανε μαζί. χίλια δυό.. Ἦρθαν καὶ πάλι ἄπρακτοι στὸ νησί τους. παιδί μου!». ἔβγαλε τὶς παντόφλες του καὶ τὶς ἔδωσε.. . .. Αὐτὸ ποὺ ἀντίκρυσα στὴ συνέχεια – ὅπως θὰ καταλάβετε μὲ ἄφησε ἄναυδη. Μὴν τὸ ταλαιπωρεἶτε. Οἱ γονιοὶ κι ἕνα κορίτσι. -Δὲν ἔχουμε τίποτα. Υέρτε το καὶ στὸ σπίτι μου.. Σὴ μικρὴ τὴν εἷχαν πάει στὴν Ἀγγλία. Δαιμονισμένοι λυτρώνονταν. παντοὖ τὸ γυρίσατε. Μὲ βρήκανε στὴν ἀγορὰ καὶ σαλτάραν πάνω στὴν καρότσα νὰ τοὺς πάω στὸ μοναστήρι. Ὅταν τ῅ς ἐξήγησα. Μὲ λένε Νεκτάριο. Σότε ἡ μάνα τοὖ παιδιοὖ εἷδε στὸν ὕπνο της τὸ Δεσπότη τὸν Ἅγιο Νεκτάριο.Γερόντισσα Παρασκευὴ μὲ ρώτησε τί ψάχνω. Ἀπὸ τότε. Σὸ πρόσωπό του εἷχε ὑποστεἶ μίαν ἀλλοίωση. ΢ὲ ὑποδέχτηκε ὁ Ἅγιος. στὴν Παναγία καὶ προσευχόταν. γιὰ δεύτερη φορά. Ὁ Δεσπότης ἦταν ἅγιος ἀπὸ ζωντανός. Ὅταν εἷδα αὐτὸ τὸ θαὖμα. μοὖ εἷπε: «Δὲν ἔχουμε γιασεμὶ στὸ μοναστήρι.. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγο. Πράος. ἄ὇὆ωστοι θεραπεύονταν. δυὸ σπιθαμὲς πάνω ἀπὸ τὸ ἔδαφος! Σὰ χέρια του ἦσαν ὑψωμένα πρὸς τὸ εἰκονοστάσιό του.

.-Νὰ τὸ δώσετε ἀμέσως τοὺς εἷπε. κι ἔχει ὁ Θεός!. κάψαν τὰ χωριὰ ὅλα. Δὲν ἄνοιξε μύτη. Σί εὐλογία. Κι ὅμως! Αἴγινα πουθενά.. Κάψανε τὰ Καλάβρυτα. γιαγιά. Σὴ σκέπαζε ὁ Ἅγιος.. Θυμ᾵μαι.. . γιατί βοήθησα στὸ ξεφόρτωμα. Ἄλλη μιὰ φορά. -Ἄκου δὦ. ἀλεύρι. ζάχαρη.. νά΄σου ἕνας πλούσιος μὲ δυὸ γαϊδουράκια.. πήγανε χωρικοὶ ἀπὸ τὸν Κοντὸ καὶ τοὖ εἷπαν ὅτι μὲ τὴν ἀνομβρία θὰ πάθουνε πολλὲς ζημιές. Μιλὦ γιὰ τὴν Κατοχή.. . Ἐδὦ. οὔτε τίποτα.. Σὸ ξέρω.. δὲν ἐράγισε οὔτε πέτρα. Κι ἔκανε τὸ σταυρό του. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθε ὁ Ἅγιος στὸν τόπο μας.. νὰ ζήσει στὸ νησί σας ὁ Ἅγιος Νεκτάριος!. Οὔτε καταχνιὰ ἦταν. μακαρόνια. Παντοὖ γίνανε τοὖ κόσμου τὰ ἐγκλήματα.. δὲν βλέπανε τὴν Αἴγινα. π᾵με ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ καλύτερο. ἔχει ὁ Θεός. ἔλεγε ὅτι ἅμα περνάγανε τ᾿ ἀεροπλάνα τους καὶ πήγαιναν στὴν Κρήτη. Ὁ γερμανὸς διοικητὴς Ἀθηνὦν. Δωρεὰ στὴ μονή. Γιὰ τὴ χάρη τοὖ Ἁγίου. γύρισε ὁ Ἅγιος ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ λέει μὲ σημασία στὴν ἡγουμένη: -Γερόντισσα. Σὸ πρωί.. φορτωμένα ρύζι. Ὁ Αγιος ἔκανε δέηση καὶ ἄρχισε ἀμέσως δυνατὴ βροχή! Σὰ θυμ᾵μαι πολὺ καλά.

ὅπου ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. ἐκεἶ στὸ Ἀρεταίειο.. οἱ ὁποἶοι στέκονται γιὰ λίγο καὶ νοερὰ ἀφήνουν τοὺς στεναγμοὺς τ῅ς καρδι᾵ς τους. Καὶ πράγματι καὶ οἱ δυὸ ἔνιωθαν τὴν παρουσία του μέσα στοὺς διαδρόμους τοὖ νοσοκομείου καὶ εἷχαν τὴν ἐντύπωση πὼς εἷναι παρὼν στὸ χειρουργικὸ τραπέζι! Οἱ ἐγχειρήσεις ὁλοκληρώθηκαν ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν ἄφηναν περιθώρια αἰσιοδοξίας στοὺς γονεἶς. Προδρόμου ἦταν κατηγορηματικός: Παιδιὰ μὲ τέτοιο χτύπημα σὲ ποσοστὸ 80% πεθαίνουν κατὰ τὴ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεἶο*!!!+.. ἅν ἐπιζήσουν τ῅ς ἐπέμβασης πεθαίνουν σὲ διάστημα 10-20 ἡμερὦν μετὰ ἀπὸ αὐτή. ἀλλὰ οἱ γιατροὶ ἦταν ἀπαγορευτικοί σε αἰσιόδοξες προβλέψεις.Ἅγιος Νεκτάριος Πανθαύμαστη θεραπεία ΢τὸ θάλαμο 2 τοὖ δεύτερου ὀρόφου.. . Σοὺς θυμίζει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος πόνεσε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ ἀλλὰ ἐνισχυόταν πάντα ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη ἐπαφή του μὲ τὸ Θεό.. κυρίως ἀρρώστων. τὦν Ἁγίων μας. ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ πολλοὶ συνάνθρωποί μας νὰ δοὖν καὶ νὰ ζήσουν τὴν εὐεργεσία τοὖ Κυρίου μας Ἰησοὖ Φριστοὖ προσφερομένη διαμέσῳ τὦν θείων δοχείων χάριτος. Καθημερινὰ περνοὖν ἀπὸ κεἶ πλ῅θος πιστὦν. σὰν μία θερμὴ ἱκεσία πρὸς τὸν φιλάνθρωπο ἅγιο. Σοὺς δίνει κουράγιο μὲ τὸ ἱλαρό του βλέμμα καὶ ἐνισχύει τὴν πίστη τους. Θὰ ἀναφέρω μία ἱστορία γεμάτη με τὴν «παρουσία» καὶ παρέμβαση τοὖ ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ Διευθυντὴς τ῅ς Νευροχειρουργικ῅ς Μονάδας κ.. . καὶ φυσικὰ οὔτε λόγος γιὰ φυσικὴ ἀποκατάσταση ἅν παρόλα αὐτὰ καταφέρουν νὰ ἐπιζήσουν!!!! Οἱ γονεἶς σὲ καμία περίπτωση δὲν ἔχασαν τὸ κουράγιο τους καὶ τὴν πίστη τους. Φειρουργήθηκε ξανά. ἀρκετὰ πρόσφατη. ΢τὸ μετεγχειρητικὸ διάστημα καὶ μετὰ ἀπὸ 3 ὧρες ἡ μικρὴ παρουσίασε καὶ νέα αἱμορραγία. Ἡ μικρὴ Βαρβάρα. θὰ ἔμενε τουλάχιστον 3 μ῅νες στὸ νοσοκομεἶο καὶ φυσικὰ δὲν μποροὖσε νὰ καθορίσει οὔτε κατὰ προσέγγιση τὸν ἀπαιτούμενο χρόνο φυσικοθεραπείας γιὰ τὴν ΜΕΡΙΚΗ ἀποκατάσταση.. ἔχουν περάσει 3 μ῅νες ἀπὸ τότε. σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τ῅ς ἰατρικ῅ς ὁμάδας. Σὰ Θαύματα τοὖ Ἁγίου μας εἷναι πολλά. Ἦταν ἀνήμερα τοὖ Ἁγίου Πνεύματος ὅταν ἡ μικρὴ Βαρβάρα στὴν ἡλικία τὦν 10 ἐτὦν χτυπήθηκε ἀπὸ ἐγκεφαλικὴ αἱμορραγία. Κατὰ τὴ διάρκεια τ῅ς δεύτερης χειρουργικ῅ς ἐπέμβασης οἱ γονεἶς παρακάλεσαν τὸν ἅγιο Νεκτάριο νὰ τοὺς βοηθήσει. Καὶ κεἶνος φαίνεται νὰ συγκατανεύει. Ἡ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεἶο Παίδων ΑΓΙΑ ΢ΟΥΙΑ. ἔγινε σχετικὰ γρήγορα καὶ σὲ διάστημα 2 ὡρὦν τὸ κοριτσάκι χειρουργήθηκε ἀπὸ τὸν Διευθυντὴ Νευροχειρουργικ῅ς Προδρόμου. Σόμοι ὁλόκληροι ἔχουν γραφτεἶ γιὰ αὐτά. καίει σήμερα διαρκὦς ἕνα καντήλι μπρὸς στὴν πάνσεπτη εἰκόνα του.

γιὰ ψυχολογικοὺς λόγους. σὲ ἐρώτηση ἅν πιστεύει στὸ Θεό. . Σελειώνοντας τὴν μικρὴ αὐτὴ εὐχαριστία πρὸς δόξαν Θεοὖ θα ἀναφέρω τὰ λεγόμενα Ἰατροὖ τ῅ς ἐντατικ῅ς μονάδας τοὖ ΠΑΙΔΨΝ.Ἡ Βαρβαρούλα ἤδη ὁλοκλήρωσε τὴν φυσικοθεραπευτικὴ ἀγωγὴ ἐπιτυχὦς καὶ ἀκολουθεἶ μαθήματα ε´ δημοτικοὖ μὲ δάσκαλο κατ᾿ οἷκον. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔκανε ἄλλο ἕνα θαὖμα.Πιστεύω στὸ Θεὸ γιατὶ τὸν βλέπω ἐδὦ μέσα καθημερινά!!! .

Γιὰ νὰ ἐλεγχθεἶ καὶ τὸ ἐσωτερικό της καρωτίδας. δοκιμαστικὴ μείωση τὦν ἀναισθητικὦν φαρμάκων.2006 εἰσήχθη γιὰ θεραπεία στὸ Εὐγενίδειο Θεραπευτήριο ἡ ἀσθεν῅ς Μ. παρακολουθώντας τὰ ζωτικὰ σημεἶα (πίεση. Ἐρωτηματικὴ μία ἤπια ἄνευ σημασίας στένωση ἥ ἐλαφρὰ γωνίωση τ῅ς πορείας τοὖ ἀγγείου. δὲν παρουσίαζε καμία ἀπόφραξη τὦν ἀγγείων καὶ ἡ κυκλοφορία ἦταν ἐλεύθερη στὴν περιοχὴ ποὺ εἷχε χειρουργηθεἶ. τὸ ὁποἶο ὅμως ἦταν καὶ ἐσωτερικὰ ἀνέπαφο.11. Ἔγινε. Φρησιμοποιώντας ἕνα μικρὸ συνθετικὸ ἐμβάλωμα συνερράφη ἡ καρωτίδα καὶ τὸ ὑπόλοιπο ἐγχειρητικὸ πεδίο. Ἰανουάριος 2007 Σὴν 7. σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἡμιπληγία ἀριστερά. Δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ Σόλμη. ὅπου ὁ ἔλεγχος τοὖ ἐγχειρητικοὖ πεδίου ἀπέδειξε ὅτι ἦταν ἀνέπαφο καὶ μὲ πολὺ καλὲς σφύξεις ἡ ἀρτηρία.) διέγνωσε.Α. ἦταν ὅμως συγχυτικὴ καὶ διεγερτικὴ καὶ ἡ ἐπικοινωνία μαζί της ἦταν πρακτικὰ ἀδύνατη. Δὲν καταλάβαινε καὶ δὲν συνεργαζόταν μαζί μας.11. ἡ καρωτίδα ἀνοίχθηκε.Ἅγιος Νεκτάριος Ἕνα πρόσφατο θαῦμα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ἀθήνα Γράφει (ἀνωνύμως) καθηγητὴς χειρουργικ῅ς.2006. καὶ ἡ ἀσθενὴς ὁδηγήθηκε περὶ τὴν 3η μεσημβρινὴ πάλι στὴ Μονάδα Ἐντατικ῅ς Θεραπείας. Ἡ ἀσθενὴς παρουσίαζε παροδικὰ κρίσεις μὲ ἀπώλεια τ῅ς ὁράσεως (ἔχανε τὸ φὦς) τοὖ δεξιοὖ ὀφθαλμοὖ λόγω μεγάλης στένωσης τ῅ς καρωτίδας ἀρτηρίας.) στὶς ὀθόνες ἔλεγχου. προκειμένου νὰ σταθεροποιηθεἶ καὶ νὰ ἐπιχειρήσουμε ἀφύπνιση τὸ βράδυ ἡ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί.΢. ἐνδαρτηριεκτομὴ τ῅ς καρωτίδας καὶ ἡ ἀσθενὴς ὁδηγήθηκε στὴ Μονάδα Ἐντατικ῅ς Θεραπείας. μὲ γενικὴ ἀναισθησία χειρουργήθηκε στὶς 8.ἄ. ἀναπνοὴ κ.Υ. Σὸ ἀριστερὸ χέρι καὶ πόδι εἷχαν πλήρη παραλυσία. ἀπὸ τὸν Θεολόγο ΢πάρτης. προκειμένου νὰ ἐκτιμηθεἶ ἡ κατάστασή της. ἀλλὰ μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ πόδι προσπαθοὖσε νὰ πετάξει τοὺς ὅρους. μ᾵ς ὑποχρέωσε νὰ κάνουμε ἄμεσο ἔλεγχο τ῅ς κυκλοφορίας τοὖ ἐγκεφάλου μὲ ἀγγειογραφία. Ὅμως. ἡ σοβαρὴ κατάσταση τ῅ς ἀσθενοὖς μ᾵ς εἷχε ἀνησυχήσει.) συνέστησε νὰ μείνει ἡ ἄρρωστη σὲ καταστολὴ (βαθὺ ὕπνο) στὸ ἀναπνευστικὸ μηχάνημα. ἔγινε διάνοιξη τοὖ ἀγγείου. διότι ὁ ὀφθαλμός της δὲν αἱματωνόταν ἀρκετά. Ἀφοὖ ἔγινε ὅλος ὁ προεγχειρητικός της ἔλεγχος καὶ ἐξετάσθηκε καὶ ἀπὸ νευρολόγο (Γ. ὥστε οἱ γιατροὶ τ῅ς Μονάδος νὰ τὴν καταστείλουν (κοιμήσουν) καὶ πάλι μὲ φάρμακα. . ἡ ὁποία. Ἡ ἀσθεν῅ς ξύπνησε ἀπὸ τὴ νάρκωση.. Περὶ τὴν 7η βραδινὴ ὥρα. ὅπως τὶς πρωινὲς Ὠρες μετὰ τὸ πρὦτο χειρουργεἶο. Καθηγήτρια Ε. καθάρισε καὶ κλείσθηκε πάλι. Ἡ σοβαρὴ πνευματικὴ διαταραχή.Κ. ὅπως ἐπιστημονικὰ λέγεται. γι᾿ αὐτὸ ὁδηγήθηκε πάλι στὸ χειρουργεἶο. Ἡ ἀναισθησιολόγος (Ἐπίκ. ὅπως ὁ ἀκτινολόγος (Καθηγητὴς Δ. ὁδήγησε τὴν ἀσθενὴ σὲ διέγερση καὶ ἔντονη ἀνησυχία. ἐτὦν 68. σφύξεις.) χωρὶς νὰ διαπιστωθοὖν παθολογικὰ εὐρήματα.

Ἀφοὖ κοινώνησα τὴν 2:35 πρωινή.) ἔλεγαν ἀργότερα μεταξύ τους καὶ ἐμμέσως κάποιοι ἄλλοι μοὖ μετέφεραν. μὲ λύπη μου εἷχα ἀπαντήσει ἀρνητικά. εἷχε θαυμάσια ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον. Φρυσοστόμου Παπαθανασίου. κάνει τὸν περίπατό της καὶ θέλει νὰ σ᾵ς μιλήσει στὸ τηλέφωνο».Γ. εἷχα ὅπως προανέφερα χειρουργεἶο στὸ Εὐγενίδειο Θεραπευτήριο (ἀσθενὴς Μ. κινοὖσε ἐλεύθερα ὅλα τὰ ἄκρα (χέρια καὶ πόδια) π῅ρε τὸ πρόγευμά της κανονικὰ σὰν νὰ μὴν εἷχε συμβεἶ τίποτε. μὲ τὸ τέλος τ῅ς Θείας Λειτουργίας ἐγκατέλειψα τὸ ναό. προσηύχετο γι᾿ αὐτήν. ΢τὸ εὐγενικὸ τηλεφώνημα τοὖ Πανοσιολογιότατου Ἀρχιμανδρίτου π. ΢υγκινημένος τὴν εὐχαρίστησα ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοὖ τηλεφώνου. ζήτησα καὶ πάλι τὴ βοήθειά του καὶ π῅γα καὶ χειρούργησα. Ὢ τοὖ θαύματος! Ἡ ἀσθενὴς ξύπνησε. Σὸ θαὖμα εἷχε γίνει. Σ. πέρασα ἀπὸ τὸ Ἀρεταίειο. ὁ ἐφημερεύων γιατρὸς Θ. Σὸ ἀπόγευμα τ῅ς ἴδιας ἡμέρας. προσκύνησα τὸν Ἅγιο. Ὁ ἱερεὺς τοὖ χωρίου Θεολόγος ΢πάρτης. ὁ ὁποἶος εἷχε κοιμηθεἶ ἐκεἶ θαυματουργικὰ «θεραπεία τοὖ παραλυτικοὖ» στὸ δωμάτιο 2 τ῅ς Φειρουργικ῅ς Κλινικ῅ς ποὺ εἷχα τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐλογία τὰ τελευταἶα χρόνια νὰ διευθύνω). ΢τὸ Ναὸ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου στὸ Ν. ἀποφάσισα νὰ ἐκκλησιαστὦ στὸν περικαλλ῅ ναὸ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου μὲ τὴν ἐξαίρετη χορωδία στὸ Νέο Ἡράκλειο. ἔχοντας περίεργη καὶ ἰδιόρρυθμη συμπεριφορά.). περὶ τὴν 7η βραδινὴ ὥρα... ψυχικὰ συντετριμμένος καὶ πνευματικὰ προβληματισμένος γιὰ τὴν κατάσταση τ῅ς ἀσθενοὖς καὶ τὴν ἄγνωστη ἐξέλιξή της. γεμάτος ἀπὸ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης στὸν Ἅγιό μας. μὲ π῅ρε τηλέφωνο καὶ μοὖ λέει: «Κύριε Καθηγητά. γιὰ λειτουργία στὸ ναὸ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου στὸ Ἀρεταίειο Νοσοκομεἶο. ἤξερα ὅμως τὴν ἀναξιότητά μου καὶ δὲν πίστεψα οὔτε λεπτὸ ὅτι ὁ Ἅγιος θὰ ἤσχολειτο μὲ τὸ πρόβλημά μου.΢. ὅπως οἱ γιατροὶ ποὺ μὲ βοηθοὖσαν (Θ.Οἱ Ὠρες περνοὖσαν καὶ σὲ λίγο θὰ ἑορτάζαμε τὴ μνήμη τοὖ ἁγίου Νεκταρίου. Σὸ πρωὶ τοὖ ἁγίου Νεκταρίου 6:45. Ποιὸς ἄραγε συγκίνησε τὸν Ἅγιο. ὅπως ἡ ἀσθενὴς μοὖ εἷπε. πάντα ἀνήσυχος καὶ προβληματισμένος γιὰ τὴν ἄρρωστη. ἔχοντας τὸ κλειδὶ τοὖ ναοὖ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου. ἡ ἁγία ψυχὴ . πού. ὥστε νὰ προστεθεἶ ἄλλη μιὰ θαυματουργὸς παρουσία του.Π. Ἀκριβὦς 6:30 πρωινή. ἡ ὁποία μου εἷπε. Γραμματέως τ῅ς Ἀρχιεπισκοπ῅ς. ἡ ὁποία καθ᾿ ὅλο τὸ 24ωρο εὑρίσκετο σὲ καταστολὴ στὴ Μονάδα Ἐντατικ῅ς Θεραπείας τοὖ Θεραπευτηρίου μπ῅κε στὴ διαδικασία ἀφύπνισης. ἄνοιξα τὸ ναό. τὸν ὅποιο ὁ ἴδιος εἷχα φτιάξει στὴ μνήμη τοὖ Ἁγίου καὶ εἷχε ἁγιογραφηθεἶ ἀποκλειστικὰ μὲ θαύματα τοὖ Ἁγίου. εἷμαι μία χαρὰ καὶ θέλω νὰ σ᾵ς φιλήσω τὰ χρυσά σας χεράκια». «Γιατρούλη μου. ἔχοντας ἀφυπηρετήσει ἀπὸ τριμήνου ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο καὶ μὴ ἔχοντας ἁρμοδιότητες στὴ Διοίκηση. ἡ ἀσθενής. ποὺ εἷχε ὁλονυχτία. Πράγματί μου ἔδωσε τὴν ἀσθεν῅ στὸ τηλέφωνο. Δεδομένου ὅτι τὴν ἄλλη ἥμερα τὸ πρωὶ 6:45 εἷχα ἁπλὸ προγραμματισμένο χειρουργεἶο καὶ δὲν θὰ μποροὖσα νὰ ἐκκλησιαστὦ στὸ ναὸ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου στὸ Ἀρεταίειο Νοσοκομεἶο (ἕνα μικρὸ ναό. καὶ Β. Ἡράκλειο ἔφθασα περὶ τὴν 11:30 νυχτερινή. Περὶ τὴν 9η πρωινή. ἡ ἀσθενὴς περπατ᾵ στὸ διάδρομο. Παρακάλεσα τὸν Ἅγιο νὰ παρέμβει βοηθώντας τὴν ἄρρωστη. Ὃ Ἅγιος παρενέβη ἄλλη μιὰ φορ᾵ πρὸς Δόξαν τοὖ Κυρίου μας.

ἡ ὁποία φαίνεται νὰ εὐλαβεἶται τοὖ Κυρίου μας -εἷναι ἀδελφὴ δυὸ ἱερέωνἡ ἡ αὐτόματη ἐπίσκεψη τοὖ ἁγίου Νεκταρίου δηλώνοντας θαυματουργικὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν παρουσία του τὴν ἡμέρα τ῅ς ἁγίας μνήμης του.τ῅ς ἀσθενοὖς. τὸ ἔτος 2006. . Ἡ ἀσθενὴς ἐγκατέλειψε ὑγιὴς τὸ θεραπευτήριο καὶ βρίσκεται πάλι στὸ χωριό της. Ἂς σημειωθεἶ ὅτι καὶ ἡ ἀξονικὴ τομογραφία τοὖ ἐγκεφάλου τὴν τρίτη μετεγχειρητικὴ ἥμερα δὲν ἔδειξε καμία βλάβη ἐγκεφάλου. τὸν Θεολόγο ΢πάρτης.

Ὄχι. διηγεῖται τὸ παρακάτω περιστατικὸ ὅπως τοῦ συνέβη.. ὄχι. καὶ καλὴ Ἀνάσταση. Νεκτάριος Βιτάλης: . ρώτησε· .. Ἡ νεωκόρος ξέροντας τὴν ἀρρώστια μου θέλησε νὰ μὲ «προστατεύσει». γνωστότατος στὸ Λαύριο γιὰ τὴν δράση του καὶ γιὰ τὴν συμπαράστασή του στὸν φτωχὸ καὶ ξεγραμμένο κόσμο τῆς ὑποβαθμισμένης αὐτῆς περιοχῆς..Ὁ γέροντας εἷν᾿ ἐδὦ.εἷναι μὲ γρίπη στὸ σπίτι του..Εἷχα προσβληθεἶ ἀπὸ σοβαρὴ μορφὴ καρκίνου. . εἶναι δὲ καταχωρημένα καὶ στὸ βιβλίο «ΜΙΛΗ΢Α ΜΕ ΣΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΣΑΡΙΟ» Ἀθῆνα 1997. Εἷχα φοβεροὺς πόνους ὅταν τράβηξα τὴν κουρτίνα τοὖ γραφείου καὶ προχώρησα πρὸς τὸ μέρος του.. Διηγεῖται ὁ π. . κοντὸς καὶ μὲ ἐλαφριὰ φαλάκρα. τοῦ γνωστοῦ συγγραφέα κ. πήγαινα κατ᾿ εὐθείαν στὸν θάνατο. ΢τὶς 26 Μαρτίου 1980 τὸ πρωΐ.. Μανώλη Μελινοῦ. Ἀπὸ τοὺς πόνους ἔσκιζα τὶς φανέλες μου. συζητώντας στὸ γραφεἶο μου στὸ ὑπόγειο τοὖ Ναοὖ. . Μοὖ φαίνεται ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κι᾿ ἦλθε νὰ σ᾵ς βοηθήσει. Σὰ ὅσα παρουσιάζονται στὴν συνέχεια ἔχουν προβληθεῖ ἐπανειλημμένως στὰ μέσα ἐνημέρωσης.. Σὸ στ῅θος μου ἦταν μιὰ πληγὴ ἀνοικτὴ ποὺ ἔτρεχε ἀδιάκοπα αἸμα καὶ πύον. Ἦρθε ἡ νεωκόρος τρέχοντας καὶ μοὖ λέει· ..Ἅγιος Νεκτάριος Ἐμφανίσεις τοῦ Ἁγίου Ἅγιος Νεκτάριος . Μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη σταύρωσε τὶς παλάμες του καὶ χωρὶς νὰ κοιτάξει πουθενά. Ἐμένα δὲν μ᾿ ἔβλεπε στὸ σημεἶο ποὺ βρισκόμουνα... περίμενε ἁπλῶς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του.. Νεκτάριος Βιτάλης. Ἴδιος ἀκριβὦς ὅπως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στὶς φωτογραφίες ποὺ βλέπουμε. Εὔχεσθε. Εἷχε τὰ γένια του κατάλευκα. προσπερνώντας τὴν εἰκόνα τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου χωρὶς νὰ τὴν προσκυνήσει. εἷχα ἑτοιμάσει ἀκόμη καὶ τὰ σάβανά μου. Π῅ρε τρία κεριὰ χωρὶς νὰ ρίξει χρήματα κι᾿ ἄναψε μόνο τὰ δυό... εἷπε ἐκεἶνος καὶ ἔφυγε. μαζὶ μὲ τὴν νεωκόρο ΢οφία Μπούρδου καὶ τὴν ἁγιογράφο Ἑλένη Κιτράκη ἄνοιξε ξαφνικὰ ἡ πόρτα καὶ μπ῅κε ἕνα ἄγνωστό μου γεροντάκι.Σαπεινὸς καὶ συκοφαντημένος ὅσο ἐλάχιστοι στὴν ἐποχή μας.Δὲν πειράζει. ὁ γέροντας ποὺ μόλις ἔφυγε ἔμοιαζε ἴδιος με τὸν Ἅγιο Νεκτάριο! Σὰ μάτια του πετοὖσαν φλόγες.Πάτερ Νεκτάριε. Νὰ φαντασθεἶτε. Ὁ π.. ὅταν ἑτοιμοθάνατος ἀπὸ καρκίνο. Κατάσταση τραγική. Προσκύνησε ὅλες τὶς εἰκόνες τοὖ τέμπλου.

Σὸν σταμάτησα καὶ ἀκούμπησα τὰ χέρια μου στὸ πρόσωπό του.. Σὴν ἔστειλα μαζὶ μὲ τὴν ἁγιογράφο νὰ βροὖνε γρήγορα τὸν ἄγνωστο καὶ νὰ τὸν φέρουν πίσω. . Ἔβγαλε ἕνα ζευγάρι συρμάτινα γυαλάκια..Ἡ πίστη εἷναι τὸ π᾵ν !. ἀλλὰ μὲ ταπείνωση δὲν μ᾿ ἄφησε. Ἔσκυψε καὶ φίλησε αὐτὸς τὸ δικό μου! Σὸν ρώτησα· . Ἡ θέση μου δὲν μοὖ τὸ ἐπιτρέπει νὰ μένω ἐδὦ κι᾿ ἐκεἶ.Γέροντα.Σὸ σπίτι μου δὲν εἷναι ἀκόμη ἕτοιμο καὶ στενοχωροὖμαι. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε χαμογελώντας. .Πάτερ. ἐκεἶ ποὺ κτίζαμε τὴν καινούργια ἐκκλησία. νὰ φτιάξω τὴν Ἁγία Σράπεζα. Ἐγὼ τώρα ἀναχωρὦ. καὶ μετὰ ἅς πεθάνω. μ᾿ ἕνα μόνο μπρατσάκι. Ἔχω κ α ρ κ ί ν ο ! Θέλω ὅμως νὰ γίνω καλά. γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ παρακαλοὖσα τὸν Φριστὸ νὰ μὲ θεραπεύσει. μοναχὴ Νεκταρία... καθὼς φοροὖσε τὰ γυαλιά του. μὲ συγχωρεἶτε τοὖ εἷπα. .Ποὖ μένετε Γέροντα. Ὅμως κατὰ βάθος «κάτι» δὲν πήγαινε καλά. στὴν Αἴγινα..Γέροντα.. . . εἷπε ὁ ἄγνωστος. .. Σοὖ ὑπέδειξα νὰ προσκυνήσει τὰ ἅγια λείψανα. Προσπέρασε τὴν μεγάλη εἰκόνα του χωρὶς νὰ δώσει σημασία. Μοὖ τὰ εἷχε δωρήση ἡ παλιὰ γερόντισσα τοὖ μοναστηριοὖ του. .. εἷπε. ὅλοι ἀ ν α τ ρ ι χ ι ά σ α μ ε ! Ἦταν τὰ ἴδια γυαλιὰ τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ εἴχαμε στὴν προθήκη μὲ τὰ ἅγια λείψανα. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΟΤ ΦΡΙ΢ΣΟΤ ΖΟΤΝ ΑΙΨΝΙΑ. λέγοντας τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα ποὺ εἷχε πρὶν γίνει μοναχός. ὁ Γέροντας ἦρθε! Πλησίασα νὰ τοὖ φιλήσω τὸ χέρι. Πηγαίνω στὴν Πάρο νὰ προσκυνήσω τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο καὶ νὰ ἐπισκεφτὦ καὶ τὸν παπα-Υιλόθεο. . σ᾵ς εἷπαν ψέμματα ὅτι ἔχω γρίπη...Πὦς λέγεσθε γέροντα. Κι᾿ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος θαυματουργὸς εἷναι. ΢τὰ λείψανα τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἀ δ ι α φ ό ρ η σ ε . Σὸν ρώτησα· .Ἀναστάσιος παιδί μου. Μοὖ ἔδειξε τὸ ταβάνι. Μόλις τὰ εἴδαμε.. νὰ τελειώσω τὴν Ἐκκλησία πρὦτα. λέγοντας. προσπερνώντας τα. Γιατί δὲν τὸν ἀσπάζεστε. μοὖ εἷπε.. τοὖ ἐξομολογήθηκα. Μπ῅κα στὸ Ἱερὸ καὶ προσκυνώντας τὸν Ἐσταυρωμένο κλαίγοντας. Σὰ βήματά τους μὲ διέκοψαν...Μὴ στενοχωρεἶσαι. πρόσθεσε.Σὴν εὐχαρίστησα νομίζοντας ὅτι μοὖ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ νὰ μὲ παρηγορήσει. Ἄρχισε νὰ ἀσπάζεται μὲ εὐλάβεια ὅλα τὰ ἅγια λείψανα καθὼς τὸν ξεναγοὖσε ἥ νεωκόρος. ξεκινώντας νὰ φύγει..

ὁ ζωντανὸς Θεός μας καὶ οἱ μεσίτες Ἅγιοί του. Βοήθησέ με νὰ ζήσω. Μπ῅κε μέσα καὶ ἀπὸ ἐκεἶ ἐ ξ α φ α ν ί σ θ η κ ε . γεροντάκο μου. τὰ χέρια μου ἔκλεισαν στὸ κ ε ν ό !. Παίρνοντας θάρρος κι᾿ ἐγὼ ἄνοιξα τὰ χέρια μου νὰ τὸν ἀγκαλιάσω. σὲ παρακαλὦ.Γέροντά μου. Αὐτὰ ἀναφέρει ὁ π.. διαψεύδοντας γιατρούς.. τοὖ εἷπα. Ἔφυγε ἀπὸ κοντά μου καὶ ἀφοὖ στάθηκε πέρα.. Ἔτρεξαν οἱ γυναἶκες νὰ τὸν προφθάσουν... καὶ προβλέψεις θανάτου. Μὴ φοβ᾵σαι. μοὖ εἷπε· . θέλω νὰ ζήσω. σὺν τὴν Παναγία Μητέρα του! Γιατὶ «ὅπου Θεὸς βούλεται. Σοὖ λέω πάλι· . ποὺ τελικὰ ἔγινε καλά. παιδί μου Νεκτάριε. Μόλις τὰ ἅπλωσα ὅμως.Ὤ. καὶ μὲ ἀγκάλιασε μὲ τὰ χέρια του... τὸ προσωπάκι σου μοιάζει ἴδιο μὲ τοὖ ἁγίου Νεκταρίου ποὺ τιμάει αὐτὴ ἐδὦ ἡ Ἐκκλησία μας. νὰ κάνω τὴν πρώτη μου λειτουργία. Σότε.. στὴν εἰκόνα του μπροστά.. μὴ στενοχωριέσαι. καὶ θὰ γίνεις καλά! Θὰ γίνει τὸ θαὖμα ποὺ ζητᾶς καὶ θ᾿ ἀκουστεἶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Γιατὶ ἐπάνω ὅλων βρίσκεται ὁ Φριστός.» ... κύλησαν δ ά κ ρ υ α ἀπὸ τὰ μάτια του. Σὸν πρόλαβαν στὴν στάση τοὖ λεωφορείου. πρὶν ξεκινήσει τὸ λεωφορεἶο!... Μὲ σταύρωσε.. Ἀνατρίχιασα καὶ σταυροκοπήθηκα.Γεροντάκο μου.. κι᾿ ἐνὦ τὸν ἔβλεπα μπροστά μου.. Ἀμέσως χ ά θ η κ ε ἀ π ὸ μ π ρ ο σ τ ά μ α ς μέσα ἀπὸ τήν κ λ ε ι σ τ ὴ π ό ρ τ α . ἀκτινογραφίες. ἕνα σεβαστὸ καὶ κατὰ πάντα ἀξιόπιστο πρόσωπο... Νεκτάριος Βιτάλης.. νικ᾵ται φύσεως τάξη. παρουσίᾳ μαρτύρων. Δοκιμασία περαστικὴ εἷναι.

Δὲν πρέπει δὲ νὰ μ᾵ς διαφύγει ὅτι ὁ Ἅγιος. τὴν ἱστορικὴ πορεία τοὖ θεοφόρου ἱεράρχη. ὕστερα ἀπὸ ἕνα ἀκρόαμα τὦν ψυχικὦν δονήσεων. οἱ ὁποἶες φυσικὰ διδάσκονται γιὰ νὰ ἐφαρμοσθοὖν στὴ ζωή. κηρυκτικὴ διδασκαλία του δὲν τὴν ἔχουμε. ὅσο μας προσεφέρετο. δὲν παρεσύρετο ὡς πρὸς τὴν πνευματικὴ ἀξία τὦν ἐκ πίστεως θαυμάτων του. Καὶ ἐδὦ ἀκριβὦς δημιουργεἶται ἕνα δίλημμα γιὰ τοὺς δασκάλους τοὖ Εὐαγγελίου. ΕΝΑΡΘΡΨΜΕΝΗ ΢ΣΟ ΛΟΓΟ (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Μοναχοὖ Θεόκλητου Διονυσιάτου: Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός. ἠκολούθησαν τ῵ Φριστ῵ καὶ πράττοντες ἐδίδασκον. Αὐτοὶ διδάσκουν πράττοντες ἥ πράξαντες. Ποιὸς ἀπ΄ αὐτοὺς μπορεἶ νὰ ἰσχυρισθεἶ ὅτι βιώνει τὴ διδασκαλία τοὖ Κυρίου. Καὶ ὅπως ὁ Κύριός των. Σὴν προφορική.Ἅγιος Νεκτάριος Η ΖΨΗ ΣΟΤ. ὅτι χωρὶς τὶς θεολογικὲς ἀρετὲς τ῅ς πίστεως. ἔτσι κι αὐτοί: «λαβόντες τὸν σταυρόν. Σὰ κείμενα τοὖ θείου Πατέρα μας δὲν εἷναι μία ξηρὰ ἔκθεση γνώσεων. τ῅ς ἐλπίδος καὶ κυρίως τ῅ς ἀγάπης. καθὼς γράφει ὁ ἱερὸς Λουκ᾵ς: «Ὠν ἤρξατο ὁ Ἰησοὖς ποιεἶν τὲ καὶ διδάσκειν». ὅπως σημειώσαμε. Ὑπάρχει ὅμως ἡ γραπτή. 153-159) ΢πάνια μπορεἶ νὰ βρεἶ κανεὶς δασκάλους ὑψηλὦν ἰδεὦν ποὺ προηγουμένως τὶς ἔζησαν. οὔτε ἀπὸ τὰ συγγράμματά του. κατὰ τὸ δυνατό. ἀλλὰ παλμοὺς τ῅ς καρδι᾵ς. 1992.τι λένε βγαίνει ἀπὸ τὸ πλήρωμα τ῅ς ζω῅ς τ῅ς καρδι᾵ς των. δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκφράζει τὴν προσωπικὴ πεἶρα του. μία αὐτοζωγράφηση ὕστερα ἀπὸ ἐσωσκόπηση καὶ αὐτοεποπτεία. κάνοντας ἀναφορὰ στὰ βιβλία του. Ὅ. οὔτε ἀπὸ τὶς σημαντικώτατες γιὰ τὴν ἐποχὴ τοὖ γνώσεις του. Καὶ φιλάδελφα τὶς ἐδίδασκε προφορικὦς καὶ γραπτὦς. δὲν εἷναι ἀξιολύπητο πλάσμα νὰ ἐξαγγέλλει τὶς ἀλήθειες τοὖ Θεοὖ. τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν ἀποτελοὖν ἕνα σύνολο θεωρητικ῅ς διδασκαλίας.. Ἤδη στὸ πρὦτο μέρος τοὖ βιβλίου παρουσιάσαμε.». γι΄ αὐτὸ καὶ γίνονται ἀντικείμενο λαϊκοὖ σαρκασμοὖ. Ἐκδόσεις «Ὑπακοή». Ὑψηλότερη διδασκαλία ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ δὲν ὑπάρχει. Ἔχοντας ἀσφαλ῅ καὶ πνευματικὰ κριτήρια. ὅταν περιγράφει τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ ἰδιώματα τὦν ἀρετὦν. Κατὰ κανόνα οἱ ἄνθρωποι διδάσκουν θεωρίες. μὲ τὴν ἁγιοπνευματικὴ διάκρισή του καὶ τὴ βαθειὰ ταπείνωση ποὺ συνεἶχε ὅλο τὸν ψυχοπνευματικό του κόσμο. Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος πλήρης ἀπὸ τοὺς «καρπούς» τοὖ Ἁγίου Πνεύματος ζοὖσε ὅλες τὶς ἰδιαίτερες ἐνέργειές τους. Γιατί. γιατί ἐγνώριζε μὲ πνευματικὴ πεἶρα. ἥ ἀπὸ τὶς τιμὲς τὦν ἀνθρώπων καὶ τὴ δόξα τ῅ς ἀρχιερωσύνης. Μόνο οἱ Ἅγιοι τοὖ Θεοὖ εἷναι πλήρως ἐναρμονισμένοι μὲ τὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη. τὴν ἐσωτερικὴ ἐν Φριστ῵ ζωή του. ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν τὶς ἔχουν βιώσει. ἡ . ποὺ ὀφείλονται στὴ θέα τοὖ θείου φωτός.. σελ. ἀγωνιζόταν νὰ ὁμοιωθεἶ μὲ τὸ Θεὸ διὰ τὦν ἀρετὦν καὶ τὦν ἐνεργημάτων τοὖ Ἁγίου Πνεύματος. Περιγράφει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποἶο ζεἶ. Αἰσθάνεται κανεὶς ὅτι. Καὶ ἀφοὖ δὲν τὴν βιώνει. ποὺ ἔλαμπε στὸ νοερὸ ὄμμα τ῅ς ψυχ῅ς του. Εἷναι μία ἀνάβλυση μέσα ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ εἷναι του. ΢τὸ δεύτερο μέρος πρέπει νὰ συμπληρώσουμε τὴ θεία εἰκόνα του. ἀπὸ τὴ γένεση μέχρι τὸ μακάριο τέλος του καὶ μέσα ἀπὸ τὶς διάφορες φάσεις τ῅ς ἁγίας ζω῅ς τοὖ προσπαθήσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε.

ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω. οὐδὲν ὠφελοὖμαι» (Α´ Κορ. πὦς μπορεἶ νὰ παγιδευθεἶ στὸ χὦρο τὦν ἀτελείωτων ἀνταγωνισμὦν καὶ διεκδικήσεων καὶ δικαιωμάτων σὲ διαφόρων μορφὦν ἀγαθά.οὔτε ἀπὸ τὰ ἔμφυτα καὶ τὰ ἐπίκτητα χαρίσματά του. τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ χαρά. Γιατὶ ὅταν ὁ Φριστὸς γεμίσει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ ἐνεργήματα τ῅ς πίστεως. τὴ στιγμὴ ποὖ σὰν ἀληθινὸ τέκνο τοὖ Θεοὖ τρέφεται μὲ τὰ ὑπεραγαθά. ποὺ βασανίζεται μέσα στὴ διαλεκτική του κόσμου τούτου. ἀναζητὦντας τὴ λύση τὦν προβλημάτων του ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρική του στέγη. «ἄσωτος υἱός». τὸ δὲ ἄλλο ἁπλὦς ὑπάρχει χωρὶς νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ σὲ συγκινήσει.. πλουσιώτερο ἀπ΄ ὅλους τοὺς πλουσίους καὶ δυνατώτερο ἀπ΄ ὅλους τοὺς αὐτοκράτορες». ποὺ ἐνεργοὖσε τὸ Ἅγιο Πνεὖμα μονίμως στὴ θεοφόρα καρδιά του. οὔτε ἀπὸ τὶς θαυματουργίες του. ἑπόμενο εἷναι τὸ δεύτερο νὰ τὸ θεωρεἶς ὡς μὴ ὑπάρχον. Ἀλλὰ καὶ στὶς ἀρετὲς μόνες δὲν ἠρκεἶτο ὁ θεοφόρος ἀνήρ. ποὺ τὸν ἐγέμιζε μὲ ἄ὇὆ητη εὐφροσύνη. . Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου. Ἐπίσης. τ῅ς ἀγάπης.. ὅτι ἡ γλὦσσα τοὖ θεοειδοὖς διδασκάλου εἷναι στὸν τύπο. Ἀλλὰ καὶ οἱ θεολογικοὶ ὄροι φυσικὰ δὲν εἷναι oἱ ἐν χρήσει σήμερα. ἑπόμενο ἦταν νὰ μὴ ὑπ῅ρχαν κενὰ στὴν ἁγία του ψυχὴ γιὰ ἀλλότριες χαρὲς καὶ μωμητὲς ἱκανοποιήσεις. Ὅμως γι΄ αὐτὸ δὲν εἷναι ὀλιγώτερο πατερικοί. ὥστε ὄρη μεθιστάνειν. Σελικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι καὶ μόνο τὰ κείμενα ἀπὸ τὸ ἔργο τοὖ «Γνώθι σαυτόν» λύνουν τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα τοὖ κόσμου: τὸ πρόβλημα τοὖ ἀνθρώπου. Προχωροὖσε στὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεὸ διὰ τ῅ς καθαρ᾵ς καὶ συντετριμμένης προσευχ῅ς. ἑνοποιημένος ἐν τ῵ Φριστ῵. Ἄλλωστε εἷναι κοινὴ συνείδηση στὴν Ἐκκλησία ἡ διδασκαλία τοὖ μεγάλου Παύλου: «Ἐὰν ταἶς γλώσσαις τὦν ἀνθρώπων λαλὦ καὶ τὦν ἀγγέλων. ἀκριβεἶς καὶ ἐκφραστικοὶ τ῅ς ἀνθρωπολογικ῅ς. μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ξέρει «πόθεν ἔρχεται καὶ ποὺ ὑπάγει». 1-8). εἷναι τὸ ἴδιο τὸ εἷναι του. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδὦ τὰ μυστήρια πάντα καὶ π᾵σαν τὴν γνὦσιν. τραγικὸς κυνηγὸς σκιὦν. ποὺ εἷναι ὁ ἐντὸς ἄνθρωπος. καὶ ἐὰν ἔχω π᾵σαν τὴν πίστιν. γέγονα χαλκὸς ἠχὦν ἥ κύμβαλον ἀλαλάζον. ποὺ ἔγραφαν καὶ μιλοὖσαν οἱ μορφωμένοι τ῅ς ἐποχ῅ς του καὶ ποὺ μάθαιναν τὰ Ἑλληνόπουλα στὰ σχολεἶα. «συνεἶχαν» ὁλόκληρο τὸ ψυχοσωματικὸ εἷναι του καὶ προγευόταν ἀπὸ ἐδὦ τὴν παραδείσια μακαριότητα.ψυχὴ ὑστερεἶ καὶ ἀδυνατεἶ νὰ κοινωνήσει μὲ τὸ Θεὸ τ῅ς ἀγάπης. τ῅ς χαρ᾵ς. σύροντας τὰ κουρασμένα καὶ ἀσταθ῅ βήματά του ἐδὦ κι ἐκεἶ. Ὅταν λοιπὸν ἡ «ὑπὲρ νοὖν εἰρήνη». εἷναι ἀπαραίτητο νὰ σημειώσουμε. ποὖ μας πρόσφερε ὁ γλυκύτατος Κύριος. τ῅ς δογματικ῅ς καὶ τ῅ς πνευματικ῅ς διδασκαλίας τ῅ς Ἐκκλησίας. ποὺ ἐντυπωσιάζουν τοὺς πολλούς. σὲ μία διανοητικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀλητεία. ποὺ προκαλοὖν θαυμασμό. Καὶ ὁ θεἶος Πατέρας ποτὲ δὲν ξεγελάστηκε ἀπὸ τὶς ἐπιφάνειες: τὶς γνώσεις του καὶ τὶς γλὦσσες του -ἐγνώριζε καλὰ Γαλλικὴ καὶ Λατινική. οὔτε ἐπίσης οἱ ψυχολογικοί. Ἄλλωστε. τ῅ς ἐλπίδος. ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω. ιγ´. ποὺ μεθοὖν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνουν «ὡραιότερο ἀπ΄ ὅλους τοὺς ὡραίους. Ὁ σαταν᾵ς ἐπέτυχε νὰ ἀποσπάσει τὴν προσοχὴ τοὖ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν προσωπικὴ μέριμνα γιὰ τὴν ἐσωτερική του θεραπεία ἐκ τὦν ψυχικὦν νοσημάτων του καὶ νὰ τὸν παρασύρει σὲ μία ἀλόγιστη ἐξωστρεφ῅ περιπλάνηση. ἀδελφωμένη μὲ τὴν ἀγάπη. καὶ ἐὰν παραδὦ τὸ σὦμα μου ἵνα καυθήσωμαι. ἐν῵ τὸ πρόβλημα βρίσκεται μέσα του. ὅταν ἔχεις δυὸ πράγματα ἀπὸ τὰ ὁποἶα τὸ μὲν ἕνα κυριαρχεἶ σ΄ ὅλη σου τὴν ὑπόσταση.

θεόληπτος καρδιὰ ποὺ σκιρτοὖσε ἀγαλλομένη ἀπὸ τὰ ἀφόρητα ἐνεργήματα τοὖ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ μετουσίωνε σὲ ψαλμοὺς καὶ Ὡδὲς πνευματικές. Ἡ ὀγκωδεστάτη αὐτὴ συγγραφικὴ ἐργασία ὀφείλεται στὴν ἀκαταπόνητη φροντίδα καὶ τὸν πόθο του γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τὦν Φριστιανὦν καὶ τὴ δημιουργία Ὀρθοδόξου συνειδήσεως. ἡ ἀλήθεια ἔχουν δοθεἶ ἐδὦ καὶ εἴκοσι αἰὦνες διὰ τοὖ ΢αρκωθέντος Λόγου. Βέβαια στὴν κυριολεξία δὲν ἦταν ὑμνογράφος. καὶ τὰ βιβλία ἦταν σπάνιο εἷδος. ἀπολογητικά του Φριστιανισμοὖ. ἀπὸ τὴ βαθειά του ταπείνωση. «Μετὰ πότμον» ὅμως. ἠθικοπνευματικά. Σὸ ὑμνογραφικὸ ἔργο τοὖ θεοφόρου Νεκταρίου ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴν ψυχή του πρὦτα γιὰ προσωπική του χρήση καὶ κατὰ δεύτερο λόγο γιὰ νὰ ψάλλουν τὶς ἐνθουσιαστικὲς στροφές του οἱ μοναχές. Γι΄ αὐτὸ ὁ φιλάδελφος διδάσκαλος. ὅσο τοὖ ἐπέτρεπαν οἱ τόσες ἄλλες ἀπασχολήσεις του. ΘΕΟΛΟΓΟ΢. νὰ ἐπανευαγγελισθεἶ μὲ τὴν πράξη τὦν ἐμπειριὦν του καὶ μὲ τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἔλλαμψη τὦν θεωριὦν του. Οἱ προφορικὲς διδασκαλίες του. ἡ κινύρα τοὖ Πνεύματος. Σὰ βιβλία ποὺ μέχρι τώρα ἐξεδόθησαν -γιατί ὑπάρχουν ἀκόμη ἀνέκδοτα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοὖ σοφοὖ διδασκάλου.Βέβαια ὁ ἅγιος Νεκτάριος δὲν φέρνει τίποτε νέο στὴν ἐποχή μας. μελέτες μοναχικοὖ βίου. Καὶ συχνά. λειτουργικὰ καὶ πατερικὲς ἐκδόσεις. ΛΟΓΙΟ΢. πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ μὴ σπλαγχνισθεἶ «ἐπὶ τὸν ὄχλον τοὖτον». ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σημαντικὴ παραγωγὴ σὲ διάφορα ποιητικὰ μέτρα ὕμνων καὶ Ὡδὦν. Διότι σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ὡς Φριστιανοὶ κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε μαζὶ μὲ τὸν προσανατολισμὸ κι αὐτὴ τὴν πίστη μας. ἑρμηνευτικὰ τὦν Εὐαγγελίων. ἔνθεος στιχουργός. ἡ κιθάρα του.ἀνήκουν σὲ διάφορα εἴδη τοὖ ἐκκλησιαστικοὖ λόγου: δογματικά. ψυχὴ ποὺ ἐμόρφωνε σὲ στίχους τοὺς ἐκ βαθέων στεναγμούς του. ἀλλὰ ἁπλὦς ὑμνολόγος. ὅσο ἦταν «ἐν σαρκί». ἐκκλησιαστικὴ ποίηση. κινοὖσε ἐπάνω στὸ χαρτὶ τὸν «ὀξυγράφο κάλαμό» του κι ἔγραφε βιβλία. προκαλοὖσαν βέβαια ἰσχυρὲς ἐντυπώσεις καὶ ἐνθουσιασμούς. κατηχητικά. θορυβεἶ ἐκκωφαντικὰ καὶ ὑψώνεται ἀπὸ τὸν Κύριο. ΢ΤΓΓΡΑΥΕΑ΢. ὡς ἱεροκήρυκα καὶ ὡς διευθυντοὖ τ῅ς Ῥιζαρείου. ὑμνολογία. Ἀποδίδοντας δὲ ξεχωριστὴ σημασία στὴ διανοητικὴ καλλιέργεια καὶ τὴ μορφωτικὴ συγκρότηση τοὖ Φριστιανοὖ -ὅπως θὰ κάνομε εἰδικὸ λόγο. Ἀλλὰ τότε γιατί εἴμαστε εὐγνώμονες στὸν γλυκύτατο Πατέρα μας. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ εἴδη τ῅ς ὑποδοχ῅ς τοὖ λόγου τοὖ Θεοὖ δὲν εἷναι ἀνθεκτικὰ καὶ δὲν παραμένονν μόνιμα στὸ γνωστικό της ψυχ῅ς. ἀνθολογίες φιλοσοφικὦν καὶ θρησκευτικὦν κειμένων. ποὺ ἦταν τό «τραγούδι» του. ἱκέτευε τὴ Θεοτόκο καὶ Μητέρα τοὖ Θεοὖ νὰ τὸν συνδράμει . ἐπειδὴ δὲν τὴ ζοὖμε.ἐπέλεξε τὸν ἀποτελεσματικότερο τρόπο ἀντιμετωπίσεως τοὖ προβλήματος: τὴ συγγραφὴ βιβλίων. τὰ μεγαλεἶα της ἁγιωτάτης Πίστεώς μας. ἔρχεται σάν «ὑετὸς ἐπὶ πόκον» μὲ τὴν ἀθόρυβη παρουσία τ῅ς ταπεινώσεως. κατὰ τὴν ὑπόσχεσή του -«ὁ ταπεινὦν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποἶο ἐξεδήλωνε τοὺς θείους πόθους καὶ ἔρωτές του πρὸς τὴν Ἁγία Σριάδα καὶ τὴ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη του στὴν Παναγία. ὑμνητὴς τοὖ θείου. Αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ διαφύγει τὴν προσοχὴ τοὖ σοφοὖ ἤδη καὶ πολυμαθέστατου ἱεράρχη. κηρυγματικοὶ λόγοι.στὴ θέα ὅλου τοὖ κόσμου μὲ τὰ θαύματά του. ἡ Φάρη. ὕστερα ἀπὸ ἐκτίμηση τὦν πνευματικὦν ἀναγκὦν τοὖ λαοὖ. ΕΠΙ΢ΣΗΜΨΝ ΢τὴν ἐποχὴ τοὖ θείου Νεκταρίου εἷναι γνωστὸ ὅτι ὑπ῅ρχε πολλὴ ἀμάθεια στὸ λαὸ καὶ τὸν κλ῅ρο. Κι αὐτό. μετὰ τὸ σιωπηλὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸ ἄστρο μας. συγγραφὲς ποιμαντικ῅ς ἐπιστήμης καὶ ἐκκλησιαστικ῅ς ἱστορίας. Σὸ δὦρο.

ὁ Ἅγιος της Ἐκκλησίας. Ἑπομένως τόσο τὰ βιογραφικὰ στοιχεἶα. μὲ τοὺς «καρποὺς τοὖ Πνεύματος». ἡ ἁγιασμένη ψυχή. ὁ φωτεινὸς νοὖς. ὁ ἔμπειρος διδάσκαλος. ὁ πολυμαθὴς λόγιος. ΢τὶς ἀξιόλογες συγγραφὲς τοὖ θεοσόφου Πατέρα μας ἀντανακλ᾵ται ὁ Ὀρθόδοξος θεολόγος.στὶς «κατὰ ἄνθρωπον» θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς του καὶ νὰ τὸν βοηθήσει στὶς προσπάθειές του γιὰ τὴ δόξα τοὖ Τἱοὖ της. σὰν ἀδιάλειπτη προσευχή. τὰ ὁποἶα σὲ τελευταία ἀνάλυση. σὰν τέλεια πίστη στὸ Θεό. Βασιλείου. σὰν ἐλπίδα ζωντανή. Μαξίμου Ὁμολογητοὖ. πρ᾵γμα ἐκφραστικὸ τ῅ς κινήσεώς του στοὺς πατερικοὺς λειμὦνες μὲ ἐλευθερία καὶ ἄνεση. Θὰ ἔπρεπε ἐδὦ νὰ σημειωθεἶ. ὁ εὐσυνείδητος ἐπιστήμων. Ἀρεοπαγίτου Διονυσίου καὶ Διαδόχου Υωτικ῅ς.π. στεφανωμένου μὲ τὰ ἄνθη τὦν θεοποιὦν ἀρετὦν. Φρυσοστόμου. ὁ τέλειος Φριστιανός. ὁ δόκιμος συγγραφέας. ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. μὲ τὰ χαρίσματα τὦν ἰαμάτων καὶ τοὖ διδασκάλου τ῅ς Ἐκκλησίας. Μ. ποὺ διδάσκει ὁ ἅγιος ἀρχιερέας στὸ βιβλίο τοὖ «Γνώθι σαυτόν». ὁ ποιμένας ὁ καλός. Ἔγραψε κείμενα γιὰ ὅλα τὰ θέματα ποὺ ἀφοροὖν στὴν ἐσωτερικὴ ζωή. ἀντιφεγγίζουν τὴν δική του ζωὴ καὶ ἀγάπη καὶ θεἶο ἔρωτα. . ὅσο καὶ τὰ κείμενά του συνθέτουν τὴν ὡραιότατη εἰκόνα τοὖ θείου καὶ ἀγγελικοὖ ἱεράρχη. σὰν ἐν Κυρίῳ χαρά.λ. ὅτι στὰ δυὸ κεφάλαια περὶ προσευχ῅ς. κ. περιλαμβάνονται στοιχεἶα διαφόρων «παραδόσεων» καὶ διεκρίναμε ἐμπειρίες καὶ διατυπώσεις τοὖ Εὐαγρίου.

Ἅγιος Νεκτάριος ΣΟ ΤΜΝΟΓΡΑΥΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΟΤ (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἀχιλλέως Γ. Ἡ πρώτη ἐκτίμηση συνοψίζεται στὰ ἑξ῅ς· τὰ ὑμνογραφήματα τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἀποτελοὖν οὐσιαστικὦς «μεγαλοφωνώτατες κραυγές» ἑνὸς ἀγωνιὦντος ἱεράρχου. διετυπώσαμε ἐν κατακλείδι δυὸ προσωπικὲς ἐκτιμήσεις γιὰ τὴν ἰδιαιτερότητα ποὺ ἐκλαμβάνουν τὰ ὑμνογραφήματά του. οἰστρηλατουμένη ἀπὸ βαθειὰ ποιητικὴ ἕξη. α´ τὴν Ὡδὴν τὴν ἔχουσαν κατ᾿ ἀλφάβητον τὴν ἀκροστοιχίδα (sic) «Ἄσπιλε ἀμόλυντε ἁγνὴ Παρθένε» εἰς τὸ τέλος τ῅ς λιτ῅ς. Θὰ παρατηροὖσαμε μάλιστα ὅτι. ἀλλὰ ἕνας «παφλασμός» ἱερὦν συναισθημάτων μίας κατ᾿ ἐξοχὴν θρησκευούσης ψυχ῅ς. πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση. τά «ἐρεθίσματα» ποὺ ὠθοὖν τὸν Ἅγιο στὴν ὑμνογραφία προέρχονται ἀκριβὦς ἐκ τὦν ἀνωτέρω ἐξονομασθέντων ἀποδεκτὦν. προσεύχεται. Φαλδαιάκη: Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴν μουσική. Ἡ συ὇὆οὴ τοὖ κόσμου ἦτο ἔκτακτος· ἔψαλλον εἰς ἦχον πλ. κηρύττει καὶ κατηχεἶ σὲ λόγο ἔμμετρο. ὁ ὁποἶος μὲ λόγο ἔμμετρο προσπαθεἶ νὰ κατευθύνει τὰ διανοήματα τὦν πνευματικὦν του τέκνων πρὸς μίαν ὁμαλότερη καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν ἀπρόσκοπτη κατανόηση τὦν κατὰ τὴν Θεία Λατρεία τελουμένων. Πιστεύουμε ὅτι καὶ ἡ ὑπὸ ἐξέταση ἐνασχόληση τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου μὲ τὴν ποίηση παρομοίως ἑρμηνεύεται· τὸ μεγαλύτερο τμ῅μα τοὖ ὑμνογραφικοὖ του ἔργου δὲν εἷναι ἁπλὦς ποίηση. εἴτε πρωτίστως καὶ κατὰ κύριο λόγο οἱ μοναχές της νεοπαγοὖς τότε Μον῅ς τ῅ς Αἰγίνης. Δὲν εἷναι τυχαἶο τὸ γεγονὸς ὅτι -συμφώνως πρὸς τὰ στοιχεἶα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὶς κατηχητικὲς του ἐπιστολές. αὐτὴν τὴν φορὰ ὡς ἀφορμὴ γιὰ περαιτέρω συλλογισμὸ ἐπὶ τοὖ προκειμένου θέματος καὶ ὡς ἔναυσμα γιὰ τὴν προσαγωγὴ καὶ λοιπὦν στοιχείων ποὺ ἡ ὡς σήμερα σχετικὴ ἔρευνά μας ἔχει φέρει σὲ φὦς. Ἐκδόσεις Ἁρμός. Πρῶτον· νὰ ἱκανοποιήσει πνευματικὦς τοὺς ἀκροωμένους πιστούς: «Προχθὲς τὴν ἑορτὴν τὦν Εἰσοδίων τ῅ς Θεοτόκου ἐγένετο ἀγρυπνία εἰς τὸν ναὸν τ῅ς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τὸν ἐπικαλούμενον τ῅ς Καπνικαρέας -γράφει ὁ ἴδιος διαζωγραφὦν τήν. ὑμνητὴς τοὖ θείου. Ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση τοὖ προξενεἶ ἡ σκέψη ὅτι εὐσεβεἶς πιστοὶ θὰ . Σὶς ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἐδὦ.ὅπως ὀρθὦς ἤδη ἔχει γραφεἶ. εἴτε οἱ μαθητές του στὴν Ῥιζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ ΢χολή. ποὺ βιώνει. ἀλλὰ ἁπλὦς ὑμνολόγος. 17-32) ΢ύγχρονος καθηγητὴς τ῅ς Ὑμνολογίας διετύπωσε παλαιότερα τὴν ἑξ῅ς σχέση: «Ἂν ἡ θρησκεία εἶναι ποίηση καὶ ἡ ποίηση εἶναι εἶδος θρησκείας τῆς ψυχῆς». Κατ᾿ ἀκρίβειαν. ἔνθεος στιχουργός. σελ. πρέπει νὰ σημειωθεἶ ὅτι καταχρηστικὦς ἀποδίδουμε στὸν Ἅγιο τὸν χαρακτηρισμό «ὑμνογράφος». Ἐπιπροσθέτως ἱεραρχὦντας τὶς μαρτυρίες ποὺ ἔχουμε στὴν διάθεσή μας. θεόληπτος καρδιὰ ποὺ σκιρτοὖσε ἀγαλλομένη ἀπὸ τὰ ἀφόρητα ἐνεργήματα τοὖ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ μετουσίωνε σὲ ψαλμοὺς καὶ Ὡδὲς πνευματικές». ποιμαντική του μέριμνα-. μποροὖμε συνοπτικὦς νὰ ἐπισημάνουμε τρεἶς ἐπὶ μέρους στόχους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπε ὁ Ἅγιος διὰ τὦν ἐν λόγῳ ποιητικὦν του δημιουργιὦν.τελικὸς ἀποδέχτης τὦν ποιημάτων τοὖ Ἁγίου εἷναι εἴτε οἱ πιστοὶ ποὺ συνέ὇὆εαν στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς τὦν Ἀθηνὦν ὅταν ὁ ἴδιος ἱερουργοὖσε. μάλιστα. ΢ὲ παλαιότερη πρόδρομη ἀνακοίνωσή μας περὶ τοὖ ὑμνογραφικοὖ ἔργου τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου. ψυχὴ ποὺ ἐμόρφωνε σὲ στίχους τοὺς ἐκ βαθέων στεναγμούς του. «΢τὴν κυριολεξία . Ἔμαθον δ᾿ ὅτι οἱ πάντες ηὐχαριστήθησαν».δὲν ἦταν ὑμνογράφος. κατὰ τὰ πρὦτα τουλάχιστον στάδια της «ποιητικ῅ς του δημιουργίας». Ἀθήνα 1998.

΢τὸν πρόλογο δὲ τόσο του «μικροὖ ὅσο καὶ τοὖ «μεγάλου» Θεοτοκαρίου του..παρακινὦν αὐτὲς σὲ προσευχὴ καὶ θερμὴ ἐπίκληση τ῅ς θεϊκ῅ς βοηθείας.. Μεταφέρουμε χαρακτηριστικὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ μίαν ἐπιστολή του πρὸς τὴν «ὁσία Ξένη»: «Ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν σου καὶ ἐχάρην διὰ τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χαρὰν τ῅ς ψυχ῅ς σας καὶ τὴν ὑγείαν σας καὶ εὔχομαι νὰ ὧσιν ἀδιάπτωτοι. συχνὦς στὶς ἐπιστολές του τὴν ἀποστολὴ ὕμνων συνοδεύει ἡ φράση «Πιστεύω ὅτι θὰ εὐχαριστήσωσιν» κ. ἵνα πληρωθῆ χαρ᾵ς ἡ καρδία ὑμὦν καὶ ἀνυμνήσητε τὴν Κυρίαν Θεοτόκον μὲ νέους ὕμνους».εὑρίσκουν πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ ἀναψυχὴ ἀναγινώσκοντες ἥ ψάλλοντες τὰ ποιήματά του: «. Θέλω νὰ χαίρητε π᾵σαι.οὐ μόνον ἐκ τ῅ς συγγραφ῅ς. θέλω νὰ βιάσῃ τὴν καρδίαν της νὰ χαίρῃ. ΢ὲ ἄλλη πάλι ἀδελφή. θέλω νὰ ψάλλῃ ὕμνους τ῅ς Κυρίας Θεοτόκου. Νὰ τὴ εἰπ῅τε. ὅταν στὶς ἐπιστολὲς ποὺ ἀποστέλλει πρὸς τὶς μοναχὲς τ῅ς Αἴγινας ἐπισυνάπτει καὶ νέους ἰδικοὺς του ὕμνους: «΢ήμερον σ᾵ς στέλλω ἕνα Παρακλητικὸν Κανόνα πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν ἐξ 24 τροπαρίων ἐμμέτρων. Υρονὦ. τέλος. ἀλλὰ καὶ ἐκ τ῅ς σκέψεώς του ὅτι αἱ εὐσεβεἶς ψυχαὶ θὰ εὐρίσκωσι πνευματικὴν εὐφροσύνην διὰ τὴν εὐχαρίστησιν ταύτην.. ὅπως μὲ ἐνισχύῃ εἰς ὅμοια ἔργα καὶ φέρω ταὖτα εἰς αἴσιον πέρας». Μὲ παρόμοια.». ὁ Ἅγιος ἀποστέλλει -ἀντὶ ἄλλης ἀποκρίσεως καὶ νουθεσίαςποίημά του «πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον Γοργοεπήκοον» καὶ σημειώνει σχετικὦς: «.ὅπερ ἀναγινώσκουσα ἀνὖψου τὸν νοὖν σου καὶ τὴν καρδίαν σου πρὸς τὴν φιλεύσπλαγχνον Μητέρα τοὖ Κυρίου καὶ τεύξη τ῅ς ταχείας Αὐτ῅ς βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως».. Ἐπισημαίνουμε. Δεύτερον· νὰ συγκινήσει καὶ πληρώσει χαρ᾵ς τὶς καρδιὲς τὦν πνευματικὦν του τέκνων καὶ παραλλήλως νὰ προκαλέσει ἀρέσκεια καὶ εὐχαρίστηση σὲ ὆ᾴθυμες. τὴν Αἰκατερίνα. ὅπως ἐκφράσω τὸ συναίσθημά μου καὶ τὸ φρόνημά μου. ἡ ὁποία ὡς φαίνεται ἀντιμετώπιζε παρόμοια πνευματικὰ προβλήματα.. ἀγωνιὦν προφανὦς γιὰ τὴν ἐκ μέρους τὦν μοναζουσὦν ἀποδοχὴ αὐτὦν καὶ ὡς ἐκ τούτου γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοὖ δι᾿ αὐτὦν ἐπιδιωκομένου σκοπόν· γιὰ παράδειγμα. ὅπως εὐφρανθ῅ ἡ ψυχή της. ὅτι ὁρισμένες φορὲς ζητεἶ νὰ ἐνημερωθεἶ γιὰ τὴν ἐντύπωση ποὺ προξενοὖν τὰ ποιήματά του στὶς μοναχές. ὅπως παράσχω τοἶς ἀγαπὦσι καὶ τιμὦσι τὴν Μητέρα τοὖ Κυρίου ἐγκόλπιόν τι ἐν ᾧ νὰ εὐρίσκωσι διατετυπωμένα τὰ ἑαυτὦν συναισθήματα καὶ ἰκανοποιὦσιν αὐτὰ ᾄδοντες καὶ ὑμνοὖντες τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον τὴν μητέρα τοὖ Θεοὖ ἡμὦν». . τὸν ὁποἶον συνέταξα. Βιάσατε τὴν καρδίαν σας ψάλλουσαι τ῵ Θε῵ καὶ ὑμνοὖσαι τὴν Κυρίαν Θεοτόκον. ἐπίσης. Μόνον τ῅ς ἀγαθ῅ς Εὐφημίας ἡ κατάστασις μειοἶ τὴν χαράν μου. νὰ τυπώσω ὅλους τοὺς ὕμνους εἰς μικρὸν σχ῅μα. ἣν ἡ Κυρία Θεοτόκος μὲ ἠξίωσε νὰ λάβω.τ. ὅπως διαδοθ῅ καὶ ὑμν῅ται ἡ Κυρία Θεοτόκος ὑπὸ τὦν εὐσεβὦν». τὸ ἥμισυ του Προσευχηταρίου καὶ νὰ τὸ ὀνομάσω «Θεοτοκάριον μικρόν». Ἡ ἐπιδίωξη πνευματικ῅ς χαρ᾵ς καὶ συγκινήσεως ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση ἥ ψαλμώδηση τὦν ὑμνογραφημάτων του ἀποτελεἶ βασικὸ μέλημα τοὖ Ἁγίου· τοὖτο μαρτυρεἶται καταφανὦς καὶ ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος σημειώνει.. καταγράφει σαφὦς τὸν σκοπὸ ποὺ ἐξυπηρετεἶ ἡ δημοσίευση τὦν ὕμνων: «Σοὺς ὕμνους τούτους ἀπεφάσισα νὰ δημοσιεύσω. ΢ὲ ἄλλην ἐπιστολὴ τοὖ ἐπισημαίνει παρεμφερὦς τὰ ἀκόλουθα: «Πέμπω ὑμἶν ἐγκλείστως τέσσαρας ὠδάς. νωθρὲς καὶ νοσοὖσες πνευματικὦς συνειδήσεις.ὁ. ΢᾵ς παρακαλὦ νὰ ψάλητε μίαν εὐχαριστήριον Ὡδὴν εἰς τὴν Κυρίαν Θεοτόκον καὶ μία παράκλησιν.αἰσθάνομαι μίαν εὐχαρίστησιν -σημειώνει καὶ πάλι ἀναγγέλλων τὴν ἀποπεράτωση τοὖ Θεοτοκαρίου του. ἤτοι ἐξ εἰκοσιτεσσάρων οἴκων. ὅτι ἡ ἀνάγνωσίς του θὰ συγκινήση τὰς εὐσεβεἶς καρδίας σας. λειτουργὦν ἀφυπνιστικὦς καὶ -μέσῳ τὦν ποιημάτων του. Ἐν ταἶς θλίψεσιν ὑμὦν ὑμνεἶτε τὴν Κυρίαν Θεοτόκον καὶ πάντως θ᾿ ἁπαλλαγ῅τε τ῅ς θλίψεώς σας. ἵνα μὴ ἡ λύπη εὑρίσκῃ εἴσοδον εἰς τὴν καρδίαν σας». ἃς συνέταξα πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. λόγια διατυπώνει τὴν πρόθεσή του νὰ ἐκδώσει τοὺς ἐν λόγῳ θεοτοκίους ὕμνους: «Προτίθεμαι.

κατὰ τὴν περίοδο ποὺ διηύθυνε τὴν Ῥιζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ ΢χολή «ἐπήνει (τοὺς Ῥιζαρεῖτες) ὅτι ἔψαλλον καλῶς εἰς τὸν ναὸν τῆς ΢χολῆς των.«παρηκολούθει τοὺς μαθητὰς εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ των ζήλου. Ἐπιθυμὦ νὰ μὲ ἐννο῅τε τί λέγω». ἀλλ᾿ ἔπαινος τοὖ ἁγίου. ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψει του τὴν ἀδύνατη γυναικεία φύση. ὅταν ἤκουε τοὺς Ῥιζαρείτας νὰ ψάλλουν (τοὺς ὕμνους του)»· μάλιστα δέ. μόλις τώρα ἀντιλαμβάνομαι αἰσθανόμενος αὐτὴν τὴν λεπτὴ διάκριση λατρείας καὶ προσευχ῅ς διὰ τοὖ ἀκάμπτου Συπικοὖ. οἵτινες ἐγράφησαν διὰ τὸν πανηγυρισμὸν τὦν Ἁγίων. παρατηρὦν σχετικὦς τὰ ἀκόλουθα: «Ὁμολογὦ ὅτι. Θέλω οἱ λόγοι νὰ ὁμιλὦσιν εἰς τὴν καρδίαν σας. Ἀλλὰ ὁ θεἶος Νεκτάριος. ἀλλὰ καὶ θέλοντας νὰ τοὺς . Ἡ ἀνωτέρω προτροπὴ θὰ προκαλοὖσε ἀσφαλὦς μεγάλη φιλολογία περὶ τὦν φρονημάτων τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου -γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα ἥ μὴ τὦν κανόνων καὶ τὦν λοιπὦν ἑορταστικὦν ἐγκωμίων ποὺ ἀναγινώσκονται στὴν Ἐκκλησία. ποὺ μ᾿ ὅλα ταὖτα καλύπτει τὰ τέσσερα εἴδη τ῅ς προσευχ῅ς: τὴν δέηση. μετερχόμενος πρὸς τοὖτο τὴν ὑμνογραφία ἥ καὶ τὴν ψαλμῳδία ὡς μέσον. Ὁμοίως -κατὰ τὶς διηγήσεις τὦν μαθητὦν του. ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ καμαρώνῃ τοὺς δυὸ χοροὺς μὲ 140 μαθητὰς ψάλλοντας ὅλας τὰς ἀκολουθίας». τὸ ὁποἶον θὰ σ᾵ς στείλω. Πιστεύω ὅτι θὰ μείνητε πολὺ εὐχαριστημέναι καὶ δύνασθε νὰ ἀναγινώσκητε ἐξ αὐτοὖ ἀντὶ ἑτέρου ἀναγνώσματος ἥ κανόνος. εὐληπτότερα καὶ ἐνδεχομένως πλέον κατανυκτικὰ καὶ ψυχωφέλιμαἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ᾿ ὄψιν ἡ ἰδιάζουσα κατάσταση πρὸς τὴν ὁποίαν ἀποσκοποὖσε ἡ συγκεκριμένη ποιμαντική του μέριμνα· «ἐπιθυμὦ νὰ μὲ ἐννο῅τε τί λέγω». ὅλων ὠφελίμων καὶ ἀπαραιτήτων γιὰ τὴν διαμόρφωση ἐκκλησιαστικοὖ ἤθους. Ἔδεσα ἐπὶ τούτω ἐν βιβλίον μὲ τὸ χαρτὶ τοὖτο εἰς ὁλόκληρον τὸ μέγεθος. ἀλλὰ εἰς στασίδιον κοινὸν εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ δεξιοῦ χοροῦ. τὴν εὐχαριστία καὶ τὴν δοξολογία διὰ ψαλμῳδιὦν καὶ ἀναγνώσεων. τέλος. Ἡ ἀνάγνωσις τὦν Κανόνων τὦν Ἁγίων καὶ τὦν Μηναίων καὶ τ῅ς Παρακλητικ῅ς δὲν εἷναι ἀπολύτως ἀναγκαἶοι (sic). γιὰ τὴν ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὰ ἤ. οἵτινες δὲν εἷναι προσευχή. δυνάμεθα δὲ νὰ περιορισθὦμεν εἰς ὀλιγωτέρους ἐπαίνους. ἐκ μέρους τὦν ὀλιγογραμμάτων πνευματικὦν του θυγατέρων. Πρὸς τὴν κατεύθυνση τ῅ς συνειδητ῅ς μετοχ῅ς στὴν θεία λατρεία ἀποσκοπεἶ καὶ ἡ ἀκόλουθη προτροπὴ τοὖ Ἁγίου πρὸς τὶς μοναχὲς τ῅ς Αἰγίνης. Ζερβουλάκου νὰ τὰ ἀντιγράψη ὅλα καὶ νὰ σ᾵ς τὰ στείλω. ὅπως γραφὦσιν ἐντὸς αὐτοὖ. σημείωνε ἐναγωνίως ὁ Ἅγιος κατακλείων τὸν προεκτεθέντα συλλογισμό του. ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ δίδῃ εἰς τοὺς μαθητὰς ὑπόδειγμα ἐκκλησιασμοῦ. ἡ ὁποία. παρευρισκόμενος εἰς τὸν ναὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου καὶ τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν ἵστατο ὄχι εἰς τὸν θρόνον. ὕστερα ἀπὸ ζωὴ λατρευτικὴ μισοὖ ἤδη αἰὦνος μέσα στὸ αὐστηρὸ Koινόβιο. γιὰ τὴν δυνατότητα ἀντικαταστάσεως τ῅ς παραδοσιακ῅ς ὀρθοδόξου ὑμνολογίας ἀπὸ νεώτερα ποιήματα. Γράφει συγκεκριμένως ὁ Ἅγιος: «Σοὺς ὕμνους. δυνατότητα κατανοήσεως τ῅ς μεταξὺ «τύπου προσευχ῅ς» καὶ «λατρείας» λεπτ῅ς διακρίσεως. δύνασθε ἀντ᾿ αὐτὦν νὰ ἀναγινώσκητε ἕνα Κανόνα τ῅ς Κυρίας Θεοτόκου ἐκ τοὖ Μεγάλου Θεοτοκαρίου τοὖ χειρογράφου. μετηρσιοὖτο» κυριολεκτικὦς. προκειμένου νὰ ἀποφευχθοὖν λανθασμένα συμπεράσματα. Ἕνα θαυμάσιο σχόλιο ἐπὶ τοὖ προκειμένου θέματός μας παρέδωκε ἐσχάτως ὁ ὁσιολογιώτατος μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης. ἀλλ᾿ ἐκ τοὖ ποιοὖ τ῅ς προσευχ῅ς. ἀλλὰ λατρείαν· διότι ἡ καρδία ἐκ τ῅ς λατρείας ἱκανοποιεἶται καὶ οὐχὶ ἐκ τὦν τύπων· οὐχὶ ἐκ τ῅ς ἀναγνώσεως ὅλων τὦν Κανόνων. ἀπαιτεἶ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὴν ἑρμηνεία της. τὰς ὠδὰς καὶ τοὺς κανόνας θὰ τὰς δώσω εἰς τὴν κ.Τρίτον· νὰ παρωθήσει σὲ ἐνσυνείδητη συμμετοχὴ τοὺς εὑρισκομένους στὴν θεία μυσταγωγία. Θέλω νὰ μὴ ἐκτελ῅τε τύπον προσευχ῅ς. ΢υγκεκριμένως. τὴν αἴτηση. σημειωτέον. διότι φέρουσι κατάνυξιν καὶ διότι αἱ πρὸς τὴν Κυρίαν Θεοτόκον παρακλήσεις ἔχουσι τί τὸ ὁποἶον δὲν ἔχουσιν οἱ κανόνες τὦν Ἁγίων. Γενικὦς ἔχει παρατηρηθεἶ ὅτι «ἦτο μέγας o ἐνθουσιασμός του. πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὸν ἐνεθουσίαζε». ἀμφιβάλλων ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν. ὅταν καὶ ὁ ἴδιος συνέψαλλε μετ᾿ αὐτὦν «ἐν χορ῵ τό «Ἀνυμνὦν μεγαλύνω ΢ὲ ἄχραντε». τὴν ὀλιγομάθεια ἥ δυσκολία τὦν μοναζουσὦν στὴν κατανόηση καὶ τ῅ς γλώσσης καὶ τὦν νοημάτων τὦν λειτουργικὦν βιβλίων.

ποὺ στοιχειοθετοὖν ἕναν ἐνθουσιαστικὸ χαιρετισμὸ πρὸς τὴν Παναγία. Ἡ δεύτερη ἐκτίμηση -περὶ τ῅ς ἰδιαιτερότητος τοὖ ὑμνογραφικοὖ ἔργου τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου. χωρίς. ἀλλὰ -ἐννοὦν τὴν πνευματικὴ κατάσταση αὐτὦν πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται. καὶ τὸ Σριαδικὸν δὲν εἷναι παρὰ τὰ θεοτοκία καὶ τριαδικὰ ἀντιστοίχως τροπάρια τ῅ς Παρακλητικ῅ς.τι ὁ ἴδιος παρ῅γε ἀπὸ τὸ πλήρωμα τοὖ θείου ἔρωτός του. «ἐνέτεινεν εἰς μέτρα ποικίλα. τὴν εὐχαρίστηση τ῅ς καρδίας του.εἷναι ἐξ ἴσου. νὰ καταργεἶ τὰ καθιερωμένα.ὁ λόγος δι᾿ ὃν δὲν σοὶ ἔγραφον.. τέλος. ξεχείλισμα τ῅ς τετρωμένης ἀπὸ οἷστρο ποιητικὸ ψυχ῅ς τοὖ Ἁγίου. -σημειώνει ὁ ἴδιος ἀπευθυνόμενο πρὸς τὴν «ὁσιωτάτη Ξένην» -ἦτο ἡ διάθεσις νὰ γράψω ὕμνους καὶ ὤκνουν πρὸς ἐπιστολογραφίαν». Θεοὖ εὐδοκοὖντος καὶ ἐμπνέοντος. σημειώνουμε ἐπιπροσθέτως ὅτι ἡ πρόθεση τοὖ Ἁγίου νὰ ὑποβοηθήσει τὶς μοναχὲς -μέσῳ τὦν ὕμνων του. πιστοποιεἶται καὶ ἀπὸ τὴν ἑξ῅ς ἀπολύτως ἐνδεικτικὴ παρατήρηση· τὸ μεγαλύτερο τμ῅μα τοὖ ποιητικοὖ του ἔργου οὐδόλως ἀφίσταται τ῅ς καθεστηκυίας ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας.ἀποπειρ᾵ται νὰ μεταποιήσει καὶ μεταπλάσει τὸν κατὰ τὴν θεία Λατρεία ὑμνογραφικὸ λόγο.. Σὸ νὰ προσπαθοὖν εἷναι νοητόν.ποσοστὸ ποιημάτων. τὸν διαπνέοντα τὴν καθόλου ὕπαρξή του ἀκόρεστον πόθο τ῅ς ἀνυμνήσεως καὶ τὴν πηγαία διάθεση νὰ συνθέτει ὕμνους· «. Ἡ βουλὴ αὕτη σήμερον ἀκριβὦς τὴν ἐνάτη ὥραν ἐγένετο τέλειον ἔργον. κατὰ μετάφραση Εὐγενίου τοὖ Βουλγάρεως. ἀδύνατον. Ἅπαντα τὰ Θεοτοκία καὶ οἱ Κανόνες τ῅ς Θεοτόκου ἐγένοντο ἔμμετροι». συμπίλημα πολυποικίλων προσωνυμίων τ῅ς Θεοτόκου.ἀναγγέλλω ὑμἶν εὐχαρίστως. τοὺς ἐνέτεινα εἰς μέτρα καὶ ἔγιναν ὡραἶοι. Μὲ ἄλλα λόγια. ἐξ ἣς οἱ τρεἶς ο὘τοι Κανόνες». Ἐπεκτείνοντας τὸν συλλογισμὸ τοὖ γέροντος Θεοκλήτου. Σὸ Χαλτήριον εἷναι πάντες οἱ Χαλμοὶ τοὖ Δαβίδ. σημαντικὴ καὶ ἐνδεχομένως πλέον οὐσιώδης· τὰ ὑμνογραφήματα τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἀποτελοὖν ἀναντι὇὆ήτως ἄριστη ἔκφανση μίας ἀδήριτης προσωπικ῅ς του «ἀνάγκης». βεβαίως.. Ὁ Ἅγιος ὡς ποιητὴς δὲν καινοτομεἶ· τοὖτο τεκμαίρεται ἀπὸ ἁπλὴ καὶ μόνον φυλλομέτρηση τὦν ὑμνογραφικὦν του πονημάτων: τὸ Κεκραγάριον εἷναι τὰ τέσσερα βιβλία τὦν Ἐξομολογήσεων τοὖ ἱεροὖ Αὐγουστίνου. Σὸ Θεοτοκάριον. τοὖ Σριωδίου ἥ καὶ λοιπὦν λειτουργικὦν βιβλίων. τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος. Ἡ παρατήρηση . Καὶ ὁμολογουμένως ἦταν μέσα στὴν ἀλήθεια. ἀφοὖ οἱ ἀπόψεις τοὖ ἀποτελοὖν ἔκφραση τὦν ἁγίων ἐμπειριὦν του. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοὖ Σριαδικοὖ σημειώνει παρομοίως τὰ ἑξ῅ς: «Σοὺς κανόνας τ῅ς Παρακλητικ῅ς. κατὰ τονικὴν βάσιν». συνιστοὖσε ὅ. καὶ ἐστράφην ἐπὶ τρεἶς ἡμέρας εἰς τὴν Ὑμνογραφίαν. τοὺς ΢ταυρωσίμους καὶ τοὺς Κατανυκτικούς. προκειμένου νὰ καταστήσει αὐτὸν εὐληπτότερο καὶ ὡς ἐκ τούτου πλέον κατανοητό. Σὰ ἀμιγὦς προσωπικὰ ποιήματα τοὖ Ἁγίου ἐλλείπουν οὐσιαστικὦς ἀπὸ τὸ σύνολο τοὖ ὑμνογραφικοὖ του ἔργου. Ἀλλὰ νὰ φτάσουν ἀμέσως. ὅτι ἡ Κυρία Θεοτόκος μὲ ἠξίωσε νὰ φέρω εἰς πέρας τὴν βουλὴν τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν. ἤτοι νὰ ἐντείνω εἰς μέτρα τ῅ς ἀρχαίας Ἑλληνικ῅ς ποιήσεως τὰ Θεοτοκία ὅλα ὅσα ἔχει ἡ Παρακλητικὴ καὶ τοὺς Κανόνας τ῅ς Κυρίας Θεοτόκου. ἐν πολλοἶς ἐγένοντο ἀγνώριστοι». ὁ Ἅγιος δὲν ἀφίσταται τ῅ς «καθεστηκυίας τάξεως». Ἄλλωστε καὶ ὁ ἅγιος Πατέρας σὲ ἐπιστολὲς του παραδέχεται ὅτι χρειάζεται πολὺς χρόνος γιὰ νὰ φθάσει κανεὶς σὲ πνευματικὲς ὑψηλὲς καταστάσεις καὶ ὅτι τὸ θεἶον δὲν ἐκβιάζεται». Γιὰ τοὖ λόγου τὸ ἀληθὲς ἐπικαλούμεθα τὴν ἑπομένη ἀπερίφραστη ὁμολογία τοὖ ἴδιου περὶ τοὖ Θεοτοκαρίου: «.πρὸς ἀμεσότερη βιωματικὴ προσέγγιση τοὖ λειτουργικοὖ λόγου. ἥ ὀρθότερα περιορίζονται σὲ μικρὸ -σχετικὦς πρὸς τὴν ὀγκώδη «ποιητική του παραγωγή».προσφέρει πιὸ ἄμεσες πνευματικὲς γνώσεις μὲ προσιτοὺς στὴν ψυχολογία τοὺς ὕμνους πρὸς τὴν Θεοτόκον. τὰ ὁποἶα ὁ ἴδιος συνήθως χαρακτηρίζει Ὡδές· πρόκειται κατὰ κύριο λόγο περὶ Θεοτοκίων ὕμνων.. γιατί ἐπιθυμοὖσε νὰ βιώνουν ὅπως καὶ ὁ ἴδιος τὰ τέκνα του. ἐντεταμένα σὲ ἑνιαία ἥ πολυποίκιλα μέτρα. νὰ κοινοποιήσει τὸ συναίσθημα. τοὺς Ἀναστασίμους. ΢ὲ ἄλλην ἐπίσης ἐπιστολή του παραδέχεται: «Εἷχον βαρυνθ῅ τὴν ἐπίπονον ἐργασίαν τ῅ς Λειτουργικ῅ς. τὰ ὁποἶα ὁ Ἅγιος ἀνήγαγεν «ἀπὸ τοὖ πεζοὖ λόγου εἰς τὸν ἔμμετρον».

καίτοι ἐν πεζ῵ λόγῳ γεγραμμένον οὐχ ἧττον δύναται νὰ θεωρηθ῅ ποίημα ὑψηλὸν διότι ἐστὶν ἀληθὴς ποίησις. Σοὖτο προκύπτει ἀβιάστως ἀπὸ τὴν ἑπομένη θαυμάσια «ἐξομολόγηση» τοὖ Ἁγίου πρὸς τὶς μοναχὲς τ῅ς Αἰγίνης. Εἷναι. Ἤδη δύναμαι νὰ εἴπω. διατὶ συνεστήθη ὑπὸ τὦν Ἁγίων Πατέρων. πλέον. Ἤδη συνησθάνθην τὸ μεγαλεἶον του Χαλτηρίου. Ἤδη ἠσθάνθην τὸν πόθον τ῅ς πρὸς τὸν Θεὸν ἀνυψώσεως. Σὸ θαυμάσιον τοὖτο Ἱερὸν Βιβλίον καὶ Ἱερὸν Κεκραγάριον ἀναγνώσαντες καὶ ἀγαπήσαντες καὶ ἑλκυσθέντες ἐκ τὲ τὦν θείων νοημάτων καὶ τοὖ ποιητικοὖ αὐτοὖ ὕφους ἐπεποθήσαμεν νὰ ἀναγάγωμεν αὐτὸ ἀπὸ τοὖ πεζοὖ λόγου εἰς τὸν ἔμμετρον καὶ νὰ περιβάλωμεν τὸ πεζὸν διὰ ποιητικοὖ περιβολαίου. εὐκολία. δυναμένου νὰ ἀναγινώσκει πεζὸν λόγον καὶ ἡ ὑμνολόγος καρδία του νὰ μετατρέπει αὐτὸν -μὲ χαρακτηριστική. βοήθειαν καὶ προστασίαν τὦν ἐπικαλουμένων αὐτήν. νὰ μετακενοἶ αὐτοὺς καὶ στὰ πνευματικά του ἀναθρέμματα γιὰ κοινή. ΢τὸν πρόλογο δὲ τοὖ Κεκραγαρίου ἀναγινώσκουμε τὴν ἑπομένη ἐνδιαφέρουσα διευκρίνηση. ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν ἀπροσμέτρητη ὠφέλεια ποὺ προσωπικὦς ἀπεκόμισε ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοὖ Χαλτηρίου ἐργασία του. πιστεύουμε. Ἐγὼ τοὖ λοιποὖ.σὲ ἔμμετρον: «Σὸ Κεκραγάριον -γράφει συγκεκριμένως ὁ Ἅγιος. ὡς καθημερινὸν ἀνάγνωσμα ἐν ταἶς προσευχαἶς τὦν ἀκολουθιὦν. Ἤδη σύνοιδα ὁποἶον πὖρ θείας ἀγάπης διαχέεται ἐν τοἶς ψαλμοἶς. . ποιήσωμεν δὲ τελείως καταφαν῅ τὴν ποίησιν. μάλιστα. Ἤδη κατενόησα τὴν διαπλαστικὴν τὦν ψαλμὦν ἐπὶ τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τ῅ς καρδίας δύναμιν. τέλος. Εὐχαριστήσατε Αὐτ῵ ἐπὶ πάσι καὶ δεηθ῅τε Αὐτοὖ νὰ μὲ ἀξιώση νὰ τὸ ἐκτυπώσω καὶ σ᾵ς τὸ προσφέρω ὡς δὦρον ἱερὸν πρὸς προσευχὴν καὶ λατρείαν τοὖ Θεοὖ». ἡ ὁποία. ὅτι γινώσκω τὸν Χαλτήρα. θὰ τὸ ἔχω ἐγκόλπιόν μου καὶ θὰ τὸ φέρω ἐπάνω μου ὅπου ἅν πορευθὦ.τούτη προσεπιμαρτυρεἶται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τὦν προλογικὦν σημειωμάτων ὅλων σχεδὸν τὦν ὑμνογραφικὦν πονημάτων τοὖ Ἁγίου· ἤδη στὸν πρόλογο τοὖ μικροὖ Θεοτοκαρίου ἐπισημαίνει: «Διδαχθεὶς ὑπὸ τ῅ς ἁγιωτάτης ἡμὦν Καθολικ῅ς καὶ Ἀποστολικ῅ς Ἐκκλησίας. ἰδιαιτέρως ἀξιοπαρατήρητον τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ποιήματά του ἐπιδροὖν πρωτίστως στὸ προσωπικό του συναίσθημα· ἡ ἀνωτέρω ἐπισημανθεἶσα ἀδήριτη «ἀνάγκη» ποὺ τὸν ὠθεἶ στὴν ποίηση. ὡς ἀληθὦς. ὅταν σὺν Θε῵ Ἁγίῳ τ῵ καταξιώσαντί με καὶ φωτίσαντί με νὰ ἐντείνω εἰς μέτρα ἀρχαία τὸ δυσκολώτατον τοὖτο βιβλίον καὶ νὰ ἑρμηνεύσω καὶ καταστήσω κατανοητὸν καὶ τερπνὸν ἀνάγνωσμα. «Σαύτην τὴν στιγμὴν Θεοὖ συνεργήσαντος ἐτελείωσα τὸ Χαλτήριον. δι᾿ Ὠν ὁ ἱερὸς θεοφόρος συγγραφεὺς μεταρσιοὖται καὶ ἀνάγεται ἀπὸ τὦν ἐπιγείων πρὸς τὰ Οὐράνια καὶ καθίσταται Οὐρανοπολίτης. ὅταν λέγω τὸ ἐκτυπώσω. Σὴν ἐπιποθίαν ἡμὦν ταύτην θείᾳ συνάρσει ἠγάγομεν εἰς πέρας καὶ τὸ λαμπρὸν Κεκραγάριον τοὖ Ἱεροὖ Αὐγουστίνου περιεβλήθη τὴν ποιητικὴν περιβολὴν καὶ ἐποχεἶται ἤδη ἐπὶ ποιητικοὖ ἅρματος». Ἤδη κατενόησα τὸ τὦν νοημάτων αὐτοὖ ὕψος. Ἤδη κατενόησα. ἀντικατοπτρίζει οὐσιαστικὦς ψυχὴ ποὺ ἐπιθυμεἶ νά «γεύεται» πρώτη τους πνευματικοὺς καρποὺς ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὰ ἐν λόγῳ ποιήματα καὶ στὴ συνέχεια. βεβαίως. Μὲ αὐτὸ θὰ αἰνὦ καὶ θὰ ὑμνὦ καὶ θὰ εὐλογὦ τὸν Θεόν. ἃς παραπέλαυσα». Σὸ ὅλον περιεχόμενον τὦν πνευματεμφόρων τούτων συγγραμμάτων μαρτυρεἶ θεἶον ἐνθουσιασμὸν καὶ ἔνθεον ποιητικὴν ἔξαρσιν. ἐποίησα Ὡδάς τινας καὶ ὕμνους πρὸς αἴνεσιν καὶ ἀνύμνησιν τ῅ς παναγίας Μητρὸς τοὖ Κυρίου τ῅ς Γοργοεπηκόου καὶ ταχείας εἰς ἀντίληψιν. καὶ ἀποδὦμεν τ῵ Βιβλίῳ τὴν μ᾵λλον ἁρμόζουσαν αὐτ῵ περιβολήν. ὅτι ἄξιον ἐστίν. μακαρίζειν τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μαρίαν. καὶ πρὸς ἔκφρασιν τ῅ς ἀπείρου πρὸς Αὐτὴν εὐγνωμοσύνης μου διὰ τὰς πολλὰς πρὸς ἐμὲ Αὐτ῅ς εὐεργεσίας. Ἤδη ἠννόησα πόσον εἰς προσευχὴν εἰσὶν ἐπιτήδειοι καὶ εἰς ἔκφρασιν τοὖ τ῅ς πρὸς τὸν Θεὸν λατρείας συναισθήματος. προσευχὴ καὶ λατρεία τοὖ θείου. μαρτυρεἶ σαφέστατα τό «μέτρον» τ῅ς ποιητικ῅ς ἕξεως τοὖ Ἁγίου. Δοξάσατε καὶ ὑμεἶς ἅπασαι τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε νὰ φέρω εἰς πέρας τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ ἔργον. Ἤδη ἀντελήφθην τὸ ἐν τοἶς ψαλμοἶς διαπνέον πνεὖμα λατρείας πρὸς τὸ Θεἶον.

.Ὡς ἐπισφράγισμα τὦν περὶ τοὖ ὑμνογραφικοὖ ἔργου τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου συνοπτικὦν ἐδὦ σχολίων. τὴν θείαν ἀγαθότητα καὶ τὴν θείαν παντοδυναμίαν». μ᾵ς δίδει ταυτοχρόνως καὶ τὸ στίγμα τ῅ς ἀγάπης τοὖ ὁσίου ἱεράρχου γιὰ τὴν ποίηση: «Σοὺς ὕμνους τούτους -γράφει. Διὰ τὦν ὕμνων ἐξέφραζον τὸν θαυμασμόν μου εἰς τὰ τοὖ θείου Δημιουργοὖ θαυμάσια ἔργα καὶ ἐξύμνουν τὴν θείαν σοφίαν. ἁρμόζει ἀναντιλλέκτως ἡ ἑπομένη ἐπιγραμματική. σημείωση τοὖ ἰδίου στὸν πρόλογο τοὖ Σριαδικοὖ του. ἡ ὁποία.ὑπηγόρευσε τὸ τ῅ς λατρείας συναίσθημα καὶ ὁ πόθος τοὖ ὑμνεἶν ἐν ὕμνοις τὸν Θεόν. φρονοὖμε. Ἡ ἱερὰ ποίησις ἣν ἐν ἐμοὶ εὐφρόσυνός τις πνευματικὴ ἀσχολία ἱκανοποιοὖσα τὸ θρησκευτικόν μου συναίσθημα. πλὴν ὅμως ἀρκούντως εὔγλωττη.

θὰ ἠμποροὖσε νὰ ὀφελήσῃ τὸν πλησίον του. ὅταν ἐταξίδευε μὲ τὸ καράβι. εἷπε σὰν προσευχή. ἥ τὴν ἐσκόρπιζε σὲ σημεἶα ποὺ ἐπίστευε ὅτι θὰ ἠμποροὖσε κάποιος νὰ τὴν διαβάση. εὑρέθησαν τὰ κατάλληλα ἐκεἶνα ὄργανα ποὺ ἐβοήθησαν σιγὰ-σιγὰ στὶς κλιμακώσεις τ῅ς παιδείας. διότι ὄντως ἐκινδύνευσαν ἀλλὰ ἐσώθησαν.Ἡ ὁλοκλήρωση στὸν μοναχισμό (Μνήμη Ἁγίου Νεκταρίου) Κείμενο Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστῆ Ὁ σήμερον ἑορταζόμενος Ἅγιος (Νεκτάριος) μὲ τὸ μέγεθος τ῅ς ἁγιαστικ῅ς του καταστάσεως. ἐπίστευσε ὅτι ἐὰν κατορθώση νὰ μάθη γράμματα. ὅπως εἷπα. οὔτως ὥστε ἐὰν κάτι ἐμάνθανε ἀπὸ τὴν Γραφή. ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν παρὰ . Κάποτε. Αὐτὸς ἦτο πολὺ νέος. Αὐτὴ τὸν παρακινοὖσε. ἦτο ὅτι ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία ἐπερίσσευσε μέσα του ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ ἡ πίστι πρὸς τὸν Θεό.φύσι στὴν κατὰ φύσι ζωή. μέσα στὸν ἁγιασμό. ἀγκάλιασε ὅλο τὸ πλήρωμα τὦν πιστὦν.φύσι. Ἐκεἶνο τὸ ὁποἶο. Ἔτσι λοιπὸν μέσα στὴν φροντίδα του αὐτή. συνεκλόνισε τὸν κόσμο ὁλόκληρο. νὰ μεταφερθ῅ ἀπὸ τὴν στοιχειώδη . Εἷναι δὲ πραγματικὰ ἕνα παρήγορο ὄνομα εἰς ὅλα τὰ στόματα τὦν πιστὦν. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας αὐτὸ δὲν εἷναι παράδοξο. ἀλλὰ ἐπέρασαν καὶ τὶς φυσικὲς διαστάσεις καὶ ἔφθασαν στὴν ὑπὲρ . τὸν ἐχαρακτήριζε ἦταν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ σημερινὸς λοιπὸν Ἅγιος εἷναι ἀκριβὦς αὐτοὖ τοὖ ὕψους. ἥ ἀπὸ κάποιο πατερικὸ κείμενο τὸ ὁποἶο συντελοὖσε πρὸς μετάνοια καὶ σωτηρία.» Καὶ πράγματι δὲν διεψεύσθη. τοὖ τί περιεἶχε μέσα στὴν ἁγία του ψυχή. στὸ τέρμα τ῅ς τελειότατης ἐπαγγελίας ποὺ εἷναι αὕτη ἡ υἱοθεσία. αὐτὸς ὅμως μὲ τὴν παιδική του ἁπλότητα καὶ τὴν ἀκεραία του πίστι πρὸς τὸν Θεό. εἷναι ἕνα παρήγορο σημεἶο. τὰ ὁποἶα ἀκριβὦς πηγάζουν ἀπὸ τὴν πλήρη ἀγάπης καρδία του. ἐκεἶ παρίσταται μὲ τὴν θαυματουργική του ἐνέργεια. ***** Ἐκεἶνο τὸ ὁποἶο ἐχαρακτήριζε πάντοτε αὐτὸν τὸν οὐρανομήκη φωστ῅ρα τ῅ς Ἐκκλησίας μας. ΢ὲ μ᾵ς ὅμως. Καὶ ἔγραφε τὴν πρότασι σὲ χαρτάκια καὶ τὴν ἔβαζε κάπου. πὦς εἷναι δυνατὸ ὁ Θεὸς τὸν ὁποἶο πιστεύομε καὶ ἐπικαλούμεθα. ποὺ πραγματικὰ μ᾵ς περισφίγγουν οἱ τόσες μας ἀδυναμίες. ἐφήρμοζε τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. ΢ὰν ποταμὸς ρέουν τὰ θαύματα. Ἦτο ἕνα δεἶγμα. ἀλλὰ καὶ σὰν ἀπορία πρὸς τοὺς συμπλέοντας: «Καλά. διαπιστώνοντας τὴν παχυλὴ ἄγνοια ποὺ εὑρίσκετο ἡ φυλή μας. ποὺ συνεχὦς θέλει νὰ συμπαρίσταται στὸν πανανθρώπινο πόνο. διότι βλέπετε. οἱ ὁποἶοι ὄχι μόνο ἁπλὦς κατενίκησαν τὰ πάθη τους. στὰ τετραπέρατα τ῅ς οἰκουμένης. νὰ μ᾵ς ἀφήσῃ νὰ χαθοὖμε καὶ νὰ μὴν μ᾵ς σώσῃ. τὸ ὅτι καὶ στὶς δύσκολες αὐτὲς ἡμέρες βρίσκονται ὁμοιοπαθεἶς μέ μ᾵ς ἄνθρωποι. ***** Ὅπου ἐπικαλοὖνται τὸ γλυκύ του ὄνομα. ποὺ ἀπεκόμισε διὰ τ῅ς ὀρθ῅ς του πολιτείας. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τότε. συνέβη μεγάλη τρικυμία. ἤθελε νὰ τὸ μεταδώση καὶ στὸν πλησίον του. Οἱ ἄλλοι ἐφοβήθησαν. Αὐτός. τ῅ς παιδικότητός του. διότι ὁδηγεἶ τὰ τέκνα της εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος καὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς διαστάσεις.

Καὶ ἀφοὖ ἐτελείωσε. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸν τομέα ἐπέδειξε ὁλόκληρο τὸν ζ῅λο του. τ῅ς χριστιανικ῅ς μας ἀγωγ῅ς. δὲν ἦταν ἱκανὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν πόθο τ῅ς φλεγόμενης πρὸς τὸ Θεὸ καρδίας του. Ἔπειτα ὑπηρέτησε μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσι καὶ συγκεκριμένα στὴν Ριζάρειο σχολή. Ἐκεἶ ἦτο ὁ πόθος του. εἴτε μὲ τὰ ὑπόλοιπα τελετουργικὰ καὶ λειτουργικὰ μέσα ποὺ τοὺς ἐχρειάζοντο. Ἀναζητοὖσε συνεχὦς νὰ εὕρη αὐτὸ τὸν τρόπο. Ἔτσι ἡ νεανική του τότε καὶ ἁγνὴ ψυχὴ ἐπίστευσε. ὅσο στὸ νὰ μεταδώση στοὺς χριστιανοὺς τὸ νόημα τ῅ς πίστεως. ποὺ ὑπ῅ρξαν μαθηταί του.παιδεία στὴν μέση. Κάπου ἀλλοὖ ἦτο. ὅτι ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ πληρώση τὴν γεμάτη χριστιανικὴ ἀγάπη καρδία του καὶ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ μεταδώση μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις στὸν συνάνθρωπό του τὰ μέσα τ῅ς σωτηρίας. ὅπως ἤδη ἀναφέρουν καὶ ζωντανὰ πρόσωπα. Ἀλλὰ ἐδὦ ἀκριβὦς ἀπεδείχθη ἕνα γεγονός· ὅτι μόνο ἡ προσφορὰ τ῅ς προσπάθειας καὶ μόνο τὸ ἐργαλεἶο τ῅ς μαθήσεως. Ἄρχισε ὡς ἱεροκ῅ρυξ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα. . Βλέποντας τὶς ἀτασθαλίες τὦν ἀνθρώπων καὶ τὴν σύγκρουσι τ῅ς ἐξουσίας καὶ τὸν ὑπέρμετρο ἐναντίον του φθόνο ποὺ ἔφθασε μέχρι διωγμοὖ. Προσέφερε πολλοὺς καρπούς. ὅτι θὰ ἠμποροὖσε νὰ τὸ πετύχη διὰ τ῅ς μαθήσεως καὶ τοὖ λόγου. συγγράφων καὶ ἐκφωνὦν πύρινους λόγους περὶ μετανοίας. Καὶ τότε ἄλλαξε πάλι. πιστεύοντας ὅτι μέσῳ αὐτοὖ τοὖ τρόπου θὰ εὕρισκε αὐτὸ τὸ ὁποἶο περιεἶχε μέσα στὴν δίψα τ῅ς ἀναζητήσεώς του. τὴν ὁποία συνεχίζει στὸ νὰ ὀφελήσῃ τὸν συνάνθρωπό του. ὅτι αὐτὸ τὸ ἐργαλεἶο τ῅ς χρειαζόταν. Αὐτὸ ἐνόμιζε. ἀλλὰ ὅλες του τὶς δυνάμεις τὶς διέθετε συνεχὦς στὸ στήριγμα τ῅ς Ἐκκλησίας. Ὁ ζ῅λος του. τ῅ς σωστ῅ς πίστεως καὶ τοὖ βιωματισμοὖ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπεδόθη μέσα στὴν ἔκτασι τ῅ς παιδείας. ποὺ ἦταν περισσότερο ἀνώτερες ἀπὸ τὶς σημερινές. οὔτε στὸν ζ῅λο τὸν θερμό. Οὔτε ὡς ἱεροκ῅ρυξ. Ἐζητοὖσε νὰ εὕρη κάτι. οὔτε ὡς ὑπεύθυνος τ῅ς Ριζαρείου ΢χολ῅ς ἐπλήρωσε αὐτὸ τὸν πόθο. ἀλλὰ δὲν τὸν κατεἶχε. ἡ εὐσέβειά του δὲν ἐμειώθη οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ σημεἶο· ὅμως δὲν συνήντησε τὸ μυστικὸ ἐκεἶνο τὸ ὁποἶο ἀναζητοὖσε ἡ ψυχή του. Ἀφοὖ διεπίστωσαν οἱ χριστιανοὶ τ῅ς περιφέρειας ἐκείνης τὸν πόθο τοὖ νέου αὐτοὖ μέσα στὴν παιδεία. Διωκόμενος ἦλθε στὴν Ἑλλάδα. ἐφρόντισαν καὶ τὸν ἔστειλαν νὰ προχωρήση σὲ πανεπιστημιακὲς σπουδές. ἀναζητώντας συνεχὦς τοὺς καταλλήλους ἐκείνους τρόπους ποὺ θὰ ὁλοκληρωνόταν καὶ αὐτὸς ὡς προσωπικότης. ὅπως ἐπιθυμοὖσε. ἐξασκοὖσε τὸ ἐπάγγελμα τοὖ δημοδιδασκάλου στὴν ν῅σο Φίο. Καὶ ὅταν ἐτελείωσε τὶς γυμνασιακές του σπουδές. οὔτως ὥστε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἐλκύωνται περισσότερο οἱ πιστοὶ καὶ νὰ καταρτίζωνται. φεύγει ἀπὸ τὴν ἐπισκοπική του θέσι καὶ ἐπιδίδεται περισσότερο μέσα στὴν προσπάθειά του αὐτή. Ὅταν στὸ Πανεπιστήμιο ἐτελείωσε τὴν Θεολογία. ὄχι τόσο στὸ νὰ μάθη γράμματα τοὺς μικροὺς μαθητές. τ῅ς λεγομένης Πενταπόλεως. τὰ ὁποἶα διέθετε τότε. ἐγύρισε κατ᾿ εὐθείαν πρὸς τὴν Ἐκκλησία. τὸν ὁποἶο ἐπίστευε μὲν ὅτι ὑπάρχει. ποὺ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ ὁλοκληρωθ῅ καὶ μέσῳ ἐκείνου νὰ ἐπιτύχη ὁλόκληρο τὴν ἀποστολή του. ἐξεδηλώνετο μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ πεποίθησί του. οὔτε στὴν μάθησι. Καὶ ἡ μεγάλη του δρ᾵σι ἦταν ὅτι δὲν ὑπεχώρησε οὔτε στὸ παραμικρό. Περισσότερο ἐπεδίδετο. Ἑρμήνευε τὰ δόγματα καὶ γενικὰ ὁλόκληρο τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοσι. Προσελήφθη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεἶο Ἀλεξανδρείας ὅπου ἔγινε Ἐπίσκοπος μι᾵ς Μητροπόλεως. ἀλλὰ καὶ θὰ ἠμποροὖσε νὰ μεταδώση καὶ στὸν πλησίον του ἐξ ὁλοκλήρου πλέον αὐτὸ τὸ ὁποἶο ἐχρειάζετο. Ἐφρόντισε ἀκόμα καὶ τοὺς ναοὺς νὰ καλλωπίση. εἴτε μὲ ἁγιογραφίες.

***** Θὰ ἀναφέρω ἕνα ἐλάχιστο ποὺ ἐνθυμοὖμαι. τὸ συνέχιζε. Σὸ κρατοὖσε. Ἐδὦ ὅμως χρειάζεται μία διευκρίνησι. μὲ τοὺς δαίμονες. Βλέπετε λοιπὸν τὴν συνέχεια τ῅ς πατερικ῅ς μας παραδόσεως. μὲ τὸ πλήρωμα τ῅ς ἀγάπης του πρὸς τοὺς πιστούς. στὸ ὁποἶο ἔγινε καὶ πατὴρ καὶ προστάτης τὦν μοναζουσὦν. ἐπέτυχε τὸ πλήρωμα καὶ ὁλοκληρώθηκε σὰν προσωπικότης. ὁλοκληρώθηκε μέσα στὴν ἡσυχία σὰν ἡσυχαστὴς μοναχός. Ὅταν ἐρωτοὖσε ὁ π. στοὺς ἀγὦνες ποὺ ἔκανε στὸ κελλί του. Εἰς ὅλα προσέφερε καὶ ἐπέτυχε. ἐξασκώντας τὴν ἡσυχία καὶ ἐφαρμόζοντας ἀπόλυτα τὸ πατερικὸ πνεὖμα τ῅ς μοναστικ῅ς μας ἰδιότητος. νὰ μὴν τὴν λὲς μόνο μὲ τὰ χείλη»· ποὺ αὐτὸ ἦταν τὸ ἀπαύγασμα τ῅ς ἐσωτερικ῅ς του καταστάσεως στὸ πὦς αὐτὸς ἐβιοὖσε τὴν ἐσωστρέφεια. καθορισμένη. Σότε ἐγκατέλειψε πλέον ὅλες τὶς προσπάθειες αὐτὲς καὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία. μὲ τὰ πάθη καὶ μὲ τὴν εὐχή. Ἰωακεὶμ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο γιὰ τὸ θέμα τ῅ς εὐχ῅ς. ἀλλὰ τὸν ἐμπόδιζε ὁ τρόπος ἐκεἶνος τοὖ κοινωνισμοὖ. ποὺ τὸν πρόφθασε πολὺ καλὰ καὶ ἦταν καὶ φίλοι. Ὅπως εἷπα καὶ πρίν. πόσο τελεία καὶ πόσο βεβαία εἷναι ἡ ἰδική μας ἀγωγή. Φωρὶς νὰ ὑστερηθῆ τ῅ς Ἱεραρχικ῅ς του ἀξίας καὶ ὅλης τ῅ς προσφορ᾵ς του. ὁ ἐπιτυχὴς ἱεράρχης. Ἰδοὺ πάλι ὁ θρίαμβος τ῅ς πατερικ῅ς μας παραδόσεως. Βλέπετε πόσο χρήσιμος. δὲν τοὖ ἔλειπε τὸ ἐφόδιο τ῅ς εἰσόδου πρὸς τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὸ εὑρ῅κε τότε μόνο. Πέρασε ὅλα τὰ στάδια τ῅ς κοινωνικότητας τ῅ς Ἐκκλησίας. ὅπου ἡ πατερική μας παράδοσι εὑρίσκει τὸ θρίαμβό της. ὁ ἄριστος συγγραφεύς. ἀγωνιζόμενος μὲ τοὺς λογισμούς. Μαζὶ μὲ αὐτές.Καὶ τότε ἐπίστευσε στὶς πατερικὲς γραμμές. ἐσφραγισμένη καὶ ἐπιτυχ῅. τὰ ὁποἶα πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τ῅ς ἡσυχαστικ῅ς του ζω῅ς. Ὅμως δὲν εἷχε ἀκόμη ἐκείνη τὴν Φάρι. Ἰωακεὶμ ΢πετσιέρη. ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ τὸν ἀείμνηστο π. ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἐπετύγχανε διὰ τ῅ς ἀπολύτου συνεργασίας τ῅ς Φάριτος. τὴν νήψι καὶ τὴν εὐχή. Ἀλλὰ ἐκεἶ τὸ ὁλοκλήρωσε. τὸ παρήγορο σημεἶο ὅλων τὦν πιστὦν. τοὖ ἔλεγε: «π. Νὰ βγαίνη ἡ εὐχὴ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου. Λοιπὸν τώρα μὲ θάρρος περισσότερο στὴν ζωή . τὴν ὁποία ὁλοκλήρωσε μέσα στὴν ἡσυχαστική του περίοδο σὰν Νεκτάριος μοναχός. Ἐκεἶ εἷναι τὸ πλήρωμα τ῅ς ὁλοκληρώσεώς του. ὁ θρίαμβος τ῅ς Ὀρθοδοξίας. ὅταν λὲς τὴν εὐχὴ νὰ συγκλονίζεσαι ὁλόκληρος. Ὁ φλογερὸς ρήτωρ. Ὑπάρχουν πολλὰ περιστατικὰ ποὺ δὲν ἐσχολίασα. Θὰ μοὖ π῅τε ἕως τότε δὲν ὑπ῅ρχε μαζί του ἡ Φάρις. τὴν ὁποία οἱ Πατέρες μας ἀκριβὦς ἐπέτυχαν στὸ τέρμα τ῅ς ἀγωνιστικ῅ς τους ζω῅ς· ἐκείνη ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὴν πρ᾵ξι καὶ ὁδηγεἶ τὸν ἄνθρωπο στὴν θεωρία. Ἀσφαλὦς ὑπ῅ρχε. καὶ πὦς τὴν παρέδωσαν οἱ Πατέρες εἰς ἐμ᾵ς τόσο ἐξονυχιστικὰ καὶ λεπτομερὦς ὀργανωμένη. διεπίστωσε ὅτι διὰ τ῅ς ἡσυχίας θὰ ἔφθανε ἀπὸ τὴν πρ᾵ξι στὴν θεωρία. Μέσα λοιπὸν στὴν ἡσυχία ὁλοκλήρωσε τὴν προσωπικότητά του· ἐπέτυχε τὸν θρίαμβο τοὖ ἁγιασμοὖ· ἔγινε φωστ῅ρας τέλειος· ἐτέθη ἐπὶ τὴν λυχνία καὶ ἔκτοτε καὶ μέχρι τ῅ς συντέλειας θὰ εἷναι ὁ πραγματικὸς λύχνος τ῅ς σημεριν῅ς μας Ἐκκλησίας. στὸ πλήρωμα τ῅ς Θείας ἐπαγγελίας ποὺ εἷναι ἡ υἱοθεσία. Καὶ ἀκριβὦς ἐδὦ εὑρίσκομε τὸν Ἅγιο Νεκτάριο ὡς μοναχό. Σὸ πλήρωμά του ὅμως. τὸ ἐπέτυχε μέσα στὴν πραγματικὴ ἡσυχία. Δὲν ὑπάρχει χριστιανὸς πιστὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχη μαζί του τὴν Θεία Φάρι. Ἰωακείμ. στὸν τέλειο βαθμὸ τοὖ ἁγιασμοὖ. Ἔτσι ἀπεσύρθη στὴν ἡσυχία καὶ ἐκεἶ ἵδρυσε μικρὸ μονήδριο.

Ἀμήν. Ἔχοντες παρρησία στὴν πρεσβεία τὦν Ἁγίων μας καὶ ἀτενίζοντες στὴν πατρική τους στοργή. δὲν ἔχει κάνει λάθος στὴν ἀπόφασι τ῅ς ἀγαθότητός Σου. ποὺ ἐκάλεσε καὶ ἐμ᾵ς ὅπως καὶ αὐτούς. Μὲ τὰ παραδείγματα τὦν παλαιοτέρων ἀλλὰ καὶ τὦν προσφάτων. Ὁπωσδήποτε θὰ δώση καὶ εἰς ἐμ᾵ς τὸ βραβεἶο τ῅ς ἐπιτυχίας.μας αὐτή. Αὐτὰ θὰ σ᾵ς ἐνθύμιζα. ***** Γιατὶ ὁ Πανάγαθος Δεσπότης μας. τίποτε νὰ μὴν μ᾵ς λείψη. πιστεύομε ὅτι θὰ συνδράμουν τὴν εὐτέλειά μας καὶ θὰ μ᾵ς βοηθήσουν νὰ ἐπιτύχωμε. ἔχοντες σὰν ἄγκυρα βεβαιότητας τὴν πρεσβεία τοὖ μεγάλου αὐτοὖ ἁγίου. οἱ ὁποἶοι μέσα εἰς αὐτὴ τὴν ζωὴ ἐπέτυχαν τὸ πλήρωμά τους. . ποὺ εἷναι γιὰ μ᾵ς καύχημα. θὰ συνεχίσωμε καὶ ἐμεἶς μὲ πολὺ θάρρος καὶ ἐλπίδα στὸν Φριστό μας.

συνεχίζοντας νὰ ἐπικοινωνεἶ μὲ τὸ διώκτη του Πατριάρχη ΢ωφρόνιο. αὐτοὶ ποὺ ἀντέστρεψαν μέσα τους τὸν ἐμπαθ῅ ρυθμὸ τ῅ς ψυχ῅ς. Ἄνθρωπος τοὖ «εἷναι» καὶ ὄχι τοὖ «ἔχειν». θεοὶ κατὰ χάριν. Ἰδιαίτερα σήμερα. ὁ ἅγιος Νεκτάριος. εἷναι αὐτοὶ ποὺ διήνυσαν τὸ μακρύτερο δρόμο. ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸ Φριστό. ὑμνολογικά. σὲ μιὰ ἐποχὴ ἔντονα ὑλιστική. ὅπου ὑπηρέτησε ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὡς Διευθυντής. Θεὸς κατὰ χάριν εἷναι καὶ ὁ παγκόσμιος Ἅγιος καὶ Διδάσκαλος τ῅ς Ἐκκλησίας. Ὅλα τὰ μοιράζει.ἄ. ἠθικά. νηστεύοντας. Ὁ ἁγιώτατος Πατέρας οὔτε γιὰ τὰ γεράματά του δὲν ἀγωνι᾵ καὶ πεθαίνει φτωχότατος στὸ θάλαμο ἑνὸς νοσοκομείου γιὰ ἀπόρους. σχολιάζει ὁ λόγιος μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης. Γιὰ τοὺς ἁπανταχοὖ τ῅ς γ῅ς ἐραστὲς τοὖ πλούτου καὶ τ῅ς δόξας. τὰ λίγα χρήματά του. ἀντιπνευματική. ἐνὦ παιδεία χωρὶς θρησκεία ὁδηγεἶ στὴν ἀσέβεια καὶ τὴν ἀθεΐα». τὰ παπούτσια του. πάντοτε εὐχαριστεἶ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν πτωχεία του. δίδει τὸν ἀληθινὸ προσανατολισμὸ τοὖ ἀνθρώπου· «Μόνον τὸ ἀγαθὸν ἐμελέτησα καθ ᾿ὅλην τὴν ζωήν μου καὶ αὐτοὖ ἐραστὴς καὶ ἐργάτης ἐγενόμην». ἔγιναν ταπεινοὶ καὶ πρ᾵οι. εἷναι ἕνα διαχρονικὸ πρότυπο ὀρθοδόξου χριστιανικοὖ ἤθους. Ἕνα μικρὸ «δεἶγμα γραφ῅ς» ἀξίζει νὰ προσεγγίσουμε ἀπὸ τὰ πάμπολλα ἱστορικά. τὰ ράσα του. ΢ῴζεται δὲ καὶ μία θαυμάσια ἐπιστολή του γιὰ τὴν παιδαγωγικὴ καὶ πνευματικὴ ἀξία τὦν θλίψεων πρὸς τὸν ἐνάρετο Γέροντα Δανιὴλ Κατουνακιώτη. ὁ θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως. ὁ θεόσοφος Ἱεράρχης. Ἡ δὲ ἐργασία του στὸ μοναστήρι τ῅ς Αἴγινας (κατασκευὴ λάσπης γιὰ τὸ χτίσιμο τ῅ς Μον῅ς) γίνεται κάποτε αἰτία νὰ δεχθεἶ τὴν παρατήρηση τοὖ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνὦν ὅτι τάχα ὑποβιβάζει τὸ ἀξίωμα τ῅ς ἀρχιερωσύνης. Ὡς ὑποστηρικτὴς τ῅ς γνήσιας ὀρθοδόξου ἑλληνικ῅ς παιδείας. κηρυκτικὰ κ. σκηνώματα τοὖ Ἁγίου Πνεύματος. συγγράματά του. δογματικά.Ἅγιος Νεκτάριος Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὡς δείκτης ἀληθοῦς προσανατολισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου Προέλευση κειμένου: Ἱερὰ Μονὴ Σαξιαρχῶν Πηλίου Οἱ Ἅγιοι. ἀποστέλλοντάς του τὰ βιβλία του καὶ γράφοντας γιὰ ὅσους τὸν πίκραναν· «Ἐγὼ ἤδη ἀφήκα πάντα καὶ δέομαι ὑπὲρ τὦν ἁμαρτησάντων εἰς ἐμέ». Σίποτε δὲν κρατᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔκθαμβο ἀφήνει τὸ μελετητὴ τοὖ βίου του ἡ ἀμνησικακία τοὖ ἀνεξίκακου Ἁγίου· δέχεται τὸν ἄδικο διωγμό του ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια μὲ μακροθυμία. ἀνθρωποκεντρική. Αὐτοὶ ποὺ πάλεψαν μὲ τοὺς ἀόρατους ἐχθροὺς καὶ τοὺς νίκησαν. Ὑπεραγαπώντας τοὺς μαθητές του στὴ Ριζάρειο ΢χολή. ἡ δὲ ἐλεημοσύνη του εἷναι παροιμιώδης. ἑρμηνευτικά. . τονίζει στοὺς συγχρόνους του· «Θρησκεία χωρὶς παιδεία ὁδηγεἶ στὴ δεισιδαιμονία. ποὺ διδάσκει τοὺς ἐφήβους κάθε ἐποχ῅ς· «Ἡ ἀρετὴ εἷναι κόσμος (στολίδι) τ῅ς νεότητος». ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ κατὰ Φριστὸν πενία τοὖ Ἁγίου ἀποτελοὖν σκάνδαλο. ἀπὸ τὴ γ῅ στὸν οὐρανό. ἀγρυπνώντας καὶ θέτοντας τὸ θέλημά του κάτω ἀπὸ τὸ θεἶο Θέλημα. διδάσκοντάς μας πρακτικὰ πὦς νὰ σηκώνουμε τὸ σταυρὸ τὦν θλίψεων.

Σὸν μεγάλο τοὖτο διακριτικό. ποὺ διατηρεἶ καὶ συγκρατεἶ καὶ σήμερα τὸ Μοναχισμὸ στὸ ὕψος τ῅ς ὀρθοδόξου ἡσυχαστικ῅ς παραδόσεως. νηπτικὸ καὶ θαυματουργὸ Πατέρα τ῅ς Ἐκκλησίας μας εὐγνωμόνως γιὰ ὅλα εὐχαριστοὖμε καὶ τὸν παρακαλοὖμε. ὡς πρεσβευτὴς μὲ παρρησία πρὸς τὸ Θεό. νὰ μεσιτεύει ὑπὲρ τοὖ σύμπαντος κόσμου καὶ τ῅ς σωτηρίας κάθε χριστιανοὖ. Οἱ ἐπιστολές του πρὸς τὴ γυναικεία ἀδελφότητα τ῅ς Ἱ. ὁ βαρύτατα πληγωμένος ἀπὸ τὴ βαυαρικὴ προτεσταντικὴ λαίλαπα ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς βρίσκει στὸ πρόσωπο τοὖ θεοσόφου Ἱεράρχου τὸν ἀνανεωτ῅ καὶ Πατέρα του. . ὡς ἔμπειρος ἰατρὸς καὶ διδάσκαλος. Μον῅ς Ἁγίας Σριάδος Αἰγίνης ἀποκαλύπτουν ἕνα γνήσιο ὁδηγὸ τοὖ μοναχικοὖ βίου. Ἀμήν. ὡς κανὼν ἀρετ῅ς καὶ πίστεως.Σέλος.

΢τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ὁ ἅγιος Νεκτάριος δὲν μ᾵ς ἀπαντᾶ μὲ μία συστηματικὴ διαπραγμάτευση τοὖ θέματος. ζήτημα γνησιότητος. ποία πρέπει νὰ εἷναι ἡ συμπεριφορά μας πρὸς αὐτούς. Καὶ ξεμπλέξαμε. μὲ τοὺς αἱρετικοὺς/καὶ τοὺς σχισματικούς. Μερικοὶ καλλιεργοὖν μία ἔντονη δυσπιστία γιὰ τὸ κάθε τί. ΢τὸ βιβλίο του Ποιμαντική (1). ἡ ἄλλη δὲν ἀφήνει τέτοιο περιθώριο. καταφατικά. ἔχει γενικὴ ἀποδοχή. Καὶ ἡ λέξη «ἐπιβάλλεται». Μία ὁμολογία. Ἡ μία ἀφήνει δικαίωμα ἐπιλογ῅ς. ἀπὸ ὅλους.html Σὸ θέμα τ῅ς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς μὴ ὀρθοδόξους. πὦς ἀπαντᾶ.gr/texts/greek/meletios_nektarios.Ἅγιος Νεκτάριος ΢ΣΑ΢Ι΢ (ΣΟΤ ΑΓΙΟΤ) ΕΝΑΝΣΙ ΣΨΝ ΑΙΡΕ΢ΕΨΝ ΚΑΙ ΣΨΝ ΢ΦΙ΢ΜΑΣΨΝ (Εἰσήγηση τοὖ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης Μελετίου. Σὶς θεωροὖν προδοσία. θεοχαρίτωτος θαυματουργός. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Ἡ προβληματική της ἦταν ἄγνωστη. Ἂς ἰδοὖμε. Καὶ ἀπαιτοὖν τὴν πλήρη διακοπή τους. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ὁ ἐπίσκοπος ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ ἀείποτε (= ὑπὸ τὶς ὁποιεσδήποτε συνθ῅κες) ἐν ταἶς ἠθικαἶς τοὖ ἱεροὖ Εὐαγγελίου ἀρχαἶς»· καὶ σημειώνει ἐμφαντικά: Σὶς ἠθικὲς αὐτὲς ἀρχὲς τοὖ Εὐαγγελίου δὲν ἔχει κανένας δικαίωμα νὰ τὶς παραβαίνει οὔτε «δ῅θεν λόγω δογματικὦν διαφορὦν». Γιατί δὲν λέγει ἁπλὦς «ἐπιτρέπεται» ἀλλὰ χρησιμοποιεἶ τὴ λέξη: «ἐπιβάλλεται». μεταξὺ «οἰκουμενιστὦν» καὶ «ἀντιοικουμενιστὦν». Πότε.΢τὶς ἡμέρες του δὲν εἷχε ἀκόμη δημιουργηθ῅ ἡ λεγόμενη οἰκουμενικὴ κίνηση. μὲ παραπομπὲς στὴν πράξη καὶ στὶς θεολογικὲς θέσεις τὦν ἁγίων. Ἄλλοι τὶς θεωροὖν ἐντολὴ τοὖ Φριστοὖ. Ὑπὸ ποἶες περιστάσεις. σοφὸς θεολόγος. ποὺ παρατηρεἶται σήμερα. Κάποιοι δίνουν τὴν ἀπάντηση: Μόνο. ὅταν δὲν στρέφωνται πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἀρκεἶ νὰ τὴν δώσωμε. ποὺ ἔχει σχέση μὲ τέτοιου εἴδους ἐπικοινωνίες. 1. εἷναι σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ μείζονα θέματα τ῅ς Ἐκκλησίας. στὸ Θεολογικὸ ΢υνέδριο ἐπὶ τῆ 150ετηρίδι ἀπὸ τ῅ς γεννήσεως τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ ἅγιος μιλάει παρεμπιπτόντως γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἀρκεἶ. Σί ἔλεγε γι᾿ αὐτές. Ὅταν δὲν προσέρχωνται ἐν μετανοίᾳ. ὅταν προσέρχωνται ἐν μετανοίᾳ. Α´ Ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἡ Ἐκκλnσία μας σχέσεις μὲ ἑτεροδόξους. Πὦς τὶς ἔβλεπε τὶς σχέσεις μὲ τοὺς αἱρετικούς. Βαρειὲς κατηγορίες ἐκτοξεύονται. θὰ ἐλέγαμε. Καὶ ὅλοι ζητοὖν νὰ τεκμηριώσουν τὴν ὀρθότητα τὦν ἀπόψεών τους. Δὲν εἷχε ἀκόμη ἐμφανισθ῅ ἡ πολωτικὴ τάση. σὰν τέκνο τοὖ 20οὖ αἰὦνα. Ἀπόλυτα. σὰν τὴν μία ἁγία. Ἀπαντᾶ καταφατικά. εἷναι πολὺ πιὸ ἔντονη ἀπὸ τὴ λέξη «ἐπιτρέπεται». . Σάσεις πολωτικὲς ἀναπτύσσονται. Αἴγινα 21-23 Ὀκτωβρίου 1996) Προέλευση κειμένου: http://www.myriobiblos. Ποιὰ εἷναι ἡ τοποθέτηση τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἐπάνω στὰ ἐρωτήματα αὐτά.

ἀπὸ ψευδοὺς κινεἶται ζήλου καὶ ἐστερημένος ἐστὶν ἀγάπης· διότι ὅπου ἡ ἀγάπη. Ἔχουν ἄλλη γνώμη. Αὐτὸ δὲν ἀρκεἶ. Γιατί αὐτοὶ δὲν ποιμένουν. «Πάντα στέγει. τὸ χρέος τ῅ς ἀγάπης. ἀλλὰ καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ χάρη τους. Πάντοτε ἀπὸ αὐτοὺς ἄρχιζε. οὔτε γιὰ λαϊκούς. δὲν μπορεἶ νὰ μὴ ἀγαπᾶ καὶ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τοὺς αἱρετικούς. καὶ ἄλλο ἐπικοινωνία. τὸν ἅγιο Νεκτάριο δὲν τὸν εὑρίσκει σύμφωνο. εἷναι πλανεμένοι καὶ ἔχουν «ζ῅λον οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ δὲν ἐξέρχεται καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸ νερό. Ἀπὸ τὴν ἴδια καρδιὰ δὲν μπορεἶ νὰ βγαίνῃ καὶ ἀγάπη καὶ μἶσος καὶ πάθος! Ὅποιος ἔχει ἀγάπη καὶ διδάσκει τὴν ἀγάπη. Καὶ εἷναι ἀδύνατο νὰ μισῆ. λέγει. γιὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο. οὐδέποτε χάριν δογματικ῅ς τίνος διαφορ᾵ς πρέπον νὰ θυσιάζεται». «Δι΄ὃ οὐδ᾿ ἡ τὦν ἑτεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν᾿ ἀλλοιώση τὸ πρὸς αὐτοὺς τ῅ς ἀγάπης συναίσθημα». Δηλαδὴ ἡ διαφορὰ δόγματος δὲν αἴρει. τὸ χρέος τ῅ς ἀγάπης. ὁ δὲ ψευδ῅ς ζ῅λος καὶ ἡ πεπλανημένη δόξα ἐξελέγχονται ὑπὸ τοὖ φωτὸς καὶ τ῅ς ἀγάπης καὶ ἀποκρούονται». Ὀφείλουμε νὰ τοὺς ἀγαπ᾵με! Καὶ τοὺς ἀγαπ᾵με! Καὶ προσευχόμεθα γι᾿ αὐτούς! Ὅμως. γιὰ τὴ σωτηρία τους.. Ὅμως ἀρκεἶ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μακρυά. πάντα ὑπομένει». ἐκεἶνοι ποὺ ἀρνοὖνται τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἥ σχισματικούς. Ὅποιος λέγει ὅτι ἡ ἀγάπη μπορεἶ νὰ περιορισθ῅ μόνο στὴν προσευχή. Καὶ προσευχόταν γιὰ χάρη τους. « Ἡ ἀγάπη. Εἷναι θαυμάσιος ὁ ἅγιος Νεκτάριος. 2. Ἀπαντάει ὁ ἅγιος: «Αἱ δογματικαὶ διαφοραὶ ὡς ἀναγόμεναι πρὸς μόνον τὸ κεφάλαιον τ῅ς πίστεως ἀφίενται ἐλεύθερον καὶ ἀπρόσβλητον τὸ τ῅ς ἀγάπης κεφάλαιον· τὸ δόγμα δὲν καταπολεμεἶ τὴν ἀγάπην». Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπαντᾶ: Ὄχι. φέρνει σὰν παράδειγμα τὸν Παὖλο. κάνει λάθος! Καὶ σὲ ἐπί὇὆ωση. Μὲ ἄλλα λόγια. Αὐτοὶ εἷναι. ἐκεἶ καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φὦς. οὔτε νὰ τὴν ἀλλοιώνει· οὔτε πολύ. δὲν καταργεἶ. Πόσο κατηγορηματικὸς εἷναι ὁ ἅγιος! Οὔτε «χάριν δογματικ῅ς τίνος διαφορ᾵ς!» τὸ χρέος εἷναι ἀπόλυτο. Ἄλλο ἀγάπη. Σί περισσότερο καὶ τί χειρότερο θὰ μποροὖσε νὰ εἷχε εἰπεἶ. Καὶ ἐπιφέρει: «Ὁ μὴ ἀγαπὦν τοὺς ἑτεροδόξους ἐπίσκοπος ὁ μὴ καὶ ὑπὲρ αὐτὦν ἐργαζόμενος. «ηὔχετο ἀνάθεμα εἷναι αὐτὦν». 3. ἥ συνεργοί-ἐντολοδόχοι (οἱ ἱερεἶς) ἥ ἁπλὦς ὑπηρεσιακὸ . Λένε: Ναί. Ἡ τοποθέτηση αὐτή. Μερικοὶ σύγχρονοί μας δὲν συμφωνοὖν. Ἐκεἶνοι ποὺ δὲν θέλουν ἐπικοινωνία εἷναι «διδάσκαλοι τοὖ μίσους»! Καὶ κατ᾿ ἐπέκταση «μαθηταὶ τοὖ πονηροὖ». οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Γιατί τὸ «πλήρωμα τ῅ς ἀγάπης ἐκδιώκει τὸ μἶσος». δηλαδὴ τοὖ διαβόλου. Ἀντίθετα: Ἡ ἀγάπη εἷναι τόσο πλατειὰ ὥστε συγκαταβαίνει «καὶ χαρίζεται» στὸ μὴ δόγμα.Ἀναφύεται εὔλογα τὸ δικό μας ἐρώτημα: Μποροὖμε λοιπὸν νὰ ἔχωμε σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος Παὖλος προσευχόταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους.΢υμπέρασμα: Ὄχι δικό μου (=τοὖ γράφοντος) ἀλλὰ τοὖ ἁγίου Νεκταρίου:      «Σὰ τ῅ς πίστεως ζητήματα οὐδ᾿ ὅλως δέον ἐστι νὰ μειὦσι τὸ τ῅ς ἀγάπης συναίσθημα». Δὲν μιλάει οὔτε γιὰ ἱερεἶς. Δὲν ἐπιτρέπεται τὸ δόγμα οὔτε νὰ καθιστὰ τὴν ἀγάπη ἀνενεργό.

Ὁ ἀληθινὸς ζηλωτής: . πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὶς ΢υνόδους τὦν Σοπικὦν Ἐκκλησιὦν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ σύνολό της. ΢υμπέρασμα δικό μου. ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἱεραρχία τ῅ς Μίας Ἐκκλησίας. Ἡ τοποθέτηση αὐτὴ τοὖ ἁγίου μας ὑπεχρέωσε νὰ τὴν ἀναζητήσωμε στὰ ἔργα του καὶ νὰ ἰδοὖμε τί ἐννοεἶ. πρὸς μείζονα ἐπίδοσιν τοὖ θείου κηρύγματος. γιὰ περαιτέρω προώθηση καὶ ἀξιοποίηση. Ποἶος εἷναι «ὁ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής. Διότι ὁ ἅγιος Νεκτάριος σὲ ὅ. δὲν μπορεἶ νὰ εἷναι ποτέ. πρὸς στερέωσιν τ῅ς πίστεως. μειωμένης ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ἄνθρωπος. νὰ εἷναι Φριστοὖ εἰκόνα. σὰν χρέος του ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τοὖ ἠθικοὖ νόμου τοὖ Εὐαγγελίου. στὴν προσπάθειά του νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ μὲ τὸν διάλογο στὴν ἐπίγνωση τ῅ς ἀλήθειας.τι ἔπραττε πρὸς τὴν κατεύθυνση τ῅ς ἀγάπης πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς. δὲν εἷναι ποτέ. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁμιλὦντας γιὰ τὸ χρέος τοὖ Ἐπισκόπου νὰ μεριμνᾶ νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνία μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ σχισματικούς. Γνὦθι σαυτόν (3). α. Ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος:    Ὁ «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεἶ. Β´ 1. «Διακαίεται ὑπὸ τοὖ πόθου πρὸς διάδοσιν τοὖ θείου λόγου. ἀφοὖ αὐτὴ ἔχει χρέος μὲ ΢υνοδικὲς ἀποφάσεις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν τήρηση τοὖ θείου Νόμου· καί. ὀφείλει ὁ ζηλωτὴς νὰ καλλιεργῆ καὶ τὸν ἔσω ἄνθρωπον. 2. Ἂς ἰδοὖμε λοιπόν: α´.προσωπικὸ ποὺ ὑποβοηθεἶ τοὺς ποιμένες στὸ ἔργο τους (οἱ λαϊκοί). ποἶος εἷναι ὁ «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής. Ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ δίδῃ τὴν κατευθυντήρια ἀρχὴ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ τὸν διάλογο καὶ τὴν ἐπικοινωνία. Γιὰ νὰ εἷναι γνήσιος ὁ ζ῅λος. πρὸς εὐόδωσιν τοὖ ἔργου τ῅ς Ἐκκλησίας.τι ἰσχύει σὰν ἐντολὴ Θεοὖ γιὰ ἕναν ἀρχιερέα. τελικὰ ἀνεφέρετο -ὅπως μαρτυροὖν πολλὲς ἐπιστολές του. Ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὸν μεμονωμένο ἐπίσκοπο. Καὶ πράγματι στὸ βιβλίο του. πρὸς ἀποκατάστασιν τ῅ς βασιλείας τοὖ Θεοὖ ἐπὶ τ῅ς γ῅ς». 4. παραθέτει ὅπως πάντοτε μὲ σαφήνεια. ποἶος εἷναι ὁ «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής· καὶ β´. γιὰ δυὸ λόγους:   Διότι ὅ. «ἐραστὴς πασὦν τὦν ἀρετὦν». ὑπενθυμίζει μὲ ἔμφαση ὅτι στὸν τομέα αὐτὸ ἀναπτύσσεται δυὸ εἰδὦν ζ῅λος: ὁ ζ῅λος «κατ᾿ ἐπίγνωσιν» καὶ ὁ ζ῅λος «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». τὶς ἀπόψεις του.στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη (2). «Εἷναι ἀληθὴς ἔνθους τ῅ς πίστεώς του λατρευτής· εἷναι ὄντως ὅλως ἀφωσιωμένος τ῵ Θε῵ καὶ αὐστηρὦς φυλάττει τὸν νόμον αὐτοὖ· εἷναι τηρητὴς τὦν πατρίων του παραδόσεων». παρ᾿ ὅτι δὲν ὑπ῅ρξε ποτὲ ὁ ἄμεσος προκαθήμενός του. τονίζει ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Σὸ συμπέρασμα αὐτὸ εἷναι νόμιμο. ξεκάθαρα. Καὶ προσθέτει ὁ ἅγιος.

ἡ ἔρις καὶ τὸ φιλοτάραχον». «Ὁρμώμενος ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον». Εἷναι τύπος ἀληθοὖς χριστιανοὖ. δὲν δυσθυμεἶ· ἀλλ᾿ ἀεὶ ἀκμαἶος καὶ ζωηρός. πονὦν δὲν αἰσθάνεται κάματον. ἡ ἐμπαθὴς ἀντίστασις πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεὖμα τοὖ θείου νόμου (= ἀσφαλὦς αὐτὰ δὲν εἷναι ποτὲ ἐκ Θεοὖ). Δηλαδή. «Πυροὖται ὑπὸ τοὖ ἐνθέου ζήλου του καὶ ἐπιζητεἶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐνεργείας αὐτοὖ πρὸς π᾵σαν τὴν ἀνθρωπότητα ». δαπανώμενος δὲν ἐξαντλεἶται.  «Δὲν ἀπαυδ᾵. ὁ φθόνος καὶ ὁ ἐπίμονος θυμός. ἡ φιλοδοξία. Φαρακτηρίζει ἄλλους. ΢υμπέρασμα: Σὸν ἀληθινό. ἐκείνους ποὺ δὲν συμφωνοὖν μὲ τὶς ἀπόψεις του. δὲν θὰ τὸν εὕρης σὲ τίποτε σκάρτο! β. εὔθυμος καὶ θα὇὆αλέος ὁρμᾶ πρὸς νέαν ἐργασίαν». «Πράττει τὰ ἐνάντια πρὸς τ᾵ς διατάξεις τοὖ θείου νόμου». Καὶ κατακρίνει. Μὲ τί κίνητρο. πραότης. οὔτε ἐνεργεἶ σωστά. ἡ φιλονικία. ἀνεξικακία. Ἐκφωνοὖν ἐναντίον τοὺς ἀναθέματα! «Σὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴν χαρακτηρίζει μἶσος πρὸς τοὺς ἐτεροθρήσκους ἥ ἑτεροδόξους. Εὔχεται τ῵ Θε῵ νὰ ὆ίψη πὖρ ἐξ οὐρανοὖ καὶ νὰ κατακαύση πάντας τους μὴ δεχομένους τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις αὐτοὖ». Αὐτοχαρακτηρίζεται «ζηλωτής» καὶ «φρουρὸς τὦν πατρικὦν παραδόσεων». Φάριν τ῅ς Ὀρθοδόξου Πίστεως. κατὰ τὸν ἅγιό μας. «προδότες τ῅ς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ «σὲ δογματικὰ ζητήματα μειοδότες». ἐργαζόμενος. εὐεργεσία καὶ εὐγένεια τρόπων». . Ἐπικρίνει. τὸν «κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτή». τὰ ἑξ῅ς χαρακτηριστικά:      «Πλαν᾵ται ἐν ταἶς σκέψεσι καὶ ἐνεργείαις αὐτοὖ». νὰ ἔχῃ τὸν τελευταἶο λόγο). Δηλαδὴ οὔτε σκέπτεται σωστά. Φαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοὖ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτοὖ εἰσίν· ἀγάπη θερμὴ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον αὐτοὖ. ἀνεξιθρησκεία. ὁ παράφορος ζ῅λος πρὸς κατίσχυσιν ἐν πάσι (= θέλει παντοὖ νὰ τοὖ περνάει. «Διαπράττει τὸ κακόν. Εἷναι ἕνας ἄνθρωπος λάθος. δὲν ἀποκάμνει. ὅπως ἐπέλθη τὸ ὑπ᾿ αὐτοὖ νοούμενον ἀγαθόν» (= καταντάει ἐσωτερικὰ ἰησουΐτης). ἡ παράλογος ἐπιμονὴ ἐν τῆ ὑπερασπίσει τὦν ἰδίων φρονημάτων (= πλήρης ἔλλειψις ταπείνωσης). Ποιὸς εἷναι ὁ « μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής. «Οὐδὲν πράττει τὸ δυνάμενον νὰ φέρῃ θλἶψιν τ῵ πλησίον αὐτοὖ» «Οὐδὲν ἐξωθεἶ αὐτὸν εἰς παρεκτροπήν». Καὶ γι᾿ αὐτό:    «Ποιεἶ πάντα μετ᾿ ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως». Προφανὦς. ἀπὸ ὑπερεκτίμηση τὦν ἀπόψεών του καὶ τ῅ς ἀποστολ῅ς του. Ὁ «μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζηλωτὴς ἔχει.

. Καὶ προχωρεἶ ὁ ἅγιος σὲ μία ἀκόμη. Περὶ τὦν αἰτίων τοὖ σχίσματος (4) καθιερώνει ἀρχές. Ὅμως ἐπάνω στὰ δόγματα αὐτὰ στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Δοκιμαζέτω ἕκαστος ἑαυτόν. νὰ ἔχουν τὰ δυὸ μέρη ἀποδεχθ῅ τὶς αὐτὲς θεμελιώδεις ἀρχές)· ἄλλως «πᾶς πόνος μάταιος». πρέπει νὰ μ᾵ς προβληματίζουν ὅλους. διατύπωση. Λέγει: «Ἐν ὄσῳ τὰ μὲν κύρια αἴτια τοὖ χωρισμοὖ μένωσι τὰ αὐτά. ἀρνοὖνται τὴν Ἐκκλησία τοὺς ἐκ θεμελίων· κάτι ποὺ εἷναι γι᾿ αὐτοὺς πολὺ δύσκολο. ἐφ᾿ Ὠν ἑδράζεται ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τ῅ς Ἐκκλησίας». ἄρνησιν τὦν θεμελιωδὦν ἀρχὦν. Ἀσφαλὦς. ὅτι ὁ διάλογος μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία βαδίζει πρὸς πλήρη ἀποτυχία. ἀρνούμεθα ἐκ θεμελίων τὴν Ἐκκλησία μας. Ἀλλὰ καὶ ἐμεἶς. καταστατικ῅ς σπουδαιότητος. δὲν εἷναι «π᾵ς πόνος μάταιος». ἅν τὰ δεχθοὖμε αὐτά. 2. τὴν ἄρνησιν ἑαυτ῅ς. Ἐμεἶς ζητοὖμε νὰ ἀρνηθοὖν οἱ καθολικοὶ τὸ πρωτεἶο. Γιατί ἐμεἶς τὸ βλέπομε. Σὰ προλεχθέντα κάνουν νὰ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα:   Μήπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἷχε καταντήσει (ἀπὸ τὴν πολλὴ συναισθηματικὴ ἀγάπη του!) ἀνεδαφικὸς καὶ οὐτοπικός. Ἂν τὰ ἀρνηθοὖν. Ἂς τὶς ἰδοὖμε: Λέγει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Οἱ ὄροι τ῅ς ἑνώσεως (μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Λατινικ῅ς Δυτικ῅ς Ἐκκλησίας) εἷναι τοιοὖτοι. τὸ Filioque. Ἕκαστος τ῵ ἰδίῳ Κυρίω στήκει ἥ πίπτει. οὔτε πλεἶον οὔτε ἔλαττον. Γ´ 1. ποὺ σήμερα γιὰ τοὺς διαλόγους εἷναι καταστατικ῅ς ἀξίας. ἡ ἕνωσις εἷναι ἀδύνατος· ἵνα θεμελιωθ῅ αὕτη. Σὰ λόγια αὐτὰ τοὖ ἁγίου ἰσχύουν ad hoc γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Καθολικούς. ἅν μὴ καὶ ἀδύνατο! Ὁμοίως ἐκεἶνοι ζητοὖν ἀπὸ ἐμ᾵ς νὰ δεχθοὖμε τὸ πρωτεἶο καὶ τὸ ἀλάθητο. νὰ ἀρνοὖνται τὴν ΢ύνοδο τ῅ς Φαλκηδόνος. ποὺ στηρίζεται στὴν ΢υνοδικότητα. Καὶ στὸ βιβλίο του. Καὶ νὰ τὸ ἔχωμε μόνιμο ἐρώτημα μέσα μας: Μήπως ὁ ζ῅λος μου ἐκτρέπεται μὲ ζ῅λον «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» καὶ ἀντὶ καλοὖ προξενεἶ κακό. αἱ δὲ Ἐκκλησίαι ἀντέχωνται τὦν ἑαυτὦν. Ὁ ἅγιος εἷχε μελετήσει καλὰ ὅλα τὰ συναφ῅ προβλήματα. τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους.Καὶ συμπεραίνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Ὁ μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς εἷναι ἄνθρωπος ὀλέθριος». Μήπως δὲν εἷχε τὸν πικρὸ ὆εαλισμὸ τ῅ς δικ῅ς μας πείρας. Ὄχι. Ἄρα καὶ αὐτὸ εἷναι ἀδύνατο νὰ γίνει! Πρὸς τί λοιπὸν ὁ διάλογος. πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τὦν αὐτὦν ἀρχὦν (δηλ. τὸ ἀλάθητο. Ἂν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μένουν στὴν ἐκκλησιαστική τους ταυτότητα. Σὰ αὐστηρὰ αὐτὰ λόγια του γεμάτου ταπείνωση καὶ ἀγάπη ἁγίου Νεκταρίου. ὥστε καθιστὦσι τὴν ζητουμένην ἕνωσιν ἀδύνατον· διότι δὲν ἔχουσι οὐδὲν σημεἶον συναντήσεως. ζητοὖσι δὲ ἑκάτερα (τὰ μέρη) παρὰ τ῅ς ἑτέρας (Ἐκκλησίας).

φαίνεται ὁλοκάθαρα ἀπὸ τὴν ἀρχή. χωριστὰ ὁ καθένας. νὰ ἐπανέλθη στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὴν σωτηρία (ἀφοὖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἷναι ἡ Μία Ἐκκλησία). Ὁ ἐπίσκοπος. Ὄχι γιὰ τὰ ὅποια σχέδια. Ἡ καλὴ μεθόδευση ἐνεργειὦν ἔδωκε σὲ στρατηγοὺς περιφανεἶς νίκες. τί λόγο ὑπάρξεως ἔχουν οἱ διάλογοι καὶ οἱ ἐπικοινωνίες μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. νὰ καταλάβη τὸ λάθος της. καὶ συνεπὦς. αἷ δαἶμον! Ποὖ τρέχεις. Σὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. «ἔστι λίαν πιθανόν». ὅτι ἡ εἰδωλολατρεία εἷναι δαιμονικὴ θρησκεία καὶ οἱ ἱερεἶς της ὑπηρέτες τοὖ διαβόλου. Δηλαδὴ ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: Ὅσο καὶ ἅν φαίνεται «ἀδύνατον» καὶ «πόνος μάταιος». Ὁ ἄλλος τοὖ μιλάει μὲ τὴν χριστιανικὴ καλωσύνη καὶ ἀγάπη. ἐργάζεται μόνο γιὰ τὴν σωτηρία. ἔγινε ἀφορμὴ νὰ διαλυθοὖν κοσμοκρατορίες. ἡ Ἐκκλησία.3. Ἀφορᾶ στὴν σωτηρία. Καὶ αὐτὸς εἷναι ὁ ὑπέρτατος στόχος κάθε ποιμαντικ῅ς: Νὰ ἑλκύση σύνολα. αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς. ΢τὸ «Γεροντικό» διαβάζομε: Δυὸ μοναχοὶ συναντοὖν. Γιατί μόνο τότε μπορεἶ. ἕναν ἱερέα τὦν εἰδώλων στὴν ἔρημο. Ἀνέκαθεν στοὺς πολέμους ἐφάρμοζαν μία τέχνη. ἅν εἷπα κάπου ἀλλοὖ στὰ βιβλία μου κάτι διαφορετικό. Ἡ κακή. θὰ ἔπρεπε ὁ ἅγιος Νεκτάριος νὰ ἔλεγε: Λάθος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ δημιουργεἶται εὔλογα τὸ ἐρώτημα: Ἂν οἱ ἑτερόδοξοι ἐμμένουν στὴν ταυτότητα τ῅ς Ἐκκλησίας τους. Ἡ στρατηγικὴ εἷναι μία μεθόδευση ἐνεργειὦν. ὅτι «πᾶς πόνος μάταιος». Ὅμως δὲν τὸ λέγει. Σοὖ λέει: -Αἷ. Σοὖ λέει: . εἷναι κατὰ τὸν ἀπόστολο Παὖλο ἕνας πόλεμος. Ἔτσι δὲν ξεκινάει κάθε ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα ἐσωτερικ῅ς καὶ ἐξωτερικ῅ς ἱεραποστολ῅ς. ΢ύνολα μεγάλα. Ὁ στόχος τοὖ ἁγίου Νεκταρίου εἷναι καθαρὰ ποιμαντικός. Φρειαζόμαστε στρατηγική· καλὴ μεθόδευση. ΢υμπέρασμα Ἡ ἐργασία τὦν ἀτόμων καὶ τ῅ς Ἐκκλησίας (=τὦν ποιμένων) γιὰ τὴν σωτηρία. ἀλλὰ ἕνα σύνολο. ΢υγγνώμη. ποὺ λέγεται στρατηγική. Νὰ βοηθήση τὴν ἑτερόδοξη ἥ σχισματικὴ «ἐκκλησία». Ὁ πρὦτος μιλάει δογματικά. Ἀσφαλὦς. ὑπάρχει πιθανότητα. Ὁ διάλογος ἔχει ἕνα σκοπό. μία ὁλόκληρη «Ἐκκλησία». Ὑπάρχει ποτὲ σιγουριὰ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ἔστι λίαν πιθανὸν νὰ ἑλκύση πρὸς ἑαυτὸν (ὁ ἐπίσκοπος ὁ διαχειριζόμενος τὸν διάλογον) καὶ τὴν ἐξ ἐσφαλμένης περιωπ῅ς κρίνουσαν δογματικὸν τί ζήτημα ἑτερόδοξον ἐκκλησίαν» (5). Σί λέγει. ὄχι ἕνα ἄτομο μόνο. ὅπως τὸν ἔβλεπε ὑπὸ τὸ πρἶσμα τοὖ δόγματος.

. Μάθημα Ποιμαντικ῅ς. παράγραφος 36). Καὶ ἔγινε τύπος Ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας. Θεσσαλονίκη 1974 (3). Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ ἕνας ἔκαμε μία ἄκριτη μετωπικὴ ἐπίθεση ἐναντίον τοὖ ἱερέα τὦν εἰδώλων. Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος. ὅτι ὁ κόπος σου θὰ πάει χαμένος!. ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ συνέχεια παραθέματα. Θεόκλητου μοναχοὖ Διονυσιάτου. Σὸ πιστεύω καὶ τὦν δυὸ μοναχὦν ἦταν τὸ ἴδιο.Βλ. Σὸ γνὦθι σαυτὸν ἤτοι μελέται θρησκευτικαὶ καὶ ἠθικαί «. Μητροπολίτου Πενταπόλεως. -Σί καλὸ εἷδες ἐπάνω μου. ποὺ ὅρμησε ἐπάνω του καὶ τὸν «ἐσάπισε» στὸ ξύλο.-΢ωθείης· σωθείης. ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ ἐν συνέχειᾳ παραθέματα. 135136. . Καὶ σὲ λυπ᾵μαι. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης. ὅτι ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ψυχή σου μὲ ζ῅λο.Βλ. γιατί δὲν τὸ ἔχεις καταλάβει. Ἐρωτάει μὲ ἀπορία ὁ ἱερέας τὦν εἰδώλων τὸν ἅγιο Μακάριο. Σὰ λόγια του δευτέρου. ὁρίων καὶ προὉποθέσεων ἀγάπης καὶ καλωσύνης. 3. 2. σ. ποὺ ἄφησε τὴν εἰδωλολατρεία καὶ τὸ ἐπίζηλο ἀξίωμά του. . καὶ μοὖ μιλᾶς μὲ τόσο καλὸ τρόπο. . Εἷχε σωστὸ κριτήριο.. πλήρης γέγονε καὶ τ῅ς θεολογίας». Ἀποτέλεσμα:   Σὰ λόγια του πρώτου ἐξόργισαν τὸν ἱερέα τόσο. καὶ ἔγινε χριστιανὸς καὶ μοναχὸς (Ἀββ᾵ Μακαρίου. σσ. Καὶ ἐκέρδισε μία μεγάλη νίκη. Γιὰ τὴν αἰωνία ζωή. 192. Ἀπαντάει ὁ ἅγιος: -Βλέπω. τὸν κατένυξαν τόσο. Μητροπολίτου Πενταπόλεως. χριστιανὸς σύ. σ. θεωροὖσε χρέος του νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνία μὲ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς· ποθὦντας καὶ ἐπιδιώκοντας τὴν σωτηρία τους.. Καὶ σωστὸ μέτρο. . λθ´). μὲ τὴν σιγουριὰ τ῅ς ἀγάπης καὶ τ῅ς γνώσης τ῅ς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεως.Βλ. Ἐκέρδισε ἕναν ἄνθρωπο. ΢ημειώσεις 1.. ### Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης «πλήρης ὥν τ῅ς ἀγάπης. 329 κ.ἔ. Ὁ ἅγιος Μακάριος ἐφάρμοσε μία στρατηγική· ἔκαμε μία μεθόδευση. Ἐκέρδισε τὸν ἀδελφό του.» Ἀθ῅ναι 1962 (2) (Κεφάλαιον Ζ´. Νεκταρίου Κεφαλ᾵. καματηρέ! Αὐτὸ σημαίνει καλὴ μεθόδευση· καλὴ στρατηγική. ὁ ἄνθρωπος τ῅ς ἄνευ ὅρων.

. τόμος Α´. ..Βλ.π. Ἁγίου Νεκταρίου.+. ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὰ ἐν συνέχειᾳ παραθέματα.Βλ. σσ. Μητροπολίτου Πενταπόλεως.4. Ἀθ῅ναι 1998 (2). 28-29. Μάθημα Ποιμαντικ῅ς..σ. 192 . ὄπ. Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τὦν αἰτίων τοὖ ΢χίσματος *. Ἁγίου Νεκταρίου. 5. .

Ἅγιος Νεκτάριος Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου πρὸς τὴν φύση πρόδρομος ὑγιοῦς οἰκολογικοῦ ἐνδιαφέροντος (Ἀπόσπασμα Ὁμιλίας Μοναχ῅ς τ῅ς Ἱερ᾵ς Μον῅ς Ἁγίου Μηνᾶ Αἰγίνης. μένουν πιστοὶ σύντροφοι καὶ διακονητές τους. συναντοὖμε ἀναρίθμητα θαυμαστὰ περιστατικά. Ὁ Ἅγιος σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ στάθηκε μὲ σεβασμὸ μπροστὰ στὸ δημιούργημα τοὖ Θεοὖ. ποὺ ἡ συμβολή του στὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα – παρότι μ᾵ς ξενίζει στὸ ἄκουσμα – εἷναι. οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο. ἔτσι ὥστε οἱ ἱεροσπουδαστές. κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ τὴν διηύθυνε. Ἡ ἐνδυμασία του πτωχικὴ καὶ εὐτελής. ἔκθαμβους ἡ φωτισμένη καὶ σωστὴ βιοτή του ἀπέναντι στὸ συγκεκριμένο θέμα. ὅπως καὶ ὅλων τὦν Ἁγίων. ὅπως κάποτε ἡ θάλασσα τ῅ς Σιβεριάδος καὶ ὁ ἄνεμος ὑπήκουσαν στὸ πρόσταγμα τοὖ Κυρίου. ΢τὴν Ριζάρειο ΢χολή. περιοριζόταν στὶς ἀπολύτως ἀπαραίτητες ἀνάγκες. ἦταν δυνατὸν ὁ χαριτωμένος αὐτὸς ἄνθρωπος νὰ διανοηθ῅ νὰ προξενήση τὸ παραμικρὸ κακὸ στὸ ὡραἶο δημιούργημα τοὖ Θεοὖ καὶ πὦς ἦταν δυνατὸν νὰ κάνῃ ἐγωιστικὴν χρήσιν τοὖ κόσμου. Ἡ ζωή του. Προβάλλει ἕναν νέον τρόπον ζω῅ς. αὐθεντική. ὑπ῅ρξε εἰσηγητὴς τοὖ μαθήματος τ῅ς Γεωπονικ῅ς. διαπνεόμενον ἀπὸ τὸ πνεὖμα τ῅ς μετανοίας. κατὰ τὰ ὁποἶα τὰ ἄγρια ζὦα ὑποτάσσονται καὶ ὑπηρετοὖν τοὺς Ἁγίους. ἄκρως ἀσκητικὴ σ᾿ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις της. ἀγιάζοντας τὴν. γ´ Ὁ ὅσιος ΢εραφεὶμ τοὖ ΢άρωφ μοιραζόταν τὸ παξιμάδι του μαζὶ μὲ μιὰ ἀρκούδα καθὼς καὶ μὲ πλ῅θος ζώων ποὺ τὸν περιτριγύριζαν. γιατί καὶ σήμερα ὑπάρχουν Ἅγιοι. μὲ θέμα: «Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΤ ΑΓΙΟΤ ΝΕΚΣΑΡΙΟΤ ΠΡΟ΢ ΣΗΝ ΥΤ΢ΙΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ΢ ΤΓΙΟΤ΢ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΤ ΕΝΔΙΑΥΕΡΟΝΣΟ΢»). Πὦς. ἡ σπατάλη καὶ ἡ πολυτέλεια ἄγνωστα σ᾿ αὐτόν. Ἂν καὶ δὲν συνέγραψε εἰδικὴ μελέτη γιὰ τὸ περιβάλλον μ᾵ς ἀφήνει. Ἀνέκαθεν οἱ Ἅγιοί μας. τὴν κτίσιν. . Εἷναι γνωστὴ σὲ ὅλους ἡ μεγάλη ἀγάπη ποὺ εἷχε γιὰ τὰ δέντρα καὶ τὰ λουλούδια. λοιπόν. ἀποτελοὖν τὶς ξεχωριστὲς ἐκεἶνες μορφὲς ποὺ ἑλκύουν τὴν Φάριν τοὖ Θεοὖ καὶ τὴν ἐκπέμπουν σὲ ὁλόκληρον τὴν κτίσιν. ἀλλὰ καὶ τὰ στοιχεἶα τ῅ς φύσεως ὑπακοὖν σ᾿αὐτούς. β´ Μία λεοπάρδαλις παραμένει ἐπὶ πολλὰ χρόνια κοντὰ στὸν Ἀββ᾵ ΢τέφανο τὸν Μαλωχ᾵ γιὰ νὰ τοὖ φυλάττῃ τὰ λαχανικὰ ἀπὸ τὰ ἀγριογούρουνα. δ´ Ὁ γέρο Ἰσαὰκ ὁ Διονυσιάτης κοιμόταν μαζί με ἕνα φίδι ἀλαφιάτη ποὺ ἦταν ἀχώριστος φίλος του. ΢τοὺς βίους τὦν Ἁγίων μας ἀλλὰ καὶ ἐκλεκτὦν σύγχρονων Μοναχὦν. κυριολεκτικά. καθὼς μαρτυρεἶται στὸ βιβλίο Πρακτικὦν τοὖ ΢υμβουλίου τ῅ς ΢χολ῅ς. τ῅ς ἀγάπης καὶ τ῅ς ἀσκήσεως. ἀδελφικ῅ς ἀγάπης καὶ εὐχαριστίας. σωστὴ χρ῅σις τ῅ς κτίσεως. Υυσικὴ συνέπεια τοὖ πνεύματος αὐτοὖ ἦταν ἡ δοξολογική. Ἡ τροφή του λιτότατη. Ἀνάμεσά τους καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. ἐνὦ πέφτει νεκρὸ μόλις ἀντιλαμβάνεται τὴν ὁσιακὴν κοίμησιν τοὖ Ἁγίου διότι ἔχασε τὸν εὐεργέτη του. Σὰ περιστατικὰ τ῅ς ζω῅ς του ποὺ δείχνουν αὐτὴν τὴν εὐλογημένην στάσιν του εἷναι πάρα πολλά. γνήσια καὶ ὁλοκληρωμένη. Ἀναφέρουμε ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ παραδείγματα: α´ Σὸ λιοντάρι μεταφέρει τὸ νερὸ τὦν πατέρων στὴ Λαύρα τοὖ Ὁσίου Γερασίμου τοὖ Ἰορδανίτου. Ἡ ὁσιακὴ μορφή του ἐχαρακτηρίζετο ἀπὸ ἀπόλυτον συμμετρίαν. Δεχόταν τὰ ἀγαθὰ τ῅ς φύσεως ὡς δὦρα τοὖ Θεοὖ καὶ τὰ χρησιμοποιοὖσε «μετὰ φόβου Θεοὖ».

ἐνὦ ἀκόμη ἦταν στὴν Ριζάρειο. ὅπως γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸ ὑπ᾿ ἀριθμ. ὁ Ἅγιος Νεκτάριος περιποιεἶτο προσωπικὦς τὸν κ῅πον τ῅ς ΢χολ῅ς. Ἀλλὰ καὶ κατόπιν. Λέγεται ὅτι κάθε πρωί... . ποὺ ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὴ Μονὴ ἔκοβε τὰ λουλούδια τ῅ς αὐλ῅ς. πρὶν τὴν Ἀκολουθία τοὖ Ὄρθρου.». ποὺ ἐφιλοξενοὖντο στὸ Μοναστήρι του. ἀνοίγων αὔλακας καὶ ὀχετούς. Κατὰ τὸ ἔτος 1906. ποτίζων αὐτοὺς δι᾿ ὕδατος. στὴν Αἴγινα ἠσχολεἶτο καὶ «εἰς χειρωνακτικὰς ἐργασίας καὶ μάλιστα βαρει᾵ς μορφ῅ς. Ὁ Ἅγιος ποὺ τὸ εἷδε.1906 ἔγγραφον τοὖ Δημάρχου στὸ ὁποἶο ἐκφράζονται οἱ εὐχαριστίες καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτοὖ καὶ ὁμολογοὖνται οἱ πολλὲς εὐεργεσίες τοὖ Ἁγίου πρὸς τὴν ν῅σον τ῅ς Αἰγίνης.. μεταφερομένου ὑπ᾿ Αὐτοὖ ἐκ μακριν῅ς ἀποστάσεως. Κάποτε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι. στὸν Ἱερὸ Παρθενὦνα του. Κατ᾿ ἐξοχὴν φίλος τοὖ πρασίνου ἐπιθυμοὖσε νὰ πληρωθοὖν ὅλες οἱ γωνιὲς τ῅ς νήσου μὲ φυτεἶες δένδρων χρησίμων..». στὸ Μοναστήρι τ῅ς Ἁγίας Σριάδος. ὁ Ἅγιος ἔσκαβε τὸν κ῅πο καὶ ἐμπλουτίζοντάς τον μὲ νέα λουλούδια καὶ δέντρα καὶ παρακολουθώντας τὴν αὔξησιν τὦν ἤδη ὑπαρχόντων ἀπεδείκνυε ἐμπράκτως τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν φύσιν. Εἷναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀγάπη τοὖ Ἁγίου γιὰ τὴν Παναγία στὴν ὁποία ἀφιέρωνε κάθε τι ὡραἶο. Κατὰ προφορικὴ μαρτυρία τ῅ς μακαριστ῅ς Γερόντισσας τ῅ς Ἱερ᾵ς Μον῅ς Ἁγίου Μην᾵ Νεκταρίας. τοὖ εἷπε: «Γιατί παιδί μου κόβεις τὰ λουλουδάκια τ῅ς Παναγίας. 294/12. στέλνει ὡς δωρεὰ στὸν Δ῅μο τ῅ς Αἰγίνης πέντε χιλιάδες μωρεόδεντρα γιὰ τὴν μωρεοφυτεία τ῅ς νήσου.3. ΢ύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τὦν μαθητὦν τ῅ς ΢χολ῅ς τ῅ς ἐποχ῅ς ἐκείνης. γιὰ νὰ τὸ ἀκούση ὅλη ἡ φύσις. ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρεται. ἀνήμερα τὸ Πάσχα ἔστελνε ὁ Ἅγιος μία Μοναχὴ μαζὶ μὲ τὰ παιδιά.νὰ ἐκπαιδεύωνται καταλλήλως ἀποβαίνοντες χρήσιμοι στὶς πρακτικὲς ἐργασίες τ῅ς ἰδιαιτέρας πατρίδος τους. καλλιεργὦν κήπους καὶ ἀγρούς. νὰ ψάλλουν στὸ βουνὸ τὸ «Φριστὸς Ἀνέστη».

Αὐτὸ διαπιστώνεται μέσῳ τ῅ς τηλεοράσεως καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς ἀθλητές. στὸν ὁποἶο δεσπόζει ἡ μορφὴ τοὖ Ἀπόλλωνος. Σεὖχος 9. τὰ ὁποἶα σηματοδοτοὖν τὴ θρησκευτικότητα τὦν ἀγώνων αὐτὦν. καὶ τὶς πνευματικές τους διαστάσεις. διότι οἱ ὀλυμπιονίκες μας ἐπικαλοὖνται τὴν δύναμη τοὖ θεοὖ στὸ ἐγχείρημά τους. Πρέπει νὰ ἀναζητήσει τὸν Ἅγιο Προστάτη τὦν ἀγώνων καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει κάτω ἀπὸ τὴν προστασία του. Ἡ νεωτέρα χριστιανικὴ Ἑλλάδα. πολιτικ῅ς. γιὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐκθέτουμε στὴ συνέχεια. Ἀπὸ τὴν ἀναβίωσή τους τὸ 1896. Οἱ εἰρηνικοὶ αὐτοὶ ἀθλητικοὶ ἀγὦνες εἷχαν ὡς στόχο τους νὰ διδάξουν στὸν ἑλληνικὸ λαὸ τὴν εὐγενικὴ ἅμιλλα καὶ νὰ κατασιγάσουν τὶς πολεμικὲς ἀναμετρήσεις. πολιτισμικ῅ς. κοινωνικ῅ς. γιατί ὄντως ὑπάρχει ὁ Ἅγιος τὦν ἀγώνων καὶ τὦν σταδίων. ὅπως ὁ Δίας καὶ ὁ Ἀπόλλων. Οἱ ἴδιοι οἱ ἀθλητὲς δηλαδή. διότι διατηρεἶ τὸ ἐντόνως θρησκευτικὸ πνεὖμα τὦν ἀγώνων αὐτὦν καὶ τοὺς καθιστὰ εὐγενεἶς καὶ εἰρηνικούς. ὁ ἐν Αἰγίνῃ. «ὁ πάλαι ποτὲ Μητροπολίτης . τὰ Ἰδανικά «του ὡραίου. μὲ τὴ συμμετοχὴ πλέον τ῅ς παγκοσμίου κοινότητος. τοὖ μεγάλου καὶ τοὖ ἀληθινοὖ». ΢ὲ αὐτὸ συντελοὖσε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν «στενὰ συνδεδεμένοι μὲ θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἀποτελοὖσαν μέρος τ῅ς λατρείας». ἀλλὰ καὶ ἀσφαλιζόμενοι μὲ τὸ σημεἶο τοὖ ΢ταυροὖ. πρέπει ἐν τούτοις νὰ καταστήσει σαφ῅ τὴν παρουσία τοὖ θεοὖ. Σρία χρόνια πρὸ τ῅ς διεξαγωγ῅ς τὦν πρώτων συγχρόνων Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων στὴν Ἀθήνα τὸ 1896. Ἀκόμη καὶ πολὺ ἀργότερα. ἐκτὸς τ῅ς ἀθλητικ῅ς. δὲν ἔπαψαν «νὰ συνδέονται μὲ τὴ θρησκεία» καὶ νὰ «γίνονται πρὸς τιμὴν μι᾵ς θεότητας». Περιοδικὸ «Σόλμη» τ῅ς Ἀρχιεπισκοπ῅ς Ἀθηνὦν. εἰρηνικ῅ς. ὅπου τὰ ἑλληνικὰ κράτη-πόλεις. ΢ύμφωνα μὲ τὸν σκοπὸ καὶ τὸ πλαίσιο τοὖ ἱεροὖ χώρου ὅπου ἐτελοὖντο. ΠΡΟ΢ΣΑΣΗ΢ ΣΗ΢ ΓΤΜΝΑ΢ΣΙΚΗ΢ ΑΘΛΗ΢ΕΨ΢ ΚΑΙ ΣΨΝ ΟΛΤΜΠΙΑΚΨΝ ΑΓΨΝΨΝ Ἄρθρο τοὖ Ἀριστοτέλη Φρ. προσπαθοὖσαν. Αὐτὸ γιὰ λόγους ἱστορικοὺς εἷναι θαυμάσιο. Εὐτυχιάδη. ὅπως ἀκριβὦς τὸ ἤθελαν οἱ ἀρχαἶοι μας «δεισιδαιμονέστεροι» πρόγονοι καὶ ἱδρυτὲς τὦν ἀγώνων αὐτὦν. ἀποδίδουν στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγὦνες καὶ τὴν ἀληθινὴ πνευματική τους διάσταση. ἡ ὁποία καὶ τότε ἔκαιγε ἄσβεστη ἡμέρα καὶ νύκτα. τὸ θρησκευτικὸ ἱστορικὸ νόημα καὶ πλαίσιο τὦν Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ τελετουργικὸ ἁφ῅ς τ῅ς ὀλυμπιακ῅ς φλόγας. ὄχι μόνον λεκτικὦς. μὴ χριστιανικὦν θρησκευμάτων. ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. σελίδες 62-65. ὑπὸ τὴ σκιὰ καὶ τὴν προστασία τὦν θεὦν τους καὶ μέσα στὸ πνεὖμα τ῅ς εἰρήνης. Ἐπίκουρου Καθηγητ῅ τ῅ς Ἱστορίας τ῅ς Ἰατρικ῅ς ΢χολ῅ς τοὖ Πανεπιστημίου Ἀθηνὦν. οἱ ὁποἶοι ἔχουν τὸν δικό τους τρόπο ἐπικλήσεως τοὖ Θεοὖ. Οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγὦνες ἀναγνωρίζονται διεθνὦς ὡς ἡ συνέχεια τὦν ἀγώνων τ῅ς ἀρχαίας Ὀλυμπίας. ἀσφαλὦς. παιδευτικ῅ς. μέσα ἀπὸ τὰ ἀγωνίσματα τὦν ἐπίλεκτων ἀθλητὦν τους. ὑπ῅ρχε καὶ ὁ εἰδικὸς προστάτης τὦν ἀγώνων αὐτὦν. καθὼς καὶ τὸν ὀλυμπιακὸ ὕμνο. θὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἀθλητὲς ἄλλων.Ἅγιος Νεκτάριος Ο ΑΓΙΟ΢ ΝΕΚΣΑΡΙΟ΢. Ἰούνιος 2001. δέ. ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Κεφαλ᾵ς. χωρὶς νὰ ἀποβάλει τὰ ἱστορικὰ πνευματικὰ σύμβολα τὦν Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων. ἀφήνοντας κατὰ μέρος τοὺς πολέμους καὶ κάθε εἴδους ἐχθρότητες. τὸν ὁποἶο πιστεύει καὶ ἐπικαλεἶται σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις οἱ ὁποἶες τὴν ἀφοροὖν. Σὸ πνεὖμα αὐτὸ παραμένει οὐσιὦδες καὶ σήμερα σὲ ἐπίπεδο ἀθλητὦν. ἐθνικ῅ς καὶ παγκοσμίου προοπτικ῅ς. ὅταν βαθμιαίως μετασχηματίσθηκαν σὲ γνησίους ἀθλητικοὺς ἀγὦνες. τὸ ὑψηλὸ ἠθικὸ καὶ θεοπρεπὲς κύρος. νὰ προβάλουν.

τὸ 1891. ἀλλὰ καὶ τὴν παίδευση τ῅ς νεότητας: «Σ῅ς ἁρμονικ῅ς γυμνασίας τὦν δυνάμεων τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τοὖ σώματος. καθ᾿ ὅσον «ἡ ἄσκησις προθυμοτέρους πρὸς τοὺς ἀγώνας καθιστ᾵ διὰ τὴν ἕξιν.Πενταπόλεως». δὲν παραλείπει νὰ ἀναλύσει τὰ ὠφέλη ἀπὸ τὴν συνάθληση τὦν νέων σὲ ἀγὦνες: «Ὁ Γυμναστικὸς ΢ύλλογος προτίθεται διὰ τ῅ς συνεχοὖς ὁμιλίας τὦν ἑταίρων νὰ συσφίγξη τοὺς δεσμοὺς τ῅ς φιλίας. κατὰ τὴν πέμπτη ἐπέτειο τ῅ς Ἑνώσεως τὦν Γαλλικὦν . καὶ «τὴν σωφροσύνην». ἀποτελοὖν φυτώριο ὄχι μόνον γιὰ τὴν ἄθληση. Ὡς εἷναι φυσικὸ κατόπιν αὐτὦν. ὥστε νὰ σημειώνει μὲ ἔμφαση ὅτι ἡ «πεπολιτισμένη Εὐρώπη ἀριθμεἶ τοσούτους συλλόγους γυμναστικούς. στὴν Ἀθήνα. αὐξήση τὴν φιλοτιμίαν. κατὰ τὴν ἔκφραση τοὖ Ἀριστοτέλη. νὰ ἀποσπάση αὐτὴν τὦν ματαίων καὶ ἀνωφελὦν ἀσχολιὦν. μὲ τὴν πρώτη τους τέλεση στὴν Ἀθήνα. Ἡ σύστασις τοὖ ΢υλλόγου τούτου. Εἷναι ἀξιοσημείωτο ὅτι οἱ πρωτοποριακὲς αὐτὲς τοποθετήσεις τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἐπὶ τὦν γυμναστικὦν ἀγώνων. ἱκανοὺς πρὸς π᾵σαν ἐπιχείρησιν». καὶ φιλοπονωτέρους διὰ τὴν πρὸς τοὺς πόνους οἰκείωσιν». οἱ ὁποἶοι δύνανται νὰ καταστοὖν «ὠφέλιμοι τὴ τὲ πόλει καὶ τὴ κοινωνία καὶ τὴ πατρίδι. κατὰ τὸν ὁποἶο «τὰ τὲ ὑπερβάλλοντα γυμνάσια καὶ τὰ ἐλλείποντα φθείρει τὴν ψυχήν. νὰ ἀναδείξουν «ἄνδρας τελείως μεμορφωμένους. Αὐτὸ συνέβη μόνον δυὸ χρόνια μετὰ τὴν ἵδρυση τοὖ Πανελληνίου Γυμναστικοὖ ΢υλλόγου. εἷχαν ὅμως ἀρχίσει νὰ δρομολογοὖνται ὑπὸ τοὖ ἀπὸ τὸ 1892. τὴν 21η Αὐγούστου τοὖ ἔτους 1893. ἐπαναφέρει καὶ ἀναδεικνύει ὅλα τὰ στοιχεἶα ἐκεἶνα τὰ ὁποἶα συνιστοὖσαν τὴν ἄθληση στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγὦνες. τ῅ς ἀμελείας καὶ πάσης κακίας καὶ παρασκευάση ἄνδρας κρατεροὺς πρὸς ὑπεράσπισιν τὦν δικαίων τ῅ς πατρίδος». οἱ ἀγὦνες εἷχαν πνευματικὴ προοπτική.. τότε «ἡ εὐέλπιδα τ῅ς Κύμης νεολαία» εἷχε «τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὸ θάρρος ὅπως. σῴζεται δὲ ἡ σωφροσύνη ὑπὸ τ῅ς μεσότητος». ΢ημειώνει τὴν παρουσία Γυμναστικὦν ΢υλλόγων στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Εὐρώπη.. Κατὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. τὴν γενέτειραν τ῅ς ἀκηδίας.. νὰ ἀδελφοποίηση τὴν νεολαίαν. οἱ ὁποἶοι ἀνασυστάθηκαν μὲν τὸ 1896. ὠφελιμότατοι πρὸς τὲ τὸ ἔθνος καὶ τὴν ἀνθρωπότητα ἐν γένει». Ὠν τὸ πλ῅θος ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τὦν σχολείων».. καρπὸς τοὖ φωτισμένου μυαλοὖ του. τ῅ς ἐγκαινιζομένης σήμερον ὑπὸ τοὖ συστάντος σήμερον Γυμναστικοὖ ΢υλλόγου τ῅ς μουσικοτραφοὺς νεότητος. ὅπως λέγει. ἐμπνευστοὖ καὶ εἰσηγητοὖ τὦν συγχρόνων ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων. Σὴν ὁμιλία ἐξεφώνησε ὁ ἴδιος στὰ ἐγκαίνια Γυμναστικοὖ ΢υλλόγου στὴν Κύμη τ῅ς Εὐβοίας. συμπίπτουν χρονικὦς μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐνέργειες τοὖ γάλλου βαρόνου. νὰ διασκέδαση τ᾵ς ταπειν᾵ς ἀντιπάθειας καὶ ἀντιζηλίας. σὲ μελέτη τοὖ ὑπὸ μορφὴ ἐγγράφου ὁμιλίας «Περὶ Γυμναστικ῅ς». Ἀκολουθώντας «τὸν ΢ταγειρίτη φιλόσοφον Ἀριστοτέλη». προώρισται νὰ ἀναδείξη καλοὺς καγαθοὺς ἄνδρας». μὲ σκοπὸ νὰ συντελέσει καὶ αὐτὸς «εἰς τὴν ἀληθ῅ μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν». θέση πρώτη τὸ β῅μα πρὸς τὰ πρόσω καὶ δώση τὴν πρώτην ὤθησιν πρὸς τὴν πρόοδον». Ὅπως δὲ ἐτόνισε. μὲ τὴν ὁμιλία του στὴ ΢ορβόννη. καὶ ἀφοροὖσε μία καθαρὦς ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἐκ μέρους τὦν νέων.. ἀναφέρεται στὴν ἀξία καὶ τὸν σκοπὸ τ῅ς γυμναστικ῅ς ἀθλήσεως καὶ τὦν ἀθλοπαιδιὦν γιὰ τοὺς νέους. καὶ ἀποκλείει ἐκ προοιμίου τὸν αὐτοσκοπὸ τ῅ς ἀθλήσεως: «Ἡ σύμμετρος σωματικὴ γυμνασία ἐθεωρήθη ἀπ᾿ αἰώνων ὑπὸ πάντων τὦν πεπολιτισμένων ἐθνὦν ὡς ἀναγκαία ἄσκησις καὶ ἀναπόσπαστος ἀκόλουθος καὶ σύντροφος παντὸς ἐλευθέρου καὶ εὗ ἠγμένου πολίτου καὶ τ῅ς τελείας παιδεύσεως ὁ ἀληθὴς χαρακτήρ».. συνήλθομεν νὰ τελέσωμεν τὰ ἐγκαίνια. ἀνάπτυξη τὴν συγγεν῅ ἅμιλλαν. τὴν ὁποία θεωροὖσε «σύμβολο τ῅ς ὑγείας τ῅ς ψυχ῅ς καὶ μητέρα πάσης ἀρετ῅ς». Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔδιδε τόση σημασία στοὺς ἀθλητικοὺς ΢υλλόγους... οἱ ὁποἶοι. τ῅ς χαυνότητος... Ὡς νόημα τὦν ἀγώνων καὶ τελικὸ σκοπὸ τοὺς καθόριζε τὴν «ἀρετ᾵ν πολύμοχθον». ἀπομακρύνη τὴν ἀργίαν.

DE COUBERTIN.Ἀθλητικὦν ΢ωματείων. ἡ κατὰ τὴν προσφιλ῅ της Ἐκκλησίας μας τακτικὴ περὶ Προστατὦν Ἁγίων ἀναθέση τὦν Ἀγώνων αὐτὦν στὴ σκέπη καὶ τὴν προστασία τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου εἷναι μ᾵λλον ἐπιβεβλημένη καὶ εὐκταία. μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνονται ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι καὶ χρήσιμοι στὴν κοινωνία πολίτες». Πέρα τὦν ἀθλητικὦν τοποθετήσεών του καὶ τοὖ ἁγιοπνευματικοὖ κύρους του. Δὲν πρέπει. Ἡ εὐχὴ καὶ ἡ εὐλογία τοὖ πρὸς τὸν Γυμναστικὸ ΢ύλλογο τ῅ς Κύμης τοὖ 1893 συνοδεύει ὅλους τους Ἀθλητικοὺς ΢υλλόγους καὶ ὅλα τὰ στάδια τὦν ἀγώνων. μὴ ἄλλοι ἀνθ᾿ ἡμὦν στήσωσι τὰ τρόπαια». Ἡ λεπτομερὴς ἐκτίμηση τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου περὶ τὦν ἀθλητικὦν ἀγώνων καὶ γυμναστικὦν ΢υλλόγων τοποθετεἶται ἀκριβὦς μεταξὺ τὦν δυὸ αὐτὦν ὁροσήμων τ῅ς ἀναβιώσεως τὦν Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων. τὸν ὁποἶον ἀνεβίωσε καὶ «καθόρισε ὁ Ρ.. ὅπως βαδίση ἀπροσκόπτως πρὸς τὸ στάδιο τοὖ ἀγὦνος καὶ ἐκπλήρωση ἀσφαλὦς τὸν ὁποἶον προτίθεται μέγα σκοπόν. καὶ ὅτι «συναισθάνεται ὅτι ἔλαχε τὴ παρούση γενεὰ ὁ κλ῅ρος νὰ συμπλήρωση τὸ ἔργο τὦν πατέρων της. συναισθάνεται ὅτι οὐ καιρὸς τοὖ καθεύδειν. χρησιμοποιοὖσαν σὰν βασικὸ στοιχεἶο τ῅ς ἀγωγ῅ς τὴν ἀγωνιστική. Γένοιτο! . ἀντίθετα μὲ τοὺς συγχρόνους του. Ἐν ὄψει μάλιστα τὦν ὑφισταμένων δυσκολιὦν. κατὰ συνέπεια δὲ καὶ τὦν Ὀλυμπιακὦν: «Πέποιθα ὅτι καὶ ὁ γυμναστικὸς οὗτος σύλλογος θὰ τύχη τ῅ς προσηκούσης ὑποστηρίξεως. μὲ τὴν προπαρασκευὴ τ῅ς ἀνασυστάσεως τὦν Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων. ὁ Ἅγιος μὲ τρόπο προορατικὸ ἔλεγε πρὸς τὸ πανελλήνιο γιὰ τὸν Γυμναστικὸ ΢ύλλογο τ῅ς Κύμης. νὰ ἀγνοηθ῅ ὅτι κατὰ τὴ χρονικὴ αὐτὴ συγκυρία τ῅ς εὐρωπαϊκ῅ς ἀφυπνήσεως γιὰ τὰ ὀλυμπιακὰ ἀθλήματα. ΢υμπίπτει ὅμως καὶ μὲ τὴν γενικὴ ἐκτίμηση ὅτι ὁ ὀλυμπισμὸς «ἀπὸ βλέπει στὴν καθολικὴ διαπαιδαγώγηση τοὖ ἀτόμου. τὶς ὁποἶες συνεπάγεται τὸ ἐγχείρημα τ῅ς ὀργανώσεως τόσο μεγάλων ἀγώνων.. ἀλλὰ διαμόρφωνε καὶ τὸν ψυχικὸ καὶ πνευματικό τους κόσμο.. ἡ χρονικὴ αὐτὴ συγκυρία τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου. ὡς ἀναλυτοὖ καὶ ἐμψυχωτοὺ τὦν ἀθλητικὦν ἀγώνων στὴν Ἑλλάδα. ἀλλὰ καὶ τὦν ἐν γένει προβλημάτων καὶ κινδύνων οἱ ὁποἶοι πάντοτε ἐλλοχεύουν σὲ παγκόσμια γεγονότα. νὰ ἀγγίση τὸ ἰδανικό της καλοκαγαθίας τὦν ἀρχαίων Ἑλλήνων». οὐδὲν περιθώριο ἀφήνει ἀμφισβητήσεως τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ὡς Προστάτου τ῅ς γυμναστικ῅ς ἀθλήσεως καὶ τὦν Ὀλυμπιακὦν Ἀγώνων σὲ ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐνδεχομένως ἐθνικό μας ἐπίπεδο.. τὸ 1894. ἀλλὰ καὶ συμπίπτει μὲ τὸ «περιεχόμενο τ῅ς φιλοσοφίας τοὖ ὀλυμπισμοὖ». ὅταν «πολὺ σύντομα διαπίστωσε πὼς οἱ ἀρχαἶοι Ἕλληνες. σωματικὲς καὶ ἠθικὲς τοὖ δυνάμεις. καὶ μὲ τὴ θετικὴ ἀπόφαση τοὖ ΢υνεδρίου τὦν διεθνὦν γυμναστικὦν ΢υλλόγων. καὶ ὄχι μόνον. ποὺ δὲν χάριζε μόνον στοὺς νέους ὑγι῅ καὶ ἐξασκημένα σώματα. ἀλλὰ τοὖ ἐγρηγορεἶν. συναισθάνεται ὅτι τὴ ἐκληροδοτήθησαν ὑποχρεώσεις ἱεραί. τ᾵ς ὁποίας μετ᾿ αὐταπαρνήσεως ὀφείλει νὰ ἐκπλήρωση. ἀρχ῅ς γενομένης ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. ὥστε ἀναπτύσσοντας ἁρμονικὰ τὶς πνευματικές. ὅτι «ἐπιζητεἶ νὰ βαδίση ἐπὶ τὰ ἴχνη τὦν προγόνων του». ἀσφαλὦς.

τὸ ἔτος 1901 εὑρισκόμενος στὴν Ἀθήνα συνέταξε καὶ δημοσίευσε ἕνα κείμενο μὲ τίτλο «Περὶ γυμναστικ῅ς». σύμφωνα μὲ τὸν ὁποἶο «Σά τε ὑπερβάλλοντα γυμνάσια καὶ τὰ ἐλλείποντα φθείρει τὴν ψυχήν. διότι ὅπως εἷναι γνωστὸν λίγα χρόνια προηγουμένως. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος. τὸ ὁποἶο ὀνομάζει «σοφὸν ἀπόφθεγμα». «Ἀθλητικὴ καὶ Πνευματικὴ Ἄσκηση. Ἐκτεν῅ τμήματά τ῅ς εἰσηγήσεως δημοσιεύτηκαν στὴν ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση». τὸ σὦμα στὸν Ἀθλητισμὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα». Μὲ τὴν πρόταξη αὐτοὖ τοὖ ἀριστοτελικοὖ λόγου γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἷναι ὑπὲρ τοὖ μέτρου. Ἑπομένως. Λευκωσία 2002. σῴζεται δὲ ἡ σωφροσύνη ὑπὸ τ῅ς μεσότητος». ἐν῵ ἡ μεσότητα εἷναι ἐκείνη ποὺ σῴζει τὴν σωφροσύνη. τὸ σῶμα στὸν Ἀθλητισμὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα». τοὖ μεγάλου ἁγίου τὦν ἡμερὦν μας γιὰ τὸ θέμα ποὺ μ᾵ς ἀπασχολεἶ. καὶ σύντροφος παντὸς ἐλευθέρου καὶ εὗ ἠγμένου πολίτου. ἤτοι τὸ 1896.parembasis. ἀρκεἶ νὰ τηροὖνται οἱ προὉποθέσεις τ῅ς μεσότητος. Αὐτό. τόμος Α´. ΢τὴν ἀρχὴ τοὖ κειμένου του ὁ ἅγιος Νεκτάριος προτάσσει τὸν λόγο τοὖ Ἀριστοτέλους. καὶ τ῅ς τελείας παιδεύσεως ὁ ἀληθὴς χαρακτήρ».Ἅγιος Νεκτάριος Ἡ ἄποψη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τὴ γυμναστικὴ καὶ τοὺς γυμναστικοὺς συλλόγους Ἀπόσπασμα εἰσηγήσεως τοὖ ΢εβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Κάθε τί ποὺ συμβαίνει στὸ σὦμα τοὖ ἀνθρώπου ἀνταποκρίνεται στὸ ἑνιαἶο πρόσωπο καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ . εἷναι ἐνδιαφέρον νὰ δοὖμε τὴν ἄποψη ἑνὸς ἁγίου. μὲ τὸ σημαντικὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὑπάρχει στενὸς σύνδεσμος μεταξὺ ψυχ῅ς καὶ σώματος καὶ κατὰ συνέπεια ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση τὦν δυὸ αὐτὦν στοιχείων τοὖ ἀνθρώπου. γιατί κάθε ὑπερβολὴ δημιουργεἶ προβλήματα στὴν ψυχὴ τοὖ ἀνθρώπου. Σὸ ἄρθρο αὐτὸ ἀναδημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κένυας καὶ Εἰρηνουπόλεως Μακάριο στὸ βιβλίο τοὖ «Ἱστορικὰ Ἀνάλεκτα Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικής”. στὰ τεύχη Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου 2003 (τεύχη 93 καὶ 94) Σὸ πλ῅ρες κείμενο μπορεἶ νὰ ἀναζητηθεἶ ἐπίσης στὴν ἰστοσελίδα τ῅ς Ἱερ᾵ς Μητροπόλεως Ναυπάκτου (www. Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως. θεωρεἶ ὅτι ἡ σύμμετρη σωματικὴ γυμνασία. ποὺ διοργάνωσε μὲ τὴν εὐθύνη τ῅ς ΢υνοδικ῅ς Ἐπιτροπ῅ς γιὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγὦνες τοὖ 2004 ἡ Ἱερὰ ΢ύνοδος τ῅ς Ἐκκλησίας τ῅ς Ἑλλάδος καὶ πραγματοποιήθηκε τὸ ΢άββατο 27 ΢επτεμβρίου 2003 στὸ Διορθόδοξο Κέντρο τ῅ς Ἱερ᾵ς Μον῅ς Πεντέλης. Ἱεροθέου.gr). βέβαια. Ἡ περίοδος αὐτὴ εἷναι σημαντική. θεωρήθηκε ἀπὸ ὅλους ὡς ὁ ἀληθινὸς χαρακτήρας κάθε τελείας παιδεύσεως. Ἔτσι θὰ ἔχουμε καὶ ἕνα κριτήριο μὲ τὸ ὁποἶο θὰ κρίνουμε καὶ τὰ σύγχρονα γεγονότα σχετικὰ μὲ τὴν ἄθληση καὶ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγὦνες. σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος δέχεται τὴν γυμναστικὴ καὶ τὴν ἄθληση τοὖ σώματος. Γράφει: «ἡ σύμμετρος σωματικὴ γυμνασία ἐθεωρήθη ἀπ’ αἰώνων ὑπὸ πάντων τὦν πεπολιτισμένων ἐθνὦν ὡς ἀναγκαία ἄσκησις καὶ ἀναπόσπαστος ἀκόλουθος. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀρχίζοντας τὴν ἀνάλυση τοὖ θέματός του μὲ βάση τὸ ἀριστοτελικὸ αὐτὸ χωρίο. μὲ θέμα «Ἀθλητικὴ καὶ Πνευματικὴ Ἄσκηση. ὅπως θὰ δοὖμε στὴν συνέχεια. ΢τὴν συνέχεια προχωρεἶ γιὰ νὰ τεκμηριώση τὴν ἄποψη αὐτή. εἷχαν γίνει στὴν Ἀθήνα οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγὦνες καὶ ὅπως ἦταν ἑπόμενο εἷχε καλλιεργηθ῅ ἕνα πνεὖμα εὐφορίας γύρω ἀπὸ τὸν ἀθλητισμὸ καὶ ἱδρύονταν πολλοὶ γυμναστικοὶ σύλλογοι γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό. στὸ δεύτερο Ἀθλητικὸ ΢υνέδριο / Ἡμερίδα στελεχὦν Νεότητος.

στὸν ψυχικὸ κόσμο τοὖ ἀνθρώπου. Ὅταν τὸ σὦμα πάσχει, ὁ ἄνθρωπος λέγει ὅτι «ἐγὼ
πάσχω». Σὸ ἴδιο, βέβαια, συμβαίνει καὶ μὲ τὸ πάθος τ῅ς ψυχ῅ς «διὰ τὸ ἑνιαἶον
πρόσωπον». Ἑπομένως καὶ τὰ δυὸ στοιχεἶα ἀσθενοὖν καὶ τὰ δυὸ ὑγιαίνουν μὲ τὴν
ἀλληλοεπίδραση τοὖ ἑνὸς ἐπὶ τοὖ ἄλλου. Ὁπότε «ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ προνοήση ὑπὲρ
τ῅ς ἐνισχύσεως ἀμφοτέρων». Σὸ συμπέρασμα δὲ αὐτοὖ τοὖ σημείου, κατὰ τὸν ἅγιο
Νεκτάριο εἷναι ὅτι «ἡ ἄσκησις καὶ ἡ γυμνασία τοὖ τὲ σώματος καὶ τοὖ πνεύματος, παντὶ
εὗ εἰδότι τὰ περὶ αὐτόν, εἰσὶ συμφυ῅ καθήκοντα, ἐπιβαλλόμενα αὐτὦ ὑπὸ τ῅ς ἰδίας
φύσεως καὶ τοὖ προορισμοὖ του, διότι τὸ μὲν σὦμα εὐεκτοὖν ὑπηρετεἶ τὴ ψυχὴ
προθύμως καὶ ἀόκνως, ἡ δὲ ψυχή, ἀνεπτυγμένας ἔχουσα τὰς ἐαυτ῅ς δυνάμεις, σωφρονεἶ
καὶ ὑγιαίνει καὶ τὰς τοὖ σώματος δυνάμεις σωφρόνως χειρίζεται». Κατὰ τὸν ἅγιο
Νεκτάριο ὄχι μόνον ἡ ψυχικὴ ὑγεία τοὖ ἀνθρώπου βοηθ᾵ τὸ σὦμα, ἀλλὰ καὶ ἡ σωματικὴ
ὑγεία τοὖ ἀνθρώπου βοηθ᾵ στὴν ὑγεία τ῅ς ψυχ῅ς.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν γενικὴ τοποθέτησή του ὁ ἅγιος Νεκτάριος προχωρεἶ στὸ νὰ
ὑπογραμμίση τὴν ἀλήθεια ὅτι γιὰ τὴν ἀνάπτυξη ἀμφοτέρων, δηλαδὴ τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τοὖ
σώματος, χρειάζεται μεγάλη ἐπιμέλεια καὶ πρόνοια γιὰ νὰ μὴ ὁδηγηθ῅ ὁ ἄνθρωπος στὰ
ἄκρα. Μάλιστα, ἡ πρόνοια καὶ ἡ ἄσκηση τοὖ σώματος πρέπει νὰ εἷναι λελογισμένη, διότι
ἡ ὑπερβολικὴ ἄσκηση τοὖ σώματος φθείρει τὴν ψυχή. Γενικὰ «ἡ ἄκρα πρὸς τὸ ἓν πρόνοια
ἔσται ἀμέλεια πρὸς τὸ ἕτερον». Ἰδιαιτέρως ἐπιμένει στὴν φθορὰ ποὺ προξενεἶ στὸν
ἄνθρωπο ἡ ὑπερβολικὴ ἄσκηση τοὖ σώματος. Μιὰ τέτοια ὑπερβολικὴ ἄσκηση διαφθείρει
κατὰ διπλὸ τρόπο τὴν ψυχή. Ὁ πρὦτος τρόπος εἷναι ἡ ἔμμεση φθορὰ τ῅ς ψυχ῅ς μὲ τὴν
ἀσθένεια, καὶ ὁ δεύτερος τρόπος γίνεται μὲ τὴν ὑπερβολικὴ δύναμη τοὖ σώματος, διότι ἡ
ὑπερβολικὴ δύναμη τοὖ σώματος «δυσκάθεκτον καὶ δυσήλατον αὐτὸ καθιστ᾵ καὶ
ἀνυπότακτον καὶ θρασὺ καὶ πρὸς τὰς τ῅ς ψυχ῅ς διακελεύσεις ἀπειθές». Καὶ ἐπειδὴ δὲν
ἐξασκεἶται στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ παράλληλη γυμνασία τ῅ς ψυχ῅ς καὶ κατὰ
συνέπεια ἐκείνη ἀσθενεἶ, γι’ αὐτὸ μιὰ τέτοια ὑπερβολικὴ γυμναστικὴ καὶ ἄθληση τοὖ
σώματος τοὖ παρέχει «τὸ θράσος νὰ ἐπαναστατ῅ κατὰ τοὖ πνεύματος καὶ νὰ ζητήση νὰ
καθυποτάξη αὐτὸ καὶ ὑπαγάγη ὑπὸ τὸ κράτος του».
Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς ὁδηγοὖν τὸν ἅγιο Νεκτάριο στὸ νὰ καταγράψη μὲ ἀκρίβεια ποιὸς
τελικὰ εἷναι ὁ σκοπὸς τ῅ς γυμναστικ῅ς, δηλαδὴ τ῅ς ἄσκησης τοὖ σώματος. Ὁ λόγος του
εἷναι ξεκάθαρος. Γράφει: «Ὅθεν διὰ τ῅ς γυμναστικ῅ς δὲν ἐπιζητεἶται ἡ ἐπίτευξις
ἀθλητικ῅ς ρώμης, οὐδὲ ἡ ἀκατάβλητος καὶ ἀδάμαστος τὦν μυώνων δύναμις, ἀλλ’ ἡ
ἐνίσχυσις τὦν σωματικὦν δυνάμεων πρὸς πρόθυμον ἱκανοποίησιν τὦν ἀπαιτήσεων τοὖ
πνεύματος καὶ πλήρωσιν τὦν ἐπιβεβλημένων αὐτὦ καθηκόντων, διότι σκοπὸν
προτίθεται ἡ γυμναστικὴ ν’ ἀναδείξη οὐχὶ ἀθλητὰς τὦν γυμνικὦν ἀγώνων, ἀλλ’ ἄνδρας
τελείως μεμορφωμένους, ἱκανοὺς πρὸς π᾵σαν ἐπιχείρησιν, γνωστὸν δὲ ὅτι ἡ ἄσκησις
προθυμοτέρους πρὸς τοὺς ἀγώνας καθιστ᾵ διὰ τὴν ἕξιν καὶ φιλοπονωτέρους διὰ τὴν
πρὸς τοὺς πόνους οἰκείωσιν.
Μεσότης ἄρα ἐν τῆ γυμνασίᾳ πρὸς διάσωσιν τ῅ς σωφροσύνης, ἤτοι ἁρμονικὴ ἀνάπτυξις
τὦν δυνάμεων τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τοὖ σώματος μέν, ὅπως κυριαρχ῅ τοὖ σώματος, τοὖ δέ,
ὅπως προθύμως ἐκπληροἶ τὰ κελεύσματα».
Ἀφοὖ καθόρισε μὲ προσοχὴ ὅτι σκοπὸς τ῅ς ἀθλήσεως εἷναι νὰ καταστήση τὸν ἄνθρωπο
ὁλοκληρωμένο, στὴν συνέχεια τονίζει ὅτι ἔργο τ῅ς Πολιτείας, ποὺ πρέπει νὰ μεριμν᾵ καὶ
νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν προσφορὰ τελειοτέρας ἀγωγ῅ς πρὸς τοὺς νέους, εἷναι νὰ
ἐνδιαφερθ῅ καὶ γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ καὶ μάλιστα, ὅπως γράφει, πρέπει ἡ παροὖσα γενεὰ νὰ
λάβη τὴν ὑποχρέωση «νὰ συμπληρώση τὸ ἔργον τὦν πατέρων της» καὶ νὰ ἐργασθ῅ γιὰ
τὸ μεγαλεἶο τοὖ ἔθνους καὶ νὰ ἀγωνίζεται μὲ ἑτοιμότητα «μὴ ἄλλοι ἀνθ’ ἡμὦν στήσωσι

τὰ τρόπαια ἐν τῆ Ἀνατολῆ, ἥτις κλ῅ρος ἔλαχε τῆ Ἑλλάδι». Αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἐπιτελοὖν οἱ
διάφοροι ΢ύλλογοι ποὺ ἱδρύονται.
Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ κάνει λόγο γιὰ τὴν εὐεργετικὴ παρουσία τὦν ΢υλλόγων καί,
βέβαια, ἐννοεἶ τοὺς ΢υλλόγους ποὺ ἱδρύονταν μὲ σκοπὸ τὴν ἄθληση τοὖ σώματος καὶ
τὴν γενικότερη μόρφωση καὶ τελείωση τὦν νέων ἀνθρώπων. Σὸ ἔργο τὦν ΢υλλόγων,
κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, εἷναι μεγάλο καὶ ὠφέλιμο «διότι προώρισται ν’ ἀναδείξη
καλοὺς κἀγαθοὺς ἄνδρας, ἰσχυροὺς νὰ δειχθώσιν ὠφέλιμοι τῆ πατρίδι. Οἱ σύλλογοι
τοιοὖτο δέον νὰ ἔχωσι πρόγραμμα, δέον ἐστι νὰ ἐπιζητὦσι νὰ βαδίσωσιν ἐπὶ τὰ ἴχνη τὦν
προγόνων των, καὶ νὰ φανὦσιν ἐφάμιλλοι πρὸς τὴν ἀρετὴν τὦν πατέρων των, καὶ νὰ
συντελέσωσιν εἰς τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν τ῅ς ἰδιαιτέρας αὐτὦν πατρίδος. Οἱ
σύλλογοι δέον νὰ φέρωσι μεθ’ ἑαυτὦν πάντα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα πρὸς ἐνίσχυσίν
των καὶ πρὸς ἐπίτευξιν τοὖ ἐπιδιωκομένου σκοποὖ».
Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν προσφορὰ τὦν ΢υλλόγων αὐτὦν καὶ πάλιν βρίσκει τὴν εὐκαιρία
νὰ ἐπανέλθη στὸν τονισμὸ τ῅ς ἀνάγκης συνδυασμοὖ τ῅ς σωματικ῅ς καὶ τ῅ς ψυχικ῅ς
ἀσκήσεως ποὺ συντελεἶ στὴν ἀληθινὴ μόρφωση τοὖ ἀνθρώπου. Γράφει: «ἡ σωματικὴ
γυμνασία καὶ ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις εἰσὶν οἱ δυὸ πόλοι, περὶ οὓς στρέφεται ἡ τελεία
μόρφωσις καὶ ἡ τελεία ἀγωγή». Σὰ ἀποτελέσματα μι᾵ς τέτοιας ὁλοκληρωμένης ἀγωγ῅ς
εἷναι μεγάλα διότι «ὁ κατ’ ἀμφότερα ἀνεπτυγμένος ἄνθρωπος ἀποβαίνει ἀνὴρ
εὐδαίμων, ἔξοχος, μεγαλεπίβολος, μεγαλοπράγμων, ἰσχυρὸς καὶ πρὸς π᾵σαν
ἐπιχείρησιν ἱκανός, ὠφέλιμος δὲ πρὸς πάντας καὶ ἐν παντὶ καιρ῵». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ
καλλιεργεἶται ἡ διάνοια τοὖ ἀνθρώπου καὶ κυρίως ἡ ἀρετὴ τ῅ς σωφροσύνης, ἡ ὁποία
κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη εἷναι «τὸ σύμβολον τ῅ς ὑγείας τ῅ς ψυχ῅ς καὶ ἡ μήτηρ πάσης
ἀρετ῅ς».
Οἱ ΢ύλλογοι καὶ μάλιστα οἱ γυμναστικοὶ πρέπει νὰ προσφέρουν μία τέτοια παιδεία στοὺς
νέους. Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νεκτάριος θὰ γράψη: «Σαύτης τ῅ς ἀρετ῅ς τὴν ἐπίτευξιν δέον νὰ
ἐπιδιώκωσιν οἱ γυμναστικοὶ σύλλογοι, οἵτινες πρὸς τοὶς ἄλλοις νὰ προτίθενται διὰ τ῅ς
συνεχοὖς ὁμιλίας τὦν ἑταίρων νὰ συσφίγξωσι τοὺς δεσμοὺς τ῅ς φιλίας, νὰ
ἀδελφοποιήσωσι τὴν νεολαίαν, νὰ διασκεδάσωσι τὰς ταπεινὰς ἀντιπαθείας καὶ
ἀντιζηλίας, ν’ ἀποσπάσωσιν αὐτὴν τὦν ματαίων καὶ ἀνωφελὦν ἀσχολιὦν, νὰ
εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ στάδιον τ῅ς προπαρασκευ῅ς, ν’ ἀναπτύξωσι τὴν εὐγεν῅ ἅμιλλαν,
αὐξήσωσι τὴν φιλοτιμίαν, ἀπομακρύνωσι τὴν ἀργίαν, τὴν γενέτειραν τ῅ς ἀκηδείας, τ῅ς
χαυνότητος, τ῅ς ἀμελείας καὶ πάσης κακίας καὶ προπαρασκευάσωσιν ἄνδρας κρατεροὺς
πρὸς ὑπεράσπισιν τὦν δικαίων τ῅ς πατρίδος. Σοιοὖτος δέον νὰ ᾗ ὁ σκοπὸς τὦν
συλλόγων».
Ὅταν οἱ γυμναστικοὶ ΢ύλλογοι ἔχουν αὐτὸν τὸν σκοπό, νὰ γυμνάζουν τὸ σὦμα καὶ τὴν
ψυχὴ συμμέτρως, τότε κανεὶς δὲν μπορεἶ νὰ ἔχη ἀντίρρηση γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελοὖν.
«Πὦς δυνάμεθα καὶ τὸν ἐλάχιστον νὰ ἐπιδείξωμεν ἐνδοιασμὸν περὶ τ῅ς ἐκ τὦν τοιούτων
συλλόγων προσδοκομένης μεγάλης ὠφελείας, ὅταν βλέπωμεν τὸν νοὖν βουλευόμενον
τὰ ἄριστα, τὸ δὲ σὦμα ἀκόπως ἐκτελοὖν τὰ καλὦς βεβουλευμένα;».
Δὲν σταματ᾵, ὅμως, μόνον στὸ νὰ τονίζη τὴν ἀξία τὦν ΢υλλόγων, ἀλλὰ προχωρεἶ στὸ νὰ
ὑποστηρίξη τὴν ἄποψη ὅτι ἡ ἔλλειψη τέτοιων ΢υλλόγων εἷναι «μαρτύριον τ῅ς ἀτελοὖς
ἀναπτύξεως» καὶ τ῅ς στερήσεως πολλὦν ἀγαθὦν. Ἐπαινεἶ δὲ τὴν Εὐρώπη ποὺ ἔχει
καταλάβει τὴν ἀξία τὦν ΢υλλόγων. «Ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη ἀριθμεἶ τοσούτους
συλλόγους γυμναστικούς, Ὠν τὸ πλ῅θος ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τὦν σχολείων. Ὁποίους
δὲ ἀγλαοὺς καρποὺς ἀποφέρουσι, πάντες γινώσκομεν”.

Μετὰ τὴν ἀνάλυση τὦν σκέψεων τοὖ ὁ ἅγιος Νεκτάριος φθάνει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ
Πολιτεία, οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες καὶ ἡ εὐποροὖσα τάξη πρέπει νὰ ὑποστηρίξουν τὴν
δημιουργία τὦν γυμναστικὦν ΢υλλόγων γιὰ τὴν ἰσόρροπη ἀνάπτυξη τοὖ ἀνθρώπου.
Γράφει:
«Σὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τὦν τοιούτων συλλόγων αἱ κοινωνίαι,
κατανοήσασαι, ἐκθύμως αὐτοὺς ὑπεστήριξαν. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τοὖ ἐπιδιωκομένου
σκοποὖ δέον οἱ γυμναστικοὶ οὗτοι σύλλογοι νὰ τύχωσι τ῅ς προσηκούσης ὑποστηρίξεως,
τὦν τὲ ἐπιτοπίων δημοτικὦν ἀρχὦν, τὦν πολιτευτὦν καὶ πάσης ἐν γένει τ῅ς κοινωνίας,
μάλιστα δὲ τ῅ς εὐπορούσης τάξεως, ὅπως βαδίσωσιν ἀπροσκόπτως πρὸς τὸ στάδιον τοὖ
ἀγὦνος καὶ ἐκπληρώσωσιν ἀσφαλὦς τὸν ὁποἶον προτίθενται μέγαν σκοπόν».
Ἀπὸ τὴν παρουσίαση τὦν σκέψεων τοὖ ἁγίου Νεκταρίου ἐξάγονται τὰ ἀκόλουθα
συμπεράσματα.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔζησε σὲ μία ἐποχὴ στὴν ὁποία ὑπ῅ρχε εὐφορία γιὰ τὴν δημιουργία
γυμναστικὦν ΢υλλόγων, ὕστερα ἀπὸ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγὦνες τ῅ς Ἀθήνας τὸ 1896, γιὰ
τὴν ἀνάπτυξη τ῅ς γυμναστικ῅ς καὶ τ῅ς σωματικ῅ς ἀθλήσεως. Αὐτό, ἄλλωστε,
παρετηρεἶτο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ στὴν Εὐρώπη. Βλέποντας αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ ἅγιος
Νεκτάριος δὲν τὸ ἀρνεἶται, δὲν τὸ κρίνει ἀρνητικά, δὲν τὸ σχολιάζει κριτικά, ἀλλὰ κάνει
θετικὲς προτάσεις. Ἀναγνωρίζει τὴν ἀναγκαιότητα τ῅ς ἀθλήσεως τοὖ σώματος, ἀλλὰ
τονίζει ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται σύμμετρα καὶ πάντως παράλληλα μὲ τὴν ἄσκηση τ῅ς
ψυχ῅ς. Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ χρησιμοποιεἶ χωρίο τοὖ Ἀριστοτέλους, τὸ ὁποἶο σχολιάζει
ἀπὸ πλευρ᾵ς ὀρθοδόξου. Καὶ ἐκεἶνο ποὺ παρατηρεἶ κανεὶς ἀπὸ τὸ κείμενο τοὖ ἁγίου
Νεκταρίου, ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, εἷναι καὶ ἡ εὐγένεια τοὖ χαρακτ῅ρος του καὶ
ἡ ἐσωτερική του ἠρεμία καὶ πραότητα.
Ὁ τρόπος αὐτός μας δείχνει πὼς καὶ ἐμεἶς πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε στὴν κοινωνία μας,
ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὰ τὰ φαινομενικὰ ἀρνητικὰ γεγονότα. Πρέπει νὰ ἐντοπίζουμε τὸ θετικὸ
σημεἶο κάθε γεγονότος καὶ στὴν συνέχεια μὲ ἐπιχειρήματα, μὲ εὐγένεια νὰ οἰκοδομοὖμε
τὸ πὼς πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο γιὰ νὰ ἔχη εὐεργετικὰ
ἀποτελέσματα.

Ἐκζήτηση συγνώμης ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο τὸν Θαυματουργὸ
Ἑβδομήντα ἑπτὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμησή του, ἑκατὸν ὀκτὼ μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ
τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τριάντα ἑπτὰ μετὰ τὴν ἐπίσημη ἀναγνώρισή του ὡς Ἁγίου της
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Πατριαρχεἶο Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁ
Θαυματουργός, ὁ ὁποἶος ἀδίκως εἷχε κατηγορηθ῅ καὶ ἐκδιωχθ῅ ἀπὸ τὴν θέση του στὸ
Πατριαρχεἶο τ῅ς Ἀλεξανδρείας, ἀποκατεστάθη διὰ ἀκυρώσεως καὶ ἐξαφανίσεως τ῅ς
ἄδικης ποιν῅ς ἡ ὁποία τοὖ εἷχε ἐπιβληθ῅. ΢υγκεκριμένα ὁ τότε Πατριάρχης Ἀλεξανρείας
Πέτρος Ζ´ (+2004) καὶ ἡ περὶ αὐτὸν Ἱερὰ ΢ύνοδος τὴν 15.1.1998 ἐζήτησαν κατὰ τὴν
διάρκεια συνοδικ῅ς συνεδρίας καὶ ἐνώπιον τ῅ς εἰκόνος τοὖ Ἁγίου συγνώμη ἀπὸ τὸν Ἅγιο,
ἐκ μέρους τ῅ς Ἐκκλησίας τ῅ς Ἀλεξανδρείας.
΢τὴν ἀνακοίνωση τοὖ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας διαβάζουμε: «Σὴν Α.Θ.Μ. ἀπὸ μακροὖ
ἀπησχόλησε τὸ θέμα τ῅ς ἀδίκου ποιν῅ς ἀποπομπ῅ς ἐκ τ῅ς δικαιοδοσίας καὶ τοὖ
κλίματος τ῅ς Ἀλεξανδριν῅ς Ἐκκλησίας, τοὖ ἓν Ἁγίοις πατρὸς ἡμὦν Νεκταρίου
Πενταπόλεως τοὖ Κεφαλά. Σὸ γεγονὸς τοὖτο ἤγαγεν Αὐτὴν νὰ εἰσηγηθ῅ εἰς τὴν Ἁγία
καὶ Ἱερὰν ΢ύνοδον, ὅπως αὐτὴ ἐπιληφθῆ τοὖ σοβαροὖ τούτου θέματος. Μετὰ προσοχ῅ς
πολλ῅ς ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ ΢ύνοδος διασκεψαμένη, ἐν φόβῳ Θεοὖ, καὶ τ῅ς εἰκόνος τοὖ
Ἁγίου εὑρισκομένης ἐν τῆ ΢υνοδικῆ Αἰθούση, ἀπεφήνατο διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τ῅ς
διαλευθείσης κανονικ῅ς τάξεως καὶ ἐξητήσατο τὴν συγχώρησιν παρὰ τοὖ Ἁγίου Πατρὸς
ἡμὦν Νεκταρίου διὰ τὸν διωγμὸν καὶ τὴν ἀδικώτατην κατ᾿ αὐτοὖ μ῅νιν, ἐπηρείᾳ τοὖ
πονηροὖ».
Ἡ ἀπόφαση τοὖ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας εἷναι ἱστορική. Ὄχι διότι ὁ Ἅγιος τοὖ
εἰκοστοὖ αἰὦνος εἷχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἐνέργεια αὐτήν, ἀλλὰ διότι ἡ πράξη αὐτὴ εἷναι
δεἶγμα γενναιότητος, μετανοίας καὶ δικαιοσύνης. Εἷναι μία πράξη ποὺ τιμᾶ τὸν
Πατριάρχη Πέτρο καὶ τὴν ΢ύνοδο τοὖ Πατριαρχείου, οἱ ὁποἶοι θέλησαν νὰ
ἀποκαταστήσουν κυρίως τὴν διασαλευθεἶσα κανονικὴ τάξη καὶ τὸ τρωθὲν κὖρος τὦν
τότε προκατόχων τους.
Σὸ φωτεινὸ παράδειγμα τοὖ βίου καὶ τὸ ἔργο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου μπορεἶ νὰ ἀποτελέσῃ
στὴν διαχρονικὴ πορεία τ῅ς Ἐκκλησίας, καὶ στοὺς σημερινοὺς δύσκολους καιροὺς
ἰδιαίτερα, σημεἶο ἀναφορ᾵ς γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες καὶ γιὰ κάθε χριστιανό. Θὰ
μιμηθοὖμε ἥ θὰ μείνωμε στοὺς ἐγκωμιαστικοὺς λόγους;

Προσευχὴ εἰς τὴν ἐπέτειον τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου
Μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς παρελεύσεως 108 ἐτῶν ἀπὸ τὸν ἄδικον διωγμὸν καὶ τὴν ἀποπομπὴν
τοῦ Ἁγίου ἐκ τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας.
(Ἐκ τῆς συλλογῆς τῶν διαφόρων περιστασιακῶν Προσευχῶν τοῦ Μητροπολίτου
Λεοντοπόλεως κ. Διονυσίου Χατζηβασιλείου)

Κύριε ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστέ, ΢ὲ προσκυνοὖμεν καὶ ΢᾿ εὐχαριστοὖμεν ἐκ
βάθους καρδίας, διότι διὰ τ῅ς θεϊκ῅ς ἀγάπης ΢ου, μ᾵ς ἐχάρισες
πλ῅θος μορφὦν Ἁγίων, διὰ νὰ ἀποτελοὖν τὰ ἰδανικὰ πρότυπά μας,
διὰ νὰ μεσιτεύουν καὶ ἱκετεύουν γιὰ μ᾵ς καὶ διὰ νὰ δοξάζουν τὸ
πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς Ὄνομά ΢ου, μὲ τὰ θαυμαστὰ ἔργα, τῆ

τ῅ς ταπεινοφροσύνης καὶ ἀνεξικακίας. Μεσίτευσον.ζωῆ καὶ τὰ θαύματά των. τὸ μέγα ἔλεός ΢ου καὶ θείαν ΢ου εὐλογίαν. ἡμ᾵ς δὲ πάντας. διότι. ΢ὺ ποὺ τόσον εὐλαβὦς ἐλάτρευσες τὴν Παρθένον Μαρίαν. διὰ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ εὐόδωσιν τοὖ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας. πρὸς Κύριον τὸν Θεόν. ἀξίωσον ὅπως ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος Νεκτάριος. ποὺ ἐπιτελοὖμεν σήμερον πρὸς τιμὴν τοὖ ἁγίου ἐνδόξου Πατρὸς ἡμὦν. νὰ περιφρουρήσης καὶ διαφυλάξης. Δέξου Δέσποτα Πανάγιε. γίνει ἡ κλίμακά μας. γιὰ νὰ ΢ὲ προσεγγίσωμεν καὶ λάβωμεν τὴν ἐπουράνιον Φάριν ΢ου. εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν. ΢ὺ Κύριε. εὐλαβὦς τιμὦμεν τὴν ἱεράν σου μνήμην καὶ παρακαλοὖμεν ἐσέ. Ἅγιε τοὖ Θεοὖ Νεκτάριε. Νὰ χειραγωγῆ δὲ τὴν νεολαίαν μας καὶ νὰ χαρίζῃ πλούσια τὰ ἀγαθά Σου στον Ἑλληνικὸν λαόν. ἀπὸ παντὸς κακοὖ καὶ ὀλισθήματος. ὁ ἐπαναπαυόμενος εἰς τοὺς Ἁγίους ΢ου. τοὖ ποιμνίου καὶ τοὖ κλήρου του. ποὺ ἀδίκως ἐσυκοφαντήθης καὶ δεινὦς ἐδοκιμάσθης ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴν ἀποπομπήν σου ἐκ τοὖ κλίματος Ἀλεξανδρείας. νὰ ἀπευθυνώμεθα ἀπ᾿ εὐθείας πρὸς Ἐσένα. πρὸς δόξαν τοὖ Ὀνόματος τ῅ς Παναγίας Σριάδος. τοὖ ΢επτοὖ Προκαθημένου αὐτοὖ. τὰς μεσιτείας καὶ ἱκεσίας τοὖ Ἁγίου Πατρὸς ἡμὦν Νεκταρίου. Ἀμήν. ὅπως συγχωρήσῃς τοὺς προαπελθόντας διώκτας σου. τὴν πανήγυριν αὐτήν. καταφεύγομεν εἰς τὸν Προστάτην Ἅγιόν μας Νεκτάριον λέγοντάς του: Ἅγιε τοὖ Θεοὖ Νεκτάριε. Πρέσβευε. Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοὖ Θαυματουργοὖ. ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην. γενοὖ ταπεινὸς ἱκέτης Σης. Εὐλόγησον Κύριε. διὰ νὰ σκέπῃ καὶ περιφρουρεἶ τὸ Ἔθνος ἡμὦν καὶ φέρει σ᾿ ὅλο τὸν κόσμον εἰρήνην. ἐπειδὴ ἡμεἶς εἴμεθα ἀνάξιοι. . τὴν Μητέρα τοὖ Κυρίου μας. μικροὺς καὶ μεγάλους. Ἅγιε τοὖ Θεοὖ. Ἅγιε Νεκτάριε. τὸν αἰώνιον Βασιλέα τ῅ς δόξης. δυνατὲ στὴν πίστιν καὶ ὑπόδειγμα τ῅ς ὑπομον῅ς καὶ καρτερίας. ὅπως Κύριος ὁ ΢ωτὴρ καὶ Λυτρωτὴς ἡμὦν στηρίζει διὰ τ῅ς θείας Σου δυνάμεως καὶ χάριτος.

Υθεγγομένη διηγεἶται τὰ θαυμάσια τοὖ Θεοὖ καὶ διαλεγομένη λαλεἶ περὶ τ῅ς δόξης καὶ μεγαλοπρέπειας αὐτοὖ. κεφ. Ὁ ἐραστὴς τοὖ Θείου πρότερον ἐγένετο υἱὸς ἀγάπης καὶ εἴτα τὸν οὐράνιον ο὘τος ἠγάπησεν Πατέρα. ἐκδηλουμένη ὡς πόθος τοὖ θείου ἄπαυστος. δὲν ἔσχε τὴν ἐπ᾿ αὐτ῅ς ἐπίδρασιν τ῅ς χάριτος καὶ μένει ἀπαθὴς πρὸς τὸν θεἶον ἔρωτα· ἀδύνατον δὲ νὰ γεννηθεἶ θεἶος ἔρως ἄνευ ἐπενεργούσης θείας δυνάμεως ἐπὶ τ῅ς καρδίας. διὰ τὸ πλ῅θος τοὖ ἔρωτος. Ἡ καρδία τοὖ ἐρὦντος τὸν Κύριον οὐδέποτε καθεύδει. ἐαυτ῵ περιεποιήσατο καὶ ἐξῳκειώσατο. Ἡ ἐρώσα τοὖ Θεοὖ ψυχὴ μελέτην αὐτ῅ς ἔχει τὰ λόγια του Θεοὖ καὶ ἐνδιατριβὴν αὐτ῅ς τὰ σκηνώματα αὐτοὖ. καὶ εἴτα αὐτὸς ἠράσθη τοὖ Θείου.Ἔργα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Ἅγιος Νεκτάριος ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗ΢ (κείμενο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου ἀπὸ τὸ βιβλίο του: Γνῶθι σαυτόν. Ἡ τ῵ θείῳ ἔρωτι τρωθεἶσα ψυχὴ οὐδενὸς ἑτέρου ἐφίεται ἥ τοὖ ἄκρου ἀγαθοὖ. Οὕτως ὁ θεἶος ἔρως ὅλην τὴν ψυχὴν ἐαυτ῵ μεθηρμόσατο. Ὁ θεἶος αὐτ῅ς ἔρως ἀνάγει αὐτὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Αὐτ῵ διαλέγεται ἡμέρας καὶ νυκτός. Ὁ θεἶος ἔρως εἷναι ἐνέργεια τ῅ς ἐνοικούσης ἐν τῆ καρδίᾳ θείας χάριτος. ὡς μηδενὶ περιχωρεἶν καιρὦ. δωρηθὲν τῆ ἀγνευούσῃ ψυχῆ ὑπὸ τ῅ς ἐπιφοιτησάσης καὶ ἀποκαλυφθείσης τῆ ψυχῆ θείας χάριτος. ἀλλ᾿ ἀεὶ τ῅ς ψυχ῅ς ἔχεσθαι τοὖ φιλοὖντος. τ῅ς ἀποκαλυφθείσης τῆ ψυχῆ καὶ ἐλκυσάσης αὐτὴν πρὸς τὸν Θεόν. Γ´) 1. καὶ μηδεμίαν θλἶψιν ἥ ὀδύνην συγχωρεἶν περιγίνεσθαι τ῅ς ψυχ῅ς. Οἱ ἐρασταὶ τοὖ Θείου εἰλκύσθησαν πρὸς τὸν θεἶον ἔρωτα ὑπὸ τ῅ς ἐπενεργησάσης ἐπὶ τ῅ς καθαρ᾵ς αὐτὦν καρδίας θείας χάριτος. διότι ἔτυχε τοὖ Θείου ἐφετοὖ τοὖ . Ὁ θεἶος ἔρως γενν᾵ται ἐν τῆ κεκαθαρμένῃ καρδίᾳ διότι ἐν αὐτῆ ἐπιφοιτᾶ ἡ θεία χάρις. Ὁ ἄνθρωπος καθεύδει διὰ τὴν χρείαν τ῅ς φύσεως. Ἡ τοὖ Θεοὖ ἐρασθεἶσα ψυχὴ ἐγένετο μακάρια. κατολιγωρεἶ δὲ τὦν πάντων καὶ πρὸς πάντα ἀηδὦς διάκειται. ἀλλ᾿ ἀεὶ γρηγορεἶ. Ὁ θεἶος ἔρως οὐδενὶ ἐγγίγνεται ἄνευ θείας ἀποκαλύψεως· διότι ἡ ψυχὴ ἡ μὴ δεχθεἶσα ἀποκάλυψιν. Περὶ θείου ἔρωτος Ὁ θεἶος ἔρως εἷναι ἀγάπη τοὖ θείου τελεία. Ὁ θεἶος Φρυσόστομος λέγει περὶ τοὖ πνευματικοὖ ἔρωτος: «Οὕτως ἐστὶν ἐπιτακτικὸς ὁ πνευματικὸς ἔρως. ἡ δὲ ἐπίγνωσις ἀνέφλεξε τὸν θεἶον ἔρωτα αὐτ῅ς.» Ἡ τὸν Θεὸν ἐρώσα ψυχὴ τ῵ Θε῵ προσκολλ᾵ται στε὇὆ὦς καὶ ἐπ᾿ αὐτ῵ πέποιθε καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτ῅ς ἅπασαν Αὐτ῵ ἀνέθετο. Ἡ τοὖ Θείου ἐρασθεἶσα ψυχὴ ἐπέγνω τὸ θεἶον. Αἷνον καὶ ὕμνον ἀπαύστως ἀναπέμπει τ῵ Θε῵. ἡ δὲ καρδία γρηγοροὖσα ὑμνεἶ τὸ Θεἶον. Ὁ ἐραστὴς τοὖ θείου αὐτὸς πρὦτος ὑπὸ τοὖ Θείου ἠράσθη. Ὁ ἔρως τοὖ Θείου εἷναι θεἶον δώρημα. πόθῳ δὲ θείῳ λατρεύει αὐτόν.

ἡ δὲ γεὖσις τὴν πεἶναν. ἀποκρούεται ὑπ᾿ αὐτ῅ς ὡς ταπεινὴ καὶ ἀνάξια ἑαυτ῅ς. Διὰ σοὖ τὸ φὦς τοὖ νοητοὖ ἡλίου ἐν τῆ ψυχῆ τὦν πιστὦν ἀνατέλλει. ΢ὺ εἷσαι τὸ ὡραιότερον τὦν φίλων τοὖ Θεοὖ περιβόλαιον. καὶ τὴν τοὖ ἄκρου ἐφετοὖ ζωπυρεἶς ἐπιπόθησιν. Διὰ σοὖ οἱ πιστοὶ θείας δόξης καὶ αἰωνίου ζω῅ς μέτοχοι γίνονται. διότι εἷσαι καρπὸς τοὖ ἁγίου Πνεύματος. ΢ὺ τὴν διάνοιάν μου κατέχουσα ἐλευθεροἶς αὐτὴν τὦν δεσμὦν τὦν γηίνων καὶ παρέχεις αὐτῆ τὴν ἐλευθερίαν. Ὁ θεἶος ἔρως τὴν πρὸς Θεὸν προμνηστεύεται οἰκείωσιν. Διὰ σοὖ ὁ πόθος τὦν οὐρανίων ἐν ἡμἶν ἐγγίγνεται. ΢ὺ εἷσαι τὸ πολυτιμότατον τὦν πιστὦν θησαύρισμα. διότι εἷσαι αἰώνια. ΢ὺ αὐτὴν ζωογονεἶς καὶ πρὸς τὴν θείαν ἀγάπησιν ἀνάγεις. ΢ὺ εἷσαι τὸ ἤδιστον τὦν πιστὦν ἐντρύφημα. ἀλλὰ συνεχὦς στενάζουσα λέγει· Κύριε. ΢ὺ εἷσαι τὸ τὦν πιστὦν ἐγκαλλώπισμα. ΢ὺ τὴν καρδίαν μου πληροὖσα τῆ φλoγὶ τοὖ θείου ἔρωτος ἐκκαίεις. ΢ὺ εἷσαι ἡ εὐωδία τὦν πιστὦν. Περὶ τ῅ς θείας ἀγάπης Ὦ ἀγάπη ἀληθὴς καὶ βέβαια! Ὦ ἀγάπη. διότι εὑρίσκεται ἐπαναπαυομένη ἐπὶ τ῅ς ἀγάπης τοὖ Κυρίου ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως· οὐδὲν τὦν τοὖ κόσμου θλιβερὦν ἰσχύει νὰ διαταράξη τὴν γαλήνην καὶ τὴν εἰρήνην αὐτ῅ς. ὅπως τὴν ὀφειλομένην τῆ θείᾳ ἀγάπῃ προσφέρῃ λατρείαν. Διὰ σοὖ οἱ νοεροὶ ὀφθαλμοὶ τὦν πιστὦν αὐγάζονται. ἵνα πρὸς τὴν ἐν Οὐρανοἶς θείαν ἀγάπην ἀκωλύτως ἀνάγηται. τ῅ς ἐμ῅ς ψυχικ῅ς ἰσχύος τὸ κραταίωμα ! Ὦ ἀγάπη. διότι ἀναδεικνύεις τοὺς πιστοὺς υἱοὺς Θεοὖ. διότι εἷσαι τὸ τιμιώτατον τὦν θείων χαρισμάτων δώρημα. π᾵σα ἐπιποθία. Διὰ σοὖ τ῅ς τρυφ῅ς τοὖ παραδείσου μεταλαμβάνουσιν οἱ πιστοί. ἧς θεἶος ἅπτεται ἔρως. ΢ὺ εἷσαι τὸ θεοειδὲς τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τ῅ς καρψίας ἀγλάϊσμα. πότε ἤξω πρὸς ΢ὲ ὁ Θεός. π᾵σα ἔφεσις ξένη πρὸς τὴν θείαν ἀγάπην. Ἡ ὑπὸ τοὖ θείου ἔρωτος τρωθεἶσα ψυχὴ ἀεὶ χαίρει καὶ ἀγάλλεται καὶ σκιρτᾶ καὶ χορεύει. ὡς ἐπιποθεἶ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τὦν ὑδάτων! Σοιοὖτος ὁ θεἶος ἔρως ὁ κυριεύων τ῅ς ψυχ῅ς. Πόσον ἡ πρὸς τὸ Θεἶον ἀγάπη ἐπαμειβομένη ὑπὸ τ῅ς θείας ἀγάπης μεταρσιοἶ τὴν ἐρώσαν τοὖ Θείου ψυχήν! Αὕτη ἡ θεία ἀγάπη ὡς νεφέλη κούφη ἀναλαμβάνουσα τὴν ψυχὴν φέρει πρὸς τὴν ἀέναον πηγὴν τ῅ς ἀγάπης. οὐδὲ τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτ῅ς τὦν λυπηρὦν τί νὰ ἀφαιρέση. τὸν δὲ νοὖν ἕλκει πρὸς τὸ Θεἶον. ΢ὺ εἷσαι τὸ μόνον διηνεκὲς ἀγαθόν. ΢ὺ εἰσάγεις τοὺς ὑπὸ σοὖ ἁγιασθέντας πιστοὺς εἰς τὴν βασιλείαν τὦν Οὐρανὦν. πρὸς τὴν ἀϊδιον ἀγάπην. Ἡ ψυχή. ΢ὺ τὴν ἰσχὺν τ῅ς ψυχ῅ς μου τῆ ζωογόνῳ σου δυνάμει ἐνισχύουσα ἰκανοἶς. τ῅ς ἐμ῅ς ψυχ῅ς γλυκυτάτη ἀπόλαυσις ! Ὦ ἀγάπη.πληρώσαντος τοὺς πόθους αὐτ῅ς· π᾵σα ἐπιθυμία. οὐδὲν ἕτερον λογίζεσθαι δύναται οὐδὲ ἐπιποθεἶν. διότι σεμνύνεις τοὺς φίλους σου. ΢ὺ τὴν βασιλείαν τοὖ Θεοὖ ἐπὶ τ῅ς . καὶ πληροἶ αὐτὴν φωτὸς ἀϊδίου. Ἡ ἀνερμήνευτος γλυκύτης τ῅ς θείας ἀγάπης τὴν μὲν καρδίαν καταθέλγει καὶ κατακυριεύει. τ῅ς ἐμ῅ς καρδίας θεἶον πλήρωμα! Ὦ ἀγάπη. διότι δι᾿ αὐτοὖ περιβεβλημένοι οἱ πιστοὶ ἐμφανίζονται ἐνώπιον τ῅ς θείας ἀγάπης. Ἡ ἐρώσα τοὖ Θείου ψυχὴ μεταρσιουμένη ὑπὸ τ῅ς ἀγάπης ὑπεξίσταται πὼς τὦν σωματικὦν αἰσθήσεων καὶ αὐτοὖ τοὖ σώματος πὼς ἀποχωρεἶ καὶ ἑαυτ῅ς ἐπιλανθάνεται διὰ τὴν τελείαν πρὸς τὸ Θεἶον ἀφοσίωσιν. τ῅ς ἐμ῅ς διανοίας διηνεκὲς μελέτημα. 2. τ῅ς θείας εἰκόνος ὁμοίωμα ! Ὦ ἀγάπη. ΢ὺ τὴν ψυχήν μου ἀεὶ διακατέχουσα αὐτὴν περιέπεις καὶ διαθερμαίνεις. ἵνα τοὖ Θεοὖ ἀπολαύσει ἐν ἀγαλλιάσει.

διὰ τὸ παρὰ τοὖ Δεσπότου Φριστοὖ φυλάττεσθαι. Ἀμήν. εἰγε ἐν αὐτ῵ γνωρίζεται ὁ μαθητής. ἁγιάσῃ αὐτὴν καὶ εἰς ἄπαυστον ἀνελκύσῃ ὑμνῳδίαν. οὐ δυναμένη καταγωνισθ῅ναι οὐδὲ πολιορκηθ῅ναι ὑπὸ τοὖ Διαβόλου. ἀλλὰ καὶ τοἶς ἀπίστοις. Ἡ ἀγάπη διδάσκει τὴν τήρησιν τὦν θείων ἐντολὦν· ἐναργὲς δὲ τεκμήριον τ῅ς περὶ Θεὸν ἀγάπης ἡ τὦν θείων αὐτοὖ νόμων τήρησις. ΢ὺ ἐν π᾵σι νικᾶς. ΢ὺ πύρωσον ὅλην τῆ θείᾳ φλογί σου ὅπως καταφλέξῃ τὰ ταπεινὰ αὐτ῅ς πάθη. ΢ὺ τ῵ πόθῳ σου τρὦσον τὴν ἐμὴν καρδίαν. Ἐν τούτῳ γάρ. Ἡ ἀγάπη ἐστὶ διάθεσις ψυχ῅ς ἀγαθή. Ὦ ἀγάπη. ΢ὺ τὰ πάντα σοφὦς διέπεις. (Λόγος Λ´. οὔτε ὑπορυγαἶς. τοὖ γλυκυτάτου Ἰησοὖ σύμβολον. καρδίας τ῅ς ἐμ῅ς πλήρωμα! Ὦ ἀγάπη. οὔτε ὑπερβάσεσιν· οὐδὲ γὰρ εἴκει ταἶς ἐλεπόλεσι τοὖ σαταν᾵. ΢ὺ τοὺς ἀνθρώπους τοἶς ἀγγέλοις συνάπτεις καὶ ἁρμονικὴν ὑμνῳδίαν τ῵ Θε῵ ἀναπέμπεις. προφητείας χορηγός· ἀγάπη. ὅπως τὸν μόνον γλυκύτατον ἀγαπὦ Ἰησοὖν Φριστὸν τὸν Κύριόν μου καὶ αὐτ῵ ἄπαυστον ἀναπέμπω τὴν ὑμνῳδίαν ἐξ ὅλης καρδίας. . ποὖ ποιμαίνεις τὰ πρόβατά σου. φησί. πλήρωσον αὐτὴν χρηστότητος καὶ ἀγαθωσύνης. Ὦ ἀγάπη. ἀρκεἶ δείξαι τοὖ Φριστοὖ τὸν ἀκριβ῅ μαθητήν. ΢ὺ τὴν γ῅ν πρὸς τὸν Οὐρανὸν ἐξομοιοἶς. ΢ὺ ἐν πάσιν ὑπερτέρα δείκνυσαι. πηγὴ πυρός· ὅσον ἀναβλύζει. ΢ὺ οὐδέποτε ἐκπίπτεις. Κἅν γὰρ μυρία ποιὦσι τινὲς σημεἶα. ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι· διὸ καὶ ὁ μένων ἐν τῆ ἀγάπῃ ἐν τ῵ Θε῵ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτ῵. οὐδὲ πλούτῳ καὶ τρυφῆ τὴν εὐδαιμονίαν ὁρίζεται· ἀλλὰ ποταμίοις ὆εύμασι τὰ παραπεφυτευμένα ταἶς ὄχθαις παρα὇὆έουσι δένδρα καὶ πρὸς οὐδὲν τούτων ἰσταμένοις. Ὦ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἄγει εἰς τὴν τήρησιν τὦν ἐντολὦν τὦν εἰς γνὦσιν τοὖ Θεοὖ ἀναγουσὦν. καὶ αἰδέσιμοι καὶ ἀχείρωτοι πάσιν ὄντες διαμένουσιν. Ὁ τὸν ἔρωτα τὸν θεἶον δεξάμενος πάντων μὲν ὁμοὖ τὦν γηϊνων καταφρονεἶ. καταγέλαστοι τοἶς ἀπίστοις ἔσονται· ὥσπερ κἅν μηδὲν ποιὦσι σημεἶον. Ἀληθὦς ἡ πνευματικὴ ἀγάπη πόλις ἐστὶν ὀχυρά. οὐδὲ συμφορὰν τὴν νόσον ἀποκαλεἶ. γλυκύτατον τοὖ γλυκυτάτου Ἰησοὖ ὁμοίωμα. Περὶ ἀγάπης Θεοὖ ὅτι θεἶον ἐστὶ ἰδίωμα καὶ ὅτι ἐκ ταύτης ἡμἶν προχέονται ἅπαντα τὰ ἀγαθά Ἀγάπη! θεἶον ἰδίωμα. ὅτι μαθηταί μου ἐστέ. τοσούτον τὸν διψὦντα καταφλέγη· ἀγάπη. ἀγαπὦσι δ᾿ ἀλλήλους ἀκριβὦς. γνώσονται πάντες. ΢ὺ πλήρωσον τὴν καρδίαν μου γλυκασμοὖ τ῅ς σ῅ς ἀγάπης. ἀγγέλων στάσις. ἐὰν ἀγαπ᾵τε ἀλλήλους. Οὐ μακαριστὴν ἡγεἶται τὴν ὑγίειαν τοὖ σώματος. φώτισον ἡμ᾵ς· πότισον ἡμ᾵ς· ὁδήγησον ἡμ᾵ς· χειραγώγησον ἡμ᾵ς· ἐπειδὴ πρὸς σὲ ἀναβαίνειν βουλόμεθα». ἐξ ὅλης τ῅ς ἰσχύος καὶ ἐξ ὅλης της διανοίας. τὦν μαθητὦν τοὖ Κυρίου ἱερώτατον ἔμβλημα. ΢ὺ οἰκητήριον ταύτην ἀνάδειξον τ῅ς χάριτος τοὖ παναγίου Πνεύματος. ὧ καλὴ ἐν ἀρεταἶς. καὶ τ῅ς παρ᾿ ἀνθρώπων τιμ῅ς· ἀραχνίων οὐδὲν διαφέρειν ὑπολαμβάνειν τὴν βασιλικὴν ἁλουργίδα· τοὺς πολυτελεἶς τὦν λίθων ταἶς παρὰ τὰς ὄλθας ἀπεικάζει ψηφίσιν. οὐχ ἡμἶν μόνον. τεράτων παρεκτική· ἀγάπη.) 3. ΢ὺ τὴν εἰρήνην τοἶς ἀνθρώποις βραβεύεις. ἀεὶ ἐοικέναι τούτων ἕκαστον ἡγεἶται καλὦς. πατεἶ δὲ ἁπάσας τὰς τοὖ κόσμου ἠδον᾵ς· ὑπερορ᾵ πλούτου καὶ δόξης. στασιάζωσι δὲ πρὸς ἀλλήλους.γ῅ς ἀποκαθιστᾶς. ἐλλάμψεως ἄβυσσος· ἀγάπη. ἔμπλησον αὐτὴν ἀγαλλιάσεως. ΢ὺ τὰ πάντα ἀληθὦς κυβερνᾶς. Ὅταν τὸ τ῅ς ἀγάπης ἐπίκειται διάδημα. ποὖ κατασκηνοἶς ἐν μεσημβρίᾳ. ΢ὺ τὰ πάντα κρατεἶς καὶ συνέχεις. καθ᾿ ἣν αὕτη οὐδὲν τὦν ὄντων τ῅ς τοὖ Θεοὖ γνώσεως προτιμᾶ. προκοπὴ ἀνθρώπων· ἀπάγγειλον ἠμίν. οὐδὲ δυσπραξίαν τὴν πενίαν προσαγορεύει. Ὥστε τὸ σημεἶον τοὖτο σημείων ἁπάντων μεἶζον. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τ῅ς Κλίμακος λέγει περὶ τ῅ς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης· «ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. τὸ γνώρισμα τὦν ἀποστόλων· ἐν τούτῳ γὰρ γινώσκωσιν αὐτοὺς πάντες. Ἀγάπη. θερμότατον δὲ καὶ ἐντονώτατον καὶ γνήσιον καὶ ἀκατάλυτον καὶ σβεσθ῅ναι μὴ δυνάμενον. στεφάνων ἐπαγγελίαι καὶ τὰ ἄλλα. κἅν τὰ ἄνω στρέφωσι κάτω. καὶ συνάπτει τὰ μέλη τοὖ σώματος. ἔρωτα ἀπαθ῅ μέν. κἅν φθόνος αὐτοὺς ἀνερεθίζη. Ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ τὴν π᾵σαν ἀγάπην μεθ᾿ ὑπερβολ῅ς ὑπερβαίνει. κἅν χαίρωσι μάχαις. ἀλλὰ καὶ πολλ῵ μείζονα ἐπηγγείλατο. τὸ ὑπέρτατον γνώρισμα τὦν τοὖ Φριστοὖ μαθητὦν. Οὐχ ἁπλὦς ἡμὦν προνοεἶ. . ὁ ἐλευθερωτής· πρὸς τοὺς καθημένονς ἐν σκότει. Καὶ οὐδὲ μέχρι τούτου ἔστη. καὶ ἀποστόλους δι᾿ ἡμ᾵ς· τὸν μονογεν῅ δι᾿ ἡμ᾵ς ἐξέδωκε. εἰς κάμινον ἀφ῅κεν ἐμπεσεἶν δι᾿ ἡμ᾵ς· τὰ μυρία ὑπομείναι κακὰ δι᾿ ἡμ᾵ς. τὸ φὦς· ἡ ἀνάστασις διὰ τοὺς πεσόντας· πνεὖμα υἱοθεσίας. ὁ ἥλιος τ῅ς δικαιοσύνης· ἐπὶ τὸν σταυρόν. Ὁ Θεὸς ἡμὦν ἡ Ἀγάπη ἐστι. ἀλλὰ καὶ ἐρὦν. εἰς αἰχμαλωσίαν ἔπεμψε δι᾿ ἡμ᾵ς. ἀπούσης δὲ διαλύονται ἥ ἐλέγχονται ὑπόκρισις ὄντα καὶ οὐδέν. οὐ διαλύεται. ἡ ζωή· ἐπὶ τὸν ἄδην. Ἡ ἀγάπη τὸν χριστιανὸν χαρακτηρίζει καὶ αὕτη τὦν σημείων ἁπάντων μείζων· αὕτη γὰρ καὶ τὦν ἄλλων ἐντολὦν ἐστὶ φύλαξ καὶ συνεργός. ἀλλὰ οὐσία ἀγαπώσα ἃ δημιουργεἶ καὶ Ὠν προνοεἶται. οὐ διακόπτεται. τὸν διάβολον δι᾿ ἡμ᾵ς κολάζει. Δι᾿ ἡμ᾵ς Θεὸς ἐν ἀνθρώποις· πνεύματος ἁγίου διανομή· θανάτου κατάλυσις· ἀναστάσεως ἐλπίς· θεἶα προστάγματα τελειοὖντα ἡμὦν τὴν ζωήν· πορεία πρὸς Θεὸν διὰ τὦν ἐντολὦν· βασιλεία τὦν οὐρανὦν εὐτρεπ῅ς· στέφανος δικαιοσύνης ἕτοιμος τ῵ τοὺς ὑπὲρ τ῅ς ἀρετ῅ς πόνους μὴ ἀποδράσαντι.Ἡ ἀγάπη ἐστὶν ἡ τὦν μαθητὦν τοὖ Κυρίου εἰκών. Υθαρτὸν τὸν κόσμον δι᾿ ἡμ᾵ς. τουτέστιν οὐδέποτε ἀστοχεἶ. Δι᾿ ἡμ᾵ς Θεὸς ἐν ἀνθρώποις· διὰ τὴν καταφθαρείσαν φύσιν ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμἶν· μετὰ τὦν ἀχαρίστων. ὑπὲρ τὦν μισούντων τὸν Τἱόν. ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μείζονα ἡμ᾵ς ἐκάλεσεν· οὐ γὰρ μόνον ἀπήλλαξεν ἡμ᾵ς τὦν προτέρων κακὦν. ὁ εὐεργέτης· πρὸς τοὺς αἰχμαλώτους. Kαὶ ὥσπερ αἱ ἱμαντίαι (τὰ δεσίματα) τὰς οἰκοδομὰς συνέχουσιν. χαρισμάτων διανομαί. ὑπὲρ τὦν ἀνθρώπων τὸν Θεόν. τὦν ἄλλων ἁπάντων καταργουμένων· οὐ διασφάλλεται. κἅν τὰ πρὦτα ζητὦσι. ὑπὲρ τὦν οἰκετὦν τὸν ἐλεύθερον ἐκδοθ῅ναι ἐποίησε. Πάντα ἐκεἶνα αὕτη συσφίγγει παροὖσα. καὶ ἄφθαρτον ἐποίησε δι᾿ ἡμ᾵ς· κακωθ῅ναι τοὺς προφήτας συνεχώρησε δι᾿ ἡμ᾵ς. καὶ σφόβρα ἐρὦν ἔρωτα τινὰ ἀμήχανον. ἀλλὰ καὶ ἐν τ῵ μέλλοντι αἰώνι μένει. οὕτως αὕτη τὴν τελειότητα προξενεἶ. Καὶ προφήτας δι᾿ ἡμ᾵ς αὐτοὺς ἐποίησε. ἀλλ᾿ ἀεὶ μένει. οὐδέποτε παύεται. ὁ χαρακτὴρ τὦν τοὖ Θεοὖ δούλων. καὶ ἀκίνητος ἐσαεὶ διαμένουσα. βεβαἶα καὶ ἀσάλευτος. Σί οὐκ ἐποίησεν ὁ Θεὸς δι᾿ ἡμ᾵ς. o ἀπαθὴς· ἐπὶ τὸν θάνατον. Ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ τὸν Θεὸν ἔδειξεν ἐπὶ τ῅ς γ῅ς· ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ τὸν δεσπότην δοὖλον ἐποίησεν· ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ ὑπὲρ τὦν ἐχθρὦν τὸν ἀγαπητόν. οὐδέποτε ἡ ἀγάπη τ῅ς οἰκείας ἕδρας καὶ ἀρετ῅ς ἐκπίπτει. Ὁ Θεὸς Ἀγάπη καλούμενος οὐ διάθεσις ὑπάρχει. κἅν χειρὦν ἄρχωσιν ἀδίκων. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει· κἅν στασιάζωσιν ἄλλοι. ὑπὲρ τὦν δούλων τὸν δεσπότην. ἀλλὰ πάντα κατορθοἶ. ὃ κρεἶττον ἀντὶ τούτου. καὶ τοὖτο χαίρει μ᾵λλον ἀκούων ὁ Θεὸς ἥ τί ἄλλο. ἤ. τὸ ἐξαίρετον ἀγαθόν. ὅσα οὐδὲ ἐξαριθμήσασθαι ὆άδιον.

καλὦς ποιεἶ τοὺς μισοὖντας αὐτὸν καὶ προσεύχεται ὑπὲρ τὦν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων αὐτόν. Θεὸν προνοητὴν καὶ ἐπόπτην ἐπίσταμαι. εὐλογεἶ τοὺς καταρωμένους αὐτόν. προσάγω. καὶ ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ αὐτόν. λέγει ὁ Κύριος. τὸ κινεἶσθαι· θεόθεν τὸ φθέγγεσθαι ἔλαβον. Ἡ ἀγάπη καλύπτει πλ῅θος ἁμαρτιὦν. Ἐξομολόγησις πιστοὖ Θεὸς ἐμοὶ δόξα καὶ πλοὖτος καὶ καύχημα. ὅτι ἐκεἶνος ὑπὲρ ἡμὦν τὴν ψυχὴν αὐτοὖ ἔθηκε καὶ ἡμεἶς ὀφείλομεν ὑπὲρ τὦν ἀδελφὦν τὰς ψυχ᾵ς ἡμὦν τιθέναι. Θεὸν μακρόθυμον καὶ πολυέλεον ὁμολογὦ. Θε῵ τὰς εὐχάς μου. Ἡ ἀγάπη πα὇὆ησίαν δίδωσιν ἐν τῆ ἡμέρᾳ τ῅ς κρίσεως. Θεὸν ἀρχὴν τὦν πάντων γινώσκω. Θεὸν ἀγαθὸν καὶ ἅγιον . Ἀγάπη δὲ ἐστὶν οὐ ψιλὰ ὆ήματα. Ὠν καὶ νοὦ καὶ λέγω καὶ πράττω καὶ πλουτὦ. Σὸς ἀγαπὦσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεἶ εἰς ἀγαθόν. Θεοὖ θεία χάριτι γένος. Εἰ τὶς ἀγαπᾶ τὸν Θεὸν ο὘τος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοὖ. Ὁ ἀγαπὦν τὸν Θεόν. Ὁ ἀγαπὦν τὸν Θεὸν τὸν λόγον αὐτοὖ τηρεἶ. Θεοὖ πνο῅ς ἡ ψυχή μου δημιούργημα.Ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ ἔνδοξός ἐστι σοφία. ἀλλὰ τὦν οἰκειωθέντων αὐτ῵ διὰ τ῅ς ἀγάπης· ἀγάπη δὲ ἐστὶ σύνδεσμος τελειώσεως· δημιουργὸς ἀρετ῅ς ἁπάσης ἡ ἀγάπη. Θεοὖ πλάσμα τὸ σὦμα μου. Μ᾵λλον ὁ χόρτος ὑπέμεινε πυρὸς ἐπιφοράν. Ἐνέργεια καὶ ἀπόδειξις τ῅ς πρὸς τὸν Θεὸν τελείας ἀγάπης ἐστὶν ἡ γνησία δι᾿ εὐνοίας πρὸς τὸν πλησίον διάθεσις. καὶ ἐμφανίζει αὐτ῵ ἐαυτ῵. «Ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ με. ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοὖ. Θεὸς τὸ μελέτημα καὶ ἐντρύφημα. τὸν γινώσκοντα τὰ μέλλοντα καὶ τὰ παρόντα καὶ τὰ παρελθόντα ἐπιγινώσκω. Ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην. τὸ κινδύνων ἁπαλλάττειν. ἀλλὰ προστασία καὶ δι᾿ ἔργων ἐπίδειξις· οἷον τὸ πενίαν λύειν. Θεὸν ἴλεων καὶ συγγνώμονα ἔχω. Θε῵ καθ᾿ ἑκάστην τὸ πνεὖμα παρατίθημι. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν τίκτεται ἀπὸ πίστεως εἰλικρινοὖς· ὁ γὰρ ὄντως εἰς Θεὸν πιστεύων οὐκ ἀνέχεται ποτὲ ταύτην ἀφεἶναι. ὅσαι ὥραι. Θεόθεν μοὶ τὸ εἷναι. τὸ νοσούντι συναμύνειν. Θε῵ ζὦ καὶ δουλεύω καὶ πάρειμι. Θεὸς τὸ γλυκύτατον καὶ ἤδιστον ὑπὲρ π᾵ν πρ᾵γμα. τὸν λόγον μου τηρήσει. Ὁ Θεὸς τὴν ἰδίαν παρέχει κοινωνίαν τοἶς τηροὖσι τὴν πρὸς αὐτὸν φιλίαν· κοινωνία δὲ Θεοὖ ζωὴ καὶ φὦς καὶ ἀπόλαυσις τὦν παρ᾿ αὐτοὖ ἀγαθὦν. ἥ φλόγα ἀγάπης ὁ διάβολος· αὕτη τείχους ὀχυρωτέρα. Θεὸν σωτ῅ρα καὶ λυτρωτήν μου καὶ Κύριον ἀνακηρύττω. τὸ ἐν περιστάσεσιν οὔσι παρίστασθαι. τὸ κλαίειν μετὰ κλαιόντων. καὶ χορηγήσει αὐτὴν τοἶς ἀγαπὦσιν αὐτόν. ὡς πεπληρωμένη ἔχων τὴν ἑαυτοὖ καρδίαν ἐκ τ῅ς θείας ἀγάπης. 4. καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτὦ ποιήσομεν». οὐδὲ προσρήσεις ἁπλὦς. Θεὸν ἐπόπτην. Θεὸν τὸν μέγαν καὶ ἰσχυρὸν καὶ ζὦντα πάροχον καὶ συλλήπτορα καὶ τελειωτὴν τὦν καλὦν εὐμοιρὦ. Θεὸν πάνσοφον καὶ παντογνώστην. αὕτη ἀδάμαντος στε὇὆οτέρα. Θεὸν κριτὴν φοβερὸν τὦν ἐν ἐμοὶ πεπραγμένων ἐκδέχομαι. τὸ χαίρειν μετὰ χαιρόντων. Θεὸν δοτήρα τὦν ἀγαθὦν οἷδα. Θεοὖ εἰμὶ ὅλως εἰκών. Οὐ πάντων Θεὸς ὁ Θεός. καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν.

Ἐπὶ Θεὸν ἐλπίζω καὶ τὴν ἐλπίδα τ῅ς σωτηρίας μου ἀνατίθημι. Ἕνα Θεὸν τρισήλιον. Πρὸς τὸν Θεὸν ἡ ψυχή μου σπένδεται. ἀμέριστον κηρύττω· τὴν αὐτὴν Μονάδα καὶ Σριάδα· ὅλην Μονάδα τὴν αὐτήν. καὶ Σριάδα ὅλην κατὰ τὰς ὑποστάσεις τὴν αὐτὴν πιστεύω καὶ ὁμολογὦ· διότι μία θεότης ὁ Πατήρ. μία σύνταξις. μία δύναμις. Θε῵ πιστεύω. ὁ Τἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεὖμα.καὶ δίκαιον καὶ ἀληθινὸν ὑμνὦ καὶ δοξάζω καὶ εὐλογὦ καὶ ὑπερυψὦ. μία προσκύνησις ἡ τ῅ς ὁμοουσίου Σριάδος· διότι μία καὶ ἡ αὐτὴ φύσις καὶ οὐσία τοὖ Πατρὸς καὶ τοὖ Τἱοὖ καὶ τοὖ ἁγίου Πνεύματος. Σὸν Θεὸν ἡ καρδία μου ἐπιποθεἶ. . Θεὸν φιλάνθρωπον προσκυνὦ καὶ λατρεύω. καὶ ὅλην Σριάδα τὴν αὐτήν· Μονάδα ὅλην κατ᾿ οὐσίαν τὴν αὐτήν. τὴν τρισυπόστατον θεότητα. ὁμολογὦ· μίαν Θεότητα ἄναρχον. Θεὸν τὴν πηγὴν τ῅ς ἀγάπης ἀγαπὦ καὶ ἐπιποθὦ. ἀϊδιον. Σαὖτα ὁμολογὦ καὶ πιστεύω καὶ κηρύττω καὶ φθέγγομαι. ὑπερούσιον. ἁπλήν. Πρὸς τὸν Θεὸν ἡ διάνοιά μου ἀνυψουμένη ἐπαναπαύεται.

ἐν ᾗ βασιλεύει χαρὰ καὶ εἰρήνη. ποιοὖν θαυμάσια καὶ δυνάμεις πολλάς. τὴν ΢ὴν ἱκετεύω. ἀγάπην παράσχου τοἶς ΢ὲ ἐκζητοὖσι· Ἡ γὰρ ΢ὴ ἀγάπη τὸ πλήρωμά ἐστι τοὖ Θείου ΢ου Νόμου. αἰ δεήσεις. Ἀγάπη γλυκεἶα. Ὦ Θεία Ἀγάπη. ὁ ἔρως τοὖ Θείου καὶ ἡ εὐφροσύνη. ἵνα ἀνοίξουν τὰς πύλας τοὖ θείου ἐλέους. τ῵ δούλῳ ΢ου δός μοι. διὰ νὰ πνεύσῃ. αἱ προσευχαὶ αἱ ὁποἶαι διὰ τὦν ἱερωτάτων Ὡδὦν τὦν ᾀσματικὦν ἀκολουθιὦν τοὖ Ἁγίου ἅς ἀναπεμφθοὖν. διαιροὖν τὰ χαρίσματα». θερμὦς ἱκετεύω. Ὦ Θεία Ἀγάπη. ἱκετεύω. ἀγάπης ἐνθέου τὴν ΢ὲ ἐκζητοὖσαν ψυχὴν ἔμπλησόν μου καὶ ἔρωτα θεἶον. τὴν ὁποίαν ἀσφαλὦς ἀπαύστως καὶ σήμερον ἀναπέμπει ὁ θαυματουργὸς Ἅγιος πρὸ τ῅ς Θείας Ἀγάπης. ΢ὺ πέλεις ὁ νόμος καὶ τὦν ἐπιγείων. ὧ καθάρισόν με. καὶ σκήνωμα θεἶον. κραυγὴ βαθυτάτης προσευχ῅ς. ΢ὺ πέλεις ὁ νόμος τὦν ἐπουρανίων. τὸ Πνεὖμα τὸ Ἅγιον. Ὦ Θεία Ἀγάπη.Ἅγιος Νεκτάριος Ὦ Θεία Ἀγάπη Ὦ Θεία Ἀγάπη. ἐνεργοὖν. . θεραπεὖον νόσους καὶ ἀσθενείας χαλεπάς τοἶς ἐκζητοὖσιν ἐκ βαθέων τὴν Θείαν Ἀγάπην. Σοἶς ἐντευξομένοις Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος συνέθεσε χιλιάδες ἱερὦν στροφὦν. Φριστέ. «γαληνὸν καὶ ζεφύριον». Αἱ ἐντεύξεις. ἐξ ὅλης ψυχ῅ς μου καὶ μέσης καρδίας. «λαλοὖν. Ἐδὦ παρατίθεται ἓν ποίημα. ἡ μόνη πληροὖσα τὸν σύμπαντα κόσμον καὶ ἡ συντηροὖσα. ἡ αἰωνία καὶ ἀκατάλυτος αὕτη ἀγάπη ἅς πληροἶ καὶ ἅς ἁγιάζῃ τὰς ψυχὰς τὦν εὐβλαβὦν προσκυνητὦν τοὖ Ἁγίου Θεοὖ καὶ τοὖ ὑπ᾿ αὐτοὖ δοξασθέντος καὶ δοξαζομένου Ἁγίου Σου. Ὦ Θεία Ἀγάπη. ἐν ᾗ βασιλεύει ἡ μακαριότης. ποίησόν με καὶ πάσης κηλἶδος. Ἡ ΢ὴ Βασιλεία ἐστὶν ἡ ἀγάπη. Ἡ Ἁγιαστικὴ τὦν πάντων. πρεσβείαις τοὖ Ἁγίου. ἐλθέ.

δι᾿ ο὘ εὐηγγελίσθη ἡ ἀνθρωπότης τὸν μέλλοντα ΢ωτ῅ρα καὶ Λυτρωτὴν αὐτ῅ς. γένους. Προφητεἶαι πληρωθεἶσαι εἰς τὸ πρόσωπον τοὖ Ἰησοὖ 1. ἤτοι υἱὸν ἀνδρός. διότι ἡ ἀνάμεσον τοὖ σπέρματος τ῅ς γυναικὸς τ῅ς ἀπειρογάμου καὶ τοὖ σπέρματος τοὖ ὄφεως ἔχθρα ἐδήλου τὴν μεταξὺ τοὖ υἱοὖ τοὖ ἀνθρώπου καὶ τοὖ ὄφεως ἔχθραν.Ἅγιος Νεκτάριος Τἱὸς Ἀνθρώπου *Βλ. Ὅτι τὸ ὄνομα «Τἱὸς ἀνθρώπου» ἐστὶ τὸ ὄνομα δι᾿ ο὘ εὐηγγελίσθη ἡ ἀνθρωπότης τὸν μέλλοντα ΢ωτ῅ρα καὶ Λυτρωτήν 2. τὸν Τἱὸν τ῅ς γυναικός. μετεχειρίσθη τὴν λέξιν Ζαρά· ἀλλ᾿ ὣς γυνὴ ἔχουσα σύζυγον. Ἡ ἔλευσις ΢ωτ῅ρος καὶ Λυτρωτοὖ ἧτο κοινὴ προσδοκία πάντων τὦν ἐθνὦν. Ὅτι τὸ ὄνομα «Τἱὸς ἀνθρώπου» ἐστὶ τὸ ὄνομα δι᾿ ο὘ εὐηγγελίσθη ἡ ἀνθρωπότης τὸν μέλλοντα ΢ωτ῅ρα καὶ Λυτρωτήν Ἡ ἔκφρασις Τἱὸς ἀνθρώπου. ἦν ὁ Κύριος ὣς περιφραστικὸν προσδιορισμὸν τοὖ Ἰδίου Προσώπου μετεχειρίζετο ὁσάκις ἅν ὡμίλει περὶ Ἑαυτοὖ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐξεδέχοντο τὸν ΢ωτ῅ρα ὅλα τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοί. πατριὰς καὶ τοὖ τόπου τ῅ς γεννήσεως τοὖ Μεσσίου 3. ἣν οἱ Ἑβδομήκοντα μετέφρασαν κυριολεκτικὦς σπέρμα. εἷναι τὸ ὄνομα. © 1992 Βιβλιοπωλεἶον Ν. ζητοὖσα παρὰ τοὖ Θεοὖ υἱόν. Ἡ Παλαιὰ Γραφὴ φαίνεται συνηγορούσα ὑπὲρ τ῅ς γνώμης ταύτης.γ´ 15).Ἐν τῆ Γενέσει ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς καταρώμενος τὸν ὄφιν τὸν αἴτιον τ῅ς πτώσεως τοὖ ἀνθρώπου προανήγγειλεν αὐτ῵ ὅτι τὸ σπέρμα τ῅ς γυναικὸς θέλει συντρίψει τὴν κεφαλὴν αὐτοὖ. λαμβάνεται ἐν τῆ Ἁγίᾳ Γραφῆ. δηλονότι τὸν Τἱὸν τοὖ ἀνθρώπου. ἀντὶ τοὖ Τἱός· Ἡ Ἄννα ἡ μήτηρ τοὖ προφήτου ΢αμουήλ. Σὴν κατὰ τοὖ ὄφεως ταύτην κατάραν ἐθεώρησαν πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ ὣς εὐαγγέλιον πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. ὁσάκις ἅν ἀπαντᾶ. ὁ μέλλων να συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν τοὖ ὄφεως ἔμελλε να εἷναι υἱὸς τ῅ς γυναικός. καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοὖ πτέρναν»(1) (Γεν. προσέθετο τὴν λέξιν ἀνασὶμ (Ζαρά ἀνασίμ)= σπέρμα ἀνδρός. Ἡ ἑβραϊκὴ λέξις Ζαρά. ἕπεται ὅτι ἐρρήθη πρὸς δήλωσίν του ὅτι ὁ μέλλων λυτρωτής. καὶ ἀνάμεσον τοὖ σπέρματος αὐτ῅ς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῆ ἐπαγγελίᾳ δεν ἀνεφέρετο τὸ ἀνδρὸς ἀλλὰ ἁπλὦς υἱὸς γυναικός= ζαρὰ ἔσα. ἄνευ ἀνδρὸς συλλαβούσης. εἰπών: «ἔχθραν θήσω ἀνάμεσόν σου καὶ ἀνάμεσον τ῅ς γυναικός. Προφητεἶαι περὶ τ῅ς φυλ῅ς. καὶ ἀνάμεσον τοὖ σπέρματός σου. Δ. Διὰ τοὖ ἀναμενομένου ΢ωτ῅ρος ἐξεδέχοντο πάντα τὰ μέλλοντα να χορηγηθώσι τῆ ἀνθρωπότητι ἀγαθά. ἐξεδέχετο τὸ σπέρμα τ῅ς γυναικός. ἤτοι υἱὸς τοὖ ἀνθρώπου. Σὰ ἔθνη ἐφαίνοντο ἀναμένοντα ΢ωτ῅ρα τινα· ἡ προσδοκία τοὖ Ἰσραὴλ ἥν τὸ περιεχόμενον τ῅ς λατρείας Αὐτοὖ. οἴκου. Ἐξ αὐτοὖ ἐξεδέχοντο τὴν κατάργησιν τ῅ς . Σὸ ἀνθρώπινον γένος λαβὸν τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην. Φριστολογία. Παναγόπουλου+ Περιεχόμενα 1. Ἁγίου Νεκταρίου.

οἴκου. Προφητεἶαι περὶ τ῅ς φυλ῅ς. Σοιαύτη διδασκαλία φέρεται καὶ ἐν ταἶς παραδόσεσι ξένων ἐθνὦν καὶ ἐν θρησκευτικοἶς μάλιστα βιβλίοις.θ´ ὅρασις Ι´ καὶ κεφ. ὑπὸ τὸ ὁποἶον ἐξεδέχοντο Αὐτὸν π᾵σαι αἱ φυλαὶ τ῅ς γ῅ς· διὸ καὶ ὁ ΢ωτὴρ ἡμὦν ὁσάκις ὡμίλησε περὶ Ἑαυτοὖ πάντοτε τὸ αὐτὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα μετεχειρίσθη. ἐν μορφῆ υἱοὖ ἀνθρώπου. ἧτο τὸ ἀκριβὲς χαρακτηριστικὸν ὄνομα τοὖ ΢ωτ῅ρος.τυραννίδος τοὖ διαβόλου. καὶ ἐκφράζει πάσας συλλήβδην τὰς ἰδιότητας Αὐτοὖ. πατριὰς καὶ τοὖ τόπου τ῅ς γεννήσεως τοὖ Μεσσίου Εἰ καὶ δεν θ᾿ ἀπεδέχοντο Αὐτὸν ἐπιδημήσαντα οἱ συμφυλέται τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. Λουκᾶ καὶ Ἰωάννη. Παρὰ τ῵ Ματθαίῳ 28κις φαίνεται ὁ Κύριος ποιούμενος λόγον περὶ ἐαυτοὉ· καὶ ἐν π᾵σι τοἶς λόγοις Αὐτοὖ Τἱὸν ἀνθρώπου ἐκάλει Ἑαυτόν. Ἐπίσης καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ Φριστὸν ἡγούμενον ὀνομάζει τὸν μέλλοντα Λυτρωτήν. τὴν ἔννοιαν τοὖ προφητικοὖ. οὐ ὁρίζει καὶ τὸν χρόνον τ῅ς ἐλεύσεως. Μάρκῳ. Σὰ ὀνόματα Ἰησοὖς Φριστός. Σὸν ἀναμενόμενον τοὖτον ΢ωτ῅ρα καὶ λυτρωτὴν τ῅ς ἀνθρωπότητος ὁ προφητάναξ Δαυῒδ περιγράφει ὡς υἱὸν ἀνθρώπου (Χαλμ. ὃν εἷδεν ἐν ἀποκαλύψει. υἱὸς τοὖ Εὐλογητοὖ καὶ ὑiὸς Δαυΐδ. τὴν ἀνθρωπίνην ἐδήλου φύσιν καὶ καταγωγήν. Ἐν τῆ θρησκείᾳ τοὖ Ζωροάστρου φέρεται διδασκαλία ὁμοία πρὸς τὴν τ῅ς Γραφ῅ς· ἐν δὲ τῆ τὦν Αἰγυπτίων εἰκονίζεται ἀνὴρ συντρίβων μὲ τὸ δόρυ τὴν κεφαλὴν ὄφεως. τὸ δὲ Μεσσίας=Φριστός. ΢ΗΜΕΙΨ΢Η 1. Ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοὖ καὶ ἀνὰ μέσον τ῅ς γυναικὸς καὶ ἀνάμεσον τοὖ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοὖ σπέρματος αὐτ῅ς». Ἧτο ἄρα ἀνάγκη να χαρακτηρίση Ἑαυτὸν δι᾿ ὀνόματος περιληπτικοὖ. δεν δύνανται να ἐκφράσωσι τὴν ἔννοιαν. ἐν ὥ πάντες οἱ χαρακτ῅ρες Αὐτοὖ να ὑποδηλώνται· τοιοὖτον δὲ ἐθεώρησεν ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ὡς κατάλληλον χαρακτηριστικὸν τοὖ προσώπου Αὐτοὖ τὸ ὄνομα Τἱὸς ἀνθρώπου· ἡ δὲ ὑπὸ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἐκλογὴ τοὖ ὀνόματος δ῅λον ὅτι δίδωσι τέλειον ὁρισμὸν τοὖ Θεανθρώπου. τὴν θείαν φύσιν τοὖ Φριστοὖ. Ἡ θειότης τοὖ προσώπου τοὖ Μεσσίου ἀγγέλλεται σαφὦς ἐν τῆ Παλαιᾶ Διαθήκῃ καὶ ἐπικυρούται ὑπὸ τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἐνανθρώπησις Αὐτοὖ. Οὐδὲν λοιπὸν ἐξ αὐτὦν καθ᾿ ἕκαστον λαμβανόμενον ἠδύνατο να δώσῃ πλήρη καὶ τελείαν ἔννοιαν τοὖ προσώπου τοὖ Κυρίου ἡμὦν. Ἡ πρώτη ἀπὸ στόματος Θεοὖ προενεχθεiσα πρόρρησις ἡ μετ᾿ ἔπειτα πληρωθεἶσα κατὰ τὸ πλήρωμα τοὖ χρόνου ἐστὶν αὕτη· «Καὶ εἷπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν ὄφιν (τὸν διάβολον).Ι´ ὅρασις ια´. (Δανιὴλ κεφ. Ἐμμανουήλ. Ἡ αὐτὴ ἀκρίβεια παρατηρείται καὶ ἐν τοἶς λοιποἶς Εὐαγγελισταἶς. Περὶ τ῅ς πληρώσεως τ῅ς προρρήσεως ταύτης ἡ Καινὴ Διαθήκη λέγει τάδε· «ὅτε δὲ ᾖλθε τὸ πλήρωμα τοὖ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς . διότι ἕκαστον ὄνομα μίαν ἰδιότητα Αὐτοὖ ὑπεδήλου.β´ ρθ´ 1). τὸ μέν. καὶ τὴν μετὰ τοὖ Θεοὖ φιλίωσιν καὶ ἐπικοινωνίαν. τὴν ἀπελευθέρωσιν τοὖ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τ῅ς δουλείας τοὖ ἐχθροὖ. Ὥστε τὸ ὄνομα Τἱὸς ἀνθρώπου. Ἐπίσης καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ κεφ. ὅτι ἐν τέλει ὁ Θεὸς ἐγένετο τέλειος ἄνθρωπος. ἀλλ᾿ οὐδὲν ἧττον πρὸς αὐτοὺς ἀπέκειτο να ἔλθῃ· διὸ καὶ ἡ ἀνθρώπινος τοὖ ΢ωτ῅ρος Μεσσίου γενεαλογία κατ᾿ ἀκρίβειαν περιγράφεται ἐν ταἶς προφητείαις ὡς καὶ ὁ τ῅ς ἐπιφανείας Αὐτοὖ χρόνος. ἥν ἐκφράζει τὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα υἱὸς ἀνθρώπου· διότι τὸ μὲν Ἰησοὖς ἐκφράζει μόνον τὴν ἔννοιαν τοὖ ΢ωτ῅ρος τ῅ς ἀνθρωπότητος. ἕνα Αὐτοὖ χαρακτ῅ρα ἐξέφραζεν. γένους. τὸ δέ. 2. ἀρχιερατικοὖ καὶ βασιλικοὖ ἀξιώματος τοὖ ΢ωτ῅ρος· τὰ δὲ ὀνόματα υἱὸς Εὐλογητοὖ καὶ υἱὸς Δαυΐδ. καθ᾿ ἕκαστον λαμβανόμενα. α´).

οἷκος τοὖ Ἐφραθά. τὶς ἐγερεὶ αὐτόν. ὁ Θεὸς ἔτι λέγει πρὸς τὸν διάβολον περὶ τ῅ς συντριβ῅ς τοὖ κράτους τ῅ς ἰσχύος αὐτοὖ καὶ περὶ τοὖ πάθους τοὖ Τἱοὖ Αὐτοὖ. β´ 6).τὸν Τἱὸν Αὐτοὖ γενόμενον ἐκ γυναικός» (Γαλ. ἀνοίξαι ὀφθαλμοὺς τυφλὦν. Ματθ. Ὅτι ἐκ τ῅ς φυλ῅ς Ἰούδα ἔμελλε να γεννηθῆ ὁ ΢ωτήρ. πνεὖμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεὖμα φόβου Θεοὖ» (Ἡσ. πατὴρ τοὖ μέλλοντος αἰὦνος. ἐξουσιαστής. πνεὖμα σοφίας καὶ συνέσεως. σὲ αἰνέσουσιν οἱ ἀδελφοὶ σοὖ. ἄρχων εἰρήνης. «Καὶ ἔσται ἐν τῆ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡ ὆ίζα τοὖ Ἰεσσαί. λέγει Κύριος. «Καὶ σὺ Βηθλεέμ. «Ἐγὼ Κύριος o Θεὸς ἐκάλεσα σὲ ἐν δικαιοσύνῃ. Μεγάλη ἡ ἀρχὴ αὐτοὖ. θαυμαστὸς σύμβουλος. Ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρει τὴν πλήρωσιν αὐτ῅ς τ῅ς προρρήσεως· ἐν τῆ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολὴ ὁ Παὖλος λέγει· «ὁ δὲ Θεὸς τ῅ς εἰρήνης συντρίψει τὸν ΢αταν᾵ν ὑπὸ τοὺς πόδας ὑμὦν ἐν τάχει» (Ρωμ. ὅτι εὐλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη»· ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοὖνται σὺν τ῵ πιστ῵ Ἀβραάμ» (γ´ 8-16). εἰς φὦς ἐθνὦν. γ´ 15). δ´ 4). λέγων. Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας προορᾶ τὴν γέννησιν τοὖ ἐκ σπέρματος Δαυῒδ κατὰ σάρκα Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ. ια´ 1-3). λέγων. Περὶ τ῅ς ἐπαγγελίας ταύτης ὁ Παὖλος ἐν τῆ πρὸς Γαλάτας ἐπιστολῆ αὐτοὖ λέγει· «Προϊδοὖσα δὲ ἡ Γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοὶ τὰ ἔθνη ὁ Θεός. Ἡ τοὖ μέλλοντος ΢ωτ῅ρος καὶ Λυτρωτοὖ ἔλευσις καὶ τὸ ἔργον Αὐτοὖ καὶ ὁ θεἶος Αὐτοὖ χαρακτὴρ ἐν τῆ Παλαιᾶ Γραφῆ πολλάκις ἐπαναλαμβάνεται καὶ πολλάκις περιγράφεται· ἐν τῆ πρὸς Ἀβραὰμ Διαθήκῃ ὁ Θεὸς λέγει. καὶ τ῅ς εἰρήνης αὐτοὖ οὔκ ἐστιν ὅριον ἐπὶ τὸν θρόνον Δαυΐδ· καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοὖ κατορθώσαι αὐτήν. καὶ ἀντιλαβέσθαι αὐτ῅ς ἐν κρίματι καὶ δικαιοσύνη ἀπὸ τοὖ νυν καὶ ἕως τὸν αἰὦνα χρόνον. ιστ´ 20).. θ´ 5-7). θέλει προέλθει ὁ ἐπηγγελμένος ΢ωτὴρ τοὖ κόσμου· «καὶ ἐξελευσεται ὆άβδος ἐκ τ῅ς ὆ίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἄνθος ἀναβήσεται ἐκ τ῅ς ὆ίζης καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν πνεὖμα τοὖ Θεοὖ. ΢κύμνος λέοντος Ἰούδα· ἐκ βλαστοὖ υἱέ μου ἀνέβης· ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. καὶ συνήσει. ἰσχυρός. καὶ κρατήσω σὲ τ῅ς χειρὸς καὶ ἐνισχύσω σὲ καὶ ἔδωκα σὲ εἰς διαθήκην γένους. κγ´ 5-6). ὁ καλέσει Κύριος Ἰωσεδέκ=ὁ Κύριος ἡ δικαιοσύνη ἡμὦν» (Ἱερεμ.» (Γεν. Θεός. ὀλιγοστὸς εἰ τοὖ εἷναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδᾳ· ἐκ σοὖ μοι ἐξελεύσεται ἡγούμενος τοὖ εἷναι εἰς ἄρχοντα ἐν τ῵ Ἰσραήλ. «Παιδίον ἐγεννήθη ἡμἶν. κβ´ 18). καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνὦν. καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοὖ ἀπ᾿ ἀρχ῅ς ἐξ ἡμερὦν αἰὦνος» (Μιχ. προσκυνήσουσι σὲ οἱ υἱοὶ τοὖ πατρός σου. ἐπ᾿ αὐτ῵ ἔθνη ἐλπιοὖσι· καὶ εἷναι ἡ ἀνάπαυσις αὐτοὖ τιμή» (αὐτ. καὶ ἀναστήσω τ῵ Δαυῒδ ἀνατολὴν δικαίαν. προευηγγελίσατο τ῵ Ἀβραάμ. καὶ ποιήσει κρἶμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τ῅ς γ῅ς. οὐ ἡ ἀρχὴ ἐγεννήθη ἐπὶ τοὖ ὤμου αὐτοὖ· καὶ καλεiται τὸ ὄνομα αὐτοὖ μεγάλης βουλ῅ς ἄγγελος. Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας προφητεύει περὶ τ῅ς ἐλεύσεως τοὖ ΢ωτ῅ρος ὅτι ἐκ σπέρματος ἔσται Δαυΐδ. Καὶ ὁ προφήτης Μιχαίας περὶ τοὖ τόπου τ῅ς γεννήσεως τοὖ ΢ωτ῅ρος λέγει τάδε. «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται. «Αὐτὸς σοὖ τηρήσει κεφαλὴν καὶ σὺ τηρήσεις Αὐτοὖ πτέρναν» (Γεν. υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμἶν. . 10). εἰρήνην καὶ ὑγείαν αὐτ῵.. Ὁ ζ῅λος Κυρίου ΢αβαὼθ ποιήσει ταὖτα» (Ἡσ. μθ´ 8-9). Ὁ Ἡσαΐας ὁ μεγαλοφωνότατος προφητεύει τὴν ἐξ Ἰούδα ἔλευσιν τοὖ ΢ωτ῅ρος καὶ προαναγγέλλει ὅτι ἐκ τ῅ς ὆ίζης Ἰεσσαὶ ἀπογόνου τοὖ Ἰούδα.. πνεὖμα βουλ῅ς καὶ ἰσχύος. ε´ 2. καὶ βασιλεύσει βασιλεύς.. ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ εὐλόγων τὸν Ἰούδαν λέγει·« Ἰούδα. καὶ τοὖτο τὸ ὄνομα αὐτοὖ. «Καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τ῵ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τ῅ς γ῅ς» (Γεν. Ἐγὼ γὰρ ἄξω εἰρήνην ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας.

καὶ ἔσομαι αὐτοἶς εἰς Θεόν. Αὐτ῵ μόνῳ ἔθνη ἐλπιοὖσιν. τὰ ὅσια Δαυῒδ τὰ πιστά. καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεὶ ἀσεβ῅. μ´ 3. δ´ 6). Ἰδοὺ μαρτύριον ἐν ἔθνεσι δέδωκα αὐτὸν ἄρχοντα καὶ προστάσσοντα ἔθνεσιν» (Ἡσ. «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ὠσηὲ ια´ 1. μήποτε προσκόψης πρὸς λίθον τὸν πόδα σου» (Χαλμ. «Οὐ κατὰ τὴν δόξαν κρινεἶ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει. «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Δευτ. ιβ´ 8-9). Σὸ παιδίον τὸ γεννηθὲν ἐκ τ῅ς ὆ίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἐκ σπέρματος Δαυῒδ ὁ θαυμαστὸς σύμβουλος. καγὼ ἠμέλησα αὐτὦν. στ´ 16. καὶ ἐπιγράψω αὐτοὺς ἐπὶ τὰς καρδίας αὐτὦν. καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν. η´ 7-13. ἀπὸ μικροὖ αὐτὦν ἕως μεγάλου αὐτὦν· φησὶ Κύριος· ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταἶς ἀδικίαις. Ματθ. ὅτι οὔκ εἰσιν» (Ἱερεμ. γνὦθι Κύριον ὅτι πάντες εἰδήσουσι μέ. Ματθ. ὁ μεγάλης βουλ῅ς ἄγγελος. ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη.αὐτὦν καὶ τὦν ἀνομιὦν αὐτὦν οὐ μὴ μνησθὦ ἔτι» (Ἑβρ. ὁ ἄγγελος τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης.ἐξαγαγεἶν ἐκ δεσμὦν δεδεμένους. ὁ πατὴρ τοὖ μέλλοντος αἰὦνος. καὶ ζήσεται ἐν ἀγαθοἶς ἡ ψυχὴ ὑμὦν. 11-12. γ´ 3). «Προσέχετε τοἶς ὧσιν ὑμὦν καὶ ἐπακαλουθήσατε ταἶς ὁδοἶς μου· ἐπακούσατέ μου. δ´ 7). τοὖ μεγάλου δράκοντος (Ἀποκ. καὶ διαθήσομαι ὑμἶν διαθήκην αἰώνιον. Ἐτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου εὐθείας ποιεἶτε τὰς τρίβους αὐτοὖ (Ἡσ. «Υωνὴ βοὦντος ἐν τῆ ἐρήμῳ. μβ´ 6-7). ια´ 4-5). ἠκούσθη. 2. καὶ ὄψομαι αὐτούς. φησὶ Κύριος. Ματθ. ὅτι οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῆ διαθήκῃ μου. . διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτὦν. ὁ μέλλων να συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν τοὖ ἀρχαίου ὄφεως. ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τ῅ς χειρὸς αὐτὦν ἐξαγαγὼν αὐτοὺς ἐκ τ῅ς γ῅ς Αἰγύπτου. ἥν διέθεμην τοἶς πατράσιν αὐτὦν. ὅτι ἔμελλε να γεννηθῆ ἐν Βηθλεὲμ ἐν οἴκῳ Ἐφραθά. ἀλλὰ κρινεἶ ἐν δικαιοσύνῃ ταπειν῵ κρίσιν. Ματθ. καὶ διαθήσομαι τ῵ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τ῵ οἴκῳ Ἰούδᾳ διαθήκην καινήν.νε´ 3-4).β´ 17). καὶ ἐπὶ χειρὦν ἀροὖσι σέ. 3. 90. θρ῅νος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς. εἷναι ὁ υἱὸς τοὖ ἀνθρώπου ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον. Ο὘τος ὁ πανσθενὴς Θεὸς γέγραπται. καὶ ἐξ οἴκου φυλακ῅ς καὶ καθημένους ἐν σκότει» (αὐτ. Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτ῅ς· καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθ῅ναι. Προφητεἶαι πληρωθεἶσαι εἰς τὸ πρόσωπον τοὖ Ἰησοὖ 1. φησὶ Κύριος. Ματθ. Ὁ Ἱερεμίας προφητεύει περὶ τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης τοὖ μέλλοντος λυτρωτοὖ. λέγει Κύριος. 4. καὶ ἐλέγξει ἐν εὐθύτητι τοὺς ταπεινοὺς τ῅ς γ῅ς καὶ πατάξει γ῅ν τ῵ λόγῳ τοὖ στόματος αὐτοὖ. διότι ἐξ αὐτ῅ς ἔμελλεν να ἐξέλθῃ ἡγούμενος καὶ ἄρχων ἐν Ἰσραὴλ κατὰ τὰς ἀπ᾿ ἀρχ῅ς ἐξ ἡμερὦν αἰὦνος ἐξόδους αὐτοὖ. ἥν διαθήσομαι τ῵ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας.β´ 15). καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοὖ καὶ ἀληθείᾳ ἠλειμμένος τὴν πλευρὰν αὐτοὖ» (αὐτ. οὐ κατὰ τὴν διαθήκην. «Υωνὴ ἐν Ῥαμᾶ. λα´ 15. Ἱερ. ὁ Κραταιὸς Θεός. «Ὅτι τοἶς ἀγγέλοις αὐτοὖ ἐντελεἶται περὶ σοὖ. 5. λα´ 31-34). «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται. Καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοὖ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοὖ λέγων.

κθ´ 13. Ματθ. Ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοὖ λαοὖ τούτου. «Ἰδού. . η´ 17). «Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς ο὘τος τ῵ στόματι αὐτὦν καὶ τοἶς χείλεσι μὲ τιμᾶ· ἡ δὲ καρδία αὐτὦν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἑμοὖ. καὶ ἐπιστρέψωσι. Καὶ ἐν τ῵ ὀνόματι αὐτοὖ ἔθνη ἐλπιοὖσι» (Ἡσ. καὶ οὐ μὴ συν῅τε· καὶ βλέποντες βλέψετε. 9. ια´ 10). 7. Ματθ. Ματθ. καὶ τοἶς ὧσιν ἀκούσωσι. καὶ τῆ καρδίᾳ συνὦσι. «Ἀνοίξω ἐν παραβολαἶς τὸ στόμα μου· ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολ῅ς κόσμου» (Χαλμ. ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου» (Μαλ. οζ´ 2-3. ιε´ 8). ιγ´ 34-35). «Ἰδοὺ ἑγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου. εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεὖμά μου ἐπ᾿ αὐτόν. 10.στ´ 9-10. καὶ οὐ μὴ ἴδητε. «Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμὦν ἔλαβε. καὶ ἰάσομαι αὐτούς» (Ἡσ. ιβ´ 40). ὃν ἠρέτισα· ὁ ἀγαπητός μου. Μάτην δὲ σέβονται μέ. Κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει. 12. καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν» (Ἡσ. 8. ὁ παἶς μου. 11. καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει· ἕως ἅν ἐκβάλῃ εἰς νἶκος τὴν κρίσιν. μβ´ 1-4. Ματθ.6. ἐντάλματα ἀνθρώπων» (Ἡσ. Ἡσ. ιβ´ 18). οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοὖ ἀνθρώπου ἐν τῆ καρδίᾳ τ῅ς γ῅ς τρεἶς ἡμέρας καὶ τρεἶς νύκτας» (Ἴωνα β´ 1. Ματθ. οὐδὲ κραυγάσει· οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταἶς πλατείαις τὴν φωνὴν αὐτοὖ. ιγ´ 14). καὶ κρίσιν τοἶς ἔθνεσιν ἀπαγγελεἶ· οὐκ ἐρίσει. Ματθ. «Ἀκοὴ ἀκούσετε. μ´ 3. καὶ τοἶς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν. Ματθ. διδάσκοντες διδασκαλίας. «Ὥσπερ γὰρ ἥν Ἴωνας ἐν τῆ κοιλίᾳ τοὖ κήτους τρεἶς ἡμέρας καὶ τρεἶς νύκτας. γ´ 1. καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτὦν ἐκάμμυσαν· μήποτε ἴδωσι τοἶς ὀφθαλμοἶς. νγ´ 4.

.

Ἐπίσης αἱ σύγχρονοι γυναἶκες αἱ θεωροὖσαι τὴν παρθένον ἀγκαλοφοροὖσαν τὸ θεἶον βρέφος πάντως θὰ ἐμακάριζον αὐτήν. τοσαύτης τιμ῅ς καὶ ἀγάπης. τοὖ σεβασμοὖ καὶ τ῅ς ἀγάπης ἀπέδιδαν. . πλὴν τ῅ς λατρείας. α´ 48). Ὁ σεβασμὸς τὦν πιστὦν πρὸς τὴν παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ἀνέρχεται εἰς αὐτὸν τὸν Α´ καὶ Β´ αἰὦνα. ***** Ἐκ τ῅ς χριστιανικ῅ς ἀρχαιολογίας μανθάνομεν ὅτι αἱ εἰκόνες τ῅ς θεομήτορος εἰκονίζοντο καὶ ἐτιμὦντο ἀπὸ τοὖ Α´ ἥδη καὶ Β´ αἰὦνος. τὰ δευτερεἶα τ῅ς τιμ῅ς. ἥτις. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκ᾵ς ἀναφέρει τὴν ἐπάρασαν φωνὴν ἐκ τοὖ ὄχλου καὶ μακαρίσασαν τὴν γαλακτοτροφήσασαν τὸν Κύριον Μητέρα (ια´ 27). ***** Αὕτη ἡ Θεοτόκος ἐν πνεύματι προφητικ῵ ἤδη ἀναγγελεἶ τὴν περιωπὴν αὐτ῅ς μεταξὺ πασὦν τὦν γενεὦν. ὅτι ἔσται τελείωσις τοἶς λελαλημένοις αὐτῆ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. Σὴν Θεοτόκον ἐμακάρισε πρώτη ἡ Ἐλισάβετ. ἀνεφώνησε φωνῆ μεγάλῃ καὶ εἷπεν «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τ῅ς κοιλίας σου. καὶ ἐπεβάλλετο ὑπ᾿ αὐτὦν τὦν Ἱερὦν Γραφὦν μνημονευουσὦν τοὖ ὀνόματος αὐτ῅ς ὡς κεχαριτωμένης καὶ εὐλογημένης καὶ ὡς εὑρούσης χάριν παρὰ τ῵ Θε῵ μόνης μεταξὺ πασὦν τὦν γυναικὦν.» (Λουκ. πλησθεἶσα πνεύματος ἁγίου. λέγουσα: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοὖ νὖν μακαριοὖσί με π᾵σαι αἱ γενεαί κτλ. τοὖ Εὐαγγελίου αὐτοὖ συνιστώντας τὴν τιμὴν πρὸς τὴν Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν. καὶ αὐτ῅ς τ῅ς Θεοτόκου ἀναγγελούσης ὅτι «ἀπὸ τοὖ νὖν μακαριοὖσι με π᾵σαι αἱ γενεαί». ὥστε πρὸς ταύτην μετὰ Θεόν. α´ 42-45).Ἅγιος Νεκτάριος Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου «Μελέτη περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» ἐκδοθὲν τὸ πρὦτον ἐν Ἀθήναις τὸ 1901 [Κεφάλαιον Β´] [Κεφάλαιον Γ´] ΚΕΥΑΛΑΙΟΝ Β´ Περὶ τοὖ σεβασμοὖ τὦν πιστὦν πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν καὶ περὶ τὦν ἁγίων αὐτ῅ς εἰκόνων καὶ περὶ τὦν ἱερὦν ναὦν τὦν τιμωμένων ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτ῅ς Ἡ Θεοτόκος τοσούτου ἀπέλαυε σεβασμοὖ παρὰ τὦν πιστὦν. Καὶ οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Καὶ ἀληθὦς ἀπὸ τοὖ χρόνου ἐκείνου ἤρξατο ὁ μακαρισμὸς τ῅ς Θεοτόκου. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα.

***** Ὁ Ἐπιφάνιος ἐν αἱρέσει οη´ κεφ. τινὲς γυναἶκες κουρικόν τινα κοσμοὖσαι. Ἡ χριστιανικὴ ὑμνῳδία ὑμνεἶ τὴν Παρθένον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν ὡς Βασίλισσαν τοὖ Οὐρανοὖ καὶ Κυρίαν τὦν Ἀγγέλων.. Οἱ τὴν τιμὴν δὲ καὶ τὸν μακαρισμὸν τ῅ς Θεοτόκου μὴ προσφέροντες πρὸς ὆ητὰς τοὖ Εὐαγγελίου ἐντολὰς ἀντιστρατεύονται. ἐν ἡμέραις τισιν ἄρτον προτιθέασι καὶ ἀναφέρουσιν εἰς ὄνομα τ῅ς Μαρίας. ***** Κατά τὴν Γ´ πλέον ἑκατονταετηρίδα ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Θεοτόκον ἐξεδηλοὖτο μέγας. ὥστε νὰ τολμήσωσι νὰ εἴπωσιν. οἵτινες ἀνήγαγον τὸν πρὸς τὴν Θεοτόκον σεβασμὸν εἰς λατρείαν καὶ ἀπένειμαν τῆ Παρθένῳ Μαρίᾳ ἰσόθεον τιμὴν κατὰ μίμησιν τὦν ἀπὸ τὦν ἐθνικὦν λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων. οὐχὶ δὲ ὡς Θεὸν νὰ προσκυνὦμεν (Κύριλλος). ἥτις εὑρίσκετο ἐν τ῵ μέσῳ τὦν δύο ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων αἱρέσεων. καὶ ἐν ἐμβροντήσει τινὶ καὶ φρενοβλαβείᾳ φερομένους. καὶ εἰς ὄνομα αὐτ῅ς ἱερουργεἶν διὰ γυναικὦν». Σαύτης τ῅ς αἱρέσεως ζηλωταὶ ἐγένοντο καὶ οἱ νεώτεροι ἀντιδικομαριανἶται. Ἡ κακόδοξος αὕτη αἵρεσις ἐπεκλήθη τὦν Κολλυριδιανὦν διὰ τοὺς πλακοὖντας ἥ κολλυρίδας. Διηγοὖνται γὰρ ὥς τινες γυναἶκες ἐν τῆ Ἀραβίᾳ ἀπὸ τὦν μερὦν τ῅ς Θρᾴκης τοὖτό γε τὸ κενοφώνημα ἐνηνόχασιν. 1 λέγει «Ἡ αἵρεσις πάλιν ἐν τῆ Ἀραβίᾳ ἀπὸ τ῅ς Θρᾴκης καὶ τὦν ἄνω μερὦν τ῅ς ΢κυθίας ἀνεδείχθη. (ἤτοι δίφρον τετράγωνον). οἱ Ἀντιδικομαριανἶται λεγόμενοι. διότι ὅλον τὸ Εὐαγγέλιόν ἐστι νόμος. ἀντὶ Θεοὖ ταύτην προσάγειν ἐσπουδακότας καὶ σπουδάζοντας. καὶ συνάγεσθαι ἐπὶ τὸ αὐτό. ὡς εἰς ὄνομα τ῅ς ἀειπαρθένου κολλυρίδα τινὰ ἐπιτελεἶν. αἱ π᾵σαι δὲ ἀπὸ τοὖ ἄρτου μεταλαμβάνουσιν». μαρτυροὖσι παρεκτροπὴν ἀπὸ τ῅ς ἀληθοὖς δόξης τ῅ς Καθολικ῅ς Ἐκκλησίας. καθ᾿ ἣν τὴν ἀειπάρθενον κόρην ὡς Θεοτόκον ὀφείλομεν νὰ τιμὦμεν. ὅτι ἡ Παρθένος μετὰ τὴν γέννησιν τοὖ ΢ωτ῅ρος συν῅λθεν ἀνδρὶ καὶ ἔτεκε καὶ ἄλλα τέκνα. αἱ κατὰ τὴν Γ´ Ἑκατονταετηρίδα ἐμφανισθεἶσαι.. κακόδοξοί τινες. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ταύτην ἀνεφάνησαν ἔν τισι χώραις. ἁπλώσασαι ἐπ᾿ αὐτὸν ὀθόνην. καὶ εὐκρινὦς διετύπωσε τὴν ὀρθὴν καὶ ἀσφαλ῅ αὐτ῅ς δόξαν. καὶ εἰς ὄνομα τ῅ς ἁγίας Παρθένου ὑπὲρ τὸ μέτρον τι πειρ᾵σθαι ἀθεμίτῳ καὶ βλασφήμῳ ἐπιχειρεἶν πράγματι. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἀνεφάνησαν καὶ οἱ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι τὦν Κολλυριδιανὦν. . ἃς ὡς θυσίαν προσέφεραν καθ᾿ ὡρισμένην ἡμέραν ἐπὶ δίφρου καὶ οὓς ἔπειτα ἔτρωγαν (Ἐπιφάνιος ἐν αἱρέσει 78 καὶ 79). Αἱ αἱρέσεις τὦν Κολλυριδιανὦν καὶ τὦν Ἀντιδικομαριανιτὦν. καὶ ἡ ἀθέτησις ἑνὸς ἰὦτα ἥ μι᾵ς κεραίας ἐστὶν ἀθέτησις τοὖ νόμου. οἱ τὴν δόξαν τ῅ς Μητρὸς τοὖ Κυρίου μὴ ἀνεχόμενοι.Ὅθεν ἡ Θεοτόκος ἐτιμ᾵το καὶ ἐμακαρίζετο ἀπὸ πασὦν τὦν γενεὦν τὦν ἀπὸ τοὖ Εὐαγγελισμοὖ αὐτ῅ς μέχρι σήμερον καὶ θέλει μακαρίζεται μέχρι τ῅ς συντελείας τὦν αἰώνων. 23 λέγει «Ἄλλους πάλιν ἀφραίνοντας εἰς τὴν ὑπὲρ τ῅ς αὐτ῅ς ἁγίας ἀειπαρθένου ὑπόθεσιν. οἱ τὴν ἀειπαρθενίαν καὶ τὴν προσωνυμίαν Θεοτόκος ἀρνούμενοι. ἔνθα εὐάριθμοι χριστιανοὶ συνοικοὖν μετὰ πολυαρίθμων ἐθνικὦν. ***** Σάς αἱρέσεις ταύτας ἡ Ἐκκλησία κατεδίκασε καὶ κατέκρινε. Καὶ ἐν αἱρέσει οθ´ κεφ. οἵτινες καὶ ἐπὶ τοσούτον ἐξετραχηλίσθησαν. ἐν ἡμέρᾳ τινὶ φανερᾶ τοὖ ἔτους.

Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς. Μαρίαν Παρθένον.Φ. Θεοτόκος ἡ Μαριὰμ κηρύττεται. εἷναι ἡ μόνη προσήκουσα αὐτῆ ἐπωνυμία. Ἰουστίνος ὁ μάρτυς. ἤτοι ἐπὶ 400 ἔτη μ. ΚΕΥΑΛΑΙΟΝ Γ´ Περὶ τ῅ς προσωνυμίας Θεοτόκος Ἡ προσωνυμία Θεοτόκος. Διαθήκῃ. ἀλλὰ ποτὲ Θεοτόκον» λέγουσι δ᾿ ὅτι τὸ ὄνομα τοὖτο ἔγεινε συχνότατον ἀπὸ τ῅ς ἐν Ἐφέσῳ τ῵ 430 μ. Σαύτην ἐπεκαλοὖντο ἐν κινδύνοις καὶ ἐν θλίψεσι.Φ. δι᾿ ἧς προσφωνεἶται ἡ Ὑπεραγία Δέσποινα ἡμὦν καὶ Μήτηρ τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. οἸον Πολύκαρπος.Οὐχ ἧττον κατὰ τὴν Δ´ ἥδη ἑκατονταετηρίδα ἡ εὐλάβεια καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Θεομήτορα ἐξεδηλώθη καὶ ἐξωτερικὦς ἐπὶ μ᾵λλον λαμπρότερος δι᾿ ἀνεγέρσεως μεγαλοπρεπὦν Ἱερὦν Ναὦν ἀφιερωμένων εἰς τὸ ὄνομα τ῅ς Θεομήτορος. διότι αὕτη ἐγέννησεν οὐκ ἄνθρωπον ψιλόν. Μητέρα τοὖ Φριστοὖ. ***** . Φρυσόστομος. ἐξ αὐτὦν τούτων τὦν θείων Πατέρων καὶ διδασκάλων τ῅ς ἐκκλησίας φέροντες τὰς ἀποδείξεις. ἐν οἸς ἡ ἐκ παρθένου γέννησις τοὖ Φριστοὖ προφητεύεται καὶ εὐαγγελίζεται. Οἱ ἀποκρούοντες τὸ ὄνομα Θεοτόκος λέγουσιν ὅτι ὅλοι οἱ σημαντικοὶ πατέρες τ῅ς ὀρθοδόξου Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας μέχρι τοὖ Ἐπιφανίου. ἀναφέροντες τὸ ὄνομα τ῅ς Παναγίας. ὀνομάζουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεἶστον Μαρίαν. καὶ τοιαύτην πιστεύοντες ὁμολογοὖσι. ***** Ἡ ἠδραιωμένη δὲ αὐτὴ ἐν ταἶς καρδίαις τὦν πιστὦν εὐλάβεια πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μητέρα τοὖ Κυρίου. Βασίλειος εἰς τὰ γνήσια συγγράμματα αὐτὦν. Καὶ ἐν τοἶς προφήταις καὶ ἐν πάσῃ τῆ Κ. συνῳδὰ πρὸς τὴν δόξαν τ῅ς Ὀρθοδόξου ἡμὦν Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας καὶ ἅπαντες ἐν γένει οἱ ἱεροὶ τ῅ς ἐκκλησίας φωστ῅ρες ἀπὸ τοὖ πρώτου μέχρι τοὖ ἐσχάτου ὡς παραδεχόμενοι τὴν παρθένον Μαρίαν Μητέρα Θεοὖ. συνελθούσης Οἰκουμενικ῅ς Γ´ ΢υνόδου. ἀρξαμένη ἀπὸ τ῅ς ἀναδείξεως αὐτ῅ς ὡς Μητρὸς τοὖ Κυρίου. Εἰρηναἶος. Ἁγίαν Παρθένον κτλ. διετέλεσεν ἀμετάπτωτος καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰὦνας καὶ θέλει διαμείνῃ παρὰ τοἶς πιστοἶς εἰς ἅπαντα τὸν αἰὦνα ἀσάλευτος. ***** Πρὸς ταὖτα ἀπαντὦμεν. Ἡ εὐλάβεια τὦν πιστὦν πρὸς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ τοὖ χρόνου τ῅ς καταδίκης τ῅ς αἱρέσεως τοὖ Νεστορίου ἐξεδηλοὖτο καθ᾿ ἅπαν τὸ Ῥωμαϊκὸν κράτος διὰ λαμπρὦν ἑορτὦν καὶ πνευματικὦν πανηγύρεων. ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον ἀληθὦς καὶ κυρίως. καὶ ταύτην εἷχον ὑπέρμαχον στρατηγὸν ἐν τοἶς πολέμοις. Ἡ ἀπροσμάχητος αὐτ῅ς δύναμις συνέτριβε τοὺς πολεμίους καὶ ἡ μητρικὴ πρὸς τὸν Τἱὸν καὶ Θεὸν Αὐτ῅ς παρρησία τὸ θεἶον ἐπὶ τοὺς πιστοὺς ἐδαψίλευεν ἔλεος. Ἡ Θεοτόκος ἦν καὶ ἐστι καὶ ἔσται τοἶς πιστοἶς ἡ ἄμαχος προστάτις καὶ ὁ ταχὺς ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός. οἱ δὲ πανταχοὖ ἀνεγειρόμενοι ἐπ᾿ ὀνόματι τ῅ς θεομήτορος μεγαλοπρεπεἶς ναοὶ λαμπρὦς διεκοσμοὖντο καὶ κάλλει διέπρεπον.

τοὖ Δευτερονομίου. «τὴν ἥδη μεμνηστευμένην γυναἶκα καλεἶ οὕτω καὶ ἐπὶ τοὖ Ἰωσὴφ καὶ τ῅ς Θεοτόκου ἐλέχθη». καὶ δούλη». καὶ Ἄμμων Ἐπίσκοπος Ἀνδριανουπόλεως. εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν) λέγει: «ταύτης οὗν τ῅ς προφητείας τὴν Ὢδὴν ἡ Ἁγία Θεοτόκος ἀνέπεμπε λέγουσα. ὁ κατακριθεὶς δι᾿ ἄλλας αὐτοὖ κακοδοξίας δὲν κατεκρίθη διὰ τὸ ὄνομα «Θεοτόκος». καὶ τῆ προτροπῆ εἷξας τ῅ς διακονησαμένης Θε῵ πρὸς ἀνθρώπους θεομήτορος. νέαν τινὰ γέννησιν ἑαυτοὖ ἐμηχανήσατο. καὶ δ῅λον. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον κτλ.» (βλ.» Καὶ ἀλλαχοὖ πάλιν «τί πρὸς σὲ φθέγξομαι. καὶ Ἁγν῅ς παρθενίας εἰλειθυἶα. αὐτόθι σ.. ὅτι παρ᾿ αὐτοὖ ἐμυήθη τὴν ἱερὰν συνήθειαν τὴν ἐν τῆ ἐκκλησία καὶ τοἶς π᾵σι γνωστὴν ἐντεὖθεν καὶ οὐ κατεκρίθη. ***** Καὶ Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας τ῵ 250 γράφων πρὸς Παὖλον τὸν ΢αμοσατέα λέγει: «τὸν σαρκωθέντα ἐκ τ῅ς Ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας».Φ. κόρη κτλ. Ο὘τος Θεοτόκον τὴν παρθένον ἐκάλεσεν ἑρμηνεύων τὸ λγ´ ἐδάφιον τοὖ κβ´ κεφ. ὡς λαβίδι. μγ´) λέγει: «Διὸ δὴ βασιλὶς ἡ θεοσεβεστάτη (Ἑλένη). Πατρικοἶς σε ὕμνοις προσφθέγξομαι. γράφων πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἀλέξανδρον τὸν ἐπὶ τ῅ς Α´ οἰκουμενικ῅ς ἁγίας ΢υνόδου. ἐὰν τοὖτο ἧτο καινόν τι προσφώνημα καὶ οὐχὶ παλαιόν. Ὁ Ὠριγένης. Θεοτόκον τὴν Παρθένον ἐκάλουν..) εὑρίσκομεν πρὦτον τὸ ὄνομα τ῅ς Παρθένου Θεοτόκος. ***** Καὶ ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος ὁ μετὰ τὸν Ἀχιλλὰν τ῵ 320. ***** .» Καὶ ἀλλαχοὖ: «ἐπὶ τούτοις παρρησιασάμενος ὁ δίκαιος. λέγων «ἀνάγκη γὰρ τὸν δημιουργὸν τὦν ἔργων αὐτοὖ κήδεσθαι. ἐπεὶ δὲ κοσμικ῵ σώματι πλησιάζειν ἔν τε τῆ γῆ χρονίζειν ἔμελλε. ***** Καὶ ὁ Παμφίλου Εὐσέβιος τ῵ 320 (ἐν βίῳ Κωνσταντίνου κεφ. ὅπερ θὰ ἐγίνετο.. μνήμασι θαυμαστοἶς κατεκόσμοι».. Καὶ μητέρα Θεοὖ ὁ αὐτὸς ὀνομάζει τὴν Παρθένον. ὧ μ῅τερ παρθένε. Εὗγε εὗγε εὗγε Μ῅τερ Θεοὖ. τ῅ς χρείας τοὖτο ἀπαιτούσης. χωρὶς γὰρ τοι γάμων σύλληψις. θύγατερ Δαυὶδ καὶ μ῅τερ τοὖ Κυρίου καὶ Θεοὖ Δαυίδ. τ῅ς Θεοτόκου τὴν κύησιν (ἤτοι τὴν Βηθλεέμ)..» ***** Καὶ ὁ Ἱερὸς Μεθόδιος ἐπίσκοπος Πατάρων καὶ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεὺς (τ῵ 300-311) λέγει: «Καὶ δὴ λαβομένη ἡ Θεοτόκος τὸν ἐκ τοὖ ἀχράντου καὶ παναμώμου αὐτ῅ς θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιὸν καὶ ἀνέκφραστον ἄνθρακα. καὶ Θεοὖ μήτηρ. 162).Καὶ ἐν πρώτοις παρὰ τ῵ Ὠριγένει πρώτῳ (τ῵ 230 μ. καὶ παρθένε μ῅τερ.. ὥ πασὦν γενεὦν ὑψηλοτέρα καὶ πάντων ὁρατὦν τε καὶ ἀοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανεἶσα. ***** Καὶ Γρηγόριος ὁ Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργὸς τ῵ 275 (λόγ. Καὶ σημείωσαι ὅτι ὁ Ὠριγένης μαθητὴς ἦν τοὖ Ἱεροὖ Κλήμεντος τοὖ Ἀλεξανδρέως τοὖ ἐν ἔτει 180 μετὰ Φριστὸν ἀκμάσαντος. διὰ σοὖ γέγονε Κύριος ὁ Θεὸς τὦν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμὦν.

ὧ ἄνθρωπε. ἐν ᾧ ἀρρήτως ὑφάνθη ὁ τ῅ς ἑνώσεως χιτών. πρὸς Κληδ. καὶ ἐπὶ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ὁ αὐτὸς ὡμολόγησε». Καὶ ἀλλαχοὖ. τοὺς οὐρανοὺς τῆ διανοίᾳ ἐρεύνησον. καὶ θεἶος τ῅ς Ἐκκλησίας Πατὴρ λέγει: «΢υνεκάλεσαν ἡμ᾵ς νὖν ἐνταὖθα ἡ Ἁγία Θεοτόκος καὶ παρθένος Μαρία τὸ ἀμόλυντον τ῅ς παρθενίας κειμήλιον. 876 Ἐκδ.» (Λόγ.» (Ἀθανασ. ἀλλὰ καὶ τὴν μετὰ ταὖτα τὦν πιστὦν εὐσέβειαν προῄδει ὅτι ἔμελλε προϊέναι ἐκ τ῅ς Ἰουδαίας ἡ Ἁγία Θεοτόκος παρθένος. διπλ῅ν εἷναι τὴν περὶ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἐπαγγελίαν ἐν αὐτῆ ὅτι τε ἀεὶ Θεὸς ὣν καὶ υἱός ἐστι. στ´ σελ. (ἐγκωμ. περὶ τοὖ χρησίμως τὰς προφητείας ἀσαφεἶς εἷναι).. ἡ πανήγυρις τοὖ σωτηρίου συναλλάγματος. καὶ βλέπε εἴ ἐστιν ἄλλο τοιοὖτον θαὖμα ἐν τῆ κτίσει». β´ σελ. καὶ θεοειδοὖς Μαρίας». εἰς τὴν Ἁγίαν παρθένον τόμ. Καὶ πάλιν «ὅθεν καὶ γενομένης τ῅ς σαρκὸς ἐκ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας. ὡς ἐπὶ Ζαχαρίου ὁ Γαβριήλ. περίβλεψον τὴν θάλασσαν. εἰ γὰρ ἡ τυχοὖσα γυνὴ ἐνίκησε. Καὶ πάλιν «σκοπὸς τοίνυν ο὘τος καὶ χαρακτὴρ τ῅ς ἁγίας Γραφ῅ς. μαθητὴς Ἰωάννου τοὖ Φρυσοστόμου. ***** Καὶ ὁ Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. τόμ. α´ σελ. ἥ ἄλλου τινὸς χωρίου. ἡ παρθένος καὶ οὐρανός. εἰς . 824-875-1271 τόμ. ἐξ. 563-579-583.) λέγει: «Οὐδὲν τοίνυν ἐν βίῳ οἸον ἡ Θεοτόκος Μαρία. ἡ παστὰς ἐν ᾗ ὁ λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκα. καὶ ὅτι ὕστερον δι᾿ ἡμ᾵ς σάρκα λαβὼν ἐκ παρθένου τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ἄνθρωπος γέγονε». προέβλεπε τὰ τάγματα τὦν ὁμολογητὦν. 475). αὐτὸς λέγεται γεγενν῅σθαι ὁ τοἶς ἄλλοις γέννησιν εἰς τὸ εἷναι παρέχων καὶ ὁ Ἰωάννης γενομένης φων῅ς παρὰ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει». ***** Καὶ Γρηγόριος ὁ θεολόγος τ῵ 370. 738) κατὰ Ἀπολλιναρίου. περινόστησον τὴν γ῅ν. γ. περίελθε. (ἐπιστ. ε´ σελ. γ´ σελ.» (Ἰωάν. τὰς μυριάδας τὦν Ἰουδαίων τὦν μελλόντων πιστεύειν κτλ. ὁ φρικτὸς τ῅ς οἰκονομίας ἱστός. πόσῳ μ᾵λλον ἡ τοὖ Φριστοὖ μήτηρ καταισχύνει τοὺς ἐχθροὺς τ῅ς ἀληθείας. πρὸς Ἕλληνας) «Ποὖ γὰρ ἐν τοἶς σοἶς ἔγνως Θεοτόκον παρθένον.). λόγος ὣν καὶ ἀπαύγασμα καὶ σοφία τοὖ Πατρός. «Διὸ καὶ παρθενομήτωρ ὡς Θεοτόκος ἡ Ἁγία Μαρία. στ´ 296). Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς «Καὶ νὖν οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Δεβώρα. τὰς ἀοράτους πάσας δυνάμεις ἐνθυμήθητι. α´ σελ. λέγει γὰρ ὁ Ἀπόστολος κτλ. τόμ. Φρυσοστ. Καὶ πάλιν ὁ αὐτός: «Ἐὰν οὗν εἴπωσιν ὅτι τὦν οὐρανίων ἐστὶν ὁ Μελχισεδέκ. ἔχομεν γὰρ καὶ ἡμεἶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν ὑπὲρ ἡμὦν. Καὶ πάλιν «πόσον ἅν τὶς εἷποι τὸ καύχημα τ῅ς Ἁγίας παρθένου. ἡ ἔμψυχος τ῅ς φύσεως βάτος.» Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς (λόγος α´ περὶ Τἱοὖ. καὶ βλέπε εἴ ἐστιν ἴσον ἥ μεἶζον τ῅ς Ἁγίας Θεοτόκου παρθένου. οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Ἰσραήλ. ἀκουσάτωσαν ὅτι καὶ αὐτὸς γόνυ κάμπτει τ῵ Φριστ῵ τ῵ σαρκωθέντι ἐκ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας. ***** Καὶ Ἰωάννης ὁ Φρυσόστομος τ῵ 400 (λόγ.. 1351 κ. προεώρα τὸν χορὸν τὦν Ἀποστόλων. εἰς Μελχισεδὲκ τόμ. λέγει: «Εἰ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Μαρίαν ὑπολαμβάνει χωρίς ἐστι τ῅ς Θεότητος. τ῅ς Κοσμοποιΐας τόμ. ἡ μόνη Θεοὖ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα. λογ. ὡς πολλάκις εἴπομεν. Ἔτον. κατὰ Ἄρειον: τόμ.». Καὶ πάλιν «ὁ Θεὸς οὗν οὐ μόνον ἔβλεπε τὴν τὦν Ἰουδαίων ἀκμάζουσα εὐσέβειαν.» (εἰς τὴν δ´ ἡμερ. πολυπραγμόνησον τὸν ἀέρα. ὁ λογικὸς τοὖ δευτέρου Ἀδὰμ παράδεισος.Καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὁ φωστὴρ τ῅ς Ἀλεξανδρείας τ῵ 330 λέγει «καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἄγγελος δρώμενος ὁμολογεἶ ἀπεστάλαι παρὰ τοὖ δεσπότου. τὸ ἐργαστήριον τ῅ς ἑνώσεως τὦν φύσεων.» ὡσαύτως καὶ ἐν λόγῳ λε´ «Θεοτόκον παρθένον» τὴν Παναγίαν ὀνομάζει. π᾵σαν τὴν κτίσιν τ῵ λογισμ῵.

. ἐπιστ. ὅτι Θεοτόκον ταύτην ἐθεώρει καὶ ἐπίστευεν «Εἷπέ μοι. κατὰ τοὖ ἐπιθέτου Θεοτόκος καταφέρονται. χρ῅ται ὅμως ἰσοδυνάμοις ἄλλαις λέξεσιν ἐξ Ὠν ἡλίου φαεινότερον γίνεται. διότι θὰ ἀπεδοκιμάζετο ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας. Καὶ ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος τ῵ 400 (λόγ. 1 σελ. ***** Ἐὰν τὰ ἐπίθετα θεομήτωρ καὶ Θεοτόκος δὲν ἦσαν ἐν χρήσει ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ οὐδεὶς τὦν πατέρων καὶ τὦν συγγραφέων τὦν πρώτων αἰώνων θὰ ἐποιεἶτο χρ῅σιν ἐν τῆ συγγραφῆ τοὖ ἐπιθέτου τούτου. λέγει γάρ: «τὦν πάλαι καὶ πρόπαλαι τ῅ς ὀρθοδόξου πίστεως κηρύκων κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ὀνομάζει καὶ πιστεύει τήν τοὖ Κυρίου μητέρα» (Βλέπ.» Ἐὰν λοιπὸν ὁ προφήτης Δαυὶδ καλ῅ται θεοπάτωρ διότι εἷναι προπάτωρ τ῅ς παρθένου Μαρίας. ***** Γρηγόριος δὲ ὁ Νύσσης εἰς τὴν γέννησιν τοὖ Κυρίου (Σόμ. κατὰ τό. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως οὐ μόνον δὲν ἀπεδοκίμασεν. Διαλ. Λόγος γὰρ ἦν Θεοὖ πρωτότοκος ἀπ᾿ οὐρανὦν ἐπὶ σὲ κατερχόμενος. Μάτην ἄρα οἱ καινοὶ διδάσκαλοι. 27 Ἐκδ. III σελ.. ***** Ὁ Ἱππόλυτος μαθητὴς τοὖ Εἰρηναίου τοὖ μαθητοὖ τοὖ Πολυκάρπου μαθητοὖ τοὖ εὐαγγελιστοὖ Ἰωάννου ο὘ χρ῅ται μὲν τῆ λέξει Θεοτόκος. τοὖ Βουλγ. Α´ τόμ. ψευδόμεθα. δ´ σελ. καὶ χάριτ. 460) λέγει περὶ τ῅ς μητρὸς τοὖ Κυρίου ἡ «Θεομήτωρ Παρθένος». τί ἦν τὸ ὑπὸ ΢οὖ ἐν τῆ κοιλίᾳ συνειλημμένον καὶ τί ἦν τὸ ὑπὸ ΢οὖ ἐν παρθενικῆ μήτρᾳ βασταζόμενον. οἱ Νεστοριανοὶ τ῅ς ἐποχ῅ς μας. τὸ δὲ θεομήτωρ ἐρρήθη κατὰ τὸ θεοπάτωρ. Οὕτως ὁ Φρυσόστομος (περὶ ψευδοδιδασκαλίας.). λστ´) λέγει: «Πλὴν μόνης τ῅ς Θεοτόκου πάντες οἱ λοιποὶ ἥμαρτον. καὶ ἄνθρωπος πρωτότοκος ἐν κοιλίᾳ πλασσόμενος. Σὸ Ἀειπάρθενον αὐτ῅ς ἐξόχως διαγράφων λέγει: «ὁ τὦν ὅλων Δημιουργὸς ἐκ τ῅ς Παναγίας ἀειπαρθένου Μαρίας κατὰ σύλληψιν ἄχραντον.» (παρὰ Θεοδωρ. 639). Θεοδ.τὴν Θεοτόκον κτλ 6). λέγει. δίχα τροπ῅ς ἑνουσιώσας ἑαυτ῵ ψυχὴν . διατὶ αὕτη νὰ μὴ λέγεται θεομήτωρ ἡ τεκοὖσα τὸν Ἰησοὖν τὸν Θεόν. ὧ μακαρία Μαρία. στ´ Παρίσιοι 478) λέγει: «ὁ θεοπάτωρ Δαυὶδ περὶ τὦν τοιούτων πολλοὺς μόχθους κατέβαλε». 778) λέγει: «τὶ τὸν θεοπάτορα Δαυὶδ ἐποίει θεοφιλ῅. 4 σελ. περὶ φύσ. Εὐγεν. ἀλλὰ καὶ τοὖ καιροὖ ἐπιστάντος ἐπεκύρωσε τὸ ἱερὸν προσωνύμιον τ῅ς Παρθένου «Θεοτόκος» διὰ τ῅ς Γ´ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου. ἀνεκήρυξε δὲ ταύτην κυρίως καὶ ἀληθὦς Θεοτόκον. κεφ. διατὶ οὐχὶ καὶ Θεοτόκος. εἰ δὲ καὶ λέγεται θεομήτωρ. δι᾿ ἧς κατεδίκασε μὲν τὸν αἱρετικὸν Νεστόριον τὸν βλασφήμως ἀποκαλέσαντα τὴν Παρθένον Φριστοτόκον. ***** Ὁ δὲ Ἱερὸς Θεοδώρητος τ῵ 436 μαρτυρεἶ στεντορείως ὅτι παράδοσις καὶ διδασκαλία ἐστὶν ἀποστολικὴ νὰ ὀνομάζωμεν τὴν Μαριὰμ Θεοτόκον. ΢πορακίῳ τόμ. ***** Καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (ἐπιστολὴ VIII Ἀριθμ. ὅπερ εἷναι ἐπίθετον ἀποδιδόμενον τ῵ προφήτῃ Δαυὶδ παρὰ τὦν ὑμνογράφων καὶ τὦν Ἀρχαίων πατέρων τ῅ς Ἐκκλησίας ἕνεκεν τ῅ς ἐξ αὐτοὖ κατὰ σάρκα καταγωγ῅ς τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. μόνη γὰρ ἡ Θεοτόκος πλείονα ἔλαβε χάριν». τόμ. ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν.

νοερὰν μετὰ αἰσθητικοὖ σώματος, γέγονεν ἄνθρωπος φύσει κακίας ἀλλότριος ὅλος Θεὸς
αὐτός...» (Κατὰ Βύρωνος καὶ Ἥλικος τ. 10 σελ. 840 éd. Migne).
*****
Ἡ ἄκρα πρὸς τὴ θεομήτορα εὐσέβεια τοὖ ἁγίου Ἰππολύτου ἡ κληρονομικ῵ τινι
δικαιώματι μεταδοθεἶσα διὰ τοὖ ἀποστόλου Ἰωάννου, τοὖ Πολυκάρπου καὶ τοὖ
Εἰρηναίου, δείκνυται καὶ ἐκ τὦν ἑπομένων αὐτοὖ λόγων: «ἐν χρόνῳ παρὼν ὁ ΢ωτὴρ ἐκ
τ῅ς Παρθένου τ῅ς Κιβωτοὖ, τὸ ἴδιον σὦμα τ῵ κόσμῳ προσήνεγκεν, χρυσίῳ καθαρ῵
κεχρυσωμένης ἔνδοθεν μὲν τ῵ λόγῳ, ἔξωθεν δὲ τ῵ Πνεύματι τ῵ ἁγίῳ, ὥστε
ἀποδέδεικται ἡ ἀλήθεια, καὶ πεφανέρωται ἡ Κιβωτός» (εἰς Δανιὴλ τ. 10 σελ. 648 éd.
Migne).
*****
Ὁ σοφώτατος Οἰκονόμος παραδεχόμενος ὡς γνησίαν τὴν Ἐπιστολὴν τὴν φερομένην ὑπὸ
τὸ ὄνομα τοὖ ἁγίου Διονυσίου τοὖ Ἀλεξανδρείας πρὸς τὸν Παὖλον τὸν ΢αμοσατέα, ἐν ᾗ
φέρεται τὸ ὄνομα Θεοτόκος, λέγει «Σὸ Θεοτόκος θεόχρηστον ὄνομα ἔγραφε καὶ ἐξηγεἶ
Ὠριγένης (ἐγεννήθη οὗτος τ῵ 186 μ.Φ.), ὡς ἀνέκαθεν ἤδη σύνηθες ἐπ᾿ αὐτοὖ ἐν τῆ
ἐκκλησίᾳ, «Ὁ Ὠριγένης ἐν τ῵ α´ τόμῳ τὦν εἰς τὴν πρὸς Ῥωμαίους τοὖ Ἀποστόλου
ἐπιστολὴν ἑρμηνεύων πὦς Θεοτόκος λέγεται, πλατέως ἐξήγησε» (΢ωκρ. ἐκκλ. Ἱστορ. Ζ´,
32), σῴζεται δὲ καὶ ἅλλῃ τοὖ Ὠριγένους αὐτοὖ ὆῅σις εἰς Δευτερ. κβ', 23. «Σὴν ἥδη
μεμνηστευμένην γυναἶκα καλεἶ, οὕτω καὶ ἐπὶ τοὖ Ἰωσὴφ καὶ τ῅ς Θεοτόκου ἐλέχθη» (ἐν
Ὀκταπλ. σελ. 1554 Ἐκδ. Θεοφ.). Καὶ ὁμιλία α´ εἰς Ματθαἶον α´. «Ἡ μήτηρ αὐτοὖ τίνος
αὐτοὖ; ἡ μήτηρ τοὖ Θεοὖ τοὖ μονογενοὖς» καὶ πάλιν «αὕτη ἡ παρθένος Θεὸν ἐγέννησε,
καὶ μήτηρ ἐγένετο, ἀλλὰ τὴν παρθενίαν οὐκ ἀπέβαλε», καὶ «τούτου τοὖ μονογενοὖς
Θεοὖ μήτηρ, αὕτη ἡ παρθένος Μαρία».
*****
Σὸ Θεοτόκος εἷπε καὶ Γρηγόριος ὁ θαυματουργὸς πανηγυρίζων τὸν εὐαγγελισμὸν τ῅ς
Θεοτόκου παρθένου Μαρίας (εἰς τὸν Εὐαγγ, λόγ. α´ καὶ β´ σελ., 14, 18 Paris 1632) καὶ
Διονύσιος ὁ Μέγας καὶ ὁ Ἱερὸς Μεθόδιος (λόγος εἰς ΢υμεών, ὅπου καὶ θεογεννήτρια
λέγει, Μητέρα Θεοὖ) καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπιστ. πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ μοναχούς, καὶ
ἀλλαχοὖ πολλαχοὖ, καὶ Κυριοτόκον δὲ τὴ Μητέρα τοὖ Κυρίου ἀποκαλεἶ (ὑπομν.εἰς Λουκ.
ἐν Callandii Biblioth. Patr. TV. p. 187). Ἀλέξανδρος ὁ Ἀλεξανδρείας (ἐπιστολὴ πρὸς
Ἀλέξανδρον Κωνσταντινουπόλεως).
Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου (βίῳ Κωνσταντ., γ´ 45) ὁ Μ. Βασίλειος (λόγ. εἰς τὴν Φριστ.
γέννησιν).
Ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστι τ῅ς
θεότητας» (λόγος να´ σελ. 738 πρβλ. καὶ λόγ. λε´, σελ. 554), ὁ θεἶος Φρυσόστομος (τόμ. στ´
λόγ, εἰς τὸν Μελχισεδὲκ καὶ ιε´ ὁμιλ. ρια´ ὅπου καὶ Ἀειπάρθενον αὐτὴν ἀνευφημεἶ).
Ὁ Ἱερὸς Ἐπιφανιος (πολλαχοὖ). Γρηγόριος ὁ Νύσσης (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀμβροσίαν. βλ.
τόμ. γ´ σελ. 660). Κύριλλος ὁ Ἱεροσολύμων (Κατήχ. 1). Καὶ ἐν τ῵ Ἀλεξανδριν῵ Κώδικι
(τιθεμένῳ περὶ τ῵ 380 μ.Φ. (ἡ Ὡδὴ τ῅ς Θεοτόκου ἐπιγέγραπται «Προσευχὴ Μαρίας τ῅ς
Θεοτόκου» (τόμ. Δ´, Ἐκδ. geabe).

Σὴν Θεοτόκον ἐκήρυξαν καὶ Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου, καὶ ὁ Ἱερὸς Ἀντίοχος, καὶ Ἄμμων ὁ
Ἀνδριανουπόλεως, καὶ ΢εβηριανός, καὶ Θεόφιλος ὁ Ἀλεξανδρείας, καὶ Ἀττικὸς ὁ
Κωνσταντινουπόλεως (παρὰ Κυρίλλῳ Ἀλεξανδρείας τόμ. Ε´ ἐπιστολὴ πρὸς Ἀκάκιον τὸν
Βερροίας). Πρόκλος ὁ Κωνσταντινουπόλεως (λόγ. εἰς τὴν ἐνανθρώπισιν κτλ.). Ὁ Ἱερὸς
Θεοδώρητος (τόμ. δ´ σελ. 667 κτλ.). Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος «Deipara virgo et casta perpetuo»
(de temporser 6 καὶ ἀλλαχοὖ), Ὁ μακάριος Ἱερώνυμος «Ἡ Μήτηρ Θεοὖ» (εἰς Ἡσαΐαν η´, 4
καὶ ἀλλαχοὖ).
*****
Οὕτω τὸ Θεοτόκος ὄνομα ἔτι κατὰ τὸν Β´ αἰὦνα ἐξ Ἀποστολικ῅ς παραδόσεως καὶ
διδασκαλίας ἐδοξάζετο ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, ἀπὸ τὦν χριστιανὦν ἁπάντων ὁμολογούμενον.
Ὅθεν καὶ Ἰουλιανὸς ὁ ἀποστάτης ἐμαίνετο λέγων «Θεοτόκον δὲ ὑμεἶς οὐ παύσεσθε τὴν
Μαρίαν καλοὖντες» (Κύριλλ. κατὰ Ἰουλιανοὖ Η´ σελ. 262). Ὕστερον δὲ καὶ Νεστορίου
φρυάξαντος, συνεκροτήθη ἡ ἐν Ἐφέσῳ Γ´ ΢ύνοδος, 430 μ.Φ. ἐν ᾗ συνοδικὦς ἐθεσπίσθη,
«Κυρίως καὶ ἀληθὦς Θεοτόκον τὴν ἀειπάρθενον τοὖ Κυρίου Μητέρα ἀνευφημεἶσθαι».
*****
Σότε διέλαμπε καὶ Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας ὁ τ῅ς Θεοτόκου μεγαλοφωνότατος κ῅ρυξ,
καὶ ἄλλοι τὦν Ἱερὦν Πατέρων, οἵτινες, ὡς καὶ πάντες οἱ τούτων ἑξ῅ς, καὶ ἡ Α´ καὶ ἡ Ε´
καὶ ἡ ΢Σ´ καὶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τὸ ὄνομα τ῅ς Θεοτόκου γεραίρουσι. Σοὖτο δὲ ἄρα
ἐλάνθανε τοὺς κινήσαντας ἀμφιβολίας περὶ τ῅ς γνησιότητας τ῅ς ἀνωτέρῳ πρὸς τὸν
΢αμοσατέα ἐπιστολ῅ς τοὖ Διονυσίου διά τινας κουφολογίας, ἐν αἸς μίαν ἀριθμοὖσι καὶ
ὅτι περιέχει δ῅θεν πολλοὺς μετὰ τὸν Διονύσιον χρόνους ἐν τῆ Γ´ συνόδῳ πρὦτον
θεσπισθὲν ὄνομα τ῅ς Θεοτόκου».

Προσφώνησις πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον
Φαἶρε Θεοτόκε Παρθένε, χαἶρε κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετὰ σοὖ, χαἶρε ἡ τὸν
ἀσπασμὸν τοὖ Ἀγγέλου δεξαμένη, χαἶρε ἡ ἀξιωθεἶσα γενέσθαι Μήτηρ Θεοὖ. ΢ὺ εἷ,
θεογεννήτρια, τ῅ς σωτηρίας ἡμὦν τὸ κεφάλαιον. ΢ὺ εἷ, θεομ῅τορ, ἡ τροφὸς τ῅ς ζω῅ς
ἡμὦν. ΢ὺ εἷ, Ἀειπάρθενος Κόρη, ἡ εὐφροσύνη πασὦν τὦν γενεὦν. ΢ὺ εἷ, Παρθενομ῅τορ,
ἡ πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψὦντας τὴν ζωήν. ΢ὺ εἷ, ἀπειρόγαμος μήτηρ, ἡ διάδοχος
τροφὴ τοὖ μάννα. ΢ὺ εἷ, ἄγαμος νύμφη, ἡ διάκονος τ῅ς τροφ῅ς τ῅ς ἁγίας. ΢ὺ εἷ,
ζωοτόκος, ἡ ἔμψυχος τράπεζα ἡ τὸν ἄρτον ζω῅ς χωρήσασα. ΢ὺ εἷ, καλλιτόκος, ἡ
ἀκένωτος πηγή, ἡ τὸ ὕδωρ τὸ ζὦν ἀναβλύσασα. ΢ὺ εἷ, μητροπάρθενε, ἡ ἀνήροτος χώρα ἡ
τὸν θεἶον βλαστήσασα στάχυν. ΢ὺ εἷ, πανάμωμος νύμφη, τὸ ἡδύπνοον κρίνον τὸ πιστοὺς
εὐωδιάζον. ΢ὺ εἷ, πανακήρατος κόρη, τὸ σκ῅πτρον τ῅ς Ὀρθοδοξίας.
΢ὺ εἷ, ἁγνὴ Παρθένε, ὁ πύργος ὁ ἀσάλευτος τ῅ς Ἐκκλησίας. ΢ὺ εἷ, τοὖ κόσμου δέσποινα,
ὄχημα τὸ Πανάγιον τοὖ ἐπὶ τὦν Φερουβείμ. ΢ὺ εἷ, τὦν Ἀγγέλων βασίλισσα, τὸ
πανάριστον οἴκημα τοὖ ἐπὶ τὦν ΢εραφείμ. ΢ὺ εἷ, Παρθένε θεόνυμφε, τὸ ἔμψυχον
παλάτιον τοὖ παμβασιλέως. ΢ὺ εἷ Ἀνύμφευτε νύμφη, τὸ χωρίον τὸ εὐρύχωρον τοὖ
ἀχώρητου. ΢ὺ εἷ, μεγαλοτόκος, ἡ τὸν Θεὸν ἀφράστως γεννήσασα. ΢ὺ εἷ, Θεοκυ῅τορ, ἡ
τὸν ἀχώρητον ἐν γαστρὶ χωρήσασα. ΢ὺ εἷ, Ἄχραντε Παρθένε, ὁ ναὸς ὁ ἀκατάλυτος. ΢ὺ εἷ,
ἀπειρολεχὴς νύμφη, ὁ ναὸς τοὖ Θεοὖ ὁ ἔμψυχος. ΢ὺ εἷ, Πάνσεμνε Κόρη, οὐρανοὖ καὶ γ῅ς
ἰσόρροπον οἴκημα. ΢ὺ εἷ, Παναγία Παρθένε, τ῅ς ἀχώρητου φύσεως χωρίον εὐρύχωρον.
΢ὺ εἷ, ἀμίαντος Κόρη, ὁ φαεινὸς ὄρθρος ὁ τὸν ἥλιον φέρων τ῅ς δικαιοσύνης. ΢ὺ εἷ,

εὐλογημένη Παρθένε, τοὖ φωτὸς τὸ οἰκητήριον, ἐξ οὗ τὸ φὦς τ῵ κόσμῳ ἐξανέτειλεν. ΢ὺ
εἷ, πάναγνε, νύμφη, ἡ αὐγὴ τ῅ς μυστικ῅ς ἡμέρας. ΢ὺ εἷ, ἄσπιλε κόρη, ἡ ἀκτὶς τοὖ ἀδύτου
φέγγους. ΢ὺ εἷ, ἀμόλυντε Παρθένε, ἡ του Φριστοὖ κατὰ σάρκα Μήτηρ. ΢ὺ εἷ, ἄφθορος
κόρη, ἡ ἀληθὦς καὶ κυρίως τὸν Θεὸν Λόγον σεσαρκωμένον τεκούσα.
*****
΢ὺ εἷ, Ἁγία Παρθένε, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ὡς βρέφος ἐν ὠλέναις βαστάσασα. ΢ὺ εἷ,
Πανάχραντε Δέσποινα, ἡ τὸν τροφέα τὦν ὅλων ὡς μήτηρ θηλάσασα. ΢ὺ εἷ, σεπτὸν
κειμήλιον τ῅ς Οἰκουμένης ἁπάσης. ΢ὺ εἷ, ὁ τόμος ἐν ᾧ θείῳ δακτύλῳ ὁ λόγος τοὖ Πατρὸς
ἐγγέγραπται. ΢ὺ εἷ, δοχεἶον οὐρανίου εὐφροσύνης. ΢ὺ εἷ, ὁδηγὸς τὦν πιστὦν
σωφροσύνης. ΢ὺ εἷ, λειμὼν εὐωδίας. ΢ὺ εἷ, παράδεισος ἀφθαρσίας. ΢ὺ εἷ, ἡ κλεὶς τ῅ς τὦν
Οὐρανὦν βασιλείας. ΢ὺ εἷ, ἡ ὁλκὰς τὦν δεομένων σωτηρίας. ΢ὺ εἷ, προνοίας Θεοὖ
ταμεἶον. ΢ὺ εἷ, σοφίας Θεοὖ δοχεἶον. ΢ὺ εἷ, φωτὸς ἔνδυμα. ΢ὺ εἷ, ἀρετ῅ς ἐφέστιον. ΢ὺ εἷ,
παρθένων τὸ καύχημα. ΢ὺ εἷ, μητέρων ἀγλάϊσμα. ΢ὺ εἷ, ἁγνείας θησαύρισμα. ΢ὺ εἷ,
παρθενίας ὡράϊσμα. ΢ὺ εἷ, τὸ στέφος τ῅ς ἐγκρατείας. ΢ὺ εἷ, τὸ ἄνθος τ῅ς ἀφθαρσίας. ΢ὺ
εἷ, ὁ στὖλος τ῅ς παρθενίας. ΢ὺ εἷ, ἡ πύλη τ῅ς σωτηρίας. ΢ὺ εἷ, ὁ ἀρχηγὸς νοητ῅ς
ἀναπλάσεως. ΢ὺ εἷ, ὁ χορηγὸς θεϊκὴς ἀγαθότητος. ΢ὺ εἷ, στερρὸν τ῅ς πίστεως ἔρεισμα.
΢ὺ εἷ, λαμπρὸν τ῅ς χάριτος γνώρισμα. ΢ὺ εἷ, τὦν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα. ΢ὺ εἷ,
τὦν ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
*****
΢ὺ εἷ, πρεσβείας δεκτὸν θυμίαμα. ΢ὺ εἷ, τοὖ κόσμου παντὸς ἐξίλασμα. ΢ὺ εἷ, Θεοὖ πρὸς
θνητοὺς εὐδοκία. ΢ὺ εἷ, θνητὦν πρὸς Θεὸν παρρησία. ΢ὲ τὴν ἀειπάρθενον Θεοτόκον ἡ
τοὖ Θεοὖ ἀγαθότης προώρισε γενέσθαι μητέρα τ῅ς σωτηρίας. ΢ὲ πρὸ αἰώνων οἱ
προφ῅ται ὡς Παρθένον καὶ Νύμφην Θεοὖ προεκήρυξαν. ΢ὺ εἷ, ἡ ὁλόφωτος νεφέλη ἡ τὸν
λαὸν τοὖ Θεοὖ σκέπουσα. ΢ὺ εἷ, ἡ πύρινος στήλη, ἡ τὸν νέον Ἰσραὴλ φωταγωγούσα. ΢ὺ
εἷ, ἡ σκηνὴ τοὖ μαρτυρίου, ἣν τὸ θεἶον ἐπεσκίασε. ΢ὺ εἷ, ἡ κιβωτὸς τ῅ς Διαθήκης ἐν ᾗ ὁ
λόγος τοὖ Θεοὖ διέμεινεν. ΢ὺ εἷ, ὆άβδος τοὖ Ἀαρὼν ἡ τὸ ἄνθος, τὸν Φριστόν,
βλαστήσασα. ΢ὺ εἷ, ἡ στάμνος ἡ τὸ οὐράνιον μάννα χωρήσασα. ΢ὺ εἷ, ἡ κλἶμαξ τοὖ
Ἰακὼβ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός. ΢ὺ εἷ, ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὃν Γεδεὼν προεθεάσατο. ΢ὺ εἷ, τὸ
ὄρος τὸ ἀλατόμητον ἐξ οὗ ἀρρήτως ὁ ἀκρογωνιαἶος ἐτμήθη λίθος Φριστός. ΢ὺ εἷ, ἡ
θάλασσα ἡ ποντίσασα Υαραὼ τὸν νοητόν. ΢ὲ ὁ Ἡσαΐας, προκατήγγειλε παρθένον καὶ
μητέρα τοὖ Ἐμμανουήλ. ΢ὲ ὁ Ἰεζεκιὴλ προαναφώνει τὴν πύλην τὴν κεκλεισμένην δι᾿ ἧς
εἰσελεύσεται ὁ Θεός. ΢ὺ εἷ, ἡ λαβὶς ἡ μυστικὴ ἡ συλλαβοὖσα τὸν ἄνθρακα Φριστόν. ΢ὺ εἷ,
θεόνυμφε κόρη, ἡ ἀνύμφευτος νύμφη ἡ ἀξιωθεἶσα γενέσθαι μήτηρ Φριστοὖ τοὖ Θεοὖ.

Ἅγιος Νεκτάριος
Περὶ τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεἶ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦν πρὸ τόκου παρθένος, καὶ
ἐν τόκῳ παρθένος, καὶ μετὰ τόκον πάλιν παρθένος διέμεινε, φυλάξασα ἀλώβητον τὴν
ἑαυτ῅ς παρθενίαν. (Ὁμολογία Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν ἐρωταποκρίσει λθ´).
Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὁ προφητεύσας τὴν ἐκ παρθένου γέννησιν τοὖ ΢ωτ῅ρος, παρθένον
τὴν μητέρα τοὖ Ἐμμανουήλ ὠνόμασεν· «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν,
καὶ καλέσει τὸ ὄνομα αὐτοὖ Ἐμμανουήλ». (Ἡσ. ζ´. 14). Σοὖτο δέ δηλοἶ οὐ μόνον τὴν πρὸ
τόκου παρθένον, ἀλλά καὶ τὴν ἐν τόκῳ καὶ τὴν μετὰ τόκον παρθένον, διότι ἡ παρθένος
ἔμελλε νὰ ἀναδειχθῆ μήτηρ τοὖ Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ, ὅν θά ἐκυοφόρει, θά ἐγαλακτοτρόφει καὶ
θά ἀνέτρεφε κατὰ τὴν βρεφικήν καὶ παιδικήν αὐτοὖ ἡλικίαν. Ἡ παρθένος ἀνεδείχθη
μήτηρ τοὖ Ἐμμανουήλ οὐχὶ μόνον διὰ τὸν χρόνον τ῅ς κυήσεως, ἀλλά διὰ τὸ διηνεκές.
Κατά τὸν προφήτην ὁ Θεὸς παρθένον, ἤτοι ἐλευθέραν παντὸς συζυγικοὖ δεσμοὖ
ἐξελέξατο, καὶ πρὸς οὐδένα ὑποχρεωμένην. Σοὖτο δηλοἶ καὶ ἡ λέξις ἁελμάχ, ὡς
μαρτυρεἶται καὶ ἐκ τοὖ βιβλίου τ῅ς Γενέσ. κεφ. κδ´, 43, ἔνθα ἡ παρθένος Ρεβέκκα
καλεἶται ἁελμάχ, καὶ ἐκ τοὖ βιβλίου τὦν ψαλμὦν (ἐν ψαλμ῵ ξζ´. ἑβδμ. ἥ ξη´. Ἑβραϊκ.),
ἔνθ᾿ αἱ τυμπανίστριαι νεάνιδες καλοὖνται ἁελμόθ, ἤτοι αἱ παρθένοι. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ
Ἆσμα τὦν Ἀσμάτων κεφ. Α´. στίχ. 3 φέρεται κατὰ τούς ἑβδομήκοντα «διὰ τοὖτο νεάνιδες
ἠγάπησάν σε»· τὸ δέ ἑβραϊκόν ἔχει ἁελμόθ, ἤτοι παρθένοι ἠγάπησάν σε. Βεβαίως
ἐνταὖθα οὐ περὶ ἐγγάμων ἥ μεμνηστευμένων πρόκειται· ὅτι δὲ περὶ παρθένων πρόκειται,
τοὖτο εἷναι εὔδηλον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῆ. Ὥστε ὁ προφήτης προλέγων τὴν
ἐκ παρθένου γέννησιν τοὖ Ἐμμανουήλ, θεωρεἶ τὴν παρθενίαν ἀπηλλαγμένην πάσης
πρός τινας ὑποχρεώσεως. Ἐκ τ῅ς προφητείας δηλοὖται ὅτι ἡ παρθένος αὕτη ἦν
προορισμένη πρὸ αἰώνων καὶ ἐκλελεγμένη ἐκ πασὦν τὦν γενεὦν, ὅπως γίνῃ μήτηρ τοὖ
Θεοὖ. Ὥστε ἡ παρθένος ἡ μήτηρ τοὖ Ἐμμανουήλ ὡς ἐκλελεγμένη ὑπὸ τοὖ Θεοὖ, μόνῳ τ῵
Θε῵ ἀν῅κε καὶ οὐδενὶ ἑτέρῳ· ἐάν δέ ὁ Θεὸς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τ῅ς θείας βουλ῅ς ἔδωκεν
αὐτῆ τὸν Ἰωσήφ ὡς μνηστ῅ρα, ὁ δεσμὸς ο὘τος ἦν ὅλως πνευματικοὖ χαρακτ῅ρος καὶ
οὐδέν παρεἶχε δικαίωμα συζυγίας τ῵ Ἰωσήφ. Σοὖτο ἐδηλώθη σαφὦς ὑπὸ τοὖ
Ἀρχαγγέλου τ῵ Ἰωσήφ, ὅστις ἐπιγνούς τ῅ς θείας οἰκονομίας τὸ μυστήριον, ἐδείχθη
πρόθυμος ὑπηρέτης τ῅ς θείας βουλ῅ς. Οὐκ ἄρα ὁ Θεὸς τὴν μνηστὴν τοὖ Ἰωσήφ
ἐξελέξατο ὡς μητέρα τοὖ Ἐμμανουήλ, ἀλλά τὴν προεκλελεγμένην ἤδη ἐκ πασὦν τὦν
γενεὦν ἐνεπιστεύθη τ῵ Ἰωσήφ πρὸς ἀμοιβήν τ῅ς αὐτοὖ ἀρετ῅ς· διότι πάντως ὁ Ἰωσήφ
ἦτον ἐκλελεγμένος μεταξύ ἁπάντων τὦν Ἰουδαίων.
Κατά ταὖτα ἡ ἁγία Παρθένος προωρίσθη νὰ ἀναδειχθῆ μήτηρ τοὖ Ἐμμανουήλ. Ὡς
τοιαύτη δέ ἔδει νὰ ᾖ μήτηρ τοὖ Ἐμμανουήλ εἰς τὸ διηνεκές· διότι ἀφοὖ πρὸς τοὖτο
προωρίσθη, χρεών ἦν νὰ ἀφοσιωθῆ ὅλῃ ψυχῆ καὶ καρδίᾳ τ῵ ὑψηλ῵ αὑτ῅ς προορισμ῵,
καὶ ο὘τος μόνος νὰ ᾖ ἡ ἀδιάλειπτος αὐτ῅ς μέριμνα καὶ φροντίς, τὸ μόνον μέλημα, καὶ ἡ
ἄπαυτος μελέτη· διότι ἀληθὦς π᾵σα ἑτέρα φροντὶς ἥ μέριμνα, ἥ π᾵ν ἕτερον μέλημα καὶ
ἑτέρα μελέτη καὶ ἀπασχόλησις, ὡς ἀποσπὦσα αὐτὴν τοὖ ὑψηλοὖ αὐτ῅ς προορισμοὖ καὶ
τ῅ς ἁγίας αὐτ῅ς ἀποστολ῅ς θά ἐδείκνυον αὐτὴν ἐστερημένην τ῅ς πρωτίστης ἀρετ῅ς τ῅ς
συναισθήσεως τοὖ ὑψίστου αὐτ῅ς καθήκοντος καὶ τ῅ς μετ᾿ αὐταπαρνήσεως τελείας
πληρώσεως αὐτοὖ. Ἡ ἁγία παρθένος ὡς μήτηρ τοὖ Ἐμμανουὴλ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ
τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γίνῃ μήτηρ ἄλλων τέκνων. Πρὦτον διότι ἡ μητρικὴ στοργὴ πρὸς τὸ
θεἶον τέκνον, ἡ εὐλάβεια πρὸς αὐτό, ἡ ἀφοσίωσις καὶ ἡ λατρεία πρὸς αὐτό, τὸ θεἶον πὖρ
τὸ διαφλέξαν τὴν καρδίαν αὐτ῅ς καὶ ἐκπυρακτὦσαν αὐτήν, τὸ πληρὦσαν αὐτὴν τοὖ

ζητεἶ δέ ἀπόλυτον ἀγάπην· ἀγάπην ἐξ ὅλης ψυχ῅ς. Ἰδού δέ οἱ λόγοι ο὘τοι τοὖ προφήτου· «Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδόν τ῅ς πύλης τὦν ἁγίων τ῅ς ἐξωτέρας. τ῅ς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς· καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. καὶ ἐκολλήθη ἡ ψυχὴ αὐτ῅ς ὀπίσω τοὖ υἱοὖ αὐτ῅ς. Καὶ ἐν πρώτοις. Ἐάν δέ παρθένοι τ῵ Θε῵ ἀφιερωθεἶσαι καὶ ἐκ τ῅ς ἀγάπης τοὖ Νυμφίου Φριστοὖ τρωθεἶσαι βασιλείων γάμων καταφρονὦσι. τοὖ ἡγουμένου τοὖ Ἰσραήλ. διελεύσεται δι᾿ αὐτ῅ς καὶ ἔσται κεκλεισμένη. εἰμὴ ἡ Μαρία κεκλεισμένη διὰ τοὖτο. ἥν ὁ Θεὸς ἐπέδειξεν αὐτ῵ ἐν ὁράσει τινὶ ἔσται κεκλεισμένη. καὶ οὐδεμία δύναμις ἠδύνατο νὰ ἀποσπάσῃ αὐτὴν ἀπὸ τ῅ς ἀγάπης τοὖ θείου αὐτ῅ς τέκνου. Σρίτον διότι τὸ θεἶόν ἐστι ζηλότυπον. ἕπεται ὅτι ἡ Μήτηρ τοὖ Κυρίου. Σά δέ ἅπαξ τ῵ Θε῵ ἀφιερωθέντα καὶ ὑπὸ τοὖ Θεοὖ ἁγιασθέντα οὐ γίνονται κοινά. Ἀλλά πλήν τούτου. Δότι ὁ ἡγούμενος ο὘τος καθήσεται ἐν αὐτῆ τοὖ φαγεἶν ἄρτον ἐναντίον Κυρίου» (Ἰεζεκιήλ μδ´ 1-3). ἐξ ὅλης ἰσχύος. ὅτε ἐκ παρθενικοὖ τόκου προ῅λθε. τότε οὐδέποτε πλέον ἔκβασιν λήψεται διὰ τὴν ἔλευσιν τοὖ ΢ωτ῅ρος. καθίστα ἀδύνατον τὴν περὶ ἄλλας σκέψεις καὶ φροντίδας τροπήν. μετὰ τούς λόγους τοὖ Ἡσαΐου. Σέταρτον διότι ἡ τοὖ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιφοίτησις καὶ ἡ μοναδικὴ γέννησις τοὖ Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ οὐ μόνον ἀνέδειξαν τὴν Παρθένον Μαρίαν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Σήν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου προεκήρυξαν ἤδη πρὸ αἰώνων καὶ οἱ προφ῅ται. διότι παρθένος. ἥτις ἐγένετο διὰ τ῅ς παρθένου Μαρίας· ἀπεκαλύφθη ὅτι μόνος ὁ ἡγούμενος τοὖ Ἰσραήλ ὁ μέλλων φαγεἶν ἄρτον ἐν αὐτῆ τῆ πύλῃ. τῆ παρθένῳ. ἐξ ὅλης καρδίας. τὸ μηδεμίαν θέσιν καταλιπόν ταἶς γηΐναις ἀπολαύσεσι καὶ ἐπιθυμίαις. Ἐπειδὴ δέ π᾵ν τὸ ὑπὸ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἀπαιτούμενον εἷναι δώρημα παρ᾿ αὐτοὖ διδόμενον. τὴν Παρθένον ἐδήλουν. Διότι διὰ τ῅ς ὁράσεως ἀπεκαλύφθη τ῵ προφήτῃ ἡ εἴσοδος τοὖ Βασιλέως τοὖ Μεγάλου εἰς τὸν κόσμον τοὖτον ὡς υἱοὖ τοὖ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἑρμηνεύων τὴν ὅρασιν ταύτην τοὖ προφήτου Ἰεζεκιήλ λέγει: «Σίς ἐστιν αὕτη ἡ πύλη. καὶ ἐξ ὅλης διανοίας· ἐάν δέ ὁ Ἰησοὖς ἀπῄτησε τοιαύτην ἀγάπην παρά τὦν ἑαυτοὖ ὀπαδὦν. De instit. δι᾿ ἧς ὁ Φριστὸς εἰσ῅λθεν εἰς τοὖτον τὸν κόσμον. Πύλη λοιπόν ἡ Μαρία. Ὥστε ἡ ἀειπαρθενία τ῅ς Θεοτόκου ἦν προωρισμένη ὑπὸ τ῅ς θείας βουλ῅ς ὡς καὶ αὕτη ἡ παρθένος ἦν προωρισμένη ἐκ πασὦν τὦν γενεὦν ὑπὸ τ῅ς θείας βουλ῅ς. δὲν ἔλαβε τὴν ἔκβασιν ἐν τῆ γεννήσει τοὖ Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ. ὅπως γίνῃ καὶ μείνῃ μήτηρ τοὖ Ἐμμανουήλ. ἀλλά καὶ ναόν Ἅγιον καὶ κατοικητήριον τοὖ Θεοὖ ἀπέδειξαν. Virgin). ἐκ τ῅ς παρθένου Μαρίας. ἠγάπησε τὸν Τἱόν αὑτ῅ς ἐξ ὅλης τ῅ς διανοίας. οὐκ ἀνοιχθήσεται καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτ῅ς· ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς τοὖ Ἰσραήλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὑτ῅ς καὶ ἔσται κεκλεισμένη. Δέν ἠδύνατο ἄρα ἡ Θεοτόκος νὰ τέκῃ ἄλλα τέκνα. ἐάν ἡ προφητεία αὕτη. Πάντες οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπὸ τὦν πρώτων αἰώνων καὶ ἐξ ἀποστολικ῅ς παραδόσεως οὕτως ἡρμήνευσαν τὴν ὅρασιν ταύτην τοὖ Προφήτου. πολλ῵ μ᾵λλον τοὖτο ἀπῄτει παρά τ῅ς μητρὸς αὐτοὖ. οὐδόλως ἐπέτρεπον αὐτῆ νὰ ἀναλάβῃ ἑτέραν ὑποχρέωσιν πρὸς ἕτερα τέκνα.τελείου ἀγαθοὖ. ἡ τὸ θεἶον διερευνὦσα βρέφος καὶ πρὸς αὐτὸ μόνον τὴν ἀνύψωσιν ἔχουσα. τὶ περὶ τ῅ς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμὦν Θεοτόκου ἐροὖμεν. ἡ δι᾿ ὁράσεως γενομένη. . τὰ τ῅ς παρθενίας κλεἶθρα μὴ λύσας». Διὰ τὦν λόγων τούτων τ῅ς ὁράσεως ὁ προφήτης προαναγγέλει μυστικὦς τὴν μέλλουσαν ἐκ παρθένου σάρκωσιν καὶ γέννησιν τοὖ Ἐμμανουήλ καὶ τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Μητρὸς τοὖ Κυρίου. Καὶ εἷπε Κύριος πρὸς με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται. οἱ λόγοι τοὖ προφήτου Ἰεζεκιήλ περὶ τ῅ς πύλης τὦν ἁγίων τ῅ς ἐξωτέρας τ῅ς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς. ἤτοι ἐνσαρκωθ῅ναι ἐν αὐτῆ. ἡ τοιαύτης ἀξιωθεἶσα χάριτος καὶ δωρε᾵ς. καὶ περὶ αὐτοὖ μόνον ἀσχολουμένη. ἀλλ᾿ εἰς τὸ παντελές διαμένουσι ἱερά καὶ ἅγια τ῵ Θε῵ καὶ μόνῳ αὐτ῵ ἀνήκουσι. Δεύτερον διότι ἡ πτερωθεἶσα αὐτ῅ς διάνοια. (Ambros. παρά δέ τὦν λαμβανόντων διαθέσεως μόνον δεόμενον.

ἡ ἀφιερωμένη τ῵ Θε῵. ὅτι ε὘ρε χάριν παρά τ῵ Θε῵. ἡ ἄφλεκτος διαμείνασα μετὰ τὴν τοὖ θείου πυρὸς ἐπιφοίτησιν.Σήν Ἁγίαν Παρθένον θείᾳ εὐδοκίᾳ κυοφοροὖσαν. Πὦς εἷναι ἤδη δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ ἀφιερωμένη τ῵ Θε῵ Παρθένος. καὶ τέξῃ υἱόν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοὖ Ἰησοὖν. ποταμὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς ο὘τος. δηλοἶ ὅτι αὕτη ἐξελέγη. ὅτι τὰ τ῵ Θε῵ ἀφιερωθέντα ἐσύλησαν. ἡ εὐλογημένη ἐν γυναιξίν. Ἡ πέτρα ἡ ἐκβλύσασα τὸ ὕδωρ τὸ ζὦν τὴν Παρθένον προεικόνισεν. τὴν Παρθένον προδιετύπωσεν. ἥν εἷδεν ὁ Ἡσαΐας. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἷπεν αὐτῆ· Πνεὖμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ. Αὐτὸς ὁ Ναὸς τ῅ς Ἱερουσαλήμ τὸν Ναόν τὸν ἔμψυχον τοὖ Παμβασιλέως ὑπετύπωσεν. τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου προεσήμηνεν. ἡ ἐκλελεγμένη ἐκ πασὦν τὦν γενεὦν. Ἡ σκηνὴ τοὖ Μαρτυρίου τὴν Παρθένον προεδήλωσεν. Μαριάμ ε὘ρες γάρ χάριν παρά τ῵ Θε῵. τὴν Παρθένον ὑπέδειξε. Ἡ πύρινος στήλη ἡ τὸν Ἰσραήλ φωταγωγήσασα καὶ ἡ ὁλόφωτος νεφέλη ἐν αἸς ἐγένετο Κύριος ὁ Θεός. Καὶ εἷπεν ὁ ἄγγελος αὐτῆ· Μὴ φοβοὖ. Ἡ Κιβωτὸς τ῅ς Διαθήκης τὴν Παρθένον ὑπέδειξεν. ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ. καὶ τ῅ς βασιλείας αὐτοὖ οὐκ ἔσται τέλος. οὗσα ἐν τῆ οἰκίᾳ τοὖ Ἰωσήφ διετέλει παρθένος. Καὶ εἰσελθών ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἷπε· Φαἶρε. Καὶ δώσει αὐτ῵ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοὖ Πατρὸς αὐτοὖ· καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἷκον Ἰακώβ εἰς τούς αἰὦνας. τὴν συλλαβοὖσαν ἐν γαστρὶ τον θεἶον ἄνθρακα Φριστόν. τίκτουσαν καὶ μετὰ τόκον ὡς πρὸ τόκου διαμένουσαν. ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ. Ἡ λαβὶς ἡ μυστική. Καὶ ἀπ῅λθεν ἀπ᾿ αὐτ῅ς ὁ ἄγγελος». Ἡ βάτος ἡ φλεγόμενη καὶ μὴ κατακαιομένη. προδιετύπωσαν ἐν τῆ Παλαιᾶ Διαθήκῃ ἐξαίσια προσέτι γεγονότα. δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός. Ο὘τος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται. ἡ προδιατυπωθεἶσα διὰ τοιούτων μυστικὦν συμβολικὦν παραστάσεων. Ἡ ὆άβδος τοὖ Ἀαρών ἡ βλαστήσασα τὴν Παρθένον προεμήνυσεν. καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται Τἱὸς Θεοὖ. τὴν Παρθένον προενέφηναν. β´) ὅτι θαυμάζει περὶ τοὖ τρόπου τ῅ς πληρώσεως τὦν λόγων τοὖ ἀγγέλου ὡς μὴ γνοὖσα ἄνδρα καὶ ὡς μὴ γνωσομένη τοιοὖτον· διότι ἐάν προὔκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς γάμου κοινωνίαν τ῵ Ἰωσήφ. Ἡ δέ ἰδοὖσα διεταράχθη ἐπὶ τ῵ λόγῳ αὐτοὖ. Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκ᾵ς περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Παναγίας Μητρὸς τοὖ Κυρίου ἱστορεἶ τὰ ἑξ῅ς· «Σ῵ ἕκτω μηνὶ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ὑπὸ τοὖ Θεοὖ εἰς πόλιν τ῅ς Γαλιλαίας. ἦν λίαν φυσικόν. Ἐκ τ῅ς διηγήσεως ταύτης τοὖ Εὐαγγελιστοὖ Λουκ᾵ δηλοὖται α´) ὅτι ἡ μεμνηστευμένη τ῵ Ἰωσήφ Μαριάμ. Εἷπε δέ Μαριάμ· «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτὸ μοι κατὰ τὸ ὆῅μά σου. πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί. ἐξ οἴκου Δαβΐδ καὶ τὸ ὄνομα τ῅ς παρθένου Μαριάμ. Σό ὄρος τὸ ἀλατόμητον ἐξ ο὘ ἐτμήθη ὁ ἀκρογωνιαἶος λίθος Φριστὸς τὴν Παρθένον προδιετύπωσεν. καὶ διελογίζετο. καὶ ἐν τόκῳ Παρθένος. ἠδύνατο νὰ ἀποβῆ σύζυγος τοὖ Ἰωσήφ. Ἡ θάλασσα ἡ μετὰ τὴν πάροδον τοὖ Ἰσραήλ μείνασα ἄβατος. κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοὖ· εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν. Σά ἅγια οὐδέποτε γίνονται κοινά· τὰ ἀφιερωθέντα τ῵ Θε῵ μόνῳ τ῵ Θε῵ ἀνήκουσι· διό καὶ ἱερόσυλοι οἱ συλὦντες τὰ ἱερά καὶ ἀσεβεἶς θεωροὖνται καὶ ἄξιοι κατακρίσεως. Ἡ κλἶμαξ τοὖ Ἰακώβ. νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ὁ ἄγγελος διαλέγεται αὐτῆ περὶ τοὖ συλληφθησομένου ἐκ τοὖ γάμου· ἀλλ᾿ οὐχ ὑπέθεσε. καὶ μετὰ τόκον πάλιν Παρθένος διέμεινε. ἡ εὑροὖσα χάριν παρά τ῵ Θε῵.. ἡ λαβοὖσα τὸν ἄνθρακα ἐκ τοὖ θυσιαστηρίου. μεμνηστευμένη οὗσα. ὅπως γίνῃ Μήτηρ τοὖ Λόγου τοὖ Θεοὖ. Καὶ ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί. ἡ γενομένη ἔμψυχος . τὴν Παρθένον προεσήμηνεν. Εἷπε δέ Μαριάμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πὦς ἔσται μοι τοὖτο. Ἡ στάμνος ἡ τὸ οὐράνιον μάννα χωρήσασα τὴν Παρθένον διετύπωσεν. διότι ἀφιερωμένη ἦν τ῵ Θε῵· γ´) ἡ τοὖ Ἀγγέλου ἀναγγελία. Πὦς ἤδη ἡ Παρθένος ἡ προωρισμένη γενέσθαι μήτηρ Θεοὖ.. ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω. ἵνα γίνῃ καὶ διατελῆ μήτηρ τοὖ Θεοὖ· διό καὶ ἔστιν εὐλογημένη ἐν γυναιξί. Ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος τὴν Παρθένον προὉπέγραψεν. Οὐδέποτε! Οὐδέποτε! Ἡ Παρθένος ἦν πρὸ τόκου Παρθένος.

635) λέγει· «Ὁ πρωτότοκος οὐ πάντως πρὸς τούς ἑξ῅ς λέγεται παρά τῆ Γραφῆ. ἀλλ᾿ ὁ πρὦτον διαγοίγων μήτραν πρωτότοκος ὀνομάζεται». Καὶ ὁ αὐτὸς πάλιν ἐν κεφ. ὁσάκις ἀπαντᾶ ἐν τῆ Ἁγία Γραφῆ. ἐν ᾧ. μδ´. λέγων· «Ὅς ἐστιν εἰκών τοὖ Θεοὖ τοὖ ἀοράτου. δηλοἶ τὸ διηνεκές.» Ἐπίσης καὶ τὸ «πρωτότοκος» ἔχει ἐν τῆ Γραφῆ ἄλλην σημασίαν. τινές παρεξηγοὖντες τούς λόγους τοὖ Εὐαγγελιστοὖ τούς ὆ηθέντας ἐπὶ τούτῳ ὅπως δείξῃ ὅτι ὁ μονογενής υἱὸς τ῅ς Παρθένου ἐκ τ῅ς Παρθένου ἐγεννήθη ὡς καὶ συνελήφθη ὑπὸ τ῅ς Παρθένου. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος ἐν τῆ ὁμιλίᾳ εἰς τὴν γέννησιν τοὖ Φριστοὖ λέγει· «Οὐ πάντως ὁ πρωτότοκος πρὸς τούς ἐπιγινομένους ἔχει τὴν σύγκρισιν. ἕως ο὘ ἐξηράνθη ἡ γ῅»· καὶ τοι γε οὐδέ μετὰ ταὖτα ἐπέστρεψε». 315) λέγει· «Πρωτότοκον υἱόν ὠνόμασε τ῅ς Παρθένου τὸν Κύριον. Ὡς τὸ «ἐγώ εἰμι Θεὸς πρὦτος καὶ μετ᾿ ἐμέ οὐκ ἔσται ἕτερος» (Ἡσ. Οἱ τοιαὖτα ὑποτιθέντες ἀγνοοὖσι τὶ ἐστιν ἀγάπη τρωθείσης καρδίας ἐκ τ῅ς ἀγάπης τοὖ θείου. Νοητέον δέ καὶ οὕτως· «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν πόθεν συνέλαβεν «ἕως ο὘ ἔτεκε» καὶ εἷδε τὰ γενόμενα σημεἶα. ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμὦν ὁ Θεός». Ἀλλά. Ὁ Ζυγαδηνὸς λέγει «Πρωτότοκον δέ λέγει νὖν οὐ τὸν πρὦτον ἐν ἀδελφοἶς. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαἶος ἱστορὦν τὴν γέννησιν τοὖ ΢ωτ῅ρος λέγει ὅτι ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐφανερώθη τ῵ Ἰωσήφ καὶ ἐγνώρισεν αὐτ῵ τὴν σύλληψιν τ῅ς παρθένου Μαρίας ἐκ Πνεύματος Ἁγίου· καὶ ὅτι τοὖτο ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῆ τὸ ὆ηθέν ὑπὸ τοὖ Κυρίου διὰ τοὖ προφήτου λέγοντος· «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοὖ Ἐμμανουήλ. τ῅ς Ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή. Καὶ ἐν τῆ πρὸς Ἑβραίους (α´ . συνάγοντες τὸ συμπέρασμα ἐκ τ῅ς ἑξ῅ς περικοπ῅ς τοὖ Εὐαγγελίου· «Καὶ παρέλαβε τὴν γυναἶκα αὑτοὖ καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν. ἅπερ εἰσὶ διηνεκὦς εἰρημένα. ὁ πρὦτος τεχθείς. ἀλλ᾿ ἀπολύτως οὕτως. Ὁ Παὖλος ἐν τῆ πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆ (η´ 29) καλεἶ τὸν Φριστὸν «πρωτότοκον ἐν πολλοἶς ἀδελφοἶς»· καὶ ἐν Κολοσσαεἶς (α´ 15) καλεἶ τὸν Φριστὸν πρωτότοκον πάσης κτίσεως. αὕτη ἐγκαταλείπει τὸ θεἶον κλέος καὶ αὐτὸν τὸν θεἶον Τἱόν ἵνα γίνῃ μήτηρ υἱὦν ἀνθρώπου καὶ μερίζει τὴν ἀγάπην καὶ τὴν φροντίδα τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸ θεἶον τέκνον καὶ πρὸς ἄλλα τέκνα. Ι πρὸς Κολοσσαεἶς (σελ. καὶ μάλιστα κόρης Θεομήτορος. κἅν μὴ δεύτερος ἐπετέχθη». ΙΙ τοὖ Λουκ᾵ (σελ. καθώς καὶ ὁ θεἶος Φρυσόστομος λέγει· «Σοὖτο ἀκούοντες μὴ ὑποπτεύσωμεν διὰ τοὖ ἕως ὅτι μετὰ αὐτὴν ἔγνω· τὸ γάρ ἕως ἔθος ἐστὶ τῆ Γραφῆ πολλάκις τιθέναι εἰς τὸ διηνεκές· οἸον «οὐχ ὑπέστρεψεν ὁ κόραξ εἰς τὴν κιβωτόν. πρωτότοκος ἐκ τὦν νεκρὦν».ναὸς τοὖ ΢ωτ῅ρος. καὶ τοι μὴ δευτέρου τινὸς τεχθέντος. ἐν τούτοις βεβαιοἶ αὐτὴν παρθένον. πρωτότοκος πάσης κτίσεως· ὅτι ἐν αὐτ῵ ἐκτίσθη τὰ πάντα»· καὶ ἐν στίχῳ 18 λέγει· «καὶ αὐτὸς ἐστι κεφαλὴ τοὖ σώματος. ὅτι τὸ «ἕως ο὘» καὶ τὸ «πρωτότοκος» ἐν τῆ Γραφῆ εἰσι δηλωτικά ἐννοίας πολύ διαφόρου τ῅ς κοιν῅ς ἐννοίας. εἰκότως· πρωτότοκος γάρ λέγεται καὶ ὁ πρὦτος τεχθείς. 6). καλεἶ τὴν Μαριάμ γυναἶκα τοὖ Ἰωσήφ. Καὶ ὁ Θεοφύλακτος ἐν κεφ. ἕως ο὘ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτ῅ς τὸν πρωτότοκον». Καὶ γάρ πρὦτον ἔστιν ὅτε τὸν μόνον ἡ Γραφὴ καλεἶ. Οὕτως οὗν καὶ ἡ Θεοτόκος Μαριάμ ἔτεκεν αὐτὸν τὸν κατὰ σάρκα πρωτότοκον οὐκ ἔχοντα πάντως ἀδελφούς ἐφεξ῅ς αὐτ῵· μονογενής γάρ καὶ ἐκ ταύτης». καὶ τοι οὕτω σαφὦς εἰσιν εἰρημένα τὰ περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Θεοτόκου. Ἀλλ᾿ ἀγνοοὖσι φαίνεται οἱ τὸ τοιοὖτον συμπέρασμα συνάγοντες. Σό «ἕως ο὘». καὶ τὸ «οὐκ ἐπέστρεψε ἡ περιστερά πρὸς τὸν Νὦε ἕως τοὖ ξηρανθ῅ναι τὸ ὕδωρ». Ἐνταὖθα παρατηροὖμεν ὅτι ὁ Ἄγγελος. ὑποθέτουσιν ὅτι μετὰ τὸν θεἶον τοκετὸν ἔτεκεν αὕτη καὶ ἄλλα τέκνα. Καὶ ὁ Ἰσίδωρος· «Σό ἕως ὡς τὸ «ἕως ἅν θὦ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τὦν ποδὦν σου» καὶ τὸ «ἕως ἅν κατηγηράσητε ἐγώ εἰμι». ἀλλά τὸν καὶ πρὦτον καὶ μόνον· ἔστι γάρ τι καὶ τοιοὖτον εἷδος ἐν ταἶς σημασίαις τοὖ πρωτοτόκου.

Οἱ αἱρετικοὶ Εὐνομιανοί. 8). Διότι οἱ καλούμενοι ἀδελφοὶ τοὖ Κυρίου εἰσὶ τέκνα τοὖ Ἰωσήφ ἐκ τ῅ς πρώτης αὐτοὖ γυναικός.. Καὶ ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοὖ αἰὦνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας. Ἐκ τὦν χωρίων τούτων δηλοὖται ὅτι τὸ πρωτότοκος ἐν τῆ Γραφῆ. ἀποστολικὸς Πατήρ. ὁμοίως καὶ ὁ θάνατος τοὖ Κυρίου». ἐν ᾧ ὁ Λώτ ἦτο ἀνεψιὸς τοὖ Ἀβραάμ (Γεν. ιβ´ 23 τὴν Ἐκκλησίαν καλεἶ «Ἐκκλησίαν πρωτοτόκων». Ὁ Ἰακώβ καὶ ὁ Λάβαν ὠνομάσθησαν ἐπίσης ἀδελφοί. ιθ´. Ἐάν ἡ Μήτηρ τοὖ Ἰησοὖ εἷχε καὶ ἕτερα τέκνα. β´. Ἐν ταύτῃ τῆ ἐννοίᾳ ἐπίσης δέον νὰ ληφθῆ καὶ ἡ ἐπωνυμία ἀδελφοὶ τοὖ Κυρίου. 346). μαθητής Ἰωάννου τοὖ Ἀποστόλου καὶ θέμεθλος τ῅ς Ἀντιοχέων Ἐκκλησίας ἐν τῆ πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆ καλεἶ τὴν Θεοτόκον Μαρίαν Παρθένον. ὁσάκις λέγεται περὶ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. ζ´. ὁ τοκετὸς Αὐτ῅ς. ἥτις μαρτυρεἶ ἐπίσης τὸ ἑνιαἶον φρόνημα τ῅ς μι᾵ς ἁγίας καθολικ῅ς καὶ Ἀποστολικ῅ς Ἐκκλησίας περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Θεοτόκου. β´) Ἡ ἀρχαιοτάτη παράδοσις περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Θεοτόκου. Μαρκ. ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε· καὶ πάλιν· ἐγώ ἔσομαι αὐτ῵ εἰς πατέρα. 26). κη´ καὶ κθ´ καὶ λς´ καὶ λζ´). ιδ´ 14-16). Ἐν ταἶς ἁγίαις Γραφαἶς καλοὖνται ἀδελφοὶ καὶ οἱ συγγενεἶς. 49. καὶ Παρθένος. μετὰ τόκον διέμεινεν. «Ο὘τος ἐκυοφορήθη ἐκ Μαρίας κατ᾿ οἰκονομίαν ἐκ σπέρματος μέν Δαυΐδ. Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος· «Εἰ δέ πρωτότοκος νεκρὦν εἴρηται διὰ τὸ αἴτιος εἷναι τ῅ς ἐκ νεκρὦν ἀναστάσεως. ὡς ἦν. τ῅ς χριστιανικ῅ς ἀρχαιότητος καὶ ὁμολογεἶται ὑπὸ τὦν ἀρχαιοτάτων τ῅ς Ἐκκλησίας Πατέρων. ς´. ἡμἶν δέ ἐφανερώθη». ὅτι οἱ ἀδελφοὶ ο὘τοὶ εἰσι τέκνα τ῅ς Παναγίας Παρθένου Μαρίας. Ἐντεὖθεν ὁ θεἶος ο὘τος πατήρ τὸν τοκετὸν τοὖτον ὀνομάζει Μυστήριον. Ἄρα ὑπερφυσικὦς ἔτεκεν ἡ Θεοτόκος Μαρία. ἀλλ᾿ ἐκ τούτων δὲν ἕπεται ποσὦς. Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος. ιβ´ 46-48. οὐχ ὡς πρὸς τὰ λοιπά κτίσματα. Ἰω. 3). 17. καὶ οἱ σημερινοὶ ὀπαδοὶ αὐτὦν ὡς δευτέραν ἔνστασιν προσάγουσι τὰ ἐν τοἶς εὐαγγελισταἶς ἀπαντὦντα χωρία. ἤτοι οἱ πλησίον συγγενεἶς καὶ οὐχὶ ἀδελφοὶ ὁμομήτριοι. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ Ἀβραάμ καὶ ὁ Λώτ ὠνομάσθησαν ἀδελφοὶ (Γεν. Σό περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς ὑπεραγίας Θεοτόκου δόγμα στηρίζεται ἐπὶ ἀκραδάντου βάσεως. οὕτω καὶ πρωτότοκος κτίσεως διὰ τὸ αἴτιος εἷναι τοὖ ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἷναι παραγαγεἶν τὴν κτίσιν» (κατά Εὐνομιανὦν). δι᾿ Ὠν συνίστα πρὸς μέν τὸν Ἰωάννην τὴν Μητέρα ἑαυτοὖ ὡς Μητέρα τοὖ Ἰωάννου. 5. Ὅτι δέ ἡ Θεοτόκος μόνον τὸν Ἰησοὖν ἀφράστως ἔτεκε μαρτυροὖσι α´) οἱ λόγοι τοὖ ΢ωτ῅ρος οἱ ἀπὸ τοὖ ΢ταυροὖ πρὸς τὴν Μητέρα ἑαυτοὖ καὶ πρὸς τὸν Ἰωάννην. συζύγου τοὖ Ἰσαάκ (Γεν. οἱ ἀρνούμενοι τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου.5-6) λέγει· «Τἱὸς μου εἷ σύ. ιβ´ 4. . ἀλλ᾿ ἀπολύτως· μονογενής γάρ καὶ κατὰ τὴν ἄνω γέννησιν» (ἐν τ῵ μέρει Ἀπόστολοι σελ. ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν τοὖ μονογενής· ὥστε τὸ πρωτότοκος εἷναι ἴσον τ῵ μονογενής. ἐν οἸς ἀναφέρονται ἀδελφοὶ τοὖ Ἰησοὖ (Ματθ. ἐπισυνάπτων τοἶς εἰρημένοις· «Σρία μυστήρια κραυγ῅ς. ἐν Ὠ ὁ Ἰακώβ ἦτο ἀνεψιὸς τοὖ Λάβαν ὡς υἱὸς τ῅ς ἀδελφ῅ς αὐτοὖ Ρεβέκκας. τουτέστι τὸν Διάβολον· ἡ παρθενία Μαρίας. ἡ σύστασις αὕτη ἦν ὅλως περιττή· τὰ τέκνα αὐτ῅ς θά ἐφρόντιζον περὶ αὐτ῅ς. καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς Τἱόν· ὅταν δέ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην λέγει· Καὶ προσκυνησάτωσιν αὐτ῵ πάντες ἄγγελοι Θεοὖ»· καὶ ἐν κεφ. πρὸς δέ τὴν Μητέρα τὸν Ἰωάννην ὡς Τἱόν αὐτ῅ς (Ἰω. Προστίθησι δέ τάδε· «Σρία τινά ἔλαθον τὸν ἄρχοντα τοὖ αἰὦνος τούτου. ἥτις ἐπιβεβαιοἶ τοὖτο. ἅτινα ἐν ἡσυχία ἐπράχθη. 3. γ´) Ἡ καταδίκη τὦν Εὐνομιανὦν καὶ ὅλων ἐκείνων τὦν αἱρετικὦν τὦν ἀρνουμένων τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμὦν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ὑπὸ τὦν ἁγίων Οἰκουμενικὦν ΢υνόδων. Ὁ Θεοφύλακτος σαφηνίζων τοὖτο λαμπρὦς λέγει· «Ἐκ πατρὸς πρωτότοκος. πνεύματος δέ Ἁγίου.. ὁ τοκετὸς Αὐτ῅ς καὶ ὁ θάνατος τοὖ Κυρίου». ιγ´.

Κατά τάς ἀρχάς δέ τοὖ Β´ αἰὦνος καὶ ὁ Εἰρηναἶος, ἐπίσκοπος Λουγδούνων, ἀντιπολεμὦν
πρὸς τούς τὴν παρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου πολεμοὖντας Θεοδοτίωνα, Ἀκύλαν κτλ. κηρύττει
ἀπολύτως τὴν Θεοτόκον Μαρίαν Παρθένον, λέγων· «Καθώς ἐκείνη (ἡ Εὔα) ἔχουσα μέν
τὸν Ἀδάμ, παρθένος δέ εἰσέτι ὑπάρχουσα... παρακούσασα, καὶ ἑαυτῆ καὶ παντὶ τ῵
ἀνθρωπίνῳ γένει αἰτία ἐγένετο θανάτου, οὕτω καὶ ἡ Μαρία προωρισμένον μέν ἔχουσα
ἄνδρα, παρθένος δέ οὗσα ὑπακούσασα, καὶ ἑαυτῆ καὶ παντὶ τ῵ ἀνθρωπίνῳ γένει αἰτία
ἐγένετο σωτηρίας». Καὶ πάλιν· «ὅ ἔδησεν ἡ Εὔα παρθένος δι᾿ ἀπιστίαν, τοὖτο ἔλυσεν ἡ
Παρθένος Μαρία διὰ τὴν πίστιν». Καὶ πάλιν· «Ὥσπερ ἐκείνη (ἡ Εὔα) διὰ λόγου ἀγγέλου
ἀπεχωρίσθη, ὥστε ἐκφεύγειν τὸν Θεόν, ὡς παραβ᾵σα τὸ ρ῅μα αὐτοὖ, οὕτω καὶ αὕτη (ἡ
Μαρία) δι᾿ ἀγγελικοὖ λόγου εὐηγγελίσθη, ὥστε βαστάζειν τὸν Θεόν, ὡς ὑπακούσασα τ῵
὆ήματι Αὐτοὖ. Ἐκείνη μέν παρήκουσε τοὖ Θεοὖ, αὕτη δέ ἐπείσθη ὑπακοὖσαι τ῵ Θε῵,
ὥστε τ῅ς παρθένου Εὔας ἡ Παρθένος Μαρία ἐγένετο συνήγορος». (Adνer. Haeres III, c. 21
§ 4 καὶ V, c, 19).
Ὁ δέ Ὡριγένης ὡσαύτως λέγει: «Αὕτη ἡ παρθένος Θεόν ἐγέννησε καὶ μήτηρ ἐγένετο,
ἀλλά τὴν παρθενίαν οὐκ ἀπέβαλεν». (ὁμιλ. Α´. εἰς Ματθ.).
Καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος (ἐν Αἱρέσ. οη´) διακηρύττει τὰ ἑξ῅ς· «Σίς ποτε Μαρίαν εἰπών καὶ
διερωτηθεὶς οὐχὶ τὴν παρθένον προσέθετο;» Ὁ δέ Ἱερώνυμος, ἀκμάσας περὶ τὰ μέσα τοὖ
Δ´ αἰὦνος, κατὰ τοὖ αἱρετικοὖ Πελαγίου γράφων, λέγει· «Μόνος ὁ Φριστὸς τάς πύλας τ῅ς
παρθενικ῅ς μήτρας Ἠνέωξεν, αἵ καὶ ἑξ῅ς κεκλεισμέναι διέμειναν» (διάλογ. β´).
Καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστἶνος, ὡσαύτως περὶ τὰ μέσα τοὖ Δ´ αἰὦνος, ἐδίδασκε τάδε· «Ἡ Μαρία
τὸν τύπον ἐν ἑαυτῆ τ῅ς Ἁγίας Ἐκκλησίας ἐνέδειξεν· ὥσπερ τὸν Τἱόν γεννὦσα παρθένος
διέμεινεν, οὕτως αὕτη ἐν παντὶ καιρ῵ τὰ μέλη ἑαυτ῅ς γεννᾶ καὶ τ῅ς παρθενίας οὐ
στέρεται». (De symbol. Ad Catech. Libr. IV, 1). Καὶ ἐν τ῵ περὶ παρθενίας (κεφ. 4) ὁ αὐτὸς
τὰ ἑξ῅ς· «Ἡ Παρθενία τ῅ς Μαρίας εἷναι τοσούτῳ μ᾵λλον πολύτιμος καὶ κεχαριτωμένη,
ὅσω εἷναι ἀφιερωμένη τ῵ Θε῵ παρ᾿ αὐτ῅ς τ῅ς Παρθένου πρὸ τ῅ς συλλήψεως αὐτ῅ς τοὖ
Φριστοὖ. Σοὖτο δέ δείκνυται ἐκ τὦν λόγων αὐτ῅ς πρὸς τὸν Ἄγγελον τὸν
εὐαγγελισάμενον αὐτῆ τὴν σύλληψιν· «Πὦς ἔσται μοι τοὖτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;»
Βεβαίως ἡ παρθένος δὲν θά ὡμίλει οὕτως ἐάν αὕτη δὲν εἷχε ὁριστικὦς ὑποσχεθῆ τ῵ Θε῵
νὰ μείνῃ Παρθένος. Ἀλλ᾿ ὡς τοὖτο ἦτο ἐναντίον τοἶς Ἰουδαϊκοἶς ἤθεσιν αὕτη ἐμνηστεύθη
μετὰ ἀνδρὸς δικαίου, ὅστις ὤφειλεν οὐ μόνον νὰ σέβηται αὐτήν, ἀλλ᾿ ἔτι νὰ καθιστ᾵ καὶ
τοἶς ἄλλοις σεβαστὸν ὅ,τι αὕτη ἀφιέρωσε τ῵ Θε῵».
Ὁ δέ Σερτυλλιανὸς λέγει· «Εἰς παρθένον ἔτι τὴν Εὔαν εἷχεν εἰσέλθῃ ὁ λόγος ὁ τ῅ς ζω῅ς
ποιητικός, ὥστε τὸ ἀπολεσθέν διὰ τοιούτου φύλου (τ῅ς γυναικός), διὰ τοὖ αὐτοὖ πάλιν
φύλου νὰ ἀποκαταστηθῆ». De carne Christi cap. 17).
Ὁ Μέγας δέ καὶ Οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, ὄχι μόνον Παρθένον, ἀλλά καὶ ἀειπάρθενον
κηρύττει τὴν Θεοτόκον, λέγων ἐν τ῵ εἰς τὴν Γέννησιν τοὖ Φριστοὖ λόγῳ ὅτι «οὐκ
ἐπαύσατὸ ποτε παρθένος εἷναι ἡ Θεοτόκος», καὶ διατρανὦν ὅτι οὐδέ εἷναι δυνατὸν τὰ
ὧτα τὦν φιλοχρίστων νὰ καταδεχθὦσαι νἀκούσωσι τὸ ἐναντίον· «Διά τὸ μὴ
καταδέχεσθαι τὦν φιλοχρίστων τὴν ἀκοήν, ὅτι ποτέ ἐπαύσατο εἷναι παρθένος ἡ
Θεοτόκος, ἐκείνας ἡγοὖμαι τάς μαρτυρίας αὐτάρκεις».
Καὶ ὁ χρυσοὖς τὴν γλὦτταν Ἰωάννης ἐν τ῵ εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν λόγῳ (πθ´), πρὸς τὴν
Παρθένον ἀποτεινόμενος, λέγει· «Ε὘ρες νυμφίον φυλάσσοντά σου τὴν παρθενίαν». Καὶ
ἀλλαχοὖ «Δέσποιναν ἁγίαν καὶ ἀειπαρθένον» τὴν Θεοτόκον καλεἶ (ὁμιλ. LXII tομ. VI).
Καὶ πάλιν· «Θεοτόκον καὶ ἀειπαρθένον Μαρίαν» (ὁμιλ. CXI τόμ.V).

Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας «ἀπειρόζυγον δάμαλιν» καλεἶ τὴν Παρθένον. Καὶ ὁ ἅγιος
Ἀθανάσιος ὁ μέγας, περὶ τ῅ς Παναγίας Παρθένου λαλὦν, λέγει· «Διό καὶ
Παρθενομήτωρ, ὡς Θεοτόκος, ἡ ἁγία Παρθένος» (τόμ. ΙΙ σελ. 34).
Καὶ αὐτὸς δέ ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος ἐν τ῵ περὶ οὐρανίου Ἱεραρχίας (IV σελ. 49)
«Θεομήτορα τὴν Παναγίαν Παρθένον» καλεἶ.
Ὁ δέ Γρηγέντιος (ἐν ταἶς συζητήσεσι πρὸς Ἰουδαἶον) «ἀείπαιδα καὶ Θεοτόκον» τὴν
Μαρίαν ὀνομάζει. Καὶ ὁ Καισάριος ἐν διαλόγῳ (ἐρωτήσει ΦΦ) λέγει· «ἡ θεανδρικὴ τοὖ
λόγου ἐκ τ῅ς ἀείπαιδος Μαρίας προέλευσις». Καὶ Σίτος ὁ Βόστρων «πανάμωμον» τὴν
ὄντως πανάμωμον ἀποκαλεἶ.
Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία τέλος εἰς ἀρχαιοτάτας αὑτ῅ς Ὡδάς ὑμνεἶ τὴν Παναγίαν Παρθένον
Μαρίαν, ὡς θεοτόκον, θεογεννήτριαν, ἀειπαρθένον, θεομήτορα, παρθενομήτορα,
ἀπειρόγαμον μητέρα, ἄγαμον νύμφην, μητροπάρθενον, φαεσφόρον, ναόν ἔμψυχον,
ἀνύμφευτον νύμφην, ἁγνείας θησαύρισμα, χώραν ἀνήροτον, σκηνήν ἐπουράνιον.
΢υνελέξαμεν δέ πλέον τὦν ἑκατὸν τιμητικὦν ἐπιθέτων τ῅ς Θεοτόκου ἐκφραστικὦν τοὖ
περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας Αὐτ῅ς φρονήματος τ῅ς ἁγίας ἡμὦν ἐκκλησίας. Πολλά δέ τούτων
εὑρίσκονται καὶ ἐν τοἶς συγγράμμασι ἀρχαίων τ῅ς Ἐκκλησίας Πατέρων. Ἡ ὑμνῳδία
ἄλλως τ῅ς ἁγίας ἡμὦν Ἐκκλησίας ἐκφράζει τὸ στερρόν τ῅ς καθόλου ἐκκλησίας φρόνημα
τὸ ἐπικρατ῅σαν ἐν αὐτῆ ἀπὸ τὦν πρώτων αἰώνων καὶ μέχρις ἡμὦν διασωθέν. Ἐκεἶ δέ
ὅπου λαλεἶ ἡ οἰκουμενικὴ ἐκκλησία σιγησάτω π᾵σα γλὦσσα βροτεία· διότι ὅταν ὁμιλῆ ἡ
ἐκκλησία, ὁμιλεἶ τὸ πνεὖμα τοὖ Θεοὖ τὸ ἅγιον· ὁ δέ τῆ ἐκκλησίᾳ ἀντιλέγων τ῵ Πνεύματι
τ῵ ἁγίῳ ἀντιλέγει.
Ἀντιλέγουσι δέ τ῵ ὄντι τ῵ Πνεύματι τ῵ ἁγίῳ οἱ τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου
ἀρνούμενοι, ὡς ἀρνούμενοι, αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, ἥν καὶ διὰ τὦν κατὰ τόπους καὶ
καιρούς θεοφόρων Πατέρων καὶ διὰ αὐτὦν τὦν Οἰκουμενικὦν ΢υνόδων ἡ Ἐκκλησία
ἐκύρωσεν ὡς παράδοσιν ἁγίαν καὶ ἀποστολικήν πάντοτε, πανταχοὖ καὶ ὑπὸ πάντων τὦν
εὐσεβὦν καὶ ὀρθοδόξων παραδεδεγμένην.
Αὐτὴ ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος, ἡ ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθεἶσα, διακηρύττει φαεινὦς τὴν
ἀειπαρθενίαν τ῅ς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν αὐτ῵ τ῵ ΢υμβόλῳ τ῅ς Πίστεως, λέγουσα περὶ
τ῅ς σαρκώσεως τοὖ Φριστοὖ καὶ τ῅ς θείας ἐναναθρωπήσεως, ὅτι ἐγένετο «ἐκ Πνεύματος
Ἁγίου καὶ Μαρίας τ῅ς Παρθένου». Ἡ ἐπίσημος δέ αὕτη ἀνακήρυξις τ῅ς παρθενίας τ῅ς
Θεοτόκου ὑπὸ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου ἐκφράζει τὸ πνεὖμα τ῅ς καθόλου Ἐκκλησίας ἀπὸ
τὦν ἀποστολικὦν χρόνων. Οὐχ ἧττον τὸ δόγμα τοὖτο καὶ οἰκουμενικαὶ καὶ τοπικαὶ καὶ
ἐπαρχιακοὶ ΢ύνοδοι ὡς δόγμα πίστεως ἀπαράβατον ἐπεκύρωσαν. Ἡ ΢Σ´ μάλιστα
οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος μακρόν ποιεἶται λόγον περὶ τ῅ς παρθενίας καὶ ἀειπαρθενίας τ῅ς
Θεοτόκου (ἐν πράξει ια´) καὶ κηρύττει τὴν Θεοτόκον παρθένον πρὸ τόκου καὶ ἐν τόκῳ καὶ
μετὰ τόκον. Ὁμοίως καὶ ἐν τ῵ Α´ κανόνι ἡ ΢ύνοδος αὕτη ἀνομολογεἶ τὴν Θεοτόκον
ἀειπάρθενον, κηρύττουσα ἕνα Φριστόν, τὸν υἱόν τοὖ Θεοὖ σαρκωθέντα καὶ τὴν αὐτὸν
τεκοὖσαν ἀσπόρως ἀειπάρθενον, κυρίως καὶ κατ᾿ ἀλήθειαν Θεοτόκον. Ἡ δέ ἐν Σρούλλῳ
΢ύνοδος καλεἶ τὴν παρθένον «ἄχραντον παρθενομήτορα» (ἐν Κανόνι LXXIX).
Π᾵σαι α὘ται αἱ μαρτυρίαι τὦν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὦν Οἰκουμενικὦν ΢υνόδων, τὦν
διατηρησασὦν ἀναλοίωτον τὴν ἱεράν ἀποστολικήν παράδοσιν, εἰσὶν ἱκαναὶ ὅπως
πείσωσι καὶ πληροφορήσωσι πάντας τούς πιστεύοντας ἐν καθαρᾶ καρδίᾳ εἰς τάς
ἀληθείας τ῅ς Ἐκκλησίας. Οὐχ ἧττον τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ κὖρος τ῅ς ἀληθείας τὦν
οἰκουμενικὦν συνόδων δέχεται οὐ μόνον ἡ Δυτικὴ ἐκκλησία ἀλλά καὶ αὐτὴ ἡ
Ἀγγλικανική. Ἐπὶ τοὖ κύρους δέ τούτου στηριζόμενοι καὶ μεγάλοι ἄνδρες τ῅ς

Ἀγγλικανικ῅ς ἐκκλησίας ἀποδέχονται τὴν ἀειπαρθενίαν τ῅ς Θεοτόκου. Οὕτως ὀ Νέλσων
λέγει· «Σό ἰδίως ἔξοχον καὶ ἀσύγκριτον προνόμιον ἐκείνης τ῅ς μητρός, ἡ ὀφειλομένη
ἐξαίρετος τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς ἐκεἶνον τὸν υἱόν, ἥτις παρ᾿ αὐτ῅ς πάντοτε
προσηνέχθη αὐτ῵, τὸ σέβας πρὸς ἐκεἶνο τὸ Ἅγιον Πνεὖμα τὸ ἐπισκιάσαν αὐτήν, ἡ υἱϊκὴ
ἀγαθότης καὶ εὐσέβεια τοὖ Ἰωσήφ, ᾧτινι ἐδόθη ὡς νύμφη, ἐπληροφόρησαν τὴν
Ἐκκλησίαν τοὖ Θεοὖ καθ᾿ ὅλους τούς αἰὦνας, ὥστε νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὕτη (ἡ Θεοτόκος)
εἰσέτι ἐξακολουθεἶ οὗσα εἰς τὴν ἰδίαν Παρθενίαν. Καὶ λοιπόν ἡμεἶς ἔχομεν χρέος νὰ
ὁμολογὦμεν Αὐτὴν Παρθένον Μαρίαν» (Nelsons Fest. London 1732 pag. 172).
Καὶ ὁ John Pearson λέγει: «Ὅταν λέγηται· «ἐγώ πιστεύω εἰς τὸν Ἰησοὖ Φριστὸν τὸν
γεννηθέντα ἐκ τ῅ς παρθένου Μαρίας», διὰ τούτου πρέπει νὰ ἐννοὦμεν τόσον· «ἐγώ
συνομολογὦ τοὖτο, ὡς ἀληθεστάτην καὶ ἀλανθαστοτάτην ἀλήθειαν, ἤγουν ὅτι ὑπ῅ρξε
γυνή τις ὀνόματι Μαρία, νύμφη τοὖ Ἰωσήφ τοὖ ἐκ Ναζαρέτ, ἥτις πρὸ καὶ μετὰ τὰ
νυμφεἶα ὑπ῅ρξε καθαρά καὶ ἄμωμος Παρθένος, καὶ ἐν῵ ἦτο καὶ ἠκολούθει νὰ εἷναι εἰς
τοιαύτην παρθενίαν, συνέλαβε, διὰ τ῅ς ἀμέσου τοὖ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργείας, ἐν τῆ
μήτρᾳ αὑτ῅ς τὸν μονογενῃ Τἱόν τοὖ Θεοὖ· καὶ μετὰ τὸν φυσικόν τὦν ἄλλων γυναικὦν
καιρόν, ἐγέννησεν αὐτόν, ὡς πρωτότοκον αὑτ῅ς Τἱόν, ἀκολουθοὖσα εἰσέτι νὰ εἷναι ὁποία
καθαρωτάτη καὶ μόνη ἄμωμος παρθένος». (Παράβλ. Καὶ Ἐπιστολμ. Διατριβὴ ἤτοι
ἀνασκευὴ τ῅ς ὑπὸ τοὖ Κ. Ἀλβέρτου ἀπαντήσεως ὑπὲρ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Θεοτόκου
Μαρίας ὑπὸ Ἀρσένη Παύδη. Κέρκυρα 1850).
Οὕτω λοιπόν καὶ διὰ τὦν Ἁγίων ΢υνόδων καὶ διὰ τὦν Θεοφόρων Πατέρων καὶ διὰ τ῅ς ἐν
γένει ἀποστολικ῅ς καὶ Ἐκκλησιαστικ῅ς παραδόσεως, καθώς καὶ διὰ τ῅ς μαρτυρίας
αὐθεντικοὖ κύρους ἀνδρὦν ἀλλοδόξων, ἐπικυροὖται καὶ ἐπιστηρίζεται τὸ ἑδραἶον καὶ
ἀκλόνητον τ῅ς ἁγίας ἡμὦν Ἐκκλησίας δόγμα περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς Παναχράντου
καὶ Παναμώμου τοὖ Κυρίου ἡμὦν Μητρός.
Εἰς ἐπισφράγισιν τὦν ὅσων περὶ τ῅ς ἀειπαρθενίας τ῅ς παναγίας Μητρὸς τοὖ Κυρίου
εἴπομεν, παραθέτομεν ἐνταὖθα καὶ τὰ θαυμάσια ταὖτα ρήματα τοὖ Μεγάλου Υωτίου,
ἅτινα ἔγραψε «Γρηγορίῳ τ῵ παρακανδιδάτῳ, αἰτησαμένῳ λύσιν ἀπορίας».
«Ὁ ἀσπασμὸς ἄνωθεν· ἡ σύλληψις ἄσπορος, κύησις ἄφραστος, ὠδἶνες ἀλόχευτοι·
σφραγὶς τ῅ς παρθενίας, ἡ τὦν ὠδίνων διάλυσις, (ὁ γάρ τόκος ἄφθορος καὶ ἡ τεκοὖσα
παρθένος καὶ μετὰ γέννησιν). Ὁ Θεὸς ἐν σαρκὶ τὸ τικτόμενον· χορὸς ἀγγέλων ᾆσμα τὸ
θαὖμα ποιούμενοι· ἔνθα τοσούτων καὶ τηλικούτων συνδρομήν, πὦς ἄν τις
διαμφισβητήσειε, κἅν πάντα ἀσεβεἶν ἔθετο μελέτην, ὅτι μὴ οὐχὶ παρθένος ἡ παρθένος
καὶ μέχρι τέλους διέμεινεν; Εἰ δέ τὸ «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως ο὘ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτ῅ς
τὸν πρωτότοκον», ὑπόθεσιν βλασφημίας ἑαυτοἶς τινες ἀνευρίσκουσιν, ἴστωσαν, ὡς ἡ τὦν
ἀχράντων λογίων ἀλήθεια τὸ μέν παράδοξον καὶ ὑπερφυές καὶ ὑπὲρ κατάληψιν
ἠβουλήθη παραστ῅σαι, ὅπερ ἐστὶ τόκος ἄνευ ἀνδρὸς ἐπιγνώσεως· τὸ δέ μετὰ ταὖτα νοεἶν
κατέλιπεν ὡς ἀκόλουθον. Σό γάρ τὴν ἐν τόκῳ παρθενεύουσαν καὶ τὸ λοιπόν διὰ βίου
παρθενεύειν, οὔτε καινόν ὅλως ἥ παράδοξον, ἀλλά καὶ τοἶς προηγιασμένοις ἐξ
ἀναγκαίου μ᾵λλον ἑπόμενον. Ἄλλως τε δέ καὶ τὦν Ἰουδαίων τέως ἐπιστομίζειν ἔγνω τὸ
βλάσφημον, οἵ ἐκ πορνείας τὸν ἄσπορον τόκον διέσυρον· διό καὶ πρὸς τὴν ἐκείνων
ἵσταται κακόνοιαν, δι᾿ ᾧν τρανοἶ καὶ ἀνακηρύττει τ῅ς τεκούσης τὸ ἀνέπαφον. Κἀκεἶνο δέ
συνιέτωσαν, ὅτι μηδ᾿ αὐτάς τάς λέξεις, ἐξ Ὠν οἱ θεἶοι χρησμοί, συνιέναι ἠβουλήθησαν· εἰ
γάρ ἅν τὸ «Ἕως» κατέμαθον ἐνίοτε μέν πρὸς ἀντιδιαστολήν τοὖ ἐφεξ῅ς χρόνου
παραλαμβανόμενον, ἐνίοτε δέ ἐπὶ δηλώσει μεγάλων μέν ἔργων καὶ θεοπρεπὦν·
καθάπερ καὶ νὖν, οὐ τὴν πρὸς ἀντιδιαστολήν ἑτέρου χρόνου τινός, ἀλλά καὶ τοὐναντίον
εἰς ὑποδήλωσιν ἀπεράντου διαστήματος. Καὶ ἀνά χεἶρα τὰ παραδείγματα· «Ἀνατελεἶ
γάρ ἐν ταἶς ἡμέραις αὐτοὖ δικαιοσύνη καὶ πλ῅θος εἰρήνης, ἕως ο὘ ἀνταναιρεθῆ ἡ

σελήνη·» καί, «Κάθου ἐκ δεξιὦν μου (ἀνάγραπτὸς ἐστιν ὁ Πατήρ λέγων τ῵ Τἱ῵) ἕως ἅν
θὦ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τὦν ποδὦν σου·» καί, «Ἰδού, ἐγώ μεθ᾿ ὑμὦν εἰμι (πάλιν ὁ
΢ωτήρ τοἶς μαθηταἶς φησιν) ἕως τ῅ς συντελείας τοὖ αἰὦνος». Καὶ δ῅λον ὡς ἐνταὖθα τὸ
ἕως ο὘ χρονικόν τι μεθόριον καὶ πέρας παρεισάγει, μέγεθος δέ θείων πραγμάτων ἡ λέξις
συμπαραδηλοὖσα εἰς ἀπεριόριστον παράτασιν τὸν νοὖν τὦν ἐντυγχανόντων ἀναπέμπει.
Οὐ μόνο δέ, ἀλλά καὶ τρίτον ἐστίν ἰδεἶν αὐτοὖ σημαινόμενον, δι᾿ ο὘ μέγα μέν καὶ
ὑπέρογκον οὐδέν ὑποδηλοὖται, ἁπλὦς δέ τὸ ἐναντίον τοὖ προτέρου ἕως διασημαίνεται·
ὡς τό, «Οὐκ ἀνέστρεψε πρὸς τὸν Νὦε ἡ περιστερά, ἕως τοὖ καταξηρανθ῅ναι τὴν γ῅ν·»
καί, «Ἕως ἅν καταγηράσητε, (ἀλλαχοὖ φησιν) ἐγώ εἰμι ὁ Θεός»· καὶ ἄλλα μυρία, δι᾿ Ὠν
εὔδηλον καὶ τοἶς λίαν ἐθελοκωφοὖσι καθίσταται, ὡς ἀντὶ τοὖ διηνεκὦς καὶ εἰς τὸν αἰὦνα
ἡ λέξις παραλαμβάνεται. Ὅταν οὗν δείξωσιν οἱ πάντα θρασεἶς, μετὰ τὴν τ῅ς σελήνης
ἀναίρεσιν, τὴν τοὖ Φριστοὖ καὶ Θεοὖ ἡμὦν δικαιοσύνην εἰς τὸ μὴ ὅν καταδύουσαν, καὶ τὸ
πλ῅θος αὐτοὖ τ῅ς εἰρήνης μειούμενον, καὶ εἰς ἔχθραν διαχεόμενον· καὶ μετὰ γε τὸ
ὑποτεθεικένει τούς ἐχθρούς αὑτοὖ ὑπὸ τούς πόδας αὐτοὖ, τ῅ς δεξιὦν καθέδρας τοὖ
Πατρὸς παρακινούμενον· (τόδε τὸ βλάσφημον εἰς τάς τὦν ἀναισχυντούντων κεφαλάς·)
εἷτα δέ καὶ μετὰ τὴν συντέλειαν τοὖ αἰὦνος, ὅτε μ᾵λλον τοἶς μαθηταἶς ἡ οἰκείωσις,
αὐτὦν ἀφιστάμενον· καὶ ἐπειδάν καταγηράσωσιν οἱ τότε ἄνθρωποι, μηκέτι ὄντα τὸν
Θεόν· εἰ βούλει δέ, καὶ τὴν περιστεράν μετὰ τὸ ξηρανθ῅ναι τὴν γ῅ν πρὸς τὸν Νὦε
ἀναστρέψασαν, τότε διαπορείτωσαν, καὶ εἰ μετὰ τὸν ἄρρητον καὶ παρθένιον τόκον,
ἀνδρὸς ὁμιλίαν ἡ παρθένος ἐμελέτησεν. Εἰδέ μὴ κατ᾿ ἐντολήν ἔγραφον, πλείους ἄν, Θεοὖ
διδόντος, τάς ἀποδείξεις σοι παρεθέμεθα· ἀλλ᾿ ἱκανά καὶ ταὖτα οἸς μὴ μετὰ τ῅ς ἀγνοίας
καὶ ἡ διάνοια προσαπώλετο.»

γιατὶ δὲν σέβεται τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀσέβεια αὐτὴ προέρχονται ὅλα τὰ κακά. ποὺ προσφέρει πλούσιες τὶς δωρεές Σου ἀκόμη καὶ στὸν βλάσφημο. Βρίζει Αὐτὸν ποὺ γεμίζει μὲ καλοσύνη ὅλο τὸν κόσμο. Βρίζει Αὐτὸν ποὺ ὅλη ἡ δημιουργία. Ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς ἀπομακρύνθηκε ἀπ᾿ αὐτόν. Ὁ βλάσφημος ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν πονηρὸ δαίμονα. εἷναι ἡ φωνὴ ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τ῅ς κακίας. ἀρνεἶται τὸν ἴδιο τὸν Φριστό. αὐτὸν ποὺ ὅλη ἡ κτίση δοξολογεἶ. γιατὶ αὐτοὖ τὰ ἔργα ἀγάπησε καὶ στρατιώτης αὐτοὖ ἔγινε. Ὁ βλάσφημος ἀρνεἶται τὸ βάπτισμά του. Βρίζει τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεὸ. τὸν σέβεται. ὡς μέλος τ῅ς κοινωνίας. Ἡ βλασφημία προκαλεἶται ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ εἷναι αἰχμάλωτος στοὺς δαίμονες καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σὦμα. Ὁ βλάσφημος εἷναι ἀποστάτης καὶ ἐχθρὸς τοὖ Θεοὖ. ἡ ὀρατὴ καὶ ἡ ἀόρατη. Ὁ βλάσφημος ἀγωνίζεται μὲ τὴ βοήθεια τὦν δαιμόνων ἐναντίον τ῅ς βασιλείας τοὖ Θεοὖ. εἷναι ἡ ἠχὼ τοὖ Σαρτάρου.Ἁγίου Νεκταρίου . Ἡ βλασφημία εἷναι ἔκφραση μίσους κατὰ τοὖ Θεοὖ. λέξη ποὺ προκαλεἶ ἀποτροπιασμό. λέξη ποὺ φανερώνει ἀσέβεια πρὸς τὸ Θεό. Αὐτὸν ποὺ γεμίζει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία. εἷναι ἀποτέλεσμα βρώμικης καρδι᾵ς καὶ χαρακτηρίζει πονηρὴ ψυχή.Λόγος περὶ βλασφημίας Νεοελληνικὴ Ἀπόδοση Βλασφημία! Λέξη φοβερὴ. Βρίζει Αὐτὸν ποὺ συγκρατεἶ ὅλο τὸ σύμπαν πάνω στὸ μηδέν. Ὁ βλάσφημος. εἷναι ἐπικίνδυνος. γιὰ νὰ μὴ χαθεἶ ἡ ὕπαρξή του! Βλασφημεἶ τὸν χορηγὸ ὅλων τὦν ἀγαθὦν. γεμάτες χολὴ καὶ ἀσέβεια! Ὁ βλάσφημος ἀγανακτεἶ καὶ βρίζει τὸ Θεὸ δημιουργὸ ποὺ τὸν ἔφερε στὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ μηδέν! Ἀγανακτεἶ καὶ βρίζει Αὐτὸν ποὺ τὸν φύλαξε κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τ῅ς Φάριτός Σου. . Ὁ βλάσφημος π῅γε μὲ τὴν παράταξη τοὖ διαβόλου. Ὁ βλάσφημος ἀγανακτεἶ κατὰ τοὖ Θεοὖ καὶ βγάζει ἀπὸ τὴν πονηρὴ καρδιά του βλάσφημες ἐκφράσεις.

24. Πὦς μπορεἶ ὁ βλάσφημος νὰ εἷναι τίμιος ἐπαγγελματίας. Ὁ βλάσφημος εἷναι στερημένος κάθε ἀρετ῅ς καὶ εἷναι αἰχμάλωτος κάθε πάθους. ἡ δὲ πορωμένη καρδιὰ ἔχασε τὴν εὐαισθησία τ῅ς συνειδήσεως. Θεία ἀπόφαση.γιὰ νὰ μὴν ἐπισύρει τὴν ὀργὴ τοὖ Θεοὖ ἐναντίον της. Σοὖ βλάσφημους γιοὺς οἱ γονεἶς ὀφείλουν νὰ τοὺς διώχνουν ἀπὸ τὰ σπίτια τους γιὰ νὰ μὴν ἔλθει ἡ ὀργὴ τοὖ Θεοὖ πάνω τους. Υύγετε μακριὰ ἀπὸ τοὺς βλάσφημους. Σὸν βλάσφημο πρέπει νὰ τὸν ἀποφεύγουμε ὡς ἐπικίνδυνο καὶ γιὰ μ᾵ς καὶ γιὰ τὴν οἰκογένειά μας Ὁ βλάσφημος εἷναι κακὸς γιός. Ἐὰν λοιπὸν θὰ ζητηθοὖν εὐθύνες γιὰ ἕνα λόγο ἀργό. ἀφοὖ δὲν σέβεται τὸν Θεό.16) νὰ λιθοβολοὖνται. ἄρα καὶ δίκαια. διότι ὁ πρὸς τὸν Θεὸς ἀσεβὴς εἷναι ἀσεβέστερος τὦν ἀσεβέστερων. Σοὺς βλάσφημους ὀφείλει ἡ κοινωνία νὰ τιμωρεἶ . ὅταν συμπεριφέρεται ἄτιμα καὶ ἀχάριστα πρὸς τὸ Θεό.Ὁ βλάσφημος μπορεἶ νὰ παραβαίνει κάθε ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ νόμο χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸ. ΢τὸν Ἅδη. οὔτε καλὸς πατέρας καὶ κάποια στιγμὴ θὰ ξεσπάσει πάνω τοὖ ἡ ὀργὴ τοὖ Θεοὖ . Ὡς ἀχάριστος πρὸς τὸ Θεὸ πὦς μπορεἶ νὰ εἷναι εὐγνώμων πρὸς τοὺς γονεἶς του. ποιὸς μπορεἶ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες του ἥ νὰ στηρίξει τὴν ἐμπιστοσύνη του σ᾿ αὐτόν. Ναί. Ὁ βλάσφημος εἷναι ἐπικίνδυνος στὴν κοινωνία. Πὦς αὐτὸς ποὖ βλασφημεἶ τὰ ἱερὰ πρόσωπα θὰ σεβαστεἶ τὰ ἀνθρώπινα. ποὖ μπορεἶ νὰ κρυφθεἶ ὁ βλάσφημος. διότι εἷναι μέλη σάπια καὶ ἀπειλοὖν νὰ μολύνουν ὁλόκληρη τὴν κοινωνία. γιατὶ πορώθηκε ἡ καρδιά του. Αὐτὸς ποὺ συμπεριφέρεται μὲ ἀσέβεια πρὸς τὸ Θεὸ δὲν θὰ εἷναι καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ἀσεβής. Πὦς μπορεἶ ὁ βλάσφημος νὰ εἷναι συνεπὴς στὶς συναλλαγές του. Πὦς μπορεἶ νὰ εἷναι καλὸς συνέταιρος ὅταν κανένα δὲν σέβεται. Ποιὸς μπορεἶ νὰ ἐγγυηθεἶ γιὰ τὸν ἠθικὸ χαρακτ῅ρα τοὖ βλάσφημου. Ὁ Κύριος Ἰησοὖς Φριστὸς μ᾵ς προτρέπει οὔτε ἕνας λόγος ἀργὸς νὰ μὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα μας. Γιὰ τοὺς βλάσφημους ὁ Θεὸς διατάσσει στὴν Ἁγία Γραφὴ (Λευ. ἀλλ᾿ ὁ Οὐρανὸς εἷναι θρόνος τοὖ Θεοὖ. ΢τὸν οὐρανό. Σοὺς βλάσφημους ἡ κοινωνία πρέπει νὰ τοὺς τιμωρεἶ γιὰ τὸ δικό της συμφέρον. ὅταν γιὰ τὸ ὕψιστο τὦν καθηκόντων του πρὸς τὸ Θεὸ ἀσεβεἶ. Πὦς μπορεἶ νὰ γίνει καλὸς καὶ χρήσιμος φίλος. Ὁ βλάσφημος δὲν μπορεἶ νὰ εἷναι καλὸς σύζυγος. τίμιος ἐργάτης. αὐτὸς δὲ ποὺ ἔχασε αὐτὴ τὴν εὐαισθησία εἷναι ἱκανὸς νὰ πράξει κάθε κακούργημα. στὰ . γιατὶ θὰ δώσουμε λόγο τὴν ἡμέρα τ῅ς κρίσεως. ὅταν δὲν σέβεται τὸν Ἰησοὖ Φριστὸ καὶ Θεό μας. Πὦς μπορεἶ νὰ ἐκπληρώσει τὸ καθ῅κον πρὸς τὴν κοινωνία.

. ὁ δὲ βλάσφημος ἀσεβεἶ στὴν Θεότητα. νὰ πλησιάσουν στὸ ἱερὸ Μυστήριο τ῅ς Ἐξομολογήσεως καὶ νὰ ζητήσουν τὸ ἔλεος καὶ τὴν συγγνώμη τοὖ ἁγίου Θεοὖ καὶ νὰ σταματήσουν τὸ βρόμικο αὐτὸ πάθος. Ἐὰν ὁ παραβάτης τοὖ Νόμου τοὖ Θεοὖ κολάζεται. τὸ Θεἶον τοὖ Θεοὖ ὄνομα. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει περὶ τὦν βλασφήμων αὐτό: Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει παραβαίνει τὸ Νόμο. φρίττει καὶ τρέμει. λέγει ὁ Κύριος. πρ᾵γμα ποὺ εὔχομαι. τοὖ Ἰησοὖ Φριστοὖ καὶ τ῅ς Παναγίας βλασφήμων. ὅπως φεύγετε μακριὰ ἀπὸ μία ὀχιά. ὁ δὲ βλάσφημος μὲ ἀχαριστία καὶ ἀσέβεια Αὐτὸν βλασφημεἶ. σ᾵ς παρακαλὦ νὰ βοηθήσετε τοὺς βλάσφημους νὰ μετανοήσουν. αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοὖ πλησίον του εἷναι ἔνοχος στὴ γενεὰ τοὖ πυρὸς καὶ ἐὰν τέτοια εὐθύνη ἔχει ὁ κατὰ τοὖ πλησίον ὀργισθείς. Σελειώνοντας. γιατὶ ὁ μὲν σαταν᾵ς ἀκούγοντας τὸ ὄνομα.Σάρταρα τοὖ Ἅδη! Γιατί. διαφορετικὰ ἀπομακρυνθεἶτε ἀπὸ κοντά τους. μήπως καὶ διορθωθοὖν. ποιὰ εὐθύνη θὰ ἔχει ὁ κατὰ τοὖ Θεοὖ. τὸ ὑπὲρ π᾵ν ὄνομα. πόσον μ᾵λλον ὁ βλάσφημος ποὺ βρίζει τὸν Νομοθέτη. Οἱ Ἅγιοι τ῅ς Ἐκκλησίας θεωροὖν τὸν βλάσφημο χειρότερο καὶ ἀπὸ τὸν δαίμονα.

3). ρλη´ 17) [Κεφάλαιον Α´] [Κεφάλαιον Β´] ΚΕΥΑΛΑΙΟΝ Α´ Περὶ τῆς δόξης τῶν δικαίων ἐν τῇ γῇ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ περὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀποδιδομένης αὐτοῖς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. διότι κατ᾿ αὐτὴν εἰσ῅λθoν στεφανηφόροι εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν τὴν ἐν οὐραν῵. Οὕτω νοητέα ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους (ὁμολογ. ὡς καὶ τὰς εἰκόνας αὐτὦν. Αὐτὴ ἐκθειάζει τοὺς ἀγὦνας καὶ τὰ ἔργα τὰ τετελεσθέντα ὑπ᾿ αὐτὦν πρὸς δόξαν Θεοὖ τῆ ἐνεργείᾳ τ῅ς χάριτος αὐτοὖ. ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοὖ Θεοὖ. νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὴν Ὑψίστην Μεγαλειότητα τὴν ἐπιβλέψασαν μετ᾿ εὐχαριστήσεως ἐπὶ τὸν ἐπὶ γ῅ς βίον αὐτὦν. ἤτοι τῆ Ἐκκλησίᾳ τῆ θριαμβευούσῃ. Ὀρθοδ. Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καθ᾿ ὃν ὁ ὑπέρτατος Κριτὴς ἀξιοἶ νὰ ἀπονείμει τοἶς δικαίοις μετὰ θάνατον ἀπαρχήν τινα τ῅ς δόξης αὐτὦν ἐν τ῵ Οὐραν῵. ἀλλ᾿ ὡς πιστοὺς δούλους. Ἐκαλεἶτο δὲ ἡ ἡμέρα τ῅ς ἑορτ῅ς τὦν Μαρτύρων γενέθλια Μαρτύρων (dies natalis). ἐτιμήθησαν ὑπὸ τ῅ς του Θεοὖ ἁγίας Ἐκκλησίας εὐθὺς ἀπὸ τ῅ς ἱδρύσεως αὐτ῅ς ὑπὸ τοὖ ΢ωτ῅ρος Φριστοὖ.Ἅγιος Νεκτάριος ΠΕΡΙ ΣΨΝ ΑΓΙΨΝ ΣΟΤ ΘΕΟΤ (1904) «Ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός…» (Χαλμ.τι ἀν῅κεν αὐτοἶς. Ἐπικαλεἶται αὐτοὺς ἐν ταἶς προσευχαἶς αὐτ῅ς ὡς μεσίτας παρ᾿ αὐτ῵. Αὕτη τιμᾶ αὐτοὺς δι᾿ ἐτησίας μνήμης. εἰς τρόπον ὥστε ἅπασα ἡ τιμὴ ἣν αὐτοἶς ἔδωκεν ἡ Ἐκκλησία. ἀποκρ. τιμᾶ ἐπίσης τὰ αὐτὦν λείψανα καὶ π᾵ν ὅ. καὶ δι᾿ ἀνιδρύσεως ναὦν εἰς τιμὴν τοὖ ὀνόματος αὐτὦν. διότι «τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν τῆ γῆ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος». ἀπονέμει αὐτοἶς μίαν δόξαν καὶ ἐν τῆ ἐπὶ τ῅ς γ῅ς συγχρόνως στρατευομένῃ Ἐκκλησίᾳ. ἀνεγινώσκοντο . δι᾿ ἑορτὦν δημοτελὦν ἥ πανηγύρεων. Σούτου δὲ ἕνεκα ἀπὸ ταύτης τ῅ς ἡμέρας αἰωνίως ἤρχετο καὶ ἡ κατάταξις αὐτὦν εἰς τὴν χορείαν τὦν τ῵ Θε῵ εὐαρεστησάντων ἁγίων καὶ κεκλημένων εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. 52 καὶ ἐπιστολαὶ Πατριάρχου. Αὕτη ἡ δόξα ἐκδηλοὖται ἐν τούτῳ ὅτι ἡ ἐπίγειος Ἐκκλησία σέβεται τοὺς δικαίους ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοὖ Θεοὖ. Ἕκαστη τὦν ἐκασταχοὖ χριστιανικὦν κοινοτήτων τὦν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην ἱδρυθεισὦν καθ῅κον ἑαυτ῅ς ἀπαραίτητον ἡγεἶτο ἅμα δὲ καὶ κλέος καὶ καύχημα τὸ τελεἶν ἐτησίως μνήμας τὦν ἀθλητικὦς ἐν Φριστ῵ τελειωθέντων καὶ τοὖ μαρτυρικοὖ στεφάνου ἀξιωθέντων ἵνα νεαρὸς εἰς τὸ διηνεκὲς τὰς πράξεις αὐτὦν διασώσῃ. πίστ. Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τιμ᾵ τοὺς ἁγίους οὐχὶ ὡς θεούς. ὅπως ζήσωσιν αἰωνίως ἐν τῆ βασιλείᾳ τοὖ Θεοὖ. Οἱ Ἅγιοι τοὖ Θεοὖ ἄνθρωποι οἱ θαυμαστωθέντες ἐν τῆ γῆ ὑπὸ τοὖ Κυρίου. Σὰ τίμια τὦν ἁγίων Μαρτύρων λείψανα θεωρούμενα παρὰ τὦν χριστιανικὦν κοινοτήτων τιμιότερα λίθων πολυτελὦν κατετίθεντο ἐντὸς τὦν Ἱερὦν Ναὦν καὶ ἐξησφαλίζοντο ὡς θησαυρὸς πολύτιμος· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον μνήμην τ῅ς ἀθλήσεως αὐτὦν οἱ πιστοὶ ἦγον ἑορτὴν καὶ πανήγυριν εἰς τιμὴν τοὖ ἀθλητοὖ καὶ Μάρτυρος τοὖ Κυρίου. ἀποκρ.

Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἔκφρασις ἀϊδίου εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀθλητὰς τοὖ Φριστοὖ τοὺς πολεμήσαντας τὰς πλάνας τὦν πολεμίων τ῅ς ἀληθείας καὶ διαφυλάξαντας τὴν πίστιν ἁγνήν. οἸς ἐδίδετο τὸ ὄνομα τοὖ Μάρτυρος πρὸς τιμὴν αὐτοὖ· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον τ῅ς ἑορτ῅ς Μάρτυρος συνέτρεχαν πάντες οἱ πιστοὶ ἐν τ῵ Να῵ πρὸς δόξαν Θεοὖ καὶ τιμὴν τοὖ Μάρτυρος τοὖ δοξασθέντος ὑπὸ τοὖ Θεοὖ (Φρυσοστ. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἔκφρασις τ῅ς ἀγάπης τὦν πιστὦν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς ὑψηλὰς αὐτὦν ἀρετὰς καὶ τοὺς μεγάλους ἀγὦνας καθ᾿ οὗς γενναίως ἀγωνισάμενοι ἔλαβον τὸν τ῅ς δόξης ἀμαράντινον στέφανον. καὶ τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τ῅ς κεφαλ῅ς τοὖ Φριστοὖ καὶ τὰ ὀθόνια ἤτοι τὴν σινδόνα ἐν ᾗ ἐτυλίχθη τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου Ἰησοὖ. Πολλάκις ἐπὶ τὦν τάφων τὦν μαρτύρων ἠγείροντο Ἱεροὶ Ναοὶ Μαρτύρια καλούμενοι. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ὑπαγόρευσις ὑψηλοὖ θρησκευτικοὖ συναισθήματος καὶ ἐνθέου ζήλου πιστ῅ς καὶ ἀγαπώσης τὸν Θεὸν καρδίας καὶ ἐκδήλωσις τοὖ διακατέχοντος αὐτὴν πόθου πρὸς δόξαν τοὖ Θεοὖ τοὖ δοξάζοντος τὴν στρατευομένην αὐτοὖ Ἐκκλησίαν. εἷναι χρέος διὰ τὰς πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα ὑπὲρ ἡμὦν αὐτὦν ἐντεύξεις. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἔνδειξις τοὖ πλημμυροὖντος τὰς καρδίας ἡμὦν ἐνθέου πόθου πρὸς ἀπομίμησιν αὐτὦν. λόγοι δὲ πανηγυρικοὶ καὶ ἐγκωμιαστικοὶ ἐξεφωνοὖντο παρὰ τὦν ἐκκλησιαστικὦν ὆ητόρων τὦν χριστιανικὦν κοινοτήτων. εἰς τὸν Μάρτυρα Λουκιανόν). Καὶ Φρυσοστ. εἷναι ὑποχρέωσις πρὸς αὐτοὺς ἀπαιτουμένη παρ᾿ ἡμὦν ὑπὸ τοὖ Θεοὖ τοὖ δοξάζοντος ἐπὶ τ῅ς γ῅ς τοὺς ἁγίους αὐτοὖ· διότι θέλει ὁ Θεὸς νὰ δοξάζωνται οἱ πιστοὶ ἐπὶ τ῅ς γ῅ς οὓς Αὐτὸς ἐδόξασε καὶ . καὶ βεβαίωσις τοὖ διαφλέγοντος τὴν ψυχὴν ἡμὦν ἔρωτος πρὸς ἀνύψωσιν ἐν τ῵ ὕψει τὦν ἀρετὦν αὐτὦν. Νύσσ.) Οἱ Φριστιανοὶ ἐτίμων πλὴν τὦν ἁγίων λειψάνων καὶ τὴν γ῅ν τοὖ Ἁγίου Σάφου ἐν ᾧ κατετέθη τὸ Πανάγιον τοὖ Κυρίου σὦμα. εἷναι ὑποχρέωσις πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς πρὸς ἡμ᾵ς αὐτὦν ποικίλας εὐεργεσίας. εἷναι χρέος διὰ τὰς πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα ὑπὲρ ἡμὦν αὐτὦν ἐντεύξεις. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἐκδήλωσις τ῅ς ταυτότητος τὦν αἰσθημάτων καὶ φρονημάτων ἡμὦν πρὸς τοὺς ἱεροὺς τ῅ς πίστεως ἀθλητάς. ἣν διὰ τοὖ ἰδίου αἵματος καὶ τ῅ς τελείας αὐταπαρνήσεως ὁμολόγησαν καὶ ἐστήριξαν. Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν τιμίαν ἐσθ῅τα τ῅ς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν ζώνην αὐτ῅ς. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ὁμολογία τ῅ς θερμ῅ς καὶ ζώσης ἡμὦν πίστεως πρὸς τὸν ἀθλοθέτην καὶ ἀγωνοθέτην Φριστὸν τὸν ἐνισχύσαντα ἐν τ῵ σταδίῳ τοὺς τ῅ς πίστεως ἀθλητὰς καὶ δοξάσαντα αὐτούς. ἐν βίῳ Γρηγορ.τὰ ἆθλα τὦν μαρτύρων. Ἰουλ. Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν εἰκόνα τοὖ Κυρίου τὴν ἀποτυπωθεἶσαν θείᾳ εὐδοκίᾳ ἐν μάκτρῳ καὶ ἀποπεμφθεἶσαν τ῵ Αὐγάρῳ ποθοὖντι νὰ ἵδῃ αὐτόν. αἵτινες κεἶνται ἡμἶν αἰώνιον ὑπόδειγμα. Οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο τὴν ἱερὰν λάρνακα τοὖ τιμίου λειψάνου τοὖ Μάρτυρος καὶ ἐλάμβαναν ἔλαιον ἐκ τ῅ς κανδήλας τοὖ ἁγίου πρὸς καθαρισμὸν καὶ θεραπείαν ἀπὸ τὦν ἀσθενειὦν αὐτὦν. (Γρηγορ. τοὖ θαυματ. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἠθικὴ ὀφειλὴ πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς πρὸς ἡμ᾵ς αὐτὦν ποικίλας εὐεργεσίας. εἰς Μάρτ. καὶ μεταδόντας ἡμἶν ἀλώβητον τὴν Ἱερὰν παρακαταθήκην καὶ ἀκεραίαν καὶ ἀμίωτον τὴν ἀποκαλυφθεἶσαν ἀλήθειαν. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἷναι ἔνδειξις σεβασμοὖ ἡμὦν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐθελούσιον αὐτὦν θυσίαν ὑπὲρ τ῅ς πίστεως τοὖ Φριστοὖ.

καὶ ἀγνώμων πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους αὐτοὖ δείκνυται. καὶ θηρσὶ καὶ τυράννοις προθύμως ἀντηγωνίσαντο. στηλιτ. Οὐδὲ τεσσαράκοντα γλὦσσαι ἐξήρκεσαν ἅν τοσούτων ἀνδρὦν ἀνυμν῅σαι. τὸν Θεὸν οὐ τιμᾶ. ἥ ἀσώματοι. Α´ τομ.ἐστεφάνωσε· διότι «τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν γῆ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος». χωρὶς μαστίγων. καὶ τὴν ὑπὲρ τ῅ς ἀληθείας ἔνστασιν ὑπεδείξαντο. καὶ Ὠν αἱ προρρήσεις· Ὠν καὶ τὰ σώματα μόνον ἴσα δύνανται ταἶς ἁγίαις ψυχαἶς. Ἡ μὴ ἀπόδοσις τ῅ς νενομισμένης τιμ῅ς καὶ σεβασμοὖ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὖ Θεοὖ εἷναι ἀσέβεια. δ῅λός ἐστι τὸν ἴσον ζ῅λον ἔχων τ῅ς πίστεως· ὥστε μία αὕτη πρ᾵ξις πολλ῅ς ἀρετ῅ς ἔχει τὴν μαρτυρίαν». ὡσαύτως καὶ ὁ τοὺς ἁγίους τοὺς δοξασθέντας ὑπὸ τοὖ Θεοὖ μὴ τιμὦν. οὐδ᾿ ἐφοβήθης τοὺς μεγάλους ἀγωνιστάς. ἵνα γένῃ μάρτυς τῆ προαιρέσει καὶ ἐκβῆς χωρὶς διωγμοὖ. τὸν Ἰάκωβον. Ὠσαύτως καὶ ὁ θεἶος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφων κατὰ Ἰουλιανοὺ περὶ τ῅ς ὀφειλομένης πρὸς τοὺς ἁγίους τιμ῅ς λέγει· «Οὐκ Ἠδέσθης τὰ ὑπὲρ Φριστοὖ σφάγια. Διὸ καὶ ὁμοτίμων τὦν στεφάνων τ῅ς δόξης καταξιώθησαν. Σίνος ἕνεκεν. 2 λέγει: «ἡ γὰρ πρὸς τοὺς εὔνους τὦν ὁμοδούλων διάθεσις τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Δεσπότην ἔχει. ὁμοίως ἔν τε πολέμοις ἀήττητον. ἴσοι τὴν ἄθλησιν. ᾧ δεδουλεύκασι· καὶ ὁ τοὺς διὰ πίστιν ἠθληκότας τιμὦν. ἴσοι τὴν γνώμην. ὥσπερ ἐν ἀλλοτρίοις σώμασιν. Καίτοι εἰ εἸς ἦν ὁ θαυμαζόμενος τήν γε τὦν ἡμετέρων λόγων δύναμιν ἐξήρκει καταπαλαίσαι. ἐὰν ὁ ἀτιμάζων τοὺς ὑπὸ τοὖ βασιλέως τετιμημένους τὸν βασιλέα ἀτιμάζῃ. Μακάρισον γνησίως τὸν μαρτυρήσαντα. Καὶ ἀλλαχοὖ πάλιν ὁ ἴδιος περὶ τ῅ς τιμ῅ς πρὸς τὰ ἅγια λείψανα λέγει: . χωρὶς πυρός. σύστημα δυσκαταγώνιστον. τὸν Παὖλον. ἥ ἐπαφώμενα ἥ τιμώμενα· Ὠν καὶ αἱ ὆ανίδες αἵματος μόνον. 21) Καὶ ἀληθὦς. ἀδιαφορία καὶ ἔλλειψις πόθου πρὸς τελείωσιν ἐν τῆ ἀρετῆ. οὐδὲ μέχρι δεκάδος. Πάντες παραπλήσιοι ἀλλήλοις. φάλαγξ στρατιωτική. Οἱ αἰὦνες ἅπαντες τοὖτο μαρτυροὖσιν. Δ῅λον γὰρ ὅτι ὁ τοὺς γενναίους ἄνδρας ἀποδεχόμενος. ἐν τοἶς ὁμοίοις καιροἶς οὐκ ἀπολειφθήσεται τ῅ς μιμήσεως. τὸν Πέτρον. ἀχαριστία. 78 κεφ. κατὰ Ἰουλ. ὁ ἀριθμὸς πρόεισι τὦν μακαριζομένων ἀλλὰ τεσσαράκοντα ἄνδρας ὡς μίαν ψυχὴν ἐν διηρημένοις σώμασιν ἔχοντας. ἵνα μὴ προδὦσι μηδὲ μέχρι ὆ήματος τὴν εὐσέβειαν. μίαν φωνήν. 7677). μίαν καὶ τὴν πρὸς τὰ δεινὰ καρτερίαν. Ἐπίσης καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐν ἐπιστολῆ 197. διότι ἡ πρὸς τοὺς ἀγαθοὺς τὦν ὁμοδούλων τιμὴ ἀπόδειξιν ἔχει τ῅ς πρὸς τὸν κοινὸν Δεσπότην εὐνοίας. Ἡμἶν δὲ οὕχ ἕνα πρόκειται θαυμάζειν οὐδὲ δύο μόνους. τὸν Ἀνδρέαν καὶ τὴν Θέκλαν. καὶ ἐν ἐπαίνοις ἀπρόσιτον». Καὶ παροὖσι κακοἶς καὶ ἀπειλουμένοις. ὁ δὲ ἀτιμάζων ἅγιον ἀτιμάζει καὶ τὸν ἑαυτοὖ Δεσπότην». Ἐπίσης καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐν ὁμιλίᾳ ιθ´ εἰς τοὺς Ἁγίους Σεσσαράκοντα Μάρτυρας λέγει: «Μαρτύρων μνήμης τὶς τὦν γένοιτο κόρος τ῵ φιλομάρτυρι. ἐν μιᾶ συμπνοίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ τ῅ς πίστεως. Ὁ Ἐπιφάνιος λέγει· «Ὁ τιμὦν Κύριον τιμ᾵ καὶ Ἅγιον. οἱ πυρὶ καὶ σιδήρῳ. μίαν δοξασίαν. τὸν Λουκ᾵ν. καὶ μικρὰ σύμβολα πάθους ἴσα δρὦσι τοἶς σώμασι. Ὠν αἱ μεγάλοι τιμαὶ καὶ πανηγύρεις· Ὠν αἱ ἐπιφάνειαι. Σίς ἅν οὗν ἐφίκοιτο λόγος τ῅ς τούτων ἀξίας. Α´ σελ. (Ἐπιφαν. ἐν αἱρέσ. Σαὖτά οὐ σέβεις ἀλλ᾿ ἀτιμάζεις. Περὶ τ῅ς τιμ῅ς τὦν ἁγίων ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τ῅ς ἱδρύσεως αὐτ῅ς μίαν ἔσχε γνώμην. τὸν αὐτὸν ἐκείνοις μισθὸν ἠξιωμένος.» (Γρηγόριος ὁ Ναζιανζ. Σὸν Ἰωάννην ἐκεἶνον. τοὺς ἐπ᾿ ἐκείνους τε καὶ πρὸ ἐκείνων τ῅ς ἀληθείας προκινδυνεύσαντας. μὴ ὅτι πλ῅θος τοσούτον. τὸν ΢τέφανον.

ἡ ἀρχαιοτάτη περὶ τὦν ἁγίων λειψάνων μαρτυρία. Ἐκ τ῅ς διηγήσεως ταύτης δείκνυται. ἵνα ἔχωμεν ὑπόμνησιν ἀρετ῅ς διηνεκοὖς τὰ ἅγια τούτων ὁστέα». τὦν Ἀποστόλων καὶ πάντων τὦν ἁγίων τὦν ὑπὸ τοὖ Θεοὖ μαρτυρηθέντων καὶ δοξασθέντων. λέγει: «Καὶ ναοὺς ἁγίων. οἱ δὲ Ἑλληνισταὶ τὰ ἀτοπώτατα κατ᾿ αὐτὦν ἐργαζόμενοι πρὸς θλἶψιν αὐτὦν τὴν ἱστορηθεἶσαν ἀνουσιουργίαν εἰργάσαντο. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ τοὖ ἱστορικοὖ Υιλοστοργίου. «Σίμιος γὰρ ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τὦν ὁσίων αὐτοὖ». Ὅτι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ ἁγία λείψανα ἐξεδηλώθη ἀπὸ τὦν πρώτων τ῅ς Ἐκκλησίας αἰώνων μαρτυρεἶ ἡ περισυλλογὴ τὦν ἁγίων λειψάνων τοὖ ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου. Ἐκεἶνο δὲ ὅπερ μαρτυρεἶται περὶ τὦν ἁγίων λειψάνων τοὖ ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοὖ Ἀποστολικοὖ Πατρός. τὸν αὐτοὺς δοξάσαντα Φριστὸν τὸν Θεὸν ἡμὦν μεγαλύνοντες καὶ ἀνευφημοὖντες». 17... Ὁ δὲ Νικηφόρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως πρὸς Λέοντα Πάπαν Ῥώμης γράφων.. τὰ σώματα ἡμἶν ἔδωκεν. βδελυκτὰ ἦν τὰ θνησιμαἶα· ὅτε δὲ ὑπὲρ Φριστοὖ ὁ θάνατος. καὶ τὦν μαθητὦν αὐτὦν καὶ πάντων τὦν ἁγίων μαρτύρων τοὖ Φριστοὖ καὶ ὁσίων καὶ δικαίων τὦν ὑπὸ τοὖ . καὶ τάφους καὶ λείψανα πιστοἶς βρύοντα ἰάσεις πιστὦς προσκυνοὖμεν. Ὠν μέχρι σήμερον περισώζονται ἁγία λείψανα ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας μεμαρτυρημένα. ὅτι οἱ Φριστιανοὶ ἀπὸ τὦν πρώτων ἤδη αἰώνων ἐτίμων τὰ ἁγία λείψανα τὦν Προφητὦν. λαμβάνει τινὰ μετουσίαν ἁγιασμοὖ ἐκ τ῅ς του σώματος παρεδρευούσης χάριτος. ὅτι ἐπὶ Ἰουλιανοὖ ἐν Παλαιστίνῃ οἱ ἀσεβεἶς ἐξαγαγόντες τὦν θηκὦν τὰ τοὖ προφήτου Ἐλισσαίου καὶ τοὖ Βαπτιστοὖ Ἰωάννου καὶ συγκαταμίξαντες ζῴων ὁστοἶς ἀλόγων ὅμου πρὸς κόνιν κατέκαυσαν καὶ εἰς τὸν ἀέρα διεσπείραντο. Καί οὐ μόνον ο὘ σκώψεις τὸ γινόμενον. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἱερὸς Ἰσίδωρος γράφων πρὸς Ἱέρακα περὶ λειψάνων λέγει: «Εἰ σκανδαλίζῃ ἐπὶ τῆ κόνει τὦν μαρτυρικὦν σωμάτων παρ᾿ ἡμὦν τιμωμένη διὰ τὴν περὶ τὸν Θεὸν αὐτὦν ἀγάπην καὶ ἔνστασιν. πολλ῵ μ᾵λλον ζωὴν αὐτοἶς χαριεἶται βελτίω τ῅ς προτέρας καὶ μακαριωτέραν κατὰ τὸν τὦν στεφάνων καιρόν». ὅτι οἱ Φριστιανοὶ ἀπὸ τὦν πρώτων ἤδη αἰώνων ἐτίμων τὰ ἅγια λείψανα τὦν προφητὦν. ὡς ἰατρεἶον ψυχικὦν τε καὶ σωματικὦν παθημάτων τυγχάνοντα». σελ. Ὁ Υιλοστόργιος ἐν τ῵ Ζ´ βιβλίῳ 4 τ῅ς Ἐκκλησιαστικ῅ς αὐτοὖ ἱστορίας ἱστορεἶ. λέγει τὰ ἑξ῅ς: «Προσκυνὦ καὶ περιπτύσσομαι τὰ σεβάσμια τὦν ἁγίων λείψανα..«Καὶ ὅτε μὲν Ἰουδαϊκὦς ἀπέθνησκον οἱ ἄνθρωποι. ἀλλὰ καὶ ζηλώσεις τὸ ποθούμενον». Σοὖτο δὲ ἔπραττον «Σὦν ἑλληνιστὦν τὰ ἀτοπώτατα κατὰ τὦν Φριστιανὦν πανταχοὖ παλαμωμένων». ἐρώτησον τοὺς ἐξ αὐτὦν λαμβάνοντας τὰς ἰάσεις καὶ μάθε πόσοις πάθεσι θεραπείαν χαρίζονται. φρονοὖμεν ὅτι οὐχὶ μικρὸν ὑποστηρίζει τὴν ὑποστηριζομένην ἀλήθειαν. εἰ γὰρ νεκροἶς σώμασι καὶ διαλυθεἶσιν εἰς κόνιν μείζονα τὦν ζώντων ἁπάντων δύναμιν ὁ Θεὸς ἐχαρίσατο. τίμια τὰ λείψανα τὦν ὁσίων αὐτοὖ. νὖν δὲ ὁ ἀψάμενος ὀστέου μάρτυρος. Καὶ Υώτιος ἐν ἐπιστολῆ Ι´. τοὖτο πάντως ἐγένετο καὶ περὶ τὦν ἁγίων λειψάνων τὦν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καὶ αὗθις ὁ αὐτὸς Φρυσορρήμων Πατήρ: «Ἐμερίσατο ὁ Θεὸς πρὸς ἡμ᾵ς τοὺς μάρτυρας· τὰς ψυχὰς λαβὼν αὐτός. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἱερὸς Φρυσόστομος τὰ αὐτὰ λέγει περὶ ἁγίων λειψάνων Ὠδε: «.

) Ὁ δὲ ΢ῳζόμενος (βιβλ. τοὖ λύειν καὶ δεσμεἶν τοὺς ἀνθρώπους. καὶ τὴν αὐτοὖ πόλιν τ῵ τὦν μαρτύρων καθιέρου Θε῵. εὐκτηρίοις πλοίοσιν ἐφαίδρυνε.. δ´ κεφ. 15 ἱστορὦν τὰ τοὖ μαρτυρίου τοὖ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου. μαρτυρίοις (ναοἶς) τὲ μεγίστοις.. Ὁ Εὐσέβιος ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ αὐτοὖ ἱστορίᾳ ἐν βιβλ. ο὘ πρότερον ἐτάφη. ἔνθα ὡς δυνατὸν ἡμἶν συναγομένοις ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρᾶ. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ ἅγια λείψανα οὐ μόνον δὲν εἷναι πρ᾵ξις ἀπρεπής. καὶ περιφανεστάτοις οἴκοις· τοἶς μὲν πρὸ τοὖ ἄστεως. καὶ ἐν πολλῆ τιμῆ καὶ θεραπείᾳ παρ᾿ αὐτοἶς ἦν. κλέψας τὸ λείψανον. Βιβλ. ἀλλὰ καὶ οἱ τάφοι καὶ οἱ πρότερον τοιοὖτοι κενωθέντες θεραπείας παρέχουσι. συμβὰν γὰρ αὐτὸν ἐν Κύπρῳ διατρίβοντα τελευτ῅σαι. ὡς ἔτι καὶ νὖν ἐπὶ τ῵ αὐτ῵ τάφῳ πολλοὺς ἰ᾵σθαι κάμνοντας καὶ δαιμονώντας. III κεφ. ὡς ἔθος αὐτοἶς ἔκαυσεν. καὶ παρὰ Παλαιστινίοις. ἐπὶ τοσούτον δὲ θεοφιλὴς ἐγένετο. πρὸς τὦν ἐπιχωρίων ἐκηδεύθη. ὃς εὐδοκιμώτατος ἐγένετο τὦν αὐτοὖ μαθητὦν. ἀλλὰ μ᾵λλον ἱερὰ καὶ ἀληθοὖς εὐσεβείας προϊόν. τοὖ δαίμονος ο὘ φέροντος τὴν θαυμαστὴν δύναμιν ἐκείνην.) λέγει περὶ τοὖ τάφου τοὖ θεσπεσίου Ἱλαρίωνος τὰ ἑξ῅ς θαυμάσια δι᾿ Ὠν μαρτυρεἶται. Διὰ τοὖτο ὑπὲρ μὲν τοὖ βασιλικὰς ἰδεἶν αὐλὰς . ὁμιλία 26. ὅτι οὐ μόνον τὰ τὦν ἁγίων λείψανα. Ο὘τός τε ἡμεἶς ὕστερον ἀνελόμενοι τὰ τιμιώτερα λίθων πολυτελὦν καὶ δοκιμώτερα ὑπὲρ χρυσίον ἄστα αὐτοὖ. Μετὰ δὲ ταὖτα Ἡσύχας. Ἱστ.. ΜΗ'. ἀπεθέμεθα ὅπου καὶ ἀκόλουθον ἦν (ἐν τ῵ Να῵). ἀναφέρει τὰ ἑξ῅ς περὶ τὦν λειψάνων τοὖ Ἁγίου ἱερομάρτυρος: «Σοὖτον μὲν γὰρ (τὸν Κύριον Ἰησοὖν Φριστόν) Τἱὸν τοὖ Θεοὖ. Καὶ οἱ τὰ σώματα φέροντες τὦν ἀσωμάτων κρατοὖσι δυνάμεων ἡ κόνις καὶ τὰ ὁστ᾵ καὶ ἡ τέφρα τὰς ἀοράτους ἐκεἶνας διαξαίνει φύσεις. δι᾿ Ὠν ὁμοὖ καὶ τὰς τὦν μαρτύρων μνήμας ἐτίμα.Κυρίου δεδοξασμένων. Ἰδ'. τοἶς δὲ ἐν αὐτ῵ τυγχάνουσι. «Διέπρεπε δὲ τότε Ἱλαρίων ὁ θεσπέσιος. παρ᾿ οἸς ἐστι νὖν. Βα ἐπιστολή. ἐν τ῵ βίῳ Κωνσταντίνου. Ὠν ὁ βίος πρόκειται αὐτοἶς ἀΐδιον παράδειγμα ἐξεγεἶρον τὸν ζ῅λον πρὸς μίμησιν καὶ ἐπαυξάνον τὴν εὐλάβειαν καὶ τὴν πίστιν. παρά τε Κυπρίοις. ἀλλ᾿ ἐκείνην τὴν πολλ῵ μείζονα· δαίμονας γὰρ παρίστησι καὶ βασανίζει καὶ τὦν δεσμὦν ἐκείνων τὦν πικροτάτων ἀπολύει τοὺς δεδεμένους. ὡς ἔκφρασις τ῅ς πλημμυρούσης τὴν καρδίαν τὦν πιστὦν ἀγάπης καὶ εὐλαβείας πρὸς τοὺς ἁγίους μάρτυρας καὶ ὁσίους. καὶ τόγε παραδοξότατον. Ὁ θεἶος Φρυσόστομος ἐν τῆ πρὸς Κορινθ. Ὁ Εὐσέβιος ἱστορεἶ προσέτι καὶ τὰ ἑξ῅ς περὶ τ῅ς τιμ῅ς τὦν ἁγίων μαρτύρων ἐπὶ τοὖ Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Σὴν δὲ γ´ ἐπώνυμον αὐτοὖ πόλιν ἐξόχῳ τιμῆ γεραίρων. παρέξει ὁ Κύριος ἐπιτελεἶν τὴν τοὖ μαρτυρίου αὐτοὖ γενέθλιον ἡμέραν... θεὶς αὐτὸν ἐν μέσῳ. λέγει τὰ ἑξ῅ς περὶ τ῅ς δόξης τὦν ἁγίων καὶ τὦν ἁγίων λειψάνων αὐτὦν: «Σὰ δὲ ὁστ᾵ τὦν ἁγίων οὐ ταύτην ἔχει τὴν ἐξουσίαν τὴν οἰκτρὰν καὶ ταπεινὴν τὴν τὦν ἀρχόντων. γ´ κεφ.»(Ἔκκλ. προσκυνοὖμεν τοὺς μάρτυρας ὡς μαθητὰς τοὖ Κυρίου καὶ μιμητὰς ἀγαπὦμεν ἀξίως ἕνεκα εὐνοίας ἀνυπερβλήτου τ῅ς εἰς τὸν ἴδιον βασιλέα καὶ διδάσκαλον· Ὠν γένοιτο καὶ ἡμ᾵ς συγκοινωνοὺς καὶ συμμαθητὰς γενέσθαι. εἴς τε τὴν τὦν προηθληκότων μνήμην καὶ τὦν μελλόντων ἄσκησίν τε καὶ ἑτοιμασίαν». Ἱδὼν οὗν ὁ Ἑκατοντάρχης τὴν τὦν Ἰουδαίων γενομένην φιλονικίαν. διεκόμισεν εἰς Παλαιστίνην καὶ ἐν τ῵ ἰδίῳ Μοναστηρίῳ ἔθαψεν».

ἤγειρε τοὺς ἀσθενεἶς. πόσῳ μ᾵λλον αὐτὸ τὸ σὦμα τοὖ προφήτου ἤγειρε τὸν νεκρόν». Πολλαχοὖ γὰρ δεικνύουσι τὰ αὐτὰ μέλη τοὖ αὐτοὖ ἁγίου.» Κύριλλος δὲ ὁ Ἱεροσολύμων ἐν κατηχήσει ιη´ λέγει περὶ ἁγίων λειψάνων τάδε: «Καὶ τὸν Ἐλισσαἶον τὸν δὶς ἐγείραντα. ὡς μὴ γεγενημένου τούτου. ἅμα γυναιξὶ καὶ νέᾳ ἡλικίᾳ χαίροντες καὶ ψαλμωδοὖντες. ἧς ὑπηρέτημα γέγονε. Εἷδες τὦν ἁγίων τὴν δύναμιν καὶ τετελευτηκότων. καθαιρείσθω. τοὖ νεκροὖ σώματος τοὖ προφήτου ἐφαψάμενος. τὦν σωμάτων ἁπτόμενα τὦν νοσούντων. ις´ τ῅ς ἑαυτοὖ ὁμολογίας λέγει περὶ τὦν ἁγίων λειψάνων τὰ ἑξ῅ς: «Σὴν αὐτὴν δὲ τιμὴν ἀπονέμει ἡ Ἐκκλησία καὶ τοἶς ἁγίοις λειψάνοις εἰ μόνον ἀληθ῅ καὶ ἀνόθευτα εἴη. ἵνα δὲ μὴ μόνον τιμηθὦσι τὦν δικαίων αἱ ψυχαί. διὰ τὴν ἐν τοσούτοις ἔτεσιν ἐνοικήσασαν ἐν αὐτ῵ δικαίαν ψυχήν. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερὼν ναόν. τὴν σορὸν τάχος κελεύει μετοικίζεσθαι. ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις». ζωὴν παρέσχε τ῵ τελευτήσαντι. Ὥσπερ γὰρ τὴν τὦν σεπτὦν εἰκόνων ἀφείλοντο ὄψιν ἐκ τ῅ς ἐκκλησίας. . 18 λέγει τὰ ἑξ῅ς περὶ τ῅ς δυνάμεως τὦν μαρτυρικὦν λειψάνων: «Σὰ γὰρ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἱερὰ τὦν Ἑλλήνων ἀνοιγ῅ναι κελεύσας (ὁ Ἰουλιανός). καὶ τὸ σὦμα τοὖ προφήτου τὸ νεκρὸν ἀπετέλεσε ψυχ῅ς ἔργον καὶ τὸ τελευτ῅σαν καὶ κείμενον. γ´ κεφ. Πολλαὶ γὰρ πανουργίαι καὶ καπηλίαι ἐπενοήθησαν περὶ ταὖτα. ἐζωοποιήθη. ο὘ τὰ λείψανα ὀνομάζουσι τρικέφαλον. διὰ τ῅ς αὐτοὖ ψυχ῅ς. Διατί. ἵνα μὴ ἐξαναστάντος τοὖ Ἐλισσαίου. ἔν τε τ῵ ζ῅ν καὶ μετὰ τὸ τελευτ῅σαι αὐτόν· ζὦν μὲν γὰρ ἐνήργησε τὴν ἀνάστασιν. κρύπτουσα· γνοὖς τὴν αἰτίαν ὁ βασιλεύς. αὐτὸ ὁμοίως ἔμεινεν ἐν νεκροἶς. καὶ παράσχον τὴν ζωήν. οὐκ ἀπεκρίνατο· πλησίον γὰρ ἦν ἡ σορός. χρησμὸν λαβεἶν παρὰ τοὖ ἐν Δάφνῃ Ἀπόλλωνος ἔσπευδεν ὡς δὲ ὁ ἐνοικὦν τ῵ Ἱερ῵ δαίμων τὸν γείτονα δεδοικώς. ἔγκειταί τις δύναμις τ῵ τὦν ἁγίων σώματι. ὁρίζομεν ἐν αὐτοἶς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τ῅ς συνήθους εὐχ῅ς. καὶ ἕτερα ἔθη παραλελοίπασιν. ὡς συμβαίνειν τὸν αὐτὸν ἅγιον. πιστευθῆ δὲ ὅτι καὶ ἔγκειται ἐν τοἶς τὦν Δικαίων σώμασι δύναμις. Καὶ Μητροφάνης δὲ ὁ Κριτόπουλος ἐν Κεφ. Σ῅ς γὰρ μελλούσης κρίσεως ἴχνη καὶ σύμβολα τὰ μαρτύρια τὦν ἁγίων (οἱ ναοὶ ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτὦν ἀνεγηγερμένοι) παρέχεται δαιμόνων μαστιζομένων. ἀπὸ τ῅ς Δάφνης ἐπὶ τὴν πόλιν μετέφερον τὴν σορόν. δειχθῆ δὲ ὅτι καὶ ψυχ῅ς μὴ παρούσης. ἃ χρῆ ἀνανεωθ῅ναι καὶ κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεἶν. Ὅσοι οὗν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων. Καὶ μὴ ἀπιστὦμεν νήπιοι.οὐδεὶς ἄν ποτε ἀποδημήσειε· βασιλεἶς δὲ πολλοὶ πολλάκις ἀποδεδημήκασι ταύτης ἕνεκεν τ῅ς θεωρίας. Σοὖτο μαθόντες οἱ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν χριστιανοί. ὁ ὆ιφθεὶς ἐν τ῵ μνημείῳ τοὖ Ἐλισσαίου νεκρός. Εἰ γὰρ σουδάρια καὶ σημικίνθια τὰ ἔξωθεν ὄντα. ἀνθρώπων κολαζομένων καὶ ἐλευθερουμένων. τῆ ψυχῆ μόνῃ προσγραφῆ τὸ πρ᾵γμα. καὶ τετρακέφαλον εἷναι τοσαυτόχειρα δὲ καὶ τοσαυτόποδα. κτλ. Ὁ δὲ Ἱστορικὸς ΢ωκράτης βιβλ. ὅπερ ὡς ἄτοπον καὶ καπηλευτικὸν ἡ Ἐκκλησία μισεἶ καὶ ἀποτρέπεται».» Ἡ Ζ´ ἁγία οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος περὶ ἁγίων λειψάνων λέγει ἐν τ῵ Ζ´ κανόνι τὰ ἑξ῅ς: «Σῆ οὗν ἀσεβεἶ αἱρέσει τὦν χριστιανοκατηγόρων καὶ ἄλλα ἀσεβήματα συνηκολούθησαν. ἡ τὸ σὦμα τοὖ μάρτυρος. λέγω δὴ Βαβύλαν τὸν μάρτυρα.

ΚΕΥΑΛΑΙΟΝ Β´ Περὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβείας τῶν ἁγίων. Ἤκμασε δὲ ὁ Σερτυλλιανὸς κατὰ τὸ 160 — 245. καὶ ἐτησίους πανηγυρίζομεν μνήμας». Περὶ τ῅ς τιμ῅ς τὦν ἁγίων μαρτύρων ἡ ἁγία ἐν Λαοδικείᾳ ΢ύνοδος ἐν τ῵ ΝΑ´ κανόνι λέγει: «Ὅτι οὐ δεἶ ἐν τῆ τεσσαρακοστῆ μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεἶν. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ τ῅ς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Φριστοὖ παραλαμβάνονται πάντες οἱ ἐν τῆ πίστει ἀναγεννηθέντες ζὦντες καὶ τεθνεὦτες καὶ γενόμενοι σὦμα Φριστοὖ. τοὖ ἀναμενομένου ΢ωτήρως κόσμου. ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ τίμιον καὶ ἔνδοξον θέλων ἀποδείξαι τὸν τοιοὖτον τρισόλβιον θάνατον. Ὁ Κυπριανὸς δὲ ἐμαρτύρησε κατὰ τὸ 258. ἅτε δὴ ὑπὲρ τοὖ Μονογενοὖς αὐτοὖ γενόμενον. εἰ καὶ νὖν διὰ τὸ κατεπεἶγον τ῅ς ὥρας παρατρέχω». Σοὖτο δὲ μαρτυρεἶται καὶ ὑπὸ τοὖ Σερτυλλιανοὖ καὶ τοὖ ἁγίου Κυπριανοὖ.3) λέγει! «μνήμας ὑπὲρ τὦν κεκοιμημένων ἐτησίους ποιοὖμεν». ἀλλὰ τὦν ἁγίων μαρτύρων μνήμας ποιεἶν ἐν τοἶς ΢αββάτοις καὶ ταἶς Κυριακαἶς»»· ἡ ἀπαγόρευσις δὲ αὐτὴ διετάχθη ὡς λέγει ὁ Βαλσάμων. ἔξ ο὘ δηλοὖται. Ἡ ἔννοια τ῅ς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα ἐνέχει τὸ περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων δόγμα. ὡς ὄντων τὦν γενεθλίων τὦν μαρτύρων χαροποιὦν καὶ πανηγύρεων προξένων.Περὶ δὲ τ῅ς ὀφειλομένης τοἶς ὄντως ἁγίοις λειψάνοις τιμ῅ς τὸν δὲ τὸν λόγον ἀποδίδωσιν: «Ἐπειδὴ οἱ Ἐθνικοὶ οἱ διὦκται τὦν Φριστιανὦν ἐπονείδιστον καὶ ἐφύβριστον ἡγοὖντο τὸν ὑπὲρ Φριστοὖ θάνατον. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ τ῅ς Ἐκκλησίας περιλαμβάνονται πλὴν τὦν εἰς Φριστὸν πιστευσάντων καὶ πάντες οἱ πρὸ τοὖ Νόμου καὶ ἐν τ῵ Νόμῳ ἀποθανόντες δίκαιοι οἱ ἀπεκδεχόμενοι σωτηρίαν διὰ τοὖ Τἱοὖ τ῅ς ἐπαγγελίας. Πανάρχαιον λοιπὸν ἀποφαίνεται ἐκ πάντων τούτων τὸ ἔθος τ῅ς χριστιανικ῅ς Ἐκκλησίας τ῅ς τιμ῅ς καὶ τοὖ σεβασμοὖ πρὸς τοὺς ἁγίους καὶ πρὸς τὰ ἅγια αὐτὦν λείψανα. Ὅτι δὲ ἀληθὦς χάρις τοὖ Παναγίου Πνεύματος προσετέθη τοἶς ἁγίοις λειψάνοις μαρτυροὖσι πολλοὶ τὦν τ῅ς ἀρχαιοτάτης Ἐκκλησίας συγγραφέων καὶ σοφοὶ καὶ ἅγιοι καὶ τὰ διὰ τὦν ἁγίων λειψάνων γενόμενα θαύματα· οἸα διαμονὦν φυγαὶ καὶ ποικίλων νόσων θεραπεία. Ἐπίσης καὶ ὁ ἅγιος Κυπριανὸς ἐν ἐπιστολῆ λδ´ λέγει: «θυσίας ὑπὲρ αὐτὦν (τὦν μαρτύρων) προσφέρομεν πάντοτε. ἐπέθηκε τοἶς λειψάνοις τὦν ὑπὲρ ἐκείνου θανόντων χάριν καὶ δωρεὰν τοὖ Παναγίου Πνεύματος. ὅπερ ἡ Ἐκκλησία καταμαθοὖσα προθύμως ἀπεδέξατο καὶ τοἶς μετέπειτα παρέδωκεν. Ο὘τος ὁ Σερτυλλιανὸς (de corona. ὅτι πανάρχαιον τὸ τιμ᾵ν τοὺς ἁγίους μάρτυρας καὶ πανηγυρίζειν κατὰ τὴν μνήμην τ῅ς ἡμέρας τὦν γενεθλίων ἤτοι τοὖ μαρτυρίου τοὖ ἁγίου μάρτυρος. ὅπερ ἦν καθολικὸν παρ᾿ ἁπάσῃ τῆ Ἐκκλησίᾳ τὦν πρώτων αἰώνων καὶ ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν ὡς ἀλήθεια ἀναμφήριστος καὶ ἐπρεσβεύθη ὡς τοιοὖτον καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰὦνας. Κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὴν ἀποδιδομένην τῆ Ἐκκλησίᾳ. διὰ τοὖ υἱοὖ τοὖ ἀνθρώπου. ἡ Ἐκκλησία . c. καὶ μνήμας ἐπιτελοὖμεν κατὰ τὴν ἡμέραν τ῅ς ἀθλήσεως τοὖ μάρτυρος. Ὠν τοὺς τόπους καιροὖ διδόντως δυνάμεθα παραστ῅σαι.

Ἡ Ἐκκλησία τοὖ Φριστοὖ διακρίνεται εἰς στρατευομένην καὶ θριαμβεύουσαν. ἥτις κυροἶ ταύτην καὶ βέβαιοι ὡς ὀρθόδοξον. εἰσὶν ἡ μία ἀδιαίρετος τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδυνατεἶ νὰ νοήσῃ διάσπασιν καὶ χωρισμὸν τὦν ἑαυτ῅ς μελὦν. καὶ βοηθοὖσι τῆ θείᾳ ἐπινεύσει τοἶς δεομένοις αὐτὦν. Σὴν ἀλήθειαν τοὖ ὀρθοδόξου δόγματος περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων καὶ ἑπομένως τ῅ς τελείας τὦν καθ᾿ ἡμ᾵ς γνώσεως τὦν ἁγίων κυροὖσί οὐ μόνον τὰ εἰρημένα ἀλλὰ καὶ ὆ητὴ τοὖ Εὐαγγελίου μαρτυρία. τὴν ἀγωνισθεἶσαν καὶ θριαμβεύσασαν καὶ ἐν δόξῃ πρὸς τὸν ἀγωνοθέτην Φριστὸν ἀπελθοὖσαν. ιγ´ 12-13. καὶ στρατευομένην μὲν λέγομεν τὴν ἐπὶ γ῅ς ὑπὲρ τοὖ ἔργου τοὖ λόγου τοὖ Θεοὖ στρατευομένην καὶ ἀγωνιζομένην κατὰ τὦν ὑπεναντίων δυνάμεων τ῅ς ἀπωλείας· θριαμβεύουσαν δὲ τὴν ἐν οὐραν῵ αὐλιζομένην. ἡ τε ἐν οὐραν῵ καὶ ἡ ἐπὶ γ῅ς. τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους. Κατὰ τὴν δοξασίαν λοιπὸν ταύτην τ῅ς Ἐκκλησίας σφάλλονται μεγάλως καὶ ἐλέγχονται ἀγνοοὖντες τὸ πνεὖμα τ῅ς τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησίας οἱ φρονοὖντες ὅτι οἱ πρὸς τὸν Κύριον ἐκδημήσαντες ἅγιοι ἀγνοοὖσι τὰ καθ᾿ ἡμ᾵ς. Σαύτης τ῅ς Ἐκκλησίας κεφαλή ἐστιν ὁ Φριστός. ἄνευ συναισθήσεως· τουναντίον ἡ Ἐκκλησία πιστεύει κατὰ τὰς ἁγίας Γραφάς. τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α´ Κορινθ. δ´ 8—15 καὶ ε´ 1—10) καὶ γινώσκουσι τὰ ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ συμβαίνοντα καὶ ἐπικαλούμενοι ὑπὸ τὦν στρατευομένων μελὦν τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ ὑπ᾿ αὐτ῅ς τ῅ς Ἐκκλησίας παρέχουσι θείᾳ εὐδοκίᾳ τὴν ἑαυτὦν ἀντίληψιν καὶ βοήθειαν τοἶς ἐπικαλουμένοις διὰ τὴν παρρησίαν ἣν ἔχουσι πρὸς τὸν Κύριον καὶ ΢ωτ῅ρα ἡμὦν Ἰησοὖν Φριστόν. ὅτι τὸ πνεὖμα τοὖ Φριστοὖ ἐνοικεἶ ἐν αὐτοἶς καὶ ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τοὖ χοϊκοὖ σκήνους πλήρη ἔχουσιν τὴν συναίσθησιν τ῅ς ζωογονούσης αὐτοὺς ζω῅ς τοὖ Φριστοὖ καὶ τέλειον τὸν φωτισμὸν τ῅ς γνώσεως (Β´ Κορινθ. τοὖ σώματος τοὖ Φριστοὖ. ζὦντες καὶ τεθνεὦτες. Αἱ Ἐκκλησίαι α὘ται. ὡς μέλη Φριστοὖ ἔχουσι ζωογονοὖσαν τὴν ἣν ἔλαβον ζωὴν τοὖ Φριστοὖ καὶ ὅτι αὐτή ἐστιν ἀΐδιος. ὡς μέλη τοὖ σώματος τοὖ Φριστοὖ.περιλαμβάνει ὡς μέλη ἑαυτ῅ς καὶ θεωρεἶ ὡς μέλη Φριστοὖ καὶ πάντας τοὺς ἀπὸ Ἀδὰμ δικαίους τοὺς εἰς Φριστὸν πιστεύσαντας πρὸς τ῅ς ἐλεύσεως αὐτοὖ. ὅτι «ἄρτι βλέπομεν δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι. εὑρίσκονται ἐν ἀδιαρρήκτῳ μετὰ τ῅ς Ἐκκλησίας ἑνότητι. διότι ἀδυνατεἶ νὰ νοήσῃ μέλη Φριστοὖ χωρισθέντα τ῅ς Ἐκκλησίας. τὦν μήπω τετελειωμένων ἐν τῆ ἀρετῆ. ὅστις συγκροτεἶ εἰς ἓν σὦμα τήν τε ἐν οὐραν῵ καὶ τὴν ἐπὶ γ῅ς Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία ἀδυνατεἶ νὰ ἐννοήσῃ τοιοὖτον χωρισμὸν μετὰ τὴν μετὰ τοὖ Κυρίου ἕνωσιν ἀδυνατεἶ νὰ ἐννοήσῃ μέλη αὐτ῅ς λαβόντα τὴν ἐν Φριστ῵ ζωὴν καὶ μὴ ἔχοντα πλέον αὐτὴν ἀδυνατεἶ νὰ ἐννοήσῃ μέλη ἄνευ νοήσεως. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἄρα ἔννοιαν τὴν διδομένην τῆ Ἐκκλησίᾳ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνῄσκοντες ὡς ἅγια τ῅ς Ἐκκλησίας μέλη. μετὰ θάνατον καὶ κατασταθέντα νεκρὰ καὶ ἀναίσθητα. ἡ νύμφη τοὖ Φριστοὖ. Αἱ δεήσεις τ῅ς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας ἑνοὖνται ταἶς εὐχαἶς τ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας καὶ οὐρανὸς καὶ γ῅ δοξάζει τὸν Κύριον καὶ δέεται ὑπὲρ τ῅ς του κόσμου ζω῅ς καὶ σωτηρίας. .) Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι πάντες οἱ πιστοί. τὦν τε ζώντων καὶ τεθνεώτων. Ὡς μέλη τ῅ς Ἐκκλησίας εὑρίσκονται ἐν συναισθήσει τὦν λειτουργιὦν τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ συναινοὖσι καὶ συνδοξάζουσι μετὰ τ῅ς ὅλης Ἐκκλησίας τὸν ΢ωτ῅ρα καὶ δέονται ὑπὲρ τ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας καὶ τὦν ἐν ἀσθενείᾳ ψυχικῆ ἥ σωματικῆ μελὦν αὐτ῅ς.

ἐὰν τὰ βιβλία τὦν Μακκαβαίων ἀπορριφθὦσιν ὡς ἐστερημένα ἱστορικ῅ς ἀληθείας. διατὶ οὐχὶ καί οἰ ἅγιοι οἱ ὡς ἄγγελοι Θεοὖ παριστάμενοι τ῵ ΢ωτ῅ρι Φριστ῵. ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτὴν τοὖ Ἰουδαϊκοὖ ἔθνους. Ἐὰν οἱ Ἰουδαἶοι δὲν ἐπίστευον ἐξ ἱερ᾵ς παραδόσεως εἰς τὴν ἐμφάνειαν τὦν ἁγίων. διατὶ τοἶς ἁγίοις τοἶς ἔχουσι τὸν θεἶον φωτισμὸν ἀρνούμεθα τοὖτο. πόθεν οἱ ἄγγελοι ἐπίστανται ταὖτα. Ἐὰν οἱ ἅγιοι ἀγνοὦσι τὰ καθ᾿ ἡμ᾵ς. ις´ 25—31). ἣν ἔλαβεν ὁ Ἀβραὰμ καὶ τὴν χαράν. ἣν ἠσθάνθη ἰδὼν τὴν ἐπαγγελίαν τὴν γενομένην αὐτ῵ περὶ τ῅ς ἐλεύσεως τοὖ ΢ωτ῅ρος ἐκ τοὖ σπέρματος αὐτοὖ τὸ κατὰ σάρκα πληρωθεἶσαν. ὁ Ἰούδας δὲν ἤθελε γίνη πιστευτὸς ὡς ἐναντία πρὸς τὰ δεδομένα αὐτοἶς φθεγγόμενος. Ποἶοι χαίρουσιν ἐν οὐραν῵. Ἡμεἶς πρὸς . Οἱ τὰς πρεσβείας τὦν μεταστάντων ἁγίων ἀποκρούοντες. ἵνα ἵδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμὴν καὶ εἷδε καὶ ἐχάρη» (Ἰωάν. ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι κτλ. Κωνσταντίνου ἑρμηνείαν τοὖ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου ἀναγινώσκομεν ταὖτα: «Ἐχάρη δὲ Ἀβραὰμ ἐν Οὐρανοἶς ἰδὼν τὴν πραγματοποίησιν τὦν ἐπαγγελιὦν κατὰ τὴν ἔλευσιν τοὖ Φριστοὖ διὰ τ῅ς χάριτος τοὖ ὁποίου ὁ ταλαίπωρος Λάζαρος ε὘ρεν ἀνάπαυσιν ἐν τοἶς κόλποις αὐτοὖ». διότι ἡ ἱστορικὴ ἀξία τὦν βιβλίων μαρτυρεἶται ὑπὸ τ῅ς πολιτικ῅ς ἱστορίας. καὶ ἑπομένως καὶ ὅλων τὦν ἁγίων. Ἐπίσης ὁ ΢ωτὴρ λέγει πρὸς τοὺς Ἰουδαίους. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ τότε μόνον δύναται νὰ παύσῃ ἔχουσα ἰσχύν. ἀλλὰ τοὖτο εἷναι ἀδύνατον. Ἐν τῆ παλαιᾶ Ἁγίᾳ Γραφῆ ἐν Β´ βιβλίῳ τὦν Μακκαβαίων (κεφ.» Ὥστε τὸ «εἷδε καὶ ἐχάρη» δηλοἶ τὴν γνὦσιν. Ὥστε οἱ χαίροντες ἐν Οὐραν῵ εἰσιν οἱ τε ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι. 1-16) σαφὦς καὶ ἀπεριφράστως ἀναφέρεται ἡ τὦν καθ᾿ ἡμ᾵ς γνὦσις τοἶς ἀποιχομένοις δικαίοις καὶ ἡ δέησις αὐτὦν ὑπὲρ τὦν ἐπιζώντων ἀδελφὦν αὐτὦν. ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἐγίνωσκεν τελείως οὐ μόνον τὰ περὶ τ῅ς καταστάσεως ἑκάστου ἐν τ῵ κόσμῳ. η´ 56)· ὅτι ἐνταὖθα σαφὦς περὶ τ῅ς γνώσεως λέγει τοὖ Ἀβραάμ.Ὁ Κύριος λέγει ἐν τ῵ Ἱερ῵ Εὐαγγελίῳ «ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλ῵. Ἐν τοἶς εἰρημένοις στίχοις ἀναφέρεται ὁ Ἱερεμίας εὐχόμενος ὑπὲρ τοὖ λαοὖ τὦν Ἰουδαίων καὶ Ὀνίας ὁ γενόμενος Ἀρχιερεὺς ἀνὴρ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἐπίσης εὐχόμενος ὑπὲρ τοὖ λαοὖ καὶ καθ᾿ ὕπαρ τοὖτο τ῵ Ἰούδᾳ τ῵ Μακκαβαίῳ ἀποκαλύψας. ιε´ στιχ. Ἐπίσης ἐκ τ῅ς παραβολ῅ς τοὖ ΢ωτ῅ρας περὶ τοὖ πλουσίου καὶ τοὖ πτωχοὖ Λαζάρου μανθάνομεν αὐθεντικὦς. δ῅λον. Ὥστε καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι οἱ ἐν οὐραν῵ ἐπίστανται τὰ καθ᾿ ἡμ᾵ς. Εἰς τὴν ὑπὸ Γ. Ἐν τοἶς πρὸς Ἑβραίους ια´ 13 λέγει περὶ τοὖ Ἀβραάμ. ιε´ 8). καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ὅτι «κατὰ πίστιν ἀπέθανον πάντες μὴ κομισάμενοι τὰς ἐπαγγελίας. καὶ ὅτι Μωσέα ἔσχον καὶ προφήτας καὶ νόμον καὶ διδασκαλίαν κτλ. μετανοοὖντι χαρὰ ἔσται ἐν οὐραν῵» (Λουκ. Οἱ τὴν πρεσβείαν τὦν ἁγίων ἀποκρούοντες ἀδυνατοὖσι νὰ ἀποκρούσωσι καὶ τὴν μαρτυρίαν ταύτην διότι καὶ μετὰ τὴν ἀπόκρουσιν αὐτὦν μένει ἡ μαρτυρία τὦν Ἰουδαίων τὦν πιστευσάντων τ῵ Ἰούδᾳ· διότι ἐπίστευσαν τοἶς λόγοις καὶ ἔτι πιστεύουσιν αὐτοἶς. Εἰ δὲ τ῵ θείῳ φωτισμ῵ φωτιζόμενοι οἱ ἄγγελοι γινώσκουσι. ὅτι «Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμὦν ἠγαλλιάσατο. Ὥστε οἱ ἅγιοι γινώσκουσι τὰ καθ᾿ ἡμ᾵ς. οἱ ὑπὸ τοὖ φωτὸς τ῅ς γνώσεως φωτισθέντες. ἀποκρούουσι καὶ τὰς πρεσβείας τὦν ἐπιζώντων ἁγίων καὶ αὐτ῅ς τ῅ς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τὦν δεομένων τ῅ς παρακλήσεως αὐτὦν διὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν ἣν ἕχουσι· διότι ἀποκρούουσι π᾵σαν μεσιτείαν καὶ φρονοὖσι τὸ τοιοὖτον ὡς ἐναντιούμενον τῆ Γραφῆ. μόνον οἱ Ἄγγελοι! ἀλλ᾿ ἐάν οἰ Ἄγγελοι χαίρωσι. ὡς δηλοὖται ἐκ τ῅ς ἀπαντήσεως τοὖ Ἀβραὰμ πρὸς τὸν πλούσιον: «Εἰ Μωσέως καὶ τὦν προφητὦν οὐκ ἀκούουσιν οὐδ᾿ ἐὰν τὶς ἐκ νεκρὦν ἀναστῆ πεισθήσονται» (Λουκ.

εἰμὴ γὰρ δι᾿ αὐτὸν ἀπώλεσα ἅν ἡμ᾵ς.» Ἡ ἐπίκλησις ἐν τῆ προσευχῆ τοὖ Μανασσ῅. ἤτοι τοὖ Ἰακὼβ καὶ τοὖ σπέρματος αὐτοὖ τοὖ δικαίου. ια´ 2) καὶ ὑπὲρ τοὖ Ἀαρὼν (Δευτερ. Κύριε. Διαθήκης. καθάπερ ἐνετείλατο Κύριος κτλ. καὶ ἐξίλασαι περὶ αὐτὦν. Γ'.» (Ἔξοδ. ἐμφαίνεται γενομένη ἡ χάρις καὶ τὸ ἔλεος χάριν Δαυὶδ τοὖ πατρὸς αὐτοὖ. Ἐν αὕτη ἱστορεἶται ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἐδεήθη τοὖ Θεοὖ ὑπὲρ τοὖ Ἀβιμέλεχ· «προσηύξατο δὲ Ἀβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν. Ἐν τῆ προσευχῆ τοὖ Βασιλέως ΢ολομὦντος κατὰ τὰ ἐγκαίνια τοὖ Ναοὖ τοὖ Θεοὖ. Δ´ κεφ. α) Μαρτυρία» ἐκ τ῅ς Παλαι᾵ς Διαθήκης. 19-23. καὶ ηὔξατο πρὸς τὸν Θεὸν ἐποίησε δὲ Κύριος καθάπερ εἷπε ΜωὉσ῅ς.βεβαίωσιν τοὖ Ὀρθοδόξου φρονήματος θέλομεν προσαγάγει μαρτυρίας ἔκ τε τ῅ς Παλαι᾵ς καὶ τ῅ς Κ. διότι δι᾿ οὐδένα ἕτερον λόγον μνημονεύει τὦν προπατόρων καὶ τοὖ σπέρματος αὐτὦν τοὖ δικαίου ἥ ὅπως προσαγάγῃ πρεσβευτὰς ὑπὲρ ἑαυτοὖ τοὺς εὐαρεστήσαντας αὐτ῵ καὶ ἐπικαλεσθῆ τὸ ἔλεος αὐτοὖ ὅπερ ἑαυτοὖ. λβ´ 11-14). οὕτινος φαίνεται τοὖ ὀνόματος ἐμνήσθη ἐν τῆ ἑαυτοὖ προσευχῆ ὁ Ἐζεκίας (Ἡσαΐας ΛΗ´ 1—7). Ἔξοδ. ΙΓ'. Βασιλ. «τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυὶδ τοὖ πατρός σου. καὶ ἐποίησαν καθὼς συνέταξεν αὐτοἶς ὁ Κύριος καὶ ἔλυσε τὴν ἁμαρτίαν αὐτοἶς διὰ Ἰώβ» (Ἰώβ.. Ἐπίσης ἐν τοἶς λόγοις τοὖ Ἡσαΐου πρὸς τὸν Ἐζεκίαν. η´ 28-31. ΙΑ'. Νὖν δὲ λάβετε ἑπτὰ μόσχους καὶ ἑπτὰ κριοὺς καὶ πορεύθητε πρὸς τὸν θεράποντά μου Ἰὼβ καὶ ποιήσει κάρπωσιν ὑπὲρ ὑμὦν. κ´ 17)· καὶ ὁ ΜωὉσ῅ς ὑπὲρ τοὖ Υαραώ: «Καὶ ἐξ῅λθε ὁ ΜωὉσ῅ς ἀπὸ Υαραώ.23) Ἐν τ῵ Βιβλίῳ τοὖ Ἰὼβ ὁ Κύριος λέγει πρὸς Ἐλιφὰζ τὸν Θαιμανίτην: «ἥμαρτες σύ. Ἐπίσης καὶ ἐν Βασιλ. καὶ οἱ δύο φίλοι σου· οὐ γὰρ ἐλαλήσατε ἐνώπιόν μου ἀληθὲς οὐδέν. ΙΒ'. 1-7. Ζ 8-9 καὶ Α´ Βασιλ. κ´ 15 ὁ Ἐζεκίας ἐπικαλούμενος τὸν Θεὸν τὸν προσφωνεἶ Θεὸν τοὖ Ἰσραήλ· ἡ ὑπόμνησις δὲ τοὖ ὀνόματος ἐδήλου τὴν πρεσβείαν τοὖ Ἰσραήλ. εὐξάμενον τ῵ Θε῵ ὅπως μὴ ἀποθάνῃ ὡς ἠγγέλθη αὐτ῵ ὑπὸ τοὖ Ἡσαΐου. Ἰὼβ δὲ ὁ θεράπων μου εὔξεται ὑπὲρ ὑμὦν. καὶ περιεἶλε τὴν κυνόμυιαν ἀπὸ Υαραὼ καὶ τὦν θεραπόντων αὐτοὖ καὶ τοὖ λαοὖ καί οὐ κατελείφθη οὐδὲ μία. Ἐν Λευιτικ῵ θ´ 7 ὁ ΜωὉσ῅ς λέγει τ῵ Ἀαρών: «πρόσελθε πρὸς τὴν θυσιαστήριον καὶ ποίησον τὸ περὶ τ῅ς ἁμαρτίας σου καὶ τὸ ὁλοκαύτωμά σου καὶ ἐξίλασαι περὶ σεαυτοὖ καὶ τοὖ οἴκου σου καὶ ποίησον τὰ δὦρα τοὖ λαοὖ. θ´ 12. ὁ ΢ολομὼν ἐπικαλεἶται τὸν Θεόν. ὅπως ἐπακούσῃ αὐτοὖ δεομένου ὑπὲρ τοὖ Ναοὖ. ὅτι εἰ μὴ προσώπων αὐτοὖ λήψομαι. Ἐπίσης ὑπὲρ τοὖ λαοὖ τὦν Ἰουδαίων: «καὶ ηὔξατο ΜωὉσ῅ς καὶ ἐκόπασε τὸ πὖρ» (Ἀριθ. Α´ Βασιλ.. ὁ Θεὸς τὦν Πατέρων ἡμὦν τοὖ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ τοὖ σπέρματος αὐτὦν τοὖ δικαίου κτλ» εἷναι τύπος παρακλήσεως ἐν ᾧ ἐμφαίνεται ἡ τὦν προπατόρων πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβεία. ὥσπερ ὁ θεράπων μου Ἰώβ. 20). ὁ . καὶ ἰάσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἀβιμέλεχ καὶ τὴν γυναἶκα αὐτοὖ καὶ τὰς παιδίσκας αὐτοὖ καὶ ἔτεκον» (Γέν. μβ´ 7— 9). βασιλέως Ἰούδα «Κύριε Παντοκράτορ. Οἱ ἀρχιερεἶς καὶ οἱ ἱερεἶς κατὰ τὴν διάταξιν τοὖ Μωσαϊκοὖ Νόμου ηὔχοντο τ῵ Θε῵ ὑπὲρ τοὖ λαοὖ. Σὸ δόγμα περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων μαρτυρεἶτε πρὦτον ἐκ τ῅ς Παλαι᾵ς Διαθήκης. καὶ προσέτι ΢αμουὴλ ὑπὲρ τοὖ Ἰσραήλ: «καὶ ἐβόησε ΢αμουὴλ πρὸς Κύριον καὶ ἑπήκουσεν αὐτοὖ ὁ Κύριος» (Α´ Βασιλ. ἤκουσα τ῅ς προσευχ῅ς σου καὶ εἷδον τὰ δάκρυά σου· ἰδοὺ προστίθημι τὸν χρόνον σου ἔτη δεκαπέντε κτλ». καὶ μνημονεύει τὦν λόγων τοὖ Θεοὖ πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα αὐτοὖ λέγων: «καὶ νὖν.

Ἡ ἐπίκλησις αὕτη φέρει τύπον πρεσβείας τὦν ἁγίων τὦν εὐαρεστησάντων τ῵ Θε῵. Ἀναστασ.. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγ. Λουκ. 3. Προπαρασκευὴ Βιβλ. Αὐτὸς ὁ Κύριος ἔδειξεν ὑμἶν ὑπόδειγμα εὐχηθεὶς ὑπὲρ τὦν σταυρωτὦν αὐτοὖ (Λουκ.Θεὸς τοὖ Ἰσραήλ. Περὶ τὦν προσευχὦν τὦν ἁγίων σαφὦς διαλαμβάνει ἡ ἀποκάλυψις (Ἰωάν. 270) περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων γράφει (Εὐαγγ. ἔ. ε´ 8).. Ἐκ τούτων δὲ ἀποδεικνύεται. ΢ελ. ΙΓ. τ῅ς εὐσταθείας τὦν ἁγίων τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησιὦν κτλ. καὶ εὔχονται πρὸς τὸν Κύριον. ἐρωταποκρ. 186) Σόμ. Καὶ ὁ Παὖλος τὰ αὐτὰ διδάσκει πρὸς τοὺς Ῥωμαίους (ιβ´ 14)· ἐπίσης καὶ πρὸς Κορινθίους (Α´ δ´ 13—15)· καὶ ὁ Πέτρος ἐν τῆ αη´ αὐτοὖ ἐπιστολῆ (γ´ 9) καὶ ὁ Ἰάκωβος (ε´ 16)· καὶ ὁ Ἰωάννης εὔχεται τ῵ Γαίῳ εὐοδοὖσθαι περὶ πάντων καθὼς εὐοδοὖται αὐτοὖ ἡ ψυχὴ (Γ῅ 2)· καὶ καθόλου εἰπεἶν τὸ διαπνέον ἐν τῆ Γραφῆ πνεὖμα εἷναι τὸ ὑπὲρ ἀλλήλων εὔχεσθαι τ῵ Θε῵. ὅτι οἱ ἅγιοι οἱ πρεσβεύσαντες ζὦντες τ῵ Κυρίῳ ὑπὲρ τ῅ς εἰρήνης τοὖ κόσμου. Πράξεων Ε´ 1—11 καὶ ιβ´ 5. 7. 1733. Ε´ 26. προσάγει δὲ τὰς τὦν ἁγίων πρεσβείας καὶ τ῅ς Θεομήτορος πεποιθυΐα ἐπὶ τῆ παρρησίᾳ αὐτὦν πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῆ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τοὖ Φριστοὖ τὴν στρατευομένην ἀδιαλείπτῳ καὶ ἀμειώτῳ ἀγάπη αὐτὦν. ε´ 44. Ἱεραρ. ΢ιναίτ. Ἰωανν. Περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων ὅτι οἱ ἅγιοι οἴδασι τὰ καθ᾿ ἡμ᾵ς· Δ´ Βασιλ. α´ 9) καὶ παρακαλεἶ αὐτοὺς νὰ . σελ. Ἡ Ἐκκλησία ἐπικαλουμένη τὰς πρεσβείας τὦν ἁγίων πιστεύει. β) Μαρτυρίαι ἐκ τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων Ἐν τῆ Καινῆ Διαθήκῃ τὸ εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων εἷναι ἐντολῆ τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ (Ματθ. φύλαξον τ῵ παιδί σου τ῵ Δαυὶδ τ῵ πατρί μου ὃ ἐλάλησας αὐτ῵ λέγων κτλ. δὲν διαλείπουσι τοὖτο πράττοντες καὶ ἐν τῆ οὐρανίῳ τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησία τῆ θριαμβευούσῃ. Ὁ Καισαρείας Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου (΢. Ὁ δὲ Ἀπόστολος Παὖλος γράφει πρὸς Ῥωμαίους ὅτι ἀδιαλείπτως μνείαν αὐτὦν ποιεἶται πάντοτε ἐπὶ τὦν προσευχὦν αὐτοὖ (Ρωμ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία προσηύξατο ὑπὲρ τοὖ Πέτρου τοὖ τηρουμένου ἐν τῆ φυλακῆ: «ὁ μὲν οὗν Πέτρος ἐτηρεἶτο ἐν τῆ φυλακῆ· προσευχῆ δὲ ἣν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοὖ» (Πράξ. καὶ εἰσακούουσι τὦν δεήσεων ἡμὦν ἐπικαλουμένων αὐτούς. ς᾿ 27). Διαθήκῃ. Ἡ Ἐκκλησία ἐν ταἶς πρὸς τὸν Θεὸν αὐτ῅ς δεήσεσιν εὔχεται πρὸς τὸ γενέσθαι τὸν Κύριον εὐίλατον ταἶς δεήσεσιν αὐτ῅ς καὶ ἐπακοὖσαι τὦν δεήσεων αὐτ῅ς. Ἐπίσης ὁ ἀρχιδιάκονος ΢τέφανος ηὐχήθη ὑπὲρ τὦν λιθοβολησάντων αὐτὸν (Πράξ. καὶ γίνονται φορεἶς τ῅ς χάριτος καὶ τοὖ ἐλέους τοὖ Κυρίου. Ἐν τῆ ὅλῃ προσευχῆ φαίνεται ὁ ΢ολομὼν παρακαλὦν τὸν Θεὸν νὰ μνησθῆ τοὖ Ἰσραὴλ καὶ τοὖ Δαυὶδ καὶ ἐπακούση αὐτοὖ δεομένου. Η´ 56. Σοιούτους τύπους προσευχὦν εὑρίσκομεν καὶ ἐν ἁπάσῃ τῆ Π. Ἐκκλ. ιβ´ 5—7—12). ς´ Ὠριγενης (΢. 269 ἔκδ. Ἐν ταἶς Πράξεσι δὲ τὦν Ἀποστόλων ἱστορεἶται.». κγ´ 34). 325) ἐν τ῵ Κ´ αὐτ῅ς Κανόνι ὁρίζει. ὥστε π᾵ς ὁ εὐχόμενος ὑπὲρ ἑτέρου μεσιτεύει ὑπὲρ ἑτέρου καὶ τελεἶ ἔργον τοὖ μεσίτου. 663 τ῅ς ἐν Κολωνίᾳ ἐκδόσεως τοὖ 1688 καὶ ἡ ἐν Γάγγρᾳ τ῅ς Παφλαγονίας ΢ύνοδος ΢. Α´. Ἡ Ἐκκλησία ἔλαβεν ἐντολὴν καὶ τὸ παράδειγμα παρὰ τὦν Ἀποστόλων νὰ εὔχηται ὅπερ τοὖ σύμπαντος κόσμου καὶ μεσιτεύει πρὸς τὸν Φριστὸν ὑπὲρ τοὖ κόσμου. ὅτι ἐν τῆ Παλαιᾶ Διαθήκῃ ὁμολογεἶται ὅτι οἱ δίκαιοι ζὦντες καὶ τεθνεὦτες πρεσβεύουσι τ῵ Θε῵. ἔ. κεφ. Παρισ. ζ´ 60). Ὁ εὐχόμενος ὑπὲρ ἑτέρου μεσιτεύει μεταξὺ τοὖ Θεοὖ καὶ τοὖ ὑπὲρ ο὘ γίνεται ἡ μεσιτεία. ἔ.

Ἐν τῆ πρὸς Κολοσσαεὶς ἀναγγελεἶ. ὅτι πάντοτε ὑπὲρ αὐτὦν προσεύχεται (α´ 3—4) καὶ ἐντέλλεται αὐτοἶς νὰ εὔχονται καὶ οὗτοι ὑπὲρ αὐτοὖ λέγων. Ἐν δὲ τῆ Αη´ πρὸς Σιμόθεον παρακαλεἶ λέγων: «Παρακαλὦ οὗν πρὦτον πάντων ποιεἶσθαι δεήσεις. ἐντεύξεις εὐχαριστίας ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων. Ἐν τῆ πρὸς Υιλιππησίους γράφει: «Εὐχαριστὦ τ῵ Θε῵ μου ἐπὶ πάσῃ τῆ μνείᾳ ὑμὦν πάντοτε» κτλ. καὶ δώσει αὐτ῵ ζωὴν κτλ». Ἐν δὲ τῆ πρὸς Ἐφεσίους ὁ Παὖλος γράφει· «οὐ παύομαι εὐχαρίστων ὑπὲρ ὑμὦν μνείαν ποιούμενος ἐπὶ τὦν προσευχὦν μου» (α´ 16). Α´ α´ 2—3)· ἐντέλλεται ἐν τέλει αὐτοἶς εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτοὖ λέγων: «ἀδελφοὶ προσεύχεσθαι περὶ ἡμὦν» (Ε´ 25). (α´ 3—4). Σοὖτο γὰρ καλὸν καὶ ἀποδεκτὸν ἐνώπιον τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Θεοὖ» (Β´ 1—4). ἵνα ἐκ πολλὦν προσώπων τὸ εἰς ἡμ᾵ς χάρισμα διὰ πολλὦν εὐχαριστηθὴ ὑπὲρ ἡμὦν» (α´. (Ρωμ. Ὁ Ἀπόστολος Παὖλος ἐν τῆ Βα´ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆ λέγει ὅτι ἐρρύσθη ἐκ θανάτου καὶ ὆ύσεται αὐτὸν ὁ Φριστὸς «συνυπουργούντων καὶ ὑμὦν ὑπὲρ ἡμὦν τῆ δεήσει. αἰτήσει. καὶ παραγγέλλει αὐτοἶς λέγων: «διὰ πάσης προσευχ῅ς καὶ δεήσεως προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρ῵ ἐν πνεύματι καὶ εἰς αὐτὸ τοὖτο ἀγρυπνοὖντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει περὶ πάντων τὦν ἁγίων. ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. προσευχόμενοι Ἅμα καὶ περὶ ἡμὦν» (δ´ 2—3). καὶ ὑπὲρ ἑμοὖ» (στ´ 18—10). καὶ εὔχεται καὶ ὑπὲρ τ῅ς ψυχ῅ς τοὖ κοιμηθέντος ἐν Κυρίῳ Ὀνησιφόρου λέγων «δωῃ αὐτ῵ Κύριος εὑρεἶν ἔλεος παρὰ Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ». «Σῆ προσευχῆ προσκαρτερεἶτε. καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τ῅ς γ῅ς ἐνιαυτοὺς τρεἶς καὶ μήνας ἕξ· καὶ πάλιν προσηύξατο καὶ ὁ οὐρανὸς ἔδωκεν ὑετὸν καὶ ἡ γ῅ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτ῅ς» (ε´ 16—18). ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τὦν ἐν ὑπεροχῆ ὄντων. ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες ὑμὦν τοὖ ἔργου τ῅ς πίστεως» κτλ. ιε´ 30—31). Ὁ Ἀπόστολος Παὖλος τὸ αὐτὸ παραγγέλλει καὶ ἐν ἁπάσαις αὐτοὖ ταἶς ἐπιστολαἶς. Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος συνιστᾶ τὰς ὑπὲρ ἀλλήλων δεήσεις λέγων: «εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων ὅπως ἰαθ῅τε· πολὺ γὰρ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργούμενη»· Ἵνα δὲ ὑποδείξῃ αὐτοἶς τὴν ἰσχὺν τ῅ς δεήσεως τοὖ δικαίου ἐπιλέγει: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμἶν καὶ προσευχῆ προσηύξατο τοὖ μὴ βρέξαι. Καὶ ἐν τῆ Β´ πρὸς Σιμόθεον γράφει «ὅτι ἀδιάλειπτον ἔχει περὶ αὐτοὖ μνείαν ἐν τῆ δεήσει αὐτοὖ νυκτὸς καὶ ἡμέρας» (α´ 3). Σὰ αὐτὰ γράφει καὶ πρὸς Υιλήμονα (α´ 4—22) καὶ πρὸς Ἑβραίους (ιγ´ 18). Ὁ δὲ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἐντέλλεται νὰ εὐχώμεθα καὶ ὑπὲρ τὦν ἁμαρτανόντων ἀδελφὦν ἡμὦν λέγων: «ἐάν τις ἴδη τὸν ἀδελφὸν αὐτοὖ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον. προσευχάς.συναγωνισθὦσιν αὐτ῵ ἐν ταἶς προσευχαἶς ὑπὲρ αὐτοὖ πρὸς τὸν Θεόν. Ἐκ τὦν μέχρι τοὖδε εἰρημένων ἀποδεικνύεται . καὶ ἐν τῆ δευτέρᾳ αὐτοὖ ἐπιστολῆ πρὸς αὐτοὺς γράφει: «Σὸ λοιπὸν ἀδελφοὶ προσεύχεσθε περὶ ἡμὦν» (Γ´ 1—2). γρηγοροὖντες ἐν αὐτῆ ἐν εὐχαριστίᾳ. Καὶ πρὸς Θεσσαλονικεἶς γράφει: «εὐχαριστοὖμεν τ῵ Θε῵ πάντοτε περὶ πάντων ὑμὦν μνείαν ποιούμενοι ἐπὶ τὦν προσευχὦν ἡμὦν. 19—11). ἵνα ὆υσθ῅ ἀπὸ τὦν ἀπειθούντων Ἰουδαίων καὶ ἡ διακονία αὐτοὖ ἡ εἰς Ἱερουσαλὴμ εὐπρόσδεκτος τοἶς ἁγίοις γένηται κτλ.

καὶ ὅτι ἐκτὸς αὐτοὖ οὔκ ἐστιν σωτηρία. ὡς μεγάλην παρρησίαν πρὸς τὸν Θεὸν κεκτημένων τὦν δικαίων. δὲν κεἶται πρὸς τὸ συζητούμενον . ἀλλὰ δυστυχὦς οὐκ ὀρθὦς τίθεται. ἤτοι ἀφίησι τὰ ἁμαρτήματα τοὖ μὴ πρὸς θάνατον ἁμαρτήσαντος. ἐν σκηναἶς δικαίων. Σοιαύτη ἀμφιβολία ἐκφράζει ἀπιστίαν πρὸς τὸ δόγμα. ἀφοὖ μάλιστα οἴδαμεν. ὅτι εἸς ἐστιν ὁ λυτρούμενος τοὺς ἀνθρώπους ἐκ τ῅ς καταδυναστείας τοὖ πονηροὖ. τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ τοὖ Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ πρὸς τὸν ἑαυτοὖ Πατέρα. Ἤδη ταὖτα γινώσκοντες ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλωμεν. τ῅ς Θεοτόκου καὶ τὦν ἀγγέλων πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα Φριστόν. Οἱ πρὸς ταὖτα ἀντιφρονοὖντες λέγουσιν: «ΕἸς μεσίτης μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων»· ἀλλ᾿ οἱ ταὖτα λέγοντες πρὸς ἡμ᾵ς ὀφείλουσι πρὦτον πρὸς τοὺς διδάξαντας ἡμ᾵ς Ἀποστόλους νὰ ἀποτείνωσι τὴν ἔνστασιν ἐὰν πεποίθασιν ἐπὶ τῆ ὀρθότητι αὐτ῅ς καὶ φρονὦσιν ὅτι αὐτὴ ὀρθὦς τίθεται· διότι ἡμεἶς ἑπόμεθα. Διότι τὸ μὲν «εἸς μεσίτης μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων» κηρύσσει τὸν Κύριον ἡμὦν Ἰησοὖν Φριστὸν ΢ωτ῅ρα καὶ Λυτρωτὴν τοὖ κόσμου καὶ γνωρίζει π᾵σιν. ὅτι ὀφείλομεν αὐτ῵ πιστεύσαι καὶ ἐν τ῵ ὀνόματι αὐτοὖ βαπτισθ῅ναι καὶ λαβεἶν ἄφεσιν ἁμαρτιὦν. Σὸ δὲ περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα Φριστὸν δόγμα ἐκφράζει ταύτην ἀκριβὦς τὴν πίστιν τὦν πιστευσάντων πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα τὸν δοξάσαντα τοὺς ἁγίους αὐτοὖ καὶ ἐπακούοντα τὦν δεήσεων αὐτὦν. γ) ὅτι ὁ Θεὸς δέχεται τὰς ὑπὲρ τὦν ἀδελφὦν ἡμὦν δεήσεις. Πρὸς ταὖτα οὐδεὶς ἀντιλέγει· ἡμεἶς ταὖτα πιστεύομεν καὶ ὁμολογοὖμεν. τῆ διδασκαλίᾳ τὦν Ἀποστόλων. διότι ἡ ἔνστασις ἀλλάσσει τὸ θέμα τ῅ς συζητήσεως καὶ φέρει εἰς παράλογον συμπέρασμα. Ὥστε ἡ ἔνστασις τὦν διαμαρτυρομένων ἡ μέχρι κόρου ἀφόρητου προβαλλομένη. ὅτι τοὖτό ἐστιν εὐπρόσδεκτον τ῵ Θε῵. ὅτι οἱ ὑπὲρ ἡμὦν πρεσβεύσαντες Ἅγιοι καὶ δίκαιοι καὶ μεταστάντες ὑπὸ τοὖ Κυρίου ἀπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας τ῅ς στρατευομένης πρὸς τὴν θριαμβεύουσαν θέλουοιν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἡμὦν τὦν στρατευομένων. καί ε) ὅτι πολὺ ἰσχύει ἡ δέησις δικαίου παρὰ τ῵ Θε῵.α) ὅτι τὸ εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων εἷναι ἐντολὴ τοὖ ΢ωτ῅ρος καὶ τὦν Ἀποστόλων. Καὶ πρὦτον. δ) ὅτι εἰσακούει τ῅ς αἰτήσεως καὶ δίδωσι ζωὴν τοἶς ἁμαρτάνουσιν. «εἸς μεσίτης μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπου». διότι ἕτερον μεσιτεία Φριστοὖ. ἡ ἔνστασις δὲν κεἶται πρὸς τὸ θέμα (περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων). β) ὅτι τὸ τοιοὖτον εἷναι εὐάρεστον τ῵ Θε῵. ὅτι οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνῄσκοντες μεταβαίνουσιν ἀπὸ τοὖ θανάτου εἰς τὴν ἐν χώρᾳ ζώντων. ἐν τῆ Βασιλείᾳ τὦν Οὐρανὦν εἰ δὲ πιστεύομεν εἰς τὸ δόγμα τοὖτο. δι᾿ ἧς ζητοὖσι νὰ πείσωσιν ἡμ᾵ς μὴ αἰτεἶσθαι τὰς πρεσβείας τὦν ἁγίων. ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ πιστεύωμεν ὅτι οἱ ἅγιοι καὶ οἱ δίκαιοι πρεσβεύουσιν ὑπὲρ ἡμὦν καὶ τὦν δεήσεων ἡμὦν ἐνωτίζονται ὡς μέλη ἑνὸς καὶ τοὖ αὐτοὖ σώματος τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ δέονται ὑπὲρ ἡμὦν καὶ φορεἶς τὦν θείων δωρεὦν ἡμἶν γίνονται. Ὀφείλομεν ἄρα εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων καὶ ἐπικαλεἶσθαι τὰς δεήσεις τὦν δικαίων ὑπὲρ ἡμὦν ἁμαρτανόντων. καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπικαμπτόμενος ταἶς δεήσεσι τὦν δικαίων συγχωρεἶ καὶ τὰ μὴ πρὸς θάνατον ἁμαρτήματα. τοὖ Λυτρωτοὖ τοὖ ἀνθρωπίνου γένους. ὡς εἴδομεν. καὶ ἕτερον πρεσβεία ἡ μεσιτεία τὦν ἁγίων πάντων.

Ὁ ὀρθὸς συλλογισμὸς θὰ ἧτο: «ἄρα οὐδεὶς ἕτερος πρὸς τὸν Θεὸν τὸν Πατέρα μεσίτης»· ἀλλ᾿ οἱ ἐνιστάμενοι οὕχ οὕτως λογικεύονται. Ἡ ἔνστασις δὲν φέρει εἰς ὀρθὸν συμπέρασμα. ὅπου δὲ τεσσαράκοντα τίς ἀμφιβάλλει Θεοὖ παρουσίαν. δ) Οἱ ἀρχαιότατοι Πατέρες τ῅ς Ἐκκλησίας δοξάζουσιν ὅτι οἱ ἅγιοι πρεσβεύουσιν ὑπὲρ ἡμὦν πρὸς τὸν Κύριον καὶ αὐτοὶ ἐξαιτοὖνται τὰς πρεσβείας αὐτὦν. ὡς παρρησίαν πολλὴν πρὸς Αὐτὸν κεκτημένοι. ἐκεἶ ἐστιν ἐν μέσῳ αὐτὦν. οὐδέποτε δὲ λέγομεν εὐχὴν πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα ὑπὲρ τελέσεως μυστηρίου γινομένην ἥ ἑτέρας τάξεως μὴ ἀναφέρουσαν τὸν Τἱὸν τοὖ Θεοὖ ὡς μόνον μεσίτην μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων. Ἡ παράδοσις δ᾿ αὐτὴ ἐγίνετο καὶ γίνεται ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησίᾳ πάντοτε πανταχοὖ καὶ ὑπὸ πάντων γ) Ἐν τοἶς διπτύχοις ἐμνημονεύοντο καὶ μνημονεύονται πάντες οἱ προαπελθόντες ἅγιοι. διδάσκουσιν ἡμ᾵ς τὴν μετὰ λόγου εὐσέβειαν. ἵνα ἕνα ποὖ εὕρῃς ὑπὲρ σοὖ δυσωποὖντα τὸν Κύριον. καὶ ἕτερον μεσιτεία ἁγίων πρὸς τὸν δοξάσαντα αὐτοὺς Κύριον. ὅπερ οὐδεὶς ἀμφισβητεἶ.θέμα ἀλλ᾿ ἐκτὸς αὐτοὖ· διότι τὸ προτεινόμενον εἸναι νέον θέμα. Ἐνταὖθα γυνὴ εὐσεβὴς ὑπὲρ τέκνων εὐχομένη καταλαμβάνεται. δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν τοὖ ἁγίου Ἄρτου. ἐξάγουσι συμπέρασμα. Ἰησοὖς Φριστός». ὁ εὐφραινόμενος ἐπ᾿ αὐτοὺς ἀποτρέχει· ὁ μὲν ἵνα λύσιν εὕρῃ τὦν δυσχερειὦν. ὁ δὲ ἵνα φυλαχθῆ αὐτ῵ τὰ χρηστότερα. Καί. Ὅπου δύο ἥ τρεἶς εἰσι συνηγμένοι ἐπὶ τ῵ ὀνόματι τοὖ Κυρίου. . β) Ἐκ παραδόσεως παρέλαβαν ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὦν ἀποστολικὦν χρόνων καὶ τίθησι μερίδας τ῅ς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὦν ἁγίων ἐν τ῵ δισκαρίῳ. ἐν ᾧ δὲ παραλογίζονται περιπίπτοντες εἰς τὸ ἐν τῆ λογικῆ καλούμενον σόφισμα ἑτεροζητησεως. σύμφωνον ἀναπέμποντες προσευχήν. διότι ἐκ τ῅ς μείζονος προτάσεως· «εἸς μεσίτης μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων. Ἀληθὦς πρὸς μὲν τὸν Πατέρα εἸς μεσίτης ὁ Τἱός· πρὸς τὸν Τἱὸν ὅμως πάντες οἱ ἅγιοι οἱ κύκλῳ αὐτοὖ· διὸ ὁσάκις δεόμεθα πρὸς τὸν Τἱὸν ἐπικαλούμεθα πρεσβευτὰς τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς ἁγίους πάντες καὶ τούτους πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα τιθέμεθα μεσίτας· τοὖτο δὲ ἐδιδάχθημεν παρὰ τὦν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁσάκις δὲ δεόμεθα πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα τότε μόνον τὸν Τἱὸν προσάγομεν πρεσβευτὴν καὶ μεσίτην. Οὕτως ὁ Μέγας Βασίλειος ἐν λόγῳ πρὸς τοὺς τεσσαράκοντα Μάρτυρας λέγει: «Πόσα ἅν Ἔκαμες. α) ἐν ἅπασι τοἶς λειτουργικοἶς βιβλίοις τ῅ς τε Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας καὶ ἐν αὐτοἶς τοἶς τὦν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιὦν ἀναφέρονται οἱ ἅγιοι ὡς πρεσβεύοντες ὑπὲρ ἡμὦν πρὸς τὸν Κύριον ἡμὦν Ἰησοὖν Φριστόν. Ὁ θλιβόμενος ἐπὶ τοὺς τεσσαράκοντα καταφεύγει. Σεσσαράκοντά σοι εἰσι. ὅτι οὐδεὶς μεσίτης πρὸς Φριστόν»· ὅπερ λογικὦς ψευδές. ὡς νέον δὲ θέμα καὶ διάφορον πρὸς τὸ συζητούμενον οὐδ᾿ ὅλως αἰρεἶ ἥ ἀναιρεἶ τιθέμενον τὴν ἡμετέραν περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων δοξασίαν διότι ἕτερον μεσιτεία Τἱοὖ πρὸς Πατέρα. καὶ ποιεἶται κατ᾿ ὄνομα μνείαν αὐτὦν. Μαρτυρίαι περὶ πρεσβείας τὦν ἁγίων ἐκ τ῅ς Ἱερ᾵ς παραδόσεως Ἐκ τ῅ς ἱερ᾵ς παραδόσεως διδασκόμεθα ὅτι οἱ Ἅγιοι Πάντες καὶ ἡ Θεοτόκος ἐθεωρήθησαν ἀπὸ τὦν ἀποστολικὦν χρόνων ἐν τῆ μιᾶ ἁγίᾳ καθολικῆ καὶ ἀποστολικῆ Ἐκκλησίᾳ πρέσβεις πρὸς τὸ ΢ωτ῅ρα Φριστὸν ὑπὲρ τ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας.

γυναἶκες καὶ ἄνδρες. δοὖλοι καὶ ἐλεύθεροι. ἀρρωστοὖντι τὴν σωτηρίαν. δέξαιο κἀκεἶθεν ἡμ᾵ς ταἶς σεαυτοὖ σκηναἶς».. ἥ στήσαις ταἶς σεαυτοὖ πρεσβείαις. Ὁμοίως ἐπικαλεἶται ὑπὲρ ἑαυτοὖ τὰς πρεσβείας τὦν ἐν Οὐρανοἶς ἁγίων λέγων: «Δέχομαι καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. ἀξιοὖσιν ἄρτια σφίσι φυλαχθ῅ναι τὰ δὦρα· καὶ οἱ μὲν εἰς τίνα ἀποδημίαν στελλόμενοι λιπαροὖσι τούτους συνοδοιπόρους γενέσθαι καὶ τ῅ς ὁδοὖ ἡγεμόνας. οἱ δὲ τ῅ς ἐπανόδου τετυχηκότες τὴν τ῅ς χάριτος . ἐπιστολ. εἰ δὲ μετασταίημεν. πόσῳ μ᾵λλον ἡ τοὖ Φριστοὖ Μήτηρ καταισχύνει τοὺς ἐχθροὺς τ῅ς ἀληθείας. τοὖ δι᾿ αὐτὦν. καὶ πάντα βίον ἡμἶν διεξάγοις πρὸς τὸ λυσιτελέστερον. ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι. δεήσεως συνεργοί. Ὑμ᾵ς οὕχ ἡ γ῅ κατέκρυψεν. ἥ πείσαις καρτερὦς φέρειν. τὴν τὦν παθημάτων ἀπαλλαγὴν αἰτοὖσι καὶ ἄγονοι παίδας.) Ὡσαύτως καὶ ὁ Ὠριγένης μαρτυρεἶ περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων.» (2) Ἐπίσης καὶ ἐν τ῵ λόγῳ αὐτοὖ εἰς Μελέτιον τὸν Ἀντιοχείας λέγει: «Εὐξώμεθα δὲ κοινῆ πάντες. 619. ἤγουν διὰ τ῅ς μεσιτείας αὐτὦν ἵλεών μοι γενέσθαι τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν καὶ λύτρον μοι τὦν πταισμάτων γενέσθαι καὶ δοθ῅ναι. διακονοὖσι τοὖ Εὐχομένοις ἄφεσιν ἁμαρτημάτων. ἀστέρες τ῅ς Οἰκουμένης. μὴ μάτην τ῵ ἐν Οὐρανοἶς θυσιαστηρίῳ προσεδρεύουσαι.» (3) Ὁ δὲ Θεοδώρητος γράφων περὶ τ῅ς ἀφανείας τὦν Σάφων τὦν γενομένων Αὐτοκρατόρων καὶ παραβάλλων αὐτοὺς πρὸς τοὺς ναοὺς τὦν ἁγίων μαρτύρων. Μετὰ μαρτύρων γενέσθω τὰ αἰτήματα ὑμὦν. προφ῅τας καὶ μάρτυρας καὶ εἰς τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἱκεσίαν τούτους ἐπικαλοὖμαι. Οἱ νεανίσκοι τοὺς ἠλικιώτας μιμείσθωσαν. Β´ σελ. τξ´ πρὸς Ἰουλιαν. αὐτὸν τὸν Μελέτιον κοινωνὸν τ῅ς εὐχ῅ς ταύτης λαβόντες» (Σόμ.. πρεσβευταὶ δυνατώτατοι. Ὢ χορὸς ἅγιος! Ὢ σύνταγμα ἱερόν! Ὢ συνασπισμὸς ἀρραγής! Ὢ κοινοὶ φύλακες τοὖ γένους τὦν ἀνθρώπων! Ἀγαθοὶ κοινωνοὶ φροντίδων.. ἀλλ᾿ οὐρανὸς ἀπεδέξατο· ἠνοίγησαν ὑμἶν παραδείσου πύλαι» (ὁμιλία θ´). Ἐπίσης ὁ θεἶος Φρυσόστομος ἐπικαλεἶται εἰς πρεσβείαν καὶ τὴν Μητέρα τοὖ Κυρίου λέγων: «. ΟἸ πατέρες τοιούτων εἷναι παἶδες εὐχέσθωσαν αἸ μητέρες καλ῅ς μητρὸς διήγημα διδαχθήτωσαν. Εἰς δὲ τούτους οὐχ ἅπαξ ἥ δὶς τοὖ ἔτους ἥ πεντάκις φοιτὦμεν. καὶ διὰ τ῅ς ἀρχαιότητος τ῅ς μαρτυρίας αὐτοὖ τὴν ἀρχαιοτάτην δόξαν τ῅ς Ἐκκλησίας περὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων κυροἶ. καὶ μεγέθει διαπρεπεἶς καὶ παντοδαπὦς πεποικιλμένοι καὶ κάλλους ἀφιέντες μαρμαρυγάς. καὶ στερίφαι παρακαλοὖσι γενέσθαι μητέρες. λέγει ταὖτα: «Οἱ δὲ τὦν καλλινίκων μαρτύρων σηκοὶ λαμπροὶ καὶ περίβλεπτοι. ὥ θεία καὶ ἱερὰ κεφαλὴ καὶ τὸν δεδομένον ἡμἶν παρὰ Θεοὖ σκόλοπα τ῅ς σαρκὸς εἰς τὴν ἡμετέραν παιδαγωγίαν.. τὸν Παραβάτ. οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Ἰσραήλ· ἔχομεν γὰρ καὶ ἡμεἶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν ὑπὲρ ἡμὦν· εἰ γὰρ ἡ τυχοὖσα γυνὴ ἐνίκησε.ἀποδημοὖντι ἀνδρὶ τὴν ἐπάνοδον αἰτουμένη.) Ὁ δὲ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐν λόγῳ εἰς αὐτὸν τὸν Μέγαν Βασίλειον λέγει καὶ τάδε ἐν τέλει: «΢ὺ δὲ ἡμ᾵ς ἐποπτεύοις ἄνωθεν. πρεσβύτεροι καὶ νέοι.» (Βασιλ. καὶ οἱ τ῅ς δὲ τ῅ς δωρε᾵ς ἀπολαύσαντες. Ὁ Ὠριγένης λέγει τάδε: «Αἱ ψυχαὶ τὦν πεπελεκισμένων ἕνεκα τ῅ς μαρτυρίας τοὖ Ἰησοὖ. ἀλλὰ πολλάκις μὲν πανηγύρεις ἐπιτελοὖμεν. πολλάκις δὲ καὶ ἡμέρας ἑκάστης τ῵ τούτων Δεσπότῃ τοὺς ὕμνους προσφέρομεν καὶ οἱ μὲν ὑγιαίνοντες αἰτοὖσι τ῅ς ὑγείας φυλακὴν οἱ δέ τινι νόσῳ παλαίοντες. Ὡσαύτως καὶ ἐν τ῵ εἰς τὴν μνήμην τοὖ μάρτυρος Κυπριανοὖ λόγῳ αὐτοὖ ὁ θεἶος Γρηγόριος μνημονεύει παρθένου κινδυνευούσης καὶ τὴν βοήθειαν καὶ πρεσβείαν τ῅ς Θεοτόκου αἰτησάσης (1).. ἄνθη τὦν Ἐκκλησιὦν.. Οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Δεβώρα.

«Καὶ περὶ μὲν τ῅ς ἐπὶ Θεοὖ ἐπικλήσεως. οἱ ἀπὸ τοὖ πρώτου μάρτυρος ἀρξάμενοι σέβειν τοὺς μάρτυρας. ἀλλ᾿ ἡ χάρις ἣν ἔχουσι. Οὐχὶ γὰρ Πέτρος ἥ Παὖλος εἰσακούει τὦν ἐπικαλουμένων αὐτούς. Ῥωμαίοις ἐπιστέλλων. ἀπαντὦν εἰς τὸ εἰκοστὸν πρὦτον καὶ πάντων τελευταἶον κεφάλαιον τ῅ς Αὐγουσταίας ὁμολογίας.» «. φησί. ἡ δὲ τούτων δύναμις τὸν τούτων Θεὸν ἀληθινὸν ἀποφαίνει Θεόν» (Σόμ. φησί· πὦς γὰρ ἐπικαλεσόμεθα εἰς ὃν οὐκ ἐπιστεύσαμεν. Καί οὐ μόνον ἐν τ῵ παρόντι αἰὦνι.454). 4ος σελ. ἐτίμων αὐτοὺς καὶ κατὰ τὸν δεύτερον καὶ τρίτον αἰὦνα. πὼς τ῅ς χάριτος καὶ βοηθείας διὰ τ῅ς πίστεως θεόθεν ἐπέτυχον. οἱ δὲ ἐξ ὕλης ἀργύρου πεποιημένα. ἄλλον γὰρ ἐκτός ΢ου Θεὸν οὐ γινώσκομεν. Σαὖτα δὲ ἔγραφεν ὁ Θεοδώρητος κατὰ τὰ μέσα τοὖ πέμπτου αἰὦνος. ἐξ ὧν δηλοὖται. τὸν Θεὸν δηλονότι· ὅτι δὲ καὶ ἡμεἶς Θε῵ μόνῳ κυρίως τὴν ἐπίκλησιν ἀπονέμομεν... κατὰ τὸ εἰρημένον παρὰ τοὖ Κυρίου: «ἔσομαι μεθ᾿ ὑμὦν ἕως τ῅ς συντελείας». οἱ δὲ ποδὦν. εἰκόσιν ἱεραἶς. δεικνύων ὅτι ἐκεἶνον μόνον δεἶ ἐπικαλεἶσθαι. ἀναθήμασι. καὶ ἐκτὸς αὐτοὖ ἄλλον οὐ γινώσκομεν. καὶ τ῅ς τοὖ Κόσμου Κυρίας οὐχ ἥκιστα. 453. Ἀπὸ δὲ τὦν προσφερομένων ἐκτυπωμάτων τὦν θεραπευθέντων μελὦν μαρτυρεἶται καὶ ἡ τὦν εἰκόνων τὦν ἁγίων ἐν ταἶς Ἐκκλησίαις ἀνιστόρησις διότι ἐπ᾿ αὐταἶς ἀνηρτὦντο τὰ ἐκτυπώματα. σχετικὦς οὐ λατρευτικὦς προσκυνουμέναις. ἀγγέλων δεηθησομένων ὑπὲρ τινων.. παρακλήσεσι. . καὶ ἁγίων. Ἐὰν λοιπὸν τοιοὖτος ἧτο ὁ σεβασμὸς τὦν πιστὦν πρὸς τοὺς μάρτυρας ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοὖ τετάρτου αἰὦνος. ἄλλοι δὲ χειρὦν προσφέρουσιν ἐκτυπώματα. ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀπαρασαλεύτως ἐτήρησεν ὅ. τὴν ἰατρείαν δηλοὖντα. ἀναφανδὸν μαρτυρεἶ τὰ τούτων ἀναθήματα. καὶ ὅτι περὶ ὧν φρονεἶ ὀρθοφρονεἶ. ὅτι μεσιτεία τις ἔσται. Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας ἐν τῆ πρώτῃ αὐτοὖ ἀποκρίσει πρὸς τοὺς διαμαρτυρόμενους θεολόγους τ῅ς Συβίγγης κατὰ τὸ 1576. ἐν τῆ θείᾳ. καὶ ὅτι τούτων τ῵ παραδείγματι καὶ τ῵ ζήλῳ ἑπόμενοι καὶ οἱ τοὖ τετάρτου αἰὦνος χριστιανοὶ ἐτίμων τοὺς μάρτυρας καὶ ἵδρυον μεγαλοπρεπεἶς ναούς. ἄλλον γὰρ ἐκτός ΢ου βοηθὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Καὶ πάλιν. Οἴδαμεν γὰρ λατρείαν μόνῳ τ῵ Θε῵ ἐξαιρέτως προσάγειν. Ὅτι ἐπίκλησις κυρίως μὲν ἁρμόζει μόνῳ τ῵ Θε῵ καὶ πρώτως καὶ ἰδιαίτατα αὐτ῵ προσήκει. καὶ γενέσθαι πρεσβευτὰς ὑπὲρ σοφὦν παρακαλοὖντες· ὅτι δὲ τυγχάνουσιν Ὠν περ αἰτοὖσιν οἱ πιστὦς ἐπαγγέλοντες.Ἄλλα καὶ τοὺς ἁγίους πάντας μεσίτας ἡμὦν καὶ πρέσβεις ἀναγραφόμεθα. δέχεται γὰρ ὁ τούτων Δεσπότης καὶ τὰ σμικρά τε καὶ εὔωνα τῆ τοὖ προσφέροντας τὸ δὦρον δυνάμει μετρὦν δηλοἶ δὲ ταὖτα προκείμενα τὦν παθημάτων τὴν λύσιν· ἧς ἀνετέθη μνημεἶα παρὰ τὦν ἀρτίων γεγενημένων. Μυσταγωγίᾳ ἐκφωνοὖμεν «καταξίωσον ἡμ᾵ς Δέσποτα. Κύριε τὦν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμὦν γενοὖ. οὐ κυρίως ἐστίν. εἰς ὃν ἐπιστεύσαμεν. γράψας ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν ἀπὸ τοὖ 320 μέχρι τοὖ 436. μετὰ παρρησίας ἀκατακρίτως τολμ᾵ν ἐπικαλεἶσθαι ΢ὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα καὶ λέγειν: Πάτερ ἡμὦν. καὶ οἱ μὲν ἐκ χρυσοὖ. Μεσίτας δὲ ποιούμεθα τοὺς ἁγίους πάντας. ὁ ἐν τοἶς Οὐρανοἶς. Παὖλος ὁ θεἶος. λέγει τὰ ἑξ῅ς: «Καὶ ὅτι μνείαν τὦν ἁγίων ποιεἶσθαι συμφέρει εἰς τὸ στηριχθ῅ναι τὴν πίστιν ἡμὦν ἐννοούντων. τίς δυναται νὰ μὴ συνομολόγησῃ ἡμἶν μετὰ τὰς προσαχθείσας μαρτυρίας ὅτι οἱ πιστοί. Καὶ ἀλλαχοὖ. οὔτε προσκυνεἶν Θε῵ ἀλλοτρίῳ. λέγομεν. ἀλλὰ καὶ ἐν τ῵ μέλλοντί φαμεν. ἡ δὲ πρὸς τοὺς ἁγίους γενομένη. ἀλλ᾿ ὡς θείους ἀνθρώπους ἀντιβολοὖντες.ὁμολογίαν προσφέρουσιν οὕχ ὡς θεοἶς αὐτοἶς προσιόντες. ἐξαιρέτως δὲ τὴν τοὖ Κυρίου Μητέρα. Οἱ μὲν γὰρ ὀφθαλμὦν.τι παρέλαβε. Σαὖτα δὲ κηρύττει τὦν κειμένων τὴν δύναμιν. ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκὸς εἰπεἶν καὶ κατὰ χάριν. ἀπαραλλάκτους ὡς καὶ σήμερον γίνεται.

Μετὰ δὲ τὸ λυθ῅ναι τὸ θέατρον. μεσιτεία οὔκ ἐστιν οὕδ᾿ οὐ μὴ γένηται. Ὅθεν τῆ πρεσβείᾳ πάντων Ὠν εἴπομεν ἀντιλήπτορα γενέσθαι τὸν Θεὸν δεόμεθα. ἵλεως ἡμἶν ἁμαρτάνουσι γένηται. ποιμένας. τοἶς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις» οἱ δίκαιοι καλοὖνται υἱοὶ Θεοὖ καὶ τιμὦνται ὑπὸ πάντων τὦν ἀγαπώντων τὸν Θεόν. Π᾵σαι αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τὦν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμὦν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν προφήτην καὶ πρόδρομον καὶ βαπτιστὴν τοὖ Κυρίου. 338) γεραιρούσης τοὺς μάρτυρας τ῅ς πίστεως κατὰ τὴν ἡμέραν τοὖ μαρτυρίου αὐτὦν. οὐδὲ ὑπὲρ τινος ἐν ἁμαρτίαις θᾳνόντος· οὔμενουν.» «Καὶ ἡ μεσιτεία αὕτη νὖν ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ γίνεται καὶ κηρύττεται καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους ἀναφωνοὖμεν καὶ πρὸς τὴν Κυρίαν ἡμὦν.Πλὴν οὐχ ὑπὲρ πάντων ἁπλὦς. καθ᾿ ἅπαξ τὸ ἑαυτοὖ Ἔλεος. μήποτε ἁμαρτάνοντας ὑπνώσωμεν εἰς θάνατον καὶ ὁ ἐχθρὸς ἰσχύσῃ καθ᾿ ἡμὦν. αὐτ῵ λατρεύουσι καὶ ἐν ἐξομολογήσει καὶ μετανοίᾳ προσκαρτεροὖσι καὶ δεομένοις φωτισθ῅ναι τοὺς ὀφθαλμοὺς τ῅ς ψυχ῅ς ἡμὦν. Ἐν τῆ Παλαιᾶ Γραφῆ τιμὦνται πάντες οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Φριστοὖ δίκαιοι. ἀλλ᾿ ὑπὲρ μόνον ἐκείνων ἱκετεύουσι πάντες. καὶ ἔτι τ῅ς κρίσεως ἱσταμένης. Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε. 138. 7). Μαρτυρίαι ἐκ τὦν ἁγίων Γραφὦν ὅτι ὀφείλομεν τιμ᾵ν τοὺς ἁγίους τοὖ Θεοὖ Ἡ Παλαιὰ ἅγια Γραφὴ πλεἶστα περιέχει χωρία ἐν οἸς δείκνυται ἡμἶν ἡ ὀφειλὴ τοὖ τιμ᾵ν τοὺς ἁγίους τοὖ Θεοὖ. τῆ ἀηττήτῳ καὶ θείῳ καὶ ἀκαταλήπτῳ δυνάμει τοὖ ΢ταυροὖ. ὁ προφητάναξ ψάλλει ἐν ψαλμ῵ λβ´ «ἀγαλλιάσθε δίκαιοι ἐν Κυρίῳ. 150. 17). Διὸ καὶ ἀπεφήνατο κατ᾿ αὐτὦν καὶ θυγατέρας οὐ μὴ ἐξέλωνται. Περὶ τ῅ς τιμ῅ς τὦν δικαίων ὅσα γράφονται ἐν τῆ Παλαιᾶ Γραφῆ ἐν τῆ μελέτῃ ταύτῃ ἀδύνατον νὰ περιληφθὦσιν ἐάν τις εἴπη ὅτι ὅλα τὰ ποιητικὰ βιβλία τ῅ς Παλαι᾵ς Γραφ῅ς εἰσιν ἔπαινος τὦν δικαίων δὲν θέλει ἀποστῆ τ῅ς ἀληθείας· Ἄρα ἐὰν τοἶς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις. οὔπω δὲ τὰς τὦν ἁμαρτημάτων κηλίδας δυνηθέντων ἐκπλὖναι. Ὁ Θεὸς τὦν χριστιανὦν εἷναι Θεὸς ζώντων. μάρτυρας. Καὶ ὁ παροιμιαστὴς γνωρίζει ἡμἶν ὅτι μνήμη δικαίων μετ᾿ ἐγκωμίων (παροιμ. II. λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτὦν (ψαλ. 85 καὶ 449 ἐξ). «Αἰνεἶτε τὸν Θεὸν ἐν τοἶς ἁγίοις αὐτοὖ» (ψαλ. τούς τε ἐνδόξους ἀποστόλους. τοἶς ὑπὲρ πίστεως καὶ ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης παθόντας καὶ πρὸς τὸν Θεὸν μεταστάντος τίς ἔπαινος ἱκανός. 10. ἀπέκλεισε γὰρ ὁ Θεὸς τοἶς τοιούτου. καὶ ὆υσθ῅ναι τὦν παγίδων τοὖ πονηροὖ ». 1) ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοὖ (Χαλ. ὁσίους. τελούσης ἐπὶ τοὖ τάφου αὐτὦν τὴν θείαν μυσταγωγίαν καὶ ἐξᾳιτουμένης τὰς εὐχὰς αὐτὦν (ὅρα τὰς μαρτυρίας τὦν πατέρων εἰς τὴν Dogmegesch τοὖ Munscher Ι. οἱ δὲ Ἅγιοι ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας ἱκετεύοντες ὑπὲρ αὐτ῅ς πρὸς τὸν Κύριον. ὑπὲρ Ὠν καὶ αἱ πρεσβεἶαι δεκταί· ἤγουν. Ἡ δὲ Καινὴ Διαθήκη ἄρχεται ἀπὸ τοὖ μακαρισμοὖ τὦν δικαίων καὶ καταλήγει εἰς τὴν ἀνύψωσιν αὐτὦν μέχρι τοὖ καθίσαι ἐκ δεξιὦν καὶ εὐωνύμων τοὖ θρόνου τ῅ς δόξης τοὖ . τὦν ἐν μετανοίᾳ φθασάντων ἀπαλλάξαι τὸν βίον. 4. εἷναι παντί που δ῅λον. Ὅτι δὲ ὁ τοιοὖτος σύνδεσμος ἀναθερμαίνει τὴν καρδίαν. προφήτας. ζωογονεἶ τὸ συναίσθημα καὶ εἰς ἀπομίμησιν τὦν προτύπων τούτων τ῅ς χριστιανικ῅ς ζω῅ς παροτρύνει. καὶ ἕκαστον ἀπαχθ῅ναι εἰς τὸν ἀποτεταγμένον τόπον αὐτ῵ τ῅ς κολάσεως. διδασκάλους οἰκουμενικοὺς καὶ λοιποὺς πάντας ἁγίους καὶ γυναικὦν ἁγίων χορὸν δεόμεθα πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμὦν τὦν ἁμαρτωλὦν. πρέσβευε ὑπὲρ ἡμὦν τὦν ἁμαρτωλὦν πρὸς δὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. ὅπως χάριτι Θεοὖ. Κυροὖται δ᾿ ἄλλως τὸ δίδαγμα τοὖτο ὑπὸ τ῅ς πράξεως τ῅ς Ἐκκλησίας τιμώσης τοὺς ἀγγέλους κατὰ Ἰουστίνον τὸν φιλόσοφον καὶ μάρτυρα (Thiersch. πιστεύω ὅτι π᾵ς ἔπαινος ἀνεπαρκὴς θέλει δειχθῆ πρὸς πλήρη ἔκφρασιν τ῅ς προσηκούσης αὐτοἶς τιμ῅ς. 4) ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός.

οἸον τ῵ προφήτῃ Ἐλισσαίῳ ἡ τοὖ Γιεζ῅ πονηρία. τ῵ ἀποστόλῳ Παύλῳ ἥ τὦν ἡμεδαπὦν Μακεδόνων χρεία. ὤφθη. ὁ πιστὸς ὁ ἀγαπὦν τὸν Θεὸν ἀγαπᾶ καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοὖ καὶ τιμ᾵ καὶ γεραίρει τὴν μνήμην αὐτὦν. . «Θαυμαστὸν δέ. ἣν ὁ Ἀπόστολος τοἶς τοὖ σώματος μέλεσι παρείκασεν. ἵνα μὴ ἐνδεέστεροι ἡμὦν ὧσιν ἐν τούτῳ». ἰδόντες πολλὰς ἀποκαλύψεις διὰ τὦν τῆδε μεταστάντων ἁγίων γενομένας τοἶς ἔτι τ῵ βίῳ τούτῳ περιοὖσι χριστιανοἶς — λέγω δὲ Γρηγόριον τὸν θαυματουργόν. ὑπὸ τὦν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου διδασκόμενον τὸν χριστιανισμὸν καὶ αὐτὸς δὲ ὁ περιφανέστατος ἐν ἁγίοις Γρηγόριος ὁ Θεολόγος φησί. τὸν ἀκροατὴν Ὠριγένους.Θεοὖ· πὦς λοιπὸν οὓς ὁ Θεὸς ἐδόξασε καὶ ἐτίμησεν οἱ πιστοὶ αὐτοὖ θεράποντες δύνανται νὰ ἀτιμάζωσιν αὐτούς. «Σαύτ᾿ οὗν συνιέντες οἱ τ῅ς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τρόφιμοι. τ῵ Παύλῳ· ἀνήρ τις Μακεδὼν ἑστώς. εἰς συμπάθειαν τὦν ἀδελφὦν τούτους διεγεἶρον. ἥτις συμπάθεια ἐμφαίνει τὴν ἑνότητα ἐκείνων τε καὶ ἡμὦν. ἄνθρωπος Ἰησοὖς Φριστός» (Α´ Σιμοθ. ἔνθεν μὲν ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν θείαν λατρείαν καὶ τὴν πρώτην ἐντολὴν τοὖ δεκαλόγου. καὶ θεόθεν κινούμενοι — οὐδὲν γὰρ ἀθεεἶ κοινῆ πάντες οἱ ἐκλεκτοὶ δύνανται ποι῅σαι — ἤρξαντο τοὺς ἁγίους ἐπικαλεἶσθαι εἰς πρεσβείαν. ἐξ ἀποκαλύψεως διδασκόμενον τὴν εὐσεβ῅ τὦν χριστιανὦν πίστιν διὰ τοὖ ἁγίου Ἰωάννου τοὖ Εὐαγγελιστοὖ καὶ τ῅ς Παναγίας Θεοτόκου· Κωνσταντἶνον τὸν μέγαν καὶ πρὦτον ἐν χριστιανοἶς βασιλεὖσιν. εἰ τοὖτο ἤδει». δι᾿ Ὠν οἱ διαμαρτυρόμενοι καταπολεμοὖσι τὸ δόγμα τοὖτο τὦν Ἁγίων. καθ᾿ ὅσον «εἸς μεσίτης Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων. ἅμα μὲν ἀναιροὖντες διὰ τούτου τὴν τὦν ὡς ἀληθὦς κεκαρωμένων ματαίαν ὑπόληψιν. μεταποιοὖν τὸν Θεὸν εἰς ἐπίγειόν τινα βασιλέα δι᾿ αὐλικὦν μεσιτειὦν καμπτόμενον ὑπὲρ τὦν ἁμαρτωλὦν καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοὖτο ἐπαναλαμβάνουσι μέχρις ἀηδίας δημοκοποὖσαι αἱ ἐν Ἀνατολῆ προτεσταντικαὶ ἑταιρεἶαι. φησίν. ἤδη τὸ χρεὦν λειτουργήσαντος· ἀλλὰ καὶ πολλὰ τούτοις παρόμοια εὑρίσκεται ἐν ταἶς ἱστορίαις τ῅ς ἀρχαίας Ἐκκλησίας — συν῅καν ἐκ Πνεύματος ἁγίου τὴν ἥδη ἐν οὐραν῵ θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν μὴ ἀναίσθητον εἷναι τὦν ἀναγκὦν καὶ παθημάτων τ῅ς ἐπὶ γ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας. Οὐ γὰρ ἅν ἐπεθύμησε ποτ᾿ ἐν κάρω ἔσεσθαι. πὦς διελαθὲν αὐτοὺς τὸ τοὖ Ἀποστόλου ἐπιθυμοὖντος ἀναλὖσαι καὶ σὺν Φριστ῵ εἷναι. Ὠν ἑνὸς πάσχοντος οὐκ ἕσθ᾿ ὅπως μὴ καὶ πάντα συμπάσχειν καὶ συναλγεἶν τ῵ κάμνοντι μέλλει». «Εἰ γὰρ ἔτι ἐν τ῵ σώματι τούτῳ τ῵ παχεἶ τ῅ς ψυχ῅ς προκαλύμματι — ὅθεν οὐκ ἄλλως εἰμὴ ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ αἰνίγματι δυνάμεθα καθορ᾵ν τι τὦν ὑψηλότερων καὶ πνευματικοἶς προσηκόντων — οὗσι τοἶς ἁγίοις ἀπεκαλύφθη τὰ πόρρω. Ὅραμα. πολλάκις κατ᾿ ὄναρ νουθετεἶσθαι ὑπὸ τοὖ μεγάλου Βασιλείου. παρεκάλει αὐτὸν λέγων διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοηθ῅σον ἡμἶν πως οὐχὶ νὖν μ᾵λλον τ῅ς σκην῅ς καὶ τοὖ ἐπιπροσθοὖντος καλύμματος ἁπαλλαγεἶσι τούτοις τρανότερον τὰ ἡμέτερ᾿ ἀποκαλυφθήσεται. β´ 5). Ἐν τῆ ὁμολογίᾳ Μητροφάνους τοὖ Κριτοπούλου ἀναγινώσκομεν «Οἱ παλαιοὶ ἐκεἶνοι καὶ ἅγιοι τ῅ς προτύπου Ἐκκλησίας προστάται. ὅπερ ἐδοξέτισι λίαν ἀνοήτως». μηδὲ κάρω τὰς τὦν ἁγίων ψυχὰς κατέχεσθαι μέχρι τ῅ς ἀναστάσεως καθάπερ ὑπὸ μανδραγόρα καθειζούσας. Ἐν τῆ συμβολικῆ τοὖ Φρήστου Ἀνδρούτσου ἀναγινώσκωμεν : «Δύο εἷναι κυρίως τὰ ἐπιχειρήματα. ἐμφαίνοντές τε ἐνεἶναι τοἶς ψυχαἶς αἴσθησιν καὶ δίχα τὦν σωμάτων οὐ γὰρ ἀναισθήτους ἐπεκαλέσαντο ἅν ἅμα δὲ πιστεύοντες τὸ πανάγιον Πνεὖμα τὸ ἐν ἐκείνοις οἰκοὖν ἀποκαλύπτειν αὐτοἶς τὴν χρείαν τὦν ἐπικαλούντων. εἴπερ τι ἄλλο.

). ἱκετεύειν καὶ εἴ τινες ἕτεροι. (Πράξ. Β´ Πέτρ. εἴτε αὐτοὖ ὑπὲρ ἄλλων εὐχόμενου (Υιλήμ. δυσωπεἶν. Mohler 452). ἐκ κόνεως καὶ ἁμαρτίας αἰωνία καὶ φωτεινὰ παραγούσης πνεύματι» (448). δηλοὖσι τὸ εἷδος τοὖτο τ῅ς δεήσεως τὸ οὐδαμὦς τῆ μεσιτείᾳ ἀντικείμενον. καὶ αἱ λατινικοὶ Miserere nobis. audi nos. ἀλλὰ καὶ αἱ ἄμεσοι ἐνιαχοὖ πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ δὴ μάλιστα τὴν Θεοτόκον δεήσεις αἱ διὰ τοὖ τύπου «σὦσον. καὶ κβ´ 8—9. πείθεται δὲ π᾵ς τις ἀναλογιζόμενος. Ἐν γένει δὲ ὅπως καὶ ἐν τ῵ καθ᾿ ἡμέραν βίῳ ἐπευχόμενοι ἀλλήλοις οἱ ἄνθρωποι μακροβιότητα καὶ εὐδαιμονίαν ἥκιστα προσκρούουσιν εἰς τὴν ὑψίστην τὦν πάντων ἀρχὴν τὴν τὰ πάντα δωρουμένην. οὕτινος ἡ δόξα ἀκτινοβολεἶ καὶ ἐπὶ τὦν πιστὦν αὐτοὖ ἀκολούθων. οὐδ᾿ ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν πρώτην ἥ δευτέραν ἐντολὴν συνομολογοὖσι μὲν καὶ οἱ νηφαλιώτεροι τὦν Διαμαρτυρομένων (Thiersch. Ὁμοίως ἥκιστα παραβλάπτεται καὶ ἡ τοὖ Ἰησοὖ Φριστοὖ μεσιτεία διὰ τ῅ς ἐπικλήσεως τὦν Ἁγίων. ἀλλ᾿ ἐν τ῵ ὀνόματι τοὖ Κυρίου οὕτινος καὶ ἐμμέσως ζητεἶται ἡ χάρις καὶ ἡ ἀρωγή. ὅσῳ διατηρεἶται μὲν οὕτω ἰσχυρὸς καὶ ἀκμαἶος ὁ πρὸς τὴν θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν σύνδεσμος. 15. «Ἡ αἴγλη τὦν Ἁγίων. 5... 5. 15. Ἄλλως δὲ ἀποδεχόμενοι οἱ Διαμαρτυρόμενοι ὅτι οἱ Ἅγιοι οἴκοθεν δέονται τοὖ Θεοὖ ὑπὲρ τ῅ς στρατευομένης Ἐκκλησίας χωρὶς αἱ τοιαὖται δεήσεις νὰ παραβλάπτωσι τὴν μεσιτείαν τοὖ Κυρίου. δι᾿ Ὠν λέγει περὶ Ἰούδα τοὖ Μακκαβαίου ἰδόντος ἐν ὀνείρῳ τοὺς ἀρχιερεἶς Ὀνίαν καὶ Ἱερεμίαν δεομένους ὑπὲρ τοὖ λαοὖ (2 Μακκαβ. πλεἶστα δὲ ἐκ τ῅ς συναφείας ταύτης ἀγαθὰ καρποὖνται οἱ ἐπὶ τ῅ς γ῅ς ἀγωνιζόμενοι (Πρβλ. 5. 4) εἴτε τὰς εὐχὰς τὦν ἄλλων αἰτουμένου (Ρωμ. διότι ὁ Ἰωάννης ἐκλαμβάνει αὐτὸν ὡς Θεὸν τουναντίον δὲ ἡ Γραφὴ ὑπεμφαίνει μ᾵λλον τὸ τὦν Ἁγίων δόγμα. διότι π᾵σα πρὸς τοὺς Ἁγίους δέησις ἀποτείνεται πρὸς αὐτοὺς οὐχὶ ὡς ἰδία δυνάμει καὶ οἴκοθεν δυναμένους σὦσαι καὶ ἀπαλλάξαι ἀπὸ τοὖ κακοὖ. ὅτι. 8 ἕξ. Οὐ μόνον αἱ ἐκφράσεις πρεσβεύειν. ἔνθα ὁ ἄγγελος ἀποκρούει τὴν προσκύνησιν τοὖ Ἰωάννου λέγων «τ῵ Θε῵ προσκύνησον»· καὶ τυφλ῵ δ῅λον ὅτι ὁ ἄγγελος ἀποποιεἶται τὴν προσκύνησιν τοὖ Ἰωάννου λέγων «τ῵ Θε῵ προσκύνησον»· καὶ τυφλ῵ δ῅λον. ἀλλὰ μόνον τιμητικὴ προσκύνησις· καθόσον ὁ ἀσπαζόμενος τὴν εἰκόνα διαστέλλει προδήλως οὐ μόνον εἰκόνα καὶ πρωτότυπον. 30)· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ χερουβὶμ ἐζωγραφημένων καὶ τὰ περὶ σημικινθίων καὶ ΢ουδαρίων . ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοὖ Ἀποστόλου Παύλου. 16.τι αὐτοὶ ποιοὖσιν οἴκοθεν. II. Ἰακ. ἡ πρὸς τοὺς Ἁγίους ἀπονεμόμενη τιμὴ δὲν εἷναι δουλεία ἥ aboratio. ὅτι ὁ Ἄγγελος ἀποποιεἶται τὴν προσκύνησιν ταύτην. ὅπως ἐξαιτὦνται παρὰ τὦν Ἁγίων ὅ. 1. 12. δοξαζομένου ἐν αὐτοἶς τοὖ Ὑψίστου. ὡς διέστειλε πρὦτος ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος. 22) καὶ περὶ δικαίων εἰσακουομένων. ὡς ἄριστα παρατηρεὶ ὁ Μohler οὐδὲν ἄλλο εἷναι ἥ τὸ ἀπαύγασμα τ῅ς δόξης τοὖ Φριστοὖ καὶ ἡ ἀπόδειξις τ῅ς ἀπείρου αὐτοὖ δυνάμεως. οὕτω καὶ ἡ τὦν Ἁγίων ἐπίκλησις δὲν δύναται νὰ χαλάρωση τὴν μεταξὺ δημιουργήματος καὶ δημιουργοὖ ἀπόλυτον σχέσιν. ἐλέησον ἡμ᾵ς» ἐκφωνούμεναι κατ᾿ οὐσίαν ἀναφέρονται εἰς τὴν διὰ τ῅ς παρεμβάσεως τὦν Ἁγίων θείαν βοήθειαν καὶ σωτηρίαν.342).8). 15.Ἀλλ᾿ ὅτι μὲν δὲν προσκρούει εἰς τὴν θείαν λατρείαν. δὲν δύνανται φυσικὦς νὰ ἀρνηθὦσι καὶ τοἶς ἐπὶ γ῅ς πιστοἶς. IV 6. οὐδὲ ἔχουσιν δίκαιον οἱ Διαμαρτυρόμενοι προβάλλοντες τὰ τ῅ς ἀποκαλύψεως ιθ´ 10. Rom. Οὐδὲν ὑπάρχει ἐν τῆ Γραφῆ χωρίον ἀντιβαίνον εἰς τὴν τιμὴν τὦν Ἁγίων ἥ τὦν λειψάνων καὶ εἰκόνων. αὐτὦν. καθ᾿ ὅσον ἡ τὦν Ἁγίων εὐδαιμονία πηγάζει ἐκ τ῅ς ἀξιομισθίας τοὖ Κυρίου. 1. Ἀποκ. οὐδαμὦς προσκρούοντες εἰς τὸν Θεόν· τοὖτο δὲ τοσούτῳ μ᾵λλον. διαστελλόμεναι τοὖ ora pro nobis (Κat. ἀλλὰ καὶ δημιουργὸν ἀπὸ τὦν δημιουργημάτων αὐτοὖ· τουναντίον μάλιστα ἡ ἐπίκλησις τὦν Ἁγίων καὶ ἀναδεικνύει τὴν θείαν λατρείαν.

πὦς ποτε πεπερασμένοι καὶ οὗτοι ὄντες γινώσκουσι τὴν μετάνοιαν ταύτην. πὦς ποτε εἰσακούουσι τὴν δέησιν ἡμὦν οἱ Ἅγιοι οἱ μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τ῅ς πεπερασμένης αὐτὦν φύσεως νὰ γινώσκωσι τὰ ἡμέτερα. Εἰς τὴν ὆οπὴν δέ. Ἀκριβὦς τὸ διδακτικὸν στοιχεἶον ἐν τῆ ἀπεικονίσει φέρει κατ᾿ ἀνάγκην εἰς ἐξάρτησιν τ῅ς ὕλης ἀπὸ τ῅ς ἱστορίας τὦν Ἁγίων. Πράξ. κατανοεἶ τις καὶ σήμερον. Ὡς οἱ ἄγγελοι χαίρουσιν ἐν οὐραν῵ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλ῵ μετανοοὖντι. 18—23. Σὴν ὆οπήν. ἣν ἀσκεἶ ἐπὶ τ῅ς θρησκευτικ῅ς ζω῅ς ἡ παράστασις τοὖ Κυρίου περιβαλλόμενου ὑπὸ τοσούτου νέφους μαρτύρων παθόντων ὑπὲρ αὐτοὖ καὶ δοξασθέντων καὶ καθόλου περιστεφομένου ὑπὸ τὦν ἐν τ῵ ἐνιαυσίῳ κύκλῳ ἑορτὦν τὦν τοἶς ἴχνεσιν αὐτοὖ ἀκολουθησάντων Ἁγίων. οὔτε εἰς τὴν καρδίαν τοὖ λαοὖ εἰσέδυσαν. οὔτε εἰς θρησκευτικὴν πρὸς αὐτὰς τιμὴν (Cass 324 ἐξ.ἐν τῆ Γραφῆ παρατηρούμενα (Ἔξ. ἁπλὴ δὲ τεχνικὴ μόνον ἀπόλαυσις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. Ἡ τιμὴ τὦν ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας γεραιρομένων Ἁγίων δὲν δύναται νὰ περιορισθῆ εἰς γενικὴν μὲν καὶ ἀόριστον. κατὰ τρόπον ἀκατανόητον. δι᾿ ἧς ἐμπεδοὖται καὶ ἐξαγνίζεται καὶ καρποφορεἶ ἐπὶ τὦν πιστὦν. οὕτω καὶ οἱ ἐν τ῵ Θε῵ ὅντες ἅγιοι. βιβλ. τὰς μὴ ὑπὸ τοὖ ὆εύματος τοὖ πολιτισμοὖ παρασυρθείσας. Καὶ ᾧ μέγας Βασίλειος λέγει: . ἥκιστα δύναται νὰ τεθῆ ὡς σκοπὸς καὶ νὰ ἐπιτραπῆ εἰς τὰς τὸ πνεὖμα τ῅ς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διακατεχούσας ἐκκλησίας. ἐπισκεπτόμενος.). ἀλλ᾿ ἀνάγκη νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν θρησκευτικὴν μορφήν. ὅτι π᾵ν τὸ ἱστορικὦς ἐμφανισθὲν δύναται νὰ ἀποδοθῆ διὰ τ῅ς τέχνης. 25. 332). Ἱεροσολ. μ᾵λλον ὑπὲρ τ῅ς τιμ῅ς τὦν εἰκόνων καὶ τὦν λειψάνων δύνανται νὰ προσαχθὦσιν. ἣν ἀπευθύνουσιν αὐτοἶς οἱ ἐπὶ γ῅ς πιστοὶ (Thiersch. ἀντικειμένη εἰς τὸν σκοπὸν τ῅ς ἱερ᾵ς λατρείας. οὐδαμὦς ὅμως φέρει οὔτε εἰς ἐξάρτησιν τ῅ς ὕλης (5) τὦν εἰκόνων ἐκ τ῅ς Ἱστορίας τὦν Ἁγίων. Ὁμοίως δὲ οὐδαμὦς ὀρθὰ ἀποφαίνονται νεώτεροί τινες διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι ἀξιοὖντες ὅτι εἷναι μὲν ὀρθὴ ἡ γενικὴ τὦν εἰκόνων βάσις. τὰς χριστιανικὸς κοινότητας τ῅ς Ἀνατολ῅ς. ΢χολαία δ᾿ ὄντως εἷναι ἡ ἔνστασις. καὶ αὐτὴ εἷναι ὁ διὰ τοὖ ἀσπασμοὖ τὦν εἰκόνων καὶ τὦν λειψάνων σεβασμὸς καὶ ἡ πρὸς αὐτοὺς δέησις. 19. Ἐντεὖθεν δὲ βλέπομεν ὅτι καὶ αἱ γενικαὶ ἐκεἶναι περὶ ἀποδοχ῅ς τ῅ς τιμ῅ς τὦν Ἁγίων ἐν τῆ Αὐγουσταίᾳ ὁμολογίᾳ ἐκφράσεις. II 343) Ὁ Ἱεροσολύμων Κύριλλος λέγει περὶ τ῅ς τιμ῅ς τὦν ἁγίων τὰ ἑξ῅ς: Σιμὦμεν τ῅ς τὦν ἁγίων θήκας καὶ τ῅ς οὕτω λαμπρὰς αὐτὦν εὐανδρίας καθάπερ ἐν τάξει γερὦν καὶ ἀντιμισθίας τὴν ἀμάραντον αὐτοἶς κατατιθέμενοι μνήμην. ἡθικὦς δὲ ἄκαρπον τὦν ἔργων αὐτὦν ἀναγνώρισιν. στ´). λαμβάνουσι γνὦσιν τ῅ς δεήσεως. Οὐδὲν δὲ ἀνύτουσιν αἱ πυκνοὶ τὦν διαμαρτυρομένων ἐνστάσεις ὅτι ὁ Ἰησοὖς Φριστὸς εἷναι ὁ ἥλιος οἱ δὲ ἅγιοι τὰ ἄστρα τὰ παρὰ τοὖ ἡλίου λαμβάνοντα τὸ φὦς. οἵα εἷναι ἡ τιμὴ τὦν κοσμικὦς ἀναδειχθέντων καὶ ὠφελησάντων. οὔτε ἄλλως ἐπὶ τ῅ς ζω῅ς τὦν ἀνθρώπων ἐπέδρασαν. Stolting Gebet 192) (4). μένει δὲ ἀκατανόητον ἡμἶν. 12). καὶ ὅτι τ῅ς ἡμέρας καταφώτου ὑπὸ τοὖ ἡλιακοὖ φωτὸς οὕσης οὐδεὶς προσφεύγει εἰς τὸ ἀμυδρὸν φὦς τὦν ἀστέρων (πρβλ. ταύτην ἀποβλέπων ὁ Ηerder ἐπόθησεν ὅπως ἐκδοθεἶ ἀνθολόγιόν τι διὰ τὸν λαὸν ἐκ τὦν Actorum Sanctorum (Tiersch. II. Πάντα ταὖτα εἷναι διακρίσεις ἀσύστατοι καὶ ἀπόβλητοι. ἀποστερηθεἶσαι τὴν μόνην ἀληθ῅ θρησκευτικὴν αὐτὦν περιβολὴν ταύτην. ἀγωνισαμένους τε μέχρι ψυχ῅ς καὶ αἵματος καὶ μαρτυρήσαντας τῆ δόξῃ τοὖ Φριστοὖ καὶ τοἶς τ῅ς εὐσεβείας ἀνδραγαθήμασιν ἐκλαμπρυνομένοις (Κυριλλ. Σιμὦμεν ἄνδρας ἁγίους τιμὦντας τὴν πίστιν καὶ τοἶς τ῅ς εὐανδρίας ἐκχύμασιν εὐ μάλα κατεστεμμένους.

Ν.» (Βασιλείου ἐν ψαλμ. . ἤδη ὅμως οὐδεμίαν θέσιν οὐδὲ ἰσχὺν τίνα. Σίμιος οὗν ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοὖ ὁσίου αὐτοὖ. προτρεπτ. περὶ τοὖ χρησίμως τ῅ς προφητείας ἀσαφεἶς εἷναι. Α´ σελ. Ὠριγ. Ἐὰν ἐζητοὖμεν παρὰ τὦν Ἁγίων φωτισμὸν πρὸς γνὦσιν τ῅ς ἀληθείας. Σαὖτα φρονεἶ καὶ δοξάζει ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία περὶ τ῅ς τιμ῅ς καὶ τ῅ς πρεσβείας τὦν ἁγίων τοὖ Θεοὖ. ΢ημ. 4. 3. Φρυσοστ. II.«Ὁ ἁψάμενος ὁστέου μάρτυρος λαμβάνει τινὰ μετουσίαν ἁγιασμοὖ ἐκ τ῅ς τ῵ σώματι παρεδρευούσης χάριτος. εἷχε θέσιν τινὰ ἡ παραβολή. εἰς Μάρτυρα Κυπριονόν. ΣΕΛΟ΢ ΚΑΙ Σῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ ΢ΗΜΕΙΨ΢ΕΙ΢ 1. εἰς μαρτύρων § 30 βλέπε καὶ § 50. Κθ´). 2. 5. Ναζιαν. διότι οὐδὲν τοιοὖτον ζητοὖμεν παρ᾿ αὐτὦν. Σοὖ περιεχομένου. Ὠν ταἶς πρεσβείαις ἐλε῅σαι καὶ σὦσαι ἡμ᾵ς Φριστὸς ὁ Θεὸς ἡμὦν. 279. λόγ. λόγ. Γρηγορ. Σόμ. Ὥστε πλανὦνται πλάνην δεινὴν οἱ ταὖτα λέγοντες.

Ἡ δὲ γ῅ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος καὶ πνεὖμα Θεοὖ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοὖ ὕδατος. Σὴν δὲ ἕκτην τὰ τετράποδα καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ θηρία τ῅ς γ῅ς κατὰ γένος. ἕνεκα τ῅ς τάξεως καὶ ἁρμονίας τ῅ς ἐπικρατούσης ἐν αὐτῆ.Κόσμος καλεἶται τὸ σύνολον τ῅ς δημιουργίας. . ἐπειδὴ εἷπε καὶ ἐγένετο· ὥστε ὁ κόσμος ἐστὶν ἔργον μόνης τ῅ς θείας δυνάμεως καὶ σοφίας (7). Σί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. α´). παραρτ. Εἰς πόσον χρόνον λέγει ἡ Ἁγ. Μετὰ δὲ τὴν δημιουργίαν ὑλὦν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον. . ιζ´). ἥτις ἐβλάστησε τὰ φυτὰ καὶ τὰ δένδρα. καὶ ὁρατὸς μὲν κόσμος ἐστὶν ἡ ἔνυλος φύσις· ἀόρατος δὲ κόσμος ἐστὶν ἡ ἄὉλος φύσις. ἤτοι οἱ ἄγγελοι καὶ ἡ ψυχὴ τοὖ ἀνθρώπου (1). Πίστ. Ια.Ὅτι τὰ πάντα ἐποίησεν ὁ Θεὸς καλὰ λίαν. Σὴν τρίτην διεχώρισεν ὁ Θεὸς τὰ ὕδατα εἰς συναγωγὴν μίαν καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. Δ. κεφ. (Ἔκδ. (9) Σί λέγει ἡ ἁγία Γραφὴ περὶ τῆς δημιουργίας. βιβλ. κεφ. Σὴν δὲ δεύτερον τὸ στερέωμα ἤτοι τὸ ἔκταμα τοὖ οὐρανοὖ «καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα οὐρανόν» (Γεν. καὶ εἷπεν ὁ Θεὸς «Γενηθήτω φὦς καὶ ἐγένετο φὦς». . λέγει. Ποῦ ἔθετο ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔαν.Ἡ Π. α´ 14). ὅτι τὴν μὲν πρώτην ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γ῅ν. Σὴν δὲ τετάρτην ἔκτισε τὸν ἥλιον.Ἐν τ῵ παραδείσῳ. Σὴν πέμπτην ἔκτισε τοὺς ἰχθύας τ῅ς θαλάσσης καὶ τὰ πετεινὰ τοὖ οὐρανοὖ καὶ π᾵σαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετὦν κατὰ γένος αὐτὦν.«ὁ Θεὸς ἐκ τοὖ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἷναι παράγει καὶ δημιουργεἶ τὰ σύμπαντα. Γραφὴ ὅτι ἔκτισεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον. β´. . Ὀρθ. ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν κόσμον εἰς ἓξ ἡμέρας (Γεν.Ὅτι ὁ Θεὸς (2) ἔκτισε τὸν κόσμον εἰς ἓξ ἡμέρας (3) ἐκ τοὖ μηδενὸς (4) ἐξ ὑπερβολ῅ς τ῅ς αὐτοὖ ἀγαθότητας καὶ βουλήσεως (5) καὶ μόνῳ τ῵ λόγῳ (6). . . (ἰδὲ σημ.) ΢ΗΜΕΙΨ΢ΕΙ΢ (1) Ὁ Δαμασκηνὸς λέγει τὰ ἑξ῅ς.Ἅγιος Νεκτάριος Περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου Σί καλεῖται κόσμος. Διαιρεἶται δὲ ἡ δημιουργία εἰς τὸν ὁρατὸν καὶ τὸν ἀόρατον κόσμον. ἀόρατά τε καὶ ὁρατὰ καὶ τὸν ἐς ἀοράτου καὶ ὁρατοὖ συγκείμενον ἄνθρωπον». τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας (8).

καὶ πάλαι (οἸον οἱ γνωστικοί. II. 4. 15. Πίστ.λπ. Φρυσόστ. Ζιγαβην. Οἱ περὶ τὸν Ἐρμογένη ἐδόξαζον. Κυριλλ. Εἰρην. α´ 9. γ´. α´ 2. Εἰρην. ΣertullΙ. Ὠριγ. ιζ'. ἣν κατεδίκασεν ἀείποτε ἡ Ἐκκλησία. (4) Β´ Μακκαβ. ρμε´ 5. August Confess. 6. δ´ ιε´. IV. 6.ζ´. γ´ 4. XI. Ὀρθ. ὅθεν καὶ ἔλεγεν αὐτὸν προαιώνιον. 20. 4 de civ. α´ 3. η´ 23 -30. Ιζ´. 10. ια´. Ἰωάν. 8). Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς μέσους αἰὦνας ἀνεφάνησαν οἱ Παυλικιανοὶ καὶ οἱ Βογόμιλοι. ιθ´. Ἀμφότερα τὰ ἀντίθετα ταὖτα ἄκρα εἰσὶν ἐσφαλμένα. Κολ. 26. Ἅπασαι αὐταὶ αἱ κακοδοξίαι κατεδικάσθησαν ἔκπαλαι ὑπὸ τ῅ς ἐκκλησίας. Γενεσ. ζ´ 28. Πρβλ. ἐκκλ. οἱ περὶ τὸν Μαρκίωνα κ. εἰς Γένεσ. α´ 11.II. Ἑβρ. δ´ 7. Adv haer II. Ἄλλοι πάλιν ἐθεώρησαν καὶ θεωροὖσι τὸν κόσμον τόσον καλὸν καὶ τέλειον. 13. Ἀλεξανδρείας εἰς Ἰωάν. 4 XII. Lactant.) καὶ νὖν. 2. Ρωμ. Σατιαν. α´ 3. (Ἔκθεσ. ρλδ´ 6.7. πανοπλ. ψαλμ. προπαρ. 1. (7) Χαλμ. ἱστορ. Ι. Ἱερεμ. καὶ ἀπέδιδαν τὴν αἰτίαν τούτου ἥ εἰς τὸν Θεὸν ἥ εἰς ἄλλην τινὰ ἀντίθετον καὶ ἀντίπαλον ἀρχὴν τοὖ κακοὖ· δόξα. Ἑβρ. ἐκθ. Ἱερεμ. Εἰρην. ἐθεώρουν τὸν κόσμον ὡς ἄκρως ἀτελ῅ καὶ πλήρη ἐλλείψεων καὶ κακὦν. γ´ 9. ὁμ. Ἀθηναγόρ. α´ 17. δ´ 11. α´ 24. Hermogenem II. Ιδ´ 7. Καρποκράτης καὶ ἄλλοι ἐδίδασκον. 11. Εὐαγγ. Βασιλείδης. ὁ Κήρινθος. δ´ 24. πρεσβ. Dei XI. α´ 1. (3) Γεν. ὥστε λησμονοὖντες καὶ ἀρνούμενοι τὸν Κτίστην θεοποιοὖσι τὴν κτίσιν. α´ 34. 5. XI. Θεοδώρ. Μάρκ. Haer. Εὐσέβ. α´ 6. ια´ 10. ἔκθ. ι´ 6.Haer. ὅτι ἐπλάσθη ὑπὸ τοὖ δαίμονος. Ἐφραὶμ ὁ ΢ύρ. Φρυσόστ. Ἀθηναγ. Ἡσαΐ. ὅτι ὁ κόσμος ἐκτίσθη ἐκ τ῅ς ὕλης προυπαρχούσης αἰωνίως (Σertull. Ἱερεμ. Ἀποκάλ. α´ 19. (5) Χαλμ. ἀπορ. εἰς τὴν β´ πρὸς Κορ. Ιζ´. ὅτι ὁ κόσμος ἐπλάσθη ὑπὸ κατωτέρας δυνάμεως ἐν ἀγνοίᾳ τοὖ Θεοὖ (Εἰρην. ὀρθ. κατὰ αἱρ. β´ κβ´). Divin insit. ἀποδιδόντες τὴν δημιουργίαν τοὖ κόσμου εἰς τὸν δαίμονα ἥ ΢αταναὴλ (Υώτιος κατὰ Μανιχ. ια´ 3. οἱ Μανιχαίοι.9. Εἰρ. Ρωμ. α´ 1. Δαμασκην. α´ 3. Ἑβρ.Haer. Confess. λβ´ 17. ι´ 12. Ἀποκ. β´ 5. Κύριλλ. Μένανδρος. ὅμ. III. 9. Ἐφεσ. (6) Γεν. β´. . ἱστ. Υωστὴρ γάρ ἐστιν οὐκ αὐτὸ τὸ φὦς. Εὐσεβ. Μανιχαίοι καὶ Πρισκιλλιανοί. Adv. Χαλμ. πίστ. ΢ίμων δὲ ὁ Μάγος. August . (8) Ὁ Δαμασκηνὸς λέγει· «Σοἶς φωστ῅ρσι τούτοις τὸ πρωτόκτιστον φὦς ὁ δημιουργὸς ἐναπέθετο. haeret 46. Ὁ Ὠριγένης ἐθεώρει τὸν κόσμον ὡς συνέπειαν ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον αὐτ῅ς τ῅ς παντοδυναμίας τοὖ Θεοὖ. ργ´ 11. Εὐθύμ. ιγ´. Εὐσέβ. ιζ´ Δαμασκ. οὐχ ὡς ἀπορὦν ἄλλου φωτός. Ἀποκ. 24. ια´ 12. εἰς Ἰώ. (9) Πολλοί. περὶ ἀρχὦν α´ 2. α´ 1. πρεσβ. ἐκθ. γ´ 19. August Confess. Ἀλεξ. Ἐφεσ. παροιμ. καὶ μάλιστα τὴν ὑλικήν. Χαλμ. adv. α´ 1. ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἀργὸν ἐκεἶνο μείνῃ τὸ φὦς. Δαμασκ. πη'. ρλδ´ 5. XI. θ´ 12. 2. Μάρκ. ἐκκλ. πρὸς Ἕλλην ε´. β´ 5 με´ 18. εἰς Γένεσ. β´ 2. Κλήμ.(2) Γεν. διὸ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς ὀφείλει ν᾿ ἀποπτύῃ ἐξ ἴσου τὰς βλασφημίας ἀμφοτέρων τὦν ὑλοφρόνων (materialistes) καὶ τὦν ψευδοπνευματοφρόνων (Pseudospiritualistes). δ´ 17. οὁ Ὀφίται. ἀλλὰ φωτὸς δοχεἶον».Haer Ιiν 10. De praescript haeret. πίστ. ε´ 21). Α´ Κορ. adv. κζ´). ρα'.de praescr. Ἰωάν. Πραξ. ὅτι ἐκ τ῅ς προαιωνίου ταύτης ὕλης διέπλασαν τὸν κόσμον οἱ ἄγγελοι (Σertull. ρμζ´ 5.

Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμὦν Ναὶ ναί. οὐκ ἔχει οὕτως. ο὘τος. Ἐκδόσεις Ῥηγοπούλου.Διὰ τὦν ἑξ῅ς ὆ημάτων. ἣν ἡ τοὖ Φριστιανισμοὖ τελειότης οὐδ᾿ ὅλως ἀνέχεται. Ἀπαγορεύει ὁ ΢ωτὴρ καὶ τὸν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν ἀπαιτούμενον ὅρκον. Διότι ὁ ὅρκος Ὠν ἐπιμαρτύρησις τὦν λεγομένων ὑποθέτει ἠθικὴν ἀτέλειαν εἰς ψεὖδος ὑπολισθαίνουσαν.Ἅγιος Νεκτάριος Περὶ Ὅρκου Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὀρθόδοξος Ἱερὰ Κατήχησις». μὲ μορφὴ ἐρωταποκρίσεων. καὶ οὐ. φέρει καὶ τὴν ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς ΢υνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. ὅτι πόλις ἐστὶ τοὖ μεγάλου βασιλέως. ἀποδώσεις δὲ τ῵ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου Μητροπολίτου Πενταπόλεως.Σοὖτο οὐδ᾿ ὅλως ἐπιτρέπει αὐτ῵ τὴν ἀθέτησιν τ῅ς ἐντολ῅ς. ὀφείλει να ἐμμένῃ ἐν τῆ διαβεβαιώσει τ῅ς ἀληθείας διὰ τοὖ ναί. «Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοἶς ἀρχαίοις: οὐκ ἐπιορκήσεις. Μήτε ἐν τῆ κεφαλῆ σου ὀμόσῃς. ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τὦν ποδὦν αὐτοὖ. ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἥ μέλαιναν ποι῅σαι. Σὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοὖ πονηροὖ ἐστιν». .Ἐκ τὦν ὑπὸ τοὖ ΢ωτ῅ρος εἰρημένων δὲν ἐξακριβοὖται τὸ τοιοὖτον. Σὶ ἐπιζητεῖ διὰ τῶν εἰρημένων ὁ ΢ωτήρ. Πῶς συμπληροῖ τὴν περὶ ὅρκου ἐντολὴν τοῦ παλαιοῦ Νόμου. Μήτε ἐν τ῵ Οὐραν῵. ὅτι ὁ ΢ωτὴρ ἀπηγόρευσε τὸν ὅρκον τὸν πρὸς ἀλλήλους καὶ οὐχὶ τὸν ὅρκον τὸν διδόμενον ἐνώπιον τὦν ἀρχὦν καὶ ἐξουσιὦν τὸν ὑπὸ τοὖ νόμου ἀπαιτούμενον πρὸς πίστωσιν τ῅ς ἀληθείας καὶ διαβεβαίωσιν τὦν ἀρχὦν. Σὸ κείμενο ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. ἥ πράγματι καὶ ἀληθείᾳ οὐ. Σοὖτό ἐστι χριστιανικὴ τελειότης. καὶ τὸ οὐ. Νὰ ἦναι δὲ ἱκανὸν πρὸς πίστωσιν καὶ βεβαίωσιν τὸ ναί. . Μήτε ἐν τῆ γῆ.Σὴν ἠθικὴν τελειότητα τὦν ὀπαδὦν ἑαυτοὖ. 127. κς´ 63). Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμἶν μὴ ὀμόσαι ὅλως. Ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ τὴν ἀλήθειαν ἐπιζητοῦντες ἀπιστοῦσι τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένοις. ναί. καὶ δὲν ἐπιδέηται ἐπιμαρτυρίας πρὸς βεβαίωσιν τ῅ς ἀληθείας τὦν ὑπ᾿ αὐτοὖ λεγομένων. . καὶ ὡμολόγησεν ὅτι αὐτός ἐστιν (Ματ. ἐδέχθη τὸν ὅρκον. ἔχει οὕτως. Θεσσαλονίκη. ὅπως πιστεύηται λέγων ναὶ ἥ οὐ. Ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ βιβλίο. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ ΢ωτὴρ ἐξορκισθεὶς ὑπὸ τοὖ ἀρχιερέως να μαρτυρήσῃ εἰ αὐτός ἐστιν ὁ Φριστός. ὥστε οὐδ᾿ ἑνὸς να ἐπιδέωνται ὄρκου πρὸς βεβαίωσιν τ῅ς ἀληθείας τὦν ὑπ᾿ αὐτὦν λεγομένων. Οὐ οὐ. Διὸ διατάσσει να ἀποβὦσι τοσούτον ἀξιόπιστοι. εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητα τεκμηριωμένο μέσῳ χωρίων τῆς θεοπνεύστου Ἁγίας Γραφῆς. Ἐκ τοὖ σκοποὖ ὅμως δι᾿ ὃν ἐρρήθησαν μ᾵λλον καταφαίνεται. Μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα. . Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀπόστολος Παὖλος γράφων πρὸς Ῥωμαίους ἐπικαλεἶται μάρτυρα τὸν Θεὸν πρὸς . Διὸ ὁ Φριστιανὸς ὀφείλει να ἀποβῆ ἀξιόπιστος. οὐ. Ἤτοι πράγματι καὶ ἀληθείᾳ ναί. ὅτι θρόνος ἐστὶ τοὖ Θεοὖ. ΢ελίδες 126. τοὖ θαυματουργοὖ.

λ´ 3 ἰδὲ καὶ Δευτερονόμ.πίστωσιν τὦν λόγων αὐτοὖ. ἀλλ᾿ ἐκ τοὖ Λευϊτικοὖ (ιθ´ 12). κγ´ 23) καὶ περὶ παντὸς πράγματος. Σοὐναντίον φαίνεται. ὅτι ὁ ΢ωτὴρ ἐνταὖθα ἐξ ἠθικὦν καὶ οὐχὶ δογματικὦν ὁρμ᾵ται ἀρχὦν. . Ι´ 6). Καὶ ὁ ἄγγελος τ῅ς Ἀποκαλύψεως ὤμοσεν ἐν τ῵ ζὦντι εἰς τοὺς αἰὦνας τὦν αἰώνων.Ἐκ τὦν ἑξ῅ς. Πόθεν ἄλλοθεν δύναται να ἐξαχθῇ ὅτι ὁ ΢ωτὴρ δὲν ἀπηγόρευσεν ἀπολύτως τὸν ὅρκον. Ἐκεἶ δὲ ἀπαγορεύεται τὸ ὀμνύειν τ῵ ὀνόματι τοὖ Θεοὖ ἐπ᾿ ἀδίκῳ. Ἐκ τούτου δηλοὖται. ὃς ἔκτισε τὸν Οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτ῵ καὶ τὴν Γ῅ν καὶ τὰ ἐν αὐτῆ. καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῆ. Σοὖτο ὁ ΢ωτὴρ ὀνομάζει ἐπιορκίαν. α´ 9). α´) ἐκ τ῅ς ἐντολ῅ς. β´) Ἐκ τοὖ ὅτι δὲν φαίνεται ὅτι ὁ ΢ωτὴρ ἀπολύτως ἀπηγόρευσε τὸ λαμβάνειν τὸ ὄνομα τοὖ Θεοὖ εἰς βεβαίωσιν τ῅ς ἀληθείας ἐν τ῵ δέοντι χρόνῳ. (Ἀποκάλ. . ὅτι πρόκειται περὶ τ῅ς πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίας πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης. Ῥητέον δὲ καὶ τόδε. ὅπερ ἠκολούθησαν καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοὖ. καὶ βεβηλοὖν τὸ ὄνομα αὐτοὖ. ὅτι μνείαν ποιεἶται πάντοτε αὐτὦν ἐπὶ τὦν προσευχὦν αὐτοὖ (Ρωμ. Ὠσαύτως καὶ πρὸς τοὺς Κορινθίους γράφων μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλεἶται πρὸς πίστωσιν τὦν λόγων τοὖ ὅτι φείδεται αὐτὦν (Β´ Κορινθ. ἣν λαμβάνει οὐχὶ ἀμέσως ἐκ τοὖ δεκαλόγου. ὅτι τοὖτο ἐπέτρεψε διὰ τοὖ ἰδίου παραδείγματος. ἕνεκεν ἀθετήσεως τοὖ ὅρκου δοθέντος πρὸς τὸν πλησίον (ἰδὲ Ἀριθ. Ὥστε ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχὦν ἐπιτρέπεται». Ἐὰν ὁ ΢ωτὴρ προυτιθετο να ἀπαγορεύσῃ ἀπολύτως τὸν ὅρκον τόν τε ἐπὶ ματαίῳ λαμβανόμενον καὶ τὸν ἐπὶ δικαίῳ πάντως θὰ συνεπλήρου τὴν ἐντολὴν δι᾿ ἑτέρας σαφοὖς ἀπαγορεύσεως. τοιαύτη δὲ σαφὴς ἀπαγόρευσις δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοὖ Κυρίου. α´ 23).

ὅλα τὰ διευθετίζει. τὸ νοιώθετε. Ἐκδ. εἷναι ἐν τῆ πραγματικότητι ἕνας ἐξωφλημένος ἄνθρωπος. Διότι ἀκριβὦς τὸ μοναστήρι πάλι εἷναι ἡ ἀτμόσφαιρα τ῅ς προσευχ῅ς. νὰ κάνῃ θαύματα εἰς τὴν πορεία μας δηλαδή. Ἂς τὸ ποὖμε ἔτσι. Πρέπει νὰ δοὖμε. θὰ μείνη πάλι ἕνας ἐπίγειος ἄνθρωπος καὶ δὲν θὰ γίνη ποτὲ ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος. κίνδυνος ὁριστικός. ἡ προσευχὴ αὐτὴ δὲν γίνεται ἥ ἐὰν στραβὰ γίνεται. Σὸ θέμα τ῅ς προσευχ῅ς. ποὺ ὁ βαρκάρης κτυπάει τὰ κουπιά. Παναγόπουλος 1. Καὶ γιατί ἤλθαμε στὸ μοναστήρι. Ἀπὸ μικρὰ παιδάκια ποὺ ἤμαστε. ἀλλὰ ἡ προσευχή μας ἔχει τὴν πορεία ποὺ πρέπει. ξεύρομε τί εἷναι ἡ προσευχὴ καὶ ξεύρομε νὰ προσευχώμαστε. Θὰ ὁμιλήσωμε σήμερα δι᾿ ἕνα καίριο θέμα τ῅ς πνευματικ῅ς ζω῅ς. μπορεἶ καὶ νὰ τερατουργῆ. ὁ κίνδυνός μας εἷναι ἄμεσος. τότε πὦς εἷναι δυνατὸν τελικὦς νὰ γίνωμε ἐπιτυχημένοι ἄνθρωποι καὶ μάλιστα πνευματικοὶ ἄνθρωποι. Ἀκόμη. Ἀκόμη περισσότερο. μὲ σκοπὸ νὰ φθάση σ᾿ Αυτόν καὶ νὰ ἑνωθῆ μαζί του. λοιπόν. νοιώθετε ὅτι τακτοποιεἶ τὰ πάντα. καὶ θὰ γίνουν τὰ ἄνω κάτω θρύψαλα. Καὶ ἑπομένως. ἅν δὲν ξεύρωμε νὰ προσευχηθοὖμε. Δὲν εἷναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις καταστροφ῅ς μὲ καμιὰ καταστροφή. τὸ αὐτοκίνητο ἥ τὸ πλοἶο δὲν φθάνει ποτὲ στὸν προορισμό του. Ἀνυπολόγιστο! Σὸ μοναδικὸ κακό. Δὲν ὑπάρχει ἐνδεχόμενο νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ζωή του. ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ ἀρχομένη αὐτὴ περίοδος. τὶς ἁμαρτίες μας. ἀλλὰ τελικὦς δὲν κάνει τίποτε ἄλλο. Ἐὰν ἡ πορεία τ῅ς προσευχομένης ψυχ῅ς μας δὲν εἷναι ὀρθή. εἴπαμε. ἐὰν δὲν ξεύρωμε νὰ προσευχηθοὖμε. τὸ κακὸ θὰ εἷναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ κακὸ τὸ ὁποἶον ὑφιστάμεθα ἐμεἶς. Ἄραγε. ἀναχαιτίζει κάθε δυσκολία. μαθαίναμε νὰ προσευχώμαστε. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας ἀναπνέει μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμε ὅτι θὰ χτυπηθοὖν ὅλα τ᾿ ἀστέρια καὶ ὅλοι οἱ κόσμοι μεταξύ τους. Ἐὰν ἡ πορεία δὲν εἷναι σωστή. Εἷναι τὸ ὄχημα τ῅ς ψυχ῅ς. τὴν προσευχή. Καὶ μοναχὸς νὰ εἷναι.Ἅγιος Νεκτάριος Περὶ Προσευχῆς Νεοελληνικὴ ἀπόδοση. Ἡ προσευχὴ εἷναι μία πορεία τ῅ς ψυχ῅ς πρὸς τὸν Θεόν. καταλαβαίνετε ὅτι ποτὲ δὲν θὰ φθάση στὸν Θεό. Ἐάν. Σί εἷναι ἡ προσευχή. Πὦς οἱ πνεύμονές μας ἀναπνέουν τὸν ἀέρα. Ἐνὦ ἡ προσευχὴ ἡ ὀρθή. παρὰ στριφογυρίζει γύρω στὸ ἴδιο σημεἶο. ΢ὰν νὰ ἔχωμε μία βάρκα. τὶς ἀγωνίες μας. καὶ εἰς τὸν ἀγώνα μας καὶ εἰς τὴν ζωή μας. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ξεύρει νὰ προσευχηθῆ. ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἁγίου Νεκταρίου Θεοτοκάριον». εἰς τὸ ὁποἶον μ᾵ς εἰσάγει καὶ τὸ Σριώδιον ὁλόκληρον. ἐφ᾿ ὅσον δὲν θὰ ξεύρῃ νὰ χρησιμοποιῆ πολὺ καλὰ αὐτὸ τὸ μέσο πορείας καὶ πλεύσεως. . στὴν περίπτωσι αὐτ῅ς τ῅ς πνευματικ῅ς ἀγνοίας. ἅς ποὖμε. Σὰ πάντα διὰ μίαν προσευχή. τὸ ὁποἶον πάσχομε. τὰ προβλήματά μας. ἡ προσευχή μας εἷναι ἐπιτυχημένη προσευχή. Σὸ ἴδιο μπορεἶ νὰ παθαίνωμε καὶ ἐμεἶς καὶ νὰ μὴ τὸ ξεύρωμε κἄν. εἷναι ἀκόμη καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ζ῅ ἡ ψυχή. Εἷναι ἀνυπολόγιστο τὸ κακὸ ποὺ παθαίνομε. δὲν θὰ γίνῃ ἕνας ἄγγελος.

Διότι ἡ προσευχὴ εἷναι τὸ π᾵ν. ἡ προσευχὴ τοὖ Ἰησοὖ. μὲ τὴν ὁποία ἰδιαιτέρως θὰ ἀρχίσωμε νὰ ἀσχολούμεθα αὐτὸ τὸ διάστημα τ῅ς Μεγάλης Σεσσαρακοστ῅ς. ποὺ λέγει πολὺ ὡραἶα ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος — καὶ δὲν ἔχετε «διὰ τὸ μὴ αἰτεἶσθαι ὑμ᾵ς». ἡ μονόλεκτος. ἅν δὲν ἔχωμε πλοὖτον χαρ᾵ς. καὶ οὐκ ἔχετε». Καὶ τὸ π᾵ν γίνεται μία καταστροφὴ τελεία. ὅπως πάλι λέγει ἐκεἶ ὁ Ἀπόστολος. Καὶ ἅν ἐπιθυμοὖμε — «ἐπιθυμεἶτε. κακὦς ζητ᾵με. Μία αὐτοκαταστροφή. προσευχή. Διότι «κακὦς αἰτεἶσθε».. Ἡ σημερινή μας αὐτὴ κατήχησις θὰ ἔχη ἕνα σκοπὸ εἰσαγωγικό. Προτοὖ μποὖμε στὶς λεπτομέρειες καὶ στὶς ἀφετηρίες καὶ στὶς βάσεις τ῅ς νοερ᾵ς προσευχ῅ς. ὅπως λέγαμε προηγουμένως. ὅπως θὰ λέγαμε. Ἀλλὰ ἅμα δὲν ξεύρω. εἷναι. οἱ ὁποἶοι εἷναι ἀμέσως ἀντιληπτοὶ καὶ ἐμφανεἶς καὶ μεγάλοι. πλοὖτον εἰρήνης. . δὲν κάνω τίποτα. διότι δὲν ζητ᾵με.. νὰ ποὖμε μερικὰ πράγματα γενικὦς περὶ προσευχ῅ς. διότι δὲν τοὺς ἐπιθυμοὖμε ἥ διότι δὲν ξεύρομε νὰ προσευχώμαστε. Καὶ ἐὰν ζητ᾵με.Ἐὰν δὲν ἔχωμε μέσα μας πλοὖτον Πνεύματος. ἅν δὲν ἔχωμε καρπούς. ὅπως σ᾵ς εἷπα. Γιὰ μ᾵ς τοὺς μοναχοὺς προσιδιάζει ἰδιαιτέρως ἡ προσευχὴ ἡ νοερά.

Σὸ Εὐχέλαιον ἐστι ἐγκαινισμὸς καὶ ἀνάμνησις τοὖ ἑνὸς θείου θαύματος πολλάκις ἡμἶν τελούμενον διὰ τὸ τοὖ θανάτου ἄωρον. . Ἡ μετάνοια ἐστι λουτρὸν καθαρισμοὖ τὦν ἰδίων ἁμαρτιὦν καὶ ἐπάνοδος ἐκ τοὖ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοὖ Διαβόλου πρὸς τὸν Θεόν. ὅπερ καὶ Ἅγιον Μύρον λέγεται. ἐστὶ σημείωσις Φριστοὖ καὶ σφραγίας. Σί ἐστιν Εὐχαριστία. Ὁ Γάμος εὐλογία καὶ ἁγιασμός ἐστι τὦν συνερχομένων εἰς γάμου κοινωνίαν πρὸς εὐλογίαν καὶ ἁγιασμὸν τ῅ς ἀρχ῅ς τοὖ ἀνθρωπίνου γένους. Σὸ Βάπτισμα. ἐστιν ἀρχὴ καὶ ὁδοποίησις τ῅ς πρὸς Θεὸν οἰκειώσεως καὶ τ῅ς ἐπουρανίου κληρονομίας καὶ λουτρὸν παλιγγενεσίας καθαρίζον τὸν βαπτιζόμενον ἀπὸ τοὖ ὆ύπου τ῅ς ἁμαρτίας καὶ ἀναγεννὦν εἰς ζωὴν αἰώνιον.Ἅγιος Νεκτάριος Σὰ μυστήρια (ἀπὸ τὸ βιβλίο του. ὑπὲρ τ῅ς τὦν ἀνθρώπων σωτηρίας καὶ βοηθείας. Ἡ Εὐχαριστία ἐστιν ἡ πνευματικὴ τροφὴ τοὖ πιστοὖ ποὺ ζωογονεἶ τὴν ψυχὴν καὶ φέρει τὸν ἄνθρωπον εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τὸν Φριστόν. Σί ἐστι Φρἶσμα. Σί ἐστι Γάμος. Ἡ Ἱερωσύνη ἐστι τάξις θεία μυστηρίου αἰσθητοὖ δύναμιν ἔχουσα πνευματικὴν ὑπὸ ἀ὇὆ένων ἀνθρώπων ἐνεργουμένη. Μύρον ἐστὶ τελειωτικὴ χρἶσις εὐώδη ποιοὖσα τὸν τετελεσμένον καὶ τ῵ θεαρχικ῵ πνεύματι ἑνοὖσα αὐτόν. Σί ἐστι Μετάνοια. κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης ΢υμεών. Ποιμαντική) Σί ἐστι Βάπτισμα.(Γαβριὴλ Φιλαδελφείας. Σὸ Φρἶσμα. περὶ Μυστηρίου) Σί ἐστιν Ἱερωσύνη. παρὰ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν παραδεδομένη. Σί ἐστι Εὐχέλαιον. Σὸ Εὐχέλαιον ἐστιν ἰατρεἶον τὦν ψυχὦν καὶ τὦν σωμάτων.

οὐχὶ ὅμως πολλὰ ΢ώματα τοὖ Φριστοὖ. γ) Εἰ καὶ ταυτοχρόνως πολλαὶ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην τελοὖνται λειτουργίαι. εἰς βασιλείας καὶ οὐρανὦν πλήρωμα. ὁ Κύριος ἡμὦν Ἰησοὖς Φριστός. β) Πιστεύομεν ὅτι οἱ μεταλαμβάνοντες εἰσδέχονται ὑπὸ τὸ εἷδος τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου τὸ ἀληθὲς ΢ὦμα καὶ τὸ ἀληθὲς ΑἸμα τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ καὶ δὴ κατὰ τρόπον πραγματικὸν καὶ σωματικὦς. Ἡ θεία λειτουργία ἐπιτελεἶται: α) εἰς δόξαν καὶ αἷνον τοὖ μεγάλου Θεοὖ καὶ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ καὶ εἰς μνήμην τοὖ θανάτου καὶ τ῅ς ἀναστάσεως αὐτοὖ κατὰ τὸ γεγραμμένον «τοὖτο ποιεἶτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» β) εἰς ἁγιασμὸν τὦν ψυχὦν καὶ τὦν σωμάτων ἡμὦν. εἰς πα὇὆ησίαν εἰς Φριστόν. κατὰ τὸ γραφικὸν «εἸς τὦν στρατιωτὦν λόγχῃ τὴν πλευρὰν αὐτοὖ ἔνυξε καὶ εὐθέως ἐξ῅λθεν αἸμα καὶ ὕδωρ» καὶ δ) πίστις ἀδιάκριτος καὶ ἀδίστακτος τ῅ς Ἐκκλησίας. γ) ἄρτος ἔνζυμος καὶ οἷνος ἄκρατος καὶ ὕδωρ. ἱερουργία. καὶ ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Φρυσόστομος ἐν ταἶς αὐτὦν ἁγίαις λειτουργίαις. Πιστεύομεν περὶ τ῅ς θείας Εὐχαριστίας: α) ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος ἐν τῆ ἁγίᾳ Εὐχαριστίᾳ μεταβάλλονται κατ᾿ ἀνέφικτον δι᾿ ἡμ᾵ς τρόπον εἰς ΢ὦμα καὶ ΑἸμα τοὖ Κυρίου ἀληθὦς. β) θυσιαστήριον ἥ ἀντιμήνσιον. πραγματικὦς καὶ οὐσιωδὦς. Σελικὸν αἴτιον τ῅ς θείας λειτουργίας εἷναι τὸ μεταβαλεἶν τὴν τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου οὐσίαν καὶ γενέσθαι αὐτὰ σάρκα καὶ αἸμα Φριστοὖ. λέγεται ἔτι θυσία ἀναίμακτος. ἅπερ ἐναργὦς παριστὦσι τὴν ταφὴν καὶ τὴν τοὖ Κυρίου ἀνάστασιν».Ἅγιος Νεκτάριος ΠΕΡΙ ΣΟΤ ΜΤ΢ΣΗΡΙΟΤ ΣΗ΢ ΘΕΙΑ΢ ΕΤΦΑΡΙ΢ΣΙΑ΢ (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου «Μελέται περὶ τὦν Θείων Μυστηρίων» ἐκδοθὲν τὸ πρὦτον τὸ 1915) Ἡ θεία Εὐχαριστία εἷναι μυστήριον. καὶ δ) ὑπὲρ τὦν ζώντων ὀρθοδόξων Φριστιανὦν. διότι π᾵ς ἱερεὺς καὶ π᾵σα τέλεσις τοὖ μυστηρίου ὑπὲρ παντὸς τοὖ πιστοὖ λαοὖ γίνεται καὶ ὑπὲρ πάντων τὦν ζώντων καὶ ἐν Φριστ῵ κεκοιμημένων ἐν τ῵ Θε῵ προσφέρεται. ὑπουργία. ὡς Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης φησί. ἀλλὰ διότι ὁ ἄρτος τ῅ς προθέσεως. ὥσπερ φασὶν οἱ μακάριοι Πατέρες παρὰ τὦν ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων παρειληφέναι. Σὴν λειτουργίαν ταύτην πρὦτος ἐτέλεσεν ὁ ἄκρος καὶ μόνος ἅγιος Ἀρχιερεύς. ἐν ᾧ ὑπὸ τὰ εἴδη τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου ἀληθὦς καὶ κυρίως μεταδίδοται τοἶς μεταλαμβάνουσι τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. οὕτως ὥστε τὸ Πανάγιον σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου εἰσέρχεται εἰς τὰ στόματα καὶ τὰ σπλάγχνα τὦν μεταλαμβανόντων. ὅστις ἀοράτως ἐστὶ παρὼν ἐν τ῵ μυστηρίῳ. εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιὦν. θύτης καὶ θὖμα γενόμενος. ὁ μεμερισμένος ἐν ἁπάσαις ταἶς . τὦν τε εὐσεβὦν καὶ τὦν ἀσεβὦν. προσφορὰ καὶ λατρεία λογική. τὦν μὲν πρώτων εἰς σωτηρίαν. εἰς κοινωνίαν τοὖ ἁγίου Πνεύματος. ὑπηρεσία. τὦν δὲ τελευταίων εἰς κατάκρισιν. Σοὖτο δὲ γίνεται. Πρὸς τέλεσιν τοὖ μυστηρίου τ῅ς θείας Εὐχαριστίας ἀνάγκη εἷναι κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν τ῅ς Ἐκκλησίας παράδοσιν να συνυπάρχωσι τέσσαρά τινα: α) Ἱερεὺς Ὀρθόδοξος κανονικὦς χειροτονηθείς. οὐχὶ διότι τὸ ΢ὦμα τοὖ Κυρίου τὸ ἐν τοἶς οὐρανοἶς κατέρχεται ἐπὶ τὰ θυσιαστήρια. Ἡ λειτουργία λέγεται καὶ διακονία. ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος διὰ τ῅ς ἐπικλήσεως τοὖ ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυὦς εἰς τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου μεταβάλλεται. Ὁ Ἰὼβ ἐν τ῵ περὶ Ὀφφικίων λέγει: «Εὐχαριστία ἐστὶ μυστήριον λήψεως τοὖ μετουσιωθέντος ἄρτου καὶ οἴνου εἰς τὴν τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ σάρκα καὶ αἸμα. τίμια δὦρα καὶ ἁγία κοινωνία. ὅστις προσήγαγε θυσίαν ἑαυτὸν τ῵ Θε῵ καὶ Πατρί. Σὸ Μυστήριον τ῅ς Εὐχαριστίας λέγεται λειτουργία. καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον γ) ὑπὲρ ἀναπαύσεως τὦν ψυχὦν τὦν εὐσεβὦς κεκοιμημένων ὀρθοδόξων Φριστιανὦν. Ἀρχιερέων φημὶ καὶ Βασιλέων καὶ παντὸς τοὖ Φριστωνύμου λαοὖ (Ἰώβ). ἀλλ᾿ ἓν ΢ὦμα καὶ ἓν ΑἸμα ὑπάρχει ἐν πάσαις ταἶς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίαις τὦν πιστὦν.

τῆ σκέπῃ τοὖ κορεσμοὖ τοὖ Κυρίου ὁπλίζωμεν. στ´ 2). ἐὰν μὴ πρότερον αὐτοὺς ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ δεχώμεθα εἰς κοινωνίαν τοὖ ποτηρίου τοὖ Κυρίου. καθ᾿ ὃν χρόνον ἀφεστὦτες καὶ μὴ κοινωνοὖντες ἀπεχόμεθα ἀπὸ τοὖ θείου ἄρτου. καὶ κριτ. γ´. ὁ ἄνθραξ τὸ σὦμα τοὖ Φριστοὖ (ὡς καὶ σήμερον λέγομεν «ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων»). προσφερομένη διὰ τὰς ἁμαρτίας πάντων τὦν ἐν πίστει ζώντων καὶ τεθνεώτων. τὸ αἸμα τοὖ Φριστοὖ. ἐπειδὴ τὦν πιστευόντων Πατήρ ἐστιν. τουτέστιν. 113). §20). οὕτω καὶ ἄρτον ἡμὦν καλοὖμεν αὐτόν. χωριζώμεθα ἀπὸ τοὖ σώματος τοὖ Φριστοὖ. Καὶ αὗθις εἰς τὴν ἑρμηνείαν τ῅ς Κυριακ῅ς προσευχ῅ς: «Προϊούσης τ῅ς προσευχ῅ς αἰτούμεθα καὶ λέγομεν: «τὸν ἄρτον ἡμὦν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμἶν σήμερον». η´). ὁρμώμενος ἐκ τὦν ὆ήσεων τούτων τοὖ ἁγίου Ἰγνατίου. κεφ. α´. ἀντίδοτον τοὖ μὴ ἀποθανεἶν. ἐπειδὴ πρὸς τοὖτο γίνεται ἡ Εὐχαριστία. ὅπερ καὶ σήμερον ἔτι ὁ Ἱερεὺς λέγει πρὸς τοὺς μεταλαμβάνοντας. ιστ´ 16) ἥτις ἦν προδιατύπωσις τ῅ς μυστικ῅ς θυσίας. ἵνα μὴ ὅσοι ἐν Φριστ῵ ἐσμεν καὶ τὴν Εὐχαριστίαν ὡς τροφὴν σωτηρίας καθ᾿ ἑκάστην λαμβάνομεν. γενομένου μεταξὺ βαρύτερού τινος πλημμελήματος. ὅταν ἀρνώμεθα αὐτοἶς. καὶ τ῵ ὄντι. ἄρθρον 17). ἵνα δύνηται να φυλάττῃ τοὺς μεταλαμβάνοντας. (Ἐξ. ὁ ἐν τ῵ νομικ῵ Πάσχα ἐσθιόμενος. η´. ἱστορ. β) τὸ μάννα (Ἐξ. ὅς ἐστι φάρμακον ἀθανασίας. δ) ἡ θυσία τοὖ Μελχισεδὲκ (Γεν. προτιθέμενος καὶ διὰ τ῅ς καθαγιάσεως μεταβαλλόμενος καὶ μετουσιούμενος. α´ σελ. μέλλουσι νὰ ἐκστρατεύσωσι. τὦν ἁγίων Πατέρων τόμ. καὶ ε) αἱ περὶ ἀληθοὖς Πνευματικ῅ς θυσίας τὦν Προφητὦν (Μαλαχ. Σὴν θείαν ταύτην καὶ ἱερὰν Μυσταγωγίαν προδιετύπουν τὰ ἑξ῅ς ἐν τῆ Παλαιᾶ Διαθήκῃ: α) ὁ ἀμνός. Διότι ἄρτος ζω῅ς ὁ Φριστός ἐστι. δ) Ὁμολογοὖμεν ὅτι ἡ Ἁγία Εὐχαριστία εἷναι θυσία ἀληθινή. «Ἕνα ἄρτον κλὦντες. μὴ καταλείπωμεν ἀόπλους καὶ γυμνούς. Ἀριθμ. ὁ ἐκ τοὖ . αὐτοὖ κηρύττοντας καὶ παραινοὖντος: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζὦν. αὐτὸ ἐκεἶνο τὸ σὦμα τὸ παθὸν ὑπὲρ τὦν ἁμαρτιὦν ἡμὦν.» (Υιλολογ. τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. Διότι πὦς διδάσκομεν ἥ προκαλοὖμεν ἐκείνους να ἐκχέωσι τὸ ἑαυτὦν αἸμα ἐπὶ τῆ ὁμολογίᾳ τοὖ ὀνόματος αὐτοὖ. 2). Σὸ θυσιαστήριον προδιετύπου τὴν Ἁγίαν Σράπεζαν. οἵτινες γεύονται τοὖ σώματος αὐτοὖ. Καὶ ὁ Ἱερομάρτυς Κυπριανὸς περὶ τ῅ς θείας Εὐχαριστίας λέγει τὰ ἑξ῅ς: «Ὥστε οὓς παρορμὦμεν καὶ προτρεπόμεθα εἰς μάχην. καὶ οὓς θέλομεν ἀσφαλεἶς νὰ ὧσι κατὰ τοὖ ἐναντίου. α´ 11). Ἢ πὦς εἰς τοὖ μαρτυρίου τὸ ποτήριον ἐπιτηδείους ἐργαζόμεθα. Σοὖτον δὲ τὸν ἄρτον αἰτούμεθα να διδὦται ἡμἶν καθ᾿ ἑκάστην. τὴν ὑπὲρ τὦν ἁμαρτιὦν ἡμὦν ποθούσαν. ἐπειδὴ ὁ Φριστός ἐστιν ὁ ἄρτος τὦν πεινώντων. Καὶ ὡς λέγομεν «Πάτερ ἡμὦν». Λευιτ. ὃν εἷδεν Ἡσαΐας ἐπὶ τοὖ θυσιαστηρίου. ὅτι ἡ Εὐχαριστία εἷναι ἡ σάρξ. ἐπειδὴ καὶ ἑκατέρα ἡ ἑρμηνεία θείᾳ εὐδοκίᾳ λυσιτελεἶ εἰς σωτηρίαν. ἀλλὰ ἡμέτερός ἐστι.» (Ἐπιστ. τὰ ΢εραφεὶμ δὲ τὸν Ἱερέα (Α´ Ἰω. τάδε: «Εὐκόλως πειθόμεθα ὅτι ὁ Ἱερὸς Μάρτυς σκοπὸν ἔχει να βεβαιώσῃ τὴν ἀληθ῅ τοὖ κυριακοὖ σώματος παρουσίαν ἐν τ῵ τ῅ς θείας Εὐχαριστίας μυστηρίῳ. ἀλλὰ τῆ σκέπῃ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ σκεπάζωμεν. Σοὖτο δύναται καὶ πνευματικὦς καὶ ἁπλὦς να νοηθῆ. ὃν ἄγγελος ἔλαβε διὰ λαβίδος καὶ ἥψατο τὦν χειλέων αὐτοὖ καὶ εἷπε: «τοὖτο ἥψατο τὦν χειλέων σου καὶ ἀφελεἶ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ τὰς ἀνομίας σου περικαθαριεἶ» (Ἡσ. γ) ὁ ἄνθραξ. Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος λέγει περὶ τ῅ς ἁγίας Εὐχαριστίας τὰ ἑξ῅ς: «Εὐχαριστίας καὶ προσευχ῅ς ἀπέχονται (οἱ αἱρετικοὶ Δοκηταί) διὰ τὸ μὴ ὁμολογεἶν τὴν Εὐχαριστίαν σάρκα εἷναι τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. στ´).ἐκκλησίαις. β´. καὶ ὁ ἄρτος ο὘τος οὔκ ἐστι πάντων. ἣν τῆ χρηστότητι ὁ Πατὴρ ἤγειρεν». τὶ σαφέστερον ἤ τι βεβαιότερον δύναταί τις να εἴπῃ περὶ ταύτης τ῅ς ἀληθείας πρὸς τὰς νὖν ἐπικρατούσας δοξασίας χριστιανικὦν τινων θρησκειὦν ἥ ὅσα δογματίζει ἐνταύθα ὁ Ἰγνάτιος. Ὁ δὲ Κοντογόνης ἀποφαίνεται. ἀντίδοτον τοὖ μὴ ἀποθανεἶν. στ´. Δευτ. Ἀλλαχοὖ δὲ πάλιν ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καλεἶ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν φάρμακον ἀθανασίας. ἀλλὰ ζ῅ν ἐν Ἰησοὖ Φριστ῵ διὰ παντός» (πρὸς Ἐφεσ. γίνεται ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μετὰ τοὖ ΢ώματος τοὖ ἐν τοἶς οὐρανοἶς (κατὰ τὰ γράμματα τὦν Πατριαρχὦν. ἐξιλαστική. Δευτ. α´ 7). Ἀριθμ. τὸ ὁποἶον ἔπειτα ὁ Πατὴρ ἀνέστησεν.

καὶ τὸ συλλεγόμενον παρὰ τ῵ προεστὦτι ἀποτίθεται καὶ αὐτὸς ἐπικουρεἶ ὀρφανοἶς τε καὶ χήραις καὶ τοἶς διὰ νόσον ἥ δι᾿ ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις καὶ τοἶς ἐν δεσμοἶς οὗσι καὶ τοἶς παρεπιδήμοις οὗσι ξένοις καὶ ἁπλὦς π᾵σι τοἶς ἐν χρείᾳ οὗσι κηδεμὼν γίνεται. (ὡς εἷναι πρόδηλον ὅτι ἐκεἶνοι ζὦσιν. καί. Σὴν δὲ τοὖ . ἀλλὰ ξίφος ἑαυτῆ προσφερομένη καὶ ὥσπερ δηλητήριά τινα θανατηφόρα ἐντὸς τοὖ φάρυγγας καὶ τοὖ στήθους εἰσδεχομένη. φησίν. ἐτόλμησε μετὰ τὦν λοιπὦν να μετάσχῃ λάθρα τοὖ Ἁγίου ΢ώματος τοὖ Κυρίου. εἰς ζωὴν αἰώνιον τρώγει. καθ᾿ ἑκάστην να διδὦται ἡμἶν αἰτούμεθα.. μι᾵ς γυναικὸς καὶ ἑνὸς ἀνδρός.». τοὺς Ἱεροὺς Ἀποστόλους δηλοἶ τοὺς εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον διαδραμόντας. καὶ προσκαλέσαντας τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἐκείνου ἐπίγνωσιν ἀληθὦς τ῵ ὑψηλ῵ καὶ θείῳ τούτῳ κηρύγματι. ὅν τις τρώγη ἐκ τοὖ ἄρτου αὐτοὖ. οὕτω τουναντίον πρέπει να φοβώμεθα καὶ να προσευχώμεθα. ἐκκλινάτω πρός με. Ἐν ᾧ δὲ οὕτω ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς προτρέπεται πάντας να μὴ ἀπέχωνται τ῅ς θείας Κοινωνίας. λάβετε. Καὶ διὰ τοὖτο «τὸν ἄρτον ἡμὦν». ὁ προεστὼς διὰ λόγου τὴν νουθεσίαν καὶ πρόσκλησιν τ῅ς τὦν καλὦν τούτων μιμήσεως ποιεἶται. καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεἶ λέγων τὸ «Ἀμήν» καὶ ἡ διάδοσις καὶ ἡ μετάδοσις ἀπὸ τὦν εὐχαριστηθέντων ἑκάστῳ γίνεται. διδασκ. φάσκουσα. διηγούμενος ὡς ἑξ῅ς: «Ἡμὦν τελούντων τὴν θυσίαν. ὅς ἐστιν ἄφρων. ἀπομένη μακρὰν τ῅ς σωτηρίας αὐτοὖ ἀπειλοὖντος καὶ λέγοντος: «Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοὖ Τἱοὖ τοὖ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοὖ τὸ αἸμα. ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσις γίνεται καὶ τὰ ἀπομνημονεύματα τὦν Ἀποστόλων ἥ τὰ συγγράμματα τὦν Προφητὦν ἀναγινώσκεται μέχρις ἐγχωρεἶ. τουτέστι τὸν Φριστόν. ἄρτος προσφέρεται καὶ οἷνος καὶ ὕδωρ. τ῅ς θυσίας ὑπὸ τοὖ Ἱερέως τελουμένης. 26). τὴν θείαν αὐτοὖ σάρκα καὶ τὸ τίμιον αὐτοὖ αἸμα δέδωκεν ἡμἶν. ἀπέστειλε τοὺς ἑαυτ῅ς δούλους ἡ σοφία. πρὸς ὃν καὶ μόνον ἡμάρτησαν. ἐν ᾧ ὁ θεἶος πατὴρ λέγει περὶ τοὖ ἁγιωτάτου μυστηρίου τ῅ς Εὐχαριστίας τάδε: «. Ἔπειτα ἀνιστάμεθα κοινῆ πάντες καὶ εὐχὰς πέμπομεν. Ἄλλος δέ τις ὑπεισδύσας. πρὶν ἥ διαλλαγὦσι πρὸς τὸν Κύριον. καθ᾿ ὃν χρόνον ἀφεστὼς χωρίζεται ἀπὸ τοὖ σώματος τοὖ Φριστοὖ. πάντων κατὰ πόλεις ἥ ἀγροὺς μενόντων. τὴν ἐπίγνωσιν τ῅ς ἁγίας Σριάδος κατεπαγγελλομένην καὶ τὸ τίμιον καὶ ἄχραντον αὐτοὖ σὦμα καὶ αἸμα. οὐχὶ τροφήν. ἀλλ᾿ ἀνοίξας τὰς χεἶρας ε὘ρεν ὅτι ἔφερε τέφραν» (περὶ τὦν ἐκπεπτωκότων κεφ. Ὁ Κυπριανὸς πρὸς ὑπόδειξιν τοὖ μεγάλου κινδύνου τοὖ ἐπαπειλοὖντος τοὺς ἀναξίως μεταλαμβάνοντας ἀναφέρει τὴν τιμωρίαν δύο προσώπων. οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοἶς». ὅση δύναμις αὐτ῵. ὃν κεκέρακα ὑμἶν. καὶ ὁ προεστὼς εὐχὰς ὁμοίως καὶ εὐχαριστίας. ἤρξατο να ἄγχηται καὶ ἀσπαίρουσα καὶ τρέμουσα κατέπεσεν. Σὸ δέ. Σὸ μάλιστα ἀξιοσημείωτόν ἐστι ἀπόσπασμά τι ἐκ τ῅ς ἑρμηνείας εἰς τὰς Παροιμίας τοὖ ἁγίου Ἰππολύτου.Οὐρανοὖ καταβὰς κτλ. ἔλαθεν ὑπεισελθούσα τις θύσασα τοἶς εἰδώλοις. ἀφ᾿ ἑτέρου νουθετεἶ τοὺς ἀναξίους να ἀπέχωνται ταύτης..Καὶ ἡτοίμασε τὴν ἑαυτ῅ς τράπεζαν. τοἶς μήπω κεκτημένοις τὴν τοὖ ἁγίου Πνεύματος δύναμιν δηλονότι. αὐτή. ὡς προέφημεν. ἵνα πάντοτε οἱ ἐν Φριστ῵ μένοντες καὶ ζὦντες ἀπὸ τ῅ς ἁγιωσύνης αὐτοὖ καὶ τοὖ σώματος μὴ ἀπομακρυνώμεθα» (Περὶ Κυριακ῅ς προσευχ῅ς). Υιλάρετου Παγίδα τομ. ἀναπέμπει. Ὅπως λοιπόν. καὶ οὐκ ἠδυνήθη να φάγῃ καὶ να μολύνῃ. μή τις. θυόμενα εἰς ἀνάμνησιν τ῅ς ἀειμνήστου καὶ πρώτης ἐκείνης τραπέζης τοὖ μυστικοὖ θείου δείπνου. Ἰουστίνος δὲ ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς ἐν τῆ ἑαυτοὖ ἀπολογίᾳ λέγει περὶ τ῅ς ἁγίας Εὐχαριστίας τὰ ἑξ῅ς: «Σῆ τοὖ ἡλίου λεγομένη ἡμέρᾳ. λαβοὖσα τὸν ἅγιον ἄρτον. Οἱ εὐποροὖντες δὲ καὶ βουλόμενοι κατὰ προαίρεσιν ἕκαστος τὴν ἑαυτοὖ ὃ βούλεται δίδωσι. Εἷτα παυσαμένου τοὖ ἀναγινώσκοντος. οἵτινες τοὖ σώματος αὐτοὖ ἅπτονται καὶ τὴν Εὐχαριστίαν τ῵ δικαίῳ τ῅ς κοινωνίας λαμβάνουσιν). ὅπερ ἐν τῆ μυστικῆ καὶ θείᾳ τραπέζῃ καθ᾿ ἑκάστην ἐπιτελοὖνται. α´ σελ. ἐσθίειν καὶ πίνειν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιὦν» (ἐκ τ῅ς Ἱστορ. Σὸ δὲ καὶ τοἶς ἐνδεέσι φρενὦν εἷπε. καὶ αὐτὸς ἐσπιλωμένος. 187). λέγει. φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον καὶ πίετε οἷνον. συγκαλοὖσα μετὰ ὑψηλοὖ κηρύγματος. ὁ Φριστὸς δηλονότι. παυσαμένων ἡμὦν τ῅ς εὐχ῅ς. καὶ τοἶς οὐ παροὖσι διὰ τὦν διακόνων πέμπεται.

Καὶ ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης: «ὁ τ῅ς προθέσεως ἄρτος. μὴ τὸν ἱερέα νομίζε τὸν τοὖτο ποιοὖντα. ἀλλὰ πρὸ τοὖ ἁγιασθ῅ναι. Σὸ δὲ προσελθεἶν μετὰ πίστεως οὐ τὸ λαβεἶν ἐστι μόνον τὸ προκείμενον. κλάσας. Ἔνθα δέεται καὶ παρακαλεἶ. Ὁ Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἐν τῆ πρώτῃ μυσταγωγικῆ κατηχήσει λέγει: ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος τ῅ς εὐχαριστίας πρὸ τ῅ς ἁγίας ἐπικλήσεως τ῅ς προσκυνητ῅ς Σριάδος ἄρτος ἦν καὶ οἷνος λιτός. ὁ δὲ οἷνος αἸμα Φριστοὖ. Σὶ γὰρ εἰ μὴ φων῅ς ἀκούεις. Διότι. οὐκ αὐτὸς σὲ βαπτίζει. ἁγιάσας. ἀλλ᾿ ὁ Θεός ἐστιν ὁ κατέχων σου τὴν κεφαλὴν ἀοράτῳ δυνάμει. ἐπικλήσεως δὲ γενομένης. Μ᾵λλον δὲ καὶ φωνῆς αὐτοὖ ἀκούεις. ἐν τόμῳ β´ ὁμιλία ν´ «προσερχώμεθα τοίνυν μετὰ πίστεως ἕκαστος ἀσθένειαν ἔχων. ἐκεἶνο δὲ αὐτὸς ἀλλὰ καὶ τοὖτο κακεἶνο αὐτός. ἐπειδὴ πρώτη ἐστὶν ἡμέρα. Καὶ Ἰωάννης ὁ Φρυσόστομος ἐν τόμῳ ε´. ὁ ἡμέτερος ΢ωτήρ. παντὸς γάρ. ἀλλ᾿ ὁρᾶς αὐτὸν κείμενον. τοὖτό ἐστι τὸ σὦμά μου καὶ πίετε ἐξ αὐτοὖ πάντες. κόσμον ἐποίησε. πολλὴ ἡσυχία. οὕτω καὶ νὖν . τὸν δὲ οἷνον αἸμα Φριστοὖ. ὡς αὐτ῵ προσιόντας τ῵ Φριστ῵. εἰ γὰρ ἡ του κρασπέδου τοὖ ἱματίου αὐτοὖ ἁψαμένη τοσαύτην εἴλκυε δύναμιν. ὡς ἡ λειτουργία του τε μεγάλου Βασιλείου καὶ τοὖ Ἰωάννου τοὖ Φρυσοστόμου λέγει: «Εὐλόγησας. οὐ μετὰ τὸ ἁγιασθ῅ναι εἷπον. Καὶ ἀληθὦς μέγας Βασίλειος ἀντίτυπα λέγει τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἷνον ἐν τῆ αὐτοὖ λειτουργίᾳ πρὸ τ῅ς ἐπικλήσεως τοὖ ἁγίου Πνεύματος. οὔτε ἄλλος τις τολμᾶ προσελθεἶν καὶ ἅψασθαι. στ´). ὅταν κατέλθῃ. ἵνα ἔλθῃ τὸ Πνεὖμα τὸ ἅγιον καὶ ἁγιάσῃ τὰ δὦρα. τοὖτό ἐστι τὸ αἸμά μου». ἐν ᾗ ὁ Θεός. ἱστορικὦς ταὖτα φθέγγεται». Καὶ κατωτέρω: «εἰ δὲ καί τινες ἀντίτυπα τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἷνον ἐκάλεσαν. τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ ἐκ νεκρὦν ἀνέστη» (Ἀπολογία πρώτη §67). τοὖτό ἐστι τὸ αἸμά μου». λόγῳ πα´: «Ὅταν ἑστήκη πρὸ τ῅ς τραπέζης ὁ Ἱερεύς. διότι εὐλόγησε πρότερον αὐτὰ καὶ ἡγίασεν ὁ Δεσπότης. φθεγγομένου αὐτοὖ διὰ τὦν εὐαγγελιστὦν.ἡλίου ἡμέραν κοινὴ πάντες συνέλευσιν ποιούμεθα. μετὰ τὸ «Λάβετε φάγετε». τὸ σκότος καὶ τὴν ὕλη τρέψας. Ὥσπερ γὰρ ὅταν βαπτίζη. τοὖτο ἡγίασται καὶ μεταβέβληται». τὸ οὕτω διακεἶσθαι. ἐν ᾧ καὶ αὐτὸς ἀνέκειτο οὐδὲν γὰρ ἐκεἶνο τούτου διενήνοχεν. καὶ προθέντες τὰ ἀντίτυπα τοὖ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ σου. Οὐδὲ γὰρ τοὖτο μὲν ἄνθρωπος ἐργάζεται. Ὅταν τοίνυν τὸν ἱερέα ἐπιδιδόντα σοὶ ἴδῃς. οἷνός τε καὶ ὕδωρ διὰ τ῅ς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοὖ ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυὦς μεταποιοὖνται εἰς τὸ σὦμα τοὖ Φριστοὖ καὶ τὸ αἸμα. οὔτε ἀρχάγγελος. ο὘ ἐὰν ἐφάψηται τὸ ἅγιον Πνεὖμα. καὶ μετὰ τὸ «Σὰ σὰ ἐκ τὦν σὦν σοὶ προσφέρομεν» ἐκεἶ. φάγετε. ἀλλὰ τὴν τοὖ Φριστοὖ χεἶρα εἷναι τὴν ἐκτεινομένην. ὅταν ἅψηται τὦν προκειμένων». τοὖτό ἐστι τὸ σὦμά μου» καὶ «Πίετε ἐξ αὐτοὖ πάντες. ὡς ὁ θεοφόρος Βασίλειος. καὶ οὔτε ἄγγελος. αὐτὴν τὴν προσφορὰν οὕτω καλέσαντες (βιβλ. Δέσποτα πανάγιε. ὅπως κοινωνοὶ τ῅ς ὑμνῳδίας ταἶς ὑπερκοσμίοις γενώμεθα στρατιαἶς. Καὶ ἐν πέμπτῃ κατηχήσει μυσταγωγικῆ: «Διὰ τοὖτο γὰρ τὴν παραδοθεἶσαν ἡμἶν ἐκ τὦν ΢εραφεὶμ θεολογίαν ταύτην λέγομεν. τὰς χεἶρας ἀνατείνων εἰς τὸν οὐρανόν. δ´ περὶ μυστηρίων κεφ. καὶ Ἰησοὖς Φριστός. ὁ μὲν ἄρτος γίνεται σὦμα Φριστοὖ. πόσῳ μ᾵λλον οἱ ὅλον αὐτὸν κατέχοντες. Νὖν δὲ ὁ ἱερεὺς τ῵ Πατρὶ διηγούμενος. Πιστεύσατε τοίνυν ὅτι καὶ νὖν ἐκεἶνο τὸ δεἶπνόν ἐστιν. σοὖ δεόμεθα καὶ σὲ παρακαλοὖμεν. ὅτε μὲν ὁ Φριστὸς εἷπε τοἶς μαθηταἶς αὐτοὖ καὶ ἀποστόλοις «Λάβετε. τότε μὲν τέλειον ἦν ἑκάτερον. φάγετε. καὶ ἡμεἶς οἱ ἁμαρτωλοὶ προσεγγίζομεν τ῵ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ. Διὰ τοὖτο. εὐδοκίᾳ τ῅ς σ῅ς ἀγαθότητος ἐλθεἶν τὸ Πνεὖμά σου τὸ ἅγιον ἐφ᾿ ἡμ᾵ς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δὦρα ταὖτα καὶ εὐλόγησαι αὐτὰ καὶ ἁγιάσαι» κτλ. καὶ οὔκ εἰσι δύο ἀλλ᾿ ἓν καὶ τὸ αὐτό». ὅταν δίδη τὴν χάριν τὸ Πνεὖμα. πολλὴ σιγή. ἵνα ἁγιάσαντες ἑαυτοὺς διὰ τὦν πνευματικὦν τούτων ὕμνων παρακαλὦμεν τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν τὸ ἅγιον Πνεὖμα ἐξαποστείλαι ἐπὶ τὰ προκείμενα ἵνα ποιήσῃ τὸν μὲν ἄρτον σὦμα Φριστοὖ. ἅγιε ἁγίων. Καὶ αὗθις ὁ χρυσοὖς τὴν γλὦτταν Ἰωάννης. ἔδωκε τοἶς ἁγίοις αὐτοὖ μαθηταἶς καὶ ἀποστόλοις εἰπών: λάβετε. καλὦν τὸ Πνεὖμα τὸ ἅγιον τοὖ παραγενέσθαι καὶ ἅψασθαι τὦν προκειμένων. ἔχει δὲ οὕτω «τὰ σὰ ἐκ τὦν σὦν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα. ἀλλὰ καὶ τὸ μετὰ καθαρὰς καρδίας ἅψασθαι.

Δεύτερον δέ. εἷτ᾿ ἀποστρεφομένου φύσει τὴν τὦν ὠμὦν σαρκὦν κρεάτων μετάληψιν καὶ ἀηδὦς πρὸς ταύτας ἔχοντος. Οἱ καρποὶ τοὖ μυστηρίου τούτου εἷναι τρεἶς: α´) Ἡ ἀνάμνησις τοὖ πάθους καὶ τοὖ θανάτου τοὖ Φριστοὖ. Διότι οὕτω καὶ οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ Φριστοὖ παρέλαβαν. μία ἀξία. τὸν θάνατον τοὖ Κυρίου καταγγέλλετε. Καὶ προσέτι τὸ μυστήριον τοὖτο προσφέρεται θυσία ὑπὲρ πάντων τὦν ὀρθοδόξων Φριστιανὦν. εὐθὺς ἡ μετουσίωσις γίνεται καὶ μεταβάλλεται ὁ ἄρτος εἰς τὸ ἀληθινὸν ΢ὦμα τοὖ Φριστοὖ καὶ ὁ οἷνος εἰς τὸ ἀληθινὸν αὐτοὖ αἸμα. μεταβαλὦν τ῵ Πνεύματί σου τ῵ ἁγίῳ. Ἔτι μίαν τιμὴν καὶ προσκύνησιν τ῵ Φριστ῵ καὶ τοἶς φρικτοἶς προσφέρομεν μυστηρίοις καὶ ἀδιάφορον. οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοἶς. Πάσχα λέγεται. Ἓν σὦμα καὶ τὸ αὐτό. Καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοὖτον τίμιον ΢ὦμα τοὖ Φριστοὖ σου. κατὰ τὸ εἰρημένον «Ὁσάκις γὰρ ἅν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοὖτον καὶ τὸ ποτήριον τοὖτο πίνητε. Πρὦτον μέν. Ὠν πρὦτός εἰμι ἐγώ». πολλ῵ μ᾵λλον τοἶς ἐνδὸν τοὖ βήματος ἱερεὖσι προσευχομένοις καὶ λέγουσι. ὡς αὐτὸς εἷπεν. «Οὔκ ἐστιν ἀνθρωπίνης δυνάμεως ἔργα τὰ προκείμενα. οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. ἐπίσης πάντας καὶ ἐκ τὦν δύο μεταλαμβάνειν. φησίν. «Οὐδὲν πλέον ἔχει τὸ ἐν τ῵ Πάσχα μυστήριον τοὖ νὖν τελουμένου. ὃ καὶ παρέδωκα ὑμἶν. φάγετε. ζώντων τε καὶ κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζω῅ς αἰωνίου. δίδωσιν ἡμἶν τὴν αὐτοὖ σάρκα. λέγων: Σοὖτο τὸ ποτήριον ἡ Καινὴ Διαθήκη ἐστὶν ἐν τ῵ ἐμ῵ αἵματι τοὖτο ποιεἶτε. οὐκ ἐκεἶνο τούτου ἁγιώτερον. λέγω ὑμἶν. Καὶ ἐν τόμῳ δ´. μέλλοντος τοὖ ἀνθρώπου τ῵ Φριστ῵ ἑνωθ῅ναι διὰ τ῅ς μεταλήψεως τ῅ς τε σαρκὸς αὐτοὖ καὶ τοὖ αἵματος. ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοὖ υἱοὖ τοὖ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοὖ τὸ αἸμα. ὅπερ ἡμ᾵ς εἰς τὸν μακαρισμὸν εἰσάγει τ῅ς πίστεως. ὁ δὲ ἁγιάζων αὐτὰ καὶ μετασκευάζων αὐτός ἐστι». Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἸμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον. ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἷπε: Λάβετε. ἀλλὰ πιστεύωμεν ὅτι ἐστίν. ἐν οἸς μόνον τὰ φαινόμενα εἴδη μένει καὶ τοὖτο κατὰ θείαν οἰκονομίαν. λέγομεν ἕκαστος ἡμὦν. κατάπεμψον τὸ Πνεὖμά σου τὸ ἅγιον ἐφ᾿ ἡμ᾵ς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δὦρα ταὖτα. Μηδεὶς τοίνυν ἑτέρως ἐκείνῳ προσίτω καὶ τούτῳ ἄλλως. ὁμιλία πβ´. οὕτω καὶ ἡμεἶς λατρεύοντες τ῵ σώματι καὶ αἵματι τοὖ Δεσπότου. Ὁ τότε ταὖτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τ῵ δείπνῳ ο὘τος καὶ νὖν αὐτὰ ἐργάζεται ἡμἶν ὑπηρετὦν τάξιν ἐπέχομεν ἡμεἶς. τὸ ὑπὲρ ὑμὦν κλώμενον τοὖτο ποιεἶτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. λογ. Ὁσάκις γὰρ ἅν ἐσθίητε τὸν ἄρτον. ὅτι σὺ εἰ ἀληθὦς ὁ Φριστός.ὅταν γὰρ ὁ Θεὸς μόνος γεννᾶ. οἸς εἷπε λόγοις ὁ Κύριος. ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοὖς τῆ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο. τὶ οἰκονομεἶ ὁ Δεσπότης. τὸν θάνατον τοὖ Κυρίου καταγγέλλετε οὐχ ὁρὦ καιροὖ περιέγραψε τὴν θυσίαν. ἓν ἐστι καὶ τὸ αὐτ῵ ἡ αὐτὴ τοὖ Πνεύματος χάρις ἀεὶ Πάσχα ἐστὶν (ἱστὲ οἱ μύσται τὸ εἰρημένον) καὶ ἐν Παρασκευῆ καὶ ἐν ΢αββάτῳ καὶ ἐν Κυριακῆ καὶ ἐν ἡμέρᾳ Μαρτύρων ἡ αὐτὴ θυσία ἐπιτελεἶται. εἴτε ἱερεἶς. τοὖτό ἐστι τὸ σὦμά μου καὶ τοὖτό ἐστι τὸ αἸμά μου πιστεύοντες τῆ δυνάμει ἐκείνου καὶ τοἶς λόγοις μ᾵λλον ἥ ταἶς ἡμετέραις αἰσθήσεσιν. . αὐτοὖ μόνον ἐστὶν ἡ δωρεά». «Ἀμὴν ἀμήν. μία χάρις. τοὖ τε σώματος δηλαδὴ καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. τὸ δὲ ἐν τ῵ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἸμα τοὖ Φριστοὖ σου. ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σὦσαι. Εἰ δὲ μετὰ φόβου Θεοὖ καὶ πίστεως προσέρχεσθαι τοἶς θείοις καὶ φρικτοἶς τοὖ Φριστοὖ μυστηρίοις ἡ Ἐκκλησία προστάσσει τοἶς ἔξω τοὖ θυσιαστηρίου μεταλαμβάνουσι λαϊκοἶς. ὁ Τἱὸς τοὖ Θεοὖ τοὖ ζὦντος. εἴτε λαϊκούς. τοὖτό μού ἐστι τὸ ΢ὦμα. ἵνα μὴ βλέπωμεν ΢ὦμα Φριστοὖ. ὡς λέγει ὁ Παὖλος: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοὖ Κυρίου. καὶ ζητεἶται αὐτοἶς πίστις. Καὶ ἐν τ῵ αὐτ῵ τόμῳ. Πὦς οὗν τότε. φησί. οὐδὲ τοὖτο ἐκείνου ἔλαττον (πρὸς Σιμόθ. Σοὺς δέ γε μεταλαμβάνοντας τὦν Μυστηρίων. Μακάριοι γάρ. καὶ τὸ αὐτοὖ αἸμα εἰς βρὦσίν τε καὶ πόσιν τοἶς πιστοἶς κατὰ τὴν θείαν αὐτοὖ πρόνοιαν ὑπὸ τὰ φαινόμενα εἴδη τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. φησί. Καὶ καθάπερ ὁ Κορυφαἶος τὦν Ἀποστόλων Πέτρος ἐκ στόματος τὦν Ἀποστόλων πάντων εἷπεν αὐτ῵: ΢ὺ εἷ ὁ Φριστός. ὁ Τἱὸς τοὖ Θεοὖ τοὖ ζὦντος. ὁσάκις ἅν πίνητε. εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Ὅτι τότε ἔπαθεν ὁ Φριστὸς ὑπὲρ ἡμὦν. ε´). Ὠσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπν῅σαι. «Πιστεύω Κύριε καὶ ὁμολογὦ. Μετὰ δὲ τὰ ὆ήματα ταὖτα. Μία δύναμίς ἐστι. τοὖτον ἥ τὸ ποτήριον τοὖτο πίνετε.

Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη. τὴν δὲ πληροφορίαν ἐμποιεἶ ἡ πίστις τὦν ὆ημάτων τοὖ Κυρίου εἰπόντος. πίστει ἐσθίουσι τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ. διότι τὸ αἸμα τοὖ Κυρίου Ἰησοὖ Φριστοὖ. ἀλλὰ καὶ διακρίνειν τὸ τοὖ Κυρίου παρακελευόμεθα σὦμα. ὀξύτεροι πρὸς τὴν τὦν χαρισμάτων ἐνέργειαν».ἄχρις ο὘ ἅν ἔλθῃ» β´) Ὁ ἱλασμός. σφαγιασθεὶς ὑπὲρ τ῅ς του κόσμου ζω῅ς καὶ σωτηρίας». οὕτω τῆ καθαρᾶ προσεγγίσαι θυσίᾳ (ὁμιλία περὶ τοὖ ἁγίου Πνεύματος) ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρἶμα ἑαυτ῵ ἐσθίει καὶ πίνει μὴ διακρίνων τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου» (Α´ Κορ. ὡς μὴ εἰσδεχόμενος πίστει τὸ σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Ἐπίσης παρέδωκαν καλεἶσθαι θυσιαστήριον τὴν ἁγίαν τράπεζαν. Σὴν ἱερὰν τ῅ς λειτουργίας τελετὴν οἱ ἅγιοι τ῅ς Ἐκκλησίας πατέρες παρέδωκαν καλεἶσθαι θυσίαν ἀναίμακτον. ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοὖ κόσμου. οὐχ ὅτι ἡμεἶς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν. ἀποδημοὖσι δὲ ἐπάνοδος. τὴν ὑγείαν διαφυλάττει. Σὴν ἔννοιαν τ῅ς θυσίας ἐκφράζουσι σαφὦς καὶ καθαρὦς ἅπασαι αἱ σῳζόμενοι λειτουργικοὶ βίβλοι. Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οὐχ ἁπλὦς ἐσθίειν προστέτακται. ποταπ῵ φόβῳ ἥ ποίᾳ πληροφορίᾳ μεταλάβωμεν τοὖ σώματος καὶ τοὖ αἵματος τοὖ Φριστοὖ. Βεβαίως τῆ φαντασίᾳ ἐσθίουσι καὶ πίνουσι σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Ὁ θεἶος Γρηγόριος λέγει περὶ τοὖ μυστηρίου τ῅ς θείας Εὐχαριστίας: «Σὸ γὰρ ἱερώτατον τοὖ Φριστοὖ δὦρον καλὦς ἐσθιόμενον τοἶς πολεμοὖσι μέν ἐστιν ὅπλον. μὴ μετουσιωμένων. γίνεται· λέγει γὰρ ἡ θεία γραφὴ «Σεκνία μου. διότι ἐὰν δὲν ἐγένετο μετουσίωσις. Οἱ ἀρνούμενοι τὴν μετουσίωσιν τοὖ ἄρτου καὶ οἴνου εἰς σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ ἀρνοὖνται τὴν ἔννοιαν τ῅ς θυσίας. ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοὖ κόσμου». Οἱ ἀρνούμενοι τὴν θυσίαν ἀθετοὖσι τὴν πίστιν τ῅ς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. μὴ διακρίνων τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου. καθαρίζει ἡμ᾵ς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας (Α´ Ἰω. εἰ δὲ ζὦσα. πρὸς τοὺς πόνους μακροθυμότεροι. ὁ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρἶμα ἑαυτ῵ ἐσθίει καὶ πίνει. Πὦς δὲ ἄνευ θυσίας ἐσθίουσι καὶ πίνουσι σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. εἰ οὗν θυσία ἡ ἐπὶ τ῅ς ἁγίας τραπέζης προσφερομένη. «τοὖτό ἐστι τὸ σὦμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμὦν διδόμενον. ἐρωτήσει ροβ´. κοινωνεἶ δὲ τῆ αἰσθήσει τ῅ς ψυχ῅ς ὁ πιστεύων. Πὦς δὲ τῆ αἰσθήσει τ῅ς ψυχ῅ς ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἐσθίουσι τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ. ἐφ᾿ ἧς ἡ τελετὴ τ῅ς ἱερ᾵ς ἐπιτελείται λειτουργίας. παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα Ἰησοὖν Φριστὸν δίκαιον. εἴτε ζώντων εἴτε τεθνεώτων. Ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τοἶς κατ᾿ ἐπιτομὴν ὄροις. πρὸς γνὦσιν ἀγχινούστεροι. Σοὖτο ποιεἶτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τὦν ἁμαρτιὦν ἡμὦν οὐ περὶ τὦν ἡμετέρων δὲ μόνον. ἄρτον ἁπλοὖν καὶ οἷνον κοινὸν ἐσθίοντες καὶ πίνοντες. Σὶ πρὸς ταὖτα λέγουσιν οἱ ἀθετοὖντες τὴν ἀρχαίαν πίστιν. α´ 7). ια´ 29). τὰς νόσους ἰ᾵ται. πράγματι δὲ ἐσθίουσι καὶ πίνουσιν ἄρτον καὶ οἷνον κοινόν. διότι τὸ μυστήριον τοὖτο ἱλασμὸς ἡμἶν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμὦν. πὦς δέ. ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοὖ τὸν μονογεν῅ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον. ἄρα ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος μετουσιοὖνται εἰς σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. πὦς δὲ ἡ ἁγία τράπεζα ἐκλήθη θυσιαστήριον. δηλονότι σαρκὸς μολυσμὸν καὶ πνεύματος ἀποθεμένους καὶ δοχεἶον τοὖ πνευματικοὖ μύρου παρασκευάσαντας ἑαυτούς. ἀλλ᾿ ὅτι τῆ αἰσθήσει τ῅ς ψυχ῅ς ἀντιλαμβανόμενοι ἐν πίστει μεταλαμβάνουσι. ὁ δὲ μὴ πιστεύων οὐδὲν καρποὖται. Καὶ ἀλλαχοὖ: «ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ ἐν ἡμἶν. τοὺς ἐ὇὆ωμένους εὐφραίνει. ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοὖ». Ἐν τῆ λειτουργίᾳ τοὖ ἁγίου Ἰακώβου φέρονται τὰ ἑξ῅ς ἐκφραστικὰ περὶ τ῅ς πίστεως τ῅ς ἀρχαιοτάτης Ἐκκλησίας: «Καὶ ὅταν σφραγίζη τὸν ἄρτον λέγει ἰδοὺ ὁ ἀμνὸς τοὖ Θεοὖ. ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμ᾵ς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοὖ ἱλασμὸν περὶ τὦν ἁμαρτιὦν ἡμὦν. προθυμότεροι πρὸς ὑπακοήν. πὦς ὁ ψιλὸς ἄρτος καὶ οἷνος ἐκλήθη θυσία. ἄρα ἐστὶ ζὦσα. τότε πρός τι ὁ φόβος. διὰ τούτου γινόμεθα πραότεροι. Πλανὦνται ἄρα οἱ λέγοντες ὅτι οὐ μετουσιοὖνται. Ἐὰν οὐδεμία ἐγένετο μεταβολὴ τ῅ς οὐσίας τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. θερμότεροι πρὸς τὴν ἀγάπην. ἵνα μὴ ἁμάρτητε καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ. Ὁ τὦν Νυσσαέων φωστὴρ Γρηγόριος λόγον ποιεἶται περὶ τοὖ μυστηρίου τ῅ς θείας Εὐχαριστίας ἐν λόγῳ ζ´ εἰς τοὺς μακαρισμούς. ἀποκρινόμενος λέγει: «Σὸν μὲν φόβον διδάσκει ἡμ᾵ς ὁ Ἀπόστολος λέγων. γ´) Ὁ καθαρισμός. τοὺς ἀσθενεἶς ἐνισχύει. τοὖ Τἱοὖ τοὖ Θεοὖ. ἀφοὖ εἰς οὐδεμίαν . πρὸς διόρθωσιν σπουδαιότεροι. ταὖτα γράφω ὑμἶν.

ἐγένετο αὐτ῵ πρόξενος κρίματος ταὖτα. ἀνάξιοι ὄντες πρὸς κοινωνίαν. ἀκούσωμεν δέ τὶ ἐν συνεχείᾳ λέγει ὁ ἅγιος Πατὴρ «οὐ γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὁ ποιὦν τὰ προκείμενα γενέσθαι σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Καὶ δ῅λον ὅτι καὶ τ῅ς κυριολεξίας ἡ ἔμφασις καὶ τ῅ς εὐαγγελικ῅ς ἀληθείας ἡ δύναμις καὶ τὦν Ἀποστόλων ἡ παράδοσις καὶ τ῅ς Καθολικ῅ς Ἐκκλησίας ἡ γνησία πίστις καὶ τ῅ς ἱερ᾵ς λειτουργίας ἡ ἀδιάκοπος χρ῅σις καὶ πάντων τὦν θεοπνεύστων διδασκάλων ἡ σύμψηφος ἀπόφασις βιάζεται ὁμολογεἶν. φέρονται τὰ ἑξ῅ς: «Εἰ τοίνυν εἰρήκει ὁ ΢ωτήρ. ὁσάκις ἅν βούληται. κοινων῵ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ. Καὶ αὗθις «σχ῅μα πληρὦν ἕστηκεν ὁ ἱερεὺς τὰ ὆ήματα ἐκεἶνα φθεγγόμενος τ῅ς προσευχ῅ς». ὡς ἀναξίως εἰσδεχόμενοι πίστει τὸ ὑπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἐν τ῵ ἄρτῳ καὶ μετὰ τοὖ ἄρτου σὦμα τοὖ Κυρίου καὶ ὑπὸ τὸν οἷνον τὸ αἸμα τοὖ Κυρίου. Σολμηρὰ δοξασία. να λέγῃ. οἱ πάντα ἄνθρωπον αὐθαιρέτῳ γνώμῃ τελετουργὸν τοὖ μυστηρίου ἀναδεικνύοντες. Παρὰ τίνος ἐδιδάχθησαν. ἀλλ᾿ ὁ σταυρωθεὶς ὑπὲρ ἡμὦν Φριστός». ἡ ἀντικαταστήσασα κατὰ μέγα μέρος τὴν πίστιν. Καὶ αὗθις «ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοὖ Θεοὖ ἐστιν». Οἱ ταὖτα λέγοντες πλανὦνται πλάνην δεινήν. Ὁ θεἶος Φρυσόστομος ἐν τ῵ εἰς τὴν προδοσίαν τοὖ Ἰούδα καὶ τὴν παράδοσιν τὦν μυστηρίων λόγῳ λέγει: «Πάρεστι Φριστὸς καὶ νὖν ἐκεἶνος ὁ τὴν τράπεζαν ἐκείνην κοσμήσας. Ἐν τίνι βίβλῳ τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης ἀνέγνωσαν. Ἐὰν οὗν ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοὖ Θεοὖ μεταποιῆ τὸν ἄρτον καὶ οἷνον εἰς σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Πὦς ἄνευ εὐχ῅ς τὴν κοινωνίαν παρεσκεύασαν. ἄνευ θυσιαστηρίου θυσίαν ἐπετέλεσαν. τὴν τοὖ Φριστοὖ παρουσίαν ἐθαυματούργησεν. τῆ πίστει κοινωνοὖσι τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. Σαὖτα ἅς ἐνωτισθὦσι καλὦς οἱ τ῅ς Καλβινικ῅ς κακοδοξίας διδάσκαλοι. τότε οἱ μὴ πιστεύοντες τῆ κοινωνίᾳ ἁμαρτάνουσιν ἐσθίοντες ἀναξίως. Ἐν τῆ ἀποδοκιμασίᾳ καὶ κατακρίσει τ῅ς ἐπ᾿ ὀνόματι Κυρίλλου τοὖ Λουκάρεως Πατριάρχου Κων/πόλεως ἐκδοθείσης Καλβινικ῅ς ὁμολογίας πίστεως. Δύναται ἡ πίστις τοὖ πιστοὖ τοὖ ἐσθίοντος ἄρτον καὶ οἷνον να καταστήσῃ αὐτὸν τῆ αἰσθήσει τ῅ς ψυχ῅ς κοινωνὸν τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. ἦν ὅν τις ἴσως τοἶς τοὖ Καλβίνου μύσταις φαινομένη τοὖ κακὦς φρονεἶν πρόφασις εἰπὼν δέ. καὶ να κοινωνῆ. τοἶς ὆ήμασι τοἶς Δεσποτικοἶς μὴ ἐνδέχεσθαι νοὖν ἕτερον ἐνθεωρεἶσθαι ἥ τὸν σημαινόμενον κατὰ τὸ γράμμα. π᾵σαν ἀπέκοψε πρόφασιν. πὦς ἡ αὐθαίρετος βούλησις καὶ ἡ πίστις τοὖ ἀξίου καὶ τοὖ ἀναξίου προκαλεἶ τὴν παρουσίαν τοὖ Φριστοὖ καὶ καθιστᾶ τὴν κοινωνίαν Θεοὖ καὶ ἀνθρώπου. «τοὖτό μού ἐστι τὸ σὦμα». οἱ δὲ μὴ πιστεύοντες τῆ ἐπικοινωνίᾳ δὲν ἁμαρτάνουσιν ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ πιστεύοντες τῆ κοινωνίᾳ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ ἁμαρτάνουσιν. ο὘τος καὶ ταύτην διακοσμεἶ νὖν ὥστε τράπεζα. Σοὖτον οὗν τὸν τρόπον σημαντικὸς ὣν καὶ ἐναργής ἐστιν ὁ του Φριστοὖ λόγος ἤ φησι καὶ Φρυσόστομος ἐν τ῵ εἰς . ἱερὸν θυσιαστήριον ὑπὸ τοὖ Φριστοὖ κατακοσμούμενον ἀπαιτεἶται πρὸς τέλεσιν τοὖ μυστηρίου τ῅ς θείας εὐχαριστίας καὶ οὐχὶ ἁπλ῅ βούλησις καὶ πίστις». Σὸν χαρακτ῅ρα τ῅ς πίστεως ταύτης ἡμεἶς ἀδυνατοὖμεν να νοήσωμεν ἀλλ᾿ ἄραγε καὶ ἡ του ἀξίου πιστοὖ πίστις ἔχει τὴν δύναμιν να μεταδώσῃ ὑπὸ τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἷνον τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Φριστοὖ. δι᾿ ἡμ᾵ς εἰσιν ἀκατάληπτα καὶ ἀκατανόητα. ἡ πίστις τοὖ ἀναξίου νὰ δύνηται νὰ φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν τὸν ἀνάξιον πρὸς τὸ θεἶον. καὶ ἡ αὐτὴ πίστις νὰ γίνηται πρόξενος κρίματος. Δύναται λοιπὸν π᾵ς πιστὸς ἄξιος ἥ ἀνάξιος. Ὥστε οὐδ᾿ ὁ ἱερεὺς αὐτός. ὁ ἄρτος ο὘τός ἐστι τὸ σὦμά μου. Ὥστε καὶ ἱερέως ὑπὸ τ῅ς ἐκκλησίας ἀναδεδειγμένου δεἶται τὸ μυστήριον καὶ προσευχ῅ς πὦς λοιπὸν π᾵ς τις δι᾿ αὐθαιρέτου γνώμης γίνεται κοινωνὸς τοὖ μυστηρίου. ἀλλ᾿ ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοὖ Θεοὖ ἐστιν ἡ τελειοὖσα τὸ μυστήριον τ῅ς Εὐχαριστίας καὶ μεταποιοὖσα τὸν ἄρτον καὶ οἷνον εἰς σὦμα καὶ εἰς αἸμα Φριστοὖ.ἔρχεται ἐπικοινωνίαν πρὸς τὸ θεἶον. Ἡ πίστις αὐτὦν μετέδωκε τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. Πόθεν τοὖτο ἔμαθον. Ἀλλὰ μὴ πρὸς τοὺς πιστεύοντας μόνον τὴν μετὰ τοὖ σώματος νοερὰν ἐπικοινωνίαν εἴρηκεν. Δύναται λοιπὸν π᾵ς Φριστιανὸς ἄξιος ἥ ἀνάξιος να παραθέτη ἄρτον καὶ οἷνον καὶ ἐσθίων καὶ πίνων ἐξ αὐτὦν να κοινωνῆ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. τότε πὦς. Πὦς δὲ ἡ βούλησις. Ἀλλ᾿ ἐὰν πρὸς τούτους μόνον τὴν ἐντολὴν δίδωσι. Καὶ ἐν ᾧ ἡ πίστις τοὖ ἀναξίου μέγα τι εἰργάσατο καὶ θαυμαστόν. Πὦς ἄνευ ἱεραρχίας ἱερεἶς ἀνεδείχθησαν. Πὦς ἄνευ θυσίας.

μετα὇὆υθμίζεσθαι τὸν μὲν ἄρτον εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοὖ Κυρίου σὦμα. φάγετε τοὖτό ἐστι τὸ σὦμά μου». Καὶ ὁ Δοσίθεος δὲ ἐν τῆ ἑαυτοὖ ὁμολογία λέγει περὶ τοὖ Μυστηρίου τ῅ς θείας Εὐχαριστίας τὰ ἑξ῅ς: «Πιστεύομεν τὸ πανάγιον μυστήριον τ῅ς ἱερ᾵ς Εὐχαριστίας. «ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοὖτον τίμιον σὦμα τοὖ Φριστοὖ σου. οὐδὲ κατὰ μόνην παρουσίαν. οὐδὲ χάριτι ὑπερβαλλούσῃ. οὐκ ἄρτου οὐσίαν μεταποιεἶ γὰρ ἐξ ἀνάγκης τὴν οὐσίαν τοὖ ἄρτου εἰς θείου σώματος οὐσίαν καὶ τοὖτό ἐστιν ἡ μετουσίωσις. ἀνέστη. κάθηται ἐκ δεξιὦν τοὖ Θεοὖ καὶ Πατρός. καὶ σημαίνει σὦμα. ἐξ ἐκείνου καὶ μέχρι τ῅ς αὐτοὖ παρουσίας καθ᾿ ἑκάστην τράπεζαν ταἶς Ἐκκλησίαις ἁγιάζει τὴν θυσίαν. μέλλει ἐλθεἶν ἐπὶ τὦν νεφελὦν τοὖ οὐρανοὖ. κατακρίνονται καὶ εἰς ὄλεθρον ὆ίπτουσιν ἑαυτούς. ὅτι τὸ ζὦν σὦμα τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ πάρεστιν ἀοράτως πραγματικὴ παρουσία ἐν τ῵ μυστηρίῳ. καθὼς οἱ ἀπὸ Λουθήρου λίαν ἀμαθὦς καὶ ἀθλίως δοξάζουσιν ἀλλ᾿ ἀληθὦς καὶ πραγματικὦς. Οἱ μέντοι ἀξίως μεταλαμβάνοντες αὐτοὖ ζωοποιοὖνται. μεταβαλὦν τ῵ πνεύματί σου τ῵ Ἁγίῳ». Καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἴρηκε «πίετε ἐξ αὐτοὖ πάντες. Ἡ ἐν Κων/πόλει Ἱερὰ ΢ύνοδος ἡ ἐπὶ Διονυσίου Πατριάρχου Κων/πόλεως συγκροτηθεἶσα τὸ 1672 ἐν τῆ ὁμολογίᾳ τ῅ς πίστεως τ῅ς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας λέγει ταὖτα: «Περὶ τοὖ φρικτοὖ Μυστηρίου τ῅ς Εὐχαριστίας πιστεύομεν καὶ ὁμολογοὖμεν ἀδιστάκτως. Καὶ θεοπρεπὦς ἐν αὐτῆ λατρεύεται τὸ τεθεωμένον σὦμα τοὖ ΢ωτ῅ρος Φριστοὖ καὶ θυσία προσφέρεται ὑπὲρ πάντων τὦν ὀρθοδόξων χριστιανὦν. καθώς τινες τὦν Πατέρων εἰρήκασι περὶ τοὖ βαπτίσματος. τὸ δὲ ἐν τ῵ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἸμα τοὖ Φριστοὖ σου. ἤτοι κατὰ τὰ . Ἔτι τέμνεσθαι μὲν καὶ διαιρεἶσθαι εἴτε χερσὶν εἴτε καὶ ὀδοὖσι τὸ σὦμα καὶ τὸ αἸμα τοὖ Κυρίου. μεταποιεἶσθαι. ὅπερ κρεμάμενου ἐπὶ τοὖ σταυροὖ ἐχύθη ὑπὲρ τ῅ς του κόσμου ζω῅ς. «λάβετε. Ἔτι αὐτὸ τὸ πανακήρατον τοὖ Κυρίου σὦμα καὶ αἸμα μεταδίδοσθαι καὶ εἰσδύειν εἰς τὸ στόμα καὶ τὸν στόμαχον τὦν μετεχόντων εὐσεβὦν καὶ ἀσεβὦν πλὴν τοἶς μὲν εὐσεβέσι καὶ ἀξίοις ἄφεσιν ἁμαρτιὦν καὶ ζωὴν αἰώνιον προξενεἶν τοἶς δ᾿ ἀσεβέσι καὶ ἀναξίοις κατάκρισιν καὶ κόλασιν αἰώνιον παραχωρεἶν. Ἔτι μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου οὐκ ἔτι μένειν τὴν οὐσίαν τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου εἴδει καὶ τύπῳ. τὸν δ᾿ οἷνον μεταποιεἶσθαι καὶ μετουσιοὖσθαι εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοὖ Κυρίου αἸμα. ὁ δὲ οἷνος εἰς τὸ ζωηρὸν αἸμα αὐτοὖ. κατὰ συμβεβηκὸς μέντοι.τὴν προδοσίαν λόγῳ ὅτι σχ῅μα πληροἶ ὁ Ἱερεὺς τὰ Δεσποτικὰ φθεγγόμενος ὆ήματα ὆ηθέντα γὰρ ἅπαξ παρὰ τοὖ Φριστοὖ. ὑπὸ τοἶς τοὖ ἄρτου συμβεβηκόσιν. ὅπερ ἐγεννήθη ἐν Βηθλεὲμ ἐκ τ῅ς Ἀειπαρθένου. ἀνελήφθη. ᾗ παρεδίδου ἑαυτὸν ὑπὲρ τ῅ς του κόσμου ζω῅ς. Καὶ αὐτὸν ὅλον τὸν Φριστὸν πιστεύομεν εἷναι τὸν προσφέροντα καὶ προσφερόμενον καὶ προσδεχόμενον καὶ διαδιδόμενον ἁπαξάπασι. τοὖτό ἐστι τὸ αἸμά μου. ὅπερ ὁ Κύριος παρέδωκε τῆ νυκτί. Ὅπερ μυστήριον καὶ λατρεία ἐστὶ καὶ λέγεται. ἐτάφη. ἐβαπτίσθη ἐν Ἰορδάνῃ. ταυτὸν εἰπεἶν. ἐκεἶνο εἷναι. τοὖ Ἱερέως δηλαδὴ πάλιν ἐκεἶνα φθεγγομένου ἐναργὲς λοιπὸν ὁ σημαίνει ὁ του Φριστοὖ λόγος. Λαβὼν γὰρ ἄρτον καὶ εὐλόγησας ἔδωκε τοἶς ἁγίοις Αὐτοὖ μαθηταἶς καὶ Ἀποστόλοις εἰπών. ὡς ἐν τοἶς λοιποἶς μυστηρίοις. Σούτου ἐν τῆ ἱερουργίᾳ πιστεύομεν παρεἶναι τὸν Κύριον Ἰησοὖν Φριστὸν οὐ τυπικὦς. ἑνούμενοι αὐτ῵ τ῵ Φριστ῵ οἱ δὲ ἀναξίως. τὸ ὑπὲρ ὑμὦν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιὦν». καὶ ὁλόκληρον ἀπαθὦς ἐσθιόμενον. Ἐν γὰρ τ῵ εἰπεἶν τὸν λειτουργοὖντα Ἱερέα μετὰ τὰ Κυριακολόγια. ὥστε ἑνοὖσθαι τὴν θεότητα τοὖ Λόγου τ῵ προκειμένῳ τ῅ς Εὐχαριστίας ἄρτῳ ὑποστατικός. μετουσιοὖσθαι. ζώντων καὶ κεκοιμημένων». τότε τῆ ἐνεργείᾳ τοὖ Παναγίου Πνεύματος ὑπερφυὦς καὶ ἀ὇὆ήτως ὁ μὲν ἄρτος μεταποιεἶται εἰς αὐτὸ ἐκεἶνο τὸ ἴδιον σὦμα τοὖ ΢ωτ῅ρος Φριστοὖ πραγματικὦς καὶ ἀληθὦς καὶ κυρίως. ὅπερ ἀνωτέρω κατὰ τάξιν τέταρτον ἐθέμεθα. ἔπαθεν. μυστήριον τ῅ς παντοδυνάμου μεγαλοπρεπείας τοὖ Φριστοὖ τ῵ ὄντι ἐπάξιον καὶ λόγῳ ἀνέκφραστον καὶ λογισμοἶς ἀνθρωπίνοις ἀπερινόητον. οὐδ᾿ εἰκονικὦς. ὥστε μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου μεταβάλλεσθαι. οὐδὲ κατ᾿ ἀναρτισμόν.

ζώντων καὶ τεθνεώτων καὶ ὑπὲρ ὠφελείας πάντων. εἰ μὴ μόνον ὑπὸ Ἱερέως εὐσεβοὖς καὶ ὑπὸ εὐσεβοὖς καὶ νομίμου ἐπισκόπου τὴν Ἱερωσύνην λαβόντος. ὡς κεἶται ὆ητὦς ἐν ταἶς τοὖ μυστηρίου προσευχαἶς ὑπὸ τὦν Ἀποστόλων τῆ Ἐκκλησίᾳ παραδοθείσαις κατὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς διαταγὴν τοὖ Κυρίου. οὐδὲ συμβεβηκός τι τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου εἰς συμβεβηκός τι τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ κατὰ τίνα τροπὴν ἥ ἀλλοίωσιν μεταποιεἶται. Ὅθεν καὶ πολλὦν γινομένων ἐν τῆ οἰκουμένῃ ἐν μιᾶ καὶ τῆ αὐτῆ ὥρᾳ ἱερουργιὦν. καὶ διὰ τοὖτο τὸ μυστήριον τοὖτο μάλιστά ἐστι καὶ λέγεται θαυμαστὸν καὶ πίστει μόνῃ καταληπτόν. ἤτοι τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον. τοὖτο γὰρ ἄληπτον πάντη καὶ ἀδύνατον. οὐδὲ τῆ κοινωνίᾳ ἥ τῆ παρουσίᾳ τ῅ς θεότητας μόνης τοὖ Μονογενοὖς μεταβάλλεται εἰς τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου. Σοὺς γὰρ παραβαίνοντας ἀποποιεἶται καὶ ἀναθεματίζει ἡ καθολικὴ τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησία» (Ὁμολογίας Δοσιθέου ὅρος ΙΖ´). Ἔτι μὴ γίνεσθαι ὑπὸ τίνος ἅλλου τὸ τ῅ς Ἱερ᾵ς Εὐχαριστίας τοὖτο μυστήριον. καὶ ἐν Αὐτ῵ τὸ σὦμα καὶ τὸ αἸμα ἐν πάσαις ταἶς κατὰ μέρος τὦν πιστὦν ἐκκλησίαις καὶ τοὖτο οὐχ ὅτι τὸ ἐν οὐρανοἶς τοὖ Δεσπότου ἐν τοἶς θυσιαστηρίοις κάτεισι σὦμα. ὥστε πρὸ τ῅ς χρήσεως μετὰ τὸν ἁγιασμόν. καθ᾿ ἃ καὶ ὁρατὰ καὶ ἁπλὰ εἷναι ὁμολογοὖνται. ὡς εἴρηται ἀνωτέρω. Ὅθεν καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία φησὶ μερίζεται καὶ διαμελίζεται ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος. ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας. καθ᾿ ὃν τρόπον ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διδάσκει. καθ᾿ ἣν ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος μεταποιοὖνται εἰς τὸ σὦμα καὶ τὸ αἸμα τοὖ Κυρίου. Ἔτι καὶ πρὸ τ῅ς χρήσεως εὐθὺς μετὰ τὸν ἁγιασμὸν καὶ μετὰ τὴν χρ῅σιν τὸ φυλαττόμενον ἐν ταἶς ἱεραἶς θήκαις πρὸς μετάληψιν τὦν ἀποδημ῅σαι μελλόντων ἀληθὲς εἷναι τοὖ Κυρίου σὦμα. ἣν οὐ δεἶ κολοβοὖσθαι κατ᾿ οὐδένα τρόπον ὑπὸ τὦν εὐσεβὦν βουλομένων καὶ ἀποσειομένων τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ τὰς βεβήλους τὦν αἱρετικὦν κενοφωνίας. ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος. Ἔτι εἷναι θυσίαν ἀληθ῅ καὶ ἰλαστικὴν προσφερομένην ὑπὲρ πάντων τὦν εὐσεβὦν. Ἔτι τῆ μετουσίωσις λέξει οὐ τὸν τρόπον πιστεύομεν δηλοὖσθαι. Ἔτι ἐν ἑκάστῳ μέρει καὶ τμήματι ἐλαχίστῳ τοὖ μεταβληθέντος ἄρτου καὶ οἴνου οὐκ εἷναι μέρος τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. καὶ κατὰ μηδὲν διάφορον ἑαυτοὖ. ἀλλ᾿ ὅτι ὁ τ῅ς προθέσεως ἐν πάσαις ταἶς κατὰ μέρος ἐκκλησίαις προκείμενος ἄρτος μεταποιούμενος καὶ μετουσιούμενος μετὰ τὸν ἁγιασμὸν γίνεται καί ἐστιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τ῵ ἐν οὐρανοἶς. καθ᾿ ἑαυτὰ δὲ μένειν ἄτμητα πάντοι καὶ ἀδιαίρετα. ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Φριστὸν παρεἶναι ἀληθὦς καὶ πραγματικὦς. ἀλλ᾿ ὅλον ὁλικὦς τὸν Δεσπότην Φριστὸν κατ᾿ οὐσίαν. δηλονότι ἀξίως. ἁγιάζων. εἷναι κατὰ πάντα τὸ ἀληθὲς τοὖ Κυρίου σὦμα. μετὰ ψυχ῅ς δηλονότι καὶ θεότητας. Ἔτι αὐτὸ τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου τὸ ἐν τ῵ τ῅ς Εὐχαριστίας μυστηρίῳ ὀφείλειν τιμ᾵σθαι ὑπερβάλλοντας καὶ προσκυνεἶσθαι λατρευτικὦς. ἀλλ᾿ ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἷνος μετὰ τὸν ἁγιασμὸν οὐ τυπικὦς οὐδ᾿ εἰκονικὦς.συμβεβηκότα τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. ἡ τρίτη καὶ ἡ ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος. ἐν τῆ χρήσει καὶ μετὰ τὴν χρ῅σιν. μὴ γίνεσθαι πολλοὺς Φριστοὺς ἥ πολλὰ σώματα Φριστοὖ. ο὘ σοφίσμασι σοφίας ἀνθρωπίνης τὴν ματαίαν καὶ ἀνόητον ἐν τοἶς θείοις περιέργειαν ἀποσείεται ἡ εὐσεβὴς καὶ θεοπαράδοτος ἡμὦν θρησκεία. ὁ δ᾿ οἷνος αὐτὸ τὸ τοὖ Κυρίου αἸμα. ἀλλ᾿ ἀληθὦς καὶ πραγματικὦς καὶ οὐσιωδὦς γίνεται ὁ μὲν ἄρτος αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοὖ Κυρίου σὦμα. Σονίζουσι δὲ ὅτι ὁ ἐν τῆ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἄρτος καὶ οἷνος μεταβάλλεται εἰς σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Ἐν ἁπάσαις ταἶς ἀρχαίαις λειτουργίαις καὶ ἐν . ἀλλ᾿ ἀναγκαίως σώαν καὶ ἀδιάσειστον τηρεἶσθαι τὴν νομοθετηθεἶσαν παράδοσιν. Αὕτη ἐστὶν ἐν συντόμῳ ἡ τ῅ς καθολικ῅ς Ἐκκλησίας καὶ περὶ τοὖ μυστηρίου τούτου δόξα καὶ ἀληθὴς ὁμολογία καὶ ἀρχαιοτάτη παράδοσις. Ἓν γὰρ τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου. πλὴν αὐτοὖ τοὖ Θεοὖ. ἐν πολλοἶς τόποις καὶ οὐ πολλά. Μία γὰρ ἡ προσκύνησις τ῅ς Ἁγίας Σριάδος καὶ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. οὐδὲ χάριτι ὑπερβαλλούσῃ. βλάσφημον γὰρ τοὖτο καὶ ἄθεον. καὶ τοἶς πιστεύουσιν ἀμάθειαν ἅμα καὶ ἀσέβειαν ἐπιφέρει. Σὴν πίστιν τ῅ς Ἐκκλησίας ἐν τῆ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἐκύρωσεν ἡ πρώτη.

Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. ὡς Τἱὸς καὶ Θεός. πλὴν ἐνταὖθα δεν γενν᾵ται κυρίως ἐκ πατρὸς ἥ μητρός. διότι τοὖτο ὑπερέχει ὅλων τὦν ἄλλων κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ὑπερβασίαν τὦν ὅρων τ῅ς φύσεως. ποιόν. διότι εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν εἷναι μὲν αὐτὸς ὁ Τἱός. ἐὰν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν ἕτερον θαὖμα. ἀλλ᾿ ὡς σὦμα Φριστοὖ δεν δαπαν᾵ται. διὸ καὶ δικαίως τὸ θαὖμα τὦν θαυμάτων καὶ τὸ μυστήριον τὦν μυστηρίων δύναται να κληθῆ καὶ να θεωρηθῆ. Θαὖμα κατὰ ποσὸν διότι ὅλον τὸ σὦμα τοὖ Φριστοὖ εἰς ὅλον τὸν ἅγιον ἄρτον καὶ ἐπίσης ὁλόκληρον εἰς π᾵σαν μερίδα. τίνι τρόπῳ γενν᾵ται ἐν χρόνῳ καὶ ἐκ γυναικὸς ὁ ἀΐδιος Θεός. ἤτοι τ῅ς μεταβολ῅ς τοὖ ἄρτου καὶ οἴνου εἰς σὦμα αὐτοὖ. ὑφ᾿ ἃς ἐκδηλοὖνται οἱ νόμοι τ῅ς φύσεως. εἷναι τὸ μεγαλύτερον ὅλων τὦν θαυμάτων. ἐπίσης εἷναι καὶ τὸ ὑψηλότερον. τὸ κατὰ πάντα τρόπον ἀπόκρυφον. Θαὖμα κατὰ τὸ πότε διότι ὡς σὦμα Φριστοὖ εἷναι ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον ὡς αἸμα Φριστοὖ εἷναι πηγὴ ζω῅ς αἰωνίου ἀλλὰ διαμένουσι τὰ θεἶα ἰδιώματα ἐν τῆ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἐνόσω διαμένουσι τὰ εἴδη τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. πού. ὅτι γενν᾵ται. Σὸ παραδοθὲν παρὰ τοὖ Κυρίου μυστήριον τ῅ς θείας Εὐχαριστίας εἷναι τὸ ἀνώτερον ὅλων τὦν μυστηρίων εἷναι τὸ θαυμασιώτερον τὦν θαυμάτων. διότι ἡ μετάληψις τὦν ἀχράντων μυστηρίων ἐγγίζει μὲν τὴν αἴσθησιν. τρώγεται μέν. ὡς ἀναστὰς καὶ ἀνερχόμενος εἰς οὐρανούς. δεν ἀναφέρεται οὔτε εἰς πατέρα οὔτε εἰς μητέρα. ποιεἶν. Θαὖμα κατὰ τὸ κεἶσθαι διότι εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν θεωρεἶται ὁ Ἰησοὖς κείμενος ἐν τῆ φάτνῃ. πρός τι. καὶ ὁ αὐτὸς εἰς τὸ Ἱερὸν ἡμὦν θυσιαστήριον. ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρωπότης ὥστε εἷναι μυστήριον τὦν μυστηρίων. τ῅ς θείας μεταλήψεως κρύπτεται οὐ μόνον ἡ θεότης. ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων ἡ μυστικὴ πληροφορία τὦν ἐπαξίως κοινωνούντων. κεἶσθαι. ἀλλὰ μένουσι καί τινες. ἔχειν. αὐτὴ μόνη μαρτυρεἶ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τ῅ς Ἐκκλησίας. οὓς ὀνομάζει κατηγορίας. τὸ μέγιστον κράτος τ῅ς θείας αὐτοὖ παντοδυναμίας. τὸ ὑπερβαἶνον πάντας τοὺς ὅρους τ῅ς φυσικ῅ς γνώσεως· διὰ τοὖ μυστηρίου τούτου ὁ Θεὸς ἔδειξεν εἰς ἡμ᾵ς. ὃν ἐγέννησεν ἐν χρόνῳ ἡ Παρθένος Μαρία. ποσόν. διότι πάντα μὲν τὰ θαύματα προέρχονται ἐξ ὑπερβασίας νόμων τινὦν τ῅ς φύσεως. Θαὖμα τέλος κατὰ τὸ πάσχειν. Ὁ Ἀριστοτέλης ὁρίζων τοὺς τρόπους τ῅ς ὑπάρξεως τὦν φυσικὦν πραγμάτων ἀνάγει αὐτοὺς εἰς δέκα. τὸ μυστήριον ὅμως τ῅ς θείας μεταλήψεως ὑπερέβη πάντας. ὡς ἐπὶ τοὖ σταυροὖ. ὑπερβαίνει μὲν πολλοὺς ὅρους. ἐπειδὴ ὑπερβαίνει πάντας τοὺς ὅρους ἥ τὰς κατηγορίας. νοοὖμεν ὅμως. Θαὖμα κατὰ τὸ ἔχειν διότι τὸ σὦμα καὶ αἸμα τοὖ Κυρίου ἔχει ἐξωτερικὴν περιβολὴν τὰ εἴδη τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. ὡς γεννηθείς. Σὸ μυστήριον τ῅ς θείας Εὐχαριστίας ὑπερβαίνει πάντας τοὺς εἰρημένους τύπους διὸ καὶ δικαίως θαὖμα θαυμάτων δύναται να κληθῆ. ὡς σοφὸς δέ. Θαὖμα κατὰ πρός τι δηλαδὴ κατὰ τὴν σχέσιν. Θαὖμα κατὰ τὴν οὐσίαν διότι τὰ ἅγια δὦρα. ὡς πάσχων. ἀλλ᾿ ὡς σὦμα Φριστοὖ δεν διαιρεἶται. διότι βλέπομεν αὐτὸν τέλειον ἄνθρωπον. ὑφ᾿ ἃς ἀντιλαμβανόμεθα αὐτοὖ. Θαὖμα κατὰ ποιὸν διότι αἰσθανόμεθα μὲν τὴν ποιότητα τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου. μετὰ τὴν εὐλογίαν καὶ τὸν ἁγιασμὸν εἷναι οὐσία τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Φριστοὖ. ἥ πολλὰς κατηγορίας. εἷναι τὸ ὑψηλότερον ἐξ ὅσων ἡ σοφία τοὖ Θεοὖ ἐπενόησεν. ὡς δυνατός. ἐπειδὴ ὑπερβαίνει π᾵σαν κατάληψιν. ἀλλὰ τελεσιουργεἶται μυστηριωδὦς.αὐταἶς ταἶς τὦν ἀποσχισθεισὦν Ἐκκλησιὦν ὑπάρχουσιν εὐχαὶ πρὸς μεταβολὴν τοὖ ἄρτου καὶ τοὖ οἴνου εἰς σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. Ὅθεν ἡ θεία Εὐχαριστία. ὅσα ἡ δύναμις τοὖ Θεοὖ ἐξετέλεσεν. Θαὖμα κατὰ τὸ ποιεἶν (εἴτε ἐνεργεἶν). ἀλλὰ τρώγομεν καὶ πίνομεν σὦμα καὶ αἸμα Φριστοὖ. ἐνὼ πρὸ τ῅ς εὐλογίας εἰσὶν οὐσία ἄρτου καὶ οἴνου. ὅσα ἡ ἀγάπη τοὖ Θεοὖ ἐχαρίσατο τοἶς ἀνθρώποις. εἷναι δὲ καὶ τὸ τιμιώτερον ὅλων τὦν χαρισμάτων. Ἡ ἐκ Παρθένου γέννησις τοὖ ΢ωτ῅ρος εἷναι μὲν θαὖμα. Θαὖμα κατὰ τό ποὖ διότι ὁ αὐτὸς Ἰησοὖς Φριστὸς εἷναι καὶ εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ εἰς τὴν Γ῅ν. ὡς ἀναληφθεὶς καὶ καθήμενος ἐν δεξιᾶ τοὖ Πατρός. ἀλλ᾿ ἁγιάζει τὸ πνεὖμα. διότι ὁ θεἶος ἄρτος μελίζεται μέν. Μέγεθος καὶ ἀξία τοὖ Μυστηρίου τ῅ς θείας Εὐχαριστίας. (εἴτε ἐνεργεἶν) καὶ πάσχειν. Σὸ μέγεθος τοὖ θαύματος τούτου θέλει γίνει καταληπτόν. πότε. εἰσὶ δὲ αἱ ἑξ῅ς: οὐσία. ὥστε ἐν τ῵ τρόπῳ τ῅ς μετουσιώσεως. διότι δεν ἐννοοὖμεν. τὸ . Εἰς τὸ μυστήριον ὅμως.

Ἂν τοὖτο κατορθώσωμεν. διότι ἀφοὖ ὁ Θεὸς διέταξε τ῵ ΜωὉσῆ να λύσῃ τὸ ὑπόδημα. Ὁ Ἀπόστολος Παὖλος νουθετὦν τοὺς Κορινθίους μὴ ἐτεροζυγεἶν ἀπίστοις. Ὑποδείξαντες δὲ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξίαν αὐτοὖ. Ἂς ἐξετάζῃ λοιπὸν ἕκαστος τὴν ἑαυτοὖ συνείδησιν πρὦτον. διδάσκει ἡμ᾵ς ὁ Ἀπόστολος Παὖλος. Πὦς λοιπὸν θὰ πλησίασης μὲ βεβαρημένην συνείδησιν τὸ πὖρ. καὶ ἅν εὕρῃ αὐτὰς ἐν θεαρέστῳ καταστάσει. ἵνα ἀξίως μεταλαμβάνωμεν. τὸ διὰ τ῅ς θείας μεταλήψεως κοινων῅σαν μετὰ τ῅ς ψυχ῅ς τοὖ . καὶ ἐκ τοὖ ποτηρίου πινέτω. δυνησόμεθα μετὰ καθαροὖ συνειδότος καὶ τῆ Ἱερᾶ ταύτῃ καὶ φρικτῆ τραπέζῃ προσελθεἶν καὶ τὰ ὆ήματα ἐκεἶνα τὰ τῆ εὐχῆ συνεζευγμένα μετὰ πα὇὆ησίας φθέγξασθαι. πόσον ὀφείλεις σύ. ἐν ᾧ ἵστατο ἦν ἅγιος. Ὁ θεἶος Φρυσόστομος ἑρμηνεύων τοὖτο τὸ ὆ητὸν λέγει τὰ ἑξ῅ς: «Ἐνδὸν ἐν τ῵ συνειδότι ἐνώπιον τοὖ Θεοὖ τοὖ τὰ πάντα ὁρὦντος ποιοὖ τὴν κρίσιν καὶ τὦν ἡμαρτημένων τὴν ἐξέτασιν. καὶ οὕτω μετὰ καθαροὖ συνειδότος τ῅ς Ἱερ᾵ς ἅπτου τραπέζης καὶ τ῅ς ἁγίας μέτεχε θυσίας. ἔκκλινον ἀπὸ κακοὖ καὶ ποίει χρηστότητα. Διότι ὁ Ἅγιος ἐκεἶνος ἄρτος οὐχὶ τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου ἐστί. λὖσον π᾵σαν ἄδικον συναλλαγήν. Φαρακτὴρ τοὖ ἐπαξίως μεταλαμβάνοντος. ὥστε τίς κοινωνία ἁμαρτωλ῵ πρὸς τὴν θείαν μετάληψιν. κρἶμα ἑαυτ῵ ἐσθίει καὶ πίνει μὴ διακρίνων τὸ σὦμα τοὖ Κυρίου» (Α´ Κορ. «Ὁ τρώγων μου τὸ σὦμα καὶ πίνων μου τὸ αἸμα ἐν ἐμοὶ μένει καγὼ ἐν αὐτ῵» (Ἰω.μέγιστον ὕψος τ῅ς θείας ἀγαθότητος. ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἠθικὴν αὐτοὖ κατάστασιν καὶ τὴν σχέσιν αὐτοὖ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον αὐτοὖ. ὃν κλὦμεν. Ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων. να λύσῃς πάντα δεσμὸν ἁμαρτίας. ὃ εὐλογοὖμεν. φωτισθῆς καὶ γίνῃς ταμεἶον τ῅ς θείας χάριτος. γ´ 3). τὸ φλέγον ἀναξίους. πὦς μὲν κατορθωκότες τὴν ἐντολὴν μετὰ πα὇὆ησίας προέσθαι ταὖτα δυνάμεθα κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεἶνον τὸν φοβερόν». στ´ 54). ἐπίστρεψον εἰς τὸν Κύριον καὶ πρόσελθε. «Σὸ ποτήριον τ῅ς εὐλογίας. διδάσκει ἡμ᾵ς αὐτὸς ὁ Θεός.» (Α´ Κορ. ἄλλως ἅς ἐπιφυλαχθῆ διότι οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ ἁγίου καὶ ἐναγοὖς. Σίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος. καὶ οὕτως ἐκ τοὖ ἄρτου ἐσθιέτω. ἀπόδος τὸ ἀλλότριον. λέγων: «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν. Φριστιανέ. λέγει «Σίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία. διότι τὸ πὖρ τ῅ς θεότητος. ἴσασιν οἱ μεμυημένοι τὸ λεγόμενον διὸ τ῵ ἑκάστου συνειδότι καταλιμπάνω εἰδέναι. οὐχὶ κοινωνία τοὖ αἵματος τοὖ Φριστοὖ ἐστι. στ´ 14). Ὀφείλομεν ἄρα πλησιάζοντες να προσερχώμεθα μετὰ πάσης εὐλαβείας. ἵνα μείνῃς ἐν αὐτ῵ καὶ αὐτὸς ἐν σοί. ἵνα δεχθῆς ἐν σοὶ ὅλον τὸν Θεόν. ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας ἐπ᾿ αὐτοὖ. γ῅ ἁγία ἐστί» (Ἐξ. ἀλλὰ να λύσῃ τὸ ὑπόδημα τὦν ποδὦν αὐτοὖ εἰς σημεἶον εὐλαβείας διότι ὁ τόπος. ἵνα πλησίασῃ τόπον ἅγιον. ἤτοι μὴ λαμβάνειν συζύγους ἀπίστους. Ὤ! Πόσον εὐδαίμων καὶ μακάριος δέον να λογίζηται ὁ ἐπαξίως τὦν θείων μεταλαμβάνων μυστηρίων! Ο὘τος ἐξέρχεται τοὖ ναοὖ ὅλος ἀνακαινισθείς. Ὅτι δὲ μετ᾿ εὐλαβείας πρέπει να προσερχώμεθα. ΢ὺ σεαυτοὖ γενοὖ κριτὴς καὶ τὦν βεβιωμένων ἀκριβὴς δικαστής. ἵνα ἑνωθῆς μετὰ τοὖ Φριστοὖ. Σοὖτο τὸ μυστήριον τ῅ς θείας Εὐχαριστίας. ι´ 16). διώρθου τὰ πλημμελήματα. καθ᾿ ὃν ἀνάγκη να προσερχώμεθα εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν. διατάξας τ῵ ΜωὉσῆ να μὴ πλησίασῃ τῆ καιομένῃ βάτῳ ὑποδεδεμένος. καὶ πάντα τοὖ βίου ἀναλογιζόμενος ὑπὸ τοὖ νοὖ τὸ κριτήριον ἄγε τὰ ἁμαρτήματα. ἵνα ἁγιασθῆς ὅλος. ἤδη μεταβαίνομεν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοὖ τρόπου καθ᾿ ὃν πρέπον εἸναι να προσερχώμεθα εἰς τὴν μετάληψιν αὐτοὖ. Πὦς πρέπει να προσερχώμεθα εἰς τὴν μετάληψιν τὦν θείων μυστηρίων Σὸν τρόπον. τὸν ἄρτον. ἐρευνᾶ τὸ συνειδὸς καὶ τότε δέχου τὸ δὦρον. ἅς προσέλθῃ νὰ κοινωνήσῃ. Σίς δὲ συμφώνησις Φριστοὖ πρὸς Βελίαρ. οὐχὶ κοινωνία τοὖ σώματος τοὖ Φριστοὖ ἐστι. ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως.» (Β´ Κορ. Καὶ τὸ ἅγιον ποτήριον οὐχὶ τὸ αἸμα τοὖ Κυρίου ἐστί. λύσαι τὸ ὑπόδημά σου ἐκ τὦν ποδὦν σου ὁ γὰρ τόπος. Ὅθεν λὖσον πάντα πρὸς τὸν πλησίον σου δεσμὸν ἔχθρας. καθαροὶ παντὸς μολυσμοὖ σαρκὸς καὶ πνεύματος. ια´ 28-29). «ΜωὉσ῅! Μὴ ἐγγίσῃς Ὠδε.

ἀλλ᾿ ἄραγε ο὘τοί εἰσιν ἀληθεἶς χριστιανοί. δεν διατελεἶ ὑπὸ τὰς διαθέσεις ἡμὦν. δυνάμεθα να μετανοὦμεν καὶ ἐπιστρέφωμεν ἀπὸ τὦν πονηριὦν ἡμὦν πρὸς τὸν Κύριον. ἡ σωτηρία ἄρα ἡμὦν. Ἡ στάσις αὐτὦν πρὸς τὸν χριστιανισμὸν εἷναι τοιαύτη. καὶ τανάπαλιν . διότι οὐχὶ ἀπολύτως ἐκ τ῅ς ἰδίας σου ἐξαρτ᾵ται θελήσεως ἡ μετάνοιά σου καὶ ἡ σωτηρία σου. αὐτὴν δὲ θείας ἐνέπλησε χάριτος.τὶ εἴπωμεν περὶ αὐτὦν. οὕτως εἰπεἶν. ὅτι οἱ τοιοὖτοι πελαγοδρομοὖσιν ἄνευ πυξίδας. Σὶ καλέσωμεν αὐτούς. διότι οὐδεμία ἑτέρα ὑπάρχει σωτηρίας ἔξοδος. Ὁ ἐπαξίως κοινωνήσας ἔλαβεν ὡς ἀ὇὆αβὦνα τὴν οὐράνιον βασιλείαν. ο὘τος μόνος αἰσθάνεται τὴν ἐπελθοὖσαν ἀλλοίωσιν. ἀλλὰ τοὺς ἐξ ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως. ὁποίαν μόνον οἱ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἔχουσιν. ὡς γινώσκομεν ὅτι συμβαίνει. ὅτι εἴμεθα κύριοι τ῅ς σωτηρίας ἡμὦν καὶ ὅτι. καὶ καθιστᾶ ἐπίφοβον καὶ αὐτοἶς τοἶς δαίμοσιν. ἥ τοὺς μὴ δυναμένους ἐκ κωλύοντας ἁμαρτήματος να μεταλάβωσιν. τὰς μὲν ἁμαρτίας αὐτ῅ς κατέφλεξεν. ἀλλὰ καὶ ἐκ τ῅ς θελήσεως τοὖ Θεοὖ. μὴ εἴπῃς. ψυχικήν τε καὶ σωματικὴν ἀπέχοντας τ῅ς θείας Εὐχαριστίας. εὑρίσκεται δὲ ἐνδεδυμένος τὴν θείαν πανοπλίαν. διότι δύσκολος ἔσται ἡ ἐπιστροφή σου. πόσον δεν οἰκτείρει. τοὖ ἐπαξίως κοινωνήσαντος. Αἱ ἀρεταὶ π᾵σαι περικοσμοὖσι τὴν καρδίαν αὐτοὖ. αἳ πρὸς πάντας περὶ αὐτοὖ ὁμιλοὖσαι. τὸν νοὖν διεφώτισε καὶ τὴν καρδίαν τ῵ φόβῳ τοὖ Θεοὖ καθήλωσε καὶ τέλος ἀνέδειξε σκήνωμα πνεύματος μόνου. Πρὸς τοὺς τοιούτους μίαν ἔχομεν να ἀποτείνωμεν ἀδελφικὴν συμβουλήν. ὡς ἐς λουσαμένη ἐπὶ τὸν βόρβορον. ὡς μὴ ἐξαρτωμένη ἀπολύτως ἐκ τ῅ς ἡμετέρας βουλήσεως. Ἰδοὺ ὁ χαρακτὴρ τοὖ ἀληθὦς καὶ ἐπαξίως μεταλαμβάνοντος. Ἡ ψυχικὴ γαλήνη. ὅτε ἐπαναστήσεται κατ᾿ αὐτὦν ἡ θάλασσα καὶ πνεύσουσιν ἰσχυροὶ οἱ ἄνεμοι καὶ τὰ κύματα κατακλύσουσι τὸ σκάφος αὐτὦν. Ἔρημοι τότε καὶ ἐστερημένοι τ῅ς θείας παρηγορίας. ἣν δίδωσιν ἡ συναίσθησις τ῅ς μετὰ τοὖ Θεοὖ διαλλαγ῅ς καὶ κοινωνίας. διότι σὲ Ἠξίωσε να γίνης κοινωνὸς τοὖ σώματος καὶ αἵματος αὐτοὖ. Εἰς ποίαν τάξιν χριστιανὦν κατατάξωμεν αὐτούς. καὶ ὡς κύων ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα. διότι ἡ ὑγεία τ῅ς ψυχ῅ς ἐπιδρ᾵ καὶ ἐπὶ τ῅ς ὑγείας τοὖ σώματος. Ἡ καρδία τοὖ ἐπαξίως κοινωνήσαντος πληροὖται χαρ᾵ς ἀφάτου καὶ θυμηδίας ἀ὇὆ήτου. ἡ χάρις τοὖ Θεοὖ καὶ ἡ θέλησις τοὖ ἀνθρώπου. καὶ ἡ βασιλεύουσα ἐν αὐτ῵ οὐρανία εἰρήνη. δι᾿ ἀξίων τῆ ἡμέρᾳ ἔργων δίελθε αὐτὴν καὶ ἁγίασον αὐτὴν καὶ ἔχε αὐτὴν ὡς παράδειγμα καὶ διὰ τὰς λοιπὰς τοὖ βίου σου ἡμέρας. τὰς δυνάμεις τ῅ς ψυχ῅ς ἐνίσχυσε. ἄνευ πηδαλίου καὶ ἄνευ κυβερνήτου. ὅπως σωθὦσι. δύο περιστέφουσαι αὐτὸν χάριτές εἰσιν. ὅπως τὸ τ῅ς σωτηρίας ἀποτέλεσμα ἐπέλθῃ.ἀνθρώπου. διότι εἰς τὴν σωτηρίαν τοὖ ἀνθρώπου δύο ἐνεργοὖσι παράγοντες. ὅτι ὁ Κύριος πάντας θέλει σωθ῅ναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας . οὐχὶ πλέον τοὺς ἀναξίως μεταλαμβάνοντας. κατοπτρίζονται ἐπὶ τοὖ ἱλαροὖ προσώπου. να σπεύσωσι να κοινωνήσωσιν. ἥτις προφυλάττει αὐτὸν ἀπὸ παντὸς κακοὖ καὶ πάσης τοὖ πονηροὖ ἐπιβουλ῅ς. μὴ ἀνεχθῆς τοὖ λοιποὖ να λυπήσῃς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακα τ῅ς ψυχ῅ς καὶ τοὖ σώματός σου ἐπιστρέφων εἰς τὰς πρώτας σου κακίας. ὁπόταν εἷναι ἡμἶν ἀρεστόν. ἁγνότης καὶ ἀθῳότης. π᾵σα δὲ αὐτοὖ ἡ ἐξωτερικὴ ὄψις μαρτυρεἶ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοὖ ἠθικὴν κατάστασιν.τι δὲ ἡμεἶς δυνάμεθα να γινώσκωμεν εἷναι. Ὅθεν δέον ἀμφότεροι να συνεργασθὦσιν. Σαὖτα ἔχων τις ὑπ᾿ ὄψιν. θέλουσιν ἀτενίζει μὲ ὀφθαλμὸν ἔνδακρυν καὶ μὲ βλέμμα ἀπελπισίας τὰ ἀνοιγόμενα πρὸ τὦν ποδὦν αὐτὦν βάραθρα τὰ ἀπειλοὖντα καταπόντισμον καὶ παντελ῅ ἀφανισμόν. οὐχί! οὐχί! Ἀληθές. Μετὰ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν Μετὰ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν ὕμνησον εὐθὺς καὶ εὐχαρίστησον τὸν Κύριον. οὐαὶ δὲ αὐτοἶς τῆ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. πόθος δὲ αὐτοὖ εἷναι ἡ μετὰ τοὖ Κυρίου ἕνωσις. Σοὖτο ἡμἶν ἄδηλον ὅ. διὸ καὶ δεν δυνάμεθα να φρονὦμεν. τὰς φρένας ἡγίασε. τοιαὖτα τὰ ἀποτελέσματα τ῅ς θείας μεταλήψεως. ὅτι καὶ πάλιν μετανοὦ καὶ πάλιν καθαρίζομαι. ἐπὶ δὲ τ῵ ἀνακαινισμ῵ αὐτοὖ εὐφραίνεται. πρὸς τὴν ἐκ τ῅ς θείας μεταλήψεως προσγινομένην ὠφέλειαν.

διότι οἱ τοιοὖτοι δεν ἐξετίμησαν τὸν χριστιανισμόν. ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμμένειν τινὰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν ἀδιάφορον καὶ ἀμετανόητον. γνωστὸν γενέσθω αὐτοἶς ὅτι σωτηρία οὔκ ἐστιν αὐτοἶς. Σὸ τιθέναι τὴν μετάνοιαν ἐν τῆ ἀδυναμίᾳ. φρονεἶ. ἀλλὰ καὶ τὸν νομοθέτην περιφρονεἶ καὶ περιυβρίζει. ὅτι ἡ συναίσθησις εἷναι ὁ παράγων τ῅ς μετανοίας. ἀδύνατον ἄρα ὁ τοιοὖτος να τύχῃ σωτηρίας. Ἐὰν ἡ συναίσθησις δὲν διεγερθῆ. εἴτε ἐκ τ῅ς ἀσθενείας τοὖ σώματος εἴτε ἐξ ἑτέρου τινὸς κωλύματος. διότι οὐδὲ μετάνοια ἔσται. ἀλλ᾿ ἀναμένει τὸν ἁμαρτωλὸν τὸν ἐξ ἀγνοίας ἁμαρτάνοντα. καὶ ἰδοὺ διατί. ἄνευ τ῅ς προσκτήσεως ἀρετὦν καὶ ἄνευ ἀγώνων. ὅτι εὑρίσκονται ἐν μετάνοιᾳ μὴ κατεργαζόμενοι τὰ πονηρά. διότι ὁ μὴ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν μετανοὦν. καὶ τὸ «φρόνιμοι γίνεσθε» καὶ ὅλας τὰς λοιπὰς χριστιανικὰς ἐντολάς. οὐχ ἧττον. ἅν εἷναι λοιπόν ποτε δυνατὸν να ὁρίσωσιν ὅ. εἰσὶ δὲ οἱ κατὰ τοὖ Πνεύματος βλασφημήσαντες. ἄνευ τελειώσεως κτλ. «οὐ θέλω θελήσει τὸν θάνατον τοὖ ἁμαρτωλοὖ ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζ῅ν αὐτόν». δι᾿ Ὠν προτρεπόμεθα εἰς τὴν ἀρετήν. τὴν ἄρσιν τὦν ἐλατηρίων πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν εὔκολον προπαρασκευὴν αὐτοὖ πρὸς τὴν μετάνοιαν. ἀφοὖ ἡ συναίσθησις καθεύδη. ἡ μετάνοια προσκαλουμένη φεύγει. ἤτοι τὸ λέγειν θὰ μετανοήσω ὅταν γηράσω. ο὘τος οὐ μόνον τὸν θεἶον προσβάλλει νόμον. ἀλλὰ μὴ ὀλιγωροὖντα διὰ τὰ ἴδια ἁμαρτήματα. ὅστις νομίζει. ο὘τοι ταυτίζουσι τὴν μετάνοιαν μετὰ τ῅ς ἀδυναμίας πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Πόσον πλαν᾵ται. Οὐχὶ ἀρετὴν θεωροὖσιν ὡς τ῵ Θε῵ ἀρέσκουσαν. ὅτι ὁ Θεὸς περὶ τὦν σωμάτων μόνον φροντίδα ποιεἶται καὶ ὅτι αὐτὰ ζητεἶ να ὧσιν ἀπηλλαγμένα ὆ύπου. διότι βλασφημία κατὰ τοὖ Πνεύματος δεν εἷναι μόνον τὸ ἀπρεπὦς περὶ αὐτοὖ λαλήσαι καὶ ἀντειπεἶν. τοὖτο δείκνυται ἐκ τὦν σκέψεων καὶ τὦν φρονημάτων αὐτὦν.τι δεν ἐξαρτ᾵ται ἐκ τ῅ς βουλήσεως αὐτὦν. ὅθεν δήποθεν καὶ ἅν προσλαμβάνεται οὗτος. διὸ καὶ νομίζουσιν. Ὁ λόγος τ῅ς πλάνης τοὖ ἀναβάλλοντος τὴν μετάνοιαν εἷναι ἡ τε ἄγνοια τοὖ πνεύματος τοὖ χριστιανισμοὖ καὶ ἡ τ῅ς σημασίας τ῅ς μετανοίας. ο὘τοι ἐξαρτὦσιν αὐτὴν ἐκ τοὖ βουλητικοὖ. Οὐχὶ λοιπὸν ἀληθές. διότι ὁ Θεὸς διὰ τὴν μεγάλην κακίαν τοὖ πολλάκις ἁμαρτήσαντος καὶ μὴ . διότι ἄλλως δεν θὰ ἐφρόνουν ὡς ἀποφαίνονται. τ῅ς ἀγνοίας τ῅ς σημασίας τ῅ς μετανοίας. ἔστω καὶ ἐξ ἀδυναμίας καὶ ἀνικανότητος. τὴν ἀνικανότητα πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ὅπως δήποτε ἀποχὴν ἀπὸ τ῅ς ἁμαρτίας ἄνευ ὅμως τ῅ς μορφώσεως τ῅ς καρδίας. καὶ διότι φρονεἶ. διότι οὗτος ἀγνοὦν τὸ χριστιανικὸν δόγμα. ὅτι δύναται. φρονεἶ δὲ ὅτι ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πρὸς διάπραξιν τ῅ς ἁμαρτίας εἷναι ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν σωτηρίαν! Πόσον πλανὦνται οἱ τοιοὖτοι! Πόσον ἀπέχουσιν ο὘τοι τοὖ ἀληθοὖς πνεύματος τοὖ χριστιανισμοὖ καὶ ἑπομένως πόσον ὀλίγον δύνανται να ὀνομασθὦσι χριστιανοί! Πόσον δὲ ἀπέχουσι καὶ τοὖ τὦν χριστιανὦν κλήρου! Οἱ τοιοὖτοι πλανὦνται ἀναμένοντες μετάνοιαν καὶ σωτηρίαν. ὅταν γηράσωμεν οὐχὶ δι᾿ αὐτ῅ς θέλουσι να φανερώσωσι τὸν χρόνον τ῅ς ἀδυναμίας καὶ ἀνικανότητος πρὸς ἁμαρτίαν. ἐπειδὴ ὁ τοιοὖτος οὐδέποτε θέλει μετανοήσει. διαβεβαιοἶ ἡμ᾵ς καὶ περὶ τ῅ς ἀληθείας. οὐχὶ δὲ καὶ τὸν ἐν γνώσει ἁμαρτάνοντα καὶ περὶ τὦν ἁμαρτιὦν αὐτοὖ ὀλιγωροὖντα. διότι ἐπὶ σαθρὦν ὅλως θεμελίων οἰκοδομεἶ. ὅτι δεν ἔχει ὁ λέγων γνὦσιν τ῅ς σημασίας τ῅ς λέξεως. ἥ τὸν ἐν γνώσει μὲν ἁμαρτάνοντα συνεπείᾳ ἠθικ῅ς ἀδυναμίας. ἐὰν παραμέλησῃ τὴν ἰκανοποίησιν τ῅ς προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης. ὅτι δὲ οὕτω φρονοὖσι.ἐλθεἶν. ἀπαξιὦν να δώσῃ δίκας τὦν πεπραγμένων ἐπ᾿ αὐτοὖ. εἰς μάτην ἀποφασιζει περὶ τ῅ς μετανοίας του. νὰ ἀποφασισῃ τὴν μετάνοιαν αὐτοὖ. μάλιστα δὲ ἐκ τ῅ς περιλαλήτου καταστάσης πλέον φράσεως. πάλιν δεν δύναται να μετανοήσῃ. ὅτι εἷπεν. διότι ἡ μετάνοια ἐνὦ εἷναι προϊὸν τοὖ συναισθητικοὖ. καὶ τὸ «ἅγιοι γίνεσθε». ὅτι οὗτοι οὐδὲ μίαν περὶ πνευματικοὖ βίου ἔχουσι γνὦσιν. τοὖτ᾿ αὐτὸ δηλοἶ. χωρὶς να διεγερθῆ ἡ συναίσθησις. Ἡ ἀκριβὴς αὐτὴ ὁμολογία αὐτὦν περὶ τοὖ τρόπου. ὅτι τὸ γ῅ρας θέλει φέρει τὴν ἐξάλειψιν τὦν παθὦν. καὶ ἅν δύνανται να μετανοήσωσιν. καθ᾿ ὃν ἀντελήφθησαν τὸ πνεὖμα τὦν ἠθικὦν ἀρχὦν τοὖ Φριστιανισμοὖ. ἀναμένει δὲ τὴν μετάνοιαν τοὖ ἁμαρτωλοὖ.. «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοὖ καὶ ποίει χρηστότητα». Ἀλλὰ καὶ ἅν ἐννοήσῃ ὁ τοιοὖτος. τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν σωτηρίαν.

ἰαθῆ καὶ σωθῆ. . δι᾿ Ὠν ἡ θεία ἰκανοποιεἶται δικαιοσύνη. ἀλλὰ να σπεύδωσι να μετανοήσωσι καὶ ἔργα ἀξία τ῅ς μετανοίας να πράττωσι. ἀλλ᾿ ἐγκαταλείπει αὐτόν.ἰκανοποιήσαντος τὴν θείαν δικαιοσύνην δεν ἐγείρει ἐκ τοὖ ληθάργου τὴν ναρκωθεἶσαν καρδίαν αὐτοὖ. ἀνάγκη ἄρα οἱ ὀρεγόμενοι σωτηρίας καὶ μελλούσης ζω῅ς να μὴ ἀναβάλλωσι τὴν μετάνοιαν αὐτὦν. ὅπως μὴ ἐπιστρέψῃ.

. Σὸ θέμα ταύτης τ῅ς μελέτης μου προ῅λθεν ἐκ τὦν μελετὦν. Προθεωρία Ἀξιότιμοι Κύριοι.Ἅγιος Νεκτάριος ΠΕΡΙ ΣΗ΢ ΕΛΛΗΝΙΚΗ΢ ΥΙΛΟ΢ΟΥΙΑ΢ Ψ΢ ΠΑΙΔΑΓΨΓΟΤ ΣΨΝ ΕΛΛΗΝΨΝ ΠΡΟ΢ ΣΟΝ ΦΡΙ΢ΣΙΑΝΙ΢ΜΟΝ (κείμενο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τὸν κοσμοϊστορικὸ ὆όλο τὦν Ἑλλήνων. Ἐκ τ῅ς μελέτης ταύτης καὶ τ῅ς διευθετήσεως τ῅ς ὕλης ἐπείσθην. ὡς θέμα πολλ῅ς σπουδαιότητος διὰ τοὺς Ἕλληνας. καὶ ἡ φιλοσοφία ἀπέβη πίστις εἰς Φριστόν. καὶ ὅτι ὁ ἔρως τ῅ς γνώσεως τ῅ς ἀληθείας ἦν ὁ πρὸς τὴν ἀληθ῅ φιλοσοφίαν αὐτοὺς ἄγων· ο὘τος ἤγαγε κατὰ μικρὸν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸς τὴν εὐκρινεστέραν γνὦσιν τ῅ς ἀληθείας καὶ τελευταἶον πρὸς τὴν ἀποκαλυφθεἶσαν ἀλήθειαν. ὅπως ἀθροίσω π᾵ν ὅ. Κυρίως κείμενο Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐγένετο τῆ Ἑλληνικῆ φυλῆ παιδαγωγὸς πρὸς κατανόησιν τ῅ς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας. δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἅμα τῆ ἐμφανίσει τ῅ς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας ἐγένετο ταύτης ἐραστὴς καὶ ὀπαδὸς καὶ ἐνεστερνίσθη καὶ ἐνεκολπώθη αὐτὴν καὶ τὸ αἸμα αὐτ῅ς ἀφειδὦς ὑπὲρ αὐτ῅ς ἐξέχεεν. Ἕνας λαὸς μὲ τέτοιους φιλοσόφους δὲν μπορεἶ παρὰ νὰ ἀκολουθεἶ τὸν δρόμο ποὺ τοὖ ὁρίζουν. διὰ τοὖτο ἔλαβον ὡς θέμα μελέτης τὴν Ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν ὡς προπαιδείαν εἰς τὸν χριστιανισμόν. Οἱ ἀρχαἶοι Ἕλληνες ΔΕΝ ἦσαν κτήνη παραδομένα στὴν ἀκολασία καὶ στὴν διαφθορὰ ἀλλὰ λαὸς μὲ ἰδιαίτερη ΚΛΗ΢Η! . Οἱ Ἕλληνες συγγραφεἶς ὑπ῅ρξαν τὸ ὑποκείμενον τὦν μελετὦν μου· ὠρμήθην διὰ φλέγοντος πόθου.αὕτη ἡ κλῆσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν· μαρτύριον ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ ἱστορία· μαρτύριον ἡ φιλοσοφία αὐτοῦ· μαρτύριον ἡ κλίσις αὐτοῦ· μαρτύριον αἱ εὐγενεῖς αὐτοῦ διαθέσεις· μαρτύριον ἡ παγκόσμιος ἱστορία· μαρτύριον ἡ μακροβιότης αὐτοῦ. Ὁ ἔρως ἄρα πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὑπ῅ρξεν ὁ λόγος. διὰ τὸ αἰώνιον ἔργον τοῦ Χριστιανισμοῦ μεθ᾿ οὗ συνεδέθη ὁ Ἑλληνισμός. δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ πρώτη ἠσπάσθη τὸν χριστιανισμόν. καὶ περὶ ἀρετ῅ς ὑγιὲς εἰρήκασι. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαύτη ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ ο὘τος ὁ λόγος. καὶ θησαυρίσω τὰς σοφὰς τὦν σοφὦν Ἑλλήνων γνώμας ἐν ἐνὶ τεύχει πρὸς διδασκαλίαν τὦν περὶ τὰς μελέτᾳς ἀσχολουμένων. ὅτι οἱ Ἕλληνες σοφοὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει ὑπ῅ρξαν διδάσκαλοι τ῅ς ἀληθείας. ἰδίως ἐν σχέσει μὲ τὴν διάδοσιν τοὖ Εὐαγγελίου) Ἡ ἀπάντηση τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου σὲ ὅσους ἀδιάκριτα καὶ γενικευμένα καταδικάζουν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες γιὰ διαφθορὰ βίου.. Ὁ ἔρως πρὸς τὴν φιλοσοφίαν ἐγένετο ἔρως πρὸς τὸν χριστιανισμόν. εἰς ἃς ἀπό τινων ἐτὦν ἀσχολοὖμαι.τι περὶ Θεοὖ. Δυὸ λέξεις· ἀλλὰ λέξεις μεσταὶ μεγάλων καὶ ὑψηλὦν ἐννοιὦν· ἐν αὐταἶς ἐγκολποὖται ἡ τελεία περὶ ἀνθρώπου ἔννοια· ἐν αὐταἶς συνάπτονται τὰ πέρατα . ὅτι ταύτης ἐγένοντο ἐρασταὶ καὶ ταύτην ἐπεζήτησαν. ἐξ ἧς δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ συμπεράνωμεν καὶ τὴν αἰωνιότητα αὐτοῦ. περὶ ψυχ῅ς.

ὁ ποδηγέτης πρὸς τὴν εὐσέβειαν. τὴν σχέσιν αὐτοὖ πρὸς τὸ θεἶον. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἷναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τ῅ς ἀληθοὖς ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως. ὅπως ἐμπιστευθ῅ αὐτὦ. ὅπως ἐργασθ῅ πρὸς σωτηρίαν τ῅ς ἀνθρωπότητος. εἷναι ὁ παιδαγωγὸς τοὖ ἀνθρώπου. τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τὴν ἁγίαν πίστιν. ὅτε ἀνηγγέλθη αὐτ῵. τὴν θρησκείαν τ῅ς ἀποκαλύψεως καὶ τὸ θεἶον ἔργον τ῅ς ἀποστολ῅ς αὐτ῅ς. ἡ λεπτότης τὦν διανοημάτων. οὐδέποτε δὲ παύεται οὗσα Ἑλληνική· οἱ ὀπαδοὶ αὐτ῅ς. καὶ τέλος ἡ θειότης τοὖ ἀνθρώπου. εἰς ὃ ἔμελλε νὰ παραδώσῃ τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην. ἡ εὐκρίνεια καὶ ἡ σαφήνεια αὐτὦν. καὶ τὴν σχέσιν τοὖ Θεοὖ πρὸς τὸν ἄνθρωπον· διδάσκουσα τὰ θεἶα ἰδιώματα καὶ τὴν συγγένειαν τοὖ ἀνθρώπου πρὸς τὸ θεἶον.τ῅ς φιλοσοφικ῅ς ἐνεργείας· ἐν αὐταἶς περιλαμβάνεται τὸ σύνολον τὦν ἐπιστημονικὦν ἀρχὦν· ἐν αὐταἶς ἐκφράζεται τὸ πνεὖμα τ῅ς ἀναπτυχθείσης ἀνθρωπότητος· ἐν αὐταἶς χαρακτηρίζεται ἡ τελεία τοὖ ἀνθρώπου εἰκών· ἐν αὐταἶς ὁμολογεἶται τὸ μέγεθος τοὖ ἀνθρωπίνου νοὖ· τὸ ὕψoς τ῅ς ἀνθρωπίνης διανοίας. ἵνα διαφυλαχθῆ τῆ ἀνθρωπότητι. διὰ τὸ αἰώνιον ἔργον τοὖ Φριστιανισμοὖ μεθ᾿ ο὘ συνεδέθη ὁ Ἑλληνισμός· διότι ἐν῵ ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ἐμφανισθέντα ἐπὶ τ῅ς παγκοσμίου σκην῅ς ἦλθον καὶ παρ῅λθον. πρό὇὆ησις τὦν μελλόντων· οἱ ἐκεἶ ἐμφανισθέντες Ἕλληνες ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλου τοὖ Ἑλληνικοὖ ἔθνους· ἐν τῆ παρουσίᾳ αὐτὦν διεἶδεν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοὖς τὸ ἔθνος ἐκεἶνο. ἡ δύναμις. διδάσκουσα τὸν ἄνθρωπον τίς ἐστι. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς Φριστὸν ἕπεται ὅτι ὁ Ἕλλην πλασθεὶς φιλόσοφος ἐπλάσθη χριστιανός. ὅτι Ἕλληνες ἤθελον ἰδεἶν αὐτόν. Ἕλλην καὶ φιλοσοφία εἰσὶ δυὸ τινὰ ἀναπόσπαστα· μαρτυρεἶ δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος τὦν ἐθνὦν Παὖλος λέγων: Ἕλληνες σοφίαν ζητοὖσιν. τὸ αἰώνιον ἔργον τ῅ς σωτηρίας διὰ τ῅ς διαπλάσεως ἁπάσης της ἀνθρωπότητος κατὰ τὰς ἀρχὰς τ῅ς ἀποκαλυφθείσης θρησκείας. Ἐν τῆ ἱστορίᾳ τοὖ χριστιανισμοὖ ἀπὸ τ῅ς πρώτης σελίδος αὐτ῅ς ἀναφαίνεται ἡ τ῅ς Ἑλληνικ῅ς φυλ῅ς ἐν τ῵ χριστιανισμ῵ δρ᾵σις. μόνον τὸ Ἑλληνικὸν ἔμεινε ὡς πρόσωπον δρὦν ἐπὶ τ῅ς παγκοσμίου σκην῅ς καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰὦνας· καὶ τοὖτο. Ναὶ ὁ Ἕλλην ἐγεννήθη κατὰ θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος τ῅ς ἀνθρωπότητος· τοὖτο τὸ ἔργον ἐκληρώθη αὐτ῵· αὕτη ἦν ἡ ἀποστολὴ αὐτοὖ· αὕτη ἡ κλ῅σις αὐτοὖ ἐν τοἶς ἔθνεσιν· μαρτύριον ἡ ἐθνικὴ αὐτοὖ ἱστορία· μαρτύριον ἡ φιλοσοφία αὐτοὖ· μαρτύριον ἡ κλίσις αὐτοὖ· μαρτύριον αἱ εὐγενεἶς αὐτοὖ διαθέσεις· μαρτύριον ἡ παγκόσμιος ἱστορία· μαρτύριον ἡ μακροβιότης αὐτοὖ. Ὁ Ἕλλην ἀληθὦς ἐγεννήθη. καὶ ἡ κλ῅σις αὐτ῅ς. Ἡ φιλοσοφία εἷναι ἀληθὦς ἀναφαίρετον κτ῅μα τοὖ Ἕλληνος· διαδιδομένη ἀνὰ τὰ ἔθνη προσηλυτίζει αὐτὰ καὶ καθιστὰ αὐτὰ ἑλληνικά. τὶς ἡ ἐν τ῵ κόσμῳ ἀποστολὴ αὐτοὖ. τὸ βάθος τὦν ἐννοιὦν. ἵνα ἀναλάβῃ τὸ μέγα της ἀποστολ῅ς τοὖ χριστιανισμοὖ ἔργον. ἵνα φιλοσοφῆ· διότι ἐγεννήθη διδάσκαλος τ῅ς ἀνθρωπότητος. Ἐν τῆ ἐπιζητήσει αὐτὦν διέγνω τὴν προθυμίαν τ῅ς . Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐδίδαξεν τὴν πρόνοιαν τοὖ Θεοὖ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἐγένετο διὰ τὦν ὑγιὦν αὐτ῅ς θεωριὦν παιδαγωγὸς τ῅ς ἀνθρωπότητος εἰς Φριστόν. ἡ χάρις αὐτὦν. διότι ἡ ἀνθρωπότης δεἶται αἰωνίων διδασκάλων· μαρτύριον τέλος ἡ ἐκλογὴ αὐτοὖ μεταξὺ τὦν ἐθνὦν ὑπὸ τ῅ς θείας προνοίας. διδάσκουσα αὐτὸν τὴν ὕπαρξιν τοὖ Θεοὖ. ἐπλάσθη ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ διαδ῵ αὐτὴν τοἶς ἔθνεσιν. Οἱ θεἶοι τοὖ ΢ωτ῅ρος λόγοι «νὖν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοὖ ἀνθρώπου». ἐνεἶχον βαθεἶαν ἔννοιαν· ἡ ὆῅σις ἦν προφητεία. ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κάλλος τοὖ λόγου. καὶ τί δέον ἐργάζεσθαι. Αὕτη ἐγένετο διδάσκαλος τ῅ς ἀληθείας. ἐξ ἣς δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ συμπεράνωμεν καὶ τὴν αἰωνιότητα αὐτοὖ. οἱ ὁμιληταὶ αὐτ῅ς ἀποβάλοντες τὸ ξένον καὶ βάρβαρον περιβάλλονται τὸ ἑλληνικὸν καὶ τὴν εὐγένειαν· ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία προώρισται ἵνα καταστήσῃ τοὺς πάντας Ἕλληνας· ἐγεννήθη ὑπὲρ τοὖ χριστιανισμοὖ καὶ συνεταυτίσθη μετ᾿ αὐτοὖ. Σὸ ἔργον τοὖτο ἀληθὦς ἀνετέθη τῆ Ἑλληνικῆ φυλῆ· τοὖτο μαρτυρεἶται ὑπὸ τ῅ς ἱστορίας· ἓν μόνον βλέμμα ὆ιπτόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τοὖ χριστιανισμοὖ ἐπαρκεἶ ὅπως πιστώση τὴν ἀλήθειαν ταύτην.

ἣν θα὇὆αλέῳ βήματι ἀναβαίνων ἀνέρχεται αὐτὴν ἀδιαλείπτως τὰς βαθμίδας ἀμείβων. Ἰδοὺ ὁ λόγος τ῅ς πίστεως αὐτοὖ πρὸς τὴν ἀθανασίαν. πόθεν ἡ πληροφορία αὕτη περὶ αἰωνίου ζω῅ς. τὴν ἐκ τ῅ς πίστεως τὦν ἐθνὦν. ἀποβαίνει τ῵ φιλοσόφῳ ἀπειροβάθμιος κλἶμαξ. τὸ γεννηθὲν ἐν ἐμοί. ἐρωτᾶ. διατὶ ἀγαπὦ αὐτό. τὶς ἡ σχέσις ἐμοὖ πρὸς τὸ θεἶον. Σὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀληθὦς πρὸς τὸν σκοπὸν τοὖτον ἐκλήθη ἀπὸ καταβολ῅ς κόσμου καὶ πρὸς τοὖτον μαρτυρεἶται διαπεπλασμένον· ὁ Θεὸς ἐν τῆ θείᾳ αὐτοὖ προνοίᾳ διέπλασεν αὐτὸ ὀφθαλμὸν τοὖ σώματος τοὖ συγκροτουμένου ὑφ᾿ ἁπάσης της ἀνθρωπότητος· ὡς ὄργανον τοιοὖτον ἐν τ῵ σώματι τ῅ς ἀνθρωπότητος ὁ Ἕλλην ἐκλήθη ἵνα ἐργασθῆ καὶ ἐν τ῵ ἔργῳ τ῅ς ἀναγεννήσεως. Πὦς ἡ φύσις ἡ ἐν ἐμοὶ ὑπετάγη τῆ ὑπερφυσικῆ ταύτη δυνάμει. πρὸς ὃ τείνει νὰ ἀφομοιωθ῅. τὸ δὲ κὖρος τοὖ λόγου αὐτ῅ς ἔπεισεν αὐτόν. τὦν αἰσθητὦν πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν. καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ἔθνος. Εἷναι λοιπὸν ὁ . ὅπερ πρὸς τὸν σκοπὸν τοὖτον προώριστο ἀπὸ καταβολ῅ς κόσμου. μία δύναμις. τὶς ἡ σχέσις ἡ ἐμὴ πρὸς τὸ θεἶον. ὅτι ἐν αὐτ῵. πὦς δὲ ἐγὼ ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος ἑκουσίως ὑποτάσσομαι τῆ ὑπερφυσικότητι. ο὘τινος τὸν θρόνον τίθησιν ἐν Οὐραν῵· ἐννοεἶ ὅτι μία ἀρχή. ἣς ἡ κορυφὴ ἐν τ῵ Οὐραν῵. Σὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἕνεκα τ῅ς φυσικ῅ς αὐτοὖ ταύτης ἰδιότητος ἀπέβη ἀληθὦς ὀφθαλμὸς ἐτάζων τὰ τὲ ἐμφαν῅ καὶ τὰ κεκαλυμμένα ὑπὸ τοὖ πέπλου τοὖ μυστηρίου· ἠτένισεν ἔκθαμβον πρὸς τὸ ἔκπαγλον κάλλος τοὖ κόσμου τ῅ς δημιουργίας. πρὸς ὃ ἡ ἐν ἐμοὶ αὕτη δύναμις σπεύδει ἀκατάσχετος. πὦς ἔτι ἐλπίζω ὅτι ζωὴ αἰώνιός μοι ἐπιφυλάσσεται. μία ἄπειρος σοφία. καὶ ὅμως πέποιθα ὅτι ζήσομαι εἰς αἰὦνα· ὁ βίος μου ἅπας τοὖτο μαρτυρεἶ· o βίος τὦν ἀνθρώπων ἁπάντων τοὖτο μαρτυρεἶ· οἱ ἄνθρωποι ζὦσι διὰ τὴν αἰωνιότητα· ὁ ἄνθρωπος ἄρα ἔχει κοινὴν τὴν πληροφορίαν περὶ τ῅ς αἰωνιότητός του· ἡ ἐν αὐτ῵ οἰκοὖσα θεία ἐκείνη δύναμις ἡ ἕλκουσα πρὸς τὸ θεἶον αὕτη περὶ τ῅ς ἀθανασίας καὶ αἰωνιότητός του ἐδίδαξεν αὐτόν· αὕτη μυστικὦς ἐπληροφόρησεν αὐτόν. Ἡ κατανόησις τοὖ θείου ἐκ τὦν θείων αὐτοὖ ἰδιοτήτων γεννᾶ ἐν αὐτ῵ τὸ συναίσθημα τ῅ς ἀγάπης καὶ τ῅ς λατρείας· ἡ καρδία αὐτοὖ πληροὖται θείου τινὸς ἔρωτος καὶ θερμαίνεται ὑπὸ θείου πυρός· αἰσθάνεται. ἓν ὅν θεἶον ἀγαθὸν ἐγένετο ὁ δημιουργός της θαυμαστ῅ς ταύτης δημιουργίας. καὶ μόνον πρὸς οὐρανὸν ἀτενίζων αἴρεται ὁλονὲν ἀπὸ τ῅ς γ῅ς. κατοικεἶ μυστική τις δύναμις. διατὶ ἐπιθυμὦ νὰ ἐξομοιωθὦ πρὸς αὐτό. ἕλκουσα αὐτὸν πρὸς τὸ θεἶον· ἡ ἰσχὺς αὐτ῅ς εἷναι ἀκατάληπτος ἀλλ᾿ ἰσχυρὰ ὡς δύναμις θεία· κυριεύει αὐτοὖ καὶ διευθύνει τάς τε πνευματικὰς αὐτοὖ καὶ σωματικὰς δυνάμεις κατὰ τὴν ἰδίαν βούλησιν· ἔχει βούλησιν ἑτέραν παρὰ τὴν θέλησιν τοὖ αἰσθητικοὖ ἀνθρώπου· αὕτη ἐν αὐτ῵ κρατεἶ καὶ εὐθύνει τὰ πάντα· περίεργον τὸ φαινόμενον· τί τοὖτο. διεἶδε τὴν ἑαυτοὖ δόξαν. διατὶ ἐπιποθὦ αὐτό. ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἀποθνῄσκω καὶ ὁ τάφος καλύπτει τὸ ἄπνουν καὶ νεκρόν μου σὦμα· πὦς ὅμως o θάνατος ἀδυνατεἶ νὰ μὲ πείση ὅτι ἀποθνῄσκω εἰς τὸ παντελές. εἰμὶ λοιπὸν ὄν τι ὑπερφυσικόν. τὶς λοιπὸν εἰμὶ ἐγὼ ὁ ἐκ τ῅ς γ῅ς προελθὦν καὶ τὸν οὐρανὸν ἐπιζητὦν.ἀποδοχ῅ς τ῅ς ἑαυτοὖ διδασκαλίας. ὄσω καὶ ἐν τῆ κατασκευῆ τὦν μεγίστων δημιουργημάτων· ἡ ἀναρίθμητος ποικιλία ἡ ἀπὸ τὦν ἐλαχίστων δι᾿ ἀπείρου σοφίας ἐκτυλισσομένη καὶ πρὸς τὰ μέγιστα καταλήγουσα. ἀποδυόμενος τὸν περιττὸν γήινον φόρτον. χαίρω δὲ ἐπὶ τῆ τοιαύτῃ ὑποταγῆ μ᾵λλον ἥ ἐπὶ τῆ φυσικῆ τὦν ὁρμὦν ἐλευθερία. καὶ ζητεἶ νὰ ἀποβῆ πνεὖμα. καὶ ἀνεζήτησε τὸν θεἶον αὐτ῅ς δημιουργόν· ἀφοσιώθη εἰς τὴν προσφιλ῅ αὐτ῵ ἔρευναν καὶ ἀνεὖρε τὸν θεἶον δημιουργὸν ἐν τοἶς δημιουργήμασιν αὐτοὖ· ἡ εἰκὼν τοὖ θείου καλλιτέχνου δημιουργοὖ θείῳ δακτύλῳ ἐγγεγραμμένη ἐν τοἶς δημιουργήμασιν αὐτοὖ προσείλκυσεν αὐτὸν καὶ ἀφήρπασεν. Ἡ εἰκὼν τοὖ Θεοὖ κατενοήθη ἐν μικρογραφίᾳ ἐν τῆ καλλιτεχνικῆ κατασκευῆ τὦν ὄντων. πρὸς ὃ ζητεἶ νὰ προσπελάση. ὅπως προσεγγίσῃ τ῵ θείῳ πνεύματι. εἰμὶ λοιπὸν πνεὖμα. τοσούτῳ ἐν τῆ θαυμασίᾳ κατασκευῆ τοὖ μικροὖ θαλεροὖ τοὖ ὡραιοτάτου καὶ τερψιθύμου ἀνθυλλίου. βλέπω ὅτι ἀποθνῄσκω. τὶς ἡ σχέσις τ῅ς γ῅ς πρὸς τὸν Οὐρανόν.

τι ἐπεθύμει νὰ γνωρίση. διότι λατρεύει τὸ θεἶον. ὅτι οἱ πνευματικοὶ νόμοι δέον ἐστι νὰ ὧσιν ἰσχυρότεροι τὦν ἐν αὐτ῵ φυσικὦν νόμων· ὅτι πρέπον ἐστὶν ἐν αὐτ῵ νὰ ἐπικρατὦσιν ο὘τοι ὡς λογικοί· ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος ἀφομοιούμενος τ῵ Θε῵. Ὁ Ἕλλην ἀνευρὦν ἐν τ῵ χριστιανισμ῵ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὴν εἰκόνα τοὖ τελείου. οἷος ἀληθὦς ἐστι· διὰ τ῅ς γνώσεως τοὖ Θεοὖ ἔσχε τελείαν ἑαυτοὖ γνὦσιν· γνωρίσας δὲ ἑαυτὸν ἔγνω τὴν σχέσιν αὐτοὖ πρὸς τὸ θεἶον.τι αὐτὸς ἐπόθει καὶ ἐπεζήτει. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὸν χριστιανισμόν· ὅτι δὲ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τοιοὖτος ὑπ῅ρξε ποδηγέτης μαρτυρεἶ καὶ o ἱερὸς πατὴρ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς λέγων: «ἦν μὲν οὗν πρὸ τ῅ς τοὖ Κυρίου παρουσίας εἰς δικαιοσύνην Ἕλλησιν ἀναγκαία· νυνὶ δὲ χρησίμη πρὸς θεοσέβειαν γίνεται. ἐὰν τὲ ἡμέτερα· . παράσχῃ τὴν λύσιν τὦν αἰωνίων προβλημάτων. ἐν ᾧ ἤθελε νὰ ζῆ· ἡ γνὦσις τοὖ καλοὖ. καὶ ἡ ἐπιστήμη. ἐγείρῃ αὐτὸν καθεύδοντα. Ἔγνω δ᾿ ὅτι ἡ ἐν τ῵ κόσμῳ ἀποστολὴ τοὖ εἷναι ἡ τελείωσις. νὰ μάθη. καὶ τὸν μόνον διδάσκαλον τὸν δυνάμενον νὰ διδάξῃ αὐτὸν π᾵ν ὅ. τ῅ς ἀληθείας καὶ τ῅ς ἐπιστήμης· διότι ἀληθὦς αἱ ἀρεταὶ αὔται κέκτηνται τελειωτικὴν ἐν αὐταἶς δύναμιν· διότι ἡ μὲν εὐσέβεια γίνεται προσπέλασις πρὸς τὸ θεἶον. ἀγάγῃ πρὸς τὸν Θεόν. διότι ἀγαπᾶ τὸ θεἶον.) οὐ μὴ προσκόψῃ. συνδέσῃ τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοὖ δεσμοὖ τ῅ς ἀδελφικ῅ς ἀγάπης. Ὁ χριστιανισμὸς ἣν ἀγάπη ἐπηγγέλλετο δὲ νὰ διδάξῃ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ τὴν τελείαν καὶ πλήρη αὐτ῅ς μορφήν. Ὁ χριστιανισμὸς ὡς πρὦτον δὦρον αὐτοὖ ἐδωρήσατο αὐτ῵ νέαν ζωήν· ὁ δὲ Ἕλλην ὑπεστήριξεν αὐτὸν διὰ τὦν ἀγώνων καὶ τὦν αἱμάτων του. ἀλλὰ τοὖ πνεύματος. Σοιοὖτος ἐπλάσθη ὁ Ἕλλην καὶ τοιοὖτος διαμορφώθη ὁ ἠθικὸς αὐτοὖ χαρακτήρ. καὶ ὁ Ἕλλην ἀπέβη διδάσκαλος τ῅ς ἀνθρωπότητος· ὁ Ἕλλην ἐζήτησε νὰ ἀφομοιώση τοὺς πάντας πρὸς ἑαυτόν· ὁ Ἕλλην δὲν ἐγεννήθη κατακτητὴς τοὖ σώματος. ἄρῃ τὴν ἀχλὺν τὴν περιβάλλουσαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τ῅ς διανοίας τὦν ἀνθρώπων. Ὁ τοιοὖτος χαρακτὴρ δὲν ἠδύνατο ἥ νὰ ἐνθουσιασθ῅ ἐκ τὦν ἀρχὦν τοὖ χριστιανισμοὖ. διότι νοεἶ τὸ θεἶον. διότι πληροφορεἶται διὰ τ῅ς ἐν αὐτ῵ μυστηριώδους δυνάμεως ὑπ᾿ αὐτοὖ τοὖ θείου. σκοπὸν ἔθετο τὴν ἑαυτοὖ τελείωσιν· ἐγένετο ἐραστὴς τοὖ πνεύματος καὶ ἐδημιούργησε κόσμον πνευματικόν. ἡ ἀνύψωσις αὐτοὖ ἀπὸ τοὖ ὑλικοὖ κόσμου πρὸς τὸν πνευματικόν· ὅτι ὁ πνευματικὸς κόσμος δέον ἐστι νὰ ζωογονῆ τὸν ὑλικὸν κόσμον. ἡ δὲ δικαιοσύνη. ἀποκαλύψῃ αὐτῆ τὰ μυστήρια τὰ κεκαλυμμένα μείναντα τῆ φιλοσοφίᾳ. καὶ ὅ. ἐν δὲ τ῵ μέλλοντι τὴν αἰωνίαν μακαριότητα. ὅστις διέμεινεν ἀναλλοίωτος. ἐπὶ τὴν πρόνοιαν τὰ καλὰ ἀναφέροντος ἐὰν τὲ ἑλληνικὰ ἥ. ὅτι τὸ πνεὖμα ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήση τ῅ς ὕλης. καὶ ὅτι ἀφομοιοὖται πρὸς τὸ θεἶον ὅταν κοσμ῅ται ὑπὸ τ῅ς εὐσεβείας. προπαιδεία τις οὗσα τοἶς τὴν πίστιν δι᾿ ἀποδείξεως καρπουμένοις· ὅτι ὁ πούς σου φησὶν (Παροιμ. χαριζόμενος ἐν μὲν τ῵ παρόντι βίῳ τὴν ἀληθ῅ εὐδαιμονίαν. ἐνισχύσῃ καὶ ἀνυψώσῃ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ὑψίστην αὐτ῅ς περιωπήν. διότι ἕλκεται πρὸς τὸ θεἶον. δὲν ἐζήτησε δούλους ἀλλ᾿ ἐλευθέρους. Σοὖτο ἠγάπησε καὶ ἡ θεία αὕτη ἀγάπη ἐγένετο τὸ ἐλατήριον ὅλων τὦν ὁρμὦν του· αὕτη ἐμόρφωσε καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτοὖ χαρακτ῅ρα. τοὖ ἀγαθοὖ. τοὖ ἰδανικοὖ αὐτοὖ. ἡ ἀλήθεια. καὶ σώσῃ αὐτὸν τ῅ς καταδυναστείας τοὖ ἀντιπάλου. τ῅ς δικαιοσύνης. ἐνεκολπώθη αὐτὸν καὶ περιέθαλψεν.ἄνθρωπος ὅν ἀθάνατον. γίνονται αὐτ῵ εἰς εἰκόνα καὶ ὁμοίωμα θεἶον. καὶ ἔγνω ὅτι ἡ πρὸς τὸ θεἶον ἀφομοίωσις εἷναι τὸ πρώτιστον τὦν καθηκόντων. καὶ εὑρὦν αὐτὸν ἑρμηνευτὴν τὦν αἰσθημάτων αὐτοὖ. τοὖ ἀληθοὖς καὶ ἡ ἔμφυτος πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη ἀνέπτυξεν ἐν τῆ καρδίᾳ τοὖ Ἕλληνος τὸν πόθον τ῅ς αὐτομεταδόσεως. Ὁ Ἕλλην γνωρίσας τὶς εἷναι καὶ τὶς ὀφείλει νὰ ἀποβῆ. ἀπαλλάξῃ τ῅ς δεισιδαιμονίας. Ὁ Ἕλλην λοιπὸν διὰ τ῅ς φιλοσοφίας ἐγνώρισε πρώτον τὴν ὕπαρξιν τοὖ θείου καὶ εἴτα ἑαυτόν. τὴν εὐγένειαν αὐτοὖ.

τοὺς δὲ φιλοσοφοὖντας πρὸς τὰς ποικίλας βοτάνας τ῅ς γ῅ς. αἴτινες καίτοι ὑπὸ τὦν αὐτὦν ποτίζονται ναμάτων. καὶ εἰς τὴν κοπρίαν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοὖ: «Καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία ἡ Ἑλληνική. καὶ ὡς θησαυροὺς ἐξερευνήσης αὐτήν. Προπαρασκευάζει τοίνυν ἡ φιλοσοφία προοδοποιοὖσα τὸν ὑπὸ Φριστοὖ τελειούμενον. ἀλλὰ τὦν μὲν κατὰ προηγούμενον. μαρτυρεἶ καὶ ἡ Γραφὴ λέγουσα· «Ἀπέστειλεν ἡ σοφία τοὺς ἑαυτ῅ς δούλους συγκαλοὖσα μετὰ ὑψηλοὖ κηρύγματος ἐπὶ κρατ῅ρα οἴνου λέγουσα· ὃς ἐστὶν ἄφρων ἐκκλινάτω πρός με. καὶ πυρός. ὡς ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους εἰς Φριστόν. ἀμηγέπη σωφρονίζουσα. βλαστάνει δ᾿ ὁμοίως καὶ πόα. ὡς τ῅ς τὲ διαθήκης τ῅ς Παλαι᾵ς καὶ τ῅ς Νέας· τοἶς δὲ κατ᾿ ἐπακολούθημα. καὶ ἐπὶ τὰ δωμάτια.. καὶ ἀπὸ προσώπου αὐτοὖ γνὦσις καὶ σύνεσις· καὶ θησαυρίζει τοἶς κατορθοὖσι σωτηρίαν. ὡς τ῅ς φιλοσοφίας· τάχα δὲ καὶ προηγουμένως τοἶς Ἕλλησιν ἐδόθη τότε πρὶν ἥ τὸν Κύριον καλέσαι καὶ τοὺς Ἕλληνας· ἐπαιδαγώγει γὰρ καὶ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικόν. οὐ δυνατωτέραν ποιεἶ τὴν ἀλήθειαν. μία γὰρ ἡ τ῅ς ἀληθείας ὁδὸς ἀλλ᾿ εἰς αὐτὴν καθάπερ εἰς ἀέναον ποταμὸν ἐκρέουσι τὰ ὆εἶθρα ἄλλα ἄλλοθεν».τι εἷπον ὑγιὲς οἱ φιλοσοφήσαντες. τὴν δὲ αἴσθησιν ζητήσῃς μεγάλῃ τῆ φωνῆ. Καὶ αὗθις ὁ ἱερὸς πατὴρ λέγει περὶ τ῅ς Ἑλληνικ῅ς φιλοσοφίας· «ἀλλ᾿ εἰ μὲν μὴ καταλαμβάνει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τὸ μέγεθος τ῅ς ἀληθείας.πάντων γὰρ αἴτιος τὦν καλὦν ὁ Θεός. θείας οἰκονομίας ἡ περίπτωσις· οὐ γὰρ ταυτόματον ἐκθειάσει τις διὰ τὴν πρὸς ἡμ᾵ς φιλοτιμίαν. ἑκάστη ὅμως πρὸς τὴν ἰδίαν φύσιν τὸν χυμὸν μεταβάλλει. τοὖτο θείας οἰκονομίας ἦτο ἔργον. Ὁ Κλήμης ὁμιλὦν περὶ τοὖ ἔργου τ῅ς Ἑλληνικ῅ς φιλοσοφίας δεικνύει τίνι τρόπῳ αὕτη ἐποδηγέτει πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι ἔργον αὐτ῅ς καὶ ὁ κατὰ τοὖ ψεύδους πόλεμος· «προσιοὖσα δὲ ἡ φιλοσοφία ἡ Ἑλληνική. Ἐν Παροιμίαις κεφ. τὸν τ῅ς φύσεως δημιουργὸν ἕνα γινώσκομεν. καὶ ὁδοὺς εὐλαβουμένων αὐτὸν διαφυλάξει».». καὶ τὸ ἦθος προτυποὖσα καὶ προστύφουσα εἰς παραδοχὴν τ῅ς ἀληθείας».. Ὁ Κλήμης δέχεται ὅτι π᾵ν ὅ. ὑπερασπιεἶ τὴν πορείαν αὐτὦν τοὖ φυλάξαι ὁδοὺς δικαιωμάτων. οὐκ ἀπρονόητος ἡ συντυχία· εἰτ᾿ αὗ φυσικὴν ἔννοιαν ἐσχηκέναι τοὺς Ἕλληνας λέγοι. ἔτι δὲ ἐξασθενεἶ πράττειν τὰς κυριακὰς ἐντολάς.. καὶ διακρουομένη τὰς δολερὰς κατὰ τ῅ς ἀληθείας ἐπιβουλάς. ἀλλ᾿ οὗν γὲ προκατασκευάζει τὴν ὁδὸν τῆ βασιλικωτάτῃ διδασκαλίᾳ.. β´ 3-10 φέρονται τὰ ἑξ῅ς· «ἐὰν γὰρ τὴν σοφίαν ἐπικαλέση καὶ τῆ συνέσει δὦς φωνήν σου. καθὸ καὶ τὴν δικαιοσύνην φυσικὴν εἰρήκαμεν κτλ. φύεται . τότε συνήσεις φόβον Κυρίου καὶ ἐπίγνωσιν Θεοὖ εὐρήσεις· ὅτι Κύριος δίδωσιν σοφίαν.». σὺν καὶ αὐτῆ φιλοσοφία θεόθεν ἤκειν εἰς ἀνθρώπους. Ἰδοὺ τί λέγει· »Εἰτ᾿ οὗν κατὰ περίπτωσιν φασὶν ἀποφθέγξασθαι τινὰ τ῅ς ἀληθοὖς φιλοσοφίας τοὺς Ἕλληνας. καὶ ἅν ζητήσῃς αὐτὴν ὡς ἀργύριον. οὐ κατὰ προηγούμενον. Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἷναι δὦρο Θεοὖ καὶ ὅτι π᾵σα σοφία ἀπὸ Θεοὖ ἐστίν. εἴτε κατὰ συντυχίαν. τοὖτο καὶ ἐν Παροιμίαις λέγεται καὶ ἐν τ῵ Ἐκκλησιαστῆ καὶ ἐν τ῵ σοφ῵ ΢ειράχ. ἀλλ᾿ ἀδύνατον παρέχουσα τὴν κατ᾿ αὐτ῅ς σοφιστικὴν ἐπιχείρησιν. Ὁ Κλήμης παραβάλλει τὴν σοφίαν πρὸς τὸν ὑετόν. ἀλλ᾿ ὃν τρόπον οἱ ὑετοὶ κατα὇὆ήγνυνται εἰς τὴν γ῅ν τὴν ἀγαθήν. φραγμὸς οἰκείως εἴρηται καὶ θριγκὸς εἷναι τοὖ ἀμπελὦνος « Ὅτι π᾵σα σοφία καὶ δὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀπὸ Θεοὖ.

ἀπολὦ τὴν σοφίαν τὦν σοφὦν καὶ τὴν σύνεσιν τὦν συνετὦν ἀθετήσω». ἣν μόνον ἐθελήσωσιν». Ὁ Κλήμης ἐπὶ τοσούτον προβαίνει ἐν τῆ θεωρίᾳ αὐτοὖ ὅτι ἐκ τοὖ Θεοὖ π᾵σα σοφία καὶ ὅτι ἡ θεία σοφία ἐφώτιζε καὶ ἐποδηγέτει τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. τοὖτο σύμπαν τὸ ἐκλεκτικὸν φιλοσοφίαν φημί· ὅσα δὲ ἀνθρωπίνων λογισμὦν ἀποτεμόμενοι παρεχάραξαν. ὅτι τὰ ἱερὰ βιβλία τ῅ς Παλαι᾵ς Διαθήκης μετεφράσθησαν κατὰ θείαν πρόνοιαν Ἑλληνιστί. δύναταί τις νὰ ἐρωτήση· διατὶ Ἑλληνιστὶ νὰ γραφὦσιν αἱ Γραφαὶ καὶ οὐχὶ Ῥωμαϊστί. Ὁ Κλήμης διακρίνει τὴν ἀληθ῅ φιλοσοφίαν τ῅ς σοφιστείας καὶ τὰ καλὦς παρ᾿ αὐτ῅ς εἰρημένα τὦν μὴ καλὦς εἰρημένων· τοὖτο δείκνυται καὶ ἐκ τὦν ἑξ῅ς. ἔθνους ἀπὸ τ῅ς ἐμφανίσεώς του διὰ τὸν χριστιανισμόν. Πάντως τὸ Ἑλλην. Ο὘τοι δὲ εἰσὶ κατὰ τὴν ἐμὴν δόξαν.τὲ καὶ ἐπὶ τὦν μνημάτων συκ῅. οὐδὲν ἀπέλιπον ἐν τ῵ βίῳ. σοφοὺς λέγουσα ἡ Γραφή. οὐκ ἄλλοι ἥ οἱ πεφιλοσοφηκότες ὀρθὦς· Ὠν δὴ κἀγὼ. Ἐκ τούτων δηλοὖται ὅτι ὁ Κλήμης δέχεται θείαν πρόνοιαν προνοοὖσαν ὑπὲρ τὦν Ἑλλήνων ὅπως γνωρίσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ μὴ δι᾿ ἄγνοιαν τ῅ς Ἑβραϊκ῅ς γλώσσης ἁγνοήσωσι τὴν ἀποκαλυφθεἶσαν ἀλήθειαν καὶ πλανηθὦσι τ῅ς εὐθείας της ἀγούσης εἰς τὴν ἑαυτὦν ἀποστολήν. οὐ τοὺς ὄντως σοφοὺς διαβάλλει. Εἰσὶ γὰρ δή. καὶ εἰ τί τὦν ἀναιδεστέρων δένδρων· καὶ τὰ φυόμενα ἐν τύπῳ προκύπτει τὦν ἀληθὦν». Ἐντεὖθεν δ῅λον ὅτι ὁ Κλήμης δὲν παραδέχεται φιλοσοφίαν εἰμὴ τὴν ὑγιαίνουσαν. «Υιλοσοφίαν οὐ τὴν ΢τωικὴν λέγω. ἥ τὴν Ἐπικούρειον τὲ καὶ Ἀριστοτελικήν· ἀλλ᾿ ὅσα εἴρηται παρ᾿ ἑκάστη τὦν αἱρέσεων τούτων καλὦς. ὥστε φρονεἶ. Ἡ θεία πρόνοια ὑπὲρ αὐτοὖ πάντως ἔσχε λόγον τὴν ἐκλογὴν τοὖ Ἑλλην. ἀλλὰ τοὺς δοκήσει σοφούς. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἡμεἶς συντασσόμεθα· καὶ ἀληθὦς. ἔθνος εἷχε κληθ῅ ἵνα ἐργασθῆ ὑπὲρ τοὖ χριστιανισμοὖ καὶ διὰ τοὖτο ἡ ὑπὲρ αὐτοὖ πρόνοια πρὸς γνὦσιν τ῅ς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας διὰ τὲ τ῅ς φιλοσοφίας καὶ τ῅ς . ὀλίγους δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς αἰνιττόμενος· ἐπιφέρει γοὖν σαφὦς. λέγει» ἀλλ᾿ ἐκείνην περὶ ἣς καὶ ὁ παρὰ Πλάτωνι λέγει ΢ωκράτης. καὶ τὰ τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης ἐγράφησαν Ἑλληνιστί. κατὰ γὲ τὸ δυνατόν. ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προυθυμήθην καὶ τί ἠνύσαμεν ἐκεἶσε ἐλθόντες. Ὁ Ἱερὸς Κλήμης τὴν φιλοσοφίαν ταύτην ὡς ὑγι῅ θεωρεἶ ἀνωτέραν παντὸς ψόγου· διὸ ἵνα προλάβῃ πάντα κατ᾿ αὐτ῅ς ψόγον ἐκ τ῅ς παρερμηνείας χωρίων τινὦν τ῅ς Ἱερ᾵ς Γραφ῅ς ἑρμηνεύει ταὖτα καὶ λέγει. ὡς φασί. ναρθηκοφόροι μὲν πολλοὶ Βάκχοι δὲ παύροι· πολλοὺς μὲν τοὺς κλητούς. γνωρίση καὶ τὴν δι᾿ ἀποκαλύψεως γνωσθεἶσαν τοἶς ἀνθρώποις ἀλήθειαν καὶ δι᾿ ἀμφοτέρων ὁδηγηθ῅ πρὸς τὴν ὑψίστην ἀλήθειαν. τὸ σαφὲς εἰσόμεθα. οἴους τὲ ὄντας ἐπακοὖσαι καὶ τὦν παρ᾿ ἡμἶν. οὐδὲ τὴν Πλατωνικήν. Κατὰ τούτων φησίν. ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὸ διὰ τ῅ς φυσικ῅ς θεογνωσίας εἰς τὴν εὕρεσιν τ῅ς ἀληθείας προδηγετηθέν. ἐὰν ὁ Θεὸς θέλῃ. ὀλίγον ὕστερον. δικαιοσύνην μετ᾿ εὐσεβοὖς ἐπιστήμης ἐκδιδάσκοντα. περὶ τὰς τελετάς. «Ὅταν ἡ Γραφὴ λέγῃ περὶ τὦν Ἑλλήνων σοφὦν φίλαυτοι καὶ ἀλαζόνες». Ἰδοὺ ὁ Κλήμης τί λέγει περὶ τ῅ς ἑρμηνείας τὦν Ἱερὦν Γραφὦν ἐν τῆ Ἑλληνικῆ φωνῆ: «Διὰ τοὖτο γὰρ Ἑλλήνων φωνῆ ἐρμηνεύθησαν αἱ Γραφαὶ ὡς μὴ πρόφασιν ἀγνοίας προβάλλεσθαι δυνηθ῅ναι ποτὲ αὐτούς. ἥ ἐν ἄλλῃ τινὶ γλώσσῃ. Σοὖτο δηλοὖται καὶ ἐκ τὦν ἐφεξ῅ς. ταὖτα οὐκ ἅν ποτὲ θεία εἴποιμ᾿ ἄν». «Οὐ μὴν ἁπλὦς π᾵σαν φιλοσοφίαν ἀποδεχόμεθα.

διότι ἐστερεἶτο δυνάμεως πρὸς ἀνακούφισιν τὦν καρδιὦν τ῅ς πασχούσης ἀνθρωπότητος· ἠδυνάτει. διότι ἐστερεἶτο τ῅ς ἰσχύος τ῅ς Φριστιανικ῅ς ἀγάπης τ῅ς ἀμειβομένης ὑπὸ τ῅ς θείας ἀγάπης τ῅ς δαψιλευούσης τὴν εὐδαιμονίαν καὶ μακαριότητα· ἠδυνάτει. ἠδυνάτει δὲ νὰ ἑνώση τὸν ἄνθρωπόν μετὰ τοὖ θείου. διότι ἐστερεἶτο ἐλπίδος ἀϊδίου. διότι ἠδυνάτει νὰ ἄρη τὸ μεσότειχον τὸ ἀνεγερθὲν ὑπὸ τ῅ς ἁμαρτίας μεταξὺ Θεοὖ καὶ ἀνθρώπων· ἠδυνάτει. πάσης μεταμελείας. ἐλπίδος ἐχούσης ἐν ἐαυτῆ τὸ πλήρωμα τ῅ς εὐδαιμονίας· ἠδυνάτει. διότι ἐστερεἶτο τ῅ς μεγαλουργοὖ δυνάμεως τ῅ς ἐκθαμβούσης καὶ καταπληττούσης· ἠδυνάτει. πλείονες ὑπάρχουσαι. ἤτις ἠδύνατο νὰ θεωρηθ῅ τὸ τέρμα τὦν ἐνεργειὦν τ῅ς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τ῅ς δράσεως αὐτ῅ς. διότι ἐστερεἶτο τὦν ἐκ τὦν ἄνωθεν μαρτυρίων πρὸς πίστωσιν τ῅ς ἀληθείας τὦν ἑαυτ῅ς λόγων· ἠδυνάτει. ὅπερ ἡ φιλοσοφία ἠδυνάτει νὰ πληρώση· ἡ φιλοσοφία οὐ μόνον δὲν ἐγίνετο πληρωτικὴ τοὖ κενοὖ της καρδίας. συλλαμβάνεται οὐκ αἰτία οὗσα καταλήψεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι τινὲς φρονοὖντες ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἷναι ἡ ἔκφρασις τ῅ς ἰσχύος τ῅ς ἀνθρωπίνης διανοίας καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τὦν ἐνεργειὦν τοὖ πνευματικοὖ βίου τοὖ ἀνθρώπου ἐν ᾧ ἡ πλήρωσις τὦν πνευματικὦν ἀναγκὦν τοὖ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τὦν ἐγκαρδίων αὐτοὖ πόθων. Καὶ τοιαύτη ἡ ἐμὴ πεποίθησις. καθαρ᾵ς παντὸς φόβου. οὕτω μι᾵ς οὔσης τ῅ς ἀληθείας πολλὰ τὰ συλλαμβανόμενα πρὸς ζήτησιν αὐτ῅ς». διότι ἐστερεἶτο πίστεως πληροφορούσης μυστικὦς τὴν καρδίαν πρὸς ἀποδοχὴν τ῅ς διδασκαλίας ἄνευ ἐπιφυλάξεως· ἠδυνάτει.Ἀποκαλύψεως· ἤδη δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν εἰς Φριστὸν ὅπως ἀναδείξῃ αὐτὸ κατάλληλον ὄργανον πρὸς διάδοσιν τὦν θείων αὐτοὖ ἀρχὦν. διότι ἐστερεἶτο θείου κύρους· ἠδυνάτει. διότι ἐστερεἶτο δυνάμεως πειθούσης ἐν τε τοἶς λόγοις καὶ τοἶς ἔργοις· ἠδυνάτει. λέγει ὁ Κλήμης. ἀλλὰ σὺν τοἶς ἄλλοις (αἰτίοις) αἰτία καὶ συνεργός. ἀλλὰ μ᾵λλον ἐμεγέθυνε αὐτὸ ἀνευρίσκουσα μὲν τὸν Θεὸν ἐν τοἶς δημιουργήμασι καὶ ἀναπτύσσουσα ἐν τῆ καρδίᾳ τὸν πρὸς αὐτὸν ἔρωτα. Ἡ διὰ τ῅ς φιλοσοφίας νόησις τὦν θείων ἰδιοτήτων ἐδίδαξεν τὸν ἄνθρωπον τὰς ἠθικὰς ἀρετὰς ὅπως δι᾿ αὐτὦν ἀφομοιωθ῅ πρὸς τὸ θεἶον· ἀλλ᾿ ἡ διδασκαλία μόνη ἠδυνάτει νὰ ἀνυψώση τὸν ἄνθρωπον μέχρι τοὖ θρόνου τοὖ Θεοὖ πρὸς ὃν ἐπεθύμει νὰ φθάση ἵνα ἴδῃ αὐτὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἠδυνάτει.. ἀλλ᾿ ἔβλεπεν αὐτὸν ὡς ἐν εἰκόνι. ἀμειώτου. διότι ἐστερεἶτο θείας δυνάμεως ἐλκούσης τὴν ἀνθρωπότητα εἰς ἑαυτήν· ἠδυνάτει. τὸ φέρον τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν μακαριότητα. τάχα δὲ καὶ συναίτιον αἴτιον· ὡς δὲ ἑνὸς ὄντος τοὖ εὐδαιμονεἶν αἰτίαι τυγχάνουσιν αἱ ἀρεταί. διότι ἠδυνάτει νὰ διαπλάση τὸν ὑπὸ τ῅ς ἁμαρτίας διαφθαρέντα ἄνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικ῅ς δυνάμεως· ἠδυνάτει. ἐπιχειροὖμεν διὰ βραχέων νὰ ὑποδείξωμεν τοὺς λόγους δι᾿ οὓς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ ᾗ σκοπός. ἐπεζήτει τὴν μετὰ τοὖ θείου ἕνωσιν· ἡ δὲ φιλοσοφία ἠννόει μὲν τὸν Θεὸν ἐκ τὦν θείων αὐτοὖ ἰδιοτήτων. ἀλλὰ συναίτιον αἴτιον καὶ ποδηγέτης πρὸς τὸν σκοπόν. Ἀληθὦς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦτο συναίτιον αἴτιον καὶ συνεργὸς καὶ αἰτία καταλήξεως τ῅ς ἀληθείας. καὶ διὰ διαφανὦν καὶ διαυγὦν σωμάτων· ἡ ἀνθρωπότης ὅμως ἤθελε νὰ ἴδῃ καθαρὦς. Ἐν τῆ καρδίᾳ τοὖ ἀνθρώπου ἐναπελείπετο πάντοτε τι κενόν.. ἔβλεπε τὴν εἰκόνα τ῅ς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ ὡς φαντασία καθορ᾵ται ἐν τοἶς ὕδασιν. ἀδυνατοὖσα ὅμως νὰ προσπελάση αὐτ῵ καὶ ἐγκολπωθ῅ αὐτόν· ἡ φιλοσοφία. οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. συνησθάνετο τὸ ἄπειρον αὐτοὖ μεγαλεἶον. . διότι ἐστερεἶτο πίστεως πληροφορούσης τὴν καρδίαν τὦν ὀπαδὦν αὐτ῅ς περὶ τ῅ς ἀπολύτου ἀληθείας τὦν ἑαυτ῅ς ἀρχὦν· ἠδυνάτει. Περὶ τοὖ ζητήματος τούτου ὁ Ἱερὸς Κλήμης ἰδοὺ τί λέγει: «Ἡ φιλοσοφία ζήτησις οὗσα τ῅ς ἀληθείας πρὸς κατάληψιν τ῅ς ἀληθείας.

Ἡ ὑπὸ τ῅ς ἱστορίας μαρτυρουμένη ἀδυναμία καὶ ἀνικανότης πρὸς ἠθικοποίησιν τ῅ς ἀνθρωπότητος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τὦν ἀκορέστων πόθων τ῅ς καρδίας καὶ τὦν ἀπαιτήσεων τοὖ νοὖ. ὅπως βαδίση τὴν εὐθεἶαν ὁδόν. Ὁ Πενταπόλεως ΝΕΚΣΑΡΙΟ΢ . ὅσα ἀνωτέρω ἐδείξαμεν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη. ὑπ῅ρξεν ὁ σκόπελος πρὸς ὃν εὐθὺς ἐξ ἀρχ῅ς ἅμα ἀναγομένη πλησίστιος καὶ ἐναυάγει προσαράσσουσα ἡ φιλοσοφία.διότι ἐστερεἶτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοἶς ὀπαδοἶς ὑπὸ τοὖ οὐρανοὖ· ἠδυνάτει. διότι ἐστερεἶτο θείας ἀποκαλύψεως καὶ θρησκευτικοὖ κύρους ἐπαναπαύοντος τὰς καρδίας τὦν ὀπαδὦν αὐτ῅ς. οὗσα τὸ προοίμιον τ῅ς συγκαταθέσεως τ῅ς καρδίας καὶ τοὖ νοὖ πρὸς ἄσκησιν ἠθικοὖ βίου. Ἡ φιλοσοφία ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ τοὺς φιλοσοφοὖντας πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὡς καὶ νὰ φανερώση αὐτοἶς τὴν εἰκόνα τ῅ς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ διὰ σωμάτων διαυγὦν καὶ διαφανὦν. διότι ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προσπελάση αὐτ῵· ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πεισθ῅ περὶ τ῅ς ἀξίας ἑαυτοὖ καὶ τ῅ς σχέσεως αὐτοὖ πρὸς τὸ θεἶον· καὶ τρίτον ἐπεθύμει νὰ γνωρίση τὰ περὶ τ῅ς αἰωνιότητός του. ἀναπλασθ῅. ἀποστῆ τ῅ς πλάνης. διότι ἀπητοὖντο πάντα. διότι ἐστερεἶτο τὦν καρπὦν τ῅ς χάριτος τοὖ ἁγίου Πνεύματος· ἠδυνάτει. Ἐν Ἀθήναις τῆ 17 Ἰουνίου 1896. Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ εἷναι ὁ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον τοὖ πνευματικοὖ βίου τοὖ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τὦν πόθων τ῅ς καρδίας αὐτοὖ δείκνυται καὶ ἐκ τ῅ς ἀδυναμίας ὅπως λύση καὶ τὰ ἑξ῅ς τρία σπουδαιότατα ζητήματα τὰ ἀπασχολήσαντα ἀπ᾿ αἰώνων τὸ πνεὖμα τ῅ς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀνθρωπότης ἐζήτει θείαν ἀποκάλυψιν ὅπως μάθη τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιωθ῅ καὶ πεισθ῅· ἡ ἀνθρωπότης ἐδεἶτο θείου διαπλάστου· ἡ δὲ φιλοσοφία ἐστερεἶτο τούτων. ἀρχὦν μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οἰκοδομεἶ στε὇὆ὦς τὸν ἑαυτοὖ ἠθικὸν βίον· ἡ φιλοσοφία ἐδίδαξεν ὑγιεἶς θεωρίας. καὶ τύχῃ τ῅ς μακαριότητος· ἡ ἔνδεια αὕτη τ῅ς φιλοσοφίας καθίστα αὐτὴν ἀνίσχυρον ἵνα ἀποβῆ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τοὖ πνευματικοὖ του ἀνθρώπου βίου· ἐντεὖθεν ἡ πεποίθησις ἡμὦν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς τὸν Φριστιανισμὸν ἐν ᾧ εὐρίσκετο τὸ πλήρωμα τὦν ἐλλείψεων τ῅ς φιλοσοφίας. δεικνύει τὸ ἀνεπαρκές της φιλοσοφίας πρὸς τὸ μέγα ἔργον τοὖ φωτισμοὖ καὶ τ῅ς διαπλάσεως τ῅ς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀνθρωπότης ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πιστεύση τὸν ἀληθ῅ Θεόν. π᾵σα ἡ ἐν τ῵ βίῳ αὐτοὖ δρ᾵σις. καὶ ἄρη τὸ βάρος τὸ ἐπιβαρὖνον τὰς καρδίας τὦν ἀνθρώπων· πρὸς τὰ ζητήματα ταὖτα συνεδέετο ἅπας ὁ ἠθικὸς καὶ πνευματικὸς βίος τοὖ ἀνθρώπου. διότι ἐστερεἶτο ἁγιασμοὖ καὶ τ῅ς μεταδοτικ῅ς τούτου δυνάμεως· ἠδυνάτει τέλος. οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέσον πρὸς κατόρθωσιν. ἀλλ᾿ ἠδυνάτει διδάσκουσα περὶ αὐτὦν νὰ πείση. Ἡ ἀνθρωπότης εὗρεν ταὖτα ἐν τ῵ χριστιανισμ῵ πρὸς ὃν ἐποδηγέτει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία· αὕτη ἡ ἐμὴ περὶ τοὖ ζητήματος τούτου ταπεινὴ γνώμη. ἀπαίτησις τοὖ πνεύματος καὶ τ῅ς καρδίας τοὖ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος ἐπεθύμει νὰ πληροφορηθῆ καὶ βεβαιωθῆ ὅπως κανονίσῃ τὸν ἠθικὸν αὐτοὖ βίον· διότι οὐδεὶς ἐπὶ ἀβεβαίων καὶ σαλευομένων ἀρχὦν. ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπείσθη νὰ κανονίσῃ τὸν ἑαυτοὖ βίον πρὸς τὰς καλὰς θεωρίας διὰ τὴν ἔλλειψιν θείου κύρους καὶ ἐνδομύχου πληροφορίας· o ἄνθρωπος ἐπεζήτει πληροφορίας ἐζήτει τὴν ἀπόδειξιν τ῅ς ἀληθείας τ῅ς διδασκαλίας τ῅ς φιλοσοφίας· ἡ δὲ ἀπόδειξις ἔλειπεν. Σούτων δὲ ἁπάντων ἐδέετο ἡ ἀνθρωπότης ὅπως πεισθ῅. καὶ ἡ τελεία ἱκανοποίησις τὦν πόθων τ῅ς καρδίας τοὖ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον. καὶ πείση αὐτὴν ἀδιστάκτως περὶ τ῅ς ἀληθείας τὦν ἑαυτ῅ς λόγων.

α´ 48). οἱ τὴν δόξαν τ῅ς Μητρὸς τοὖ Κυρίου μὴ ἀνεχόμενοι. καὶ ἡ ἀθέτησις ἑνὸς ἰὦτα ἥ μι᾵ς κεραίας ἐστὶν ἀθέτησις τοὖ νόμου. Σὴν Θεοτόκον ἐμακάρισε πρώτη ἡ Ἐλισάβετ. τοσαύτης τιμ῅ς καὶ ἀγάπης. ἃς ὡς θυσίαν προσέφεραν καθ᾿ ὡρισμένην ἡμέραν ἐπὶ δίφρου καὶ οὓς ἔπειτα ἔτρωγαν (Ἐπιφάνιος ἐν αἱρέσει 78 καὶ 79). Καὶ οὐκ ἥν ἄλλως γενέσθαι. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἀνεφάνησαν καὶ οἱ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι τὦν Κολλυριδιανὦν. (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου «Μελέτη περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» ἐκδοθὲν τὸ πρὦτον ἐν Ἀθήναις τὸ 1901. Οἱ τὴν τιμὴν δὲ καὶ τὸν μακαρισμὸν τ῅ς Θεοτόκου μὴ προσφέροντες πρὸς ὆ητὸς τοὖ Εὐαγγελίου ἐντολὰς ἀντιστρατεύονται. Ἡ χριστιανικὴ ὑμνῳδία ὑμνεἶ τὴν Παρθένον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν ὡς Βασίλισσαν τοὖ Οὐρανοὖ καὶ Κυρίαν τὦν Ἀγγέλων. Ὁ σεβασμὸς τὦν πιστὦν πρὸς τὴν παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ἀνέρχεται εἰς αὐτὸν τὸν Α´ καὶ Β´ αἰὦνα. οἵτινες καὶ ἐπὶ τοσούτον ἐξετραχηλίσθησαν. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκ᾵ς ἀναφέρει τὴν ἐπάρασαν φωνὴν ἐκ τοὖ ὄχλου καὶ μακαρίσασαν τὴν γαλακτοτροφήσασαν τὸν Κύριον Μητέρα (ια´ 27). Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ταύτην ἀνεφάνησαν ἐν τισὶ χώραις. καὶ ἐπεβάλλετο ὑπ᾿ αὐτὦν τὦν Ἱερὦν Γραφὦν μνημονευουσὦν τοὖ ὀνόματος αὐτ῅ς ὡς κεχαριτωμένης καὶ εὐλογημένης καὶ ὡς εὑρούσης χάριν παρὰ τ῵ Θε῵ μόνης μεταξὺ πασὦν τὦν γυναικὦν. οἵτινες ἀνήγαγον τὸν πρὸς τὴν Θεοτόκον σεβασμὸν εἰς λατρείαν καὶ ἀπένειμαν τῆ Παρθένῳ Μαρίᾳ ἰσόθεον τιμὴν κατὰ μίμησιν τὦν ἀπὸ τὦν ἐθνικὦν λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων. ὅτι ἔσται τελείωσις τοἶς λελαλημένοις αὐτὴ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. λέγουσα: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοὖ νὖν μακαριοὖσι με π᾵σαι αἱ γενεαὶ κτλ. τὰ δευτερεία τ῅ς τιμ῅ς. οἱ τὴν ἀειπαρθενίαν καὶ τὴν προσωνυμίαν Θεοτόκος ἀρνούμενοι. Σαύτης τ῅ς αἱρέσεως ζηλωταὶ ἐγένοντο καὶ οἱ νεώτεροι ἀντιδικομαριανίται. Ὅθεν ἡ Θεοτόκος ἐτιμ᾵το καὶ ἐμακαρίζετο ἀπὸ πασὦν τὦν γενεὦν τὦν ἀπὸ τοὖ Εὐαγγελισμοὖ αὐτ῅ς μέχρι σήμερον καὶ θέλει μακαρίζεται μέχρι τ῅ς συντελείας τὦν αἰώνων. ὥστε πρὸς ταύτην μετὰ Θεόν. πλησθεἶσα πνεύματος ἁγίου. Σὰς αἱρέσεις ταύτας ἡ Ἐκκλησία κατεδίκασε καὶ κατέκρινε. Καὶ ἀληθὦς ἀπὸ τοὖ χρόνου ἐκείνου ἤρξατο ὁ μακαρισμὸς τ῅ς Θεοτόκου. Αὐτὴ ἡ Θεοτόκος ἐν πνεύματι προφητικὸ ἤδη ἀναγγελεἶ τὴν περιωπὴν αὐτ῅ς μεταξὺ πασὦν τὦν γενεὦν. κεφάλαιον Β´) Ἡ Θεοτόκος τοσούτου ἀπέλαυε σεβασμοὖ παρὰ τὦν πιστὦν. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα. ἀνεφώνησε φωνῆ μεγάλῃ καὶ εἷπεν «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τ῅ς κοιλίας σου. Ἡ κακόδοξος αὕτη αἵρεσις ἐπεκλήθη τὦν Κολλυριδιανὦν διὰ τοὺς πλακοὖντας ἥ κολλυρίδας.Ἅγιος Νεκτάριος Περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν καὶ περὶ τῶν ἁγίων αὐτῆς εἰκόνων καὶ περὶ τῶν ἱερῶν ναῶν τῶν τιμωμένων ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτῆς. Κατὰ τὴν Γ´ πλέον ἑκατονταετηρίδα ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Θεοτόκον ἐξεδηλοὖτο μέγας.» (Λουκ. κακόδοξοι τίνες. καὶ εὐκρινὦς διετύπωσε τὴν ὀρθὴν καὶ ἀσφαλ῅ . πλὴν τ῅ς λατρείας. καὶ αὐτ῅ς τ῅ς Θεοτόκου ἀναγγελούσης ὅτι «ἀπὸ τοὖ νὖν μακαριοὖσι με π᾵σαι αἱ γενεαί». τοὖ σεβασμοὖ καὶ τ῅ς ἀγάπης ἀπέδιδαν. α´ 42-45). ὅτι ἡ Παρθένος μετὰ τὴν γέννησιν τοὖ ΢ωτ῅ρας συν῅λθεν ἀνδρὶ καὶ ἔτεκε καὶ ἄλλα τέκνα. Ἐκ τ῅ς χριστιανικ῅ς ἀρχαιολογίας μανθάνομεν ὅτι αἱ εἰκόνες τ῅ς θεομήτορος εἰκονίζοντο καὶ ἐτιμὦντο ἀπὸ τοὖ Α´ ἥδη καὶ Β´ αἰὦνος. Ἐπίσης αἱ σύγχρονοι γυναἶκες αἱ θεωροὖσαι τὴν παρθένον ἀγκαλοφοροὖσαν τὸ θεἶον βρέφος πάντως θὰ ἐμακάριζον αὐτήν. οἱ Ἀντιδικομαριανίται λεγόμενοι. διότι ὅλον τὸ Εὐαγγέλιόν ἐστι νόμος. τοὖ Εὐαγγελίου αὐτοὖ συνιστὦντας τὴν τιμὴν πρὸς τὴν Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν. ἥτις. ἔνθα εὐάριθμοι χριστιανοὶ συνοικοὖν μετὰ πολυαρίθμων ἐθνικὦν. ὥστε νὰ τολμήσωσι νὰ εἴπωσιν.

Φρυσόστομος. ἐν ἡμέραις τισὶν ἄρτον προτιθέασι καὶ ἀναφέρουσιν εἰς ὄνομα τ῅ς Μαρίας. 23 λέγει «Ἄλλους πάλιν ἀφραίνοντας εἰς τὴν ὑπὲρ τ῅ς αὐτ῅ς ἁγίας ἀειπαρθένου ὑπόθεσιν. Φ. Ἁγίαν Παρθένον κτλ. Βασίλειος εἰς τὰ γνήσια συγγράμματα αὐτὦν. τινὲς γυναἶκες κουρικόν τινα κοσμοὖσαι.Φ. Διαθήκη. Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς. οἸον Πολύκαρπος. Ἡ Θεοτόκος ἥν καί ἐστι καὶ ἔσται τοἶς πιστοἶς ἡ ἄμαχος προστάτις καὶ ὁ ταχὺς ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός. Εἰρηναἶος. Ἰουστίνος ὁ μάρτυς. αἱ κατὰ τὴν Γ´ Ἑκατονταετηρίδα ἐμφανισθεἶσαι. Οἱ ἀποκρούοντες τὸ ὄνομα Θεοτόκος λέγουσιν ὅτι ὅλοι οἱ σημαντικοὶ πατέρες τ῅ς ὀρθοδόξου Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας μέχρι τοὖ Ἐπιφανίου. συνελθούσης Οἰκουμενικ῅ς Γ´ ΢υνόδου. δι᾿ ἧς προσφωνεἶται ἡ Ὑπεραγία Δέσποινα ἡμὦν καὶ Μήτηρ τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. ἀπλώσασαι ἐπ᾿ αὐτὸν ὀθόνην. ἀντὶ Θεοὖ ταύτην προσάγειν ἐσπουδακότας καὶ σπουδάζοντας. Αἱ αἱρέσεις τὦν Κολλυριδιανὦν καὶ τὦν Ἀντιδικομαριανιτὦν. Οὐχ ἧττον κατὰ τὴν Δ´ ἥδη ἑκατονταετηρίδα ἡ εὐλάβεια καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Θεομήτορα ἐξεδηλώθη καὶ ἐξωτερικὦς ἐπὶ μ᾵λλον λαμπρότερος δι᾿ ἀνεγέρσεως μεγαλοπρεπὦν Ἱερὦν Ναὦν ἀφιερωμένων εἰς τὸ ὄνομα τ῅ς Θεομήτορος. καθ᾿ ἣν τὴν ἀειπάρθενον κόρην ὡς Θεοτόκον ὀφείλομεν νὰ τιμὦμεν. ἀλλά ποτὲ Θεοτόκον» λέγουσι δ᾿ ὅτι τὸ ὄνομα τοὖτο ἔγεινε συχνότατον ἀπὸ τ῅ς ἐν Ἐφέσῳ τῳ 430 μ. ἐξ αὐτὦν τούτων τὦν θείων Πατέρων καὶ διδασκάλων τ῅ς ἐκκλησίας φέροντες τὰς ἀποδείξεις. διετέλεσεν ἀμετάπτωτος καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰὦνας καὶ θέλει διαμείνῃ παρὰ τοἶς πιστοἶς εἰς ἅπαντα τὸν αἰὦνα ἀσάλευτος. Ἡ ἀπροσμάχητος αὐτ῅ς δύναμις συνέτριβε τοὺς πολεμίους καὶ ἡ μητρικὴ πρὸς τὸν Τἱὸν καὶ Θεὸν Αὐτ῅ς πα὇὆ησία τὸ θεἶον ἐπὶ τοὺς πιστοὺς ἐδαψίλευεν ἔλεος. εἷναι ἡ μόνη προσήκουσα αὐτὴ ἐπωνυμία. 1 λέγει «Ἡ αἵρεσις πάλιν ἐν τῆ Ἀραβίᾳ ἀπὸ τ῅ς Θρᾴκης καὶ τὦν ἄνω μερὦν τ῅ς ΢κυθίας ἀνεδείχθη. καὶ εἰς ὄνομα τ῅ς ἁγίας Παρθένου ὑπὲρ τὸ μέτρον τι πειρ᾵σθαι ἀθεμίτῳ καὶ βλασφήμῳ ἐπιχειρεἶν πράγματι. οὐχὶ δὲ ὡς Θεὸν νὰ προσκυνὦμεν (Κύριλλος).αὐτ῅ς δόξαν. καὶ εἰς ὄνομα αὐτ῅ς ἱερουργεἶν διὰ γυναικὦν». Καὶ ἐν πρώτοις παρὰ τ῵ Ὠριγένει πρώτῳ (τ῵ 230 μ. ἐν ἡμέρᾳ τινὶ φανερᾶ τοὖ ἔτους. ὡς εἰς ὄνομα τ῅ς ἀειπαρθένου κολλυρίδα τινὰ ἐπιτελεἶν. καὶ ἐν ἐμβροντήσει τινὶ καὶ φρενοβλαβείᾳ φερομένους. ἐν οἸς ἡ ἐκ παρθένου γέννησις τοὖ Φριστοὖ προφητεύεται καὶ εὐαγγελίζεται. ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον ἀληθὦς καὶ κυρίως. ἤτοι ἐπὶ 400 ἔτη μ. ΚΕΥΑΛΑΙΟΝ Γ´. Θεοτόκος ἡ Μαριὰμ κηρύττεται. Ἡ ἠδραιωμένη δὲ αὐτὴ ἐν ταἶς καρδίαις τὦν πιστὦν εὐλάβεια πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μητέρα τοὖ Κυρίου. Πρὸς ταὖτα ἀπαντὦμεν. Διηγοὖνται γὰρ ὥς τινες γυναἶκες ἐν τῆ Ἀραβίᾳ ἀπὸ τὦν μερὦν τ῅ς Θρᾴκης τοὖτό γε τὸ κενοφώνημα ἐνηνόχασιν. Ἡ εὐλάβεια τὦν πιστὦν πρὸς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ τοὖ χρόνου τ῅ς καταδίκης τ῅ς αἱρέσεως τοὖ Νεστορίου ἐξεδηλοὖτο καθ᾿ ἅπαν τὸ Ῥωμαϊκὸν κράτος διὰ λαμπρὦν ἑορτὦν καὶ πνευματικὦν πανηγύρεων. Σαύτην ἐπεκαλοὖντο ἐν κινδύνοις καὶ ἐν θλίψεσι. μαρτυροὖσι παρεκτροπὴν ἀπὸ τ῅ς ἀληθοὖς δόξης τ῅ς Καθολικ῅ς Ἐκκλησίας. (ἤτοι δίφρον τετράγωνον). διότι αὕτη ἐγέννησεν οὐκ ἄνθρωπον ψιλόν. Καὶ ἐν τοἶς προφήταις καὶ ἐν πάσῃ τῆ Κ. καὶ τοιαύτην πιστεύοντες ὁμολογοὖσι. Καὶ ἐν αἱρέσει οθ´ Κεφ.) εὑρίσκομεν πρὦτον . ἀναφερόντες τὸ ὄνομα τ῅ς Παναγίας. ἥτις εὑρίσκετο ἐν τ῵ μέσῳ τὦν δύο ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων αἱρέσεων. Μαρίαν Παρθένον. ὀνομάζουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεἶστον Μαρίαν. καὶ συνάγεσθαι ἐπὶ τὸ αὐτό. Ὁ Ἐπιφάνιος ἐν αἱρέσει οη´ Κεφ. Μητέρα τοὖ Φριστοὖ. καὶ ταύτην εἷχον ὑπέρμαχον στρατηγὸν ἐν τοἶς πολέμοις.. συνωδᾶ πρὸς τὴν δόξαν τ῅ς Ὀρθοδόξου ἡμὦν Ἀνατολικ῅ς Ἐκκλησίας καὶ ἅπαντες ἐν γένει οἱ ἱεροὶ τ῅ς ἐκκλησίας φωστ῅ρες ἀπὸ τοὖ πρώτου μέχρι τοὖ ἐσχάτου ὡς παραδεχόμενοι τὴν παρθένον Μαρίαν Μητέρα Θεοὖ. Περὶ τῆς προσωνυμίας Θεοτόκος.Φ. αἱ π᾵σαι δὲ ἀπὸ τοὖ ἄρτου μεταλαμβάνουσιν».. ἀρξαμένη ἀπὸ τ῅ς ἀναδείξεως αὐτ῅ς ὡς Μητρὸς τοὖ Κυρίου. Ἡ προσωνυμία Θεοτόκος. οἱ δὲ πανταχοὖ ἀνεγειρόμενοι ἐπ᾿ ὀνόματι τ῅ς θεομήτορος μεγαλοπρεπεἶς ναοὶ λαμπρὦς διεκοσμοὖντο καὶ κάλλει διέπρεπον.

πολυπραγμόνησον τὸν ἀέρα. καὶ Ἄμμων Ἐπίσκοπος Ἀνδριανουπόλεως. τ῅ς Θεοτόκου τὴν κύησιν (ἤτοι τὴν Βηθλεέμ). κατὰ Ἄρειον: τόμ. «τὴν ἥδη μεμνηστευμένην γυναἶκα καλεἶ οὕτω καὶ ἐπὶ τοὖ Ἰωσὴφ καὶ τ῅ς Θεοτόκου ἐλέχθη». τόμ.. ὅπερ θὰ ἐγίνετο. Καὶ μητέρα Θεοὖ ὁ αὐτὸς ὀνομάζει τὴν Παρθένον. καὶ ὅτι ὕστερον δι᾿ ἡμ᾵ς σάρκα λαβὼν ἐκ παρθένου τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ἄνθρωπος γέγονε». ἐπεἶ δὲ κοσμικ῵ σώματι πλησιάζειν ἐν τε τῆ γῆ χρονίζειν ἔμελλε. Καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὁ φωστὴρ τ῅ς Ἀλεξανδρείας τ῵ 330 λέγει «καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἄγγελος δρώμενος ὁμολογεἶ ἀπεστάλθαι παρὰ τοὖ δεσπότου.). ὥ πασὦν γενεὦν ὑψηλοτέρα καὶ πάντων ὁρατὦν τε καὶ ἀοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανεἶσα.» Καὶ ἀλλαχοὖ: «ἐπὶ τούτοις πα὇὆ησιασάμενος ὁ δίκαιος. Καὶ πάλιν «πόσον ἅν τὶς εἴποι τὸ καύχημα τ῅ς Ἁγίας παρθένου. γ.» Καὶ ἀλλαχοὖ πάλιν «τι πρὸς σε φθέγξομαι. Καὶ σημείωσαι ὅτι ὁ Ὠριγένης μαθητὴς ἥν τοὖ Ἱεροὖ Κλήμεντος τοὖ Ἀλεξανδρέως τοὖ ἐν ἔτει 180 μετὰ Φριστὸν ἀκμάσαντος.) λέγει: «Διὸ δὴ βασιλὶς ἡ θεοσεβεστάτη (Ἑλένη). ὧ μ῅τερ παρθένε. καὶ Ἁγν῅ς παρθενίας εἰλείθυια. κόρη κτλ. Θεοτόκον τὴν Παρθένον ἐκάλουν. 1351 κ. Ὁ Ὠριγένης. καὶ ἐπὶ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ὁ αὐτὸς ὡμολόγησε». π᾵σαν τὴν κτίσιν τ῵ λογισμ῵. Εὗγε εὗγε εὗγε Μ῅τερ Θεοὖ. ε´ σελ. τὰς ἀοράτους πάσας δυνάμεις ἐνθυμήθητι. μγ´. καὶ βλέπε εἴ ἐστιν ἴσον ἥ μεἶζον τ῅ς Ἁγίας Θεοτόκου παρθένου. ὡς πολλάκις εἴπομεν. Ἐτόν. α´ σελ.» Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς (λόγος α´ περὶ Τἱοὖ. τοὖ Δευτερονομίου. ὧ ἄνθρωπε. μνήμασι θαυμαστοἶς κατεκόσμοι». ὡς λαβίδι. πρὸς Ἕλληνας) «Ποὖ γὰρ ἐν τοἶς σοἶς ἔγνως Θεοτόκον παρθένον. εἰς τὴν Ἁγίαν παρθένον τόμ.» (βλ. πρὸς Κληδ. καὶ παρθένε μ῅τερ. 824-875-1271 τόμ. ὁ κατακριθεὶς δι᾿ ἄλλας αὐτοὖ κακοδοξίας δεν κατεκρίθη διὰ τὸ ὄνομα «Θεοτόκος». Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον κτλ. περίελθε. α´ σελ. Καὶ Ἰωάννης ὁ Φρυσόστομος τ῵ 400 (λόγ. καὶ θεοειδοὖς Μαρίας». καὶ δούλη».» (Ἀθανασ. Καὶ πάλιν «ὅθεν καὶ γενομένης τ῅ς σαρκὸς ἐκ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας. ὅτι παρ᾿ αὐτοὖ ἐμυήθη τὴν ἱερὰν συνήθειαν τὴν ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ καὶ τοἶς π᾵σι γνωστὴν ἐντεὖθεν καὶ οὐ κατεκρίθη. νέαν τινὰ γέννησιν ἑαυτοὖ ἐμηχανήσατο. εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν) λέγει: «ταύτης οὗν τ῅ς προφητείας τὴν Ὡδὴν ἡ Ἁγία Θεοτόκος ἀνέπεμπε λέγουσα. Καὶ Γρηγόριος ὁ Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργὸς τ῵ 275 (λόγ. γράφων πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἀλέξανδρον τὸν ἐπὶ τ῅ς Α´ οἰκουμενικ῅ς ἁγίας ΢υνόδου. αὐτόθι σ.. Ο὘τος Θεοτόκον τὴν παρθένον ἐκάλεσεν ἑρμηνεύων τὸ λγ´ ἐδάφιον τοὖ κβ´ Κεφ.) λέγει: «Οὐδὲν τοίνυν ἐν βίῳ οἸον ἡ Θεοτόκος Μαρία.. Καὶ ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος ὁ μετὰ τὸν Ἀχιλλὰν τ῵ 320. 738) κατὰ Ἀπολλιναρίου. ὡς ἐπὶ Ζαχαρίου ὁ Γαβριήλ. «Διὸ καὶ παρθενομήτωρ ὡς Θεοτόκος ἡ Ἁγία Μαρία. ἐὰν τοὖτο ἦτο καινὸν τὶ προσφώνημα καὶ οὐχὶ παλαιόν. καὶ τῆ προτροπῆ εἷξας τ῅ς διακονησαμένης Θε῵ πρὸς ἀνθρώπους θεομήτορος. Καὶ πάλιν «σκοπὸς τοίνυν ο὘τος καὶ χαρακτὴρ τ῅ς ἁγίας Γραφ῅ς. καὶ δ῅λον. λόγος ὥν καὶ ἀπαύγασμα καὶ σοφία τοὖ Πατρός. λέγων «ἀνάγκη γὰρ τὸν δημιουργὸν τὦν ἔργων αὐτοὖ κήδεσθαι. Καὶ ὁ Παμφίλου Εὐσέβιος τ῵ 320 (ἐν βίῳ Κωνσταντίνου Κεφ.. αὐτὸς λέγεται γεγενν῅σθαι ὁ τοἶς ἄλλοις γέννησιν εἰς τὸ εἷναι παρέχων καὶ ὁ Ἰωάννης γενομένης φων῅ς παρὰ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει»..» ὠσαύτως καὶ ἐν λόγῳ λε´ «Θεοτόκον παρθένον» τὴν Παναγίαν ὀνομάζει. γ´ σελ. ἐξ. διπλ῅ν εἷναι τὴν περὶ τοὖ ΢ωτ῅ρας ἐπαγγελίαν ἐν αὐτῆ ὅτι τε ἀεὶ Θεὸς ὥν καὶ υἱός ἐστι. καὶ βλέπε εἴ . περίβλεψον τὴν θάλασσαν. τοὺς οὐρανοὺς τῆ διανοίᾳ ἐρεύνησον. χωρὶς γὰρ τοι γάμων σύλληψις.» Καὶ ὁ Ἱερὸς Μεθόδιος ἐπίσκοπος Πατάρων καὶ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεὺς (τ῵ 300-311) λέγει: «Καὶ δὴ λαβομένη ἡ Θεοτόκος τὸν ἐκ τοὖ ἀχράντου καὶ παναμώμου αὐτ῅ς θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιὸν καὶ ἀνέκφραστον ἄνθρακα. θυγάτερ Δαυὶδ καὶ μ῅τερ τοὖ Κυρίου καὶ Θεοὖ Δαυίδ. τ῅ς χρείας τοὖτο ἀπαιτούσης. Καὶ Γρηγόριος ὁ θεολόγος τ῵ 370. καὶ Θεοὖ μήτηρ. διὰ σοὖ γέγονε Κύριος ὁ Θεὸς τὦν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμὦν. 162). 563-579-583.τὸ ὄνομα τ῅ς Παρθένου Θεοτόκος.. λογ. β´ σελ. Καὶ Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας τ῵ 250 γράφων πρὸς Παὖλον τὸν ΢αμοσατέα λέγει: «τὸν σαρκωθέντα ἐκ τ῅ς Ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας». 876 Ἐκδ. Πατρικοἶς σε ὕμνοις προσφθέγξομαι. περινόστησον τὴν γ῅ν. Καὶ ἀλλαχοὖ. τόμ. λέγει: «Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Μαρίαν ὑπολαμβάνει χωρίς ἐστι τ῅ς Θεότητος. (ἐπιστ.

ἀλλὰ καὶ τὴν μετὰ ταὖτα τὦν πιστὦν εὐσέβειαν προῄδει ὅτι ἔμελλε προϊέναι ἐκ τ῅ς Ἰουδαίας ἡ Ἁγία Θεοτόκος παρθένος. 4 σελ. σελ. ἐν ᾧ ἀ὇὆ήτως ὑφάνθη ὁ τ῅ς ἑνώσεως χιτών. ἡ παρθένος καὶ οὐρανός. Ὁ δὲ Ἱερὸς Θεοδώρητος τ῵ 436 μαρτυρεἶ στεντορείως ὅτι παράδοσις καὶ διδασκαλία ἐστὶν ἀποστολικὴ νὰ ὀνομάζωμεν τὴν Μαριὰμ Θεοτόκον. προέβλεπε τὰ τάγματα τὦν ὁμολογητὦν. ὅτι Θεοτόκον ταύτην ἐθεώρει καὶ ἐπίστευεν «Εἷπέ μοι. Οὕτως ὁ Φρυσόστομος (περὶ ψευδοδιδασκαλίας. διατὶ οὐχὶ καὶ Θεοτόκος. οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Ἰσραήλ. 475). δι᾿ ἧς κατεδίκασε μὲν τὸν αἱρετικὸν Νεστόριον τὸν βλασφήμως ἀποκαλέσαντα τὴν Παρθένον Φριστοτόκον. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς «Καὶ νὖν οὐ λείπει τ῵ Θε῵ Δεβώρα. Καὶ πάλιν «ὁ Θεὸς οὗν οὐ μόνον ἔβλεπε τὴν τὦν Ἰουδαίων ἀκμάζουσα εὐσέβειαν. Θεοδ. ὁ φρικτὸς τ῅ς οἰκονομίας ἱστός. μαθητὴς Ἰωάννου τοὖ Φρυσοστόμου. στ´. ἀκουσάτωσαν ὅτι καὶ αὐτὸς γόνυ κάμπτει τ῵ Φριστ῵ τῳ σαρκωθέντι ἐκ τ῅ς Θεοτόκου Μαρίας. κατὰ τοὖ ἐπιθέτου Θεοτόκος καταφέρονται. περὶ τοὖ χρησίμως τὰς προφητείας ἀσαφεἶς εἷναι). τὸ δὲ θεομήτωρ ἐ὇὆ήθη κατὰ τὸ θεοπάτωρ. ἥ ἄλλου τινὸς χωρίου. ἔχομεν γὰρ καὶ ἡμεἶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν ὑπὲρ ἡμὦν. Μάτην ἄρα οἱ καινοὶ διδάσκαλοι. Καὶ ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος τ῵ 400 (λόγ. λέγει. σελ. στ´ 296).. Εὐγεν. οἱ Νεστοριανοὶ τ῅ς ἐποχ῅ς μας. ὅπερ εἷναι ἐπίθετον ἀποδιδόμενον τ῵ προφήτῃ Δαυὶδ παρὰ τὦν ὑμνογράφων καὶ τὦν Ἀρχαίων πατέρων τ῅ς Ἐκκλησίας ἕνεκεν τ῅ς ἐξ αὐτοὖ κατὰ σάρκα καταγωγ῅ς τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. εἰς Μελχισεδὲκ τόμ.. Ἐὰν τὰ ἐπίθετα θεομήτωρ καὶ Θεοτόκος δεν ἦσαν ἐν χρήσει ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ οὐδεὶς τὦν πατέρων καὶ τὦν συγγραφέων τὦν πρώτων αἰώνων θὰ ἐποιεἶτο χρ῅σιν ἐν τῆ συγγραφῆ τοὖ ἐπιθέτου τούτου. 27 Ἐκδ. ἡ μόνη Θεοὖ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα. δ´. Λόγος γὰρ ἥν Θεοὖ πρωτότοκος ἀπ᾿ οὐρανὦν ἐπὶ σε κατερχόμενος. εἰ γὰρ ἡ τυχοὖσα γυνὴ ἐνίκησε. ἡ παστὰς ἐν ᾗ ὁ λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκα. λέγει γάρ: «τὦν πάλαι καὶ πρόπαλαι τ῅ς ὀρθοδόξου πίστεως κηρύκων κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ὀνομάζει καὶ πιστεύει τήν τοὖ Κυρίου μητέρα» (Βλέπ. καὶ θεἶος τ῅ς Ἐκκλησίας Πατὴρ λέγει: «΢υνεκάλεσαν ἡμ᾵ς νὖν ἐνταὖθα ἡ Ἁγία Θεοτόκος καὶ παρθένος Μαρία τὸ ἀμόλυντον τ῅ς παρθενίας κειμήλιον. κατὰ τό. διότι θὰ ἀπεδοκιμάζετο ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας. Φρυσοστ.» (εἰς τὴν δ´. λστ´) λέγει: «Πλὴν μόνης τ῅ς Θεοτόκου πάντες οἱ λοιποὶ ἥμαρτον. Καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (ἐπιστολὴ VIII Ἀριθμ. ὁ λογικὸς τοὖ δευτέρου Ἀδὰμ παράδεισος.» (παρὰ Θεοδωρ. πόσῳ μ᾵λλον ἡ του Φριστοὖ μήτηρ καταισχύνει τοὺς ἐχθροὺς τ῅ς ἀληθείας. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως οὐ μόνον δεν ἀπεδοκίμασεν. Σὸ .» (Λόγ. Καὶ πάλιν ὁ αὐτός: «Ἐὰν οὗν εἴπωσιν ὅτι τὦν οὐρανίων ἐστὶν ὁ Μελχισεδέκ.» (Ἰω. τ῅ς Κοσμοποιΐας τόμ. Καὶ ὁ Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. μόνη γὰρ ἡ Θεοτόκος πλείονα ἔλαβε χάριν».». Γρηγόριος δὲ ὁ Νύσσης εἰς τὴν γέννησιν τοὖ Κυρίου (Σόμ. ἀνεκήρυξε δὲ ταύτην κυρίως καὶ ἀληθὦς Θεοτόκον. 639). εἰς τὴν Θεοτόκον κτλ 6). 778) λέγει: «τὶ τὸν θεοπάτορα Δαυὶδ ἐποίει θεοφιλ῅.. προεώρα τὸν χορὸν τὦν Ἀποστόλων. Διαλ. διατί αὕτη νὰ μὴ λέγεται θεομήτωρ ἡ τεκοὖσα τὸν Ἰησοὖν τὸν Θεόν. τὰς μυριάδας τὦν Ἰουδαίων τὦν μελλόντων πιστεύειν κτλ. ἀλλὰ καὶ τοὖ καιροὖ ἐπιστάντος ἐπεκύρωσε τὸ ἱερὸν προσωνύμιον τ῅ς Παρθένου «Θεοτόκος» διὰ τ῅ς Γ´ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου. ἡ πανήγυρις τοὖ σωτηρίου συναλλάγματος. ψευδόμεθα. τόμ. Ὁ Ἱππόλυτος μαθητὴς τοὖ Εἰρηναίου τοὖ μαθητοὖ τοὖ Πολυκάρπου μαθητοὖ τοὖ εὐαγγελιστοὖ Ἰωάννου οὐ χρ῅ται μὲν τῆ λέξει Θεοτόκος. ὧ μακαρία Μαρία. ἐπιστ.ἐστιν ἄλλο τοιοὖτον θαὖμα ἐν τῆ κτίσει». ΢πορακίω τόμ. στ´ Παρίσιοι 478) λέγει: «ὁ θεοπάτωρ Δαυὶδ περὶ τὦν τοιούτων πολλοὺς μόχθους κατέβαλε». τοὖ Βουλγ. εἰ δὲ καὶ λέγεται θεομήτωρ. ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν. λέγει γὰρ ὁ Ἀπόστολος κτλ. III σελ. (ἐγκωμ. καὶ χάριτ. 1 σελ.. Α´ τόμ. 460) λέγει περὶ τ῅ς μητρὸς τοὖ Κυρίου ἡ «Θεομήτωρ Παρθένος».» Ἐὰν λοιπὸν ὁ προφήτης Δαυὶδ καλ῅ται θεοπάτωρ διότι εἷναι προπάτωρ τ῅ς παρθένου Μαρίας. χρ῅ται ὅμως ἰσοδυνάμοις ἄλλαις λέξεσιν ἐξ Ὠν ἡλίου φαεινότερον γίνεται. περὶ φύσ.). τὸ ἐργαστήριον τ῅ς ἑνώσεως τὦν φύσεων. ἡμερ. τὶ ἥν τὸ ὑπὸ ΢ου ἐν τῆ κοιλίᾳ συνειλημμένον καὶ τὶ ἥν τὸ ὑπὸ ΢ου ἐν παρθενικῆ μήτρᾳ βασταζόμενον. ἡ ἔμψυχος τ῅ς φύσεως βάτος. Κεφ. καὶ ἄνθρωπος πρωτότοκος ἐν κοιλίᾳ πλασσόμενος.

738 πρβλ. 23.Φ. ἡ μήτηρ τοὖ Θεοὖ τοὖ μονογενοὖς» καὶ πάλιν «αὐτὴ ἡ παρθένος Θεὸν ἐγέννησε. Ὁ Ἱερὸς Ἐπιφανιος (πολλαχοὖ). σελ. 14... λέγει «Σὸ Θεοτόκος θεόχρηστον ὄνομα ἔγραφε καὶ ἐξηγεἶ Ὠριγένης (ἐγεννήθη ο὘τος τ῵ 186 μ. Ὕστερον δὲ καὶ Νεστορίου φρυάξαντος. «Ὁ Ὠριγένης ἐν τ῵ α´ τόμῳ τὦν εἰς τὴν πρὸς Ῥωμαίους τοὖ Ἀποστόλου ἐπιστολὴν ἑρμηνεύων πὦς Θεοτόκος λέγεται. στ´. «Κυρίως καὶ ἀληθὦς θεοτόκον τὴν ἀειπάρθενον τοὖ Κυρίου Μητέρα ἀνευφημεἶσθαι». λόγ. Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος «Deipara virgo et casta perpetuo» (de temporser 6 καὶ ἀλλαχοὖ). 648 ed. οἵτινες.Φ. 10 σελ. Ὁ σοφώτατος Οἰκονόμος παραδεχόμενος ὡς γνησίαν τὴν Ἐπιστολὴν τὴν φερομένην ὑπὸ τὸ ὄνομα τοὖ ἁγίου Διονυσίου τοὖ Ἀλεξανδρείας πρὸς τὸν Παὖλον τὸν ΢αμοσατέα. αὐτὴ ἡ παρθένος Μαρία». βλ. εἰς τὴν ἐνανθρώπισιν κτλ. 18 Paris 1632) καὶ Διονύσιος ὁ Μέγας καὶ ὁ Ἱερὸς Μεθόδιος (λόγος εἰς ΢υμεών. 1554 Ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Νύσσης (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀμβροσίαν. ὡς ἀνέκαθεν ἤδη σύνηθες ἐπ᾿ αὐτοὖ ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ. καὶ λόγ. (ἡ Ὡδὴ τ῅ς Θεοτόκου ἐπιγέγραπται «Προσευχὴ Μαρίας τ῅ς Θεοτόκου» (τόμ. καὶ Κυριοτόκον δὲ τὴ Μητέρα τοὖ Κυρίου ἀποκαλε.). ὅπου καὶ θεογεννήτρια λέγει. 667 κτλ. ρια´ ὅπου καὶ Ἀειπάρθενον αὐτὴν ἀνευφημεἶ). τὸ ἴδιον σὦμα τ῵ κόσμῳ προσήνεγκεν. Βασίλειος (λόγ. σελ.. ἀλλὰ τὴν παρθενίαν οὐκ ἀπέβαλε». καὶ Ἀττικὸς ὁ Κωνσταντινουπόλεως (παρὰ Κυρίλλῳ Ἀλεξανδρείας τόμ. δείκνυται καὶ ἐκ τὦν ἑπομένων αὐτοὖ λόγων: «ἐν χρόνῳ παρὼν ὁ ΢ωτὴρ ἐκ τ῅ς Παρθένου τ῅ς Κιβωτοὖ. Ε´ ἐπιστολὴ πρὸς Ἀκάκιον τὸν Βε὇὆οίας). «Σὴν ἤδη μεμνηστευμένην γυναἶκα καλεἶ. γ´ σελ. ἐκκλ. Ὅθεν καὶ Ἰουλιανὸς ὁ ἀποστάτης ἐμαίνετο λέγων «Θεοτόκον δὲ ὑμεἶς οὐ παύσεσθε τὴν Μαρίαν καλοὖντες» (Κύριλλ. Σότε διέλαμπε καὶ Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας ὁ τ῅ς Θεοτόκου μεγαλοφωνότατος κ῅ρυξ.). Σοὖτο δὲ ἄρα ἐλάνθανε τοὺς κινήσαντας ἀμφιβολίας περὶ τ῅ς γνησιότητας .. Ἱστορ. 430 μ. τόμ. καὶ μήτηρ ἐγένετο. καὶ Θεόφιλος ὁ Ἀλεξανδρείας. ὁ θεἶος Φρυσόστομος (τόμ. σῴζεται δὲ καὶ ἄλλητοὖ Ὠριγένους αὐτοὖ ὆῅σις εἰς Δευτερ. ὥστε ἀποδέδεικται ἡ ἀλήθεια.Ἀειπάρθενον αὐτ῅ς ἐξόχως διαγραφὦν λέγει: «ὁ τὦν ὅλων Δημιουργὸς ἐκ τ῅ς Παναγίας ἀειπαρθένου Μαρίας κατὰ σύλληψιν ἄχραντον. 554). Migne). ἐν Callandii Biblioth.» (Κατὰ Βύρωνος καὶ Ἥλικος τ. καὶ πεφανέρωται ἡ Κιβωτός» (εἰς Δανιὴλ τ. χωρίς ἐστι τ῅ς θεότητας» (λόγος να´ σελ. Σὴν Θεοτόκον ἐκήρυξαν καὶ Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου. «Ἡ μήτηρ αὐτοὖ τινος αὐτοὖ. δ´ σελ. Καὶ ἐν τ῵ Ἀλεξανδριν῵ Κώδικι (τιθεμένῳ περὶ τ῵ 380 μ. Patr. Δ´. Ζ´. καὶ ΢εβηριανός. ἔξωθεν δὲ τ῵ Πνεύματι τ῵ ἁγίῳ. Ὁ μακάριος Ἱερώνυμος «Ἡ Μήτηρ Θεοὖ» (εἰς Ἡσαΐαν η´. Ἀλέξανδρος ὁ Ἀλεξανδρείας (ἐπιστολὴ πρὸς Ἀλέξανδρον Κωνσταντινουπόλεως). 187). 840 ed. Πρόκλος ὁ Κωνσταντινουπόλεως (λόγ. γ´ 45) ὁ Μ. Καὶ ὁμιλία α´ εἰς Ματθαἶον α´. 4 καὶ ἀλλαχοὖ). εἰς τὴν Φριστ. γέννησιν). πλατέως ἐξήγησε» (΢ωκρ. Μητέρα Uεού) καὶ ὁ Μ.εἰς Λουκ. τοὖ Πολυκάρπου καὶ τοὖ Εἰρηναίου. Ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Μαρίαν ὑπολαμβάνει. TV. *****. εἰς τὸν Μελχισεδὲκ καὶ ιε´ ὁμιλ.). α´ καὶ β´ σελ. 1). καὶ Ἄμμων ὁ Ἀνδριανουπόλεως. Ἀθανάσιος ἐπιστ. γέγονεν ἄνθρωπος φύσει κακίας ἀλλότριος ὅλος Θεὸς αὐτός. Θεοφ. οὕτω καὶ ἐπὶ τοὖ Ἰωσὴφ καὶ τ῅ς Θεοτόκου ἐλέχθη» (ἐν Ὀκταπλ.). καὶ ἄλλοι τὦν Ἱερὦν Πατέρων. Ἡ ἄκρα πρὸς τὴ θεομήτορα εὐσέβεια τοὖ ἁγίου Ἰππολύτου ἡ κληρονομικ῵ τινι δικαιώματι μεταδοθεἶσα διὰ τοὖ ἀποστόλου Ἰωάννου. Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου (βίῳ Κωνσταντ. Σὸ Θεοτόκος εἷπε καὶ Γρηγόριος ὁ θαυματουργὸς πανηγυρίζων τὸν εὐαγγελισμὸν τ῅ς Θεοτόκου παρθένου Μαρίας (εἰς τὸν Εὐαγγ. 32). ἐν ᾗ συνοδικὦς ἐθεσπίσθη. σελ. Κύριλλος ὁ Ἱεροσολύμων (Κατήχ. ὡς καὶ πάντες οἱ τούτων ἑξ῅ς. καὶ «τούτου τοὖ μονογενοὖς Θεοὖ μήτηρ. λογ. 10 σελ. καὶ ἀλλαχοὖ πολλαχοὖ. λε´. συνεκροτήθη ἡ ἐν Ἐφέσῳ Γ´ ΢ύνοδος. 660). ἐν ᾗ φέρεται τὸ ὄνομα Θεοτόκος. Migne). Οὕτω τὸ Θεοτόκος ὄνομα ἔτι κατὰ τὸν Β´ αἰὦνα ἐξ Ἀποστολικ῅ς παραδόσεως καὶ διδασκαλίας ἐδοξάζετο ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ μοναχούς. κβ´. 262).Φ. Ὁ Ἱερὸς Θεοδώρητος (τόμ. δίχα τροπ῅ς ἑνουσιώσας ἑαυτ῵ ψυχὴν νοερὰν μετὰ αἰσθητικοὖ σώματος. καὶ ὁ Ἱερὸς Ἀντίοχος.***** (ὑπομν. Ἐκδ. καὶ ἡ Α´ καὶ ἡ Ε´ καὶ ἡ ΢Σ´ καὶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τὸ ὄνομα τ῅ς Θεοτόκου γεραίρουσι. geabe). ἀπὸ τὦν χριστιανὦν ἁπάντων ὁμολογούμενον. χρυσίῳ καθαρ῵ κεχρυσωμένης ἔνδοθεν μὲν τ῵ λόγῳ. κατὰ Ἰουλιανοὖ Η.

΢ὺ εἷ. Θεοκυ῅τορ. τοὖ φωτὸς τὸ οἰκητήριον. ὁ πύργος ὁ ἀσάλευτος τ῅ς Ἐκκλησίας. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ἀπειρολεχὴς νύμφη. παρθένων τὸ καύχημα. ἄφθορος κόρη. ΢ὺ εἷ. τὸ σκ῅πτρον τ῅ς Ὀρθοδοξίας. Ἀειπάρθενος Κόρη. ΢ὺ εἷ. ὁδηγὸς τὦν πιστὦν σωφροσύνης. ΢ὺ εἷ. θεογεννήτρια. ἡ διάδοχος τροφὴ τοὖ μάννα. ΢ὺ εἷ. ὁ ναὸς ὁ ἀκατάλυτος. στε὇὆ὸν τ῅ς πίστεως ἔρεισμα. ἡ ἔμψυχος τράπεζα ἡ τὸν ἄρτον ζω῅ς χωρήσασα. παρθενίας ὡράϊσμα. ἡ στάμνος ἡ τὸ οὐράνιον μάννα χωρήσασα. τ῅ς ἀχώρητου φύσεως χωρίον εὐρύχωρον. χαἶρε ἡ τὸν ἀσπασμὸν τοὖ Ἀγγέλου δεξαμένη. ἡ αὐγὴ τ῅ς μυστικ῅ς ἡμέρας. ΢ὺ εἷ. ὁ ναὸς τοὖ Θεοὖ ὁ ἔμψυχος. θεομ῅τορ. ὆άβδος τοὖ Ἀαρὼν ἡ τὸ ἄνθος. ἡ θάλασσα ἡ ποντίσασα Υαραὼ τὸν νοητόν. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. μητέρων ἀγλάϊσμα. τὸ ὄρος τὸ ἀλατόμητον ἐξ ο὘ ἀ὇὆ήτως ὁ ἀκρογωνιαἶος ἐτμήθη λίθος Φριστός. Προσφώνησις πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. ΢ὺ εἷ. τὸ ἔμψυχον παλάτιον τοὖ παμβασιλέως. ΢ὺ εἷ. ἀμίαντος Κόρη. ὁ ἀρχηγὸς νοητ῅ς ἀναπλάσεως. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. τὦν ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. φωτὸς ἔνδυμα. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. τὸ χωρίον τὸ εὐρύχωρον τοὖ ἀχώρητου. ἡ διάκονος τ῅ς τροφ῅ς τ῅ς ἁγίας. ΢ὺ εἷ. ἡ κλεὶς τ῅ς τὦν Οὐρανὦν βασιλείας. ΢ὺ εἷ. σοφίας Θεοὖ δοχεἶον. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ἄσπιλε κόρη. ἡ στὖλος τ῅ς παρθενίας. ἡ κιβωτὸς τ῅ς Διαθήκης ἐν ᾗ ὁ λόγος τοὖ Θεοὖ διέμεινεν. ἡ ἀκένωτος πηγή. νύμφη. ΢ὺ εἷ. τὸν Φριστόν. Πάνσεμνε Κόρη. τὸ ἄνθος τ῅ς ἀφθαρσίας. ΢ὺ εἷ. λειμὼν εὐωδίας. ὁ φαεινὸς ὄρθρος ὁ τὸν ἥλιον φέρων τ῅ς δικαιοσύνης. ὄχημα τὸ Πανάγιον τοὖ ἐπὶ τὦν Φερουβειμ. ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ὡς βρέφος ἐν ὠλέναις βαστάσασα. ΢ὺ εἷ. τὦν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα. Ἄχραντε Παρθένε. ἡ τὸν νέον Ἰσραὴλ φωταγωγοὖσα. Ἁγία Παρθένε. ἁγνὴ Παρθένε. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ζωοτόκος. προνοίας Θεοὖ ταμεἶον. δοχεἶον οὐρανίου εὐφροσύνης. καλλιτόκος. ΢ὺ εἷ. ἡ πύλη τ῅ς σωτηρίας. ΢ε τὴν ἀειπάρθενον Θεοτόκον ἡ τοὖ Θεοὖ ἀγαθότης προώρισε γενέσθαι μητέρα τ῅ς σωτηρίας. ἡ ἀληθὦς καὶ κυρίως τὸν Θεὸν Λόγον σεσαρκωμένον τεκοὖσα. ἡ πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψὦντας τὴν ζωήν. ΢ὺ εἷ. πανάμωμος νύμφη. ΢ὺ εἷ. ἁγνείας θησαύρισμα. ἡ τὸ ὕδωρ τὸ ζὦν ἀναβλύσασα. ἡ τὸν Θεὸν ἀφράστως γεννήσασα. ΢ὺ εἷ. ἡ τροφὸς τ῅ς ζω῅ς ἡμὦν. ΢ὺ εἷ. ἡ του Φριστοὖ κατὰ σάρκα Μήτηρ. χαἶρε ἡ ἀξιωθεἶσα γενέσθαι Μήτηρ Θεοὖ. ΢ε πρὸ αἰώνων οἱ προφ῅ται ὡς Παρθένον καὶ Νύμφην Θεοὖ προεκήρυξαν. ΢ὺ εἷ. Πανάχραντε Δέσποινα. ἀρετ῅ς ἐφέστιον. ΢ὺ εἷ. ἡ ὁλόφωτος νεφέλη ἡ τὸν λαὸν τοὖ Θεοὖ σκέπουσα. ΢ὺ εἷ.τ῅ς ἀνωτέρω πρὸς τὸν ΢αμοσατέα ἐπιστολ῅ς τοὖ Διονυσίου διά τινας κουφολογίας. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. τοὖ κόσμου παντὸς ἐξίλασμα. βλαστήσασα. πανακήρατος κόρη. Φαἶρε Θεοτόκε Παρθένε. τὸ πανάριστον οἴκημα τοὖ ἐπὶ τὦν ΢εραφείμ. τ῅ς σωτηρίας ἡμὦν τὸ κεφάλαιον. ΢ὺ εἷ. ἡ ὁλκὰς τὦν δεομένων σωτηρίας. εὐλογημένη Παρθένε. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ἡ ἀκτὶς τοὖ ἀδύτου φέγγους. ἡ ἀνήροτος χώρα ἡ τὸν θεἶον βλαστήσασα στάχυν. ΢ὺ εἷ. θνητὦν πρὸς Θεὸν πα὇὆ησία. μητροπάρθενε. οὐρανοὖ καὶ γ῅ς ἰσό὇὆οπον οἴκημα. ΢ὺ εἷ. Θεοὖ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία. χαἶρε κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετὰ σου. ἡ κλἶμαξ τοὖ Ἰακὼβ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. Παρθενομ῅τορ. ἡ σκηνὴ τοὖ μαρτυρίου. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. σεπτὸν κειμήλιον τ῅ς Οἰκουμένης ἁπάσης. ἡ τὸν τροφέα τὦν ὅλων ὡς μήτηρ θηλάσασα. πρεσβείας δεκτὸν θυμίαμα. ΢ὺ εἷ. ἡ τὸν ἀχώρητον ἐν γαστρὶ χωρήσασα. ἡ εὐφροσύνη πασὦν τὦν γενεὦν. ὃν Γεδεὼν προεθεάσατο. ΢ὺ εἷ. ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. τοὖ κόσμου Δέσποινα. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. τὦν Ἀγγέλων βασίλισσα. μεγαλοτόκος. ἡ πύρινος στήλη. Παναγία Παρθένε. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ Ἀνύμφευτε νύμφη. ΢ὺ εἷ. ὁ χορηγὸς θεϊκὴς ἀγαθότητος. ΢ὺ εἷ. ὁ τόμος ἐν ᾧ θείῳ δακτύλῳ ὁ λόγος τοὖ Πατρὸς ἐγγέγραπται. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. Παρθένε θεόνυμφε. ΢ὺ εἷ. ἀμόλυντε Παρθένε. ἐξ ο὘ τὸ φὦς τ῵ κόσμῳ ἐξανέτειλεν. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ἐν αἸς μίαν ἀριθμοὖσι καὶ ὅτι περιέχει δ῅θεν πολλοὺς μετὰ τὸν Διονύσιον χρόνους ἐν τῆ Γ´ συνόδῳ πρὦτον θεσπισθὲν ὄνομα τ῅ς Θεοτόκου». ἄγαμος νύμφη. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ. παράδεισος ἀφθαρσίας. πάναγνε. τὸ στέφος τ῅ς ἐγκρατείας. . τὸ ἡδύπνοον κρίνον τὸ πιστοὺς εὐωδιάζον. ΢ὺ εἷ. λαμπρὸν τ῅ς χάριτος γνώρισμα. ἣν τὸ θεἶον ἐπεσκίασε. ΢ὺ εἷ. ἀπειρόγαμος μήτηρ.

΢ὲ ὁ Ἰεζεκιὴλ προαναφώνει τὴν πύλην τὴν κεκλεισμένην δι᾿ ἧς εἰσελεύσεται ὁ Θεός.΢ε ὁ Ἡσαΐας. προκατήγγειλε παρθένον καὶ μητέρα τοὖ Ἐμμανουήλ. θεόνυμφε κόρη. ἡ λαβὶς ἡ μυστικὴ ἡ συλλαβοὖσα τὸν ἄνθρακα Φριστόν. . ἡ ἀνύμφευτος νύμφη ἡ ἀξιωθεἶσα γενέσθαι μήτηρ Φριστοὖ τοὖ Θεοὖ. ΢ὺ εἷ. ΢ὺ εἷ.

Σὸ περὶ τριαδικοὖ Θεοὖ δόγμα τοὖ Φριστιανισμοὖ. ἀλλὰ περιλαμβάνων ἐντὸς σώματος μικροὖ καὶ ἀσθενοὖς ψυχὴν φλογεράν. καὶ τέχνη ὆ητορικὴ ἀπαράμιλλος περιεκόσμουν αὐτὸν καὶ κατέστησαν κρατερὸν μαχητὴν κατὰ τὴν . μικρὸς μὲν τὸ δέμας καὶ εὐτελὴς τὸ ἀνάστημα. ὅταν ὁ Πέτρος Ἀλεξανδρείας ἀπεκήρυξε τοὺς συμμετόχους τοὖ Μελετίου. ἐξ Ὠν οἱ μὲν ἠσπάζοντο αὐτὴν ὡς ὀρθήν. Καὶ κατ᾿ ἀκολουθίαν τούτου ἀπεπέμφθη ἀπὸ τ῅ς Ἀλεξανδρείας. ἵνα ἐν τῆ ἐλευθερίᾳ αὐτοὖ εἰσδύσῃ εἰς τὰ βασίλεια τὦν μυστηρίων καὶ ἐρευνήσῃ αὐτὰ καί. εἰ δυνατόν. καὶ ζητοὖν τὴν τοὖ πνεύματος φίλην ἐλευθερίαν τὴν ὑπερπηδώσαν τὰ πάντα καὶ τὰ πάντα ὑποτάσσουσαν τῆ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ. Ὁ Ἄρειος μελετήσας καλὦς τὰς θεωρίας τ῅ς Ἀλεξανδριν῅ς καὶ τ῅ς Ἀντιοχειαν῅ς ΢χολ῅ς προσέλαβεν ἐξ αὐτὦν τὰ προσφυ῅ ταἶς ἀρχαἶς αὐτοὖ καὶ διεμόρφωσεν ἰδίαν θεωρίαν. καὶ δὲν ἀπεδέχετο τὸ βάπτισμα αὐτὦν. ἀνθηρὸν ὕφος λόγου. ὁ Ἄρειος αἰτήσας συγγνώμην ἐγένετο δεκτὸς ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ καὶ τ῵ 312ῳ ἐχειροτονήθη Πρεσβύτερος. αἱ λαμπηδόνες τ῅ς ὁποίας ἐξήστραπτον ἀπὸ τὦν ὀμμάτων αὐτοὖ. τὸ μεγαλοπρεπὲς ἀνάστημα. ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου «Αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι τ῅ς του Φριστοὖ Ἐκκλησίας. ἐκδοθὲν τὸ πρὦτον τὸ 1892) Ὁ Ἄρειος Ὁ Ἄρειος ἐγεννήθη ἐν Λιβύῃ περὶ τὰ μέσα τ῅ς γ´ μ. διέσπασε τοὖ δόγματος τὰ δεσμά. λογικὴ ἰσχυρά. Καὶ ἡ διδασκαλία αὐτοὖ ε὘ρε πολλοὺς ὀπαδοὺς παρά τε τ῵ Κλήρῳ καὶ τ῵ λα῵. παρέσυρε καὶ τὸ ἀκάθεκτον πνεὖμα τοὖ Ἀρείου. λαβὼν παρὰ μὲν τοὖ Ὠριγένους τὴν ὑπόταξιν τοὖ λόγου. κατέστησαν αὐτὸν γνωστότατον. ὁ Ἄρειος ἐξανέστη τὸ πρὦτον. οἱ ὀπωσοὺν ἀγέρωχοι τρόποι. Ὁ εἰκοσιετὴς ο὘τος νέος ὁ μέλλων νὰ πληρώσῃ τὴν Φριστιανικὴν Οἰκουμένην διὰ τὦν ἀρετὦν αὐτοὖ τὦν σπανίων ἦν ὁ Ἀθανάσιος.Φ. Ὅτε δὲ μετὰ ταὖτα τὸν Πέτρον ἀποβιώσαντα διεδέξατο ὁ πραὈς τοὺς τρόπους Ἀχιλλ᾵ς. τὸ δὲ ἐμβριθὲς αὐτοὖ σχ῅μα. Ὁ Ἀθανάσιος Μεταξὺ τὦν περὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Ἐπίσκοπον Κληρικὦν ηὔξανε καὶ ἐκραταιοὖτο νέος τις Διάκονος. ἐπιστήμη εὐρεἶα. καὶ ἡ εὐειδὴς αὐτοὖ ὄψις. ἡ φιλοσοφικὴ αὐτοὖ μόρφωσις. οἱ δὲ ἐθεώρουν αὐτὴν ὡς ἀκίνδυνον. Πρὸς διάδοσιν δὲ τ῅ς διδασκαλίας αὐτοὖ καὶ ἐπικράτησιν συνέταξε διάφορα ᾄσματα καὶ ποιήματα καὶ διεμοίρασεν αὐτὰ εἰς τὸν λαόν. τὸ ὁποἶον δυσφόρως ἔχον πρὸς τὸν ἀνυπέρβλητον τοὖ δόγματος φραγμόν. ἀπὸ δὲ τὦν μέσων τοὖ β´ αἰὦνος παρουσίασε τὴν αἵρεσιν τὦν Μοναρχιανὦν καὶ προεκάλεσε πολλὰς ἔριδας. ἑκατονταετηρίδος. Ἡ εὐρεία αὐτοὖ παιδεία.Ἅγιος Νεκτάριος Η ΠΡΨΣΗ ΟΙΚΟΤΜΕΝΙΚΗ ΢ΤΝΟΔΟ΢ (Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα για τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδο. ἐνέπνεον π᾵σι τὸν σεβασμὸν καὶ συμπάθειαν. τοὖ Μελετίου καὶ τοὖ προϊσταμένου τ῅ς Ἀντιοχειαν῅ς ΢χολ῅ς Λουκιανοὖ τοὖ πρεσβυτέρου. Ἀπὸ τ῅ς ἐποχ῅ς δ᾿ αὐτ῅ς παρουσιάζεται ἡ τοὖ χαρακτ῅ρος αὐτοὖ ἰσχὺς καὶ ἡ ἐμμονὴ εἰς τὰς πεποιθήσεις του. ψηλαφήσῃ καὶ ὑπαγάγῃ αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν. καὶ ἡ περὶ τὴν ἐπιστήμην τὦν θείων Γραφὦν δεινότης. ὅπερ ἀπὸ τ῅ς αὐτοὖ ἐμφανίσεως ἐσκανδάλισεν Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας. παρὰ δὲ τοὖ Λουκιανοὖ τὴν ἄρνησιν τ῅ς Ὁμοουσιότητος. Καὶ κατ᾿ ἀρχὰς μὲν καταλιπὼν τὸν Μελέτιον προεχειρίσθη διάκονος τ῅ς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας ὑπὸ τοὖ Ἐπισκόπου αὐτ῅ς Πέτρου. Νοὖς βαθύς. Εἷτα δέ. μεμφόμενος τὰ γενόμενα καὶ διεμαρτύρετο κατὰ τοὖ μέτρου τούτου τοὖ Ἐπισκόπου του. ἐσπούδασε δὲ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐγένετο ὀπαδὸς τοὖ Ὠριγένους.

οὐδὲ ἐφαίνετο τρόπος θεραπείας. θεωρὦν τὴν αἵρεσιν τοὖ τελευταίου ἀσήμαντον. καθ᾿ ἃς οἱ ὄχλoι οὐδὲ τὰς εἰκόνας αὐτοὖ ἐσεβάσθησαν. Ὁ δὲ Ἄρειος ἔγραψε πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολὴν ὁπωσοὖν αὐθάδη. ἀφοὖ ἐπαν῅λθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐξ᾿ Ἀλεξανδρείας ὁ Ὅσιος Κορδούβης ἄπρακτος καὶ συγχρόνως.-καὶ ΢ωκρ. τὸ εὐμετάβολον καὶ παλίμβουλον. ὥστε ἐνέβαλε τὸν ἡγεμόνα εἰς πλείστας ὅσας ἀμφιβολίας. ἀλλ᾿ ἐν τῆ συζητήσει. στὖλος καὶ ὑποστηρικτὴς τ῅ς του Φριστοὖ Ἐκκλησίας». ὥστε δικαίως ἐπεκλήθη κατόπιν «Μέγας. Ὁ Κωνσταντἶνος ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοὖ ζητήματος δὲν εἷχε σχηματίσει ἰδίαν γνώμην καὶ πεποίθησιν κατ᾿ ἀρχὰς δὲ μάλιστα ἐπεδείξατο ἀδιαφορίαν τινὰ σχεδὸν θίγουσαν τὰ ὅρια τ῅ς περιφρονήσεως. Ὀργισθεὶς λοιπὸν ἐπὶ τούτοις ἰδίως κατὰ τὦν περὶ τὸν Ἄρειον ἐξαπέστειλε νέους ἐπιτρόπους εἰς Ἀλεξάνδρειαν κομίζοντας ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπειλητικωτάτην. ἣν ἐπεχείρησε. ὃν διέτρεχεν ἡ Πίστις ἐκ τὦν ἐπιβούλων δοξασιὦν τοὖ Ἀρείου. Ὁ Ἀθανάσιος κεκτημένος ὀξύνειαν θαυμαστὴν πρακτικώτατον πνεὖμα. ἀφοὖ ἔμαθεν ὅτι ἐν᾿ Ἀλεξανδρείᾳ συνέβαινον ταραχαί. εἰς ὃ διεκινδύνευεν ἡ Πίστις ἡμὦν νὰ πέση. Ἐκ τούτου δὲ εὐλόγως δυναταί τις νὰ συμπεράνῃ ὅτι ὁ Κωνσταντἶνος διδοὺς μ᾵λλον εὐήκοον οὗς εἰς τὰς περὶ τὦν δοξασιὦν τοὖ Ἀρείου πληροφορίας τοὖ Παμφίλου Εὐσεβίου. Ὁ Μέγας Κωνσταντἶνος Ἡ Θεία Πρόνοια ἐν τῆ μερίμνῃ αὐτ῅ς ὑπὲρ τ῅ς τοὖ Φριστοὖ Ἐκκλησίας εἷχεν ἐμπιστευθῆ τὰ σκ῅πτρα τοὖ ἀχανοὖς τότε Ῥωμαικοὖ Κράτους εἰς τὸν ἀληθὦς Μέγαν καὶ Ἰσαπόστολον Κωνσταντἶνον ὅπως σώσῃ ἀπὸ τοὖ σάλου τὸ κλυδωνιζόμενον σκάφος τ῅ς Ἐκκλησίας. εἴτε μὴ ἔχων τὴν συνείδησιν τοὖ τελικοὖ συμπεράσματος τὦν συλλογισμὦν αὐτοὖ. ἔτεινεν ὅμως εἰς τὸ ν᾿ ἀρνηθῆ τὴν θείαν τοὖ ΢ωτ῅ρος φύσιν καὶ καταβιβάσῃ τὸ κήρυγμά του εἰς τὴν τάξιν ἀνθρωπίνου δόγματος. συνετάχθη μετὰ τοὖ Ἐπισκόπου Ἀλεξάνδρου καὶ κατεδίκασε τὸν Ἄρειον. Διὸ ὥρμησεν ἐπὶ τὸν ἀγὦνα μετὰ πολλ῅ς πεποιθήσεως καὶ ἐξ῅λθεν ἀπ᾿ αὐτοὖ ἐπὶ τέλους νικητὴς ἐν θριάμβῳ. 64. Σ῅ς ἀπάτης ὅμως αὐτ῅ς ταχέως ἐξ῅λθεν ὁ Κωνσταντἶνος εὐθύς. δὲν ἐννόησεν ἐξ᾿ ἀρχ῅ς τὸν κίνδυνον. 1. Ο὘τος δυσφορὦν ἐπὶ τ῵ ἐπαπειλουμένῳ τῆ Ἐκκλησίᾳ σχίσματι ἀπέστειλεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν πρὦτον ἐπιστολὴν πρός τε Ἀλέξανδρον τὸν Ἐπίσκοπον καὶ πρὸς τὸν Ἄρειον παραινὦν αὐτοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα τ῅ς συζητήσεως καὶ συνδιαλλαγέντες νὰ ἐπανορθώσωσι τὴν εἰρήνην τ῅ς Ἐκκλησίας. . ἐκ πρώτης ἀρχ῅ς ἐνόησε περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ εὐθὺς κατενόησε τὸ βάραθρον. 5. Ὁ Ἄρειος παρέστη ἀληθὦς πρὸ τοὖ Βασιλέως. ὅπως ἐξετάσασα τὴν τοὖ Ἀρείου διδασκαλίαν λύσῃ ὁριστικὦς τὴν μεγάλην ταύτην διαφορὰν καὶ ἀποδώσῃ τῆ Ἐκκλησίᾳ τὴν ποθουμένην εἰρήνην. δι᾿ ἧς προσεκάλει τὸν Ἄρειον νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ ἐξηγήσῃ ἐνώπιον αὐτοὖ ὅπερ ἐπρέσβευε δόγμα. Ὁ Ἀθανάσιος βλέπων τὸ ἀσταθὲς τοὖ χαρακτ῅ρος τοὖ ἀντιπάλου του. ἐπείσθη ὅτι ὁ Ἄρειος εἴτε μὴ τολμὦν νὰ ἐξηγήσῃ σαφὦς. Διότι ὁ κομιστὴς τ῅ς εἰρηνοποιοὖ ταύτης ἐπιστολ῅ς Ἐπίσκοπος Κορδούβης ἅμα ἐλθὼν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Καὶ ἐν τούτοις ἐξηκολούθει ἡ διχόνοια καὶ ἡ ταραχὴ τὦν πνευμάτων. καὶ τόλμην ἀκάθεκτον. ἕως ὁ Βασιλεὺς ἐν τῆ συνήθει αὐτοὖ μεγαλοφυίᾳ ἐπενόησε τὸ πρακτέον κατὰ τὴν προκειμένην δυσχέρειαν καὶ συνεκάλεσεν ἐν Νικαίᾳ τ῅ς Βιθυνίας τοὺς πανταχοὖ Ἱεράρχας τ῅ς Φριστιανοσύνης εἰς Οἰκουμενικὴν ΢ύνοδον. εὐφράδειαν ἀξιόζηλον. ὡς ἐξάγεται ἐκ τ῅ς εἰρημένης ἐπιστολ῅ς αὐτοὖ. 2. τοσούτον περιέπλεξε τὸ πνεὖμα τοὖ Κωνσταντίνου τὸ περὶ τὰς τοιαύτας λεπτολογίας ἀνεπιτήδειον. παραπονούμενος ὅτι τοὖ ἐπεβλήθη ὑπὸ τὦν εἰρημένων ἀργία (Εὐσεβ. παραδίδων αὐτὸ ἀπογεγυμνωμένον τ῅ς πανοπλίας τ῅ς θείας ἀποκαλύψεως εἰς τὰς προσβολὰς τοὖ φιλοσοφικοὖ πνεύματος. ὅστις ἣν πιστὸς αὐτοὖ φίλος καὶ φίλα φρονὦν τ῵ Ἀρείῳ.προκειμένην σπουδαίαν ἔριν. Ἀλλ᾿ ἡ φωνὴ τ῅ς συνέσεως καὶ τ῅ς μετριοπαθείας τοὖ Βασιλέως ἐπέπρωτο νὰ μὴ εἰσακουσθῆ.). βίον Κωντ. ἀφιερώσας ὁλόκληρον τὴν ζωὴν αὐτοὖ καὶ ὅλας αὐτοὖ τὰς πνευματικὰς καὶ σωματικὰς δυνάμεις εἰς τὴν ἄμυναν τοὖ ἐνσαρκωθέντος Λόγου μετὰ τοιούτου ἀτρομήτου θά὇὆ους.

ἀπὸ δὲ τ῅ς δια὇὆υθμίσεως ταύτης ἐξηρτάτο ἡ γενικὴ τοὖ κόσμου ἠθικὴ ἀνακαίνισις. αἱ δυνάμεις τὦν δύο τούτων κέντρων ἀμοιβαίως βοηθούμεναι ἀναδεικνύουσι τὸν ἄνθρωπον τέλειον καὶ διδάσκουσιν αὐτ῵ ὅσα οὐδέποτε διὰ μέσου τοὖ νοὸς νὰ διδαχθῆ ἠδύνατο. καὶ συνεκρότησαν τὴν Α’ ἐκκλησιαστικὴν Οἰκουμενικὴν ΢ύνοδον. Καίτοι φιλοσοφοὖντες ἐδείκνυντο τὸ ἀφιλοσόφως πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἔχοντες. εἰ δυνατὸν ψηλαφήσῃ π᾵ν ὅ. μωρίαν δὲ τοἶς Ἕλλησιν. τοὖ Μ. Σούτων δὲ προΐστανo Ἀλέξανδρος o Κωνσταντινουπόλεως. ἤτοι ἄνευ θρησκευτικοὖ αἰσθήματος. σύστημά τι φιλοσοφικὸν μ᾵λλον ἰκανοποιοὖν τὰς ἀπαιτήσεις τ῅ς ὑπερηφάνου τοὖ ἀνθρώπου φιλοσοφίας. ὑποτάσσοντες αὐτ῵ π᾵σαν ἀλήθειαν. ἀλλὰ καὶ ὅν θρησκευτικόν. Κατὰ τὴν πρώτην αὐτὦν ἐπίσημον συνεδρίαν τὴν γενομένην τὴν 5ην ἥ 6ην Ἰουλίου ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντἶνος ἐξεφώνησε τὸν ἐναρκτήριον λόγον ἐν τῆ λατινικῆ γλώσσῃ μεθερμηνευόμενον αὐτοστιγμεὶ εἰς τὴν ἑλληνικήν. καὶ μαρτυρεἶ περὶ τ῅ς ὑπερφυσικ῅ς ὑπάρξεως αὐτὦν. πρέπει νὰ ἐκτεθῆ ἐνταὖθα διὰ βραχέων ὁ φιλοσοφικὸς ὀργασμὸς τὦν πνευμάτων τ῅ς ἐποχ῅ς ἐκείνης. ὅταν διὰ τ῅ς καρδίας διδαχθὦμεν τὰ τοὖ ὑπερφυσικοὖ κόσμου. ἐν ᾗ περιέχεται ὁ τὲ αἰσθητὸς καὶ ὁ ὑπὲρ αἴσθησιν κόσμος (διότι ὁ κατ᾿ αἴσθησιν κόσμος εἷναι τὸ κατὰ μέρος). ἥτις ἐζήτει τρόπον τινὰ νὰ ἅψηται τῆ χειρὶ καί. Ἀθανασίου. πείθεται δὲ περὶ τ῅ς πραγματικότητος αὐτὦν. οὕτινος τότε μανθάνομεν τὰ καθ᾿ ἕκαστα ἀκριβὦς. ΢πουδαιότης τ῅ς Α’ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου Ἵνα κατανοηθῆ δὲ ἡ σπουδαιότης αὐτ῅ς τ῅ς ΢υνόδου.Ἡ Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος Καὶ ἀληθὦς ἡ ὆ύθμισις καὶ ἐξασφάλισις τοὖ Φριστιανικοὖ δόγματος ἦν ζήτημα ζω῅ς καὶ θανάτου διὰ τὸν τότε κόσμον. φιλόσοφος ἄνευ καρδίας. Νικόλαος. Ἠγνόουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐγεννήθη. Ἀλλ᾿ ἠγνόουν ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀλήθειαι. Διὸ προσκληθέντες συν῅λθον ἐν Νικαίᾳ 318 Πατέρες τ῅ς Ἐκκλησίας περὶ τὰ μέσα Ἰουνίου τοὖ 325 μ.Φ. Οὐχ ἤτον πρὸς τούτοις παρίστατο καὶ πλ῅θος ἄλλο Κληρικὦν. ἀποκαλὦν τοὺς λειτουργοὺς αὐτ῅ς ἀρχηγοὺς τ῅ς τὦν ἐθνὦν σωτηρίας. οἱ Βικέντιος καὶ Βίτων. ΢πυρίδων. ἀλλὰ καὶ καρδία. διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἷναι μόνον νοὖς. ὅστις ἔτεινε νὰ καθυποτάξῃ τὸ δόγμα εἰς τὴν γνὦσιν. Ἐὰν ὁ νοὖς εἷναι ὁ διδάσκαλος τοὖ φυσικοὖ κόσμου. Οἱ φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τὰς ἀπαιτήσεις τ῅ς καρδίας τ῅ς τερπομένης ἐν τ῵ μυστηρίῳ τ῅ς θρησκείας ἐζήτουν νὰ ἰκανοποιήσωσι τὸν νοὖν δι᾿ ἀπολύτου τρόπoυ. μὴ γινόμεναι καταληπταὶ ὑπὸ τοὖ πεπερασμένου νοὸς τοὖ ἀνθρώπου. ὁ γηραιὸς Ἀλέξανδρος ὁ Ἀλεξανδρείας ὑπὸ τοὖ νεαροὖ αὐτοὖ ΢υμβούλου καὶ Διακόνου δορυφορούμενος. τοὖ ὁποίου ἴσως καθ᾿ ὁμοίωσιν ἐγένετο ὁ αἰσθητὸς κόσμος. ἐζήτουν ἀμφότεροι.τι ὁ Φριστιανισμὸς παρέδιδεν ὡς μυστήριον καὶ ὡς δόγμα πίστεως. ἥτις λαμβάνει γνὦσιν αὐτὦν. ἤτοι εἰς τὴν καθ᾿ ὅλου περὶ τοὖ κόσμου ἔννοιαν. διὰ τὦν φιλοσοφικὦν χωνευτηρίων νὰ ἀναδείξωσιν ἀπὸ θρησκείαν ἐξ ἀποκαλύψεως. ὁ Ὅσιος Κορδούβης Ἐπίσκοπος τ῅ς Ἰσπανίας καὶ δύω πρεσβύτεροι. Σὸν δὲ Πάπαν Ῥώμης ΢ίλβεστρον καὶ τὸν διάδοχον αὐτοὖ Ἰούλιον ἀντεπροσώπευσαν οἱ παρ᾿ αὐτοὖ ἀποσταλέντες πληρεξούσιοι. Ἰουδαἶοί τε καὶ Ἕλληνες. Ἰάκωβος. ἀλλὰ γενναίως καὶ λογικὦς ἐπολεμήθησαν αὗται ὑπὸ τὦν Πατέρων τ῅ς Ἐκκλησίας. δι᾿ ο὘ ἔλεγεν ὅτι ὁ τ῅ς ἱερ᾵ς ταύτης θρησκείας νόμος ἐκ τὦν κόλπων τ῅ς Ἀνατολ῅ς προέκυψεν. Σὸν Φριστιανισμὸν ἀναφανέντα σκάνδαλον μὲν τοἶς Ἰουδαίοις. εἷναι ἀφιλοσόφητος διότι δὲν εἷδε τὸ καθ᾿ ὅλου. ἵνα ἀποβῆ μόνον φιλόσοφος. Ἐνόσω δὲ δὲν ἀναχθῆ εἰς τὸ καθ᾿ ὅλου. Παρ᾿ αὐτοἶς δὲ παρέστησαν οἱ Παφνούτιος. οὐδέποτε θέλει φθάσει εἰς τὸ καθ᾿ ὅλου ἄνευ θρησκευτικοὖ αἰσθήματος . τ῅ς νοητικ῅ς ἡμὦν ἀντιλήψεως. Μάξιμος καὶ ἄλλοι κεκοσμημένοι πάντες δι᾿ ἀποστολικὦν χαρισμάτων. ἀλλὰ τὸ κατὰ μέρος. Εἷτα δὲ κατὰ σειρὰν καὶ ἐν τάξει ἐξετέθησαν ὑπὸ τοὖ Ἀρείου καὶ τὦν αὐτοὖ ὀπαδὦν αἱ γνὦμαι καὶ δοξασίαι. ἡ καρδία εἷναι διδάσκαλος τοὖ ὑπερφυσικοὖ κόσμου. ἥ ἐπαναπαὖον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοὖ ἀνθρώπου. ἀνώτεραι. Πρεσβυτέρων καὶ Διακόνων.

εὑρίσκετο ἐν ζωηρ῵ φιλοσοφικ῵ ὀργασμ῵. αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἡ φιλοσοφικὰ συστήματα φέροντα ἀντὶ τοὖ φιλοσoφικoὖ τρίβωνος τὴν χριστιανικὴν ἁλουργίδα. ἀλλὰ θελήματι τοὖ πατρὸς ἐκ τοὖ μηδενὸς ἐκτίσθη καὶ ἑπομένως ἧτο κτίσμα ἐξ οὐκ ὄντων ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἧτο πάντοτε πατήρ. Ἡ χριστιανικὴ ἄρα διδασκαλία. Οἱ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἰουδαἶοι φρονοὖντες ὅτι διὰ τ῅ς μελέτης τ῅ς Ἑλληνικ῅ς φιλοσοφίας ἐνεβάθυνον πλειότερον εἰς τὴν μυστηριώδη τοὖ Μωυσέως σοφίαν. ὅτι ὁ υἱὸς καὶ λόγος τοὖ Θεοὖ εἷναι μὲν πρὸ παντὸς χρόνου. ἐμβριθὦς ἠρευνὦντο τὸ φιλοσοφικὸν πνεὖμα μὴ δυνάμενον νὰ ἀναπαυθῆ ἐν τῆ ἀποδοχῆ τ῅ς διδασκαλίας τοὖ Μονοθεϊσμοὖ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ μέρος δὲν ἠδύνατο νὰ ἰκανοποιήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τοὖ φιλοσοφικοὖ νοός. Ἡ διδασκαλία τοὖ Ἀρείου Ὁ Ἄρειος δογματίσας. ἀλλὰ κατὰ μέρος. ὑπ῅ρξεν ἡ ἑστία ζώσης τὦν ἰδεὦν ἐπικοινωνίας καὶ τὸ γόνιμον ἔδαφος νέων συστημάτων. δὲν ἀποβαίνει δὲ καταληπτὴ καθ᾿ ὅλου τοἶς μέτρῳ φιλοσοφικὦς μετροὖσιν αὐτήν. εὑρόντα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ διαπύρους θιασὦτας. καὶ ΢ύμβολα. ἀλλ᾿ οὐχὶ καὶ ὑπάρχων. Οἱ ὀπαδοὶ τὦν διαφόρων συστημάτων εὑρόντες ἐν αὐτ῵ τὸν σύνδεσμον τὦν μονομερὦν ἀληθειὦν τὦν ἔν τε τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ καὶ Ἐθνισμ῵ εὑρισκομένων προσωκειώθησαν αὐτόν. Σὰ φιλοσοφικὰ συστήματα τοὖ Πλάτωνος. τοὖ ἀπολύτως ὑπερβατικὦς πρὸς τὸν κόσμον εὑρισκομένου καὶ ἐν οὐδεμιᾶ σχέσει πρὸς τὸν κόσμον ἐρχομένου. ἐν ᾧ ἐφρόνει ὅτι εὑρίσκετο ἡ ὅλη ἀλήθεια. καθ᾿ ἣν τὸ θεἶον ἀπόλλυται ἐν τῆ φύσει. οὐδ᾿ ὁ υἱὸς ὑπ῅ρχε πρὶν γεννηθῆ.διδάσκοντος τὴν ἐν τ῵ ὑπερφυσικ῵ κόσμῳ ὕπαρξιν τοὖ καθ᾿ ὅλου. Εὐρώπης. φανεἶσα ἐν ἐποχῆ πλήρει φιλοσοφικ῅ς ζω῅ς καὶ πνευματικοὖ ὀργασμοὖ καὶ ὑφ᾿ ἁπάντων πολεμουμένη. καὶ Δόγματα. καὶ Διατάξεις μὴ συνέταττον πρὸς φρούρησιν καὶ διατήρησιν τ῅ς καθαρότητος καὶ ἁγιότητος αὐτ῅ς. Ἡ Πυθαγόρειος φιλοσοφία. Ὁ χριστιανικὸς αὐτὦν χαρακτὴρ ἣν ἁπλὦς ἡ ἐξωτερικὴ αὐτὦν χροιὰ οὐσιαστικὦς ὅμως ἦσαν καθαρὰ προϊόντα τ῅ς Νεοπλατωνικ῅ς φιλοσοφίας. Ἡ ἀνάπτυξις τ῅ς διδασκαλίας τοὖ Ἀρείου ἱκανὦς ἀπέδειξε τὸν φιλοσοφικὸν χαρακτ῅ρα τ῅ς διδασκαλίας των. εἰς ο὘ τὴν μόρφωσιν συνετέλεσεν ἐξ ἴσου ἡ τε Μωσαϊκὴ θεολογία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. τοὖ Ἀριστοτέλους. . καὶ τεἶνον μεσαίαν τινὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ἀρχὴν συμβιβάζουσαν ἑκατέρωθεν τὴν ἀλήθειαν. ἣν συνήθως Ἀλεξανδρινὴν θεοσοφίαν καλοὖσι. παρήγαγε δὲ ἡ ἐπίδοσις αὕτη τοιαύτην τινὰ πνευματικὴν κίνησιν. Ἐν τ῵ χρόνῳ τούτῳ ἐνεφανίσθη ὁ χριστιανισμὸς ἐπαγγελλόμενος τὴν πλήρη τὦν ἀπαιτήσεων ἰκανοποίησιν. ἰδία δὲ Πλατωνικὦν καὶ ΢τωικὦν ἰδεὦν τοὖτο δείκνυται. ἐξ ἅπαντος τελείως θὰ διεστρέφετo καὶ θὰ ἠλλοιοὖτο. Ὑπὸ τὴν μίαν ταύτην ὄψιν ἐξήτασεν ἀνέκαθεν τὸν χριστιανισμὸν ὁ τὲ Ἰουδαϊσμὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. διὰ τοὖτο δὲν ἐγίνετο ἀσπαστὸς καθ᾿ ὅλου. ἐὰν μὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχ῅ς θεἶαι καὶ ἱεραὶ συνεκροτοὖντο ΢ύνοδοι καὶ τὰς ἐτεροδιδασκαλίας ἀποτελεσματικὦς μὴ ἀπέκλειον τ῅ς ὀρθοδόξου διδασκαλίας τ῅ς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἐν μεταιχμίῳ τριὦν Ἠπείρων. Σὸ σύστημα τοὖτο ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας ἀποδοκιμαζόμενον ἐκαλεἶτο αἵρεσις τοιούτῳ τρόπῳ ἐμoρφώθησαν αἱ διάφοροι αἱρέσεις. μηδ᾿ ἐν τῆ Πανθεϊστικῆ θεωρίᾳ. καὶ Κανόνας. προδήλως ἐν τ῵ ὠριμωτάτῳ τ῅ς Ἀλεξανδριν῅ς θεοσοφίας προϊόντι. τ῵ του Υίλωνος συγγράμματι. καὶ τὸ τ῅ς ΢το᾵ς. ἐπεδόθησαν εἰς αὐτήν. ἡ πρὸ ἱκανὦν χρόνων ἐν ταἶς δὲ τοἶς τὦν ἐκλιπόντων φιλοσοφικὦν συστημάτων ἐγγραφεἶσα. καὶ ἧς ὁ χαρακτὴρ συνίστατο εἰς σύγκρασίν τινα Μωσαϊκ῅ς θεολογίας καὶ Ἑλληνικ῅ς φιλοσοφίας. «ἦν ὅτε οὐκ ἦν» καὶ ὅτι δὲν ἐγεννήθη ἐκ τοὖ πατρός. Ἀσιὰς καὶ Ἀφρικ῅ς κτισθεἶσα ἐν τ῵ κέντρῳ οὕτως εἰπεἶν τοὖ ἀρχαίου κόσμου. δηλ. ο὘τος ἐμόρφου ἴδιον σύστημα. ἀνεφάνη μετὰ τὰς ἀρχὰς τ῅ς τελευταίας πρὸ Φριστοὖ ἑκατονταετηρίδος ὑπὸ τὴν μορφὴν τ῅ς Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Ὁ Ἰουδαϊσμὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία συναντηθέντα ἐν Αἰγύπτῳ ἐν κοινὦ σταδίῳ καὶ ἐπωφεληθέντα ἀλλ῅λα ἐμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας καὶ φιλοσοφικὰ συστήματα. ὡς ἀνωτέρω ἐ὇὆ήθη. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χριστιανισμὸς εἷναι σοφία ἐξ ἀποκαλύψεως.

καὶ ἑπομένως οὐδὲ Θεὸς ἀληθινός. ὁ Ἀρειανισμὸς ἔθετο φαινομένην τινὰ ἑνότητα συνάπτουσαν τὸ ἐν τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ καὶ Ἐθνισμ῵ ψευδὲς καὶ ἀποκλείουσαν τὸ ἐν αὐταἶς ἀληθές. πρὸς κοινωνίαν μετὰ τοὖ Θεοὖ καὶ πρὸς γνὦσιν τ῅ς οὐσίας αὐτοὖ. ὡς Θεὸς ζὦν. ἤτοι τὴν αἵρεσίν του. Ἀντὶ τ῅ς ὑψηλοτέρας ἑνότητος. θεωρεἶ τὴν γέννησιν τοὖ κόσμου ὡς ὅλως τυχαίαν καὶ οὕτω ἡ μεταξὺ Θεοὖ καὶ κόσμου σχέσις στηρίζεται ἐπὶ αὐθαιρέτου λόγου. Εἰς τὴν ἀνάμιξιν τὦν ἐκ τοὖ Ἰουδαϊσμοὖ καὶ τοὖ Ἐθνισμοὖ εἰλημμένων στοιχείων τοὖ ψεύδους. Σὴν γνησίαν ταύτην περὶ Θεοὖ ἔννοιαν τ῅ς Φριστιανικ῅ς θρησκείας ἀνέπτυξε κατὰ τοὖ Ἀρειανισμοὖ πρὦτος ὁ Ἀθανάσιος. Ὁποία δὲ ἡ διδασκαλία τὦν Πατέρων καὶ πόσον σοφὦς συνδυάζει τὰς δύο ἀληθείας τὰς ἔν τε τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ καὶ τ῵ Ἐθνισμ῵ ταύτην ἐκθέτομεν ἐν τοἶς ἐφεξ῅ς. ἰδίως ὁ Ναζιανζηνὸς Γρηγόριος. ἀλλ᾿ ἧτο ἀνάμιξις Ἰουδαϊκὦν καὶ Ἐθνικὦν στοιχείων. ἀνάγκη νὰ εἷναι ὁ ἐν τ῵ Φριστ῵ ἐνανθρωπήσας Λόγος τ῅ς αὐτ῅ς οὐσίας πρὸς τὸν Θεὸν ἐπίσης τέλειος ὡς ὁ Πατὴρ διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν εἷναι ἀποκεκαλυμμένη ἡ πλήρης ἀλήθεια. τὸ δὲ ἐν τ῵ Ἐθνισμ῵ ἡ ἀνάμιξις θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος. ἤτοι τὸν Δυϊσμόν. ἣν παριστᾶ ὁ Ἀρειανισμός. θείαν ἰδιότητα καὶ καθιστᾶ δημιουργὸν τοὖ κόσμου καὶ ἀντικείμενον θείας προσκυνήσεως. δι᾿ ο὘ φρονεἶ ὅτι συμβιβάζει τὴν Μοναρχίαν καὶ Μονοθείΐαν πρὸς τὴν περὶ Σριαδικοὖ Θεοὖ τοὖ Φριστιανισμοὖ διδασκαλίαν. καὶ τοιοὖτος ὁ λόγος τ῅ς συγκροτήσεως τ῅ς πρώτης Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου. διότι οὐχὶ μετά τινος κτίσματος ἥ περιωρισμένου ὄντος πρέπει νὰ συναφθὦμεν. καθ᾿ ὅσον ὁ ἀποκαλύπτων δὲν ἤθελε περιέχει ὅλην τὴν ἀλήθειαν τὸ δὲ Ἅγιον Πνεὖμα δὲν ἤθελε προσάγει ἡμ᾵ς πρὸς τὸν Θεόν. εἰς ἣν κατατάσσει καὶ τὸν Τἱόν. Ἐν τ῵ Φριστ῵ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι περιέχεται ἡ πλήρης ἀποκάλυψις τ῅ς ἀληθείας καὶ ἡ πλήρης αὐτομετάδοσις τοὖ Θεοὖ ἵνα δὲ ὁ Φριστὸς εἷναι πλήρης ἀποκαλύψεως τ῅ς ἀληθείας. Σὸ ἐν τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ ψευδὲς εἷναι ὁ χωρισμὸς μεταξὺ Θεοὖ καὶ κόσμου. δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν ἄμεσον κοινωνίαν πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀθανάσιος ὁρμ᾵ται ἐκ τ῅ς ἀρχ῅ς ὅτι ὁ Θεός. Ὁ Ἀθανάσιος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτὸν ἐπίσημοι Πατέρες τ῅ς τετάρτης 100ρίδος . Σὰς ἀληθείας ταύτας ἀμφοτέρας περιέχει ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ Πίστις. Ὁ Ἀρειανισμὸς ἀποκλείσας τὸ ἐν ἀμφοτέροις ἀληθὲς ἀπεδέξατο μόνον τὸ ἐν ἀμφοτέροις ψευδὲς διότι ἀποδεχόμενος παρὰ τοὖ Ἐθνισμοὖ τὴν ἀνάμιξιν θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος ἀποδίδει εἰς τὴν κτίσιν. ἀλλὰ μετοχὴ θεοποιηθείς. Διδασκαλία τοὖ Ἀθανασίου καὶ τὦν ἐπισήμων Πατέρων τ῅ς Ἐκκλησίας Σοιαύτη ἣν ἡ διδασκαλία τοὖ Ἀρείου. ἀνέπτυξε τὸ φιλοσοφικὸν του σύστημα. ἥτις συνάπτει ἐν ἑαυτῆ τὸ ἐν ταἶς πρὸ Φριστοὖ θρησκείαις περιεχόμενον ἀληθές. ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐκ τ῅ς οὐσίας τοὖ πατρὸς ἀλλὰ ξένος αὐτοὖ κατ᾿ οὐσίαν. καὶ κατὰ τοὖτο ὁ Ἀρειανισμὸς ἀπέβαινε λίαν ἐπικίνδυνος.κτισθῆ. ἔπειτα δὲ καὶ ἄλλοι ἐπίσημοι Πατέρες. ἐὰν ὁ Θεὸς θέλῃ νὰ ἔχῃ κοινωνίαν πρὸς ἡμ᾵ς. Οἱ Πατέρες τ῅ς Ἐκκλησίας ὑπερενίκησαν τὴν πανθεϊστικὴν καὶ διϊστικὴν ἀρχὴν ἀναχθέντες εἰς ἐσωτερικὰς ἐν τ῵ Θε῵ διακρίσεις. Σὸ μὲν ἐν τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ ἀληθὲς εἷναι ἡ μεταξὺ Θεοὖ καὶ κόσμου διαφoρὰ τὸ δὲ ἐν τ῵ Ἐθνισμ῵ ἀληθὲς εἷναι ἡ ἐσωτερικὴ ἑνότης μεταξὺ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος. ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῆ ἡ γνησία περὶ Θεοὖ χριστιανικὴ ἔννοια. παρὰ δὲ τοὖ Ἰουδαϊσμοὖ ἀποδεχόμενος τὸν χωρισμὸν μεταξὺ Θεοὖ καὶ κόσμου. ἣν ὤφειλoν νὰ καταπολεμήσουν οἱ ὀπαδοὶ τ῅ς Ὀρθοδόξου Πίστεως. θέλει νὰ ἀποκαλύπτη ἑαυτὸν ἐν ὅλῃ τῆ δόξῃ αὐτοὖ. ἅν δὲν ἧτο Θεός. ὃν θεωρεἶ ὡς κτίσμα. ἥτις εἷναι ἡ ἀληθὴς ὑψηλοτέρα ἑνότης τὦν ἐν τ῵ Ἰουδαϊσμ῵ καὶ τ῵ Ἐθνισμ῵ περιεχομένων στοιχείων τ῅ς ἀληθείας. Κρίσεις ἐπὶ τ῅ς αἱρέσεως τοὖ Ἀρείου Ὁ κατὰ τοὖ Ἀρειανισμοὖ ἀγὼν ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἐγένετο λίαν σφοδρὸς διότι ἡ περὶ Θεοὖ ἔννoια αὐτοὖ δὲν εἷχεν ἁπλὦς Ἰουδαϊκὸν χαρακτ῅ρα. Ὁ δὲ ἄνθρωπος χρῄζει τοὖ Θεοὖ καὶ εἷναι ἐπιδεκτικὸς αὐτοὖ ὁ ἀνθρώπινος λόγος ἔχει πόθον πρὸς τὸν ἀρχέτυπον λόγον. ἀλλ᾿ ἀμέσως μετ᾿ αὐτοὖ τοὖ Θεοὖ.

ὁρᾶ ἑαυτὸν ἐν τ῵ αἰτιατ῵ ἐν Εἰκόνι καὶ χαίρει ἐπὶ ταύτῃ τῆ Εἰκόνι. καθ᾿ ὅσον εἷναι αἴτιον καὶ αἰτιατὸν συγχρόνως δέ. ἡ νόησις αἰτεἶ καὶ τρίτον τι. Σὸ Ἱερὸν ΢ύμβολον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ἐπὶ εἴκοσι περίπου ἡμέρας *(1) κατ᾿ ἄλλους ἡ ΢ύνοδος αὕτη διήρκεσε 3½ ἔτη. κατὰ τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον δὲν ἤθελε δύνασθαι οὐδ ἐξ ἑαυτοὖ ἔχει ὕπαρξιν. ὅπερ πρὸ μικροὖ εἷχε διαταράξη τὴν Ἐκκλησίαν. τὸ δὲ αἰτιατὸν ἐν αὐτῆ ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Τἱόν. εὐκόλως ἠδύνατο νὰ δειχθῆ ὅτι. φύσεως καὶ οὐσίας τ῵ Πατρί. ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης νὰ ἐκπέση ἑαυτ῅ς. κατὰ δὲ τὸν Γελάσιον παρὰ Υωτίῳ 6½ ἔτη ἀποτελουμένη ἐκ 256 Πατέρων+ ἐνασχοληθεἶσα ἡ Α’ ἐν Νικαίᾳ Ἱερὰ Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος εἰς τὰ σπουδαιότατα θρησκευτικὰ ζητήματα ἔλυσεν ἐντὸς τοὖ βραχυτάτου τούτου χρονικοὖ διαστήματος πλὴν ἄλλων δευτερευόντων τὸ δυσχερέστατον ζήτημα. ἤτοι τ῅ς αὐτ῅ς. Ἕνεκα τ῅ς ἐν αὐτ῵ διακρίσεως ὁ Θεὸς δὲν συγχέεται πρὸς τὸν κόσμον ἐν τῆ πρὸς αὐτὸν κοινωνίᾳ καὶ μεταδόσει. καὶ οὐχὶ ὁμοίας. διὰ τὦν ἐσωτερικὦν δὲ ἐν τ῵ Θε῵ διακρίσεων ὁ Θεὸς ἐν τῆ αὐτομεταδόσει συντηρεἶ ἑαυτὸν καὶ ἐν τῆ αὐτοσυντηρήσει μεταδίδει ἑαυτὸν διὰ τ῅ς ἀγάπης εἰς τὸν κόσμον. Καὶ κατὰ τὸν Ναζιανζηνὸν Γρηγόριον ὁ Θεὸς δὲν εἷναι ἁπλὴ μονὰς διότι αὕτη ἐν τῆ μονότητι ἑαυτ῅ς ἤθελεν εἷναι ἐναντία ἑαυτ῅ς. καθ᾿ ὅσον ὁ Θεὸς εἷναι ἐν ἑαυτ῵ ἡ ἀΐδιος κίνησις καὶ ζωή. Ἀφοὖ οἱ Πατέρες τ῅ς Ἐκκλησίας ἡμὦν εἰς τὸν πρὸς τοὺς Ἀρειανοὺς ἀγὦνα ἔδειξαν ὅτι ἡ Μονὰς ἵνα νοηθῆ ὡς κίνησις καὶ ζωή. Ἀλλ᾿ ἵνα εἷναι ὁ Θεὸς ἀΐδιος ζωὴ καὶ κίνησις. Οὕτω διὰ τ῅ς χριστιανικ῅ς περὶ Θεοὖ ἐννοίας τὦν Πατέρων τ῅ς τετάρτης 100ρίδος ἤρθη ἡ ἀφηρημένη καὶ ἄνευ κινήσεως ἁπλότης τ῅ς θείας οὐσίας. ἵνα εἷναι κίνησις καὶ ζωή. ὁ δὲ Θεὸς δὲν εἷναι ἄγονος καὶ ἄνευ παραγωγ῅ς ἐν ἑαυτ῵. Ὅθεν αἱ διακρινόμεναι ἐν τ῵ Θε῵ ὑποστάσεις μετέχουσι καὶ τ῅ς θείας αὐτογνωσίας κατὰ τὸν ἅγιον Ἀθανάσιον. πρέπει νὰ ἔχῃ ἐσωτερικὰς διακρίσεις ἐν ἑαυτ῵ ἄνευ δὲ ἐσωτερικὦν διακρίσεων ὁ Θεός. Ὅθεν κατ᾿ αὐτοὺς ψευδὴς εἷναι ἐκείνη ἡ περὶ Θεοὖ ἔννοια. ἀλλὰ διατηρεἶ τὸ ὕψος καὶ τὴν ὑπερβατικότητα ἑαυτοὖ διότι π᾵σα αὐτομετάδοσις τοὖ Θεοὖ προὉποτίθησι τὴν αὐτοσυντήρησιν ἑαυτοὖ. ἧς ἕνεκα αὐτὸς εἷναι αἴτιον καὶ αἰτιατόν. Σὸ μὲν ἐν τῆ Θεότητι αἴτιον ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Πατέρα. Κατὰ τὸν ἅγιον Ἀθανάσιον καὶ τὸν Ἰλάριον ὁ Θεὸς ἔχει τὴν αὐτοσυνείδησιν ἑαυτοὖ. διότι ἄλλως ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης νὰ εἷναι καὶ ἀνενέργητος. ὅπερ τὴν δυάδα ἀνάγει εἰς τὴν ἑνότητα. ὡς ὁ Θεὸς ζὦν. Κατ᾿ αὐτὸν ἡ θεία πηγὴ οὐδέποτε εἷναι ξηρά. καθ᾿ ἣν οὗτος εἷναι ὑπερβατικὸν μόνον ὄν. ἥ ὡς Πατὴρ ὡς αἴτιον. ὅπερ ὁ Ἀρειανὸς Μακεδόνιος ἐθεώρει ὡς κτίσμα ἀνώτερον μετὰ τὸν Τἱόν. ἣν παρεδέξατο ἔκτοτε ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις διὰ τοὖ τοἶς π᾵σι γνωστοὖ θείου καὶ ἱεροὖ ΢υμβόλου. καθ᾿ ὅσον αὐτὸς ὁ Θεὸς ὁ γεννήσας. ἐφαρμόζει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἰς τὰς ἐν τ῵ Θε῵ ὑποστατικὰς διακρίσεις. εἷναι καὶ δημιουργικὸς ἐκτὸς ἑαυτοὖ. δύναται νὰ παραγάγῃ τὸν κόσμον. ἐπειδὴ διὰ τ῅ς δυάδος δὲν πρέπει νὰ ἀρθῆ ἡ ἑνότης τοὖ Θεοὖ. Ἐν τ῵ Θε῵ δὲν ὑπάρχει ἀκάθεκτός τις φυσικὴ πλησμονὴ ἡ δὲ Μονὰς κινηθεἶσα ἐξ ἀρχ῅ς εἰς Δυάδα ἔστη ἐν Σριάδι. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Θεὸς ἐν ἑαυτ῵ εἷναι παραγωγικὴ ζωή. Σοὖτο ἐδείχθη ἐν τ῵ ἀγὦνι τὦν Πατέρων τ῅ς Ἐκκλησίας περὶ τοὖ Ἁγίου Πνεύματος. ἀμφότερα δὲ εἷναι τ῅ς αὐτ῅ς Οὐσίας. ἐν ᾧ τὸν Τἱὸν τοὖ Θεοὖ καὶ Λόγον Θεὸν ἀληθινὸν ἀνεκήρυξεν ὁμοούσιον τ῵ Πατρί. εἰς δὲ τὸ φὦς αὐτοὖ οὐδέποτε ἐλλείπει ἡ λάμψις αὐτοὖ. Σαύτην τὴν ἐν τ῵ Θε῵ αἰτιότητα ἑαυτοὖ. καὶ οὐδὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ δημιουργήσῃ. δέον νὰ θεωρηθῆ προβαίνουσα εἰς Δυάδα διότι ἄλλως ὁ Θεὸς δὲν ἠδύνατο νὰ νοηθῆ. ἑπομένως τὴν αὐτὴν δόξαν καὶ ἐξουσίαν καὶ κυριότητα καὶ ἀϊδιότητα καὶ πάντα τὰ λοιπὰ θεοπρεπ῅ τ῅ς θείας φύσεως ἰδιώματα ἔχει δὲ ἐπιλέξει οὕτω· «Πιστεύομεν εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα Παντοκράτορα. διότι κατ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἷναι ἀΐδιος ζωὴ καὶ κίνησις. καθιερώσασα τὴν ἀρχὴν τοὖ ὁμοουσίου τοὖ Πατρὸς καὶ τοὖ Τἱοὖ. ὅπως δυνηθῆ νὰ προέλθῃ ἐξ αὐτοὖ ὁκόσμος. κατὰ πρὦτον δὲ παράγει ἀϊδίως ἑαυτὸν διότι ὁ Θεὸς εἷναι αΐδιος αἰτιότης ἑαυτοὖ.ἀποδέχονται ὅτι ὁ Θεὸς πρέπει ἀναγκαίως νὰ εἷναι ἐν ἑαυτ῵ ζὦν. πάντων ὁρατὦν καὶ ἀοράτων .

Ζ´. ἰδίως δὲ ὅσα ὁ Γελάσιος ὁ Κυζικηνὸς ὁ ὕστερον καὶ Ἐπίσκοπος Καισαρείας καὶ Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν ἐπὶ Ζήνωνος τ῵ 476. H λέξις ΢ύμβολον ἐλήφθη κατὰ μεταφορὰν ἐκ τὦν στρατιωτικὦν ὅρων διότι σύμβολον παρ᾿ αὐτοἶς καλεἶται τὸ μυστικὸν σύνθημα τὸ διακρἶνον τοὺς στρατιὦτας τὦν παρεμβολὦν τὦν ἐχθρικὦν στρατευμάτων. ὅστις ἔμελλε νὰ φωραθῆ ὅτι κρύπτει τι τούτων τὦν αἱρετικὦν συγγραμμάτων. ἡ διδασκαλία αὐτοὖ. φὦς ἐκ φωτός. τουτέστιν ἐκ τ῅ς οὐσίας τοὖ Πατρός. Ἐὰν δὲ ἡ Οἰκ. Κν. καὶ τὸν Α´ τ῅ς ἐν Ἀντιοχείᾳ καὶ ΢υνγτμ. 2ος ΢ελ. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοὖν Φριστὸν τὸν Τἱὸν τοὖ Θεοὖ τὸν γεννηθέντα ἐκ τοὖ Πατρὸς μονογεν῅. συνέταξε δὲ καὶ 20 Ἱεροὺς Κανόνας. ὁ Θεοδώρητος. τὸν δι᾿ ἡμ᾵ς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα. ἡ μὲν Ὀρθοδοξία ἐδέξατο τὸ Ἱερὸν ΢ύμβολον τ῅ς ἐν Νικαίᾳ Α’ ἁγίας Οἰκoυμενικ῅ς ΢υνόδου. ὁ Ἱερώνυμος. ἅτινα συνέγραψεν ὁ Παμφίλου Εὐσέβιος. Σοὖτο τὸ ΢ύμβολον ὁ μὲν Ἱεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ὀρθὴν ὁμολογίαν ὠνόμασεν. Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοὖ ἀληθινοὖ.Ποιητήν. καὶ σταυρωθέντα καὶ ἐνανθρωπήσαντα. ὁ δὲ Ῥώμης Δάμασος τεἶχος ὑπεναντίον τὦν ὅπλων τοὖ διαβόλου καὶ ἁπλὦς παρὰ πάσης τ῅ς Ἐκκλησίας καλεἶται ἡ χαρακτηριστικὴ σημαία τὦν Ὀρθοδόξων. Θεὸν ἐκ Θεοὖ. ΢ωκράτης ὁ ΢ῳζόμενος. Οὕτω δὲ ἀπεδόθη δικαίως δόξα τ῵ ἐν Ὑψίστοις θε῵ καὶ ἐπὶ γ῅ς εἰρήνη. Οἱ δύω Εὐσέβιοι ἐπὶ μικρὸν διστάσαντες νὰ ὑπογράψωσι τὴν ὁμολογίαν τ῅ς Πίστεως ἐνέδωκαν τέλος εἰς τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν. ἑνὸς τὦν ὀπαδὦν τ῅ς Νεοπλατωνικ῅ς φιλοσοφίας. τούτους ἀναθεματίζει ἡ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». καὶ πρὶν γεννηθ῅ναι οὐκ ἦν. τοὖ ἀπὸ πολλοὖ ἤδη διχοτομήσαντος τὴν Ἐκκλησίαν εἰς δύω ἀντίπαλα στρατόπεδα καὶ τὴν Πολιτείαν ἐκ τούτου διαταράξαντος. διέτασσε νὰ καὦσι τὰ συγγράμματα τοὖ Ἀρείου καὶ ἐπέβαλε ποινὴν θανάτου κατὰ παντός. 10). Ἡ ἐκ τ῅ς Α’ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου ὠφέλεια Ἡ πρώτη ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος ἀποκηρύξασα τὴν διδακαλίαν τοὖ Ἀρείου ἔσωσε τὸν Φριστιανισμὸν ἀπὸ προφανεστάτης διαστροφ῅ς. Ῥάλλη καὶ Ποτλ῅ Σόμ. καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο ἡ ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως ἡ οὐσίας φάσκοντας εἸναι. ὡς κατὰ τὸ . ἐκδοὺς συγχρόνως καὶ ἴδιον κατὰ τὦν ἀντιδοξούντων Βασιλ. Σὸ ἀποτέλεσμα τ῅ς A´ Οἰκουμενικ῅ς ΢υνόδου Διὰ τ῅ς ὁριστικ῅ς λοιπὸν λύσεως τοὖ ἀκανθωδεστάτου καὶ σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικοὖ προβλήματος. καὶ ἀναστάντα τῆ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς Οὐρανούς. Σὰ σήμερον σῳζόμενα εἸναι ἐκεἶνα. καθόσον μάλιστα ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντἶνος ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀμετάθετον τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξη μέχρις ἐσχάτων τὰ ὑπὸ τ῅ς Ἱερ᾵ς ΢υνόδου θεσπισθέντα καὶ διὰ τ῅ς βασιλικ῅ς αὐτοὖ χειρὸς ἐπικυρωθέντα. διάταγμα. δι᾿ ο὘ τὰ πάντα ἐγένετο τὰ ἐν τ῵ Οὐραν῵ καὶ τὰ ἐν τῆ Γῆ. ὅτε οὐκ ἦν. οἱ δὲ ἀντιδοξοὖντες ἀvεθεματίσθησαν καὶ ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος μετὰ τὦν πεισματωδεστέρων ὁμοφρόνων αὐτοὖ ἐξωρίσθησαν εἰς Γαλατίαν τ῅ς Μικρ᾵ς Ἀσίας. ἐν ᾧ ὆ητὦς ὠνόμαζε τὸν Ἄρειον μαθητὴν τοὖ Πορφυρίου. Ἡ ΢ύνοδος αὕτη ἐπελήφθη καὶ τοὖ ζητήματος περὶ τοὖ διορισμοὖ τ῅ς ἡμέρας καὶ τοὖ χρόνου τ῅ς ἑορτ῅ς τοὖ Πάσχα. αὕτη ΢ύνοδος δὲν ἀπεκήρυττε τὸν Ἄρειον ὡς κακόδοξον καὶ αἱρετικόν. τὸν ὁποἶον σήμερον κρατεἶ ἀπαράλλακτον ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία (Ἀποστλ. ΢ελ. καὶ οἱ ἄλλοι. 108). Σὴν τοὖ Γελασίου συγγραφὴν ὁ μὲν Νικήτας ὁ Φωνιάτης ὀνομάζει πρακτικά. ἡ διακρίνουσα αὐτοὺς τὦν ψευδαδέλφων καὶ κακοδόξων. καὶ καθεζόμενον ἐν δεξιᾶ τοὖ Πατρὸς καὶ πάλιν ἐρχόμενον κρἶναι ζὦντας καὶ νεκροὺς καὶ εἰς τὸ Πνεὖμα τὸ Ἅγιον τοὺς δὲ λέγοντας ὅτι ἣν ποτε. γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα. ἥ τρεπτὸν ἥ ἀλλοιωτὸν τὸν Τἱὸν τοὖ Θεοὖ. ὁμοούσιον τ῵ Πατρί. ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. ὁ δὲ Υώτιος Ἱστορικὸν μ᾵λλον ἥ πρακτικὸν τ῅ς ΢υγγραφ῅ς τοὖ Γελασίου μνημονεύει καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Κυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. παθόντα. Σὰ πρακτικὰ ὅμως τ῅ς Ἱερ᾵ς ταύτης ΢υνόδου δὲν σῴζονται οὔτε Ἑλληνιστὶ οὔτε Λατινιστί.

ὡς τὸν κανόνα καὶ ὁδηγὸν τ῅ς ἀληθείας τ῅ς κανονιζούσης τὰ εὐγενέστερα τοὖ ἀνθρώπου αἰσθήματα. τοὺς ἀηττήτους προμάχους τ῅ς ὀρθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες ἐναρμονίως ὅσα αὐτοὶ καλὦς ἐδογμάτισαν καὶ ἐμελώδησαν. ἥτις ἐπήρκεσεν αὐτῆ ἐπὶ πεντεκαίδεκα ὅλους αἰὦνας. ἀλλ᾿ Ἕλληνα τὴν διάθεσιν διὰ τὴν ἐπίδρασιν τ῅ς θρησκείας τ῅ς Ἑλληνικὦς ἀναπτυχθείσης. ἣν ὤφειλεν ἡ Οἰκουμένη ἅπασα νὰ ἀσπασθῆ. ὅπως ἔργῳ ἐκδηλὦμεν ὅ. Ἀλλὰ καὶ οἱ μετὰ τοὖ Ἁγίου Ἀθανασίου εὐθαρσὦς καὶ γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρὰ πάντων μὲν τὦν Φριστιανὦν δέον νὰ ὧσι σεβαστοί. καὶ ἀνακηρύξῃ τὴν ὀρθὴν διδασκαλίαν. Αὐτὸ ἐδίδαξεν αὐτοὺς ἀποφθέγγεσθαι περὶ τοὖ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοὖ καὶ σέβειν Θεὸν ἐν Σριάδι τὴν ἀληθ῅ καὶ σωτήριον φιλοσοφίαν . δι᾿ ὃν ὀφείλουσιν εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτήν. κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως παρὰ τὦν Ἑλλήνων διότι οὗτοι πλὴν τοὖ θρησκευτικοὖ λόγου. ὁ δὲ Μέγας Αὐτοκράτωρ ἅγιος Κωνσταντἶνος κατὰ θείαν ἔμπνευσιν προέβη εἰς τὴν συγκρότησιν τ῅ς Ἁγίας Οἰκουμ. ἐμφυσήσας θά὇὆ος καὶ πειθὼ ἀκαταγώνιστον εἰς ἅπαντας τοὺς Κήρυκας τοὖ θείου Λόγου ἀπὸ τὦν χρόνων αὐτοὖ μέχρι σήμερον. Ἐὰν δὲ εἰς τὸν ΢ωτήρα Φριστὸν ὀφείλωμεν τὴν ἀληθ῅ γνὦσιν τοὖ Θεοὖ. Ἐν ταύτῃ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐνίκησεν οὐχὶ μόνον τὴν αἵρεσιν. ὅστις δὲν ἀπεδέχετο ὁλόκληρον τὴν σειρὰν τὦν ἀ὇὆ήτων τούτων ἀληθειὦν. ἀπεσκυβάλισεν εἰς τοὺς ἀπίστους πάντα. ἐὰν αὕτη μὴ συνεκροτεἶτο. ΢υνόδου ἧτο κατὰ νεύσιν τ῅ς Θείας Βουλ῅ς. ἤθελεν ἀποβῆ ταχέως διδασκαλία τ῅ς Ἐκκλησίας.φαινόμενον ὀρθολογιστική. μήτε τὴν οὐσίαν μερίζοντες». εἰς τὴν Ἁγίαν Α’ Οἰκουμενικὴν ΢ύνοδον ὀφείλομεν τὴν ὑποστήριξιν αὐτ῅ς διότι. λόγους ἐθνικούς. συναθροίζεται ἀπὸ τὦν περάτων τοὖ Ῥωμαικοὖ κράτους ἐν Νικαίᾳ. ᾗ οὐκ ἠδυνήθησαν ἀντιστ῅ναι. Ῥωμαἶον μὲν τὸ γένος καὶ τὴν ἀρχήν. ἵνα κανονίσῃ τὴν πίστιν τὦν Ῥωμαίων ὑπηκόων αὐτοὖ. καὶ διὰ τ῅ς ἀσφαλείας. τὸ δὲ ἔργον τ῅ς ΢ωτηρίας θὰ ἔμενεν ἡμιτελές. ἐὰν μὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Α’ ΢ύνοδος ἵστατο ὡς προπύργιον διὰ τὦν ἀποφάνσεων τ῅ς κατὰ τὦν Ἀρειανικὦν προσβολὦν καὶ μὴ περιεχάραττε τὸν χὦρον τ῅ς ἀληθείας τ῅ς ἐν Φριστ῵ Πίστεως. τολμὦ νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀληθὴς Ὀρθόδοξος Πίστις θὰ ἐξηφανίζετο. διήνοιξεν ἀνυπέρβλητον χάσμα μεταξὺ Ἀρείου καὶ Ἐκκλησίας ὀχυρώσας τὴν Φριστιανικὴν ἑνότητα διὰ πανοπλίας.τι λόγῳ παραδεχόμεθα νὰ ἐκχέωμεν δὲ τὰς καρδίας ἡμὦν πρὸς τὸν Θεὸν ἐξ αἰσθήματος εὐγνωμοσύνης καὶ νὰ δοξάζωμεν τοὺς Ἁγίους Πατέρας. ἔχουσι καὶ λόγους πολιτικούς. δι᾿ οὓς ὀφείλουσι νὰ τιμὦσι καὶ γεραίρωσι τὴν μνήμην αὐτ῅ς. οἵτινες διέλαμψαν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἐποχὴν τ῅ς κρίσεως καὶ τ῅ς ἀκμ῅ς τ῅ς θρησκείας. Ἡ πρὸς τὴν Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴν ΢ύνοδον ὀφειλομένη εὐγνωμοσύνη τὦν Φριστιανὦν καὶ ἰδίᾳ τὦν Ἑλλήνων Πρὸ τ῅ς Ἱερ᾵ς μνήμης τ῅ς Ἱερ᾵ς ταύτης Οἰκουμ. οὐδ᾿ ἀντειπεἶν πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτ῅ς. ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικὴν πλάνην τ῅ς παλαι᾵ς λατρείας καὶ τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐξουσίαν· ἐν ταύτῃ ἐξεδηλώθη . αὐθεντικὦς ἀποφανθῆ κατὰ τ῅ς παλαι᾵ς πλάνης. ἐν τῆ ὀφειλομένῃ εὐγνωμοσύνῃ ἡμὦν πρέπει πάντως νὰ κατέχῃ τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν ὁ πρὦτος ἁπάντων καὶ καθηγούμενος Μέγας Ἀθανάσιος διότι οὗτος θεσπίσας ὅτι «Πίστις καθολικὴ αὕτη ἐστὶν ἵνα ἕνα Θεὸν ἐν Σριάδι καὶ Σριάδα ἐν Μονάδι σεβώμεθα. ΢υνόδου τὸ Πνεὖμα τὸ θεἶον ἧτο τὸ δίδον τοἶς Ἁγίοις Πατράσι στόμα καὶ σοφίαν. Πάντως ἐκ θείου Πνεύματος ἐκινήθησαν οἱ θεἶοι Πατέρες οἱ ἀναλαβόντες τὸν ἀγὦνα κατὰ τοὖ Ἀρείου. Καὶ τ῵ ὄντι ἐν τῆ Ἱερᾶ ταύτῃ ΢υνόδῳ ὁ διασπαρεὶς Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τοὖ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου τοὖ προπαρασκευάσαντος τὴν ὁδὸν τοὖ Φριστιανισμοὖ ὑπὸ Αὐτοκράτορα τὸν Μέγαν Κωνσταντἶνον. ὅπερ ὀλίγου δεἶν καὶ μετὰ ταὖτα ἐγένετο ἐπὶ τ῅ς βασιλείας τοὖ Ἀρειανοὖ Οὐάλεντος. καὶ ὡς ἀσφαλὴς θεματοφύλαξ παραδώσῃ αὐτὸ ταἶς κατόπιν γενεαἶς. ἵνα τὸ ἔργον τ῅ς ΢ωτηρίας διαφυλάξῃ τέλειον. Ἡ συγκρότησις λοιπὸν τ῅ς Α’ Οἰκουμ. δι᾿ ἧς περιέβαλε τὴν Πίστιν. μήτε συγχέοντες τὰς ὑποστάσεις. ΢υνόδου ὀφείλομεν οἱ τὴν Πίστιν αὐτ῅ς ὁμολογοὖντες νὰ ἀποκαλυπτώμεθα καὶ μετὰ σεβασμοὖ τὸ ὄνομα αὐτ῅ς νὰ ἑορτάζωμεν ἐτησίως. Καὶ μεταξὺ μὲν τὦν θεσπεσίων ἀνδρὦν.

τὰ Βουλεύματα καὶ ἐν γένει πάντα τὰ χαρακτηρίζοντα Ἑλληνικὴν Βουλήν. ἧτο ὁ θρίαμβος τὦν Ἀθηνὦν κατὰ τ῅ς Ῥώμης. αὕτη δὲ ὑπ῅ρξεν ὁ πρὦτος σπινθὴρ τοὖ ἀναλάμψαντος μετὰ ταὖτα Ἑλληνισμοὖ. ἧτο ἡ πτὦσις αὐτ῅ς καὶ ἡ ἀνόρθωσις τ῅ς Κωνσταντινουπόλεως. ὁ δὲ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ἦσαν οἱ ἐπίκουροι τ῅ς ἀληθείας πρόμαχοι. H Νίκαια. Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ αὕτη ΢ύνοδος δέον νὰ διδάξῃ τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς ὅτι ὀφείλουσι νὰ σέβωνται καὶ τιμὦσι τὸν Ἑλληνισμὸν διά τε τὰς μεγάλας ἐκδουλεύσεις. ἀνεδείχθη τὸ κράτος αὐτοὖ καὶ διέλαμψεν ἡ περιφάνεια τοὖ πνεύματος αὐτοὖ. καὶ αὕτη ἣν τὸ χωνευτήριον τὸ καθαρίσαντα στοιχεἶα τοὖ κράτους καὶ ἀναχωνεύσαν τὸ Βυζαντινὸν Ἑλληνικὸν βασίλειον. καὶ ὅτι προώρισται νὰ ζῆ. Σοιαύτη ἡ πρώτη Ἁγία Οἰκουμενικὴ ΢ύνοδος. ἰδίως ὅμως ὁ Ἑλληνισμὸς διότι αὕτη ὑπ῅ρξε δι᾿ αὐτὸν ναὖς περισώσασα καὶ ἀναδείξασα θρησκείαν καὶ ἐθνικότητα. δι᾿ Ὠν δύναται νὰ φαίνηται ἀείποτε ὠφέλιμος τῆ ἀνθρωπότητι. ἡ Γλὦσσα. ὡς ἄλλη Ἀθην᾵ ἀνέθορεν ἐκ τ῅ς κεφαλ῅ς τοὖ Ῥωμαϊκοὖ κράτους. τὰ Πρακτικά. τ῅ς νέας πρωτευούσης τοὖ Ἑλληνισμoὖ ἐν ταύτῃ ἀνεφάνη ἡ ἰσχὺς αὐτοὖ. ἀλλ᾿ ὅτι πίπτων ἐγείρεται ἰσχυρότερος. ὃν ἐντὸς ὀλίγου ἀνέδειξεν Ἑλληνισμόν. ὅπως ζωογονῆ. ἡ Ἑλληνικωτάτη αὕτη πόλις. ὅτι ἔχει τὸ μυστήριον νὰ κατακτᾶ πνευματικὦς τοὺς κατακτώντας τὰς χώρας του. καὶ διὰ τὰ ἰδιάζοντα πλεονεκτήματα αὐτοὖ. .ἡ ἰσχὺς τοὖ Ἑλληνικοὖ στοιχείου. Ἰδοὺ ἐν αὐτῆ τὰ πάντα Ἑλληνικά. τὸ ὁποἶον ἐτίμησε. Πάντως λοιπὸν ἡ θεία Πρόνοια παρουσίασεν αὐτοὺς πρὸ τοὖ Φριστιανισμοὖ. αἱ συζητήσεις. ὅπως βοηθήσωσιν αὐτὸν ἐν τῆ πάλῃ κατὰ τοὖ ψεύδους. ἃς παρέσχε τῆ ἀνθρωπότητι ἐν γένει. τὰ Μέλη τ῅ς ΢υνόδου. H Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐν αὐτῆ διέλαμψεν. τιμᾶ καὶ θὰ τιμᾶ τὸ στ῅θος παντὸς Ἕλληνος ἐν αὐτῆ ἐδείχθη ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν θνῄσκει. καὶ τοιαὖται αἱ ἀρεταὶ καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτ῅ς πρός τε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἰδίως πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν διὸ πάντες μὲν ὀφείλουσι νὰ τιμὦσιν αὐτήν. Ἐν τῆ ΢υνόδῳ ταύτῃ ἔστη τὸ τρόπαιον τοὖ Ἑλληνισμοὖ ἐν ταύτῃ ὁ Ἑλληνισμός. H ΢ύνοδος αὕτη εἷναι τιμητικὸν παράσημον. ὅπως διευθύνη διὰ τ῅ς σοφίας αὐτ῅ς τὰς συνειδήσεις τὦν ἀνθρώπων καὶ συμβουλεύσῃ τὰ ἄριστα. αὕτη ἧτο ἡ πρώτη ζύμη ἡ συγκεντρώσασα περὶ ἑαυτὴν καὶ ζυμώσασα ὅλον τὸν Ῥωμαϊσμόν.

Σὶς ἡ χρεία τ῅ς ὑπεροχ῅ς τοὖ Πέτρου. οὐδὲ ὑπετάγη ποτὲ τ῵ Πάπᾳ Ῥώμης. ὅτι ἔσεται μετ᾿ αὐτὦν πάσας τὰς ἡμέρας. ἀφοὖ ἐν τῆ διασπορᾶ ἔμελλον νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν ὁ εἰς τοὖ ἄλλου. ὅπως ἱδρύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάξωσι τὴν λατρείαν τοὖ Φριστοὖ ἐν τοἶς ἔθνεσιν. ἀλλ᾿ ἐθεώρησεν αὐτὸν ἐπίσκοπον. περὶ τῆς διαιωνίσεως αὐτοῦ καὶ περὶ τοῦ δυνατοῦ ἥ ἀδυνάτου τῆς ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ἁγία. πὦς θὰ ἠδυνάμεθᾳ νὰ νοήσωμεν τὸ ἑξ῅ς χωρίον τοὖ Εὐαγγελίου. οἴαν καὶ οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι παρὰ τὦν ἀποστόλων. ἀλλ᾿ ἀπόστολοι τοὖ ἱεροὖ Αὐτοὖ Εὐαγγελίου. Ἐὰν διετάσσετο τοιαύτη ὑπεροχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.τι ὁ θεόπτης ΜωὉσ῅ς. ὡς πάντας τοὺς ἐπισκόπους. Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. ἀλλὰ διακον῅σαι. ὅστις ἐξ ἅπαντος θὰ διαμαρτύρηται κατὰ τ῅ς τοιαύτης ὑπεροχ῅ς. μέχρι ἡγεμονίας καὶ ὑπεροψίας. οἵτινες δὲν ἀπεστάλησαν παρὰ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἐπίσκοποι καθεδρὦν. ἀφοὖ ἕκαστος ἀπόστολος ἰδίαν εἷχεν ἀποστολήν. τὸ πνεὖμα τοὖ εὐαγγελίου θὰ καθίστατο λίαν προβληματικὸν καὶ ἀδιανόητον. ἡνωμένων τῆ πίστει. Ἀμήν» (Ματθ. Σὶς ἡ χρεία τ῅ς δυνάμεως τοὖ Πέτρου. ὅστις ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπεστέλλετο εἰς τὸ κήρυγμα. 1911) Ἡ Μία. τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς. διότι θὰ παρουσίαζε σύγχυσιν ἐννοιὦν καὶ σύγκρουσιν ἀρχὦν· θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τ῅ς ἰσότητος. ἀφοὖ πάντες ἐξ ἴσου ἀπεστέλλοντο· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοὖ Πατρὸς καὶ τοὖ Τἱοὖ καὶ τοὖ ἁγίου Πνεύματος. ἔσται πάντων δοὖλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοὖ ἀνθρώπου οὐχ ἦλθε διακονηθ῅ναι. τ῅ς γνωσθείσης τοἶς ἔθνεσι διὰ τὦν ἁγίων ἀποστόλων· ἐν τοἶς ἁγίοις ἀποστόλοις ὑπ῅ρχε τὸ πλήρωμα τὦν χαρισμάτων. οὐδὲ ἦν δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ. ἀφοὖ ἕκαστος ἔμελλε νὰ ἐνεργῆ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὦν λοιπὦν. τῆ ἐλπίδι.Ἅγιος Νεκτάριος Η ΜΙΑ. ἔσται ὑμὦν διάκονος. καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμὦν γενέσθαι πρὦτος. Πὦς ἦν δυνατὸν νὰ ἐξαρτὦνται οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τοὖ Πέτρου. ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμἶν. ι´ 42-45)· καὶ ἵνα ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ χωρία. ὅσα ἐνετειλάμην ὑμἶν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμὦν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τ῅ς συντελείας τοὖ αἰὦνος. ἦσαν ἀληθ῅. φέροντες τὴν δύναμιν τοὖ ἱδρύειν ἐκκλησίας. ΑΓΙΑ. Σὶς ἡ χρεία ἱεραρχικ῅ς βαθμολογίας μεταξὺ τὦν ἀποστόλων. Βεβαίως οὐδεμία χρεία ὅλων τούτων τὦν φανταστικὦν προσόντων τοὖ ἀποστόλου Πέτρου. Ἀλλὰ τὶς ἡ χρεία τοὖ πρωτείου τοὖ ἀποστόλου Πέτρου. ἀφοὖ ἡ παλαιὰ λατρεία τύπος καὶ σκιὰ ἦν τ῅ς νέας λατρείας. τῆ ἀγάπῃ καὶ τῆ λατρείᾳ ὑπ῅ρξεν ἀείποτε ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος. Ἐὰν τὰ προσόντα τοὖ Πέτρου. καὶ δοὖναι τὴν ψυχὴν αὐτοὖ λύτρον ἀντὶ πολλὦν» (Μαρκ. «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοὖντες ἄρχειν τὦν ἐθνὦν κατακυριεύουσιν αὐτὦν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτὦν κατεξουσιάζουσιν αὐτὦν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμἶν. καὶ ἰσότητος μέχρι ταπεινώσεως καὶ ἡ ἀρχὴ τ῅ς ἀνισότητος. ἕως τ῅ς συντελείας τοὖ αἰὦνος. διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεἶν πάντα. Ἀθ῅ναι. ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟ΢ΣΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗ΢ΙΑ ΚΑΙ Η ΡΨΜΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗ΢ΙΑ (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοὖ Ἁγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ἱστορικὴ Περὶ τῶν αἰτίων τοῦ ΢χίσματος. ἀφοὖ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἔλαβε χειροτονίαν. ἀφοὖ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δευτερεἶα. συγκροτουμένη ἐκ τὦν κατὰ τόπους Ἐκκλησιὦν. διὰ τὴν διασπορὰν τὦν ἀποστόλων. ὅστις Ὡκοδόμησε θυσιαστήριον καὶ κατεσκεύασε τὴν σκηνὴν τοὖ μαρτυρίου καὶ διέταξε τὰ τ῅ς λατρείας καὶ πάσας τὰς ἱερὰς τελετάς· καὶ συγχρόνως ἀρχιθύται ὡς ὁ Ἀαρών· καὶ τοιοὖτοι ἔδει νὰ ὧσιν. οἴα ἀξιοἶ ἡ ὆ωμαϊκὴ Ἐκκλησία. ἀφοὖ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἀποστόλους. οὐδ᾿ ἀνεγνώρισε ποτὲ αὐτ῵ μείζονα ἱεραρχίαν καὶ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ πνευματικὴν ὑπεροχήν. διότι δὲν θὰ . Οἱ ἀπόστολοι ἦσαν ὅ. κη´ 19-20).

πάτερ. τ῅ς Μι᾵ς. διότι εἷναι ἄρνησις τὦν ἀρχὦν τοὖ Εὐαγγελίου. καὶ ο὘τοι . μέχρις οὗ ἀφήκετο εἰς τὴν τελείαν ἀπόσχισιν. Καθολικῆ καὶ Ἀποστολικῆ Ἐκκλησίᾳ. ἕνα ὧσι τετελειωμένοι εἰς ἓν. δύνανται θεωρηθὦσιν ὡς δευτερεύοντες καὶ ἀπό὇὆οια τοὖ πρώτου τούτου λόγου. Σοὖτο ἔπρεπε νὰ ποιήση τε γνωστὸν τοἶς μαθηταἶς αὐτοὖ ὁ ΢ωτήρ. διατὶ ὁ Κύριος νὰ μὴ γνωστοποιήσῃ τοῦτο καὶ τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς. ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμἶν ἓν ὧσιν. διὸ οὐδ᾿ ὑπάρχει τις φόβος ἀπωλείας τ῵ μῆ πειθομένῳ τ῵ διαδόχῳ τοὖ Πέτρου. Ἴδωμεν ἤδη τίνες αἱ ἀρχαὶ καὶ πὼς διετηρεἶτο ἡ ἑνότης ἐν τῆ Μίᾳ. ἐρωτὦμεν. διότι ἀνατρέπει τὸ πνεὖμα τοὖ Εὐαγγελίου. Καθολικ῅ς καὶ Ἀποστολικ῅ς Ἐκκλησίας. ἐλπίδι. Πὦς θὰ ἐπληροὖτο ὁ σκοπὸς τ῅ς ἀποστολ῅ς τὦν ἀποστόλων μὴ ἐχόντων κοινωνίαν μετὰ τοὖ ἀνωτάτου ἀποστόλου. ἐγὼ ἐν αὐτοἶς καὶ σὺ ἐν ἐμοί. ἐν ἐμοί. Πάτερ δίκαιε. ὅστις ἀληθὦς εἷναι μέγιστος. ἵνα τηρῆ πάντας τους εἰς αὐτὸν πιστεύοντας καὶ πιστεύσοντας ἐν τ῵ συνδέσμῳ τ῅ς ἀγάπης. Σὸν χαρακτ῅ρα τ῅ς ἑνότητος ταύτης εὑρίσκομεν ἐν ταἶς ἐν ταἶς ἁγίαις γραφαἶς. Πάτερ. Ὁ Ἰησοὖς μέλλων πρὸς τὸ ἑκούσιον αὐτοὖ νὰ πορευθ῅ πάθος ἀναπέμπει ὑψηλὴν καὶ πλήρη στοργ῅ς δέησιν πρὸς τὸν πατέραν αὐτοὖ καὶ αἰτεἶται παρ᾿ αὐτοὖ. Ἡ διάφορος αὕτη ἀντίληψις τοὖ τρόπου τ῅ς ἑνότητος προκάλεσε τὸ σχίσμα. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοἶς. εἷπερ ἔστι τοιοὖτος ὁ ἐπίσκοπος Ῥώμης. «Πάτερ ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῆ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. ἵνα θεωρὦσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι. Οἱ λοιποὶ δογματικοὶ λόγοι. καίτοι σπουδαιότατοι. ἐὰν ὄντως καθίστα αὐτὸν ποιμένα ποιμένων καὶ ἄρχοντα τὦν ἀποστόλων· ἀλλὰ δυστυχὦς ἥ εὐτυχὦς οὐδὲν τοιοὖτον εἴρηκε. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ συνέστησεν ἱεραρχίαν μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνέδειξε τὸν Πέτρον ἀνώτατον ἀπόστολον καὶ ἡγεμόνα. Ἵνα πάντες ἓν ὧσι. ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ. καθὼς σύ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτὦ (=παρακαλὦ) μόνον. ἐγὼ δὲ σὲ ἔγνων. Ἐν τούτῳ δὲ κεἶται ὁ λόγος τοὖ σχίσματος. τ῅ς ἐλπίδος. ἕνεκα τ῅ς ἀπαιτήσεως τὦν Παπὦν τ῅ς ὑποταγ῅ς τ῅ς οἰκουμενικ῅ς Ἐκκλησίας. ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολ῅ς κόσμου. Ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία οὕτως ἐννόησε τὴν ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα καὶ ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε· μαρτύρια τρανὰ οἱ πρὦτοι δέκα αἰὦνες. Ἐκ τ῅ς οἰκουμενικ῅ς Ἐκκλησίας μόνη ἡ ὆ωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἄλλως ἀντελάβετο τὸ πνεὖμα τ῅ς ἑνότητος καὶ δι᾿ ἄλλων ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε ταύτην μέσων.ἐπαρκέση ὁ χρόνος. καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἱεραρχίαν ἀποστολικὴν συνέστησε. λέγων αὐτοἶς· «ἰδοὺ καθίστημι Πέτρον τουτονὶ ποιμένα ὑμὦν καὶ ἄρχοντα καὶ ἡγεμόνα· αὐτὸς ποιμανεἶ ὑμ᾵ς αὐτοὖ ἀκοὖσασθαι· καὶ πᾶς ὅστις παρακούσει αὐτοὖ ἐξολοθρευθήσεται». ἀλλ᾿ ἐν τ῵ προσώπῳ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. τῆ ἐπισκοπῆ τ῅ς Ῥώμης. καὶ ὁ κόσμος σὲ οὐκ ἔγνω. ὅπερ λαβὸν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὦν πρώτων αἰώνων ηὐξάνετο σὺν τ῵ χρόνῳ καὶ προέβαινε κατὰ τὸ μέτρο τ῅ς ἐφαρμογ῅ς τὦν ἀρχὦν τ῅ς ὆ωμαϊκ῅ς Ἐκκλησίας. καὶ ἵνα γιγνώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. καὶ ὁ σπουδαιότατος δογματικὸς λόγος. ἵνα ὧσιν ἓν καθὼς ἡμεἶς ἓν ἐσμέν. Ἡ ἑνότης τὦν ἐκκλησιὦν Ἑνότης τ῅ς ἐκκλησίας κατὰ τὰς ἁγίας γραφὰς εἷναι ὁ μυστικὸς ἱερὸς σύνδεσμος τὦν εἰς Φριστὸν πιστευόντων διὰ τ῅ς κοιν῅ς ὁμολογίας τ῅ς πίστεως. ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.. ἐν τῆ μιᾶ πίστει. ἀλλὰ καὶ περὶ τὦν πιστευόντων διὰ τοὖ λόγου αὐτὦν εἰς ἐμέ. οὓς δέδωκάς μοι. Ἐν τῆ προσευχῆ τοὖ ΢ωτ῅ρος ἡμὦν πρὸς τὸν Οὐράνιον αὐτοὖ πατέρα καταδείκνυται ἡ ἑνότης τ῅ς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότης τ῅ς Ἐκκλησίας οὐχὶ τ῵ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τὦν ἀποστόλων θεμελιοὖται καὶ ἑδράζεται.. παρ᾿ ο὘ θὰ ἐλάμβανε κὖρος τὸ ἀποστολικὸν αὐτὦν κήρυγμα. ὃς ἔστιν ἡ κεφαλὴ τ῅ς Ἐκκλησίας. θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεἶνοι ὧσι μετ᾿ ἐμοὖ. ἐν ἐνὶ πνεύματι. κἀγὼ ἐν σοί. τ῅ς ἀγάπης πρὸς τὸν νυμφίον Φριστὸν καὶ διὰ τ῅ς αὐτ῅ς λατρείας.

(Ἰω. Οἱ πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεὖμα ἅγιον. τὸ φὦς καὶ τὴν ζωὴν διὰ Ἰησοὖ Φριστοὖ καὶ ἡνώθησαν μετ᾿ αὐτοὖ. Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο υἱοὶ φωτὸς καὶ μέτοχοι δόξης αἰωνίου. κἀγὼ ἐν αὐτοἶς». ὁ Πέτρος ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τ῅ς ἐκλογ῅ς τοὖ ἀναπληρωτοὖ τοὖ Ἰούδα. ιζ´ 17-26). Οἱ πιστεύσαντες εἰλκύσθησαν πρὸς τὸν ΢ωτ῅ραν ὑπὸ τοὖ πέμψαντος αὐτὸν πατρὸς (Ἰω. Ἐν τῆ ἐκλογῆ τὦν διακόνων οἱ δώδεκα προσεκάλεσαν τὸ πλ῅θος τὦν μαθητὦν καὶ ἀνέθηκαν τῆ Ἐκκλησίᾳ τὴν ἐκλογὴν ἑπτὰ ἀνδρὦν. οὓς στήσαντες ἐν τ῵ μέσῳ καὶ εὐχηθέντες πρὸς τὸν καρδιογνώστην Θεόν. μένουσι δὲ ἐν τ῵ Φριστ῵ καὶ ὁ Φριστὸς ἐν αὐτοἶς. Μαρτυρίαι ἐκ τὦν Πράξεων τὦν ἁγίων Ἀποστόλων Ἡ ἑνότης τ῅ς Ἐκκλησίας φαίνεται ὑπὸ τὦν ἁγίων ἀποστόλων ἑδραιωμένη ἐπὶ τ῅ς ἰσότητος καὶ τ῅ς ἀμοιβαίας ἀγάπης. Ματαἶα ἄρα ἡ ἀπαίτησις ἐξωτερικοὖ συνδέσμου καὶ ἑτέρας πίστεως ἐκ τὦν γραφὦν μάλιστα ἀποκρουομένης πρὸς ἐξασφάλισιν τ῅ς σωτηρίας τὦν πιστεύοντων εἰς τὸν Κύριον Ἰησοὖν Φριστόν. ἄμεσος. ἑτέρας πίστεως. τὸ πάντα συγκροτοὖν τὸν θεσμὸν τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδεικνύον ταύτην Μίαν. ἔ὇὆ιψαν κλήρους καὶ ἔπεσεν ὁ κλ῅ρος ἐπὶ Ματθίαν καὶ συγκατηριθμήθη μετὰ τὦν 12 Ἀποστόλων. Ἐν τῆ ἐκλογῆ τοὖ ἀποστόλου Ματθία. Ἁγίαν καὶ Καθολικήν. Σί δύναται νὰ χωρίση αὐτοὺς ἀπὸ τ῅ς ἑνότητος τ῅ς μετὰ τοὖ Κυρίου. στ´ 44) καὶ ἔλαβον τὴν χάριν τ῅ς ἀπολυτρώσεως· ὡς δὲ ἡ ἀλήθεια ἠλευθέρωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τ῅ς δουλείας τ῅ς ἁμαρτίας. Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο υἱοθετοὶ Θεοὖ διὰ τοὖ Κυρίου ἡμὦν Ἰησοὖ Φριστοὖ. ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοἶς ᾗ. τὶς τὴν υἱοθεσίαν ταύτην δύναται νὰ ἀρνηθ῅ ἥ νὰ ἄρη. Καὶ ἐγνώρισα αὐτοἶς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω. τὶς δύναται νὰ διασπάση τὴν ἑνότητα αὐτ῅ς. Οἱ πιστεύσαντες ἐγένοντο διὰ τ῅ς θείας μεταλήψεως κοινωνοὶ τοὖ σώματος καὶ αἵματος τοὖ Κυρίου. θεία. Ἡ ἑνότης ἄρα εἷναι ἐσωτερική. Οἱ πιστεύσαντες ἔλαβον τὴν χάριν καὶ τὴν ἀλήθειαν. στ´ 1-6). Ἐὰν δὲ ὁ δεσμὸς ο὘τος ἐστὶ τέλειος. Ἡ πρότασις ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ πάντες ὁμοὖ ἐξέλεξαν δυὸ ἄνδρας. Ἐν ταἶς Πράξεσι τὦν Ἀποστόλων ἀναγράφονται οἱ ἠθικοὶ δεσμοὶ τ῅ς ἑνότητος τ῅ς πρώτης Ἐκκλησίας. τὶς ἡ χρεία ἑτέρων δεσμὦν. τετελειωμένη θεία εὐδοκία καὶ ἀγάπη καὶ οὐδενὸς δεἶται ἐξωτερικοὖ συνδέσμου πρὸς σύστασιν τ῅ς ἑνότητος. Ἡ ἑνότης ἄρα τ῅ς Ἐκκλησίας ἔγκειται ἐν τῆ μετὰ τοὖ Κυρίου ἑνώσει τὦν μελὦν αὐτ῅ς. οὓς οἱ ἀπόστολοι διὰ χειροθεσίας καὶ προσευχ῅ς ἀνέδειξαν διακόνους (Πράξ. . τὶς δύναται νὰ ἀφαιρέση ἀπ᾿ αὐτὦν τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν δόξαν. τὶς ἰσχυρὸς νὰ δια὇὆ήξη τὰ θεἶα ταὖτα δεσμὰ τ῅ς ἑνότητος. μυστική. τὶς δύναται νὰ στερήση αὐτοὺς τ῅ς ἐν Φριστ῵ ἐλευθερίας. τελεία. Πάντες οἱ εἰς Φριστὸν πιστεύσαντες διὰ τὦν ἁγίων Ἀποστόλων ἡνώθησαν μετὰ τοὖ Ἰησοὖ καὶ ἡγιάσθησαν ἐν τῆ ἀληθείᾳ τοὖ Θεοὖ καὶ Πατρός.ἔγνωσαν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.

Ἐν αὐταἶς ἀναπτύσσονται μετὰ θείας χάριτος καὶ δυνάμεως λόγου ἄπασαι αἱ σωτηριώδεις ἀλήθειαι τ῅ς ἀποκαλυφθείσης θείας πίστεως τοὖ χριστιανισμοὖ. δὲν ἀνήγγειλε καὶ τὴν πρὸς τὸν Πέτρον ὑποταγὴν ἑαυτοὖ. α. τὴν δὲ Ἐκκλησίαν Θεοὖ γεώργιον. ὁ δὲ Πέτρος ἐν συνεδρίᾳ τ῅ς Ἐκκλησίας ἐκφέρει τὴν ἑαυτοὖ γνώμην· ἦσαν δὲ συνεδριάζοντες οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι σὺν πάσῃ τῆ Ἐκκλησίᾳ. ἀλλὰ καὶ ἐλέγχει τοὺς Κορινθίους ὡς σαρκικούς. τοὖ Ἀπολλὦ. οἱ δὲ Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀποστέλλονται πρὸς τοὺς ἐν ΢αμαρείᾳ πιστεύσαντας. τοὖ Κηφ᾵ (Πέτρου) λέγων: «Μεμέρισται ὁ Φριστός. Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦτο ὁ ἑνωτικὸς δεσμὸς τ῅ς Ἐκκλησίας. Ὁ ἀπόστολος Παὖλος. ὅπως μὴ ἐξ ἀγνοίας ἀθετήση αὐτὦ ὑποταγήν· ἀλλὰ πρὸς ποίαν τοὖ Πέτρου Ἐκκλησίαν ὤφειλε νὰ συστήση αὐτοἶς ὑποταγήν. γ). γράψαντες διὰ χειρὸς αὐτὦν τάδε· «οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοἶς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ΢υρίαν καὶ Κυλικίαν ἀδελφοἶς τοἶς ἐξ ἐθνὦν χαίρειν κτλ. Μαρτυρίαι ἐκ τὦν ἐπιστολὦν τὦν ἁγίων Ἀποστόλων Ἐν ταἶς ἐπιστολαἶς τοὖ ἀποστόλου Παύλου οὐδὲν ἴχνος τοὖ πρωτείου τοὖ Πέτρου ἐμφαίνεται.Ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει πρόεδρον τ῅ς Ἐκκλησίας τὸν Ἰάκωβον.. Ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε. κ´ 32). ἵνα καθὼς γέγραπται· «ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω»· καὶ προστίθησι· «τὶς οὗν ἐστὶ Παὖλος. ἀλλ᾿ οὐδέποτε μνημονεύει τοὖ Πέτρου ὡς συνεκτικοὖ δεσμοὖ τ῅ς ἑνότητος τ῅ς Ἐκκλησίας. Ἐν αὐταἶς πολλάκις λόγον ποιεἶται ὁ Παὖλος περὶ τ῅ς ἑνότητος τ῅ς Ἐκκλησίας. Ἐν τῆ πρὸς Ἐφεσίους ὁ Παὖλος γράφει. ἀποχωριζόμενος τὦν Ἐφεσίων καὶ ἀποχαιρετὦν αὐτοὺς ἔλεγεν αὐτοἶς: «Καὶ νὖν παρατίθεμαι ὑμ᾵ς τ῵ Θε῵ καὶ τ῵ λόγῳ τ῅ς χάριτος αὐτοὖ τ῵ δυναμένῳ ἐποικοδομ῅σαι καὶ δοὖναι ὑμἶν κληρονομίαν ἐν τοἶς ἡγιασμένοις π᾵σιν» (Πράξ. ὅπως διὰ χειροθεσίας μεταδώσωσιν αὐτοἶς Πνεὖμα ἅγιον. 27)· ὥστε οὐδὲν ἀπέκρυψεν ἥ ἀπεσιώπησεν. ὥστε δ῅λον ὅτι ἡ ὑποταγὴ αὕτη δὲν εἷναι ἐντολὴ τ῅ς θείας βουλ῅ς.» καὶ διδάσκει αὐτοὺς ὅτι κέντρον ἑνότητος καὶ θεμέλιος λίθος τ῅ς Ἐκκλησίας ἐστὶν ὁ σταυρωθεὶς ὑπὲρ ἡμὦν Ἰησοὖς Φριστός. ὃς ἐγεννήθη ἡμἶν σοφία ἀπὸ Θεοὖ. ἀλλ᾿ οὐδαμοὖ γίνεται ὑπαινιγμὸς τὶς περὶ τοὖ πρωτείου τοὖ Πέτρου.» (Πράξ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐστὶν Ὡκοδομημένη ἐπὶ τ῵ θεμελίῳ τὦν ἀποστόλων καὶ προφητὦν. ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοὖ Ἰησοὖ Φριστοὖ. περὶ τ῅ς ἱεραρχίας τ῅ς Ἐκκλησίας. ἀφοὖ μάλιστα ὆ητὦς εἷπεν αὐτοἶς· «οὐ γὰρ ὑπεστειλάμην τοὖ μὴ ἀναγγεἶλαι ὑμἶν π᾵σαν τὴν βουλὴν τοὖ Θεοὖ» (στίχ. ιε´ 1-29). Σότε ἔδοξε τοἶς ἀποστόλοις καὶ τοἶς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῆ Ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτὦν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν. Ὁ Πέτρος ἀποστέλλεται ὑπὸ τ῅ς Ἐκκλησίας καὶ αὗθις εἰς τὸ κήρυγμα ἀνὰ τὴν Ἰουδαίαν. μαρτυροὖν ὑπεροχὴν ἥ ἀρχήν. ἀλλὰ π᾵σαν ἀνήγγειλεν αὐτοἶς τὴν βουλὴν τοὖ Θεοὖ· καὶ ἐν ᾧ π᾵σαν ἀνήγγειλε τὴν βουλὴν τοὖ Θεοὖ. ἐν ᾧ . Ἐν ταἶς Πράξεσιν οὐδαμοὖ φαίνεται ἥ ὑποδηλοὖται τὸ πρωτεἶον τοὖ Πέτρου. περὶ τοὖ συνδέσμου αὐτ῅ς. διακρινομένους εἰς μαθητὰς τοὖ Παύλου. ὁ Παὖλος ὅμως ἐσιώπησε καὶ οὐδεμίαν ἐποιήσατο τοἶς Ἐφεσίοις σύστασιν. Οὐδεὶς τὦν ἀποστόλων ἀποδίδωσιν αὐτ῵ πρωτεἶα ἥ ἕτερόν τι. Μὴ Παὖλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμὦν. τὶς δὲ Ἀπολλὦς ἀλλ᾿ ἥ διάκονοι Θεοὖ». δικαιοσύνη τὲ καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις. Ὥστε καὶ τὸν Πέτρον ὡς διάκονον Θεοὖ καὶ οὐδὲν πλέον θεωρεἶ. φρονοὖμεν ὅτι ὤφειλεν ὁ Παὖλος νὰ γνωρίση τοὖτο τῆ Ἐκκλησίᾳ τὦν Ἐφεσίων.. κεφ. Περὶ τοὖ ζητήματος τ῅ς περιτομ῅ς ἀποφαίνεται ἡ Ἐκκλησία. ὃς ἐστὶν Ἰησοὖς Φριστὸς (Α´ Κορινθ. περὶ τ῅ς κεφαλ῅ς τ῅ς Ἐκκλησίας. Θεοὖ οἰκοδομήν· ἕκαστος δὲ οἰκοδομεἶ κατὰ τὴν δοθεἶσαν αὐτ῵ χάριν· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεἶναι παρὰ τὸν κείμενον. Καὶ οὐ μόνον οὐ μνημονεύει.

ὅτι μέλη ἐσμὲν ἀλλήλων. Σὸ ἐν αὐτοἶς διαπνέον πνεὖμα περὶ τ῅ς ἑνότητος τ῅ς Ἐκκλησίας εἷναι τὸ αὐτὸ τ῵ πνεύματι τ῅ς Καιν῅ς Διαθήκης. Ἐν ταἶς ἐπιστολαἶς τοὖ Κλήμεντος Ῥώμης πρὸς Κορινθίους. ὥστε ἐπιλαθέσθαι ἡμ᾵ς. Ἐν τῆ ἐπιστολῆ τοὖ Βαρνάβα γίνεται λόγος περὶ τ῅ς σχέσεως τὦν κατὰ τόπους Ἐκκλησιὦν πρὸς τὸν ΢ωτ῅ρα Φριστόν. αἴτινες στηρίζουσι τὴν κοινωνίαν τὦν Ἐκκλησιὦν μετὰ τοὖ Πατρὸς καὶ τοὖ Τἱοὖ. Κατὰ τὸν ἅγιον Ἰγνάτιον ἀρχὴ τ῅ς ἑνότητος εἷναι αὐτὸς ὁ Θεός. ἀλλ᾿ εἷναι νόμος τ῅ς ἐλευθερίας. Ἐστὲ οὗν καὶ σύνοδοι πάντες. περὶ εἰρήνης καὶ περὶ ἱεραρχίας ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. καὶ ἡ τοὖ Πατρὸς γνώμη. ὅστις ἐστὶν ὁ θεμέλιος λίθος τοὖ Οἰκοδομήματος τ῅ς σωτηρίας (κεφ. Ὁ νόμος τοὖ Κυρίου οὐδένα γινώσκει ζυγὸν ἀνάγκης. ἀναφερόμενοι εἰς τὰ ὕψη διὰ τ῅ς μηχαν῅ς Ἰησοὖ Φριστοὖ. καὶ εἰς τοιαύτην ἀπόνοιαν ἐρχ