P. 1
συλλογή ποιητικών άνθεων

συλλογή ποιητικών άνθεων

|Views: 741|Likes:
Published by oxenos2007

More info:

Published by: oxenos2007 on Apr 19, 2009
Copyright:Public Domain

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

11/11/2012

pdf

text

original

συλλογή

ποιητικών
άνθεων
Εκδόσεις
Άτιμος
Ντίνος Χριστιανόπουλος
ΙΘΑΚΗ
Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Hάντως, 5εν ήταν Xύση, ήταν ημίμετρο.
Kι από τότε κυXιέμαι από 5ρόμο σε 5ρόμο
αποχτ´ντας πXηγές κι εμπειρίες.
Oι φίXοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με 5ει κανένας
που κάποτε του μίXησα για ι5ανικά.
T´ρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φαν´ ά|ογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Oεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αXητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καXόκαρ5ο, να _ήσει
στους κόXπους του μιαν ασωτία ι5ιωτική.
Tον Hοσει5´να μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Mα κι αν ακόμα 5υνηθ´ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου ßρει τη Xύση;
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1953)
Zπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σε ξένες αγκαXιές,
απεXπισμένο κρέμασμα από Xαγόνια ξένα.
Hέσιμο εκεί που μοναχά η μοναξιά ο5ηγεί:
να υποτάξω ακόμη και το πνεύμα μου,
να το προσφέρω σαν την έσχατη υποταγή.
ΒΡΟΧΟΣ
T´ρα που σ' έχω 5ιαγρά|ει απ' την καρ5ιά μου,
ξαναγυρνάς όXο και πιο ποXύ επίμονα,
όXο και πιο ποXύ τυραννικά.
Δεν έχουν έXεος τα μάτια σου για μένα,
5εν έχουν τρυφερότητα τα Xόγια σου,
τα 5άχτυXά σου έγιναν τ´ρα πιο σκXηρά,
έγιναν πιο κατάXXηXα για το Xαιμό μου.

EΚEΙΝΟΙ ΠΟY ΜΑΣ ΠΑΙAETΑΝ (1955)
Eκείνοι που μας παί5ε|αν ßαραίνουν μέσα μας πιο ποXύ
όμως η 5ική σου τρυφερότητα πόσον καιρό ακόμα θα
ßαστάξει;
'O,τι μας γXύκανε, το ξέπXυνε ο χρόνος κι η συναXXαγή,
εκείνοι που μας χαμογέXασαν ßουXιάξαν σε ßαθιά πηγά5ια
και μείναν μόνο εκείνοι που μας πXήγωσαν,
εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.
Eκείνοι που μας παί5ε|αν ßαραίνουν πιο ποXύ.
EΝΟΣ ΛEΠΤΟY ΣΙΓΗ
Eσείς που ßρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ´μο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπί_ει την έξα|ή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός Xεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

EΡOΤΑΣ
Nα σου γXεί|ω τα χέρια, να σου γXεί|ω τα πό5ια -
η αγάπη κερ5ί_εται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιXαμßάνεσαι εσύ τον έρωτα.
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειXι´ν,
φυτέματα αγκαXιασμάτων στις μασχάXες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμ´ν.
Eίναι προπάντων επαXήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε
5υσκοXοκατάχτητο κορμί.

ΜE ΚΑΤΑΝYΞΗ
'EXα να ανταXXάξουμε κορμί και μοναξιά.
Nα σου 5´σω απόγνωση, να μην είσαι _´ο,
να μου 5´σεις 5ύναμη, να μην είμαι ράκος.
Nα σου 5´σω συντριßή, να μην είσαι μούτρο,
να μου 5´σεις χόßοXη, να μην ξεπαγιάσω.
Kι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πό5ια σου,
για να μάθεις πια να μην κXωτσάς.

ΟΤΑΝ ΣE ΠEΡΙΜEΝO
'Oταν σε περιμένω και 5εν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαXακωμένους,
σ' αυτούς που ´ρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάXXηXο,
κι εκXιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια |ευτοσύνταξη.
'Oταν σε περιμένω και 5εν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσαXακωμένους.
ΤEΛΟΣ
T´ρα που ßρήκα πια μιαν αγκαXιά,
καXύτερη κι απ' ό,τι Xαχταρούσα,
τ´ρα που μου 'ρθαν όXα όπως τα 'θεXα
κι αρχί_ω να ßοXεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νι´θω πως κάτι μέσα μου σαπί_ει.

EΓΚΑΤΑΛEΙΠO ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (1956)
EγκαταXείπω την ποίηση 5ε θα πει προ5οσία,
5ε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναXXαγή.
TέXειωσαν πια τα πρεXού5ια, ήρθε η ´ρα του
κατακXυσμού.
'Oσοι 5εν είναι αρκετά κοXασμένοι πρέπει επιτέXους να
σωπάσουν,
να 5ουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να
απαυ5ήσουν τη _ωή.
EγκαταXείπω την ποίηση 5ε θα πει προ5οσία.
Nα μη με κατηγορήσουν για ευκοXία, πως 5εν έσκα|α
ßαθιά,
πως 5ε ßύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαXα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγ´, επιτέXους κουράστηκα, πως
το Xένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;
EγκαταXείπω την ποίηση 5ε θα πει προ5οσία.
Bρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεXηθεί την
καταστροφή του.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ (1962)
H θάXασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και 5εν ξέρεις αν θα ßγεις.
Hόσοι 5εν έφαγαν τα νιάτα τους -
μοιραίες ßουτιές, θανατερές κατα5ύσεις,
γράμπες, πηγά5ια, ßράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέ5ουσες.
AXίμονο αν κό|ουμε τα μπάνια
Mόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
AXίμονο αν προ5´σουμε τη θάXασσα
Lιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
H θάXασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίXιοι τη χαίρονται - ένας την πXηρ´νει.

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Tο Kορμί και το Zαράκι
μπατιρημένο κουρείο
Zάßßατο ßρά5υ
χωρίς 5ουXειά
μπατιρημένο κορμί
Zάßßατο ßρά5υ
χωρίς έρωτα

το φιXί
εν´νει πιο ποXύ
απ' το κορμί
γι'αυτό το αποφεύγουν
οι πιο ποXXοί

το γατί μου
5ε χορταίνει μόνο με χά5ια
θέXει και φαί
το κορμί μου
5ε χορταίνει μόνο με φαί
θέXει και χά5ια
απ' όXα τα αφηρημένα ουσιαστικά
πειρά_ει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;
αφαίρεσε τη νύχτα απ' τα μάτια σου -
π´ς να παXέ|ω μόνος με τους 5υό σας;

η νύχτα είναι παγερή
και μ' έχεις στήσει
με γέXασες
με γέρασες

μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ι5ίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκXεί|ει
η πιο μικρή ασέXγεια
του αXφαßήτου μας

κάθε φορά που νομί_ω πως σ' έχω στο χέρι
ßXέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος

έXαιον θέXω και ου θυσίαν
κι εμείς που θυσιαστήκαμε;
κι εμείς που 5ε Xα5´σαμε;

έχτισα τον παρά5εισό μου
με τα υXικά της κόXασής σου

θυσίασα τον ύπνο μου κυρία
για να 5ιαßάσω τα ποιήματά σας
κι εκείνα μ' αποκοίμησαν

Oανάση γιατί έκο|ες το άXφα από μπροστά;
για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία

τα πρόßατα απήργησαν
_ητούν καXύτερες συνθήκες σφαγής

°όταν πεθάνω, να με θά|τε στο χωριό¨
-
θέXουν να τιμήσουν με το πτ´μα τους
την πατρί5α που αρνήθηκαν με το σ´μα τους

ωραία ερμηνεύεις τα τραγού5ια
ας 5ούμε πως τα καταφέρνεις και στα παρατράγου5α

και τι 5εν κάνατε για να με θά|ετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος

μια γυναίκα στο 5ρόμο
μαX´νει το παι5άκι της
°5ε θα πάμε στο σπίτι;
θα σε κρεμάσω ανάπο5α¨
γύρισα κι εί5α το μικρό:
ήτανε κιόXας κρεμασμένο

η νύχτα με ο5ήγησε σ' αυτούς τους 5ρόμους;
ή αυτοί οι 5ρόμοι με ο5ήγησαν στη νύχτα;

για το πέτσινο σακάκι σου
που σε κάνει τόσο ωραίο
έχασε τη _ωή του ένα _´ο
και κοντεύω να τη χάσω κι εγ´
O 4OΤΟΓΡΑ4ΟΣ
Z' αυτήν ε5´ τη γειτονιά
σ’ αυτά ε5´ τα μερή
ο φωτογράφος θα 'πρεπε
να ήτανε ξεφτέρι
να 'ταν τεχνίτης, μερακXής
κι απ' ομορφιά να ξέρει.
Z' αυτήν ε5´ τη γειτονιά
ας ήμουν φωτογράφος
να υπηρετ´ την ομορφιά
με τέχνη και με πάθος.
Nα 'ρχοντ' ομορφοκόριτσα
και Xα.κές παρέες
να παίρνουν πό_ες όμορφες
καμαρωτές κι ωραίες
για εικοσιτετράωρες
και εß5ομα5ιαίες.
Tι Nα Tα Kάνω Tα Tραγού5ια Zας
Tι να τα κάνω τα τραγού5ια σας
ποτέ 5ε Xένε την αXήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πονά
κι εσείς τα ί5ια παραμύθια

Tι να τα κάνω τα τραγού5ια σας
είναι ποXύ _αχαρωμένα
ταιριά_ουν σε σοκοXατόπαι5α
μα 5ε ταιριά_ουνε για μένα
Σxαρίµπας Γιóννµς
4αντασία
Nάναι σα να μας σπρ´χνει ένας αέρας μα_ί
προς έναν 5ρόμο φει5ωτό που σßει στα χάη,
και σένα του καπέXXου σου ßαμμένη φανται_ί
κάποια κορ5έXXα του, τρεXXά να χαιρετάει.
Kαι νάν' σαν κάτι να μου Xες, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα τη _´νη που πη5άν των νύχτιων φόντων,
κι' αυτός ο άνεμος τρεXXά, -τρεXXά να μας
σκουντά
όXο προς τη γραμμή των ορι_όντων.
Kι' όXο να Xες, να Xες, στα θάμßη της νυκτός
για ένα -με γυάXινα πανιά- πXοίο που πάει
όXο ßαθειά, όXο ßαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ' απ' τον κύκXο των νερ´ν -στα χάη.
Kι' όXο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μα_ί
πέρ' από τόπους και καιρούς έως ότου -φως
μου-
-καθ´ς τρεXXά θα χαιρετάει κείν' η κορ5έXXα η
φανται_ί,-
ßγούμε απ' την τρικυμία αυτού του κόσμου.
(από το OυXαXούμ,1936)
XAAKΙΔA
(από τη συXXογή OYAAAOYM)
Nάν' σπασμένοι οι 5ρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγ´ καταμονάχος καί νά Xέω: τί πόXη!
νά μήν ξέρω άν είμαι -μέσα στήν ασßόXη-
ένας Xυπημένος πιερότος!
Iύσαε -είπα- ο νότος κι έXεγα: H XαXκί5α,
´ XαXκί5α -πόXη (έXεγα) καί φέτος
ήμουν -στ' όνειρό μου εί5α- HερικXέτος,
πάXι HερικXέτος ήμουν -εί5α.
Fτσι έXεγα! Fσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν' σέ ξύXο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Oς θερία, ως 5έντρα -αναγXυμένοι- ως |άρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρ´ποι.
T´ρα; HόXη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Mάη μήνα,
κρίμα, Xέω, θXιμμένη νάσαι κοXομπίνα
καί νά κXαίω εγ´ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . .
Fτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο
καί μέ πίXο κXόουν νά γεXάς, XαXκί5α:
Aχ, νεκρόν στό χ´μα -νά φωνά_εις- εί5α
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .



TO MONTEAO
(από τή συXXογή OYAAAOYM)
Hού τήν εί5α; ZυXXογί_ομαι άν στούς 5ρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ι5έα μου τούς ´μους
5ίχως χέρια!
Δίχως χέρια . . . Tό μάτι της γυαXένιο
άς μή μ' έßXεπε - μ' εθ´ρει κι ήταν τ' όντι
ρό5ο |εύτικο τό γέXιο της - κερένιο -
καί τό 5όντι.
Tήν στοχά_ομαι. H φωνή της, Xές, μού εμίXει
ριγηXή σάν μέσ' σέ όνειρο - και τ' όμμα
ήταν σφαίρα. Zπασμός τρίγωνος τά χείXη
καί τό στόμα.
T' ήταν; πνεύμα; Mήν φτιαγμένη ήταν, ω.μένα,
ύποπτεύομαι - καί τρέμω νοερά μου -
απ' τό ί5ιο ύXικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .
Aχ π´ς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ι5έες πXήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια - ο νούς μου ßάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
C Kυρά μου - AγγεXε - Zύ - των μειρακίων
πόχεις τό γέXιο, ´ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια ßιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

OYAAAOYM . . .
Fταν σα να σε πρόσμενα Kερά
από|ε που 5εν έπνεε έξω ανάσα,
κι έXεγα: Oάρθει από|ε απ' τα νερά
κι από τα 5άσα.
Oάρθει, αφού φXετράει μου η |υχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν |άρι
και θα μυρί_ει ήXιο και ßροχή
και νειό φεγγάρι . . .
Kαι να, το κάθισμά σου σιγυρν´,
στοXν´ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μα_ί σου κιόXας αρχιν´
χρυσή κουßέντα:
. . . Hως - να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έXεγε τρεXόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη ZεXήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. .
Nύχτωσε και 5εν φάνηκες εσύ
κίνησα να σε ßρω στο 5ρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.
Tόσο ποXύ σ' αγάπησα Kερά,
που άκουγα 5ιπXά τα ßήματα μου!
Hάταγα γω - στραßός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .


Tαμάρα

AXXόκοτη και μεXα|ή, ωραία και ιερή
Xες έσερνε αγγεXικές φτερούγες κι' επερπάτει
α5έξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Oέαινας, σ' OXύμπιο μονοπάτι.
Kαι μπόραε ¬ όπως πάγαινε παχειά ¬ κανείς 5ιεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα πο5άρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρ5ιοί
γοφοί της π´ς θα Xάμπανε¬ γυμνοί¬σαν το φεγγάρι.
Tο αίμα της μεσημßρινό, χυμένο Xες ¬ κει ¬ να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί ¬ εμßατήριο τέXειο ¬
κι' είχε κάτω απ' τα ßXέφαρα¬ßαμμένα με κινά¬
μουχρό, ßαρύ τριαντάφυXXο το σαρκικό της γέXιο.
Kι' εγ´ την ειχ' αγάπη μου!.. Mια φXόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάXιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
εν´ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...
Kι' ήμουν ει5ωXοXάτρης της!. TηXά o εν ουρανοίς
Kύριος κι' οι Aγιοι του, για με πια ου5' αρωτάγαν
κι' εν´ ου5' εγ´ αρ´ταγα, αρχαίου Nαού ¬ αυτηνής ¬
¬ κοX´νες που γκρεμίστηκαν¬ τα μπούτια της φωτάγαν...
Kαι πέθανε... Kαι με παπά τη θά|αμε! και να
¬μ' αυXούς¬ οι τραγοπό5αροι Oεοί της σουραßXάνε
και γύρω απ' τον ει5ωXοXατρικό Zταυρό της, παγανά
και ZηXεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πη5άνε...


Tο ξάφνιασμα

Δυο Hάνες φουσκομάγουXοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάXκινα¬με τρεις οπές¬σουράßXια είχαν στα χείXη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
¬ _υγά πιτσούνια που έπαι_αν το 'να το άXXο εφίXει.
Tου φραμπαXά σου φτερωτή τότε η ¬ σα´τα ¬ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της ¬ αρά5α ¬ παπαγάXων)
στις γάμπες σου ανεXίχτηκε ¬ γοργό ερπετό ¬ που ερίγα
στο αXXηXοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάXων.
Kι έφυγες. Oωω. Zαν αστραπ´ν ¬ στο σέρπιο μονοπάτι ¬
τύφXες φωτός (και σκίρτημα 5ορκά5ας έρμου 5άσου)
έμειναν τ' ά|ε-σßήσε σου: το πή5ημα, το πάτι
και τ' αXαφριό, σαν άξαφνου πουXιού, ξεφτούρισμα σου...


H Kυρά μου η τρέXα...
(Tα Nέα EXXηνικά 1 [Ιανουάριος 1952])

H´ς ήταν έτσι, π´ς μου εφάνη ως είχεν έμßει
κειο το ßαπόρι μες στο Xιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύXιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμßη
ως το ρυμούXκησε μειXίχιο η νύστα μου εκεί αXαφρά.
Fρθε και στάθηκε μπερ5ικXωμένο σ' αχνή τοXύπη
κ' ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιßάτισσά του τη Xύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυßερνήτη του τη σιωπή.
Kι η νύχτα έφτασε. Aχ, το ßαπόρι μες στην ασßόXη,
τι τρέXα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Mη θα κεραύνωνε με μια του Xέξη την έρμη πόXη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίXητη οτο μ´Xο εκεί;
F μη¬ßαρκάκια του¬μ' άσπρες κορ5έXες σταυρο5εμένα
φέρετρα θάστεXνε όξω¬σαν κύματα και σαν αφροί¬
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όXοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . .
Tίποτα, τίποτα... Mα π´ς έτσ' ήταν, π´ς μου εφάνη
αυτό το πXοίο; Zτάθηκε αμίXητο μ' ό|η φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Kυρά μου η τρέXα μες στο Xιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί...


Tο ßαπόρι

Nάναι ως νάχης φύγει ¬ με τους ανέμους ¬ καßάXXα
στο άτι της σιγής κι' όXα να πάης
και vάv' ποXXά καράßια, ποXXή θάXασσα ¬ μεγάXα
σύγνεφα πάνω ¬ οι άνθρωποι κι' ο Mάης.
Kι' εντός μου εμένα να ßρυχιέται ¬ όXο να τρέμει ¬
ßαρύ ένα ßαπόρι και κατόπι
πάXι εσύ κι' ο Mάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάXιν οι ανθρ´ποι, οι ανθρ´ποι.
Kαι νάναι όXα απ' ό,τι φεύγει ¬και 5ε μένει¬
σε μια πόXη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυßέρνητο, όXο να σε πηγαίνει το καράßι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.


Zτά5ιον 5όξης
(συXXογή EαυτούXη5ες 1950)

Oς ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όXα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου ¬ φιόρα-μου όXα πXατύφυXXα
¬,
κάθε μια της _ωής-μου ήταν ¬ κει ¬ στραßομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-Xα...
Kι ως αρπ´ντας με μ' έßγαXαν σηκωτόν απ' την πόXη
(με καμπούρες κι αXXήθωροι ¬ με στραßή άXXα αρί5α).
όXα εκεί με τριγύρισαν και με 5είξαν ¬ χαχόXοι ¬
κει ßαθιά, τη XαXκί5α:
... BXέπεις μαιτρ ¬μου φωνάξανε¬ τη XαXκί5α την εί5ες
όπου συ μες στα φάXτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Nά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου ¬ όXοι εμείς ¬ φασουXή5ες,
νά και συ θιασάρχης!...
Tι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γεXοία
μαιτρ μπεκρής το σκε5ία_ε στό 'να πό5ι να στέκει.
ήταν κει, Xες και χτίστηκε με γXαρή κιμωXία,
όρθιο η πόXη XεXέκι...
Kι ω Oεέ-μου, τι θίασος, τι Xερή συνο5εία
sαυτοúλµ5oν (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν Xύκοι
μεταξύ-τους ¬ για ρόXους-των ¬ κάθε μια-μου αη5ία,
κάθε τι ρε_ιXίκι..
Kι είμαι γω θιασάρχης-τους; AXς κουρσούμ τ´ρα εξ´Xης
και προ´Xης-τους (τέXειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παXιάτσους-μου θα κινήσω στις πόXεις
με κραυγές και με τούμπες!...
Kι ως στα πάXκα η φάτσα-μου γεXαστή θα προßαίνει
(αχ, κι η πρόγκα ¬ τι 5όξα-μου!.,. ¬ σ' ουρανούς θα με
σύρει)
η XαXκί5α εκεί πισω-μου θα φαντά_ει χτισμένη
σαν από ¬τεμπεσίρι...


EαυτούXη5ες
(από τη συXXογή EαυτούXη5ες 1950)

Oς ωραία ήταν μου από|ε η Xύπη,
ήρθαν όXα σιωπηXά χωρίς πάθη
και με ήßραν ¬χωρίς κανέν' να μου Xείπει¬
τα Xάθη.
Kι ως τα γν´ρισα όXα-μου γύρω ¬ μπραμ-πάφες
όXα κράταγαν, τρουμπέτες και ßιόXες
¬EAYTOYAHΔEZ που με ßXέπαν, oι γκάφες-
μου όXες.
A!... τι θίασος Xίγον τι από αXήτες
μου_ικάντες μεθυσμένους και φάXτσους,
έτσι ως έμοια_αν ¬ με πρισμένες τις μύτες¬
παXιάτσους.
Kαι τι έμπνευση να μου 5´σουν τη ßέργα
μπρος σε τρίπο5α με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
¬εμßατήρια!
A... τι έμπνευση!... Mαιτρ του φάXτσου 'γ´ πάντα,
με τη ßέργα-μου τ´ρα |ηXά ¬Xέω¬ με τρόμους
νά, με 5αύτη-μου να παρεXάσω τη μπάντα
στούς 5ρόμους.
Kι ως πισ´κωXα θα παγαίνω πατ´ντας,
μες σε κόρνα θα τα ßροντούν και σαντούρια
οι παXιάτσοί-μου ¬ στον αέρα πη5´ντας ¬
τα θούρια...


Μανόλµς Αναyνoστóxµς
4οµóµαι...
I ο ß ά μ α ι τους ανθρ´πους που εφτά χρόνια έκαναν
πως 5εν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία
μεσούντος κάποιου ΙουXίου ßγήκαν στις πXατείες με
σημαιάκια κραυγά_οντας "5´στε τη χούντα στο Xαό".
I ο ß ά μ α ι τους ανθρ´πους που με καταXερωμένη τη
φωXιά πασχί_ουν τ´ρα να ßρουν Xεκέ5ες στη 5ική σου.
I ο ß ά μ α ι τους ανθρ´πους που σου κXείναν την
πόρτα
μην τυχόν και τους 5´σεις κουπόνια και τ´ρα τους
ßXέπεις στο HοXυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαXα και
να 5ακρύ_ουν.
I ο ß ά μ α ι τους ανθρ´πους που γέμι_αν τις
ταßέρνες
και τα σπά_αν στα μπου_ούκια κάθε ßρά5υ και τ´ρα τα
ξανασπά_ουν όταν τους πιάνει το μεράκι της
Iαραντούρη
και έχουν και "από|εις".
I ο ß ά μ α ι τους ανθρ´πους που άXXα_αν πε_ο5ρόμιο
όταν σε συναντούσαν και τ´ρα σε Xοι5ορούν γιατί,
Xέει,
5εν ßα5ί_εις ίσιο 5όμο.
I ο ß ά μ α ι , φοßάμαι ποXXούς ανθρ´πους.
Iέτος φοßήθηκα ακόμη περισσότερο.
Nοέμßρης 1983

Πsντs µιxρὰ 0sµατα
Ι
Mὲς στὴν κXειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ _εστὴ παι5ική σου ἄγνοια
Zτὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη |υχή μου.
Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Hροσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Mοιραστήκαμε τὸ |ωμὶ καὶ τὸν κόπο μας
Kι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅXους.
ΙΙ
Ἴσκιοι ßουßοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάXα
Mάτια θοXὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαXασσινὲς
Kύματα μὲ τὴ γXυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη
Lυμνὸς κυXίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ 5ὲν ὑποτάχτηκα
Kαὶ 5ὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράßια μὲ τὰ τραγικὰ
ὀνόματα
Tοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρί_οντα
Tὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ ßρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Tὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νι´σει
Tὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παXιά μου αὐταπάτη
ΙΙΙ
...
IV
Kάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου 5ὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παι5ική μου καρ5ιὰ
Aησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη
Mερόνυχτα νὰ τριγυρνῶ χωρὶς νὰ σὲ ßρίσκω μπροστά μου
ρί_οντα Xευκὲ τ!ς ἀστραπὴς καὶ τοῦ "νειρου
Ἔνιωσα τὸ στ!θος μου νὰ σπά_ει στὴ φυγή σου
Tυχὴ τ!ς ἀγάπης μου ἀXήτισσα
Aεπί5ι τοῦ πόθου μου ἀ5υσ´πητο
Nικήτρα μονάχη τ!ς σκέ|ης μου.
V
Xαρά, Xαρά, _εστὴ ἀγαπημένη
Tραγού5ι ἀστείρευτο σὲ χείXια χιμαιρικὰ
Zτὰ γυμνά μου μπράτσα τὸ ε#5ωXό σου συντρίßω
Xαρὰ μακρινή, σὰν τὴ θάXασσα ἀτέXειωτη
KουρέXι ἀκριßὸ τ!ς πικρ!ς ἀνα_ήτησης
$σε νὰ φτύσω τὸ φαρμάκι τ!ς |εύτρας σου %παρξης
$σε νὰ ὁραματιστῶ τὶς νεκρὲς ἀναμνήσεις μου
(&νεXέητο κύμα τ!ς νιότης μου).
' |υχὴ τὴν ἀγωνία ἐρωτευμένη!

13.12.43
Oυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾Xεγα
Ὅταν σφυρί_ουν τὰ πXοῖα μὴν ε(σαι στὸ Xιμάνι.
Mὰ ἡ μέρα ποὺ )φευγε *τανε 5ικιά μας
καὶ 5ὲ θὰ θέXαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
+να μαντήXι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Kι )ßρεχε ἀXήθεια ποXὺ κι *τανε )ρημοι ο, 5ρόμοι
Mὲ μιὰ Xεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
KXεισμένα παράθυρα κι ο, ἄνθρωποι τόσο Xησμονημένοι -
Lιατί μᾶς ἄφησαν ὅXοι; Lιατί μᾶς ἄφησαν ὅXοι;
Kι -σφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν ε(χε τίποτα τ᾿ ἀXXόκοτο ἡ
κραυγή μου.
Oὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυßα καὶ θὰ πXανηθοῦμε
Mὲς στὶς ποXύßοες ποXιτεῖες καὶ στ ς ρημες θάXασσες ὶ ἔ
M μι ν πιθυμία φXογισμένη στ χείXια μας ὲ ὰ ἐ ὰ
E ναι γάπη πο γυρέ|αμε κα μ ς τ ν ρνήθηκαν ἶ ἡ ἀ ὺ ὶ ᾶ ὴ ἀ
Fεχνο σες τ 5άκρυα, τ χαρ κα τ μνήμη μας ῦ ὰ ὴ ὰ ὶ ὴ
Xαιρετ´ντας Xευκ πανι π νεμί_ονται. ὰ ὰ ᾿ ἀ
σως 5 μένει τίποτ Ἴ ὲ ᾿ ἄXXο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Mὲς στὴν |υχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγ´νιο Lιατί,
Pουφῶ τὸν ἀγέρα τ!ς μοναξιᾶς καὶ τ!ς ἐγκατάXει|ης
Xτυπῶ τοὺς τοίχους τ!ς ὑγρ!ς φυXακ!ς μου
καὶ 5ὲν προσμένω ἀπάντηση
Kανεὶς 5ὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν )κταση τ!ς στοργ!ς
καὶ τ!ς θXί|ης μου.
Kι ἐσὺ περιμένεις -να γράμμα ποὺ 5ὲν )ρχεται
Mιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σßήνει
Kι -νας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Tὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

Ποιµτιxµ
-Hρο5ί5ετε πάXι τὴν Hοίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Tὴν ,ερότερη ἐκ5ήXωση τοῦ &νθρ´που
Tὴ χρησιμοποιεῖτε πάXι .ς μέσον, ὑπο_ύγιον
Tῶν σκοτεινῶν ἐπι5ι´ξε´ν σας
Ἐν πXήρει γν´σει τ!ς _ημιᾶς ποὺ προκαXεῖτε
Mὲ τὸ παρά5ειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Tὸ τί 5 ὲ ν π ρ ό 5 ω σ ε ς ἐ σ ὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι ο, ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
+να πρὸς -να τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουX´ντας
Zτὶς 5ιεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ Xα.κὰ πα_άρια
Kαὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ ßXέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
N᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ 5ὲ μιXᾶτε.
Lιὰ ποιὰ ἀνθρ´πινα ,ερὰ μᾶς ἐγκαXεῖτε;
Fέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάXι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ Xοιπόν! Kηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Zὰν πρόxsς πρέπει νὰ καρφ´νονται ο, Xέξεις
Nὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.

Ὁ Οὐρανός
Hρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Nὰ |ηXαφίσω τὸ σφυγμό σου
/στερα νὰ πᾶμε μα_ὶ στὸ 5άσος
N᾿ ἀγκαXιάσουμε τὰ μεγάXα 5έντρα
Hοὺ στὸν κάθε κορμὸ )χουμε χαράξει
Ἐ5ῶ καὶ χρόνια τὰ ,ερὰ ὀνόματα
Nὰ τὰ συXXαßίσουμε μα_ὶ
Nὰ τὰ μετρήσουμε -να--να
Mὲ τὰ μάτια |ηXὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Tὸ 5ικό μας τὸ 5άσος 5ὲν τὸ κρύßει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ 5ῶ ξυXοκόποι.
Νsοι τµς Σι5ῶνος
Kανονικὰ 5ὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
KαXὴ κι ἐγκάρ5ια ἡ συντροφιά σας, ὅXο νιάτα,
Kορίτσια 5ροσερά- ἀρτιμεX! ἀγόρια
Lεμάτα πάθος κι )ρωτα γιὰ τὴ _ωὴ καὶ γιὰ τὴ 5ράση.
KαXά, μὲ νόημα καὶ _ουμὶ καὶ τὰ τραγού5ια σας
Tόσο, μὰ τόσο ἀνθρ´πινα, συγκινημένα,
Lιὰ τὰ παι5άκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄXXην 0πειρο
Lιὰ 1ρωες ποὺ σκοτωθ!καν σ᾿ ἄXXα χρόνια,
Lιὰ ἐπαναστάτες Mαύρους, Hράσινους, Kιτρινωπούς,
Lιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος &νθρ´που.
25ιαιτέρως σᾶς τιμ3 τούτη ἡ συμμετοχὴ
Zτὴν προßXηματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε -να ἄμεσο παρὼν καὶ 5ραστικό- κατόπιν τούτου
Nομί_ω 5ικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ 5υό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Kαὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀ5εXφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.
(Mᾶς γέρασαν προ´ρως Lιῶργο, τὸ κατάXαßες;)
Ἐπιτúµµιον
Hέθανες- κι )γινες καὶ σύ: ὁ καXός,
Xαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατρι´της.
Tριάντα -ξη στέφανα σὲ συνο5έ|ανε, τρεῖς Xόγοι
ἀντιπροέ5ρων,
4φτὰ |ηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ
προσέφερες.
$, ρὲ Aαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τ"ξερα τί κάθαρμα *σουν,
Tί κάXπικος παρᾶς, μιὰ ὁXόκXηρη _ωὴ μέσα στὸ |έμα
Kοιμοῦ ἐν εἰρήν5, 5ὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.
(Ἐγ´, μιὰ ὁXόκXηρη _ωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
HοXὺ ἀκριßὰ κι "χι μὲ τίμημα τὸ θXιßερό σου τὸ σαρκίο.)
Kοιμοῦ ἐν εἰρήν5. 6ς *σουν πάντα στὴ _ωή: ὁ καXός,
Xαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατρι´της.
Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος ο7τε 5ὰ κι ὁ τεXευταῖος.

Στ᾿ Ἀστsῖα Παί[αµs!
Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Mέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνι5ιοῦ σᾶς 5´σαμε καὶ τὶς γυναῖκες
μας
Tὰ πιὸ ἀκριßὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύßαμε
Zτὸ τέXος τὸ #5ιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅXα τὰ ὑπάρχοντα.
Nύχτες ἀτέXειωτες παί_αμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τ!ς ἡμέρας
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύXXα τοῦ ἡμερο5είχτη
Δὲ ßγάXαμε ποτὲ καXὸ χαρτί, χάναμε χάναμε ὁXοένα
Hῶς θὰ φύγουμε τ´ρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς 5εχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας 5ῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά
μας
KXέφτες!
Zτὰ |έματα παί_αμε!
Ἐπίλοyος
O, στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι ο, τεXευταῖοι
ο, τεXευταῖοι στοὺς τεXευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Lιατί ο, μεXXούμενοι ποιητὲς 5ὲ _οῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιXούσανε πεθάναν ὅXοι νέοι
Tὰ θXιßερὰ τραγού5ια τους γενήκανε πουXιὰ
σὲ κάποιον ἄXXον οὐρανὸ ποὺ Xάμπει ξένος 1Xιος
Lεν!καν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάXασσα
καὶ τὰ νερά τους 5ὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Zτὰ θXιßερὰ τραγού5ια τους φύτρωσε -νας Xωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.

Ἐπίλοyος
Kι "χι αὐταπάτες προπαντός.
Tὸ ποXὺ ποXὺ νὰ τοὺς ἐκXάßεις σὰ 5υὸ θαμποὺς
προßοXεῖς μὲς στὴν ὁμίχXη
Zὰν -να 5εXτάριο σὲ φίXους ποὺ Xείπουν
μὲ τὴ μονα5ικὴ Xέξη: _ῶ.
«Lιατὶ» ὅπως ποXὺ σωστὰ ε(πε κάποτε κι ὁ φίXος μου ὁ
Tίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»
Ἔστω.
&νάπηρος, 5εῖξε τὰ χέρια σου. Kρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.

Χóρµς 1944
0μασταν ὅXοι μα_ὶ καὶ ξε5ιπX´ναμε ἀκούραστα τὶς 8ρες μας
Tραγου5ούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε
φορτωμένες ποXύχρωμα ὁράματα
Aὐτὸς τραγου5οῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του
ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
XιXιά5ες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρποXοῦσαν τὴ νιότη μας
Mερόνυχτα )παι_ε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο
σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Aαχταροῦσε ξεχν´ντας τὸ 5ικό του κορμὶ νὰ χαρίσει
στοὺς ἄXXους μίαν $νοιξη.
0μασταν ὅXοι μα_ὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς 9ταν ὅXοι.
Mιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Hέθανε ὁ Xάρης»
«Zκοτ´θηκε» : κάτι τέτοιο. Aέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε
μέρα.
Kανεὶς 5ὲν τὸν ε(5ε. ;ταν σούρουπο.
Oά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Zτὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσßηστα ἡ χαρὰ
τ!ς καινούριας _ω!ς μας
Mὰ ὅXα αὐτὰ 9ταν ἁπXὰ κι ὁ καιρὸς ε(ναι Xίγος.
Kανεὶς 5ὲν προφταίνει.
...Δὲν ε#μαστε ὅXοι μα_ί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Tράßηξεν ὁ ἄXXος μακριὰ μ᾿ -να φέρσιμο ἀόριστο
κι ὁ Xάρης σκοτ´θηκε
Iύγανε κι ἄXXοι, μᾶς <ρθαν καινούριοι, γεμίσαν ο, 5ρόμοι
Tὸ πX!θος ξεχύνεται ἀßάσταχτο, ἀνεμί_ουνε πάXι σημαῖες
Mαστιγ´νει ὁ ἀγέρας τὰ Xάßαρα.
Mὲς στὸ χάος κυματί_ουν τραγού5ια.
=ν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ ßρά5ια τρυποῦνε ἀνεXέητα τὰ
τείχη
Fεχ´ρισες μία: E(ν᾿ ἡ 5ική του. &νάßει μικρὲς πυρκαγιὲς
XιXιά5ες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρποXοῦν
τὴν ἀτίθαση νιότη μας
E(ν᾿ ἡ 5ική του φωνὴ ποὺ ßουί_ει στὸ πX!θος
τριγύρω σὰν 1Xιος
H᾿ ἀγκαXιά_ει τὸν κόσμο σὰν 1Xιος
ποὺ σπαθί_ει τὶς πίκρες σὰν 1Xιος
Hοὺ μᾶς 5είχνει σὰν 1Xιος Xαμπρὸς τὶς χρυσὲς ποXιτεῖες
Hοὺ ξανοίγονται μπρός μας Xουσμένες
στὴν &Xήθεια καὶ στὸ α#θριο τὸ φῶς.

Θsσσαλονίxµ, Μsρsς τοῦ 1969 µ.Χ.
Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (!"#$.
%ρ&τοδημοσιε'τηκε στὰ (εκαοχτὼ )είμενα* ποὺ ἡ ἔκδοσή τους
ἀποτέλεσε τὴν πρ+τη πρ,-η ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν
πνευματικῶν ἀνθρ+π&ν κατὰ τῆς δικτατορίας. .ἶναι ποίημα
πολιτικό* ὅπ&ς ἐ-,λλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ
Ἀναγν&στ,κη* καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοιν&νικὴ
κατ,σταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατι&τικὴ
δικτατορία.
Zτὴν ὁ5ὸ Aἰγύπτου -πρ´τη πάρο5ος 5εξιά!
T´ρα ὑ|´νεται τὸ μέγαρο τ!ς Tράπε_ας ZυναXXαγῶν
Tουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Kαὶ τὰ παι5άκια 5ὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
$XXωστε τὰ παι5ιὰ μεγάXωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ
ξέρατε
T´ρα πιὰ 5ὲ γεXοῦν, 5ὲν |ιθυρί_ουν μυστικά, 5ὲν
ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπι_ήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ >ρθανε ßαριὲς ἀρρ´στιες
ἀπὸ τότε
HXημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι
στρατιῶτες,
Oυμοῦνται τὰ Xόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις
καXύτερες μέρες
Δὲν )χει σημασία τεXικὰ ?ν 5ὲν τὶς γν´ρισαν, Xένε τὸ
μάθημα
ο, #5ιοι στὰ παι5ιά τους
ἘXπί_οντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁXυσί5α
Ἴσως στὰ παι5ιὰ τῶν παι5ιῶν τους @ στὰ παι5ιὰ τῶν
παι5ιῶν
τῶν παι5ιῶν τους.
Hρὸς τὸ παρόν, στὸν παXιὸ 5ρόμο ποὺ Xέγαμε, ὑ|´νεται
ἡ Tράπε_α ZυναXXαγῶν
- ἐγὼ συναXXάσσομαι, ἐσὺ συναXXάσσεσαι, αὐτὸς
συναXXάσσεται-
Tουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ
μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξι5έ|ω ἡ 4XXά5α μὲ πXηγ´νει, )Xεγε κι ὁ
Hοιητὴς
A 4XXά5α μὲ τὰ .ραῖα νησιά, τὰ .ραῖα γραφεῖα,
τὶς .ραῖες ἐκκXησιὲς
A 4XXὰς τῶν 4XXήνων.
Ἡ ἀyóπµ sἶναι ὁ çόµος...
A ἀγάπη ε(ναι ὁ φόßος ποὺ μᾶς ἑν´νει μὲ τοὺς ἄXXους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ 5άκρυα
Ὅταν μα_ί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Tὰ τεXευταῖα μας σχήματα τῶν παι5ικῶν αἰσθημάτων
Kαὶ τί κρατ3 τάχα τὸ χέρι ποὺ ο, ἄνθρωποι 5ίνουν;
Fέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ Xογισμός μας ξεγεX3
Tὴν Bρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξερι_´θηκε
Zὰ μίαν ἐκ_ήτηση παράXογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρί_ουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαXὸ μία
ρυτί5α
ßρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παι5ιά τους μεγάXωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγα_α καὶ στὰ καφενεῖα τ!ς συνοικίας
5ιαßά_ουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τ!ς καθημερινότητας.)
Hεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄXXους : γιατὶ )τσι νικοῦμε τὴ
_ωὴ
C γιατὶ )τσι φτύνουμε -να--να τὰ τιποτένια ὁμοι´ματα
Kαὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περν3 μίαν
ἡXιαχτί5α
Kάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς _ωικ!ς προ.στορίας.
Iτάνουμε μέρες ποὺ 5ὲν )χεις πιὰ τί νὰ Xογαριάσεις
Zυμßάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ ßρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ "νομά σου
DπXὲς προθέσεις _ω!ς 5ιασφαXί_ουν μίαν ἐπικαιρότητα
&νία, πόθοι, "νειρα, συναXXαγές, ἐξαπατήσεις
Kι ?ν σκέφτομαι ε(ναι γιατὶ ἡ συνήθεια ε(ναι πιὸ προσιτὴ
ἀπὸ τὴν τύ|η.
Mὰ ποιὸς θα᾿ ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ
πέφτει;

Ἀπροσ5ιόριστµ yρονολοyία
Aὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση
Tόσο 5ιαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄXXες μέρες
(Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν)
)σßησεν )τσι ἀνάXαφρα ὅπως <ρθε
χωρὶς νὰ παιχνι5ίσει ὁ 1Xιος στὰ κXα5ιὰ
Tράßηξε τὶς κουρτίνες της μὲ 5ιάκρισην ἡ νύχτα.
Mιὰ μέρα τόσο 5ιάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄXXες
Xωρὶς τὰ σύμßοXα τοῦ «πXήν» καὶ τοῦ «σὺν»
π᾿ αὐXακ´νουν τὴ σκέ|η
Xωρὶς νὰ ßαραίνει κ?ν τὴ _υγαριὰ τ!ς μνήμης
Hὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα
Zὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα.
Ἔτσι )πεσε -να φύXXο ἀπὸ τὸ καXαντάρι
Δίχως τὸν παραμικρότερο 9χο
(Xάθηκε καὶ 5ὲν |άξαμε νὰ τὸ ßροῦμε)
Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε.
Ἴσως -Xές- πὼς 5ὲν *τανε κ?ν μία μέρα
Mόνο που σήμερα φωνά_ουν ἀρνητικὰ ο, ἀριθμοὶ
Tὸ ροXόι γυρισμένο -να ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο
-Aές- πῶς περάσαμε ἀσυνεί5ητα τὰ μεσάνυχτα
+ναν ὁXόισιο ἀσφαXτοστρωμένο 5ρόμο.

Κó0s πρo1
Kάθε πρωὶ
Kαταργοῦμε τὰ "νειρα
Xτί_ουμε μὲ περίσκε|η τὰ Xόγια
Tὰ ροῦχα μας ε(ναι μιὰ φωXιὰ ἀπὸ σί5ερο
Kάθε πρωὶ
Xαιρετᾶμε τοὺς χθεσινοὺς φίXους
O, νύχτες μεγαX´νουν σὰν ἁρμόνικες
-;χοι, καημοί, πεθαμένα φιXιά.
(&σήμαντες ἀπαριθμήσεις
-Tίποτα, Xέξεις μόνο γιὰ τοὺς ἄXXους.
Mὰ ποῦ τεXει´νει ἡ μοναξιά;)

Θó ῾ρ0sι µιὰ µsρα
Oά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ 5ὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Oὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιτα_όμαστε στὰ μάτια
A σιωπή μου θὰ Xέει: Hόσο ε(σαι "μορφη, μὰ 5ὲ
ßρίσκω ἄXXο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Oὰ ταξι5έ|ουμε κάπου, )τσι ἀπὸ ἀνία : γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξι5έ|αμε.
κόσμος |άχνει σ᾿ ὅXη του τὴ _ωὴ νὰ ßρεῖ τουXάχιστο
τὸν )ρωτα, μὰ 5ὲν ßρίσκει τίποτα.
Zκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ _ωή μας ε(ναι τόσο μικρὴ
ποὺ 5ὲν ἀξί_ει κ?ν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
&π᾿ τὴν &θήνα θὰ πάω στὸ Mοντεßί5εο #σως καὶ
στὴ Zαγκάη, ε(ναι κάτι κι αὐτὸ 5ὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισßητήσεις.
Kαπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέXειωτα τσιγάρα
συ_ητ´ντας -να ßρά5υ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι ε(ναι κρῖμα γιατὶ 9ταν τόσο
μα τόσο ἐν5ιαφέρον.
Mιὰ μέρα, ?ς *τανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀXXὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ _ητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Oέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Aρόµοι παλιοί
Δρόμοι παXιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέXειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς #σκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόXη νεκρὴ
Tὴν ἀσήμαντη παρουσία μου ßρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμ´σω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι
ἐγὼ
Fεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατ´ντας μία σπίθα τρεμόσßηστη στὶς ὑγρές μου παXάμες
Kαὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρί_ω κανένα
κι ο7τε κανένας κι ο7τε κανένας μὲ γν´ρι_ε μὲ γν´ρι_ε

Ἤτανs νsοι
O, 5ρόμοι 9ταν σκοτεινοὶ καὶ Xασπωμένοι
τὸ πιάτο στὸ τραπέ_ι Xιγοστό,
τὸ φιXὶ στὸ κατ´φXι 9ταν κXεφτὸ
καὶ )ρωτες μέσα στὶς καρ5οῦXες κXει5ωμένοι
0τανε νέοι *τανε νέοι, 9ταν παι5ιὰ
καὶ )τυχε νά ῾ναι καὶ καXὴ σο5ειὰ
Tὰ ßρά5ια ξενυχτοῦσαν στὰ ὑπόγεια,
καὶ σßάρνα ὁXημερὶς στὶς γειτονιὲς
ἄχ! τὰ σοκάκια ἐκεῖνα κι ο, γωνιὲς
σφιχτὰ ποὺ φυXάξαν τὰ τίμια Xόγια
0τανε νέοι *τανε νέοι, 9ταν παι5ιὰ
καὶ )τυχε νά ῾ναι καὶ καXὴ σο5ειὰ
Δὲν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
-ναν 5ὲν 5ίναν γιὰ τὸ σήμερα παρᾶ
5ὲ ρίχνανε 5ραχμὲς στὸν κουμπαρᾶ
5ὲν κράταγαν με_ούρα καὶ 5ιαßήτη
0τανε νέοι *τανε νέοι, 9ταν παι5ιὰ
καὶ )τυχε νά ῾ναι καὶ καXὴ σο5ειά

Ὅταν µίαν ἄνοι¸µ
Ὅταν μίαν ἄνοιξη χαμογεXάσει
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παXιέ μου φίXε
Kι #σως κανεὶς 5ὲ σὲ προσμένει νὰ γυρίσεις
μὰ ἐγὼ νι´θω τοὺς χτύπους τ!ς καρ5ιᾶς σου
κι -να ἄνθος φυτρωμένο στὴν Bριμη, πικραμένη σου μνήμη
Kάποιο τρένο, τὴ νύχτα, σφυρί_οντας,
: -να πXοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσ5όκητο
θὰ σὲ φέρει μα_ὶ μὲ τὴ νιότη μας
καὶ τὰ "νειρά μας
Kι #σως τίποτα, ἀXήθεια, 5ὲν ξέχασες
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξί_ει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παXιέ μου φίXε

Τὸ σxóxι
ἜXα νὰ παίξουμε...
Oὰ σοῦ χαρίσω τὴ ßασίXισσά μου
;ταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
T´ρα 5ὲν )χω πιὰ ἀγαπημένη
Oὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
T´ρα πιὰ 5ὲν πυροßοXῶ τοὺς φίXους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
ὍXα, ὅXα καὶ τ᾿ ἄXογά μου θὰ στὰ 5´σω
ὍXα, ὅXα καὶ τ᾿ ἄXογά μου θὰ στὰ 5´σω
Mονάχα ἐτοῦτο τὸν τρεXό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ -να χρῶμα νὰ πηγαίνει
5ρασκεX´ντας τὴν μίαν ἄκρη .ς τὴν ἄXXη
γεX´ντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπXίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατ´νοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
ἜXα νὰ παίξουμε...
ßασιXιὰς αὐτὸς 5ὲν *τανε ποτὲ 5ικός μου
Kι %στερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέXω!
Tραßᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ 5ίχως κ?ν "νειρα
ὍXα, ὅXα, καὶ τ᾿ ἄXογά μου θὰ στὰ 5´σω
ὍXα, ὅXα, καὶ τ᾿ ἄXογά μου θὰ στὰ 5´σω
Mονάχα ἐτοῦτο τὸν τρεXό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ -να χρῶμα νὰ πηγαίνει
5ρασκεX´ντας τὴν μίαν ἄκρη .ς τὴν ἄXXη
γεX´ντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπXίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατ´νοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
ἜXα νὰ παίξουμε...
Kι αὐτὴ 5ὲν )χει τέXος ἡ παρτί5α...


Ποιµµατα ποὺ µᾶς 5ιóµασs ἕνα µρó5υ ὁ λοyίας Οtto V...
I
Zὲ 5υὸ Xεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγεXμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄXXο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ' ὅπXου Xόγχη ἀπὸ πίσω
&πό|ε θὰ χτυπήσεις ἀνεXέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς
Oὰ τραßήξεις μπροστὰ τραγου5´ντας ρυθμικὰ ἐμßατήρια
Oὰ τραßήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιXιά5ες ἀνήσυχα
μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιXιά5ες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄXXη
σημαία
+τοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.
Z᾿ -να Xεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς 5´σουν τὸ σύνθημα
Mιὰ XεξοῦXα μικρὴ ποὺ σὲ Xίγο ἐξαίσια θὰ Xάμ|ει.
(Kι ἐγὼ ποὺ )χω μία |υχὴ παι5ικὴ καὶ 5ειXὴ
Hοὺ 5ὲν θέXει τίποτε ἄXXο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Kι ἐγὼ ποXεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Oέ μου, νὰ μάθω γιατί
Kαὶ 5ὲ ßXέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ 5ί5υμο
ἀ5ερφό μου.)

II
Σὲ τοúτµ τὴ çoτοyραçία ἤµουνα νsος xοντὰ 22
χρονῶ. ἐ5ῶ ε(ναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Tὴ Xέγανε Mάρθα )σφιγγε τὸ γιό μου μὲ Xαχτάρα
στὴν ἀγκαXιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ ποXεμήσεις».
ἜκXαιγε σὰν -να μικρὸ κοριτσάκι.
Kι ἐ5ῶ κάποιο σπίτι παXιὸ μ᾿ -ναν κ!πο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη...
...Oυμᾶσαι ὅταν *μασταν παι5ιὰ ε#χαμε -να ξύXι-
νο ἄXογο καὶ μία γυαXιστερὴ τρομπέτα
Tὰ ßρά5ια ξαγρυπνούσαμε στὰ ßιßXία μὲ τὶς ἀρ-
χαῖες ἡρωικὲς ,στορίες
Tὸν ἀθEο μας %πνο τυράννησαν ο, ἀντίXαXοι τῶν
φημισμένων ποXεμιστῶν
/στερα τὰ ξεχάσαμε ὅXα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
X´ντας γιὰ τὰ παι5ιάστικα καμ´ματα.
Ἴσως α7ριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
τωπο
' μία τρυπίτσα ποὺ χωρ3 ὅXο τὸν πόνο τῶν ἀν-
θρ´πων
Hοιὸς ε(μαι; Hοῦ ßρίσκομαι; Zκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐ5ῶ μπροστὰ στὸ στ!θος
Ἴσως θὰ ßρεῖτε ἀκόμα τ᾿ "νομά μου σκαXισμένο.
Hοιὸς τὸ θυμᾶται;
Tάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα... Ἐ5ῶ *μουνα νέος
22 μόXις χρονῶ
Kι ἐ5ῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ Xαχτάρα -να
παι5ὶ στὴν ἀγκαXιά της.
(ἜκXαιγε ἀXήθεια ὅταν )φευγα σὰν -να μικρὸ κο-
ριτσάκι).

Κι ἤ0sλs ἀxόµµ...
Kι *θεXε ἀκόμη ποXὺ φῶς νὰ ξημερ´σει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παρα5έχτηκα τὴν Fττα. ἜßXεπα τ´ρα
Hόσα κρυμμένα τιμαXφ! )πρεπε νὰ σ´σω
Hόσες φωXιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φXόγες.
MιXᾶτε, 5είχνετε πXηγὲς ἀXXόφρονες στοὺς 5ρόμους
Tὸν πανικὸ ποὺ στραγγαXί_ει τὴν καρ5ιά σας σὰ σημαία
Kαρφ´σατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπου5ὴ φορτ´σατε τὸ ἐμπόρευμα
A πρόγνωσίς σας ἀσφαXής: Oὰ πέσει ἡ πόXις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μα_εύω μὲ τάξη,
Iρά_ω μὲ σύνεση τὸ τεXευταῖο μου φυXάκιο
Kρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στοXί_ω
Mὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πXέκω
Mὲ κομμένα μαXXιὰ τὸ 5ίχτυ μου καὶ περιμένω.
Gρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Μιλῶ.
MιXῶ γιὰ τὰ τεXευταῖα σαXπίσματα τῶν νικημένων
στρατιωτῶν
Lιὰ τὰ κουρέXια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Lιὰ τὰ παι5ιά μας ποὺ πουXᾶν τσιγάρα στοὺς 5ιαßάτες
MιXῶ γιὰ τὰ XουXού5ια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ
σαπί_ει ἡ ßροχὴ
Lιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε 5ίχως παράθυρα σὰν κρανία
ξε5οντιασμένα
Lιὰ τὰ κορίτσια ποὺ _ητιανεύουν 5είχνοντας στὰ στήθια
τὶς πXηγές τους
MιXῶ γιὰ τὶς ξυπόXυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαXάσματα
Lιὰ τὶς φXεγόμενες πόXεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς
5ρόμους
Tοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ
κατ´φXια
MιXῶ γιὰ τὶς ἀτέXειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς Xιγοστεύει
τὰ ξημερ´ματα
Lιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς ßηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς
πXάκες
Lιὰ τὰ προαύXια τῶν φυXακῶν καὶ γιὰ τὸ 5άκρυ τῶν
μεXXοθανάτων.
Mὰ πιὸ ποXὺ μιXῶ γιὰ τοὺς |αρά5ες
H᾿ ἀφήσανε τὰ 5ίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ ßήματά Tου
Kι ὅταν Aὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ 5ὲν ξαποστάσαν
Kι ὅταν Aὐτὸς τοὺς πρό5ωσε αὐτοὶ 5ὲν ἀρνηθ!καν
Kι ὅταν Aὐτὸς 5οξάστηκε αὐτοὶ στρέ|αν τὰ μάτια
Kι ο, σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Kι αὐτοί, γαXήνιοι, τὸ 5ρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη 5ὲν )χει
Xωρὶς τὸ ßXέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει : νὰ Xυγίσει
Gρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοßερὴ ἐρημία τοῦ πXήθους.

Ἐπιτóçιο
Ἐ5ῶ ἀναπαύεται
A μόνη ἀνάπαυση τ!ς _ω!ς του
A μόνη του στερνὴ ,κανοποίηση
Nὰ κείτεται μα_ὶ μὲ τοὺς ἀφέντες του
Zτὴν #5ια κρύα γ!, στὸν #5ιο τόπο.

Αὐτοὶ 5ὲν sἶναι οἱ 5ρόµοι ποὺ yνoρίσαµs...
Aὐτοὶ 5ὲν ε(ναι ο, 5ρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
&XXότριο πX!θος -ρπει τ´ρα στὶς Xεωφόρους
&XXάξαν καὶ τῶν προαστίων ο, ὀνομασίες
H|´νονται ἄσυXα στὰ γήπε5α καὶ στὶς πXατεῖες.
Hοιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐ5ῶ ο, ἐπίγονοι
AιθοßοXοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοι´ματα,
E(σαι -νας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκXησίασμα
Kι ἀπὸ τὸν ἄμßωνα ἀφορί_ουνε τοὺς ξένους
Pίχνουνε στοὺς ἀXXόγXωσσους κατάρες
Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς 5ια5ρόμους χ´σου
Zτὶς 5αι5αX´5εις κρύπτες ποὺ 5ὲν προσεγγί_ει
O7τε φωνὴ ἀγριμιοῦ : 9χος τυμπάνου
Ἐκεῖ 5ὲ θὰ σὲ ßροῦν. Lιατί ?ν σ᾿ ἀφορίσουν
Kάποιοι -ἀναπόφευκτα- στὰ χείXη τους θὰ σὲ προφέρουν
O, σκέ|εις σου θ᾿ ἀXXοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀπο5´σουν
Tιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.
Mὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Tεντ´σου ἀπορρίπτοντας τῶν Xόγων σου τὴν πανοπXία
Kάθε ἐξωτερικὸ περίßXημά σου περιττὸ
Kαὶ τ!ς Zιωπ!ς τὸ μέγα 5ιάστημα, )τσι,
Tεντ´σου νὰ πXηρ´σεις συμπαγής.

Ἡ ἀπόçασµ
E(στε ὑπὲρ : κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ -να ναὶ : μ᾿ -να "χι.
Tὸ )χετε τὸ πρόßXημα σκεφτεῖ
Hιστεύω ἀσφαXῶς πὼς σᾶς ßασάνισε
Tὰ πάντα ßασανί_ουν στὴ _ωὴ
Hαι5ιὰ γυναῖκες )ντομα
BXαßερὰ φυτὰ χαμένες Iρες
ΔύσκοXα πάθη χαXασμένα 5όντια
Mέτρια φίXμς. Kι αὐτὸ σᾶς ßασάνισε ἀσφαXῶς.
MιXᾶτε ὑπεύθυνα Xοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ : "χι.
Zὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς _ητοῦμε πιὰ νὰ πά|ετε
Tὶς ἀσχοXίες σας νὰ 5ιακό|ετε τὴ _ωή σας
Tὶς προσφιXεῖς ἐφημερί5ες σας τὶς συ_ητήσεις
Zτὸ κουρεῖο τὶς Kυριακές σας στὰ γήπε5α.
Mιὰ Xέξη μόνο. Ἐμπρὸς Xοιπόν:
E(στε ὑπὲρ : κατά;
Zκεφθεῖτε το καXά. Oὰ περιμένω.

If...
=ν - Xέω ἄν...
?ν ὅXα 5ὲ συνέßαιναν τόσο νωρὶς
ἡ ἀποßοXή σου ἀπ᾿ τὸ Lυμνάσιο στὴν EJ τάξη,
μετὰ Xα.5άρι, Kι-Zτράτης, Mακρονήσι, 2τ_ε5ίν,
?ν στὰ 42 σου 5ὲν *σουν μὲ σπον5υXοαθρίτι5α
%στερα ἀπὸ τὰ ε#κοσι χρόνια τ!ς φυXακ!ς
μὲ 5υὸ 5ιαγραφὲς στὴν πXάτη σου, μιὰ 5ήXωση
ἀποκηρύξεως ὅταν σ᾿ ἀπομονῶσαν στὸ Tυχιατρεῖο
?ν - σήμερα Xογιστὴς σ᾿ -να κατάστημα ἐ5ω5ίμων-
ἄχρηστος πιὰ γιὰ ὅXους, στιμμένο Xεμόνι,
ξοφXημένη περίπτωση, μὲ ἰ5έες ἀπὸ καιρὸ ξεπερασμένες,
?ν - Xέω ἄν...
μὲ Xίγη καXὴ θέXηση ἐρχόνταν ὅXα κάπως 5ιαφορετικὰ
: ἀπὸ μία τυχαία σύμπτωση, ὅπως σὲ τόσους καὶ τόσους
συμμαθητές, φίXους, συντρόφους - 5ὲ Xέω ἀßρόχοις ποσὶ
ἀXXὰ ἄν...
(Iτάνει. M᾿ αὐτὰ 5ὲ γράφονται τὰ ποιήματα. Mὴν
ἐπιμένεις.
$XXον ἀέρα θέXουν γιὰ ν᾿ ἀρέσουν, ἄXXη «μετουσίωση».
Tὸ παραρίξαμε στὴ θεματογραφία).

Ἀçιsρoσµ
Lιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
Lιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
Lιὰ τὰ παι5άκια ποὺ μεγάXωσαν
Lιὰ τὰ πXοῖα ποὺ ἄραξαν
Lιὰ τὴ μάχη ποὺ κερ5ήθηκε
Lιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρε|ε
Lιὰ ὅXα ὅσα τέXειωσαν χωρὶς ἐXπί5α πιά.
Προσys5ιο 5οxιµίου πολιτιxῆς ἀyoyῆς
O, τσαγκαρά5ες νὰ φτιάσουν ὅπως πάντα γερὰ παπούτσια
O, ἐκπαι5ευτικοὶ νὰ συμμορφ´νονται μὲ τὸ ἀναXυτικὸ
πρόγραμμα τοῦ Hπουργείου
O, τροχονόμοι νὰ σημει´νουν μὲ σχοXαστικότητα τὶς
παραßάσεις
O, ἐφοπXιστὲς νὰ καθεXκύουν 5ιαρκῶς νέα σκάφη
O, καταστηματάρχες ν᾿ ἀνοίγουν καὶ νὰ κXείνουν σύμφωνα μὲ
τὸ ἑκάστοτε .ράριο
O, ἐργάτες νὰ συμßάXXουν εὐσυνεί5ητα στὴν ἄνο5ο τοῦ
ἐπιπέ5ου παραγωγ!ς
O, ἀγρότες νὰ συμßάXXουν εὐσυνεί5ητα στὴν κάθο5ο τοῦ
ἐπιπέ5ου καταναX´σεως
O, φοιτητὲς νὰ μιμοῦνται τοὺς 5ασκάXους τους καὶ νὰ μὴν
ποXιτικοXογοῦν
O, πο5οσφαιριστὲς νὰ μὴ 5ωρο5οκοῦνται πέραν ἑνὸς Xογικοῦ
ὁρίου
O, 5ικαστὲς νὰ κρίνουν κατὰ συνεί5ησιν καὶ ἐκτάκτως
μόνον, κατ᾿ ἐπιταγὴν
τύπος νὰ μὴ γράφει ὅ,τι πιθανὸν νὰ ἐμßάXXει εἰς
ἀνησυχίαν τοὺς φορτοεκφορτωτάς
O, ποιητὲς ὅπως πάντα νὰ γράφουν .ραῖα ποιήματα.
Σημ.: Hρόκειται περὶ προσχε5ίου, .ς ὁ τίτXος, καὶ
προσφέρεται εἰς ἐXευθέραν 5ημοσίαν συ_ήτησιν. Mετὰ τὰς
ἀκουσθησομένας ἀπό|εις θὰ γίνει τεXικὴ ἐπεξεργασία ὑπὸ
ὁμά5ος ἐγκρίτων Hοιητῶν καὶ θὰ παρα5οθεῖ εἰς τὸ κοινὸ πρὸς
γνῶσιν καὶ ἀναμόρφωσιν.

Τóρα sἶναι ἁπλὸς 0sατµς...
T´ρα ε(ναι ἁπXὸς θεατὴς
&σήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πX!θος
T´ρα πιὰ 5ὲ χειροκροτεῖ 5ὲ χειροκροτεῖται
Fένος περιφέρεται στῶν ὁ5ῶν τὸ κάXεσμα-
Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ ο, νέοι σαXπιγκτὲς
Tῶν ἐπίXεκτων κXάσεων τοῦ μέXXοντος
O, κραυγὲς τοὺς γκρεμί_ουν τὰ σαθρὰ τείχη
Tήκουν τὴ Xάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες
Ἔρχονται ο, ἁγνοί, ο, ἀνυπόκριτοι.
O, ßιαστές, ο, ἀμέτοχοι, ο, παρθένοι.
O, πονηροὶ συν5αιτυμόνες, ο, ἀθῶοι
O, Xηξίαρχοι τῶν ἡμερῶν μας
Ἔρχεται τὸ μεγάXο παρανάXωμα
Mέσα στοὺς πί5ακες τῶν πρόσχαρων νερῶν.
Ἔρχονται ο, τεXευταῖες προ5ιαγραφές
Mὰ τ´ρα αὐτὸς ε(ναι ἁπXὸς θεατὴς
&ν´νυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πX!θος
Mὲ τὰ χέρια στὸ στ!θος σὰν -τοιμος νεκρὸς
T´ρα πιὰ 5ὲ χειροκροτεῖ 5ὲ χειροκροτεῖται.
(Nὰ ξέρεις πάντα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς)

Τὸ πρo1
Tὸ πρωὶ
Zτὶς 5
ξηρὸς
MεταXXικὸς 9χος
/στερα ἀπὸ τὰ φορτωμένα καμιόνια.
Hοὺ θρυμματί_ουνε τὶς πόρτες τοῦ %πνου.
Kαὶ τὸ τεXευταῖο «ἀντίο» τ!ς παραμον!ς
Kαὶ ο, τεXευταῖοι ßηματισμοὶ στὶς ὑγρὲς πXάκες
Kαὶ τὸ τεXευταῖο σου γράμμα
Zτὸ παι5ικὸ τετρά5ιο τ!ς ἀριθμητικ!ς
Zὰν τοῦ μικροῦ παραθυριοῦ τὸ 5ίχτυ
Hοὺ τεμαχί_ει μὲ κάθετες μαῦρες γραμμὲς
Tοῦ πρωινοῦ χαρούμενου 1Xιου τὴν παρέXαση.

Χsιµóνας 1942
Fημέρωσεν ὁ 5είχτης πάXι Kυριακή.
4φτὰ μέρες
A μιὰ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἄXXη
Δεμένες
Xόι5ιες
Zὰ χάντρες κατάμαυρες
Kόμπο Xογιῶν του Zεμιναρίου.
Mιά, τέσσερις, πενηντα5υό.
+ξι μέρες ὅXες γιὰ μία
+ξι μέρες ἀναμονὴ
+ξι μέρες σκέ|η
Lιὰ μία μέρα
Mόνο γιὰ μία μέρα
Mόνο γιὰ μίαν Bρα
&πόγευμα κι 1Xιος.
Lρες
Tαυτισμένες
Xωρὶς συνεί5ηση
Hροσπαθ´ντας μία Xάμ|η
Zὲ φόντο σεXί5ων
Mὲ πένθιμο χρῶμα
Mιὰ μέρα ἀμφίßοXης χαρᾶς
Ἴσως μόνο μίαν Bρα
Aίγες στιγμὲς
Tὸ ßρά5υ ἀρχί_ει πάXι ἡ ἀναμονὴ
HάXι μίαν ἑß5ομά5α, τέσσερις, πενηντα5υό
Zήμερα ßρέχει ἀπ᾿ τὸ πρωί.
+να κίτρινο χιονόνερο.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->