ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ

ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΥ
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ

PDF που παράγονται χρησιμοποιώντας την ανοικτού περιεχομένου εργαλειοθήκη mwlib. Βλέπε http://code.pediapress.com/ για περισσότερες
πληροφορίες.
PDF generated at: Thu, 18 Oct 2012 10:34:34 UTC

Περιεχόμενα
Άρθρα
Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α

1

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β

6

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ

10

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ

15

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε

20

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ

28

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ

32

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η

40

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ

45

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι

49

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ

56

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ

61

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ

66

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ

70

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ

75

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ

81

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ

88

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ

93

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ

97

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ

102

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ

109

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ

114

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ

118

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ

127

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ

139

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ

147

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ

156

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΗ

163

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ

165

Παραπομπές
Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες

Άδειες Άρθρου

172

Άδεια

173

που έβγαινε κείνη την ώρα από τον ξενώνα. άντρες και γυναίκες έφθαναν με τα παιδιά τους. ..Αμέ βέβαια είναι γεμάτα! Δεν ήξερες να το συλλογιστείς πρωτύτερα. που από την πολλή την κούραση. να το πλαγιάσεις σε κανένα κρεβάτι. Τα ματάκια του βασίλεψαν και αποκοιμήθηκε ευθύς. να με συμπαθήσεις. . ένας γέρος έστεκε και με παρακάλια γύρευε να πείσει τον ξενοδόχο να τον αφήσει να μπει μέσα. Τράβα παρακάτω. Ήταν παστρικά ντυμένος. . Ο γέρος άπλωσε το χέρι και τον βάσταξε. είπε αγανακτισμένος. Όχι κρεβάτι και στρώμα. γέρο μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α Ο κόσμος ήταν ανάστατος στην Αδριανούπολη. του είπε ο ξενοδόχος. . Στην ανοιχτή πόρτα ενός ξενώνα. Στάσου! Έλα μαζί μου! Κάτι θα σου βρω. 1 . δεν είδε το παιδί και κόντεψε να το χτυπήσει. για να παραβρεθούν στο νυχτερινό εκείνο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Ένας νέος χωρικός. όλα τα πανδοχεία ήταν γεμάτα. είπε πιο σιγά. . και μια στιγμή το μάτι του σταμάτησε στα χέρια που κρατούσαν το κοιμισμένο παιδί. παιδί μου! είπε ο γέρος αναστενάζοντας. Σε πανηγύρι έρχεσαι. και με το μάτι γύρευε μια γωνίτσα που να χωθεί με το κοριτσάκι του.Άλλο μέρος δε βρήκες. ο χωρικός ξεκίνησε ακολουθώντας την όχθη του ποταμού.Όχι. Και με το κοριτσάκι στην αγκαλιά. Κι εγώ δεν είμαι του τόπου.Όχι.. Κόντεψα να το σκοτώσω! Δεν το παίρνεις μέσα το δύστυχο. Θα λυπηθεί το παιδί σου. Ο γέρος δεν αποκρίθηκε αμέσως.. που μ' ένα κανάτι κρασί στο χέρι έτρεχε από τον ένα μουσαφίρη στον άλλο. Και τα σπίτια ακόμα τα ιδιωτικά εφίλευαν συγγενείς και φίλους. Έρχομαι από πολύ μακριά και δεν ξέρω τον τόπο. ούτε ήξερα πως αυτό το κακό γίνεται δω. παππού. που ο χωρικός τον λυπήθηκε.Δεν μπορώ πια.Δεν έρχουμουν στο πανηγύρι.Δεν έχει θέση. και η Κυρά έχει μεγάλη καρδιά. ύστερα από το βασίλεμα του ήλιου. μα ούτε άχυρα πια δεν έχω να σου δώσω.. Ούτε δω. Έλα να κοιμηθούμε δω. αποκρίθηκε ο γέρος αποθαρρυμένος. . ειδεμή θα σου έλεγα να έλθεις σπίτι μου. Ο χωρικός σταμάτησε και βλέποντας το κοριτσάκι. ρώτησε το γέρο που περπατούσε πλάγι του.Εγγονάκι σου είναι το μικρό. πλάγι στον Έβρο ποταμό. γιατί πούπετα δε βρίσκουνταν πια θέση.. . άνθρωπε μου.Πρόσεχε! φώναξε. Η φωνή του γέρου μαρτυρούσε τέτοια κούραση. να κοιμήσεις το παιδί. όλοι στολισμένοι με τα καλύτερα τους ρούχα και τα πολυτιμότερα διαμαντικά. είπε. έσερνε πια τα ποδαράκια του. κανένας δε μας δέχεται! Όλα τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα και δεν ξέρω πού να πάγω! . μουρμούρισε. αν και φτωχικά.. δε μας θέλουν. Από σπίτι σε σπίτι είχαν γυρίσει όλο το απόγευμα και από παντού τους είχαν διώξει. Απ' όλες τις χώρες και τα χωριά της γειτονιάς.. Μα το παιδάκι έπεσε στα χώματα και ακούμπησε το κεφάλι του στο πεζούλι της πόρτας. Όλοι οι ξενώνες..Πάμε. ώστε οι τελευταίοι που έφθαναν κατά το βράδυ δεν έβρισκαν πια ούτε κρεβάτι ούτε καν στρώμα να ξαπλωθούν. γεμίζοντας τις κασσιτερένιες κούπες. . έσκυψε και το σήκωσε. και με καημό κοίταζε ο γέρος τη γεμάτη σάλα όπου πλήθος άνθρωποι έτρωγαν κι έπιναν. Πηγαίνω στου Κατεπάνω Κρηνίτη1. αποκρίθηκε ο γέρος. που τον καιρό εκείνο εορτάζουνταν με μεγάλη ευλάβεια και πολυτέλεια στην πρωτεύουσα της Θράκης. παιδί μου. . χριστιανέ μου. και τέτοια ώρα φτάνεις. και από το χέρι του βαστούσε ένα κοριτσάκι ως τεσσάρων πέντε χρόνων. Σα σαστισμένος κοίταξε το νέο χωρικό.

είμαι Έλληνας. . καλό είναι να μάθεις να σωπαίνεις. Μα είσαι φίλος.Άκουσε.Ναι. Πως μου τα είπες εμένα δεν πειράζει.Το διαβατήριο αυτό χρησιμεύει μόνο σ' όποιον μπορεί να παρουσιάσει μαζί κι ένα σημάδι. γερο-Παγράτη.Χωρατεύεις. Πες μου πού πηγαίνεις. τον ξέρω. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α .Πώς γίνεται. όπου βρίσκεται χαραγμένο τ' όνομα της Αυγούστας Ελένης. Λίγη ώρα πήγαιναν σιωπηλοί. .Διάβολε! Όλη τη Μακεδονία την πέρασες και δε σε σταμάτησε κανένας.Σαν ενώθηκε ο Νικουλιτσάς με τον τσάρο Σαμουήλ. πώς πέρασες με διαβατήριο γυναίκας. Σαν τι. μα έρχομαι από τη Σκάμπα.Ποιος είσαι. έκανε σαστισμένος ο χωρικός. διέκοψε ο άλλος ταραγμένος.Λες πως έρχεσαι από μακριά. Ένας Βούλγαρος θα σ' έπνιγε σα λαγό για να σου πάρει το διαβατήριο και το σταυρό. ξένος κι άγνωστος. και το κομμένο δάχτυλο του αριστερού σου χεριού θα μου έλεγαν ποιος είσαι. Οι κατάσκοποι δε λείπουν και από τα δυο μέρη. είχα κάτι άλλο που μ' άνοιγε όλες τις πόρτες. Μα πες μου. . Και όταν μπήκα στις ελληνικές χώρες. Θεός σχωρέσ' την! Ο νέος τον λοξοκοίταξε. Σ' εποχή πολέμου ένα τέτοιο χαρτί είναι επικίνδυνο. . . γέρο. . ακόμα και αν δε σε είχα δει με ράσο καλόγερου.Όχι.Όχι.Μπα. . Πώς μπορεί να το υπέγραψε ο Δαφνομήλης.Τι σημάδι. . Μην τον ξέρεις κι εσύ.Διαβατήριο με τη βούλα του Ευστάθιου Δαφνομήλη. Το σημάδι της σαΐτας που σου τρύπησε το φρύδι. Ήμουν σε δημόσια θέση στη Σκάμπα και τα χαρτιά μου ήταν τακτικά. Μα είναι αρχοντόπουλο. Ο χωρικός το κοίταξε και είπε με συμπάθεια: . δεν έχει γονείς το άμοιρο. και στις μέρες που ζούμε. . είπε ήσυχα ο γέρος.Ναι.Του παλιού σου φίλου. Και τώρα μη φοβάσαι τίποτα! Ό. Μα μπορούσα να είμαι Βούλγαρος και τότε την είχες άσχημα. είπε. Ούτε παιδί σου δεν είναι βέβαια! . Ο χωρικός σταμάτησε και ακούμπησε το χέρι στον ώμο του γέρου.Είσαι ο πατέρας του Γρηγόρη. και η μάνα του και ο πατέρας του ήταν όμορφοι. είπε ο γέρος χωρίς να ταραχτεί. είπε σοβαρά ο χωρικός. με το ράσο του γιου μου. ναι.Δε λέει όνομα το διαβατήριο. . γέρο! . Τα ρούχα σου μοιάζουν βουλγάρικα. είπε ο γέρος. . .Πού τον ξέρεις τον Ευστάθιο Δαφνομήλη. Νικήτα! Ο νέος πήρε το χέρι του γέρου και το φίλησε με συγκίνηση.τι μπορώ θα το κάμω για να σε βοηθήσω εδώ που ήλθες. . βγήκες από την πολιορκημένη χώρα κι έτρεξες στον αυτοκράτορα που τραβούσε κατά τη Θεσσαλονίκη. μια συμβουλή θα σου δώσω μιλάς πολύ. .Ένα σταυρό στολισμένο μαργαριτάρια. 2 . ..Από τον Γρηγόρη έμαθα να σε γνωρίζω και να σ' αγαπώ. Ο χωρικός τον κοίταξε και είπε λαφριά: .Το ξέρω. ρώτησε.Στις βουλγάρικες χώρες δε βρήκα δυσκολία. .Το καημένο! Τι όμορφο που είναι! .Το ξέρεις πως δε χωρατεύω. τον ήξερε η μάνα του παιδιού.Δεν είμαι Βούλγαρος. . ρώτησε σοβαρά. και μαζί ξαναπολιόρκησαν τα Σέρβια που μόλις τα είχε κυριεύσει ο βασιλιάς μας εσύ. .Δεν τον ξέρω εγώ. . Πρόσεχε σε ποιον μιλάς. Ο χωρικός γύρισε απότομα και τον κοίταξε. και τον πρόφθασες και τον εγύρισες πίσω. . κι εσύ είσαι κατάσκοπος..

Ξέρω!. Έφυγε λοιπόν από την Πόλη. θέλησε να πάγει το παιδί της να προσκυνήσει τον τάφο του πατέρα του. Και πώς τα ξέρεις εσύ όλ' αυτά. Τράβηξα πολλά. .Ναι. Έφαγα τα πόδια μου στους δρόμους! Πήγα στη Θεσσαλονίκη. τότε που σ' εγνώριζαν όλοι με τ' όνομα ο Νικήτας ο βαρκάρης. με τη βοήθεια του. θυμούμαι! είπε ο Νικήτας συλλογισμένος. και μου διηγήθηκε πως έφυγες εσύ και πως έσκασες τρία άλογα για να προφθάσεις τον Αυτοκράτορα στο δρόμο της Θεσσαλονίκης. Ταξίδευε με τη γυναίκα του ντυμένη αντρίκεια. στα τελευταία της.Κι έφυγες ευθύς.. Λοιπόν το αγόρι εκείνο. όπως μόνος ο Αυτοκράτορας ξέρει να το κάνει. Οι γιατροί την έβλεπαν που μαραίνουνταν κάθε μέρα και δεν καταλάβαιναν τι έχει! Εγώ ξέρω τι την έτρωγε· πάγει από ραγισμένη καρδιά!.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α . και τον άφησε. τον καιρό που με το ράσο του γύριζες εσύ στα βουλγάρικα μέρη κι έμενε αυτός κρυμμένος στη φυλακή μου. Εκείνες τις μέρες η Βέρροια είχε παραδοθεί στο Βασιλιά μας χωρίς μάχη. . πήγα στη Βασιλεύουσα. Σαν ένιωσε πως κοντεύει το τέλος της.Μόλις μπόρεσα. εγώ.. Ο Αυτοκράτορας τον έστειλε με μυστική αποστολή στα εχθρικά χώματα.Και πώς έτυχε να γυρίσει πάλι στη Σκάμπα η δύστυχη. πήγε στο μοναστήρι του Στουδίου. για να το αναγνωρίσει η Αυγούστα. και με το διαβατήριο του Ευστάθιου Δαφνομήλη πήγε στο Δυρράχιο. Εκεί γεννήθηκε το παιδί της.Μου τα διηγήθηκε πέρσι ο Γρηγόρης. .Δεν ξέρω. . και τώρα βρίσκεται κλεισμένος στις φυλακές της Βασιλεύουσας. . .Της Αυγούστας.. γερο-Παγράτη. Εκείνος ο κοντός ανθρωπάκος. Δεν έμαθα πια τι απόγινε ο Νικουλιτσάς. ο παραγιός. 3 . . και πέθανε κει. εξήγησε ο γέρος. . Ο Γρηγόρης ήλθε τότε και με βρήκε.Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του Βασιλείου. και μόνη της εκρέμασε το σταυρό στο λαιμό του παιδιού.Πήγα να παραδώσω το παιδί στα χέρια της Αυγούστας. Μα η υγεία της ήταν κατεστραμμένη. αλήθεια. έμαθα πως δραπέτευσε ο Νικουλιτσάς και πως έτρεξε με τον καταραμένο του τον Σαμουήλ να πολιορκήσει πάλι τα Σέρβια. δεν έγιανε ποτέ. λες. . Άφησα τη γριά μου να φροντίζει την καντήλα των τάφων κι έφυγα. Ο Γρηγόρης κι εγώ τη θάψαμε πλάγι στον καλό της.. Μα πέθανε η Αυγούστα.Στο μοναστήρι όπου ήμουν κρυμμένος τότε. Το ήξερε πως θα πέθαινε και ζήτησε να τη θάψουν πλάγι στον άντρα της. άρρωστη.. ήταν γυναίκα του. λένε. και τους πέρασες εσύ με τη βάρκα σου από τη μιαν όχθη της λίμνης της Πρέσπας στην άλλη.Ναι. Παν έξι χρόνια από τότε. Μα του έβαλε όρο να μην ξαναγυρίσει στη Βουλγαρία. . τον εσυγχώρησε.Έφυγε.Και τον είδα. λένε. ο Νικουλιτσάς σαν λεοντάρι. λένε πως πολεμούσε! Όταν έπεσε όμως το φρούριο και τον έπιασε ο βασιλιάς μας. Με το χέρι σκούπισε ο γέρος τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια του. . κι έπεσε ξαφνικά στους πολιορκητές και τους έτρεψε σε φυγή. γιατί ο τόπος ήταν ανάστατος.Τ' όνομα δεν το ξέρεις· μα τους γονείς του τους αντάμωσες..Τι πήγες να κάνεις στη Βασιλεύουσα.Εγώ. κι ελεύθερο! Αλήθεια είναι.Σαν χήρεψε. μπήκε στη Σκάμπα. μα του έστησαν καρτέρι και τον ξανάπιασαν. και από κει με στείλανε δω. . . κι από δω Κύριος οίδε πού θα με στείλουν! Απόκανα στους κόπους! . . Εκείνες τις μέρες έφθασε και η μάνα του παιδιού. μα τα Σέρβια βαστούσαν. ρώτησε ο Νικήτας. κι από κει.. . και πως γύρισε ο Αύγουστος σαν αστραπή. Ο Νικήτας τον κοίταξε σαστισμένος. Εντολή μου άφησε να πάγω το παιδί της στη βασίλισσα.. κι εκεί σκοτώθηκε. Τίνος παιδί είναι λοιπόν. Με τα χέρια μου τον έθαψα στην αυλή της φυλακής όπου ήμουν δεσμοφύλακας. αποκρίθηκε ο Νικήτας. παιδί μου! είπε με κούραση ο γέρος. .

Δόξα τω Θεώ! είπε ο Παγράτης και σταυροκοπήθηκε.Είναι δικός μου άνθρωπος. πλουσιοντυμένα κι αυτά με τα 4 .Μη φωνάζεις τόσο δυνατά. ούτε μια ματιά δεν έριχνε γύρω του. με τα αλαβάστρινα συντριβάνια που σκορπούσαν τα νερά τους κι έχυναν τη δροσιά τους στη ζεστή ατμόσφαιρα της αυγουστιάτικης βραδιάς. . Εσύ τώρα θα μου πεις τι να κάνω και πού να πάγω να βρω το Βασιλέα. αδελφέ. . μα δεν είδε κανένα. . Σαν ξέκοψε. θυμάται πως είναι βασιλιάς. αφού πέρασε το πολύ κρύο κι έλιωσαν τα χιόνια.Εσύ θα μου το πεις. Διέταξε. να πας αμέσως στο δωμάτιο του. τόσο αυθάδεις γίνηκαν. Κουβεντιάζοντας. Ο Νικήτας προχωρούσε αδιάφορα. μη σ' ακούσει κανένας και του το πει! Τότε είναι που θα δοκιμάσεις τη δύναμη του! Σα θέλει να εκδικηθεί. και βρισκόμαστε μακριά από το Ιερό Παλάτι. . Ο Νικήτας έβγαλε απ' τον κόρφο του ένα έγγραφο και αφού το εξέτασε ο φρουρός του το επέστρεψε λέγοντας: . . του είπε μαγεμένος. Τελείωσαν πια τα βάσανα σου! Θα σε πάρω μαζί μου. Τι τράβηξα. που ούτε να ξεμυτίσομε δεν τολμούσαμε μεις! Καλά έκανε και τον κλείδωσε στη φυλακή ο Αύγουστος. Είπα πως ο Αύγουστος ο Κωνσταντίνος θ' αναγνωρίσει το σταυρό και το παιδί και τράβηξα για τη Βασιλεύουσα. και το μάθανε οι Βούλγαροι. Αφησε τον να περάσει. στην ώρα έφθασες.Καλά λες πως ο Θεός σε λυπήθηκε. είπε.Το ποτάμι δεν έχει αυτιά. τράβηξα για τη Θεσσαλονίκη. γιατί θαυμάζει την ανδρεία του που είναι μεγάλη. δε σου το λέγω.. τον τράβηξε από το ρούχο για να του δείξει τη μαγευτική ομορφιά του κήπου. Έπειτα φεύγω αύριο. όπου τα μυρωδάτα τριαντάφυλλα και οι υπερήφανοι κρίνοι σκορπούσαν το μεθυστικό τους μοσχοβόλημα. είπε ο Παγράτης. πού πήγες. Ο Νικήτας γέλασε. . και ξέρει ν' αναγνωρίζει τα προτερήματα των εχθρών του. έφθασαν σ' ένα μεγάλο αρχοντικό παλάτι με καμάρες μαρμαρένιες. έδινε διαταγές του επιστάτη της που την άκουε με σεβασμό. πλούσια ντυμένη και στολισμένη με πολύτιμα διαμαντικά. Στην έξω πύλη φύλαγε ένας φρουρός. το χλωρό χορτάρι που σαν πυκνό χαλί πράσινο απλώνουνταν δεξιά. Ο γέρος αυτός τι θέλει μαζί σου. είπε ο Νικήτας. Πήρα πάλι τα πόδια μου και γύρισα βόρεια. Σαν απελπίστηκα από τον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Μου είπαν πως βρίσκεται στη Βουλγαρία. γερο-Παγράτη. αριστερά. Ο Θεός με λυπήθηκε και σ' έβαλε στο δρόμο μου. . Μα ο γερο-Παγράτης. είπε.Ο Κατεπάνω σε περιμένει. αμάθητος από αριστοκρατική πολυτέλεια. Έπειτα είδα και ωραιότερα στα παλάτια της Πόλης. Αύριο φεύγω για τον Δούναβη όπου βρίσκεται ο Αυτοκράτορας. αποκρίθηκε ο Νικήτας. σαν ξαναπεράσεις. Ναι! Αυτός ν' αναγνωρίσει το παιδί! Ούτε να το δει θέλησε! Ούτε εγώ δεν τον είδα! Έχασα στην Πόλη εβδομάδες και μήνες. το γλέντι μόνο γυρεύει! Ο Νικήτας γέλασε. καρφί δεν του καίγεται! Ας είναι καλά ο Βασίλειος που τραβά τις σκοτούρες του θρόνου! Η αφεντιά του. Ο Παγράτης κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Μα πες μου τα δικά σου. χωμένος στη διασκέδαση.Ύστερα από καιρό. Μα εκεί έμαθα πως από καιρό είχε πεθάνει η Αυγούστα! Λυπήθηκα κατάκαρδα μα δεν απελπίστηκα. Μέρα νύχτα. .Δεν έχω καιρό.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α . ανάμεσα στους δρόμους και τους ανθώνες. Από το μοναστήρι σου.Δε σταματάς να θαυμάσεις. Πλάγι της στέκουνταν δυο αγόρια ως δώδεκα χρόνων. ο Κωνσταντίνος. .Για πού. Μπήκαν στην αυλή με τους μαρμαρένιους δρόμους και τα πολύχρωμα ψηφιδωτά. όπου μια αρχόντισσα. δε στάθηκε τρόπος! Δεν τον άφηνε η συλλογή για τ' άλογα του και το ιπποδρόμιο να δει τ' ορφανό του αξιωματικού του.. αποκρίθηκε. Όλες οι πόρτες του σπιτιού ήταν ανοιχτές.Το έκανε όμως με βαριά καρδιά. Μπήκαν ίσια σε μια μεγάλη μαρμαροστρωμένη σάλα. Έφθασα σήμερα εδώ αποσταμένος και είδες την απελπισία μου που ούτε κρεβάτι δε βρήκα να πλαγιάσω το παιδί. είπε ο Νικήτας. . είπα να βρω το μεγαλόψυχο αδελφό του.

Ο Νικήτας χαιρέτησε βαθιά.Τι όμορφο παιδάκι! Τίνος είναι. πως ήταν γιος της· το άλλο. Με το χέρι έκανε νόημα σ' όλους να φύγουν. είπε. αποκρίθηκε ο Νικήτας. . Ο Νικήτας δεν αποκρίθηκε. γιατί διστάζεις να μιλήσεις. Ήμουν εκεί όταν στεφανώθηκε την εξαδέλφη σου.τρεις δούλοι του καρφίτσωναν τη χλαμύδα στους ώμους και τον στόλιζαν με τα παράσημα και διαμαντικά του αξιώματος του. . αλλά στην αρχή φαίνουνταν ενθουσιασμένος με την ελευθερία και το γάμο του. όλο όνειρα γεμάτα. χλωμό. Ισως και να μην περίμενε πως θα του χάριζε ο Αύγουστος τη ζωή. Σε λίγο όμως άλλαξε. και γι' αυτό του φαίνουνταν γλυκύτερη η συγχώρεση. Δύο αξιωματικοί στέκουνταν στην πόρτα και άκουαν τις τελευταίες παραγγελίες που τους έδινε ο στρατηγός για το νυχτερινό πανηγύρι.Πώς παραδέχεται την καινούρια του ζωή. παιδί μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α εορτάσιμα τους ρούχα. Φεύγω αύριο πρωί για τη Βιδύνη. Ύστερα ρώτησε: .Λοιπόν. Ωστόσο ένας δούλος είχε φωνάξει τον Νικήτα και τον οδήγησε στο δωμάτιο του διοικητή. ενώ δυο .Όχι. μ' ένα γλυκό χαμόγελο. Και με αγάπη το πήρε από τα χέρια του Νικήτα και το έβαλε χάμω. από την ομοιότητα. . μικροκαμωμένο. . ρώτησε η αρχόντισσα και αψηφώντας το χρυσοκέντητο μεταξωτό φόρεμα της. τον συγκρατεί ακόμα. στρατηγέ. Κυρία. μα είχα δουλειά.Μίλησε μου ελεύθερα. ξέροντας τη μεγάλη σου καρδιά. ήταν η αντίθεση του πρώτου. με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. . είπε ο γέρος. που βρίσκεται τώρα στη φυλακή από κει που ήταν ελεύθερος και πατρίκιος. Έχεις τίποτα σοβαρό να μου αναγγείλεις. .Έρχεσαι από τη Βασιλεύουσα. και δε βρήκε θέση σε κανένα ξενώνα.Είδες τον Δραξάν. Αλλά δεν πιστεύω να μπορέσει ποτέ να συμμορφωθεί με την πολιτισμένη ζωή της Θεσσαλονίκης. .Είναι τούτου του γέρου. αυτοί έχουν βυζάξει και την ανίκητη αγάπη της ελευθερίας 5 . ήλθα να πάρω διαταγές σου. φαίνουνταν. . και να τους δώσουν ευθύς να φάγουν. θα βρούμε θέση και για σένα και για το παιδάκι σου. όπου πηγαίνω γράμματα για το μεγάλο Βασιλέα μας.Η εξαδέλφη σου φαίνεται ευτυχισμένη. κι όταν έκλεισε η πόρτα κι έπεσε πάλι στη θέση της η βελουδένια κουρτίνα. στρατηγέ. με ζωηρά καστανά μάτια. λιγνό. Κι έδωσε διαταγή του επιστάτη να φροντίσει για το γέρο και για το παιδί. Αγαπά πολύ τον άντρα της. έννοια σου. Ξέρεις τίποτα για τον Δραξάν. και μου εξήγησε ο Αύγουστος τις πολιτικές αιτίες που τον έκαναν να επιθυμεί το γάμο αυτόν. μαζεύοντας το παιδάκι στην αγκαλιά του. Άνοιξε τα μάτια του και. Μαζί με το γάλα της μάνας τους. γύρισε στον Νικήτα. Αγαπούσα πολύ την εξαδέλφη μου και θα την ήθελα ευτυχισμένη. Έφθασε χωρίς να ξέρει πως γίνουνταν πανηγύρι.Ήλθες και πριν. στρατηγέ. ψηλό. Ο Κατεπάνω δεν ήταν μόνος. Κάθησε τώρα να ξεκουραστείς. Καλώς ήλθες. . Το ένα.Τον είδα. από τη Θεσσαλονίκη. μελαχρινό. . Μα τα φώτα και οι ομιλίες ξύπνησαν το κοριτσάκι. Το παράδειγμα του Νικουλιτσά. Το σπίτι είναι μεγάλο.Παππού! Παππού! φώναξε αγριεμένο. Μα όταν την αγάπησε ο Βούλγαρος. Η νοσταλγία των βουνών του τον έχει ξαναπιάσει. την Ευδοξία. . Λίγη ώρα ο Κατεπάνω έμεινε σκεπτικός. βλέποντας το ξένο πρόσωπο του χωρικού.Όχι. τρόμαξε. Τον έφερα εδώ. γέρο. γονάτισε κοντά στο κοριτσάκι και το τράβηξε στην αγκαλιά της. είπε η αρχόντισσα. και ο γέρος αυτός είναι ο πατέρας του καλύτερου μου φίλου. . ύστερα από τόση αντίσταση που έκανε στα Βοδενά. αποκρίθηκε ο Νικήτας. . .Όχι. . δεν επέμεινα πια. Έρχεται από μακριά και είναι αποσταμένος.Εδώ είμαι.Καλά έκανες. είπε με κάποια λύπη ο Κατεπάνω. Κυρία.

παίρνοντας τ' αγόρια από το χέρι. μένει μαζί μας ο μικρός και τον αγαπούμε σαν παιδί μας. δεν μπορώ να τους το προσάψω.Ο Παντοδύναμος να σ' ευλογήσει. είπε. Κυρία μου. Ο πατέρας μας περιμένει να πάμε στην εκκλησία. 6 .Έρχεσαι λοιπόν από τη Θεσσαλονίκη. . είπε του Παγράτη και αύριο φέρε μου πάλι την Αλεξία να την ξαναδώ πριν φύγετε. και απόψε δεν προφθαίνω.Καληνύχτα λοιπόν. Ο Νικήτας χαιρέτησε με σεβασμό και βγήκε από το δωμάτιο. ρώτησε. περίεργο όνομα! Γιατί το δώσανε του παιδιού.Όμορφη όσο και καλή. ενώ στα πόδια της τα δυο αγόρια έπαιζαν με το κοριτσάκι και κουτρουβαλούσαν στο παχύ χαλί ξεκαρδισμένα στα γέλια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α και των βουνών τους.. . Η πατρικία Ευδοξία είναι καλά. Με γλυκό χαμόγελο του αποκρίθηκε η αρχόντισα και.Αυτό. Η αρχόντισσα σηκώθηκε.Στη Βιδύνη.Όχι. βγήκε έξω.Ξεκουράσου ήσυχα. έχομε όμως συγγένεια και είναι ο αχώριστος φίλος του Κωνσταντίνου μου. ο Μιχαήλ δεν είναι δικός μου. Μα εκεί σταμάτησε. ένας δούλος σήκωσε την κουρτίνα της πόρτας. . τρέχοντας στα χέρια και στα γόνατα γύρω στο κοριτσάκι: Δικά σου είναι και τα δυο. αποκρίθηκε ο Παγράτης. Έλα τώρα να σε πάγω στην κάμαρα σου. Με το χέρι χάιδεψε τα σγουρά μαύρα μαλλιά του κοριτσιού. Είδες και τον άντρα της. μουρμούρισε συγκινημένος. τον Δραξάν. μα έχουν την ίδια ηλικία. Πας μακριά. αποκρίθηκε η αρχόντισσα. ε. .Παράδωσε αυτά του Αυτοκράτορα.. . Ο Κατεπάνω χαμογέλασε. και χαρούμενο χαμόγελο ζωήρεψε μια στιγμή το σοβαρό και κάπως σκληρό του πρόσωπο. Και αφότου ξαναπαντρεύτηκε ο πατέρας του. Νικήτα. . είπε. Ήταν τ' όνομα του πατέρα του και. γέρο. καλύτερα θάνατος! Ο Κατεπάνω πήρε από το γραφείο του διάφορα έγγραφα τυλιγμένα και τα έδωσε του Νικήτα. . γιατί θα πάγω κι εγώ στην εκκλησία. .Σου φέρνω ειδήσεις της αδελφής του.Ο εκλαμπρότατος Κατεπάνω σε περιμένει.Κωνσταντίνε. . .Παναγία μου. Δε γνώρισε μητέρα. δείχνοντας τ' αγόρια που έπαιζαν κυνηγητό.Αλεξία. μουρμούρισε. όρθιος. είπε ο Νικήτας σαν έκλεισε το παραπέτασμα. Είναι ώρα να πάγω στην εκκλησία. . αλλά πριν φύγεις αύριο. Δείχνει μικρότερος. . Ο Νικήτας πρόβαλε και χαιρέτησε βαθιά την αρχόντισσα. . Σε μια σκαλιστή και αργυροκόλλητη βαθιά πολυθρόνα. είπε. . Αν μας έπαιρναν εμάς στα βουνά τους. και η Παναγία η Οδηγήτρα να σε προστατεύει. Κυρία. γερο-Παγράτη. Κυρία. Πριν προφθάσει ο Νικήτας ν' αποκριθεί. τον καινούριο μας εξάδελφο. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β Πήρε ο Νικήτας το μακρύ διάδρομο και βγήκε πάλι στη μαρμαρόστρωτη σάλα. καμάρωνε τα παιδιά. Ο Νικήτας ανατρίχιασε. Και συ.Το θέλησε η μάνα του. έλα πάλι να με δεις' έχω ακόμα μερικές οδηγίες να σου δώσω. γρήγορα. δε θα έμενες αν σ' έπιαναν. Μιχαήλ. κάθουνταν ακουμπισμένη σε μεταξωτά μαξιλάρια η οικοδέσποινα. είπε. είπε σιγά η αρχόντισσα. Ο Παγράτης έσκυψε και φίλησε το χρυσοκέντητο ποδόγυρο της φούστας της. και μεις θα είχαμε τον ανίκητο πόθο της πατρίδας μας. και χαρούμενα δάκρυα έστεκαν στα μάτια του. Ο μικρός δε σου μοιάζει καθόλου. . ρώτησε μ' ενδιαφέρον η γυναίκα του Κατεπάνω... Ο γερο-Παγράτης. είπε.

Τι είναι αυτό. απομακρυσμένο ακόμα.Πανηγύρι είναι. που ξεχώριζε ολόφωτο και κάτασπρο ανάμεσα στα μαύρα της κατσαρά μαλλιά. έμπαιναν σ' όποιαν ανοιχτή πόρτα έβρισκαν. και μεγάλωνε. αλλά κανείς δεν ήταν εκεί. Από το δρόμο ανέβαινε η βοή των ψαλμών. Χώριες φωνές ξέσπασαν εδώ κι εκεί. στολισμένες με τα λαμπρότερα διαμαντικά τους. ζαλισμένοι από το ξαφνικό κακό. πάρε με μαζί σου! Το αγόρι σήκωσε τα μάτια και είδε το προσωπάκι της Αλεξίας. Οι γυναίκες τους.Πάμε ως το δρόμο αφού το θέλει. απλώθηκε. σαν άτι που αναθρεμμένο στην αγριάδα του πολέμου ακούει το σμίξιμο των όπλων και μυρίζει το αίμα. τι ωραία! φώναξε η μικρή καταχαρούμενη. φώναγμα φρουρού ακούστηκε από μακριά. Μητέρες φώναζαν απελπισμένες τα παιδιά τους. μαζί κι ένα σύνθημα. χάνοντας το μυαλό τους. ανάμεσα στις ψαλμωδίες.. φρίκη γεμάτη: «Βούλγαροι! Βούλγαροι!. Εμπρός προπορεύουνταν ο Κατεπάνω με τη μεγάλη του στολή.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β Και βαστώντας τη μικρή από το χέρι. Απομακρυσμένο ακόμα και ασυνάρτητο. Πίσω του ακολουθούσαν μεγιστάνες και αξιωματικοί. Και απερίγραπτη αναμπουμπούλα ακολούθησε. ούτε ο φρουρός βρίσκουνταν στη θέση του ούτε φαίνουνταν κανένας δούλος. τραβώντας το γέρο από το ρούχο. ένα σήμαντρο χτύπησε. Ο πανικός τους τρέλαινε. Από την ανοιχτή πύλη το φως των λαμπάδων χόρευε κι έπαιζε στα τρεχάμενα νερά και φώτιζε το περιβόλι. μια φωνή ανέβηκε τρομακτική. Οι περισσότεροι ορμούσαν προς το ποτάμι. . Έξαφνα. Και σηκώνοντας το παιδί έσκυψε στο παράθυρο. που σπάραζαν την καρδιά. μπήκαν σ' ένα διάδρομο όπου όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. φούσκωσε. έτρεχαν δώθε . Μ' έναν πήδο βρέθηκε ο Νικήτας στην ανοιχτή πύλη. Με το κεφάλι ψηλά και τα χείλια σφιγμένα. πιο όμορφη και πιο στολισμένη απ' όλες. κι όλοι σώπασαν ν' ακούσουν. Άντρες και γυναίκες. Μια γυναικεία στριγλιά έσχισε τον αιθέρα. ξανάβγαιναν τρεχάτοι. στολισμένοι με τα εορτάσιμα ρούχα τους. που από εκατοντάδες στήθη υψώνουνταν προς τον καθαρό αυγουστιάτικο ουρανό. αποκρίθηκε ο Νικήτας.Τι τρέχει. Ο δρόμος ήταν ολοφώτιστος από τις αναμμένες λαμπάδες που βαστούσε η συνοδεία. χωρίς σκέψη. και σαν περάσει η λιτανεία. περιτριγύριζαν την Αρχόντισσα. Και μες στα χίλια φώτα των λαμπάδων άστραφταν τα χρυσάφια και τα πολύτιμα πετράδια. Έλα να τους δεις. παππού! Πάμε και μεις μαζί τους! φώναξε η μικρή γυρεύοντας να ξεφύγει από τα χέρια του Νικήτα και να πηδήσει κάτω. Τι τρέχει. Κι έξαφνα. και παρακάτω πάλι ξαναγύρισε και της γέλασε. ξανανεβαίνομε. και ύστερα.Τι ωραία! Αχ.». χτυπώντας τα χεράκια της και αναγνωρίζοντας μέσα στο πλήθος τον καινούριο φίλο της: Μιχαήλ! φώναξε. Η λιτανεία είχε σκορπίσει.. σε κάθε βήμα. Μερικοί. ο Νικήτας ακίνητος ακροάζουνταν το βοητό που. άλλες αποκρίθηκαν από πέρα. φώναξε λαχανιασμένος ο Παγράτης αρπάζοντας το χέρι του Νικήτα.Πάμε. ένα βοητό ανέβαινε. κρατώντας από το χέρι το γιο του τον Κωνσταντίνο. . είπε ο Παγράτης που περπατούσε κοντά του. Μεμιάς πνίγηκαν οι ψαλμωδίες. πήγαν κι αυτοί να διασκεδάσουν. η φρίκη ήταν ζωγραφισμένη σ' όλα τα πρόσωπα. . Και μακριά πολύ. όλοι με τις πλούσιες τους φορεσιές και τα λαμπερά τους άρματα. Άλλες στριγλιές και πάλι άλλες ακούστηκαν. σκορπώντας σπίθες πολύχρωμες και φωτεινές σε κάθε κίνηση. . και αγρίευε. και με το χέρι τη χαιρέτησε ζωηρά. . Ο Νικήτας σταμάτησε απότομα και τέντωσε τ' αυτί. Μουρμούρισμα φοβισμένο έτρεξε από στόμα σε στόμα. και σφίγγοντας το κοριτσάκι στην αγκαλιά βγήκε στο δρόμο. Δεύτερο φώναγμα ακούστηκε. Ο Κατεπάνω με τη συνοδεία του και οι αρχόντισσες της χώρας πηγαίνουν στην εκκλησία. είπε ο Νικήτας. παππού. .Είναι η λιτανεία που περνά. βλέποντας πως δεν ήταν σπίτι τους. ολοένα πλησίαζε. Ρωτήματα κι απαντήσεις πέταξαν από τον ένα στον άλλο. απαίσια. Απότομα γύρισε στον Παγράτη. εμπρός στο αφώτιστο παράθυρο. Ο Νικήτας σούφρωσε τα φρύδια κι έκανε αψά την παρατήρηση.κείθε. Χάμω μερικές λαμπάδες κοίτουνταν εδώ κι εκεί τσαλαπατημένες στο χώμα. . Και με το παιδί στα χέρια κατέβηκε στην αυλή. 7 . τα φώτα είχαν σβήσει. ρώτησε η Αλεξία. Άλλοι έστεκαν σα μαρμαρωμένοι από το φόβο. κι αμέσως φωνές τρομαγμένες αποκρίθηκαν. απ' όλα τα στήθια. χωρίς λόγο.

Τι τρέχει εδώ. τυλίχθηκε στο μανδύα του. βλέποντας κι αυτοί την ανοιχτή πύλη. και με δυσκολία κατόρθωσε να τους ξεφύγει και να χωθεί στη βαθιά καμάρα μιας πόρτας. ρώτησε ο Νικήτας που μιλούσε τα βουλγάρικα σαν Βούλγαρος. κι εξακολούθησε το δρόμο του. αμπάρωσε την πύλη. με μια σπαθιά της έκοψε το κεφάλι. είδαν την ανοιχτή αφύλαχτη πύλη και. για να ξεφύγει τους μέσα φονιάδες. δαιμόνια απαίσια. αρπάζοντας το παιδί της. ο Νικήτας άκουσε τις στριγλιές και τα βογγητά των θυμάτων.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β . Σε μια στιγμή οι πέτρες βάφηκαν με αίμα. κόβοντας αυτιά.. κι ανέβηκαν και κρύφτηκαν στ' αδειανά δωμάτια. τα χαλιά και τα πολύτιμα σκεύη του Κατεπάνω. κεφάλια. αποκρίθηκε ένας στρατιώτης. Με δυσκολία απέφευγε ο Νικήτας να πατά τα κορμιά που γέμιζαν τους δρόμους. τον παρέσυραν μαζί τους φεύγοντας κατά τον Έβρο. Στη ζωή του είχε δει πολλές άγριες σκηνές και απανθρωπίες. στριγλιές πόνου.. κι έριξαν τα σώματα από τα παράθυρα. παίρνοντας από χάμω το αιματωμένο σπαθί βγήκε από την κρυψώνα του. μέσα στην άταχτη τους φευγάλα. κρύψου. .. ο Νικήτας έχασε το γέρο. και συνάμα θριαμβευτικά ξεφωνητά άγριας χαράς. Και η λεηλασία άρχισε. Το σωματάκι έπεσε στα πόδια του Νικήτα. θρήνος. έσφαζαν. φόρεσε την περικεφαλαία και. Μα εκεί βρήκε πιο γρήγορο θάνατο. σε μια στιγμή. κατάρες. άοπλου πληθυσμού συναγμένου για πανηγύρι. διακρίνουνταν απελπισμένες γυναικείες φωνές. για να πάρουν πιο γρήγορα τα διαμαντένια στολίδια.Βούλγαροι!. κατέστρεφαν. . . βλέποντας το διαμαντένιο της διάδημα. Στην όχθη του Έβρου πλήθος μεγάλο ήταν συναγμένο.Κάποιον άρχοντα Έλληνα έχουν πιάσει και τον δικάζει ο Ιβάτζης. Η εύκολη αυτή σφαγή. πήρε τα ρούχα του πεθαμένου.τι πολύτιμο φορούσε ο καθένας. Τέτοια όμως κτηνωδία δεν την είχε φαντασθεί. το βρόντησε στον τοίχο και πέταξε τα μυαλά του. και ο Παντοδύναμος να σας λυπηθεί. Σε όλους τους δρόμους οι ίδιες σκηνές· ποτάμι έτρεχε το αίμα. και είδε τα σώματα που γκρεμίζουνταν στις πέτρες του δρόμου μαζί με τα έπιπλα. Μερικοί δυστυχισμένοι. . ανακατωμένα με τα χαρούμενα ξεφωνητά των δολοφόνων. κι αποφασισμένος να ξαποστείλει μερικούς Βουλγάρους πριν του πάρουν τη ζωή. έπεφταν αιματοκυλισμένοι. Μια γυναίκα. κι ένας στρατιώτης. άντρες. και μαζί με τους βαρβάρους έτρεξε κατά τον ποταμό. αλλά συγκρατήθηκε.. βρήκε ακόμα δύναμη να συρθεί ως το παιδί της. οπλισμένος με το μαχαίρι του. αδιάλεχτα. οι φωνές και τα ψυχομαχητά έσχιζαν τον αέρα. γύρισε στο παλάτι.. Έπεσε πάνω στο σκυμμένο Βούλγαρο και του έμπηξε το μαχαίρι του στο λαιμό. 8 . τον σκουντούφλησαν. αρπάζοντας από τα κομματιασμένα πτώματα ό. μα άλλοι κι άλλοι έφθαναν. και τους ξεχώρισαν. Αλαλάζοντας ορμούσαν.Ρίξε το πίσω! είπε ο πλαγινός του στρατιώτης. Περνώντας εμπρός στο παλάτι. παιδιά. Σαν βροντή τ' ουρανού ο ανθρώπινος χείμαρρος χύθηκε στο δρόμο. και τα πτώματα στοιβάζουνταν σωροί. ο άγριος όχλος πλημμύρισε την αυλή. Ο Νικήτας έτριξε τα δόντια του. Από ένα παράθυρο κάποιος στρατιώτης διασκέδαζε σφενδονίζοντας παιδιά στο δρόμο. μα άλλος στρατιώτης. αιματωμένη και μισοπεθαμένη. Σκυλιά καταραμένα! Ποια κόλαση σας ξέβρασε. με το παιδί της στην αγκαλιά. Μέσα στην ταραχή και την αναμπουμπούλα. Ο Νικήτας έγινε θηρίο. Ένα χτύπησε τον Νικήτα στον ώμο και κομματιάστηκε στις πέτρες. Ανάμεσα στην οχλαγωγία και στα ποδοβολητά ανθρώπων και αλόγων. είχε μεθύσει τους άγριους Βουλγάρους. κρύψε το παιδί. έτρεξε στο δρόμο. ανάμεσα σε άοπλο πληθυσμό. Και μ' ένα βλάκικο γέλιο σήκωσε το κορμάκι και το πέταξε κατά το παράθυρο. φαντάστηκαν πως θάβρισκαν στου Κατεπάνω το παλάτι άσυλο και προστασία. χύθηκε στη μαρμαρένια είσοδο κι από κει στους διαδρόμους και σ' όλα τα δωμάτια. Η δυστυχισμένη μάνα. Κοπάδι άνθρωποι χύθηκαν ξεφωνίζοντας στο δρόμο. χέρια. Ο Νικήτας έσφιξε τους γρόθους του. μούγκρισε.Πάρε το παιδί! είπε ρίχνοντας το κοριτσάκι στην αγκαλιά του γέρου. Μα εκεί τους βρήκαν οι δολοφόνοι και τους έσφαξαν. Η βοή ολοένα πλησίαζε. χώθηκε στο πλήθος. Τότε τράβηξε το κορμί μέσα στη σκιασμένη καμάρα. να τον βοηθήσει να μπει στο παλάτι. βογγητά και παράπονα πληγωμένων. Γυναίκες. Ζήτησε να τον ξαναβρεί.. Χωμένος στη βαθιά του καμάρα. για να της το πάρει.

και ο Νικήτας αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο Κρηνίτη και τον Μιχαήλ Ιγερινό.Τι του κάνουν. Και το παιδί δεν κούνησε. αναφώνησε ο Ιβάτζης. Ελπίδα σωτηρίας για σένα δεν υπάρχει.Άκουσε.Να φέρουν του Τσάρου όλους τους αιχμαλώτους και ό. Κρηνίτη. Μπροστά του έστεκαν δυο αγόρια σφιχταγκαλιασμένα. Ο Κατεπάνω έμεινε σιωπηλός. . Μα ο στρατηγός δεν είχε χάσει το αγέρωχο του ύφος. και άγριο χαμόγελο στράβωσε το στόμα του. Ο Κωνσταντίνος δεν είχε αποκριθεί. Ένας στρατιώτης πλησίασε με τη λόγχη σηκωμένη περιμένοντας τη διαταγή του αρχηγού του. που το σίδερο πέρασε τις σάρκες και μπήχθηκε στο δέντρο. Μια φωνή. και μη με αναγνωρίσεις. 9 . Τότε σκύβοντας τάχα να μαζέψει κάτι. κοίταζε ίσια μπροστά του. και με το κεφάλι ψηλά κοίταζε κατάματα τον Ιβάτζη. Το παιδί ανατρίχιασε. τα διαμαντικά του όλα είχαν εξαφανιστεί. Δε φθάνω να δω. Ο Κατεπάνω δεν αποκρίθηκε. σαν θρήνος.τι πολύτιμο βρέθηκε. Έπρεπε να το ξέρω πριν! Με το γιο του και το δήμιο κάτι γίνουνταν. Τον Ιβάτζη τον ήξερε σκληρό όσο και τολμηρό. Και γυρνώντας σ' έναν αξιωματικό που με φόβο υποκλίνουνταν περιμένοντας διαταγές: . κι ευθύς σωριάστηκε. Ο Ιβάτζης ανατρίχιασε και γύρισε.Πρέπει να ήταν γιος του Έλληνα. ο Νικήτας ψιθύρισε στο αυτί του: . . κι αυτό το ήξερε! Και ήθελε να δει ποιος ήταν ο άρχοντας που δικάζουνταν. σαν να είχε μαζευθεί στο βλέμμα του η ζωή του όλη.Ένα παιδί λιγοθύμησε.. Μα έξαφνα σταμάτησε. ή πες του μονάχα πως τα δυο του φρούρια βρίσκονται σε κίνδυνο. και πλάγι του. είδε τον πατέρα του Κωνσταντίνου. και σου χαρίζω τη ζωή. με τρόπο που να το πιστέψει.. Η δίκη δεν μπορούσε να είναι παρά καταδίκη. αποκρίθηκε ένας Βούλγαρος. Ένας στρατιώτης. Με προσοχή άπλωσε ο Νικήτας το χέρι και σκέπασε το στόμα του Μιχαήλ. Ο Νικήτας κοίταξε κατά την ίδια διεύθυνση και αναγνώρισε τον Ιβάτζη και.. οι δυο άντρες έμειναν αντίκρυ ο ένας του άλλου.Θα γράψεις. και μόνο τα γυαλιστά του μάτια φαίνουνταν ζωντανά στο αναίματο πρόσωπο του. βεβαίωσε τον πως μόνος ο δρόμος από τη Βιδύνη ως εδώ είναι ανοιχτός. πρόσταξε.. Θα γράψεις.. κατατρομαγμένο ακολουθούσε ένα άλλο αγοράκι ξανθό. Με το χέρι ο Ιβάτζης έκανε νόημα. Ένα λεπτό. Και αφού διαλέξει ο Τσάρος.Μη μιλάς ελληνικά εδώ.. φώναξε ο Ιβάτζης ξεσπάνοντας. σ' έχω στα χέρια μου. Ακίνητος. ψιθύρισε ο Μιχαήλ. πως τα Βοδενά παραδόθηκαν και πως η Βέροια πολιορκείται. ρώτησε ο Ιβάτζης. θα μοιράσω σε κάθε στρατιώτη το μερδικό του. ούτε μαλάκωσε το περιφρονητικό του βλέμμα. πες του Βασιλέα σου.Γιος του. . Το σώμα του Κατεπάνω ανατινάχθηκε σπασμωδικά. Ο στρατιώτης κατέβασε τη λόγχη του με τόση ορμή. . Τα αιματωμένα ρούχα του Κατεπάνω κρέμουνταν κουρέλια πάνω του. Και πού πάγει ο στρατιώτης. . έτρεχε κατά τη σκηνή του Σαμουήλ. Ήταν με τους αιχμαλώτους. Με το ατάραχο του βλέμμα εξακολουθούσε να προκαλεί τον Βούλγαρο. Τα κατάχλωμα πρόσωπα τους φωτίζουνταν από το πηδηχτό φως των δαυλών. αντίκρυ του.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β Ο Νικήτας χώθηκε στο πλήθος.Τι τρέχει.. ξεφώνισε ο Ιβάτζης έξω φρενών. σαν απολιθωμένος.Για τελευταία φορά θα γράψεις. . .. αψηφώντας τις φοβέρες του. σπαρακτική ακούστηκε. πρόσθεσε άλλος. μ' ένα αναίσθητο παιδί στην αγκαλιά. . μα δε γύρισε. Γράψε το γράμμα που σου ζητώ. Και το κεφάλι έγειρε στο στήθος. δεμένο πισθάγκωνα σ' ένα δέντρο. Τα μάτια του Κατεπάνω δε χαμήλωσαν. έλεγε ο Ιβάτζης συγκρατώντας το θυμό του.

Και σπρώχνοντας πίσω την περικεφαλαία του. υφάσματα μεταξωτά και χρυσοϋφασμένα.. με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γόνατο του. . αψηφώντας την κούραση. ευαγγέλια. το είχαν κουρσέψει οι βουνίσιοι αυτοί βάρβαροι. όμως παρακάτω ένας στρατιώτης φύλαγε και κοίταζε κατά το μέρος του. Ο Νικήτας δεν τόλμησε να ρωτήσει. . και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του.. μα το βλέμμα του μιλούσε. μαθημένοι στην πιο λεπτή πολυτέλεια. . μουρμούρισε ο μικρός και χωρίς να προσθέσει άλλη λέξη. Ο στρατιώτης που φύλαγε παρακάτω πλησίασε με δυο άλλους κι έναν αξιωματικό.Όχι. Αν έλθει εκείνη. και ο μικρός έπεσε στα γόνατα.Μιχαήλ. . Κουρασμένοι από τη νυχτερινή σφαγή. έπιπλα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ Η μέρα γλυκοχάραζε. και διψασμένοι για λάφυρα. Έξαφνα του ήλθε μια ιδέα. Μα όλα τα πρόσωπα του φάνηκαν παγωμένα και ξένα. εκατοντάδες αιχμάλωτοι συσσωρεύουνταν μαντρισμένοι. χρυσά και ασημένια δισκοπότηρα. Ο Νικήτας έκανε νόημα του Μιχαήλ.. αποκρίθηκε ο μικρός. εννοούσε πρώτα τους θησαυρούς του να εξασφαλίσει και ύστερα να ησυχάσει. δεν πέθανε! Να είχα μόνο λίγο νερό!. 10 . που αδιάφορος περνούσε νανουρίζοντας ένα παιδάκι. που θα τους σκόρπιζε δούλους στις καλύβες των χωριών της Βουλγαρίας. όχι! Δεν πέθανε. Αλλά δεν είχε νερό. Αγάλματα μαρμαρένια. Η ώρα είχε έλθει της μοιρασιάς των αιχμαλώτων. Ο Νικήτας γύρισε βιαστικά και είδε ένα γέρο. ο Νικήτας γύρευε να συνεφέρει τον αναίσθητο γιο του Κατεπάνω. σήκω σιγά-σιγά και πήγαινε παρακάτω. και αναγνώρισε τον Παγράτη. κοιτάζοντας με μάτια θαμπά και αδιάφορα τα στοιβαγμένα πλούτη που χθες ακόμα ήταν δικά τους. Ο Κωνσταντίνος τον αναγνώρισε. και στο χέρι του μέσα έπεσε ένα μικρό μποτιλάκι. αποκρίθηκε ο μικρός στο βουβό αυτό ρώτημα. και ο Νικήτας δε μίλησε πια. κάτι γλίστρησε πάνω από τον ώμο του Νικήτα.. Αποθαρρυμένος σήκωσε ο Νικήτας το κεφάλι και αντίκρισε τ' απελπισμένα βαθιά μάτια του Μιχαήλ.. στοιβάζουνταν εμπρός στη βασιλική σκηνή. τα έκλεισε πάλι βιαστικά.. μουρμούρισε.Ναι!. Ο Κωνσταντίνος αναστέναξε και σε λίγο άνοιξε τα μάτια.. Μια σκιά πέρασε κοντά τους. εικονίσματα.Μη μιλάς και μην κουνήσεις.. Παρακάτω. όπλα. σκυμμένος πίσω από κάτι χαμόκλαδα. κοίταξε γύρω σα να ζητούσε βοήθεια ή ένα γνωστό πρόσωπο. . μην τρομάζεις. Και οι χθεσινοί αυτοί άρχοντες και αρχόντισσες. ούτε άλλο τίποτα πρόχειρο. που όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. ζαλισμένοι. οι στρατιώτες είχαν μαζευθεί όλοι στην ακροποταμιά. μας κοιτάζουν ξένοι. και δε μας άφησαν ούτε να τη φιλήσομε. Τον είχε ξαπλώσει χάμω. διαμαντικά. Ό. Ο Νικήτας είναι δω. ψιθύρισε... αποβλακωμένοι από την ξαφνική τους συμφορά..Πάει. Μα το παιδί αργοκούνησε το κεφάλι. κοίταξε αν μεταξύ στους αιχμαλώτους θα δεις τη μητέρα του. Και στο πλάγι. αλαβάστρινα δοχεία.τι πολύτιμο υπήρχε στην πλούσια πρωτεύουσα της Θράκης. Αλλά ο γερο-Σαμουήλ. με σιωπηλή απελπισία περίμεναν το κέφι του σκληρού αφέντη... Η φωνή του παιδιού πνίγηκε. χαλιά περσικά.. είπε σιγά ο Νικήτας. Δε σηκώθηκε.Μιχαήλ.. γύρισε δω κι εκεί. τη σκότωσαν... την είδαμε μπρος στην εκκλησία όπου μας είχε κρύψει. άρπαξε το σύντροφο του στην αγκαλιά του και τον σκέπασε φιλιά.. όλα άνω-κάτω ριγμένα. η αγάπη της μονάχα. πετρωμένα στη βουβή τους απελπισία. με το χέρι έδειξε τρέμοντας κατά τον ουρανό. Μα βλέποντας τη βουλγάρικη περικεφαλαία του Νικήτα σκυμμένη απάνω του. στερημένοι κάθε καλοζωία στη φτωχή τους πατρίδα.. Έχυσε στα χωρισμένα χείλια του αγοριού μερικές στάλες από το μποτιλάκι. περιμένοντας να δοθεί το σημείο της αναπαύσεως για να πέσουν να κοιμηθούν. . Και ο Κωνσταντίνος δε συνέρχουνταν.

Πρώτα η Πατρίδα και ύστερα η φωνή της καρδιάς. Είσθε δικοί μου πια. είπε σύντομα ο Νικήτας.Πήγαινε να τους ζητήσεις του Τσάρου. . τράβα νότια.Φέρτα πίσω! Φώναξε.Δεν πειράζει αν σας μιλώ απότομα. Το παιδί ήταν μαζεμένο στην αγκαλιά του γέρου. χεροπιασμένα και σιωπηλά.τι θες βουλγάρικα. ακίνητο και σιωπηλό. 11 . Τότε μείνε συ κοντά στ' αγόρια. όλους τους άλλους τους αφήνει σ' όποιον τους αιχμαλώτισε. Ο Αφέντης θα κατέβει σαν κεραυνός. Ο Νικήτας τους χαμογέλασε.Μείνετε δω.Γιατί μένετε ξέχωρα εδώ.έξι στρατιώτες έφθασαν τρεχάτοι. αναμεταξύ σε διάφορους φτωχοντυμένους ανθρώπους της εργατικής τάξης και των υπηρετών.λίγο είχε πλησιάσει. Και βλέποντας τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ.Πες μου ό. Μα ο Νικήτας σιωπηλά άπλωσε το χέρι. σηκώθηκε τότε και από μακριά τον ακολούθησε. Το παιδί είναι εγγόνι σου.. είπε σιγά. Στα βορεινά θα χυθεί αίμα. πρόσταξε. Ένας από τους αιχμαλώτους. Μα μόλις έκαναν λίγα βήματα. είπε. και είπε: Λάθος έκανα.Θα φύγω σήμερα στο Βοριά. Κι έφυγε απότομα όπως είχε έλθει. ζαρωμένα το ένα κοντά στο άλλο. Σα φύγεις. Ο Νικήτας πήγε στ' αγόρια και τα βρήκε καθισμένα χάμω. άρπαξε τα φλουριά. μας βλέπουν. γυάλιζαν ανάμεσα στα μαύρα του κατσαρά σα φωτιές αναμμένες. γύρισε δω κι εκεί γυρεύοντας τον Παγράτη. τα εξέτασε πάλι. άγρια και τρομαγμένα. . μακριά από το κοπάδι των δούλων. Και σένα σου είναι εύκολο να φύγεις. κοίταξε τα σκονισμένα τους μεταξωτά ρούχα. άφησε μου τους! . να βεβαιωθεί πως δεν είδαν τίποτα. χωρίς να καταλάβουν. Αν όμως αποτύχω. Σα δεσμοφύλακας εκεί που ήσουν. Άφησ' τα δω. και γυρνώντας στον στρατιώτη που απομακρύνουνταν με τ' αγόρια: . ψιθύρισε ο Νικήτας. Κρύψε καλά το σταυρό. θα τα πάρω μαζί μου. Δεν είναι αυτά για τον Τσάρο μας! Τ' αγόρια δεν ήξεραν βουλγάρικα και δεν κατάλαβαν τι συνέβηκε· ούτε τόλμησαν να μιλήσουν. είπε. θα σας σώσω. κανένας δε θα σε καταλάβει. και τα με γάλα του μάτια. Το σχέδιο της φυγής μου είναι απλό. είπε ο αξιωματικός. είναι μικροί κι αδύνατοι. Αυτά είναι του λαού παιδιά και βάλανε τα καλά τους για το πανηγύρι. και ο ένας έδειξε τον Κωνσταντίνο με το δάχτυλο. και τα παιδιά έμειναν μόνα. Και με ύφος αφέντη που διατάζει το δούλο του. και ο Θεός βοηθός. Στα γόνατα του βαστούσε την Αλεξία. Μερικοί τον κοίταξαν λαφιασμένοι. Αλλά το βλέμμα τους καρφωμένο στο πρόσωπο του Νικήτα ήταν φορτωμένο ανησυχία.. Και με σπρωξιές τους σήκωσε και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. καθισμένο χάμω. ρώτησε ο Νικήτας βουλγάρικα και με απότομο τρόπο. μπορείς να τ' αποδείξεις. είπε ο Παγράτης. Τον βρήκε παρακάτω. Ο Νικήτας τον σταμάτησε. Ο αξιωματικός κοντοστάθηκε.Μόνο τους άρχοντες θέλει να δει ο Τσάρος. αποκρίθηκε ο αξιωματικός και γύρισε να φύγει. και μερικά φλουριά γυάλισαν. κατάλαβες. θα φύγω μόνος. Οι περισσότεροι ούτε κούνησαν. .Ετούτα είναι αρχοντόπουλα κι αμάθητα από δουλειά. Σου τ' αφήνω. Πες τους πως είσαι από τους δικούς τους. Με τη βοήθεια της Παναγίας θα το επιτύχω. Κανείς δεν αποκρίθηκε. που λίγο . μόλις πάγω την είδηση.Έχω ανάγκη από δυο δούλους στο σπίτι μου. Με τη στολή μου θα περάσω εύκολα. κομματιάζοντας τις φράσεις του: . και σαν πλησίασαν τα παιδιά.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ . τους μάζεψα αυτούς. . και γυρνώντας στους στρατιώτες: Πάρτε τα. έριξε μια ματιά στους στρατιώτες του. τους σταμάτησαν. πήρε τα χέρια τους και τα ξέτασε. Και με ύφος κατακτητή που σεριανίζει ανάμεσα στους σκλάβους του. Τ' αγόρια είναι δικά μου. Όλους τους άλλους τους είχαν πάρει. και πέντε . κι έννοια σας. . .

Μα δεν είχε καιρό να σταματήσει. Το τρομαγμένο άγριο βλέμμα της έπεσε πάνω στα δυό ελληνόπαιδα. Ο γερο . όλο του το ηλιοκαμένο άγριο πρόσωπο ήταν σκεπασμένα σκόνη. 12 .Πού είναι ο κατάσκοπος. είπε. . γυρνώντας στους αξιωματικούς του. Με τις σπρωξιές έφερε μέσα τον Παγράτη και το παιδί σφιγμένο στην αγκαλιά του. Εκείνη την ώρα. Ούτε ο Κωνσταντίνος ούτε ο Μιχαήλ δεν είχαν βγάλει φωνή. . . .Ποιος γέρος. Όταν μπήκαν μέσα τα δυο αγόρια. . Η αντοχή του όμως ήταν παραδειγματική. παρά όρθιος ανάμεσα στους αξιωματικούς του.Τι είναι αυτός ο άνθρωπος. Ο αιχμάλωτος από χλωμός που ήταν. . κι έμεινε κει στυλωμένο. τα παιδιά αυτά τα συνέλαβα εγώ. Και αυτός ο στρατιώτης. ρώτησε δείχνοντας τα με το δάχτυλο. φώναξε. Μα ο γέρος ξέρει. Πού είναι.Κατάσκοπος! Πού είναι. έδινε διαταγές και.. είναι κρυμμένος ένας κατάσκοπος. που φορούσε όλη νύχτα σαν οδηγούσε τους στρατιώτες του στη σφαγή και τη λεηλασία και τα ρούχα του. Είδα το στρατιώτη αυτόν που το σήκωνε και το κουβαλούσε πέρα. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό και σουβλερό σα νυφίτσας.Είναι! αποκρίθηκε ένας. λέγει ψέματα! Εγώ τα συνέλαβα στην εκκλησία μέσα. τον ένα με τον άλλο. Ο Νικήτας κατέβασε την περικεφαλαία του βαθιά στο μέτωπο του. και τρεχάτος μπήκε στη σκηνή του Τσάρου όπου οι στρατιώτες είχαν σύρει τ' αγόρια. τους χθεσινούς της φίλους. ένας στρατιώτης μπήκε στη σκηνή. τα φρύδια του. ή σου ξεριζώνω τα μάτια! ξεφώνισε. είπε άλλος δείχνοντας τον Κωνσταντίνο. . Ο Σαμουήλ ταράχθηκε. Άκουσα λίγα λόγια μονάχα. Ο στρατιώτης τον έσυρε ως εμπρός στον Τσάρο και τον έριξε στα γόνατα. Ο Νικήτας είχε σταυρώσει τα χέρια του και. διάλεγε και τους αιχμαλώτους που ήθελε. τους άρχοντες και τις αρχόντισσες που είχε κρατήσει ο Σαμουήλ για δικό του μερδικό. εδώ κάπου.τρεις στρατιώτες καταγίνουνταν να δέσουν από τη μέση. Ο Νικήτας όρμησε πίσω τους. . .. συνάμα. σέρνοντας μαζί του έναν άνθρωπο φτωχοντυμένο. και αρπάζοντας από τα γένια τον πεσμένο δούλο: Πες μου πού είναι. ατάραχος ανάμεσα σε τόσους Βουλγάρους. Είναι παιδιά του λαού και δεν αξίζουν για σένα. ρώτησε ο Σαμουήλ με ανυπομονησία. λογάριαζε ψυχρά αν του έμενε ακόμα καμιά ελπίδα να σώσει τα παιδιά. ξεφώνισε ο Σαμουήλ. έγινε σταχτής. Περνώντας σκουντούφλησε έναν άνθρωπο. . Και μου είπαν πως ήταν γιος του. με φορεσιά δικού μας στρατιώτη. και αυτός ο αιχμάλωτος υπόσχεται να τον μαρτυρήσει αν του χαρίσεις την ελευθερία του.Αφέντη. και βγήκε τρεχάτος. αποκρίθηκε ο στρατιώτης.Δεν ξέρω! είπε.Είναι ή δεν είναι τα παιδιά του στρατηγού.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ . κι αναγνώρισε τον αιχμάλωτο που τον είχε ακολουθήσει. Δυο από τους στρατιώτες άρπαξαν τ' αγόρια και τρεχάτοι γύρισαν στη βασιλική σκηνή. το μεγαλύτερο καθήκον του. γυρνώντας στον Παγράτη. τα μακριά του γένια. δεν τα γνωρίζω. .Αυτός είναι που λιγοθύμησε.Αυτά είναι τα παιδιά του στρατηγού. Στο βάθος της σκηνής δυο .Δέσποτα. προχώρησε ως μπρος στον Τσάρο. ο Σαμουήλ γύρισε στον Iβάτζη που στέκουνταν πλάγι του. ρώτησε ο Σαμουήλ. και τα ρούχα του ήταν δούλου ρούχα. Είναι μικρά ακόμη για τη βαριά δουλειά του δούλου. και χαιρετώντας στρατιωτικά είπε: .Και αυτό είναι το αγόρι που λιγοθύμησε. σαν τιμώρησα τον Κρηνίτη. φώναξε ο Σαμουήλ. αποκρίθηκε ο Ιβάτζης.Σαμουήλ ήταν ντυμένος ακόμα με την πολεμική του στολή. Χάρισε μου τα να τα πάγω στη γυναίκα μου. .Εγώ. είπε μ' έξαψη ο στρατιώτης. Το κοριτσάκι ούτε κούνησε ούτε μίλησε. που λέγει πως τα συνέλαβε.Είναι δω απέξω. Ούτε να καθήσει δεν ήθελε. μα ξέρω πως ένα παιδί λιγοθύμησε. ή αν έπρεπε ευθύς να φύγει για να εκτελέσει το άλλο.

Ο αξιωματικός ρώτησε κάτι άλλο. Ένας αξιωματικός ήξερε. είπε ο Ιβάτζης ζυγώνοντας και κοιτάζοντας τον Παγράτη στα μάτια.Είμαι από τη Σκάμπα. Και πώς βρέθηκες στην Αδριανούπολη. Εξηγείται τώρα η ψευτιά του! Πού είναι. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ .Όχι. Και φεύγοντας είπε: «Τότε μείνε συ κοντά στ' αγόρια. αποκρίθηκε ο γέρος. . Είναι κανένας εδώ που να ξέρει ελληνικά. είπε λυπημένα ο Παγράτης.. τι ξέρεις.. είπε ο στρατιώτης του δούλου. γέρο. Μα το κοριτσάκι τον κοίταξε με το ίδιο άγριο βλέμμα και δεν αποκρίθηκε. Πιάστε τον! Μα ο Νικήτας είχε εξαφανιστεί.. που ο Σαμουήλ έμεινε μια στιγμή χωρίς απάντηση. Ζωντανό ή πεθαμένο. όπου με πήγαν οι Έλληνες με όλους τους άλλους κατοίκους της Βέρροιας.Βουλγάρικα. και βλέποντας το παιδί στην αγκαλιά του: την αλήθεια λένε πως τη μαθαίνει κανείς από τα παιδιά και τους λωλούς. μα της έφερα το παιδί της.Είδα το γέρο να μιλά μ' ένα στρατιώτη. γιατί έκανα καιρό στα Σέρβια. Πες μου. Σαν έπεσε το φρούριο. . συνοδεύοντας το ερώτημα με μια κλωτσιά. Αφέντη μου. . πως ήταν κατάσκοπος και πως ήθελε να φύγει. Ήμουν δεσμοφύλακας εκεί.Μίλησε του βουλγάρικα! ξεφώνισε ο Ιβάτζης. Πάλι το παιδί δεν αποκρίθηκε. .Είναι αυτός που γύρευε να τα πάρει δούλους! φώναξε ο Iβάτζης. Κατάλαβα από τα λόγια του. . 13 .Πες εσύ.Τι γλώσσα μιλούσαν.Μα ήσουν. .Μίλησε του παιδιού! είπε ο Σαμουήλ. είπε ο δούλος τρέμοντας. Πρώτα η Πατρίδα κι ύστερα η φωνή της καρδιάς». πλησίασα και άκουσα το στρατιώτη που είπε: «Θα φύγω μόνος.Αυτός ο άνθρωπος λέγει ψέματα! είπε ο Ιβάτζης. γέρο. από το Βολερό. είπε ο Παγράτης χωρίς καθόλου να σαστίσει. παντρεμένη εκεί. κι επειδή ήμουν μακριά και δεν μπορούσα ν' ακούσω. . .Το στρατιώτη τον ξέρεις. είπε ο δούλος δείχνοντας τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ. . Άρχοντα μου. . Αφέντη. και προπάντων από τον περίεργο τρόπο που τα έλεγε.Σαν πολύ παραμύθι μου φαίνεται η ιστορία σου. δεσμοφύλακας στη Σκάμπα! Πώς βρέθηκες στη Βέρροια. ρώτησε ο γέρος τόσο ήσυχα. .Και συ τι ήλθες να κάνεις εδώ. .Τον είδα που μπήκε δω μέσα. . θα φανεί. Μια λέξη δεν πιστεύω από τις ιστορίες του!. διέκοψε απότομα ο Ιβάτζης που δεν πίστευε τα λόγια του Παγράτη και γύρευε να τον μπερδέψει. ένας Έλληνας την πήρε δούλα και την έφερε δω. είπε ο Σαμουήλ.. Ο αξιωματικός πλησίασε το παιδί και ρώτησε ελληνικά: .Να τον κυνηγήσουν! πρόσταξε ο Σαμουήλ.Τα λόγια αυτά δεν έχουν και μεγάλη σημασία. . Έτρεχε πίσω απ' αυτά τα παιδιά. . Αν είναι ελληνόπαιδο. .Του κάκου το παιδεύεις. να τον φέρουν πίσω! και γυρνώντας στον Παγράτη: Πού έμαθες εσύ τα βουλγάρικα. σαν την πήρε ο Βασιλέας τους.Ποιος κατάσκοπος. εξακολούθησε γυρνώντας στους δικούς του.Όχι. σου τ' αφήνω». τι σήμαιναν τα λόγια που σου είπε ο στρατιώτης. λες. . . Τα καταλαβαίνω. το παιδί είναι βουβό. .Είσαι Βούλγαρος λοιπόν. . Ξέρεις ελληνικά.Έφθασα χθες. αποκρίθηκε ο δούλος.Είχα πάγει να δω την κόρη μου. . Δεν την πρόφθασα όμως! Τη σκότωσαν χθες μαζί με την κυρά της. ρώτησε.Πού είναι η μάνα σου. Άκουσες τίποτε άλλο.

Αν βρεθεί πως λέγει ψέματα. να κρεμαστεί αμέσως. και κατάγγειλε δυο Βουλγάρους άδικα. Το βράδυ ο Νικήτας δεν είχε βρεθεί. . Και πού ήταν να πάγει. Ο Ιβάτζης άπλωσε το χέρι. να τον σουβλίσουν. Αν βρεθεί ο στρατιώτης και αποδειχθεί πως είναι αθώος. Τον Παγράτη όμως. ανακάλυψαν πως ένα από τα καλύτερα άλογα του Τσάρου έλειπε από το βασιλικό στάβλο.Λοιπόν πρόδωσες έναν που νόμιζες πατριώτη σου. Ο Σαμουήλ χαμογέλασε ειρωνικά. .Σου είπε πως θα φύγει μόνος. Τον προδότη όμως να τον σουβλίσουν! Και γυρνώντας στους στρατιώτες. Η εξαφάνιση του Νικήτα και του αλόγου. ούτε φαντάσθηκα πως ο γέρος ήταν Βούλγαρος. με μόνο μιαν υποψία.Λες ψέματα! Λες ψέματα! ξεφώνισε ο Ιβάτζης. είπε ο Σαμουήλ. Δε βρήκαν όμως απάνω του παρά λίγα νομίσματα βουλγάρικα και το αποδεικτικό με τη βούλα του διοικητή της Σκάμπας. είπε. και μου έλεγε να τα φροντίσω. αλυσοδεμένο. . .Δεν είπα ψέματα! φώναξε ο άθλιος. τον ελευθερώνεις πάλι.Μια στιγμή! είπε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ . και ύστερα έχεις καιρό να σουβλίσεις το σκλάβο σου. τον έριξε στη φυλακή με το παιδί μαζί. χωρίς άλλη ανάκριση και χωρίς δίκη. . κοντά στη Σκάμπα. στο βάθος της σκηνής: . πρώτη φορά τον έβλεπα. . Στο μεταξύ. Ή ψεύτης είσαι ή προδότης.Ας τον δέσουν λοιπόν. . Τι εννοούσε. είπε ήσυχα ο Παγράτης. και κάτω από κάτι άχυρα βρήκαν το σώμα ενός στρατιώτη μ' ένα μαχαίρι μπηγμένο στην καρδιά. Δέσποτα. ο σκοτωμένος στρατιώτης που βρέθηκε κρυμμένος στ' άχυρα. . πρόσταξε ο Τσάρος.Μου μιλούσε για τα παιδιά του που τ' άφησε στην πατρίδα του. Ωστόσο όμως δώσε διαταγή να αλυσοδέσουν το γέρο. που έλεγε πως ήταν δεσμοφύλακας εκεί. Τίποτε άλλο. .Να που έλεγε την αλήθεια. 14 .Δεν ξέρω. από μίσος βέβαια! Πάρτε τον έξω! Και να τον σουβλίσουν αμέσως! Δυο στρατιώτες άρπαξαν το δούλο. . αρκούσαν του Ιβάτζη για ν' αφήσει το γέρο να σαπίσει και να πεθάνει στη φυλακή. Με αδιαφορία είχε αφήσει ο Ιβάτζης να εκτελεστεί η ποινή του προδότη. είπε. γιατί πρώτα έβαζε την πατρίδα και ύστερα αυτά. σταθείτε! και γυρνώντας στον Τσάρο: Περίμενε πρώτα να βρεθεί ο μυστηριώδης στρατιώτης.Μου είπε πως είχε πει στ' αγόρια του ότι θα φύγει μόνος.Δέσετε και τούτα τα δυο παιδιά με τους δούλους μου. και ο σκλάβος αυτός είπε ψέματα. και απότομα ρώτησε: Πώς τον λένε το στρατιώτη. Μ' αρέσει να έχω γιους στρατηγών για παιδόπουλα στην αυλή μου. Δεν αξίζει να σε λυπηθώ! και πρόσταξε τους στρατιώτες να τον πάρουν. αν σκοτωθεί αυτός σε τούτη την εκστρατεία. Αν όμως ο άλλος λέγει ψέματα. σ' ένα χωριό λέγει. Δυο στρατιώτες άρπαξαν τον Παγράτη και τον έψαξαν.Να ψάξετε αυτό τον άνθρωπο! πρόσταξε ο Σαμουήλ. μα τους ξέφυγε κι έπεσε στα πόδια του Τσάρου.

δηλαδή Νικολάκη. Και ξεχνώντας από τότε την ελληνική της καταγωγή. Ατρόμητος ο ίδιος. Θεώρησε χρησιμότερο να κατέβει στη μεσημβρινή Μακεδονία και να κυριεύσει τα δυνατά φρούρια που του είχε πάρει ο Σαμουήλ στα 989. στην πεδιάδα της Απάμειας. Το πάθος όμως του Νικουλιτσά εναντίον των Ελλήνων και η αγάπη των βουνών της πατρίδας του δεν τον άφηναν πια από Βούλγαρος να γίνει Έλληνας. Ύστερα. καταπάτησε τους όρκους του. Ως ανταμοιβή. τότε που πρώτη φορά κατέβηκαν οι Βούλγαροι στην Ελλάδα στα 986. με συμφωνία όμως να μη γυρίσει στη Βουλγαρία. παίρνοντας κάθε φορά και από μερικά φρούρια. Εικοσιπέντε χρόνια. Μόλις λοιπόν ένα . Ο Σαμουήλ με πείσμα ξανάρχιζε κάθε χρόνο τις τολμηρές του επιδρομές στην ανατολική και νότια Μακεδονία. με αψηλό το κεφάλι παρουσιάστηκε ο ανθρωπάκος. και μόλις την άνοιξη του 1001 επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. στην Αρμενία. Το Φθινόπωρο του 999. που ήταν τίτλος πολυζήτητος εκείνο τον καιρό. όπου τον καλούσαν μεγάλα συμφέροντα. Και αφού έβαλε δυνατή φρουρά στο κάστρο τράβηξε νότια και πολιόρκησε τα Σέρβια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ Εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια βαστούσε ο σκληρός πόλεμος μεταξύ Σαμουήλ και Βασιλείου Β'. Βούλγαρος στρατηγός της Βέρροιας. κι έτρεξαν μαζί να ξαναπολιορκήσουν τα Σέρβια. η οικογένεια όλη αφοσιώθηκε στο Βούλγαρο Τσάρο. και στην αρχή του 1003 εξεστράτευσε στη νότια Μακεδονία. άλλοτε στρατηγός στη Λάρισα. Ο πατέρας του. κι άφησε κει ελληνική φρουρά. και με δυσκολία τον εσυγκρατούσαν οι στρατηγοί του Βασιλείου στα σύνορα του. ο Σαμουήλ δεν είχε παύσει τις επιδρομές του στα Βυζαντινά χώματα. για να ξαναϋψώσει το γόητρο των Χριστιανών που είχε ξεπέσει φοβερά από τα 998. Αφού ξανακυρίευσε τις χαμένες χώρες και υποχρέωσε τον Καλίφη της Αιγύπτου να υπογράψει ανακωχή δέκα χρόνων. που. Σα λεοντάρι αντιστάθηκε ο Νικουλιτσάς στα Σέρβια. Η είδηση έφθασε τον Αυτοκράτορα στο μισό δρόμο της Θεσσαλονίκης. Μα πριν προφθάσει να την πολιορκήσει. που τον έλεγαν Νικουλιτσά. και με κόπο πολύ κατόρθωσε ο Βασίλειος να κυριεύσει την πόλη. Αλλά ο Βασίλειος δε θέλησε να χάσει καιρό στην πολιορκία του. ο Βασίλειος αναγκάστηκε ν' αφήσει στους στρατηγούς του τη διοίκηση του βουλγάρικου πολέμου και να πάγει στη Συρία με μεγάλη δύναμη. Σαν αστραπή γύρισε πίσω. ο Δαβρομήρ. η Βιδύνη. και προχώρησε ως το Δούναβη. Ο Βασίλειος ήταν μεγάλος πολιτικός. τότε που οι Άραβες νίκησαν και σκότωσαν τον άρχοντα της Αντιόχειας. τον Δαμιανό Δελασηνό. σαν πολλούς τότε. μα και με ακούραστη επιμονή τον χτυπούσε ο Βασίλειος. στενεύοντας όλο και περισσότερο τα σύνορα του αντιπάλου του. τον πήρε μαζί του και τράβηξε για τη Θεσσαλονίκη. τα έτρεψε σε φυγή κι ελευθέρωσε πάλι τα Σέρβια. Διευθύνθηκε πρώτα στη Βέρροια. αφού γκρέμισε τους τοίχους του κάστρου. Στρατηγός στα Σέρβια ήταν τότε ένας παλικαράς τόσο μικρόσωμος. ο Βασίλειος τον εδιόρισε ανθύπατο. νικημένος μα όχι και ταπεινωμένος. όπου έμεινε δυο χρόνια. αλλά άνθρωπος μεγάλης τόλμης και ατρόμητος. ενώθηκε με τον Σαμουήλ. Ένα φρούριο δυνατό απάνω στο Δούναβη είχε μείνει ακυρίευτο. Σ' αυτό το μεταξύ. πέρασε τη Ροδόπη. Άφησε λοιπόν τους στρατηγούς του να οχυρώσουν τα παρμένα κάστρα του Δούναβη. πήγε και τον προαπάντησε και του παρέδωσε τα κλειδιά της χώρας. που όχι μόνο πρόσταξε να του βγάλουν τις αλυσίδες. αφού οχύρωσε τα Σέρβια. έπεσε στα βουλγάρικα στρατεύματα. και είχε μεγάλη καρδιά. Έλληνες και Βούλγαροι εξακολουθούσαν άγρια να σφάζονται στη χερσόνησο του Αίμου. Μόλις πρόφθασε ο Σαμουήλ να 15 . Κατάγουνταν από αρχοντική οικογένεια της Λάρισας. σπρώχνοντας τον όλο και βαθύτερα στα άγρια βουνά της κεντρικής Μακεδονίας. γύρισε κι αυτή με το μέρος των Βουλγάρων. μ' έξι χιλιάδες Έλληνες. Μόλις βρέθηκε ελεύθερος.δυο μήνες άφησε ο Αυτοκράτορας το στρατό του να ξεκουραστεί στη Βασιλεύουσα κι έφυγε πάλι. αλλά και τον άφησε ελεύθερο και τον εδιόρισε πατρίκιο. ξέκοψε στα βουνά. κατακτώντας πόλεις και κάστρα βουλγάρικα κι επιστρέφοντας μόνο το χειμώνα στη Μοσυνούπολη για να ξεκουράζεται ο στρατός του. Και σαν τον έπιασαν και αλυσοδεμένο τον έφεραν εμπρός στον Αυτοκράτορα. είχε παραδώσει το φρούριο του στον Σαμουήλ. τράβηξε βόρεια. θαύμασε τόσο την παλικαριά του Νικουλιτσά.

. Σκοπός του Σαμουήλ ήταν να υποχρεώσει τον αντίπαλο του να λύσει την πολιορκία της Βιδύνης. αλλά.Τι. Οκτώ μήνες βαστούσε η πολιορκία. κι ωστόσο. Όταν έφθασε στο Δούναβη η φρικτή είδηση της σφαγής της Αδριανούπολης. . χώρα στην εκβολή του Έβρου όπου είχε στείλει πρωτύτερα και τους κατοίκους των Σερβίων. ο καθένας τους ζούσε σα βασιλιάς. ο ίδιος ο νοικοκύρης του σπιτιού να δουλεύει σκλάβος εκεί που άλλοτε πρόσταζε σαν αφέντης. οι Έλληνες έστησαν καρτέρι του Νικουλιτσά. Η κατάκτηση της Αδριανούπολης δεν ήταν σκοπός για κείνον· ήταν μέσον για να τραβήξει τον εχθρό του από τη Βιδύνη και να γλυτώσει το δυνατό του κάστρο. ο Βασίλειος μετοίκισε τους νικημένους πολεμιστές στο Βολερό. 16 . στιγμή να χάσεις. ήθελε να μάθει πληροφορίες.Λέγει πως είναι ανάγκη να σε δει για κάτι πολύ σπουδαίο. βλέποντας πως του ήταν αδύνατο να σώσει το κάστρο του.Δεν τον γνωρίζω· είναι ξένος. όρμησε στην πεδιάδα της Θράκης που είχε μείνει ανυπεράσπιστη και τη νύχτα του Δεκαπενταύγουστου.Πες του να έλθει άλλη ώρα. με μαύρα κατασκονισμένα γένια και μαλλιά και με ηλιοκαμένο πρόσωπο.Από πού έρχεσαι. Ύστερα. αποκρίθηκε ο αξιωματικός. ρώτησε ο Σαμουήλ. τον έτρωγε η ανησυχία. και με το αριστερό του χέρι χωμένο στο άνοιγμα του ρούχου του. Ήταν μακρύς. . Στην Αδριανούπολη ωστόσο. να μάθουν τι έκαμνε ο Βασίλειος κι αν έλυσε την πολιορκία. Την άνοιξη του 1004. χωρίς να χάσει καιρό. . Μόνο ο Σαμουήλ δεν ήταν ήσυχος. η Βιδύνη είχε πέσει.Από το Δούναβη. φώναξε ο Σαμουήλ με ξαφνική ανησυχία. και αλυσοδεμένο τον έστειλε ο Αυτοκράτορας στις φυλακές της Πόλης. Τότε ο Βασίλειος διέταξε να ξαναχτίσουν τα χαλασμένα τειχογυρίσματα της χώρας. αποκρίθηκε ο άνθρωπος. . Μα ήταν πια αργά.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ ξεφύγει με τον πιστό του στρατηγό. πέρασε τη Ροδόπη από αφύλαχτα μονοπάτια. Μια μέρα. Είχαν καταλάβει τα σπίτια των κατοίκων. όπου και τον πάντρεψε με μιαν Ελληνίδα. καθώς και το φρούριο όπου άφησε δυνατή φρουρά. πήγε ο Βασίλειος στα Βοδενά και τα κυρίευσε με όλη την ηρωική αντίσταση του Δραξάν. Κατά το σύστημα των Βυζαντινών. τον έπιασαν. αντί να κατέβει στη Θράκη να καταδιώξει τον Σαμουήλ. . που κοντά στο ποτάμι επιθεωρούσε καβάλα το στρατό του. Είχε στείλει κατασκόπους. Το φέρσιμο του και το ύφος του ήταν ανθρώπου χωριάτη. Οι ειδήσεις έφθασαν νωρίτερα απ' ό. Τα ρούχα του ήταν σκεπασμένα σκόνη και λάσπες. όπου έσφαξε κι αιχμαλώτισε ολόκληρο τον άοπλο πληθυσμό που ανυποψίαστος εόρταζε την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αφέντη. λέγει.Πες του να έλθει ευθύς! Ο Τσάρος ξεκαβαλίκεψε και μπήκε στη σκηνή του. και με τ' αρπαγμένα πλούτη. όπως είχε συγχωρήσει και τον Νικουλιτσά. .Δεν έχεις. ετοιμάζουνταν να κατέβει στη Θεσσαλονίκη. λιγνός. όταν ο Σαμουήλ. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. αξιωματικοί και στρατιώτες Βούλγαροι περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Τον Δραξάν όμως τον εσυγχώρησε. Σχεδόν την ίδια στιγμή έμπαινε μέσα κι ο ξένος. Ο νους του ήταν αδιάκοπα γυρισμένος εκεί. πήρε ολόκληρο το στρατό του και γύρισε νοτιοδυτικά. κι ώσπου να γυρίσουν οι κατάσκοποι. και για να εμποδίσει κάθε άλλη επανάσταση. Από τα Σέρβια. προχώρησε ως το Δούναβη και πολιόρκησε τη Βιδύνη. αποφασισμένος αυτή τη φορά να την πάρει. ένας αξιωματικός τον πλησιάζει και του λέγει πως κάποιος θέλει να του μιλήσει. άλλου γενναίου στρατηγού του Σαμουήλ. ο Βασίλειος ξεκίνησε πάλι με το στρατό του. την ώρα του πανηγυριού. έπεσε στην Αδριανούπολη. σε λίγον καιρό. μεταξύ των δυστυχισμένων αιχμαλώτων. του έδωσε τίτλους και τιμές και του επέτρεψε να κατοικήσει στη Θεσσαλονίκη. πέρασε τον Αίμο. .Ας με περιμένει στο παλάτι! . Πολλές φορές τύχαινε. Αλλά πριν φύγει.τι περίμενε. ταραγμένος και νευρικός. Στάθηκε εμπρός στον Τσάρο χωρίς να χαιρετήσει. είπε ο Σαμουήλ.

Ανάμεσα στους πληγωμένους. . . Τι νέα φέρνεις.Σου χρειάζεται αμοιβή γι' αυτό που έκανες.Δε σε θυμούμαι καθόλου! . . Έφυγα κι εγώ κι ήρθα εδώ. Στην καρδιά θέλει να με σφάξει! φώναξε ο Σαμουήλ. . Αψηφά την Αδριανούπολη που την έχω πνίξει στο αίμα. Τυχερό ήταν να βρεθώ στη Βιδύνη. Μα δεν ήξερα πού ήσουν. Κρυμμένος τους παραμόνευα. . ..Ναι! .. Ο άνθρωπος ακίνητος μπροστά του περίμενε.Έπρεπε να τον δεις. Μα έφυγα από κει σαν την πήραν οι στρατηγοί του Βασιλείου.Έφυγε.Από την Πρεσθλαύα.. Αμέσως τότε έφυγε ο Βασιλιάς των Ελλήνων και τράβηξε για τη Νίσο. που σε βοήθησε να φορέσεις τη στολή ενός πεθαμένου για να μη σ' αναγνωρίσουν με τη βασιλική σου στολή. Ποιος σ' έστειλε. εκεί που έπεσες. αποκρίθηκε ο ξένος.Ναι! . .Μόλις του έφεραν την είδηση πως πλάκωσες στην Αδριανούπολη. και στα κάστρα μου πηγαίνει. . κάποιος έφερε την είδηση πως κατάστρεψες την Αδριανούπολη. Μια μέρα.Η Βιδύνη έπεσε. ρώτησε ο Σαμουήλ με μεγάλη ταραχή. . Δεν είμαι πια στρατιώτης. . Έκοψες δρόμο από τα μονοπάτια και τον ξεπέρασες. Σα γκρεμίστηκαν οι τοίχοι και μπήκαν οι εχθροί στο φρούριο. Και τον πρόκανες λοιπόν.Τί. Ασάλευτος κοίταζε τον Τσάρο. κι έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του. . Ένα μούγκρισμα ξέφυγε του Σαμουήλ. ρώτησε έξαφνα. ξέφυγα με σκοπό να έλθω να σου το πω. ρώτησε ο Σαμουήλ.Από πού είσαι.. με λύσσα χτυπώντας το μέτωπο του. . .Πού σε ξαναείδα. Λένε πως ήταν χωρικός. . Πότε. ρώτησε πάλι ο Σαμουήλ. .Ήμουν στη Βιδύνη. να μου τα πάρει που δεν είμαι κει να τα διαφεντέψω. . . .Εγώ σε θυμούμαι. . Ο Τσάρος σήκωσε το κεφάλι.Σε κανενός. .Δεν τον είδα. ήταν κι ένας στρατιώτης. .Πριν φύγεις εσύ από κει. είπε ο άνθρωπος. 17 . Πήγε από την κοιλάδα της Μοράβας. . .Στο Σπερχειό. σ' όλη την πολιορκία.Έφυγε. πήγε άλλο δρόμο. και γυρνώντας στον ξένο ρώτησε απότομα: Από πού έρχεσαι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ . αποκρίθηκε σύντομα ο άνθρωπος. ούτε αυτοί δεν το ήξεραν.Σε τίνος υπηρεσία είσαι.Και ήλθες χωρίς διαταγή. Δεν έρχεται δω.Λέγε! Λέγε! ξεφώνισε ανυπόμονα ο Τσάρος. ρώτησε. .Όχι! Τράβηξε νοτιοδυτικά. όταν την πολιόρκησε ο Βασιλιάς των Ελλήνων.Και ο Βασίλειος.Στου Σπερχειού τη μάχη. Ο Σαμουήλ με περιέργεια κοίταξε το τριχωτό ισχνό πρόσωπο του ξένου.Στην καρδιά!. . Ήταν κατάχλωμος.Όχι.Όχι! Το έκανα από μίσος για τους Έλληνες.Πώς ήταν αυτός που έφερε την είδηση. Ο καλός κατάσκοπος πρέπει κάθε λεπτομέρεια να την ξέρει! Ο άνθρωπος δεν αποκρίθηκε.

Μέρες και μέρες περπατούσε το καταπονεμένο. Δυο μέρες αργότερα. όπου ο Σαμουήλ τους είχε συγκαλέσει για συμβούλιο. να του αρπάξει τα τελευταία βορεινά προτειχίσματα του βασιλείου του. Ο Σαμουήλ κοίταξε προσεκτικά το ηλιοκαμένο του πρόσωπο.Άλλαξες πολύ. Την ίδια ώρα. Πίσω ακολουθούσε στρατός αιχμαλώτων. ρώτησε. . κοίταζαν σιωπηλά τους άντρες που έφερναν τα ζώα να τα ποτίσουν. πώς είχε ξαναοχυρώσει το φρούριο και άλλα τέτοια. δούλοι του αγριότερου λαού της σκληρής εκείνης εποχής. το κατορθώνει. το ατέλειωτο κοπάδι των αιχμαλώτων. . Η καρδιά του Παγράτη μάτωσε σαν τα είδε. Ο Σαμουήλ έφευγε βιαστικά. . με μιαν από τις συνηθισμένες του γρήγορες προσβολές. . τα έβγαλε έξω 18 . πορεύουνταν με σκυφτό κεφάλι και μαύρη καρδιά. κι έστησε τις σκηνές πλάγι σ' ένα ποταμάκι. . Από σήμερα είσαι στην ιδιαίτερη μου υπηρεσία. στην ιδιαίτερη συνοδεία του Σαμουήλ. ο Τσάρος πρόσταξε να δώσουν ρούχα και φαγί στον ξένο και να φωνάξουν αμέσως τους στρατηγούς του.Πήγαινε στο παλάτι μου.Πώς κατόρθωσες κι έφθασες στην πατρίδα. και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. αυτό το θυμούμαι. ανάμεσα στους στρατιώτες. Ένα βράδυ τα είδε από μακριά. Αποφεύγοντας λοιπόν τις οχυρωμένες χώρες και τα κάστρα που φύλαγαν τις κλεισούρες. έφθασε κοντά στο ποτάμι ένας λιγνός ηλιοκαμένος άντρας με κατάμαυρα μαλλιά και γένια και μια πρόσφατη λαβωματιά στο μάγουλο. Έφεραν και τα βασιλικά άλογα και. και γυρνώντας στον υπασπιστή του. και τρόπους δεν είχε. η κοιλάδα της Τούντζας είχε γεμίσει πεζοπόρους και καβαλάρηδες. . γυρεύοντας αδιάκοπα τα δυο αγόρια που ο Νικήτας του είχε εμπιστευθεί. Πριν βραδιάσει. προς τη βαρύτερη σκλαβιά που γίνουνταν. Ο Παγράτης είχε κατέβει στην όχθη με την Αλεξία και. ο Παγράτης είδε δυο αγοράκια κι αναγνώρισε το γιο του Κατεπάνω και το φίλο του. Τ' αγόρια όμως δεν καταλάβαιναν βουλγάρικα. μπροστά προχωρούσαν τα ορφανά. Καθώς είδε τα παιδιά. γυναίκες και παιδιά. Τότε πήδησε ο άνθρωπος μέσα στο νερό. Ήταν χωριάτης βέβαια. όπου βαθύ σημάδι έκοβε το φρύδι. αποκρίθηκε αυτός απότομα. Αλλά στα χωριά τους διαδίδουνταν πως έπεσε η Βιδύνη. Μα η τολμηρή του έκφραση άρεσε του Τσάρου. Του είχαν λύσει τα σίδερα για την πορεία και. Και σα θέλει κανείς με την καρδιά του ένα πράμα. Δεν ήξεραν τίποτα θετικό. όπως είχε έλθει. καθισμένοι στα χόρτα. . Μακριά. όλοι οι στρατηγοί είχαν μαζευθεί στο παλάτι του πεθαμένου Κατεπάνω. . πόσους άφησε στη Βιδύνη.Το ήθελα. στην κάψα του σεπτεμβριάτικου ήλιου. Στο δρόμο αντάμωσε άλλους αγγελιαφόρους.Πώς σε λένε! ρώτησε. Εσύ ήσουν ο πληγωμένος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ . με το παιδί στην αγκαλιά. κι εξακολουθούσαν τη δουλειά τους. Μαζί μ' όλους τους άλλους δούλους ακολουθούσε κι ο Παγράτης με την Αλεξία.Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε και οι πληγές μου με άλλαξαν. Τους ξαναείπε όσα είχε πει του Σαμουήλ κι επρόσθεσε μερικές λεπτομέρειες· πόσος ήταν ο στρατός του Βασιλείου. ο Σαμουήλ τράβηξε κατά τη Ροδόπη. τ' άρπαξε απότομα. με την ελπίδα να προφθάσει τον εχθρό του πριν μπορέσει ο Βασίλειος. Τ' αγόρια έβγαλαν τα ποδήματά τους και μπήκαν στο νερό μαζί με τους στρατιώτες. Την άλλη μέρα έφθασαν ένα . Ασάν. Δεν τα βρήκε όμως. πήγαινε ο γέρος ανάμεσα στο πυκνό σκοτάδι..Ασάν. να πλύνουν τ' άλογα.. Άντρες. αμάξια και ζώα φορτωμένα. που του επιβεβαίωσαν τις ειδήσεις του Ασάν. και φώναξαν τον Ασάν και τον εξέτασαν.Εγώ ήμουν. σχεδόν χωρίς ανάπαυση. και πολλοί έπεφταν στο δρόμο όπου τους έτρωγαν τ' αγρίμια ή πέθαιναν από πείνα και αθλιότητα. Επιτέλους ο Σαμουήλ αποφάσισε να σταματήσει δυο μέρες για να ξεκουραστεί ο στρατός του. και άλλη μισογιατρεμένη πληγή χάραζε μια κόκκινη γραμμή από το μηλίγγι ως το στόμα.Ναι. έβγαλε τις φωνές και πρόσταξε να βγουν από το νερό και να ξαναφορέσουν τα ποδήματά τους. αποκρίθηκε ο ξένος.δυο χωρικοί της Ροδόπης.

σε άλλο σταθμό. Προχώρησε ένα . δε μας αναγνωρίζεις. 19 . Ο Παγράτης έκανε νόημα του Κωνσταντίνου να σωπάσει και ακροάστηκε βαστώντας την αναπνοή του. και η μικρή τους είδε και δε μίλησε πια.. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Παρακάτω.Παγράτη!. όταν μας πήραν από την εκκλησία. . δείχνοντας τον κοιμισμένο υπασπιστή.Θα τους εκδικήσω! είπε και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες.. είπε ο γέρος...Από τρομάρα. Η μικρή τον κοίταξε.Είδες τη μητέρα σου. .Γιατί. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι. κρατώντας την Αλεξία από το χέρι. Αλεξία. Και πρόσταξε να πάνε αμέσως στη βασιλική σκηνή κι εκεί να περιμένουν τις διαταγές του Αφέντη. Ο άνθρωπος αυτός φορούσε στολή ιδιαίτερου υπασπιστή του Σαμουήλ.. Θα τους εκδικήσω. Τ' ορκίζομαι στο Σταυρό. Τ' αγόρια κάθουνταν στη ρίζα ενός δέντρου και μαζί διάβαζαν ένα ελληνικό χρυσοδεμένο προσευχητάριο. Και πάλι η μικρή κοίταξε σιωπηλά τον Παγράτη. ύστερα κοίταξε τον Παγράτη. πήρε το κοριτσάκι κοντά του και το φίλη σε. Ο Παγράτης έκανε νόημα των αγοριών να σιμώσουν με προσοχή. Κάτι έτριξε μες τα κλαδιά κοντά τους. εξήγησε ο Παγράτης. . Μα σαν είδε πως σε λόγια περιορίζουνταν ο θυμός του.Αχ. παραμέρισε τα χαμόκλαδα και. Ο γέρος τράβηξε τ' αγόρια στην αγκαλιά του και τα φίλησε σφιχτά. ρώτησε ο Κωνσταντίνος.. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ με τις σπρωξιές. .Γιατί δε μας μιλάς. και όταν τον άκουσε ο Παγράτης να μιλά τόσο απότομα στα ορφανά φοβήθηκε μην τα χτυπήσει. στην ξεσκέπαστη πλαγιά...Έτσι είναι από τη μέρα της σφαγής. είδε ένα Βούλγαρο που κοιμούνταν. Ήταν ολομόναχα· ούτε στρατιώτης φαίνουνταν ούτε αιχμάλωτος. και με κάποια ευγνωμοσύνη τον κοίταξε όσο πήγαινε τ' αγόρια προς τη βασιλική σκηνή.Πώς τον λένε αυτόν. Μη μας φοβάσαι εμάς! Εμείς σ' αγαπούμε! είπε ο Μιχαήλ πιάνοντας και χαϊδεύοντας το χεράκι της. . ρώτησε τον Μιχαήλ στο αυτί. Μα τίποτα δεν ακούστηκε πια. μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. την είδαμε σφαγμένη. ρώτησε χαμηλόφωνα ο Παγράτης.Και η Αλεξία. σα βεβαιώθηκε πως κανένας δεν τους βλέπει.έξι στρατιώτες έψηναν το φαγί τους και κουβέντιαζαν αναμεταξύ τους. πλησίασε χωρίς καν να τον ακούσουν. και μόνο όταν στάθηκε μπροστά τους σήκωσαν το κεφάλι και τον είδαν. Εμπρός μας έσφαξαν πολύν κόσμο. . . και η καρδιά του σφίχτηκε.Γιατί δεν είχε μάνα και πατέρα να τους δει να σφάζονται. Και ύστερα.Ναι! ψιθύρισε ο Μιχαήλ. Γιατί δε μας μιλάς.Δε μιλά καθόλου. .. ψιθύρισε ο Μιχαήλ.. . .. Ο Παγράτης. . και πάλι τον Μιχαήλ και τον Κωνσταντίνο. ..Έτσι φαίνεται. Φοβισμένα έριξε γύρω του μια ματιά και..Αλεξία. ρώτησε ο Παγράτης δακρυσμένος. Αναγνώρισε τον υπασπιστή του Σαμουήλ που είχε εμποδίσει τα παιδιά να πλύνουν τ' άλογα. μέσα σ' ένα πυκνό δάσος. πέντε . . επανέλαβε απλώνοντας το χέρι του απάνω στο προσευχητάριο. και με φωνές και χειρονομίες τους είπε πως δεν ήταν δουλειά τους να πλένουν άλογα και να λερώνουν τα ρούχα τους που τους τα είχε δώσει ο Τσάρος για τη δική του υπηρεσία μονάχα. Μα τα χείλια της έμειναν κλειστά. τον πατέρα του.δυο βήματα. Έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια και ξέσπασε στα κλάματα. Από τη συγκίνηση δεν μπόρεσε να μιλήσει. ξαπλωμένο στα χόρτα.. καημένη Αλεξία! μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος αγκαλιάζοντας το παιδί. Κι εγώ σε μακάριζα! . Τα ξαναείδε λίγες μέρες αργότερα. χάρηκε κατάκαρδα που επεμβήκε ο Βούλγαρος και τα εμπόδισε να κάνουν του σταβλίτη τη χοντροδουλειά.

Εκεί θέλησε να περάσει στην άλλη όχθη. Λένε πως και οι τοίχοι έχουν αυτιά. με την ελπίδα πως μια μάχη μπορούσε να σταματήσει τον κατακτητή. πήρε το χέρι της Αλεξίας κι έφυγε. διέλυσε ευθύς το στρατόπεδο. πώς να ξεφύγουν μυστικά από τη βασιλική σκηνή. μια συλλογή είχαν τ' αγόρια. Μα να ξέρετε πως η καρδιά μου είναι πάντα μαζί σας! Φίλησε σφιχτά τ' αγόρια. που το τρίξιμο του θα τους πρόδιδε. Με τη βεβαιότητα πως οι Έλληνες δεν μπορούσαν να περάσουν και να τους χτυπήσουν. και όλη μέρα τους πολιορκούσαν με βρισιές και λόγια ειρωνικά. και οι άλλοι παρακάτω. Μόλις το έμαθε ο Σαμουήλ. που αδιάκοπα έπεφταν εκείνες τις μέρες. περιμένοντας να γυρίσουν οι πρόσκοποι του Σαμουήλ και να πουν πού ακριβώς ήταν ο Βασίλειος. Έβρεχε αδιάκοπα. Στο παιδικό τους μυαλό η φυγή φαίνουνταν εύκολη και. Μα ο Βούλγαρος εξακολουθούσε να κοιμάται βαριά. να κατέβουν ως τον ποταμό. Η βροχή όμως εξακολουθούσε να πέφτει και τα νερά του ποταμού να φουσκώνουν. Έτσι έφθασε ο στρατός όλος στον Αξιό. πιο δύσκολο. Μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους. Μ' από τις βροχές. αναγκάστηκε να στρατοπεδεύσει στην αριστερή όχθη. γιατί άφηνε δυο ορφανά χωρίς κανένα προστάτη στα χέρια των Βουλγάρων. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε Το μακρινό ταξίδι εξακολουθούσε. αμάθητες στις φοβερές αυτές πορείες. δε φαίνουνταν ν' άκουσαν. και με τη βοήθεια της Παναγίας. και αφού έστειλε τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους με καλή συνοδεία στον Πρίλαπο. αναθρεμμένα στην πιο λεπτή πολυτέλεια. Με μαύρη καρδιά έφυγε ο Παγράτης. αδιαφορώντας αν ήταν αριστοκράτισσες. ο Παγράτης και η Αλεξία είχαν σταλεί στο δουλοπάζαρο του Πρίλαπου να πουληθούν. μέρα . ίσως να βρουν καμιά βάρκα και να τραβήξουν για την αντικρινή όχθη. είπε ο Κωνσταντίνος χωρίς να προσέξει να χαμηλώσει τη φωνή. ο Αξιός ήταν απέραστος. Σταθμούς δεν έκαμνε πια. κι εκεί να περιμένει τον εχθρό του. 20 . γιατί όλοι οι δρόμοι και όλα τα στενά ήταν στα χέρια των Βυζαντινών. Κάθε λίγο έφθαναν ειδήσεις πως ο αυτοκράτορας είχε κυριεύσει κι άλλα κάστρα κι άλλες πόλεις στην πορεία του. απομακρύνθηκαν με την Αλεξία. που τους πετούσαν από τη μιαν ακροποταμιά στην άλλη. και προσέχοντας μην πατήσουν κανένα κλαδί. και το ρεύμα δυνάμωνε όλο και περισσότερο. και ο Σαμουήλ βιάζουνταν όλο και περισσότερο να προχωρήσει και ν' ανταμώσει τους Έλληνες. και είδε τα δυο αγόρια που είχαν ξανακαθήσει στη ρίζα του δέντρου και αγκαλιασμένα διάβαζαν ήσυχα το βιβλίο τους. παρά μόνο όταν δεν μπορούσε να τους αποφύγει. θέλοντας και μη. και ο Βασίλειος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ . Με τρόμο σκέπασε ο Παγράτης το στόμα του αγοριού.Αυτό να μας γίνει μάθημα. και ο Σαμουήλ. κατεβάζοντας την τσουχτερή λουρίδα στους ώμους των παιδιών και των γυναικών που έμεναν πίσω. να δουν ελληνικές στολές. ψιθύρισε ο γέρος. αποφάσισε να στήσει τις σκηνές στη δεξιά όχθη όπου βρίσκουνταν. ανέβηκε τον ποταμό ως τα Σκόπια. προσηλωμένοι στο φαγί τους και στις κουβέντες.Ασάν. Ο Παγράτης πήρε τ' αγόρια από το χέρι. ο Αξιός είχε πλημμυρίσει. Κάποτε και τα δέντρα έχουν. ν' ακούσουν ελληνικές φωνές. και με το καμτσίκι στο χέρι. βλέποντας τη μεγάλη δυσκολία να περάσει τόσο στρατό με πολεμικές αποσκευές στην άλλη μεριά. Όταν έφθασαν λοιπόν οι Έλληνες εμπρός στα Σκόπια.νύχτα. Ο Κωνσταντίνος και ο Μιχαήλ είχαν ακολουθήσει τον Τσάρο ως παιδόπουλα. οι Βούλγαροι πήραν θάρρος. Το γέρο δεν τον ξαναείδαν πια' ύστερα από τη συνάντηση του δάσους. . και αφότου οι Έλληνες σκήνωσαν αντίκρυ. πήρε το στρατό του ολόκληρο και με γρήγορες πορείες. πέρασε στη δεξιά όχθη κι εκεί στρατοπέδευσε. και ο Σαμουήλ αναγκάζουνταν να περνά από τα ψηλά κι απότομα βουνά. και είπαν πως τα αυτοκρατορικά στρατεύματα βρίσκουνταν στο βουνό και τραβούσαν κατά τα στενά που βγαίνουν στα Σκόπια. και ποιος ξέρει. Οι πρόσκοποι γύρισαν. ίσως και να τον καταστρέψει. Μια στιγμή γύρισε πίσω. οι άγριοι του στρατιώτες έσπρωχναν όλο και γρηγορότερα το αποσταμένο κοπάδι των αιχμαλώτων. Μόνο στη μοναξιά πια και στ' ανοιχτά θα σας ξανασιμώσω. Με το κρύο οι ταλαιπωρίες μεγάλωναν. είτε παιδιά αρχόντων. αντίκρυ του Σαμουήλ. πιο κοπιαστικό παρά ποτέ.

έτρεξε πίσω στον Κωνσταντίνο. Γονατισμένος πλάγι στο μαγκάλι.Ναι! Δεν πρέπει να κοιμηθούμε. σα χάθηκαν από τα μάτια του. . στα πόδια των αγοριών. ξεδίπλωσε το φύλλο και το βάσταξε εμπρός στα πυρωμένα κάρβουνα. Μόλις λοιπόν πλησίαζαν την απαγορευμένη γραμμή. ακόμα και όταν έλειπε ο Τσάρος και δεν είχαν υπηρεσία. Το μήλο κατρακύλησε ως εμπρός στη σκηνή του Σαμουήλ.νύχτα φύλαγαν. Και με τον Ασάν πέρασε πίσω από τη σκηνή. πήγα του φρούραρχου διαταγές. είπε σιγά. .τέσσερεις μέρες είχαν περάσει αφότου οι δυο στρατοί βρίσκουνταν σκηνωμένοι στις δυο ακροποταμιές. οι φρουροί. Καθισμένα μόνα στην πόρτα της βασιλικής σκηνής.Διάβολε! Και πότε έφθασες. και τα τρυπαλάκια σχημάτιζαν γράμματα.δυο βήματα και. Μα βλέπω πως αργεί..Άλλος θα ήταν.Τώρα. είπε ήσυχα ο Ασάν.Πώς. κοιτάζοντας χάμω σα να γύρευες μαργαριτάρια! . ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος. Από μέσα έβγαλε ένα τυλιγμένο φυλλαράκι δέντρου. που μέρα . τον κοίταξε ερωτηματικά. πως σε είδε τη νύχτα μες στα νερά ως τη μέση. Ο Ασάν γέλασε με τη λαιμαργία του παιδιού. . 21 .Έρχομαι από μακριά. .Πεινασμένα τ' αφήνουν. όπου περνούσαν μόνο όσοι ήθελαν να μιλήσουν με τον Σαμουήλ.Κατάλαβες. Πλήθος τρυπαλάκια φάνηκαν τότε. Έριξε το μισοφαγωμένο του μήλο και σηκώθηκε να φύγει. . Τα ρούχα του Ασάν ήταν μούσκεμα και λασπωμένα. Σ' αυτό το χώρο τ' αγόρια ήταν ελεύθερα να πηγαινοέρχονται. χριστιανέ μου! Λες και βγαίνεις από το βούρκο του ποταμού! . και βιαστικά το κομμάτιασε στα δάχτυλα του. είπε. έρχεται ο άλλος φρουρός. Κάποιος μου έλεγε. λέγει τον ποταμό. Τρεις . αποκρίθηκε ο Ασάν. ο Ασάν έτρωγε ένα μήλο και κουβέντιαζε μ' έναν από τους φρουρούς ώσπου να επιστρέψει ο Σαμουήλ. τα μικρά! Ούτε χοίρος δεν τρώει τέτοια βρώμα. . σκούπισε τις λάσπες κι ετοιμάζουνταν να το αποφάγει. Λίγα βήματα παρακάτω.Και τι έχεις να πεις του Τσάρου. και τ' αγόρια με καρδιοχτύπι διάβασαν την ελληνική λέξη: «ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ». Μα γύρω οι Βούλγαροι φύλαγαν. όταν πέρασαν μπροστά του οι δυο άντρες. Μα γιατί. Μα τόση βροχή δεν κατόρθωσε να σου ξεπλύνει τις λάσπες. .. τ' αγόρια κοίταζαν τη βροχή που εξακολουθούσε κι έπεφτε ραγδαία. μα δεν τους επιτρέπουνταν ν' απομακρυνθούν..Από πού έρχεσαι. του είπε. . Το ποτάμι ήταν πλημμυρισμένο. .Καλά να είσαι μουσκεμένος. . Ο Μιχαήλ γονατισμένος κοντά στο σύντροφο του. και ανέβαινες. Έξω από τη βασιλική σκηνή έμενε μια μικρή πλατεία άδεια.Θα το δούμε τη νύχτα. κι αναγκάστηκα να κάνω μεγάλον αλλόγυρο. τόσο που ο φρουρός τον περιγέλασε.Από τη Στρουμπίτζη. . χθες. Ήταν βράδυ. Ο Κωνσταντίνος έσκυψε και το έπιασε. που με τους στρατηγούς του επιθεωρούσε το στρατόπεδο.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε άλλο δε σκέπτουνταν παρά πώς να την εκτελέσουν. .Καλή όρεξη! του φώναξε.Του έφερα ειδήσεις του φρούραρχου. Εγώ έφθασα τώρα από τη Στρουμπίτζη. κατέβαζαν απειλητικά τη λόγχη και τα έδιωχναν. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε το μήλο από το στόμα του. Καλύτερα να πάγω να τον βρω. Ο Μιχαήλ τους ακολούθησε ένα . έχει μπόλικες παρακάτω.Γρήγορα. πέταξε το μήλο και μπήκε με τον Μιχαήλ στη σκηνή όπου έκαιε ένα μαγκάλι. . Ο φρουρός από την αηδία στραβομουτσούριασε. κι έχω μέρες να βγάλω τα ρούχα μου. . Λείπω δέκα μέρες. φαίνεται.. Αν θες κι άλλες λάσπες. Ως τη μέση είσαι πασαλειμμένος.

που κρυφά το φύλαγε ο Κωνσταντίνος στον κόρφο του.Δυο μέρες τη γύρευα.. και τ' αγόρια είχαν υπηρεσία.η φωνή του πνίγηκε στο αίμα που χύθηκε ποτάμι από το στόμα του κι έπεσε νεκρός. Καθισμένος πλάγι στο πρόχειρο τραπέζι που του είχαν στήσει στη σκηνή του εργάζουνταν με δυο στρατηγούς και τους εξηγούσε το σχέδιο του για την επίθεση εναντίον των Σκοπίων. Ο Αυτοκράτορας τον κοίταξε ένα λεπτό με απορία. 22 . Σαν κάθε βράδυ.«Νικά ο Αετός». σφιχταγκαλιασμένα. . αποκρίθηκε ελληνικά ο Ασάν.. Ο Βασίλειος δεν ήταν μόνος. έκαναν το σταυρό τους. Μα.Πέρασες με βάρκα. . η φωνή του φρουρού που φύλαγε: . . Αύγουστε. . και με το ίδιο σταθερό βήμα προχωρούσε ο Ασάν ώσπου έφθασε στην αντικρινή όχθη.Ασάν. Σήμερα τη βρήκα. αφού έσβησαν τα φώτα και ησύχασε το στρατόπεδο. ο Σαμουήλ έκανε τραπέζι για τους στρατηγούς του. Και μαζί πέρασαν μέσα από το στρατόπεδο. Δέσποτα. τα δυο αγόρια. και πότε ξεσκέπαζαν το φεγγάρι. Ένας άντρας. ρώτησε ο φρουρός. ρώτησε απότομα. Νικήτα. και πως οι ώρες διαρκούσαν χρόνια! Όταν στο τέλος τραβήχθηκαν οι στρατηγοί και πλάγιασε ο Σαμουήλ. δεν έχω στιγμή να χάσω. αψηφώντας το δυνατό ρεύμα και το νερό που σε κάθε βήμα ανέβαινε. στα γόνατα. και από μέσα από την καρδιά τους προσευχήθηκαν: «Μητέρα. Όρθια πίσω από το κάθισμα του Τσάρου έστεκαν.Οδήγησε με στον Αυτοκράτορα. προσκύνησαν το χρυσοδεμένο προσευχητάριο. φρουρούσε στην άκρη του στρατοπέδου και.. Χωρίς δισταγμό μπήκε στον ποταμό και προχώρησε με βήμα σταθερό ίσια εμπρός. φώναξε. στους μηρούς του. Έξω από το στρατόπεδο. . μόλις κρύφθηκε η σελήνη. κρυμμένος μες στα καλάμια της ακροποταμιάς. μισοκοιμισμένος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε Έριξαν το φύλλο στα κάρβουνα κι έμειναν εκεί ώσπου έγινε στάχτη. Η βροχή είχε παύσει. μεσίτευσε στην Παναγία την Ελεούσα να μας προστατεύσει. .Τις ει.Όχι. Δέσποτα! Πέρασα πεζός.Τι. Μα το σύννεφο.Τι θέλεις. ανέβαινε στις κνήμες.Η Παναγία η Οδηγήτρια σε προστάτευσε! Πώς πέρασες το πλημμυρισμένο ποτάμι. περνώντας γοργά. Πότε έφθασες. . έξαφνα. φωτίζοντας το πρόσωπο των δυο αντρών. αναγνωρίζοντας τον: . πήδησε πάνω του και του έμπηξε ως τη λαβή ένα μαχαίρι στο στήθος. κι έριχναν στην πεδιάδα φανταστικούς ίσκιους. .». παραμόνευε το Βούλγαρο στρατιώτη που.Από την αντικρινή όχθη. λοξοδρόμησε. . πλάγι στην Κοφτή Πέτρα είναι μια ρηχοτοπιά. Από μέσα από τα δέντρα μια σκιά πρόβαλε. επανέλαβε ο Ασάν και προσκύνησε. και πάλι ο φωτεινός δίσκος πρόβαλε χύνοντας τις άσπρες του αχτίδες στην αιματερή σκηνή. είπε. εσύ που είσαι στον ουρανό και μας βλέπεις μέσα από τ' άστρα. .. Ο Αυτοκράτορας αναπήδησε. έκανε με το χέρι το σημείο του σταυρού στο τρυπημένο στήθος και κατέβηκε στην όχθη. Ο Ασάν τον ξάπλωσε στα χόρτα.Τώρα. και ήλθα να σου το πω. . . πότε το περιτύλιγαν στο σκοτεινό τους σάβανο. Εκείνο το βράδυ. έτοιμα να εκτελέσουν κάθε του διαταγή. . Τους φάνηκε πως ποτέ ακόμα οι Βούλγαροι δεν είχαν φάγει και πιει τόσο πολύ.«Νικά ο Αετός». αποκρίθηκε ο Ασάν. και σκαρφαλώνοντας στις πέτρες μπήκε στο ελληνικό στρατόπεδο.Από πού έρχεσαι. και μένα με γέλασες. γονατισμένα στη σκοτεινή τους γωνιά. . Βαριά μαύρα σύννεφα κατρακυλούσαν στον ουρανό. Μια φωνή ακούστηκε. μουρμούρισε ο μαχαιρωμένος. Ως τη μέση ανέβηκε.Τα γένια σε αλλάζουν πολύ.

Είδα τον ανεψιό του Τσάρου. Δέσποτα. .Διαταγή να δυναμώσουν τα οχυρώματα. Ο στρατηγός κοίταξε προσεκτικά τον άντρα. το φονιά του πατέρα του. μα μισεί τον Τσάρο. Ο Νικήτας έσκυψε και με πάθος φίλησε το χέρι του.Θα χάσεις καιρό και κόσμο. Τα οχυρώματα της είναι απόρθητα. Θα περάσεις πρώτος. είπε και ρώτησε: Οι άντρες σου είναι έτοιμοι. Δαφνομήλη. τον πιο αφοσιωμένο σου φίλο. είπε. Οι δυο στρατηγοί βγήκαν βιαστικά και ο Αυτοκράτορας πρόσταξε έναν υπασπιστή του να φωνάξει τον Ευστάθιο Δαφνομήλη. θα χτυπήσομε κει με τη βοήθεια του Κυρίου. . . Δέσποτα! Αλλά μόλις φθάσαμε στον Αξιό. Μην αρχίσεις τίποτα αν δεν περάσουν τα δυο σώματα. Η Στρουμπίτζη δεν πέφτει ακόμα. είπε ο Βασίλειος.. Νικήτα. Αύγουστε! Αναπαύονται.Ναι..Η επανάληψη του Σπερχειού.Λίγος κόπος περισσότερος λοιπόν για μας. το νέον Ιωάννη Βλαδισλάβ. ρώτησε. και ο Βοτανειάτης θ' ακολουθήσει. Δέσποτα.Ήταν περιττή· τα οχυρώματα ήταν έτοιμα.. . .Να ετοιμαστούν ευθύς. . ρώτησε σύντομα. Η συνάθροιση να γίνει γρήγορα και σιωπηλά και να μην ανάψουν φώτα.Νικήτα! φώναξε με χαρά.Καμιάν ευγνωμοσύνη δεν του έχει. . Σαν τελειώσομε από δω. Ο Βασίλειος χάιδευε σκεπτικά τα μακριά ψαρά του γένια. . Ο Νικήτας δεν αποκρίθηκε..τι τα όπλα σου δε θα κατόρθωναν. 23 . και η φρουρά της είναι ως το θάνατο αφοσιωμένη στον Σαμουήλ. το εχθρικό στρατόπεδο.Όχι. Δέσποτα.Ήλθες μαζί τους από την Αδριανούπολη. . Ο Βασίλειος γέλασε.Φυλάγουν. .Τι εννοείς. Ωστόσο εξέταζε τον Νικήτα..Δεν την έδωσες βέβαια. Διογένη. Τα φρύδια του Αυτοκράτορα σουφρώθηκαν. Ο Βασίλειος γύρισε στους στρατηγούς του. Βοτανειάτη. .Μ' αυτός είναι λεοντάρι! διέκοψε ο Βασίλειος. Δεν πρέπει διόλου να ριψοκινδυνεύσομε. μα η κουρτίνα της πόρτας σηκώθηκε. μ' έστειλε ο Σαμουήλ με αποστολή στη Στρουμπίτζη και γύρισα προχθές. . . . .Δεν αναγνωρίζεις λοιπόν τον πιστότερο. ρώτησε και με υποψία κοίταξε τη βουλγάρικη στολή του Νικήτα. ...Τι τρέχει.Με ζήτησες..Ναι. και ο Ευστάθιος Δαφνομήλης μπήκε στη σκηνή. . Ο Νικήτας χαμογέλασε. . Αύγουστε! Είναι οπλισμένοι. αποκρίθηκε ο Νικήτας. . .Και αντίκρυ.Τι ήταν η αποστολή. αποκρίθηκε ο κατάσκοπος. . Οι δικοί σου. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε .Αργότερα θα είναι χειρότερα. άρχισε να λέγει ο Νικήτας. . . .Χρεωστεί όμως τη ζωή του στο γιο του Τσάρου! .Σύναξε τους στη ρηχοτοπιά.Άφησε τη διχόνοια να επιτύχει ό..Κοιμάται.

Τι παιδιά είναι αυτά. . και κοντά σου θα είναι σε καλό σχολειό.Ναι. . θα περάσομε αντίκρυ. Και δεν έχουν γονείς λοιπόν. Ή το φαντάστηκες.. ... . . . . εξακολούθησε ο Δαφνομήλης. τον φίλησε και χάθηκε στο σκοτάδι.. Αν εσύ εγκρίνεις το παιχνίδι που παίζω. Πρέπει να φθάσω πριν από σας. και ο Παντοδύναμος βοηθός! Οι δυο άντρες βγήκαν μαζί. Ευστάθιε Δαφνομήλη! Θα το κάμω! είπε.Ναι! Εγώ. μουρμούρισε. Δέκα βήματα παρακάτω είναι μια ρηχοτοπιά. Μια στιγμή ακόμα έμεινε ο Δαφνομήλης ακίνητος. Μια στιγμή ακόμα ο Νικήτας δίστασε.Το ήξερα. ρώτησε χαμηλόφωνα ο Νικήτας. .Πού πηγαίνεις.. Ύστερα.Δαφνομήλη.Να κάμουν την τέχνη μου. .Όχι! Τα γένια μ' αλλάζουν πολύ. Ήταν μελαχρινός πολύ. αν θέλω να τα σώσω. σήκωσε τους στρατιώτες σου και περίμενε με στην Κοφτή Πέτρα.Ο Κρηνίτης είναι πεντάρφανος.Άφησε τα εκεί που είναι. γιατί μια μέρα έτυχε ν' απαντήσω το στρατιώτη που είχε γίνει μοναχός. ψυχή αγνή και σιδερένια. μα δεν τον είδε από χρόνια.Και πού θέλεις να τα πας. Πηγαίνετε. . Θα τ' αναθρέψω για το Βασιλέα και για την Πατρίδα. Ο Νικήτας δε δίστασε πια.Πηγαίνω πίσω. Άρπαξε του στρατηγού το μανδύα. Ο υπασπιστής του τον περίμενε. Κι αν το πληρώσω με τη ζωή μου. είπε ο Αυτοκράτορας. . .Η ζωή μου δεν έχει αξία παρά όσο την ξοδεύω με κάποια ωφέλεια. ρώτησε ο Δαφνομήλης με μια κίνηση του κεφαλιού προς το αντικρινό στρατόπεδο.Άντρες σαν εσένα. και ύστερα στην πατρίδα.Κάνε το. Ο Ιγερινός έχει πατέρα. . . . Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος.Ήσουν με το Βούλγαρο. και μου διηγήθηκε την ιστορία. . δεν είναι ακριβά πληρωμένο.. είπε ο Δαφνομήλης. είπε σοβαρά. Νικήτα. αυτό μου αρκεί. Λοιπόν έγινα μελαχρινός κι εγώ. . . Κοίταξε να γίνει η συνάθροιση ευθύς και σιωπηλά..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε . Με περιμένουν δυο παιδιά.Και ήξερες το περιστατικό αυτό. τα έβαψα μαύρα και παρουσιάστηκα με τ' όνομα ενός στρατιώτη που άλλοτε είχε βοηθήσει τον Σαμουήλ στο Σπερχειό.Το θέλεις. αποκρίθηκε απλά ο κατάσκοπος. Ευστάθιε Δαφνομήλη. έξω από το στρατόπεδο.Εδώ στο στρατόπεδο. Απόψε. Δε σου είπα πως τα πήρε παιδόπουλα ο Τσάρος.. Ο Νικήτας ανατρίχιασε και τον κοίταξε σιωπηλά. Μα δεν το σκέφθηκες ποτέ. 24 .. είναι πολύτιμοι! είπε με συγκίνηση.και γύρισε να φύγει. κράτησε τα και μεταχειρίσου τα. ρώτησε. Δε σ' ανεγνώρισε κανείς. . Τη ζωή σου την εκθέτεις κάθε μέρα με το παιχνίδι αυτό που παίζεις. Είναι και τα δυο από γενιά ευγενική. με τη βοήθεια της Θεομήτορος. . Ο στρατηγός τον σταμάτησε. ο πιστός σου. Ο Δαφνομήλης του έσφιξε το χέρι.Εσύ θα μείνεις.Νικήτα. θυμούμαι. ..Βέβαια. . . μουρμούρισε συγκινημένος.Ο γιος του Κατεπάνω της Αδριανούπολης κι ο εξάδελφος του. για το Βασιλέα! πρόσταξε ο Ευστάθιος. Γύρισε απότομα και μπήκε στη σκηνή του.

Σήκωσε τους στρατιώτες. άρπαξε τ' άρματα του κι έτρεξε προς την πόρτα. Κάθε λίγο τους φαίνουνταν πως άκουαν μια φωνή. σπρώχνοντας ολοένα προς το κέντρο τους τελευταίους υπερασπιστές. Βαθιά σιωπή σκέπαζε το στρατόπεδο. Τρέχα! Ζαρωμένα στη γωνιά τους. μεγάλωνε. άρπαξαν τον Τσάρο. Τι τρέλα σας στραβώνει όλους.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε . Μα δε μίλησαν. ξεφώνισε ο Σαμουήλ. κι άλλο χτύπημα. . και όλη τους η προσοχή προσηλώνουνταν στους έξω κρότους. θρήνοι και βογγητά γέμισαν τον αέρα. από στόμα σε στόμα.Έλληνες! Έλληνες! φώναζαν φρικιασμένοι. μια βοή μεγάλη. . κι αυτά βουβά. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια βαστώντας την αναπνοή τους. κι άλλες φωνές και γογγύσματα και ψυχομαχητά. παρά το αδιάκοπο λαφρύ στάξιμο της βροχής που είχε ξαναρχίσει να πέφτει σιγαλά. και πάλι όλα σιγούσαν. τον έβαλαν σ' ένα άλογο. που ολοένα πλησίαζαν. Κι έξαφνα. στα σκοτεινά. την ώρα που κατατρομαγμένοι ρίχνουνταν οι φρουροί μέσα στη βασιλική σκηνή.Πάρτε τα! πρόσταξε. παρακάλια. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. τα δυο αγόρια με αγωνία περίμεναν.. Πολλοί προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Γύρω όμως στη σκηνή του Σαμουήλ γίνουνταν γερή αντίσταση. Άλλοι ρίχνουνταν στο ποτάμι και πνίγουνταν. Και το μουρμούρισμα αυτό έμοιαζε ανεπαίσθητα να πλησιάζει. Τ' αγόρια είχαν δει τη φυγή. χωρίς να ξέρουν τι περιμένουν. η ίδια λέξη έτρεχε. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του Μιχαήλ. ένα πάτημα. Ο Σαμουήλ πετάχθηκε από το στρώμα. σαν κύματα αδιάκοπα.τέσσερεις αξιωματικοί μπήκαν στη σκηνή. . είχε τρέξει να σταματήσει το πλήθος των Ελλήνων για να δώσει καιρό του Τσάρου να φύγει. πρόσταξε ο Δαφνομήλης ζώνοντας το σπαθί του. στα τέσσερα. ξεφωνήματα πολεμικά. Όλοι είχαν φύγει. Οι περισσότεροι δεν πρόφθαιναν ούτε να βγουν από τις καλύβες τους.. Και το μουρμούρισμα αδιάκοπα πλησίαζε. η σκηνή ήταν έρημη. Κι έξω. μια φωνή ξέσπασε. και πως κάθε αντίσταση ήταν πια περιττή. Μα την ίδια ώρα. και ακόμα άλλα χτυπήματα και στριγλιές πνιγμένες. Η σφαγή ήταν φρικτή. Όλοι γύρω κοιμούνταν. ζαλισμένοι από το ξαφνικό της προσβολής. Και πάλι σώπασε και τέντωσε τ' αυτί του. όρμησαν κατά το βουνό. σχεδόν δεν αντιστέκουνταν. και πνίγηκε. Ο Ιβάτζης. με μερικούς διαλεχτούς του.. Ένας γδούπος ακούστηκε. σιγαλά. ανάβραζαν από το ποτάμι και χύνουνταν στο στρατόπεδο. στα βουνά. ψιθύρισε ο Μιχαήλ. σαν τον Τσάρο. Λίγη ώρα κατόρθωσε με την ανδρεία του να βαστάξει την ορμή των αυτοκρατορικών που.Σηκώθηκε άνεμος. παράτησε τη μάχη.. Άλλο χτύπημα. Γυρνώντας στους στρατιώτες του έδειξε τα δυο παιδιά. πήδησαν κι αυτοί στα δικά τους και. πάγωσαν τις καρδιές από τρόμο και φρίκη και πανικό. είχαν ακούσει τις φωνές. Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. προσεκτικά. και όλο περίμεναν. με δυο στρατιώτες του. και μάζεψε τους στην Κοφτή Πέτρα. Μα άλλο δεν άκουαν παρά τη βροχή που στάλαζε. και το αεράκι που μουρμούριζε στα καλάμια. που φοβισμένα έστεκαν στην είσοδο της σκηνής χωρίς να ξέρουν από πού να φύγουν. και τρεχάτα βγήκαν έξω. και άλλα βήματα ακολουθούσαν.Έλληνες. ξεχώριζε σε βήματα σιγανά. Δεν έχεις στιγμή να χάσεις. και η ώρα περνούσε. μακριά ακόμα. στη μουσκεμένη σκηνή. τρεις . σμιξίματα όπλων. Το καρδιόχτυπο τους έπνιγε. Από πού θα περάσουν οι Έλληνες. γύρισε το άλογο του και πιλάλησε ως τη σκηνή του Σαμουήλ. αλλά περνούσαν από τον ύπνο στο θάνατο πριν καταλάβουν ποιος τους χτυπούσε.Έλληνες! Έλληνες! . κι έσβησε. κι αυτός ζάρωσε ακόμα πιο κοντά στο σύντροφο του. τον έσυραν έξω με τη βία. ένα ψιθύρισμα. . άλλαζε. Οι Βούλγαροι. Σαν είδε όμως πως δεν μπορούσε να τους σταματήσει περισσότερο. 25 . Και άλλο δεν ακούουνταν. Το αλύπητο μάτι του Ιβάτζη έπεσε στα δυο ορφανά. πολλά μαζί. κουφά. Και η βροχή ξανάρχιζε να πέφτει. απλώθηκαν από τη μιαν άκρη στην άλλη του στρατοπέδου. ξετρελαίνοντας και τους γενναιότερους. μην τα βρουν ζωντανά οι εχθροί. μέσα στην αναμπουμπούλα. διαταγές.

Μα την ίδια στιγμή άλλος Βούλγαρος ρίχνεται στη μέση. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε μια φωνή. Σε μια στιγμή βρέθηκε κοντά τους ο Ασάν. έγειρε πίσω και. με σταυρωμένα τα χέρια. . Οι δυο στρατιώτες ορμούν στ' αγόρια. Δε μίλησε ο Νικήτας· δε ρώτησε τίποτα και ο Μιχαήλ. Ο Βούλγαρος ανατινάχθηκε. βλέποντας πως δεν προφθαίνει πια να φύγει. Επιτέλους ξεκαβαλίκεψε και.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε Ένα μπουλούκι στρατιώτες αυτοκρατορικοί. πέρασαν ένα . ανέβηκε σ' ένα απόκρημνο βράχο και. Ο Ιβάτζης σπηρούνισε το άλογο του. Στην ανάγκη. αρπά τον Μιχαήλ. με τον Μιχαήλ πλάγι του. χύνουνταν αλαλάζοντας στην πλατεία. ακίνητος και 26 .. σπάνοντας την τελευταία γραμμή των Βουλγάρων. Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Ασάν. γιατί αν δεν το έκαμνα. ξεπέζεψε.. να τρέξει πίσω! Προσπάθησε να ξεγλιστρήσει από το άλογο. Μόλις άνοιξε τα μάτια του. αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχε σπάσει τίποτα και πως ήταν μόνο ζαλισμένος από το απότομο πέσιμο. ούτε γιατί γύριζαν τη ράχη στο ποτάμι όπου τώρα ήταν η ελευθερία. .Βάστα καλά. .Ποιον. μαχαιρώστε τα. δε ρώτησε πού πήγαιναν. παρασέρνοντας τον Κωνσταντίνο. ο ένας αρπά τον Κωνσταντίνο. κατρακύλησε στο χώμα όπου και οι δυο έμειναν ακίνητοι. να ριχθεί χάμω. θα μέναμε σκλάβοι.. σήκωσε το αναίσθητο παιδί.. το ήξερα πως θα προφθάσεις! Το ήξερα πως θα μας σώσεις πάλι! Το σκληρό πρόσωπο του Νικήτα μαλάκωσε. εσύ μόνος σου σώθηκες. Τον Βούλγαρο. κοίταζε τα σύννεφα που έτρεχαν ξεπαρταλωμένα στο φωτεινό δίσκο του φεγγαριού.Τον σκότωσα. είχε σηκωθεί και είχε πάγει στην είσοδο της σπηλιάς. μουρμούρισε ο μικρός. ο Νικήτας πρόσθεσε σοβαρά: Αυτά έχει ο πόλεμος. .Νικήτα! Νικήτα! μουρμούρισε. Έκρυψε πάλι το κεφάλι του ανάμεσα στα διπλωμένα του γόνατα. ρώτησε. είπε. . Αγριεμένος κοίταξε γύρω. έφθασε σε μια σπηλιά με τ' αγόρια και ξάπλωσε τον Κωνσταντίνο χάμω. Ένιωσε πως είναι χαμένος αν μόνος του δε βρει τρόπο να γλιτώσει. Μα ο Νικήτας. χωρίς ν' αποκριθεί.Τ' αγόρια! φώναξε. . και με τρυφερότητα σχεδόν γυναικεία χάιδεψε το μέτωπο του αγοριού. σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα περιμένοντας απάντηση. Και χάθηκε κατά το βουνό. Ακούς λέγει! Μια χαρά τον σούβλισες. Μεμιάς το άρπαξε και το έμπηξε ολόκληρο στο στήθος του στρατιώτη.Δε σ' έσωσα εγώ.. Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε. Ο Ασάν τραβούσε κατά το βουνό που έμοιαζε να το ξέρει καλά. Με το φως του φεγγαριού τον εξέτασε και.δυο ρυάκια και σκαρφάλωσαν σε ανήφορους όπου δύσκολα προχωρούσε το άλογο. κρατώντας στην αγκαλιά του τον αναίσθητο Κωνσταντίνο και τραβώντας πίσω του το άλογο. μπροστά στη βασιλική σκηνή.. σκαλωμένος με το ένα χέρι στη σέλα και με το άλλο στη ζώνη του Ασάν. . όπου ακουμπισμένος στο βράχο. πηδά στο άλογο και παίρνει το κατόπι τους. κλονίστηκε στη σέλα. Ο Κωνσταντίνος το είδε και του ήλθε απελπισία.. κι έριξε το χέρι του γύρω στο λαιμό του. που ζαρωμένος κάθουνταν παρακάτω σε μια πέτρα. πηδά στο άλογο και ακολουθεί τον Ιβάτζη. .Μιχαήλ!. Και βλέποντας το ταραγμένο πρόσωπο του αγοριού. κατάκριση και ρωτήματα. Το παιδί τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν φορτωμένα λύπη. σήκωσε το όπλο του να τρυπήσει τον Μιχαήλ.. έβγαλε το παγούρι του κι έσταξε λίγο νερό στο μέτωπο του. μα το χέρι του Βουλγάρου τον πλάκωσε στη σέλα.Αυτά έχει ο πόλεμος. Κατάλαβε πως μια και μόνη ελπίδα του έμενε. στρώνει κάτω το φονιά με μια σπαθιά. Το διάστημα ωστόσο μεταξύ του και του Ασάν ολοένα μεγάλωνε.. δύσκολα κρατιόταν στο άλογο. Μα δε μίλησε. κι έμεινε κουβαριασμένος. και δεν πρέπει να λυπούμαι. Το μάτι του έπεσε σ' ένα δίκοπο μαχαίρι περασμένο στη ζώνη του Βουλγάρου. Ο άλλος. ο Κωνσταντίνος ανεγνώρισε τον Ασάν. Ενώ τώρα είμαστε ελεύθεροι! Τώρα θα μας πας στον Αυτοκράτορα.. παραμερίζοντας μερικά χαμόκλαδα. είπε του Μιχαήλ που. Ανέβηκαν από έρημα και άγρια μονοπάτια. Νικήτα! Ο Μιχαήλ. Βάστα ακόμα λίγο και φθάσαμε. ξαναπήδησε στο άλογο κι έφυγε πάλι σαν αστραπή.

έκανε ο Νικήτας.Σου το διέταξε ο Βασιλέας. Αυτό σου ζητά και ο Δαφνομήλης.Οι πατριώτες. ρώτησε. . Μιχαήλ! φώναξε. κοίταξε και αυτός.Νικήτα! φώναξε το αγόρι και με πάθος άρπαξε το χαλασμένο χέρι του κατασκόπου και το φίλησε. να σου μοιάσω. Μ' έναν πήδο βρέθηκε τ' αγόρι κοντά του.Τ' ορκίστηκα μαζί σου.Γιατί έχω διαταγή να σας κρατήσω ανάμεσα στους Βουλγάρους. . αποκρίθηκε ο Νικήτας χωρίς να γυρίσει. που είπα του Ευστάθιου Δαφνομήλη πως βιαζόμουν να γυρίσω να σας πάρω. . και ό.Γίνε λοιπόν. τα σύννεφα που κουτρουβαλιστά κυνηγιούνταν. Να τρόπος να το επιτύχομε. 27 . Μα ο Νικήτας δεν τον κοίταξε.Γιατί.Βρήκα ρηχοτοπιά. Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου έγινε ακράτητος.Για το Βασιλέα του πέθανε. . Και διηγήθηκε τη συνομιλία του με το στρατηγό. Κωνσταντίνε. και δουλεύοντας για το Βασιλέα μας! Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι. παρά να σας αναθρέψω εδώ. στρατιώτες άγνωστοι του Δαφνομήλη και του Βασιλέα! Ο Μιχαήλ σηκώθηκε κι έβαλε το λεπτό χεράκι του μέσα στο σιδερένιο ηλιοκαμένο χέρι του Νικήτα.Πώς.Σήκω. Νικήτα. . είπε έξαφνα ο Νικήτας. μένοντας ανάμεσα στους εχθρούς... . . .Πήγες αντίκρυ. Κι αν δεν ήταν η τελευταία αυτή πληγή που του κόβει το πρόσωπο.Νικήτα.Γιατί δε θα μας πας στο Βασιλέα. Ύστερα με φωνή τρεμουλιαστή ρώτησε: . γιατί δεν απαντάς. Να κάνουμε όπως λέγει ο Νικήτας! Ορκιστήκαμε να εκδικήσομε τους γονείς μας. Είναι λίγες ώρες. Κανένας δε φαντάζεται πόσες φορές κινδύνευσε για το Βασιλέα. Ο Κωνσταντίνος δε μίλησε πια. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Νικήτα. δε θα σας πάγω στο Βασιλέα. .. Ένα λεπτό δε μίλησε ο μικρός. και το πρόσωπο του έλαμψε όλο από ενθουσιασμό και πάθος.Μάθε με. . Σαν κι αυτόν είναι και άλλος.Κωνσταντίνε. Κοίταξε τον Νικήτα.Το ξέρω. . .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε σιωπηλός.. Με τα χέρια πίσω στη ράχη. Μα ήλπιζα να πολεμήσω πλάγι στο Βασιλέα. όρθιος κοντά του. η φωνή του κόπηκε από τη συγκίνηση.. την ώρα που άρπαξε το άλογο του Σαμουήλ για να του πάγει πιο γρήγορα την είδηση της σφαγής! Σήκω. . θα ήθελα να είμαι σαν και σένα. ενώ μια υπογραφή θ' αρκούσε να τον σώσει. Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε. Ξέρεις τι λατρεία είχε ο πατέρας σου του Βασιλέα. ούτε ο Βασιλέας δε θα ήξερε πως στην Αδριανούπολη κόντεψαν πάλι να τον σκοτώσουν. στο ηρωικό Τάγμα των Κατασκόπων χωρίς να το ξέρει κανένας! φώναξε μ' έξαψη ο Κωνσταντίνος.τι θέλεις θα το κάμω.Και από κει πέρασαν. .Ναι! . και μου είπε να μη σας πάρω. είπε ο Κωνσταντίνος με ξαφνική ανησυχία. Ναι! από κει πέρασαν και κατέστρεψαν το στρατό του Σαμουήλ.Όχι! Όχι! Πιο ωραίο. Μιχαήλ! Μην κλαις πια! Σαν τον Νικήτα θα δουλέψομε και μεις. είπε το παιδί. ο Ευστάθιος Δαφνομήλης.. με ψηλά το κεφάλι. είπε συγκινημένος ο κατάσκοπος. είπε και τα χείλια του έτρεμαν. εξακολούθησε ο Νικήτας. πιο μεγάλο είναι να δουλεύομε έτσι μυστικά. Στο πρόσωπο του είχε χυθεί τέλεια απελπισία. αποκρίθηκε ο Νικήτας.. .Μου το διέταξε ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. . . Μεγάλα δάκρυα κατρακυλούσαν στα μάγουλα του. . .

και σε κάθε εκστρατεία έπαιρνε κι από μερικά φρούρια και πόλεις. Ο Βοτανειάτης παραξενεύθηκε. . Στο δρόμο σου σκόρπισε το σύννεφο που έρχεται να σε σαστίσει. παραδέχθηκε την τολμηρή αυτή πρόταση. έριχναν πέτρες και ό. θα βγω στη μάχη.Δέσποτα. τον Ιούλιο του 1014. καταπάνω στους εχθρούς και να τους προσβάλουν συγχρόνως απ' όλα τα μέρη. αποφάσισε να οχυρώσει το στενό και να του κόψει το δρόμο. είδε πλάγι του κάποιο νέο άγνωστο. τους απέδειξε πόσο αδύνατο ήταν να πάρουν τα οχυρώματα αυτά. Ν. Να μη μείνουν στα κάστρα παρά όσοι χρειάζονται για ώρα ανάγκης. Ένα βράδυ λοιπόν. Ύστερα από τριών μηνών πολιορκία.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε Ο Νικήτας μάζεψε τ' αγόρια στην αγκαλιά του. με ζωηρά καστανά μάτια και κορμοστασιά κυπαρισσένια. Φώναξε τότε ο Βασίλειος τους στρατηγούς του. Άφησε μου τον καιρό ν' ανέβω από την πίσω ράχη της Βαλαθίστης και να πέσω στις πλάτες τους! Και τότε είναι χαμένοι! Ο Αυτοκράτορας. ελπίζοντας μ' έναν αντιπερισπασμό να σταματήσει την πορεία του Αυτοκράτορα. . . την ίδια ώρα.δυο. αφού συζήτησε το σχέδιο. και μάταια γυρεύει αυτός ν' ανοίξει δρόμο. Πριν ανατείλει ο ήλιος.Τι θα πει αυτό.». και όλος ο στρατός να είναι έτοιμος. να προσβάλει ξαφνικά τη Θεσσαλονίκη. έβαλε δυνατή φρουρά. Φύγε. μια χάρη σου ζητώ! Δώσε μου μόνο τρεις μέρες ακόμα. είναι μαύρο και βαρύ. πέταξε. εκεί που ξεκαβαλίκευε μπρος στην πόρτα του. και πάλι τον άλλο χρόνο. και τους είπε πως σκοπό είχε να τραβηχθεί χωρίς να επιμείνει περισσότερο και να θυσιάσει τόσους άντρες. Του παρουσίασε σιωπηλά ένα τυλιγμένο έγγραφο. αφάνιζαν τους αυτοκρατορικούς. κι ευθύς χάθηκε από μπροστά του. Ωστόσο ο Σαμουήλ. κι όλο στένευε περισσότερο τα σύνορα της Βουλγαρίας. βρήκε το δρόμο κλειστό. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ Ύστερα από την καταστρεπτική μάχη του Αξιού. το γεράκι σταμάτησε τον αετό.Ο. Λίγον καιρό όμως ξεκουράζουνταν ο Βασίλειος.Α. είχε στείλει έναν από τους γενναιότερους του βολιάδες3. Μην το περιφρονήσεις όμως. ο Βασίλειος έλυσε την πολιορκία και γύρισε στην Πόλη. Όλη η ορμή των στρατιωτών του Βασιλείου σπούσε στα εχθρικά χαρακώματα. ένας από τους λαμπρότερους στρατηγούς του Βουλγαροκτόνου. Μα όπως η Στρουμπίτζη. Μια στιγμή έμεινε ο Βοτανειάτης σαστισμένος. Αύγουστε. Από τα ψηλά τους ξύλινα οχυρώματα. και συμφώνησε με τους στρατηγούς του πώς να δοθεί το σύνθημα για να πέσουν όλοι. μαζέψτε τους στρατιώτες. και αφού έχασε πολλούς άντρες και είδε πως δεν μπορούσε ούτε να νικήσει ούτε να πάρει με το μέρος του τον Κρακρά. όπου οι Βούλγαροι έπαθαν την ίδια πανωλεθρία όπως στη μάχη του Σπερχειού δέκα χρόνια πρωτύτερα. με την ελπίδα να τη βρει ανυπεράσπιστη. τα Σκόπια παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Κατόρθωσε να διώξει τους Βυζαντινούς που το φύλαγαν κι έβαλε τους δικούς του να χτίσουν οχυρώματα δυνατά στις δυο πλαγιές. Λίγα ήταν τα γραμμένα λόγια: «Θεοφύλακτε Βοτανειάτη. κι όλο λιγόστευε τη δύναμη του Σαμουήλ. Κι έτσι πέρασαν δέκα χρόνια. Και ξεδιπλώνοντας την περγαμηνή τους την διάβασε. και φρούραρχο είχε τον Κρακρά. θα σας το μάθω. έτσι και το Περνίκον ήταν δυνατά οχυρωμένο. Ο Σαμουήλ ωστόσο δεν έχανε το θάρρος του.τι άλλο έβρισκαν. 28 . Στρατηγός της Θεσσαλονίκης ήταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης. διέταξε. Βλέποντας πως η εισβολή του Βασιλείου γίνουνταν πάντα από την κλεισούρα του Κλειδιού στην κοιλάδα του Στρυμόνα.Με τη βοήθεια της Θεοτόκου. κι άνοιξε το έγγραφο. οι Βούλγαροι κατρακυλούσαν βράχους. φθάσε. . και μήνυσε στους αξιωματικούς του να έλθουν ευθύς όλοι σε συμβούλιο. τον Δαβίδ Νεστορίτση. φώναξε τότε ο Νικηφόρος Ξιφίας. είπε με βραχνή φωνή. Ώστε όταν έφθασε κει ο Βασίλειος. έναν από τους ανδρειότερους και πιο πιστούς στρατηγούς του Σαμουήλ. πάρε τα μέτρα σου.Οπλίσετε τη φρουρά. και χωρίς να χάσει καιρό τράβηξε για το Περνίκον και το πολιόρκησε. ρώτησαν ένα . Ύστερα μπήκε βιαστικά στο παλάτι του. Ο Βασίλειος τότε κατέλαβε το κάστρο. Τον άλλο χρόνο βγήκε πάλι με το στρατό του.

και χωρίς να σταματήσουν έτρεξαν ως τον Πρίλαπο. ήταν κατεστραμμένος. Ο Βοτανειάτης με το ιππικό του τους πήρε στο κυνηγητό. Ως κι ο Σαμουήλ κόντεψε να πιαστεί. που στάθηκε σχεδόν μονάχος και πολέμησε σα λεοντάρι.. μα τον Άη Γιώργη. Σχεδόν μόνοι έφυγαν οι δυο αυτοί άντρες. Σαν είδε ο Βασίλειος πως του ξέφυγε πάλι ο Σαμουήλ και πως τέλος δεν είχε αυτός ο πόλεμος. εκεί που δεν το περιμένουν αυτοί! . Με όλη όμως τη θραύση που έκαμαν τα εχθρικά όπλα. Έξαφνα ανέβηκε προς τον ουρανό μια σπαραχτική φωνή τρόμου και φρίκης.Μη βιάζεσαι. χωρίς να τον υποψιαστούν οι Βούλγαροι. φθάνει στη Στρουμπίτζη. αποκρίθηκε ο Βοτανειάτης.Κοίταξε τα τελευταία γράμματα.. θα τους σπάσω. πατέρα.000 αιχμάλωτοι έμειναν στα χέρια του Βασιλείου και στοίβες πτώματα σκέπαζαν την κοιλάδα του Στρυμώνα. και θα τον αιχμαλώτιζαν χωρίς τον ηρωικό του γιο. Ο ακούραστος Βασίλειος. δείχνοντας με το δάχτυλο του τα τρία ψηφία που έρχουνταν σαν υπογραφή. το τσάκισε και το έτρεψε σε τέτοια φυγή. σαν τον άνεμο. κι έξαφνα. παραπόταμο του Στρυμόνα. Οι λίγοι που σώθηκαν γύριζαν μπουλούκια σκόρπια στα άγρια βουνά. Με το διαλεκτό του σώμα πήρε γύρω το βουνό. πολλοί Έλληνες έπεσαν. Αλαλάζοντας χύθηκαν τότε οι στρατιώτες του Βασιλείου πίσω από τους εχθρούς που έφευγαν ξετρελαμένοι απ' όλες τις μεριές. χύθηκαν οι Βούλγαροι έξω από τα χαρακώματα και το έβαλαν στα πόδια. αποκρίθηκε ο Βοτανειάτης. και του τελευταίου να του αφήσουν μόνο ένα μάτι. σα μέλισσες που τρομαγμένες αφήνουν σωροί . ο νικημένος Τσάρος κι ο γιος του. η δύναμη και το καμάρι της Βουλγαρίας. γενναίος και συνετός νέος. είπε ο γιος του.Α. πρώτα ο Θεός. χωρίς αρχηγό για να τους συγκεντρώσει. .. που έρχεται εκεί που δεν την περιμένομε. ώσπου πρόφθασε ο Σαμουήλ να καβαλικέψει και να φύγει στα τέσσερα. Διέταξε να χωρίσουν τους αιχμαλώτους σε εκατοστές. Τώρα που είμαι ειδοποιημένος.. κι έβαλε φωτιά στα ξύλινα χαρακώματα. τους ενενήντα εννιά από κάθε εκατοστή να τους τυφλώσουν. ανέβηκε από δύσβατα μονοπάτια. αποφάσισε στην καρδιά να χτυπήσει τον Τσάρο μ' ένα φρικτό και απαίσιο χτύπημα. και την ίδια στιγμή. γυρίζει δυτικά και. καθώς και πολλοί αιχμάλωτοι και όλοι οι θησαυροί τους. που όλες οι αποσκευές των εχθρών έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. σκότωσε αμέτρητους κι αιχμαλώτισε χιλιάδες. τους κατάσφαξε. αφού πρώτα πήρε κι ένα - 29 . ακολούθησε τον πατέρα του. . ακολουθώντας τον Πόντο. Εμείς θα πέσομε απάνω τους. αποκαμωμένοι κι ως την καρδιά απελπισμένοι. κι εκεί κλείστηκαν. Είναι το σύνθημα των κατασκόπων μας. Ξημέρωσε η 29 Ιουλίου και το σύνθημα δόθηκε. Οι Βούλγαροι αντιστάθηκαν γενναία. και ο Αύγουστος έχει ανάγκη από βοήθεια. για να βλέπει και να οδηγεί τους άλλους ως την πατρίδα τους. Το τολμηρό επιχείρημα του Ξιφία είχε πετύχει. γυρεύοντας το δρόμο της πατρίδας τους.» διάβασε ο γιος του.σωροί το μελίσσι τους. Τι θα πει αυτό. με τις πέτρες και τους βράχους που κυλούσαν από πάνω. Την άλλη μέρα.Ο. σκεπάζοντας τον πατέρα του με το σώμα του.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ .Δεν το εννοείτε.. Μερικοί Έλληνες τον πρόφθασαν στη φυγή. Μ' όλο του το στρατό έπεσε πάλι με λύσσα ο Βασίλειος στα εχθρικά οχυρώματα. Έπειτα βιαστικά τράβηξε κατά το Κλειδίον. 15. σαν αστραπή έπεσε ο Βοτανειάτης και ο γιος του με το στρατό τους απάνω στο σώμα του Νεστορίτση. αμέσως ύστερα από τη μεγάλη νίκη του Κλειδιού. Ο λαμπρός του στρατός.«Ν. με ακαταμάχητη ορμή εξακολουθούσαν τα παλικάρια του Βασιλείου να ρίχνονται στα χαρακώματα. Πρόσεξε μην είναι το μήνυμα καμιά παγίδα. έπεσε στις πλάτες τους. για να δοξαστεί κι αυτός στη μεγάλη μάχη που προετοιμάζουνταν. . Τότε μόνο πήδησε και ο Ρωμανός στο άλογο του και. εξήγησε ο Βοτανειάτης. που ανυποψίαστο βάδιζε εναντίον της Θεσσαλονίκης. αφήνει δεξιά το οχυρωμένο κάστρο του Μελένικου.. τον έζωσαν. να μας χτυπήσει. Και τότε τους έδιωξε και τους έστειλε να διαλαλήσουν σ' όλα τα χωριά της Βουλγαρίας τη δύναμη του Αυτοκράτορα των Ελλήνων και να μαρτυρήσουν τη σκληρότητα της εκδικήσεώς του. Ανέτοιμους όμως. κι έφθασε στην ώρα. τον Γαβριήλ Ρωμανό. δε θα μας βρει! πρόσθεσε ο Βοτανειάτης. Στο δρόμο μας θ' απαντήσομε δύναμη βουλγάρικη. Και τους εξήγησε: Ο Σαμουήλ σταμάτησε τον Αυτοκράτορα στο Κλειδίον.«Νικά ο Αετός».

. κι έφθασε σε μια ρεματιά. Βρήκε το νέο με το κεφάλι ανοιγμένο. Ο Βοτανειάτης σήκωσε το κεφάλι και είδε κάτι που σάλευε ανάμεσα στις πέτρες. . Αυτός είναι που στη Θεσσαλονίκη μου έφερε το γράμμα!. Αν κατέβαιναν τώρα τα πολλά νερά.Μην τραβάς!.Μα τι κοιτάζεις με τόσην επιμονή λοιπόν. φύγε. Χαρούμενος πήγαινε ο Βοτανειάτης. Γρήγορα.. . με την ελπίδα να προφθάσει κι αυτός να πολεμήσει στην πολιορκία της Στρουμπίτζης. και γκρεμίστηκε ως κάτω στο ποτάμι όπου έμεινε ακίνητος. Είχε προχωρήσει το σώμα κάμποσο. Ο Ιβάτζης. να στηριχθεί.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ δυο φρούρια στο δρόμο του. για να βεβαιωθεί πως ο δρόμος ήταν ανοιχτός από κει... Εκείνη την ώρα γύρισε ο άλλος το κεφάλι και του έκανε νόημα να μην τραβήξει.. .. Τα κατάμαυρα μαλλιά της έπεφταν ξέπλεκα και σγουρά μισοκρύβοντας το πρόσωπο της. βουτημένο στα αίματα.Η Στρουμπίτζη όπου κι αν είναι θα πέσει. ο νέος άνοιξε τα μάτια και τον αναγνώρισε. και τότε θα γυρίσομε από την κοιλάδα του Αξιού. δε θα βαστούσε ύστερ' από την πανωλεθρία του Κλειδιού. και κατέβαινε με μεγάλη βία προς το μέρος του. Η σαΐτα έφυγε σφυρίζοντας. ένα ρυάκι κυλούσε τα κρυσταλλένια νερά του μέσα στα χαλίκια και τους βράχους. Από μέσα από τα χόρτα. Ήταν ένας άντρας που σαν κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο. πέρασε από τα στενά και τα μονοπάτια. Η προσοχή του ήταν στημένη στους θάμνους και στα μακριά χορτάρια που σκέπαζαν την πλαγιά του βουνού. λίγο παραπάνω. ρώτησε ο στρατηγός κόβοντας το τραγούδι του για να κοιτάξει κι αυτός από το ίδιο μέρος. έκαψε όσα χαρακώματα βρήκε.. κι έφθασε στον Αξιό χωρίς ν' ανταμώσει ούτε ένα Βούλγαρο. περίμενε να πλησιάσει λίγο περισσότερο και τότε σημάδεψε. που χωρίζει τις δυο κοιλάδες του Στρυμόνα και του Αξιού. του είπε. να κάψεις όλα αυτά τα χαρακώματα και ν' ανοίξεις δρόμο για το στρατό. Καθώς είδε ο Βοτανειάτης το πρόσωπο του.. που τα είχαν στήσει οι Βούλγαροι. Ήταν πια αργά... Το Δύσβατο. Σπασμωδικά άπλωσε τα χέρια ν' αρπάξει τίποτα. Και τεντώνοντας το τόξο του.Ένας Βούλγαρος! μουρμούρισε ο υπασπιστής. Πήδησε από τ' άλογο κι έτρεξε κατά το ποταμάκι..Λοιπόν να πας εσύ εμπρός. είναι ψηλό και άγριο βουνό. ένα κοριτσίστικο κεφάλι περνούσε. όσο οχυρωμένο και αν ήταν το φρούριο. έβγαλε μια φωνή: .Θεοφύλακτε Βοτανειάτη.. Χωρίς δισταγμό πολιόρκησε τη Στρουμπίτζη. και μόλις είχε τότε μερικά μονοπάτια για να περάσουν οι στρατιώτες. Όταν γύρισαν όμως οι πρόσκοποι. 30 . Ο υπασπιστής δεν αποκρίθηκε. Ανάμεσα στις άγριες και ψηλές πλαγιές. Καθώς έκανε να τον σηκώσει. Έγειρε πίσω. ..Τι έκανες! Τι έκανες! φώναξε ο Βοτανειάτης. και το τρομαγμένο της βλέμμα ήταν καρφωμένο ψηλά στους βράχους που κρέμουνταν απότομοι πάνω από την κοιλάδα. είπαν πως τα μονοπάτια αυτά ήταν παντού κλεισμένα και οχυρωμένα με ξύλινα χαρακώματα. Θεοφύλακτε Βοτανειάτη. . είπε με κόπο..Τι χείμαρρος πρέπει να βροντοκυλά εδώ το χειμώνα! είπε δείχνοντας το ήμερο ποταμάκι που μουρμούριζε σιγαλά παρακάτω. η διάβα από δω θα ήταν αδύνατη. πότε κουβέντιαζε με τον υπασπιστή του. Φώναξε λοιπόν τον Βοτανειάτη και του είπε να στείλει προσκόπους στο βουνό Δύσβατο. με τη βεβαιότητα πως. Άφησε τους στρατιώτες του να ξεκουραστούν λίγο και πάλι γύρισε από τον ίδιο δρόμο.Και μοιρολόγια λυπηρά να τραγουδούν για σένα.». Τυχερό μας ήταν να περάσομε τέτοια εποχή. και πότε σφύριζε ένα τραγούδι της πατρίδας του.. πέταξε και μπήχθηκε στο στήθος του ανθρώπου που κατέβαινε. διέταξε ο Αυτοκράτορας. .. Και ο Βοτανειάτης ξανάρχισε να σιγομουρμουρίζει το γύρισμα του τραγουδιού του: «. Ο Βοτανειάτης έφυγε..

ρώτησε ο υπασπιστής του βλέποντας πως γυρνούσε πίσω. Όλος ο στρατός τότε όρμησε τρεχάτα κατά την έξοδο. κι έπεφταν κι αυτοί απάνω στους συντρόφους τους. Από ψηλά οι Βούλγαροι τόξευαν τους Έλληνες. πηδώντας στο άλογο του. από πίσω μας θα έλθει. Ακόμα δεν είχαν βγει οι πρώτοι. και γυρνώντας στους αξιωματικούς του που μαζεύουνταν στο γύρο: . Και. Ο νέος σάλεψε τα χείλια του. και το κορμί του θάφτηκε κάτω από στοίβες νεκρών. χωρίς καν να προφθάσουν μια σαΐτα να ρίξουν. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο. και αυτοί. . και μεμιάς ξεπροβάλλοντας από τα δέντρα. έκοβαν το δρόμο στους άλλους που έφθαναν τρεχάτοι. Μα κατατρυπημένος έπεσε. μα καμιά λέξη δεν ακούστηκε. Ο Βοτανειάτης. κι αν έρχεται ο Ιβάτζης. Ο Βοτανειάτης έσκυψε απάνω του.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ Έβγαλε έναν αναστεναγμό. ρώτησε. και τα ματόκλαδά του έκλεισαν πάλι. . 31 . .Πες μου! Πες μου από πού έρχεται ο Ιβάτζης. Είμαστε πια μακριά για να γυρίσομε. βλέποντας μπροστά τον εχθρό.Να γυρίσω πίσω. Ο Βοτανειάτης τον ακούμπησε στο χώμα.. Μα ο νέος είχε λιγοθυμήσει.τι πολύτιμο είχαν απάνω τους. Σε μια στιγμή η όμορφη ρεματιά πήρε όψη μακελιού. το στόμα του νευρικά τεντωμένο.. Με αγωνία έγειρε ο Βοτανειάτης το αυτί του στο στόμα του πληγωμένου. ο ένας απάνω στον άλλο. έτρεξε να βρει την οπισθοφυλακή. . όρμησε με τη συνηθισμένη του παλικαριά στην πρώτη γραμμή. Ύστερα ανέβηκαν πάλι από τις πλαγιές κι έγιναν άφαντοι.Τρέξετε! διέταξε. Μα η ρεματιά ήταν στενή. στριμωγμένοι στην κλεισούρα. και το κρυσταλλένιο ποταμάκι κύλησε κόκκινα θολά νερά. λίγοι άντρες περνούσαν στη γραμμή. Σα δεν έμεινε πια ούτε ένας όρθιος.Εγώ. Παρασύρετε τους άντρες κατά την έξοδο.Και συ. Πλήθος σωρεύουνταν τα σώματα. με τη βοήθεια της Πανάχραντου θα σταματήσω τον Ιβάτζη. όταν μπροστά τους πλάκωσαν οι Βούλγαροι. οι Βούλγαροι πήδησαν από τους βράχους ανάμεσα στους πεθαμένους και κούρσεψαν ό. ούτε να διαφεντευθούν δεν μπορούσαν. είπε. Βάλετε το στα τέσσερα και βγείτε από το στενό. σκέπασαν τις δυο πλαγιές. Θεοφύλακτε Βοτανειάτη. πληγωμένοι και σκοτωμένοι γέμιζαν το στενό.

ο πόνος του κεφαλιού του ήταν ο ίδιος. που θέλησε να γελάσει κι αυτός. μαζί και τα δάκρυα που στάλαζαν συμπονετικά.. να της πει πως τη θυμάται σα να ήταν ακόμα χθες που την έχασε.. Ποιος τον ήθελε. γνωστή κι αυτή.. γιατί κάτι σα βραχνάς του πλάκωνε την ψυχή.! Μίλησε μου. Από μακριά πολύ ακούουνταν οι ζητωκραυγές των Βουλγάρων. Στη βιαστική τους φυγή τον είχαν ξεχάσει οι Έλληνες. . Κωνσταντίνε... Έξαφνα σουβλερός πόνος πέρασε από το στήθος του. ξεχώρισε τον πατέρα του.. εγώ είμαι. μονάχο πλάγι στο ήρεμο ρυάκι. δεμένο στο δέντρο.. σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας με κάθε κίνηση του κεφαλιού ένα αυτάκι τριανταφυλλί.. Μόνο οι απομακρυσμένες ζητωκραυγές είχαν σβήσει. Ένας νέος ξανθός έγειρε απάνω του. Και πάλι είδε την είσοδο του σπιτιού τους όπου έκανε κουτρουβάλες με τον Μιχαήλ.Ναι..! Κωνσταντίνε. Και πάλι στο αυτί του το νεκρικό σήμαντρο κουδούνισε θλιβερά και είπε τ' όνομα του: . ζωντανή. αποκρίνουνταν κι έλεγε: «Δοξασμένο τ' όνομα του Κυρίου. Και το κλάμα που έτρεμε στη λέξη αυτή του φάνηκε ανυπόφορο.. για να γελά του κοριτσιού το κόκκινο στοματάκι. και ο Νικήτας. 32 . η εκκλησία ολόφωτη και στολισμένη. Μόλις τώρα καταφέραμε να σταματήσομε το αίμα. Ποιος τον φώναζε. το γλυκό χαμόγελο της μητέρας του. . κι έσβησε η μητέρα του. Και άλλη φωνή. Και πέρα.Κι όμως.. τόσο αγαπημένη! Και η μητέρα του χαμογέλασε. μισοσβησμένες μα πάντα ζωντανές που έρχουνταν κι έφευγαν... με τη λόγχη μπηγμένη στις σάρκες.. μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. Και πάλι όλα σκοτείνιασαν. Μα δεν μπόρεσε. ..».Μιχαήλ.... και είπε με φωνή μισοσβησμένη από την απόσταση και από τα πολλά τα χρόνια: «Αλεξία... Στη σκοτισμένη θύμηση του νέου... ρώτησε ο Κωνσταντίνος σκοτισμένος. είναι παράξενο όνομα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ Παραπάνω. μα πάλι δεν μπόρεσε. μόνο δυο μαύρα μάτια απόμειναν που έκλαιγαν. ζωηρή... το μουρμούρισμα του νερού μες στα χαλίκια αποκρίνουνταν σιγαλά. Μια εικόνα προπάντων ξεχώριζε από τις άλλες.».. . που τα κοντά τους κατσαρά χάιδευαν το λεπτό λαιμάκι. γλυκά. Απομακρυσμένη την έβλεπε. και τόση χαρά έλεγε κείνο το γέλιο.. χαρούμενα. Κι έσβησε το χαρούμενο στοματάκι... Και θέλησε να μιλήσει της μητέρας του. σα να τον είχε τρυπήσει το ίδιο το κοντάρι. κοίτουνταν το αιματωμένο σώμα του νέου..και πάλι δοκίμασε και πάλι δεν μπόρεσε.... Μα μη μιλάς και μην κουνάς... δε θα σε προφθαίναμε πια. ο ήχος του ονόματος του που κουδούνιζε πλάγι του σα σήμαντρο νεκρικό: .. κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Από μέσα από τα μισόκλειστα του ματόκλαδα. γυρνούσαν και μπερδεύουνταν αδιάκοπα στο νου του: το σπίτι του πατέρα του στην Αδριανούπολη. και στο πονεμένο του μέτωπο αισθάνθηκε γλυκό χάδι γυναικείου χεριού...Κωνσταντίνε.! Ήταν φωνή γυναικεία.. και μούγκρισε από την οδύνη.. τόσο όμορφη. .Ποιο μήνυμα. Η νύχτα σκέπασε το νου του και του φάνηκε πως πέρασαν χρόνια.. το σιγανό αυτό ψιθύρισμα και η απομακρυσμένη οχλοβοή ανακατώνουνταν με εικόνες παλιές.. μαζί και το γλυκό χάδι του γυναικείου χεριού. είδε πάλι το κοριτσίστικο πρόσωπο γερμένο επάνω του. Και το κόκκινο στόμα γελούσε.Κωνσταντίνε. το μουρμουρητό του ρυακιού ήταν το ίδιο. θα τελείωνες εδώ που έπεσες. Και στο κοριτσίστικο πρόσωπο που έσκυβε απάνω του. Μα δεν μπόρεσε ούτε τα χείλια του να κουνήσει. στις άγριες φωνές της μάχης. Λίγο ακόμα ν' αργούσε το μήνυμα σου. Να ήταν άραγε της μητέρας του το χέρι. στο κουρασμένο του μυαλό ένα παιδιακίστικο πρόσωπο μέσα σε μαύρα πυκνά μαλλιά. και πιο κοντά. Έκανε να φωνάξει.... Κάποια γνωστή αντρίκεια φωνή εξηγούσε πλάγι του πως η σαΐτα δεν είχε πάγει βαθιά και θα γιατρεύουνταν. είπε.

Για το Θεό. τον αγκάλιασε κι έπεσε στα γόνατα κοντά του.. και πέρασα τη νύχτα στο δάσος. του φάνηκε πως όλα γύριζαν. σ' ένα καλυβάκι που έστησα. Οϊμένα! Έφθασα αργά!. Όταν συνήλθε. μη μιλάς πια. Κωνσταντίνε! Τι τρομάρα την πήραμε! Πες μου. λένε.Είσαι στη μονή της Παναγίας της Ελεούσας.Εκείνο που έγραψες στο μαντίλι σου. στον Αξιό.. κοίταξε άλλη μια φορά τον πληγωμένο και. λέγει. Είπα να πάγω παρακάτω. Και όμως κάτι έτρεχε. πάτερ Μεθόδιε. Μα με πήραν για Βούλγαρο και με σαΐτεψαν οι δικοί 33 . ο εσπερινός σήμανε. κι εγώ ξαναπήγαινα στον Πρίλαπο. Με συγκίνηση και χαρά συνάμα έτρεξε ο Μιχαήλ στο φίλο του. Ο Ιβάτζης. Και κείνος κάτι άκουσε.. . Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. . . Σε λίγο άνοιξε η πόρτα. Και σώπασε. ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος. ο Ιβάτζης. μα δεν τόλμησε να ρωτήσει άλλα.Σαν πουλάκι κοιμάται! Αύριο κιόλα θα τον δεις να πάρει τ' απάνω του. δεν το ήξερες πως σκοτώθηκε ο Βοτανειάτης. Η καταστροφή είχε πλακώσει. Έξαφνα μπροστά μου είδα τον Νικήτα. κουνώντας χαρούμενα το κεφάλι.. λένε. . ρώτησε ο Κωνσταντίνος με κόπο. Ο Βοτανειάτης έστειλε τον Νικήτα στη Θεσσαλονίκη.Ποια καταστροφή. . μάχη κάπου εδώ κοντά. .Πες μου εσύ. με μακριά λευκή γενειάδα. φοβήθηκε μην του ξεφύγει καμιά λέξη που δεν έπρεπε. που τον κοίταξε και σαν τον είδε που άνοιξε τα μάτια. Μα κάτι λόγια άκουσα εδώ κι εκεί που με τρόμαξαν. είπε: . Εγώ θα μείνω με τον αδελφό μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ .Ο θάνατος του Βοτανειάτη.Τώρα θα έλθει. κι ένα βήμα ακούστηκε στο ξύλινο πάτωμα.Μιχαήλ. το έβλεπα στα τρομαγμένα πρόσωπα των χωρικών. Γίνηκε. Άλλην ώρα μας λες πώς έμαθες ότι βρισκόμαστε δω.. όπως ξέρεις. λέγει. πού είμαι.. έκλεισε τα μάτια και λιγοθύμησε.. Και βγήκε σιγά κι έκλεισε την πόρτα. και σαν τρελός έτρεξα πίσω. Γύρισε από το μέρος του τοίχου. και το πρωί σήμερα βγήκα πάλι να κατασκοπεύσω. .Ειδήσεις! Από πού. . .Πήγαινε στην εκκλησία. . ρώτησε βουλγάρικα. .Ναι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Ο Βλαδισλάβ ήταν. τι έτρεξε. Τρεχάτοι πήγαμε στην καλύβα. Τρομάξαμε να σταματήσουμε το αίμα! Μην ξανανοίξεις την πληγή!. Σε μεταφέραμε ο Νικήτας κι εγώ. Ούτε Βλαδισλάβ είδα ούτε στρατιωτικό σώμα. . μα παστρική. . θέλησε να ρωτήσει.Δεν ξέρω. Το μυαλό του σκοτίστηκε πάλι. βρίσκουνταν σε μια καμαρούλα με πέτρινους τοίχους.Αχ. . Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.Μα πώς βρεθήκατε δω..Ήταν τυχερό. . Αρχηγός των δικών μας είναι. φτωχικά επιπλωμένη. Ο καλόγερος σηκώθηκε. μην κουνάς! παρακάλεσε. πήγε να μάθει ειδήσεις. έστησε καρτέρι του Βοτανειάτη.Όχι! Ήλπιζα πως τον πρόφθασα και πως σώθηκε! Βρίσκουμουν στο δρόμο της Στρουμπίτζης σαν έμαθα τους σκοπούς του Ιβάτζη. . μα έννοια καμιά δεν έβγαζε. να πάρω το άλογο μου να τρέξω να ειδοποιήσω τον Βοτανειάτη. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και σκοτισμένο. Προσπάθησε να καταλάβει. Και τι συνέβηκε. Μα σώπα. Τα λόγια του Μιχαήλ τ' άκουε. Μα πες μου. Πλάγι στο προσκέφαλο του κάθουνταν ένας καλόγερος άγνωστος.Γυρεύεις τον αδελφό σου. είπε μια αντρίκεια φωνή. Κατατρομαγμένος έσκυψε ο Μιχαήλ απάνω του και τον πλάγιασε στο μαξιλάρι. κι εκεί βρήκα το μήνυμα σου. κι έκανε πως θέλει να κοιμηθεί.Σκοτώθηκε! φώναξε ο Κωνσταντίνος αρπάζοντας τα μαλλιά του. . παιδί μου. έσκυψε απάνω του και χαμογέλασε. Έμεινα και κατασκόπευσα τα μέρη.

οι ιδέες του ανακατώνουνταν. .. που ρωτούσε και ξαναρωτούσε.. και τα μαύρα κοντά μαλλιά της. Μα ο Μιχαήλ δεν ήξερε να του πει.... σωροί .. μακριά. ίσως νάταν. και θυμήθηκε το γυναικείο χέρι με το λαφρύ χάδι. ρώτησε. Πήρε από τις πλαγιές και. ακολουθώντας τα δεντροσκέπαστα μονοπάτια.Όποιος και αν σου το έφερε. γιατί έκανες ένα επικίνδυνο λάθος. Γύριζε να φύγει. Το ρώτημα που σου κάνω έχει μεγάλη σημασία. Ήταν γλυκιά η ενθύμηση κι όμορφη και. ήταν καθισμένη μια κόρη ως δεκαπέντε χρόνων. . Ο Κωνσταντίνος αργοκούνησε το κεφάλι.Εγώ να σου το ρωτήσω. Κι έβγαλες τη σαΐτα που ήταν μπηγμένη στο στήθος σου. Μα ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. Σε ποιον το εμπιστεύθηκες. μα κανένας δεν αποκρίνουνταν. αφού σου λέγω πως δεν ήξερα ότι σκότωσαν τον Βοτανειάτη. ούτε σκούφο ούτε μαντήλι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ μας. Ο Μιχαήλ χώρισε λίγο τα πυκνά κλαδιά... χωρίς καν ν' ανταποδώσουν τα χτυπήματα. που τον είχε περιποιηθεί την παραμονή. Έκανες και πολλά άλλα πράματα.Ποιος άλλος. Κωνσταντίνε. έκλεισε τα μάτια του. είδε το παιδιακίστικο γέλιο και το χλωμό κοριτσίστικο πρόσωπο σκυμμένο απάνω του. . . Τα λόγια του Μιχαήλ δεν τα καταλάβαινε πια. Κάτω στη ρεματιά.. Ο Κωνσταντίνος παραμιλούσε και κάθε λίγο ρωτούσε το σύντροφο του πώς το έλεγαν εκείνο το κοριτσάκι με τα μαύρα κατσαρά. Το μήνυμα σου το έγραψες ελληνικά. Πρόφθασα να πω δυο λόγια του Βοτανειάτη. να επιστρέψει στο φίλο του. Γύρευε να θυμηθεί και ο νους του όλο και περισσότερο σκοτίζουνταν.. και κοντά της. κι ως το πρωί φύλαξε το φίλο του μην τύχει και τον ακούσει κανένας πως μιλούσε ελληνικά... Ο Μιχαήλ έσφιξε το χέρι του φίλου του.. . όταν άκουσε ομιλίες. κι αποφάσισε να πάγει ο ίδιος να βεβαιωθεί.. και βγήκε πάλι έξω να μάθει τίποτα καινούριο.. όρθιος.. Εγώ δεν έγραψα. Ο Μιχαήλ έσκυψε απάνω του. . αν αληθινά είχε σκοτωθεί ο Βοτανειάτης με το σώμα του. Μα ο Κωνσταντίνος είχε χάσει πάλι τις αισθήσεις του. Το πρωί σαν τον είδε ν' αποκοιμιέται. που κάθουνταν στα γόνατα της μητέρας του και είχε στόμα γελαστό και μάτια κλαμένα. εσύ..Δε θυμούμαι να έκανα τίποτα. .Τι λες.Ίσως.Προσπάθησε να θυμηθείς. Μια φωνή ακούουνταν αντρίκεια. 34 . είπε σοβαρά ο Μιχαήλ. μα δεν κατάλαβε. φαίνεται.. Τα ρούχα της κόρης ήταν χωριανής Βουλγάρας. στο μαντίλι σου.Θυμήσου καλά...σωροί στοιβάζουνταν τα πτώματα ως πέρα από τη στενή κοιλάδα και η καρδιά του σφίχθηκε για τους δυστυχισμένους που είχαν πέσει σα να ήταν σε μακελειό. για να μην την ξαναχάσει.Εγώ. αποκρίθηκε. και κανένα δεν άφηνε να μπει στην κάμαρα. μακριά. . κι έκανε μερικά βήματα προσεκτικά.. Όλη νύχτα έμεινε ο Μιχαήλ κοντά στο φίλο του. έφθασε στο μέρος όπου είχε γίνει η σφαγή των Ελλήνων. . Κι ύστερα πια δεν θυμούμαι.Ναι. Παρακάτω.Ποιος σου έφερε την είδηση. πλάγι στο δρόμο που κατέβαινε στον Αξιό. σ' άλλον κόσμο ολόφωτο.Και όμως μου έγραψες πως βρίσκεσαι στο ποταμάκι. μουρμούρισε. αλλά στο κεφάλι δε φορούσε τίποτα. Ποιος σου έφερε το μαντίλι! ρώτησε ο Κωνσταντίνος μ' έξαψη. Αμφιβολία δεν έμενε. αυτός έκανε και όσα λες! εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Κι έξαφνα είδε τη μητέρα του.Εγώ. παραπάνω από το μέρος όπου σκότωσαν τον Βοτανειάτη. Ύστερα από τα λόγια του Κωνσταντίνου του μπήκαν αμφιβολίες. φώναξε τον πάτερ Μεθόδιο.. . με το αίμα σου. . κι από μέσα από τα δέντρα κατέβαινε βιαστικά. στέκουνταν ένας καλόγερος με μακριά καστανά γένια. . . είπε σιγά. η μητέρα. Σταμάτησε κι ακροάστηκε... κι έδεσες το κεφάλι σου.

Ο Δραγομούτσος. . αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. . Ο Μιχαήλ τον κοίταξε υποψιάρικα. έκαμε ο καλόγερος και σώπασε για πολλήν ώρα.Δεν τον είδα.Γιατί δε μιλάς. αποφεύγοντας θετική απάντηση. .. ρώτησε ο καλόγερος σε λίγο. . .Κατεβαίνω στην κοιλάδα του Αξιού. σαν τρομαγμένα μάτια.Καταλαβαίνεις βουλγάρικα..Έτσι. . αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.Έγινε μάχη χθες.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ πυκνά και σγουρά. έμενε καρφωμένο στο πρόσωπο του. Ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του καλόγερου και τον κοίταξε στα μάτια. Έξαφνα. αποκρίθηκε επιφυλακτικά. δάσκαλε. ρώτησε πάλι ο καλόγερος. ένας Ασάν..Ο Άγιος Κύριλλος βοήθεια σου. ρώτησε πάλι ο καλόγερος.. Βρίσκομαι δω με τον αδελφό μου που πληγώθηκε χθες. μεγάλα. αλλά δε θέλησε να εξακολουθήσει την ομιλία. Ξέρεις αν μαζί του ήταν ο υπασπιστής του Σαμουήλ. Τα μαύρα της μάτια γέμισαν φρίκη.. . Πού πηγαίνεις. Μια στιγμή κοντοστάθηκε. ρώτησε. Ο καλόγερος τη ρωτούσε βουλγάρικα: . Το κορίτσι έκαμε νόημα αρνητικό μα δεν αποκρίθηκε. μα ο καλόγερος εξακολούθησε νευρικά: . σα να έπαιρνε μιαν απόφαση. μισοσκέπαζαν το πρόσωπο της όπου γυάλιζαν δυο μαύρα. Γυρεύω κάποιον. Το βλέμμα της. σα να γύρευε εκεί να πάρει καμιάν απάντηση στη μυστική της σκέψη. ρώτησε: . ενώ φανερά ο νους της γύριζε αλλού. .. Έξαφνα γύρισε.Λοιπόν ήταν ο Ιβάτζης. Το κορίτσι τον κοίταξε σιωπηλά. Ο Μιχαήλ έκαμε ένα βήμα μπροστά για να τη δει άλλη μια φορά.Είσαι του τόπου. Σήκωσε τα μάτια ο καλόγερος και είδε τον Μιχαήλ να σηκώνεται βιαστικά.Όχι. ερωτηματικό και ανήσυχο. .. αλλά γλίστρησε κι έπεσε. . . . Το κορίτσι έκαμε νόημα «ναι». Εσύ.. πήδησε σ' ένα βράχο που έστεκε παρακάτω. παλικάρι. Ο Μιχαήλ βγήκε από τα δέντρα και κατέβηκε ως τον καλόγερο.Ο Ιβάτζης είναι δω. . φώναξε.. .Μην ήταν ο Νικουλιτσάς.Μην ήταν ο Ιβάτζης. είμαι περαστικός.Όχι. . και τον νοσηλεύουν στη μονή που πηγαίνεις.Είσαι της μονής.. Πάλι έκανε η κόρη νόημα όχι.Εγώ πηγαίνω στη μονή της Παναγίας της Ελεούσας. φαίνονταν πολύ ταραγμένη. Ο καλόγερος έριξε μια ματιά στα ρούχα του νέου. Το κορίτσι ανατρίχιασε και τράβηξε βιαστικά το χέρι της.Όχι! 35 . και αντίκρισε το εξεταστικό βλέμμα του καλόγερου. . μα το βλέμμα της δεν το έβγαζε από του καλόγερου το πρόσωπο. Ο Βλαδισλάβ. και σε μια στιγμή χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα που σκέπαζαν τις πλαγιές. Ποιος οδηγούσε τους στρατιώτες. και μερικές πέτρες κατρακύλησαν στα πόδια του καλόγερου.. Ναι. ακόμα λιγότερο να πει πως γνωρίζει τον Ασάν. Γιατί δε μου απαντάς. Όχι. κι από κει σε άλλον.. ούτε έκρινε φρόνιμο να δείξει πως είχε ακούσει τα ρωτήματα που έκανε του κοριτσιού. και σηκώθηκε.Δεν είσαι από το σώμα του. κι εγώ είμαι περαστικός. αποκρίθηκε ο παπάς.Ναι! αποκρίθηκε σύντομα ο Μιχαήλ.

Στην πόρτα αποχαιρετήθηκαν. η ψυχή του όλη είχε επαναστατήσει. αποκρίθηκε ο καλόγερος. χωρίς μάνα. ας ήταν και την πιο δύσκολη. Είδα κι έπαθα να τον βαστάξω στο κρεβάτι του! . και τότε κατεβαίνεις και συ. Δέκα χρόνια ολόκληρα τα είχαν ζήσει μαζί. παρέσυρε και αυτόν.. Συλλογισμένος κοίταζε τη σταχτερή χλωμάδα του προσώπου. για τη δυνατή ψυχή του. . Μικρός . . Αργότερα. δώδεκα χρόνων αγόρι. Μα είναι λίγη ώρα που σε φώναξε δυο φορές και σαν είδε πως έφυγες. ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δε μίλησε πια. αν σε σκότωναν. θέλησε να φύγει κι αυτός. που άναβε σπίθες στα μάτια του. με το μίσος των Βουλγάρων στην καρδιά. με την ανάμνηση του εγκλήματος του Ιβάτζη πάντα ζωντανή στην ψυχή τους. Είπε τίποτα. Και τώρα. στα πρώτα χρόνια της φιλίας τους. τι σημαίνει. ακόμα κι όταν είχε διαφορετική επιθυμία. ... . Ο σοβαρός. Ο καλόγερος ζήτησε να δει τον Ηγούμενο.Με φώναξε.τι ήταν κρυφό και δόλιο. Τα δέκα αυτά χρόνια είχαν ενώσει τους δυο φίλους αχώριστα. που όλα τα τολμούσε και τίποτα δε φοβόνταν. φθάνει που τη θεωρούσε καλή.. ανάμεσα στους εχθρούς. αρρωστιάρικο και αδύνατο. Θ' ανεβώ πάλι σαν αποφάγω. Μα ο Κωνσταντίνος του είπε πως ήταν πιο όμορφο να υπηρετούν κρυφά την πατρίδα τους. γιατί το θέλησες εσύ.. ώστε να τα προλαβαίνει.Όλη την πρωινή ήταν ήσυχος. ρώτησε ανήσυχα ο Μιχαήλ. αφού ξέρομε πως δουλεύομε για το Βασιλέα μας! Και ο ενθουσιασμός του. τότε που μικρό παιδί. Σηκώθηκε κι έδωσε τη θέση του του Μιχαήλ.Και αν ζούμε δούλοι. για τον ενθουσιασμό και την ποίηση που έβαζε σε ό. όταν έφτασε την παραμονή στο ποτάμι με τον Νικήτα και βρήκε τον Κωνσταντίνο βουτημένο στα αίματα κι αναίσθητο. και υποτασσόταν στο δυνατότερο του. μουρμούρισε. μουρμούρισε. ούτε τιμωρία. ρώτησε πάλι ο Μιχαήλ.Το πρόγευμα είναι έτοιμο. Η πόρτα έκλεισε κι ο Μιχαήλ κάθησε κοντά στο φίλο του.μικρός τον εθαύμαζε για τη δύναμη και την παλικαριά του. . Σιγά πήρε το χέρι του. την πιο ριψοκίνδυνη επιχείρηση. Και όμως πόσο αλλιώτικα είχαν επιδράσει στου καθενός την ψυχή! Από την πρώτη μέρα που.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ Ωσπου έφθασαν στο μοναστήρι. την αγάπη του την είχε δώσει απεριόριστη στο δυνατό και ατρόμητο αγόρι με τον υπερήφανο αγέρωχο χαρακτήρα. Κι εκείνος τον άκουε πάντα. Κι ο νους του πήγε πίσω. και τον αγαπούσε με λατρεία. 36 . παραμέρισε τους δικούς του πόθους. από το στόμα του Νικήτα. . Τέτοια διπλοπρόσωπη ζωή δεν την ήθελε.Όχι! Μόνο σε ζήτησε. την αλύγιστη απόφαση του να φέρνει σε τέλος ό. Τον πλάγιασα με το στανιό κι αμέσως αποκοιμήθηκε. περιφρονημένοι από τους εχθρούς μας. και με ανατριχίλα αναπόλησε τη φοβερή του τρομάρα. φθάνει που την είχε αποφασίσει. και ειδοποιούσαν τον Αυτοκράτορα εγκαίρως. Δεν ήξερα πια τι να του κάνω! . με την ενθύμηση της φριχτής νύχτας της Αδριανούπολης και του θανάτου των αγαπημένων τους. πλάγι στο Βασιλέα του να πολεμά τον εχθρό. Τον βρήκε σε βύθος.Μα είπε τίποτα. παρά ρίχνονταν με πάθος σε ό.Μη ρωτάς τι τράβηξα με τον αδελφό σου! είπε ο πάτερ Μεθόδιος. του είχε πει.τι του φαίνουνταν επικίνδυνο ή όμορφο ή δύσκολο. δεν του άρεζε! Ήθελε ανοιχτά. Με ζέση του περιέγραψε την ομορφιά της αυτοθυσίας. τα μισόκλειστα ματόκλαδα και τ' αναίματα χωρισμένα χείλια. εδώ κοντά μου. έβαλε την πίστη του φίλου του ψηλότερα ακόμα κι από τη δική του φυσική αποστροφή για ό. ούτε πόνο. ο σιωπηλός Μιχαήλ παραδέχθηκε να ζήσει τη διπλοπρόσωπη ζωή του κατασκόπου. για ποια δουλειά τους ετοίμαζαν. Του απέδειξε πως περισσότερο θα ωφελούσαν αν μάθαιναν τα σχέδια των Βουλγάρων.Αν σ' έχανα. .τι κι αν καταπιάνουνταν. είπε. και ο Μιχαήλ πήγε στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου.τι έκαμνε. ακόμα κι όταν η θέληση του Κωνσταντίνου διαφωνούσε με τα βαθύτερα του αισθήματα.. και τον πήρα κι εγώ. Και δε μίλησε πια.Και είμαι δω. είχε μάθει στη σπηλιά μέσα.

. Είτε πως θυμούνταν το φόνο του Κρηνίτη και. Τι μαρτύριο τότε. ή από τα στρατόπεδα. κατέκρινε τον Ιβάτζη που τόσο βιάστηκε να εκτελέσει μιαν άδικη ποινή. μουρμούρισε. κι εμπρός σ' όλο το συναγμένο στρατόπεδο αρχίζει η μαστίγωση. βλέποντας πως τ' αγόρια δε γύρευαν καθόλου να φύγουν. να βρίσκουνται πάντα κοντά του. τόσο. έτοιμοι να τρέξουν όπου τους διατάξει. κι άλλα όμοια. «Που έζησε στη φυλακή. η δουλειά τους περιορίζουνταν σε μικροϋπηρεσίες του Τσάρου. ένας τους κατέτρεχε περισσότερο. 37 . Ο Σαμουήλ δεν πολυσκοτίστηκε σαν είδε τους αυλικούς του να μεταχειρίζονται τους «γιους του Κατεπάνω» σαν πρόστυχους δούλους. Και όμως πάντοτε ακολούθησαν τους αφεντάδες τους. αρπάζει το βούνευρο από τα χέρια του και του σχίζει το πρόσωπο με μια βουνευριά. με τρόπο που ν' αποφεύγουν μαλώματα και βαρβαρότητες των τυράννων τους. του έδωσε το θάρρος και τη δύναμη να υποφέρει την περιφρόνηση και την τυραννία των αφεντάδων. είτε γιατί μάντευε κάτω απ' τα δουλίστικα ρούχα τους καρδιές ελεύθερες και ανυπόταχτες.κάτω ο Ασάν να βρει τον κλέφτη. και δεν άφηνε περίσταση που να μην τους δείξει το μίσος του. . κι έτυχε κάποτε να φύγουν οι Βούλγαροι με τέτοια βία. και μπροστά του να φέρουν τον Κωνσταντίνο να τον δικάσει ο ίδιος. Ο ενθουσιασμός του αυτός τον είχε βαστάξει τόσα χρόνια. Και η ζωή των δύο ελληνοπαίδων έγινε εκείνο που ήταν η ζωή όλων των αιχμαλώτων που έπεφταν στα χέρια των Βουλγάρων. ξεγυμνώνουν τη ράχη του.Ποιος τολμά το δούλο του Τσάρου. Και αυτός ήταν ο Ιβάτζης. Μια μέρα σε μια εκστρατεία. οι Βούλγαροι τους άφησαν να πηγαινοέρχονται πιο ελεύθερα.. ο Βούλγαρος στρατηγός κατηγόρησε τον Μιχαήλ πως αυτός το έκλεψε και διέταξε να τον δείρουν για να τον κάμουν να ομολογήσει. Μανιασμένοι ρίχνονται τότε απάνω του οι Βούλγαροι. σας κρεμνώ όλους! Ήταν ο Ρωμανός που έφθανε με τον Ασάν. Ένα περιστατικό έτυχε που αγρίεψε περισσότερο το μίσος αυτό. τον αρπάζουν. και τον έριξε στα πόδια του Ιβάτζη. αν ήταν σε χώρα. και μαζί με σένα βάσταξε και μένα. μα έξαφνα μια φωνή προστακτική ακούεται. να τιμωρήσει χωρίς δίκη. χωρίς καμιά μαρτυρία. . ρίχνεται απάνω στο δήμιο. Με αγάπη και συγκίνηση έσκυψε ο Μιχαήλ και τον φίλησε στο μέτωπο. Τους παραμέρισε. Τον κόσμο είχε κάνει άνω . ένα χρυσό ποτήρι έλειψε από μέσα από τη σκηνή του Ιβάτζη και. Και τότε άναβε ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου. αλλά να φαίνουνται τόσο αποβουλγαρισμένοι. τη φυλακή γυρεύει». Σαν άκουσε όλα τα καθέκαστα της ιστορίας. σαν πολλούς εγκληματίες. βροντοφώνησε ο Ρωμανός. και τρομαγμένοι ανασηκώνουνται όλοι. Διέταξε αμέσως να λύσουν τον Μιχαήλ. δεν τους άφηναν να βγουν από τα φρούρια.σιγά όμως. Ενώ αν ήμουν μόνος. και τον Κωνσταντίνο τον άφησε ελεύθερο αφού πρώτα τον εμάλωσε αυστηρά για την αυθάδειά του να χτυπήσει Βούλγαρο. πάντα ξαναγύρισαν στη σκλαβιά τους.Η ψυχή σου σε βαστούσε. Θα τον κομμάτιαζαν. τον ρίχνουν κάτω. . δεν έπαυε να τα παραμονεύει και να τα κατατρέχει με κάθε τρόπο. Όσο ήταν παιδόπουλα στην ιδιαίτερη υπηρεσία του Σαμουήλ. να του βάζουν τα ποδήματά του.Μια τρίχα της κεφαλής αυτού του δούλου αν αγγίξετε. Ευθύς λοιπόν τον δένουν σ' ένα δέντρο. αν βρίσκουνταν σ' εκστρατεία. Μα πέρασαν τα χρόνια. Σιγά . Ελληνικά δεν έπρεπε πια να μιλούν. Και μόνο στη μοναξιά σα βρίσκουνταν. μισούσε όποιον είχε βλάψει. ο Ιβάτζης. έλεγαν ειρωνικά. Τ' αγόρια δεν αποκρίνουνταν. άλλα παιδόπουλα πήραν τη θέση τους. του πατέρα μου. Μα την ίδια ώρα. τ' αγόρια μεγάλωσαν. τους ξέχασε. να στέκουν πίσω από το κάθισμα του ενόσω έτρωγε. τι βάσανο για τα υπερήφανα αρχοντόπουλα! Στην αρχή τους παραφύλαγαν. είτε πως αισθάνουνταν το φρικτό μίσος των «παιδιών του Κατεπάνω» για το φονιά του πατέρα τους. τρεχάτος φθάνει ο Κωνσταντίνος. μόνο κοίταζαν τη δουλειά τους.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ Τα πρώτα χρόνια ήταν κάπως ευκολότερα. που και τη γλώσσα τους ακόμα να την έχουν ξεχάσει. Σε πολλές μάχες παραβρέθηκαν. Απ' όλους τους Βουλγάρους. που οι ίδιοι οι Βούλγαροι τους περιγελούσαν και τους περιφρονούσαν για την ατολμία τους... οι δυο αιχμάλωτοι ξαναγύριζαν στα παιδικά τους ξαναθυμίσματα και μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. και δεμένο τώρα τον έσερνε πίσω του. που ήταν εύκολο για τους αιχμαλώτους να δραπετεύσουν. από τότε που ξαναπάντησε τ' αγόρια και τ' αναγνώρισε πως ήταν τ' αρχοντόπουλα της Αδριανούπολης.

. να παρουσιαστούν στον Αυτοκράτορα και. και μόνο σα βρέθηκε πια κοντά στο μοναστήρι την αναγνώρισε. Μήπως λοιπόν ξέφυγε πάλι ο Νικουλιτσάς από την Πόλη. Έφθασε στην πόρτα και χτύπησε. Ένας ξένος. στα βουνά. που με την ησυχία του κρεμούσε πάλι τα κλειδιά στη 38 . ελεύθεροι να πάγουν όπου θέλουν. στήθος με στήθος να πολεμήσουν τον εχθρό ώσπου να εξολοθρευθεί ολότελα. Έτσι βρέθηκαν μαζί του στις μάχες του Κλειδιού.. ενώ ο Μιχαήλ καταγίνουνταν με όλα του τα δυνατά να κρύψει από τον Ρωμανό τη φυγή του συντρόφου του. Αφηρημένος τις κοίταζε ο Μιχαήλ και συλλογίζουνταν πώς να ρωτήσει και να μάθει νέα του Ιβάτζη χωρίς να βάλει κανείς υποψίες. όπου σαν κορδέλες ανέβαιναν τα μονοπάτια και χάνουνταν κάτω από τα πυκνά φυλλώματα. και όπου πήγαινε τον ακολουθούσαν. Μα αφού έκανε δυο . Γι' αυτούς ρωτάς..Αν κοιμάται.. και γύριζαν πίσω. έλεγε ο καλόγερος. Βαστούσε στο χέρι ένα σακί. Χωμένος στη συλλογή του. άνοιξε. σκαλίζοντας το χώμα ανάμεσα στις πλάκες.. Πάλι με τα νοήματα κάτι του εξήγησε κείνη. μαζί του. ρώτησε ο καλόγερος. και το μπροστινό μέρος της αυλής ήταν κλεισμένο με τοίχο όπου άνοιγε μια χαμηλή ξύλινη πόρτα. Εκείνη όμως έσπρωξε πίσω το χέρι του και με νοήματα κάτι του είπε. Γι' αυτόν θέλεις να ξέρεις. σα μαρμαρωμένο. Είχε ακούσει ο Μιχαήλ πως ο αυτοκράτορας τον είχε ξανασυγχωρήσει και πως πάλι του έδωσε τιμές και μεγαλεία. μιας και κατόρθωσε να εξολοθρέψει τον Βοτανειάτη. Όχι. . ναι. όλο το στρατόπεδο ξεπαρταλώθηκε. Ο ένας είναι πολύ άρρωστος. Αμέ τι θέλεις λοιπόν.. ο Μιχαήλ δεν την πρόσεξε.Και τώρα. Έχουμε τρεις ξένους. σχεδόν τρεχάτη.. Από πάνω από τον τοίχο αυτόν. Βγήκε ένας καλόγερος. ο παπάς τουλάχιστον τρώγει μέσα με τον Ηγούμενο.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ Ο Ρωμανός όμως πήρε τους δυο Έλληνες στην υπηρεσία του. Από μέσα από τα δέντρα βγήκε μια γυναίκα που με γοργό βήμα κατέβαινε προς το μοναστήρι. . Για ποιον ρωτάς. εξακολούθησε. και οι δυο φίλοι βρέθηκαν χωρίς αφέντη. Και ο νους του Μιχαήλ γύρισε πάλι στα λόγια που είχε πει ο καλόγερος του κοριτσιού απάνω στο βουνό. Ο Μιχαήλ έσκυψε και φώναξε τον παπά. πήρε το σακί κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν γεμάτο κουκουνάρες. Η κόρη έκανε νόημα. Ύστερα.. . .Και τώρα. κατόρθωσε να ξεφύγει. και πήγαινε λαφριά. που όλο της το κορμί τινάζουνταν. Για τους στρατιώτες δεν ξέρω. το βλέμμα του Μιχαήλ πήγαινε ως πέρα στ' ασημένια νερά του ποταμού και στις δεντρωμένες πλαγιές των βουνών. Ναι. Ήταν το κορίτσι που είχε δει το πρωί στο βουνό μαζί με τον καλόγερο. Και γιατί τάχα να ρωτήσει ο καλόγερος αν ο Νικουλιτσάς οδηγούσε τους Βουλγάρους. Ο Μιχαήλ έγειρε περίεργος στο παράθυρο. κοίταζε ο Μιχαήλ μελαγχολικά το αναίματο πρόσωπο του φίλου του.. Μόλις όμως έμαθε κει ο Κωνσταντίνος πως ο Νεστορίτσης έφυγε και πήγε να προσβάλει τη Θεσσαλονίκη. Εκεί έσμιξαν τον Νικήτα. Πού να πήγε άραγε ο Ιβάτζης. δεν κοιμούνται. ακίνητο.. αργά .. λένε πως θα πεθάνει.. όταν απάντησαν τον Βοτανειάτη στον Αξιό. Το μοναστήρι ήταν χτισμένο σε σχήμα Π.Τι. Τώρα ποιος τους εμπόδιζε πια να παρατήσουν αυτή τη ζωή της σκλαβιάς. Μα το κορίτσι στέκουνταν τώρα με δεμένα χέρια εμπρός στον καλόγερο. Δε θέλεις παράδες. Λοιπόν πάλι έσπασε το λόγο του ο ανυπότακτος Βούλγαρος! Ο Μιχαήλ σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο που έβλεπε στην αυλή του μοναστηριού. Η αυλή ήταν άδεια. έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της και ξέσπασε σε τέτοια αναφιλητά. Θέλεις ψωμί.τρία βήματα.αργά γύρισε να φύγει.. έβγαλε δυο-τρεις φόλες να την πληρώσει. και τρεχάτος έφερε την είδηση στον Βοτανειάτη. πήγαν ως τον Πρίλαπο να βεβαιωθούν πως ο Τσάρος είχε κλειστεί στο κάστρο μέσα. Ύστερα πια από την καταστροφή του Κλειδιού. και ο παπάς έκλεισε την πόρτα.Όχι. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια του. Γιατί να μη γυρίσουν στο ελληνικό στρατόπεδο. τσιμπώντας πού και πού κανένα σπόρο ή κανένα σκουλήκι. ένας παπάς και οι άλλοι δυο στρατιώτες. Μόνο μερικές όρνιθες πηγαινοέρχουνταν σκυφτές. είπε ο καλόγερος.. η κόρη ρίχθηκε χάμω. . Αν είναι δω.

Δάσκαλε! Ο καλόγερος σήκωσε το κεφάλι και τον χαιρέτησε με το χέρι.Πόνος την ξέρει! Κάπου . έτσι την λένε όλοι. είπε ο Μιχαήλ.Κλαίει. .Υποθέτω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ μέση του.Κοιμάται. που ούτε την κοίταξε. ούτε ποια είναι! .Ωρες καλές. όρμησε κατά το δάσος όπου χάθηκε. Μα γιατί ρωτάς. Είναι απείραχτη. . . πετάχθηκε στα πόδα της καν. Δε θυμάσαι. 39 .Ποια Βουβή. Γιατί. ύστερα πάλι χάνεται για μήνες. .Κατέβα να φας και συ. . την ώρα που κουβάλησες εδώ τον αδελφό σου. . καν με το χέρι έκανε νόημα του Μιχαήλ αγγίζοντας το μέτωπο του.Είναι η Βουβή. . Ο καλόγερος σήκωσε τους ώμους του.Δεν ξέρω. του αποκρίθηκε. . . .Ποιος το ξέρει.Και τι ζητά. Μα μόλις άκουσε η Βουβή το κλειδί να τρίζει στην κλειδαριά. . σαν τρομαγμένο ελάφι. στέκουνταν στην πόρτα καν κοίταζε. Ο καλόγερος άνοιξε την πόρτα καν βγήκε έξω. . Μα πες μου.Δεν έχω λόγο. Μα ήταν τόσο ασχολημένος με τον άρρωστο. μα δεν κάνει κακό κανενός. Μα ούτε από πού έρχεται ξέρω. .κάπου παρουσιάζεται δω. . Ο παπάς κλείδωσε πάλι την πόρτα. Ο πάτερ Μεθόδιος απόφαγε κι ανεβαίνει.Δε σου το είπα.Μα ποια είναι.Καν βέβαια την είδες. θυμούνταν πως μια γυναίκα στέκουνταν στην πόρτα. Ναι. Τι κάνει ο αδελφός σου. μόνο έπεσε χάμω καν κλαίει η δύστυχη. αποκρίθηκε ο καλόγερος. .Τίποτα. Είναι λίγο παλαβή. Χτες βράδυ. είπε ο καλόγερος. . Δεν είναι στα καλά της! . Γιατί ρωτάς.Και είναι Βουλγάρα. ποια είναι αυτή που σου έφερε τις κουκουνάρες. Μόνο που μου φαίνεται πως την ξαναείδα. παπά μου.

Προς το βράδυ όμως ο Κωνσταντίνος άρχισε να ταράζεται. και μου είναι δύσκολο να σε πληροφορήσω ή να σου δώσω καμιά συμβουλή. 40 . δεν έπαυσε να προσέχει κάθε του κίνηση. . την άλειψε με μια δική του αλοιφή. . όλοι οι καλόγεροι είχαν τελειώσει το πρόγευμα τους.κόμπο το κρασί ανακατωμένο με κάτι στάλες γιατρικό.Μην κάνεις έτσι. Μα θα φωνάξω τους άλλους καλόγερους να ρωτήσω αν μπορεί κανένας να σε βοηθήσει. . τον κοίταξε.Είναι τόσο ήσυχος. Ταξίδεψα πολύ τα τελευταία αυτά χρόνια. . Με τρόμο είδε τότε ο Μιχαήλ πως ο Κωνσταντίνος ήταν βουτημένος στο αίμα.. είπε ο πάτερ Γρηγόρης. που κόντεψα ν' αποκοιμηθώ κι εγώ! Ο ξένος έγειρε πάνω στον πληγωμένο. εξήγησε. τόσο που μ' ανησυχεί λίγο.στάλα να χύνει το κρασί ανάμεσα στα κλειστά δόντια του πληγωμένου. και πρέπει να πέρασε κάμποση ώρα! Γρήγορα. Ο Μιχαήλ φίλησε το χέρι του Ηγούμενου και κάθησε στη θέση που του είχαν στρώσει. Η θέρμη ανέβαινε ολοένα. και πάλι τα βλέφαρα του έκλειναν. Ο πάτερ Μεθόδιος είναι τώρα μαζί του. και βιαστικά τράβηξε τα σκεπάσματα. και ο Γρηγόρης.και γυρνώντας μάλλον ψυχρά προς τον Μιχαήλ: Είμαι στη διάθεση σου. Μα δεν ήταν εύκολο. και δυο . κάθε του αναπνοή που μπορούσε να είναι και η τελευταία. . όπου βρήκαν τον πάτερ Μεθόδιο που μετάνοιζε πλάγι στον άρρωστο. Άμα είδε όμως τον Μιχαήλ.Κι εγώ δεν περιποιήθηκα ποτέ πληγωμένο.. γύρευε ο Γρηγόρης να χύσει ανάμεσα στα χείλη του λίγο δυνατό παλιό κρασί. Ίσως προφταίνουμε ακόμα.Άνοιξε η πληγή του. . . έριχνε μια ματιά του ξένου. Τα δόντια του τα είχε τόσο σφιγμένα. Μα λέγει πως δεν περιποιήθηκε άλλη φορά πληγωμένο και δεν καλονιώθει γιατί μένει σ' αυτόν το βαθύ ύπνο.Παναγία μου! φώναξε φρικιασμένος. .Δεν έζησα μόνο στη μονή μου. . αφού έπλυνε την πληγή.Ίσως μπορώ εγώ! διέκοψε ο ξένος καλόγερος. είπε. είπε ο Ηγούμενος. Σήκωσε ο καλόγερος το κεφάλι αποθαρρυμένος και είδε τον Μιχαήλ σκυμμένο πλάγι του. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.Εδώ είμαι.τρεις φορές ξύπνησε ξαφνικά και φώναξε δυνατά το φίλο του. . Ο πάτερ Μεθόδιος γύρισε με τα χρειαζούμενα. Μόνος ο ξένος παπάς κάθουνταν ακόμα στο τραπέζι με τον Ηγούμενο και κουβέντιαζαν. ρώτησε ο Ηγούμενος μ' ενδιαφέρον. και να νοσηλέψω καμπόσους πληγωμένους. σα να συνέρχουνταν. θα ξαναδοκιμάσω. Ύστερα ξάπλωσε προσεκτικά τον άρρωστο. ο ξένος τον χαιρέτησε κρύα κι έκοψε την κουβέντα. είπε σοβαρά ο ξένος καλόγερος. Πού τα έμαθες αυτά στη μοναξιά της μονής σου. Τι είναι αυτά. και ο καθένας πήγαινε στη δουλειά του. του αποκρίνουνταν βουλγάρικα ο Μιχαήλ...Είναι πάρα πολύ ήσυχος. έκανε χαμογελώντας ο Ηγούμενος. παπα-Γρηγόρη. Και με επιμονή ξανάρχισε στάλα . είπε κάπως απότομα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η Σαν κατέβηκε ο Μιχαήλ στην τραπεζαρία. Ενόσω έτρεχε ο πάτερ Μεθόδιος να φέρει τα χρειαζούμενα για να ξαναγίνει καινούριος επίδεσμος.. και μου έτυχε ν' απαντήσω πολλές δυστυχίες. . δεν πέθανε ακόμα! Μπορεί και να σωθεί! Και πρόσθεσε πιο σιγά: Βάστα το κεφάλι του. .. και θα χαρώ πολύ αν μπορέσω να κάμω τίποτα. Ως το βράδυ δεν κούνησε ο καλόγερος από κοντά από τον Κωνσταντίνο. Οι περισσότεροι είχαν σηκωθεί. την έκλεισε με ξαντό και τη σφιχτόδεσε. Τέτοια απελπισία ζωγραφίζονταν στο πρόσωπο του νέου. Ο Μιχαήλ σηκώθηκε ευθύς και τον οδήγησε στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου. σκυμμένος απάνω στον αναίσθητο Κωνσταντίνο.Πώς τα πάγει ο αδελφός σου.Εσύ. και ο Κωνσταντίνος τότε. και ξανάρχισε να του δίνει κόμπο . που το κρασί δεν περνούσε. φέρτε μου ξαντό και πανιά και χλιαρό νερό. που ο καλόγερος ταράχτηκε.

φοβούνταν να τον απομακρύνει. ομιλίες και βήματα ακούστηκαν.. όλα όμως στο πίσω μέρος του κτιρίου.Το μαχαίρι μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η Όσο όμως προχωρούσε η νύχτα. ψιθύρισε.. .Ναι! είπε ο Μιχαήλ.τρεις στάλες από ένα μποτιλάκι που είχε στον κόρφο του. Και κάθησε στην άλλη άκρη του κελιού. Στα σκοτεινά ο παπάς έσφιξε το χέρι του. ένα τρομαγμένο πήγαινε κι έλα. σα να κοιμούνταν. Μα ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε πια. του είπε σιγά. Το αναίματο. . .Εσύ! αναφώνησε ο Μιχαήλ. φώναξε με. μα πρώτα εκδίκηση. με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο και τα μάτια κλειστά. Ο καλόγερος τον τράβηξε στην αγκαλιά του και τον έσφιξε με δύναμη στο στήθος του. ξεχώριζε άγριο στο σκοτάδι.Ο Κύριος με σπλαχνίστηκε! μουρμούρισε.Θεέ μου!. βήματα σιγανά. ψηλαφώντας στα σκοτεινά. Έξαφνα ο Κωνσταντίνος ανασηκώθηκε. φωτισμένο από την καντήλα. Τι του έδωσες. .. και ο Μιχαήλ.. βαρέθηκα τη σκλαβιά. μην τύχει και πάθει τίποτα ο Κωνσταντίνος και του μείνει στα χέρια. μην ξέρεις τον Νικήτα. θα τον σώσω. εκδίκηση. φώναξε ελληνικά. Ελληνόπουλα είναι!. . Έγειρε πίσω το κεφάλι κι αποκοιμήθηκε. .. εξετάζοντας κάθε λίγο το σφυγμό και την καρδιά του. Δέκα χρόνια τον γυρεύω! 41 . αν δεις τίποτα. Ο καλόγερος όρμησε κι έκλεισε το στόμα του. μουρμούρισε στην ίδια γλώσσα..Ιβάτζη. . βλέποντας με τι προσοχή φρόντιζε το φίλο του. Με τη βοήθεια του Μιχαήλ τον ξάπλωσε στο μαξιλάρι και. ρώτησε ο Μιχαήλ άγρια τον καλόγερο.Μα ποιος είσαι.. . που έριχναν τον Μιχαήλ σε αμηχανία. Μα σα να μάντευσε ο παπάς τους στοχασμούς και τους φόβους του. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να μουρμουρίζει που και που ασυνάρτητα λόγια. Έριξε μια ματιά του πάτερ Γρηγόρη.. έχυσε στα χωρισμένα του χείλια δυο . ησύχασε τον! Είναι χαμένος αν τον ακούσουν. . Κάμποση ώρα πέρασε.Στ' όνομα του σωτήρα μας. ο Γρηγόρης! Ο φίλος του.... ενώ στη γωνιά του ο καλόγερος έμοιαζε να κοιμάται βαθιά. .. Έξαφνα ακούστηκε έξω ένα δυνατό σφύριγμα. κι έννοια σου! Τώρα που ξέρω πως είστε Έλληνες. τον ησύχαζε ψιθυρίζοντας του λόγια αγάπης. . σχεδόν διάφανο πρόσωπο του.Τι του έκανες.. Ιβάτζη! Ως κι εδώ ήλθες να με βρεις..Θα μείνω εδώ... πρώτα ο Θεός! .. Μιχαήλ. μην ακούσει τίποτα που δεν έπρεπε από το στόμα του Κωνσταντίνου.Μίλησε του. μουρμούρισε.. Σταμάτησε απότομα. Ανασηκωμένος στο στρώμα του ο Κωνσταντίνος έβγαλε μια φωνή. ψιθύρισε ελληνικά του Μιχαήλ. Γονατιστός κοντά του ο Μιχαήλ του ψιθύριζε λόγια ησυχαστικά. δίνοντας του αδιάκοπα δυναμωτικά. Ο Μιχαήλ ανατινάχθηκε. από τη μονή του Αγίου Γρηγορίου της Πρέσπας. . κι από την άλλη. πού και πού μουρμούριζε ασυνάρτητα λόγια.Μη μιλάς. Μόνο στο κελί του αρρώστου ένα καντήλι έκαιε μπρος στο εικόνισμα της Παναγίας.. Η βαριά εξώπορτα έτριξε.... πόρτες που ανοιγοσφαλούσαν με προσοχή.. το μοναστήρι όλο αναπαύουνταν βουτημένο στο σκοτάδι.. σηκώθηκε από κοντά από το προσκεφάλι κι έκανε νόημα του Μιχαήλ να καθήσει στη θέση του. Ήταν άραγε σύνθημα. πριν πει τ' όνομα. η ταραχή του αρρώστου αύξανε. Από τη μια ήθελε για καλό και για κακό ν' απομακρύνει τον άγνωστο καλόγερο. γερμένος απάνω του. Από τη θέση του ο καλόγερος ξεπετάχθηκε.. Μέσα στο μοναστήρι ακούστηκαν ψιθυρίσματα. Μα ο καλόγερος δε σάλεψε. να φύγομε. Δεύτερο σφύριγμα! Και σε λίγο πάλι τρίτο.Το μαχαίρι μου.Είμαι ο πάτερ Γρηγόρης. η σιωπή ήταν βαθιά. μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος.. Ο καλόγερος άπλωσε βιαστικά το χέρι κι έσβησε την καντήλα.. .

ψιθύρισε ο Μιχαήλ.τι χρειάζομαι. ήλθες εδώ για να βρεις τον Νικήτα. θα τον πιάσει και θα τον σουβλίσει. αν ξαναφύγει.Ο Θεός να δώσει να μην τον ξαναπιάσει. . αψηφώντας τον ύπνο των άλλων.Γιατί το λες έτσι.. Είναι μακριά και μαύρη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η Βαριά περπατησιά ακούστηκε στο διάδρομο και μια αγέρωχη φωνή. αφέντη! . Έξαφνα η απότομη φωνή υψώθηκε πάλι σα να φώναζε κάποιον μακρύτερα. Μην τον γνωρίζεις εσύ. . ρώτησε πάλι σε λίγο ο καλόγερος. είπε με κούραση. . είναι στρατιώτης και πληγώθηκε στη μάχη της ρεματιάς..Τι.Γιατί φορώ στρατιωτικά.Όχι. Σε κανένα καβγά θα την έπαθε.Πώς βρίσκεστε δω. .Είμαστε δούλοι του Ρωμανού. Στη θέρμη του ο Κωνσταντίνος τον ένιωσε! Είναι ο Ιβάτζης.Ναι. ..Παραμύθια! Κανένας στρατιώτης δικός μας δεν έπαθε τίποτα στη μάχη της ρεματιάς. Ύστερα από τη μεγάλη μάχη του Κλειδιού.. πρέπει να πάγω ευθύς να βρω τον Τσάρο. ρώτησε. που είναι Ελληνίδα.Σε πήρα για στρατιώτη Βούλγαρο! . Μα του είπε. Έχομε έναν άρρωστο και είναι πολύ βαριά! Μην τον ξυπνήσεις! . μίλα πιο σιγά! έλεγε παρακλητικά η φωνή του Ηγούμενου. . αφού θα μείνεις εδώ ένα . . . . Πες μου εσύ κάλλιο. Εγώ δεν έχω καιρό να χάσω μ' αυτούς. παστρικά πως.Ξέρεις ποιος είναι. .Τον γνωρίζεις.Αχ! Τη δύστυχη! μουρμούρισε ο παπάς. . φώναξε πάλι ο πρώτος..Πιο σιγά! Παρακαλώ. . μουρμούρισε. . Τα υπόλοιπα χάθηκαν στο γύρισμα του διαδρόμου.λίγο έσβησαν. Δεν έτυχε να τον δω. Ο Γρηγόρης είχε σιμώσει ν' ακούσει. έλεγε προστακτικά: . Ο Μιχαήλ έτρεξε στην πόρτα και κόλλησε τ' αυτί του στο ξύλο. αφέντη.δυο μέρες. .Μη ρωτάς για τη δική μας ιστορία.Δραξάν.Η γυναίκα του είναι αδελφή μου. 42 .Δε συνηθίζω να προειδοποιώ! Σαν έρχομαι. . Ξέκοψε πάλι ο Δραξάν. φαίνεται. Ο Μιχαήλ σήκωσε το σκυμμένο του κεφάλι. ρώτησε ο άλλος χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή του.Ήμουν στη Θεσσαλονίκη τη δεύτερη φορά που τον έπιασαν και τον έφεραν πίσω. μα έγινε μεγάλο σούσουρο.. Τα ξημερώματα θα φύγω κι έχω ανάγκη από δυο άλογα! Βρείτε τα όπου θέτε. τα φορέσαμε για πιο ασφάλεια.Έναν άρρωστο..Τι.. αποκρίθηκε σιγά ο Ηγούμενος. ρώτησε ο Γρηγόρης· . Αυτό δε σημαίνει.Μα αν η νίκη του Κλειδιού σας άφησε ελεύθερους. Και μαζί του είναι ο Δραξάν. αποκρίθηκε σιγά ο Μιχαήλ. πρέπει να βρίσκω έτοιμο ό. Ο καλόγερος τον κοίταξε ερωτηματικά. Καλόγερο. . φρόντισε να μάθεις πού πληγώθηκε ο στρατιώτης και από ποιο σώμα είναι. Ο Αυτοκράτορας τον εσυγχώρησε πάλι για χατήρι της γυναίκας του. σα βρεθήκαμε ελεύθεροι. στρατιώτης δικός μας. γιατί είστε λοιπόν εδώ. Τα βήματα απομακρύνονταν και οι φωνές λίγο . Και για κάμποσην ώρα και ο ένας και ο άλλος έμειναν σιωπηλοί και συλλογισμένοι. Ο Μιχαήλ γύρισε κατά το προσκέφαλο του Κωνσταντίνου. . εσύ κι ο αδελφός σου.

. Ο Μιχαήλ έτρεξε στο παράθυρο και το άνοιξε. Τ' ακούς. μουρμούρισε. όπου λίγες λέξεις ήταν ψιλογραμμένες: «Ο Δραξάν και ο Ιβάτζης είναι στο μοναστήρι.Τον αδελφό σου και σένα. που μόνος απ' όλο το κοπάδι του είχε κρατήσει ήσυχη αξιοπρέπεια εμπρός στον αγέρωχο στρατηγό. Ο Μιχαήλ έσφιξε το χέρι του Γρηγόρη.Τώρα τελευταία δεν τον εβλέπαμε συχνά. . που φοβισμένοι τον άκουαν σα μαθητούδια εμπρός στο δάσκαλο.Όχι. φώναξε.. ψιθύρισε. Ο Ηγούμενος το πήρε από χάμω και του το έδωσε πίσω. Ύστερα γυρνώντας στον υπασπιστή του: Εμπρός. και με τον ίδιο επιταχτικό τρόπο διάταζε τους στρατιώτες και τους καλόγερους. . αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. το ίδιο σα να ήμουν εγώ.Τι είναι αυτό. είπε ο Ιβάτζης. Αύριο. . ένα δεματάκι πέταξε πάνω από το κεφάλι του και κατρακύλησε στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή δεύτερη πετριά ακούστηκε. Ο στρατηγός τον κοίταξε με κάποιαν απορία. είπε. Μάθε για πού φεύγει ο Ιβάτζης τα χαράματα.Για τα έξοδα σου.Θα κάνω ό. να του το προμηθεύσεις. μα τα χρήματα δεν τα θέλω. . Ήταν μια πέτρα τυλιγμένη και δεμένη σε μια περγαμηνή. Αύριο έλα στην καλύβα όποταν προφθάσεις. ο Νικήτας δεν είναι στη Στρουμπίτζη! Ο Νικήτας είναι δω.Βρίσκεται τώρα στη Στρουμπίτζη.Τον βλέπεις συχνά. Και του έδωσε την περγαμηνή. Ο Ιβάτζης έφευγε.. Το μοναστήρι έχει σοδειές αρκετές για τους στρατιώτες σου..Ο. Ιβάτζη. το μοναστήρι όλο σηκώθηκε στο πόδι. μάζεψε το δεματάκι και το άνοιξε. είπε. και αν πάγει μαζί και ο Δραξάν. του είπε πιο σιγά.Κράτησε τα χρήματα σου.. Ο Μιχαήλ πήρε το χέρι του φίλου του και το βάσταξε στα δικά του. Σηκώθηκε. που ο καλόγερος έμεινε σιωπηλός και δεν επανέλαβε το ρώτημα του. όχι τώρα.». Ν.Πρόσεξε τα λόγια του.Γρηγόρη. Ο Μιχαήλ κοίταξε τον καλόγερο σαστισμένος.Για το Θεό. είναι φίλος. Πέρασε η νύχτα χωρίς άλλη ανησυχία.Α. μη χάνομε καιρό. Και όχι μόνο θα δώσεις κι άλλα του Δραξάν. έλεγε προσταχτικά του Ηγούμενου που τον συνόδευε ως την πόρτα της αυλής. Οι άνθρωποι σου θα φιλοξενηθούν καλά και χωρίς αυτά. Στο νυχτερινό σκοτάδι δεν είδε τίποτα. Και ό. μ' έναν υπασπιστή πλάγι του. Μα μόλις άρχισε να χαράζει. Ο Μιχαήλ έκλεισε βιαστικά τα παραθυρόφυλλα. Ο Ιβάτζης έβγαλε από τον κόρφο του ένα πουγκί και του το πέταξε. πήρε από την τσέπη του το τσακμάκι του και ξανάναψε την καντήλα. όπου έτρεξε σαν έμαθε το θάνατο του Βοτανειάτη. . τ' άλογα τούτα δε θα σου τα γυρίσω. .τι μου διατάξει ο Δραξάν. . αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. .Ναι! Μην ξέρεις πού είναι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η . Ο Γρηγόρης όρμησε στο παράθυρο.τι ζητήσει ο Δραξάν. Μα εκείνος μας ανέθρεψε.. Κι έκρυψε πάλι το πουγκί στον κόρφο του. μα ο Μιχαήλ τον σταμάτησε. άγιε πατέρα. ψιθύρισε. Από μέσα από τα γερμένα παραθυρόφυλλα ο Μιχαήλ και ο Γρηγόρης τον κοίταζαν χωρίς να φαίνονται. .Τ' ακούω. Δε θέλω πληρωμή. Μα είναι καιρός λοιπόν που τον ξέρετε. πάρε τα. . 43 . .δυο μέρες πιστεύω να γυρίσει. ρώτησε με λαχτάρα ο Γρηγόρης. είπε.Να περιποιηθείς αυτούς που μένουν. . είπε. αλλά και θα έχεις να θρέψεις τους στρατιώτες του όσο μένουν εδώ. Μα σε μια .Το κέφι σου. . Μα πριν προφθάσει να ξανακαθήσει στη θέση του. Ήταν καβάλα. . και τέτοια αγάπη έτρεμε στη φωνή του. σα μάθομε. .Παπα .Δεν είναι ο Κωνσταντίνος αδελφός μου. ένας κρότος σαν πετριά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο τον ξάφνιασε. μα έξαφνα.

Ένας . Δεν πέρασαν τον ποταμό στη ρηχοτοπιά που είναι δω αντίκρυ. που δεν πήγε χαμένη για τους δυο Έλληνες που κοίταζαν από πάνω. τον Αξιό. και η δουλειά μου μ' έμαθε να κρύβομαι.Τι σε μέλει. ψιθύρισε. και η πόρτα έκλεισε πάλι. Ο Ιβάτζης σούφρωσε τα πυκνά του φρύδια. και κοίταξε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η Ο Ηγούμενος έπιασε το χαλινάρι του αλόγου του. ρώτησε ο Γρηγόρης.Θα τους ακολουθήσω. καλόγερε. και θα φθάσομε καλά.Χωρίς άλογο. . οι στρατιώτες να ξανακοιμηθούν. Άρπαξε το μανδύα του. είπε. και βιαστικά βγήκε από την κάμαρα. και το βλέμμα του ακολουθούσε τον Ιβάτζη και το σύντροφο του που τραβούσαν κατά τον ποταμό. άρα δεν πάνε στον Πρίλαπο. να μάθεις στο μεταξύ τίποτα για τον Δραξάν. Έσκυψε και φίλησε το χέρι του παπά. . . . . .Μια φορά μονάχα θα πεθάνομε. . Έσκυψε απάνω στον Κωνσταντίνο. αποκρίθηκε χαμογελώντας ειρωνικά. ξανάμπαιναν στο μοναστήρι. .Πες μου. . έβαλε την περικεφαλαία του κι έκρυψε στον κόρφο του ένα μαχαίρι. .Δε με μέλει καθόλου. καλά μονάχα για μας που δεν πάμε ποτέ μακριά. Και οι δυο καβαλάρηδες βγήκαν από την αυλή.Στο καλό. είπε του Γρηγόρη. καλόγεροι και στρατιώτες.Τρέχω καλά.. . Αυτοί είναι μόνο στρατιώτες. . ρώτησε. ρώτησε χαμηλόφωνα ο Γρηγόρης. Αν μου το είχες μηνύσει νωρίτερα.. Είναι γέρικα. 44 . αυτά τ' άλογα δε θα σε πάνε. αν μπορείς. Έξαφνα έδειξε του καλόγερου τους δυο καβαλάρηδες που έστριβαν μες στα δέντρα. Έχε γεια. ρώτησε απότομα..Ποιος απ' όλους είναι ο Δραξάν. πού πηγαίνεις. θα σου έβρισκα άλλα. ..Μείνε μαζί του ώσπου να γυρίσω.Είναι τρέλα! Θα σε δουν! Πικρό χαμόγελο πέρασε στα χείλια του Μιχαήλ κι έσβησε πάλι. Κατεβαίνουν. Ο Ιβάτζης έριξε του υπασπιστή του μια πονηρή ματιά. αλλά ευθύς τη νίκησε. Θα φροντίσομε να μην τα παρακουράσομε. Βαθιά συγκίνηση τάραξε μια στιγμή το πρόσωπο του.Δεν τον είδα ποτέ μου. οι καλόγεροι να πάγουν στην εκκλησία. Μ' αν πηγαίνεις στον Πρίλαπο να βρεις τον Τσάρο. αποκρίθηκε ο Ηγούμενος.Πού πηγαίνεις. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. είπε ήσυχα ο Ηγούμενος. . Μα δεν είναι κανένας από τούτους. πάτερ Κύριλλε.Ο Ιβάτζης είπε ψέματα. όπως έλεγες χθες βράδυ. . γέρο.ένας.Έννοια σου.

είναι δειλός να θέλει διαπραγματεύσεις..Μην το λες αυτό. να ξανακλείσει το στενό του Κλειδιού και να πιάσει τον Έλληνα σα σε φάκα μέσα. δειλός! επανέλαβε με πάθος ο άλλος. Δειλός. ύστερα από την καταστροφή του Σπερχειού. διέκοψε η πρώτη φωνή. αν βγει από τη μέση ένας δειλός! αποκρίθηκε ο άλλος.ίσα. . μια πόρτα ήταν μισοανοιχτή. Η υπομονή μου έχει όρια! Ειρωνικό γέλιο του αποκρίθηκε: . διαμαρτυρήθηκε ο άλλος. αφού τόσα χρόνια μπόρεσες να ζήσεις με τους εχθρούς.Ναι. Έκανε ένα βήμα και είδε τους δυο άντρες έτοιμους να πιαστούν χέρια με χέρια. πως φυλάγομε τα στενά. .Βλαδισλάβ! φώναξε έξω φρενών ο άλλος. συγκρατώντας το θυμό που έτρεμε στη φωνή του: 45 . ξανθός.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ Βγήκε ο Μιχαήλ στο διάδρομο. θα το κάνω εγώ με τον Ιβάτζη και τον Νικουλιτσά. Αλλά εκεί σταμάτησε. αυτή την ώρα. είπε ο άλλος που με δυσκολία πια βαστούσε το θυμό του. πως αν τώρα υποταχθούμε.Ο Ρωμανός δειλός. Βλαδισλάβ.Ιωάννη! Ιωάννη! έλεγε με λύπη η μια φωνή. σταύρωσε τα χέρια του και είπε. την ώρα που ξέρει πως είμαστε δω με τόση δύναμη. Ένα όνομα είχε ακούσει. τα λόγια σου. που σ' αυτόν και τη ζωή σου χρεωστείς ακόμα! Ξεχνάς πως όταν ζητούσε συνεννόηση.σιγά άρχισε ο Μιχαήλ να κατεβαίνει. .Ένα κακούργημα δεν μπορεί παρά να βλάψει την αντίσταση. Έσκυψε από πάνω από την καγκελαρία. την ώρα που. αν τώρα γυρεύει συνεννόηση. μα δεν είδε κανένα. είπε η πρώτη σοβαρή φωνή. και από μέσα χύνουνταν στα τελευταία σκαλοπάτια ένα τρεμουλιάρικο φως λυχναριού. αφού γυρεύει ν' αρχίσει διαπραγματεύσεις με τον εχθρό.. πλάγι στη σκάλα. Ο Μιχαήλ δε βάσταξε. και γύρισε κατά τη σκάλα. ο μεγάλος μας Σαμουήλ. Μα έξαφνα σταμάτησε. και να καταλάβεις πως. στη φούρκα του απάνω. Δυο άντρες μιλούσαν. . το πρόσωπο κατάχλωμο και αγριεμένο. πεθαίνομε ως έθνος! . και παιδιά. ο Βασίλείος ετοιμάζεται να εκδικήσει το θάνατο του Βοτανειάτη. όπως το έκαμε ο πατέρας του. Ύστερα έπρεπε να ξέρεις τον Ρωμανό. προσέχοντας μην τρίξει η ξύλινη σκάλα. . μόλις της δώσομε το σύνθημα! Ναι. φώναξε με θυμό ο πρώτος.Μέτρα. Σιγά .Όχι. μόνο μια τολμηρή απόφαση μπορεί να ξεσηκώσει το ηθικό του στρατού μας! Και αν ο Ρωμανός είναι τόσο άναδρος που να μην το κάνει. και την προσοχή του όλη την έστησε στα παρακάτω λόγια: . παρά γυρεύει να κερδίσει καιρό. και η καρδιά του χτύπησε δυνατά.. χωρίς να ξεχωρίζουν λόγια. με γυναίκα της φυλής τους. Βλαδισλάβ. Τώρα ξεψυχούμε με μια τέτοιαν άνανδρη πολιτική! Τώρα.Και όμως πρέπει να την έχεις μεγάλη.Στάσου. Στο κάτω όμως πάτωμα. και να ριχθεί ο ίδιος με τους καλύτερους άντρες του στην ενέδρα που του έχομε στήσει. είναι ανάξιο σου ν' αδικείς έτσι τον Ρωμανό. Και σα φοβάσαι και συ τράβα με τον Ρωμανό από άλλο δρόμο! . πως από το Μελένικο είναι έτοιμη η μισή φρουρά να κατέβει. κανένα σκοπό δεν έχει να υποταχθεί. που εκείνη την ώρα ήταν έρημος και κατασκότεινος ακόμα. και ο χαμηλόφωνος ήχος της ομιλίας τους έφθανε σα μουρμούρισμα ως τον Μιχαήλ. ούτε ιδέα είχε πως θα σκοτώνουνταν ο Βοτανειάτης και πως θα γύρευε ο Αυτοκράτορας εκδίκηση σε τούτα τα μέρη.. για να προφθάσει να μαζέψει πάλι τις σκόρπιες δυνάμεις μας και να πέσει απάνω στους Έλληνες εκεί που δεν το περιμένουν! Άλλες οι περιστάσεις τότε και άλλες τώρα! είπε ο Βλαδισλάβ. Ο ένας ψηλός. και σεις δεν το βλέπετε. με σηκωμένους γρόθους ρίχνουνταν απάνω στον άλλο που γυρνούσε την πλάτη του στην πόρτα. Τι καταστροφές ετοιμάζει το μίσος σου στην άτυχη πατρίδα μας! . Μα σαν έφθασε στο φωτισμένο μέρος σταμάτησε. το καλό της πατρίδας μας γυρεύω ίσα .

Μα εκεί σταματούσαν τα σημάδια. ο άλλος πρέπει να ήταν ο Δραξάν. Στην υγρή άμμο. Ο Ιβάτζης με τον υπασπιστή του είχε περάσει από κει. Έπειτα σκέφθηκα πως το θάνατο του Βοτανειάτη θα τον έμαθε πια ο Αύγουστος απ' όσους πρόφθασαν και βγήκαν πρώτοι από τη ρεματιά. Την ίδια ώρα. ρώτησε ανήσυχα μόλις τον είδε. μα γιατί δεν πήγες στη Στρουμπίτζη. έτρεξε στο σκοτεινό διάδρομο. Έμαθες πού πηγαίνει. .. που τα χαμηλωμένα νερά άφηναν ξεσκέπαστη. Στις ράχες των βουνών. 46 . είπε ο Μιχαήλ. και στα πόδια του Μιχαήλ χιλιάδες υγρά διαμαντάκια λαμποκοπούσαν σκαλωμένα σε κάθε χορταράκι. Κι εκεί. Κοίταζε μια τα γράμματα. Μια στιγμή έμεινε ο Μιχαήλ σα σαστισμένος. Σταμάτησε ν' ακούσει. . Με ξανθά γένια. Ύστερα έριξε στο νερό το κλαδί με το κόκκινο κουρελάκι. δεν είναι ώρα να σε σκοτώσω. οι κορυφές των πεύκων χρυσώνουνταν με τις πρώτες ηλιακές αχτίδες. Βλαδισλάβ. με σκοπό ν' ακολουθήσει το ρυάκι και να εξετάσει κι εκεί.Ο Βλαδισλάβ ετοιμάζει μια παγίδα. . «Τι τρέλα! Τι τρέλα!». ούτε αεράκι δε φυσούσε και ο ήλιος ακτινοβολούσε στα νερά του Αξιού και ξέραινε λίγο . Πως ο Νικήτας είχε γράψει τα λόγια αυτά. . όπου είχε δει τον Ιβάτζη να χώνεται με το σύντροφο του. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Μα τι τρέλα να τα γράψει ελληνικά και να φύγει! Αν επέστρεφε ο Ιβάτζης.. Ο Ιβάτζης με τον Νεστορίτση τραβούν για το Πετρίσκον». την άνοιξε χωρίς δυσκολία και βγήκε στα χωράφια. Μ' έναν πήδο κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια. ο Μιχαήλ δεν είχε αμφιβολία. Ο Μιχαήλ δεν περίμενε ν' ακούσει άλλο.λίγο την άμμο με τα νεοχάραχτα λόγια. Σκέφθηκε τον άρρωστο φίλο του. που πήγαινε στην καλύβα όπου είχε κοιμηθεί την παραμονή της καταστροφής του Βοτανειάτη. και ακολουθώντας τοίχο . ανάμεσα στα ξερά φύλλα που είχαν πέσει από τα δέντρα. εξετάζοντας το χώμα και το χορτάρι. Είδα εδώ άλλα κι άλλα που ήταν ανάγκη και βία να μάθω. είδε χαραγμένες στην άμμο τις ακόλουθες λέξεις ελληνικά γραμμένες: «Γύρνα πίσω. έφθασε σε μια πλαγινή μικρή πόρτα.Ναι.. Σαν έφθασε στο μέρος όπου έσμιγαν τα δυο ρεύματα. Ο Δραξάν βρίσκεται στο μοναστήρι της Ελεούσας. αυτός είναι. ή αν περνούσε από κει κανένας στρατιώτης.Ο ένας είναι ο Βλαδισλάβ.τοίχο το μοναστήρι. βαθιά φαίνουνταν τα σημάδια των αλόγων.Ποιοι ήταν οι δυο άντρες. μουρμούρισε. Γύρισε λοιπόν πίσω. μια το δάσος. πλάγι στο κλαδί. Μην αφαιρέσεις της Βουλγαρίας προστάτη σαν τον Ρωμανό. για να μην τον δουν από κανένα παράθυρο. Ωστε εξακολούθησε το δρόμο του. Ο Μιχαήλ αποφάσισε πρώτα να εξετάσει την όχθη του Αξιού και πέρασε το ρυάκι. σε κάθε φύλλο. Και διηγήθηκε του Νικήτα τη συνομιλία που είχε ακούσει. ούτε φαίνουνταν τίποτα. Και ο Ιβάτζης. όπου θέλει να τραβήξει τον Αυτοκράτορα. Για πολλήν ώρα ο Μιχαήλ ακολούθησε τα ίχνη τους. Μα πρώτη φορά ίσως στη ζωή του. γύρισε πίσω και ανέβηκε από το γνωστό του μονοπάτι. Είναι ψηλός. με απορία είδε ένα κόκκινο κουρελάκι δεμένο σ' ένα κλαδί και μπηγμένο στην άμμο αντίκρυ. ο Μιχαήλ περνούσε τυφλός εμπρός στη μαγεύτρα ομορφιά της καλοκαιριάτικης αυγής.. Ο Νικήτας τον περίμενε. τα λόγια αυτά αρκούσαν να μαρτυρήσουν την παρουσία Ελλήνων στην καρδιά της Βουλγαρίας. όταν ψυχομαχά η πατρίδα. Μα τίποτα δε σάλευε. Και πρόσθεσε πιο σιγά: Μια φουχτιά πια μείναμε. ρώτησε ο Νικήτας. Και με το πόδι έσβησε βιαστικά τα γράμματα. .Όχι. όσο βαθιά πήγαινε το βλέμμα του ανάμεσα στους κορμούς. τα τσαλαπάτησε ώσπου δε φαίνουνταν ούτε ένα ψηφίο. Η προσοχή του ήταν όλη στημένη στα παραπόταμα δέντρα. είτε για ν' ανέβουν το ρυάκι κατά το βουνό. είτε για να κατέβουν τον Αξιό. Εδώ μαγειρεύεται κάτι σοβαρό.Έμαθες τίποτα. ώσπου έφτασε σ' ένα ρυάκι που κατέβαινε από ψηλά και χύνουνταν στον ποταμό.Ναι. Ήταν φανερό πως οι καβαλάρηδες μπήκαν στο νερό. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ . του φάνηκε πως πίσω του άκουσε ένα βήμα λαφρύ. Μα πάλι τίποτα δεν είδε. έφτασε στα πρώτα δέντρα του δάσους όπου κρύφθηκε ανάμεσα στους κορμούς και κατέβηκε στο ποτάμι. Τίποτα όμως δεν κουνούσε. εκτεθειμένο στο μίσος του Ιβάτζη. γυρεύοντας ανάμεσα στα πυκνά δέντρα να βρει την εξήγηση του μυστήριου. Είχε ξημερώσει πια καλά. Βέβαια δεν ήταν εκεί το σημάδι αυτό σαν είχε περάσει! Με δυο πήδους βρέθηκε στην άλλη όχθη του ρυακιού. .Δεν πρόφθασα.

γυρεύοντας τον Ιβάτζη στις όχθες του ποταμού. Μιχαήλ. Και αν το μήνυμα που διάβασες στην άμμο είναι και αυτό μέρος του παιχνιδιού του.. ύστερα από δέκα χρόνια. . Ύστερα είπε με απόφαση: . Δόξα τω Θεώ! Έχομε τώρα τον Γρηγόρη. Ο Νικήτας τον κοίταξε συλλογισμένα.. Τώρα τα πιο βιαστικά να κοιτάξομε.Πάρε το άλογο μου. . Πρέπει να κόψομε το δίχτυ που πλέκει ο Ιβάτζης με τους συντρόφους του γύρω στον Αυτοκράτορα. Εσύ δεν το έγραψες στην άμμο για να το διαβάσω. πολύ παράξενο.Αδύνατο! αναφώνησε ο Νικήτας. δες τον Αυτοκράτορα και πες του όσα άκουσες. . Ένα λεπτό ακόμα στάθηκε ο Νικήτας στην είσοδο της καλύβας. Στο καλό. ..Πώς δεν ξέρεις. .». Στο καλό. . διέκοψε ο Μιχαήλ. Δεν μπορεί να μείνει μόνος στο μοναστήρι. Και πρέπει αμέσως να μεταφέρομε τον Κωνσταντίνο. Ένας από μας πρέπει να πάγει ευθύς στον Αυτοκράτορα και να τον σταματήσει. Νικήτα. έκανε ο Νικήτας συγκινημένος. Και ξέρεις κι ένα άλλο.». μουρμούρισε. . Και με γρήγορο βήμα κατέβηκε στον Αξιό.Ο Γρηγόρης. . και τρεχάτος πήρε το δρόμο όπου είχε περάσει ο Ιβάτζης λίγες ώρες πρωτύτερα. βρήκε το σημάδι και τα γράμματα χαραγμένα στην άμμο.Ναι. αν αλήθεια έχει σκοπό να πάρει τον ίδιο δρόμο όπου ο Βοτανειάτης βρήκε το θάνατο.τι και αν είναι το μυστήριο. Μα πώς τον ανακάλυψες. . Από τη γρηγοράδα σου κρέμεται ίσως η ζωή του Αυτοκράτορα. και ο Θεός μαζί σου. Ο Μιχαήλ του διηγήθηκε πως. πρόσθεσε.Περιττό να τον κουνήσομε. Δεν ήξερε πως σκοτώθηκε ο Βοτανειάτης.Και όμως. επέμεινε ο Μιχαήλ.τι έχω για να τον ξαναδώ. το βλέμμα του Νικήτα μαλάκωσε: Στο προσκέφαλο του αρρώστου. ρώτησε ο νέος κρατώντας ακόμα το σύντροφο του από το χέρι. .Έχε γεια. Και σένα σ' έχω ανάγκη. και θα έδινα ό. μουρμούρισε.Πού θα σε ξαναβρώ. .Δεν ξέρω τίποτα! Τι πάγει να κάνει στο Πετρίσκον. . αποκρίθηκε.Και περιμένει ένα μήνυμα σου για να έλθει να σε βρει.. Πέρασε το χέρι του στο μέτωπο του σα να ήθελε να διώξει μια δυσάρεστη σκέψη. Μιχαήλ.Πού..Ό.Ο φίλος σου. Με λίγα λόγια ο Μιχαήλ του διηγήθηκε πώς αναγνωρίστηκαν. μα όχι τώρα. και οι ώρες είναι πολύτιμες.Παράξενο. «Τη δουλειά μου τώρα. που θα παίρνει και θα μας δίνει με ασφάλεια τα μηνύματα.. . . Πήγαινε συ αμέσως στη Στρουμπίτζη.Έχω. Έχεις χρήματα. Κάμποση ώρα έμεινε ο Νικήτας βυθισμένος σε συλλογή. στην όχθη του Αξιού. Θέλει να σε δει. Και σε ζητά. . «και για άλλα πάλι βλέπομε. Μα η συγκίνηση είχε σβήσει πάλι από το σκληρό πρόσωπο του Νικήτα...Εγώ. Βρίσκεται σε καλά χέρια. Ο Κωνσταντίνος λέγει πως δε μου έγραψε πως βρίσκουνταν πληγωμένος στη ρεματιά. Με μαύρη και βαριά καρδιά τραβούσε ο Μιχαήλ 47 . είπε. η πονηρία του θα πάγει χαμένη. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ .. Μιχαήλ. δεν πάει στο Πετρίσκον με τον Νεστορίτση.. Δεν κούνησα από δω! Σε περιμένω από την ώρα που σου έριξα την πέτρα. είπε ο Μιχαήλ. Ο παπα-Γρηγόρης είναι κοντά του... Μα θα χάσω τώρα καιρό.Ο Ιβάτζης! Μα καλά.Κι εγώ δέκα χρόνια τον γυρεύω. . πρέπει να το βρούμε.Ποιος Γρηγόρης. τον ξαναβρίσκω επιτέλους. . Οι δυο Έλληνες χωρίστηκαν. αν πάγω στο μοναστήρι. Το αγέλαστο του πρόσωπο ήταν σκοτεινό και λυπημένο. Ο Νικήτας αναπήδησε. Εγώ πηγαίνω στο Πετρίσκον. κοιτάζοντας τον Μιχαήλ που απομακρύνουνταν με το άλογο.

Δείξε τα χαρτιά σου. 48 . όπως ήξερε τόσα άλλα. . αναγνωρίζοντας την αλάθευτη κρίση του μεγαλύτερου του. . Το ήξερε πως ήταν ανάγκη να τρέξει στο Βασιλέα.Δεν έχω τίποτα να δείξω. Μα ο Κωνσταντίνος είχε τέτοια πίστη στην ομορφιά της αποστολής του! Ενώ εκείνος. Το σύνθημα θα το πω εκεί που χρειάζεται. . «Τη δουλειά μου πρώτα». «Τη δουλειά του πρώτα!» Το ήξερε..Ναι. .Πες το σύνθημα. έτρεχε μπροστά ο Μιχαήλ.. Μα στο βάθος της καρδιάς του πονούσε που είχε αφήσει το φίλο του τόσο βαριά.Δεν ξέρεις πως ο Αυτοκράτορας πολιορκεί τη Στρουμπίτζη.Στη Στρουμπίτζη. Και σαν είδαν πως τους ξέφευγε. .Τι πας να κάνεις. ξαφνιασμένο. . . χωρίς ένα φίλο κοντά του. . σαν πάντα είχε παραδεχθεί την απόφαση του Νικήτα. Όταν του είπε ο Νικήτας να φύγει. είπε.Πού πηγαίνεις. μόλις έκαμνε το άλογο να λιγοστέψει το βήμα του. και το ζώο. να τον εμποδίσει να πέσει στο καρτέρι που του είχαν στήσει οι Βούλγαροι. ρώτησε ο αξιωματικός που οδηγούσε το σώμα. Ο Μιχαήλ σταμάτησε ευθύς το άλογο του.Ποιες διαταγές. συνηθισμένος από μικρός να μη συζητά ποτέ. . είπε απότομα ο Μιχαήλ.Το ξέρω. Οι στρατιώτες έκαμαν να τον κυνηγήσουν. Ναι! Ο Κωνσταντίνος θα τον θαύμαζε που είχε φύγει. Με το κεφάλι ψηλά και με σφιγμένα τα χείλια. . μπροστά του. Σύννεφα οι σαΐτες πέταξαν γύρω του.. Ο αξιωματικός τον κοίταξε υποψιάρικα. τη γρηγοράδα με την οποία έβλεπε κάθε λεπτομέρεια στις πιο μπερδεμένες δουλειές.Να μη σταματήσω πουθενά στο δρόμο και να μη δώσω λογαριασμό σε κανέναν άλλο από το φρούραρχο. αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό ο Μιχαήλ. και μία τους μπήχθηκε στο πλευρό του αλόγου. Είχε πάρει από τα παράμερα μέρη.. Βαθιά έμπηξε ο Μιχαήλ τα σπηρούνια του στα πλευρά του αλόγου. ειδεμή δεν περνάς! φώναξε ο Βούλγαρος αρπάζοντας το χαλινάρι. όλοι μαζί τον σαίτεψαν. . όπως το είχε πει και ο Νικήτας. θα έλεγε με χαρά: «Εύγε στο παλικάρι!. Γι' αυτό πηγαίνω μήνυμα στο φρούραρχο. πήρε τον κατήφορο. πόσο σημαντική η υπηρεσία τους. στα τέσσερα. το σπηρούνιζε και ξανάφευγε με καινούρια ορμή. ένα σώμα Βουλγάρων ξεπρόβαλε και του έκαμαν νόημα να σταθεί.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ ίσια κατά τη Στρουμπίτζη. πως έστω κι αν πέθαινε ο Κωνσταντίνος μόνος κι έρημος. Οι διαταγές μου είναι ρητές. αποφεύγοντας τα γνωστά μονοπάτια όπου μπορούσε ν' απαντήσει Βουλγάρους και.. δε ρώτησε καν αν πρόφθαινε να τους ειδοποιήσει στο μοναστήρι. . μα δεν είχαν άλογα. όπως ήξερε πόσο αναγκαίοι ήταν οι κατάσκοποι.Του Βλαδισλάβ. . .Τίνος μήνυμα. δε σήμαινε τίποτα.Μη με παίρνεις για βλάκα. Και σα θα μάθαινε ο Κωνσταντίνος πως τον άφησε τόσο άρρωστο σε ξένου χέρια. Έξαφνα. Ούτε έχω λόγο να σου δώσω. που φρενιασμένο διπλασίασε την ορμή του. διέταξε ο Βούλγαρος. . είπε ο Μιχαήλ που καμώνουνταν το θυμωμένο.Πηγαίνω μήνυμα στο φρούραρχο. σηκώθηκε όρθιο στα πίσω του πόδια και πετάχθηκε μπρος με τόση ορμή. ενώ ο Μιχαήλ. που ο Βούλγαρος έχασε την ισορροπία του και κυλίστηκε στα χώματα. χωρίς κανένα μήνυμα.Πες το σύνθημα λοιπόν. ..».Είσαι στρατιώτης του. Σαν πάντα είχε υπακούσει. Το ήξερε πως εμπρός στον εθνικό κίνδυνο το άτομο δε λογαριάζει. και σε χέρια ξένου. σπηρουνίζοντας το άλογο του για να φθάσει γρηγορότερα και να εκτελέσει μια ώρα αρχύτερα την αποστολή του. έλεγε κι εκείνος με το νου του. .

πρωί. ο άνεμος σφύριζε στ' αυτιά του Μιχαήλ. Αλλά ο Βασίλειος εννοούσε να μάθει ποιος από τους Βουλγάρους στρατηγούς είχε στήσει την παγίδα. χωρίς να μάθει πρώτα ποιος ήταν ο εχθρός. Τα πόδια του έβγαζαν σπίθες από τα χαλίκια. Στο τέλος. 49 . Μα η καρδιά του φούσκωνε από χαρά. σκόνταψε. ο Βασίλειος με σκυφτό κεφάλι ακολουθούσε τις ευχές. παρά η στενή εκείνη ρεματιά που είχε φάγει τον Βοτανειάτη. για να τον κυνηγήσει και να τον τιμωρήσει. είχε φθάσει η είδηση. Ήξερε πως όποιος από τους τρεις κι αν είχε στήσει το καρτέρι του Βοτανειάτη. λοιπόν. Τρεις μέρες πριν. με μεγάλη δυσκολία παραδέχθηκε ο Αυτοκράτορας. Γονατισμένος εμπρός στην Αγία Τράπεζα. και το άλογο όλο χύνουνταν μπροστά. παρά.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ Σαν αστραπή έπαιρνε τον Μιχαήλ. τυφλά. έκανε ν' ανασηκωθεί. παρά ν' αφήσει τον Δαφνομήλη να πάγει εμπρός να κατοπτεύσει. να συναντήσει και να χτυπήσει τους Βουλγάρους. πηδούσε τα ρυάκια. του Νικουλιτσά και του Βλαδισλάβ. και ύστερα πια ν' ακολουθήσει εκείνος με όλο το στρατό. με φωνή συγκινημένη. έτρεχαν. Έτρεχαν. που είχε καταφέρει τον αφέντη του να τον αφήσει να πάγει μπροστά. κοίταζε ευθύς να βρει τρόπο να τη διορθώσει. δε θα τραβιούνταν ύστερα από τέτοια επιτυχία. δάκρυσε μια . και προπάντων πριν εξετάσει τα μέρη και δει αν δε βρίσκουνταν κανένας άλλος δρόμος. Ύστερα λοιπόν από την πρώτη ώρα της λύπης του για το χαμό του λαμπρού και πιστού του Βοτανειάτη. Είχε ακούσει να μουρμουρίζεται το όνομα του Ιβάτζη. Από μακριά είδε ο Μιχαήλ μια χαράδρα και θέλησε να στρέψει. καθώς άκουσε το σχέδιο αυτό. Όλοι λοιπόν οι στρατηγοί μαζεύτηκαν στη βασιλική σκηνή όπου είχαν στήσει την Αγία Τράπεζα και ο πνευματικός του Βασιλέα. Ούτε θλίψη ούτε αποθάρρυνση δεν μπορούσε να καταβάλει το δυνατό του πνεύμα. σα να είχε φτερά. και ο υπερήφανος αυτός Δεσπότης. Ο Δαφνομήλης έφευγε για να κατέβει στον Αξιό. που βαστούσε κοντά σαράντα χρόνια. ακράτητα. θα έδινε καιρό του Βασιλέα του να σωθεί. κλείστηκε στη σκηνή του και από τη λύπη του δεν ήθελε να δει κανένα. και σαν του έρχουνταν μια αναποδιά. Ήξερε πως η αποστολή του ήταν επικίνδυνη. όπου είχαν στήσει μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Έφθασε στον κατήφορο της λαγκαδιάς. Ο μεγάλος αυτός Αυτοκράτορας ήξερε να εμπνέει στους άντρες του αγάπη και αφοσίωση που πήγαιναν ως το θάνατο. Και σαν το έμαθε ο Αυτοκράτορας. Η Στρουμπίτζη ήταν στενά πολιορκημένη. να συνεννοηθούν με τι τρόπο να τον εκδικήσουν. ο Αυτοκράτορας θέλησε να κάνει ένα μνημόσυνο του Βοτανειάτη κι εκείνων που είχαν σκοτωθεί μαζί του στη ρεματιά. σε λίγες μέρες θα έπεφτε βέβαια. έτρεχε ίσια μπροστά του σηκώνοντας σύννεφα τη σκόνη. έπεσε στα πόδια του Αυτοκράτορα και τον παρακάλεσε να μην εκτελέσει τέτοιο επικίνδυνο σχέδιο. Τέτοιοι ήταν οι περισσότεροι στρατηγοί του Βουλγαροκτόνου. όχι να εγκαταλείψει το σχέδιο του. κι έτσι τουλάχιστον. Πριν όμως τον αφήσει να φύγει. ο Αυτοκράτορας φώναξε τους στρατηγούς στη σκηνή του. αν σκοτώνουνταν αυτός. να κατέβει ο ίδιος με μεγάλες δυνάμεις στον Αξιό. Ο Δαφνομήλης όμως. Και άλογο και καβαλάρης κατρακύλησαν μαζί ως κάτω. πετούσε πάνω από τα χαμόδεντρα. Αλλά οι μαύρες ώρες του Βασιλείου δε διαρκούσαν ποτέ πολύ. μνημόνευσε τα ονόματα εκείνων που είχαν πέσει «για τον Βασιλέα και για την Πατρίδα». Μάταια όμως! Το ζώο ξετρελαμένο έτρεχε ολόισια. Πρωί . μαθημένος τόσα χρόνια στις αγριότητες του σκληρού πολέμου. Ούτε χαλινάρι ούτε τίποτε δεν το συγκρατούσε πια. και αφού πέσει η Στρουμπίτζη να γυρίσει με όλο του το στρατό στη Θεσσαλονίκη. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι Από τα ξημερώματα το στρατόπεδο των Ελλήνων βρίσκουνταν σε ανησυχία.δυο φορές ακούοντας τ' όνομα του πιστού του Βοτανειάτη. ετοιμάστηκε ο Δαφνομήλης να φύγει με το σώμα του. Αποφάσισε λοιπόν ν' αφήσει ένα μέρος του στρατού του στην πολιορκία της Στρουμπίτζης. Πολλήν ώρα συζήτησαν. περνώντας από το βουνό όπου ο Βοτανειάτης είχε καταστραφεί με το σώμα του.

. είπε. έκανε το σταυρό του και προσκύνησε την Αγία Εικόνα που του πρόσφερε ο πνευματικός του. και ο πνευματικός.Νικά. εσύ ξέρεις βουλγάρικα..». γιατρέ.Έλληνας! αναφώνησε ο Αυτοκράτορας. λίγα βήματα από τα χαρακώματα.. . Σαν τελείωσε.. ο Βασίλειος σηκώθηκε. μόλις ήπιε λίγες στάλες.. πού είναι.. Ξυπνά πεθαμένο. Με συγκίνηση κι ευλάβεια όλοι γύρω έσκυψαν το κεφάλι. και το ματωμένο του πρόσωπο ήταν τόσο χλωμό. Δαφνομήλη! Πριν φύγεις. μουρμούρισε ελληνικά ο νέος και με κόπο πρόσθεσε: Ο Αύγουστος. ανάπαυσον τάς ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου.. ρώτησε βουλγάρικα ο Δαφνομήλης..Εξέτασε τον. Ύστερα βγήκε έξω με τους στρατηγούς του να δει τον Δαφνομήλη..Τι λες.. . ο Δαφνομήλης γονάτισε πλάγι του και τον σήκωσε στην αγκαλιά του. κοίταξε γύρω και.. Δαφνομήλη. Ο νέος έκαμε νόημα «ναι». όταν έξαφνα τρεχάτος έφθασεν ένας στρατιώτης και ανήγγειλε πως απέξω από το στρατόπεδο. . ένθα άπέδρα πάσα οδύνη. Άλλες δε βλέπω. γονάτισε μπρος στο Βασιλέα του. Και φωνάξετε το γιατρό μου. κατασυγκινημένος. σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό..Είσαι Έλληνας. «εν τόπω φωτεινω. . . Πες το σύνθημα!. διέταξε..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι «.τι είναι δυνατό. ρώτησε με αλλαγμένη φωνή. .. ζει ακόμα. Ταραγμένος.. πρέπει αυτός να μιλήσει.Να τον φέρουν ευθύς εδώ. να γίνει για να σωθεί. Οι πληγές του κεφαλιού δεν είναι πολύ βαθιές. και κούνησε τα χείλια σα να ήθελε κάτι να πει.. . Φέρτε τον στη σκηνή μου. ρώτησε πάλι ο Δαφνομήλης.Δεν ξέρω. .Ναι. Ο πληγωμένος άνοιξε τα μάτια. και ο Βασιλέας. Και σαν του έφερε ο αξιωματικός το χρυσό του ποτήρι με το τοπάζι κρασί: . γύρισε στον υπασπιστή του. μουρμούρισε ο νέος και λιγοθύμησε πάλι. είπε ο Βασίλειος. συγκινημένος. σχεδόν παιδί. αποκρίθηκε ο γιατρός. εν τόπω άναψύξεως. βρήκαν ένα στρατιώτη Βούλγαρο λιγοθυμισμένο και καταματωμένο.Όχι. επίσης ταραγμένος του έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Δυο στρατιώτες έφεραν τον αναίσθητο Βούλγαρο και τον ξάπλωσαν στα πόδια του Βασιλέα.Πες το σύνθημα!. Κύριε. διέταξε ο Αυτοκράτορας. ο νέος έβγαλε βαθύ αναστεναγμό. η ζωή και η ανάπαυσις των κεκοιμημένων δούλων σου.Ότι Συ ει ή ανάστασις. έλεγε ο ιερέας. και σκύβοντας πιο κοντά: Είναι στο βουνό ο Ιβάτζης. ρώτησε ο Δαφνομήλης. . βλέποντας τόσα πρόσωπα σκυμμένα απάνω του.Φέρε το κρασί μου.. Και ό. Ο Βασίλειος. . και όμως φαίνεται εξηντλημένος.. που αρματωμένος και ολόλαμπρος στο θώρακα του.Δώσ' του αυτό. . που μια στιγμή φοβήθηκαν μην είχε ξεψυχήσει.Αυτός. Θεοφύλακτου και των συν αύτω. είπε και τις τελευταίες λέξεις: «. Στάσου. Ήταν νέος πολύ. εν τόπω χλοερω.Τι έχει. . που με ανυπομονησία κοίταζε τα καμώματα του γιατρού. .».Όχι. είπε ο γιατρός σκυμμένος απάνω του. έκανε πάλι να μιλήσει. Χριστέ ο Θεός ημών.Είναι δω κοντά.». εξακολούθησε γυρνώντας στο γιατρό του.. μα είναι σε κακά χάλια... 50 . Ο Δαφνομήλης.. Κι αλήθεια. λύπη και στεναγμός.. ο Αετός. μα τίποτε δεν ακούστηκε. ετοιμάζουνταν να καβαλικέψει.

. Εγώ είμαι ο φίλος του. και σαν παιδάκι τον κουβάλησε στη βασιλική σκηνή και τον πλάγιασε σ' ένα στρώμα. ύστερα από τη μάχη του Αξιού. . αποκρίθηκε. . Μόλις συνήλθε.. περνώντας και ξαναπερνώντας αργά τα δάχτυλα του μέσα στα γένια του. τα κράτησε ο Νικήτας ανάμεσα στους Βουλγάρους για να γίνουν κατάσκοποι.Τον εσυγχώρησα δυο φορές.Α. . είπε με πίκρα. . .Όχι. . . . Μα αν ξαναπέσει στα χέρια μου. . . Ο νέος χαμογέλασε. Η δυνατή βαθιά φωνή του Βασιλέα σα να έχυσε. Πρώτα για τη γενναιότητα του και ύστερα για χατήρι του πεθερού του.Πού είναι ο Αύγουστος. και με σουφρωμένα φρύδια κοίταξε τον Μιχαήλ. . Φώναξε να του φέρουν αίμα νεόσφαχτου πρόβατου. Δέσποτα! Ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης βρίσκεται βαριά πληγωμένος στη μονή της Ελεούσας. . θα τον σουβλίσω! 51 . . ο Μιχαήλ Ιγερινός. Έκανε να σηκωθεί. Η λύπη της φωνής του συγκίνησε τον Βασίλειο. Δέσποτα. αναφώνησε ο Βασίλειος. με τα δυο αυτά λόγια. και λίγο . που τον σκότωσαν οι θεοκατάρατοι στην Αδριανούπολη. Δέσποτα! . Δέσποτα! Τα στενά τα βαστούν εκεί ο Βλαδισλάβ με τον Νικουλιτσά και τον Δραξάν. .Ναι.Τι! Είσαι Βούλγαρος. . .Όχι. Δέσποτα. είπε. από πάνω από το Δύσβατο. το ανακάτωσε με κάτι γιατρικά του. ο πληγωμένος επανέλαβε το ίδιο ρώτημα: .λίγο το έχυσε ανάμεσα στα χωρισμένα χείλια του νέου.Από τη μονή όπου άφησα το φίλο μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι Ο Δαφνομήλης σήκωσε ο ίδιος τον πληγωμένο στη σιδερένια του αγκαλιά. κοντά στον Αξιό. Ευστάθιε Δαφνομήλη.τι μπορούσε έκανε ο γιατρός του Αυτοκράτορα να τον συνεφέρει. Είμαι ένα από τα δυο Ελληνόπουλα.Είσαι γιος του λαμπρού μου Κρηνίτη. φώναξε ο Δαφνομήλης. μα την Αγία Μετάληψη. μα ο Αυτοκράτορας τον εμπόδισε.Μιχαήλ Ιγερινός.Όχι. . που κατά διαταγή σου. είπε ο Αυτοκράτορας. Σε ξαναείδα ποτέ. καινούρια ζωή στις φλέβες του νέου. .Ποιος είσαι.Είναι αδελφή μου.Από πού έρχεσαι.. Πρώτα απ' όλα τροφή του χρειάζεται. έφθασε ως εδώ λοιπόν ο Δραξάν! είπε με θυμό ο Βασίλειος. είπε ο Μιχαήλ. αν και παραβρέθηκα στη μάχη του Κλειδιού. αναφώνησε ο Αυτοκράτορας σκύβοντας απάνω του. πλάγι στον Ρωμανό.Και ο Νικήτας πού είναι. .Εδώ είμαι. Και ό.Και σε στέλνει ο Νικήτας.Είναι αφανισμένος από πείνα. ρώτησε έξαφνα. είπε με καλοσύνη και πρόσθεσε: Μπορείς να μιλήσεις τώρα. .Έχεις καμιά συγγένεια με τη γυναίκα του Δραξάν.Διάταξε.Πώς μου είπες τ' όνομα σου. Το πρόσωπο του σκοτείνιασε. . .Πήγε στο Πετρίσκον να μάθει αν είναι αλήθεια πως ο Ιβάτζης ζητά να ενωθεί με τη φρουρά του Μελένικου και να σου κλείσει το στενό του Κλειδιού.Όχι.Λοιπόν μένει ανοιχτός ο δρόμος ως τον Αξιό.Κάθισε ήσυχος.

του είπε σιγά. προσπάθησα να υπηρετήσω πιστά και μ' αφοσίωση το Βασιλέα μου που είναι η μια μου λατρεία. Του είπε πως ο Νικήτας κι εκείνος βρήκαν τον πληγωμένο φίλο του πλάγι στο ρυάκι και τον μετέφεραν στη μονή. με το στρατό ολόκληρο. και το κυνηγητό της άλλης μέρας. Ύστερα πια δε θυμούμαι πολύ καθαρά.Μα πώς βρέθηκες εσύ σε τέτοια κατάσταση απέξω από τα χαρακώματα. και 52 . ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης είχε μάθει ότι ο Ιβάτζης έστησε καρτέρι του Βοτανειάτη. Ο Δαφνομήλης άκουε με προσοχή. Το συμβούλιο βάσταξε πολλήν ώρα. Στο τέλος. να βεβαιωθεί αν πήγε κει ο Ιβάτζης. γιατί είχα χάσει πολύ αίμα και ήμουν και νηστικός από την παραμονή. μήνυμα που στάθηκε αιτία να πάγει ο Νικήτας στο Πετρίσκον. Κάθε λίγο μου έρχουνταν η σκέψη πως. κοντά στου Βασιλέα. αλλά ξεκουρασμένο και πολύ ζωηρότερο. Τον είχαν μεταφέρει σε μιαν άλλη σκηνή. Άλλο δε θυμούμαι. Το ίδιο εκείνο απόγευμα. το έβαλα στα τέσσερα. αυτοί γελάστηκαν με τα ρούχα του και τον εσαΐτεψαν.κάτω. και κάμποσην ώρα σύρθηκα χάμω πηγαίνοντας πάντα κατά τα φώτα που έβλεπα από μακριά και που ήταν το ελληνικό στρατόπεδο. Ύστερα του διηγήθηκε το φθάσιμο του Ιβάτζη. Μα με σαίτεψαν και πλήγωσαν το άλογο μου που αφήνιασε. ενόσω ο Μιχαήλ έτρεχε στη Στρουμπίτζη να σταματήσει τον Αυτοκράτορα. Μα ο Μιχαήλ δε χαμογέλασε. και αφού με πήρε κάμποσο δρόμο. αν δε φθάσω στη Στρουμπίτζη. . Και με τους στρατηγούς του πέρασε σε άλλο χώρισμα της σκηνής. Όταν συνήλθα από το πέσιμο μου ήταν νύχτα βαθιά. είπε με συγκίνηση. Συλλογισμένα τον κοίταζε. κι έτσι μπόρεσα να τραβήξω πάλι για τη Στρουμπίτζη. . . αλλ' απεναντίας να λυθεί αμέσως η πολιορκία της Στρουμπίτζης και. που στέκουνταν απάνω σε βράχο ψηλό. . γκρεμίστηκε σε μια χαράδρα και σκοτώθηκε. ρώτησε ο Δαφνομήλης. να πέσουν στο Μελένικο πριν προφθάσει ο Ιβάτζης να συμμαζέψει τα σκόρπια σώματα γύρω στο δυνατό αυτό φρούριο. που μου γύρευε χαρτιά και σύνθημα. γυρεύοντας τα σημάδια των αλόγων. να κατέβει την κοιλάδα του Πόντου και να χτυπήσει το Μελένικο. σα γύρισε ο Δαφνομήλης κοντά στον Μιχαήλ να μάθει περισσότερα καθέκαστα. να γυρίσει πίσω ο Βασίλειος. και τότε ξανάκαμνα καρδιά κι έτρεχα μπροστά. ο Αυτοκράτορας θα πέσει στο καρτέρι των Βουλγάρων.Για να ξεφύγω από ένα σώμα βουλγάρικο.δυο φορές.Όλη μου τη ζωή. τον βρήκε ξαπλωμένο ακόμα και με δεμένο το κεφάλι. που είπα του Νικήτα να σας κρατήσει και τους δυο ανάμεσα στους Βουλγάρους. Μα στο τέλος δε με βαστούσαν πια τα πόδια μου. Ο Δαφνομήλης σηκώθηκε έξαφνα. ρώτησε σαν τελείωσε ο Μιχαήλ τη διήγηση του. Πως είχε τρέξει να σταματήσει τους Έλληνες. βρήκε το παράξενο μήνυμα χαραγμένο στην άμμο. Αργότερα έχω κι άλλα να σε ρωτήσω.Κοιμήσου ήσυχα. σαν είδε το Βούλγαρο να φεύγει. Και θα σε χρειαστώ για άλλη υπηρεσία. είπε ο Αυτοκράτορας. Καμιά μου όμως πράξη δεν μπορεί να συγκριθεί με το καλό που έκανα τη νύχτα εκείνη. και που θα γίνουνταν τότε απόρθητη φωλιά των εχθρών. που αποκαμωμένος είχε ξαναπέσει στο μαξιλάρι του: . Μόνο το κεφάλι μου χτύπησα. Μα ζαλίστηκα κι έπεσα μια .Εγώ τη γλίτωσα φθηνά. . . Ύστερα γυρνώντας στον Μιχαήλ. πηγαίνοντας στη Στρουμπίτζη. και τράβηξε τον Μιχαήλ στο στήθος του: . αποφασίστηκε να μην πάγει ο Δαφνομήλης στον Αξιό.Και συ.Τα πράματα μας αποδείχνουν.Πώς βρέθηκες στη μονή της Ελεούσας με το φίλο σου τον Κρηνίτη. και πως. ρώτησε ο στρατηγός. Ο Μιχαήλ διηγήθηκε τότε πως. τη νύχτα στο μοναστήρι. πως ήταν λάθος ν' αφήσομε πίσω μας δύναμη τέτοια σαν το φρούριο του Μελένικου. και ο γιατρός διατάχθηκε να μένει κοντά του και να τον φροντίζει αδιάκοπα. Του διηγήθηκε πως άφησε το φίλο του αναίσθητο στα χέρια του πάτερ Γρηγόρη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι Σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα απάνω . Προσανατολίσθηκα και τράβηξα το δρόμο μου. και κοίταξε να γιάνεις. Έπρεπε όμως να βιαστούν να φύγουν αμέσως. ούτε καμιά χαρά ζωήρεψε το σκεπτικό του πρόσωπο για τον έπαινο που έτσι πλάγια του έκαμνε ένας από τους λαμπρότερους στρατηγούς του Βασιλείου.

γιατί είχε κι αυτός μια λατρεία. Για ώρα πολλή έμεινε ακίνητος.. η πληροφορία ήταν σωστή.Θα σε ξαναφωνάξω πάλι.Τι τρέχει λοιπόν. Μόλις στρατοπέδευσαν κι έστησαν τις σκηνές. μακριά. πως τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρυα. Και καιρό και άντρες θα χάσεις. Εχθρός όμως δεν είναι. . αντέγραφε από μια περγαμηνή στρωμένη στο τραπέζι μπροστά του. Δέσποτα. Εκείνος μια λατρεία είχε. Ήταν ο Νικήτας.Στο βουνό. . Ο Βασίλειος του έκανε νόημα να τον αφήσει.Μιχαήλ! Οι δυο άντρες με συγκίνηση έσμιξαν τα χέρια τους. παιδί μου! Ο δρόμος σου είναι αξιοζήλευτος! Και χαρούμενα βγήκε έξω ο Δαφνομήλης και πήγε ίσια στη σκηνή του Βασιλείου. Η μόνη του ελπίδα είναι τώρα πως θα βαστάξει το Μελένικο. .Τι νέα φέρνεις.Δεν πρόφθασε ακόμα να μαζέψει αρκετές δυνάμεις για να σε σταματήσει. . για να κερδίσει αυτός καιρό. Μόνο ένας νέος. Ο στρατηγός έλειπε. αποκρίθηκε ο Νικήτας. και το έβαζε τόσο ψηλά. είπε ζωηρά. Ύστερα από κείνα που είπες του Αυτοκράτορα και όσα έχω ακόμα να του πω. μιας και το αποφάσισε.Και ο Ιβάτζης. ρώτησε ο Νικήτας. Σήκωσε το κεφάλι.Πού βρίσκεται. Την αυριανή.Πού είναι ο στρατηγός. ούτε ήθελε να ζητήσει τίποτα από το Βασιλέα. . . λύθηκε η πολιορκία της Στρουμπίτζης. ο Αύγουστος θα σου το δώσει.Έχουν. . . ρώτησε ο Νικήτας.. . ένα ιδανικό. χτυπώντας τον χαδιάρικα στον ώμο. δείχνοντας το δεμένο του κεφάλι. . που ο Δαφνομήλης το παρατήρησε.Κανένα.Ναι. Αν εκείνη την ώρα ο Ιγερινός δε γύριζε πίσω. . Γειά σου.Υποψιάζεσαι κανένα.Τι έπαθες.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι τόση λύπη έλεγε το βλέμμα εκείνο. με το κεφάλι μαντιλοδεμένο. ρώτησε ο Βασιλέας. που ήταν περισσότερο και από αδελφός! Και το ήξερε πως την αποστολή του ο Κωνσταντίνος δεν την άφηνε. με το λιγνό μα σιδερένιο του χέρι..Το φρούριο δεν πέφτει εύκολα.τι κι αν ζητήσεις τώρα. όπου κοίτουνταν ο φίλος του. αν θελήσεις με τη βία να το πάρεις. Ό. . μόλις τον είδε. Λοιπόν ήταν σωστό το μήνυμα που είδε ο Ιγερινός στο χώμα γραμμένο..Έχουν τροφές. παλικάρι! Λίγοι φθάνουν εκεί που έφθασες εσύ. κι έφθασε στο Μελένικο χωρίς ν' απαντήσει αντίσταση. στο Δύσβατο. την τύχη σου την έκανες. Γιατί τίποτα δεν του αρέσει τόσο σαν την παλικαριά.Νικήτα! Φώναξε. Το φίλο του. Μήπως και δεν είμαστε ευχαριστημένοι μ' αυτό που κάναμε. Δέσποτα. Δέσποτα! . παρουσιάστηκε ένας χωρικός και ζήτησε να μιλήσει του αυτοκράτορα. κοιτάζοντας από την πόρτα της σκηνής τις κορυφές των δέντρων που σειούνταν και κυμάτιζαν με κάθε αεράκι που περνούσε και με το νου του πήγαινε μακριά. . Ο νέος αναπήδησε. . θα έπεφτε στα χέρια τους. γιατί όλα τα μονοπάτια ήταν πιασμένα ως πέρα. κατέβηκε την κοιλάδα του Πόντου.. Μα ούτε και αυτά τα καλά λόγια του στρατηγού δε ζωήρεψαν τον Μιχαήλ. για να μη δει ο γιατρός που τον φύλαγε. είπε. 53 . που με κανένα άλλο αίσθημα δεν το παρέβαλλε. πέρα από το βουνό. . Έφυγε ο Νικήτας και πήγε ίσια στη σκηνή του Δαφνομήλη. με το ένα σου αυτό το κατόρθωμα. μιαν αγάπη. . τα χαράματα.Στην Κερκίνη. ως το μοναστήρι. ρώτησε ο Βασίλειος. πήρε το στρατό του ολόκληρο. ο δρόμος του δεν ήταν αξιοζήλευτος. Με τη συνηθισμένη του γρηγοράδα ο Βασίλειος. . Όχι. Και ο Μιχαήλ γύρισε από το μέσα μέρος.

Κι έτσι που με βλέπεις. ώστε δε σε ρωτώ τι νέα φέρνεις. δεν έχει ανάγκη από κανένα. που έστηναν τις καλύβες και άναβαν φωτιές για να ψήσουν το δείπνο τους. Βλέπει πιο ψηλά απ' όλους μας. Και ο Μιχαήλ. είπε. Ο Νικήτας πήρε το χέρι του νέου..Ποιον έχεις ανάγκη στη ζωή σου.Θα έλθω μαζί σου. Νικήτα. Το πρόσωπο του Μιχαήλ σοβάρεψε στη στιγμή. . . ο χρυσόστομος κουβικουλάριος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι . είπε σοβαρά. την Πατρίδα. Ίσως είναι καλύτερα να μην τη χάσεις. τι θα κάνεις εσύ. . κι ένα λεπτό το κράτησε στο δικό του. Μα βλέπει και πιο ψηλά. μείνε δω. Εχθρικό όμως δεν μπορεί να είναι και με μια ματιά. Ακουμπισμένος στο τραπέζι με τα χέρια σταυρωμένα.. που τυφλά λατρεύει τη σιδερένια ψυχή του Βασιλέα του.Ναι! είπε με καμάρι ο Μιχαήλ. Αντιγράφω τις μυστικές διαταγές του Αυγούστου που θα μοιραστούν στους στρατηγούς.Ναι! . και είναι δυνατότερος απ' όλους μας. όσο δεν μπορώ να πιάσω πιο κουραστική δουλειά. είπε. Ο Μιχαήλ ανατρίχιασε. πρόσθεσε. ρώτησε ο Δαφνομήλης μπαίνοντας στη σκηνή.Μόλις μ' αφήσει ο Αυτοκράτορας. διατάχθηκε ν' ανέβει στο φρούριο και ν' ακονίσει τη γλώσσα του. .Το ξέρεις πως δε θα μείνω.δυο λεπτά έμεινε ο Νικήτας σιωπηλός. μου άνοιξε μεμιάς το δρόμο για να φθάσω στα ψηλότερα αξιώματα.Ναι. Νικήτα. .πήρε τις περγαμηνές και τις τύλιξε τη μια μέσα στην άλλη. Πες μου. ο Νικήτας κοίταζε το πήγαινε κι έλα των στρατιωτών.Θα μου φέρεις λοιπόν τον Κωνσταντίνο. Τα χείλια του Μιχαήλ έτρεμαν καθώς ρώτησε: . θα διαλέξει μόνος του τη ζωή που θέλει να κάνει. .Το βλέπεις πως πρέπει να φύγω.Μια κουτρουβάλα. ώσπου να πείσει τους 54 . πρόσθεσε ήσυχα.Δεν το συλλογίστηκα ποτέ. . εσύ τι ανακάλυψες. με αργές κινήσεις. . είμαι υπασπιστής του Αυτοκράτορα. που τον εδάμασε κι αυτόν! Ο Κωνσταντίνος όμως λατρεία του έκανε μονάχα μιαν ιδέα. ριγμένα όπως όπως σ' ένα κάθισμα. ρώτησε. Σου παρουσιάζεται τώρα μια περίσταση μοναδική ν' αφήσεις τη ζωή που μισείς. Και όμως σ' αγαπά όπως τον αγαπάς. Ο Μιχαήλ γέλασε.Και το μυστικό μήνυμα μένει σκοτεινότερο παρά ποτέ. . και από σένα. . Ο Μιχαήλ χαμογέλασε. είπε. Και ο Σέργιος. . ρώτησε έξαφνα ο Νικήτας. Πότε φεύγεις. Νικήτα! Από τη σκηνή του αυτοκράτορα έρχομαι. . δείχνοντας την περγαμηνή απλωμένη στο τραπέζι: Γραφιάς έγινες. Φαίνεται πως το μήνυμα.Μιχαήλ.Λοιπόν θα μείνεις εδώ. .Ο Κωνσταντίνος είναι πια άντρας. παλικάρι. είπε ο Νικήτας. Λύνεται από κάθε προσωπικότητα. που έφερα του Αυτοκράτορα.. και σου το απέδειξε τη μέρα που έσχισε τα μούτρα του Βουλγάρου που σε μαστίγωνε. Μα δεν μπορώ να φανταστώ ζωή χωρίς εκείνον. είναι ανεξάρτητος. έπαιρνε ένα . αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Δεν μπορώ τίποτα να φανταστώ. εξακολούθησε.ένα στα χέρια του και κοίταζε. είπε . Ο Νικήτας παράτησε απότομα το χέρι του. τα όπλα του Δαφνομήλη. είπε. που θρησκεία σου έκανες τη θέληση του υπερήφανου και αλύγιστου Δαφνομήλη.. αφηρημένος. Ο Νικήτας του επανέλαβε όσα είχε πει του Βασιλέα. Ένα . και από τον Δαφνομήλη ακόμα.Θα πας πίσω στη μονή. Ενώ εγώ τον έχω ανάγκη στη ζωή μου. Ύστερα ρώτησε: .Ο Κωνσταντίνος είναι πιο ανεξάρτητος από σένα.Αν πεθάνει ο Κωνσταντίνος. . Γεια σου.

Ευστάθιε Δαφνομήλη! είπε ενθουσιαστικά. δεν μπορούν πια να βασταχθούν στα βουνά.τι κι αν ζητήσω του Αυτοκράτορα θα μου το κάνει. Του είπες. αποκρίθηκε ο στρατηγός με το υπερήφανο χαμόγελο του. . φαίνεται. . Σ' έκανε ο Αύγουστος υπασπιστή του και γυρεύεις να φύγεις. για να ξαναγυρίσεις στην αβέβαιη ζωή του κατασκόπου. Είναι γρήγορος και γενναίος. πως το φρούριο δεν πέφτει. συχνά χρειαζόμαστε τέτοια αφοσίωση.Μέρος από τις οδηγίες που μου έδωσε ο Αύγουστος είναι για τον Δραξάν. είπε ο Δαφνομήλης. αλλά θα περάσω από κει αφού μάθω πρώτα τα κινήματα του Ιβάτζη στην Κερκίνη και του Νικουλιτσά στο Δύσβατο. στρατηγέ. . είπε ο στρατηγός. Μεσίτευσε στον Αύγουστο. Σαν ξαναγύρισε. βρήκε τον Δαφνομήλη και τον Μιχαήλ που τον περίμεναν. Δική μου δουλειά είναι να μη με αναγνωρίσει. Καλή αντάμωση πάλι. και ο Αύγουστος έχει λόγους. . παρά να ψοφήσουν της πείνας. ρώτησε ο στρατηγός.Όχι αμέσως.τι έχω στον κόσμο.Θα περάσεις από τη μονή αυτή. αυτή την ώρα. . είπε ο στρατηγός γυρνώντας στο νέο. . . Ώσπου να ετοιμαστείς.Θα σε θυμηθώ.Θα συνθηκολογήσει ο Αύγουστος. λέγει.Πού πηγαίνεις λοιπόν. Κάθε μέρα που χάνομε είναι κέρδος για τον Ιβάτζη και τους δικούς του. Ο Νικήτας βγήκε τρεχάτος από τη σκηνή. παιδί μου. Ο Μιχαήλ άρπαξε το χέρι του και το φίλησε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι λεβέντες της φρουράς πως πιότερο συμφέρει να παραδώσουν τα όπλα και το κάστρο.Στον Πρίλαπο. θυμήσου με. ρώτησε ο Νικήτας. θα σου έχω στείλει τη γραπτή διαταγή και το διαβατήριο με την υπογραφή του Αυγούστου. είπε ο Δαφνομήλης και αυτός σε ξέρει! Ο Νικήτας χαμογέλασε.Έτσι θέλει. . αποκρίθηκε. Νικήτα. Μου είπες μια μέρα πως τώρα ό. Στο καλό λοιπόν.Ευστάθιε Δαφνομήλη. αποκρίθηκε ο Νικήτας. Σε μιαν ανάγκη είναι πολύτιμος. Νικήτα. αποκρίθηκε ο κατάσκοπος. . .Ωστόσο εσύ θα ξαναφύγεις αμέσως. . . είπε ο Νικήτας. και τον άφησα βαριά πληγωμένο. να με αφήσει να φύγω με τον Νικήτα! . όπως το έχομε αποφασίσει.Και ο Ιγερινός μπορεί να σου χρησιμεύσει στην κατασκοπεία σου.Μπορεί να με βοηθήσει σημαντικά.Θα έλθω μαζί σου! φώναξε ο Μιχαήλ.Πήγαινε λοιπόν. . να βρω τον Τσάρο. είπε ο Μιχαήλ με πολλή ταραχή. είπε και ήλθα να σε αποχαιρετήσω.Αν χρειαστείς ποτέ τυφλή αφοσίωση. 55 . . που για μένα είναι ό. Ευστάθιε Δαφνομήλη. . Σε περιμένει ο Αύγουστος για να σου δώσει οδηγίες.Φεύγω. Κι ένας πιστός κατάσκοπος αξίζει. Πώς. και από στρατηγό περισσότερο. .Εσύ. . παλικάρι.Βέβαια έχει λόγους. να το πάρει μια ώρα αρχύτερα. .Στο μοναστήρι είναι ο Δραξάν. Στις μέρες που ζούμε. ρώτησε ο Δαφνομήλης τον Νικήτα. Ενώ αν πέσει το Μελένικο. Μια χάρη λοιπόν τώρα ζητώ! Στη μονή της Ελεούσας είναι ο μόνος μου φίλος.

κι ύστερα πάλι λέγω πως χασομερώ περιμένοντας.Τόσο σ' αγαπά. . ρώτησε ο Κωνσταντίνος. παιδί μου! Είναι μακρινή ιστορία και λυπηρή πολύ.Όχι για πάντα. . Μα η θέρμη τον είχε αφήσει και λίγο . ο τρόπος που μιλάς για τη δουλειά σου.Και ποιος τον εμποδίζει.Αν θες και καλά να μείνεις εδώ.Μακάρι να το ήξερα παιδί μου.Ξέρω κι εγώ. ούτε ζήτησε να σε δει ούτε έμοιαζε να σε γυρεύει.. μήπως γυρίσει πάλι εδώ ο Νικήτας. Μα ύστερα έφυγε. θα ήρχουσουν μαζί μου. Γιατί επιτέλους ούτε ξέρω αν τον είδε ο Μιχαήλ. δε νομίζεις πως είναι πιο βέβαιο να σε ζητήσει εκεί ο Νικήτας παρά εδώ. .λίγο έπαιρνε πάλι τ' απάνω του. είναι χρόνια που θα την είχε παρατήσει για να πάγει στο Βασιλέα. είπε ο καλόγερος αναστενάζοντας.. τι να πω! Φοβούμαι πάλι μην τον χάσω. . Ο καλόγερος τον κοίταξε με συμπάθεια.Ναι. είπε.Όχι. και ο Δραξάν δεν επέμεινε. Μέρες κι εβδομάδες είχαν περάσει αφότου σηκωτό τον είχαν φέρει στο μοναστήρι. είπε σε λίγο ο παπάς. Και την άλλη μέρα.Μ' αρέσει. .Μα αν γυρίσεις στο μοναστήρι σου στην Πρέσπα.Όχι.κάπου ξαναγύριζε. πριν τον ξαναπαντήσω! Και τώρα βιάζομαι να τον δω! Είναι ανάγκη! . Από κείνο το πρωί. . είπε. όπου με πάγει η δουλειά μου. Κάπου . κάθουνταν ο πάτερ Γρηγόρης στα χόρτα. . και ήμουν ήσυχος πια πως ξέχασε την παραγγελιά του Ιβάτζη. αποκρίθηκε πιο σιγά ο Κωνσταντίνος. Έξαφνα σήμερα μαθαίνω από τον Ηγούμενο. αν έφευγα για το μοναστήρι μου. . ο Μιχαήλ την αγαπά όσο και συ. Το πρόσωπο του Κωνσταντίνου ήταν αγέλαστο και σοβαρό. . και ύστερα πια τρέχα γύρευε! Άλλα δέκα χρόνια μπορούν να περάσουν. τόσο αγαπιούμαστε!. τίποτα πια δεν μπόρεσα να μάθω γι' αυτόν. . Ξέρεις πως ήταν εδώ ο Δραξάν. . παιδί μου. . Και συγκινημένοι σώπασαν και οι δυο. αν μπορούσε. στην άκρη του δάσους. μου το είπες.Άφησ' τα. πάτερ Γρηγόρη. που έφυγε τόσο βιαστικά να κυνηγήσει τον Ιβάτζη. . . και ήταν πρώτη φορά που στηριγμένος στον ώμο του καλόγερου έκανε μερικά βήματα στ' ανοιχτά. έπρεπε κάτι να σου πω. πλάγι του Κωνσταντίνου. ίσως επειδή ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος. αποκρίθηκε. ζήτησε να σε δει. Πες μου.Ναι. και τότε τι θα κάνομε. Μα ο Ηγούμενος του είπε πως ήσουν πολύ βαριά. Από τότε όμως.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ Ένα φθινοπωριάτικο απόγευμα.Σε δυο μέρες θα είμαι πάλι δυνατός όπως πρωτύτερα. τωόντι.Η αγάπη του για μένα. Ήταν ακόμα αδύνατος από τη βαριά του αρρώστια. Μια λέγω να μείνω.Στην Ελεούσα. . ο Μιχαήλ άκουσε τον Ιβάτζη που έλεγε του Δραξάν να μάθει ποιος ήταν ο πληγωμένος στρατιώτης. . πάτερ Γρηγόρη. Τα μάτια του Κωνσταντίνου έλαμψαν. Τη νύχτα λοιπόν που έφθασε. που παραξενεύουνταν 56 . την αποστολή σας. Πες μου εσύ κάλλιο.Τι ανάγκη.Όπου τύχει. είπε ο Κωνσταντίνος. τη φοβερή εκείνη νυχτιά που στα παραμιλητά σου μάντευες τα βήματα του Ιβάτζη από πίσω από την πόρτα. εγώ θα μείνω εδώ. .

Τον πατέρα σου. Για να έλθω στο μοναστήρι σου. .Όχι.Ήταν αλήθεια! είπε με πνιγμένη φωνή. και τον κατήγγειλαν 57 . και μου είπε πως με γύρευε από καιρό για να μου πει νέα του πατέρα μου. Απελπίστηκα. για να μας πάρει από τα χέρια του Τσάρου. και τότε θέλησα να βρω το παιδί. Σαν έθαψα τη μάνα μου. Ή μην είναι μυστική και δε θέλεις να μου την πεις. είτε ο Νικήτας είτε εγώ. Άρα δεν παρέδωσε το κορίτσι. Αχ. Ζούσε. απήντησα ένα φίλο μου. να πάρομε τουλάχιστον τη μικρή. και είχε μαζί του και το κορίτσι. Μα η δουλειά που μ' έφερε ως εδώ δεν μπορεί ν' απομείνει πια. Τον άλλο χρόνο πήγα στη Σκάμπα όπου κάθουνταν οι γέροι. . ρώτησα. .. δε θα έλεγα όχι. μα βρήκα τη μάνα μου μονάχη και στα τελευταία της. Πήγαινε κείνος στην Πόλη κι εγώ στο μοναστήρι μου. χάλασα τον κόσμο. αν δεν είναι καλύτερο να φύγεις και συ από δω. . Ο Έλληνας κατάσκοπος ήταν ο Νικήτας. Το θυμούμαι σαν και τώρα. τη νύχτα της σφαγής του Δεκαπενταύγουστου. λέγει. και σ' ευχαριστώ που μου το είπες. κι από κει χωριστήκαμε. τον καιρό που ήταν να φθάσει ο πατέρας μου στην Πόλη. τράβηξα για τη Βασιλεύουσα. και χρόνια εξακολούθησα να τον γυρεύω. πρώτα εκείνον.Δε θες να μου την πεις εμένα τη δουλειά αυτή.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ κάπως γι' αυτό. που είχε πεθάνει στα χέρια του.Μόνος. δε σου είπα όλη την ιστορία. πως ο Δραξάν έστειλε το πρωί ένα στρατιώτη μόνο και μόνο να ρωτήσει αν σηκώθηκες. Κύριος οίδε πώς. . . πες μου! αναφώνησε ο Γρηγόρης. αποκρίθηκε. κοντεύει χρόνος. είπε ο καλόγερος. . Τίποτα δεν έμαθα. Η αιτία που τον έκανε ν' αφήσει τη γριά του και να τρέχει στην Πόλη. ύστερα πια το κοριτσάκι.Ο Νικήτας μας είχε πει πως ο γερο . είπε πως ήμαστε παιδιά εργάτη και πως μας είχε βρει αυτός. . καλόγερο από τη μονή του Οσίου Ναούμ.δυο λεπτά. στη Βασίλισσα Ελένη.. ο πατέρας μου. Γιατί. Αργότερα έμαθα πως. Μα άλλοι μαρτύρησαν πως ήμαστε παιδιά του Κατεπάνω. . λέγει. είπε ο Κωνσταντίνος. πάτερ Γρηγόρη! . ύστερα από πολύ τραγικά περιστατικά. μ' έστειλαν στη Μικράν Ασία.Ποιο παιδί. γιατί έκρυβε.Το ξέρεις και συ. Αποφάσισα πως πρέπει να πέθανε ο πατέρας μου ο δύστυχος. στη λίμνη της Αχρίδας. έναν Έλληνα κατάσκοπο. Μα ούτε τ' όνομα του δεν ήξερα. Ήμαστε στη σκηνή του Σαμουήλ. ήταν να παραδώσει. Μπορώ όμως να πάγω στα βουνά. πάτερ Γρηγόρη.Γιατί είναι δέκα χρόνια που τον έχασα τον πατέρα μου.Παγράτης ήταν πατέρας ενός φίλου του. έτυχε ποτέ να σου πει ο Νικήτας τίποτα για τον πατέρα μου. και παρακαλούσε να πάει ένας από μας. Δε θυμούμαι. Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε. Για να μας σώσει. αν βγαίνεις και δεν ξέρω τι άλλο.Αλήθεια. και πως εκεί ένας άρχοντας Βούλγαρος τον είχε ρίξει στη φυλακή. . ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Τον Νικήτα πρέπει να τον βρω. Ο Κωνσταντίνος έμεινε συλλογισμένος ένα . Κι επιτέλους. Ο πατέρας μου δεν είχε γυρίσει από την Πόλη. πως ο Νικήτας γύρευε να τους γελάσει και πως ήταν κατάσκοπος. όχι! Δεν είναι αυτό! Μόνο δεν ήθελα να σε σκοτίσω. μα δεν ήξερα πως ήταν δικός σου πατέρας. Μια μέρα. στην Αδριανούπολη. . Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω. Μα ήταν δούλος σ' ένα χωριό βουλγάρικο. Ήθελα να το ξέρεις αυτό και να κάνεις το λογαριασμό σου.Έχεις δίκαιο. Τι ξέρεις άλλο.Έλα μαζί μου. όπου το ζήτησα. Τι τρέχει. Θυμούμουν μόνο πως τον πατέρα του τον έλεγαν Αργυρό. Είχαμε μείνει μαζί σε μια μονή κοντά στα Βοδενά. Από τον ίδιο αυτό τον καλόγερο έμαθα πως ο πατέρας μου ο δύστυχος έτυχε να βρεθεί. ο Νικήτας κόντεψε κείνη τη μέρα να πιαστεί. η Βασίλισσα είχε πεθάνει.Αν μπορούσα. . Έτσι ξέρω κι εγώ τι να κάνω. Από το παλάτι. ίσως αλήθεια μπορείς να με βοηθήσεις! Πες μου. και ο Νικήτας. την κόρη μιας κουμπάρας της. δε θα έλθω. Ο Κωνσταντίνος άρπαξε το χέρι του Γρηγόρη. δε μου κάνει πια καρδιά να σ' αφήσω.

. ρώτησε ο καλόγερος.. με το παιδί.Ναι! Και να δεις τι παράξενο.. Τη μητέρα μου. Μα αυτό μας κοίταζε αγριεμένο και δε μιλούσε. ο Κωνσταντίνος εξακολούθησε βυθισμένος στις ενθυμήσεις του: . θάλεγες μαργαριτάρια μπηγμένα σ' ένα κεράσι. Στη σφενδόνη του δαχτυλιδιού ήταν ζωγραφισμένα με σμάλτο δυο πρόσωπα που τα στεφάνωνε ένας άγγελος και γύρω στη σφενδόνη ήταν χαραγμένη η επιγραφή: «Κύριε. την είδα σφαγμένη! Τον πατέρα μου μπροστά μου τον κάρφωσαν στο δέντρο. να μπορούσα να τον σχίσω. Και από κάτω. . μα το ζήτημα του Νικήτα έμενε σκοτεινό. για να το κάνουν να μαρτυρήσει.Ένας Βούλγαρος αρχηγός. ξέρεις ποιος τον έριξε στη φυλακή. μου είπαν. κι εκεί απάνω ξέφυγε ο Νικήτας.. Ήταν κοριτσάκι μικρό. ρώτησε ο Γρηγόρης.. ... παπά! είπε με πάθος. σηκώθηκε κι έφυγε από την Αδριανούπολη και μας πήρε όλους μαζί. αγρίεψε με την ενθύμηση.. . τον άλλαξαν τόσο πολύ. γύρω στο μικράκι. έγινε ταραχή μεγάλη. είπε ο Κωνσταντίνος. Μα γελούσε τόσο όμορφα! Θυμούμαι τις κουτρουβάλες που κάμναμε στα χαλιά. γυρεύοντας να ξαναξυπνήσει τις παλιές ενθυμήσεις με όλες τις λεπτομέρειες. . να του πάρω την καρδιά! . Έφερνε τάχα ειδήσεις από τη Βιδύνη. σα να ήταν η ώρα εκείνη... και μεις αγόρια μεγάλα. να δεις..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ για κάτι λόγια που είχε πει στο γερο . ο Ιβάτζης κι εγώ! Σαν του πάρω την καρδιά από τα στήθια. . και τον έριξαν τον πατέρα σου στη φυλακή. και τα γένια που είχε αφήσει να μεγαλώσουν και που τα έβαψε μαύρα. είπε ο Κωνσταντίνος κι έβγαλε από τον κόρφο του ένα δεματάκι. ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών.Ο Ιβάτζης. και ο Σαμουήλ. παιδί μου. και ούτε να τους φιλήσω δε μ' άφησαν! Όχι.. αργομουρμούρισε ο Γρηγόρης.. και είπε τ' όνομα του. μη μου μιλάς για συγχώρεση. Εκείνη λοιπόν την ημέρα που μου τα χάρισε ο Νικήτας τα ιερά αυτά θυμήματα..». Και η μητέρα μου πήρε το κοριτσάκι στα γόνατα.. που του είχε ανοίξει το μισό του πρόσωπο. που ο καλόγερος ανατρίχιασε.Ναι! Ο Ιβάτζης! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. .Παιδί μου. Και είπε η μητέρα μου: «Είναι περίεργο όνομα. το δύστυχο.Ναι. . που κανένας δεν τον αναγνώρισε.Από βραδίς..Ναι. και του πατέρα μου και της μητέρας μου το όνομα είναι χαραγμένα στο δαχτυλίδι και η ενθύμηση είναι διπλή.. 58 . Άλλο τίποτα όμως δικό μας δεν μπόρεσε να βρει. ..Βλέπεις. Και ρώτησαν τότε το παιδί ελληνικά. ο ίδιος εκείνος που εμπρός στα μάτια μας κάρφωσε τον πατέρα μου στο δέντρο! Αχ. Ο Κωνσταντίνος ανατινάχτηκε. αποκρίθηκε ο Γρηγόρης· . και το κυνηγητό στα τέσσερα. Ο Νικήτας είχε ξαναγυρίσει.. και το πρόσωπο του άλλαξε. Με το πρόσωπο σκυμμένο στις χούφτες του. ..Παγράτη. τότε βλέπομε για συγχώρεση. Από την τρομάρα που πήρε έχασε τη μιλιά του.Τους ξαναείδες ύστερα πια. . την είδα. Πώς το λέγανε.Πώς το λέγανε. Σήκωσε το κεφάλι κι έτριψε το μέτωπο του.. γελούσε και φαίνουνταν τα δοντάκια του. μουρμούρισε ο καλόγερος. το βαστούσε η μητέρα μου όταν τη σκότωσαν και μερικά φύλλα είναι ματωμένα.. .». σαν τις άκουσε.. το άνοιξε και του έδειξε ένα χρυσοδεμένο προσευχητάριο κι ένα δαχτυλίδι χρυσό. Και γελούσε.Όχι.. ο Μιχαήλ. Ο Νικήτας κατάφερε με μεγάλο κόπο να ξαναβρεί και ν' αγοράσει ένα όμορφο μικρό προσευχητάριο της μητέρας μου και το δαχτυλίδι του γάμου της. ένας Βούλγαρος με καρδιά θηρίου. Και τέτοιο μίσος τράνταξε τη φωνή του... η λέξη: «Ομόνοια». τον πατέρα μου και το παιδί. κι εγώ.Τα έχεις. και δεν το χόρταινα το δροσερό. βοήθει τούς δούλους σου. Έφεραν το γέρο. το παιδικό γέλιο. Μια καινούρια πληγή.. Ο πατέρας σου απέδειξε εύκολα πως ήταν δεσμοφύλακας στη Σκάμπα. ο Νικήτας είχε φέρει το παιδί με το γέρο στο σπίτι μας και παίξαμε μαζί. παπά! Δεν εξοφλήσαμε ακόμα. για να το δούμε να γελά.. Όσο για το βιβλίο.«Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών. Ανδρόνικον και Ειρήνην». περνώντας με αγάπη το χέρι του στο σκυμμένο καστανό κεφάλι. εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. όσο και να γύρεψε.. Και ξέρεις.

. η καρδιά του καλόγερου που την είδε. .Παγράτη κι ένα κορίτσι.. . Και από τότε ποτέ πια δεν είδα τον Παγράτη. σ' ένα δάσος. με κάποιο κλάμα. πορεύουνταν κατά το μοναστήρι. έπεσε. ένα κορίτσι είχε προβάλει από τα δέντρα.Αυτή. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν πυκνά γύρω στο πρόσωπο της κρύβοντας το σχεδόν όλο. Δεν την αντάμωσες παρά μπροστά στο μοναστήρι. λέγει. κοιτάζοντας το νερό που έτρεχε διάφανο.. και πήγαινε συλλογισμένη. γιατί έτσι τον ήξεραν οι Βούλγαροι. και την είδες τώρα που μιλήσαμε για τόσες δυστυχίες. . μη μας δει κανένας Βούλγαρος. σ' ένα χωριουδάκι. δηλαδή αφού οι δούλοι όλοι είχαν σταλεί στο δουλοπάζαρο και είχαν σκορπιστεί στα βουλγάρικα χωριά. τον Μιχαήλ και μένα. Μα πάμε μέσα τώρα. . είπε ο Γρηγόρης. ο αφέντης του πατέρα μου είχε πεθάνει και τα παιδιά του είχαν πουλήσει τους σκλάβους. . λέγει.. κάτι μου θυμίζει! Έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του. Έλα. Το μόνο καλό ήταν που έμαθα πως κάποιος Ασάν γύρευε κι αυτός το γερο . ..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ μας πήγε παράμερα.Πάτερ Γρηγόρη. Η Βουβή ωστόσο είχε παρατήσει την ακροποταμιά και ανέβαινε στο μοναστήρι. Το μυαλό μου είναι ακόμα τόσο σκοτισμένο. διέκοψε έξαφνα ο Κωνσταντίνος ποια είναι αυτή.Εσύ. Και τη μέρα που ήσουν πολύ βαριά και της το είπαν. Την είδες. μπρος στο μοναστήρι τη μέρα που σ' έφεραν σηκωτό κι από τότε κάθε μέρα έρχεται και ρωτά πώς είσαι. και στη μονή μου έμαθα πως ο Ασάν ήταν ο Νικήτας. ο ήλιος γέρνει να βασιλέψει. Ένα κλαδί όμως έτριξε και ο Παγράτης τον ανακάλυψε ξαπλωμένο στα χόρτα. γυρεύοντας να θυμηθεί. είπε στενοχωρεμένα. . Μα σαν έφθασα στο χωριό. Και ο Μιχαήλ πρώτη φορά εδώ την είδε. Παιδί όμως. Δεν τον είχε αναγνωρίσει. .Βοήθησε με. λέγει. λέγει. Και δεν πιστεύω να την είδες τότε. την ξέρω. ο Μιχαήλ κι εγώ διαβάζαμε το προσευχητάριο.Ποιος το ξέρει! Γελούν οι καλόγεροι γι' αυτό και τη λέγουν παλαβή. αλλά δεν πιστεύω.Ξέρεις αν τους ξαναείδε ο Νικήτας. την είδα.. θέλω να θυμηθώ.Μα πού την είδα εγώ. ρώτησε ξαφνικά ο Κωνσταντίνος.Δεν είναι παράξενο. κι έμεινε κρυμμένος. αν και τίποτα παλαβό δεν άκουσα να έκανε. γιατί μας είχε εξορκίσει ο Νικήτας ποτέ σε κανένα να μην πούμε ποιος ήταν. . Μην ξεχνούμε πως πρώτη φορά βγήκες σήμερα από το κελί 59 . Χτύπησε την πόρτα της αυλής και μπήκε μέσα να παραδώσει το σακί της. στο χώμα κι έκλαψε τόσο. . . ώστε τίποτα δεν κατάφερα... ούτε το παιδί.. Έξαφνα είδαμε μπροστά μας το γερο-Παγράτη και τη μικρή. Εγώ δεν το βρίσκω και τόσο παράξενο. και μας ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Βούλγαρος.Δεν ξέρω. γιε μου. λιγάκι παλαβή. όχι.. . Ήταν. Ανακατώνεται η εικόνα της με κάποιο κρότο νερού που τρέχει. . Να δεις πού την είδα. με το κεφάλι σκυφτό. Από τότε τον γυρεύω.Μια Βουλγάρα. κι έτσι μάλιστα έτυχε να τον δει..Βέβαια τον ρώτησα. Μα δε ρώτησες το φίλο σου τον καλόγερο σε ποιο χωριό ήταν ο πατέρας σου.. .Ναι. και δε μας ξαναβρήκε πια παρά εμπρός στα Σκόπια. Την ίδια εκείνη μέρα ο Νικήτας έφυγε για μια αποστολή. Μα βρέθηκε. Ο Νικήτας τους είχε δει. της είπαν πως θα πεθάνεις και λυπήθηκε το κορίτσι. που ράγισε.... Κι ενώ φύλαγε κείνος παρακάτω. φαίνεται. Και αποκρίθηκα του πατέρα σου πως ήταν ένας Ασάν. μα φοβήθηκε να παρουσιαστεί εμπρός στο παιδί. πάτερ Γρηγόρη. κι εγώ δεν τον ονόμασα. που ρωτούσε για σένα. Βαστούσε στο χέρι ένα σακί και.. τάχα πως κοιμούνταν. κανένα δεν είχε ο Βούλγαρος αυτός.Γιατί έκλαιγε. όταν σε φέρανε αναίσθητο. είπε ο καλόγερος.Γιατί το ποτάμι τρέχει. . παιδί μου. μην κουράζεις άδικα το μυαλό σου. στην όχθη του ποταμού. ύστερα από τη μεγάλη σου αρρώστια.. λένε.Ποια Βουβή. Σε νομίζει πατριώτη της.Όχι. Να δεις. Είναι η Βουβή. είτε νέο κορίτσι. Κάτω.. .. κοντά στον Όσιο Ναούμ.

Ναι. . λέγει. ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και θέλησε να της μιλήσει.δυο μέρες και να φροντίσει για άλογα. . που κάθε μέρα ρωτούσε για κείνον. Ύστερα φεύγομε μαζί.Όχι. και τι μαθαίνω. στην Αδριανούπολη. ναι! Καλά λες! Τον πατέρα της τον έλεγαν Αλέξιο. Ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στο κελί του και ο Γρηγόρης πήγε να βρει τον Ηγούμενο. Για μερικές μέρες ακόμα.Όχι! Γιατί. Καθώς έφθασε κοντά της. Και όσους στρατιώτες είχε αφήσει ακόμα εδώ.Δεν ξέρω! Έξαφνα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ σου. λέγει.Την έλεγαν Αλεξία! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Μπήκαν στο μοναστήρι. ρώτησε ξαφνιασμένος ο καλόγερος.Πού πάνε. Πως φεύγει. παρουσιάζονται μερικοί στρατιώτες. Ο Δραξάν με το σώμα του και όλοι οι άλλοι στρατηγοί έφυγαν για τον Πρίλαπο και παράτησαν τα βουνά και τις κλεισούρες. ύστερα εξακολούθησε το δρόμο της.Δεν ξέρω. . σα να άναψε φως στο μυαλό μου.Πώς σου ήλθε τώρα. Καθώς είδε τους δυο άντρες. Τον βρήκε στην είσοδο με δυο καλόγερους που κλείδωναν και αμπάρωναν τη μεγάλη πόρτα του μοναστηριού. είπε ο Γρηγόρης. να της πει ένα ευχαριστώ για τον κόπο της. Μα άλλο δρόμο δεν είχε από το μονοπάτι όπου ανέβαινε ο Κωνσταντίνος με τον Γρηγόρη. Έξαφνα. 60 . κοντοστάθηκε κι έκανε να ξεφύγει. ρώτησε ο Γρηγόρης γυρεύοντας να μη δείξει τη χαρά του. θυμήθηκα τ' όνομα της. τώρα τ' απόγευμα.Καλώς τον πάτερ Γρηγόρη! Έμαθες τίποτα. ρώτησε ο Ηγούμενος με κάποια νευρικάδα. είπε χαρούμενα. Και πιάνοντας τον μπράτσο. . ο στρατηγός και θέλει όλα του τα πράματα. . . Και αποκρίθηκε ο Παγράτης πως ήταν τ' όνομα του πατέρα της. . τους θέλει. . με σιγανά βήματα πήραν το δρόμο του μοναστηριού. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα της αυλής και βγήκε η Βουβή. μα καλά . και μου αποκρίθηκε πως ήταν να έλθει απόψε με τον Δραγομούτσο και δεν ξέρω ποιον άλλο. Έλεγα πως θ' άκουσες τίποτα. να του πει πως έφευγαν σ' ένα . λένε. Και χωρίς να παραγγείλει τ' άλογα ανέβηκε στο κελί του Κωνσταντίνου. Τι τρέχει. Τα φορτώσαμε όλα στα μουλάρια και τα πήραν οι στρατιώτες και φύγανε. Μια στιγμή δίστασε. . να παν να τον βρουν. μπαίνοντας μέσα.Ποια. Αλέξιο Αργυρό. . μα κάτι σοβαρό συμβαίνει.Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος. αποκρίθηκε ο καλόγερος. τίποτα δεν άκουσα. μπορείς χωρίς φόβο να ξεκουραστείς στο μοναστήρι. . . Σου είπα πως το πρωί ένας στρατιώτης του Δραξάν ήλθε να ρωτήσει για το φίλο σου. Το μόνο που μου είπαν είναι πως όλοι οι στρατηγοί διατάχθηκαν να παρατήσουν τα στενά και να γυρίσουν κατά τον Πρίλαπο.Το κοριτσάκι που έφερε ο πατέρας σου στο σπίτι μας. Και θυμούμαι που είπε η μητέρα μου: «Αλεξία! Είναι περίεργο όνομα».Στον Πρίλαπο. . Μα μ' ένα πήδημα η Βουβή πετάχθηκε στο πλάγι κι έτρεξε στο δάσος όπου χάθηκε.καλά δεν ήξεραν. Λοιπόν τον ρώτησα κι εγώ τι κάνει ο Δραξάν.

ξανάρχιζε πιο βιαστική παρά πριν. ή και με το ξύλο ακόμα.. Και πάλι με το κεφάλι έκανε νόημα αρνητικό. οι νυχτερινές σκιές άρχισαν ν' απλώνονται στην εξοχή. πλάγι στο δρόμο κάθουνταν η Βουβή. Με το κεφάλι η κόρη έκανε νόημα αρνητικό. φορτωμένα και τραντανιστά. Τα σκονισμένα του ρούχα και ποδήματα μαρτυρούσαν το μακρύ δρόμο που είχε κάνει. Παρακάτω. Και αν ξεκολλούσε κι έμενε πίσω κανένα κομμάτι της ζωντανής αυτής γραμμής. σιγά για να μην την τρομάξει. ακούμπησε το κεφάλι στα μπράτσα της. Των στρατιωτών οι φωνές ανακατώνονταν με το σάλαγο των αμαξιών που. με το σαγόνι ακουμπισμένο στο χέρι της και αδιάφορα κοίταζε τους στρατιώτες που περνούσαν.Τους είδες. νύχτωσε ολότελα. ρώτησε βουλγάρικα ο Μιχαήλ. τα πουλιά είχαν πει το βραδινό τους τραγούδι και το δάσος ήσυχα αποκοιμήθηκε. Έξω. έφθασαν ως το έρημο κορίτσι περιτυλίγοντας το κι αυτό στο άσπρο του φως. . Μα το ηλιοκαμένο του πρόσωπο έλαμπε από χαρά μυστική. κι ένα αναφιλητό φούσκωνε πού και πού στο στήθος της. . είπε πάλι ο Μιχαήλ. σαν που αναστενάζουν τα παιδάκια. πλάγι στους καβαλάρηδες και τους πεζούς. Και άλλοι. έκανε εκείνη. Ξέρεις πού πάνε. απεναντίας.. οι πρώτες του αχτίδες φώτισαν τον πράσινο λόφο. Πού και πού την αναγνώριζε ένας και της φώναζε κανένα χωρατό ή της έριχνε κανέναν οβολό. στο μέρος που ο δρόμος χωρίζουνταν από το ποτάμι κι έστρεφε ανεβαίνοντας κατά τον Πρίλαπο.. Ο Νικουλιτσάς. Ναι. που απομακρύνουνταν και μίκραιναν.σιγά. ώσπου έσβησαν ολότελα. Μα πέρασε η ώρα. Πλησίασε και. . ο Μιχαήλ την είχε δει και. και ακόμα τους κοίταζε η Βουβή..σιγαλά. Η δεξιά όμως ακροποταμιά έμοιαζε.Οι στρατιώτες.λίγο διαλύνουνταν. και χάνουνταν. Η Βουβή έκλαιγε. Ο Ιβάτζης.ένα φωτίζουνταν τα παράθυρα του μοναστηριού. και τον κοίταξε από μέσα από τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια της.Γιατί δεν τους ακολούθησες. 61 . Έξαφνα άπλωσε το χέρι της κατά τη δύση.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ Ο ήλιος είχε βασιλέψει κι ένα . στα χόρτα. Ο Μιχαήλ κάθησε στο χόρτο κοντά της και η κόρη δεν έκανε να φύγει. και οι οβολοί έμεναν ασύναχτοι στο χώμα όπου είχαν πέσει. κατέβηκε ο Μιχαήλ. Κρυμμένος μες στα δέντρα. σα να μην ένιωθε την κούραση του κορμιού του. ή αν κανενός αμαξιού ρόδα σκάλωνε σε καμιά τροχιά.. Μα ένας αναστεναγμός τον σταμάτησε. που άσπριζε στο σκοτάδι και λίγο . αφού κλάψουν πολύ και κουραστούν και αποκάμουν.Τι έχεις. . Ο Βλαδισλάβ. το φεγγάρι άρχισε να προβαίνει από το αντικρινό βουνό. και η πορεία.. Χάθηκε κι αυτό και δεν έμεινε πια τίποτα. Ήταν όλοι. με βρισιές και σπρωξιές. Ο Μιχαήλ λυπήθηκε τη μοναξιά της. στέκουνταν ο Μιχαήλ. την ερημιά της. Η Βουβή σήκωσε το κεφάλι.. πέρασε μπροστά της και γύρισε κατά το ποτάμι να φύγει. εκείνη την ώρα να είχε ξυπνήσει από τη συνηθισμένη της ηρεμία. μα ούτε τρόμαξε ούτε σηκώθηκε. Σ' όλα τα ονόματα η Βουβή αποκρίνουνταν «ναι». ρώτησε ο Μιχαήλ. γρήγορα έβαζε στη γραμμή άντρες και ζώα. . έτρεχε ως εκεί ένας από τους αξιωματικούς και. και η Βουβή δεν κούνησε. αφήνοντας πίσω τους ένα λαφρύ σύννεφο σαν καπνό. σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη. Ο Δραξάν. Οι Βούλγαροι έφευγαν. μια στιγμή διακομμένη. Μα η Βουβή εξακολουθούσε να τους κοιτάζει αγέλαστη και ακατάδεχτη.. Έκλαιγε σιγαλά . Τότε η Βουβή σταύρωσε τα χέρια της στα διπλωμένα της γόνατα. σιγά . Τότε. Από πάνω από το λόφο. κατρακυλούσαν στον άσπρο δρόμο. κι έμεινε ασάλευτη σαν αποσταμένη. Και το κορίτσι πάλι έκανε νόημα «όχι». Ο Κωνσταντίνος ήταν τώρα ένα πλάγι. ακίνητος και αυτός. σ' ένα δασωμένο λόφο. Στον Πρίλαπο... . ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Η Βουβή σταύρωσε τα χέρια της στο γόνατο της και τον κοίταξε διστακτικά.Δε θέλεις να μου πεις. περίμενε με κάποια περιέργεια να δει τι θα κάνει η Βουβή και πού θα πάγει. Πέρασαν και οι τελευταίοι. ρώτησε ο Μιχαήλ.Ναι.

Και ύστερα το αίμα. . Έκανε νόημα πως δέχουνταν και γύρισε κατά το ποτάμι μαζί του. και όλα τα φρικτά επακόλουθα.Είσαι από τούτα τα μέρη.. Θυμήθηκε το σπίτι του Κατεπάνω κι ένα παιδικό πρόσωπο σ' ένα από τα παράθυρα. Ύστερα γύρισε.Τι έχεις στο λαιμό σου.. .Μη με κοιτάζεις έτσι! είπε απότομα ο Μιχαήλ μιλώντας της βουλγάρικα. Θα σε πάγω ως εκεί.Πού θα πας. ρώτησε.. και βυθίστηκε πάλι στους στοχασμούς της σα να είχε ξεχάσει τον Μιχαήλ που την κοίταζε καθισμένος πλάγι της.. Η Βουβή έκανε νόημα «όχι».Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ .. Κακό δε θα σου κάνω. Το φως του φεγγαριού έπεφτε τώρα στο πρόσωπο της και το έδειχνε πιο άσπρο ακόμα. Οι δικοί σου κάθονται δω.Δεν μπορείς να μείνεις εδώ. μη με φοβάσαι. ούτε θα σου πω να μου δείξεις τίποτα που δε θέλεις. Μα την ίδια στιγμή θυμήθηκε τη Βουβή και τρόμαξε για το λόγο που του είχε ξεφύγει ελληνικά. Μα γιατί λοιπόν σου έδωσαν χρήματα.. Ήταν μια ρηχοτοπιά σ' αυτό το μέρος και πέρασαν εύκολα αντίκρυ. . και μπήκε στο νερό. έτοιμη να ξεκόψει. ρώτησε. Η Βουβή έβγαλε από τον κόρφο της ένα δίκοπο μαχαίρι και του το έδειξε. τις στολισμένες αρχόντισσες. του έκανε νόημα να κάνει και κείνος το ίδιο. δεν κάνει να μένεις μόνη εδώ τέτοια ώρα. Από κει πας και συ.Τι.. Όχι. Δείξε μου το! Μα ξαφνισμένη έκλεισε η Βουβή το ρούχο της και πετάχθηκε στα πόδια της. το αίμα που έτρεχε ποτάμι. Πού είναι το σπίτι σου. Η Βουβή τον κοίταξε μια στιγμή και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Όλες οι σκηνές της σφαγής της Αδριανούπολης πέρασαν σε μια στιγμή από το νου του.Μη φεύγεις έτσι. ρώτησε ο Μιχαήλ. ακούμπησε το κεφάλι της στο χέρι και τον άγκωνα στο γόνατο της. Με την άκρη του ποδιού της του έδειξε πως έμεναν οι οβολοί εκεί που είχαν πέσει. Μα η Βουβή αργοκούνησε το κεφάλι και δε σάλεψε από τη θέση της..Δεν είσαι μαζί τους. Δεν ξέρω γιατί. τόσο ζωντανή. είπε στενοχωρημένος ο Μιχαήλ.. Έξαφνα μια ενθύμηση πέρασε σαν αστραπή στο μυαλό του Μιχαήλ. . Μα λοιπόν πού κάθεσαι. Και όμως τα ξέρεις καλά. 62 . . Με το κίνημα που έκανε. . είπε σαστισμένος ο Μιχαήλ. Η κόρη έκανε με το χέρι μια πλατιά κίνηση που έδειξε όλο το δάσος που σκέπαζε το βουνό. μα μου θυμίζεις πράματα φρικτά που θέλω να ξεχάσω! Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά της. .. Κάθεσαι κει. Ο Μιχαήλ την ακολούθησε. χωρίς τέλος. μόνο το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο πρόσωπο του. έβγαλε τα ποδήματά της.. και τότε θα σ' αφήσω. Κι επειδή το κορίτσι έκαμνε νόημα πως μπορούσε: . Ο Μιχαήλ τη βάσταξε από το χέρι. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε.Θα σε φάνε οι λύκοι! πρόσθεσε. Τον οδήγησε στο ποτάμι. Πες μου μόνο πού πηγαίνεις. άνοιξε το πουκαμισάκι της. Όχι. μουρμούρισε πάλι.. σα μαρμαρένιο ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά που έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της..Παναγία μου! μουρμούρισε ελληνικά. Θέλω να σε συνοδεύσω ως εκεί. τόσο ξαφνική. Όχι. .Παναγία μου. τη μητέρα του Κωνσταντίνου σφαγμένη απέξω από την εκκλησία. . παρακάλεσε. βαθύ. Είδε τη λιτανεία όπου περπατούσε κι αυτός πηγαίνοντας στην εκκλησία. Έχει κανένα χωριό. μαύρο. Ήταν πολύτιμος μαργαριταρένιος σταυρός. τον Κατεπάνω με όλα του τα διαμαντικά. Η Βουβή δεν είχε αλλάξει τη στάση της. που σκέπασε τα μάτια του με τα χέρια του. και ο Μιχαήλ είδε κάτι που έλαμψε κρεμασμένο στο λαιμό της.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ . Οι δικοί σου είναι αλλού.Καλώς μας ήλθες! φώναξε με χαρά ο καλόγερος. Η Βουβή κοντοστάθηκε και τον κοίταξε ταραγμένη. μπήκε στην καλύβα κι έκλεισε την είσοδο με κλαδιά. Η καλύβα ήταν αδειανή. κοίταξε παντού όπου πόδι μπορούσε ν' αφήσει το σημάδι του. και ήταν πια ψηλά ο ήλιος όταν έφθασε και χτύπησε την πόρτα. άκαρδη.. Ο πάτερ Μεθόδιος του άνοιξε. Όχι! Να την αφήσει δεν μπορούσε! Του φάνηκε πως θα ήταν πράξη κακή.δυο σημάδια γυναικείου ποδαριού..Εδώ κάθεσαι.Κωνσταντίνε! Και οι δυο φίλοι έπεσαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου.. Μα η Βουβή είχε εξαφανιστεί. Αυτό θέλεις να πεις. άσχημη. τη ρώτησε σαστισμένος. Πήγε ως το ποτάμι. πήρε τα μονοπάτια όπου είχαν περάσει μαζί την παραμονή. Τίποτα δεν είδε που να μαρτυρούσε το πέρασμα της Βουβής. ρώτησε ο Μιχαήλ ακολουθώντας τα νοήματα της. γύρισε πίσω. Ξαπλώθηκε στα ξερά φύλλα εμπρός στην καλύβα κι αποκοιμήθηκε. χωρίς να μπορέσουν δεύτερη λέξη να βγάλουν. Ήταν ένα μικρό κομματάκι πανί. Του χαμογέλασε πάλι. Δε δίστασε πια. Σαν ξύπνησε. Στο μέρος όπου είχε πέσει εκείνος να κοιμηθεί. ξανανέβηκε στην καλύβα. Χάμω. Βέβαια δεν είχε παρά να χτυπήσει.. Του φάνηκε το χαμόγελο της σαν κάτι γνωστό. σε μια γωνιά. Πήρε το δρόμο του μοναστηριού. Ο Μιχαήλ έτρεξε στην καλύβα. και θέλησε να θυμηθεί πού το είχε ξαναδεί. και θα έβρισκε τον Κωνσταντίνο.. πλήθος ξερά φύλλα ήταν μαζεμένα και σχημάτιζαν στρώμα. κι έριξε κάτω τα κλαδιά που έκλειαν την είσοδο. Τι γίνηκες τόσον καιρό. Αν την έβρισκε κανείς και την κακομεταχειρίζουνταν. Και του φάνηκε έξαφνα του Μιχαήλ σα να έχασε κάτι πολύτιμο. σχισμένο από κάποιο ρούχο και. είσαι μόνη. βρήκε ένα .. Βγήκε έξω ο Μιχαήλ και πολλήν ώρα γύρισε δω κι εκεί στο δάσος. στο ένα μέρος. ακούστηκε μια φωνή. απαντηθήκαμε άλλη φορά. του έκανε με το χέρι ένα σημείο σαν αποχαιρετισμό. και παρακάτω δεν τα ξαναβρήκε πια. Το μοναστήρι είχε κλείσει από ώρα τις πόρτες του. και με καρδιόχτυπο τ' ακολούθησε μερικά βήματα. γύρω στα ξερά φύλλα. και όλοι κοιμούνταν. γυρεύοντας την κόρη.Μιχαήλ! . Παραξενεύθηκε να δει πως τον πήγαινε από τα γνωστά του μονοπάτια. Όχι πάντα. Το μάζεψε και το κοίταξε.Και ο Νικήτας. στο χώμα. έκανε νόημα η κόρη. Ο Μιχαήλ δίστασε μια στιγμή. γύρισε σ' όλα τα δρομαλάκια. Η είσοδος ήταν κλειστή με τα κλαδιά. Και ο Μιχαήλ αναγνώρισε το δικό του καλυβάκι όπου είχε συναντήσει τον Νικήτα τη μέρα που κυνηγούσαν τον Ιβάτζη. . Σα μένεις εδώ. Τίποτε άλλο. Και πρώτη φορά χαμογέλασε. και του έγνεψε πως τώρα ήταν καλά εδώ που ήλθε..Μένεις μόνη λοιπόν. .. 63 . της είπε. . και στο πλάγι μια στάμνα φύλαγε ακόμα στο κοίλωμα της λίγο δροσερό νερό.Ναι. όπως τα είχε στήσει η Βουβή. σε καλυβίτσα που μια κλωτσιά αρκούσε για να την γκρεμίσει. ενόσω κοιμούνταν η κόρη. Μα ύστερα πια χάνουνταν μες στα χόρτα και τα πυκνά χαμόκλαδα. μια λέξη ελληνική ήταν γραμμένη με κάρβουνο «Ευχαριστώ». Μα σκέφθηκε το κορίτσι ολομόναχο στο δάσος. Ανέβα να δεις τον αδελφό σου να χαρεί η καρδιά σου! Καλύτερα κι από μένα είναι τώρα! Με δυο πήδους ανέβηκε ο Μιχαήλ τη σκάλα. Να φύγει ή να μείνει. κάτι λευκό έπεσε χάμω.Πες μου. Έξαφνα η Βουβή σταμάτησε και του έδειξε ανάμεσα στην πυκνοδεντριά ένα καλυβάκι καμωμένο από κλαδιά. ο ήλιος μόλις είχε σηκωθεί.. . . Ευθύς θυμήθηκε τη χθεσινοβραδινή του συνάντηση κι έριξε μια ματιά στην καλύβα. έτρεξε στο κελί του Κωνσταντίνου κι άνοιξε την πόρτα. Δυο φωνές ακούστηκαν μαζί: . Αν τη νύχτα κατέβαινε κανένας λύκος ως εδώ. Καθώς σηκώθηκε. Πετάχθηκε στα πόδια του κι έσιαξε το ρούχο του. το ήξερε. θα του άνοιγαν ευθύς. Χωρίς ν' αποκριθεί.

πάτερ Γρηγόρη.Πέθανε ο Σαμουήλ.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ Ο Μιχαήλ γύρισε και είδε τον Γρηγόρη που στέκουνταν κοντά στο παράθυρο συγκινημένος και καταχαρούμενος. όλο το θάρρος των Βουλγάρων έσπασε. . . μα.Πώς το έμαθες. Μα καθώς είδε τους τυφλούς.Γιατί! Γιατί! Αυτά έχει ο πόλεμος. Για μερικές στιγμές κανένας δε μίλησε. . και φθάσαμε δυο μέρες πριν πεθάνει ο Τσάρος.. σκοντάφτοντας σε κάθε βήμα. .Ήταν άρρωστος. έννοια σου! .Όχι. γιατί έχει. είπε σοβαρά ο Κωνσταντίνος.. κι έτρεξε έξω. και σε δυο μέρες πέθανε. εξακολούθησε ο Μιχαήλ. λένε. Μόλις παραδόθηκε το Μελένικο. Αχ! Τι άσχημο. είπε ο Μιχαήλ. .Όχι.Και πέθανε αμέσως. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. το Μελένικο παραδόθηκε και ο Αύγουστος τράβηξε από κει στη Μοσυνούπολη για να περάσει το χειμώνα. Πήγαμε λοιπόν στον Πρίλαπο να μάθομε τι γίνουνταν εκεί. και πάλι άλλοι.Να δούμε. Άλλοι θέλουν τον Ρωμανό βασιλιά.. . κι άλλοι.. η καρδιά του. και τα μοιρολόγια γέμιζαν τον αέρα. Μπήκαν στη χώρα μπουλούκια-μπουλούκια.. άλλοι τον Βλαδισλάβ. έπεσε χάμω ξερός. μα θα γυρίσει από δω. θα παραδοθεί κι αυτός. . 64 . θέλησε να μάθει την αιτία. . Άλλοι πάλι έλεγαν πως ο Σαμουήλ.Και τώρα τι θα γίνει.. χάρη στη χρυσή γλώσσα του Σέργιου. Και ο Βλαδισλάβ βέβαια δε θα σεβαστεί τα δικαιώματα του Ρωμανού. Κι έξαφνα κάποιος αναγνώρισε ένα συγγενή του κι έβγαλε τις φωνές. Έπεσε λοιπόν η Στρουμπίτζη. σα να ήταν πεθαμένοι που περνούσαν. Ο κόσμος στο δρόμο τους κοίταζε. βουβός από τη φρίκη. λένε. Ήταν φριχτό!. η Στρουμπίτζη έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων.Όχι. ατέλειωτη αλυσίδα από αιματωμένα ζωντανά πτώματα που σέρνονταν. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Πού πέθανε. Καθένας έλεγε τα δικά του. να βρει τον Αυτοκράτορα. Μα πάλι έπεσε σε αναισθησία. Είχε σπάσει. Κι όλο έφθαναν άλλοι. Μα πέθανε από το κακό του σαν είδε τις χιλιάδες τυφλωμένους στρατιώτες που του έστειλε ο Αυτοκράτορας. Μιχαήλ. . ρώτησε ο Γρηγόρης. χέρι με χέρι.Η Παναγία να σας φυλάγει παιδιά μου! μουρμούρισε ο πάτερ Γρηγόρης κι έκανε το σταυρό του. σαν το μάθει.Ποιαν είδηση. Πότε. Κι αλήθεια. περισσότερο μυαλό. . . Και αν πέσομε στα χέρια των Βουλγάρων. άλλοι ήθελαν να τραβηχθούν στον Πρίλαπο. Γιατί το έκανε αυτό ο Αύγουστος! . .Τους είδα κι εγώ.. τα ίδια και χειρότερα θα πάθομε και μεις. . Κι όλες μαζί άρχισαν το μοιρολόγι.Στον Πρίλαπο.Είναι λίγες μέρες.. Δεν πιστεύω όμως να μείνει σα μάθει την είδηση. Ύστερα εξακολούθησε ο Μιχαήλ. είπε ο Μιχαήλ. γύρω στον Τσάρο. Και σαν άκουσε ο Τσάρος την ταραχή και τα κλάματα. Τρέχει στη Μοσυνούπολη με τη μεγαλύτερη βία.. και κατάλαβα πως το θέαμα αυτό σκότωσε τον Τσάρο. χειρότεροι ήταν παρά πεθαμένοι! Κι όλο έφθαναν άλλοι. .. Έτρεξε και του φίλησε το χέρι.Πέθανε ο Σαμουήλ! αναφώνησαν μαζί ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος.. Ο Νικήτας ελπίζει πως θα φαγωθούν οι στρατηγοί αναμεταξύ τους. Τον έβαλαν στο στρώμα και τον συνέφεραν.Τι λες! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Μερικοί στρατηγοί που βαστούσαν τα στενά γύρευαν να παραδοθούν. τι άγριο πράμα! είπε ανατριχιάζοντας ο Μιχαήλ. Και οι γυναίκες τον εμιμήθηκαν και στρίγγλισαν τραβώντας τα μαλλιά τους και σχίζοντας τα μάγουλα τους. Έρχομαι από κει..Ο Νικήτας είναι μακριά. μα να συμφωνήσουν μεταξύ τους δεν μπορούσαν. χαμηλώνοντας την φωνή του: . .

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ
Και τους διηγήθηκε τη συζήτηση που είχε ακούσει την ώρα που έφευγε από το μοναστήρι, μεταξύ του
Βλαδισλάβ και του Δραξάν.
- Όλοι τους έφυγαν χθες, είπε ο Γρηγόρης. Ξέρεις πού πάνε;
- Στον Πρίλαπο, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.
- Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Τους ακολούθησες;
- Όχι. Το έμαθα από ένα βουβό κορίτσι που αντάμωσα.
Ο Κωνσταντίνος αναπήδησε.
- Είδες κι εσύ τη βουβή Βουλγάρα; ρώτησε.
- Ναι, είπε ο Μιχαήλ. Την ξέρεις;
- Την είδα κι εγώ χθες, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος γυρνώντας κατά το παράθυρο.
- Πού την είδες; ρώτησε πάλι ο Μιχαήλ.
- Έξω, αποκρίθηκε σύντομα ο Κωνσταντίνος χωρίς να γυρίσει.
Ο τρόπος του ξάφνισε κάπως τον Μιχαήλ.
- Ήρχουνταν κάθε μέρα να μάθει πώς ήταν ο άρρωστος στρατιώτης, εξήγησε ο πάτερ Γρηγόρης.
Ο Μιχαήλ κοίταξε το φίλο του. Του φάνηκε συλλογισμένος. Έξαφνα ο Κωνσταντίνος γύρισε.
- Μιχαήλ, είπε, πού την ξαναείδαμε;
- Την ξαναείδαμε;
- Ναι... άλλοτε... Θυμάσαι πού;... Ο Μιχαήλ αργοκούνησε το κεφάλι.
- Δε θυμούμαι να την είδαμε, είπε. Μα σα χαμογέλασε, μου φάνηκε κι εμένα πως την ήξερα. Και όμως, πρώτη
φορά που την είδα ήταν, φαίνεται, τη βραδιά που με τον Νικήτα σε κουβαλήσαμε δω. Δεν την παρατήρησα
τότε, ύστερα τη θυμήθηκα. Αν την είχαμε ξαναδεί, θα το θυμούμουν, πρόσθεσε ο Μιχαήλ. Είναι πολύ όμορφη.
- Ναι, είναι πολύ όμορφη... μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. Και πρόσθεσε, σα να μιλούσε για τον εαυτό του
μονάχα:
- Και όμως την ξαναείδα... το πρόσωπο της το ξέρω από χρόνια...
Το έλεγε σιγά, συλλογισμένα, σα λυπημένα. Και χωρίς να ξέρει ο ίδιος γιατί, ο Μιχαήλ δε μίλησε για τη
νυχτιάτικη συνάντηση, δεν είπε πως κοιμήθηκε στο δάσος, απέξω από την καλύβα, ούτε ανέφερε το
καρβουνογραμμένο κουρελάκι. Μυστικά όμως το γύρεψε στον κόρφο του και βεβαιώθηκε πως βρίσκουνταν
εκεί.
- Πες μας λοιπόν, πώς βρήκε τον Νικήτα; είπε ζωηρά ο πάτερ Γρηγόρης.
Και κάθησαν πλάγι - πλάγι και οι τρεις, και ο Μιχαήλ διηγήθηκε ό,τι του είχε συμβεί από τη μέρα που είχαν
χωριστεί ως την παραμονή το βράδυ. Κι εκεί σταμάτησε. Ήταν πρώτη φορά αφότου γνωρίζουνταν οι δυο
φίλοι, που ο Μιχαήλ φύλαγε κάτι μυστικό από τον Κωνσταντίνο.

65

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ
Εκείνο το ίδιο βράδυ πήγε πάλι ο Μιχαήλ στην καλύβα, με την ελπίδα πως θα έβλεπε τη Βουβή. Από τη στιγμή
που βρήκε το κουρελάκι με την ελληνική λέξη, μια υποψία του ήλθε, και δεν του έβγαινε πια από το κεφάλι:
μήπως και το χέρι που έγραψε τη λέξη «Ευχαριστώ» στο πανί, ήταν το ίδιο που στην άμμο του Αξιού είχε
χαράξει την πληροφορία πως ο Ιβάτζης είχε τραβήξει για το Πετρίσκον. Βρήκε όμως την καλύβα άδεια.
Περίμενε ώσπου νύχτωσε, κατέβηκε πάλι στο ποτάμι, γύρισε δω κι εκεί, στο δάσος, στο βουνό, μα τίποτα δε
βρήκε. Ξαναπήγε την άλλη μέρα και πάλι την άλλη, μα του κάκου. Η Βουβή δε γύρισε πια.
Οι μέρες περνούσαν κι ο Νικήτας δε γύριζε. Ο Κωνσταντίνος είχε αναλάβει ολότελα. Κάθε μέρα έβγαινε κι
έκαμνε μακρινούς περιπάτους στο δάσος, πότε με τον Γρηγόρη, πότε με τον Μιχαήλ που δεν έχανε περίσταση
να του λέγει για τον Αυτοκράτορα και το ελληνικό στρατόπεδο. Ο Κωνσταντίνος άκουε με λαχτάρα και, σαν
έπαυε ο Μιχαήλ τη διήγηση του, τον έβαζε και ξανάρχιζε. Και όλο ρωτούσε για τον Αυτοκράτορα και όλο
καινούριες πληροφορίες ζητούσε. Και τότε θυμούνταν τον πατέρα του και την τυφλή αφοσίωση που είχε για το
Βασιλέα του, κι έπεφτε σε συλλογή, και του φαίνουνταν πως έχανε τον καιρό του περιμένοντας τον Νικήτα.
Ένα απόγευμα, οι δυο φίλοι βγήκαν μαζί και πήγαν πάλι στο δάσος. Είτε επίτηδες, είτε χωρίς να το
καταλάβει, ο Μιχαήλ πήρε από τα μονοπάτια που πήγαιναν στην καλύβα. Ήταν πρώτη φορά που περνούσε
από κει ο Κωνσταντίνος. Το καλυβάκι, χωμένο στην πυκνοδεντριά, και τόσο καλά κρυμμένο που μόνο από το
ένα μέρος φαίνουνταν, κίνησε την προσοχή του.
- Όποιος την έφτιασε αυτή την καλύβα, διάλεξε καλά το μέρος, είπε. Πρέπει να είχε λόγους να κρύβεται.
Ο Μιχαήλ γέλασε.
- Ναι, είπε, είχε σοβαρούς λόγους! Την έστησα εγώ για να περάσω τη νύχτα, σα γύρευα από δω το Βλαδισλάβ.
Κι εδώ βρήκα το μήνυμα σου.
- Όχι το μήνυμα μου, Μιχαήλ. Πες το μυστικό μήνυμα. Γιατί εγώ δεν το έγραψα.
- Όποιος κι αν το έγραψε, ευλογημένος να είναι, είπε ο Μιχαήλ, γιατί χωρίς αυτό δε θα σε ξανάβλεπα πια.
Όπως στα παλιά χρόνια, σαν ήταν αγόρια κι οι δυο, ο Κωνσταντίνος έριξε το χέρι του γύρω στο λαιμό του
φίλου του, κι αγκαλιασμένοι πήραν τον κατήφορο.
- Και δε θα ήξερες πού σαπίζουν τα κόκαλα μου, είπε μισογελώντας, μισοσοβαρά.
Ο Μιχαήλ ανατινάχθηκε.
- Μη χωρατεύεις έτσι, είπε. Δεν το υποφέρω.
- Και όμως, κάθε μέρα μπορεί αυτό να συμβεί, Μιχαήλ, δεν το σκέφθηκες; είπε σοβαρά ο Κωνσταντίνος.
Ο φίλος του δεν αποκρίθηκε, και σιωπηλά εξακολούθησαν το δρόμο τους. Σαν έφθασαν στην άκρη του
δάσους, ο ήλιος βασίλευε.
Ο Κωνσταντίνος ξαπλώθηκε στο γρασίδι, και με το κεφάλι ακουμπισμένο στα διπλωμένα του χέρια, χώθηκε
στους στοχασμούς του, ενώ, καθισμένος σιμά, αφηρημένα έκοβε ο Μιχαήλ χούφτες-χούφτες το χορτάρι και το
σκορπούσε στο βραδινό αεράκι.
- Μιχαήλ, είπε έξαφνα ο Κωνσταντίνος, θα φύγω. Ο Μιχαήλ ανατρίχιασε.
- Το ήξερα πως θα μου το έλεγες αυτό. Το έβλεπα από τη νευρικάδα σου τώρα τελευταία, είπε, και το περίμενα
κάθε μέρα. Μα δε θα περιμένεις τον Νικήτα;
- Ο Νικήτας αργεί, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Έπειτα γιατί να τον περιμένω; Όποταν θέλω να μάθω πού
βρίσκεται, δεν έχω παρά να πάγω στον πρώτο ελληνικό σταθμό και να δώσω το σύνθημα, κι αν δεν το ξέρουν
εκεί, πάγω παρακάτω. Κι επιτέλους, αν δεν τον βρω αμέσως, τι πειράζει;
- Και πού θα πας;
- Πίσω.

66

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ
- Στους Βουλγάρους;
- Βέβαια. Πέρασε λίγη ώρα.
Ο Κωνσταντίνος συλλογίζουνταν περιφέροντας το βλέμμα του εδώ κι εκεί στον πυκνό πράσινο θόλο πάνω από
το κεφάλι του, και ο Μιχαήλ τον κοίταξε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
- Κωνσταντίνε, είπε με πολλή συγκίνηση, μην πάμε πια πίσω στους Βουλγάρους!
Ο Κωνσταντίνος σήκωσε λίγο το κεφάλι και κοίταξε το φίλο του, και πάλι ξαπλώθηκε στο χόρτο.
- Όχι, Μιχαήλ, είπε ήσυχα, δεν εννοούσα να ξαναρχίσομε τη ζωή της σκλαβιάς που ζήσαμε ως τώρα, ούτε
είναι πια χρήσιμο, νομίζω. Λέγω να κάνομε ζωή ελεύθερη, γυρνώντας εδώ κι εκεί πότε με τη μια πρόφαση,
πότε με την άλλη. Είναι το καλύτερο μέσον τώρα για να μαζεύομε πληροφορίες και για να μεταφέρνομε
γρήγορα τις ειδήσεις. Χρήματα έχω ακόμα μερικά. Εσύ έχεις;
- Κωνσταντίνε, είπε πάλι ο Μιχαήλ, άφησε πια αυτή την τέχνη...
Ο Κωνσταντίνος ανασηκώθηκε.
- Γιατί; ρώτησε σοβαρά.
- Μπορούμε να κάνομε άλλη δουλειά, πολύ πιο όμορφη!... Άκουσε, Κωνσταντίνε! Σου είπα πως πήγα στο
στρατόπεδο και πως ο Αυτοκράτορας μου φέρθηκε σα να είχα κάνει κάτι σπουδαίο. Μα δε σου είπα και τα
παρακάτω.
- Σαν τι;
- Ο Αυτοκράτορας με διόρισε υπασπιστή του, και μου έδωσε να καταλάβω πως θα με κάνει τουρμάρχη1 σαν
ξαναγυρίσω στο στρατόπεδο. Είχα ζητήσει την άδεια να φύγω με τον Νικήτα, και ο Αύγουστος με φώναξε στη
σκηνή του και μου είπε: «Πήγαινε πίσω αφού το θέλεις, μα να ξέρεις πως όποταν γυρίσεις, η θέση σου σε
περιμένει». Και πρόσθεσε: «Δεν ξεχνώ ποτέ εκείνους που με υπηρέτησαν με αφοσίωση». Εσύ, Κωνσταντίνε,
πρόσφερες περισσότερες υπηρεσίες από μένα. Σε φθάνει πια αυτή η ζωή! Και η αμοιβή σου θα είναι ακόμα
μεγαλύτερη από τη δική μου.
- Σου είπε ο Αυτοκράτορας πως η υπηρεσία που κάμνομε είναι περιττή; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
- Όχι, απεναντίας, ομολόγησε ο Μιχαήλ. Ο Δαφνομήλης μου είπε πως, αυτή την ώρα, ένας πιστός κατάσκοπος
είναι χρησιμότερος και από ένα στρατηγό ακόμα.
Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.
- Και θέλεις από τώρα να ζητήσομε ησυχία; είπε.
- Ποιος μιλά για ησυχία; Να πολεμάς με τον Αυτοκράτορα, τ' ονομάζεις ησυχία; Κοίταξε τον Βοτανειάτη, που
ήταν στρατηγός της Θεσσαλονίκης, τι τραγικά που πέθανε! Δες τον Δαφνομήλη που πήρε το Δυρράχιο, τον
Νικηφόρο Ξιφία που πήρε την Πρεσθλάβα. Πόσα χρόνια πολεμούν από τότε, σε βουνά και πεδιάδες!... Κι εμείς
έτσι θα πολεμήσομε, Κωνσταντίνε, μα με τ' όνομα μας, στ' ανοιχτά πια! Αχ, τι αηδία που μου φέρνει η ζωή που
κάναμε ως τώρα, να κρυβόμαστε αδιάκοπα, να δειχνόμαστε άλλο από κείνο που είμαστε...
- Γιατί το βρίσκεις άσχημο, Μιχαήλ; ρώτησε ήσυχα ο Κωνσταντίνος.
- Σου το είπα, γιατί φαινόμαστε άλλο από κείνο που είμαστε, γιατί τρώμε προσβολές και ταπεινώσεις που δεν
μπορούμε και δε θέλομε να εκδικήσομε, γιατί φαινόμαστε δούλοι ταπεινωμένοι και δειλοί...
- Και αυτό είναι άσχημο; είπε σκεπτικά ο Κωνσταντίνος.
Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι, κοίταξε μακριά, μακριά, και το βλέμμα του χάνουνταν πέρα, στ'
αντικρινά δάση, χωρίς να τα βλέπει.
- Μιχαήλ, είπε επιτέλους, πρέπει χωρίς άλλο να πας στο Βασιλέα. Το μέλλον σου είναι κει. Όποια υπηρεσία κι
αν αναλάβεις εκεί, θα την κάνεις καλύτερα παρά τούτη που δεν την αγαπάς.
- Και συ, Κωνσταντίνε;
- Εγώ θα μείνω εδώ.

67

Αυτό έκανα. κοιτάζοντας το φίλο του. Είτε κατασκοπεία ονομάσεις τη δουλειά μου. αν ανακαλυφθεί και αν πιαστεί. και όμως εξακολουθεί το έργο του. Αργήσατε να γυρίσετε και ανησυχούσαμε. για τον τόπο μου και το Βασιλέα μου. είπε του Κωνσταντίνου.. . Ποιος. ο άνθρωπος αυτός άτιμος δεν μπορεί να είναι.γιατί μόνο το άτομο μου μπορεί απ' αυτό να πειραχτεί . χρησιμότερα για το συμφέρον της πατρίδας. Του φάνηκε του Μιχαήλ σαν πιο ψηλός. ένας λιγότερος. Την αποστολή μου τη βλέπω όμορφη!. .Ναι. . Και την είδα χρήσιμη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ . Μ' έναν πήδο σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του.. Και το έργο μου θα το εξακολουθήσω. όσο δεν την ασχημίζει εκείνος που την κάμνει.. πως. . είπε σιγά. θα το έκαμνα.. που την ξέρω αναγκαία και που την αγαπώ για τη μυστική της ομορφιά. Ο Βασιλέας.. είπε. σαν πιο μεγάλος.Κωνσταντίνε. διαφορά δεν κάνει. Ίσα-ίσα που κάποιος ρωτούσε για σένα. Αν νόμιζα πως μπορούσα αλλιώτικα να ενεργήσω. είτε τυφλή αφοσίωση στην πατρίδα. .Ναι.. Την τέχνη αυτή την ξέρομε μεις καλά. Μιχαήλ. που δίνει τη ζωή του χωρίς υπολογισμούς. Μια στιγμή ακόμα στάθηκε.Κωνσταντίνε! . Και όλοι οι τίτλοι και οι βαθμοί που μπορείς ακόμα να μου υποσχεθείς στο στρατόπεδο του Αυτοκράτορα.. που είπα πως πρέπει να είναι μεγάλος φίλος σου. η δόλια τέχνη του κατασκόπου! Είναι άτιμη! Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε όρθιος. την κρυφή μου δουλειά. είπε ο πάτερ Μεθόδιος. αναγκαία για τον τόπο μου.. να μαθαίνουν και να του λέγουν τους σκοπούς του εχθρού.Τόσα ρώτησε. .Ναι. σε βασανιστήρια θα τελειώσει. . . είναι άσχημη η διπλοπρόσωπη. Είδα ένα έργο μπροστά μου. η λέξη δε με μέλει. σ' ένα μπάγκο. ξέροντας πως τίποτα δεν έχει να κερδίσει από τη θυσία.. εκεί δε θα μπορούσα να τις κάνω ποτέ! . εγώ νιώθω τα πράματα αλλιώτικα. πόνεσα βλέποντας πως είμαστε τόσο διαφορετικοί! Δεν το είχα αντιληφθεί ποτέ. Ένας περισσότερος. Μιχαήλ.ούτε πού μπορεί να με πάγει. Δε συλλογίστηκα ποτέ αν είναι όμορφο ή άσχημο να κρύβομαι και να φαίνομαι άλλο από κείνο που είμαι. Νόμιζα πως μια ψυχή μας ένωνε.. Ο Κωνσταντίνος πήρε τα δυο χέρια του φίλου του που ήταν ακουμπισμένα στους ώμους του και τα έσφιξε με πολλήν αγάπη. Δεν αρκεί να είναι κανείς γενναίος. Είδα μιαν αποστολή που μέσον του Δαφνομήλη μας εμπιστεύθηκε ο Βασιλέας.Καλώς τους.Για μένα. έργο που έπρεπε να γίνει.. ξέσπασε με απελπισία ο Μιχαήλ. Ύστερα γύρισε να φύγει.Εγώ θα μείνω εδώ γιατί δεν ντρέπομαι τη δουλειά μου. Ποτέ δε μου πέρασε από το νου να σκεφθώ αν αυτό που κάνω φαίνεται όμορφο ή άσχημο για το άτομο μου. ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. . Με το κεφάλι έγνεψε ο καλόγερος κατά την άκρη της αυλής όπου.. Ο πάτερ Μεθόδιος με τον Γρηγόρη τους άνοιξε. Μα το πονεμένο υπερήφανο βλέμμα του είχε πάγει στην καρδιά του Μιχαήλ. Στέκω ψηλότερα από την πράξη μου.. δε θα με κάνουν ν' αφήσω την αφανή. και όλες οι δόξες.Κι εκεί μπορείς να υπηρετήσεις.. Βλέπεις. και να τους προλαβαίνει εκείνος. η δουλειά μας είναι δύσκολη. και να δώσεις ακόμα και τη ζωή σου ηρωικά! . .Κωνσταντίνε!. Μαζί πήραν το δρόμο του μοναστηριού. ένας στρατιώτης με σημαδεμένο πρόσωπο κουβέντιαζε με άλλους δυο καλόγερους. γιατί ο σκοπός της είναι αγνός και πατριωτικός.Καμιά δουλειά δεν είναι άσχημη. Άνθρωπος που εργάζεται χωρίς καμιάν οπισθοβουλία. 68 . στη μεγάλη αυτή πάλη. πρόσθεσε ο Γρηγόρης. Και γι' αυτό μένω.Κωνσταντίνε.. ούτε αλλάζει την πράξη μου. έχει ανάγκη από ανθρώπους που. θα μείνω. Αλλά δεν το βλέπω. σε πόνεσα!. αψηφώντας κινδύνους και στερήσεις. είπε. Έφθασαν από το μέρος της αυλής και χτύπησαν την πόρτα. βέβαια! Μα εκεί βρίσκει ο Αυτοκράτορας όσους θέλει. Εδώ είμαστε λίγοι. Τις υπηρεσίες που μπορώ να προσφέρω εδώ. απεναντίας μάλιστα..

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ
- Όχι, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, δεν είναι φίλος μου. Και χωρίς να σταματήσει ανέβηκε με τον Γρηγόρη και
τον Μιχαήλ στο κελί του.
Μόλις μπήκε μέσα, έτρεξε στο παράθυρο και κοίταξε στην αυλή. Ο στρατιώτης είχε φύγει.
- Πάτερ Γρηγόρη, ξέρεις ποιος ήταν ο στρατιώτης που ρωτούσε για μένα; είπε ο Κωνσταντίνος.
- Όχι! Τον ξέρεις λοιπόν;
- Είναι ο μυστικοσύμβουλος του Ιβάτζη. Είναι κείνος που έδειρε τον Μιχαήλ και που του έσχισα τα μούτρα του.
Ο Γρηγόρης έσμιξε τα χέρια με τρόμο. Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.
- Βλέπεις, Μιχαήλ είπε με κάποια λύπη, είναι ώρα να φεύγω!...
Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε.
- Και πότε λες να φύγεις; ρώτησε ο Γρηγόρης.
- Μόλις νυχτώσει καλά.
- Πού πηγαίνεις;
- Δεν έχω ορισμένο σκοπό. Λέω να τραβήξω κατά τον Πρίλαπο ή όπου αλλού βρίσκεται ο Ρωμανός.
- Λοιπόν θα έλθω μαζί σου ως το μισό δρόμο, είπε ο Γρηγόρης. Ύστερα θα τραβήξω για τη μονή μου, στην
Πρέσπα. Εκεί θα περιμένω τον Νικήτα.
Σα βρέθηκαν οι δυο φίλοι μόνοι, ο Κωνσταντίνος σίμωσε τον Μιχαήλ.
- Πού θα σε ξανανταμώσω πάλι; ρώτησε με συγκίνηση.
- Δε θα χωριστούμε, Κωνσταντίνε.
- Μιχαήλ... σκέψου το... Εγώ θα ξαναχωθώ μέσα στους Βουλγάρους.
- Όπου κι αν πας θα σε ακολουθήσω.
Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε αμέσως, τα χείλια του έτρεμαν.
- Έλα λοιπόν! είπε βαθιά ταραγμένος. Το έργο μας αξίζει τη θυσία σου!
Τη νύχτα έφυγαν και οι τρεις. Στον Ηγούμενο, που τους ρωτούσε πού πήγαιναν, αποκρίθηκαν πως ανέβαιναν
στη Στρουμπίτζη. Μα μόλις απομακρύνθηκαν από το μοναστήρι, κατέβηκαν πάλι στον ποταμό, πέρασαν τη
ρηχοτοπιά που η Βουβή την είχε δείξει του Μιχαήλ και, από τον ίδιο δρόμο που είχαν πάρει οι Βούλγαροι,
τράβηξαν κι αυτοί δυτικά κατά τον Πρίλαπο.

69

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ
Ὴταν νύχτα σχεδόν. Έξω το κρύο έπιανε στα κόκαλα. Όλα τα σπίτια ήταν κλειστά, και γύρω στις αναμμένες
τους γωνιές οι χωρικοί μαζώνουνταν να ζεσταθούν και να ετοιμάσουν το φτωχικό τους δείπνο.
Σ' ένα μικρό σκοτεινό και βρώμικο ξενώνα ενός βουλγάρικου χωριού, κοντά στο Βουτέλιο, δυο χωρικοί
κουβέντιαζαν πλάγι σ' ένα μακρύ τραπέζι, αν μπορεί κανείς να ονομάσει τραπέζι τη λαδοπεριχυμένη και
μουντζουρωμένη σανίδα, που στηρίζουνταν σε δυο στρίποδα. Ο ένας ήταν ψηλός, με ξανθά γένια κι όμορφο
ευγενικό πρόσωπο, τόσο ευγενικό που τα χωριάτικα ρούχα του φαίνουνταν σαν ξένα απάνω του. Ο άλλος ήταν
το εναντίον, άσχημος, κοντός, μαύρος, με πονηρά μικρά ματάκια, που στιγμή δεν έμεναν ήσυχα και που ποτέ
δεν κοίταζαν κατάματα εκείνον που μιλούσε. Ήταν κουλός, και το απομεινάρι του κομμένου χεριού ήταν
κρυμμένο κάτω από την κάπα του, μια πρόστυχη προβιά. Οι δυο άντρες κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα,
σκυμμένοι πάνω από τη σανίδα και, πού και πού, γύριζαν να δουν αν κανένας τους ακούει.
Στο ίδιο τραπέζι, λίγο παρακάτω κάθουνταν ένας κουρελιασμένος και λασπωμένος Βούλγαρος στρατιώτης, με
το πρόσωπο πεσμένο στα διπλωμένα του μπράτσα, και κοιμούνταν βαθιά. Πλάγι του, ένα αδειανό κανάτι
κρασί και το χυμένο ποτήρι μαρτυρούσαν το είδος του ύπνου του. Κοντά στην αναμμένη γωνιά όπου ο
ξενοδόχος μαγείρευε ξερά κουκιά για το δείπνο, κάθουνταν ένας καλόγερος. Τα μακριά καστανά του γένια
και τα ρούχα του ήταν κατασκονισμένα, και η στάση του και τα μισόκλειστα του ματόκλαδα έλεγαν μεγάλη
κούραση. Με βαρεμό έμοιαζε ν' ακούει τη μωρολογιά του ξενοδόχου, και μόνο μ' ένα ναι κι ένα όχι
αποκρίνουνταν στ' ατέλειωτα ρωτήματα του, και αφηρημένα κοίταζε το δούλο του ξενώνα, ένα λιγνό παλικάρι
που σιωπηλά έσχιζε ξύλα και τα έκαμνε δεμάτια.
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα, και όλοι γύρισαν ξαφνισμένοι. Μόνος ο μεθυσμένος στρατιώτης δεν
κούνησε.
- Ποιος είναι; ρώτησε ο ξενοδόχος, χωρίς να σηκωθεί.
- Ο Δαβίδ, απήντησε απέξω μια αντρίκεια φωνή.
Ο ξενοδόχος έκανε νόημα του δούλου ν' ανοίξει κι ένας άντρας μπήκε μέσα και σφάλισε την πόρτα. Ήταν
μεγαλόσωμος, αδύνατος, ξερός και βρώμικος, και κούτσαινε απ' τ' αριστερό του πόδι. Φορούσε στρατιωτικά,
μα η φορεσιά του ήταν παλιά και λερωμένη, με μεγάλους μουντούς λεκέδες σαν από αίματα παλιά. Φορούσε
μια σχισμένη κάπα χωρικού με κουκούλα, που του σκέπαζε σχεδόν όλο το κεφάλι, και το ένα του μάτι ήταν
δεμένο.
- Τι είναι, Δαβίδ; ρώτησε ο ξενοδόχος.
- Δε βρήκα άλογα, αποκρίθηκε ο κουτσός.
Ο καλόγερος καθώς άκουσε τη φωνή, ανατρίχιασε, μα βαστάχθηκε και ξανακάθησε στη θέση του με τα μάτια
καρφωμένα στον κουτσό. Οι δυο χωρικοί είχαν σηκωθεί κι αυτοί.
- Τι; είπε ο ξανθός. Σε όλο το χωριό δεν έχει δυο άλογα;
- Έχει, και πολλά! αποκρίθηκε ο κουτσός. Μα τα πήραν όλα οι χωρικοί και τρέξανε να δουν τη φωτιά.
- Ποια φωτιά;
- Το Βουτέλιο καίεται.
Ο χωρικός άρπαξε τα ξανθά του μαλλιά.
- Το Βουτέλιο! Το Βουτέλιο! φώναξε έξω φρενών. Και το Βουτέλιο τώρα!...
Ο κουτσός τον κοίταξε. Κάποια ειρωνική σπίθα γυάλισε στο μάτι του.
- Μην έχεις εκεί φυλαγμένα τα σιτάρια σου, πατριώτη, και κάνεις έτσι; ρώτησε.
- Όχι, αποκρίθηκε ο χωρικός γυρεύοντας να νικήσει την ταραχή του, μα έχω εκεί... συγγενείς... Φέρε μου ένα
άλογο! φώναξε τινάζοντας τον ξενοδόχο από τον ώμο, και σου πληρώνω ό,τι θες! Ο ξενοδόχος κούνησε

70

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ
αρνητικά το κεφάλι.
- Αν ο Δαβίδ λέγει πως δεν έχει, θα πει πως δεν έχει! αποκρίθηκε. Αυτουνού θα το δίνανε, εκεί που εμένα θα
λέγανε όχι.
- Γιατί; ρώτησε ο κουλός χωρικός.
Ο ξενοδόχος έδειξε το δεμένο μάτι του κουτσού.
- Γιατί, είπε, όλοι τον ξέρουν πως γλίτωσε, ο δύστυχος, σα να πούμε από τον Άδη, κι εκεί που ο Έλληνας
δαίμονας τύφλωσε τόσες χιλιάδες, της τύχης του αυτουνού ήταν το ένα του μάτι μονάχα να του βγάλουν, και
μπορεί τουλάχιστον να κερδίζει το ψωμί του με κάτι μικροδουλίτσες και θελήματα που του δίνουν όλοι για τη
χώρα...
- Ήσουν στο Κλειδίον; ρώτησε ο πρώτος χωρικός με συγκίνηση.
- Και βέβαια! αποκρίθηκε ο ξενοδόχος αντί του κουτσού. Και σα γύρισε, δεν τον γνώρισα πια, τον κακομοίρη,
κι ας είναι κι εξάδελφος μου! Αναγκάστηκε να μου δείξει το δαχτυλίδι του για να τον πιστέψω.
Ο χωρικός έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και θέλησε να το δώσει του Δαβίδ. Αλλ' αυτός τυλίχθηκε στην κάπα του,
που σκέπαζε τα δυο του χέρια.
- Χρυσάφι; είπε. Κάτι μπόλικα τα έχεις, πατριώτη. Μα δε σου έκανα τίποτα, εξακολούθησε, και δε ζητώ
ψυχικά.
- Ούτε σου κάνω ψυχικά, αποκρίθηκε ο άλλος, μα θέλω να μου βρεις άλογο.
Ο Δαβίδ χαμογέλασε.
- Να με φλουρώνεις, είπε, το χατήρι σου δεν μπορώ να σου το κάνω. Μα πάρε, σα θες, οδηγό, να σε πάγει πεζή
στη χώρα.
- Οδηγό; Ποιος έρχεται; ρώτησε ο χωρικός κοιτάζοντας γύρω.
- Αυτός ξέρει το δρόμο, είπε ο Δαβίδ δείχνοντας το δούλο.
- Έλα λοιπόν, είπε ο χωρικός, μα έξαφνα σταμάτησε και κοίταξε προσεκτικά το δούλο: Είσαι από δω; ρώτησε.
- Οχι!
- Από πού είσαι;
- Από μακριά, αποκρίθηκε ο δούλος με φανερή κακή θέληση. Ο χωρικός χαμογέλασε, μα το χαμόγελο του ήταν
λύπη γεμάτο.
- Δε γυρεύω το κακό σου, έννοια σου, είπε σιγά. Μα μου θύμισες μια γυναίκα...
Γύρισε να βγει έξω. Ύστερα φώναξε πάλι τον ξενοδόχο.
- Δε θέλω οδηγό, είπε, δείξε μου μόνο το δρόμο και θα πάγω μόνος, με το σύντροφο μου.
- Εύκολα θα τον βρεις, είπε ο Δαβίδ. Οι φλόγες φαίνονται μόλις γυρίσεις το λόφο.
- Ποιο λόφο; Δε με πας ως εκεί;
- Άφησε τον, το φτωχό! είπε ο ξενοδόχος. Σε πάγω εγώ. Και γυρνώντας στο δούλο: Κοίταξε να ξυπνήσεις
αυτόν το μεθύστακα, και πήγαινε τον στο στάβλο αν θέλει να κοιμηθεί. Ύστερα στρώσε του άγιου πατέρα...
Και βγήκε με τους δυο χωρικούς κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο μεθυσμένος στρατιώτης σηκώθηκε μ' έναν
πήδο κι έτρεξε στο δούλο.
- Μιχαήλ, γρήγορα, ποιος είναι ο ξανθός; ρώτησε.
- Ο Δραξάν, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Άκουσες τίποτα από κείνα που έλεγαν;
- Ναι, και θα τους ακολουθήσω...
Ο καλόγερος είχε σηκωθεί και, χλωμός σαν το κερί, έδειξε στους νέους τον Δαβίδ, που με το αυτί κολλημένο
στην πόρτα άκουε τα βήματα που απομακρύνουνταν. Έξαφνα γύρισε κι αυτός, πέταξε την κουκούλα του,
σήκωσε το μαντίλι από το μάτι του κι άρπαξε τον καλόγερο στην αγκαλιά του.

71

Του πατέρα μου. είπε. μουρμούρισε ο παπάς.Τι άκουσες.Γρηγόρη! φώναξε. .Κάποια προδοσία μαγειρεύεται. . .Ναι! Είναι κάπου εδώ κοντά. . Κι αυτός.Νικήτα! Επιτέλους!. έκανε ο καλόγερος καταθλιμμένος. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε κρασί και καμώθηκε το μεθυσμένο πριν φθάσουν οι δυο χωρικοί. Δεν μπόρεσα να βρω σε ποιο χωριό τον έχουν. Πες μου μόνο. και όπου περνά ρωτά ο 72 .Όχι. . αναφώνησε ο καλόγερος. . Μα θέλησε ο πατέρας σου να ξεφύγει. . σου φέρνω νέα. είπε ο Νικήτας. . . Ο Μιχαήλ θέλησε να τον ακολουθήσει.Ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος.Έχετε γεια και η Παναγία μαζί σας. Ο Αυτοκράτορας το πήρε κατάκαρδα. . στράφηκε ξαφνικά στους νέους. είπε ο Γρηγόρης. Σας αναγνώρισε.Γιατί ο Ιβάτζης έβαλε υποψίες πως ο πληγωμένος στρατιώτης της μονής ήταν ο Κωνσταντίνος ή ο Μιχαήλ. . Τον Κωνσταντίνο άραγε τον είδε καθόλου στο μοναστήρι. ρώτησα. εξακολούθησε γυρνώντας στον Μιχαήλ. Μήπως δεν πληροφορήθηκες καλά.Τον είδες. κι όπου περνάς ρώτα. είπε ο Γρηγόρης. Πήγα στη Σέταινα. λέγει.Σήμερα είδε καθόλου ο Δραξάν το πρόσωπο του Κωνσταντίνου. μα δεν έχω καιρό να σταθώ τώρα. .Μην πας. . είναι να δούμε το γέρο. είδα πως ταράχθηκες. Γρηγόρη. την πήρα.Καλά. μ' έστειλε επίτηδες στην Αχρίδα να ρωτήσω. Μα ο καλύτερος τρόπος να τη βρούμε. αυτό μπορώ να σου το βεβαιώσω. . . είπε ο Νικήτας. Γιατί ρωτάς. Καθώς λοιπόν έμαθε ο Αύγουστος πως τ' ορφανό του Αργυρού βρίσκεται στα χέρια των Βουλγάρων. ξέρεις ποιος είναι ο μονοχέρης.τι πληροφορία ήταν δυνατόν να πάρω. Και με το χέρι ακόμα στον ώμο του Γρηγόρη. θέλει και καλά να βρει το κορίτσι. έφαγα τον κόσμο· κατάφερα να βρω τα ίχνη του πατέρα σου. και τότε τον έβαλαν στα σίδερα.Και το παιδί. Κωνσταντίνε. . Του φαίνεται πως έχει υποχρέωση ν' αναθρέψει το παιδί του αξιωματικού που έδωσε τη ζωή του γι' αυτόν. . σας είδε. και οι γείτονες λένε πως δεν είχε κόρη. . . ρώτησε.Όχι! Τον έφερε κει ο καινούριος του αφέντης και τον είχε. Είσαι παπάς. Μα το γέρο τον είχαν πάρει.. αν ζει ακόμα. Σε παρακοίταξε ο Δραξάν και παρατήρησε την ομοιότητα σου με τη γυναίκα του.Και τώρα. Θα σου στείλω μήνυμα κρυφό. Μα κόρη δεν είχε ο γέρος.Ναι! είπε ο Μιχαήλ.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ . αποκρίθηκε ο Νικήτας. . κι έστειλε έναν πιστό του να βεβαιωθεί.Δεν έπρεπε να με αναγνωρίσεις. είπε ο Κωνσταντίνος. Ο καινούριος αφέντης του Παγράτη αγόρασε. μονάχα το γέρο. Ήταν λοιπόν αλήθεια η δική σου φωνή που με τάραξε σα μπήκες! Μα τα λόγια σου με γέλασαν. μυστικοσύμβουλος του Ρωμανού.Τώρα εξακολουθώ να τη γυρεύω.Το παιδί εξαφανίστηκε. εκεί που εμένα ούτε να μ' αποκριθούν δεν ήθελαν. φαίνεται.Ό. μα αύριο φύγε ξημερώματα. και ίσως σ' αφήσουν να τον δεις. αποκρίθηκε ο Νικήτας. . είπε ο Γρηγόρης. φαίνεται.Πώς είναι δυνατόν. μα ο Νικήτας τον σταμάτησε: ..Όχι... σ' ένα χωριό κοντά στη Σέταινα. όχι όμως της κόρης. Μην πεις μονάχα πως είσαι γιος του! . Και ανοίγοντας την πόρτα χάθηκε στο σκοτάδι. Ο κακόμοιρος ο πατέρας σου κατάφερε με άλλον παπά να στείλει μήνυμα του Αυτοκράτορα. να δουλεύει στα χωράφια.

και οι βρισιές του επίσης.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ ίδιος. . και τρώγει το ίδιο φαγί με τον τελευταίο στρατιώτη!. την είδηση πως πέθανε ο Σαμουήλ. και ο Κωνσταντίνος μου είπε να μπω εδώ δούλος. Θεωρεί πια την αντίσταση σχεδόν τελειωμένη και δε θέλει να πειράξει τους κατοίκους. στη Μοσυνούπολη. Η φωνή και τα βήματα του ξενοδόχου ακούστηκαν πάλι που πλησίαζαν. ρώτησε τάχα φοβισμένος ο Μιχαήλ. αποκρίθηκε επίσης σιγά ο Μιχαήλ. . και κάθησε πλάγι στο τζάκι τάχα πως μισοκοιμούνταν. Αυτή τη φορά δεν κατέστρεψε τίποτα στο δρόμο. Και μου έδωσε ο δύστυχος ένα σωρό ευχές για το καλό που του έκανα! .Στο διάβολο ο πόλεμος και οι στρατιώτες! φώναξε ο ξενοδόχος ξεσπάνοντας.Δε θα παρουσιαστεί. Ο Γρηγόρης έπεσε βιαστικά στο στρώμα που του είχε στρώσει ο Μιχαήλ. Πήγαμε λοιπόν στο Βουτέλιο.Ο Αυτοκράτορας. όπου κι αν τον πιάσουν. ήταν μεγάλη τρέλα! αποκρίθηκε ο Νικήτας. και δρόμο πάλι. Τον εθαύμασα. νόμιζα πως θα τον βρω μονάχο εδώ. στη στιγμή διέταξε την αναχώρηση.Κι ο Κωνσταντίνος. δε βρήκαμε τον Ρωμανό. Μόλις του πήγα. Αν ξαναπέσει στα χέρια των δικών μας. ρώτησε χαμηλόφωνα. Στο Βουτέλιο. Νικήτα. Μόνο τα παλάτια του Γαβριήλ Ρωμανού καίει.Τι τρέχει. Ο Μιχαήλ έτρεξε κι άνοιξε την πόρτα. τον οποίο διόρισε Κατεπάνω του θέματος της Θεσσαλονίκης αφότου σκοτώθηκε ο Βοτανειάτης. ρώτησε ο Μιχαήλ. Ο Γρηγόρης ανασηκώθηκε.Πώς! Δεν έκαψε λοιπόν το Βουτέλιο. . μη με καταλάβουν καμιάν ώρα πως δεν είμαι ο τυφλωμένος εξάδελφος του ξενοδόχου.. Βήματα ακούστηκαν απέξω.Όχι. το γερο-Βασιλιά μας! Καβάλα από το πρωί ως το βράδυ. για να βλέπω τους περαστικούς που πάνε κι έρχονται από το Βουτέλιο ενόσω εκείνος κατασκόπευε σ' όλη την περιφέρεια. αφέντη.. . . συνάμα και η φωνή του ξενοδόχου μουρμουρίζοντας και βρίζοντας. . Πλήρωσα καλή τιμή για να τον κρατήσουν και να τον περιποιηθούν όσο ζει. Να! Ωραία πράματα γίνονται! Από το λόφο φαίνονται οι φλόγες που τρώνε το Βουτέλιο! Ωραίες δουλειές θα κάνομε μεις οι φτωχοί σα χαθεί 73 .Και συ. . τα ρούχα του και ό. . . . . . Οι άλλοι δυο καμώθηκαν τους κοιμισμένους. . μόλις σταμάτησε να πάρει μαζί τον Κωνσταντίνο Διογένη. Προσπαθώ όμως να μην πολυβγαίνω με της μέρας το φως. Είχε φύγει.Πού είναι τώρα. Σε μια προβιά κοιμάται.Ναι. όλοι οι στρατηγοί έχουν αυστηρή διαταγή να τον σουβλίσουν. Στη Θεσαλονίκη. Μ' αφού έφθασε στην πόρτα. . Τον απήντησα εδώ κοντά.Πάγει στο στάβλο. Τότε σου μήνυσε να έλθεις. ψιθύρισε ο Μιχαήλ. είπε ο Νικήτας. ο ξενοδόχος εξακολούθησε το δρόμο του αντί να μπει μέσα. .Πώς βρεθήκατε όλοι εδώ μαζί.Είναι περισσότερο από μήνας.Και είσαι από καιρό εδώ. ρώτησε ο Γρηγόρης. Τότε υποψιαστήκαμε πως ο Αυτοκράτορας έρχεται.Το είχαμε έτσι διορθωμένο. τυφλό κι ελεεινό.. Στον Πρίλαπο σα φθάσαμε. και τον έβαλα σ' ένα μοναστήρι που βρέθηκε στο δρόμο μου.Δέκα μέρες. αφού μας άφησες. ποτέ δεν παραπονέθηκε από κούραση. έκρυψε πάλι το χαλασμένο του χέρι κάτω από την κάπα.Και αν παρουσιαστεί έξαφνα ο εξάδελφος. .Τι τρέλα να πάγει εκεί ο Δραξάν! είπε ο Γρηγόρης.τι άλλο είχε.. σήκωσε την κουκούλα του. Ο Νικήτας κατέβασε το μαντίλι στο μάτι του. Σαν έλαβα στο μοναστήρι το μήνυμα του Κωνσταντίνου. Στο δρόμο απήντησε το Νικήτα κι έμαθε τη γρήγορη πορεία του Αυγούστου. Από κει έρχομαι. και ήλθα εγώ στη θέση του με τ' όνομα του. .

είχε μάθει να λαγοκοιμάται. αυτός! Μου έπιασε τα χέρια και είπα πως θα μου τάσπανε! Μια και δυο. Όχι βέβαια ο Τσάρος. θα πληρώσει!. έβγαλε μερικούς οβολούς και τους έβαλε μέσα στο πεσμένο μετάλλινο ποτήρι του Κωνσταντίνου.. Απέξω ακούστηκε το ίδιο σημείο. παιδί μου. γελάς και συ. σκέπασε το πρόσωπο του και ξαπλώθηκε πλάγι στο τζάκι να κοιμηθεί. που δεν τον έβαλες στο στάβλο! . Πάλι το ξύσιμο ακούστηκε.Να τον πιάσω! αναφώνησε ο ξενοδόχος. Ωστόσο άφησε μας να κοιμηθούμε. που λες. θάπεφτε να κοιμηθεί. Ανασηκώθηκε κι ακροάστηκε. Μα δε φταίγει αυτός! Φταις εσύ. Πολλές ώρες είχαν περάσει..Τι φταις εσύ. τρέχα γύρευε! Αν τους πιάσεις! Όλοι είχαν εξαφανιστεί! Ο Νικήτας δεν μπόρεσε να βαστάξει τα γέλια στο τέλος της διηγήσεως. Και σαν έσβησε ολότελα.Είναι δίκαιο. έκανε κακιωμένος ο ξενοδόχος. άνοιξε τη θήκη. φωνάζουν και κλαιν πως είναι τέλεια καταστροφή. και το βάζουν στα πόδια χωρίς να με πληρώσουν. παλιόπαιδο. Εκεί.. και σε λίγο όλοι κοιμούνταν στον ξενώνα. Θηρίο είναι. ζώντας αδιάκοπα μέσα στους κινδύνους και στους εχθρούς.Όχι βέβαια! είπε ο Νικήτας. την πήρε. . και τους πιάνουν τα νεύρα τους.Ναι. στο αμυδρό φως των μισοχωνεμένων ξύλων του τζακιού. Τυλίχθηκε στην κάπα του. Ακουμπισμένος στον τοίχο ο Νικήτας έστησε την προσοχή του στο κουφό βήμα που απομακρύνουνταν. έτσι μεθυσμένος που ήταν. Εμπρός στην πόρτα είχε σύρει ο Μιχαήλ την ψάθα που του χρησίμευε για κρεβάτι. κοντά στον Νικήτα. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ ξεφεύγοντας την κλωτσιά του ξενοδόχου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ η χώρα! Ποιος θα μας δώσει ψωμί. οι κυρ-χωρικοί τις φλόγες. έπεσε απάνω μου εκεί που γύρευα να τον πιάσω. και μ' άφησε στο δρόμο πλάγι. προσεκτικό. για να κοιμηθώ. .Τι φταίγω εγώ. Δαβίδ. μα ο παλιάνθρωπος αυτός ο μεθυσμένος. Και να σου τους έξαφνα κι αρπάζουν τα μαλλιά τους. Αυτός πάλι. όπως λέγανε οι χωρικοί αναμεταξύ τους!. ναι. Αμ' ποιος φταίγει. σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να πληρώσει. που Κύριος οίδε που γυρνά. παλιόπαιδο. Και τις βλέπουν. έβγαλε από μέσα μια περγαμηνή και διάβασε: 74 . οι παλιάνθρωποι! Έκανα να τους κυνηγήσω. . μ' έριξε χάμω. . Ο Νικήτας σηκώθηκε σιγανά και. είπε ο Νικήτας. βρήκε μια στενή ξύλινη θήκη.. θαρρούν πως ο κόσμος είναι δικός τους! . Είμαι βέβαιος πως θάρθει πάλι να σε πληρώσει. αν ξέκοψε. πασπατεύοντας στο πεζούλι. σκέπασε το κεφάλι μου με το ρούχο μου. ώσπου να πω φουντούκι. που δεν έβλεπε μπροστά του από τόσο κρασί που κατέβασε τζάμπα. παίρνοντας γωνιά-γωνιά. αφού μπούχτισε κρασί τόσο που έγινε τάπα. Ο Νικήτας τότε σηκώθηκε.Μην κακολογάς το σπαθί. έκλεισε το παράθυρο. και προσεκτικά γύρισε στη θέση του. όταν βλέπω άλλον μπερμπάντη να έρχεται. που με καλά λόγια γύρευε να τον παρηγορήσει.Και δε φθάνει που δε με πλήρωσαν. ξέσπασε πάλι ο ξενοδόχος. Δεν πας να τον πιάσεις εσύ καμιάν ώρα. και ο ξενοδόχος πήγε και κάθησε στη γωνιά του. Αν τον πήγαινες στο στάβλο. ένα μικρό καμαράκι όπου είχε το στρώμα του. Από τα χρόνια όμως που έκαμνε ο Νικήτας τον κατάσκοπο. ψιθύρισε γελώντας. .. για να μην τον δει ο ξενοδόχος αν τύχαινε να είναι ξυπνητός στο πλαγινό χώρισμα. . Αρκετό κρασί σκορπίστηκε χάμω για να το πληρώσομε του κακομοίρη. Ήταν ο στρατιώτης. στουπί καθώς ήταν! Μα τίποτα! Ούτε άχυρα δεν έστρωσες στο στάβλο! Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι χωρίς ν' αποκριθεί. όταν ένα λαφρύ ξύσιμο στο ξύλινο παραθυρόφυλλο κίνησε την προσοχή του. και μουρμουρίζοντας μεθυσμένα λόγια. αφέντη. Μα γιατί δεν τον έπιανες και συ στο ξύλο. . άνοιξε το παράθυρο όσο που να περάσει το χέρι και. μ' έστρωσε κιόλα στο χώμα! Επειδή φορούν το σπαθί. Νόστιμο τάχα το βρίσκεις. λέγει! Είδα κι έπαθα να λύσω το ρούχο! Και σα σηκώθηκα. σίμωσε στο παράθυρο και με το νύχι χτύπησε το παραθυρόφυλλο τρεις φορές αραιά και ύστερα άλλες δυο απανωτά. Τρελάθηκε! είπε ο ξενοδόχος κατσουφιασμένος και μουρμουρίζοντας και βρίζοντας μπήκε στο πλαγινό χώρισμα. όπως σου είπα. οι μασκαράδες. το έδεσε κι εγώ δεν ξέρω τι λογής. τάχα πως ήμουν παιδάκι και θα με πλάγιαζε.Τι. λαφρύ.

αποκρίθηκε επίσης σιγά ο Νικήτας. Λίγο λίγο όμως το μάτι του συνήθισε στο σκοτάδι.. Του φάνηκε η εκκλησία άδεια. . Κοίταξε. χτύπησε το παράθυρο. με την περγαμηνή που είχε ετοιμάσει για τον Νικήτα. Μπήκε μέσα αγάλια . είπε. άναψε κι εκείνος άλλο κεράκι.Τι λέγει. Της εκκλησίας η πόρτα ήταν ανοιχτή κι ένα κεράκι έκαιε στο σκοτάδι εμπρός στην εικόνα της Παναγίας. κι ένας γέρος παπάς.. Ένας αναστεναγμός σαν αναφιλητό ακούστηκε στο βάθος της εκκλησίας. ώσπου να ξημερώσει. η δύστυχη πατρίδα μου. με σκυφτό κεφάλι. ο Δραξάν και ο σύντροφος του γύρισαν πίσω και πέρασαν κοντά στον Κωνσταντίνο χωρίς να τον δουν στο σκοτάδι. θα σταματήσω.τρεις κομμένες λέξεις έφθασαν στ' αυτιά του. Ο παπάς άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τους έβαλε μέσα.». Ύστερα. και τον όρκο μου. και τότε έτρεξε πίσω στον ξενώνα.. ο εχθρός του Δραξάν. και πλάγιασε πάλι να κοιμηθεί. την κοίταξε ώσπου αποκάηκε.. Βούλωσε τ' αυτιά του με τα χέρια του για να μην ακούσει περισσότερα κι ακροπατώντας βγήκε από την εκκλησία. .. χριστιανοί. δεν καταπιάνομαι τίποτα. Και του ξαναείπε τα λόγια που διάβασε. μα δεν είδε τίποτα. Και η πόρτα έκλεισε πάλι. Στο μισό δρόμο όμως σταμάτησαν. μουρμούριζε ο άντρας. προσκύνησε. . αποκρίθηκε ο Δραξάν. ω Θεομήτορ. το έμπηξε στο μανουάλι. Ήταν ο Μιχαήλ που είχε συρθεί κοντά του..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ «Φύγε ξημερώματα ανατολικά. Τι ζητάτε. .Κάτι σοβαρό είναι.Πως πρέπει να φύγω. και ξεχώρισε. Δυο . Μα έξαφνα κάποιος έσφιξε το χέρι του. ένα αντρίκειο κορμί με το κεφάλι σκυμμένο και κρυμμένο στα χέρια. Πολλήν ώρα πήγαιναν στο μεγάλο δρόμο. ξεπετάξου στο Βουτέλιο και ειδοποίησε τον Αυτοκράτορα. Αν δε με βρεις εκεί. 75 . Μα οι δυο άντρες μιλούσαν σιγά και δεν άκουε τι έλεγαν. πατώντας λαφριά.. τράβα για τη Σέταινα.. Θα φύγω ξημερώματα. και σε λίγο έφθασαν σ' ένα ερημοκλήσι χτισμένο απάνω στο ριζοβούνι.Όσο δεν ξέρω πού βρίσκεται ο Τσάρος. Ύστερα ανέβηκαν από ένα δεντροσκέπαστο μονοπάτι. Πρόκανε με στο Δραχάνι. Η μέρα χάραζε σαν έφτασε. κι έφυγε πάλι για το ερημοκλήσι του βουνού.Οι Άγιοι Πατέρες βοήθεια σας. Μόνο τ' όνομα ενός χωριού. Συγχώρησε. . σκορπίζοντας βαρύ μαύρο σύννεφο στο σκοτεινό ουρανό. Ο Νικήτας έριξε την περγαμηνή στη φωτιά. Του φάνηκε ιεροσυλία πως άκουε αυτός. τους άνοιξε. και αναστατώθηκε η ψυχή του όλη. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ Στο μεταξύ ο Κωνσταντίνος. Τα υπόλοιπα χάθηκαν. αφού ξεφορτώθηκε τον ξενοδόχο στην άκρη του δρόμου. Πρέπει να σε δω. και με το πρώτο μήνυμα που θα σου στείλομε. Ο Δραξάν άπλωσε το χέρι κι έδειξε του συντρόφου του τα μεγάλα κτίρια. ψιθύρισε. . Εσύ μείνε δω. σα φύγει και ο Γρηγόρης. Έχω δυο άλογα έτοιμα. Πηγαίνοντας στη Σέταινα. κυνήγησε τον Δραξάν και το σύντροφο του. που τρεχάτα κατέβαιναν κατά το Βουτέλιο. την ξεμολόγηση της θλιμμένης του ψυχής προς την Παναγία. κι αποτραβήχθηκε σε μια γωνιά να προσευχηθεί. τη ζωή μου γι' αυτήν... τα παλάτια του Ρωμανού με τις φλόγες που ολοένα απλώνουνταν και φώτιζαν και άρπαζαν τα γειτονικά σπίτια. έφθασε στ' αυτιά του: «το Δραχάνι». Ο Κωνσταντίνος περίμενε ώσπου είδε το φως να σβήσει στο κελί. έλεγε ο Δραξάν.Α. Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τη φωνή του Δραξάν.Ο. Και πλάγιασαν πάλι κι αποκοιμήθηκαν ως το πρωί. με αναμμένο λυχνάρι στο χέρι.Επίορκος!..αγάλια.Να μας αφήσεις μονάχα να ζεσταθούμε και να ησυχάσομε στο κελί σου. άφησε στο πεζούλι τη θήκη. Ο Δραξάν χτύπησε την πόρτα του κελιού που στέκουνταν κολλητό στην εκκλησία. στο Ιερό μπροστά.. Ν. Ο Κωνσταντίνος τους ακολούθησε όσο μπορούσε πιο κοντά. Έξαφνα ανατρίχιασε. . που έλεγαν και ξανάλεγαν.

και πρώτα . σαν τον Βλαδισλάβ. αποχαιρέτησαν τον παπά και κατέβηκαν στο μεγάλο δρόμο. καλή και νέα. όπου έφθασε την ώρα που βασίλευε πια ο ήλιος. και του ήλθε πάλι η παλιά νοσταλγία.. Πρώτη φορά στη ζωή του σκέφθηκε πως ο εχθρός του ήταν άνθρωπος.ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και τη θυμήθηκε τη μητέρα του. μικρός . που τον παραμόνευε. τάχα πως ήταν ξυλοκόπος και πήγαινε να πουλήσει τα ξύλα του. Κι ενόσω αυτός τον παραφύλαγε απέξω.. Ο Δραξάν δεν ήταν πια ο ταπεινωμένος άνθρωπος που παρακαλούσε την Παναγία. του την είχε μάθει η μητέρα του: «. όταν την παραμονή το βράδυ είχε πει του Μιχαήλ πως του θύμιζε μια γυναίκα. και σχεδόν δεν έβλεπε να διαβάσει.. Έπεσε στα γόνατα κι έκανε το σταυρό του.πρώτα αυτό έπρεπε να μάθει. ξύπνησε μέσα του για τη φυλή όλη που έβγαλε θηρία σαν τον Ιβάτζη. πριν προφθάσει αυτός να εκτελέσει τους σκοπούς του. Και το μίσος. που την αγαπούσε και από τη γυναίκα του και από τα παιδιά του περισσότερο!.. αλλά ο σύντροφος του Ιβάτζη και ο ομόφυλος του. χτισμένο στην όχθη μικρού ποταμού. δε θα έβλεπε τον Έλληνα. «Α. σα θα έφευγε ο Δραξάν νομίζοντας πως η νύχτα τον είχε φυλάξει από κάθε εχθρικό μάτι. Ο Κωνσταντίνος δεν τους ακολούθησε.. Αλλά στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα. συγκινημένος και ταραγμένος ως την ψυχή. ανημέρευτο. αμείλικτο. Πρώτη φορά αισθάνουνταν την ασχήμια του πολέμου.. Και μεμιάς ξύπνησε στο νου του η φριχτή ενθύμηση! Είδε πάλι τον πατέρα του καρφωμένο στο δέντρο με τη λόγχη του Ιβάτζη. «Μητέρα! Μητέρα. πως είχε αφήσει τη γυναίκα του. Μα τ' όνομα της χώρας δεν το είχαν πει. να κάνει το σταυρό του. το τσεκούρι του και τα ξύλα που κουβαλούσε στη ράχη. προσευχή που.. Ήταν ακόμα σκοτεινά κάτω από το πυκνό φύλλωμα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ Πυκνό και σκοτεινό ήταν το δάσος γύρω. τα παιδιά του. όχι! Όχι! Συγχώρεση δεν έχει! Όχι ακόμα! Ο Ιβάτζης ζει!»..μικρός σαν ήταν. σαν του μάθαινε. μέσα στην εκκλησία παρακαλούσε ο Δραξάν να του συγχωρεθεί η επιορκία του προς τον εχθρό του. σαν όλα εκείνα τα διψασμένα κτήνη που εκείνο το βράδυ είχαν πνίξει στο αίμα την ανυπεράσπιστη Αδριανούπολη. Ο Δραξάν βγήκε από την εκκλησία και μπήκε στο κελί. Και ο Κωνσταντίνος θυμήθηκε τότε τα λόγια του. Και ο Δραξάν ήταν της ίδιας φυλής! Κι αυτός θα έκαμνε τα ίδια αν δεν βρίσκουνταν τότε αιχμάλωτος στη Θεσσαλονίκη. πως.». Ο Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε μέσα στα δέντρα.... αγόρασε από έναν ξυλοκόπο τη φορεσιά του. πως είχε παραβεί όρκο δοσμένο στον αντίπαλο του. Τους είχε ακούσει την παραμονή τους σκοπούς του.. Έβγαλε από τον κόρφο του το ιερό βιβλίο. πως να τον παραδώσει στον αφέντη του. η τρίσβαθη λαχτάρα για τη φωνή της.». απεριόριστο. τη δική του βέβαια. οδηγώντας το χέρι του. και ύστερα από λίγο ξαναβγήκε με τον Ρωμαίο. Το Δραχάνι ήταν μεγάλο χωριό. και μουρμούρισε την προσευχή που είχε αρχίσει στην εκκλησία μέσα. άκουσε τη λέξη «Δραχάνι» κι αποφάσισε να πάγει εκεί. που μια και μόνη σκέψη είχε. και να πιάσει τον Δραξάν πριν ξεσπάσει το κίνημα. «Όχι! Συγχώρεση δεν έχει! Είναι οι φυλές μας εχθρικές! Ή η μία ή η άλλη πρέπει να χαθεί!».. χωρίς να είναι πλούσιοι. και μπορούσε να υποφέρει όσο κι αυτός ο ίδιος. και άλλο κακό δεν έκανε παρά να γεννηθεί σε ξένη κι εχθρική φυλή. Και παρακαλούσε για την πατρίδα του.. ζούσαν όμως με άνεση. Έκοψε δρόμο από γνωστά του μονοπάτια. Όλη η αγριάδα της ψυχής του είχε ξυπνήσει μέσα του. για να γυρίσει στα βουνά του και να τα διαφεντέψει. και το άνοιξε στη σημαδεμένη σελίδα όπου βρίσκουνταν το «Πάτερ ημών». από ένα φρούριο αυτοκρατορικό. Και σε λίγο. 76 . τα πλούτη και τις τιμές του Βυζαντίου.. τα φόρτωσε στη δική του και. όταν ο αντίπαλος είναι αγνός κι ευγενικός. τράβηξε κι αυτός για το Δραχάνι. μερικοί αξιωματικοί της φρουράς συνεννοούνταν με τον Δραξάν να σηκώσουν επανάσταση στη χώρα και να παραδώσουν στους Βουλγάρους το κάστρο που τους το είχε εμπιστευθεί ο Αυτοκράτορας. Ήξερε πως θα πήγαιναν στη Σέταινα. το αίμα της μητέρας του που την είχαν σφάξει οι Βούλγαροι. Ο Κωνσταντίνος έκρυψε τα μάτια του στη χούφτα του. όμορφη. με ωραία περιβόλια και πέτρινες καλύβες καλοχτισμένες. μουρμούρισε. σαν τον Σαμουήλ. που τον κυνηγούσε.. Σκέφθηκε πως.. την περίλυπη φωνή του.. όπως εκείνος υπηρετούσε την πατρίδα του. για κείνην. την Ελληνίδα που έμοιαζε του αδελφού της. και οι χωρικοί. Ήξερε πως κάποια προδοσία ετοιμάζουνταν. κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα. έτσι και ο Δραξάν για την πατρίδα του πολεμούσε.

και στρατηγοί ακόμα. Θες να μπεις μέσα. . . και όλοι έτρεχαν να το διαφεντέψουν. Πάλι με το δάχτυλο η Βουβή σχεδίασε ένα σταυρό στο στήθος της και με το δεξί χέρι.Ποια είναι.Στην υγειά σου.Δεν ξέρω. Ο ξενοδόχος την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. ρώτησε. στρατιώτες κι αξιωματικοί..Στους ήσυχους καιρούς δεν πάνε καλά. και στρατηγοί.Φεύγουν από το Βουτέλιο.Βρέχει έξω..δυο άλλους μουσαφίρηδες ακόμα. και πες μιαν ευχή να εξακολουθήσει η βροχή και να μου στείλει ο Άγιος Κύριλλος κανένα .Δεν ξέρω. αποκρίθηκε ο ξενοδόχος. πατριώτη.. . .Δεν καταλαβαίνω! Δεν καταλαβαίνω! φώναξε ο ξενοδόχος. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ Έβρεχε δυνατά. φώναξε κι έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε ολόκληρη. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. και τα μεγάλα μαύρα μάτια της. Μα η Βουβή τράβηξε το χέρι της από τα δικά του. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. κορίτσι μου. Θα πει πως έπεσε το Βουτέλιο. έκανε πως ευλογούσε. . . ..Τι θες. Ο Κωνσταντίνος πήγε ίσια στον ξενώνα. ρώτησε με κάποια ανυπομονησία. με τα μαλλιά της ξέπλεκα και μουσκεμένα από τη βροχή. είπε γεμίζοντας το ποτήρι του Κωνσταντίνου και το δικό του.Πρώτα ο Ηλίτζης1. κορίτσι μου. Ο Κωνσταντίνος την τράβηξε μέσα και την έφερε μπρος στη φωτιά. κάθησε κοντά στο τζάκι να στεγνώσει τα ρούχα του. με τη λαφιασμένη τους έκφραση.Τι θες.Εγώ κατάλαβα! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Και κρυώνεις.Ποιοι στρατηγοί. . λες. Και δεν μπορείς πια να μου ξεφύγεις σαν την άλλη φορά. λέγει... Ο ξενοδόχος του τα έφερε μ' ένα κανάτι κρασί και κάθησε αντίκρυ του. Ο Κωνσταντίνος. . Τώρα όμως γυρνούν πίσω. μεγάλα και μικρά.Γιατί. Το μαγειριό που ήταν συνάμα και τραπεζαρία. Γυρεύεις παπά. Ποια είναι. . .δυο άλλα δωμάτια μικρά. Λαφρύς χτύπος στην πόρτα τον διέκοψε. Καμιά απάντηση δεν ακούουνταν. Τρεις μεγάλοι στρατηγοί πέρασαν από δω και πήγαιναν στα Μογλενά βιαστικά και γρήγορα. έλαμπαν ολοφώτεινα στο πρόσωπο της. και ο ξενοδόχος εξακολουθούσε: . και ζήτησε ψωμί κι ελιές. . αργά και που. Μα τώρα τελευταία περνά κάμποσος κόσμος από δω. Περνούν. που δε βρίσκουνταν απάνω σε μεγάλο δρόμο. Πού πάνε. περνούσαν από κει. Μπροστά του στέκουνταν η Βουβή. Σηκώθηκε και μισοάνοιξε.Δεν πάνε καλά οι δουλειές. και γυρνώντας στον ξενοδόχο με το δάχτυλο σχεδίασε στο στήθος της ένα σταυρό. ε. . ύστερα ο Κασκάνος με τον Ιβάτζη. Φέρ' την μέσα. αρκούσαν με το παραπάνω για τους λίγους ταξιδιώτες που. σαν που πλέκουν οι χωρικοί. ρώτησε.Και πήγαιναν όλοι στα Μογλενά. Σαν όλους τους ξενώνες. στα χέρια των Ελλήνων.. Ο μεγάλος δρόμος είναι. Ο Κωνσταντίνος πετάχθηκε από τη θέση του. Όχι. ενώνοντας τον αντίχειρα με το τέταρτο δάχτυλο. το φτωχικό φαγί του χωρικού. αφού παζάρεψε και πούλησε τα ξύλα του. . Δε σε μέλει.Έτσι φαίνεται. . 77 . κι εξακολούθησε: Θέλεις να μου πουλήσεις κανένα πανέρι. ήταν κι αυτός μικρός και στενόχωρος. Μα γίνηκαν τις προάλλες μάχες στην Εγνατία οδό και ο Βασιλέας των Ελλήνων πήγαινε στο Βουτέλιο. Ήταν φορτωμένη πανέρια καλαμένια.Σε ξαναβρίσκω επιτέλους! είπε χαρούμενα. Ο Κωνσταντίνος καμώθηκε τον ανήξερο. κι ένα . .

θα τον βρούμε και γυρνώντας στον ξενοδόχο: Δεν μπορείς άραγε να μάθεις από τους γειτόνους πού πήγε. δεν ξέρω. λοιπόν ύστερα έφυγε από το χωριό. .Ναι. Είναι.. Και δεν πας στην εκκλησία να τον βρεις τον παπά. Η Βουβή έγνεψε πάλι καταφατικά.Έννοια σου. . και γύρισε κάμποσα σπίτια της γειτονιάς. όχι! Δεν κάνει να μείνεις εδώ! είπε θυμωμένα. Αυτόν γυρεύεις. μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. ρώτησε γελώντας ο ξενοδόχος..Κάνε μου θέση. είπε ο ξενοδόχος. και τρομαγμένη αποτραβήχθηκε στην πόρτα. Ο Κωνσταντίνος παραμέρισε τον ξενοδόχο και ρώτησε τη Βουβή: . . Και παραμερίζοντας τον.Δεν τον θέλεις αυτόν. και νομίζουν πια πως άλλη δουλειά δεν έχομε παρ' αυτούς να φροντίζομε! και βλέποντας τη Βουβή. σίμωσε τον Κωνσταντίνο που στέκουνταν πλάγι στο τζάκι: . ζητιάνους δε θέλω εδώ πέρα. είπε ο κουτσός. Θέλεις τι. αποκρίθηκε ο ξενοδόχος. Έτσι δέχεσαι τους δυστυχισμένους αδελφούς σου. . λες.. Και το ζώο του ήταν κατακουρασμένο. χριστιανέ.Όχι.Δε θέλεις τον παπά του χωριού. Έριξε μια ματιά του Κωνσταντίνου και πάλι του κουτσού.. αν κι έρχουνταν από μακριά. και γυρνώντας στον ξενοδόχο: Είναι δω κανένας παπάς. κουτσός. Τι λες. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. είπε δυσαρεστημένα ο ξενοδόχος. τη ρώτησε. . Γέμισε ζητιάνους ο τόπος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ . κορίτσι μου. . μα μια τελευταία σπρωξιά του ξενοδόχου τον έριξε στα σκαλοπάτια και η πόρτα έκλεισε. Η Βουβή έκανε νόημα «όχι». Ε. και με την κουκούλα βαθιά κατεβασμένη στο πρόσωπο.. Μήπως έχεις σκοπό να παντρευθείς. της είπε. έχω να σου πω! Η Βουβή καθώς άκουσε τη φωνή του ανατρίχιασε. Σαν θες.Όχι. και βλέποντας τα γνεψίματα της Βουβής: Έτσι είναι. Βρέχει έξω κατακλυσμός και μούσκεψα. είπε. Μα ο ξενοδόχος έτρεξε κι άρπαξε τον κουτσό από την κάπα του.. Να έλθει εδώ. Μα την ίδια ώρα κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα κι ο ξενοδόχος έτρεξε κι άνοιξε. θαρρώ. Ένας κουρελιασμένος. 78 . Τράβα παρακάτω.Έτσι μεταχειρίζεσαι τους αδελφούς σου που έχασαν το φως και την υγεία τους στον πόλεμο. . . Η αγωνία που γέμιζε τα μάτια της Βουβής συγκίνησε τον Κωνσταντίνο.Και πού πήγε. .Τι θέλεις.Γύρευε κάποιον. . Βλέπεις πως δεν μπορώ τίποτα να σου πω για τον παπά σου. . Τι να τον κάνεις. Ξέρεις. . Και τόσο παρακαλούσε το βλέμμα της. τυλιγμένος στην κάπα του.. μα δε στάθηκε καθόλου να ξεκουραστεί.Ήταν. ρώτησε.. φώναξε ο Νικήτας κάμνοντας πως θέλει ν' αντισταθεί. που ακουμπισμένη στον τοίχο κοίταζε μ' επιμονή τον Κωνσταντίνο: Πήγαινε και συ στο καλό..Και πού πήγε.Τι κακό είναι αυτό! είπε με μεγάλες χειρονομίες ο ξενοδόχος. που στον πόλεμο έχασαν και το φως και την υγεία τους. Ο Κωνσταντίνος από τα ρούχα αναγνώρισε τον Νικήτα.Γυρεύεις παπά. ρώτησε ο Κωνσταντίνος.. . παλικάρι. Στον ξενώνα.. κορίτσι μου! της είπε με παραξενιά. . Έφθασε κοντά το μεσημέρι κι έφαγε δω. έκανε με το κεφάλι η Βουβή.και κρυφά μουρμούρισε: Έλα έξω. ένας εδώ. Και με τις σπρωξιές τον έβγαλε έξω.Αυτόν τον παπά γυρεύεις. που δεν του έκαμνε καρδιά να την αφήσει χωρίς παρηγοριά στη μοναξιά της.Τι. . πήγαινε στο στάβλο να καθήσεις! Γέμισες τον κόσμο νερά! Φύγε από δω! Ο ξενώνας μου δεν είναι για τα κουρέλια σου.

Θέλησε να σκεφθεί κάτι άλλο. σε κανένα χαντάκι. πήγαινε κει. Συλλογισμένος βγήκε έξω ο Κωνσταντίνος. και της τα παίρνομε για μερικές φόλεις. με περικεφαλαία και χλαμύδα. . Με αυτά ζει. το άμοιρο! Δεν το λυπήθηκες. Γιατί το έδιωξες. Πες μου μόνο πού κάθεται το κορίτσι. Και όλοι τη βοηθούν. είναι επικίνδυνα εδώ τα ελληνικά.Φταίγει η βροχή. είπε ο Νικήτας. μα η καρδιά του ήταν γεμάτη από παλιούς πόνους. που τον προφύλαγε κάπως από τη βροχή κι εκεί περίμενε. . είπε ο Νικήτας γνέφοντας με τα φρύδια κατά ένα δασωμένο λόφο έξω από το χωριό. . Ναι. Μπήκε στο δάσος και κάθησε από κάτω από έναν πυκνό πλάτανο. Χωρίς να ζητήσει άλλη εξήγηση. Ο στρατιώτης με το χέρι έδειξε τον ξενώνα. αποκρίθηκε ο ξενοδόχος. και σ' όλες τις περασμένες αγαπημένες εικόνες. πότε στο άλλο. τη Βουβή την είδα. Κάλλιο να μη μας δουν μαζί αυτοί που έρχονται. Ο καβαλάρης σταμάτησε το άλογο του και κάτι ρώτησε. . Σε κανένα δε δίνει λογαριασμό πού πηγαίνει. . Πότε την ξαναείδα. μουρμούρισε. χωρίς να φαίνεται.Μα από πού είναι. στο δάσος. ενθυμήσεις παλιές των παιδικών του χρόνων. . και τώρα έρχομαι κι εγώ. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω χωρίς να κοιτάξει πίσω της. έκανε ο ξενοδόχος και τον πήραν τα γέλια. Θα πάγω εγώ να βρω τον παπά. Δε σού 'κανε τίποτα το κορίτσι. Ήταν βαριά η καρδιά του και δεν ήξερε γιατί.Κανένας δεν ξέρει. και την ίδια ώρα άλλος Βούλγαρος στρατιώτης.Να το βοηθήσεις! είπε ο Κωνσταντίνος και σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο: Το έβγαλες στο δρόμο με τέτοια βροχή. . Από τη θέση του έβλεπε. γιατί είναι καλό κορίτσι και υποχρεωτικό.Πήγαινε τώρα. και σου λέγω σαν έλθω στο λόφο. Και κοίταξε τα μαύρα σύννεφα που κατρακυλούσαν ψηλά από πάνω του.Πώς. αδιάκοπα ανακατώνουνταν τώρα και τα μαύρα τρομαγμένα μάτια της Βουβής. που σιγαλά τρέχει ανάμεσα στα χαλίκια. ξεπρόβαλε από τη γωνιά ενός σπιτιού και τον εσίμωσε. Μα φύγε τώρα. είπε αγανακτισμένος ο Κωνσταντίνος. Πότε στο ένα μέρος βρίσκεται. . όπου θέλεις.Η Βουβή. . Δεν είναι Βούλγαρος. Στη γωνιά του σπιτιού βρήκε τον Νικήτα και τον ρώτησε αν είδε το κορίτσι που βγήκε από τον ξενώνα. στο στάβλο. θαρρώ. Σε λίγο είδε έναν καβαλάρη με πλούσια στολή Βουλγάρου στρατηγού που πήγαινε κατά τον ξενώνα. . κι ο άλλος τράβηξε για το λόφο. . . ύστερα πάλι λείπει για μήνες. Αντάλλαξαν μερικά λόγια.Δεν ξέρω.Μα τι να του κάνω. Να.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ Η Βουβή δε στάθηκε πια να ζητήσει βοήθεια του Κωνσταντίνου. σκέφθηκε. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Και πάλι με τη μορφή της θυμήθηκε έξαφνα το γλυκό μουρμούρισμα του νερού.Μίλα βουλγάρικα. και με είδε και αυτή και με κοίταξε καλά . Πολύ συχνά έρχεται δω.καλά. Κάποτε πλέκει πανέρια και τα πουλά. δεν έχει σπίτι. 79 . . κάθεται δω. . που να μην ξέρει τη Βουβή. ύστερα ο καβαλάρης εξακολούθησε το δρόμο του.Και πού πήγε. άλλη φορά μαζεύει κουκουνάρες ή ξερά ξύλα στο δάσος.Όχι βέβαια! Από μικρό παιδί γυρνά έτσι όλη τη Μακεδονία. τον κυριότερο δρόμο του χωριού που περνούσε μπρος στον ξενώνα.Γιατί άραγε.Ποιος έρχεται. πήρε ο Κωνσταντίνος το δρόμο του κι ανέβηκε στο βουνό.

και δεν είδε τη Βουβή που τον έτρωγε με τα μάτια σφίγγοντας το στήθος της για να συγκρατήσει την καρδιά της που σπούσε.Ποιοι κάτοικοι. Σας γυρεύει σένα και τον Μιχαήλ. Έχει γεια. Και πήγα στον ξενώνα όπου θα έλθει ο Δραξάν με τον Ρωμαίο τον Χειρότμητο. να φύγεις εσύ από τη Σέταινα. . μουρμούρισε ο Νικήτας. μη με περιμένεις. στηριγμένος στον πλάτανο. Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Εδώ παίζεται μεγάλο παιχνίδι. Και ο στρατιώτης με την περικεφαλαία ήταν ο Νικήτας. Κάνε κατά την κρίση σου.Πού βρήκες τη στολή σου. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα.Πάμε στ' ανοιχτά..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ Ο Κωνσταντίνος είχε σηκωθεί όρθιος και. είπε ο Κωνσταντίνος.Σουτ! έκανε ο Κωνσταντίνος. Ο Νικήτας γύρισε κατά την Εγνατία οδό.Γι' αυτό ήλθα εδώ. Πες του πως ο Αυτοκράτορας των Ελλήνων στέλνει δυο στρατηγούς. και από κει πήρε από τα μονοπάτια του βουνού και τράβηξε για τη Σέταινα. αποφεύγοντας το χωριό. με σημαντική δύναμη να πάρουν τον Πρίλαπο και το Στύπειον. . ρώτησε ο Κωνσταντίνος. είπε ο Κωνσταντίνος.. αποκρίθηκε ο Νικήτας. Είναι περιττό πια να κάμνω το ζητιάνο. κατέβηκε το ποταμάκι.. Από το αγέρωχο ύφος του καβαλάρη είχε αναγνωρίσει τον Ιβάτζη. ρώτησε σιγά ο Κωνσταντίνος. που δεν άκουσε τα κλαδιά που έτριζαν. Ο Ασάν δε φοβάται τίποτα εδώ. ..Τη φορούσα κάτω από τα κουρέλια μου. .Θα τα μάθει που θα τα μάθει. Σα βεβαιώθηκε πως ο Αυτοκράτορας έκαιε την πόλη. κοίταζε τους δυο άντρες με άφραστη συγκίνηση. Ο Δραξάν συννενοείται μ' ένα . Οι δυο άντρες αποχαιρετήθηκαν και χωρίστηκαν. αν μπορέσω. αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία.Πρέπει να μάθεις.Καλά. Τόση ήταν η συγκίνηση του. τόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά του. του είπε βουλγάρικα. Βιάζομαι να ξαναφύγω. και μου παρήγγειλε να πάγω μπροστά. αν δεν καταφέρω εγώ να το μάθω. Τίποτα δεν κούνησε.Όχι. γύρισε πίσω. Όλοι όμως οι κάτοικοι είναι. και ύστερα. . και γυρεύει να κερδίσει καιρό. Να πας εσύ τώρα αμέσως στη Σέταίνα και να βρεις τον Τσάρο που είναι κει. αποκρίθηκε ο Νικήτας. φαίνεται. έτοιμοι να σηκωθούν. σκυμμένος εμπρός. πέρασε αντίκρυ. με μεγάλα βήματα. Και βγήκαν από το δάσος και κάθησαν παρακάτω. είδε τον Κωνσταντίνο κι έτρεξε κοντά του. Οι δυο άντρες ακροάστηκαν. 80 . Θα τραβήξω ως το Βουτέλιο να δω τον Αύγουστο. .Γιατί πρέπει να τα πω αυτά του Ρωμανού. Τι έμαθες γι' αυτή τη δουλειά. Κάτι έτριξε. Γιατί μ' έβγαλες από μέσα. Ο Νικήτας ανέβαινε γοργά.Λέγε γρήγορα.. μα δεν είναι ακόμα βέβαιος πως τους έχει από το μέρος του. .Δε μπόρεσα να μάθω! Το ανέφεραν πάντα με τη λέξη φωλιά. στην ξέσκεπη πλαγιά του λόφου. ρίχνοντας εδώ κι εκεί διαπεραστικές ματιές ανάμεσα στα δέντρα. γιατί αυτός πάγει τώρα στην Αχρίδα. και ο Κωνσταντίνος από άλλο δρόμο. κι εξήγησε του πως είναι ανάγκη να τρέξει ευθύς να διαφεντέψει τα φρούρια. πηδώντας σαν κατσίκι από πέτρα σε πέτρα. Ώστε πρόσεχε! Αν πας στη Σέταινα δε θα σε δει. κι έχει βάλει ανθρώπους να σε βρουν. Έμαθε πως είσαι δω κάπου. . . χώθηκε στο δάσος. . . Όπου κι αν είναι φθάνει ο Δραξάν με τον Ρωμαίο. θα έλθω στη Σέταινα όπου θα βρω τον Γρηγόρη. Πέρασες από το Βουτέλιο. μπήκε στα νερά. από καιρό.. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. . . . Κωνσταντίνε.Γιατί έρχουνταν ο Ιβάτζης και δεν πρέπει να σε δει. αποφεύγοντας το γλιστερό από τη βροχή μονοπάτι. Έριξα τα κουρέλια μου στο νερό και τα πήρε το ποτάμι. Σε ποιο φρούριο γίνονται αυτά. και συστηματικά απέφυγαν να πουν τ' όνομα. Έφθασε απάνω. Έφυγαν από χθες τα ελληνικά σώματα κι έρχεται αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει τον Ρωμανό.. ο Δραξάν δε θέλησε να πάγει ως εκεί..Πολλά και τίποτα. τα δέντρα είναι πάντα επικίνδυνα.δυο αξιωματικούς της φρουράς. Αν όμως δεις την ανάγκη. .

81 . κουβαριασμένος απάνω σε κάτι σαπισμένα άχυρα. Τρεχάτη πήρε το δρόμο της μες στο δάσος που. Την έσφιξε δυνατότερα στην αγκαλιά του και ακούμπησε το χέρι του στο σκυμμένο της κεφάλι. Δέκα . Ο γέρος την έσφιξε στο στήθος του. . που από δέντρο σε δέντρο ξεγλιστρώντας. μην ακουστούν οι στεναγμοί της. σαν που μαζεύεται ένα φοβισμένο πουλάκι κάτω από τη φτερούγα της μάνας του. Τα πόδια του ήταν δεμένα με αλυσίδα στερεωμένη στον τοίχο.λίγο στο δάσος. σα να σπούσε η καρδιά της.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ Κατεβαίνοντας από το λόφο. Πες μου τι έχεις. ανοιγμένη χαμηλά στον τοίχο. ο Κωνσταντίνος δεν παρατήρησε μια σκιά. Σε μια γωνιά.Κόρη μου. μια λιγνή κοριτσίστικη σιλουέτα που στο βραδινό μούχρωμα γίνουνταν ένα με τους χίλιους κορμούς των δέντρων. πιάστηκε στη ζώνη και ξεγλίστρησε ως κάτω. Η καρδιά σου είναι μαύρη. Την έπνιγε το αναφιλητό. το είδωλο που γκρεμίστηκε και τσακίστηκε κι έγινε θρύμματα στη λάσπη.δώδεκα ξύλινα καλύβια. από τον καιρό που πήγαινε κι έρχουνταν στα μέρη εκείνα. Η Βουβή πήδηξε πάνω από ένα φράχτη. από τη φοβερή του τη χλωμάδα μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στα κάτασπρα μαλλιά του. Κάμποση ώρα τον ακολούθησε η Βουβή. και πέρασε στην αντικρινή όχθη. που βρωμούσαν σαπίλα από την υγρασία και τη μούχλα. Πήγε ίσια σε μια τρύπα. Ένα αναφιλητό της ξέφυγε. για να πνίξει το παράπονο. σ' ένα στενό υπόγειο. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του κι έμεινε ακίνητη.. και χωρίς κρότο ζύγωσε στη μεγαλύτερη καλύβα. παιδάκι μου. την έδεσε σ' ένα κλαδί. παιδάκι μου. με τα μάτια κλειστά. Πλάγι του δυο μυλόπετρες ήταν πεσμένες στο χώμα.Παιδάκι μου!. Μ' από τα χρόνια που τη γνώριζε. κι έσφιγγε τα χέρια της στο στόμα. Και βυθισμένη στην απελπισία της δεν ένιωθε την ώρα που περνούσε και το σκοτάδι που έπεφτε λίγο .. για να χωθεί ύστερα και κείνη πίσω του. μουρμούρισε. κρεμασμένη εμπρός στην τρύπα. Έκλαιγε. μισοκρυμμένη στα ψηλά καλάμια της ακροποταμιάς. χτισμένα εδώ κι εκεί απάνω στη βουνοπλαγιά. τον ήρωα. χάιδεψε τα μαλλιά της με άφραστη αγάπη και τα σκέπασε φιλιά. το σώμα του. λύνοντας τη μακριά μάλλινη ζώνη της.. μην τη δει και τη ρωτήσει και τον κοιτάξει πια στα μάτια. σα σπίτι της πια το γνώριζε.. έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της καιξανάσπασε στα κλάματα. με τοίχους και πάτωμα χωματένια. παραμέρισε κάτι χαμόκλαδα που τη σκέπαζαν και. στα σκοτεινά. και ψάχνοντας έφθασε κοντά του. όταν βεβαιώθηκε πως πήγαινε το παλικάρι να εκτελέσει του Ασάν τις διαταγές. κοίταξε γύρω και. ρώτησε. έτρεμε από το κρύο και τη θέρμη. την πλούσια αυτή βουλγάρικη αποθήκη όπου φύλαγαν οι Τσάροι τα γεννήματα τους. μπήκε στο ποτάμι. τότε η Βουβή ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου και ξέσπασε σε αχαλίνωτα κλάματα. σκελετός μονάχος. Η κόρη πήδησε κάτω.. Ανασηκώθηκε.. Δεν την είδε που τον παραμόνευε να μπει στο δάσος που απλώνουνταν πέρα στο βουνό. την ώρα που το φεγγάρι έγερνε πια να κρυφθεί πίσω από το βουνό. και μαζεύτηκε στην αγκαλιά του. γύρεψε το μονοπάτι της. και το κρύο την έπιασε στα κόκαλα. Ανατριχίλα χύθηκε σ' όλο της το κορμί. . κοίτουνταν ένας γέρος. μη γυρίσει πίσω. . έκλαιγε.. ο γέρος είχε μάθει να διαβάζει στην ψυχή της. Και κάτω από τα κουρέλια. Ο γέρος εξακολουθούσε να χαϊδεύει μαλακά τα μαλλιά της. Έκλαιγε.. . είπε με ήσυχη κατάβαθη λύπη. έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του.Το βλέπω. Με το λαφρύ κρότο που έκανε η Βουβή. τον ακολούθησε ως κάτω. με όλες τις γωνιές και τους κρυψώνες του. Ούτε την είδε που κατέβαινε στο ποτάμι πίσω του. το παλικάρι της. μουρμούρισε ελληνικά. ο γέρος άνοιξε τα μάτια κι αναγνώρισε τη μορφή της που ξεχώριζε. το ξέρω πως πονείς. Όταν όμως τον είδε ν' ανεβαίνει το βουνό και να παίρνει τα γνωστά της μονοπάτια που πήγαιναν στη Σέταινα.. Ύστερα χώθηκε σαν ερπετό στην τρύπα. ήταν το χωριό της. Από ρεματιές και κάμπους. Μαζί όμως με το σκοτάδι έπεσε και η νυχτιάτικη δροσιά. αγαπημένο μου. μην τους ακούσει και κείνος στο σιωπηλό δάσος.Τι τρέχει.. έφθασε στη λαγκαδιά όπου βρίσκουνταν το χωριό της. Το αναίματο κι αδύνατο πρόσωπο του. έκλαιγε.

ποτέ! Όχι! Δεν το πιστεύω! Έκλαιγε η κόρη πνιγμένη στους λυγμούς. είναι αλήθεια. Η φωνή της έσβησε.Προδότης.Λέγε. που σε γύρευε.Είχε φύγει. με καστανά μακριά γένια. . κομμένη.Δεν τον βρήκα.. Ο γέρος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.. ακόμα και για μένα πως μπορούσα να γίνω προδότης! Ο γιος όμως του Κρηνίτη. και τα δάκρυα της άνοιγαν πληγές στη δική του την καρδιά.Έναν παπά.. παιδούλα μου. όχι! έκανε ο γέρος με πόνο. λες.Λέγε. δύσκολη. μικρή μου.. παππού! Τον άκουσα με τ' αυτιά μου. .. έπρεπε να ζήσω κι αυτό να το δω. και ο γέρος δεν έβρισκε πια δύναμη ούτε να την παρηγορήσει ούτε καν να τη χαϊδέψει.Ήταν ο Γρηγόρης. Όχι! Είναι αδύνατο! αναφώνησε ο γέρος. τι είδες.Εμένα. 82 . Η κόρη έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του.... πως κάνει το φίλο του Ασάν. Και ο πόνος της τον βασάνιζε.... χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο από τα χέρια της. .. . .Αχ. επανέλαβε ο γέρος. Τον αναγνώρισα από κείνα που μου είπαν όσοι τον είδαν. που μπροστά μου ορκίστηκε εκδίκηση απάνω στο σταυρό.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ Δε σήκωσε το κεφάλι της. ....... Ήταν όπως τον περιγράφεις εσύ.Μην κλαις. έναν παπά που είχε πάγει στον ξενώνα.. έλεγε σιγά-σιγά. . . Όλα μπορώ να τα παραδεχθώ. δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήταν. πες μου τι άκουσες. παιδί μου.. .Δεν ήθελα να το πιστέψω.Κόρη μου. μα πως ήταν πιστός! Δεν ήθελα.. παππού! είπε με καημό..Παππού. Όχι. αγάπη μου.. το υπερήφανο εκείνο αγόρι που γνώρισα. Πες μου. . έλεγα πως δεν καταλαβαίνω..Πού τον είδες. Έκλαιγε.Τι παπά.. . μουρμούρισε.. έκλαιγε.. για όλους να το πιστέψω. διέκοψε ο γέρος με κομμένη φωνή. αποκρίθηκε η κόρη χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. τι έχεις. Αλεξία. Λίγη ώρα δε μίλησαν.Ναι! Σήμερα.Θεέ μου.. είπε στο τέλος ο γέρος. . . ούτε κούνησε. . ψιθύρισε και η ανάσα του έρχουνταν γρήγορη. μην κλαις.. .. είπε η Αλεξία. Σιγά..Είναι αλήθεια. και το σκοτάδι χύθηκε πυκνό στο υγρό κατώγι. Παιδί μου....Γύρευα τον παπά.Ναι. παιδί μου! Πες πως δεν είναι έτσι! . κι ο γέρος χάιδευε τα σγουρά της. η κόρη εξακολούθησε: . το γερο-Παγράτη..Ναι! Ο γέρος βαρυστέναξε. . και τον είδα!. Πες μου το! Με κομμένη φωνή μουρμούρισε η κόρη: . Και πέρασε πολλή ώρα. πού τον βρήκες. Και βασίλεψε το φεγγάρι.. Ο γέρος την έσφιξε λίγο δυνατότερα στο στήθος του. τι σ' έκανε να πεις για βέβαιη μια τέτοια βαριά κατηγορία! Τον είδες. . Κάλλιο να μου μπήξεις ένα μαχαίρι στις σάρκες μου παρά έτσι να με πληγώνεις με τα δάκρυα σου. . και η φωνή του μαρτυρούσε τη μεγάλη κούραση και την αποθάρρυνση της ψυχής του.

στην είσοδο..Τον είδα. σα να ήθελε να ξυπνήσει από κανένα κακό όνειρο. γιατί σου έμοιαζε τόσο.. Η φωνή της κόπηκε και ξέσπασε σε σιωπηλό. Ήταν μαζί.. μια φορά. ήθελα να τον ξυπνήσω πάλι στη ζωή! Μα ήταν αναίσθητος. κόρη μου. και δυο κόμποι κατρακύλησαν από τα μάτια του κι έπεσαν στο σκυμμένο της κεφάλι. πάντα για τον Ασάν! Και πείστηκα πως δεν ήταν ο Γρηγόρης! Έτσι κι εκείνη τη μέρα. και στη σιγανή φωνή του έτρεμε όλη η θλίψη της ψυχής του.Και τους δυο. τον φώναξα. Δε θα πάγει! Είμαι βέβαιος! Η Αλεξία σήκωσε το κεφάλι και περίλυπη τον κοίταξε. Νευρικό τρεμούλιασμα έπιασε το γέρο. που έγραψα στο χώμα για τον Μιχαήλ την πληροφορία πως ο Ιβάτζης πήγε στον Πρίλαπο. . σαν είδα εκείνον τον καλόγερο με τα καστανά γένια. και είπα πως σε λυπήθηκε πια ο Θεός και θα σου τον έφερνα στη φυλακή σου! Τίποτα! Από τα πρώτα λόγια.. δεν πήγε! Δεν μπορεί να πήγε! Δε θέλω να το πιστέψω! Αν δεν το δω. θλιβερό παράπονο.Τι άκουσες.Ναι. . Από μακριά.Τον Κωνσταντίνο ή τον Ασάν. και ήλθε ο Μιχαήλ. Ήταν τότε που τον εσαΐτεψαν οι στρατιώτες του Βοτανειάτη. Μα τώρα!. Μην κλαις παιδάκι μου! Μην κάνεις έτσι!. .Όχι! Σου είπα πως δε θα του πω ποια είμαι. και μίλησαν κρυφά.. και τρεχάτη γύρισα στην καλύβα για να μη με ανακαλύψει. . σαν είδα τον Μιχαήλ να τον σηκώνει μαζί με τον Ασάν! ξέσπασε η Αλεξία πνιγμένη στους λυγμούς. παππού! . Και πέρασε ώρα.Άκουσα τον Ασάν που του έλεγε να πάγει στη Σέταινα. είπε πάλι ο γέρος. .Αυτό δε θα πει τίποτα! .Τους άκουσα! είπε η Αλεξία. . Όλ' αυτά τα ξέρω..... . . Ήταν ο Ασάν!. ..Όχι. είδα έναν άντρα. μόλις γεννηθεί μέσα μου η παραμικρή ελπίδα! Έτσι και την αυριανή.Επήγε. .. . να ειδοποιήσει ευθύς τον Ρωμανό πως ο Αυτοκράτορας στέλνει στρατό στο Στύπειον και στον Πρίλαπο. δεν το πιστεύω! . τον υπασπιστή του Σαμουήλ. . ευθύς ρώτησε για τον Ασάν. πού είδες τον Κωνσταντίνο.. Λες και παρουσιάζεται σα βρικόλακας μπροστά μου. μουρμούρισε.Και του μίλησες. και τον πήρα για τον Γρηγόρη.Δεν το πιστεύω!. δεν ήθελες να πιστέψεις το κακό! Γιατί τώρα πιστεύεις. ..Μην κλαις έτσι. Αχ! Τι κακό που μου έκανε τότε. αποκρίθηκε. Τι άλλο είπαν. τότε που πίστεψα πως αλήθεια για την πατρίδα δούλευε. ο Βούλγαρος. 83 .Ναι! Αμέσως.. κι όμως και τα δικά του χείλια έτρεμαν. Πέρασε και ξαναπέρασε τα χέρια του στο πρόσωπο του.. δε μ' άκουσε. έκανε ο γέρος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ . ρώτησε σε λίγο.Μου είπες πως του είχες μιλήσει! . . Τότε του μίλησα. . μα δε με πείθουν! Και συ που τα είδες και τα ήξερες. Ο Παγράτης ακούμπησε το μέτωπο του στα χέρια του.Ήταν στον ξενώνα.Γιατί τον είδα.Σε αναγνώρισε. κόρη μου.. Αχ.Δε θα πάγει ο Κωνσταντίνος! φώναξε ο γέρος. για να μου σπάσει την καρδιά. παρά σα βεβαιωθώ πως είναι άξιος του πατέρα του. μόλις έμαθε πως ο Ιβάτζης ήταν εκεί κοντά. παππού. Θεέ μου! Θεέ μου! .Πες μου.

της είπε. . και ίσως το ξέρει ο Κωνσταντίνος. καμώνουνταν ο γέρος πως έτρωγε. ένα πορτοκάλι και λίγο ψωμί. ..Τίποτα.. είναι δω κοντά. παππού. τι έχεις. Και το είπε και μόνος του! Είχε φθάσει ντυμένος σε κάτι κουρέλια στον ξενώνα. Μην τύχει και δεν είδες καλά. 84 . Ίσως δεν ήταν καθόλου ο Ασάν. . με δεμένο το ένα του μάτι κι έκαμνε το ζητιάνο. παππού.Θα πάγω στον Ιβάτζη. . και λαχταρούσα να έλθεις να μου γεμίσεις πάλι τη στάμνα μου! Η Αλεξία άδειασε την τσέπη της και του πρόσφερε ό.Δεν άκουσα. φοβήθηκε.Αλεξία. δυο . είπε η Αλεξία.. κόρη μου... Ύστερα πέταξε τα κουρέλια και τα έριξε στο ποτάμι. κι έτρεξε και γέμισε τη στάμνα στο ρυάκι που έτρεχε παρακάτω. . Την ήξερε έτοιμη να πέσει στη φωτιά για μια μεγάλη ιδέα. μόνο λυπήθηκα.. σε ξέχασα με τον καημό μου. .Τι θα κάνεις..τι είχε μαζέψει.. αποκρίθηκε πως εδώ πια ο Ασάν δε φοβάται τίποτα! . και το έχω αποφασίσει. και κατέβηκαν παρακάτω. πως ο Βασιλέας πάγει στο Στύπειον!. Τώρα. . Είχα παραπατήσει. Η φωνή του γέρου έτρεμε. Κι ενόσω... Και ο Κωνσταντίνος πήγε και τις είδε.τρία αυγά..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ . Ο Παγράτης έτρεμε τόσο.Είδα τις φλόγες. παρά κομπιάζει στο λαιμό μου.Όχι. παιδούλα μου. .. βγήκε από την τρύπα. αλλά και άξια να μισήσει ως το θάνατο. Η κόρη δεν αποκρίθηκε. και είσαι νηστικός δυο μέρες! . . παιδί μου. ρώτησε τρομαγμένη. κι ένα κλαδί έσπασε. στ' ανοιχτά. αποκρίθηκε ξερά η Αλεξία. είπε σε λίγο ο γέρος. Ο Κωνσταντίνος το άκουσε. παππού.. ξέρεις τι θα πει να τον παραδώσεις στον Ιβάτζη. επανέλαβε.Πλάγιασε να κοιμηθείς. του είπε ανήσυχα.Συμπάθησε με. .Έχω όλη τη μέρα να κοιμηθώ. Δεν πάγει τίποτα κάτω.Όχι..Ο Βασιλέας είναι στο Βουτέλιο και το έκαψε. που η κόρη το ένιωσε. είπε ο Παγράτης. και ήταν με τον Δραξάν. πιάστηκε κείνη από τη ζώνη της. Και δεν άκουσα πια. Την ήξερε την Αλεξία του και το πάθος που τη συνέπαιρνε σαν ήταν βαθιά συγκινημένη.Τι θα κάνεις. Μα τον γνώρισα από τη φωνή. Ο Παγράτης ανατρίχιασε. Μόνο που μου έλειψε το νερό! Έχω μέσα μου μια φωτιά που με καίει. Έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της κι έμεινε ακίνητη. . Με λαχτάρα ήπιε ο διψασμένος γέρος το παγωμένο νερό. Ίσως να είναι μακριά ακόμα ο Βασιλέας. Και ο Ασάν είπε του Κωνσταντίνου να πείσει τον Τσάρο να τρέξει να διαφεντέψει το Στύπειον και το Πρίλαπο. . Και σαν τον ρώτησε ο Κωνσταντίνος.Ήταν! Ήταν! επέμεινε η Αλεξία. το έχω συλλογιστεί.Πώς το ξέρεις.. . παιδάκι μου. για να την ευχαριστήσει.Αλεξία! μουρμούρισε. σα φύγεις. τώρα πρέπει να συλλογιστούμε τι μπορείς εσύ να κάνεις.Μην ήταν σκοτεινά.Παππού.. . παππού. .Εγώ. πήδηξε πάλι το φράχτη. . έχεις κάτι! Καίει το κεφάλι σου και τα χέρια σου είναι χιόνι κρύα! Αχ. Και τις είδαν και άλλοι. . μου ρίξανε ένα παξιμάδι. Μα η Αλεξία παρατήρησε πως από φαγί τίποτα δεν είχε αγγίξει.Ίσως όμως η πληροφορία να μην είναι σωστή.

Και θα πέθαινε έτσι στα μαρτύρια..Ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. . πες μου τι να κάνω! φώναξε με αγωνία. αφανισμένη. Και σα βεβαιωθείς πως είναι κείνο που φοβάσαι.. Από τη μέρα που την πήρε από την παγωμένη αγκαλιά της μητέρας της. σα βγήκαμε από τη σκηνή του Σαμουήλ. Θυμάσαι την τρομάρα που πήρες. από διασκέδαση. πες του ποια είσαι και γιατί τον ακολούθησες. όταν πήγες να βγάλεις τις φωνές και σου έκλεισα το στόμα. που γι' αυτήν είχε πεθάνει και ο πατέρας της.Τι περισσότερο μπορώ ν' ακούσω πια από κείνα που άκουσα. ν' αμφιβάλλεις. εγώ τον Κωνσταντίνο δεν τον παραδέχομαι για προδότη! Πήγαινε κι έβρε τον στη Σέταινα. και πιο σιγά πρόσθεσε: Πήγαινε. έχω κάτι να σου προτείνω. πως κανένας δεν πειράζει τη Βουβή Βουλγάρα. κι ας μη σε δει καν. σφίγγοντας τα χέρια της γύρω στο λαιμό του. και όμως πόσο ήσυχα τον κοίταζε ο Ιβάτζης. τότε που πρώτη φορά πήραν. Στην ψυχή του Παγράτη σα θύελλα ξέσπασαν χίλια αντίθετα αισθήματα. τέτοια τρομάρα που.ακούμπησε το μέτωπο του στις χούφτες του με κούραση. αν και μωρό.Και θα τον παραδώσεις. από φόβο μη μας προδώσεις μιλώντας ελληνικά. παιδί μου. και σου είπα να μη μιλήσεις πια.. που τ' όνομα του το ξέρεις και συ. Δυο . παππού! Εγώ δεν αμφιβάλλω πια! . την Πατρίδα. Λες πως όπου θέλεις μπορείς εσύ να περάσεις. κόρη μου! Γνώρισα μια φορά έναν Έλληνα. Θυμάσαι πώς σπάραζε. τα Σέρβια.. δεν μπορεί να είναι! Δε θέλω να το πιστέψω! κι επειδή η κόρη εξακολουθούσε να κλαίγει: Άκουσε. ένα πράμα στον κόσμο πρέπει να λατρεύομε.. Θυμάσαι.Όχι. . Τις προδοσίες του Κωνσταντίνου. της είπε. άκουσε τον. αν εκείνη την ώρα δεν έφθανε ένας μεγάλος Έλληνας στρατηγός. και με την ιδέα μονάχα πως θα έπεφτε στα χέρια του σκληρότερου του εχθρού. παιδί μου... έκλεισες το στόμα σου. . Αχ. μια μάλιστα του μπήχθηκε στο φρύδι. που είδες το σουβλισμένο δούλο. Η Αλεξία ρίχθηκε στα γόνατα κοντά του. ή καλύτερα να μην πιστεύεις το κακό παρά όταν το δεις με τα μάτια σου πως έγινε! Άκουσε. ρώτησε η Αλεξία.Μα δεν την προδίδει την Πατρίδα του! Είμαι βέβαιος γι' αυτό! Τον καταραμένον αυτό τον Ασάν ίσως καμώνεται μονάχα πως τον ακούει!. οι καταραμένοι.τρεις σαΐτες τον είχαν βρει.Σώπα.Θυμάσαι τα βασανιστήρια που είδες τη νύχτα εκείνη της Αδριανούπολης... κι έμεινε στην αγκαλιά του σπασμένη. Τρέμοντας από τον πυρετό. παππού. Μα τον Κωνσταντίνο τον αγαπούσε με ιδιαίτερη αγάπη. Από μωρό παιδί την είχε θρέψει με το μίσος των Βουλγάρων. αν νομίζεις πως θα σου έλεγε ψέματα! Μάθε κει τι κάνει. Η λέξη μονάχα τον αναστάτωνε. στη Σέταινα. θα τον φοβίσει μια ψευτιά. Το ξέρω πως θα τον βασανίσει! . Ακολούθησε τον. κι εξόρκισε τον να σου πει την αλήθεια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ . Πνίγηκε η φωνή της στους λυγμούς. . όσο και αν τα πράγματα το δείχνουν.Αχ. τόσο που κι εγώ για καιρό σε πίστευα βουβή. Εσύ με μεγάλωσες με τη λατρεία του πατέρα μου! Εσύ μου είπες πώς την έδωσε τη ζωή του! Εσύ μου έμαθες πως ύστερα από το Θεό. παππού! Σώπα! ξέσπασε η κόρη. Ήταν η πιο αγνή ψυχή που απάντησα. παιδί μου.τι και να μου πεις. που ήλθε η ώρα. όχι! είπε σφίγγοντας στην αγκαλιά του το απελπισμένο κορίτσι. . ο γέρος βασάνιζε το μυαλό του να βρει τρόπο να σταματήσει τις προδοσίες του Κωνσταντίνου.. 85 . και να τη βάζομε πάνω απ' όλες τις άλλες αγάπες! Και τώρα. δεν έπαυσε ποτέ να της ξαναθυμίζει τα λόγια της πεθαμένης και να εξάπτει στα στήθια της τη λατρεία της Πατρίδας. Ό. το αίμα του πάγωνε στην καρδιά του. Τον έλεγαν Νικήτα. . το ξέρεις πως γι' αυτόν θα έδινα τη ζωή μου! Μα πες μου. . Αν είναι άξιος την Πατρίδα του να προδώσει. Αυτός. . σαν ήταν ακόμα παιδί. και φρόντισε να μάθεις τι κάνει. διέκοψε η Αλεξία.Όχι. μερικοί στρατιώτες τον έβαλαν στο σημάδι και τον τόξευαν. Προδότης δεν είναι. έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων.Παππού. χωρίς όμως και να τον παραδώσει η Αλεξία στα χέρια του Ιβάτζη. και ήταν ο πιστός φίλος του Γρηγόρη. Τον είχαν δέσει σ' ένα δέντρο και. Πήγαινε λοιπόν εκεί. παππού! ξέσπασε πάλι η Αλεξία. μίλησε του.

μα έτρεξε πάλι πίσω. . θα γίνεις ευθύς καλά! . Και αν στο δρόμο απαντήσεις. Πολλές φορές πήγε σε Βουλγάρους και είπε κινήσεις του Βασιλέα. πρέπει να είσαι ξεκουρασμένος απόψε όταν σου τον φέρω! Ο γέρος ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της.. τι έχεις. μην πιστεύεις πως πρόδωσε ο Κωνσταντίνος. Δεν μπορεί να είναι μακριά! Τον αγκάλιασε και τον φίλησε σφιχτά. Ήταν λίγοι..Όχι παππού! Δε μιλάς με την καρδιά σου τώρα! αναφώνησε απελπισμένη η Αλεξία. Για να μάθει μιαν είδηση και να την πάγει του Βασιλέα του ή του Δαφνομήλη. παππού. παππού. Μα ο Δαφνομήλης δεν ήξερε ποτέ τι θα πει φόβος. μουρμούρισε η Αλεξία.. αυτό είναι εναντίον του. μην πιστέψεις πως ο γιος του Κρηνίτη πρόδωσε! .. ..Μην πιστεύεις το κακό. . . εξακολούθησε.έβγαλε την κάπα της και την τύλιξε γύρω του: Κοιμήσου. Μ' έναν πήδο σηκώθηκε η Αλεξία.. θα τον βρω τον Γρηγόρη και θα σου τον φέρω! Περίμενε λίγο ακόμα. Έκανε όμως θάρρος για να μην τη φοβίσει.. αν δε σου το πει ο ίδιος.Δεν κοιμήθηκα όλη μέρα. . Γυρεύεις να με πείσεις. Μπορεί και ο Κωνσταντίνος να του φύλαξε κάποια συμπάθεια. και οι Βούλγαροι ήταν πολλοί.. και φοβήθηκε μην το καταλάβει κι εκείνη. να σ' αφήσω όπως είσαι! Φαίνεσαι τόσο άρρωστος! Το κεφάλι του γύριζε. Δε μιλούσε πια καθαρά και το κατάλαβε.. ρώτησε ανήσυχη η Αλεξία. Μα κι αυτό δε με πείθει! Από μικρά παιδιά ο Ασάν τα φρόντισε τα δυο αυτά ορφανά. Ο Παγράτης ένιωθε την τρομάρα της και προσπάθησε ν' ανασηκωθεί. φθάνει να μου φέρεις καλά νέα. ο Νικήτας έγινε κατάσκοπος. κόρη μου.. Ναι. αποκρίθηκε. έκανε ο γέρος με πόνο.. Μα αν τον άκουε κανένας από τους δικούς μας. .Πάγω να σου τον φέρω! του είπε ταραγμένη. η σκέψη του μπερδεύονταν. . Μα πονεί η καρδιά μου τόσο. Κι επειδή ο Δαφνομήλης είχε ανάγκη από ένα πιστό που να του λέγει τι έκαμναν οι Βούλγαροι. και συ ο ίδιος δεν πιστεύεις όσα λες. Πλάγιασε στ' άχυρα κι έκλεισε με άπειρη κούραση τα βαριά του ματόφυλλα... ..Παππού. ο Ευστάθιος Δαφνομήλης.Ναι. .Παππού. .Την ευλογία μου να έχεις. ο Ασάν. το ξέρω πως σαν τον δεις.. Δεν είδα άλλον πιο πιστό πατριώτη απ' ό... Περνούσε με μερικούς στρατιώτες.. και ύστερα τιμώρησε τον! Μα ως τότε. Ρίχθηκε ανάμεσα στους Βουλγάρους με τους λίγους στρατιώτες του. και είμαι πολύ κουρασμένος! Μα σαν ξανάρθεις. . παιδί μου! Πήγαινε να βεβαιωθείς πρώτα πως ο Κωνσταντίνος είναι αλήθεια προδότης. . και πρέπει να πως πως τα καλομεταχειρίζουνταν. όσο ένας Βούλγαρος μπορεί να μεταχειριστεί δούλο..Ο Ασάν.Κοιμήσου καλά.. άρρωστος δεν είμαι... Δεν το αποφάσιζε να φύγει και να τον αφήσει.Τον παπά που με ζητούσε. . παιδάκι μου. έλυσε το πληγωμένο παιδί από το δέντρο και το πήρε μαζί του.. 86 . Τα δόντια του γέρου χτυπούσαν από τη θέρμη. έτρεψε σε φυγή τους άλλους.Δεν μπορώ. ρίχθηκε στα γόνατα και τον σκέπασε φιλιά. παιδί μου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ .τι είναι ο σκύλος για τον αφέντη του. Ακούμπησε τη ράχη του στον τοίχο να στηριχθεί. ξεχνάς τον Ασάν.τι ήταν αυτός ο Νικήτας. τη ζωή του δεν τη λογάριαζε τίποτα. θα είμαι ξεκουρασμένος και καλά. είπε με κόπο. τον Γρηγόρη. Βέβαια δεν έλεγε παρά όσα του έλεγαν να πει.Ναι...Όχι.. δε θα τον σκότωνε για προδότη. του είπε.. απαντήσεις τον παπά. Από τότε ο Νικήτας έγινε για τον Δαφνομήλη ό. Με κόπο το κατάφερε και της χαμογέλασε να την ησυχάσει. Παππού. έκοψε πολλούς. Η Αλεξία γύρισε να φύγει.Παππού! φώναξε η Αλεξία ξαφνισμένη. μουρμούρισε. για το δικό σου τον πόνο! Πήγαινε στη Σέταινα κι έλα πάλι.

... μα ήταν τόσο βαρύ! Τρέμοντας τυλίχθηκε στην κάπα κι έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί.Την ευχή μου να έχεις...... κάποιος παραμέριζε τα φύλλα. . μια γυναίκα στέκουνταν κι έκαμνε το σταυρό της εμπρός σε δυο νωπούς τάφους. Αλεξία.. Όσο δε σε δω να γυρνάς τις μυλόπετρες. μουρμούρισε ο γέρος.... είχαν μαζευθεί σε μια γωνιά. Η Αλεξία.. μα δεν μπόρεσε. Γιατί στο μοναστήρι. «Παιδάκι μου. . ο ίδιος ο Γρηγόρης χτυπούσε το σήμαντρο.. παιδί μου.... .. «Παναγία μου. Την είδε μια στιγμή ακόμα. και φέρε μου τον πίσω. Γρηγόρη. δεν πειράζει. και οι αλυσίδες του κουδούνισαν θλιβερά.. μα φωνή πια δεν έβγαινε... Η φωνή του τον ξύπνησε.. παρά τ' άφηνε να τον βασανίζουν. Η Αλεξία φίλησε τελευταία φορά τ' άσπρα του μαλλιά... που ο γέρος ανασηκώθηκε. αφού ο Κωνσταντίνος ήταν σκλάβος και αρνούνταν να εκδικήσει τους γονείς του. το παράθυρο του. παππού. μου το υποσχέθηκε. και του πέταξε μια ξερή πίτα. Ένα κεφάλι παρουσιάστηκε στην τρύπα και κοίταξε μέσα.. τόσο κουρασμένος.. Τέτοια ήταν η αγωνία. Τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα.» Όχι. Και ο Γρηγόρης.. δεν ήταν το πρωινό σήμαντρο της μονής που χτυπούσε... πήγαινε. γι' αυτό κρύωνε τόσο!. Ήταν ο αφέντης του..Μα το χώμα ήταν κρύο και σκληρό! Βέβαια είχαν γλιστρήσει τ' άχυρα. ήταν βωλιασμένα και τον πονούσαν.»... Αποκαμωμένος ξανάπεσε στο χώμα. .. «το ξέρω.. γι' αυτό πονούσε τόσο. Τα χείλια του σάλευαν ακόμα.. αντίκρυ.. έπεφτε.. «Γρηγόρη. κάτω από έναν πλάτανο. Και ο Κωνσταντίνος ήταν προδότης!.. Έβρεχε έξω κι άλλο δεν ακούουνταν παρά το μονότονο στάξιμο στα φύλλα και το πιτσίλισμα του νερού στο βρεμένο χώμα.. και από τη χαρά του βρήκε ακόμα δύναμη ν' ανασηκωθεί στον άγκωνα... και ο τάφος ήταν κρύος και μύριζε μούχλα. ξύπνα.. είχαν φύγει. μουρμούρισε. Μα τώρα φεύγω εγώ και θα σ' αφήσω χήρα..Πήγαινε. ε.Το νερό ήταν τόσο παγωμένο! Και στάλαζε από τα φύλλα και γίνουνταν ποτάμι. Μα έξαφνα ένα βήμα τον ξύπνησε και τον έβγαλε από τα όνειρα και τα οράματα... Και όλα τ' άλογα που έπιναν. Όταν ξύπνησε πάλι ήταν νύχτα βαθιά. ψέλλισε. «Τώρα θα έλθει»... Και τον είχαν θάψει κιόλα. κι έβρεχε. άκουσε το λαφρύ της βήμα που απομακρύνουνταν κι έσβηνε.... . Σήκωσε το χέρι να κάνει το σταυρό του. ανέβηκε και βγήκε από την τρύπα.. είπε.». «Αχ. Ο γέρος της χαμογέλασε. κι άνοιξε τα μάτια.. και ο γέρος σωριάστηκε στ' άχυρα.. «Αλεξία. κι έτρεχε μέσα στο κατώγι του από την τρύπα..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ . του Τσάρου τ' άλογα.Παππού. Τι κρύο! Αχ. κανένας δεν ήταν στο κατώγι.. Κι έξω ήταν μέρα τώρα..Στη γωνιά. και ο Γρηγόρης του το είχε πει πολλές φορές.».Παλιόγερε! είπε ο Βούλγαρος.. παρακάλεσε ο γέρος. Έλυσε τη ζώνη της κι έσκυψε άλλη μια φορά να τον δει.. παιδάκι μου. Και πέρασε ώρα πολλή. Έξω η μέρα άρχιζε να χαράζει. μουρμούρισε... ..... κακομοίρα γυναίκα μου! Ήλθες πάλι λοιπόν!. ψιθύρισε.. οι άλλοι καλόγεροι χτυπούν το σήμαντρο..... αχ. κάποιος πλησίαζε... να το σώσει το αγόρι αυτό που ήταν ο φίλος του Κωνσταντίνου..».». τι κρύο. Κοίταξε γύρω του αγριεμένος.. όσο κι αν τον παρακαλούσε ο Κωνσταντίνος να τα πάρει και να φύγει. Και τώρα που τον έφερε η Αλεξία. Ο γέρος έγειρε στ' άχυρα κι αναστέναξε.. πήγαινε. άλλο φαγί δεν έχει! Τα κλαδιά ξαναπλώθηκαν στη θέση τους και το βήμα απομακρύνθηκε. «Το σήμαντρο. παιδί μου... Και το νερό στάλαζε στα φύλλα που σκέπαζαν την τρύπα. ήταν τόσο.. Ξαπλωταριά θέλεις. για την κηδεία του γερο-Παγράτη.. Κοίταξε γύρω.». ... με το μαύρο στεφάνι των μαλλιών της. «φύλαγε την.Μα η γυναίκα σταυροκοπιούνταν κι έκαμνε μετάνοιες. Και δεν έβλεπε πως μπροστά της ένας Βούλγαρος έδερνε ένα αγόρι. Δεν τη χρειάζομαι πια. είδε το χέρι της που άπλωνε τα κλαδιά και σκέπαζε την τρύπα.. φώναξε ο γέρος... . σαν πεθαίνει κανένας καλόγερος. «Άφησε με.. κι έφθανε στη γωνιά του και τον περιτύλιγε και τον σκέπαζε.. και δεν πήγαινε να το πάρει. Έκανε ν' ανασηκωθεί. «Τ' ορκίστηκες! Τ' ορκίστηκες στο σταυρό!».. τι πειράζει κι αν είχαν φύγει τ' άχυρα! Μόνο να κοιμηθεί λιγάκι που ήταν τόσο κουρασμένος... 87 . τον έσπρωχναν με το κεφάλι τους.. έπεφτε. Και όλα σκοτείνιασαν... Ήταν το σήμαντρο του θανάτου. Όχι.. κανένας δεν ήταν κοντά του. Αχ. «Πάρε την κάπα σου.». Κι από μέσα από τα φύλλα φαίνουνταν ο μολυβένιος ουρανός. Και ο Ασάν δεν τα συμμάζευε. Αλήθεια.».Μα όχι. Κι έξω η βροχή έπεφτε.. Μα γιατί τάχα ν' ακούσει ο Ασάν τον Κωνσταντίνο.. Τα κλαδιά έτριξαν. πιάστηκε στη ζώνη..». Ναι! ήταν αλήθεια...

Τι έπαθες. κάτι αγωνίζουνταν να πει. με την τελευταία αυτή λέξη όπου χύθηκε όλη η τρυφερότητα της ψυχής του. γύριζε ο Γρηγόρης με το άλογο.. και φαίνουνταν να στέκεται με κόπο στα πόδια του από την κούραση. Μα κανένας δεν ήξερε.. Φέρε της τίποτα ζεστό. την κακομοίρα! Αλήθεια. μοιάζει άρρωστη! έκανε ο χωρικός. Τι πείραζε τώρα. πιο κουρασμένος.. Ο καλόγερος έσπρωξε από το μέτωπο της τα πυκνά μαύρα μαλλιά και με πολλή συγκίνηση κοίταξε τα χαρακτηριστικά της.. μόνο μια στιγμή να ζήσει ακόμα. Δεν είσαι καλά. τίποτα δεν μπόρεσε να μάθει. Η κόρη έγνεψε καταφατικά.. Μα έρχεται.. Και πάλι γύρισε στην καλύβα.. . κι ένα κορίτσι μπήκε μέσα. μουρμούρισε.Πάρε το άλογο σου. Είπε του χωρικού να του ετοιμάσει το άλογο νωρίς το πρωί.. από χωριό σε πόλη και από πόλη σε χωριό. που είχε μαζί του ένα κορίτσι ως δεκαπέντε χρόνων. η τελευταία.. Η κόρη ζύγωσε στο τζάκι. Κι έτρεξε να βρει τη γυναίκα του που είχε πάγει στης γειτόνισσας. και ακούμπησε στον τοίχο. Η κόρη είχε μιλήσει ελληνικά. σταμάτησε το βράδυ σ' ένα χωριό κοντά στη Σέταινα. στέναξε μια φορά. πιο αποθαρρυμένος παρά ποτέ. . . Αποσταμένος και ως την καρδιά θλιμμένος. . ... Και κάθησε να φάγει τη σούπα. Ο παπάς έσκυψε το αυτί του στο στόμα της. Κάρφωσε το βλέμμα του στην τρύπα.... κι έπεσε στις πλάκες εμπρός στο τζάκι. χτύπησε την πόρτα μιας καλύβας και ζήτησε λίγο ζεστό φαγί κι ένα στρώμα για τη νύχτα.. είπε ο χωρικός που κάθουνταν και αυτός κι έτρωγε με τον παπά.. το αχνό πρόσωπο και τα μάτια της. αφού έρχουνταν η Αλεξία με τον Γρηγόρη. Ήταν καταλασπωμένο. ο πατέρας σου. Έλα να στεγνώσεις τα ρούχα σου και να ζεσταθείς στο τζάκι. Αγωνίστηκε να κουνήσει. έρχεται.. Και δεν κούνησε πια. Άλλη μια προσπάθεια. που του έφερε η νοικοκυρά σε μια ξυλοπινάκα.Καλώς την..Ναι.. Το κεφάλι του έγειρε. Ο Γρηγόρης γονάτισε κοντά της και τη σήκωσε στα χέρια του. Μοιάζει παγωμένη. ..Παγράτη....Αλεξία. και τα χέρια του... ρώτησε.. Άλλη μια στιγμή. κοκκινισμένα.. Την Αλεξία άραγε ή τον Γρηγόρη φώναζε ο γέρος. Τα γόνατα της λύγισαν. Ο Γρηγόρης σηκώθηκε.. Κατάλαβε πως τελειώνει. . γιατί θα έφευγε ξημερώματα. μόνο μια. το ξέρω..... Μπα. ο Γρηγόρης είχε αναγνωρίσει τη Βουβή της μονής της Παναγίας της Ελεούσας.».. σκόνταψε.Γρηγόρη. για να τους δει. Το πρόσωπο του ήταν άσπρο όσο και το δικό της. Μόλις έκλεισε η πόρτα. «Παιδάκι μου. παντού ρωτώντας για το παιδί. και άλλη μια πιο σιγανά. Όσο ετοίμαζε η χωρική τη σούπα του και ο χωρικός φρόντιζε το άλογο. ένα κορίτσι ως δεκαπέντε χρόνων τώρα.. Αισθάνθηκε πως τα πόδια του πάγωναν.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ «Γι' αυτό δεν την ακούω. η κόρη πετάχθηκε από τη θέση της. Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα.... Έχυσε λίγο κρασί σ' ένα ποτήρι και σίμωσε να της δώσει. είπε σιγά του χωρικού.Φέρε της τίποτα να πάρει. σαν καμένα από την αγρυπνία. είναι ο κρότος της βροχής. παντού γυρεύοντας το γερο-Παγράτη. πιάστηκε στο ράσο του καλόγερου.».. μη χάνεις ώρα. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ Δυο μέρες ολόκληρες..Αχ... τραύλισε. Πιάνουνταν η αναπνοή του κάθε λίγο.. κορίτσι μου. Δεν πρόφθασε ν' αρθρώσει άλλη λέξη. Τα χείλια της κουνούσαν.... Μα τίποτα. Και με κόπο επανέλαβε: 88 . κάθησε με τα χέρια κρεμασμένα. ρωτώντας παντού αν κανένας γνώριζε το γερο .. Με μια ματιά. ο Γρηγόρης βγήκε και γύρισε στη γειτονιά. και ακόμα μια.

. 89 . αποκρίθηκε η Αλεξία.Ένα όνομα.. και βλέποντας τον παπά μόνο: .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ .Ναι! είπε η κόρη.Από τα ξημερώματα. τη ρώτησε. ... .. και τότε πίστεψα πως δεν ήσουν εσύ. Πρέπει να φθάσομε πριν φέξει...Στο κατώγι.. .Μη χάνεις καιρό. Κι έτσι όλη μέρα... . είπε ο Γρηγόρης. ρώτησε ο Γρηγόρης. βγήκε με την Αλεξία. Και σαν παιδάκι η κόρη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. . Κι εξήγησε του χωρικού πως κάποιος άρρωστος τον ζητούσε από το γειτονικό χωριό κι έστειλε τη Βουβή να τον φέρει. Ο Γρηγόρης τύλιξε την κόρη στο επανωφόρι του.. . και είναι μακριά. και πήγα να σε ρωτήσω αν δεν ήσουν ο Γρηγόρης. Το κρύο έτσουζε.. Έπρεπε να σε προκάνω...Πιες το.. όταν ρωτούσες στη γειτονιά για το γερο-Παγράτη. γρήγορα. Βιάσου..Και πώς με βρήκες. και την έβαλε στο άλογο μπροστά του. σαν παιδάκι.Για όλους είμαι η Βουβή Βουλγάρα! ψιθύρισε. Η Αλεξία συνήλθε λίγο. . και θα σε ζεστάνει λίγο. κόρη μου. Στο χέρι της βαστούσε η χωρική μια γαβάθα που άχνιζε. . .. αφού πλήρωσε. μουρμούρισε με συγκίνηση ο καλόγερος.. μα ήταν ανήφορος και το ζώο δεν μπορούσε να τρέξει με το διπλό του φορτίο. και πάμε. Μόνο που άργησα πολύ να σε βρω. πάρε το άλογο. .. . και είναι άρρωστος.κουταλιά. Από τη γειτόνισσα το πήρα! Είναι δυναμωτικό. Τον έχουν σε κατώγι. Το κεφάλι της βάραινε όλο και περισσότερο στον ώμο του.Παιδί μου!. που σφίχθηκε η καρδιά του. παρακαλούσε η Αλεξία.Γρήγορα. είναι τόσο μακριά ακόμα!. Φαίνεσαι αποσταμένη! Και. Μα είπες ένα όνομα.. και περιμένει ο παππούς! Ο Γρηγόρης καμτσίκωσε το άλογο του. .. Τα δάχτυλα της κόρης σκάλωσαν νευρικά στο μανίκι του καλόγερου. Κι όταν σε είδα στο φως. Και λες πως είναι άρρωστος.. Μου έλεγαν πως πέρασες και πως είχες φύγει.Σε αναγνώρισα αμέσως... μα ο Γρηγόρης την εμπόδισε.. Ένα βήμα ακούστηκε. Ήταν ο χωρικός που γύριζε.... .Και όμως με ξαναείδες μια φορά. Ο χωρικός σαμάρωσε βιαστικά το άλογο και ο καλόγερος. τι πειράζει! διέκοψε νευρικά η Αλεξία..Αχ.Χωρίς να σταματήσεις..Πώς με αναγνώρισες.. . σε αναγνώρισα αμέσως από την όψη σου.Σε άκουσα. Και υποσχέθηκα απόψε να σε φέρω στο κατώγι του! .Μα περιμένει.Φάγε πρώτα... Και βγήκαν από το χωριό και πήραν το μονοπάτι που ανέβαινε στο βουνό. Την είδε τόσο κουρασμένη..Πιες το.Είχες άλογο και ήμουν πεζή.Ρωτούσα σε κάθε χωριό..Από πότε με γυρεύεις. κουταλιά . Έκανε να σηκωθεί. Ο Γρηγόρης έκανε νόημα πως κατάλαβε. είπε. της είπε. .. γρήγορα. της έδωσε τη σούπα που είχε ετοιμάσει η χωρική. . Μα θα πλήγιασαν τα πόδια σου! . ψιθύρισε.. Γιατί μοιάζεις πολύ του παππού. Ο Γρηγόρης πήρε το ποτήρι κι έχυσε στα χείλια της μερικές γουλιές κρασί. του φάνηκε τόσο απροστάτευτη. . και ξανάφευγα τρεχάτη. κοίταξε γύρω. απάνω στο Δύσβατο. Η πόρτα άνοιξε και ο νοικοκύρης μπήκε μέσα με τη γυναίκα του. και δε με αναγνώρισες. αναφώνησε ο καλόγερος ξαφνισμένος.

Πώς «ο παππούς». Και άλλα παιδιά φώναξαν. Δεν τόλμησε να ρωτήσει. τη νύχτα. Κι έτσι βρέθηκε ο Παγράτης κλεισμένος στη Στρουμπίτζη. γιατί με νόμιζαν σημαδεμένη και χαζή. Γιατί τον έλεγε Ασάν. γυρεύοντας βοήθεια για σένα. Και δε μίλησα πια. και το άλογο άρχισε να τρέχει. ρώτησε. και τον μπέρδεψε. όταν την πολιόρκησε ο Αυτοκράτορας. και ο γέρος φοβούνταν την εκδίκηση του Ιβάτζη. για να τον ζωηρεύει και να τον παρηγορεί με το χαμόγελο της και την τρυφερή της αγάπη.. Με ρώτησες για τον Ασάν! Τόσο μίσος ξέσπασε στη φωνή της. ξανάρχισε πάλι να πέφτει. Με λίγα λόγια του διηγήθηκε τότε τη ζωή της. Και του φάνηκε του Γρηγόρη πως μόνο τότε κατάλαβε τι ήταν ο ένας για τον άλλο στην έρημη ζωή τους τα δυο αυτά πλάσματα. κι εκείνος είπε πως ήταν Βούλγαρος από τη Σκάμπα. Και όταν ο αφέντης του Παγράτη τον πούλησε σε άλλο Βούλγαρο. όλοι πια τη νόμιζαν βουβή. να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. ελληνικά: «Μητέρα μου!» κι ευθύς το άρπαξαν οι φονιάδες και το κομμάτιασαν.Και όπου ήθελα πήγαινα.. στ' ανοιχτά. Η φωνή της έτρεμε. 90 .. την άφηναν ελεύθερη. και κανένας δε με πείραζε. και όλοι την ήξεραν για βουβή Βουλγάρα. . που γυρνούσε όπου την πήγαινε το κέφι της.Παιδί μου. ή σα βρίσκουνταν μόνοι. που θεληματικά έμενε στο πλάγι του. Μήπως και δεν ήξερε. όπου της μάθαινε ο γέρος. Και της μίλησε για άλλα. και η Αλεξία βρέθηκε μονάχη στα βουνά. Η Αλεξία ανατινάχθηκε. Την κοίταξε με απορία. Είχαν φθάσει σε δρόμο ίσιο. . . Του είπε πώς τους πήραν ύστερα αιχμαλώτους.Ναι. να τον παρηγορεί.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ . ελεύθερα τον ακολούθησε κείνη στην Πρέσπα. μιλώντας με το γιο του Παγράτη. Το πρόσωπο της ήταν σα μαρμαρωμένο. φώναξε. και πώς μέρες κι εβδομάδες δεν είχε ανοίξει το στόμα της να μιλήσει. ψιλή και παγωμένη. Πώς. αφού τους πήρε ο αφέντης τους στο χωριό του. ελεύθερα πήγαινε κι έρχουνταν και ξενοδούλευε ή έπλεκε πανέρια ή μάζευε ξύλα και κουκουνάρες στα δάση. ο γέρος δούλος. να τον αγαπά!. Ο καλόγερος ακούμπησε το χέρι του στο γερμένο της κεφάλι. Αφού ήσουν ελεύθερη γιατί δεν έφευγες εσύ.. και ο Γρηγόρης σήκωσε την κουκούλα της Αλεξίας και σκέπασε το κεφάλι της. Του είπε πώς βρέθηκε με τον Παγράτη στη σφαγή της Αδριανούπολης. ούτε καν του Παγράτη. και μαζί έσυρε το γέρο δούλο του. Και βουβή πια έμεινε. Η βροχή. εξακολούθησε η Αλεξία. δεμένος με τη βαριά αλυσίδα της σκλαβιάς... και τα πουλούσε στους χωρικούς για ένα . Και όταν ύστερα από καιρό έμαθε βουλγάρικα. .Ν' αφήσω τον παππού σκλάβο στα χέρια τους. της έκλεισε το στόμα και της είπε: «Μη μιλήσεις πια!» Πώς μπροστά τους είχαν σφάξει μια γυναίκα.. την πέρασε για εγγονή του.Και τρόμαξα πολύ. που ήταν κρυμμένο κοντά τους.Ο πατέρας μου μου έστειλε έναν καλόγερο για να μου πει να έλθω να σε πάρω. που λίγην ώρα είχε σταματήσει. με μια έκφραση μίσους που τον τρόμαξε σε τόσο νέο κορίτσι. της είπε ο Παγράτης να μη μιλήσει καθόλου. Ο Γρηγόρης την άκουε συγκινημένος βαθιά. Κι επειδή τη νόμιζαν βουβή. και το νέο αυτό κορίτσι.. όπου κανένας πια δεν ήξερε τι του ήταν του Παγράτη. ελεύθερο σαν το πουλί. Μα ο αφέντης του Παγράτη πήγε στρατιώτης. χαράζοντας γράμματα στο χώμα. και τα κομμάτιασαν κι αυτά. Κι επιτέλους της το είπε: . από τη φρικτή της τρομάρα.. Και το παιδί της. σα μεγάλωσε λίγο. Και ύστερα. γιατί δεν ήξερε παρά ελληνικά. και δε μιλούσε παρά του Παγράτη. είπε βουρκωμένος. Μήπως και δεν της είχε πει ο πατέρας του τι ήταν ο Νικήτας. για να τη σώσει. Μα ένα πράμα δεν καταλάβαινε. ευλογημένη να είσαι. που ο καλόγερος ανατρίχιασε. και άλλον παπά έστειλε του Βασιλέα. χωρίς κανένα να τον φροντίζει.Γιατί κάνεις τη βουβή σαν είσαι με Βουλγάρους.δυο οβολούς. Και ύστερα. ελεύθερη πάντα.. . την ώρα της σφαγής.

δυο βήματα.Παππού. ζαλισμένη από την ξαφνική της συμφορά.. παππού. έλεγε. Η Αλεξία τον κοίταξε. Τα χείλια της έτρεμαν. Και η Αλεξία έπεσε απάνω του. με βαθιά τρεμουλιαστή φωνή. μας γύρευες! Και φθάσαμε αργά! Χλωμός. είπε η κόρη.. έσπρωξε από το αναίματο μέτωπο τα μακριά του άσπρα μαλλιά και κοίταξε το αγαπημένο πρόσωπο. . στάλαζε στην τρύπα στάλες βαριές που απλώνουνταν στο χώμα..Θα τον αφήσεις.Πώς κοιμάται έτσι. Μα με όλη τη φοβερή της κούραση. παραμέρισε τα κλαδιά κι έδεσε πάλι τη ζώνη της.Παππού. Στο πλάγι του η Αλεξία έκλαιγε σιωπηλά. παππού.. Πλησίαζαν τα ξημερώματα πια.Πατέρα μου. ξεψύχησε στα χείλη της... ... είπε ψιθυριστά. Σαν αστραπή πέρασε στο μυαλό της το όραμα της αλήθειας. Κάνε και συ σαν και μένα... κατέβηκαν την πλαγιά. Στα σκοτεινά πασπατεύοντας. Στη λάμψη που πέταξε η φλόγα.Θα περάσω πρώτη.. γέρνοντας απάνω του και κουνώντας τον λαφριά. Η ακινησία του την τρόμαξε. όταν σηκώθηκε ο Γρηγόρης. Δεν ακούστηκε απάντηση. Χώθηκε στην τρύπα. τόσο πιο νευρική γίνουνταν. δε μ' ακούς. πιτσιλώντας το νεκρό.δυο ξερά κλαδάκια. είπε πάλι. ξύπνα. Η λέξη. μουρμούρισε τις νεκρώσιμες προσευχές. . παππού. η Αλεξία δεν μπορούσε να κοιμηθεί.. Δεν πρέπει να πάγει μακρύτερα το άλογο. . . έτοιμους να ξεσπάσουν. ο Γρηγόρης είναι δω. Σπαραχτική ξέσπασε η φωνή της στη βαθιά σιωπή της φυλακής. Κρύος ιδρώς τον περέχυσε.. με τα μάτια του μισάνοιχτα και στυλωμένα στο παράθυρο. Ο Γρηγόρης μάζεψε μερικά άχυρα κι ένα . ο Γρηγόρης έσκυψε απάνω του.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ .. προσέχοντας μην παραπατήσουν. Η Αλεξία πήδησε πάνω από το φράχτη και ο καλόγερος την ακολούθησε. έσκυψε απάνω στον πατέρα του και του άγγιξε το πρόσωπο. Κοντεύομε πια. Μα μόνο της βροχής το μονότονο στάξιμο στο χώμα ακούστηκε απέξω. που τόσα χρόνια χάιδευε την ψυχή του γέρου.Παππού.. . . επανέλαβε.. ξεγλιστρώντας από τα φύλλα. Αναφιλητό ξέσπασε από τα χείλια της κόρης: . Πέρασαν από ένα δάσος κι έφθασαν στη λαγκαδιά. είδε το κερένιο πρόσωπο του νεκρού. πνίγοντας τους λυγμούς... ψιθύρισε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά με την ιδέα της χαράς του γερο-Παγράτη. Ακόμα λίγο!.. μουρμούρισε. μουρμούρισε ο καλόγερος. . σχεδόν όσο και ο νεκρός. Η φωνή του την τάραξε. Ψάχνοντας πάντα. Ο Γρηγόρης ξεκαβαλίκεψε. ρώτησε. . κρεμάστηκε πάλι στη ζώνη και πήδησε μέσα. παππού! Μας περίμενες. παιδί μου.Ήταν ώρα πολλή που η πικραμένη καρδιά του γέρου είχε παύσει να πονεί. μην το ακούσουν.Εδώ!.. Ο Γρηγόρης πήδησε κοντά της..Παππού. τα έκανε σωρό και τ' άναψε με την τσακμακόπετρα.Κοιμήσου. Ο Γρηγόρης γονάτισε κοντά της.. Και με κούφια βήματα.. κατέβασε την Αλεξία και έδεσε το άλογο σ' ένα δέντρο...τρία άχυρα πεσμένα εκεί κοντά. Η φλόγα πέταξε καν άρπαξε δυο .. .Ακόμα λίγο!.Αχ. Οδήγησε τον Γρηγόρη στην τρύπα του τοίχου. 91 . τυλιγμένο ακόμα στην κάπα της. έριξε μια τελευταία λάμψη κι έσβησε. Θα σε ξυπνήσω πάλι σα φθάσομε σε κανένα σταυροδρόμι. Όσο πλησίαζαν. Ο Γρηγόρης ακούμπησε τα χείλια του στο μέτωπο του πατέρα του και. βρήκε τ' άχυρα και γονάτισε κοντά στο ακίνητο σώμα. Τώρα πάγει ίσια ο δρόμος. Κι έξω η βροχή έπεφτε πυκνή και.. . έκανε η κόρη ένα .. Απότομα άνοιξε την κάπα. Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε το παγωμένο στήθος. της είπε... παραμέρισε τα κουρέλια και ακούμπησε το αυτί του στο στήθος.

και με το μαχαίρι άρχισε να σκάβει το λάκκο. Από τώρα κι εμπρός είσαι αδελφή μου. η Αλεξία άκουε τώρα τις τελευταίες ευχές που ψιθύριζε ο Γρηγόρης. κοίταζε σιωπηλά τη μαρμαρωμένη του όψη. Γονατισμένη κοντά του. . τον τύλιξε στην κάπα της σαν να ήταν σάβανο. Ο Γρηγόρης τον σήκωσε. έβαλε το χέρι της στο χέρι του και τον ακολούθησε. και σιωπηλά πέρασαν από μέσα από το κοιμισμένο χωριό. .. Μα δεν τις ένιωθε. Το σώμα του γέρου. και πήρε το πρώτο μονοπάτι που βρέθηκε μπροστά του. έφθασαν στο δάσος. Σκέπασε ύστερα τον τάφο με φύλλα. Ύστερα ανέβηκε και ο Γρηγόρης. της είπε.Να τον πετάξουν έξω. σέρνοντας μαζί του το χώμα και τις πέτρες. Δύσκολο δεν ήταν. μόνο το μουρμούρισμα άκουε.. με το μέτωπο στις χούφτες. έπιασε το σώμα από τα πόδια. Μόνο όταν ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και είπε τ' όνομα της.Αλεξία. Όχι βέβαια! αποκρίθηκε ο Γρηγόρης με σφιγμένα δόντια. δεν ξεχώριζε τις λέξεις. σήκωσε κείνη το κεφάλι και τον κοίταξε με ήσυχο τρόπο. θ' αργούσε η δουλειά.Ανέβα πρώτη. καθισμένη πλάγι. έλα μαζί μου. φόρτωσε το σώμα στον ώμο του. όπου είχε παγώσει της ψυχής του η απέραντη λύπη.. Τότε. Η Αλεξία είχε ξεσκεπάσει το πρόσωπο του γέρου και. Ο Γρηγόρης έριξε το χώμα στο λάκκο και σκέπασε το νεκρό. όπου δέντρα και χαμόκλαδα ήταν τόσο πυκνά. είπε ο καλόγερος κι ένας κόμπος μαζεύτηκε στο λαιμό του και βράχνιασε τη φωνή του. Μα το σίδερο πήγαινε βαθιά. Μα δεν μπόρεσε.τρία τινάγματα τέτοια. με δύναμη που τη διπλασίαζε ο θυμός.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ . Εκεί ακούμπησε χάμω ο Γρηγόρης το φορτίο του. κι έπρεπε να φύγουν πριν ξημερώσει. και μηχανικά τον εμιμήθηκε η Αλεξία. που άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει. Έφθασαν σ' ένα μέρος. που ξεκόλλησε ο χαλκάς κι έπεσε χάμω.. να τον φάγουν τα σκυλιά.. και το σφιγμένο στόμα με το κυρτό του προς τα κάτω τόξο. της έδωσε δυο . 92 . δε βάραινε περισσότερο από παιδί. Χωρίς αντίσταση σηκώθηκε. καβαλίκεψε. ανέβηκαν στην πλαγιά. ενώ ο Γρηγόρης το σήκωνε από τους ώμους και μαζί τον ξάπλωσαν στο λάκκο. τον πέρασε στην τρύπα.Αλεξία. γυαλωμένα. Ο Γρηγόρης είχε ανοίξει το λάκκο και στέκουνταν σιμά της. Ούτε κατάλαβε πότε τελείωσε. και στο κεφάλι έμπηξε ένα σταυρό καμωμένο απο δυο κλαδιά. Ο Γρηγόρης φίλησε τελευταία φορά το μέτωπο του πατέρα του. Τις πράξεις της δεν τις ένιωθε πια. Η κόρη σηκώθηκε.τι και αν έκαμνε της φαίνουνταν σαν όνειρο. τα μάτια του τα μισάνοιχτα.Βοήθησε με. τη σήκωσε στο σαμάρι όπως και πριν. Τότε με το μαχαίρι του έσκαψε το χωματένιο τοίχο όπου ήταν χτισμένος ο χαλκάς. . και ό. και απέξω η Αλεξία τον τράβηξε στο χώμα. της είπε σιγά. έλυσαν το άλογο και χώθηκαν ανάμεσα στα δέντρα. σβησμένα πια για πάντα. Θα τον πάρω και θα τον θάψω σα χριστιανό. Ο Γρηγόρης άρπαξε την αλυσίδα και. Μόλις άρχισε να φέγγει. και θα σου τον ανεβάσω. σκελετός μονάχος. με τη βοήθεια της Αλεξίας. Προσπάθησε να βγάλει τις αλυσίδες από τα πόδια του Παγράτη. . Ο Γρηγόρης έλυσε το άλογο. που έλεγε την ερημιά της όσο καμιά λέξη δε θα την έλεγε. ούτε τον πρόσεξε που έσκυψε και προσκύνησε τον τάφο. Σήκωσε το κεφάλι της..

ούτε κούνησε. που ο Γρηγόρης τρόμαξε. . με τον Τσάρο. τον πληγωμένο στρατιώτη της μονής της Ελεούσας. τόσο που ο Γρηγόρης νόμισε μια . για να ενδιαφέρεται στον Κωνσταντίνο. και ο Γρηγόρης με την Αλεξία κόνεψαν στο σπίτι μιας φτωχής χήρας. στο παράθυρο όπου κάθουνταν. Αναθρεμμένη όπως ήταν από το γερο .ώρες. θα πει πως τον ήξερε Έλληνα.Ποιος. τα δόντια της χτυπούσαν και. Μα δεν τη βρήκε. πήγε στις εκκλησίες. πριν εξακολουθήσουν το ταξίδι τους. ρώτησε ο Γρηγόρης. Τα γύριζε και τα ξαναγύριζε ο Γρηγόρης στο κεφάλι του. ο Γρηγόρης. όπου έπεσε χωρίς μιλιά. Βγήκε τρεχάτος. αφού όταν την είδε απέξω από το μοναστήρι ρώτησε ποια ήταν. που με χαρά τους δέχθηκε. Είχε νυχτώσει και η ανησυχία του είχε κορυφωθεί. Έξαφνα. Και αμέσως ύστερα έπεσε σε βύθος. παντού όπου μπορούσε να φανταστεί που θα πήγαινε η Αλεξία. Πήγε να βρει τον Ασάν. για να στεγνώσουν τα μουσκεμένα από τη βροχή ρούχα τους και να βρουν κανένα ζεστό φαγί ή ένα ποτήρι κρασί.Παγράτη. βασάνιζε το μυαλό του να θυμηθεί τίποτα λέξεις ή καμώματα της. πλάγι στο στρώμα όπου κοίτουνταν η Αλεξία. Μόνη εκείνη μπορούσε να τα εξηγήσει. μα απάντηση δεν έβρισκε. Τα ποτάμια όλα είχαν ξεχειλίσει. που να ρίξουν λίγο φως σε όσα ήξερε της περασμένης της ζωής. Έπειτα και ο Κωνσταντίνος δεν τη γνώριζε. όταν έξαφνα η πόρτα άνοιξε και η Αλεξία μπήκε μέσα. βουτημένος στη συλλογή του. με κλονούμενα βήματα. είχε φθάσει στη Σέταινα. για να φροντίσει μονάχα το άρρωστο κορίτσι. τρόμαζε τον παπά. ούτε να τον ακούει. ο Γρηγόρης το μάντευε. που από παντού έφθαναν και μαζεύουνταν στις πόλεις.. Μα τότε πώς ήταν δυνατό να μη γνωρίζει και το αληθινό όνομα του Ασάν. το μέτωπο της έκαιε. Δυο πράματα τον μπέρδευαν: η έχθρα της για τον Ασάν και το ενδιαφέρον της για τον Κωνσταντίνο. αψηφώντας τη δική του κούραση. Τρεις εβδομάδες η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με απελπιστική μονοτονία. Η κόρη είχε φύγει. Σε κανέναν ξενώνα δεν είχε πια κάμαρα. τόσο δυνατό. Η κόρη δεν έμοιαζε να τον βλέπει. με την Αλεξία. χωρίς μιλιά. γύρισε στο σπίτι. Όλη νύχτα την παραφύλαγε ο παπάς. βάζοντας χίλια κακά με το νου του. που γυάλιζαν από τον πυρετό ή από κάποια εσωτερική φλόγα που την έκαιε. Και αποθαρρυμένος. αφού είδε την Αλεξία ξαπλωμένη και ζεστά σκεπασμένη. Μα όλα του τα ρωτήματα έμεναν χωρίς απάντηση. Παντού πήγε. παντού ρώτησε. 93 . Μα κάθε φορά που έσκυβε να την κοιτάξει. αφού μάλιστα ο παπάς προπλήρωνε. Και αν το ήξερε. μα τίποτα δεν έμαθε. Μόνη η ακούραστη και αδιάκοπη φροντίδα του Γρηγόρη την εμπόδισε να σβήσει εκεί που έπεσε στο στρώμα. Κι εκεί έμεινε τρέμοντας από τη θέρμη και το σύγκρυο. ούτε σάλεψε μέρες κι εβδομάδες. Σ' όλο το διάστημα που κατέβαιναν καβάλα από τα μονοπάτια στη Σέταινα. γιατί αυτή η έχθρα.Έφυγε χθες.δυο φορές πως είχε αποκοιμηθεί. στην ταβέρνα. έβλεπε τα μαύρα μάτια της στυλωμένα μπροστά της. κοίταζε τους σπάνιους διαβάτες που έμπαιναν στην ταβέρνα αντίκρυ. ούτε μίλησε. Γύρισε λοιπόν στης χήρας το σπίτι και μπήκε με σιγανά βήματα στην κάμαρα της Αλεξίας. η κόρη είχε πέσει σε ατονία που. ορθάνοιχτα. Η κάμαρα ήταν άδεια. κατά τα ξημερώματα. Μια . μα απάντηση δεν έλαβε. το πένθος του και τη θλίψη. να μάθουν νέα του πολέμου και να περιμένουν την καλοκαιρία. με το μίσος των Βουλγάρων. βυθισμένη στο σιωπηλό της καημό. στους ξενώνες.. Και τώρα... ο Γρηγόρης βγήκε να ζητήσει τον Νικήτα. Πως κάποιος βαθύς πόνος την έτρωγε. Από τη στιγμή που έκλεισε ο τάφος του Παγράτη. του είπε σα να εξακολουθούσε καμιάν αρχισμένη κουβέντα: . ούτε έμοιαζε η κόρη ν' ακούει. χωρίς παράπονο. Τρεις εβδομάδες πέρασαν αφότου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ Από το παράθυρο ενός φτωχικού σπιτιού της Σέταινας. Από τότε δε μίλησε. παραμερίζοντας τις δικές του σκοτούρες. ώρες . Μόλις έφθασε στη Σέταινα. ελπίζοντας εκεί να βρει τον Νικήτα και μαζί του να πάγει την ορφανή να την παραδώσει του Αυτοκράτορα.δυο φορές της μίλησε. προχώρησε στο στρώμα της. Ήταν λίγο χλωμή. και ακόμα δεν είχε βρει περίσταση να τη ρωτήσει. Μα νευρικό τρεμούλιασμα την έπιασε. Μα ο Νικήτας έμενε άφαντος. και οι ξενώνες δε χωρούσαν πια τους ταξιδιώτες.

Κοίταξε γύρω της να βρει κανένα σκοτεινό μέρος να χωθεί. Μόνο μια στιγμή βγήκε από την ατονία της. συλλογίζουνταν τον Νικήτα. χωρίς να παρατηρήσει την Αλεξία που. και πότε έκαμνε να το σφίξει χαδιάρικα.. και ζεσταίνεται. γιατί δεν έχει σπίτι. Μην είχαν έννοια αυτά τα λίγα λόγια. οι περισσότεροι στρατιωτικοί. ούτ' εγώ δεν τον ξέρω. Ο Γρηγόρης πήγε ίσια στην ταβέρνα. Βγήκε χωρίς να καλοκλείσει την πόρτα. μπήκε και η Αλεξία. και θα την πήγαινε στον Αυτοκράτορα. λιωμένα και αυτά από τόσων μερών θέρμη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ Από την παραμονή ήταν απύρετη. μα πάντα ανώφελα. Θα μας ξεφύγει πάλι. τ' αναμμένα αλειμματοκέρια έβγαζαν καπνό και βόχα βαριά που έπιανε στο λαιμό. μάταια όμως. είπε ο ένας... Ο ένας την κοίταξε και κάτι ψιθύρισε του συντρόφου του. αύριο κιόλα να φύγομε αν μπορείς. Η βραδιά ήταν συννεφιασμένη και. και ο Γρηγόρης λυπήθηκε την αγωνία της. Ναι. Η Αλεξία άκουε σιωπηλά. Μια στιγμή κοντοστάθηκε και δίστασε.Όχι!. κι ευθύς σηκώθηκε η κόρη και τον ακολούθησε. κάτι παράξενα λόγια των στρατιωτών κοντά της κίνησαν την προσοχή της Αλεξίας. Και της έλεγε πως τώρα που πέθανε ο δύστυχος πατέρας του. . ίσως μόνη της μου ξεμολογηθεί το πονετικό της μυστικό.. που τη γύρευε και θα της έδινε αμέσως στην αυλή του τη θέση που της έπρεπε. και πάλι με κούραση έκλειε τα μάτια της.. μπα! είπε ο άλλος. όσο και να έκανε. Και ξανάπιασαν την κουβέντα τους. . Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Εκείνο το πρωί. δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω του. Ο Γρηγόρης έσκυψε από το παράθυρο να δει. Τον άλλο δεν τον γνώριζε.. ο καλόγερος τραβήχθηκε μέσα κι έκλεισε βιαστικά το παράθυρο. και αμέσως έπιασαν κουβέντα. Άλλαξε θέση μαζί μου. Κάποια συντροφιά έφθανε κείνη την ώρα στην ταβέρνα. Μα έξαφνα. Είναι η Βουβή μας. Η Αλεξία πήγε και ζάρωσε στην αντικρινή γωνιά του παραθύρου. οι χωρικοί κάθησαν να φάγουν κοντά στον Γρηγόρη.. Και κοιτάζοντας μελαγχολικά το λασπωμένο δρόμο. τίποτα πια δεν τη βαστούσε στα βουλγάρικα χώματα. που τα είχε πάρει για παραμιλητά. μπορεί να μας δει. είπε ο Γρηγόρης.Καλώς σε βρήκαμε. . ..Αν μπει μέσα. βαθύ και σκιερό. είπε ο κουλός. γυρεύοντας αφορμή να τους μιλήσει.. ο καλόγερος προσπάθησε να κουβεντιάσει μαζί της. και δεν επέμεινε κείνη την ώρα. .. η Αλεξία αναγνώρισε τον ένα. . εγώ είμαι. όπου μπορούσε να είχε περάσει. πότε προσπαθούσε να του χαμογελάσει.. Ο νους της ήταν όλος σε δυο χωρικούς που έστεκαν κοντά στο τζάκι και παράγγελναν του δούλου φαγί και κρασί. Δεν τελείωσα ακόμα. μα παρατήρησε πως ήταν κουλός. . πήγε να βρει τον Ασάν». Δεν μπορώ. Μόλις τελείωσαν το παζάρεμα... που όσο και να μόχθησε.. Καθώς γύρισαν. Και θυμούνταν τα λόγια που είχε πει η Αλεξία την πρώτη νύχτα: «Έφυγε με τον Τσάρο. Μα όταν ο καλόγερος πρόσθεσε: «Κοίταξε να γιάνεις γρήγορα. Και τότε. Εσύ δεν ήσουν που ανταμώσαμε κάπου σ' ένα χωριό. σκέφθηκε. έπιναν κι έτρωγαν. δεν μπόρεσε να τον βρει ούτε σε ξενώνες. Ο Γρηγόρης μιλούσε για το μέλλον της. Μα μόλις τους καλοκοίταξε. μα σα βυθισμένη και πολύ αδύνατη. Εδώ πέφτει σκιά και δε θα σε αναγνωρίσει. Βαστούσε το χέρι του στα δικά της. τρέχα γύρευε. 94 . ρώτησε ο Γρηγόρης. άγιε πατέρα. ανασηκωμένη στον αγκώνα.Α. απαρατήρητη. Και ποιος ήταν ο άγνωστος που δεν τον είχε ονομάσει η κόρη. Πες πως δεν είναι δω. Ήταν δυο χωρικοί με τα μουλάρια τους. Ο Γρηγόρης είχε καθήσει κοντά τους και τους κοίταζε. Μα το νευρικό της τρεμούλιασμα την ξανάπιασε. σα να ήταν καμιά ξένη ιστορία που της έλεγαν. λιγνά και χλωμά..Τη βραδιά που κάηκε το Βουτέλιο. Στο γώνιασμα ενός παραθύρου. Η Αλεξία όμως δεν πρόσεχε.Αργότερα. κάθουνταν δυο στρατιώτες. και με αδημονία είπε: . το δύστυχο.». Παντού τον είχε ζητήσει. Πίσω του. όπου κάμποσοι περαστικοί. είπε ο άλλος. ούτε στην αγορά.Εμένα δε με ξέρει. ούτε στις εκκλησίες. Μπαίνει έτσι όπου βρει.Τι δεν τελείωσες. στην ταβέρνα. Ήταν ο Δραξάν.. σα να ξύπνησε ξαφνικά.

Πιάστηκα όμως καθισμένος τόσην ώρα εδώ. μπήκε μέσα ορμητικά. Όλη η ανθρωπότης λοιπόν την εγκατέλειπε.. σφίγγοντας το πεζούλι του παράθυρου στα ξυλιασμένα της δάχτυλα. . να ρωτά όποιον έβλεπε. είπε ο άλλος. . Θα τον ρωτήσω. την πρώτη βραδιά. μα πιο γρήγορα πηγαίνει αυτός πεζή τις ειδήσεις. Να κρύβουνταν στην κάμαρα της!. μ' ένα τσεκούρι στο χέρι.Αυτός είναι! ψιθύρισε.Λέγω να φύγομε. Τόσο βούιζαν τ' αυτιά της.... Φανερή και βέβαιη ήταν τότε η προδοσία του. Τον ένα.Και τον γυρεύεις. . να πιστέψει.. και να μην έλθει καθόλου στην ταβέρνα. Έκανε να φύγει. μα ο άλλος τον σταμάτησε. Και όμως. . που με το βούνευρο του είχε σχίσει ο Κωνσταντίνος το πρόσωπο.. Και τώρα τον έβλεπε! Και την προδοσία την άκουε.Δραξάν. μες στην καρδιά της φύλαγε τα τελευταία λόγια του Παγράτη.Στάσου. Της φάνηκε της Αλεξίας πως η κάμαρη όλη γύριζε. Λένε πως ο Σαμουήλ δεν τον εσύγκρινε με κανέναν άλλο αγγελιοφόρο. .. Το ήξερε πως είχε ξαναέλθει στη Σέταινα. Να μη βλέπει. Να έβγαινε έξω. . Έριξε στην κάμαρα μια γοργή ματιά. Είναι αλήθεια.Θα έλθει. χτυπούσαν σα σκεπαρνιές στο μυαλό της. άραγε.. και τα λόγια του Γρηγόρη. είπε. ρώτησε ο Δραξάν τον Γρηγόρη. Γυρεύει τον Δραξάν. βαρέθηκα! . Ο Δραξάν είχε σηκωθεί. Ήταν ο Κωνσταντίνος. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει. . Μην ξέρετε αν βρίσκεται τώρα με τον Τσάρο. 95 . Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγερή μες στην κάμαρα. δεν ήθελε. Λίγα βήματα είχε να κάνει για να τη φθάσει.. παρά οι άλλοι αγγελιαφόροι με άλογο.. Εκείνη την ώρα ο Δραξάν γελούσε δυνατά. Το πουγκί το τσέπωσες! Τώρα κάθου και φύλαγε. δάσκαλε. Ο νους της σκοτίζουνταν. σκέφθηκε. δεν ξέρομε καν πού πηγαίνει! Ακουμπισμένη στον τοίχο. Έξαφνα η πόρτα του δρόμου άνοιξε απότομα. . Ήταν ο μυστικοσύμβουλος του Ιβάτζη.Ναι.Είναι φίλος μου. είπε ο ένας. να μην ακούει πια. Της το είχαν πει στο παλάτι..Κοροφέξαλα! αποκρίθηκε θυμωμένα αλλά χαμηλόφωνα ο σημαδεμένος. κατά την παραγγελία του γέρου. θα την ακολουθούσε. από δω κι εβδομάδες. τα λόγια του τους τρόμαξαν. στον κρύο αέρα! Να έτρεχε ως αντίκρυ. Η απότομη είσοδο του Κωνσταντίνου ξάφνιασε τους ήσυχους ταξιδιώτες. . . Μπορεί να πάγει αλλού.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ Και σηκώθηκαν και άλλαξαν θέση. και πως είχε πείσει τον Τσάρο να φύγει μαζί του. κι επειδή δεν τον είχε ακούσει να προδίδει. εκείνον που κρύβουνταν. τον αναγνώρισε από το σημαδεμένο του πρόσωπο.Μόνο εγώ ωστόσο δεν κατάφερα να τον δω ποτέ αυτόν τον περίφημο φτεροπόδαρο Ασάν. Και πάλι τα ψιθυρίσματα των στρατιωτών την ξύπνησαν.... με τα στρατεύματα του. Η Αλεξία τους κοίταξε πιο προσεκτικά. τι κάνεις εδώ με τον Ρωμαίο. Μα από τη θέση του ο Γρηγόρης θα την έβλεπε. Τι τον θέλεις. είπε ο κουλός..Θα τον ρωτήσω. Όλα τα μάτια στράφηκαν στους δυο χωρικούς. Μα ποιο λόγο κρυφό είχε. Η Αλεξία έριξε μια ματιά κατά την πόρτα. ψιθύρισε ο σημαδεμένος. Δεν το πίστεψε πως ο Γρηγόρης ήταν φίλος του Ασάν. που κάμποση ώρα δεν άκουσε τίποτα. Το βλέμμα του έπεσε στους δυο χωρικούς. βροντοφώνησε. δεν μπορούσε ο γιος του Παγράτη να έχει φίλο το Βούλγαρο.. Τώρα τον έχομε σίγουρο. πού βρίσκουνταν ο Ασάν. είπε ο Γρηγόρης. βρίσκεται στην καρδιά της πατρίδας σου. καθισμένους κοντά στο τζάκι με τον Γρηγόρη. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο. Φίλος του! Ο Γρηγόρης! Στηρίχθηκε στο πεζούλι του παράθυρου κι έκλεισε τα μάτια. όταν ο Αυτοκράτορας των Ελλήνων. Ο στρατιώτης με το σημαδεμένο πρόσωπο άδραξε τον ώμο του συντρόφου του. είπε επίσης χαμηλόφωνα. τον αγγελιοφόρο του Σαμουήλ. και η Αλεξία τον άκουσε και ανατρίχιασε στη γωνιά της. κοίταζε η Αλεξία τον Κωνσταντίνο. ... όπως την είχε ρωτήσει και κείνη στο βουνό απάνω. λες. που τα είχε ακούσει. κι ένας ξυλοκόπος. αυτός.

είπε ο στρατιώτης με το κομμένο πρόσωπο. Σκέπασε το στόμα της με τα δυο της χέρια και με τρεμάμενα βήματα έκανε για την πόρτα.Στην Αχρίδα. είπε ψιθυριστά ο σημαδεμένος στρατιώτης στο σύντροφο του. τον έστειλε! . ρώτησε. και ο βασιλέας τους πορεύεται κατά την πλημμυρισμένη Τσέρνα. Όλα τα λόγια ξεψύχησαν στα χείλη της. λέγει. είπε ο Κωνσταντίνος. ρώτησε ο Δραξάν. μουρμούρισε ο άλλος. Ολωνών η προσοχή ήταν στημένη στον Δραξάν και στο νέο ξυλοκόπο. Βγήκε στο 96 . στρατηγέ. και με τη λέξη αυτή ένα κύμα ζεστασιάς χύθηκε στην παγωμένη καρδιά της δυστυχισμένης κόρης. . Στο σταυροδρόμι θα τον βρούμε.Ο Πρίλαπος είναι στα χέρια των Ελλήνων από δω και δέκα μέρες. .Τι νέα φέρνεις. Ο Ιβάτζης τους είχε στείλει να δολοφονήσουν τον Κωνσταντίνο. . και δρόμο πάλι. . Η Αλεξία είχε ακούσει το διάλογο των δύο στρατιωτών. μια μόνη λέξη την έπνιξε: «Προδότη!». Και υποκλίθηκε. ούτε κατάλαβε πως την ακολούθησε ο Κωνσταντίνος και πως και άλλοι γύριζαν και την κοίταζαν. . . ξάστερα. Λίγα λόγια έγραφε. ούτε τον είδε που όρμησε να την πιάσει.Πάμε τώρα.. σε ζητά. ..Τι φοβάσαι. είδε έξαφνα. Ο Τσάρος σε προστάζει να παρατήσεις ό.. και ο σύντροφος του τον ακολούθησε... ο αρχαίος Εριγών. ανάγκη απ' όλους τους συμβούλους του. λέγει. . Καλούσε τους δυο αξιωματικούς κοντά του. Κανένας δεν τους παρατήρησε. βρε αδελφέ.τι άλλο σχέδιο σε βαστούσε ως τώρα εδώ. . Και μεμιάς αντιλήφθηκε πως στο χέρι της ήταν να τον σώσει. και πρόσθετε πως ο αγγελιοφόρος του θα τους οδηγούσε όπου και αν βρίσκουνταν.. αποκρίθηκε ο άλλος θυμωμένα. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Ανεμοστρόβιλος σφύριζε στ' αυτιά της..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ .Μπορείς να μας οδηγήσεις ως εκεί.Πού είναι ο Τσάρος. έλεγε ο Κωνσταντίνος. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Ήταν υπογραμμένο από τον Ρωμανό και βουλωμένο με τη βούλα του. όπου όλες της οι σκέψεις ανακατώνουνταν. . .Ποιος είσαι συ.Το Στύπειον έπεσε. .Έρχεσαι από κει. Τσέρνα: παραπόταμος του Αξιού.. Πήδησε από το παράθυρο. Θα πάμε ως το σταυροδρόμι και θα κόψομε από κάτι μονοπάτια που ξέρω στο βουνό.Μ' έστειλε ο Τσάρος.. Τον Ιβάτζη έχεις πίσω σου και διστάζεις. Ρωμαίε. το κεφάλι της γύριζε.Οϊμένα! φώναξε ο Δραξάν. και να πας ν' αναλάβεις τη διοίκηση του σώματος του. Ο Τσάρος.Θα φύγομε απόψε.. Μα η ελπίδα της έσβησε πάλι πριν καλοανάψει. Και δεν άκουσε την πνιγμένη φωνή του Γρηγόρη. ρώτησε ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος.. Σήμερα λέγεται και Καρά-σου. Έχει. Ο Πρίλαπος βαστά. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε από τον κόρφο του ένα έγγραφο και το έδωσε του Δραξάν. . . Έπειτα. με απελπισία πιάνοντας το κεφάλι του. Και τι απόδειξη μας φέρνεις της αποστολής σου. Κι εσένα. κρατώντας το σύντροφο του από το μανδύα.Μαζί του θα τα βάλομε. Κάρφωσε το αγριεμένο βλέμμα της απάνω του. . την έννοια της ομιλίας τους. .Ένας δρόμος είναι ο γρήγορος. και μέσα στην ταραχή του μυαλού της. μια μαχαιριά στα σκοτεινά. .. . Από την καρδιά της καυτές ανέβαιναν στα χείλια της οι σωτήριες λέξεις. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.Στρατηγέ Δραξάν. χωρίς να βγούμε στην Εγνατία οδό. παλιάνθρωπε.Λέγει ψέματα.Στις διαταγές σου. Δεν ακούς ράχες που τις έχει.Μπορώ.Ο Πρίλαπος!.

τον ρώτησε έξαφνα: . Θυμήθηκε τον Μιχαήλ και την απέχθεια που είχε για το διπλοπρόσωπο έργο τους. όπου τώρα ένα φως έκαιε..Ναι! αποκρίθηκε του Ρωμαίου. κι έπεσε αναίσθητη στα χέρια του Γρηγόρη. μήπως και δεν τον ξέρεις τον Ασάν. τα μισοξηγούσε τώρα.. έκανε να ξεφύγει. που κομμένη και μισερή την είχε πετάξει στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου.Εσύ.Πήγαινε πίσω στην ταβέρνα. σα μαχαιριά..Εγώ.. Κι έξαφνα είδε τον Κωνσταντίνο κοντά της που την υποστήριζε.. Σκληρό χαμόγελο έστριψε τα χείλη του. Ο Κωνσταντίνος έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. αν και πολλά πράματα έμεναν ακόμα σκοτεινά και μπερδεμένα. αυτό ζητώ κι εγώ.Είμαι μόνος. την κατάλαβε. Κρυμμένη μέσα στη σάλα είχε ακούσει βέβαια τα λόγια του. . Δε στάθηκε να συλλογιστεί ποια ήταν η Βουβή και πώς.. εκείνος τη μάντευε. παιδί μου. . προδ.. . και τον νόμιζε προδότη. με την κόρη στην αγκαλιά.. Η φωνή της πνίγηκε. άσπρος σαν τον τοίχο πίσω του...Προδότ... Γρηγόρη.. Σπασμωδικά έπιασε το μαχαίρι της. Τη λέξη που δεν είχε αρθρώσει ολόκληρη η δήθεν βουβή. μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. πώς τον ξέρεις τον Ασάν. . μουρμούρισε ο καλόγερος στο αυτί του Κωνσταντίνου. Ανασηκώθηκε ταραγμένη και άγρια: . Και. είπε ο Γρηγόρης. τις ειδήσεις που έφερνε στους Βουλγάρους. ως την ψυχή Έλληνας! φώναξε η Αλεξία. Μα τη ζωή του δεν τη γνώριζε.Να φύγομε. Ο καλόγερος κοντοστάθηκε. της είπε με καλοσύνη. Ακούμπησε πάλι κάτω το κεφάλι της.Να φύγομε. και κάποιο φως χύνουνταν τώρα στο μυαλό του... τον ρώτησε ο Ρωμαίος φθάνοντας. Μα η φωνή της έσβησε. αντί ν' αποκριθεί.Εγώ σε ρωτώ τώρα εσένα. Ο Ρωμαίος έρχεται. Τον κοίταξε επίμονα και. ο Γρηγόρης γύρευε να συνεφέρει το αναίσθητο κορίτσι. παιδί μου. . Η Αλεξία γνώριζε τον Κωνσταντίνο. την άκουσε κι εκείνος. Φθάνει να είσαι καλά.. στο σπίτι της χήρας.. Αύριο λες να μπορέσεις. έτρεξε στο σπίτι της χήρας. σα να γύρευε κάποιον.Πώς σου ήλθε τώρα. η Αλεξία κοίταξε τρομαγμένη γύρω. Και του είχε ρίξει κατά πρόσωπο τη φρικτή.Έχεις ζώο. και αγωνίστηκε να πει μια λέξη: . Μόλις συνήλθε. . του μίλησε... ο γιος του Παγράτη. της είπε ο Γρηγόρης. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι. Τη λέξη. εγώ. αφού του μίλησε ελληνικά. και με κούραση του είπε: . Τα μυστικά της πήγαινε κι έλα.Πού τον ξέρεις τον Ασάν. ρώτησε για να κερδίσει καιρό. Ο Κωνσταντίνος είχε μείνει σαν κεραυνοχτυπημένος. . την άτιμη λέξη: «Προδότη!». Έχω άλογο.Γιατί είσαι Έλληνας. Ακούμπησε στον τοίχο για να μην πέσει. Έριξε μια απελπισμένη ματιά στην αντικρινή πόρτα του σπιτιού της. που τόσο τον είχαν ανησυχήσει. σκόνταψε. Μπήκε στην ταβέρνα και είπε του δούλου να σαμαρώσει ευθύς τα ζώα. Και τον έσχιζε ως την ψυχή. . ξαφνικά... Μια μόνη σκέψη βούιζε στο μυαλό του: η κόρη ήταν Ελληνίδα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ δρόμο. Αλεξία. Με τα δυο της χέρια γύρευε ν' ανοίξει το λαιμό του ρούχου της για ν' ανασάνει: 97 .. με τη διαταγή να πάνε να πολεμήσουν τους Έλληνες. και ο κρύος άνεμος τη χτύπησε στο πρόσωπο. ο ορθόδοξος Έλληνας καλόγερος. για το Θεό. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ Αντίκρυ.. .. αφού τον νόμιζε προδότη.

είπε ο Γρηγόρης και η φωνή του έτρεμε. . Μια μέρα πήγα στο στρατόπεδο..Εγώ. .. και τα φύλαγε να μη λερώσουν τα ρούχα τους. Κοντά του ο Ιβάτζης κοίταζε ατάραχα. Ήμουν με τον πατέρα σου..Πες μου.. Και ήταν πάλι ο Ασάν. . Ήταν πάλι με τα δυο αγόρια. κοντή. Σταμάτησε να πάρει ανάσα και με κόπο εξακολούθησε πιο σιγά: . ρώτησε συγκινημένα..Ή τη θέληση. Πριν απ' αυτό. Πέρασε το χέρι του στο μέτωπο της κι έσπρωξε πίσω τα μαύρα της σγουρά... Λοιπόν. κι εκείνο το βράδυ ο παππούς έκλαψε.. μαζί τους ήταν ο Ασάν. Ήταν ο Ασάν! Ο Γρηγόρης έσφιξε το χέρι της. και ορκίστηκε να εκδικήσει τους γονείς του..Ναι.Πώς.Όχι. και θέληση. και ο πατέρας σου ρώτησε πώς τον λέγουν. άρπαξε το βούνευρο και του έσχισε το πρόσωπο. Πήγα πίσω στον πατέρα σου.. .Λοιπόν.. Του είχε κλέψει.. ξεγυμνωμένο.. λέγει.Ύστερα... όπως ποτέ ακόμα δεν τον είχα δει να κλαίγει... Η Αλεξία σήκωσε το χλωμό και δακρυσμένο πρόσωπο της. από μακριά. σα να μιλούσε από όνειρο: . Μια μέρα... Χωρίς ν' αλλάξει στάση.. ήταν δεμένο σ' ένα δέντρο κι ένας Βούλγαρος το έδερνε με βούνευρο. πότε τον γνώρισες..... 98 . έκανε ο Γρηγόρης..... Τ' αγόρια ήταν παι δόπουλα του Τσάρου.. Ένα από τα Ελληνόπουλα. . Ρίχθηκε στο Βούλγαρο.. Και το ίδιο βράδυ έφυγαν. και η ανάσα της. λαχανιασμένη.Το ίδιο κάνει.. Και όμως από μωρό παιδί τον ξέρω. ο πατέρας μου δεν τον είχε δει. διέκοψε ο Γρηγόρης. .. Τα είδα στο δάσος ένα πρωί.. μόνο πέσαμε στα γόνατα και παρακαλέσαμε την Παναγία να φυλάγει τις ελληνικές τους ψυχές... πρώτη φορά.... ήταν δούλοι.Τους ξαναείδα... Το ένα αγόρι βαστούσε το χέρι του τρίτου. . ύστερα από καιρό. Και είπε ψέματα! Δεν τους εκδίκησε! . η Αλεξία εξακολούθησε σιγά. εδώ κι εκεί. είδα πως ήταν τρεις..Παρακάτω κοιμούνταν ένας Βούλγαρος.. Εκείνη την ώρα έφθανε ο..Ένα βράδυ κατέβηκαν στη λίμνη και ήταν μονάχοι.. Το ένα άπλωσε το χέρι του απάνω στο σταυρό του εξώφυλλου. έκανε βουρκωμένος ο Γρηγόρης.. δούλοι των Βουλγάρων. .Και τους μίλησες. είπε αποθαρρυμένη η Αλεξία. Η φωνή της κόπηκε. Και ο παππούς δε μου έκανε μάθημα.. ένα ποτήρι. Ήταν πάντα δούλοι. και οι Βούλγαροι τους κορόιδευαν που δεν είχαν πια τη δύναμη να φύγουν. δούλευαν τους Βουλγάρους. Στα πόδια δεν είχαν σίδερα και όμως δεν έφευγαν... ρώτησε. ...Ναι...Πέρασαν χρόνια και τους ξαναείδα. Δυο αγόρια διάβαζαν προσευχές....Τον είδα σ' ένα δάσος. Έτρεξα πίσω τους. .. είπε η Αλεξία... και τον κοίταζε ενόσω μιλούσε σα να ήταν θεός του. μα σαν έφθασα στην ακρολιμνιά. χαμένη στις ενθυμήσεις της.Μη μιλάς έτσι. μια φορά.Δεν τον γνώρισα ποτέ. Εγώ ήμουν ελεύθερη. . ήταν Ελληνόπουλα από την Αδριανούπολη. Και όμως δύναμη είχαν. . τον κακό δαίμονα της ζωής μου. πήγαινα κάθε μέρα και τους παραμόνευα.Πού τον είδες. .. κομμάτιαζε τις λέξεις και τις φράσεις.. γυρεύοντας με τον ήσυχο τόνο της φωνής του να κατευνάσει την επαναστατημένη της ψυχή..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ . πέρασαν από το χωριό μας... .. Δεν ξέρω τον Ασάν. Δεν ήταν πια παιδόπουλα. μα όλη μέρα δούλευαν. ο άλλος. Ακούμπησε το κεφάλι της στα διπλωμένα της γόνατα κι έμεινε ακίνητη. Το στρατόπεδο ήταν κοντά στην Πρέσπα..... .

. ο 99 . είδα το φίλο του. . Σταμάτησε απότομα. Μαζί του ήταν ο Ασάν. και τον πίστεψα!. τις απελπισμένες φωνές των δικών μας... Τον φώναξα με τ' όνομα του. αδιάφορο! Απαίσιο. Τα χείλια της έτρεμαν... μα δεν ήταν μόνος. .. τη ρώτησε πάλι: ...Το τι φαντάζομαι τώρα. όπου ο παππούς βρέθηκε κλεισμένος με τον αφέντη του... Λοιπόν το μυστικό της ήταν αυτό! Και στην ταραχή της απάνω της είχε ξεφύγει. δεν άκουσα. Εκείνη την ώρα θα πέθαινα γι' αυτόν. γιατί τον νόμιζα πιστό. .. Παρακάτω.... μα πίστεψα! Με την ψυχή μου όλη πίστεψα τότε πως δούλευε για την Πατρίδα. Ήταν πια άντρας. για την αγάπη του Ασάν!. Μα δεν τον υποψιάστηκα!. Και όταν με τη διαταγή του Ρωμανού οι δυο Έλληνες πήγαν στη σκηνή του. έγραψα με το αίμα του που έτρεχε ποτάμι. Καθισμένος πλάγι της την κοίταζε συλλογισμένος ο καλόγερος. Εγώ ήμουν ελεύθερη. πηδηχτά. και που το νόμιζα τίμιο.. .. οι δυο μαζί άρπαξαν και φίλησαν τα χέρια του Ασάν. Άρπαξε τα χέρια της και ξεσκέπασε το πρόσωπο της. κι εξακολούθησε με μεγάλη ταραχή: . Ναι.....Τι τα θέλεις... Πατρίδα.. . Η καρδιά του χτυπούσε ακόμα.. τον αγαπούσα.. μια στιγμή που βρέθηκαν μόνοι. και όμως ούτε τους φύλαγαν πια! Ο Γρηγόρης χάιδεψε το σκυφτό της κεφάλι.Ναι! είπε η Αλεξία. Λοιπόν γιατί πήγε ανάμεσα στους Έλληνες.Δύναμη είχε.Αλεξία! φώναξε ο καλόγερος... μουρμούρισε ο παπάς.. Γρηγόρη! Δεν έφευγαν. Παρακάτω όμως τους έσφαξαν όλους.Και δεν ήταν.. Παρακάτω..Θα τον σκότωναν εκεί που έστεκε.. και πήγα το μήνυμα στην καλύβα... και παλικαριά περίσσια! Δε φοβήθηκε τόσες χιλιάδες Βουλγάρους!. γυρίζοντας. ο Ασάν.. Από μακριά άκουσα τις θριαμβευτικές φωνές των Βουλγάρων. και την άφηνε να κλάψει ώσπου να ξεσπάσει ο πόνος της.. Έπεσε ως κάτω κι έμεινε σαν πεθαμένος... τους έσωζε ο Ασάν. Εγώ κατέβηκα στη ρεματιά.Οι Έλληνες έφυγαν τρεχάτοι και τον άφησαν μόνο.. Ο νους μου ήταν στον πληγωμένο Έλληνα. ...Αλεξία. μα δε με άκουσε. έμεινα στα βουνά.... . Σαν την είδε πιο ήσυχη.Από τότε τους ξαναείδες. Μα την ίδια ώρα έφθασε ο γιος του Τσάρου. Ο Βασιλέας πολιορκούσε τότε τη Στρουμπίτζη... Πέρασε μια . Και η δική του φωνή έτρεμε σα ρώτησε: .. ναι. παρακάτω τους έσφαξαν όλους οι Βούλγαροι. και τον άκουσα.. . είδες που το λες εσύ τώρα! μουρμούρισε ο καλόγερος.. όλα. Γρηγόρη. όλους! . με το κλεμμένο ποτήρι στο χέρι. Τι του είπε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ . ρώτησε με αγανάκτηση.. Από κάτω τον σημάδεψαν. ο Γαβριήλ Ρωμανός.δυο φορές το χέρι της στο μέτωπο. Στο μαντίλι του έγραψα του φίλου του να έλθει. είπε η Αλεξία..Δε με μέλει να σου το πω τώρα.Αλεξία. μα τότε δεν το φαντάστηκα! Πίστεψα μονάχα στην ομορφιά και στην ευγένεια της ψυχής του. Δεν ξέρω. Αλεξία.Δεν ξέρω!. Δεν ξέρω! ξέσπασε η κόρη με αγωνία.. . Και ήταν όμορφος μπροστά τους. είδα έναν από τους δυο Έλληνες... Τους φώναξε πως ήταν φίλος. είναι...Και τι τον έκαναν τότε. και αυτός τους αγκάλιασε! Αυτός! Ο Βούλγαρος Ασάν! Και ξέχασαν την Αδριανούπολη! Ξέχασαν το αίμα του πατέρα τους και της μητέρας τους! Ξέχασαν όρκους... Ο στρατηγός έτρεξε κοντά του. .. κατέβαινε στη ρεματιά όπου περνούσε ελληνικός στρατός.. Η κόρη ξέσπασε στα κλάματα. Δεν είχα μελάνι.. Από τη ρεματιά δεν τον άκουσαν όμως και τον σαίτεψαν. Το είχε βρει ο Ασάν. Χαμογέλασε πικρά. Μια μέρα. Τι απαίσιο φαντάζεσαι. μπροστά μου.Τι φαντάζεσαι. Από βράχο σε βράχο.

μυστική χαρά που τη μαλάκωσε.Παιδί μου..Όχι. έξω φρενών από φόβο. τι ξέρεις. μα στο ελληνικό τον λένε Νικήτα.. Εκεί την πρόφθασε ο Γρηγόρης. . τη δολοφονία στο σκοτάδι.. Και ο δύστυχος ο πατέρας μου ρώτησε τον Κωνσταντίνο πώς τον έλεγαν το Βούλγαρο που κοιμούνταν τάχα παρακάτω. Είναι ο πιστότερος κατάσκοπος του Αυτοκράτορα.Ναι. το φθάσιμο του Κωνσταντίνου στο σταυροδρόμι. Πού. Σα μαρμαρωμένη τον κοίταζε. περιτριγυρισμένο από εχθρούς.Τρέχα. Έπιασε τα χέρια της και αυστηρά της είπε: . η Αλεξία γύρευε να τον σύρει έξω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ Βούλγαρος Ασάν. .Γρηγόρη. . Αλεξία. τη νάρκωσε..Γιατί τον είχε ορκίσει ο Νικήτας να μη μιλήσει. ζαλισμένη. .. δεν μπορούσε προδότης να γίνει! Και στην ταβέρνα σα φώναξε τον Δραξάν. παιδί μου.Εκεί που τον παραμονεύουν δολοφόνοι του Ιβάτζη. μην το ξεχνάς. ώστε κι εγώ. .. Αλεξία. Παναγία μου! Παναγία μου!.. ο εμπιστεμένος του Δαφνομήλη. σαν τον είδα.. σαν πήγαν και σήκωσαν τον αναίσθητο Κωνσταντίνο. Και ο «παππούς» είχε δίκαιο. άφοβα έσχισε το πρόσωπο του Βουλγάρου.Χριστέ μου! μούγκρισε ο Γρηγόρης. κάθε πράξη του Κωνσταντίνου άλλαζε μορφή. πες μου. . Έσκυψε το κεφάλι νικημένη από την τρικυμία που φυσομανούσε μέσα της. Μαζί του ήταν ο Νικήτας.. Και πήγαν και τον πήραν! Το νευρικό της τρεμούλιασμα την έπιασε πάλι. δεν του είπε το αληθινό του όνομα.. ανίκανη να καταλάβει.Γιατί δεν του το είπε.. έτσι ήταν! Τα έβλεπε τώρα ξάστερα! Τόπο δεν είχε για αμφιβολία.. στο δρόμο σου τα λέγω! Σαμάρωσε το ζώο σου. ο πιο αγαπημένος μου φίλος. . για το Θεό.. έλα στα συλλογικά σου! Τι έπαθες. Με το νου της φαντάσθηκε ευθύς όλα.Θα μιλήσεις. τον ήξερε. Έξαφνα έβγαλε μια φωνή. τους στρατιώτες του Ιβάτζη που παραμόνευαν. τρόμαξα να τον γνωρίσω. Φωτεινά και ξάστερα ξετυλίγουνταν τώρα στο μυαλό της η ζωή ολόκληρη των δυο αγοριών. γλυκιά ηρεμία.. Της ήλθε τρέλα. στην ερημιά. εξακολούθησε ο Γρηγόρης.. 100 . Και αυτός στάθηκε πατέρας για τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ. και ο μικρός. Η θύμηση της συνωμοσίας. μα χωρίς τα μαύρα γένια του. σαστισμένη. Ξέφυγε από τα χέρια του κι έτρεξε στο στάβλο. έπεσε απάνω της σαν αστροπελέκι.... ακούστηκε η φωνή του Γρηγόρη.. που με βία σαμάρωνε το άλογο. Τρέξε πριν πάνε! Σώσε τον! Θα τον σκοτώσουν! Και φταίω εγώ! Κατατρομαγμένος ζήτησε ο Γρηγόρης να την ησυχάσει.Στο δρόμο. Γρηγόρη.Αργά.. και χωρίς τη μεγάλη πληγή που του άλλαξε τόσο το πρόσωπο. Αν δεν τα έχεις χαμένα ολότελα. τη ζάλισε.Οι στρατιώτες!. όλα εξηγούνταν. ο παππούς ήξερε τον Νικήτα! Και τον Ασάν δεν τον γνώριζε! . Ναι. θα φθάσομε αργά! . . Πώς δεν το φαντάσθηκες ποτέ. Και στην καρδιά της χύθηκε ήσυχη. . Μα κουφή στα λόγια του. Μην τρελαίνουνταν η Αλεξία. . . Γρηγόρη! φώναξε αρπάζοντας τον από το ράσο. . ήταν ο Νικήτας με τον Μιχαήλ.Τρέξε.. που την άκουσε στην ταβέρνα. έμπαινε στη θέση της. δεν προφθαίνομε πια! Αχ. . . Η Αλεξία πετάχθηκε στα πόδια της. αποτυφλωμένη από το φως που ξαφνικά έλαμψε μπροστά της... είπε με απελπισία. Τον κοίταζε ασάλευτη.Γρηγόρη! φώναξε.Ναι. Μα έξαφνα μια σκέψη της τα μαύρισε πάλι όλα.. ο καλύτερος.Ασάν τον λέγουν στο βουλγάρικο στρατόπεδο. το παλικάρι της που.

. Η Αλεξία έκλαιγε. Οι λάσπες πιτσιλούσαν γύρω και. . Τ' ακολούθησε πρώτα στη μια διεύθυνση. είπε σοβαρά ο Γρηγόρης... .. μα άνθρωπος κανένας. Άκουσες πως χριστιανό θα έσφαζαν... κι έφυγαν τρεχάτα. Τρίτο σώμα κοίτουνταν στην άκρη του δρόμου. Αλεξία. Εκείνη την ώρα ξεπρόβαλε το φεγγάρι από τα σύννεφα και φώτισε και τις περικεφαλαίες και τους θώρακες των πεθαμένων.. ποτέ! Την αγαπούσε με τόση πίστη την Πατρίδα του! Αυτός δε θα συγχωρούσε. άνθρωπος μένει. είπε του παπά που έφθανε κοντά της. σκυμμένοι εμπρός. πιο γρήγορα! Ισως δεν έφθασαν ακόμα.. έπρεπε να πεθάνει! . Έξαφνα ο καλόγερος σταμάτησε το ζώο του. με όλο του το διπλό φορτίο.Τι φαντάζεσαι. μουρμούρισε ο καλόγερος. ο Γρηγόρης εξέτασε το χώμα.Στο σταυροδρόμι.. Στο ξέθωρο φως του φεγγαριού. Στα τέσσερα έτρεχε το άλογο. Γρηγόρη. πήδησε στο άλογο. Γρηγόρη.. του διηγήθηκε τι άκουσε στην ταβέρνα. Γρηγόρη! Δυο κόμποι κατρακύλησαν από τα μάτια του καλόγερου.. είπε. Ο καλόγερος σήκωσε από χάμω ένα τσεκούρι.Κακόμοιρε πατέρα μου!. .. και παρακάτω το άλογο του. και είναι ματωμένο.. Σα γύρισε κοντά στην Αλεξία.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ Σε μια στιγμή στερέωσε το σαμάρι. κανένα άλλο σώμα.Πού πάμε.Παιδί μου! αναφώνησε ο Γρηγόρης. μουρμούρισε. ο καλόγερος και η Αλεξία κοίταζαν. είπε. Γρηγόρη. αυτός είναι ο δολοφόνος. γιατί δεν πρόφθασε την τελευταία του ευχή να σου την δώσει.Με διπλό καημό. Χωρίς να βγάλει ούτε φωνή. . Τα δόντια της χτυπούσαν. Όταν σηκώθηκε πάλι.Και ο πατέρας σου. Η Αλεξία έσκυψε και το εξέτασε. πεσμένα το ένα απάνω στο άλλο.. Αλεξία. στην ψυχή του πατέρα σου! Αν ήταν προδότης.. Τα χείλια της έτρεμαν. κοίταζαν.. και ο Θεός να μας βοηθήσει. ρώτησε..Προδότη.Το όπλο του Κωνσταντίνου.. Τους φονιάδες όμως της Πατρίδας του.. Με άγριο βλέμμα κοίταξε γύρω. τραύλισε δείχνοντας το σημαδεμένο πρόσωπο του νεκρού. .Ένα άλογο έφυγε για την Αχρϊδα. Παρακάτω δυο σώματα. . . μη μιλάς έτσι.. Ο καλόγερος καμτσίκωσε το άλογο του. βοήθα! μουρμούρισε η κόρη.Γρηγόρη. της είπε..Άνθρωπος ήταν. είπε με βραχνή φωνή. Αλεξία! Και αμαρτωλός αν είναι.. . .Κατέβα. είχε πάρει την απόφαση του. . και αγωνία γέμιζε την καρδιά τους. γυρεύοντας κανένα σημείο. παιδί μου.. Και γυρνώντας την κοίταξε: . έκοβαν το δρόμο. από μέσα από το κατώγι του. Το σταυροδρόμι φαίνεται. πήρε την Αλεξία στα κάπουλα. Κι ενώ έτρεχε το άλογο. Βήματα πολλά φαίνουνταν. 101 . . κι έφυγε με την πίκρα στην καρδιά πως ο Κωνσταντίνος ήταν προδότης..Ο Θεός είναι μεγάλος. όχι! ξέσπασε η κόρη. Τρέχα.. . . κάθε βράδυ τους συγχωρούσε.. στο δρόμο της Αχρίδας..Ο Χριστός συγχώρησε τους φονιάδες Του από πάνω από το σταυρό. . Είναι Βούλγαροι στρατιώτες..Τον νόμιζα προδότη! αποκρίθηκε η κόρη. Αλεξία.. το πρόσωπο της ήταν αλλαγμένο. Με τι καημό να πέθανες. Ποιος το καβαλίκευε άραγε. Αυτούς θ' ακολουθήσομε.... τη ρώτησε.. πήδησε χάμω.Πες μια προσευχή.. .Θεέ μου. και βάσταξε η καρδιά σου και δεν είπες τίποτα! . Η κόρη τα είχε δει. είπε. . ύστερα στην άλλη.Α... Άλλο όμως άλογο και πολλοί πεζοί γύρισαν κατά το Όστροβο. τους δικούς του!.Όχι. Το κατάχλωμο πρόσωπο της κόρης τον τάραξε.. .. και με σταθερό βήμα σίμωσε κι εξέτασε τα σώματα.

στους νερόλακκους που είχε αφήσει η βροχή. Ο Δραξάν κρυφομιλούσε του Ρωμαίου.. Αλεξία!. ο Γρηγόρης δεν την ήξερε ακόμα. Είδε ένα παιδικό πρόσωπο με μαύρα σγουρά μαλλιά. Θα πει πως είναι ελεύθερος.Γρηγόρη... έτρεχε με κορδέλες και σκαρφάλωνε στο βουνό. αφού στην ταβέρνα έβγαλε μια φωνή κι έτρεξε να την πιάσει μόλις την πήρε το μάτι του. τον πίεζε. και βιαστικά γύρισαν ανατολικά. είναι παράξενο όνομα. την έβρισκε τώρα κάθε λίγο στο δρόμο του. την είσοδο του σπιτιού τους. γλιστερός. όπως σαν ήταν παιδάκι.. σα να τον είχε θαμπώσει το ξαφνικό φως που έλαμψε μπροστά του. και ύστερα στο δάσος όπου την είδε με το γερο . Ο δρόμος ήταν στενός και περνούσε ανάμεσα στους κάμπους.. και τα γκέμια κρέμουνταν ατέντωτα στο λαιμό του αλόγου του. που όλοι την ήξεραν βουβή. Ασυνείδητα σκέπασε τα μάτια του με το χέρι.Φοβάσαι.». Μια εικόνα μακρινή μα ζωηρή πέρασε έξαφνα σαν λάμψη στο μυαλό του...κάπου. Και πού τον ήξερε άραγε κείνη. του έφερνε δυσφορία. Συλλογισμένος και με μαύρη καρδιά πήγαινε ο Κωνσταντίνος.Δε φαντάζομαι τίποτα. Και όμως στη μονή σαν ήταν. Μα άραγε τη γνώριζε ο καλόγερος. πιο σκοτεινή παρά πριν.. φοβάσαι μην τον έπιασαν. Αν τον γύρισαν όμως πίσω. Ο καλόγερος την κοίταξε.Ο Κύριος να τον βοηθήσει. και με κάτι ήχους πάντα τους ίδιους.. τι θα τον κάνουν. Καλό από μια τέτοια συνάντηση δεν μπορούσε να βγει. σαν ανοιγμένη πληγή. και τι τον ήθελε. . Στην περήφανη ψυχή του... Το αίσθημα του άδικου. Το πρόσωπο της ήταν αλλαγμένο από τον τρόμο.. Μα και γιατί να εξηγηθεί. Και όμως. Μια στιγμή φωτίζουνταν ο μαύρος βούρκος του δρόμου. μουρμούρισε ο καλόγερος κάμνοντας το σταυρό του. Και γιατί στη μονή ρωτούσε πάντα γι' αυτόν. . Το λεπτό χλωμό της πρόσωπο με τα λυτά μαύρα μαλλιά. είπε συλλογισμένος ο παπάς.Παγράτη. από μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα ξεπρόβαλε το φεγγάρι και καθρεφτίζουνταν.. Κάπου . στα παλιά χρόνια την έβρισκε ανακατωμένη στις ενθυμήσεις του με την εικόνα της μητέρας του. και που όμως μιλούσε ελληνικά και του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια. Ο νους του ήταν αλλού. Καβαλίκεψε πάλι.Την είχε αρπάξει ο Γρηγόρης και την πήγε σηκωτή στο αντικρυνό σπίτι. Και γιατί. .. πότε δω πότε κει. Η καρδιά του ολοένα σφίγγουνταν περισσότερο. Γιατί. που. Ποια ήταν η κόρη αυτή.Ναι! είπε με χαμηλή φωνή. πήρε την Αλεξία στα κάπουλα. ενώ ποτέ πριν δεν την είχε δει. σαν κρυσταλλένιο νερομουρμούρισμα ανάμεσα στα χαλίκια..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ . Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ Σιωπηλά ξεκίνησε ο Κωνσταντίνος από την ταβέρνα της Σέταινας με τους δυο Βουλγάρους. τα μεγάλα μαύρα μάτια της με την ίδια αγριεμένη έκφραση που είχαν στη σκηνή του Σαμουήλ.. κοντά και πυκνά. όπου σε λίγο άναψε και φως. «Η Αλεξία!. . και λίγα βήματα μπροστά προχωρούσε ο Κωνσταντίνος βυθισμένος στις σκέψεις του. Τι ήταν λοιπόν η παιδούλα αυτή.. πώς δεν τ' αναγνώρισε αμέσως σαν την ξαναείδε.». στην Εγνατία οδό. δεν ξέρω τίποτα. δε μας έχει ανάγκη.. κατά το Όστροβο.. και όμως την ήξερε! Πρώτη φορά την είδε απέξω από το μοναστήρι.. . τη μητέρα του... Αν έφυγε ο Κωνσταντίνος μόνος για την Αχρίδα. πάμε να τον ελευθερώσομε. ταράζουνταν πάντα η ψυχή του και γέμιζε νοσταλγία για τα περασμένα. Πώς δεν το είχε μαντεύσει από την πρώτη ώρα.. Δεν την είχε απαντήσει πριν. η λέξη της κόρης έτσουζε ανυπόφορα. Ναι. σαν την έβλεπε. Και ήταν Ελληνοπούλα. Ήταν η Αλεξία!. τυλιγμένος στη χωριάτικη του κάπα. και συνάμα της αδυναμίας του να εξηγηθεί. 102 . Τι του ήταν το κορίτσι αυτό που τον έλεγε προδότη.... και τον νόμιζε προδότη... Και πάλι η νύχτα πλάκωνε. και άκουσε τη φωνή της μητέρας του: «Αλεξία!. Μα στάσου. Αλεξία.

Στα χωράφια. Μ' ένα πήδο. εύκολο δεν ήταν να τον καταπονέσουν.Βοήθεια. σήκωσαν τα χέρια. . χωρίς να την πειράζει κανένας.. σκυλολόγι! Και στρώνοντας χάμω ένα στρατιώτη που γύρευε να τον σταματήσει. αν μείνεις εκεί που είσαι. 103 . κατά πώς θα τελείωνε. Και όλοι μαζί έριξαν τ' άρματα τους στα πόδια του στρατηγού. φονιάδες! Είμαι ο Δραξάν και. Δραξάν. Ήταν η Αλεξία χωρίς αμφιβολία. Μας πρόσταξε ο άνθρωπος του Ιβάτζη. και δε μας έπεφτε εμάς λόγος. αρματωμένοι άντρες σηκώθηκαν από παντού. είχε ανακαλύψει τη χαμένη ορφανή. σα μύλος στριφογύριζε το φοβερό του τσεκούρι. και άλλος κυλιούνταν στη λάσπη με ανοιγμένο το λαιμό. όσο έστεκε στα πόδια του. την λυπούνταν που ήταν σημαδεμένη.Ποιος είναι ο αρχηγός σας. καλά ή άσχημα. . . κατεβάζοντας με φόρα το τσεκούρι.. Το άλογο.Άτιμοι δεν είμαστε.. ρίχθηκε ο Κωνσταντίνος απάνω του και. τότε. Κακό δε θα σου κάνομε. . Και την ίδια ώρα σύννεφο από σαίτες τον περιτριγύρισαν. Έξαφνα. και οι σκληροί ακόμα Βούλγαροι. ξαναβρέθηκε στα πόδια του με το τσεκούρι στο ένα χέρι και με το δίκοπο μαχαίρι του στο άλλο. πέταξε πάνω τα χέρια κι έπεσε βαριά στο χώμα όπου βρόντησε ο θώρακας του. να έλθουν μπροστά του. Μη χύνεις αδελφικό αίμα. πλάγια. και πετάχθηκαν απάνω του. πίσω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ Και του είχε πει ο Παγράτης πως το κοριτσάκι είχε βουβαθεί από τρομάρα. . Μ' αυτός σα χέλι του ξέφυγε. λέγω! Πίσω. βάστα κι έρχομαι! φώναξε μ' ενθουσιασμό ο Δραξάν που ζύγωνε με το μαχαίρι σηκωμένο. βλέποντας τον αρχηγό τους πεσμένο. όπου έπεφτε.Μα τα κόλυβά μου.. Είμαστε Βούλγαροι! Και σηκώνοντας το σπαθί του. ρώτησε θυμωμένα. να σφάξετε τον άνθρωπο μου. σα φαντάσματα. σηκώθηκε στα πίσω πόδια.πέρα και του άνοιξε το κεφάλι σε δυο. πόδια. Εμπρός. πελεκώντας χέρια. Δραξάν! φώναξε ένας από τους άντρες που έμοιαζε να διευθύνει τους άλλους. κεφάλι ή κορμί.καλά στο χώμα. πριν αγγίξει καλά . με σταυρωμένα χέρια.Μη χτυπάς. Τι είμαι τάχα εγώ που θ' αφήσω.Παραδινόμαστε! φώναξαν με μια φωνή. Ρωμαίε! Μα ο μονοχέρης έκανε αλλιώτικα το λογαριασμό του. δε στέκομαι! αποκρίθηκε φουρκισμένος ο στρατηγός. Πίσω. και τους διέταξε.Δώσ' του! Δώσ' του! φώναξε ο Δραξάν κατεβάζοντας το σπαθί του στον πρώτο που βρήκε.Ανάθεμα σας! φώναξε ο Δραξάν σπηρουνίζοντας το άλογο του. πετάχθηκε μπρος κι έπεσε σέρνοντας τον καβαλάρη του στη λάσπη.Του Ιβάτζη. ο Κωνσταντίνος διαφεντεύουνταν σα λεοντάρι. παλικάρι.. . μα το Θεό. Παρακάτω. να το βάλει στα πόδια ή να σιμώσει και ν' αποτελειώσει τους νικημένους. Στοχάστηκε πως πιο φρόνιμο ήταν ν' αποτραβηχθεί παράμερα με το άλογο του και. Έπρεπε να υπακούσομε. Δεύτερη σαΐτα σφύριξε. Ο Δραξάν πήδησε από το άλογο. θα σας σουβλίσω όλους ζωντανούς! . Μα γρήγορος όσο και δυνατός.Γεια σου. γυρεύοντας τον πατέρα του. Και ο Γρηγόρης. ο καβγάς. . . . μια σαίτα σφύριξε στο αυτί του. άρπαξε από τη ζώνη του ένα μακρύ μαχαίρι. Δραξάν! φώναξε ο αρχιφονιάς. το κατέβασε με ορμή στο κεφάλι του Κωνσταντίνου. Μεμιάς είχε στρώσει κάτω τον πρώτο που έφθανε καταπάνω του. πληγωμένο. Μα οι άλλοι. είπε ένας. γιατί όλοι. Ο Βούλγαρος μούγκρισε σα θηρίο.Στάσου πίσω. του έσχισε την περικεφαλαία πέρα . και το σπαθί τον πήρε στον ώμο. και όρμησε στη μέση της μάχης φωνάζοντας: . Σταματάτε. ο Κωνσταντίνος βαστούσε ακόμα καν. ο Κωνσταντίνος παράτησε τις πατήτρες και. άτιμοι φονιάδες. Και όλοι τώρα νόμιζαν το κορίτσι βουβό. Αν και πληγωμένος όμως. όσοι έμειναν ακόμα όρθιοι. έκανε σαστισμένος ο Δραξάν. μόνος ανάμεσα σε τόσους. στα χωριά και παντού όπου την ήξεραν για Βουλγάρα.. Το αίμα έτρεχε βρύση από το ανοιγμένο του μέτωπο και μια μαχαιριά τον είχε βρει στο πλευρό. Μηχανικά έσφιξε τα γκέμια και άδραξε το τσεκούρι του.

. έσκυψε στο αυτί του Δραξάν και του είπε σιγά: . . Τον ξέρει. . Ο στρατιώτης που και πριν είχε μιλήσει. ούτε τον είχα δει ποτέ.Λες ψέματα! ξεφώνισε ο Ρωμαίος. Τολμάς να το επαναλάβεις. . ρώτησε σουφρώνοντας τα φρύδια του. . αποκρίθηκε φοβισμένα ο στρατιώτης. Ο Ρωμαίος. . λέγει. πριν βεβαιωθεί.. Πώς τολμάς και τον κατηγορείς. στέκουνταν ο Κωνσταντίνος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ . λέγει. και περιμέναμε να έλθει ο Έλληνας. Και όσα σου είπε. . πλησίασε πάλι με αλεπουδίσιο βήμα. .Σώπα! είπε με θυμό. Όσα ήξερα σου τα είπα. φώναξε ο Ρωμαίος.. Καθώς άκουσε τη διήγηση του στρατιώτη. Παρακάτω. κοντά στο Βουτέλιο. ψέματα. είπε δείχνοντας τον πεθαμένο. Ήταν αίματα γεμάτος. Ο Δραξάν έσκυψε πάνω στον πεθαμένο και του σήκωσε το κεφάλι. Δεν κόβει κανείς έτσι έναν άνθρωπο. και με σηκωμένο το κεφάλι άκουε τις εξηγήσεις του Βουλγάρου.Εγώ δεν ξέρω τίποτα. . Έχει. .. μα έστεκε υπερήφανος και ατάραχος.Ξαναλές την ίδια ψευτιά. Και όμως.Ήμουν στην ταβέρνα με το μακαρίτη. . . όπου ξεχώριζε πέρα .Ο Έλληνας. Μα ο Δραξάν τον έσπρωξε από κοντά του. Το πρόσωπο του Δραξάν σκοτείνιασε. στρατηγέ. .. .Τίποτα. . κι έναν αδελφό. ο Ιβάτζης πως είναι προδότης και γι' αυτό πρόσταξε να τον σκοτώσομε.Δεν είναι ψευτιά. Και ο αδελφός σου.Είναι απεσταλμένος του Τσάρου! είπε οργισμένος ο Δραξάν.Άκουσα.Τον ξέρεις αυτόν. και δεν τον έστειλε καθόλου ο Τσάρος. Και δείχνοντας τον Κωνσταντίνο: . . Ο σύντροφος μου τον ήξερε. ωστόσο. είπε ήσυχα ο Κωνσταντίνος. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. και τον ξέρει.Τι έχεις ν' αποκριθείς. το μέτωπο του ήταν συννεφιασμένο σα ρώτησε πάλι το στρατιώτη: . ας κοιτάξει τον αρχηγό μας και ας πει ποιος είναι. . μόλις είδε πως πέρασε ο κίνδυνος. αναφώνησε ο Δραξάν. Και αυτός βαστούσε τη βούλα του Τσάρου. Ο Δραξάν τον κοίταξε.Ρώτα τους συντρόφους του.Τι άλλο ξέρεις. είπε. Το σημάδι αυτό που σχίζει το πρόσωπο του το έκανα εγώ μ' ένα βούνευρο. είναι.Πως μ' έστειλε ο Τσάρος. Στην υπηρεσία του Τσάρου είναι και αυτός.πέρα το σημάδι μιας παλιάς πληγής· . Είναι στρατιώτης του Ιβάτζη. λέγει. όπου κάνει το δούλο.Γιατί λοιπόν ήθελε να σε σκοτώσει.Άκουσες τι σε κατηγορούν.Αυτός ας μαρτυρήσει. στρατηγέ μου.Δεν είναι ψευτιά. διηγήθηκε όσα ήξερε.Κόψε τον για καλό και για κακό! Τι σε νοιάζει. αποκρίθηκε αυτός όλο και πιο φοβισμένα. ρώτησε τον Κωνσταντίνο. .Ναι! αποκρίθηκε ο νέος..Ναι! είπε ο στρατιώτης. στρατηγέ.Δεν έχω αδελφό. Το χλωμό φως του φεγγαριού έπεσε σ' ένα τριχωτό άγριο πρόσωπο. Άκουσες τι είπε ο στρατιώτης! 104 . ρώτησε. κρυμμένο κάπου σ' έναν ξενώνα.. . με τα χέρια σταυρωμένα.Ναι! αποκρίθηκε ο στρατιώτης. Ο οδηγός σου είναι Έλληνας.

. . . . Ο Δραξάν αναπήδησε. Με κάποια δυσκολία νίκησε τη συγκίνηση του.Ρωμαίε.θα μου το πληρώσεις ακριβά.. . Σκληρό χαμόγελο χώρισε τα χείλια του κουλού.Ο πατέρας του. ούτε στη σκλαβιά όπου σέρνεσαι από δω και δέκα χρόνια. είπε ατάραχα ο Κωνσταντίνος. πρόσθεσε: Μάθε τι είναι ο δεύτερος αυτός Έλληνας που κρύβεται κοντά στο Βουτέλιο. . στη «φωλιά». . Στα χέρια σου έχεις το γράμμα του Τσάρου με τη βούλα του.. ρώτησε έξαφνα.Είσαι λοιπόν αλήθεια Έλληνας.. έβρε τον Τσάρο. με πήρε από την Αδριανούπολη και μ' έκανε παιδόπουλό του. . ρώτησε.Και δε βρίσκεις τίποτα να πεις που να δικαιολογήσεις την παρουσία σου εδώ. Ούτε μπορώ πια να σε ακολουθήσω για οδηγό. Ο Δραξάν θύμωσε. ναι! είπε ο Κωνσταντίνος. είπε νευρικά. Ο γιος του. .Ξέρεις. Κι ένα άλλο. ο Τσάρος Σαμουήλ.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ Ο Δραξάν τον παραμέρισε με το χέρι. Τα ξανθά γένια του Δραξάν έτρεμαν στο στήθος του. Γιατί θέλησε ο Iβάτζης το θάνατο σου. πες τους όσα είδες.Πού θα σε βρω! ρώτησε. .Η ελληνική σου υπερηφάνεια δε σε παράτησε. που ο Άγιος Κύριλλος να τον έχει στην προστασία του... καβαλίκεψε ευθύς και τρέχα στην Αχρίδα. Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε. το ίδιο και η βούλα του Τσάρου. βλέπω. είπε. . Ο Ρωμαίος είχε καβαλικέψει. θα κάνω φτερά να φθάσω γρηγορότερα κοντά του.τι ρώτημα σου κάνω μοιάζεις να έχεις έτοιμη την απάντηση. . είπε.Στα. Ήταν βαθιά ταραγμένος. . αν δεν μπορείς να έλθεις ο ίδιος. . Ο Δραξάν έμεινε λίγην ώρα σκεπτικός. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. . Αν ο Τσάρος αλήθεια με καλεί. 105 . αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. είπε πικρά... ξέρεις πως αυτά που μου είπες μου δίνουν το δικαίωμα να σε σουβλίσω. Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο: .Τι θέλεις να σου πω. .το άγριο βλέμμα του έπεσε στον Κωνσταντίνο.. είπε βαστώντας το θυμό του. Ο Δραξάν πήρε το γράμμα από τον κόρφο του και το εξέτασε στη λάμψη του δαυλού που άναψε ένας στρατιώτης. ούτε πως θα με γελάσεις! Το γράμμα μοιάζει γνήσιο. αποκρίθηκε ο Δραξάν και του έκανε ένα κρυφό νόημα.Στάσου. είπε.Πώς σε λένε.Είμαι Έλληνας. Και γυρνώντας στον Χειρότμητο: ..Κωνσταντίνο Κρηνίτη. Μα ο Ιβάτζης δεν είναι άνθρωπος να σε δολοφονήσει χωρίς σοβαρό λόγο.Κρηνίτη. Μα μη νομίζεις πως με τα λόγια σου αυτά θα μου ξεφύγεις. ακόμα και τον Ιβάτζη αν μπορείς.Για ό.Ξέρει ο Τσάρος ποιος είσαι.. μάθε την αλήθεια και γράψε μου.Του Κατεπάνω της Αδριανούπολης. . είπε. Άφησε με να του μιλήσω. ο Δραξάν δεν μπόρεσε να μιλήσει. .Ρώτησε τον. έκραξε με φωνή πνιγμένη. Μα ένα πράμα δεν εξηγώ. Αν όμως δε με θέλει.. και πιάσε τον. .Το ξέρω. Ένα λεπτό.

υψώνει κάθε δουλειά και την κάνει ευγενική. και οι πόνοι. Και άλλη ανησυχία. γύρισε ανατολικά στο μεγάλο δρόμο. Φθάνει να πέσει όμορφα. περιττός ο θάνατος τους. Για τη ζωή του λίγο τον έμελε. μα με τα χέρια δεμένα. 106 . ανεβάζοντας την στο δικό του σκαλοπάτι. αιχμάλωτο. με τον Δραξάν μπροστά. αυτό το ήξερε. όποιος ξέρει και στέκει ψηλά. Και. και πάλι αντρειεύουνταν. . όπως είχε τραβήξει τον Ρωμανό.Δέσετε αυτό τον άνθρωπο.. αν μια μέρα δε της πουν πως πέθανε Έλληνας τίμιος. Από τις ανοιχτές του πληγές έχανε πολύ αίμα. την είχε συνηθίσει πια σαν κάτι μοιραίο. περιφρόνηση γεμάτη. ζούσε με την ιδέα του θανάτου πάντα μπροστά του.Έννοια σου. Τόσοι Έλληνες γύριζαν τώρα ελεύθεροι στην Εγνατία οδό. Ώσπου απόκανε. Στο σκοτάδι μισοδιέκρινε τους στρατιώτες του μαζεμένους. και να τον πρόδωσε. κατάδικο! Απελπισμένα κοίταξε γύρω. τον είχαν αδυνατίσει τόσο.. Μα τ' όνομα της χώρας δεν το είχε μάθει ακόμα. Στις βρισιές των στρατιωτών αποκρίνουνταν μόνο με την άφοβη ματιά του.. Τι φωνάζετε όλοι μαζί.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ . Από την αγωνία της ψυχής του τίποτα δεν έδειχνε το πρόσωπο του. Κάθε βήμα ήταν μαρτύριο.Τι τρέχει. Μα πήγαινε χαμένος. μαζέψτε τους πληγωμένους και ακολουθείτε με. Για την Πατρίδα του δούλευε. για να δει και να πεισθεί και ο Μιχαήλ πως καμιά δουλειά δε λερώνει μια ψυχή που έχει μέσα της ευγένεια και υπερηφάνεια. Τη ζωή τους με χαρά την έδιναν και οι δυο. .Δε σαλεύει πια. παραμερίζοντας το άτομο του μπροστά στο μεγάλο έργο. και ακολουθούσε κι εκείνος ανάμεσα τους. Και σπηρουνίζοντας το άλογο του έφυγε. που με κόπο έστεκε στα πόδια του. άλλους χειρονομώντας. Τι σημαίνει με τι λέξη ονομάζουνταν η δουλειά του. . τα πόδια του σκάλωσαν στο χώμα σα να είχαν ριζώσει. Και πώς να του μηνύσει να φύγει πριν τον πιάσουν. Να είχε τον Μιχαήλ. διέταξε ο Δραξάν τους στρατιώτες.. Και θα πιστέψει τότε ο Μιχαήλ πως. Μα όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στο βάσανο της ψυχής του! Το σχέδιο του γκρεμίζουνταν πριν το επιτύχει. δεν κατόρθωσε να τραβήξει τον Δραξάν στα βουνά. . αφού δεν πρόφθασαν να σώσουν το κάστρο. τον υπηρέτη του ξενώνα κοντά στο Βουτέλιο. Γι' αυτό. και σφίγγοντας τα δόντια του προχωρούσε μερικά βήματα... για το Θεό. Περπατούσαν οι στρατιώτες με γρήγορο βήμα. Με όλους του τους κόπους και τις ενέργειες. όλη μαζί. Και ποιος ξέρει αν μια μέρα δεν το μάθει και η Αλεξία. να τον στείλει με το μήνυμα που θα έσωζε ίσως ένα ελληνικό φρούριο. Και όμως. Μερικά βήματα μπροστά ο Δραξάν άκουσε τον κουφό γδούπο και τις φωνές και την οχλοβοή των στρατιωτών.. και τώρα πήγαινε στη «φωλιά». ψηλότερα από τις πράξεις του. τι σημαίνει. Τη φιλοτιμία του σαν ολοκαύτωμα την πρόσφερε στην Πατρίδα. απόστασε. Αφανισμένος σέρνουνταν. έπεσε σα δέντρο ξεριζωμένο. και με το νυχτερινό κρύο οι πόνοι ολοένα δυνάμωναν. Ο Δραξάν του ξέφευγε πάλι. και σκόνταφτε στο δρόμο. την ιδέα της κοινής τους Πατρίδας. Και γύρισε πίσω. Μα και αν δεν το μάθαινε. δέκα χρόνια τώρα. Με τα χέρια πισθάγκωνα πήγαινε ανάμεσα τους ο Κωνσταντίνος. Ποιος άραγε να τον αναγνώρισε. για μια ιδέα. η ψυχή του βασανίζουνταν. θα τον βρω. κι έξαφνα. άλλο φίδι τον δάγκασε στην καρδιά. ψέματα δεν καταδέχθηκε να πει για να σώσει τη ζωή του. Είχε παίξει παιχνίδι επικίνδυνο και το είχε χάσει. Και η συνοδεία. είπε. αφότου ο Αυτοκράτορας την είχε ξαναπάρει! Ένας δε θα βρεθεί στο δρόμο του. με την ενθύμηση του Μιχαήλ.. μονοκόμματος. Την είχε αποφασισμένη από τη μέρα που παραδέχθηκε να μπει στο Τάγμα των Κατασκόπων του Αυτοκράτορα και να δουλεύει ανάμεσα στους εχθρούς. να του κάνει νόημα να τους ακολουθήσει. μα δεν καταδέχουνταν να δείξει το μαρτύριο του. Και τώρα τον πήγαιναν και αυτόν στη «φωλιά».. Μα το αίμα που είχε χάσει. Ένας άνθρωπος δε βρίσκουνταν. Φθάνει που το ήξερε κείνος. ρώτησε απότομα. είπε ο άλλος. Πως θα τον σκοτώσουν το ήξερε.. Κάθε τόσο το φως του σκοτείνιαζε. Αυτό μονάχα ήθελε. και σαν τον ρώτησε ο Δραξάν.. γίνουνταν πιο σουβλεροί. άλλους σκυμμένους. Με τη λέξη «φωλιά» εννοούσαν τη χώρα όπου μαγειρεύουνταν η προδοσία. και γύρισε στη σέλα του να δει τι τρέχει. Μα τι σημαίνει.Ο Έλληνας πέθανε! του αποκρίθηκε ένας..

. ο Γρηγόρης αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο και τον Δραξάν σκυμμένο πάνω του. Στο μεταξύ. Με την πρόφαση να διορθώσει το σαμάρι του αλόγου του. είπε με δισταγμό ο Γρηγόρης. αφού τους έβαλε ν' αλλάξουν ρούχα και να φορέσουν χωριάτικα. Μα με θυμό αρνήθηκε ο 107 . και μην πολυεξετάζεις. Ξεκαβαλίκεψαν και ζύγωσαν τους στρατιώτες. σα μαρμαρωμένη. είπε ο Δραξάν. .. Εσείς οι καλόγεροι τα ξέρετε αυτά.. Ο Δραξάν ξεκαβαλίκεψε. και το πήρα στα κάπουλα. θα πει πως ο Δραξάν είχε μάθει τι ήταν ο Κωνσταντίνος. ζήτησε ένα φως κι έσκυψε απάνω στον πληγωμένο.Ας έχω εγώ την αμαρτία. για να φυλάγουν τον Κωνσταντίνο. Όλο πληγές είναι! . ο Γρηγόρης έμεινε πίσω λίγα βήματα με την Αλεξία. όσο και να φύλαγαν οι στρατιώτες. είπε ο Δραξάν σκοτεινιασμένος.. Πες μου ζει.Δεν πέθανε ακόμα. σήκωσαν τον αναίσθητο Κωνσταντίνο. με τη βοήθεια του καλόγερου. ακολούθα μας. .Αν πεθάνει στο δρόμο. Το δράμα το μάντευε. εκεί που περπατούσε όμορφα και καλά. στο φως του δαυλού. θα έχεις εσύ την αμαρτία. ζει. και η φωνή του σα να έτρεμε λίγο. ..Μπορείς να τον γιάνεις. Και όλοι μαζί γύρευαν να εξηγήσουν πώς έπεσε ξαφνικά. . Αφού γύριζε πάλι ανατολικά. και με το φάρμακο που είχε μέσα έπλυνε τις πληγές και τις έδεσε πρόχειρα με ό.. μα είναι σε κακά χάλια.. . παρά βλέπε και κάνε ό. της αποκρίθηκε σιγά. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα μποτιλάκι. πιο βιαστικός ακόμα. οι στρατιώτες είχαν φτιάσει ένα φορείο με κλαδιά και φύλλα και.. Στο χωριό άφησε τους στρατιώτες.Μπα. μα θα μ' αφήσεις να κάνω όπως θέλω.Θα σταματήσεις στο πρώτο χωριό και θα μου τον αφήσεις εκεί. Άλλος είναι ο φόβος μου! Είδες πως ο Δραξάν αρνήθηκε να μου τον αφήσει. . Και πρόσθεσε: . . Πήρε την κόρη στα κάπουλα. ρώτησε με συγκίνηση.Στην ώρα έφθασες. είπε σοβαρά ο καλόγερος. και. καλόγερε. Ο Δραξάν σήκωσε το κεφάλι και τον αναγνώρισε. σιωπηλά έσφιξε το χέρι του.Μη χάνεις την ώρα σου σε ρωτήματα. και ο Κύριος να με συγχωρήσει. είπε τρίτος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ . θα πάγει εκεί που πάγω κι εγώ. με την ελπίδα πως θα κατάφερνε να συνεννοηθεί με τον πληγωμένο.Δέσε τις πληγές του. έφυγε πάλι. πρόσταξε ο Δραξάν. και βρήκα το κορίτσι στο δρόμο. είπε ο Γρηγόρης. . Πού βρέθηκε δω τέτοια ώρα μαζί σου. παπά! είπε με ανακούφιση. Πες μου αν ζει ή αν πέθανε αυτός. παπά. Μα τι του κάνατε αυτουνού του άμοιρου.Σκεπάσετε του τα μάτια. είπε. σέρνοντας μαζί τον Γρηγόρη και την Αλεξία. κοίταζε τον πεσμένο νέο: .Έφευγα για το Άγιον Όρος. γρήγορα θα γίνει καλά. Και πήρε πάλι το δρόμο του. .τι πανί βρήκε. πήρε μαζί του δυο μονάχα. Ο Γρηγόρης είδε πως ο Δραξάν ήταν αποφασισμένος τον αιχμάλωτο του να μην τον αφήσει. .τι σου λέγω. Με μια ματιά.Τι τρέχει. Ήταν ο Γρηγόρης που έφθανε με την Αλεξία. Ο άρρωστος έχει την ανάγκη σου. και συ. ρώτησε υποψιάρικα ο Δραξάν. και με βήμα αργό ακολούθησε το φορείο. . η Βουβή. και πως άδικα έχανε τα λόγια του. Έξαφνα ακούστηκε τρέξιμο αλόγου.Μη φοβάσαι. Και βλέποντας την Αλεξία που ασάλευτη.Αδύνατο.Ναι. Η κόρη δεν τόλμησε να μιλήσει. ρώτησε τάχα αδιάφορα. Το λυπήθηκα που περπατούσε στις λάσπες.. . είπε ξερά ο Δραξάν. Ο Δραξάν πρόσταξε να βρουν μια βωδάμαξα για να κουβαλήσουν τον πληγωμένο. οι πληγές δεν είναι βαριές. Κατά τα χαράματα έφθασαν σ' ένα χωριό.Ισως. μα ξεψυχά. Ο Γρηγόρης ζήτησε την άδεια να βάλει τη «Βουβή» στην άμαξα.Τι εννοείς.

αποκρίθηκε ένας. του είπαν.Τώρα μπορείς ν' ανοίξεις τα μάτια σου. Ο Δραξάν φώναξε τότε τον Γρηγόρη. και από παντού κρυσταλλένια νερά κατέβαιναν. ειδεμή ας πάγει πεζή. φθάνει να μη ζητήσεις να δεις πού πηγαίνομε. Κι έτσι την πήρε πάλι ο Γρηγόρης στα κάπουλα του αλόγου του και ακολούθησαν τον Δραξάν. φώναξε έναν από τους δυο στρατιώτες και του μίλησε κρυφά. κι έκλεισαν την πόρτα και την κλείδωσαν απέξω. . Δυο άντρες βαστούσαν τον Γρηγόρη από τα χέρια και τον πήγαιναν σιωπηλά. είπε ένας. Ο Δραξάν σταμάτησε. από φόβο μην τύχει και συνεννοηθεί ο Κωνσταντίνος με κανένα. Σε λίγο έφθασαν σε μέρος επίπεδο. με κουφά βήματα. είπε. Η πόλη των Βοδενών απλώνουνταν στην έξοδο μιας στενής κλεισούρας. φύλαγαν το μπροστινό μέρος. Και στην κορυφή. . κανένας δε θα σε πειράξει. Τη ζήτησαν λίγη ώρα.Ως τώρα ήταν εδώ. Η Αλεξία είχε εξαφανιστεί. κάνοντας νόημα του Γρηγόρη ν' ακολουθήσει. 108 . πότιζαν τα κατάφυτα τους περιβόλια και χύνουνταν στη λίμνη Λουδία1. γκρεμνός απότομος το προφύλαγε. Από πίσω από την κουκούλα του αμαξιού. .Δεν μπορούμε να περιμένομε περισσότερο. ο Δραξάν έγνεψε σε δυο από τους συντρόφους του. Πίσω και στα πλάγια. μια γέφυρα ή μια βαριά πόρτα. Ο Δραξάν είχε φροντίσει για την Αλεξία ένα μουλάρι. ένα μακρύ σανιδένιο κάρο για γεννήματα. Ο Δραξάν και οι σύντροφοι του πήγαν σ' ένα χωριατόσπιτο. μα δεν ήταν μόνος. ανεβαίνοντας πάντα. Στα περίχωρα του Όστροβου σταμάτησαν. σ' ένα γιγαντένιο βράχο απάνω. και να μας ακολουθήσει κι εκείνη. και κάμποση ώρα μίλησαν κρυφά. αλλά προπάντων για να μην τον αφήσουν να δει πού πήγαιναν. Ο Γρηγόρης όμως είχε ξεκαβαλικέψει και. . Δέσετε και τα μάτια της Βουβής. κι ευθύς έπιασαν τον Γρηγόρη και του έδεσαν τα μάτια. καταρράχτες. τάχα για να προφυλάγουν τον πληγωμένο από τη βροχή που αδιάκοπα έπεφτε. Η καρδιά του πήρε αέρα. έστεκε το φρούριο. και οι δυο του φύλακες τον έσπρωξαν μπροστά. γύρισαν κατά τα Βοδενά. τον πέρασαν από διαδρόμους. . Είναι απείραχτο και δυστυχισμένο πλάσμα. το μόνο απ' όπου μπορούσε να το προσβάλει εχθρός.Πώς την αφήσατε να φύγει. είπε ο Δραξάν. και τον έσπρωξαν σε μια κάμαρα. Ο νέος είχε συνέλθει και ανεγνώρισε τον Γρηγόρη. υψώνουνταν πάνω από τη ζώνη των περιτειχισμάτων ο μεγάλος πύργος. κάτι έγειρε. μα πρόσταξε να μείνει πίσω με τον Γρηγόρη και να μη σιμώσει το αμάξι. μα άδικα. Μπροστά πορεύουνταν η βωδάμαξα. ρώτησε με θυμό ο Δραξάν.Μην ανησυχείς. κλεισμένα απ' όλες τις μεριές. Τα μάτια του Δραξάν ήταν καρφωμένα πάνω του. σε λίγο θα ξημερώσει. πόρτες άνοιξαν και σφάλισαν σιγά. . Ένα τρίξιμο ακούστηκε. είπε ο Δραξάν του καλόγερου. .Πάρε την στο ζώο σου. τους κοίταζε. και τον πρόσταξε μπροστά του να φροντίσει και να δέσει τις πληγές του Κωνσταντίνου. Οι πύργοι και τα περιτειχίσματα του κάστρου. και οι άλλοι περίμεναν κρυμμένοι ανάμεσα σε κάτι δέντρα. Και ξαναπήραν το δρόμο τους. Τη νύχτα πάλι ξεκίνησαν. ούτε έκανε σημείο. Σε λίγο επέστρεψε ο στρατιώτης. Αγκάλιασαν και φίλησαν τον Δραξάν. μα δεν είπε λέξη. Ο στρατιώτης έφυγε ευθύς για την πόλη. Με απορία παρατήρησε ο Γρηγόρης πως ο Δραξάν και η συνοδεία του δε σταματούσαν στην πόλη. όπου είχαν βάλει μια πρόχειρη κουκούλα από καραβόπανα. ο Κωνσταντίνος ούτε φαίνουνταν ούτε μπορούσε να δει. Έκανε μερικά βήματα. από τα γύρω βουνά. αφού πρώτα έδεσαν τα μάτια του. έξω από τη χώρα. και. δεν μπορεί να πήγε μακριά.Αγκαλά δεν πειράζει και αν έφυγε. απειλητικός και υπερήφανος. Μα η Βουβή είχε χαθεί. Ύστερα έβγαλαν τον Κωνσταντίνο από το αμάξι. κλιμακωτά χτισμένα. καθισμένος χάμω με την Αλεξία. όταν. γυρνώντας έξαφνα. τον έβαλαν σ' ένα φορείο. Οι τρεις άντρες φαίνουνταν πολύ συγκινημένοι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ Δραξάν. σα θέλει να μας ακολουθήσει. Τρεις άνδρες τον συνόδευαν. Όλη μέρα έμειναν κλεισμένοι. παρά γύριζαν κατά το φρούριο. και ύστερα τον ανέβασαν μια ψηλή σκάλα γυριστή. Είχαν κάνει κάμποσο δρόμο. Πριν χαράξει έφθασαν στα Βοδενά. κι εκεί σταμάτησαν. όπου σιωπηλά πήγαιναν. Ψηλά.

Από ψηλά ο ήλιος φώτιζε το καμαράκι του. Το χτύπημα ξανακούστηκε. και πως το φρούριο αυτό ήταν η «φωλιά». άκουσε σα χτύπημα. και κλείδωσε την πόρτα. ύστερα θα φρόντιζε να βρει τρόπο να φύγει. Κατάλαβε πως ήταν αιχμάλωτος του Δραξάν. Έπειτα βγήκε με τον παπά.Είσαι κλεισμένος..Πού είμαστε. ο Δραξάν δεν έβγαλε τα μάτια του από το πρόσωπο του Κωνσταντίνου. και με το χέρι του έδειξε τ' αυτιά του και του έκανε νόημα πως δεν ακούει.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ Ο Γρηγόρης έβγαλε το μαντίλι. τίποτα δεν ακούουνταν. χωρίς να του πουν λέξη. αδύνατο στάθηκε να μάθει τίποτα. δεν είχε ιδέα. ένα μονάχο. και διάβασε καθαρά. θα έφθανε να δει έξω. πως κάθε σειρά χτυπήματα ήταν από ένα γράμμα. του είπε. κι ένας. Συνηθισμένος από μικρός στα μυστικά μηνύματα που ανταλλάζονται χωρίς να τα παίρνει είδηση ο εχθρός. μα θα έβρισκε τρόπο. με μικρό παράθυρο καγκελωτό. και κανένας δεν του μίλησε. μικρό και καγκελωμένο. Όπως και την παραμονή. Μα είτε δεν ήθελε ο δούλος ν' απαντήσει. βγήκαν έξω και αμπάρωσαν την πόρτα. είδε ο Κωνσταντίνος πως εύκολο δεν ήταν να βγει από τη φυλακή του. και πάλι δώδεκα. έλυσαν τα μάτια του και. Πέρασε η μέρα όλη χωρίς να πατήσει πια κανένας στο κελί του. Σε λίγο ένας δούλος του έφερε φαγί. Όσο βράδιαζε και νύχτωνε και απλώνουνταν έξω η σιωπή. Τον ακούμπησαν σ' ένα στρώμα. Μα τίποτα άλλο δεν άκουε. Πού βρίσκουνταν. Δεν το ήξερε ακόμα. το κλειδί της Εγνατίας οδού. Το καμαράκι ήταν μικρό και γυμνό. Σε όλο το ταξίδι οι στρατιώτες του Δραξάν δεν τον άφησαν στιγμή να δει τα μέρη που περνούσαν. . Ο Δραξάν μπήκε μέσα με τον Γρηγόρη. με την ελπίδα πως καμιά ομιλία. του αποκρίθηκαν από την άλλη μεριά του τοίχου. Αν έσερνε το σεντούκι ως εκεί. Ο Κωνσταντίνος τον βάσταξε από το ρούχο του. δική του δουλειά να φύγει. Και μετρώντας τους κατοπινούς χτύπους. και πάλι τρία απανωτά. Τότε με τον ίδιο τρόπο ρώτησε κι εκείνος: ... κανένα φώναγμα φρουρού θα του μαρτυρούσε τ' όνομα της φυλακής του. Ήταν μέρα.Σε ό. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ Κουβαλητό και με δεμένα μάτια ανέβασαν τον Κωνσταντίνο στο φρούριο και τον έβαλαν σε χωριστό κελί. εξακολούθησε να διαβάζει: «.Έχει βουνό κοντά. . ήταν τόσο ψηλά. σα να ήταν γραμμένο μπροστά του: «Είμαι». όσο και αν πρόσεχε στους έξω κρότους. Αποφάσισε να φύγει. όπου μαγειρεύουνταν από καιρό η προδοσία. . Βρίσκουνταν σ' ένα στενό κελί. Ανασηκώθηκε και ακροάστηκε.Γρηγόρης. Έπιπλο άλλο δεν είχε παρά ένα σεντούκι ξύλινο που μπορούσε να γίνει και κάθισμα και τραπέζι. ο Κωνσταντίνος κατάλαβε αμέσως. 109 . Ήταν το φρούριο των Βοδενών. Πως βρίσκουνταν στη «φωλιά» δεν είχε αμφιβολία. και ύστερα άλλοι εννιά.τι αγαπάς. Το παράθυρο. είτε αληθινά δεν καταλάβαινε. Με την πρώτη ματιά. και πάλι εννιά. Κατάλαβε πως ήταν σε φρούριο. Εκτός από τον κρότο του νερού. Ο Κωνσταντίνος αποκρίθηκε με το ίδιο σημείο. όσο καθάριζε και ξανάδενε ο Γρηγόρης τις πληγές. Πώς. ούτε αποκρίθηκε καν σε κανένα του ρώτημα. Μα ποιο ήταν το φρούριο αυτό. που άνθρωπος δεν έφθανε να δει έξω. Και ήταν σημείο: τρία απανωτά χτυπήματα. Έξαφνα στον τοίχο. Αμέσως από την άλλη μεριά ακούστηκαν πέντε χτύποι. όσο μακρύς και αν ήταν. . πλάγι στο προσκέφαλο του. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. σκέφθηκε. Πρώτα πρώτα έπρεπε να γιάνουν οι πληγές του. τόσο άκουε ο Κωνσταντίνος καθαρότερα ένα αδιάκοπο βοητό νερού που έτρεχε κι έπεφτε από ψηλά σε βράχους.. Μιας και ήξερε τι ήταν έξω. Μέτρησε με το μάτι το ύψος του παράθυρου. και αποθαρρυμένος τον άφησε να φύγει. πες μου πού βρίσκομαι! Μα ο δούλος του χαμογέλασε μελαγχολικά. Έκλεισε τα μάτια του. Με γνεψίματα προσπάθησε τότε ο Κωνσταντίνος να συνεννοηθεί. Και σε λίγο αποκοιμήθηκε. Μα αυτό δεν τον απέλπισε. αναπαυτικά επιπλωμένο. άρα είχε κοιμηθεί πολλές ώρες. Το τρίξιμο της κλειδαριάς τον ξύπνησε.».Ναι.

σιωπηλός. βήματα ακούστηκαν. Η πόρτα άνοιξε και ο δούλος μπήκε μέσα. . μα τίποτα πια δεν ακούστηκε.Τώρα.Έμεινε μόνος. ο βουβός το τράβηξε βιαστικά. τρεχάτα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ . . . Ένα βήμα ακούστηκε απέξω.Στο φρούριο. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.Κάτι παράξενο συμβαίνει στο φρούριο.Τίποτα. είμαι καλά. μην τύχει και τον προδώσει με καμιάν απροσεξία. Μα έξαφνα ένα βιαστικό σύνθημα τον διέκοψε: 110 . Ο δούλος τον βοήθησε να πιει και του χαμογέλασε με το λυπημένο του χαμόγελο. το βοητό του καταρράχτη ακούουνταν όπως στα βάθη της νύχτας. κοίταξε την πόρτα με τρόμο. Συννενοήθηκαν μεταξύ τους πώς να λέγει ο ένας στον άλλο με γρήγορα συνθήματα «λέγε . Τίποτα δε σάλευε. κλειδώνοντας πάλι. Άλλες πόρτες παρακάτω άνοιξαν και σφάλισαν.Είσαι μόνος. και η συνεννόηση ξανάρχισε: . και η ανησυχία τον έτρωγε. Ξημέρωσε. . Αν σου φέρουν φαγί. Ούτε φαγί ούτε νερό δεν του έφεραν. . Ήταν πια νύχτα βαθιά και είχε μισοκοιμηθεί. ρώτα το δούλο. Η δίψα τον έκαιε.σώπα .. Προσεκτικά χτύπησε τον τοίχο. . όταν πάλι το χτύπημα στον τοίχο τον ξύπνησε. ούτε έκανε κανένα σημείο. .Προσπάθησε να μάθεις. ούτε έξω ούτε μέσα. Μα όταν θέλησε ο Κωνσταντίνος να τον ευχαριστήσει κι έπιασε το χέρι του. ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. ρώτησε ο Γρηγόρης. ούτε φαγί δε μας έφεραν. Ο ήλιος χαμήλωσε. άρχισε να εξηγεί ο Κωνσταντίνος. .Πότε έφυγε. . . Ακούμπησε χάμω μια στάμνα νερό κι έφυγε βιαστικά. . Ο Κωνσταντίνος άπλωσε το χέρι να πάρει το νερό. Ο Κωνσταντίνος παρατήρησε πως είχε δάκρυα στα μάτια. Όλη μέρα ο Κωνσταντίνος δεν είχε κουνήσει από το στρώμα. μήνυσε ο Γρηγόρης.είμαι μόνος» και άλλα τέτοια. Βήματα πλησίαζαν και τα χτυπήματα σταμάτησαν. φώτισε πάλι το καμαράκι του Κωνσταντίνου.Είναι κουφός. Ο Κωνσταντίνος περίμενε άλλο σημείο του Γρηγόρη. Μακριά. . τα χτυπήματα σταμάτησαν. μα ο Γρηγόρης ούτε φάνηκε. . οπλισμένος. Αποκρίθηκε ευθύς με το πρώτο σύνθημα.Ούτε μένα. Ήλθαν και τον πήραν. χαμογέλασε πάλι και βγήκε έξω.Τι ξέρεις. Ο Δραξάν πέρασε τη νύχτα και όλη μέρα στη φυλακή μου. .Κοίταξε αν μπορείς να συνεννοηθείς με το δούλο. . και όλα πάλι σώπασαν.Και όλη μέρα. Και η μέρα πέρασε όλη χωρίς κανένας να ταράξει τη μοναξιά του. βρισκόμαστε στη «φωλιά».Υποφέρεις. Η νύχτα πέρασε όλη στην ίδια ησυχία. τ' άστρα έλαμψαν πάλι. κανένας δεν ήλθε. ανήσυχος. σαν τρομαγμένος. Και ρωτήματα και απαντήσεις εξακολούθησαν. .Στα Βοδενά.Μόνος.Όχι.Ναι. βασίλεψε.. . Ο Γρηγόρης του έκανε το σύνθημα: «Λέγε». Η πόρτα άνοιξε και ο βουβός δούλος έφερε μια πινάκα φαγί και μια στάμνα νερό. Ο Κωνσταντίνος δεν τολμούσε να χτυπήσει τον τοίχο πριν του κάνει ο Γρηγόρης άλλο σημείο. .Ναι. μα τίποτα δεν τάραξε τη σιωπή.Όχι. ίσως κάτι γίνεται.

οι κορυφές των βουνών χάνουνταν στα χαμηλά σύννεφα. τον έβαλε στο στρώμα κι έσυρε το σεντούκι στη θέση του. Τίποτα δεν άλλαξε. Υπογραφή δεν είχε. Γύρισε στο κρεβάτι του και αποθαρρυμένος έπεσε στο στρώμα. Οι πληγές του είχαν γιάνει και. τα χέρια του άνοιξαν. Εκτός αν ο δούλος τον βοηθούσε. πως η προδοσία είχε χωθεί στην καρδιά της φρουράς. Ο Κωνσταντίνος αισθάνουνταν πια καλά. Άλλο δρόμο δεν είχε.Το είδε άραγε ο δούλος.. Μα το σεντούκι ήταν στη θέση του. ήταν φωλιά επαναστατών! Με λύσσα έσφιξε ο Κωνσταντίνος τους γρόθους του. πολύ μακριά. Ο δούλος είχε δάκρυα στα μάτια σαν τον κοίταζε. Την άλλη μέρα πάλι ο καλόγερος δεν ήλθε.. Να φύγει! Να φύγει! Να φύγει!. Μόνο μακριά. Όταν συνήλθε. Ω.. όσο και αν το προσποιούνταν.. Εξέτασε το ψωμί που βαστούσε ακόμα στο χέρι. με πάντα την ίδια σκέψη στο νου του. με την ικανοποίηση πως είχε κατακτήσει καινούρια κάστρα! Έφυγε! Και δε φαντάστηκε πως φωτιά κρυφόκαιε πίσω του. Τον σήκωσε από χάμω. ο Κύριος σε φυλάγει». μα δεν μπόρεσε. Νευρικά ζάρωσε ο Κωνσταντίνος την περγαμηνή στο χέρι του. Ξαναχτύπησε. όπου είχε σκαρφαλώσει. πήγαινε όλη μέρα κι έρχουνταν. Έχε όμως θάρρος. Τίποτα πάλι. σαν αγρίμι στο κλουβί του. πως τα Βοδενά. έφθασε προχθές στο φρούριο. Εκτός. να ξεκαθαρίσει από τη φρουρά κάθε ύποπτο και να ξαποστείλει τους Βουλγάρους που. Κάμποσην ώρα περίμενε ο Κωνσταντίνος. Σηκώθηκε πάλι κι έκανε μερικά βήματα νευρικά απάνω και κάτω. Όχι όμως με όλους. Μα με τι τρόπο. Την ίδια ώρα αισθάνθηκε πως του έβαζε κάτι στο χέρι. Εξηγούνταν τώρα η διαμονή του Δραξάν στο κελί του Γρηγόρη! Ο Βούλγαρος κρύβουνταν από τον Αυτοκράτορα. Ήταν γραμμένη με το χέρι του Γρηγόρη. Μόλις έφθαναν τα μάτια του στο παράθυρο. ήταν φανερό πως είχε συνεννοηθεί με μέρος από τους αξιωματικούς της φρουράς. Κανένας δεν αποκρίθηκε. Να ξέρει το φρικτό αυτό μυστικό και να μην μπορεί να βγει. τίποτα δε φαίνουνταν.. και παρατήρησε ένα τρυπαλάκι από κάτω. Μα και γκρεμνός να μην ήταν κάτω. να καθήσει στο πεζούλι για να δει και κάτω. Και από το δούλο είχε απελπιστεί. είχε σύρει το σεντούκι στη θέση του. Ήταν ένα ψωμί. κι έλεγε: «Ο Αυτοκράτορας πέρασε την πλημμυρισμένη Τσέρνα1.Σώπα! Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και ακροάστηκε. να σπάσει τα σίδερα.. 111 . κι έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. να τρέξει. Το έκοψε σε δυο. όλη η δύναμη του δεν αρκούσε να σπάσει ή να λυγίσει τα χοντρά αυτά κάγκελα. μα τίποτα δεν ακούστηκε πια. Με μαύρη καρδιά πλάγιασε στο στρώμα του. να τον φέρει πίσω για να πνίξει την επανάσταση πριν ξεσπάσει. πώς να ξεριζώσει τα σίδερα που ήταν χτισμένα στον τοίχο μέσα. Τότε χτύπησε σιγά. και ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα κλεισμένος στη φυλακή του. κι έφυγε χθες βράδυ. Είδε ουρανό.. Έκλεισε πάλι τα μάτια του. Και πέρασε ο Αυτοκράτορας από το ίδιο αυτό φρούριο κι έφυγε! Και ήσυχα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Πέρασαν όμως μέρες.. Και η καρδιά του Κωνσταντίνου γέμισε πάλι ελπίδες.. πλούτη. Η πόρτα ήταν αμπαρωμένη απέξω. αφού κρύβουνταν. Πρώτη φορά τότε μια ελπίδα έλαμψε στο μυαλό του. Από το πεζούλι. . Τότε θυμήθηκε πως είχε σύρει το σεντούκι στο παράθυρο. ο Κωνσταντίνος είδε του δούλου το μελαγχολικό πρόσωπο σκυμμένο απάνω του. πως θα του έδινε χρήματα.. και όλα πάλι ησύχασαν. Πώς να φύγει. το κλειδί της Εγνατίας οδού. τυλιγμένη σφιχτά. βήματα απομακρύνθηκαν. Σηκώθηκε. Με λύσσα τα τίναζε και τα τραβούσε ο Κωνσταντίνος. Με κάθε τρόπο προσπάθησε να του εξηγήσει πως ήθελε να φύγει. Πόνος σουβλερός τον διαπέρασε.. δεν είχαν υποταχθεί ποτέ ολότελα στο νικητή. μισοζαλισμένος ακόμα. Και γιατί όχι. και όταν τα ξανάνοιξε ο δούλος είχε φύγει. και μέσα βρήκε ένα μικρό κομματάκι περγαμηνή. κατάρα!. και μόνο ουρανό. Έπιασε τα σίδερα και θέλησε να τραβηχθεί με τα χέρια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ . ο δούλος είχε φέρει το γράμμα του Γρηγόρη. Σε άκουσαν που χτύπησες και μ' έβγαλαν από κοντά σου. ίσως και από τους αξιωματικούς της φρουράς. Εκεί τον βρήκε ο δούλος σαν έφερε το φαγί του. Αδύνατο! Για να κατορθώσει να φύγει έπρεπε πρώτα να γίνει καλά. να βγει από το παράθυρο. να σταματήσει το Βασιλέα του.. Μια πόρτα έτριξε. τράβηξε το άδειο σεντούκι στο παράθυρο και με κάποιον κόπο ανέβηκε απάνω. Μα για να βρίσκεται ο Δραξάν στο φρούριο μέσα. Άδικος κόπος! Και στα καλά του αν ήταν. Το παράθυρο έβλεπε σε γκρεμνό. Κατάλαβε πως είχαν πάρει τον Γρηγόρη από το πλαγινό κελί. ελευθερία.

Μα ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. και στη μοναξιά βασάνιζε το νου του να βρει τρόπο να φύγει.Η απάντηση έφθασε. θα κλόνιζε. Ούτε τον Γρηγόρη είχε δει πια ούτε τον Δραξάν. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Δραξάν. το τράβηξε κάτω από το παράθυρο. Ο Κωνσταντίνος όρμησε στο σεντούκι. και σε είχε στείλει τωόντι ο Γαβριήλ Ρωμανός. ύστερα την πέτρα. που σ' εμπιστεύθηκε ο αφέντης σου ξέροντας την αδάμαστη παλικαριά σου. ούτε μπορούσε να το φτιάσει. . δεν το φανταζόμουν! Μήπως λοιπόν βρισκόμαστε στον Πρίλαπο.. και να πέσει στο στρώμα. ενώ ήξερες πως με κάθε τρόπο έπρεπε να βρίσκομαι δω. Ποιο σκοινί να ρίξει.. ούτε χαμήλωσε τα μάτια του. και στη σκληρή πέτρα μάταια μάτωνε τα δάχτυλα του. Βάσταξε την αναπνοή του και ακροάστηκε. επανέλαβε ο Δραξάν.. Τα φρύδια του ήταν σουφρωμένα. είπε με απόφαση. εκτός από το δούλο. Σαστισμένος κοίταξε το παράθυρο. και το ειρωνικό χαμόγελο ξανατέντωσε τα χείλη του: . δηλαδή πιστός υπηρέτης του Τσάρου. που επιτέλους κατάφερες τον Τσάρο να με φωνάξει.κάτω. Ένας νέος Έλληνας δούλευε σ' έναν ξενώνα.Κρηνίτη. Ύστερα σταμάτησε μπρος στον Κωνσταντίνο.Είναι περιττές οι κωμωδίες. Το λόγο που σ' έκανε να σταματήσεις τόσον καιρό τους σκοπούς μου τον μαντεύω.. Σταμάτησε πάλι. Την ψυχική του ησυχία την είχε ξαναβρεί τώρα που ήξερε πως κάποιος φίλος ήταν απέξω. Κρύος ιδρώς χύθηκε στο κορμί του Κωνσταντίνου. με τα μάτια καρφωμένα στα σίδερα περίμενε. Μα άλλο δεν είδε από το γαλάζιο ουρανό και τα μενεξεδένια βουνά. είπε. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του. εξακολούθησε αλλάζοντας τόνο. Μα γιατί μου είπες πως δεν έχεις αδελφό. Δεύτερη φορά πέταξε η πέτρα.Έπρεπε να βρίσκεσαι δω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ Τίποτα! Είτε δεν καταλάβαινε ο δύστυχος κουφός. ένα λαφρύ κρότο. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά! Πως ήταν φιλικό μήνυμα το έβλεπε. Ούτε άλλος κανένας. Το γράμμα σου ήταν γνήσιο. απέξω. Μα σκοινί δεν είχε. τάχα πως δεν καταλαβαίνει.Εκείνος σε γνωρίζει. Μα του το είχαν πάρει το βράδυ εκείνο που τον έπιασαν. Ήταν στρογγυλό χαλίκι. και γύρω είδε χαραγμένες ελληνικά πέντε λέξεις: «Σα νυχτώσει. ή σε κανένα άλλο φρούριο του Τσάρου. . αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. . . Κοίταξε το παράθυρο μα δεν είδε τίποτα.Αν είσαι κείνο που δείχνεσαι. είπε ο Κωνσταντίνος. Σταμάτησε μια στιγμή σα να περίμενε απάντηση. Περιφρονητικό χαμόγελο πέρασε στα χείλια του Βουλγάρου. . και λέγεται αδελφός σου. θα έβγαζε τα σίδερα. του αποκρίνουνταν πάντα με το λυπημένο χαμόγελο αργοκουνώντας το κεφάλι. Μόλις πρόφθασε ο Κωνσταντίνος να σπρώξει το σεντούκι στη θέση του. Και όμως δεν τρελαίνουνταν! Δεύτερος χτύπος ακούστηκε.. και πάλι το παράθυρο. Όρθιος. και τόσο καλά ενήργησες. γιατί θέλησες να με βγάλεις από δω. Δραξάν. που χάνουνταν μέσα στον ορίζοντα. Μήπως τον γνωρίζεις.. είπε ο Δραξάν. με τα μαρτύρια. Είναι αλήθεια πως άλλο τίποτα δε θέλησε να πει. είτε φοβούνταν να εννοήσει. Απελπισμένος. μα δεν αποκρίθηκε. Τι ήταν αυτό. πέρασε μέσα στα κάγκελα κι έπεσε στο πάτωμα. με ψεύτικο όνομα δούλου Βουλγάρου. σαν πετραδάκι. οι πληροφορίες που περίμενα έφθασαν.Μαζί με την απάντηση της Αχρίδας. Αν είχε το μαχαίρι του κάτι μπορούσε να γίνει. μια πέτρα πέταξε ως κοντά στα κάγκελα. τα χτύπησε κι έπεσε πάλι έξω. και τον ξέρω. 112 . Θα ξεκολλούσε τις πέτρες. Μα την αλήθεια. ανέβηκε απάνω και από κει τραβήχθηκε με τα χέρια ως το πεζούλι. . Με σταυρωμένα χέρια τον κοίταζε ο Δραξάν. Ο Βούλγαρος δάγκωσε τα χείλια του κι έκανε μερικά βήματα απάνω . Πώς την έμαθες την αιτία που με κρατούσε δω. μας διηγηθεί και περισσότερα. Κρηνίτη. Ατάραχος κοίταζε το Βούλγαρο στο πρόσωπο. Μα την έμαθες. . στον τοίχο. και από πού. Μα ο Κωνσταντίνος δε χαμήλωσε τα μάτια. Έξαφνα ανατρίχιασε. το πρόσωπο του σκοτεινό. Μα ίσως. Βήματα πλησίαζαν στο διάδρομο. εξακολούθησε ο Δραξάν. Ο Κωνσταντίνος πήδησε χάμω και τη μάζεψε. μου έφθασε και άλλη είδηση από το Βουτέλιο. Έξαφνα. δεν ξέρω.Γιατί δεν έχω. ήλθε πια στο κελί του. ρίξε το σκοινί». Είχε ακούσει κάτι. είχε καθήσει στο κρεβάτι του ένα απόγεμα.

ταραγμένος κοίταζε τον Κωνσταντίνο. μουρμούρισε. Είμαι κατάσκοπος του Αυτοκράτορα. όχι με το ντροπιασμένο θάνατο του φονιά! Ο Δραξάν σήκωσε το τραβηγμένο αχνό του πρόσωπο και κοίταξε το νέο στα μάτια. .. να ξεψυχήσετε στα αγριότερα βασανιστήρια. πριν επιτύχεις την προδοσία των Βοδενών. παρά αν ήσουν αληθινά ο άνανδρος δούλος των δικών μας. το ήξερε.. Τη μητέρα μου την είδα αιματοκυλισμένη στους δρόμους.. ένα χέρι πέρασε μέσα. .. Ο Κωνσταντίνος είδε τη συγκίνηση του.Τον Ιγερινό. εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος.Ναι. Ο Βούλγαρος είχε οπισθοχωρήσει ως τον τοίχο. . λοιπόν. και μια . Είσαι άξιος εχθρός μου. Πού βλέπεις προδοσία.. . Τα αναίματα χείλια του έτρεμαν. Μα δεν το έκανα. Σκοινί δεν είχε μα είχε ένα πάπλωμα. Δυο βήματα είχα να κάνω για να σε παραδώσω στον Αυτοκράτορα που βρίσκουνταν στο Βουτέλιο..Κρηνίτη! ξεφώνισε έξω φρενών ο Δραξάν. Δραξάν.δυο φορές πέρασε στο πρόσωπο του το χέρι του που έτρεμε σα φύλλο. Δουλεύομε για την Πατρίδα μας.λουρίδες. όπως εσύ δουλεύεις για τη δική σου! Και είμαστε ελεύθεροι. Επειδή δουλεύομε για την Πατρίδα μας. Στυλώθηκε στον τοίχο. Ήταν άσκοπη δουλειά.Ο Μιχαήλ. Δραξάν. Ο Κωνσταντίνος πήδησε κάτω. Μα του ήταν αδύνατο να καθήσει άεργος τόσες ώρες. είπε. γιατί. σφαγμένη από τους πατριώτες σου. Τον πατέρα μου τον κάρφωσε ο Ιβάτζης. . . . τον αδελφό της γυναίκας σου. εμπρός στα μάτια μου. Τα λόγια σου αυτά θα σε πάνε στο παλούκι. Δραξάν. και τον λυπήθηκε. Είχε βραδιάσει πια. όταν με συντριμμένη την καρδιά παρακαλούσες την Παναγία να σε συγχωρήσει που πάτησες τον όρκο σου.. Ανασηκώθηκε. στο δέντρο. έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Θα με σκοτώσεις. λες. Σκότωσε μας.. έριξε χάμω ένα κουλουριασμένο σκοινί κι έκλεισε πάλι 113 . Δραξάν.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ Με τη ζωή σου θα πληρώσεις την προδοσία σου.Προδοσία. είπε πιο σιγά. τον μάντεψες σωστά.Γιατί. που για την Πατρίδα σου πατούσες και τον όρκο σου ακόμα. ναι.Εχθροί. οι κωμωδίες είναι περιττές. . Περίεργη λέξη στο στόμα σου. Σε μια στιγμή βρέθηκε πάλι ο Κωνσταντίνος στο πεζούλι απάνω. Μα πρέπει πρώτα να με πιάσεις! Ωστόσο σε προτιμώ έτσι. Πάει καλά. και όρθιος εμπρός στο Βούλγαρο. Κι έφυγα για να σου αφήσω ελεύθερη την εκκλησία όπου γερμένος έκλαιγες. γιατί δεν πατήσαμε όρκο κανένα! Ο Δραξάν έκανε ένα βήμα πίσω σα να τον είχε τσούξει καμτσικιά. ζωντανό. Τ' ομολογείς.Στην εκκλησία όταν μπήκες. αν ποτέ ξαναπέσεις στα χέρια μου. Σκέφθηκε να το σχίσει λουρίδες . Το λόγο που γύρευα να σε βγάλω από δω.Ήμαστε παιδιά μικρά όταν μας πήρε ο Τσάρος από την αγκαλιά της μάνας μου. διέκοψε ήσυχα ο Κωνσταντίνος. Μα πρώτα έπρεπε ν' ανοίξει το δρόμο. Βγήκε έξω και αμπάρωσε την πόρτα. για ποιον Μιχαήλ μίλησες. ο φίλος μου κι εγώ.Τ' ομολογώ. είπε. μα την ίδια στιγμή η πόρτα άνοιξε. Με το χαλίκι του προσπάθησε να φάγει την πέτρα γύρω στα κάγκελα. ... ορκισμένοι.. μα την αλήθεια! Πώς ονομάζεις άραγε τη δουλειά που ετοιμάζεις εσύ στο αυτοκρατορικό αυτό φρούριο των Βοδενών όπου αυτή την ώρα κρύβεσαι σαν κακούργος. Χλωμός. Τώρα είμαστε στα χέρια σου. όπως σε νομίζει ακόμα ο Ρωμανός. .. εμείς. και σένα και τον αδελφό σου. χωρίς να μπορεί λέξη ν' αρθρώσει. ώσπου να νυχτώσει. στο σταυρό τ' ορκίζομαι. με ψηλά σηκωμένο το κεφάλι: . σε είδα και σε άκουσα. ο Μιχαήλ κι εγώ. στο μαρτύριο! Θα σας κάνω.Τ' ομολογείς λοιπόν. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Βούτησε τώρα τα χέρια σου στο αίμα του! Είναι το ίδιο που τρέχει στις φλέβες των παιδιών σου! Νευρικό τρεμούλιασμα τίναζε το σώμα όλο του Δραξάν. της Ελληνίδας. να τις δέσει τη μια με την άλλη και να κατέβει από το παράθυρο. τη ζωή σου δε θα σου τη χαρίσω! Μα σκότωσε μας σα στρατιώτες. είπε ο Κωνσταντίνος. Γιατί στην προσευχή σου μάντευα το βάσανο της ψυχής σου. Και στο σταυρό ορκιστήκαμε να τους εκδικήσομε. Όλο το αίμα είχε φύγει από το πρόσωπο του. όταν έξαφνα έτριξε η κλειδαριά της πόρτας.

τιμή.σιγά πλάκωσε το σκοτάδι. και την ψυχή μου ακόμα που κοντεύω να την κολάσω. έβγαλε την αμπάρα.. κρατώντας την άκρη στα χέρια του. Έξαφνα.. ένα μικρό καμαράκι του μεγάλου πύργου. και περίμενε. τράβηξε ως την άκρη του διαδρόμου και σταμάτησε μπροστά σε μιαν αμπαρωμένη πόρτα. μουρμούρισε..». και με άτακτα βήματα άρχισε να περπατά απάνω . εμπρός στον όρθιο ιερέα. ακούστηκε. «Σαν έμαθε πως ο Κρηνίτης ήταν αιχμάλωτος». Ο ήλιος βασίλευε αργά . Δεν μπόρεσα να το υποφέρω. και στο γάμο μου το ξαναορκίστηκα. Άλλο δεν του έμενε παρά να περιμένει ώσπου να νυχτώσει.». όπου κάποιο άγνωστο χέρι είχε γράψει με κάρβουνο: «Σπάσε τα κάγκελα και κατέβα. κι έφυγα. «Πατρίδα. «Δώσε στην ψυχή μου λίγη ησυχία. Και σιγά .. «Πατρίδα!. «ποτάμι θα χυθεί». συνείδηση. αυτό μόνο ήξερε. πολύ σιγανό σφύριγμα ακούστηκε απ' έξω.. Μα η Πατρίδα μου βασανίζουνταν. είπε ο Δραξάν. Στην άκρια ήταν δεμένο ένα μαχαίρι κι ένα πανάκι. Ο Δραξάν έπεσε στα γόνατα. να ειδοποιήσει μονάχα το φρούραρχο πως στη φρουρά του μέσα δουλεύει η προδοσία. με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του.. Φθάνει να σωθεί το κάστρο. Με βία το τράβηξε ο Κωνσταντίνος. να σπάσει τα παρατεντωμένα νεύρα του.. Πήρε από το τραπέζι ένα μάτσο γράμματα και θέλησε να τα μελετήσει.. να σπάσει τα κάγκελα και να βγει. τι μ' αυτό. έκανε να γυρίσει πίσω. Περιμένομε διαταγές σου. περιτριγύριζαν τις κορυφές σαν τόξα πορφυρένια.. παιδιά. άρχισε την ξεμολόγησή του. Λίγο λίγο χλώμιασαν οι κόκκινες ακτίνες.πρώτα στο μήνυμα που είχε λάβει από το Βουτέλιο. Φίλος σε περιμένει». να τρέξει να φέρει βοήθεια.. μίκρεψαν. και τρικλίζοντας βγήκε από την κάμαρα. Μα τίποτα δεν ησύχαζε την αγωνία του. Έγειρε το κεφάλι και προσπάθησε να πει μια προσευχή. και συγχώρησε την αμαρτία.. Σε μια γωνιά της κάμαρας. και πήγα στα βουνά και πήρα πάλι τα όπλα και 114 . Ήταν πολύ μακρύ και δυνατό.. Με καινούριο θάρρος άρχισε πάλι ο Κωνσταντίνος να πελεκά και να ξεκολλά την πέτρα.. και στο παλάτι μου μέσα το ήξερα. Φίλος ήταν απέξω. Όλα για σένα: γυναίκα. Έκλεισε την πόρτα.. Ο Κωνσταντίνος κοίταζε το λαμπρό αυτό θέαμα και του φάνηκε κακό σημείο. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ βιαστικά. Το μάτι του έπεσε πρώτα . και τα πλούτη μου και τα μεγαλεία μου με πλάκωναν. ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Σηκώθηκε και άρχισε πάλι να περπατά απάνω και κάτω..».. Δίστασε μια στιγμή. Ομολόγησε πως ήταν αδελφός του και ζήτησε για μόνη χάρη να τον αφήσομε να τον ξαναδεί πριν πεθάνει. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ Από το κελί του Κωνσταντίνου. Στιγμή δε στάθηκε να σκεφθεί ποιος έφερε το σκοινί και ποιος έριξε την πέτρα. γυρεύοντας να κουράσει. ο Δραξάν πήγε ίσια στο δωμάτιο του.. και οι κατακόκκινες ακτίνες πλημμύριζαν το γαλάζιο ασυννέφιαστο ουρανό. Σηκώθηκε. στα Βοδενά.. Έπεσε στα γόνατα και. Καθισμένος κοντά στο παράθυρο διάβαζε ένας παπάς. και κάποιος από κάτω κούνησε το σκοινί.Πάτερ Γρηγόρη. μουρμούρισε. λυπήσου. Ο Κωνσταντίνος το πήρε και το ξετύλιξε. Πέταξε τα χαρτιά στο τραπέζι κι έκρυψε το κεφάλι του μέσα στις χούφτες του. κι έπρεπε να φύγει. Έχω να σου ξεμολογηθώ.». όταν τον έπιασε πρώτη φορά. Με ταραγμένη φωνή είπε πως. να φύγει. επίσης σιγανό.. βάλε το πετραχήλι σου.». Μα η ταραχή του όλο και μεγάλωνε. Σε λίγο δεύτερο σφύριγμα.αργά πίσω από τα βουνά. ένα ασημένιο καντήλι έκαιε μέρα-νύχτα εμπρός στο εικόνισμα της Παναγίας. «Θεοτόκε. Ο σκοπός μου είναι ιερός.». και τότε ας χυθεί το αίμα ποτάμι... έλεγε το γράμμα.. Μελαγχολική σταχτεράδα απλώθηκε στη φύση.. ο Βασίλειος τον συγχώρησε. «ο Έλληνας δεν αντιστάθηκε πια. ύστερα πήρε την απόφαση του. Έριξε το σκοινί του από το παράθυρο. μουρμούρισε. ένα σιγανό.κάτω. «Αίμα!. και μερικά χρόνια έζησα στη Θεσσαλονίκη. ω Θεομήτορ!.. Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.Και τ' ορκίστηκα. αυτόν μόνο κρίνε. και μόνον όρο του έβαλε να ορκιστεί απάνω στο Ευαγγέλιο πως δε θα φύγει πια και δε θα γυρίσει στην πατρίδα του. όπου τον έκρυβαν οι αξιωματικοί που συνωμοτούσαν μαζί του. να φύγει! Αφού του έφεραν το σκοινί. κατάλαβε πως ήταν σημείο για κείνον. Μα να φύγει! Να φύγει από τη φυλακή του. θα του έφερναν κι ένα μαχαίρι ή τίποτα άλλο. έσβησαν. με όλη την αντίσταση που είχε κάνει. .

Ο Γρηγόρης τραβήχθηκε πίσω ένα βήμα. Και απάνω στην Αγία Μετάληψη ορκίστηκα πάλι.Απόψε.. Έριξε πίσω του τρομαγμένο βλέμμα. .Και πάλι.Θα με ακούσεις! είπε. .. ... Μα αν ήταν να το ξανακάνω.... από παντού θα μπουν και θα χυθούν στους διαδρόμους οι συνωμότες της χώρας. Και ο Βασίλειος με άφησε. Μην πεις λέξη παραπάνω! Την ξεμολόγησή σου αρνούμαι να την ακούσω! Είμαι Έλληνας! Ο Δραξάν είχε σηκωθεί.. μουρμούρισε ο Γρηγόρης. . να τον αποκλείσω ίσως στα παγωμένα μας βουνά. ποιος ξέρει.. η δύστυχη Πατρίδα μου.. και ξανάναψα τις μισοσβησμένες σπίθες και τις έκανα φωτιά μεγάλη. Δεν τελείωσα ακόμα!.Τι ζητάς λοιπόν από μένα. και πιο σιγά εξακολούθησε: . είπε. ..Στάσου... πάτερ Γρηγόρη! διέκοψε ο Δραξάν.. Η φρικτή ταραχή της ψυχής του ζωγραφίζουνταν στο αναίματο πρόσωπο του.. παπά! Δεν ήλθε ακόμα η ώρα της. Με πρόσωπο αλλαγμένο κοίταζε τώρα τον Γρηγόρη. πού τη ζητάς...... Ο Βασίλειος με πίκρα μου είπε πως το λόγο μου δεν μπορούσε πια να τον πιστέψει..Επίορκος! Ναι!. Έκανε ν' απομακρυνθεί. Πολέμησα τον Αυτοκράτορα. αναφώνησε ο καλόγερος. Σήκωσε το ωχρό του πρόσωπο και κοίταξε το Γρηγόρη: . Και δε σταμάτησα εκεί. τυλιγμένος στο μαύρο του ράσο. δυστυχισμένε.. πάτησες τον όρκο σου.Επίορκος.. ..Ναι.Δε θα το κάνεις αυτό! διέκοψε αγριεμένος ο Γρηγόρης. φθάνει να με συγχωρήσει. φίλους που τη ζωή τους θα την έδιναν για μένα. Ησυχία χωρίς μετάνοια. .. Κι έφυγα πάλι. μα ο Δραξάν τον άρπαξε από τα χέρια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ πολέμησα τον Αυτοκράτορα. τρελέ.. Μα με φώναζε η Πατρίδα.. Τότε οι πιστοί μου θ' ανοίξουνε τις πύλες του κάστρου. .. Ο Δραξάν έσκυψε το κεφάλι χαμηλότερα. Στους πέτρινους αδειανούς τοίχους το γέλιο του αντήχησε σα θρήνος. και να με αφήσει ν' αγκαλιάσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου...Ο πόνος μου είναι βαθύς που πάτησα τον όρκο μου! είπε.. παπά... Ούτε μπορείς να το αρνηθείς! Το ράσο σου σε ξεχωρίζει από τ' ανθρώπινα πάθη! Τη βασανισμένη μου ψυχή στα πόδια σου τη ρίχνω! Δώσ' μου συγχώρεση! Δώσ' μου ησυχία! .Μετάνοια! είπε. ο Γρηγόρης σήκωσε το χέρι. απόψε. γιέ μου. Το μακρύ αδύνατο σώμα του φαίνουνταν μακρύτερο παρά ποτέ στο μαύρο ρούχο του.... μ' αυτό δεν αρκούσε.. την πέμπτη ώρα της νύχτας... κι ετοίμασα την επανάσταση. πως είχα ακόμα φίλους εδώ.. Μ' έπιασαν πάλι. Παντού οι Βούλγαροι χτυπιούνταν με λύσσα. . πέθαιναν γενναία...... γιέ μου.. είδα αμέσως πως μπορούσα να κόψω το δρόμο του Βασιλείου στο γυρισμό.. Στάσου ακόμα. . Συγχώρεση δε γυρεύεις. Έλληνας δεν είσαι! Είσαι παπάς και θα μ' ακούσεις! Ο Γρηγόρης ορθώθηκε. και είδα τους πιστούς. θα δοθεί το σύνθημα..... .. και αλυσοδεμένο με ξαναπήγαν στον Αυτοκράτορα.. Έξαφνα άρπαξε το σηκωμένο χέρι του καλόγερου και το κατέβασε απότομα.. Στην πρώτη αμαρτία άλλη αμαρτία πρόσθεσα.... . Άσπρος σαν το νεκρό.Όχι! φώναξε.Μετάνοιωσε πρώτα. και παντού ήταν νικημένοι.. Μα του ορκίστηκα πως θα μείνω. τον πάτησα πάλι. ψυχή αλύγιστη και αγέρωχη. και ήλθα και πολέμησα. Σου το απαγορεύω! 115 .. Και ήλθα. θα το ξανάκανα!. .Ο όρκος σου ήταν όρκος! είπε έντονα ο παπάς.Μα η Πατρίδα με καλούσε! αποκρίθηκε ο Δραξάν.Στάσου! φώναξε. Θυμήθηκα πως ήμουν άλλοτε στρατηγός στα Βοδενά.. Και απόψε. αφού μετάνοια δεν έχεις... Ο Δραξάν γέλασε. Έπρεπε άλλον τρόπο να βρω. Ο στρατός του παντού περνούσε νικητής..

». Έκανε μερικά βήματα κι έπεσε στα γόνατα. μην πέσει στο κεφάλι σου η κατάρα του Κυρίου! . Βοήθησε με!. «Βοήθησε με!. θέλω την Αγία Μετάληψη να μου τη δώσεις! . σου αρνούμαι την Αγία Μετάληψη.. Στο χέρι του ήταν να σώσει τόσες ψυχές... Ο Δραξάν έδειξε την πόρτα. συγχώρεση..... σα φάντασμα σηκώθηκε μπροστά του η αναστατωμένη του συνείδηση..Η δική μου η Πατρίδα ξεψυχά! Πρώτα αυτή! . Δραξάν. παπά.Ποτέ! φώναξε ο Γρηγόρης. . πως ο θάνατος είχε απλώσει κιόλα τη μαύρη του φτερούγα απάνω τους. λυπήσου τις μητέρες τους! Μια έμπνευση στείλε μου!».Αρνούμαι! επανέλαβε ο ιερέας.Δε θα το κάνεις αυτό! επανέλαβε ο παπάς. ας ήταν και Βούλγαρος. Ο Δραξάν σηκώθηκε.. Άνοιξε την πόρτα και σα μεθυσμένος βγήκε έξω.Πάρε πίσω το λόγο σου! φώναξε ο Δραξάν.. έμενε καρφωμένο στην πόρτα.. Ήταν μυστικό που η βασανισμένη ψυχή του Δραξάν είχε ξεμυστηρευθεί στον ιερωμένο.. Το βλέμμα του Γρηγόρη. που στ' όνομα του Κυρίου του έδινε δικαίωμα και τις μεγαλύτερες αμαρτίες ακόμα να τις συγχωρήσει. χαρούμενοι. είπε. Στο έγκλημα σου το απαίσιο εγώ δε βάζω χέρι! Σου αρνούμαι τη συγχώρεση. φώναξε με αγωνία.. δε θα την κλειδώσω.. . δε φαντάζουνταν. Δεν ήταν Έλληνας. .. σε ικετεύω! Ξεδιόρισε όσα πρόσταξες! Μη!. Και δεν ήξεραν.. ξένοιαστοι. Με το χέρι σηκωμένο έμοιαζε ο ιερέας την κατάρα του να δίνει. Είχε μείνει ακλείδωτη....». δεν είχε παρά να τη σπρώξει για να βγει στο διάδρομο. αδιάλεκτη τη χρεωστούσε σε κάθε πλάσμα του Κυρίου του. πήγαινε. να πάγει στο φρούραρχο. να τρέξει. Ήταν ξεμολόγηση!. «Μα είναι άνθρωποι! Και είναι Έλληνες! Είναι δικοί μου!. γιατί είναι αμάρτημα φοβερό! Και την ψυχή σου θα την κολάσεις! Τρέχα. Μα έξαφνα. γιατί είχε περάσει τις προάλλες ο Αυτοκράτορας και είχαν μάθει τα τελευταία κατορθώματα του. του αφαιρούσε το δικαίωμα να σώσει τους αδελφούς του και να εμποδίσει τόσο αίμα να χυθεί. πως ο ήλιος την αυριανή δε θ' ανέτελλε γι' αυτούς. Στην αγριεμένη του φαντασία. Πήγαινε.. παιδιά..Είναι ανοιχτή.Αδύνατο! Άλλον τρόπο δεν έχω! Είναι η τελευταία μας ελπίδα! . σωριάστηκε χάμω απελπισμένος.. πάτερ Γρηγόρη! Πριν το κάνω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ . ήταν παπάς.. Από το παράθυρο του άκουε τους στρατιώτες που περιδιάβαζαν εδώ κι εκεί και κουβέντιαζαν ελληνικά. μητέρα! Σαν εσένα για την Πατρίδα τους πολεμούν! . Κατάρα μη μου δίνεις! Για την Πατρίδα μου πολεμώ! Για την Πατρίδα και για το Θεό μου! Δώσε μου. Συ που έκλαψες τόσο εδώ κάτω. ζητώντας βοήθεια και ανάπαυση! Το ράσο του. «Θεέ μου!».. γεμάτοι καινούριες ελπίδες... το ράσο του βούλωνε το στόμα. Δώσ' μου συγχώρεση.. ας τον έλεγαν και Δραξάν. Και την αγάπη του. . θέλω τη συνείδηση μου να την ησυχάσω. Μαύρη απελπισία πλάκωσε την καρδιά του. Μα εκεί σταμάτησε. Ο Γρηγόρης όρμησε στην πόρτα. Άπλωσε το χέρι.Δραξάν. οι άμοιροι. «Μητέρα του Θεού. Μη βάφεις τα χέρια σου σε άλλο αίμα. ρώτησε. σταμάτησε το αμάρτημα πριν γίνει! . ζωηροί. που με σιδερένιο χέρι τον έπιασε στο λαιμό. μόνο παπάς. στον αμαρτωλό και στο λυπημένο περισσότερο ακόμα παρά στους άλλους. του ιερωμένου η συνείδηση. Εμπρός στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά. τον έπνιξε.Παράτησε πρώτα τ' απαίσια σου σχέδια! Είναι άτιμα! .Αρνείσαι τη συγχώρεση της Εκκλησίας. μαγνητισμένο. Όχι! Το αμείλικτο ράσο τον ξεχώριζε από τα πάθη και τις αγάπες των ανθρώπων. Δε θα το κάνεις. Όχι.. παπά. Τόσες είχε δει σφαγές! Μα καμιά 116 .Όχι!. να φωνάξει... Τρελός του ήλθε πειρασμός να τη σπρώξει. να με προδώσεις! Είναι ο μόνος τρόπος να σώσεις τους πατριώτες σου. εικόνες φρικτές αναστήνουνταν.Μου το ζητά η Πατρίδα και θα το κάνω! Δώσ' μου όμως συγχώρεση.Λυπήσου τους αθώους που θα τους πνίξεις στο αίμα! Είναι άνθρωποι και αυτοί! Σαν εσένα έχουν γυναίκα... παπά! Τη θέλω! Την έχω ανάγκη! . δεν πρέπει!. Και το πορτόφυλλο έκλεισε μαλακά. Η ψυχή του όλη αναστατώθηκε.

Για την Πατρίδα και για το Βασιλέα! φώναξε πάλι ο Γρηγόρης. Ελέησε με!». . Η φωνή του κούκου αντήχησε έξαφνα στης νύχτας τη βαθιά ησυχία. Προδοσία!. Θεού θέλημα ήταν να τρέξει. το χειμώνα ο κούκος δε λαλεί..Αδέλφια! φώναξε σηκώνοντας ψηλά το χρυσό του σταυρό. μπροστά στον Πλάστη του. «Θεέ!. και σίδερα που χτυπιούνταν το ένα με το άλλο. ... Οι λίγες αυτές ώρες τον είχαν γεράσει δέκα χρόνια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ δε θα έφθανε στη φρίκη τουτηνής που θ' άρχιζε με προδοσία! Την έβλεπε από τώρα. Σηκώθηκε με ορμή...». Λίγο . Φωνές άγριες ξέσπασαν στην άκρη του διαδρόμου.». μετρούσε τα πτώματα που γκρεμίζουνταν από τα παράθυρα.. Η συνείδηση του παπά φώναζε: «Όχι!». Όχι. Και όλα πάλι σώπασαν. Περνούσαν οι ώρες. Έβλεπε τα αίματα. Στον ουρανό θ' απαντηθούμε πάλι! Για το Θεό σας πολεμάτε και για το Βασιλέα. άκουε τα βογγητά. μια στριγλιά φρικτή. Μια στιγμή έμεινε ακίνητος σφίγγοντας το μέτωπο του σα να ήθελε να βαστάξει το νου του που έφευγε.». Ο Γρηγόρης σήκωσε το κεφάλι. Ώρες και ώρες έμεινε κει. Άρπαξε από χάμω το μανδύα του νεκρού. Ακούμπησε πάλι το κεφάλι του στα χέρια του και ξαναχώθηκε στη σκέψη του. μούγκρισε... Ένα κύμα ανθρώπινο πέρασε τρεχάτα εμπρός στην πόρτα του.. «Στα όπλα!. Σήκωσε τα τρεμάμενα χέρια του προς τον Χριστό. δεν μπορούσε να την προδώσει. Όχι... Μα άλλος κούκος ακούστηκε. σα φωνές πολλές. Ο Γρηγόρης είχε ανασηκωθεί. Το πρόσωπο του ήταν αγνώριστο.Τον τρελό με το σταυρό! Χτύπα! Κατέβασε τον! ξεφώνισε ο αρχηγός τους.. αισθάνθηκε πως πέφτει. Μα ο μανδύας γλίστρησε από τους ώμους του και φάνηκε το λιγνό μακρύ του σώμα.. Ο Γρηγόρης σηκώθηκε στα πόδια του. βοητό ακούουνταν που πλησίαζε. Ένας γδούπος βουβός. περιτύλιξε το φρούριο. Και ακόμα αγωνίζουνταν η ψυχή του Γρηγόρη.... τέτοιο αμάρτημα δεν το ήθελε ο Θεός! Τα πλάσματα του δεν τα ήθελε να χαθούν με τέτοιον άγριο.... Ο ήλιος βασίλεψε βουτηγμένος στην πορφυρένια του δόξα. η καρδιά του πάγωσε.βήμα υποχωρούσαν εμπρός στο πλήθος των εχθρών.. με το κεφάλι κρυμμένο στα χέρια του. πολεμώντας απεγνωσμένα. έσπρωξε το πορτόφυλλο και βγήκε στο διάδρομο. Θάρρος.αργά έγερνε και αυτό πίσω από τα βουνά. Το ήξερε μέσα στην καρδιά του πως μόνος αυτός μπορούσε να τους σώσει... τον τύλιξε γύρω του. απαίσια.». Μα άλλη μαχαιριά τον σταμάτησε.. Και τα χείλια του ήταν βουλωμένα. το αίμα τον σκέπασε. το σκοτάδι ήταν πυκνό.. «Ξημερώνει άραγε. Μια σπαθιά του άνοιξε το κεφάλι. Ένας στρατιώτης τον βάσταξε. τυλιγμένο στο μαύρο ράσο.. μα βαστάχθηκε και σήκωσε το σταυρό του ψηλότερα για να τον δουν όλοι. Μα τι ήταν αυτό.Και να προδώσει λοιπόν του αμαρτωλού την ιερή ξεμολόγηση.. Έπεσε πάλι στα γόνατα εμπρός στο εικόνισμα. «Κύριε!. Κανένας δεν αποκρίθηκε.λίγο το σκοτάδι γέμισε το κελί του. Κλονίστηκε στα πόδια του. ελεεινοί... μόνος αυτός. Το θαμπό μισοφέγγαρο αργά . πιάστηκε από τον τοίχο για να μην πέσει. Σα θηρίου πληγωμένου ξέσπασε από το στήθος του μια φωνή. την ξεμολόγηση δεν μπορούσε. ματωμένοι. Παπάς είναι! 117 . με συντριμμένη την ψυχή. να το πει. Από μακριά. .. Και σωριασμένος στο πάτωμα. Όχι. και μια στιγμή έσπρωξαν πίσω τους Βουλγάρους που ολοένα πλήθαιναν. και την καρδιά του τη σπασμένη την έριξε όλη στην προσευχή που σαν κραυγή απελπισίας ανέβηκε προς τον ουρανό. έκανε στο στήθος του το σημείο του σταυρού.. Με καινούρια καρδιά όρμησαν εμπρός οι λίγοι Έλληνες που ήταν ακόμα όρθιοι. Μερικοί στρατιώτες της φρουράς. Έσκυψε απάνω στον πεθαμένο στρατιώτη.. «Το θέλησες λοιπόν!». απάνθρωπο τρόπο! Θεού θέλημα ήταν να το μάθει εγκαίρως Έλληνας παπάς. Η σιωπή σκέπασε την πλάση όλη. και μηχανικά μουρμούρισε μια προσευχή.. και μια φωνή ξαφνισμένη ρώτησε: «Τις ει.. . Μα τη λαμπρότητα του βασιλέματος δεν την ένιωσε ο Γρηγόρης.. και ρίχθηκε ανάμεσα στους Έλληνες. Με άτακτα βήματα πήγε στην πόρτα.. Και οι εχθροί λυσσασμένοι ρίχθηκαν πάλι στα μετρημένα παλικάρια που βαστούσαν ακόμα. Ο Γρηγόρης τους είδε.Παναγία μου! φώναξε ένας Βούλγαρος που γύρευε να τον αποτελειώσει. ο Γρηγόρης προσεύχουνταν ακόμα. βήμα . Παρακάτω. Έπειτα τι. ένα σώμα κοίτουνταν με τα μυαλά χυμένα. ... καταπληγωμένοι. απάνθρωπη. αδέλφια! Τίμιος τάφος αξίζει περισσότερο. .

από πάνω από τον πύργο ο σκοπός φώναξε: «Τις ει. Τους οδηγούσε ο Δραξάν. Το γυμνασμένο του αυτί δε γελάστηκε. που σαν ακράτητο κύμα χύθηκαν σ' όλο το κάστρο. που ξεφώνιζε να του τον αφήσει. Έγειρε πίσω το κεφάλι και ξεψύχησε. «Άνω σχώμεν τας καρδίας. και το γκρέμισε από πάνω από τον πύργο. Με τα δυο του χέρια σκέπασε τα μάτια του. Τα δυο τα είχε βγάλει ολότελα και το τρίτο ήταν σχεδόν ελεύθερο.Εμπρός! Εμπρός! φώναξε ο αρχηγός. άρχισε να κατεβαίνει. το κατέβασμα αυτό ήταν παιχνιδάκι. Κατέβαινε σε κατάμαυρο χάος. Κι εμπρός στον αιματωμένο. Η φρουρά. έτοιμοι να παρατήσουν το φρούριο. Την ίδια ώρα η φυλακή του φωτίστηκε. ανοίγοντας όλες τις πύλες διαμιάς. Έτρεξε στο παράθυρο. έγειρε κι έπεσε έξω. που από μικρός είχε συνηθίσει σε όλα τα σωματικά γυμνάσματα. Ήταν οι βαριές σιδερένιες αλυσίδες που μεμιάς ξετυλίγουνταν και. Στη ράχη των Ελλήνων άλλο μπουλούκι Βουλγάρων ξεπρόβαλε. Ο Κωνσταντίνος κατάλαβε.». γεμάτος πληγές. Έξαφνα πάταγος σα βροντή σκέπασε όλους τους άλλους ήχους.. Ήταν πουλί αλήθεια. Δεύτερη φωνή αντιλάλησε πιο κοντά ακόμα. Δυο .Πάτερ Γρηγόρη! φώναξε ο Δραξάν. ελεύθερο πια. αντρειεύθηκε ακόμα. . Τίποτα πια δε σταμάτησε την ορμή των Βουλγάρων. Ο Γρηγόρης τον είδε. Το φεγγάρι είχε βασιλέψει. Και ήταν τόσο κοντά στο φρούριο.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ Κι έπεσε στα γόνατα φρικιασμένος. Χωρίς ν' ακούσει την κραυγή του Δραξάν.. τον έπιασε έξαφνα τρόμος ανίκητος το γενναίο αυτόν άντρα. και πέταξε ένα κομμάτι τοίχο. 118 .. στριγλιές. Από παντού φωνές ακούστηκαν. Τα γόνατα του λύγισαν. .. Ο Κωνσταντίνος έπιασε το σκοινί που κρέμουνταν. μην ξεφύγει κανένας.. Πεσμένος στα γόνατα. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ Στο κελί του μέσα.Μη με καταραστείς! ξεφώνισε έξω φρενών. τον έπνιξε. Ο Γρηγόρης χαμογέλασε. Γύρισαν πίσω. και σφίγγοντας το σκοινί ανάμεσα στα γόνατα. όταν έξαφνα ακούστηκε σαν κούκου φωνή. Έξαφνα. για ν' ανοίξει πέρασμα και να φύγει. μουρμούρισε. Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και ακροάστηκε. είχε υποχωρήσει στα τελευταία χαρακώματα και τα τελευταία της παλικάρια πολεμούσαν ακόμα.». σηκώθηκε στα πόδια του και ύψωσε στερνή φορά το σταυρό. που τόσες φορές είχε αψηφήσει το θάνατο. Από μέσα από το φρούριο άλλος κούκος αποκρίθηκε. Κάθε λίγο έσκυβε να δει κάτω. Ο Κωνσταντίνος όρμησε στην πόρτα. Ο αρχηγός τους κατάλαβε πως από πάνω από τον πεθαμένο παπά κανένας δε θα περάσει.. Κλείστε τις πόρτες. Με τα χέρια. την ίδια ώρα. Τέσσερα ήταν τα κάγκελα του παράθυρου του. φωνές ξέσπασαν και αναμμένοι δαυλοί φώτισαν τον πύργο και τους οδοντωτούς τοίχους. δούλευε ωστόσο ο Κωνσταντίνος ώρες και ώρες χωρίς διακοπή. Ήταν αμπαρωμένη. Του φάνηκε του Κωνσταντίνου πως σταματούσε η καρδιά του. Και στο διάδρομο η πάλη ξανάρχισε. όλες οι γέφυρες του φρουρίου βρόντησαν χάμω. βρόντησε σ' ένα πεζούλι και γκρεμίστηκε στο βάραθρο... δεμένο στο τέταρτο κάγκελο. Οι τελευταίες του ελπίδες έσβησαν. που ακούουνταν έτσι δυνατά... προστάγματα. Απέξω από την πόρτα του φωνές βουλγάρικες ακούστηκαν: «Σφάξτε τους όλους!. κι έπεσε σφίγγοντας το σταυρό στο στήθος του. Για κείνον. έμπηξε με φούρκα το μαχαίρι του στις μισοχωρισμένες πέτρες που βαστούσαν ακόμα το κάγκελο.τρία κεφάλια έσκυψαν ξεφωνίζοντας στο χαλασμένο παράθυρο.». Τι φοβάστε. το σκοτάδι ήταν πυκνό. μα τίποτα δε φαίνουνταν. άρπαξε το ρασοφορεμένο σώμα. Έξι μόλις έμειναν! Εμπρός παιδιά!. Κανένας δεν αποκρίθηκε. μισοπεθαμένο παπά με το σταυρό. Μα το φρούριο ήταν χαμένο. Το αίμα κοχλακίζοντας γέμισε το στόμα του. Μα πού κρέμουνταν δεν το ήξερε. Πανικός έπιασε τους Βουλγάρους εμπρός στον παπά που είχαν σκοτώσει. Το σίδερο. το έσυρε ως την πεζούλα έξω. από πάνω από το χαντάκι που περιτριγύριζε το κάστρο. Ένα μούγκρισμα του ξέφυγε: «Ανάθεμα!». . καταπονεμένη. και την ίδια ώρα. βογγητά και κατάρες. πάνω από το κεφάλι του. βγήκε από το παράθυρο και κρεμάστηκε από τα χέρια.

Όχι εδώ! Είναι γκρεμνός! μουρμούρισε η κόρη.. Το πνεύμα του μάρτυρα ήταν με τον Πλάστη του.Έπεσε.... κατέβα! της είπε ο Κωνσταντίνος. Από κει ο δρόμος ήταν κομμένος. μας περιμένει φίλος. και ξεσφίγγοντας τα χέρια του γλίστρησε όσο μπορούσε γρηγορότερα. μα σκεπάστηκε από τις φωνές των Βουλγάρων που έσκυβαν στο παράθυρο και ξεφώνιζαν όλοι μαζί: . Αλεξία.. Ο Κωνσταντίνος ρίχθηκε χάμω κοντά της. Σήκωσε το ματωμένο κεφάλι του. μουρμούρισε η Αλεξία. πέρασαν τρεχάτοι μπροστά τους χωρίς να τους δουν. γκρεμίστηκε στο βράχο. και ανάμεσα στην οχλοβοή μερικές λέξεις ξεχώρισαν: . . κρεμάστηκε απέξω. κουβαριάστηκε στον αέρα... Πες μου. .Τον τρελό με το σταυρό... Μάζεψε το κομμένο σκοινί.Παναγία μου! Από πάνω από το οδοντωτό πεζούλι.Πιάσε την σκάλα. ζει. Μια φωνή του ξέφυγε: ... Μια φωνή ξέσπασε από τα χείλη της: . Μα η Αλεξία του ξέφυγε. άνοιξε το ρούχο του καλόγερου και κόλλησε το αυτί του στο τρυπημένο στήθος. ένα μακρύ λιγνό σώμα.Γρήγορα! Το φρούριο έπεσε. χτύπα. δεν έχεις πια καιρό! επανέλαβε ο Κωνσταντίνος. Κατάλαβε πως θα κόψουν το σκοινί.. 119 . σηκώθηκε. Τα μάτια της ήταν στυλωμένα με φρίκη στο οδοντωτό τειχογύρισμα του πύργου... Στο πρόσωπο του η φρίκη ήταν ζωγραφισμένη.Αλεξία! Με το χέρι της του σκέπασε το στόμα και τον έσπρωξε πίσω από μιαν αγκωνάρια. Στο δώμα του πύργου καινούριες φωνές ξέσπασαν.Ποια σκάλα. Την ίδια στιγμή ένας άνθρωπος πρόβαλε τρεχάτος από το σκοτάδι με τα χέρια τεντωμένα.Μια σκοινένια. Μια γυναικεία στριγλιά ξέσπασε.. .Παναγία μου! Παπάς είναι! Η Αλεξία κοντοστάθηκε παγωμένη ως την καρδιά. Η πρώτη τσεκουριά τίναξε το σκοινί στα χέρια του. Βρίσκουνταν σ' έναν εξώστη του φρουρίου.. Την έπιασε από τη μέση και την έσυρε ως το προτείχισμα.. . κι έτρεξε να το δέσει στο περιτείχισμα. και ο Κωνσταντίνος έπεσε σ' έδαφος σκληρό. .Τώρα! Γρήγορα! ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος αδράχνοντας το χέρι της.. γρήγορα. Η Αλεξία έπεσε στα γόνατα.. επανέλαβε με αγωνία.. Ανάμεσα στο σάλαγο της μάχης. μαύρος όγκος πρόβαλε. Ήταν ο βουβός δούλος. έξαφνα τρομαγμένες φωνές ακούστηκαν: . Μα κάποιος τον άρπαξε και τον έσυρε πίσω με ορμή. Όχι.. και με μουγγό κρότο γκρεμίστηκε στις πέτρες και απλώθηκε στα πόδια τους. και στα μισόκλειστα του μάτια γύρεψε μια σπίθα ζωής να βρει.Γρηγόρη. Στο μπροστινό μέρος είναι η σκάλα. και τους έσπρωξε πίσω.. Η καρδιά δε χτυπούσε πια. Μονομιάς βρέθηκε πάλι ο Κωνσταντίνος στα πόδια του και κοίταξε ολόγυρα. Την ίδια στιγμή Βούλγαροι ξεπρόβαλαν από μέσα από τον πύργο. στα πόδια του μεγάλου πύργου. Με το χέρι έδειξε το μπροστινό μέρος του φρουρίου όπου τρεχάτοι ανέβαιναν οι Βούλγαροι.. Γρηγόρη!.Ζει.. . Η δεύτερη το έκοψε. και χάθηκαν στο τειχογύρισμα. . Βιαστικά ξετύλιξε από τους ώμους του μια σκοινένια σκάλα και την έδεσε στα δόντια του τοίχου. ..Γρηγόρη! φώναξε. Μα η κόρη δεν κούνησε. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ και ο Κωνσταντίνος είδε ένα τσεκούρι που γυάλισε. τυλιγμένο σε μαύρο καλογερίστικο ράσο. να κατέβει παρακάτω. Η ψυχή του είχε πετάξει.

Μα η έννοια της Αλεξίας τον έβγαλε από το σκοτεινό του όνειρο. δεν την έβλεπε. .Να τον πιάσω μονάχα μια φορά!. Οι σκέψεις του όλες μπερδεύουνταν. ολόφωτο ανάμεσα στους στρατιώτες. όπου να στερεωθεί και να ξεκουραστεί. Το σώμα του κοριτσιού. Τώρα θα 'βρισκε τρόπο να κατέβει από το βράχο. θα έχυνε αδελφικό αίμα.. Πώς να τον σώσει. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε τα δόντια του. θυμήθηκε την τελευταία του ομιλία με τον Δραξάν. Επιτέλους το πόδι του χτύπησε την πέτρα. Βιαστικά. Οι τελευταίοι πιστοί της αυτοκρατορικής φρουράς είχαν αποκοιμηθεί το στερνό τους ύπνο.Ποιος μιλεί. με τρόπο που να μείνουν ελεύθερα τα δυο του χέρια και. κι έτρεξε στο μέρος όπου κοίτουνταν το σώμα του πεθαμένου παπά. να ξανανέβει και να μπήξει το μαχαίρι του στην καρδιά του Βουλγάρου. ο Κωνσταντίνος ευλόγησε το δούλο. . Έλυσε την Αλεξία και την ξάπλωσε στο βράχο. να τρέξει. . 120 . Χαρούμενα γέλια ακούουνταν τώρα και ζητωκραυγές. ύστερα κάθησε κοντά της. Κινδύνευε να πέσει και να σπάσει τα κόκαλα του χωρίς ωφέλεια. το τειχογύρισμα όλο φωτίστηκε δυνατά. Στ' απάνω τείχη ο σάλαγος της μάχης είχε σβήσει. Έσκυψε απάνω της και παραμέρισε λίγο την κουκούλα της κάπας της. και ανατρίχιασε. και ο Δραξάν βγήκε με μερικούς στρατιώτες. Εκείνη την ώρα. αν σκότωνε τον Μιχαήλ. Μα ο βουβός έκανε νόημα αρνητικό κι έδειξε την Αλεξία..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι και τα βλέμματα τους ανταμώθηκαν. κρέμουνταν δεμένη η σκάλα. τάχα πως αυτή ξέρει. Την τύλιξε όπως μπόρεσε στην κάπα της. γνέφοντας του δούλου να τον ακολουθήσει. ακούμπησε τους αγκωνές του στα γόνατα και το κεφάλι στα χέρια του. να φύγει. Και όταν θα μάθαινε ο Δραξάν πως ξέκοψε ο φυλακισμένος του. ο Κωνσταντίνος τον είδε. και βυθίστηκε στις σκέψεις του.Αλεξία.. Την ίδια στιγμή κόπηκε το σκοινί που την κρατούσε. Έμενε η αποστολή του. Έπειτα δεν ήταν μόνος. και η σκάλα κουβαριάστηκε στο βράχο κοντά του.. κρεμάστηκε στη σκάλα. Η μια σκέψη φέρνοντας την άλλη. Η κόρη τον άκουσε και γύρισε το κεφάλι. Πώς κατόρθωσε να συνεννοηθεί με το βουβό δούλο χωρίς να το μάθει ο Δραξάν. Του είχε πει του Δραξάν πως. μούγκρισε. Εύκολη δουλειά δεν ήταν. Μεταξύ στις επάλξεις. Κατεβαίνοντας κοίταζε ο Κωνσταντίνος να βρει στα σκοτεινά καμιάν εξοχή του βράχου. Στο ταραγμένο και κουρασμένο του μυαλό γύρευε να βάλει τάξη. κι έπεσε αναίσθητη απάνω στο νεκρό. Του φάνηκε σα να σάλεψε η Αλεξία. Μα ήταν σκοτεινά. Να προσπαθήσει να κατέβει χαμηλότερα ήταν τώρα περιττό. σιγά μα σταθερά. Γονάτισε κοντά στο αναίσθητο κορίτσι.. Από μέσα από την καρδιά του. Και πώς ήξερε ότι βρίσκουνταν κλεισμένος εκείνος μέσα στον πύργο. να πάγει του Βασιλέα την είδηση της προδοσίας.Δαιμόνια! Δαιμόνια!. ψιθύρισε. Ήταν ο βουβός. στα σκοτεινά. . πήρε τα χέρια της και τα έτριψε να τα ζεστάνει. που γονάτιζε κοντά στο νεκρό κι έκανε το σταυρό του. Και πού ήταν ο Μιχαήλ.. Της φάνηκε πως όλα γύριζαν και γκρεμίζουνταν. Είδε το αχνό πρόσωπο γερμένο στον ώμο του και. με τη βοήθεια του δούλου έδεσε την Αλεξία στο στήθος του. Από πάνω κάποιος κούνησε τη σκάλα. Στους διαδρόμους και στις σκάλες του πύργου βήματα ακούστηκαν και ομιλίες. Του έμενε και να εκδικήσει το μάρτυρα. Μα άραγε αυτό θα σταματούσε το Βούλγαρο. βάραινε διπλά στη λιγοθυμιά της. και η σκάλα κρέμουνταν αστερέωτη στο χάος. άρχισε να κατεβαίνει. Πώς βρέθηκε κει η Αλεξία. Έσφιξε τους γρόθους του. Φρονιμότερο ήταν να περιμένει το ξημέρωμα. αν και λαφρύ. ρώτησε. βρήκε πάτημα και στάθηκε. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα χέρι που έκαμνε νόημα αποχαιρετισμού. όπου. Τι να κάνει να την συνεφέρει δεν ήξερε. Η καρδιά του σπάραξε για το φίλο του. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο βράχος απότομος. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε με ορμή. Σήκωσε το αναίσθητο κορίτσι στην αγκαλιά του κι έτρεξε στο προτείχισμα. Του ήλθε πειρασμός φρικτός. έπρεπε να πάρει και την Αλεξία μαζί. Θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει για τον Μιχαήλ και το δήμιο. μουρμούρισε. το φως της σκοτίστηκε. από εκδίκηση δε θα βασάνιζε αγριότερα τον Έλληνα που έμενε στα χέρια του.

Ποιος είσαι. και. . Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι. κι έπρεπε να δοκιμάσω! Μου είπαν πως ήταν ελεύθερος. για πολλήν ώρα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ . φύλλο δεν κουνούσε. με είπες. χορτασμένοι από αίμα και σφαγές.. ρώτησε πάλι η Αλεξία. αργά της αποκρίθηκε: .Γιατί θέλησες να με σώσεις. το ποτάμι..Κάτι ίσως γίνουνταν.... αποκαμωμένοι από της νυχτιάς τους κόπους. Κάτω. Την άκουσα τη φωνή σου που είπε τ' όνομα μου. .Μην πεις τη λέξη! παρακάλεσε. είπε η κόρη..Τη θυμήθηκες.. και όμως εγώ τον Γρηγόρη δεν τον έσωσα!. Η κόρη ανασηκώθηκε. έγερναν να κοιμηθούν. . οι χαρούμενες φωνές λίγο . . . . . Έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της.. στο ριζό του βράχου. . τάραζε την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας. Η κόρη δεν αποκρίθηκε. Στο κάστρο.Η ψυχή του πέταξε πια.Ποιος. σε μια ρεματιά ολόφωτη.Ο πατέρας του τη ζωή του την έδωσε για μένα. πώς ήλθες εδώ.Τι μπορούσες να κάνεις. αποκρίθηκε κείνη χωρίς να ξεσκεπάσει το πρόσωπο της. και ο ήχος του ανέβαινε θυμωμένος.Πού έμεινε. Δεν ήξερα τότε! 121 . είπε στο τέλος. εγώ ήμουν. είπε πάλι ο Κωνσταντίνος. ρώτησε και η φωνή της έτρεμε.Αλεξία. Μια στιγμή η κόρη δε μίλησε. άψυχα. και λόγια παρηγοριάς δεν έβρισκε να της πει. μόλις την ξανάκουσα. εμένα. Έκλαιγε.Την άκουσα μια καλοκαιριάτικη μέρα. δεν έπρεπε να το πιστέψω! Έπρεπε να ξέρω πως από βουλγαρικά χέρια ελευθερία δεν έχει. φουσκωμένο από τις τελευταίες βροχές. Τι σημαίνει αν το σώμα του έμεινε στα κοράκια. Από το μαύρο ουρανό τ' άστρα τους κοίταζαν με τα χρυσά τους φωτεινά μάτια.. παγωμένα στην ολύμπια αταραξία τους.. . Η Αλεξία ανατρίχιασε... Αλεξία! έκανε σιγά ο νέος. παρακάτω. . Και το χέρι σου συμπονετικά έβγαλε το σίδερο από την πληγή μου κι έπλυνε το αίμα από το μέτωπο μου. Μη και δεν ήσουν εσύ. Άπλωσε το χέρι της και τον σταμάτησε: ..Λοιπόν έμεινε κει. Την κοίταζε συλλογισμένος.Εγώ τη φωνή σου τη θυμήθηκα.. μούγκριζε ανάμεσα στις πέτρες..Ήλθα για να σε σώσω.. Και με αίμα έγραψες του φίλου μου να έλθει να με πάρει. Και πολλήν ώρα δε μίλησαν πια.. πάνω από το κεφάλι τους.τι κρασί βρέθηκε στο φρούριο και. Πότε την ξανάκουσες..Ο Γρηγόρης. Την τελευταία φορά που σ' απάντησα. Σιγά.λίγο ησύχαζαν. Βούλγαροι έσφαξαν Έλληνες. είχαν χαιρετίσει τη νίκη τους με ό. και στα σκοτεινά.Ναι. . Αλεξία.Δε με αναγνωρίζεις. όπου ένα ρυάκι κυλούσε τα νερά του και σιγομουρμούριζε ανάμεσα στα χαλίκια. . Η φωνή του έτρεμε λαφριά: . έκλαιγε. αδιαφορώντας για τους ανθρώπινους πόνους που δεν έφθαναν στα ύψη τους.. ο Κωνσταντίνος άκουε τους σιγανούς της λυγμούς. Οι Βούλγαροι. . μουρμούρισε και ξέσπασε σε κλάματα σιγανά. . Μην κάνω λάθος..Αλεξία. και την άκουε ο Κωνσταντίνος. Η νύχτα ήταν ήσυχη. Αλεξία.Για να με σώσεις. . Ύστερα σιγά είπε: .

ίσα έπρεπε να σε σώσω. αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. είπα πως ο Δραξάν βρίσκουνταν στα Βοδενά.. ρώτησε. . Ένας στεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του. Ο Κωνσταντίνος έσκυψε πιο κοντά της..Γι' αυτό ίσα . Οι πόλεις όλες είναι δικές μας. αντερώτησε.. δεν πήγα.Όχι.. Η φωνή της κόπηκε.Εσύ.Ξέρεις πού τον πήγαν.. Τον καταπόνεσαν και τον πήραν. σπασμένη. Αλεξία. . . ρώτησε ξαφνισμένα ο Κωνσταντίνος. Και ήλθες ως εδώ μαζί του. 122 . .Είχα γράμματα για τον Δραξάν. Και με τον Γρηγόρη δεν μπόρεσα να μιλήσω. Μα σε νόμιζα προδότη. που την είχε ακούσει στην ταβέρνα της Σέταινας..Σε άφησα να πας στο θάνατο. έκανε ο Κωνσταντίνος..Όχι. Σήκωσε το κεφάλι του: . .Ναι..Δεν τον ζήτησες. μα ήταν μόνος.Είναι λοιπόν αλήθεια. Στον ξενώνα του έμαθα πως τον πήγαν ανατολικά. . Όταν ξαναμίλησε.. η φωνή του ήταν αλλαγμένη. Στα βουνά. . γιατί ήταν πάντα ο Δραξάν μπροστά. Έμεινε αρκετή ώρα ακίνητος. ενώ με μια λέξη θα σ' έσωζα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ Και πιο σιγά πρόσθεσε: .Χθες. Τότε συλλογίστηκα τον Μιχαήλ και πήγα στο χωριό του....Ναι! . είναι στα χέρια τους. .. Είχε αντισταθεί σα λεοντάρι. .Τον είδες. μα με περιγέλασαν και μ' έδιωξαν. Πού άραγε.Ναι..Εσύ....Δεν το ήξερες. . Μα εκεί με σταμάτησε ο φρουρός.. . Έφθασα τη νύχτα.....Όχι. .Δυο μέρες τον ζήτησα. Ήσουν με τον Γρηγόρη.. μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. εγώ! Και του διηγήθηκε την ομιλία των στρατιωτών του Ιβάτζη.Όχι! Με τα μάτια δεμένα πρώτα.Σε κυνηγήσαμε στα τέσσερα.Ανατολικά.. .. εσύ.. χωρίς όμως να ξέρω τι. Με τα δυο του χέρια έσφιξε ο Κωνσταντίνος το μέτωπο του..Πώς σ' έβαλαν μέσα.. Πού τα βρήκες..Τα πήρα. μάντεψα πως κάτι άσχημο ετοιμάζεται. εκτός της Σέταινας.Ναι! Μα σαν είδα πως σας πήγαιναν στο φρούριο και πως ανέβαινε μαζί και ο Δραξάν.. . . . . Σε βρήκαμε χάμω μες στα αίματα και αναίσθητο. Τον είδες. . Τότε ξέκοψα κι έτρεξα στο Όστροβο. . ρώτησε. μα δεν τον βρήκα. και ύστερα κλεισμένος πίσω από τα πανιά του αμαξιού. αφανισμένος στην αγωνία του. . Γύρισα από τα βουνά και ήλθα ίσια εδώ. αποκρίθηκε η Αλεξία. . .Ρώτησες στη Σέταινα.. επειδή εγώ ήμουν αιτία που σ' έπιασαν...Ποιος σου τα έδωσε.. έφθασα αργά. τον είχαν πάρει. Ζήτησα έναν αξιωματικό. . δεν έβλεπα κανένα. Και σα μου είπε ο Γρηγόρης τι ήσουν.... Η Αλεξία σήκωσε το κεφάλι. Μα φθάσαμε αργά.

Τον ακολούθησα βήμα .Τίνος ήταν τα γράμματα. γιατί δεν πήγες τα γράμματα στο φρούραρχο αντί να τα δώσεις του Δραξάν. και θ' απορούσαν ή θα με έδιωχναν. όπως έκαναν στο Όστροβο. ούτε απόρησαν.Πότε του τα έδωσες. όχι να κλέψω γράμματα. . . μια μαύρη σιλουέτα που ξεχώριζε στο φως των άστρων.βήμα.. τον μαλάκωσαν. . ήταν σφραγισμένα.. Και τότε θα μιλούσα.Δεν ξέρω. Νευρικό τρεμούλιασμα την έπιασε. . Με το νου της γύρευε να λογαριάσει τι θα γίνουνταν αν είχε ανοίξει το γράμμα.Όχι. μουρμούρισε. . λιγνή. του κάκου θα ζητούσα το φρούραρχο. Σταμάτησε μια στιγμή. Στο μεγάλο δρόμο έπεσε και κοιμήθηκε. Σκοπός μου ήταν να μπω στο φρούριο. μικρή.Από ποιον τα πήρες. ..Μη με καταδικάζεις. .Συγχώρησε με. δε θα ήξεραν πως ο Δραξάν ήταν κρυμμένος στο κάστρο. Σιωπηλά την κοίταζε ο Κωνσταντίνος. . Τα δάκρυα που έτρεμαν στη φωνή της τον συγκίνησαν.Όχι.. Δεν ήξερα καν πως κινδύνευε το φρούριο. . . Ο ένας μάλιστα αναγνώρισε τη Βουβή Βουλγάρα.Ζήτησες το φρούραρχο..Αλεξία! Αλεξία! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος.. Μα είναι Βούλγαρος! Έλεος αυτοί δεν ξέρουν!.Και τα έφερες του Δραξάν. εξακολούθησε με καημό η Αλεξία. . . . τον Γρηγόρη ή εσένα.Δεν τ' άνοιξες. Αλεξία. . η προδοσία ήταν καλά οργανωμένη! Όλοι οι φρουροί ήταν του Δραξάν άνθρωποι. Τα γράμματα δε θέλησα να τα παραδώσω σε άλλον από τον Δραξάν. Τον άκουσα που έλεγε πως πάγει γράμματα στα Βοδενά. σήμερα. ξέσπασε ο Κωνσταντίνος.Πώς το ξέρεις. Μα δε μ' έδιωξαν. . . Η καρδιά του χτυπούσε 123 . Το φρούριο έπρεπε να σώσεις! Το φρούριο να συλλογιστείς πρώτα απ' όλα! Με το χέρι τον σταμάτησε. ήθελα να τον δω....Δε ζήτησα κανέναν! Έδειξα τα γράμματα χωρίς να μιλήσω.Ναι! . Γιατί δεν πήγες πρώτα στον Έλληνα. νικημένη από την ταραχή της. Αλεξία.Γιατί.Δυο.Από ένα Βούλγαρο.Χθες τη νύχτα. Αχ. . Όλος έτρεμε. πριν ακούσεις! παρακάλεσε.. τι έκανες! Ακίνητη τον κοίταζε. μουρμούρισε. Μου έσωσες τη ζωή.. Ένα βράδυ ήπιε περισσότερο και σκουντουφλώντας βγήκε από την ταβέρνα. θα είχες δίκαιο αν δεν το είχα δοκιμάσει.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ Ο Κωνσταντίνος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. με μια τελευταία ελπίδα πως τον αδελφό της γυναίκας του δε θα τολμήσει να τον αγγίξει. Αν πάλι ήταν δικοί μας πιστοί. δε δούλευε πια. είχα την ελπίδα πως θα σας έβλεπα. σαν παιδιού σιλουέτα. Πήρε το χέρι της και το έσφιξε σιγά στα δικά του. Μα ο νους της είχε σταματήσει. .Ήλθε ο Δραξάν στο κελί μου.. Μ' έβαλαν μέσα από μυστική σκάλα και με ανέβασαν απάνω. Κωνσταντίνε.. . Σκέφθηκα πως..Πόσα ήταν. και κατάμουτρα του πέταξα τ' όνομα του Μιχαήλ. και τον ακολούθησα από το Βουτέλιο. Τότε του τα πήρα. κι εγώ σου γυρεύω καβγά! . και με φοβέρισε πως τον αδελφό μου θα τον βασανίσει. ρώτησε. Το ένα γράμμα ήταν του Ρωμαίου! Στα χέρια σου είχες την τύχη του Μιχαήλ!. Μα δεν μπόρεσα. αν ήταν οι φρουροί άνθρωποι του Δραξάν.

Το παιδί αυτό είχε τολμήσει να ζητήσει τον Δραξάν... Το είδα στα μάτια του σαν τους κοίταζε. Τον κοίταζα κι εγώ αδιάκοπα. σου έριξα την πέτρα. εύκολα.σιγά άρχιζε ν' ασπρίζει. του πρόσφερα το χρυσάφι.. και σκοινί δεν είχε. Έξω όμως από τον Δραξάν. ετοίμασε τη φυγή σου. Κατάλαβα πως ήσουν εσύ. Με νόμιζαν βουβή και μιλούσαν ελεύθερα μπροστά μου. την ώρα που κάθε ξένος ήταν και ύποπτος. Πήρε τα γράμματα. .. Και ο δούλος σου έφερε το σκοινί μόλις μπόρεσε.Το έμαθα ύστερα.Ναι!. Με το μέτωπο ακουμπισμένο στο χέρι του σιωπηλά εξακολουθούσε να την κοιτάζει. και μου είπε να βγω έξω. έδειξα τον πύργο όπου ήσουν. Ο Κωνσταντίνος δεν κούνησε. . Αλεξία. από μια χαλασμένη πολεμίστρα και από κει.Πώς το ξέρεις. εκεί που κατεβαίναμε.. Ήταν προετοιμασμένος... Και ήταν παιδιού πρόσωπο πάνω σε παιδιού κορμί.Ναι!. Η σκοτεινή νύχτα έκρυβε τη χλωμάδα του προσώπου του. Ο Δραξάν τον έσωσε από τα χέρια τους.Ο Δραξάν ήταν όρθιος στο κελί του..... . Το πήρα και ακολούθησα το βουβό που μου 'δειχνε το δρόμο. Σταμάτησε απότομα. Ασάλευτος και συλλογισμένος την κοίταζε ο Κωνσταντίνος. να της κοστίσει τη ζωή της. Η Αλεξία εξακολούθησε πιο σιγά: . και το βλέμμα του έμοιαζε να μου προσάπτει την κρυφή δουλειά που έκαμνα.Όχι. . και τον κούφαναν με βασανιστήρια. Μαζί τους ήταν ένας δούλος που δε μιλούσε. .Και κρύφθηκες στο φρούριο. 124 .. τους Βουλγάρους τους μισεί.. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Κι εγώ τον πίστεψα!. .Ο βουβός σου μίλησε.. του έδειξα το μαχαίρι μου.. και από τότε ο δύστυχος τον ακολουθεί σα σκύλος. ήταν αληθινά βουβός. Πολύ σιγά τη ρώτησε: . και σήμερα όλο το πρωί. Και σου έδωσα το μαχαίρι. Με είχε βγάλει στον εξώστη.Ναι! είπε ο Κωνσταντίνος. Με αναγνώρισε αμέσως...λίγο έχαναν τη λάμψη τους. κοιτάζοντας πέρα τ' άστρα που λίγο . .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ βαριά. φαίνεται. Στη σκάλα. Μ' αντί να φύγει αμέσως. και είναι Έλληνας. Όσο λιγόστευε το σκοτάδι. χωμένη στις σκέψεις της. . Με λυπημένα μάτια με κοίταζε.Όχι. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Μου έδωσαν να φάγω. κάτω από το παράθυρο σου. Ο Γρηγόρης μέσον του σου έγραψε.Ήταν ο βουβός δούλος.. φαίνεται. .Μου το είπε ύστερα. και η φωνή του βγήκε βραχνή. μα από τότε. η κόρη δεν τα έβλεπε.. . Οι Βούλγαροι του έκοψαν τη γλώσσα σαν τον έπιασαν. να μπει στον πύργο. τα κοίταξε. με τη σφενδόνα μου. Ακούμπησε το σαγόνι της στα ενωμένα της χέρια και πολλήν ώρα έμεινε έτσι. στο μαύρο βράχο. όλη τη νύχτα. στη φωλιά της προδοσίας. εξακολούθησε η Αλεξία.. ..Δε μίλησαν για τον Γρηγόρη. κομμένη. ξέροντας πως μια ματιά.. το λεπτό της πρόσωπο σιγά . . σαν τρομαγμένη με τα λόγια που ξεστόμισε. όταν συνεννοηθήκαμε. ενώ πίσω από τις κορυφές των βουνών ο ουρανός σιγά . και τον νόμιζε ελεύθερο. Σε λίγο με φώναξε ο Δραξάν και μου έβαλε στο χέρι ένα χρυσό νόμισμα. και το έριξες. .Με νοήματα του εξήγησα πως θέλω το σκοινί. μια κίνηση μπορούσε να τη μαρτυρήσει. για τέτοια ψυχή.. Το απόγεμα όμως του έδωσε ο Δραξάν ένα βιαστικό γράμμα για τη Σέταινα και τότε βγήκε.σιγά ξεχώριζε κάτασπρο. Είπα πως θα σε σώσω ή θα χαθώ μαζί σου. και αν έτρεμαν τα χείλη του. Μίλησαν για τον Έλληνα κατάσκοπο που ήταν κλεισμένος στον πύργο. Ταράχθηκε και με κοίταξε στα μάτια. ούτε λέξη. Έσβησε η φωνή της κι έμεινε σιωπηλή. Ο δούλος δεν είχε δικαίωμα να βγει.Τι θα κάνεις τώρα. Τόσο μικρό σώμα. δεν τον ξαναείδε. η καρδιά μου μάντευε σύμμαχο. εξακολούθησε η Αλεξία.. και κάθησα με κάτι άλλους. Είχα πάρει την απόφαση μου.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ
Η κόρη δε μίλησε ούτε κούνησε. Ο Κωνσταντίνος πήρε το χέρι της.
- Αλεξία, είπε, έλα μαζί μου.
Τα λόγια του της θύμισαν τα λόγια του Γρηγόρη, απάνω στον τάφο του γερο - Παγράτη. Μελαγχολικό
χαμόγελο πέρασε στ' αχνά της χείλη.
- Αδελφή σου... μουρμούρισε.
- Όχι, είπε ο Κωνσταντίνος, γυναίκα μου.
Απότομα τράβηξε το χέρι της από μέσα από τα δικά του.
- Δε σου ζητώ θυσίες, είπε υπερήφανα, μπορώ να ζήσω χωρίς προστάτη.
- Θυσίες; είπε ο Κωνσταντίνος και στη φωνή του κάτι κουδούνισε σαν πόνος. Δεν ήταν θυσία, Αλεξία... Από
μικρός σ' αγαπώ.
Τα χείλη της έτρεμαν.
- Ούτε με ξέρεις... μουρμούρισε.
- Σε είδα σε ώρες τέτοιες, που το πέρασμα τους αφήνει στην ψυχή βαθύ χαράκι, είπε ο Κωνσταντίνος. Σε είδα
και μικρό παιδί στα γόνατα της μητέρας μου... η εικόνα σου έμεινε από τότε ενωμένη με τη δική της... Και σε
είδα απόψε...
Σηκώθηκε χωρίς να την ξανακοιτάξει, πήρε τη σκάλα και την έδεσε σε μιαν αγριοσυκιά που έβγαινε από το
βράχο. Μόλις άρχισε να φέγγει. Εξέτασε το βράχο κι έριξε τη σκάλα σ' ένα μέρος όπου φούντωναν πολλά
χαμόδεντρα. Ύστερα γυρνώντας στην Αλεξία της είπε σιγά:
- Πρέπει να φεύγομε. Μπορείς να έλθεις; Η κόρη σηκώθηκε αμέσως.
- Ναι! είπε.
- Θα βαστώ τη σκάλα από δω. Μπορείς να κατέβεις μόνη ως εκεί κάτω;
- Ναι! είπε η Αλεξία.
Έβγαλε την κάπα της και την έριξε στα κλαδιά που της είχε δείξει ο Κωνσταντίνος. Ύστερα κρεμάστηκε στη
σκάλα και, λαφριά, άρχισε να κατεβαίνει. Από πάνω την κοίταζε ο Κωνσταντίνος και, σαν την είδε πως
έφθασε και πως ήταν σ' έδαφος στερεό, ξεκρέμασε τη σκάλα και της την έριξε. Η Αλεξία έπνιξε μια φωνή κι
έσμιξε τα χέρια της. Μα κείνος της έκανε νόημα να μη φοβάται. Από κλαδί σε κλαδί, από πέτρα σε πέτρα
άρχισε να κατεβαίνει. Μαθημένος από μικρός να περιφρονεί τον κίνδυνο και να μη σταματά στις δυσκολίες,
είχε συνηθίσει ν' ανεβοκατεβαίνει στα κατσάβραχα σαν κατσίκι. Κάπου - κάπου αναγκάζουνταν να κάνει
μερικά βήματα στα γόνατα και στα χέρια και, μόλις έβρισκε κανένα πάτημα αρκετά φαρδύ, πηδούσε επιδέξια
και άφοβα, και πάλι, σα δεν είχε πέτρα που να πατήσει, κρεμάζουνταν από τα κλαδιά, και τίποτα δεν τον
σταματούσε στο κατέβασμα του. Σαν έφθασε κοντά της, είδε τέτοια ανησυχία στο πρόσωπο της που
συγκινήθηκε. Της χαμογέλασε να την ησυχάσει.
- Μη φοβάσαι, της είπε, είμαι συνηθισμένος σ' αυτά. Διάλεξε πάλι το καταλληλότερο μέρος, έδεσε τη σκάλα
στα χαμόκλαδα και την ξανάριξε.
- Έλα, Αλεξία, είπε χωρίς να γυρίσει.
- Και συ;
- Εγώ; Όπως πριν.
- Α, όχι! αναφώνησε η Αλεξία.
Σηκώθηκε και την κοίταξε. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό.
- Γιατί; ρώτησε.
Καυτά ανέβαιναν τα λόγια από την καρδιά της στα χείλια. Μα τα βάσταξε και γύρισε το κεφάλι. Μια στιγμή
ακόμα την κοίταξε, περιμένοντας μια λέξη, ένα βλέμμα. Ύστερα έσκυψε πάλι, τάχα πως στερέωνε τη σκάλα.

125

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ
- Έλα, Αλεξία, επανέλαβε.
Σιωπηλά πλησίασε η κόρη, κρεμάστηκε στα σκοινιά και, όπως την πρώτη φορά, κατέβηκε, και πάλι της έριξε
ο Κωνσταντίνος τη σκάλα, και πάλι κατέβηκε όπως πρώτα. Και με τον ίδιο τρόπο εξακολούθησαν το
κατέβασμα, ώσπου έφθασαν στις όχθες του Βόδα1. Το κρύο έτσουζε. Ο Κωνσταντίνος μάζεψε από χάμω την
κάπα της Αλεξίας και την τύλιξε στους ώμους της.
- Πρέπει να εξακολουθήσω το δρόμο μου, της είπε. Μπορείς να έλθεις;
- Βέβαια! αποκρίθηκε η κόρη.
- Φαίνεσαι κουρασμένη... Η Αλεξία χαμογέλασε.
- Είδα και χειρότερα στη ζωή μου, είπε. Και ξαναπήραν πάλι το δρόμο τους.
- Πού πηγαίνομε; ρώτησε η Αλεξία σε λίγο.
- Στο Όστροβο πρώτα, να δώσομε τη θλιβερή είδηση πως έπεσαν τα Βοδενά, και ύστερα στη Σέταινα, όπου λες
πως πήγαινε ο βουβός το γράμμα του Δραξάν. Εκεί θα ρωτήσομε για τον Μιχαήλ... και ο Θεός μεγάλος!
Είχε ξημερώσει πια καλά. Ο ήλιος έριχνε λοξά τις πρώτες του ακτίνες στις κορυφές των βουνών, που
φωτίζουνταν ολορόδινες.
- Αλεξία, είπε έξαφνα ο Κωνσταντίνος πώς τον γνώρισες τον Μιχαήλ;
- Τον γνωρίζω από παιδί, όπως σε γνώριζα και σένα, αποκρίθηκε η Αλεξία.
- Κι εκείνος σε ξέρει;
- Δεν ξέρει τ' όνομα μου, αλλά με αντάμωσε μια - δυο φορές.
- Και σου μίλησε ποτέ;
- Ναι!
- Πού;
- Μια βραδιά στο δάσος, κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας της Ελεούσας... Ήταν τη μέρα που έμαθαν οι
Βούλγαροι στρατηγοί πως πέθανε ο Σαμουήλ, κι έφυγαν με το στρατό για τον Πρίλαπο. Δε σου το είπε;
- Όχι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
- Με νόμιζε Βουλγάρα και βουβή.
- Δε μου το είπε αυτό, μα μου είπε κάτι άλλο. Μια μέρα που γύρευε τον Ιβάτζη...
- Βρήκε στην άμμο ένα μήνυμα ελληνικά γραμμένο, διέκοψε η Αλεξία.
- Εσύ ήσουν;
- Ναι!
Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε. Μια στιγμή δίστασε. Ύστερα είπε με απόφαση:
- Πες μου ακόμα κάτι. Μια μέρα ήλθες στο μοναστήρι και ρώτησες για κάποιο στρατιώτη... και σου είπαν πως
ήταν άρρωστος...
Η Αλεξία δεν αποκρίθηκε. Κοίταζε μπροστά της, μακριά, το Βόδα που έτρεχε ολόχρυσος από τις ηλιακές
ακτίνες.
- Και σου είπαν πως ίσως πεθάνει, εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Κι εσύ έκλαψες... Ήξερες ποιος ήταν...
Σταμάτησε απότομα. Η Αλεξία είχε στρέψει και, μια στιγμή, το βλέμμα της αντάμωσε το δικό του. Μόνο μια
στιγμή... και πάλι γύρισε και κοίταξε το φωτισμένο ποτάμι. Η καρδιά του χτύπησε ορμητικά. Στα μαύρα της
μάτια είχε δει κάτι που του αναστάτωσε την ψυχή.
- Χρυσή μου... μουρμούρισε.
Δεν του αποκρίθηκε, ούτε γύρισε. Πήρε σιγά το χέρι της, και η κόρη δεν το τράβηξε. Λόγια άλλα δεν
αντάλλαξαν, ήταν περιττά. Σιωπηλά, χέρι με χέρι, τραβούσαν ίσια μπροστά τους. Του Κωνσταντίνου του

126

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ
φάνηκε η ώρα αυτή σα γλυκιά υπόσχεση για το μέλλον. Πρώτη φορά, αφότου πέθανε η μητέρα του
αισθάνθηκε πως δεν ήταν πια μόνος στη ζωή.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ
Στο Όστροβο σαν έφθασαν, ο Κωνσταντίνος και η Αλεξία πήγαν κατευθείαν στο φρούριο και
παρουσιάστηκαν στην πύλη.
- Τις ει; φώναξε ο φρουρός.
Ο Κωνσταντίνος έδωσε το σύνθημα και ο φρουρός του άνοιξε. Μα βλέποντας την Αλεξία, θέλησε να τη
σταματήσει.
- Τι θέλει η γυναίκα; ρώτησε.
- Είναι μαζί μου, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, και θέλομε να δούμε αμέσως το φρούραρχο, τον τουρμάρχη
Μανουήλ Βουτουμίτη.
Ένας στρατιώτης τους οδήγησε σε μια κάμαρα, όπου δυο άντρες, όρθιοι κοντά στο παράθυρο, συζητούσαν
ζωηρά αν και χαμηλόφωνα.
- Θα πάγω εγώ και θα ρωτήσω στα Βοδενά, έλεγε μ' επιμονή ο ένας.
Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Νικήτα και το φρούραρχο.
- Νικά ο Αετός, είπε χαιρετώντας στρατιωτικά.
Οι δυο άντρες γύρισαν ξαφνισμένοι.
- Κρηνίτη! φώναξε με χαρά ο Νικήτας.
Μα βλέποντας την Αλεξία, σταμάτησε απότομα. Ο φρούραρχος πλησίασε.
- Τι θέλει η κόρη, Κρηνίτη; ρώτησε.
- Είναι η κόρη του εταιριάρχη Αλεξίου Αργυρού, που σκοτώθηκε στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα,
αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος με στρατιωτική συντομία κατωτέρου που αναφέρει στον ανώτερο.
- Η Αλεξία Αργυρή; αναφώνησε ο Νικήτας. Η ορφανή που τόσα χρόνια τη γυρεύει ο Αυτοκράτορας;
- Ναι! είπε ο Κωνσταντίνος. Ερχόμαστε κατευθείαν από τα Βοδενά. Το φρούριο έπεσε.
- Τι; φώναξε ο φρούραρχος.
- Ο Δραξάν, συνεννοημένος από καιρό μ' ένα μέρος της φρουράς, κατόρθωσε να μπει μυστικά στο κάστρο,
εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Και χθες βράδυ έδωσε το σημείο, οι πύλες άνοιξαν, και πλήθος εχθροί μπήκαν
στο φρούριο κι έσφαξαν τους πιστούς της φρουράς, ως τον τελευταίο στρατιώτη.
Κατάχλωμος, και σφίγγοντας τα δόντια του, ο Νικήτας είχε πλησιάσει.
- Θυμήσου τώρα τα λόγια της γυναίκας, Μανουήλ Βουτουμίτη, είπε.
Ο φρούραρχος αναπήδησε:
- Τι λες, αδελφέ; Λόγια τρελής που είδε, λέγει, τον Δραξάν ν' ανεβαίνει στο φρούριο; Ήταν να βάλει κανείς
πίστη;
- Δεν ήταν τρελή η γυναίκα που τον είδε, είπε σιγά η Αλεξία. Ήμουν εγώ.
- Εσύ; Και πώς τον είδες; Και γιατί δεν είπες το σύνθημα;
- Ήταν μαζί μου, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, και το σύνθημα δεν το γνώριζε.
- Γιατί λοιπόν δεν ήλθες εσύ, Κρηνίτη, αντί να στείλεις ένα κορίτσι; αναφώνησε ο τουρμάρχης που γύρευε και
καλά σε άλλον να ρίξει το λάθος.

127

και πώς. Εγώ ήμουν αιχμάλωτος στα χέρια του Δραξάν. Και γύρισα πίσω και τον έφερα εδώ. Μα στο δρόμο τον βρήκα. Πού είναι. διηγήθηκε πώς έπεσε στην ενέδρα του Ιβάτζη. είπε χαμηλόφωνα ο Νικήτας. Να μπεις μέσα σιγά. ώστε έπρεπε απ' αυτό να σε αναγνωρίσω.. κατόρθωσε να φύγει..Πήγαινες στα Βοδενά. είπε με θυμό. και θα ήμουν φθασμένος τώρα. Ήλθε αυτοθέλητα και χωρίς να το ξέρω. πήγαινα ίσα .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . . τόσο αιφνίδια η είδηση.Ναι! είπε με συγκίνηση. . .Τους είδα μια φορά..Πήγαινα στα Βοδενά. ρώτησε. ρώτησε η Αλεξία δακρυσμένη. κάθησε στο τραπέζι του και βιαστικά έγραψε την αναφορά του Κωνσταντίνου. .Δεν την έστειλα εγώ. και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νέου. Έξαφνα ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε πως κάτι άλλο είχε να πει ο Νικήτας και δεν τολμούσε. .Πρέπει σήμερα να φύγεις. . Τα μάτια του δεν έφευγαν από το χλωμό πρόσωπο του νέου. με την τολμηρή βοήθεια της Αλεξίας. . αν. 128 .. είπε του Νικήτα σφραγίζοντας το γράμμα. . Σταμάτησε. Καμιά χαρά δεν έδειχναν τ' αυστηρά του χαρακτηριστικά.. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το κεφάλι του στα χέρια του.. είπε σιγά ο Νικήτας. τάχα πως ήταν τρελή η γυναίκα που είδε τον Δραξάν! . Του μοιάζεις του λεβέντη που τόσο με μάγεψε! Έχεις τα μάτια της μητέρας σου και τη λιγνή της κορμοστασιά. και μου έκανε τόσην εντύπωση η τολμηρή έκφραση του πατέρα σου. Και θα έχεις το χαρακτήρα του και τη θέληση του.. Δεν πείστηκα εγώ πως τα λόγια της γυναίκας ήταν τρελά! Ξεκίνησα μάλιστα αμέσως μόλις το έμαθα.Γνώρισες τους γονείς μου.Κωνσταντίνε. κοίταξε τον Κωνσταντίνο. χωρίς φωνή. είπε σοβαρά. .Ζει ακόμα.Ναι...ίσα για να βεβαιωθώ αν ήταν ο Δραξάν ναι ή όχι μες στο φρούριο... που χλώμιασε και ακούμπησε στον τοίχο. Η Αλεξία είδε τη συγκίνηση του. . που την έχεις κι εσύ. δείχνοντας την κλειστή πόρτα του φρουράρχου.Και πάγει χαμένη η τόλμη της. . Τόσο ανέλπιστη ήταν η χαρά. Μα του πατέρα σου έχεις το στόμα και την όψη του όλη. μα τώρα πια είναι περιττό. αποκρίθηκε ο Νικήτας.. Έξω στο διάδρομο ο Νικήτας πήρε τα χέρια της Αλεξίας και τη γύρισε στο φως. ναι. Ο φρούραρχος άρπαξε ένα φύλλο περγαμηνή.Έλα! Τον έφερα σηκωτό. ρώτησε ο Κωνσταντίνος. ο Μιχαήλ είναι δω. ρώτησε. εξακολούθησε ο Νικήτας. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.Θέλεις να έλθεις να τον δεις. πώς κουβαλητό τον ανέβασαν στο φρούριο των Βοδενών όπου έμεινε κλεισμένος. χωρίς δύναμη. ένιωσε την ανησυχία του κι έστρεψε στον Νικήτα να ρωτήσει. Ήθελες να πας στα Βοδενά. για ένα ανόητο πείσμα. Πήγαινε κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη και δώσε αυτό στα χέρια του Αυτοκράτορα.. μόλις χάραζε. Τι είναι που δε λες..Εδώ!... .Τι τρέχει. . Ο Νικήτας πήρε το έγγραφο και βγήκε με τον Κωνσταντίνο και την Αλεξία. Ορθώθηκε μεμιάς: . Ο Κωνσταντίνος τον άρπαξε από τους ώμους και τον κοίταξε στα μάτια. Και.Ζει. Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο: .Τι έχει. Μα σε νόμιζα Βουλγάρα και δεν σε κοίταξα ποτέ. δεν είναι έτσι. Μα το πρόσωπο του κατασκόπου την πάγωσε. με λίγα λόγια. Σταμάτησε μια στιγμή.

. ένα αδύνατο κερένιο πρόσωπο ξεχώριζε. Πλάγι στον Κωνσταντίνο γονάτισε η Αλεξία. . Ήταν ο Μιχαήλ άραγε. βαρύ από δάκρυα βασταγμένα και από αγάπη: . . ρώτησε. . .Έτσι λέγει το γράμμα που είχε απάνω του. όρθιος κοντά του. Σηκώθηκε μεμιάς. .Πού τον βρήκες.Όχι. το πλημμύρισε με το χρυσό του φως. Ανάμεσα στα ξανθά μαλλιά που σκέπαζαν το μαξιλάρι..Θα τον σώσομε. Με την ξανάστροφη τίναξε τα δάκρυα από τα μάτια του και γύρισε στον Νικήτα.Ποιος. στην κερένια του όψη. το αποτύπωμα του παγωμένου του χεριού. . δεν τον βλέπω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . .Να τον ελευθερώσει. με το κεφάλι ανοιγμένο. μίσος γεμάτο.κάτω κατάλαβα πως τον έστειλε ο Δραξάν στον Ιβάτζη στη Σέταινα.. και τους οδήγησε στο απάνω πάτωμα. τη φοβέρα του. είπε. σ' ένα στρώμα κοίτουνταν ο Μιχαήλ... Σ' αυτή την κατάσταση.. Κακό χαμόγελο. και σιγαλά ακούμπησε το χέρι της στην καρδιά. αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. . Πλάγι του... και σε μια γωνιά. είναι βουβός. τόσο λιωμένο. στο διάβα του.. Μην ήταν βουβός. ακούμπησε στον τοίχο και ξέσπασε στα κλάματα. έκανε ξαφνισμένος ο Νικήτας. είπε.. με το άγριο εκείνο ξέσπασμα του δυνατού άντρα που δεν κλαίγει ποτέ.. ανίκανος να παρηγορήσει λύπη που την ένιωθε τόσο μεγάλη. .. Από το μισόκλειστο παράθυρο.Ναι! Ήταν σαν πεθαμένος. 129 . και παλιά αίματα σκέπαζαν τα ρούχα του. . . υπογραμμένο από τον Δραξάν και μ' επανώγραμμα προς τον Ιβάτζη. ετόλμησε να την εκτελέσει. ένας καντήλι έκαιε.. τα μαλλιά του.. μαζί εσύ κι εγώ. τον κοίταζε άφωνος. έτσι. σα να είχε αφήσει κιόλα ο Χάρος. .Ζει!.Πού είναι. ένας δούλος βογγούσε.. Ο Κωνσταντίνος πλησίασε και γονάτισε πλάγι του. .Πώς. βγήκε στο διάδρομο. Μα ο Μιχαήλ δεν κούνησε.Μπόρεσες να συνεννοηθείς μαζί του.Απάνω .. είπε. μουρμούρισε. .. Σ' ένα δυο μέρη ήταν χτυπημένος μα ήταν μερών οι πληγές.. ..Ζει ακόμα.Τη φοβέρα του. .Στο μεγάλο δρόμο. στη Σέταινα. Κάτω από το εικόνισμα. Λίγο όμως βάσταξε η αδυναμία του Κωνσταντίνου. Στη μύτη πλάγι και στο στόμα. και είναι δω. Θέλω να τον δω! Ο Νικήτας έγνεψε της Αλεξίας να έλθει. ο Ιβάτζης. Ο Νικήτας έσπρωξε τα παραθυρόφυλλα και ο ήλιος χύθηκε στο δωμάτιο. διέκοψε ο Κωνσταντίνος. που ο Κωνσταντίνος τρόμαξε ν' αναγνωρίσει το φίλο του. είπε με φωνή βραχνή. σταχτερές. Ένα λεπτό έμεινε ο Κωνσταντίνος σαστισμένος.. Μόλις έφεγγε στην κάμαρα όπου μπήκαν. Ναι.Ο Δραξάν!. Ο Κωνσταντίνος δε βάσταξε περισσότερο. .Ναι.. Ευλογημένο τ' όνομα του Κυρίου! Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο το βλέμμα της.Ανοίξετε το παράθυρο. για να ελευθερώσει τον Μιχαήλ.Τον ξέρεις. ρώτησε ο Νικήτας. Ο Νικήτας τον είχε ακολουθήσει και. μια λουριδίτσα φως έπεφτε χρυσή στο πάτωμα. σύσπασε το στόμα του Νικήτα. εμπρός στο εικόνισμα της Παναγίας.Τι δούλος. δυο γραμμές χαράζουνταν. ούτε άνοιξε τα μάτια.

ξέσπασε στα κλάματα.. Ξέρεις πού βρίσκεται τώρα ο Γρηγόρης.Ποιος τον σκότωσε. Ο Νικήτας της έγνεψε να βγει στο διάδρομο μαζί του. Σήκωσε τους κλειστούς του γρόθους και.δυο φορές τα χείλια και. . το άλογο ήταν ξεκουρασμένο και ζωηρό σα να έβγαινε από το στάβλο. Μεμιάς κυρίευσε ο Νικήτας το θυμό του. Έριξε μια ματιά στην ανοιχτή πόρτα. διέκοψε ο Κωνσταντίνος. Τέτοια τερτίπια τα ξέρει ο Ιβάτζης! Μπήκε πάλι στην κάμαρα. Υποθέτω πως τα έκαναν αυτά όλα για να μην έχουν να δώσουν λόγο στον Δραξάν σαν τους ρωτήσει γιατί ήταν ο Μιχαήλ σ' αυτό το χάλι. μουρμούρισε παρακλητικά η Αλεξία κι έγνεψε κατά την ανοιχτή πόρτα του Μιχαήλ. Κούνησε μια . μην κλαις έτσι. και θέλησαν να ξεπαστρέψουν το δούλο για να μη μιλήσει. γιατί η σφραγίδα ήταν σπασμένη και το γράμμα το βρήκα τσαλακωμένο και χωμένο στον κόρφο του δούλου.ο Γρηγόρης... .. και πιο χαμηλά επανέλαβε: . Από τα νοήματα του κατάλαβα πως διάβασαν το γράμμα...Και ήσουν εσύ μαζί του. και απ' όσα με νοήματα μπόρεσε ο βουβός να μου πει.Βέβαια! . .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . Η κόρη έσμιξε τα χέρια της. και να τους έδωσε το γράμμα. μίλησε μου. Είδες τον Γρηγόρη. συνεννοήθηκαν όλοι μαζί. Ως αργά τη νύχτα ο δούλος ήταν μαζί μας. τον σκότωσαν.Τον έσφαξαν χθες. είπε ο Νικήτας. Τον έβλεπες συχνά. 130 . Πρέπει στο δρόμο ν' αντάμωσε τον Ιβάτζη και τη συνοδεία. ρώτησε σιγά.Δεν πήγε βέβαια ως εκεί. Η κόρη θέλησε ν' αποκριθεί. ξέρεις αν τον πρόφθασε ο Γρηγόρης. Ο Μιχαήλ δεν είχε κουνήσει.. .Αλεξία. σείοντας τους πάνω από το κεφάλι του: .Δεν τάμαθες.Νικήτα!.Δεν είναι δυνατό να πήγε στη Σέταινα. .. πρόσθεσε πικρά ο Κωνσταντίνος. . συμπεραίνω πως ο Δραξάν είχε στείλει το δούλο στη Σέταινα..Και άφησαν το γράμμα. Ο Νικήτας ανατινάχθηκε. ..Πες μου. Πέθανε. σκεπάζοντας το πρόσωπο της..Ποιος! φώναξε άγρια. . τάχα πως δεν το έλαβαν. .. παιδί μου. Ω! Τον άμοιρο! Πότε.Το περασμένο φθινόπωρο. . και μόνο της φωνής του το τρεμούλιασμα μαρτυρούσε ακόμα την αναστάτωση της ψυχής του.είπε πνίγοντας τους λυγμούς της . . .. πέταξαν τον Μιχαήλ στο δρόμο.. πες μου.. πες μου. .Ο Γρηγόρης. είπε ο Νικήτας..Ο Γρηγόρης.Αλεξία. είπε νευρικά ο Νικήτας.. Βραχνή ξέσπασε η φωνή από το λάρυγγα του.. γιατί εκεί κοντά που τους βρήκα. Μας χρειάζεται αμέσως κάποιος που να ξέρει από αρρώστιες. ψιθύρισε.. ρώτησε.. Ποιος! Ποιος! ..Από κείνα που είδα. της είπε. . ένα σαμαρωμένο άλογο έβοσκε ήσυχα. χαλίνωσε το πάθος του: . Και πρέπει βιαστικά να τον έστειλε.. Σκυμμένη απάνω του η Αλεξία γύρευε να χύσει ανάμεσα στα χείλη του ένα ζεστό που είχε φτιάσει από ξερά βότανα.Στα Βοδενά. μα καμιά λέξη δε βγήκε από το σφιγμένο της λαιμό. θέλησαν να σκοτώσουν το δούλο και ύστερα έφυγαν. .. και βαριά δάκρυα μαζεύθηκαν στα μάτια της.Δεν καταλαβαίνω! είπε. Η κόρη σήκωσε το πρόσωπο της. είπε συμπονετικά ο Νικήτας.. ξέρεις πού βρίσκεται ο γερο-Παγράτης.Πέθανε.

πλάγι στο στρώμα του.. Με καλοσύνη τον καθησύχασε ο Κωνσταντίνος. μουρμούρισε η Αλεξία. Ώσπου επιτέλους νίκησαν. τότε θα ξανάρθω.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . θα είναι δω. παιδί μου. Μέρες και μέρες. Ως τότε. Τον βρήκε αναίσθητο όπως τον είχε αφήσει. Πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη. τον Ηγούμενο της μονής του Γρηγόρη. και να μεσιτεύσει στον Κύριο για κείνον. τα νιάτα του Μιχαήλ πάλευαν με το Χάρο. ενώ ο πάτερ Ευθύμιος διάβαζε παρακάτω.Ο Δραξάν. Ένα βράδυ που κάθουνταν η Αλεξία και ο Κωνσταντίνος στο προσκέφαλο του. Και σα δω το αυτοκρατορικό φλάμπουρο να κυματίζει πάλι στο φρούριο των Βοδενών.. είχε κυριεύσει ολότελα το θυμό του. Νύχτες ολόκληρες πέρασαν άγρυπνοι. τότε... η Αλεξία ήταν βυθισμένη στην προσευχή. απαντούσε ο καλός πάτερ Ευθύμιος στ' ανήσυχα ρωτήματα τους. Έπρεπε να σε πάρω μαζί μου αμέσως και να σε παραδώσω στον Αυτοκράτορα που χρόνια τώρα σε γυρεύει. κρότος μεγάλος ακούστηκε στο δρόμο. ο άμοιρος άρχισε να κλαίει και να βγάζει ασυνάρτητες φωνές.Ναι! . . ελπίζω. . Μα δυνατότερα ακόμα από την αγάπη τους και από τα σοφά γιατρικά του πάτερ Ευθυμίου. Μα όταν τον ρώτησε κείνος πώς αισθάνουνταν. γιατί χρειάζεται να γίνει θαύμα.δυο φορές μόνο. Σου τον παραδίνω.. Εβδομάδες όμως είχαν περάσει από τη μέρα που τον μάζεψε ο Νικήτας στο μεγάλο δρόμο. . έκλεισε πάλι τα μάτια και απόκριση δεν έδωσε.Περίμενε με δω.. σκυμμένοι στο πλευρό του.τρεις φορές στο στενό διάδρομο.. φωνές θυμωμένες. είπε ο Κωνσταντίνος που δεν έβγαζε τα μάτια του από το πρόσωπο του φίλου του. Μα θα ήταν αμαρτία ν' αφήσεις τώρα τους δυο δυστυχισμένους που σε περιμένουν εκεί μέσα. Κωνσταντίνε. Γονατισμένη κοντά του.Αλεξία. . Και βγήκε με τον Νικήτα για να κρύψει τη συγκίνηση του.. και ακόμα κανένα σημείο δεν έδειχνε πως η σκέψη και το μνημονικό ξαναγύριζαν σαν πρώτα. και 131 . ο Κωνσταντίνος και η Αλεξία αγωνίστηκαν να τον σώσουν από τα παγωμένα χέρια του Χάρου. του είπε. με σταυρωμένα χέρια.. Ο Νικήτας έσφιξε τα δόντια του και..Ως τότε.Εγώ φεύγω ευθύς.τέσσερεις μέρες. Αφού ξεπροβόδισε τον Νικήτα.Εγώ... Έστειλα να φέρουν τον πάτερ Ευθύμιο.. Μπήκε στην κάμαρα ν' αποχαιρετήσει τον Κωνσταντίνο. της είπε.. μουρμούρισε η κόρη. Σε τρεις . . Για χατήρι μου θα έλθει. Και από αρρώστιες ξέρει αυτός. Σα δυναμώσει λίγο. πήγε και ήλθε δυο . . της είπε με βαθιά λύπη. Τα μάτια του άστραψαν πάλι. Όταν σταμάτησε πάλι κοντά στην Αλεξία.. Μα είναι μακριά. έτοιμα να τον αρπάξουν. Μείνε μαζί τους! Στα χέρια σου αφήνω τον Μιχαήλ και η Πανάχραντη να τον λυπηθεί..Και σύ.τι είχε αντιληφθεί ο Νικήτας. Μαζί πήγαν στο δωμάτιο όπου είχαν πλαγιάσει το βουβό δούλο.Παρακάλεσε την λοιπόν με την καρδιά σου.. . . Μια .Τέσσερεις μέρες.Δεν ξέρω. απλωμένα απάνω του. Ούτε έμοιαζε ο βουβός να ξέρει τίποτα άλλο. και προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του. θα ξανάρθει και η ενθύμηση. Μα τίποτα περισσότερο δεν έμαθε απ' ό. είχε κοιτάξει τον Κωνσταντίνο σα να τον αναγνώριζε. κι έπεσε νεκρός στα πόδια μας. τα χέρια του απλώθηκαν. και τον Δραξάν καρφωμένο στο παλούκι. . τρέμοντας κάθε στιγμή μην πετάξει η ψυχή του με την τελευταία του αναπνοή. ο Κωνσταντίνος ξαναγύρισε στην κάμαρα του Μιχαήλ. σαν αγρίμι κλεισμένο σε κλουβί. Έχεις και συ μεγάλη ανάγκη από ησυχία και ανάπαυση.. Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε και τα μάτια του βούρκωσαν. σκυμμένος κοντά στο λυχνάρι. η Παναγία θα μας λυπηθεί. Από πάνω από τον πύργο τον έριξαν κάτω. πρόσθεσε με συγκίνηση... και η ανάρρωση άρχισε.Δεν πειράζει. Καθώς είδε τον Κωνσταντίνο. Μα βαστάχθηκε: .

.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ κατάρες.Έπιασαν τον Δραξάν. η Αλεξία έτρεξε ως έξω να τον προαπαντήσει.Στο φρούραρχο.. εχθρός μας ήταν. . . . στη βαθιά σιωπή της κάμαρας. κι έτρεξε έξω. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε μεμιάς. η Αλεξία περίμενε. Ωστε σαν έφθασε. και κόσμος που έτρεχε σα να ήταν να δει κάτι που περνούσε. όταν το πρωτάκουσε. αδύνατη. Έξαφνα. .Μείνε δω. είναι καιρός που έφυγε με τον Ιβάτζη. . πήρε ένα μακρύ μουντό μανδύα. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. κάμνοντας νόημα της Αλεξίας να μην ανησυχεί. Η Αλεξία σίμωσε τρομαγμένη. Και βγήκε βιαστικά. Μόλις όμως μαθεύτηκε πως ο Αυτοκράτορας φεύγει από τη Θεσσαλονίκη με μεγάλο στρατό να ξανακυριεύσει το κάστρο. Ο καλόγερος σηκώθηκε κι έσκυψε στο στρώμα. Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. Ναι. Ο πάτερ Ευθύμιος είχε πάγει στο παράθυρο.Είναι η αρχή της γιατριάς. ρώτησε. να μπει στο φρούριο και να το υπερασπίσει. Στη μισοσκότεινη κάμαρα. Ο Κωνσταντίνος περπατούσε απάνω . . μα δεν είδε τίποτα.. Άκουσε τ' όνομα σου και η λέξη αυτή φαίνεται να του θύμισε τα παλιά χρόνια. και τον κουβάλησαν μέσα.. Αλεξία. και δέρνουνταν..Αλεξία. Μα ο άρρωστος είχε κλειστά τα ματόφυλλα κι έμοιαζε να κοιμάται.. Ο βουβός του δούλος τον είδε από το παράθυρο.. Η αυτοκρατορική διαταγή είχε διαδοθεί παντού όπου βρίσκουνταν Έλληνες. Με τ' όνομα σου λοιπόν συνήλθε.. πάτερ Ευθύμιε. Και τον έφεραν εδώ.. Ο Ηγούμενος τότε σηκώθηκε. Μα είναι ευγενική ψυχή. . ο Δραξάν. ώσπου έπεσε χάμω. τον έδιωξαν.κάτω νευρικά.. Ο Ηγούμενος έγνεψε της κόρης να έλθει κοντά του. αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. ο Δραξάν θέλησε να γυρίσει πίσω. άλλο δεν ακούουνταν παρά η λαφριά αναπνοή του Μιχαήλ που έμοιαζε να κοιμάται ήσυχα.. της είπε συγκινημένος. έπεσε στην ενέδρα των δικών μας. μισοσβησμένη. Με το νου της ακολουθούσε 132 . ρώτησε ο Ευθύμιος. για πρώτη φορά ακούστηκε η φωνή του Μιχαήλ. Σε όλους ήταν γνωστή η καταδίκη του Δραξάν.Ευλογημένη να είσαι. Μα τον σταμάτησαν.. και του χαμογέλασε.Και τώρα. Μπορεί να ήταν εχθρός μας ο Δραξάν. Σα γύρισε ο Κωνσταντίνος. κόρη μου! Η νίκη είναι πια κοντά. αναίσθητος..Ήταν φρικτό. και ο Ηγούμενος έσκυψε το κεφάλι σιωπηλά. ρώτησε ο Κωνσταντίνος που μισομάντευε το σκοπό του καλόγερου. ..Πού πας. Δεν ήταν πια στα Βοδενά. Το έκλεισε πάλι και γύρισε στο βιβλίο του. .Τι τρέχει. Και βγήκαν έξω μαζί. Και ο Δραξάν τον είδε. . και βλέποντας τη συγκίνηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της: . μα είναι άνθρωπος! Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε με ορμή. Η άγρια ποινή δεν πρέπει να εκτελεστεί. μόνο που μεγάλωσες από τότε. σιγανή. Αλεξία. .Έρχομαι μαζί σου! αναφώνησε. ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξία... . τον έριξε απάνω του και πήγε κατά την πόρτα. δεν άλλαξες.Πού τον έπιασαν τον Δραξάν.Τι θα τον κάνουν τώρα. μουρμούρισε. Μπήκε στην κάμαρα και κάθησε πάλι κοντά στο φίλο του. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό και αγέλαστο. φρικτό. ρώτησε ανήσυχα ο Ηγούμενος. Μόνη της με τον άρρωστο.. Μα ο Αύγουστος το μάντεψε κι έδωσε διαταγή να κλείσουν τα στενά. Και φώναζε ο δύστυχος δούλος. είπε. ψιθύρισε. Ο Κωνσταντίνος ξανασηκώθηκε και πολύ ταραγμένος πήγε και ήλθε μια .Όχι. πηγαίνω να δω τι τρέχει. Θάρρος.. Αυτό το έδειξε... . και με δάκρυα στα μάτια του είπε την καλήν είδηση. και τον χαιρέτησε με το χέρι. Και βαριά έπεσε σιγή στο δωμάτιο.Τι ήταν οι φωνές στο δρόμο. Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. .δυο φορές στην κάμαρα.

. και στην καρδιά είχε μπηγμένο το πλατύ μαχαίρι του δούλου του. θα το 133 . και όμως τα προσεκτικά βήματα ολοένα πλησίαζαν.. . .Ναι! Το κεφάλι του ήταν γερμένο στο στήθος. ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος. την απάντηση του φρουράρχου... Ο βουβός. σωριασμένο στα πόδια του αφέντη του. δείχνοντας το ακίνητο σώμα. όλοι μέσα στο φρούριο είχαν αποκοιμηθεί. Και δείχνοντας τον Ηγούμενο. τον υπερήφανο. Για να τον σώσει από το μακρύ μαρτύριο. Με τα πιο συγκινητικά λόγια είχε παρακαλέσει ο Ευθύμιος να του χαρίσουν μόνο λίγες ώρες. Η κόρη πήρε το λυχνάρι και βγήκε έξω.Μα ποιος είναι. παρά σα στρατιώτη να τον σκοτώσει.. με ακούς. να μην τον σουβλίσει. κίνησε την προσοχή της Αλεξίας. Σηκώθηκε σιγά . Γύρισε το κεφάλι του από το μέρος του τοίχου κι έκλεισε πάλι τα μάτια. και του έστειλε το φτωχό δούλο. .Τον σκότωσε. ή τουλάχιστον ν' αλλάξει την άγρια ποινή. κρύβοντας τα μάτια της. Ίσια στην κάμαρα μπήκαν και ακούμπησαν χάμω το φορτίο τους.Ποιος άλλος θα τολμούσε να το κάνει.Ναι! μουρμούρισε. Και με βαθιά συγκίνηση της διηγήθηκε πως πήγαν στο φρούραρχο. Δεν πρέπει ν' ακουστεί πως τον φέραμε απέξω. με σίδερα στα πόδια και στα χέρια. σα βήματα υπόκωφα. Αλεξία. Φαντάζουνταν τον Δραξάν. γύρευε να μαντέψει τα λόγια τους..Μιχαήλ! είπε με χαρά. Τον βρήκαμε αναίσθητο.. . .Ο πάτερ Ευθύμιος θέλησε να του πάγει την παρηγοριά της θρησκείας. και προχώρησε στην πόρτα.. και αντάμωσε το ταραγμένο βλέμμα του Μιχαήλ καρφωμένο απάνω της. Έξαφνα η πόρτα άνοιξε. που σκυμμένος πλάγι στο βουβό έπλενε τα αίματα από τα χέρια του: .Ποιος είναι. Ήταν πια αργά.. ο Κύριος τον είχε πάρει κοντά Του. Η ποινή είχε εκτελεστεί. και οι δυο άντρες δε γύριζαν. με τη διαταγή ν' απολύσουν τον Μιχαήλ. Η ώρα περνούσε.σιγά για να μην ξυπνήσει τον άρρωστο. Η ταραγμένη έκφραση δεν έσβησε από το πρόσωπο του. Ο καλόγερος ωστόσο είχε σηκώσει το σκέπασμα και η Αλεξία ανεγνώρισε το βουβό δούλο. μια ματιά που να της δείξει πως αισθάνουνταν και γνώριζε. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Η καρδιά της σφίχθηκε. Θυμήθηκε το γράμμα του προς τον Ιβάτζη. να τρέξει στο Βασιλέα που βιαστικά προχωρούσε κατά τα Βοδενά. Δυο άντρες κουβαλούσαν ένα σώμα τυλιγμένο σε κάτι μαύρο.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ η Αλεξία τους δυο άντρες. να τον παρακαλέσει μια φορά ακόμα να συγχωρήσει τον Δραξάν. Κάμποση ώρα η Αλεξία σκυμμένη απάνω του περίμενε μια λέξη. . σε καμιά σκοτεινή φυλακή ριχμένο. Μιχαήλ. είπε ο Κωνσταντίνος πολύ συγκινημένος. σπλαχνίσου τον! αναφώνησε η Αλεξία.Κλείσε την πόρτα. η σιωπή απλώνουνταν παντού. . αγέρωχο Δραξάν.Κύριε... ο πιστός δούλος τον μαχαίρωσε.. . Της φάνηκε απεναντίας πως βάθαινε. τα μάτια του ήταν κλειστά. εξακολούθησε.Όχι. ο δήμιος μπήκε μέσα. Ο διάδρομος ήταν κατασκότεινος. Τα ματόφυλλά του ήταν κλειστά και τα ρούχα και τα χέρια του ήταν κόκκινα από αίμα. Μα σα φθάσαμε κει. . και η Αλεξία αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο και τον Ηγούμενο που της έκαμναν νόημα να μη μιλήσει.Ο Κύριος τον σπλαχνίστηκε. Μα ο Μιχαήλ δεν κούνησε πια. έχει ευγενική ψυχή! .Πέθανε! . όταν λαφρύς κρότος στο διάδρομο.. ..Σώπα!. Ξαφνισμένη γύρισε.. . ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξία. μα εκείνος έμεινε ακλόνητος λέγοντας πως οι διαταγές του Αυτοκράτορα ήταν ρητές και συγχώρεση δεν μπορούσε να δώσει. Μάταια στάθηκαν όλα. Αν τον ανακαλύψουν. ρώτησε τρομαγμένη.Τον σκότωσαν.

ψιθύρισε ο Ευθύμιος.. Το μνημονικό του για καιρό έμεινε σκοτεινό..Ναι. και το θλιβερό του κλάμα ξανάρχισε. Κι έξαφνα τον ρωτούσε πώς τον λέγουν. Παρακαλώ.. μέσα στην κλεισούρα που είναι κοντά στα Βοδενά και τον «Προφήτη Ηλία». . και άλλες φορές παράπονα. μισοπαρακλητική.. Και για να προλάβει κάθε άλλο επαναστατικό κίνημα..Ο άμοιρος! μουρμούρισε. αλλά και τους κατοίκους.. Ο Βασίλειος αυτή τη φορά έστειλε στο Βολερό όχι μόνο τους στρατιώτες. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.λίγο αναλάμβανε ο Μιχαήλ. Ο βουβός μισοκατάλαβε και.Συνέρχεται. Η Αλεξία πήγε πάλι και κάθησε στο προσκέφαλο του Μιχαήλ. Έξαφνα θυμήθηκε. Η Αλεξία έκανε νόημα του Κωνσταντίνου να μην επιμείνει. . κρατώντας το χέρι του φίλου του... μακρύ. . και τη νύχτα οι εργάτες έσκαβαν υπονόμους όπου γκρεμίζουνταν οι βαρείς πέτρινοι τοίχοι. αλλά παρατρεχάμενο ελεύθερο. . ο Κωνσταντίνος ξαναβγήκε από ένα παράθυρο και πήγε και τον έφερε. Και γυρνώντας στο βουβό.Από το παράθυρο.Της Βουβής. έχτισε δυο καινούρια δυνατά κάστρα. όχι δούλο. στο δάσος. χωρίς όρους. με νοήματα του εξήγησε το σχέδιο του. στον τρομερό Μακεδόνα. βλέποντας. Τι θέλεις. βλέποντας τρία πρόσωπα γερμένα πάνω του.Τι είναι. Κι έκανε το σταυρό της. Μιχαήλ..Μη μιλάς πια! παρακάλεσε κείνος. Ο χειμώνας από καιρό είχε συμμαζέψει το παγωμένο άσπρο του πάπλωμα από τη γη. .. ξανάρχισε να φιλά τα χέρια και τα ρούχα του. τη διέκοψε. που πολλές φορές αποθαρρύνουνταν ο Κωνσταντίνος και ανησυχούσε μη μείνει ανήμπορος όλη του τη ζωή. είπε ο Κωνσταντίνος. στους λόφους και στους κάμπους. Κι έξαφνα.Όταν μιλά. Κάποτε τον έπιαναν θυμοί. για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του. και απ' όλα τα μέρη με λύσσα πρόσβαλε την πόλη και το φρούριο. αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. ρώτησε η Αλεξία. σβήνει πάλι η εικόνα και μένω μονάχος. Ο δούλος πήρε τα χέρια του και τα φίλησε. λίγο . . σώπα!. Και ύστερα. Μα η φωνή του Μιχαήλ.Θα τον πάρω εγώ. .Ποια εικόνα. η χλωρή ανοιξιάτικη πρασινάδα. ευλογημένη η Πανάχραντη! αποκρίθηκε η Αλεξία.Αχ.κοντά του το συγκινημένο πρόσωπο του Κωνσταντίνου και τα χαρούμενα δάκρυα που έστεκαν στα μάτια του: . Ο βουβός έριξε μια φοβισμένη ματιά γύρω και. Άλλες φορές 134 . . Τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα δάκρυα..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ πληρώσει με τη ζωή του. μα τόσο σιγά. . την «Καρδιά». Μα τώρα τι θα γίνει ο δύστυχος. σαν είδε τον άρρωστο ήσυχο και τον πάτερ Ευθύμιο καθισμένο κοντά του. Αφού μπήκαμε μεις από την πύλη. Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Μιχαήλ. άρπαξε το κεφάλι του και ξέσπασε σε θρήνο σιγανό. Με τους κριούς αλύπητα έδερνε όλη μέρα τα τειχογυρίσματα.Πώς τον φέρατε χωρίς να σας δει ο σκοπός. που έσχιζε την καρδιά. ρώτησε. σώπα!. Σα θύελλα έπεσε ο Αυτοκράτορας στα Βοδενά. Η Αλεξία καταταραγμένη έγειρε απάνω του. σαστισμένος γύρευε να καταλάβει τι έτρεξε. χαρούμενη και μυρωδάτη. και πάλι έκρυψε το πρόσωπο του. Πότε έδιωχνε τον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να τον δει. Σα σκύλος πιστός αγαπούσε τον αφέντη του..Αρχίζει και θυμάται λοιπόν. . λίγο ψηλότερα. πήρε παράμερα τον Κωνσταντίνο και ψιθυριστά του διηγήθηκε πως και από νωρίς είχε ταραχθεί το ίδιο σαν άκουσε τη μιλιά της. και στη θέση του απλώθηκε. . και πότε πάλι έμενε ώρες ολόκληρες σιωπηλός. Σε λίγο έφερε τους Βουλγάρους σε τέτοια αμηχανία. πρόσθεσε με παράπονο. μισοθυμωμένη. Όσο περνούσαν οι μέρες. . σε τέτοια αποθάρρυνση που αναγκάστηκαν να ζητήσουν έλεος και να παραδώσουν πόλη και φρούριο. Ο Κωνσταντίνος γονάτισε κοντά του και με νοήματα θέλησε να του εξηγήσει πως βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους.

. Μα κάθε φορά αποκρίνουνταν με κάποια πρόφαση. ως τότε που πρώτη φορά ξαναβρέθηκε μπροστά του. πλάγι στο Λουδία ποταμό. και αδιάκοπα ήθελε κοντά του τον Κωνσταντίνο. θέλοντας και μη. και όλο κατέβαζε περισσότερο τη φωνή της. χωρίς καν ένα στρώμα για να ξαπλωθεί. Και σιγαλά μουρμούρισε. Είπα πως τώρα.απλά. και όλη του η παλιά αγάπη για το φίλο του ξαναξύπνησε δυνατότερη παρά ποτέ. ξαπλωμένος σε μια προβιά. με τα μάτια κλειστά. αποκρίθηκε σιγαλά η κόρη. Εκεί τον βρήκε ο Ιβάτζης. ο πάτερ Ευθύμιος πρότεινε να τον βγάλουν από το σκοτεινό και υγρό φρούριο. Μόλις τον είδε να δυναμώνει λίγο. όπου κάτασπρη μαρμαρένια σκαλίτσα κατέβαινε στη λίμνη. Στο αμυδρό ακόμα μυαλό του. ήταν πολύ άρρωστος και δεν το αντιλήφθηκε. Βρήκαν λοιπόν ένα όμορφο σπιτάκι στη λίμνη του Όστροβου..Μα ποια είσαι. Και αναίσθητο. ούτε ζητούσε ποτέ να μάθει νέα. πέρασαν οι θυμοί του και οι παραξενιές. Και βλέποντας τον τόσο θλιμμένο. Και μια νύχτα διέταξε να τον σηκώσουν. Κωνσταντίνε. και ανακατώθηκε τόσο στη ζωή των δυο αγοριών. σα να εξακολουθούσε αψά τη σκέψη του: . και ποτέ δε μιλούσε για το μέλλον και για τη δουλειά του. τον είχαν σηκώσει. Κι εκείνη μιλούσε σιγά. ο Μιχαήλ. με ήλιο πολύ.. Όσο κάθουνταν σιωπηλή κοντά του. Ο Κωνσταντίνος επίσης είχε παρατηρήσει τη μελαγχολία του φίλου του. θύμωνε ή τον έπαιρνε το παράπονο. Τότε του διηγήθηκε τη ζωή της από τη μέρα που με τον Παγράτη πήραν το μακρύ μαύρο δρόμο της σκλαβιάς. δίσταζε να του μιλήσει για τη δική του ευτυχία. Μα εκεί που πήγαιναν. μες στα αίματα βουτηγμένο. μεταξύ του Κωνσταντίνου και της Αλεξίας. Τι έγινε τότε. στενοχωριούνταν. Μια . Η παρουσία της Αλεξίας προπάντων τον μπέρδευε. νανουρίζοντας τον με τη διήγηση. .Και ήσουν Ελληνίδα. μες στις λάσπες. τόσο έπεφτε σε μελαγχολίες που τον άφηναν σιωπηλό και μαραμένο για μέρες. χωρίς σκέπασμα. αποκρίθηκε. μια . και πάνω από το κεφάλι του άστρα λαμποκοπούσαν.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ πάλι θυμούνταν παλιά πράματα και ξεχνούσε τα πρόσφατα. και τα πιο σκοτεινά μυστήρια τα εξηγούσε τώρα απλά . . Μα μόλις έκαμνε να μιλήσει.Είμαι η Αλεξία Αργυρή.δυο φορές τον ρώτησε ο πάτερ Ευθύμιος τι τον ζάλιζε και του χαλούσε τη διάθεση. και σε λέγαν Αλεξία. Χωρίς καν να του δέσουν τις πληγές. Μια στιγμή συνήλθε και βρέθηκε χάμω. τον έδεσαν σ' ένα άλογο και τον πήγαν από τα βουνά στη Σέταινα όπου έφθασαν ύστερα από δυο μέρες.Θυμούμαι. κι εκεί τον άφησαν χωρίς τροφή άλλη παρά ξερό ψωμί. σε συλλογίστηκα. κάποιος έφθασε καβάλα και τους σταμάτησε.. Μα τον καταπόνεσαν. . που την απήντησα σ' ένα δάσος. Μια μέρα παροργισμένος τη ρώτησε: . Τα παρακάτω δεν τα θυμούνταν.μια κατακάθιζαν οι ενθυμήσεις. Και για να ησυχάσει την ταραχή που έβλεπε πάλι στα μάτια του: .. κι εξήγηση δεν έδινε. και να τον πάνε σε μέρος αερικό. τα έβαζε στη θέση τους. θα παρατήσω πια το έργο μας και θ' αναπαυθώ εκεί που ξυπνημό δεν έχει. που ήλθα μια μέρα στο σπίτι σας στην Αδριανούπολη. και μισοπεθαμένο να τον δέσουν σ' ένα μουλάρι και να τον πάνε στα Βοδενά. Και τόσο τον αδυνάτισε. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του. Ώσπου της φάνηκε πως αποκοιμήθηκε. Για μέρες και μέρες τον έτρωγε η θέρμη. χωρίς εκείνα να φαντάζουνται ποια ήταν. τον έριξαν σ' ένα κατώγι. πρόσθεσε ο Μιχαήλ.. Στο άστεγο προαύλιο με τη μαρμαρένια καγκελαρία. την κοίταζε ήρεμος κι ευχαριστημένος. κι εκεί τον μετέφεραν.Δε με θυμάσαι. Είχε αντισταθεί όσο μπορούσε.Μα εκείνην την ώρα. τους διηγούνταν ένα δειλινό πώς τον είχαν πιάσει στον ξενώνα του χωριού. του είπε. Μα ο Μιχαήλ δεν κοιμούνταν. Ήταν νύχτα ήσυχη. που τον περισσότερο καιρό έμενε αναίσθητος. Μα γιατί λοιπόν μοιάζεις τόσο μιας βουβής Βουλγάρας. Την άκουε. πεσμένος στο μαξιλάρι. Όσο όμως καλυτέρευε η υγεία του. 135 . Από κείνη τη μέρα άρχισε γρηγορότερα να παίρνει τ' απάνω του. και μαζί παίξαμε στα χαλιά.

Ύστερα πάλι γύρισε στο φίλο του.αργά.Είναι υπόσχεση. μα το έργο μας θα το παρατήσεις. . .. Το βλέμμα του Κωνσταντίνου ήταν ακόμα απάνω της. Από κάτω από τα βαριά του ματόκλαδα. Ο Μιχαήλ έγειρε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια.Είχες ειδήσεις.. που δεν μπορώ να το αντιληφθώ. Μιχαήλ. Μιχαήλ. Σηκώθηκε σιγά .Δε θ' αναπαυθείς Μιχαήλ... . Δάκρυα γλυκά πλημμύρισαν τα μάτια της. του είπε.. Ο Μιχαήλ ανασηκώθηκε. και στο βλέμμα του αυτό είχε μετρήσει το βάθος της αγάπης του. Ο Κωνσταντίνος έριξε πάλι μια ματιά της Αλεξίας και αντάμωσε το βλέμμα της. «Συλλογίζεται τον πεθαμένο του αφέντη.. Η Αλεξία έσκυψε πιο κοντά..σιγά και ακούμπησε στη μαρμαρένια καγκελαρία.Να ξαναφύγομε. . ο βουβός δούλος κοίταζε μελαγχολικά το νερό που έτρεχε στα πόδια του. σκέφθηκε η Αλεξία. και σιγανά μπήκε στο σπίτι. Η ώρα ήταν κατάλληλη να μιλήσει ο Κωνσταντίνος και η καρδιά της της έλεγε πως θα προτιμούσαν οι δυο φίλοι να είναι μόνοι. . είχα γράμμα του Νικήτα. Χωρίς χαρά ρώτησε ο Μιχαήλ: .. Πήγε στο δωμάτιο της και ακούμπησε στο παράθυρο. είναι υπόσχεση.Ναι. του είπε. 136 . μια στιγμή την ατένισε. . . Σιγανή και απόμακρη ακούστηκε η φωνή του Μιχαήλ.Δε χαίρεσαι. που γι' αυτήν και το έργο του ακόμα το άφηνε. Από λόγια δεν είχαν ανάγκη. γιατί σαν είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. . να μην μπορούμε λίγη από την ευτυχία μας και σε άλλους να χαρίσομε».Ναι. ψιθύρισε ανήσυχη.σιγά όλο του το χλωμό πρόσωπο.Τι θα ήταν αδύνατο. Κάπου εκεί κοντά ένας κότσυφας σφύριζε το βραδινό του ανοιξιάτικο τραγούδι. θα φύγω κι εγώ μαζί σου. και την ακολούθησε με τα μάτια ώσπου χάθηκε μες στο σπίτι.. .Είναι τόσο ανέλπιστο. του είπε σιγαλά. Ο Αυτοκράτορας σε περιμένει στα Βοδενά για να σε διορίσει κλεισούραρχο στο καινούριο κάστρο που χτίζεται και να σε κάνει πατρίκιο. ρώτησε η Αλεξία.Δε θα φύγω πια. Δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε η άλλη. Από μέσα από τα μισόκλειστα του ματόκλαδα ο Μιχαήλ την είχε δει που έφευγε. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τους δυο φίλους.. Έρχεται αύριο να πάρει την Αλεξία για να την παραδώσει του Αυτοκράτορα. Στο σιωπηλό του ρώτημα αποκρίθηκε με συγκινημένο χαμόγελο. Και στο μέλλον θα πολεμάς πλάγι του. Η κόρη ήξερε την αιτία που τον είχε κάνει να δεχθεί τώρα κι εκείνος τις προτάσεις του Αυτοκράτορα. Λαφριά κοκκινάδα χύθηκε στο μέτωπο του και σκέπασε σιγά .Το ξέρεις. . Μιχαήλ. Παρακάτω.Ναι. Πάρα πολλά αισθήματα φούσκωναν την καρδιά της. «Γιατί. Και λίγη από τη μελαγχολία του δούλου μπήκε στην ψυχή της και φώλιασε κει. Ο Κωνσταντίνος έριξε μια ματιά της Αλεξίας. .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . Μιχαήλ.».Θα ήταν αδύνατο τώρα πια. Η νυχτερινή καταχνιά κατέβαινε αργά . Συλλογισμένα κοίταζε το χέρι του Κωνσταντίνου που βαστούσε σφιχτά το δικό του.Μιχαήλ. και τα νυσταγμένα νερά της λίμνης αντανακλούσαν ήρεμα το υπερήφανο κόκκινο φως. Ο Μιχαήλ δε μίλησε. κοντά στο ποτάμι... μουρμούρισε ο Μιχαήλ. . και ξάφνισε τον Κωνσταντίνο που ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Πέρα από τα βουνά ο ήλιος βασίλευε. και φοβούμαι να το πιστέψω. πως όταν φύγεις. Οι τελευταίες πορφυρένιες ακτίνες άπλωναν στον ουρανό το βασιλικό τους πέπλο.λίγο χλώμαινε κι έσβηνε. καθισμένος στο χλωρό χορτάρι.Το εννοείς. ρώτησε νευρικά. Και η πορφυρένια δόξα τ' ουρανού λίγο . .

χλωμό. Και τόσο την αγαπούσε. Απελπισμένη.. Δεν είχε παρατηρήσει πόσο συχνά τα μάτια της διασταυρώνουνταν με τα δικά του. . Με το βλέμμα καρφωμένο στα νερά της λίμνης... πως αυτή μπορούσε να γίνει δική του. σταχτερά τώρα.Ποια. Θυμός άγριος αναστάτωσε πάλι την ψυχή του. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.Την αγαπάς. ...Είναι μήνες και μήνες που θέλω να σου το ξεμολογηθώ.. «Και θ' αρνηθεί. . ρώτησε. 137 . ήταν πάντα ο πιο αδύνατος. από μικρός... θα θελήσει δική μου να μείνει. πίστευε. Μεταξύ των δυο. ο Μιχαήλ. ο παιδικός του φίλος. τρεμάμενη σηκώθηκε η φωνή του Μιχαήλ: . Δεν το είχε δει τώρα τόσον καιρό πως δεν τον αγαπούσε κείνη.. Μα τότε. . Και αν δεν την έπαιρνε.Της το είπες. κι έσφιξε τα δόντια του.. τι θα γίνουνταν. Και με το χέρι σκέπασε τα μάτια του.Το νιώθεις.. Χωρίς να γυρίσει ρώτησε ο Κωνσταντίνος: . μια λέξη μπορούσε να τον σκοτώσει.. εκείνος που περισσότερο είχε ανάγκη από τρυφερότητα. μια σκέψη ξεχώριζε επιτακτική: ο φίλος του ήταν άρρωστος. του Κωνσταντίνου. με χείλια σφιγμένα. λιωμένο από την αρρώστια. Και τώρα αγαπούσε την Αλεξία.Και αν εκείνη δε σε θέλει. Θα σκοτώνουνταν ίσως. Τόσο ανόητος ήταν ή τόσο άρρωστος.. το διάφανο σχεδόν χέρι όπου ξεχώριζαν γαλάζιες οι φλέβες.Πως τώρα.. από αγάπη.. να δαμάσει τα αισθήματα του πριν ξαναμιλήσει του φίλου του. Ήταν να φύγω. .. Τη νόμιζε Βουλγάρα και δεν είχε μιλήσει. . έσβησε η αγανάκτηση του. «Αν αρνηθεί. γιατί του φαίνουνταν αδύνατο να πάρει γυναίκα από εχθρική φυλή. . Άσπρος σαν τον τοίχο. Κατόρθωσε όμως να καταπονέσει το πάθος του. και νόμιζε. Τη νόμιζα Βουλγάρα. Θα πέθαινε άραγε.. Με τι δικαίωμα ζητούσε ο Μιχαήλ από την Αλεξία την αγάπη της. Και ακούμπησε πάλι στη μαρμαρένια καγκελαρία.Όχι ακόμα.. ζεστασιά και φροντίδα. Στο στρώμα πίσω του κοίτουνταν ο Μιχαήλ.. Του ήλθε ζάλη.. και χαρά άγρια ξέσπασε μέσα του. είπε χαμηλόφωνα ο Μιχαήλ..Τι μάντεψα... συλλογίστηκε.. Γύρευε να πνίξει το θυμό που ξαφνικά φούσκωσε την καρδιά του. και η συγκίνηση έβαζε στη φωνή του λαφρύ τρεμούλιασμα. Και τη λέξη αυτή δεν έπρεπε να την πει. Η φωνή του έσβησε. Και αγαπούσε την ίδια γυναίκα. την αναστάτωση του.». αν ήταν να την ξαναχάσω.. Όλο το αίμα του Κωνσταντίνου όρμησε στην καρδιά του. Αν μ' αρνηθεί. Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. τα ματόκλαδα κλειστά. μια σκιά χάμω. ρώτησε πιο σιγά. Μέσα στη φοβερή αναστάτωση της ψυχής του. Και ο Κωνσταντίνος δεν τόλμησε να τον κοιτάξει.. λιωμένο.. σαν πένθιμα.Την Αλεξία. που μόλις ξεχώριζε κάτω από το μάλλινο σκέπασμα.. Θύελλα από αγανάκτηση τη συγκλόνισε. μήνες που σου το κρύβω αυτό το μυστικό.. Μα σα θα μάθαινε πως η Αλεξία αγαπούσε άλλον.. Και ήταν άρρωστος βαριά. Και τώρα που την ήξερε Ελληνίδα.Αν δε με θέλει. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και ακούμπησε στην πεζούλα. Η καρδιά του Κωνσταντίνου χτυπούσε σκεπαρνιές στο στήθος του. είπε ο Μιχαήλ. φαντάζουνταν πως μπορούσε η Αλεξία να γίνει δική του.. Μιχαήλ. ... Δεν ήθελα να την ταράξω. . Μα ντρέπουμουν να τ' ομολογήσω.. λιγνό λιωμένο και αυτό τόσο. Μεμιάς έπεσε ο θυμός του. Και αρνηθεί. δε θάθελα πια να ζήσω. γύρευε να συμμαζέψει τη σκέψη του. θα ήταν αδύνατο τώρα πια.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ . Γύρισε απότομα και τον είδε. και το κορμί. ρώτησε απότομα. που μακριά. Το μάντεψες. αποκαμωμένος από τη συγκίνηση.. κοίταζε ο Κωνσταντίνος το αναίματο πρόσωπο του φίλου του.. εκεί που πρωτύτερα είχε ακουμπήσει η Αλεξία. λιγνό.».. λέγει. ο πιο αγαπιάρης..Ναι! είπε συλλογισμένα ο Κωνσταντίνος. από κείνη δεν μπορούσε πια να ζήσει.

ήταν και η Αλεξία. Και δε θα θέλει. σχημάτιζε στην άμμο ένα μεγάλο τετράγωνο φωτεινό. Δεν είχε πια δικαίωμα να την αφήσει. Πήρε αρπαχτά την αναπνοή του..Ζήτησε την. Η Αλεξία. έπνιξε κάθε φωνή διαμαρτυρίας. Εκείνος δε θα γίνουνταν ποτέ εμπόδιο στην ευτυχία του... ανοιχτό το δρόμο της ευτυχίας. χάθηκε στο σκοτάδι. «Και αν δε θέλει. στην καταχνιά μέσα. καταπόνεσε κάθε λαχτάρα. Κοίταξε γύρω να προσανατολισθεί.Θα σε θέλει. Άγρια ξαναξύπνησε η πάλη στην καρδιά του. Γύρισε απότομα.. Η ψυχή του αναστατώθηκε πάλι.. ξεχώριζε το γεφύρι. Η φωνή του ήταν σταθερή. δεν το ήθελε. το φίλο του τον μίσησε. ή ας ξεχάσει. μα δε μίλησε.. κατέβηκε τα σκαλοπάτια και τράβηξε κατά τον ποταμό. Ας διάλεγε η Αλεξία. Το στόμα του συσπάσθηκε. ας την έπαιρνε αυτός.Είσαι καλά πια.. και πάλι αντίκρισε το παράθυρο της Αλεξίας. Ο Κωνσταντίνος ανέβηκε βιαστικά την όχθη. αφού δεν μπορούσε χωρίς ευτυχία..Και σου εύχομαι. Κατέβηκε στον ποταμό κι έριξε μια ματιά στ' απάνω και στα κάτω. για ν' αφήσει στον άλλο. Ή και ας την έπαιρνε ο Μιχαήλ. Πήρε κι έσφιξε το χέρι του. και στο χαμόγελο του έριξε όλη την αγάπη της ψυχής του: .. Και πάλι δάμασε το θυμό του. δεν πρόδιδε την ταραχή της ψυχής του. Μα δε σταμάτησε πια.». Το γαλανό βλέμμα του Μιχαήλ αντάμωσε μια στιγμή το δικό του. Ήταν το παράθυρο της Αλεξίας. Σταμάτησε εγκαίρως. μέτρησε την οδύνη του φίλου του.. τόσο σφιχτά βαστούσε χαλινωμένα τα αισθήματα του. η φωνή του χαλάρωνε. ο Κωνσταντίνος είδε πως ο φίλος του μάντεψε το μυστικό του.. . Ίσως σε θέλει. την έπνιξε.. Την καταπόνεσε αμέσως. . Και στο βουβό αυτό συναπάντημα των ματιών τους. . Θαμπά. Ξανάκουσε τη φωνή του φίλου.... πως η Αλεξία ήταν δική του. πέρασε αντίκρυ και. ένιωσε πάλι την απελπισία του. Στη δική του οδύνη απάνω. Μα την καρδιά του την πλάκωσε.. ανασηκώθηκε. δεν το καταδέχουνταν! Τον πόνο τον φορτώνουνταν αυτός.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ Κι εκείνη. γύρισε στο φίλο του. Στο σπίτι μέσα τα φώτα ήταν αναμμένα. ο δυνατός. Μιλούσε τόσο ήσυχα. Με σιδερένια απόφαση. και η λάμψη του χύνουνταν έξω. Ένα παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό..Γιατί να σ' αρνηθεί. Ας σπάσει και αυτή την καρδιά της επιτέλους.. επανέλαβε πιο δυνατά. Κάτι σαν περιφρόνηση γλίστρησε μέσα στην καρδιά του. Δεν ήταν μόνος αυτός. είπε με φωνή ομαλή. Αύριο σαν έλθει ο Νικήτας. Και στον ίδιο τόνο πρόσθεσε: . είπε χωρίς να γυρίσει. χωρίς να κοιτάξει πίσω. δεν το καταδέχουνταν. πνίγοντας την αγανάκτηση της καρδιάς του. Στην καρδιά του το ήξερε πως όλα αυτά ήταν ψέματα. Μια στιγμή σταμάτησε και κοίταξε το παράθυρο. τον πιο αδύνατο. μια στιγμή. Ήταν κι εκείνη δυνατή. Σήκωσε το κεφάλι κι έκανε μερικά βήματα. μπορείς να φύγεις και συ μαζί.. Όχι. και δεν τόλμησε να κοιτάξει το φίλο του. πρέπει να σε θέλει. Πόνος σουβλερός τίναξε όλα του τα νεύρα και.. Ναι. Μόνο μια στιγμή. που τόλμησε να κοιτάξει το φίλο του. 138 . Λύπη βαθιά τον πλημμύρισε. και ας ευτύχιζε.

τον Γαβριήλ Ρωμανό. και παντού σήκωνε στρατό για να πέσει στις χαμένες επαρχίες και να τις πάρει πίσω. μ' εντολή να καταστρέψουν όλη την περιφέρεια των Μογλενών. Στο μεταξύ ο Αυτοκράτορας έμαθε από τους κατασκόπους του πως ενόσω ο γλυκόλαλος και ύπουλος Ρωμαίος ζητούσε να τον αποκοιμίσει με υποσχέσεις και κολακείες.Του προδότη αυτού.Τρανότατε και άγιε Δέσποτα. και ο Δομετιανός Κασκάνος. βαριεστισμένος από τα γελάσματα των Βουλγάρων. και ύστερα έκαψε το φρούριο και δεν άφησε παρά τα ερείπια που φαίνουνται ακόμα. που υπόσχουνταν όχι μόνο να υποταχθεί. Και τώρα γύρισες δούλος του φονιά του! Σήκω και πήγαινε. Αυτή τη φορά ήταν υπογραμμένα από τον Ιωάννη Βλαδισλάβ. ίσα . και με τις πρώτες καλοκαιρίες του 1016. ο Ρωμανός ενεργούσε με κάθε τρόπο να επαναστατήσει την Πελαγονία και τα Μογλενά. Και μου μηνά εμένα πίστη και υποταγή. . αφού τους εξήγησε τις υποψίες του. Όλους τους μάχιμους κατοίκους τους έστειλε στη Μικρασία. στρατηγός των Μογλενών. Η εκστρατεία αυτή ήταν από τις πιο ένδοξες και τις πιο αποτελεσματικές. και στο τέλος οι γενναίοι υπερασπιστές. Εμπρός είχε στείλει ο Βασίλειος τον Νικηφόρο Ξιφία. αποφάσισαν να παραδοθούν και να ζητήσουν έλεος. Περιφρονητικά τον ατένισε ο Βασίλειος. αποφάσισαν να περιμένουν λίγες μέρες πριν δώσουν απάντηση. ξεκίνησε εναντίον των Μογλενών. όπως είχε κάνει στα Βοδενά. και τον Κωνσταντίνο Διογένη. και ο πόλεμος εξακολουθούσε. όπως τον ονομάζεις. Κατεπάνω της Θεσσαλονίκης. ο μυστικοσύμβουλος του Ρωμανού. είχε σκοτώσει τον εξάδελφο του. είπε χωρίς να τολμήσει να σηκώσει τα μάτια. Μα ο Βασίλειος έστρεψε τα νερά που περιτριγύριζαν και προστάτευαν το φρούριο. Η πράξη αυτή του Βλαδισλάβ πρέπει περισσότερο παρά κάθε άλλο να σου αποδείξει την αφοσίωση και την αγάπη του. και ανάγγελναν πως ο ίδιος. του Τσάρου των Βουλγάρων. Και σαν τον είδε μπροστά του. αποφασισμένοι και οι δυο να βαστάξουν ως το τέλος. στο Πετρίσκον. ταπεινό και γλυκομίλητο όπως την πρώτη φορά: . Φώναξε λοιπόν τους στρατηγούς του σε συμβούλιο και. Ήταν ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος. ύστερα γκρέμισε τους τοίχους.τι περιουσία είχαν. Αλλά σε αυτή την περίσταση ο Βασίλειος. καθώς και τη γυναίκα του. . κι έφερνε γράμματα υπογραμμένα από τον Τσάρο. μια χειμωνιάτικη μέρα παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη κάποιος αποσταλμένος του Γαβριήλ Ρωμανού.Ωστε ο Βλαδισλάβ σκότωσε το σωτήρα του. Ενόσω ετοίμαζε το στρατό του για να τον ξαναβγάλει την ακόλουθη άνοιξη. Στο κάστρο μέσα ήταν δυο από τους γενναιότερους άρχοντες της Βουλγαρίας.Να παρουσιαστεί ευθύς ο Χειρότμητος! πρόσταξε ο Βασίλειος. βλέποντας πως ήταν πια αδύνατο να διαφεντέψουν τη χώρα τους. Τα γράμματα όμως αυτά και οι λαμπρές υποσχέσεις του φάνηκαν του Βασιλείου σαν πολύ υπερβολικά και ύποπτα. Με δουλόπρεπη βία προσκύνησε ο Ρωμαίος και χτύπησε το μέτωπο του στο πάτωμα. Ρωμαίε. Ύστερα έφθασε κι εκείνος. έδειξε αμείλικτη αυστηρότητα. κι έχτισε δυο καινούρια κάστρα για να διαφεντεύουν τη χώρα από το μέρος της κλεισούρας. όπως λέει η αυτοκρατορική Μεγαλειότης σου. με το χέρι του. . και αμέσως άρχισε η πολιορκία του κάστρου. ο Ιλίτζης. Αφού πήρε πίσω τα Βοδενά. στα σύνορα της Περσίας. Πώς μπορώ τέτοιον άνθρωπο να τον πιστέψω. γύρισε πάλι στη Θεσσαλονίκη. Το σωτήρα του.ίσα επειδή ο προδότης Ρωμανός σε γέλασε και πάτησε την πίστη που σου είχε ορκιστεί. Ν' ανασάνει δεν άφηνε τον εχθρό ο ακούραστος Βουλγαροκτόνος. έξαφνα παρουσιάζεται πάλι στο ελληνικό στρατόπεδο ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος με καινούρια γράμματα. αποφασισμένος να μην αφήσει πια τους Βουλγάρους ούτε ν' ανασάνουν. Τότε ο Βασίλειος έδιωξε περιφρονητικά τον Χειρότμητο τον Ρωμαίο. και πως έμενε αυτός μόνος κυρίαρχος της Βουλγαρίας. Πέντε μέρες αφού έπεσε το φρούριο. είπε με σουφρωμένα φρύδια. τον σκότωσε με το χέρι του. την άνοιξη του 1015. Πες του αφέντη σου πως τα λόγια 139 . Των άλλων που έμεναν πήρε ό. τον ήρωα του Κλειδιού. επειδή η εποχή ήταν πια πολύ προχωρημένη για καινούριες εκστρατείες. ως χθες ακόμα ήσουν εσύ ταπεινός δούλος και κόλακας! είπε με θυμό.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ Δυο χρόνια πέρασαν. αλλά και να τον υπηρετήσει στο μέλλον πιστά.

ως τον τελευταίο στρατιώτη. Σαν αστραπή γυρνά πίσω αποφασισμένος στην οργή του να μη λυπηθεί πια κανένα. Ακούραστος κι αμείλικτος ανέβηκε στην κοιλάδα της Τσέρνας. . . όπου έπεσε το σώμα αυτό. Μα ο Ιβάτζης κατόρθωσε να στήσει ενέδρα. με αρχηγούς το στρατηγό Γεώργιο Γονιτσιάτη και τον πρωτοσπαθάριο Ορέστη. χωρίς ν' αφήσει το στρατό του να ξεκουραστεί.Να δούμε πρώτα τις υπογραφές. προσκύνησε πάλι ως χάμω και βγήκε τσακισμένος σε δυο από τις υποκλίσεις. σκοτώνοντας. .. ο αδελφός του Δομετιανού. κυνήγησε και σκόρπισε το σώμα του Ιβάτζη. είπε ο Νικηφόρος Ξιφίας σιμώνοντας μερικούς άλλους στρατηγούς που έβγαιναν και αυτοί από την αυτοκρατορική σκηνή.Δεν ακούς. και βιαστικά ξεκίνησε για το Δυρράχιο. αδελφός του Δομετιανού. γιατί η χρυσή βούλα ήταν απόδειξη πως ο Βασίλειος θεωρούσε ακόμα τον Ιωάννη Βλαδισλάβ ηγεμόνα ανεξάρτητο. ο Βασίλειος παράτησε για την ώρα το Δυρράχιο στην τύχη του. είπε αργοκουνώντας το κεφάλι. Όσοι αιχμάλωτοι έπεφταν στα χέρια του. πέρασε στο βουνό. Από τα Βοδενά πήγε στ' Όστροβο. Πίσω. Μα στο δρόμο τον πρόφθασε μια είδηση που του μαύρισε την καρδιά και σταμάτησε την πορεία του. και τη σκέπασε στάχτη κι αίμα.Μπα! διέκοψε ο Ξιφίας. και τους είχε διατάξει να εξακολουθούν τις επιδρομές τους σε όλη την πεδιάδα της Πελαγονίας. καταστρέφοντας. καταστρέφοντας όλα τα βουλγαρικά χωριά και χώρες της περιφέρειας. . πως ο Βλαδισλάβ τον γελά και καταγίνεται να σηκώσει καινούρια επανάσταση. ο Αυτοκράτορας. Στην Αχρίδα άφησε στρατό πολύ. τέλη Αυγούστου 1016. Αυτός ο Κασκάνος προτείνει να υπηρετήσει τον Αύγουστο. Τωόντι δεν άργησε ο Κασκάνος. όλους τους τύφλωνε. Πήγαινε! Τους όρους που επιβάλλω θα τους δει ο αφέντης σου στο έγγραφο αυτό. Η δολοφονία του ευεργέτη του δε θα φέρει τύχη του Βλαδισλάβ! Περιμένετε και θα δείτε! Λίγες μέρες αργότερα ο Ρωμαίος ξαναπαρουσιάζουνταν με γράμματα υπογεγραμμένα από τους κυριότερους βολιάδες και στρατηγούς Βουλγάρους.Άλλο να προτείνει και άλλο να το κάνει. να γυρίσει στη Θεσσαλονίκη. Το βολιά όμως δεν κατόρθωσε να τον πιάσει. είπε. Ο Δαφνομήλης σούφρωσε τα χείλια του με ύφος ανθρώπου που δεν πιστεύει. Ο Ρωμαίος πήρε το γράμμα με τη χρυσή σφραγίδα που του έτεινε ένας υπασπιστής. μόλις ξεκίνησε ο Αυτοκράτορας. όπου ο Αυτοκράτορας τον δέχθηκε με μεγάλες τιμές και τον παρέλαβε στην υπηρεσία του. αποκρίθηκε ο Δαφνομήλης.Μένει ο άλλος Κασκάνος. Μα κι εγώ δεν πιστεύω να βαστάξει πια πολύ ο πόλεμος. είχε αφήσει δυνατό στρατιωτικό σώμα. Σε Βούλγαρου λόγια μη βάζεις πίστη. πήρε γύρω την Πρέσπα κι έφθασε στην Αχρίδα καίοντας. Και όμως.τι χώρες και κάστρα βρέθηκαν στο δρόμο του. Έλεος πια δεν έκαμνε σε κανένα. είπε ο Γεώργιος Γονιτσιάτης. Έφθασε στη Θεσσαλονίκη και από κει πήγε στη Μοσυνούπολη.. να παρουσιαστεί στο ελληνικό στρατόπεδο. παίρνοντας ό. γύρισε πίσω. και ο Γονιτσιάτης και ο Ορέστης. γιατί έμαθε πως ο Βλαδισλάβ το πολιορκούσε στενά και πως το φρούριο κινδύνευε.Ώστε ο πόλεμος και τα βάσανα μας κοντεύουν πια να τελειώσουν. Έπεσε σαν κεραυνός στην Πελαγονία. με αποδείξεις.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ του θα τα πιστέψω μόνο όταν πλάγι στη δική του υπογραφή δω και τις υπογραφές όλων των βολιάδων που έμαθα να εκτιμώ τα ονόματα τους. Ο Ιωάννης Βλαδισλάβ και οι άρχοντες ορκίζουνταν πίστη στον Αυτοκράτορα των Ελλήνων και υποτάσσουνταν ως «υπήκοοι πιστοί και δούλοι». Αν και η εποχή ήταν πολύ προχωρημένη. έξαφνα στο δρόμο μαθαίνει. Ήταν καταχαρούμενος. ξαναφεύγει για το Περνίκον. Ο Κωνσταντίνος Διογένης άκουε συλλογισμένος. . Αυτή η χρυσαλοιφή ο κουλός δε με πείθει! Αν δε δω την υπογραφή του Κρακρά και του Ιβάτζη. . τώρα πια που έπεσε ο Δομετιανός Κασκάνος και ο Ιλίτζης. να μην αφήσει πέτρα σε πέτρα. Αγανακτισμένος και θλιμμένος ως την καρδιά. μην τύχει και στα ανήσυχα αυτά νεοκυριευμένα μέρη μαζευθούν πάλι βουλγάρικες δυνάμεις και επαναστατήσουν τη χώρα. το μόνο δυνατό 140 . Ο πόλεμος έμοιαζε αληθινά τελειωμένος. τι θες να κάνουν οι άλλοι. στην Πελαγονία. όλοι κατασφάχθηκαν. Κι εκείνος είναι ίσως ο χειρότερος από τους δυο.

Η Ευδοξία είχε μάθει ένα μέρος του δράματος. αποκρίθηκε συλλογισμένη η κόρη. Μια παρηγοριά της έφερε ο Βασίλειος. Ύστερα από τριών μηνών κόπους. μα ήταν ήρωας! Ο Βασίλειος ήταν βέβαια αμείλικτος. η Ευδοξία περίμενε. Είχε. είχε ρίξει στη ράχη της καρέγλας της το μουντό μελιντζανί της πέπλο. Έξαφνα ο βαρύς σιδερένιος κόπανος της εξώπορτας χτύπησε δυνατά. σ' ένα αρχοντόσπιτο της Θεσσαλονίκης. Τη φρικτή του όμως καταδίκη και την επέμβαση του δούλου. της χήρας το φόρεμα. παιδί μου. Κλαις παλικάρι. 141 . Ο Αυτοκράτορας μπήκε μέσα. Το κέντημα της δε φαίνουνταν να την ενδιαφέρει πολύ. Μόνο αυτό μου γράφει. δυο γυναίκες κάθουνταν εμπρός σ' ένα φαρδύ μισοανοιγμένο παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. καρφώνοντας του το μαχαίρι στην καρδιά.Ο Μιχαήλ. Αντίκρυ της μια κόρη λυγερή. μόνο στολίδι φορούσε ένα χρυσόπλεχτο διχτυωτό σκουφάκι. . Ήταν ως δεκαοχτώ χρόνων.. όπου ο πιστός δούλος είχε αναπαύσει τον Δραξάν από το βασανιστήριο. ζαλισμένοι από την απίστευτη είδηση που έφερναν της κυράς τους. Μια . Πλήθος μαύρα σγουρά μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της. Ευδοξία. Πάλι όμως απέτυχε μπρος στο φοβερό αυτό φρούριο.Δε σου το είπαν. συνοθεύοντας με το μονότονο μουρμούρισμα του τις σκέψεις των δυο γυναικών.. Το είχε παρατήσει στα γόνατα. Η μια. . Τρεχάτοι έφθασαν οι δούλοι. Ο Αυτοκράτορας είχε έλθει ο ίδιος! Όρθια. ο Βασίλειος έλυσε την πολιορκία και γύρισε στη Μοσυνούπολη. και συλλογισμένη κοίταζε μακριά το πέλαγος που απλώνουνταν ήρεμο ως πέρα. Αλεξία. η κόρη δεν την παρατήρησε. ο αδελφός της επέστρεφε. με το πρόσωπο μαρμαρωμένο στη βουβή της λύπη. από το σπίτι της δε βγήκε. ρώτησε η αρχόντισσα. τυλιγμένος στο στρατιωτικό του μανδύα. νέα ακόμα. ούτε πατούσε στην Αυλή. καθισμένη μπρος στο ροδάνι της. και φωνές ακούστηκαν αντρίκειες. στο κεφάλι. Η Ευδοξία θέλησε να προσκυνήσει.Σκέπτομαι.Κλάψε. σαν άνθρωπος μονάχα που έχει καρδιά και που έρχεται να παρηγορήσει φίλη θλιμμένη. Μια μέρα. χωρίς κανένα σημάδι ή στολίδι της βασιλείας. κι έπειτα θα έλθει εδώ. Παραδομένη στα τέσσερα της παιδιά. . να κάνει την αναφορά του στον Αύγουστο. Μιαν ανοιξιάτικη πρωινή. Πότε έφθασε. λέγει. άσπρα ντυμένη. παρηγοριά που δεν την ήλπιζε πια στη δυστυχία της. η Θεσσαλονίκη όλη στολίστηκε. και κάμποση ώρα μόνος ο ήχος του ροδάνιού ακούουνταν στην κάμαρα. και το σούσουρο της γενικής χαράς έφθασε ως την πολυπικραμένη χήρα. Είναι λίγη ώρα. Της είχαν πει πως ο άντρας της έπεσε σ' ενέδρα και πως σκοτώθηκε. δεν της τα είχαν πει.. στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού. Μα χωμένη στ' όνειρο της. όπως είχε αποτύχει και στα 1004. τυλιγμένη πάντα στης χηρείας το μελιντζανί πέπλο.Τι σκέπτεσαι. όπου άφησε το στρατό του ν' αναπαυθεί για τον υπόλοιπο χειμώνα.Λέγει αν θα μείνει μέρες. σκέπτομαι πως αν και τώρα μου πει ο Μιχαήλ πως απέτυχε. Από τότε.. σχημάτιζαν στεφάνι ζεστό γύρω στο λεπτό της πρόσωπο και. δε δέχουνταν κανένα. λεπτή και μικροκαμωμένη. Η Ευδοξία ξανάρχισε πάλι να στρίβει τη ρόκα της.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ φρούριο που είχε μείνει άπαρτο στης Τριαδίτσας την περιφέρεια. . Ο αδελφός της ζούσε. της είπε. στα καταχνιασμένα βουνά. Ο Αυτοκράτορας επέστρεφε. Είχε όμως μεγάλη κι ευγενική ψυχή. Εγύρισε αντίπαλος μου. μου έφερε ο δούλος του ένα γραμματάκι από το παλάτι. τα μάτια τους γουρλωμένα. με καστανόξανθα μαλλιά και συλλογισμένο κουρασμένο πρόσωπο. Δυο χρόνια είχαν περάσει από την ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα. Μα ο αυτοκράτορας την έπιασε από το χέρι και τη σήκωσε.δυο φορές η συντρόφισσα της την ατένισε σιωπηλά. Η κόρη ανατρίχιασε. τα μάτια στυλωμένα στην πόρτα. ο λαός όλος φόρεσε τα εορτάσιμα του ρούχα. Και βλέποντας τις προσπάθειες της να βαστάξει τα δάκρυα: . στόλιζε με χρυσά κεντήματα το επικάλυμμα της Ιερής Τράπεζας.Όχι. ρώτησε η χήρα. κι εκείνος γύρισε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1017. . θα φύγω πια κι εγώ μαζί του. και γοργά έστριβε τη ρόκα. .

. και μυστικά. ξέσπασε ανάμεσα στα κλάματα. Ο Μιχαήλ όμως ποτέ. Ευδοξία. να φαίνεται σαραντάρης. Το βράδυ..λίγο η Αλεξία είχε ανοίξει την καρδιά της στη φίλη της.. Το νιώθω από τη μοναξιά που μου αφήνει κι εμένα. Όταν έμαθε πως η Αλεξία βρίσκουνταν στο παλάτι με τον Αυτοκράτορα. . . της πήρε την καρδιά. Μόνο που εγώ τον ακολουθώ παντού με τη σκέψη. Όλες τις λεπτομέρειες της παιδικής του ζωής. η Ευδοξία άκουσε την ιστορία όλη του αδελφού της που τόσα χρόνια τον είχε για χαμένο.Ο Μιχαήλ. μουρμούρισε η κόρη. Και όταν. . Η κόρη δεν αποκρίθηκε. να δει στη ζωή του αδελφού της το χαμόγελο που από τη δική της τη ζωή τόσο νωρίς είχε σβήσει. και με την ελπίδα πως στο τέλος. ... . . Δεν παρατήρησες πως ύστερα από κάθε ταξίδι του. παρουσιάστηκε στο σπίτι της. Μα όταν έφθασε ο Μιχαήλ στο συναπάντημα με την κόρη που τη νόμιζε βουβή. Η κόρη σήκωσε τα μάτια της ρωτήματα γεμάτα.Δεν τον στέλνω εγώ. Συλλογισμένη χάιδευε η Αλεξία το χέρι της φίλης της. και τα δάκρυα της έπεφταν γοργά για τη δική του τη ζωή που τη μάντευε δυστυχισμένη όσο και τη δική της. και που δεν ήταν άλλη παρά η κόρη του εταιριάρχη Αλεξίου Αργυρού. ενώ έξω και στο φαρδύ καπνοδόχο σφύριζε ο κρύος φθινοπωριάτικος άνεμος. αν τον είχες δει σαν ανακάλυψε πως ο Κωνσταντίνος είχε φύγει! Ενόμιζα πως θα τρελαθεί. λίγες μέρες αργότερα. ο Μιχαήλ είναι ακόμα πιο λυπημένος. τις έμαθε.Αλεξία.. Η Ευδοξία την πήρε στην αγκαλιά της και τη φίλησε.. μουρμούρισε. μην το νομίσεις ποτέ αυτό! αναφώνησε. όπου οι συλλογές και τα δάκρυα είχαν χαράξει πρόωρες ρυτίδες.Ποιον. από νέο εικοσιτριών χρόνων. . έχω τα παιδιά μου. μουρμούρισε η αρχόντισσα. μαζί με το φίλο του.. Μα βλέποντας τώρα την Αλεξία σκυμμένη πάλι στο κέντημα της.Ποιος σου σπαράζει την καρδιά. Μα σκέπτομαι κείνον. η Αλεξία άφησε το παλάτι κι έμεινε πια στο σπίτι της Ευδοξίας. της ήλθε ζωηρός πόθος να δει λίγη χαρά γύρω της. Ενώ εσύ. είπε με συμπάθεια. που από μικρό παιδί της είχε μείνει στο βλέμμα. μα σπαράζεται η καρδιά μου κάθε φορά που τον βλέπω!. Και σαν αδελφή την αγάπησε. για να τον δει καλύτερα. Εκεί την ξανάβρισκε ο Μιχαήλ. Σε λίγο.Έχεις δίκαιο. βαθιά συγκίνηση είχε χυθεί. Τον ανεγνώρισε ευθύς.. Τίποτε όμως άλλο νεανικό δεν είχε διατηρήσει η όψη του. έγιναν αχώριστες φίλες.Αν τον είχες δει τότε. η Ευδοξία ένιωσε ευθύς. Στο κουρασμένο πρόσωπο της χήρας. πως εκεί βρίσκουνταν η αιτία της λύπης που τον είχε κάνει. Ευδοξία. καημένο μου. που ως 142 .. με τη γυναικεία της λεπτότητα. θέλησε να τη δει. Ο Μιχαήλ είχε διατηρήσει τα μεγάλα γαλανά μάτια των παιδικών του χρόνων και τα ξανθά μαλλιά που έπεφταν σγουρά στους ώμους του. .Δε σου το κατηγορώ. ξέρεις. υπηρετούσαν το Βασιλέα τους. στο Τάγμα των Κατασκόπων.. επανέλαβε. Λίγο . Ούτε τον ρώτησε ποτέ τίποτα η αδελφή του. όπου μόνο στολίδι γυάλιζε το δαχτυλίδι του γάμου της. και τι μοναξιά σου αφήνει κάθε φορά που φεύγει.αργά περνούσε και ξαναπερνούσε τη βελόνα της στο μεταξωτό ύφασμα. η χλωμή μαυρομάτα με τη λυγερή κορμοστασιά και τη λαφιασμένη έκφραση. που για κείνα ζω. φοβήθηκα πως θα σκοτωθεί! Εκείνος ο άρρωστος άνθρωπος. και νιώθω πόσο σε πονεί η απουσία του αδελφού σου. Από την πρώτη ώρα. .. Αγκαλιασμένο τον κρατούσε η μεγάλη αδελφή αντίκρυ στο παράθυρο. την ακόλουθη άνοιξη του 1016. παιδί μου.Δεν ήθελα να σε πονέσω. αν και είχαν τόση διαφορά στην ηλικία.. Αργά . που σαν κόρη του την αγαπούσε. ξεκίνησε πάλι ο Αυτοκράτορας για την εκστρατεία των Μογλενών. είπε η αρχόντισσα. Η Αλεξία έπεσε στα γόνατα κι έκρυψε το πρόσωπο της στην ποδιά της φίλης της. σε κάθε γυρισμό του.. ακόμα πιο γερασμένος παρά πρωτύτερα..Δε σκέπτομαι εμένα όταν σου μιλώ έτσι. Εγώ. μπορώ να πω και ύστερα από κάθε διαμονή του εδώ. Να ήταν αλήθεια μόνο εικοσιτριών χρόνων ο άντρας αυτός.. χρυσή μου. ακόμα ελπίζεις και περιμένεις. καθισμένοι και οι δυο κοντά στο μεγάλο αναμμένο τζάκι όπου έτριζαν στις φλόγες τα ξερά ξύλα. Η Αλεξία πήρε με αγάπη το χέρι της. . ως τότε που μεγάλωσαν.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ Τωόντι.

Ήταν πρώτη φορά που μου έδειχνε πως μάντεψε το μυστικό μου. Μου φάνηκε πως η ιδέα αυτή τον έσωσε. . που με τη γυναικεία της αγάπη τον είχε μαντέψει από την πρώτη μέρα. πίστεψε ο Μιχαήλ πως ο Κωνσταντίνος είχε φύγει. Και με είδε. Κατάλαβα πως εκείνος ξέρει γιατί έφυγε ο φίλος του.. πως έγινε κάποια παρεξήγηση. πως ο Κωνσταντίνος είχε αυτοκτονήσει. μια ..Και δεν τον εμπόδισα. έφυγαν μαζί. Ευδοξία. . και κρατώντας την ακόμα από τη μέση. που νόμιζα πως κοιμούνταν. Μα ένα βράδυ.. εξακολούθησε θλιβερά.. Αλεξία.μια σβήνουν οι ελπίδες του. Δε θα ξεχάσω το πρόσωπο του! Άρπαξε τα χέρια μου και μου είπε άγρια: «Μην κλαις! Δεν το υποφέρω! Αύριο θα φύγω.. Ευδοξία. Από κει που ούτε να φάγει ούτε να μιλήσει δεν ήθελε. Τα μάτια τους 143 .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ εκείνη την ώρα ούτε να περπατήσει σχεδόν δεν μπορούσε. θα γύριζε..Γιατί έβαλε τέτοια ιδέα στο νου του. Ένας δούλος σήκωσε την κουρτίνα της πόρτας. όχι! αναφώνησε η Ευδοξία. ρώτησε η χήρα. Και όλη μου τη δύναμη την έβαζα στην προσπάθεια να φανώ ζωηρή και αδιάφορη. Θα γυρίσει... .. Λοιπόν ο Μιχαήλ δεν είχε μιλήσει ούτε της Αλεξίας!. και οι δικές μου. . Παντού τον ζήτησε.. και θα τον βρω. Δεν το φαντάστηκες ποτέ. Και τότε του ήλθε σαν τρέλα. και φαντάστηκα. θα το δεις. και μόλις με παρέδωσαν στον Αύγουστο.. έκλαψα. ποιος ξέρει.Στο γράμμα που σου έγραψε σήμερα ο Μιχαήλ. . Και η Αλεξία. Μα γιατί έφυγε. μουρμούρισε.. . Για το καλό του τον άφησα να πάγει. Μην το λες αυτό. Ούτε ο Νικήτας ούτ' εγώ δεν ξέραμε πώς να του μιλήσομε..... . και για μέρες φοβηθήκαμε πως ο νους του έπαθε.Παιδί μου. γυρεύοντας το σώμα του Κωνσταντίνου στα νερά του ποταμού.Φαντάστηκα πως εκείνο το βράδυ κάτι συνέβηκε μεταξύ τους. και θα σου τον φέρω!.Δε λέγει τίποτα...Τι. Η κόρη αργοκούνησε το κεφάλι.. .. σου δίνει καμιάν ελπίδα για τον Κωνσταντίνο. . κοίταξε την Αλεξία. εξακολούθησε η κόρη. σα φάντασμα ανεβοκατέβαινε όλη νύχτα την ακροποταμιά.». με μόνο μια σκέψη ριζωμένη στο μυαλό του.. μην τη δει και χειροτερέψει. Μα την άλλη μέρα ανακαλύψαμε πως έλειπε και ο βουβός δούλος. όσο για το κρυφό πόνο του αδελφού.. . Έπεσε σε παραμιλητά..Όχι..Θα γυρίσει πάλι.. είχε μείνει σκιά μονάχη! Τη δική μου τη λύπη την έκρυβα μπροστά του.... Και δε θέλω να τον ρωτήσω πια.. . .. αποκρίθηκε η Αλεξία. παραδομένη στη σκέψη του άλλου.. .... ζήτησε του Νικήτα να τον συνοδεύσει. Μα τα δάκρυα που έστεκαν στα μάτια της δεν ήταν τόσο για το απελπισμένο κορίτσι.Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω. Η κόρη έκλαιγε με σιγανό θλιβερό παράπονο. γι' αυτό και δεν ελπίζω. Να τον έβλεπες τότε... .. φώναζε πως εκείνος έδιωξε το φίλο του. σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να χαμογελάσει.Ναι. Σιωπηλά της ανταπέδωσε κείνος τα φιλιά της. και ως τον τάφο δε θα ξεχάσω τα μάτια του. τον ρώτησα μια φορά.. άλλαξε έξαφνα.. Με αγάπη χάιδευε η χήρα το σκυφτό κεφάλι της κόρης. γεμάτοι ελπίδες. Η Ευδοξία έκανε λίγα βήματα και άρπαξε τον αδελφό της στην αγκαλιά της. Με κοίταξε μόνο. ανήγγειλε.. Βιαστικά σηκώθηκε η Αλεξία. δεν είχε εννοήσει. Και μόνο σαν του το είπε και ο Νικήτας. Η κόρη δε μίλησε.. σε τι μαρασμό έπεσε! Κάθε μέρα βογγούσε. Βήματα ακούστηκαν στα ψηφιδωτά μάρμαρα απέξω. Μα πέρασαν δυο χρόνια.Και δε ρώτησες ποτέ τον Μιχαήλ..Αν ήταν ζωντανός.Ο πατρίκιος Μιχαήλ Ιγερινός.

Κάθε οπλαρχηγός Βούλγαρος επαινιούνταν πως τον είχε σκοτώσει. . Είναι χαρά Θεού σήμερα. .. Τα χείλια της έτρεμαν.. . Πήρε το χέρι της και το έσφιξε νευρικά. τόσο που αναμεταξύ τους είχαν καταντήσει να τον θεωρούν μυθικό πρόσωπο. . . Ναι.Έφθασε ως εσένα τ' όνομα του ήρωα.τι και να κάνουν οι Βούλγαροι δεν μπορούν να τους πιάσουν.. Ο Μιχαήλ την άκουσε που έφυγε.Στου Γίνου Βούγα.. ρώτησε ξαφνισμένος ο Μιχαήλ. του είπε.... Το βλέμμα του είχε σταματήσει στα κοκκινισμένα μάτια της. Έξω όμως έμεινε η χαρά αυτή.Ήλθα να σου πω. γράμμα που έπεισε τον Αυτοκράτορα πως ο Τσάρος τον γελά. και χωρίς να γυρίσει είπε: . που είναι μια φούχτα ήρωες... Και σαν ήθελαν να πουν για κανέναν καυχησιάρη. .Ναι! Ο Βούγας του πήγε το μυστικό γράμμα του Ιωάννη Βλαδισλάβ. Η κόρη ανατρίχιασε. Ύστερα χωρίς ενθουσιασμό είπε: . έχουν φθάσει κάποτε ως το Δυρράχιο. Ο Μιχαήλ κοίταξε πάλι κατά τη θάλασσα.Τώρα τον πέρασε και τον περνά συχνά. . . Ο Μιχαήλ ακούμπησε την περικεφαλαία και το μανδύα του σ' ένα σκαμνί και πλησίασε την Αλεξία. ούτε πέρασε ποτέ τον Αίμο. ε.Τον ξέρει ο Αυτοκράτορας. κάθε λίγο όμως ξαναφανερώνουνταν. και ό.Θα πάγω κι εκεί να ρωτήσω. έλεγαν πως σκότωσε και αυτός τον Γϊνο Βούγα. ανάμεσα στους Βουλγάρους. Και για να τον διασκεδάσει εξακολούθησε ζωηρά. γυρεύοντας να κρύψει τη σύγχισή της. . Σιγαλά σήκωσε η Ευδοξία την κουρτίνα και βγήκε από την κάμαρα και τους άφησε μόνους.Μπα. Μιχαήλ. δε ρώτησα. και κατορθώνει να μαθαίνει μυστικά που σαστίζουν και τον Αυτοκράτορα ακόμα. τους έχουν καταδιώξει στα πιο ψηλά κορφοβούνια.Γιατί. Μιχαήλ. πριν ακόμα ξεστομίσει το ρώτημα.. . Σαν τι μοιάζει.Δεν ξέρω.Πού. .. διέκοψε ο Μιχαήλ.Το είχα ακούσει σαν ήμουν παιδί..Το σώμα του Γίνου Βούγα. στα βουνά. Ο Μιχαήλ γύρισε. . Κάθησε στην καρέγλα που του είχε προσφέρει η κόρη και κοίταξε το ολοφώτιστο πέλαγος όπου τρεμούλιαζαν στ' ανήσυχα νερά οι μεσημεριάτικες ακτίνες. κατορθώνει να κάνει πράματα που δεν τολμούν και οι μεγαλύτεροι μας στρατηγοί να τα καταπιαστούν. Ισως ξέρει. ήταν χαρά Θεού. και στο αγέλαστο πρόσωπο του είχε διαβάσει εκείνη την απάντηση. Αλεξία. Ίσως είναι κει. Μα κανένας δεν τον είχε δει ποτέ.Χαρά Θεού! επανέλαβε. Λίγη ώρα δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε η άλλη. σαν κουρδισμένος.. ρώτησε.. Αλεξία. και με το σώμα του. .Φαίνεσαι κουρασμένος. ρώτησε ήσυχα η Αλεξία.Ναι. σα να διηγούνταν κι εκείνη κανένα παραμύθι: .Αλλού δεν είναι. στο Δούναβη κοντά. Τον είδε λοιπόν ο Αυτοκράτορας τον Γίνο. Ύστερα.Κάπου. Μα ο Μιχαήλ δεν έμοιαζε να το νιώθει. Κάθησε στο παράθυρο. Δεν της αποκρίθηκε αμέσως. είπε η Αλεξία.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ είχαν συναπαντηθεί. Και πάλι είπε ο Μιχαήλ: . πως θα παραιτηθώ από το στρατό. που με την τόλμη τους και τις αδιάκοπες τους επιδρομές έχουν ξετρελάνει τους Βουλγάρους. λένε... . αποκρίθηκε η Αλεξία. 144 . Δες τον ήλιο πώς λάμπει στη θάλασσα. Αλεξία. θαυματουργεί ένα σώμα βουνίσιων. είπε ξαφνικά: .

τόσο αφανισμένο τώρα που δεν προσποιούνταν πια. Τον είδε τόσο συντριμμένο.Άφησε με να σου το πω.. . ώσπου το μέτωπο του ακούμπησε στα χέρια της.. να δει το γράμμα.Ναι.Για να είμαι ελεύθερος. και είχε σηκώσει μεγάλη αναρχία γύρω στο Δυρράχιο και ακόμα και μέσα στην πόλη. πέρασα κοντά στον Γίνο ή στους δικούς του.Στ' όνομα του. Μιχαήλ! Αν δε σε είχα εσένα.... Θυμήθηκε πράματα που είχε ακούσει για το μικρό εκείνο ηρωικό σώμα.Αλεξία. Μιχαήλ..Απεναντίας. Μιχαήλ. . Κάθε φορά που ρωτούσαν το Γίνο Βούγα πώς τα μάθαινε όλα αυτά. κινδύνους και ηρωισμούς γεμάτη. ναι! Αν υπάρχει καμιά ελπίδα. και να φύγεις με τον Αύγουστο. ήλθα να σου πω πως θα παραιτηθώ από το στρατό. Αλεξία. ήταν λίγο πιο χλωμός. με την ελπίδα να πάρει με προδοσία το κάστρο.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ Την κοίταξε σα να της ζητούσε βοήθεια. που γύρευε να στερεώσει τη φωνή της. εξακολούθησε η Αλεξία. κι έπεσε σ' ένα σοφά με το κεφάλι γερμένο στα χέρια του. ξύπνησαν ξαφνικά σ' αυτήν ελπίδες. σα να περίμενε από κείνην ένα λόγο που να τον κάνει να πιστέψει αυτά που ο ίδιος της έλεγε. .Ο Θεός να σ' ευλογήσει. 145 .. Η κόρη τώρα έτρεμε όλη. του είπε.. Ο Μιχαήλ πήρε τα δυο της χέρια κι έσκυψε το κεφάλι του χαμηλά. φωτεινή και παρήγορη. μα ήταν ήσυχος. μήπως και ο πιστός αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος. το είπες και πριν. Ποιος άλλος από κείνον θα είχε την τόλμη να μπει στη σκηνή του Βλαδισλάβ. εκείνος αποκρίνουνταν μονάχα πως τα ήξερε από κάποιον πιστό του. εκεί θα έχει πάγει. Τα λόγια του. αν ζει ακόμα. πού και πώς μπορώ να τον δω. στις διάφορες αποστολές όπου έτυχε να με στείλει ο Αυτοκράτορας.. στ' όνομα του Κωνσταντίνου. Μα γιατί. Δεν ξέρεις τι λες! Πήγε στο παράθυρο κι έγειρε έξω.Σώπα! διέκοψε κείνος απότομα. που χωρίς ενθουσιασμό και χωρίς πίστη της τα είχε πει. . Σήκωσε το πρόσωπο του όπου η μαύρη και αδιάκοπη λύπη των δύο τελευταίων χρόνων είχε αφήσει βαθιά τα χαράκια της. Ο Βασιλέας με διόρισε υπασπιστή του για την εκστρατεία του Λογγού6. που λίγο .. Σηκώθηκε. . μη μιλάς για χρέος. να το πάρει του αγγελιοφόρου και να το πάγει στον Γίνο.Τι δε σου χρεωστώ. διέκοψε η Αλεξία. που σε κάμνει και από αδελφό καλύτερο.Να πας. και ποτέ. να μην παραιτηθείς με κανέναν τρόπο.. να πας! είπε με φωτιά. πως ο Ιωάννης Βλαδισλάβ είχε μαχαιρώσει με το χέρι του τον Βλαδίμηρο5. Μα αν δεχθώ. μπροστά της. σαν πάγει να του κάνει καμιάν αναφορά! . που δάκρυα γέμισαν τα μάτια της..Αν η πίστη μου σου δίνει εσένα δύναμη. .Πώς ξέρεις. το πρόσωπο της όλο αναμμένο από ενθουσιασμό και συγκίνηση. στα Βοδενά. γαλήνεψε την αγριεμένη ψυχή του. Πώς δεν το συλλογίστηκες νωρίτερα. Αν είσαι υπασπιστής του.. τι να πω εγώ για κείνα που κάνεις εσύ για μένα. ... Μιχαήλ. ποτέ δεν μπόρεσα να τον συναντήσω! Λες και με απέφευγαν! Θέλω τώρα να είμαι ελεύθερος. το γαμπρό του Σαμουήλ. Όταν γύρισε. φώναξε με πάθος.. και που είχαν περάσει απαρατήρητα στη μεγάλη της λύπη. Αν δεν είχα τη βαθιά φιλία σου. Κι έξαφνα. και μια στιγμή σταμάτησε το βλέμμα του απάνω της. που τόσες φορές. θα είμαι δεμένος όπως ήμουν ως τώρα. η πίστη σου μου ξαναδίνει ζωή.. . Ο Μιχαήλ πετάχθηκε πάνω. έκανε μερικά βήματα. σώπα. . στου Γίνου το σώμα! Αυτή είναι η ζωή που του αρέσει. μα που τώρα της φώναζαν την παρουσία του Κωνσταντίνου της. Να πας.. . είπε. Ποιος άλλος μπορούσε σε δυο μέρες από το Θέμα του Δυρραχίου να προφθάσει να μηνύσει του Γίνου. έλαμψε πάλι η ελπίδα.λίγο είχαν σβήσει. . Και το λαφρύ του πελάγου τ' αεράκι δρόσισε το καυτό του μέτωπο. και τον αισθάνθηκε πιο δυστυχισμένο ακόμα και απ' αυτήν την ίδια. μουρμούρισε. είσαι σχεδόν βέβαιος να δεις τον ίδιο τον Γίνο.

Θα σ' αφήσει ο Αύγουστος. μα όποταν μιλώ εγώ για τον Γίνο Βούγα ή ρωτώ τίποτα μπροστά του... με το λαμπρό σώμα των κατασκόπων και αγγελιοφόρων που κατόρθωσε να διοργανώσει. άλλαξε τόσο από τότε. σε καμιάν αποστολή. Το στόμα του έτρεμε νευρικά. . Μιχαήλ. .Ο Νικήτας. . . . Και όμως με όλα αυτά.. Μ' από τα χρόνια που τον ακούω. είπε με συγκίνηση.Ναι!.Μα όλα αυτά που σου είπε σένα ο Αύγουστος. . Θα έλθω μαζί σου. 146 .Και του είπε ο Γίνος πως θα τον ειδοποιεί..Το ξέρω από τον Αύγουστο τον ίδιο.Σωστό αυτό. την ώρα που θα φθάσει ο Γίνος ή κανένας αποσταλμένος του. ακόμα και στη Θεσσαλονίκη αν είναι. . αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Έκοψε απότομα τη φράση του κι έσκυψε πάλι στο παράθυρο. δυο .Και τι σου είπε ο Αύγουστος γι' αυτόν.. πώς είναι δυνατό να μην τα γνωρίζει ο Νικήτας. . που έζησες τόσα χρόνια στα βουνά!». Κι έτσι να ξέρει πάντα ο Αύγουστος ακριβώς πού βρίσκονται τα βουλγάρικα σώματα. απαντά σα να βαριέται να μιλήσει ή αλλάζει την ομιλία. είπε.Μην τον συνερίζεσαι. αποκρίθηκε η Αλεξία.Τα ξέρει.Τι τρέχει. μουρμούρισε ο Μιχαήλ. ή και στην Πόλη. Μα τα ξέρει! αποκρίθηκε η Αλεξία. . Ανάμεσα στα φρύδια του.Είναι λοιπόν νέος ο Γίνος. Θα του το ζητήσω. πρέπει να γέρασε πια. Και στο τέλος μου λέγει πάντα: «Να καλός γαμπρός για σένα. Ο Μιχαήλ έκανε μερικά βήματα πάνω και κάτω. Ο Μιχαήλ έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος. Αλεξία.Αλεξία.Δεν είναι το ίδιο.Όχι μόνο δε μου τα είπε. .. που με τον πρωτοσπαθάριο Ορέστη και όλο το σώμα του.. λαφρύ τρεμούλιασμα ξεχώρισε τα χείλη της.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ .. που τον έχουν ενθουσιάσει. Ο Μιχαήλ γέλασε. ποιος μ' εμποδίζει ν' ακολουθώ τον Αυτοκράτορα.. Η κόρη έκανε να χαμογελάσει. Ως υπασπιστής του θα μαθαίνεις περισσότερα πράματα.Θα είμαι εγώ εκεί. είπε σιγά. μπορεί να στέλνει ο Γίνος τις ειδήσεις κατευθείαν στον Αυτοκράτορα πολύ γρήγορα. Μα. . . όπου και αν βρίσκεται. .Θα με πάρει μαζί του. αποκρίθηκε η Αλεξία.Συνεννοήθηκε μαζί του και συμφώνησαν πως. κοιτάζοντας έξω με φρύδια σουφρωμένα. Ύστερα είπε έξαφνα: . Συχνά σαν έχει διάθεση.Αν παραιτηθώ.Εσύ. . ναι.Όπου και αν βρίσκεται.τρεις ρυτίδες χαράζουνταν βαθιά. Και είναι και αυτός τόσο θλιμμένος! Ο Μιχαήλ γύρισε πάλι και την κοίταξε. . καταστράφηκε στην ενέδρα του Ιβάτζη. . αν τύχει και βρίσκομαι πάλι μακριά. ρώτησε η κόρη σιμώνοντας τον. μου διηγείται τα κατορθώματα του Γίνου. Δε σου τα είπε... Πήρε από τον ώμο το χέρι της και το κράτησε στα δυο δικά του. .Δε ρώτησα ποτέ. . και να μην ξαναδούμε πια καταστροφές σαν του Βοτανειάτη στο στενό του Δύσβατου.. και σαν του Γονιτσιάτη. ποτέ δε μου έδειξε τόσην αγάπη όπως από κείνη τη νύχτα. . . Η Αλεξία ακούμπησε το χέρι της σιγά στον ώμο του. Τα μάτια της Αλεξίας γέμισαν δάκρυα. και πάλι σταμάτησε μπρος στο παράθυρο.

και τώρα με καρδιόχτυπο περίμενε τα ρωτήματα που θα της έκαμνε βέβαια ο Αύγουστος. Ήταν σα μεθυσμένος. . και ήλθα αμέσως. Τι τρέχει. Νικήτα! Νικήτα! Ο Νικήτας την έσφιξε στην καρδιά του. Τον είδα που έφευγε και τον σταμάτησα.Ναι. .Αχ. βρήκε την Αλεξία ακόμα στο ίδιο μέρος. έτοιμος να ξεκινήσει για την εκστρατεία εναντίον του Λογγού.Με ποιον. Σαστισμένη τον ρώτησε: . Είναι αλήθεια. Μα ξαφνικά πάλι την άφησε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ . Η Αλεξία σηκώθηκε. αποκρίθηκε. Ευδοξία. .Μου είπαν πως ήσουν εδώ. Φεύγεις αλήθεια.Τι του είπες και τον άλλαξες έτσι. Η Αλεξία είχε έλθει ν' αποχαιρετήσει τον Αυτοκράτορα και συνάμα να ζητήσει οδηγίες για το δικό της ταξίδι. . Ήταν άλλος άνθρωπος. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ Σ' ένα μικρό καμαράκι.Δεν πειράζει με ποιον. ρώτησε χαμογελώντας η Ευδοξία.Για τα Βοδενά. Την αγκάλιασε και την έσυρε προς το παράθυρο. Νικήτα.Για πρώτη φορά. και με μια φωνή ρίχθηκε στην αγκαλιά του. Ακούστηκε πως φεύγεις. ενόσω τελείωνε μερικές βιαστικές δουλειές και υπέγραφε τις τελευταίες του διαταγές. Ο Βασιλέας έφευγε σε λίγο για τη Μοσυνούπολη όπου τον περίμενε ο στρατός ολόκληρος. φθάνει που δεν παντρεύεσαι. του είπα εγώ να φύγει για να βρει τον Κωνσταντίνο. Νικήτα! . . περίμενε η Αλεξία. είδε τις δυο γυναίκες. . Μα έξαφνα αναγνώρισε τον άντρα.Τι πράμα. Αλλά δεν της το αρνήθηκε. κι έσκυψε το κεφάλι σα να ήθελε κάτι να της πει. Ο Βασίλειος είχε απορήσει κάπως όταν του ζήτησε η κόρη την άδεια ν' ακολουθήσει την εκστρατεία. .Τώρα θα τον βρούμε.Για πού.Λόγια των χασόλογων. Ο Νικήτας αναστέναξε.Παντρεύεσαι. . Δυο κόμποι έτρεμαν στα μαύρα κυρτά ματόκλαδα της κόρης.Πού σου ήλθε να ρωτήσεις. που ήταν από τα τελευταία αλλά και τα δυνατότερα κέντρα των ανυπότακτων Βουλγάρων. Ένας δούλος σήκωσε την κουρτίνα της πόρτας και κάποιος μπήκε. Μια στιγμή ακόμα κράτησε το χέρι της σφιγμένο στα δικά του. 147 . είπε ο Νικήτας. . Άφησε τους να λέγουν. Εξηγήσεις δεν του είχε δώσει ακόμα. τις χαιρέτησε με το χέρι κι έφυγε. πήρε βιαστικά το μανδύα του και την περικεφαλαία. γλυκιά μου νεράιδα. πλάγι στη μεγάλη σάλα όπου ο Αυτοκράτορας έκαμνε τα συμβούλια του με τους στρατηγούς και ανώτερους του υπαλλήλους. Μου είπε πως θα φάγει μαζί μας απόψε και πως φεύγει με τον Αυτοκράτορα. Όταν μπήκε μέσα η Ευδοξία. Είχε διατάξει την Αλεξία να τον περιμένει εκεί. και βγήκε από την κάμαρα χωρίς να την ξανακοιτάξει. είπε χαμηλόφωνα. . είπε σιγά. Την ίδια ώρα ο Μιχαήλ άνοιγε την αυλόπορτα. Και θα πάγω μαζί του. είπε. Την απομάκρυνε λίγο και την κοίταξε. . Αλεξία. για την περίεργη αυτήν επιθυμία της. Ο Νικήτας αναπήδησε.

γι' αυτό. Αλεξία.Όπου τον οδηγήσει ο Κύριος. ρώτησε. Μου ετοίμασαν δωμάτια.Ναι.Χειρότερα παρά ποτέ.Τον άμοιρο.Τον έχτισες εσύ. Και θλιβερά πρόσθεσε: . .αργά. Ο Νικήτας γύρισε κατά το παράθυρο. Νικήτα. γιατί ζήτησες να μας ακολουθήσεις.Ποιος τον έχτισε.Και στα Βοδενά πού θα μείνεις. της είπε πιο σιγά.Με ποιο σκοπό.Δεν κατόρθωσε να μάθει πού βρίσκεται. Της γύριζε τη ράχη και η κόρη δεν έβλεπε το πρόσωπο του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Η κόρη σήκωσε τα μάτια της. Και πιο σιγά ρώτησε: .Όχι..Πας να τον βρεις. Μα η φωνή του της φάνηκε αλλαγμένη. .Τι πας να κάνεις στα Βοδενά. Πες μου. . Ο Νικήτας ακούμπησε το τραχύ του χέρι στο λεπτό χεράκι της. . . ρώτησε ο Νικήτας χωρίς ν' αποκριθεί. γυάλιζε τα ασημένια εγκολλήματα που το στόλιζαν. . Ακουμπισμένη στο τραπέζι. και για να βρίσκομαι πάντα κοντά στον Αύγουστο.Το μαντεύεις. . Και θα φροντίσω τώρα τον τάφο του Γρηγόρη. αποκρίθηκε. . . την είδε. μουρμούρισε ο Νικήτας. Ο Νικήτας γύρισε. Με το κεφάλι του έκανε νόημα καταφατικό. ρώτησε ο Νικήτας. .Και γι' αυτό τον συνοδεύεις. Η Αλεξία δεν αποκρίθηκε. ακόμα και σα λείπει ο Μιχαήλ.Μην έμαθες εσύ τίποτα. .Στην τύχη. .Και πού πάγει ο Μιχαήλ. . αργά.Μα λοιπόν πού πηγαίνεις. Με στέλνει ίσια στα Βοδενά. όπου θα τον βρω σαν έλθει.Όπου πάγει ο Μιχαήλ. Νικήτα.. Αλεξία.Όχι.. είπε. . Τον βρήκα έτοιμο σαν πήγα εκεί τις προάλλες. ..Δεν ξέρω.Θέλω να δω τον Γίνο Βούγα.Γιατί θέλεις να έλθεις.. μουρμούρισε. Και ακούμπησα στην πέτρα ένα κλαδί ροδοδάφνης που άνθιζε κει κοντά. 148 .. με την άκρη του δαχτύλου της. . Ο Αύγουστος όμως βρίσκει περιττό να πάγω στη Μοσυνούπολη.Θ' ακολουθήσω την εκστρατεία.Θα τον βρεις χτισμένο.Στο φρούριο. . . . . Νικήτα. είπε. .Ξέρεις πού είναι. Ο Νικήτας ξιπάστηκε. και ήλθε και κάθησε κοντά της. . .Πώς είναι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ . . Η επιμονή του τη συγκίνησε. .

Ο Ιβάτζης μάζεψε γύρω του πλήθος οπλαρχηγούς που είχαν πάρει τα βουνά. . . και χωρίς άλλο θα του έμπηγε το μαχαίρι στην καρδιά.Σου ζήτησε ο Μιχαήλ να πας μαζί του. Ο Νικήτας έμεινε σιωπηλός. μην τον αφήσεις πια ούτε βήμα.Γιατί. τα μάτια του έβγαζαν σπίθες· βαστάχθηκε και είπε μόνο: Όποιος μου τον φέρει. είπε. Ο Νικήτας γύρισε απότομα και ήλθε κοντά της.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ . Μα τον Ιβάτζη. . .Ποιος. σήκωσε τη γροθιά του. και δεν κατάφερε ποτέ να τον δει. . Δέσποτα! Κάποιος. κατάκοψε τους ακολούθους του. . τρέμοντας όλη.Σα φθάσει ο Αύγουστος στα Βοδενά και σε πάρει.αργά το τραπέζι. τι νέα φέρνεις. Λέγε γρήγορα.Είναι πολλοί. ρώτησε. δίστασε. Και η Αλεξία άρχισε πάλι να τρίβει αργά . .Τον είδα. και σα να πήρε την απόφαση του.Είδες τον Δαβίδ Αριανίτη. που είχε καθήσει σ' ένα μαξιλάρι στα πόδια του. και ξυπνά και τους πιο δειλούς. .Γιατί θέλετε να δείτε τον Γίνο Βούγα ο Μιχαήλ κι εσύ. Πάντα τύχαινε να λείπει σαν έρχουνταν ο ήρωας.. Έπιασε την Αλεξία από το χέρι την ώρα που πήγαινε να προσκυνήσει και τη σήκωσε. . όπου θα διοργανωθούν για να χτυπήσουν συγχρόνως απ' όλες τις μεριές τους επαναστατημένους βολιάδες. και κάθησε σε μια πολυθρόνα κοντά στο τραπέζι.Φαντάστηκε ο Μιχαήλ πως ο Κωνσταντίνος μπορεί να πήγε στο σώμα του. Εκείνη την ώρα η πόρτα της μεγάλης σάλας άνοιξε και ο Αυτοκράτορας μπήκε μέσα. και στους ώμους είχε κρεμασμένη τη γαλάζια κοντή χλαμύδα. δεν έπεφτε κείνη τη στιγμή το άλογο του νεκρό. και κατέβηκε πάλι στην Πελαγονία. Και πάλι του ξέφυγε ο Ιβάτζης. μα τον ακούω. από χωριό σε χωριό. Πότε έφθασες. . Ήλθα ίσια εδώ. Δέσποτα. . διευθύνουνταν κατευθείαν στην πεδιάδα της Πελαγονίας. . Δέσποτα. Ύστερα είπε: . Νικήτα. όπου ο Νικουλιτσάς τρέχει.Ναι. με το σπαθί στο πλευρό.Πόσοι μένουν ακόμα και ποιοι είναι. Φορούσε το πολεμικό του χαμηλό στέμμα. Ήταν έτοιμος για την εκστρατεία. τα κόκκινα κεντημένα καμπάγια. ζωντανό ή πεθαμένο. . Ο Μιχαήλ ως τώρα είχε ατυχία.Αν ξαναπέσει ο Νικουλιτσάς στα χέρια μου. του παλικαριού τ' όνομα ξέχασες να μου πεις.Είναι λίγη ώρα.Πού τον ξέρεις τον Γίνο Βούγα. .. Έφευγε από τα Βοδενά με τον Κωνσταντίνο Διογένη. Η Αλεξία είχε μισοσηκωθεί. είπε. θα μου πληρώσει ακριβά τις αμαρτίες του.Μα τον Άη-Γιώργη. Εγώ του το πρότεινα. Νικήτα. ρώτησε ο Νικήτας. από τρίχα να την πάθει. είπε ήσυχα: 149 .Όχι. ο Ιβάτζης. όρμησε στον Ιβάτζη. Ο Βασίλειος είχε ακουμπήσει στη ράχη της πολυθρόνας του. το θώρακα του καμωμένο από χρυσές λεπίδες. αν για κακή του τύχη. Ο Νικήτας σηκώθηκε και πήγε πάλι στο παράθυρο. ρίχθηκε απάνω του με μετρημένους άντρες. .Λέγε. και κατά τη διαταγή σου. που από μήνες και χρόνια τον κυνηγά. Νικήτα! αναφώνησε ο Βασίλειος. όπου ο βυζαντινός αετός άπλωνε φαρδιά τα χρυσωμένα του φτερά.Δεν τον ξέρω. . . θα κάνει την τύχη του! Μια στιγμή ο Νικήτας δίστασε. ρώτησε χωρίς να γυρίσει. είπε.Είναι λίγες μέρες. και τους παρακινεί σ' επανάσταση. Συλλογισμένος περνούσε και ξαναπερνούσε το χέρι του στα μαύρα μαλλιά της Αλεξίας. Ο Νικήτας την είδε. μεταμφιεσμένος.

Θα με ακολουθήσεις όπου και αν πάγω. είπε με φωνή που μάταια γύρευε να τη στερεώσει. ήταν οχυρωμένη περισσότερο απ' ό. και πηγαίνω να τον ξαναβρώ.. κόρη μου. εγώ με το χέρι μου θα σας στεφανώσω.τι περίμενε ο Αυτοκράτορας. μαθαίνει ο Βασίλειος από τον Τσιτζίκιο. Η Αλεξία στέναξε με καημό. και τους αιχμαλώτους τους μοίρασε δούλους στους στρατιώτες του. Και γυρνώντας στον Νικήτα. γυρίζει πίσω. είπε. στρατηγό του Δορύστολου. Και το χαμόγελο του. Και μαζί θα γυρέψομε τον άξιο γιο του γενναίου μου Κατεπάνω. το κατάκαψε. Η κόρη είχε ανασηκωθεί και κατάχλωμη ακούμπησε στο τραπέζι να στηριχθεί. Θα έλθει μαζί μας στη Μοσυνούπολη. ο Βασίλειος ξεκίνησε από τη Μοσυνούπολη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ . φρούριο κοντά στην Καστοριά. χωρίς αναβολή. που πατούσε Βυζαντινός στρατιώτης τα βουνίσια εκείνα μέρη. προχώρησε ως την Καστοριά και την πολιόρκησε και αυτήν.. και η κουρτίνα σκέπασε την πόρτα: . Είμαι αρραβωνιασμένη με τον Κωνσταντίνο Κρηνίτη. που είδα τον Νικήτα να κλαίγει. το φρούριο έμεινε απόρθητο. παιδούλα..Αύγουστε. Θα τον βρούμε τον αρραβωνιαστικό σου. πολιόρκησε και πήρε το κάστρο. Δέσποτα. και με όλες τις αιφνίδιες προσβολές και τις αδιάκοπες επιθέσεις. . Τον είδες.Σε σένα. Και στη μεγαλοψυχία σου ούτε καν με ρώτησες γιατί θέλω να φύγω. είπε μισογελώντας. έδινε στα λόγια του βαρύτητα ιερής υπόσχεσης. Μιας κι έρχεσαι μαζί στην εκστρατεία αυτή. πως ο Ιωάννης Βλαδισλάβ συνεννοήθηκε με τον Κρακρά και συμμάχησαν με τους Πετσενέγους4.Ήταν ο Γίνος Βούγας. το τόσο σπάνιο.Το ένα παλικάρι δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνούμε το άλλο.Τι έπαθε ο χαλκέντερος στρατιώτης μου. είπε ο Βασίλειος. . Ήταν πρώτη φορά. Μα την αιτία. χρεωστώ να σου την πω. που είχε αποτραβηχθεί στο παράθυρο: . και συ μου το επέτρεψες. παίρνει και καταστρέφει τα Βοσόγραδα. αφού πρώτα κυρίευσε κι έκαψε όσα βουλγάρικα κάστρα βρίσκουνταν ακόμα στην περιφέρεια αυτή. Από κει. και πως με μεγάλες δυνάμεις ετοιμάζονται να κατέβουν από το βοριά. Μια στιγμή έμεινε άφωνος ο Αυτοκράτορας και κοίταξε την κόρη που ολότρεμη έστεκε μπροστά του. Με τη συνηθισμένη του γρηγοράδα.Ο Γίνος. Νικήτα. Είναι πρώτη φορά αφότου τον γνωρίζω. Ευθύς λύνει ο Βασίλειος την πολιορκία της Καστοριάς.Θα πας. σα δει τη λυγερή που του κρυφοφυλάγω. Πήρε στα δυο του χέρια το δακρυσμένο της πρόσωπο και της χαμογέλασε. . τι λες. είπε συγκινημένος. δεν παίρνεις και τα νυφικά σου στέφανα. ρώτησε ανήσυχα.Του αξίζει αμοιβή. Αλεξία. έφθασε στο Λογγό. παιδί του βουνού και της ρεματιάς. αναθέτω τη φροντίδα να τον βρεις. Εκείνος μου έδωσε τις ειδήσεις που σου είπα. Έκοψε ξαφνικά τη φράση του: . Και σα βγήκε ο Νικήτας. Με όλες τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του γενναίου του στρατού. πρόσθεσε. Ο Βασιλέας γύρισε στην Αλεξία. Κι εσύ. χτισμένη στην είσοδο της χερσονήσου που προχωρεί ως μέσα στην ομώνυμη λίμνη. Δέσποτα. ώσπου να τον ξαναβρούμε.Τι έχεις. έχυσε στ' αυστηρά του χαρακτηριστικά ασυνήθιστη γλύκα. ύστερα από χρόνια. Ωστόσο δώσε διαταγή να ετοιμάσουν ευθύς το φορείο της πατρικίας Αλεξίας Αργυρής. . . Η Καστοριά όμως. Εκεί μαθαίνει την καλήν είδηση πως οι 150 . και η φωνή του. .. σοβαρή και δυνατή. που ήταν πια τα τελευταία χαρακώματα των Βουλγάρων αρχόντων.Τον απάντησα τις προάλλες. Ύστερα την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο μέτωπο. Έχω την ιδέα πως δε θα πει όχι ο γενναίος μου Βούγας. Άλλο όνομα είχε ελπίσει. πάλι! είπε ο Βασιλέας. Σου ζήτησα τη μεγάλη χάρη να σε ακολουθήσω σ' αυτή την εκστρατεία. Και όπου τύχει και είμαστε. Έξαφνα. και φθάνει στ' Όστροβο. οχυρώνει τη Βέρροια.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ Πετσενέγοι. Θα γίνεις μοναχός. κάθε λέξη ακούουνταν στο καμαράκι της Αλεξίας. θα πάγω μαζί του. Σήκωσε τα μάτια του μα δεν αποκρίθηκε. Τέτοιο όνομα δεν το είχαν ακούσει.Ευθύμιο. σταλμένοι από τον Γίνο Βούγα. να κρυφθεί μες στα κλαδιά τους. ο Αυτοκράτορας μιλούσε και συζητούσε μ' ένα . . 151 . . κατατρομαγμένοι με τα κατορθώματα του. και της φαίνουνταν πως και τις πέτρες του κάμπου τις ήξερε.Έφθασε σήμερα. Ο Μιχαήλ γέλασε και κοίταξε αλλού.Ναι!. αποκρίθηκε η Αλεξία κάπως ταραγμένη με το ύφος του. Και όταν ύψωνε τη φωνή. ενώ πίσω ακολουθούσαν οι γυναίκες της συνοδείας της. Εβδομάδες και μήνες είχαν περάσει. Ωστόσο η Αλεξία δεν αποθαρρύνουνταν. πως κάθε δέντρο. Μα σιωπηλά άκουε ο Μιχαήλ τη φωνή της χωρίς να προσέχει τα λόγια της. ρώτησε. τη μεγάλη παρακαταθήκη γεννημάτων των Βουλγάρων. Με πονεί η σιωπή σου! Ο Μιχαήλ ανορθώθηκε. Κάνε σα να έχω βγει κιόλα από τη ζωή σου. Όσο δεν είχε ρωτήσει τον ίδιο τον Γίνο Βούγα.Τι εννοείς.Θυμούμαι. Γιατί ο πόνος της ήταν βαρύς. να τον πείσει πως δεν είχε αιτία να χάνει έτσι το θάρρος του. Μελαγχολικά κοίταζε η κόρη τα μέρη όπου διάβαινε τώρα με τόση πολυτέλεια. και χωρίς μεγάλη δυσκολία. είπε πάλι η Αλεξία.Θυμάσαι το γερο . Μα ο Γίνος ο ίδιος ποτέ δεν είχε έλθει. Ο Μιχαήλ όμως είχε χάσει τις ελπίδες του. και η καρδιά της ήταν μαύρη. την κυριεύει και καίει τα παλάτια. Καθισμένη κοντά του.τρεις φορές κατάσκοποι είχαν φθάσει. Σήκωσε τα μάτια του. Δυο . όχι.Ηγούμενο που με φρόντισε στο φρούριο του Όστροβου.Ναι! είπε σοβαρά. Πού τον συλλογίστηκες τώρα. .Μιχαήλ. και όπως στα περασμένα χρόνια να τους πει τον πόνο της καρδιάς της. που ανάμεσα τους είχε μεγαλώσει.Πες μου τουλάχιστον τι σκέπτεσαι. Πότε κατά διαταγή του την κουβαλούσαν δούλοι στο χρυσωμένο της φορείο με τις μεταξωτές πολύχρωμες κουρτίνες. είπε στο τέλος. . Και σα γυρίσει στο μοναστήρι. αυτοί αποκρίνουνταν αρνητικά. . Είναι δω. στο ιδιαίτερο διαμέρισμα. παρακάλεσε. Και δε θέλω να με συλλογίζεσαι καθόλου.. . κάθε ρυάκι τ' αναγνώριζε πάλι σαν παλιούς φίλους. αφού ακόμα δεν είχαν δει τον Γίνο Βούγα. φώναξε σιγά η κόρη. Όλην αυτή την εκστρατεία την είχε ακολουθήσει η Αλεξία. Η κόρη είδε πως ο νους του ήταν αλλού και σώπασε κι εκείνη.Τον ζήτησες εσύ. Κάθε μέρα μαραίνουνταν περισσότερο.. . χωρίς ν' απομακρυνθεί ποτέ από τον Αυτοκράτορα. Αλεξία. κάθε βράχο. Και κάθε φορά που ο Μιχαήλ ρωτούσε τους κατασκόπους αν μεταξύ τους ήταν κανένας με τ' όνομα Κρηνίτης. που με πλούσια περσικά χαλιά και μεταξωτά υφάσματα της είχαν φτιάσει μέσα στη βασιλική σκηνή. αρνήθηκαν να ενωθούν με τους Βουλγάρους. Θυμάσαι το γερο . .Όχι. Και λαχταρούσε να τρέξει στων ρεματιών τα χαμόδεντρα. τρέχει και πολιορκεί τη Σέταινα. και πάλι τον έπιαναν οι σκοτεινές του μελαγχολίες που μαύριζαν την καρδιά της κόρης. μη λες πως σε πονώ.Εσύ.δυο στρατηγούς του. πότε καβάλα στο πλάγι του Βασιλέα πήγαινε η «πατρικία». και ακόμα ούτε ίχνος δεν είχαν ανακαλύψει του Κωνσταντίνου. Αλλάζοντας τότε την πορεία του. Η Αλεξία έσκυψε κοντά του και τον κοίταξε στα μάτια. Στο πλαγινό διαμέρισμα. της έμενε η πίστη πως στο σώμα του ήταν ο Κωνσταντίνος. . όπου ήταν και παλάτια μεγάλα και θησαυροί των Τσάρων. . . Αφηρημένα πήρε το μαξιλάρι όπου ακουμπούσε και άρχισε να ξεφτά τη χρυσή φούντα της άκρης. φεύγει πάλι ο Βασίλειος. η κόρη ζητούσε ένα πρωί να τον εγκαρδιώσει.

Πάλι της έκανε ο Νικήτας νόημα να σωπάσει και ν' ακούσει.Νικήτα. και ο Κύριος βοήθεια σου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ Της φάνηκε έξαφνα σα ν' άλλαξε κάτι.Μιχαήλ Ιγερινέ.. σα να έβλεπε τον Μιχαήλ για πρώτη φορά. . πίσω από την άγνωστη παρεξήγηση του με τον Κωνσταντίνο.Ναι. Πρέπει όμως να μπεις στο κάστρο πριν φθάσει ο Βλαδισλάβ στο Θέμα του Δυρραχίου. Μα ο Νικήτας. μουρμούρισε η Αλεξία σφίγγοντας τα δυο της χέρια στο στήθος της. .. αλλ' από τον Αξιό. Πήγαινε. Και πάλι χαμήλωσε. Μα όχι. Είναι δέκα χρόνια που πέθανε ο Γίνος Βούγας στα χέρια μου. Δέσποτα! Μα χθες άλλαξε πορεία και διευθύνεται στη Σέταινα. είπε ο Αυτοκράτορας. Κι εγώ δεν τη φαντάστηκα ως τώρα!. καμιά μεγάλη λύπη. από την ταραχή του ούτε ένα ευχαριστώ να πει. Γίνο Βούγα. Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. και με τις δυνάμεις τους όλες θα πέσουν στο στρατό μας. τη διαταγή ν' αποσυρθούν. Από την άλλη μεριά της κουρτίνας η φωνή του Αυτοκράτορα υψώθηκε επιτακτική.Άφησε με! Άφησε με να δω τον Γίνο Βούγα. Ο Κρακράς τον έσμιξε με όλους τους βουνίσιους που σέρνει πίσω του. επανέλαβε. Η κουρτίνα που χώριζε τα δυο δωμάτια τραβήχθηκε.. Σήκωσε το κεφάλι ξαφνισμένος. Ο Ιωάννης Βλαδισλάβ είναι κοντά. Τις διαταγές μου θα σου τις μεταδώσει ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. Ο Μιχαήλ έπεσε στα γόνατα. το νέον αυτό στρατιώτη. Η Αλεξία έτρεξε στον Νικήτα. είπε μια ζεστή αντρίκεια φωνή. πλάγι στο θρόνο του Αυτοκράτορα. που δεν τη γνώριζε.Μιχαήλ. που δεν τη φαντάζουνταν.. .Ναι. Έστειλαν και μήνυμα του Ιβάτζη.Δέσποτα. και όμως που τον έσπρωχνε στο μοναστήρι. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. τραγική. Πάρε πενήντα οπλίτες και πήγαινε στο Δυρράχιο. στην αρχή ακόμα της ζωής του. Η αποστολή που σου δίνω είναι εμπιστευτική και δύσκολη. και με μεγαλύτερες δυνάμεις θα σε ακολουθήσει ο Κωνσταντίνος Διογένης. και ο Νικήτας παρουσιάστηκε. με το λαμπρό στάδιο που ανοίγουνταν μπροστά του.Μιχαήλ Ιγερινέ. βαθιά. η φωνή. πήρε το μανδύα του Αυτοκράτορα και τον φίλησε.Λέγε γρήγορα.. Μα ξέρω την αυτοθυσία που σε χαρακτηρίζει. έχεις και άλλη λύπη στην καρδια! Και δε μου την είπες ποτέ.Το μυστικό σου αυτό.. Έπειτα σηκώθηκε και βγήκε με τον Δαφνομήλη... περίμεναν όρθιοι. είπε. χωρίς να μπορέσει. Μόλις χθες μας ήλθε η είδηση πως βιαστικά γυρνά ο Βλαδισλάβ κατά το Δυρράχιο! .. Ο Διογένης ήταν αρματωμένος. δεν έρχομαι από το Δούναβη.. όπου οι τρεις στρατηγοί. Θα φύγεις αμέσως με το μικρό σώμα που σου είπα. Από το ύφος της είδε πως την αλήθεια η κόρη δεν τη μάντευε. και σου την αναθέτω. Εκεί θα δώσεις του στρατηγού το γράμμα αυτό.Τον Γίνο Βούγα... Και κάποιος άρχισε να διαβάζει μιαν αναφορά. είπε πνιγμένη από συγκίνηση. Ο Νικήτας γέλασε. έρχεσαι από το Δούναβη. . ο Αύγουστος σε ζητά. Στο πλαγινό χώρισμα η Αλεξία άκουσε τη διαταγή. είπε σιγά η Αλεξία. έτοιμος να ξεκινήσει αμέσως για τη μάχη. Ξεπετάχθηκε από τη θέση της.Πώς! αναφώνησε ο Αυτοκράτορας. . Και πρώτη φορά της ήλθε η υποψία πως πίσω από την πληγωμένη του φιλία. ρώτησε. . Ο Μιχαήλ σηκώθηκε μονομιάς και πέρασε στο πλαγινό διαμέρισμα. δεν μπορείς να μου το εμπιστευθείς. της έγνεψε να μην κουνήσει. . και μηχανικά κομμάτιαζε τη φούντα του μαξιλαριού. Η Αλεξία σηκώθηκε όρθια. . 152 . που τον νομίζουν ανέτοιμο και απληροφόρητο. Αριανίτης και Διογένης. . τείνοντας του ένα έγγραφο. .. Και αμέσως ύστερα: .. κρύβουνταν ίσως και άλλο μυστικό. Δαφνομήλης. σαν ηλεκτρισμένη. Αφηρημένος την κοίταζε. να έλθει! ακούστηκε η φωνή του Αυτοκράτορα. Οι εχθροί κόβουν το δρόμο. που είχε μείνει όρθιος πλάγι στην είσοδο.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ
Με ορμή τράβηξε η Αλεξία την κουρτίνα. Αντίκρυ στο Βασιλέα στέκουνταν ένας νέος στρατιωτικά ντυμένος.
Κάτω από τη σκόνη που σκέπαζε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά του μαρτυρούσαν γενιά
ευγενική. Τα καστανά του μάτια έλαμπαν από ζωή και θέληση. Μα βαθιά χαράκια, που κατέβαζαν το τόξο
του στόματος έδιναν στην τολμηρή του φυσιογνωμία έκφραση άπειρης πίκρας.
- Ο Ιβάτζης, έλεγε ο νέος, είχε λάβει διαταγή ν' αφήσει το Δυρράχιο και να έλθει...
Έξαφνα η φωνή του χαλάρωσε, σκόνταψε:
- ...Και να έλθει... επανέλαβε.
Τα χείλια του κούνησαν ακόμα, μα η φωνή έσβησε.
- Κων-σταν-τίνε...
Ο Αυτοκράτορας αναπήδησε. Πίσω του, σφίγγοντας την κουρτίνα στο συσπασμένο της χέρι, στέκουνταν η
Αλεξία, σα φάντασμα άσπρη. Ο νέος είχε ακουμπήσει στο τραπέζι, και ακίνητος την έβλεπε.
- Αλεξία! φώναξε ο Αυτοκράτορας.
Όρμησε κοντά της και την έπιασε από τη μέση:
- Αλεξία, τι έπαθες; Παιδί μου, τρελάθηκες;
Με τα δυο της χέρια πιάστηκε στον ώμο του.
- Αύγουστε... τραύλισε, είναι ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης...
Οι δυο αυτές λέξεις έπεσαν σαν κεραυνός. Μια στιγμή ο Αυτοκράτορας κοντοστάθηκε, σαστισμένος.
- Εσύ; είπε απλώνοντας το χέρι του προς το νέο. Εσύ... ο Γίνος Βούγας;
Ο Κωνσταντίνος νίκησε την ταραχή που μια στιγμή τον είχε καταπονέσει. Ξέζωσε το σπαθί του, γονάτισε, και
το έβαλε στα πόδια του Αυτοκράτορα.
- Δέσποτα, είπε, σου έκρυψα το αληθινό μου όνομα, γιατί έπρεπε ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης να χαθεί και να
ξεχαστεί. Σε απάτησα, Δέσποτα. Αποφάσισε συ την τιμωρία μου. - Σήκω πάνω! φώναξε ο Βασιλέας, τείνοντας
τα δυο του χέρια. Σήκω πάνω και πάρε το σπαθί σου! Είτε Κρηνίτη σε λέγουν, είτε Γίνο Βούγα, ποτέ τιμιότερη
καρδιά δεν υπηρέτησε στο δοξασμένο στρατό των Ελλήνων! Σήκω, Κωνσταντίνε Κρηνίτη. Ευχαριστώ τον
Κύριο που μου έδωσε την ευκαιρία να σφίξω στην καρδιά μου το γιο του πιστού μου Κατεπάνω.
Και με τα λόγια αυτά πήρε το νέο στη στιβαρή του αγκαλιά και τον έσφιξε στο στήθος του.
- Αλεξία, είπε έξαφνα, έλα δω, παιδί μου. Σου έδωσα μιαν υπόσχεση, και σήμερα θέλω να την εκτελέσω.
Ωστόσο...
Πήρε τα χέρια του Κωνσταντίνου. Στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού έλαμπε ένα γυναικείο
σμαλτωμένο δαχτυλίδι. Ο Αύγουστος του το έβγαλε.
- Ωστόσο, επανέλαβε, φόρεσε το σύμβολο του γάμου σας.
Και παίρνοντας το χέρι της, πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο της. Ο Κωνσταντίνος ανορθώθηκε. Έριξε μια
ματιά στο αναίματο πρόσωπο της κόρης πλάγι του και αντάμωσε το ταραγμένο της βλέμμα.
- Δέσποτα, είπε με σταθερή φωνή. Μια χάρη ζητώ ακόμα από τη μεγαλοψυχία σου. Πριν θεωρήσεις τον
αρραβώνα τελειωμένο, Αύγουστε, ευδόκησε να επιτρέψεις της αρραβωνιαστικής μου να με ακούσει ιδιαιτέρως
λίγα λεπτά.
Ο Αυτοκράτορας κοίταξε πρώτα τη μια, ύστερα τον άλλο. Το διαπεραστικό του βλέμμα σταμάτησε στην
αντρίκεια όψη του νέου και στην τολμηρή και ίσια του ματιά. Με το χέρι έδειξε το πλαγινό διαμέρισμα, της
κάμαρας της Αλεξίας.
- Εκεί μέσα, είπε, μπορείς να της μιλήσεις χωρίς να σας ανησυχήσει κανένας.
Και σαν είδε την κουρτίνα που έπεσε και τους σκέπασε, χτύπησε ένα μαλαματένιο κουδουνάκι που
βρίσκουνταν πάντα στο τραπέζι του. Ένας υπασπιστής παρουσιάστηκε.

153

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ
- Φώναξε το στρατηγό Ευστάθιο Δαφνομήλη, διέταξε ο Βασιλέας.
Κάθησε στο τραπέζι του και βιαστικά έγραψε λίγα λόγια. Ο Δαφνομήλης παρουσιάστηκε με τον υπασπιστή.
- Δώσε αυτό στο στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη, πρόσταξε ο Βασίλειος, δίνοντας του υπασπιστή το γράμμα.
Και σαν έφυγε:
- Ευστάθιε Δαφνομήλη, είπε ο Βασίλειος, η μάχη που μήνες τώρα τη ζητούμε, θα γίνει σήμερα ή αύριο. Ο
Βλαδισλάβ διευθύνεται δω. Έδωσα διαταγή του Διογένη να φύγει ευθύς και να τον προϋπαντήσει. Σταμάτησε
και τον Ιγερινό. Έχω άλλη αποστολή να του δώσω.
Το δωμάτιο της Αλεξίας ήταν άδειο: Ο Νικήτας είχε φύγει. Όρθιος, με τη ράχη ακουμπισμένη σε μια ψηλή
καρέγλα, ο Κωνσταντίνος γύρευε να βαστάξει τη συγκίνηση που τον συνέπαιρνε πάλι, ενώ η Αλεξία, πεσμένη
στο σοφά, τον κοίταζε με αγωνία, φοβούνταν να μιλήσει, ένιωθε πως κάτι τους χωρίζει και βασάνιζε την
καρδιά της να μαντέψει τι. Πρώτος ανέλαβε κείνος.
- Τι υπόσχεση σου έκανε ο Βασιλέας; ρώτησε ο Κωνσταντίνος γυρεύοντας να στερεώσει τη φωνή του.
Σιωπηλά του έδειξε το δαχτυλίδι του που έλαμπε στο χέρι της.
- Να μας στεφανώσει; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
- Ναι! είπε η κόρη.
Λίγο ακόμα στάθηκε να δαμάσει την ταραχή της ψυχής του. Ύστερα ρώτησε πάλι:
- Του είπες πως... σ' αγαπώ;
Η λέξη, η φωνή, το βλέμμα του την ζέσταιναν. Όχι, δεν είχε αλλάξει... Η καρδιά του ήταν δική της.
- Του είπα πως είμαι η αρραβωνιαστική σου, αποκρίθηκε.
Με τα δυο του χέρια στηρίχθηκε πίσω στη ράχη της καρέγλας, κι έσκυψε πάνω της.
- Ξέρεις γιατί έφυγα; τη ρώτησα.
- Όχι!
- Δε σου το είπε;
- Ποιος;
- Ο Μιχαήλ.
- Το ξέρει λοιπόν εκείνος; Το μάντευα.
- Δε σου είπε τίποτα; επανέλαβε.
- Όχι!
Σταμάτησε πάλι, νικημένος από τη συγκίνηση. Και πάλι είπε:
- Έφυγα γιατί σ' αγαπά κι εκείνος.
- Ο Μιχαήλ!...
Η Αλεξία είχε ανασηκωθεί, μα τα γόνατα της κόπηκαν και ξανάπεσε στο σοφά. Τον κοίταζε άφωνη.
- Δεν το εννόησες ποτέ; Σιωπηλά έκανε νόημα αρνητικό.
- Και δε σου το είπε;
- Όχι, Κωνσταντίνε!
Ο νέος έκανε δυο - τρία βήματα, και πάλι ακούμπησε στη ράχη της καρέγλας.
- Δυο χρόνια δεν έπαυσε να με γυρεύει, είπε. Σαν αγρίμι κυνηγημένο έφευγα μπροστά του, κρύβουμουν.
Κατάφερα ως τώρα να μη με δει. Εγώ όμως τον είδα. Είναι λίγη ώρα, τον ξαναείδα που βγήκε από τη σκηνή
του Αυτοκράτορα... Μίλησα και με τον πάτερ Ευθύμιο, και μου είπε για ποιο λόγο ήλθε αυτός εδώ. Εσύ,
Αλεξία, που βλέπεις τον Μιχαήλ κάθε μέρα, το νιώθεις βέβαια, όπως το νιώθω κι εγώ, πως δεν μπορεί να ζήσει
χωρίς χαρά, πως την έχει ανάγκη όσο και τον αέρα που αναπνέει. Να του πάρω εγώ τη γυναίκα που αγαπά, δε

154

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ
θα το κάνω ποτέ. Αλεξία... δώσε του λίγη ευτυχία!
Η κόρη αναπήδησε. Ίσια και υπερήφανη στάθηκε μπροστά του.
- Στάσου, είπε, και κατάφερε να μιλήσει χωρίς να τρέμει η φωνή της... έχε το θάρρος να μου πεις την αλήθεια.
Δε μ' αγαπάς πια!
Δίστασε κείνος μια στιγμή, ζητώντας να βρει στο βλέμμα της τη δύναμη που του χρειάζουνταν.
- Ναι, είπε, θα έχω το θάρρος να σου πω την αλήθεια. Σ' αγαπώ... όπως τότε... Κι εσύ θα έχεις τώρα το θάρρος
να κάνεις παλικαρίσια εκείνο που πρέπει. Και θα χωριστούμε.
Η κόρη γέλασε.
- Αχ, Κωνσταντίνε, είμαι, λες, πέτρα; Τώρα που μου μίλησες έτσι, πού να βρω το θάρρος που μου ζητάς;
- Θα το κάνεις, Αλεξία... Πρέπει.
Όρθια μπροστά του τον κοίταζε θλιμμένη.
- Και συ πόνεσες... το βλέπω από το πρόσωπο σου, μουρμούρισε. Άλλαξες!...
- Ναι! Πόνεσα. Και θα πονέσω ακόμα χρόνια ίσως. Μα τι σημαίνει! Αλεξία, εσύ κι εγώ είμαστε από τους
ανθρώπους που μπορούν να σηκώσουν πολλά, και όμως να μην τσακίσουν. Εκείνος όχι. Γι' αυτό πρέπει να με
ξεχάσεις.
- Κι εσύ;
- Εγώ έχω τη δουλειά μου, είπε με απόφαση.
- Και σου αρκεί αυτή για να είσαι ευτυχισμένος;
- Δε ζητώ ευτυχία, μπορώ να ζήσω και χωρίς χαρά. Ο Μιχαήλ όμως δεν μπορεί. Τον βλέπεις τι έχει γίνει.
Η Αλεξία σκέπασε το πρόσωπο της με τα δυο της χέρια.
- Κι εγώ δεν μπορώ, μουρμούρισε.
Σουβλερός πόνος του έστριψε την καρδιά. Τη δική της λύπη δεν την είχε προϊδεί. Του ήλθε να την αρπάξει, να
τη σηκώσει, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να της πει λόγια τρυφερά, καυτά. Να της πει... Έπνιξε τον
πειρασμό. Καταπόνεσε τη λιγοψυχία του. Έπιασε τα χέρια της και της ξεσκέπασε το πρόσωπο.
- Θα μπορέσεις, είπε σκληρά. Αλεξία, δεν άξιζε τον κόπο να φύγω, αν ήταν να ξανάρθω σε δυο χρόνια και να
σε πάρω. Από τότε, μεταξύ των τριών μας, τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε έφυγα τότε από θυμό ή πείσμα. Αλλά είπα
πως από τους τρεις μας, δυο ήταν οι πιο δυνατοί. Στους δυνατούς λοιπόν ο σταυρός, αφού μπορούν να τον
βαστάξουν.
Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε πάλι. Της φάνηκε πιο μεγάλος, όμορφος, σα θεός μπροστά της.
- Δεν μπορώ να πάρω άλλον... μουρμούρισε.
- Τώρα δεν μπορείς... Αργότερα όμως... σαν περάσουν χρόνια.
Αργοκούνησε το κεφάλι.
- Δε θα σε ξεχάσω ποτέ, του είπε.
Ξαναπήρε τα χέρια της και τα έσφιξε στο στήθος του. Ύστερα έσκυψε και τα φίλησε.
- Κι εγώ δε θα σε ξεχάσω ποτέ, είπε με αλλαγμένη φωνή. Και όμως δε θα σε πάρω ποτέ...
Άφησε τα χέρια της και κοίταξε γύρω του να βρει άλλην έξοδο παρά εκείνην απ' όπου είχαν μπει. Η Αλεξία
ακολούθησε το βλέμμα του, κατάλαβε πως ήταν αλύγιστος. Έβγαλε από το χέρι της το δαχτυλίδι, που λίγην
ώρα πριν της το είχε βάλει ο Αυτοκράτορας, και του το έτεινε. Τα χείλια του τεντώθηκαν νευρικά.
- Κράτησε το, της είπε. Ήταν της μητέρας μου... Γύρισε κατά την πόρτα και σήκωσε την κουρτίνα.
Απέξω φύλαγε ο σκοπός. Η κόρη έκανε ένα βήμα.
- Να το ξέρεις... του φώναξε, όποταν και αν είναι, όπου και αν είσαι, να το ξέρεις... θα σε περιμένω πάντα.

155

. ρώτησε.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ Έτοιμος να βγει. ρώτησε σκοτεινιασμένος ο Κωνσταντίνος. Η συγκίνηση τους έπνιγε και τους δυο. ο Νικήτας μάντεψε τι είχε γίνει. γύρισε από το άλλο μέρος του στρατοπέδου όπου έστεκαν οι άδειες καλύβες των στρατιωτών του Διογένη. σε είδα που έβγαινες από. τίποτα δεν ξαλάφρωσε τα παρατεντωμένα της νεύρα. .Έχεις άδικο. κάτι τόσο απόκοσμο. επανέλαβε. Ούτε βρήκε λόγια για να προσευχηθεί. Τότε έξαφνα αντιλήφθηκε πως όλα τελείωσαν και πως για πάντα τον είχε χάσει. έλα στη σκηνή μου. είπε μια φωνή κοντά τους. . Ο Κωνσταντίνος δε θέλησε να περάσει ανάμεσα τους. Έκανε δυο βήματα και πιάστηκε στην πλάτη της καρέγλας όπου στέκουνταν εκείνος πριν. για πάντα. Η καρδιά της ήταν όλη επαναστατημένη. Έλαβα λοιπόν διαταγή να περιμένω.Ποιος. σφιγμένοι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου.Θα ήταν πιο σπλαχνικό να εμπόδιζες τη σκηνή που έγινε πρωτύτερα. έκανε ο Μιχαήλ. Με νόημα έδειξε ο Νικήτας κατά τη βασιλική σκηνή. Εκεί ήταν κίνηση μεγάλη. γύρισε και την κοίταξε. . Πρώτος την έκοψε ο Μιχαήλ. πρόσθεσε με κάποιο δισταγμό. .Σε νόμιζα φευγάτο.Και γι' αυτό φανερώθηκες με το φως της ημέρας. Κάμποση ώρα έμειναν άφωνοι. Ο Κωνσταντίνος σούφρωσε τα φρύδια του. Κάτι σα χαμόγελο πέρασε στο στόμα του. Λίγα βήματα όμως παρακάτω απήντησε τον Νικήτα μ' ένα στρατιώτη.. Ο Διογένης είχε φύγει με πολύ στρατό. δε σε λύγισε! είπε. και μαζί απομακρύνθηκαν. που τον παραμόνευε. ήταν να φύγω ευθύς. είπε ο Κωνσταντίνος. είπε. . είπε. Το βλέπω τώρα δυο χρόνια. .Την αποχαιρέτησες. γιατί δε θα σε ξεχάσει. Και γυρεύοντας τον Γίνο. Και όταν ήλθες.Ναι.Και τώρα που τελείωσε το κρυφτό και το κυνηγητό. την άφησα να σε δει. Ήταν ο βουβός δούλος του Δραξάν. . που η ψυχή της συνταράχθηκε. αφήνοντας τους δυο φίλους μόνους στο έρημο εκείνο μέρος του στρατοπέδου. από τη βασιλική σκηνή..Θεέ μου.Εσύ με μαρτύρησες. μα την ίδια στιγμή δυο χέρια τον άρπαξαν από πίσω και ο Μιχαήλ έπεσε στο λαιμό του. . μα με σταμάτησαν.Θεέ μου. . και είναι χαμένος καιρός.. με μάτια βαριά από πόνο ανείπωτο που φύλαγε μέσα του. Ο Νικήτας έκανε νόημα του βουβού. Με την πρώτη ματιά που του έριξε. Βαριά έπεσε η σιγή μεταξύ τους. Μια στιγμή ακόμα τον είδε μπροστά της. Ο Κωνσταντίνος αναπήδησε.Όχι! Σου είχα δώσει το λόγο μου πως δε θα μιλήσω.Όχι για πάντα. Μου είπαν πως ο Γίνος Βούγας έφερε νέα που άλλαξαν τα σχέδια του Αυτοκράτορα. Έγειρε το πρόσωπο της στα χέρια της που ήταν σκαλωμένα στην ξύλινη ράχη. Μα τα μάτια της έμεναν στεγνά. Έχομε να μιλήσομε.Λοιπόν. ρώτησε ο Νικήτας. Η κουρτίνα ξανάπεσε στη θέση της και τον έχασε από μπροστά της. και όσοι έμειναν εσχολίαζαν τις ειδήσεις και προμάντευαν τρανή νίκη. Μα η καρδιά της την οδήγησε ως εδώ για να βρει τον Γίνο Βούγα.. . Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ Ο Κωνσταντίνος βγήκε από τη βασιλική σκηνή και γύρισε κατά την έξοδο του στρατοπέδου. μουρμούρισε. 156 .. Έγνεψε του βουβού δούλου να τον ακολουθήσει και γύρισε να φύγει. να μάθω για σένα. Τωόντι. είπε στο τέλος ο Κωνσταντίνος. .. Με την ελπίδα πως θα έφευγε απαρατήρητος. . .

. με υποχρέωσες ν' ανοίξω μαζί σου λογαριασμό ευγνωμοσύνης που η ζωή μου ολόκληρη δεν μπορούσε να τον ξεπληρώσει.Μιχαήλ! φώναξε ο Κωνσταντίνος.Ναι. . για χατήρι της. Σε περιμένει ο Αυτοκράτορας για μια τελετή. . Με άτονη φωνή αποκρίθηκε ο Μιχαήλ: ..Για να γυρίσεις εσύ. Έφυγες για να πάρω εγώ την κόρη που αγαπούσες. ξέχασες μόνο ένα πράμα.. .. Μιχαήλ. είπε στο τέλος. είπε συγκρατώντας το τράνταγμα της φωνής του. θα την πάρω ποτέ. εσύ που με ξέρεις από μικρό παιδί. . . έλαμψε από τη φωτιά της ψυχής του. πάρε το κι έτσι. είπε. πως θα έπαιρνα τη θέση σου.Δεν κάνει. Μα ο άλλος τον διέκοψε.Δεν είναι αλήθεια! . Το απαιτώ τώρα. Ο Μιχαήλ ανορθώθηκε. είπε σοβαρά.Χωρίς να με ρωτήσεις.Την αγαπούσα. αργά προφέροντας κάθε συλλαβή. .Φεύγω. . Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι στα χέρια του. τα μάτια του άστραψαν.Δε φεύγεις. . αποκρίθηκε ο υπασπιστής.Όλο για κείνην μου μιλάς.Θα ήθελα τα λόγια σου να τα πιστέψω. και η τελετή θα γίνει. πως θα το παραδέχουμουν. Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε αμέσως. για να μου αφήσεις το δρόμο ελεύθερο. κοντά της! Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε. Το λιγνό λιωμένο του πρόσωπο άλλαξε. Σαν έκανες τη θυσία να φύγεις. 157 . είπε ήσυχα μα αποφασιστικά ο Μιχαήλ. και θέλεις να με πείσεις πως την ξέχασες. Μα είδα τον Ευθύμιο. Όλα είναι έτοιμα. . Ο Κωνσταντίνος τον είδε.Τι τρέχει. να νιώσεις πως άδικα κατέστρεψες τη ζωή της.Η τελετή δε θα γίνει. Κωνσταντίνε. είπε ο Κωνσταντίνος. μόνο σένα περιμένουν.. Δεν την αγαπώ πια. έριξε πίσω το κεφάλι.Και φαντάζεσαι εσύ.Θα μείνεις.. όπου η παρουσία σου είναι απαραίτητη. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του φίλου του. πως εγώ θυσίες δε δέχομαι. το απαιτώ. μείνε.Το απαιτείς.Του το παραδίνω εγώ. . Γιατί πηγαίνεις στο μοναστήρι. αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ . . Ο πόνος. η ντροπή της θυσίας σου σκότωσαν την αγάπη.. είπε με ορμή ο Μιχαήλ. δεν τη λυπήθηκες.Διαταγή του στρατηγού Ευστάθιου Δαφνομήλη για τον κλεισουράρχη Μιχαήλ Ιγερινό. Σιωπηλά ατένιζε το αφανισμένο πρόσωπο του φίλου του. .Δεν την αγαπώ πια. μείνε! Κάποιος υπασπιστής πλησίασε μ' ένα έγγραφο στο χέρι. πως ξέροντας ότι την κόρη αυτή την αγαπάς κι εσύ. μείνε. είπε με απελπισία. είπε.. . είπε δυνατά. αποκρίθηκε ο υπασπιστής. προχώρησε μερικά βήματα και τον σταμάτησε. . το φαντάστηκες! Κι εκείνην. και φαντάστηκες. Βαριά ακούμπησε ο Κωνσταντίνος τα δυο του χέρια στους ώμους του Μιχαήλ. Πρέπει να το παραδώσω στα ίδια τα χέρια του πατρικίου Μιχαήλ. και να γυρίσεις πίσω.. Μα μη φύγεις πια! Έστω! Ναι. επανέλαβε πιο δυνατά ο Μιχαήλ. και για ν' αφήσει καιρό στο φίλο του να καταπονέσει την ταραχή του. . Φεύγω αμέσως. ρώτησε.Επιτέλους. για να καταλάβεις την τρέλα της φυγής σου. .

.Με τον Μιχαήλ. είπε ο Μιχαήλ. Μιχαήλ. . Ο Νικήτας το πήρε και μια στιγμή το κράτησε στο χέρι με τα μάτια στυλωμένα στο δεματάκι.Αν με θέλει. . Μα κι εγώ τη θυσία σου δεν τη δέχομαι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ .Όταν με δεις νεκρό. λες. ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Έσμιξαν τα χέρια τους.Έχεις καμιά παραγγελία. να πάρεις εσύ την κόρη που και οι δυο την αγαπούμε. . Δε θέλω πια να περάσω από κει. . . ορκίζομαι. . Από κει που σε στέλνουν. . Άλλη λύση σου προτείνω.Πας βόρεια. είπε ταραγμένα ο Κωνσταντίνος. Ορκίσου και συ. Ο Μιχαήλ μπήκε στη σκηνή του να πάρει τα όπλα του. να περάσει από μέσα από τους εχθρούς. και αν κατορθώσομε να περάσομε. ο καθένας χωριστά. Τα μάτια του Μιχαήλ έλαμψαν. θα πολεμήσει λυσασμένα. .. και με κάθε θυσία να εμποδίσει την υποχώρηση του Βλαδισλάβ. .Ναι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.Να η λύση. ρώτησε ο Νικήτας με κάποιο χαλάρωμα στη φωνή. είπε..Ορκίζομαι. στείλε μου εδώ τα δώδεκα μου παλικάρια που περιμένουν στην έξοδο του στρατοπέδου. . ρώτησε. Επίσης απότομα χωρίστηκαν.. είπε ήσυχα. Ύστερα το τύλιξε σ' ένα μεταξωτό μαντίλι και το έδωσε του Νικήτα. Αν υποχωρήσει ο Βλαδισλάβ.. . 158 . έσπασε τη σφραγίδα. είπε ο Κωνσταντίνος. Ας διαλέξει ο Χάρος μεταξύ μας. Σου προτείνω να πάμε και οι δυο. μικρή είναι η ελπίδα πως θα γυρίσεις ποτέ.Φεύγω. Μα αν μείνεις εσύ.Δώστ' το. Απότομα άρπαξε ο Κωνσταντίνος τον Μιχαήλ στην αγκαλιά του και οι δυο φίλοι φιλήθηκαν με την ορμή της παιδικής τους αγάπης. ορκίσου πως θα την πάρεις. έχε γειά. . . και οι δικές μας δυνάμεις είναι μικρές σ' εκείνα τα μέρη.Και τώρα. Η αποστολή ήταν μυστική κι επικίνδυνη. Και με το κεφάλι έδειξε πάλι κατά τη βασιλική σκηνή.Όχι. Και σαν έφυγε ο υπασπιστής. Ο Μιχαήλ χαμογέλασε. είπε. το άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Κανένα έγγραφο δεν έπρεπε να κρατεί ο Μιχαήλ για να μην προδοθεί το σχέδιο. Ο Κωνσταντίνος σίμωσε τον Νικήτα που έστεκε παρακάτω με το βουβό δούλο.Νικήτα.Και αν δε σε δω νεκρό. . και χωρίς να ρίξουν μια ματιά πίσω. Ελπίζω πως δε θα γυρίσω.Να με ζητήσεις και να με βρεις. Μ' αν δε με θελήσει ο Χάρος. ρώτησε ο Νικήτας.. είναι περιττό πια να φύγεις. αν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των εχθρών. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό χρυσοδεμένο προσευχητάριο. Ήταν διαταγή να φύγει αμέσως.Ναι! . Δε θέλεις. αν τύχει και δε γυρίσεις. να μαζέψει όλα τα ελληνικά σώματα που ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί για να κρατούν την τάξη στα νεοκυριευμένα μέρη. . είπε ο Κωνσταντίνος. στο μοναστήρι θ' αποτραβηχθώ.Καλά είπε. Ώστε μείνε συ εδώ. Διάβασε το έγγραφο. που βαστούσαν τα στενά στα βόρεια. Κωνσταντίνε. είπε ο Μιχαήλ σιμώνοντας. Μπορεί όμως ο ένας από μας να επιζήσει. δώσε της το. . με δέκα μόνο οπλίτες. και με σταθερό χέρι έγραψε λίγες λέξεις. μα τότε μόνο.Φεύγεις. αν αυτός ζητούσε να φύγει εμπρός στον Διογένη. Μπορεί να πέσομε και οι δυο. το διάβασε και το έδωσε του φίλου του. εκεί να ενωθούμε.

έτρεξε. όλοι όρμησαν να πιάσουν τον άνθρωπο.Τρέχα! Τρέχα! φώναξε ο πεσμένος στρατιώτης. και πρώτα απ' όλα για τη σωτηρία του Γίνου Βούγα.. βλέποντας το σύντροφο του που γυρνούσε στη σέλα να τον δει. Ο Κωνσταντίνος πήδησε στο μαύρο άλογο που του έφερνε ένας. όταν άκουσαν σάλαγο μεγάλο. Εμπρός! Εμπρός. έφθασε. κι έπεσε νεκρό λίγα βήματα έξω από το στρατόπεδο. όπου ο Γονιτσιάτης και ο Ορέστης είχαν χαθεί από μια κατεργαριά του Ιβάτζη. αποφασισμένος με κάθε τρόπο να βρει τον Διογένη και να τον εμποδίσει να πλησιάσει τη ρεματιά. Πήγε παρακάτω. ειδεμή χάθηκε ο Διογένης! Κι ενώ στα τέσσερα γύριζαν οι δυο νέοι κατά τη Σέταινα. Με όλη την ταχύτητα των αλόγων τους έτρεχαν πίσω οι αγγελιοφόροι. που γι' αυτόν όλοι τους θα ρίχνουνταν στη φωτιά. όπου ήταν πιο αραιά τα δέντρα.έξι Βουλγάρους που παραμόνευαν στην έξοδο της κλεισούρας. όλοι από το δοξασμένο σώμα του Γίνου Βούγα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ . . που είχε καταφέρει να τους βγάλει από το δρόμο τους και να τους τραβήξει σε μια τέτοια ενέδρα. που ρίχνουνταν στην πόρτα της σκηνής. Πολλή ώρα πήγαινε ο Κωνσταντίνος με σκυφτό το κεφάλι. τον φίλησε στα μαλλιά κι έφυγε. ζητωκραυγάζοντας. Από τις καλύβες τους οι στρατιώτες είχαν δει τον καβαλάρη που έφθανε. Εδώ κι εκεί. Μα μονομιάς ο νέος είχε σηκωθεί. Ο Αυτοκράτορας ετοιμάζουνταν να βγει με τους αξιωματικούς του. μισοκρυμμένοι μέσα στα πυκνά δέντρα. ενώ πίσω. Νικήτα. ποδοβολητό και ζητωκραυγές. Μα στον πάταγο της μάχης η φωνή του χάθηκε. που ακίνητοι και οπλισμένοι περίμεναν. Χαμόδεντρα. λόγχες και περικεφαλαίες γυάλιζαν. κι έπεσε σέρνοντας μαζί τον καβαλάρη. Ήταν ενέδρα. όταν από μακριά. Ο Κωνσταντίνος όρμησε μπροστά καν είδε ένα σώμα βουλγάρικο που έφευγε με μεγάλη αταξία κατά τη στενή ρεματιά.Τον Αύγουστο! Τον Αύγουστο!. Οι Βούλγαροι ήταν πολλοί. Πολύ ανήσυχος ξαναγύρισε στους άντρες του. κατασκοπεύοντας τα μέρη ολόγυρα. Μα για ποιον άραγε. Μα το ένα άλογο έξαφνα σκόνταψε. όταν άκουσε τις φωνές. Παραμερίζοντας τους αξιωματικούς. και πότε πεσμένος χάμω. φέρετε τον Αύγουστο. Τρέξτε πίσω. τον έσυρε στην αγκαλιά του. βγήκε 159 . Ο Κωνσταντίνος έκανε νόημα του βουβού. ακολουθούσαν οι Αυτοκρατορικοί. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά. και με τα παλικάρια του γύρισε πίσω.Ναι! . Και σα να κατάλαβε το άλογο. Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε τα παλικάρια του. Και σαν έπεσε το άλογο. διασχίζοντας τον αέρα μισοπλαγιασμένος στο λαιμό του αλόγου του.Φύγετε! πρόσταξε. κάτω από τα δέντρα. για τη σωτηρία του στρατού. και οι δώδεκα άντρες ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου.. Ο Διογένης δεν είχε σκοπό να περάσει από κει. ο Κωνσταντίνος και τα λίγα του παλικάρια όρμησαν στη μάχη. ο βουβός καβαλίκεψε άλλο. Είχαν κατέβει στο ριζό του βουνού κι έστρεψαν κατά τον κάμπο. και ανακάλυψε άλλα δυο σώματα που μερμήγκιαζαν στις δυο πλαγιές της ρεματιάς. να επιθεωρήσει το στρατόπεδο. και ως την ψυχή αφοσιωμένοι στον αρχηγό τους. και μαζί βγήκαν από το στρατόπεδο. ποτάμια. Έξαφνα θυμήθηκε την τελευταία μεγάλη καταστροφή. πήδησε στο άλογο του. τίποτε δεν τους σταματούσε.του έτεινε το χέρι: Έχε γεια. πότε κρυμμένος μες στα δέντρα. χαντάκια. Τότε γυρνώντας στους δυο πρώτους στρατιώτες του: . και βγήκαν περίεργοι. ξανασηκώθηκε. με καινούρια ορμή έφυγε. πεταχθείτε στο στρατόπεδο. Πίσω! Πίσω! ξεφώνισε ο Κωνσταντίνος. κι εκεί είδε πέντε . πετάχτηκε. φωνές και σιδεροχτυπήματα. πέρα από μια ρεματιά. Αμφιβολία πια δεν είχε. ξεχώρισαν ένα σώμα Βουλγάρων. Ο Κωνσταντίνος σύρθηκε ως το γύρισμα του βράχου. χαμένος στις σκέψεις του. και στα σκεπά προχωρούσαν. έκανε να προχωρήσει. κι έτρεξε κατά το στρατόπεδο φωνάζοντας: . Πίσω ακολουθούσε ο πιστός δούλος και τα δώδεκα παλικάρια. Ο Νικήτας πήρε το χέρι του. και όλοι μαζί γύρισαν κατά τα βουνά.. Εκεί περίμεναν λίγη ώρα ώσπου ακούστηκαν τα ποδοβολητά των αλόγων. να τον προαπαντήσουν. και γυρτός προχώρησε στα χαμόκλαδα ως την ξεσκέπαστη πλαγιά του βουνού όπου ξαπλώθηκε μπρούμυτα και κοίταξε κάτω.. κατέβηκε από το άλογο.

. κλείοντας και από κει την υποχώρηση.. σώσε τον Διογένη!. Το ζώο σηκώθηκε στα πίσω πόδια και πετάχθηκε αναποδογυρίζοντας ένα ..... αφού όμως κάνει τον εχθρό να ακριβοπληρώσει τη νίκη.Ένα άλογο! φώναξε.. γύρευε να περάσει από μέσα από τους εχθρούς και να φθάσει στον Διογένη.Φύγε. Από το μέρος της πεδιάδας πλήθος Βούλγαροι φάνηκαν... τρέχοντας σα δαιμονισμένοι. Εμπρός .Ο Γίνος Βούγας δε φεύγει! φώναξε. Πάρε ένα άλογο και οδήγα με! Πήδησε στη φοράδα του. πρόφθασε.. Από παντού έπεσαν απάνω τους οι Βούλγαροι.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ πρώτος. όταν από το πλάγι άλλο σώμα ξεπρόβαλε.Πίσω!. Πίσω!. Οι πλαγιές των βουνών γέμισαν Βουλγάρους. βήμα . κατάλαβε πως βοήθεια από κανένα δεν μπορούσε να ελπίσει.ένας έπεφταν γύρω του τα παλικάρια του. σα να τους έφερνε. Αξιωματικοί και στρατιώτες σε μια στιγμή καβαλίκεψαν και ρίχθηκαν πίσω από το Βασιλέα τους.δυο Βουλγάρους. δύναμη ολόκληρου στρατού. πολεμώντας σα λεοντάρια. Και τέτοιο φόβο σκορπούσε τ' όνομα του Γίνου Βούγα και οι φοβερές του σπαθιές. και με λύσσα έπεφταν απ' όλες τις μεριές απάνω στους Βυζαντινούς... ο Κωνσταντίνος με τα μετρημένα του παλικάρια. . Πού είναι. .. φώναξε λαχανιασμένος. Ο Κωνσταντίνος. και γυρνώντας στους άντρες που είχαν μαζευθεί γύρω του. όλο προχωρούσε ο Κωνσταντίνος προς τους Αυτοκρατορικούς.. Η διαταγή του Διογένη. με μια χούφτα άντρες. που ανασηκωμένος στις πατήτρες του. και αποφάσισε να πέσει ένδοξα.. Μα σταθερός στο άλογο του. κι έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιλέα. Είδε πως η θέση του ήταν απελπιστική. φώναξε μόνο: . . και σπηρουνίζοντας το άλογο του: . χωρίς να βγει ούτε ένας στρατιώτης από τη γραμμή. Και με καινούριο ενθουσιασμό ρίχθηκαν οι Έλληνες πάνω στους Βουλγάρους.. που και οι γενναιότεροι μπροστά του έφευγαν. σα μερμήγκια τους ξέβραζαν τα δάση. τρέξε. ορμώντας σα χείμαρρος αβάστακτος στους αγρούς και στα λαγκάδια. βλέποντας τους Βουλγάρους που κατάφθαναν να τον ζώσουν. ο ένας αυτός άντρας. και όλο το σώμα οπισθοχώρησε με τάξη. Φύγε πριν σου κλείσουν από πίσω το δρόμο! Ο Κωνσταντίνος έστρεψε το αγριεμένο του πρόσωπο στους συντρόφους του. που γύρευαν και αυτοί να του ανοίξουν δρόμο. πίσω από τους Βουλγάρους είδε δέκα . Μα έξαφνα απελπιστικές φωνές ακούστηκαν. . .Έπεσε στην ενέδρα.. πέρασε από στόμα σε στόμα. στην ενέδρα του Βλαδισλάβ.«Όστις πολεμιστής ακολουθείτω μοι!» κι έφυγε στα τέσσερα. Άγριος τότε ξέσπασε ο πόλεμος και από κει. Το είχε επιτύχει σχεδόν. ποιος να πρωτοφθάσει στη ρεματιά του θανάτου. είχε τρέξει κατά τη ρεματιά να σταματήσει τους Αυτοκρατορικούς. στη ρεματιά. Πολλήν ώρα βάσταξε η πάλη. παραβγαίνοντας στη γρηγοράδα με το Χάρο. με τρόπο που από παντού να αντιμετωπίζουν τον εχθρό.Δέσποτα. . Άλλη μια προσπάθεια! Άλλο ένα πήδημα κι έφθανε τους πατριώτες του....Ο Γίνος Βούγας! Ο Γίνος Βούγας! βγήκε μια φωνή απ' όλα τα στήθια. ένας νέος καβαλικεμένος σε μαύρο άλογο τους οδηγούσε σείοντας το σπαθί του..Ο Κρηνίτης. έτρεχε στην πρώτη γραμμή.. Πού! ανέκραξε ο Αυτοκράτορας. Ένας . .. Την ίδια ώρα ο αγγελιαφόρος έφθασε τρεχάτος. κατακόβοντας τους πρώτους Έλληνες που έφθαναν και που ούτε να διαφεντευθούν δεν μπορούσαν στην κλεισούρα μέσα. Γίνο Βούγα! Φύγε! φώναξαν τρομαγμένοι οι Αυτοκρατορικοί. Πέντε πια του έμεναν. Μα ήταν πια αργά.βήμα κατόρθωσαν να υποχωρήσουν ως έξω από τη ρεματιά. Πεθαίνει ή νικά.εμπρός. Με κόπο και δυσκολία.Τον Διογένη!. Μα έξαφνα από πίσω του μια φωνή ξέσπασε που τον συντάραξε. Ο Διογένης ούτε στιγμή δεν τα έχασε.δώδεκα Αυτοκρατορικούς που ορμούσαν στη μάχη. που έτοιμη και σελωμένη περίμενε μπρος στη σκηνή. Έξαφνα... .. με τα χέρια τεντωμένα. Αρπάξετε τον! 160 . Ο Βασιλέας τον άρπαξε από το χέρι και τον σήκωσε. Ωστόσο. Αμέσως παράταξε τους άντρες του σε τετράγωνο..

ξεφεύγοντας έτσι τη φοβερή σπαθιά που του κατέβαζε ο Κωνσταντίνος.Φύγετε! Φύγετε! Ο Αυτοκράτορας !. Μάταια γύρευαν τα παλικάρια του και ο βουβός δούλος να φθάσουν κοντά του. Τρελά ρίχθηκε πίσω..Το δήμιο! απαντούσε αφρίζοντας ο Ιβάτζης. σπέρνοντας τον πανικό σε όλες τις γραμμές των Βουλγάρων: . ένα μικρό σώμα Βυζαντινών πρόβαλε. Μάταια γύρευε ο Βλαδισλάβ να συμμαζέψει και να σπρώξει πίσω στη μάχη τους ξετρελαμένους του άντρες.εμπρός τον Μιχαήλ. Και συνάμα από πίσω από το λόφο. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Μα ο Ιβάτζης ρίχθηκε κάτω από το άλογο..Ιβάτζη! ούρλιασε. Από παντού η ίδια φωνή υψώθηκε. Η φωνή αυτή τον έτσουξε σαν καμτσικιά.. . γρήγορα. Από το δέντρο όπου τον είχαν δέσει. Δέσετε τον στο δέντρο! Γρήγορα. να σώσουν τον Γίνο τους. Μεμιάς άλλαξε η όψη της μάχης. 161 . Μα άλλοι και άλλοι κατάφθαναν. κουφοί από τον τρόμο..Στη ρεματιά! Τρέξετε στη ρεματιά! του φώναξε πάλι ο Κωνσταντίνος. κουρελιασμένος. κατά την ολέθρια ρεματιά. φεύγοντας απ' όλες τις μεριές. άνανδρε! Λύσε μου τα χέρια κι έλα σαν άντρας να μετρηθείς μαζί μου. αψηφώντας τις λόγχες και τα σπαθιά. Το ζώο γκρεμίστηκε σα να βούλιαζε στη γη. κλείσετε τους την υποχώρηση! Εδώ είναι η δύναμη τους όλη! Σπάσετε τους! Σπάσετε τους! Ο Ιβάτζης.. . Η αταξία που ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Απελπισμένα ρίχθηκαν πάλι οι Έλληνες στους Βουλγάρους. Και σαν κοράκια έπεσαν απάνω του οι Βούλγαροι.Βάλε τα σίδερα στη φωτιά! φώναξε. γύρισε και είδε τον Μιχαήλ που με τους άντρες του έτρεχε σα δαιμονισμένος να σώσει το φίλο του. από παντού γυρισμένα πάνω του. το πρόσωπο του ήταν αλλαγμένο από το μίσος που αναστάτωνε την ψυχή του. . ο Κωνσταντίνος είδε το πρώτο βυζαντινό σώμα που έφθανε. και ανασηκωμένος στη σέλα όρμησε στον Ιβάτζη. αναγνώρισε εμπρός . Άλλο θάνατο του φυλάγω! Δέσετε του τα χέρια. ..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ Ο Κωνσταντίνος γύρισε σαν αστραπή. Το δήμιο. μαζί και ο δήμιος και οι βοηθοί του. του φώναζε.Μιχαήλ! Μιχαήλ! ξεφώνισε..Τζαίζαρ! Τζαίζαρ! ξεφώνιζαν. το έβαλαν στα πόδια. σκεπασμένος αίματα. Φωνές απ' τον αντικρινό λόφο τον διέκοψαν ξαφνικά: . και αμέσως πίσω του άλλοι και άλλοι ακολουθούσαν. . τον έσυραν δεμένο χεροπόδαρα. και συνάμα με το δικό του όπλο άνοιξε το πλευρό του αλόγου του εχθρού του. τους πλάκωναν. . ν' αρπάξουν. ε. Και τυφλοί.Ζωντανό! Ζωντανό τον θέλω! στρίγλισε ο Ιβάτζης.. Και σαν τον είδε να έρχεται με τα σύνεργα του: . Πιάσετε την έξοδο της ρεματιάς. που με πείσμα γύρευε και αυτός να συγκρατήσει τους φυγάδες. και τα πόδια!. Τα μάτια πρώτα θα του βγάλεις! Κατάσκοπος είσαι. από κει που νόμιζαν βέβαιη τη νίκη..Φονιά! Άπιστε. . το δήμιο! Φέρετε το δήμιο! Σε μια στιγμή τον είχαν αρπάξει. κι εμπρός στα μάτια όλων των Αυτοκρατορικών τον έδεσαν σ' έναν κορμό. να σπάσουν τη γραμμή. Δεμένος στο δέντρο.Κακούργε! Σε ξαναβρίσκω στο τέλος! φώναξε σηκώνοντας το σπαθί του. και τους αγκωνές. σκορπίζουνταν σαν τα πουλιά. Πολέμησε με. σέρνοντας μαζί τον Κωνσταντίνο. Κόσκινα τα κορμιά τους έπεσαν γύρω.Φύγετε! Φύγετε! Παρατώντας τον Διογένη και τους άντρες του. Τρέχα τώρα να πεις του βασιλιά σου τι βλέπεις. αν τολμάς! . τους έσπρωχναν ολοένα παραπίσω.. Στο αγριεμένο αιματωμένο του πρόσωπο. τους πλημμύριζαν. άκουσε τη φωνή. ενθουσιασμός ακράτητος άναψε. ο Κωνσταντίνος αλύγιστος και αδάμαστος εξακολουθούσε να βρίζει και να προκαλεί τον Ιβάτζη.

γυρνώντας κατά το δάσος. το μίσος του υπερνίκησε. φώναξε ο Αυτοκράτορας. ο Μιχαήλ εξακολουθούσε να σπηρουνίζει τα πλευρά του αλόγου του για να φθάσει γρηγορότερα στο φίλο του. σηκώθηκε κι εκείνος. . Και σκύβοντας. Τρίζοντας τα δόντια γύρισε πίσω και όρμησε στον αιχμάλωτο.Κωνσταντίνε! φώναξε πιο δυνατά ο Μιχαήλ. αποκρίθηκε ο Βασίλειος. με το κεφάλι του Κωνσταντίνου ακουμπισμένο στο στήθος του.Αύγουστε. Ο Νικήτας σηκώθηκε και πήγε παρακάτω.Δε γίνεται! είπε ο Μιχαήλ με τραχιά φωνή. . χωρίς ένα δάκρυ. το πρόσωπο του αλλαγμένο από τη συγκίνηση. Πού τρέχεις. Άρπαξε το μέτωπο του στα χέρια του. και χαιρετώντας στρατιωτικά έδειξε το λείψανο. και γύριζε πίσω στο κέντρο του στρατού του. Όταν ήλθε το φορείο και σήκωσαν το σώμα. κανένας δεν τον είδε. νευρικά σπρώχνοντας πίσω τα μαλλιά του από το ιδρωμένο του μέτωπο. αργά ο Δαφνομήλης πλάγιασε το χλωμό κεφάλι στα χόρτα και σηκώθηκε και αυτός. τρεχάτος έφθανε ένας νέος αξιωματικός. ο Μιχαήλ αντίκρισε έξαφνα τον Αυτοκράτορα. Τον Ιβάτζη! Ό. Ο Βασίλειος πήδησε από το άλογο. Ο Δαφνομήλης σήκωσε το κεφάλι. Στο δρόμο βρήκε άλλους Βυζαντινούς που κυνηγούσαν τους φυγάδες. Μα σαν κατάλαβε πως του ξέφυγε πάλι ο εχθρός του. ρώτησε.Πού θα τον πάμε. Κανένας δεν του αποκρίθηκε. κάθε κορυφή βουνού ο βολιάς τα γνώριζε από μικρό παιδί. ξεφωνίζοντας αδιάκοπα τ' όνομα του Ιβάτζη. . . ο Νικήτας γύρευε ν' ακούσει αν χτυπούσε η καρδιά. σκότωσαν τον Γίνο Βούγα! Και με το χέρι έδειξε το ριζό του βουνού. .Έλα να τον πάρεις! φώναξε του Μιχαήλ με σατανικό γέλιο. ρίχθηκε πίσω του. Εύκολα κρύφθηκε και ξέφυγε.Τον Ιβάτζη! ξεφώνισε ξεφρενιασμένος ο Μιχαήλ. Κάθε γωνιά του δάσους.Ένα φορείο! διέταξε χαμηλόφωνα ο Βασίλειος.τι έχω το δίνω σ' εκείνον που θα βρει τον Ιβάτζη! Μα ο Ιβάτζης είχε χαθεί. ρώτησε.Πέθανε. Ένας αξιωματικός πλησίασε το Βασιλέα. Ο Ιβάτζης είχε πηδήσει κιόλα στο άλογο. Κανένας δεν τον έπιασε. Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα. μούγκρισε. Τι φωνάζεις σα μεθυσμένος. . αφήνοντας τον Διογένη και τους άλλους στρατηγούς να καταδιώξουν τ' απομεινάρια των Βουλγάρων. Η απάντηση ήταν γραμμένη στην όψη του. Έγειρε το πρόσωπο στα χέρια του κι έμεινε ακίνητος. χάθηκε μες στα δέντρα. ύστερα τον Δαφνομήλη. . Ο Αυτοκράτορας έσκυψε να δει. Γονατισμένος χάμω ήταν ο Δαφνομήλης. . Και τρελός από θυμό και πόνο.. σφάζοντας αλύπητα όσους πρόφθαιναν. ρώτησε.Ζει. έμπηξε το μαχαίρι του ολόκληρο στο στήθος του Κωνσταντίνου..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ Μα γερμένος εμπρός.Ιγερινέ! ανεφώνησε. . Ένας κόμπος μαζεύτηκε στο λαιμό του. κι ευθύς όλοι παραμέρισαν. είπε με φωνή πνιγμένη. . Την ίδια ώρα. Με τη φωνή του Αυτοκράτορα ο Μιχαήλ συνήλθε. . Το σπαθί του Βασιλείου άχνιζε ακόμα από το αίμα των εχθρών. τον σκότωσε ο Ιβάτζης! .Στη σκηνή μου. Δεν πέθανε! Σωριάστηκε χάμω και άπλωσε το χέρι στην καρδιά. ενώ γερμένος απάνω του.Αύγουστε.Κωνσταντίνε! φώναξε.Ποιον. Δέσποτα. ξαναθυμήθηκε τον Κωνσταντίνο δεμένο στον κορμό με το μαχαίρι στην καρδιά. 162 . Σιγά. Ύστερα. ύστερα τον Αυτοκράτορα. Στο τρελό κυνήγημα. . Ο Αυτοκράτορας έστρεψε το άλογο του κι έτρεξε με τον Μιχαήλ στο μέρος όπου πολλοί στρατιώτες μαζεμένοι φώναζαν και χειρονομούσαν. Άγριο ξέσπασε ούρλιασμα από το στήθος του Μιχαήλ. .

. . Στις καλύβες των στρατιωτών τα φώτα ήταν αναμμένα. η Αλεξία ασάλευτη.. Ο Νικήτας αναγνώρισε το δαχτυλίδι της μητέρας του Κωνσταντίνου. οι λίγοι άντρες που φύλαγαν το στρατόπεδο σιγοκουβέντιαζαν..Τι θέλεις. . Ούτε μπορεί κανείς να πει πως ήταν σκέψη. και σιγανά ρώτησε: .Ποιος είναι. και σουβλερός πόνος της έστριβε την καρδιά. μια λέξη. πως δε θα τον ξαναδεί πια ποτέ. παιδιά. Μα βλέποντας την τόσο ακίνητη.Αλεξία..Ο Νικήτας. Ανασηκώθηκε και πήρε από το χέρι του το δεματάκι τυλιγμένο σ' ένα μεταξωτό μαντίλι. Μέσα στη σκηνή. Άφησε το εδώ. Μαζεμένοι γύρω στο συσσίτιο. την επιστροφή του Αυτοκράτορα.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ Και γυρνώντας στους ανώτερους αξιωματικούς του: . .Είναι ανάγκη.Σου έφερα κάτι. Εκείνος μου είπε να σου το δώσω. ένα φως φέγγριζε από τη χαραματιά. πεσμένη στο σοφά. που κανένας δεν τολμούσε να ξεστομίσει. Νικήτα. είπε πάλι με κούραση.Σου έδωσε το δαχτυλίδι πριν φύγει.. Ο Νικήτας έτριψε την τσακμακόπετρα και άναψε το λυχνάρι. . . Η κόρη ανατρίχιασε. 163 . και να την άφηναν ήσυχη. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΗ Είχε νυχτώσει.. Και οι ώρες έσερναν. δε θέλεις να το δεις. με το κεφάλι χωμένο στα διπλωμένα της χέρια. Και αργά . ρώτησε προσπαθώντας του κάκου να μιλήσει ομαλά. Και πάλι όλα σώπασαν. Δυο φορές είχαν έλθει οι δούλες της να ρωτήσουν αν θέλει τίποτα. Μα είχε φύγει. ρώτησε με βαρεμό. κι έμεινε μόνη με τη σκέψη της. Και πάλι έπεφτε στη μουδιασμένη της απελπισία. Πώς και γιατί είχε φύγει. Ούτε καν λύπη. στη σκηνή του Αυτοκράτορα.Αλεξία. Μισοσήκωσε το κεφάλι. Απέξω φύλαγαν οι φρουροί. δεν το ήξερε πια. Σου φέρνω και κάτι άλλο. Μόνη η βασιλική σκηνή έμενε σκοτεινή.Ακολουθήσετε το παλικάρι. Ευχαριστώ. θ' ακουστεί μια φωνή που θ' αναγγείλει το γυρισμό του Άρχοντα. Το φως την αποθάμπωσε και σκέπασε τα μάτια της... να την άφηναν ήσυχη! . Και το ένιωθε ως την ψυχή. ένα λύγισμα της φωνής του. οι ώρες περνούσαν. πρόσταξε με βραχνή φωνή.. Κάτι γυάλισε στο χέρι της. Δε μίλησε. περιμένοντας με ανησυχίες και φόβους. Μα ούτε σηκώθηκε ούτε προσπάθησε να καταλάβει τι έτρεχε. Όλοι έβγαλαν τα σπαθιά και χαιρέτησαν το νεκρό που περνούσε.. Ήταν κάτι σαν μούδιασμα της καρδιάς και του μυαλού της..Ναι! είπε ο Νικήτας. Άνοιξε το.αργά. Αχ. και θόρυβο που της είχε πονέσει τα νεύρα. με την ελπίδα πως κάθε στιγμή θα φανερωθεί ένα φως. Είχε ακούσει φωνές και ανησυχία κι ένα πήγαινε κι έλα.. μόνη στο ιδιαίτερο της διαμέρισμα. . μα κι εκείνων ο νους τους ήταν προσηλωμένος στην είσοδο του στρατοπέδου. . Κι έξαφνα θυμούνταν μια κίνηση. . . ξανάφυγαν χωρίς να τολμήσουν να της μιλήσουν. απαντώντας στο άφωνο ρώτημα της. Η σκηνή ήταν κατασκότεινη. τον κοίταξε μόνο.Αλεξία. Μόνο πίσω από την κουρτίνα. Σήκωσε το χέρι της στο μέτωπο της.. άφηνε τις ώρες και περνούσαν.Εμένα..

ρώτησε ο Βασίλειος με σκοτεινιασμένα φρύδια. Δέσποτα. πλήθος πυκνό κυμάτιζε. Ήταν λίγες γραμμές: «Στην τελευταία μου σκέψη σας ένωσα. .. Παρακάτω. όπου ο θάνατος είχε αποτυπώσει το ήρεμο σιωπηλό μεγαλείο του. Το ήξερε πως ήταν ο Κωνσταντίνος. .Το γνωρίζω.Όχι! είπε ο Νικήτας. 164 . χαράζοντας σαν πιο βαθιά τα ευγενικά χαρακτηριστικά. Το βιβλίο έτρεμε τόσο στα χέρια της. Η φωνή του την τρόμαξε. Αυτός εδώ είναι ο ανεψιός του Βλαδισλάβ. Κρατώντας την από τη μέση ο Βασιλέας πλησίασε και σιγανά σήκωσε το μανδύα. Τον λυπήθηκε κατάκαρδα. Περίλυπη κοίταξε η κόρη το πεθαμένο παλικάρι. Και σιγά γονάτισε. και από την όψη του μισομάντεψε. Έγραψε κάτι. Τον πιάσαμε με όλες τις αποσκευές του Τσάρου και του Κρακρά. Σωριασμένο πλάγι στο φορείο. γι' αυτό δεν τρόμαξε.Πού είναι. σέρνοντας έναν αιχμάλωτο πισθάγκωνα δεμένο.. Το ήξερε. Τη φίλησε στο μέτωπο.έξι αξιωματικοί πλησίαζαν καβάλα. σαν ήταν παιδί. Γύρισε το πρώτο φύλλο και πλησίασε το λυχνάρι. Και μη με περιμένεις πια». θα τον περιμένω πάντα. Ήταν οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι που έφθαναν στο στρατόπεδο. Οι αξιωματικοί χαιρέτησαν τον Αυτοκράτορα και πήδησαν από τ' άλογα. εσένα.Αλεξία. Γύρισε απότομα και βγήκε έξω. ..Και όμως. και ακούμπησε το μέτωπο της στο φορείο χωρίς άλλη λέξη. είπε με λύπη ο Διογένης. είπε ο Αυτοκράτορας. Τ' αγριεμένα μαύρα της μάτια σταμάτησαν στο ήσυχο πρόσωπο. για σένα. και τον Μιχαήλ. Ο Βασίλειος αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο Διογένη και τον Νικηφόρο Ξιφία μ' ένα δυο άλλους στρατηγούς. και κάτω από το γαλάζιο βασιλικό μανδύα που το σκέπαζε όλο. Το ακούμπησε στο τραπέζι και διάβασε. όπου σταχτερή διάφανη χλωμάδα είχε χυθεί. που δεν έβγαζε τα γράμματα. Αλεξία. τις δυο μεγάλες αγάπες της ζωής μου. δεν τον βρήκαν ακόμα! Δυο σώματα τον γυρεύουν. Το τελευταίο απόκοσμο χαμόγελο του της το είχε πει αλάνθαστα πως ποτέ πια δε θα της χαμογελάσει. Η Αλεξία δεν τρόμαξε ούτε μίλησε. Γύρισε και τον είδε. καημένε Μιχαήλ! είπε με φωνή σπασμένη. ρώτησε ξαφνικά. είπε. .. είπε ο Βασιλέας χαμηλόφωνα.Όχι.. καημένε. το περίμενε.Λύσετε τον και φερθείτε του σαν βολιάς που είναι. το είχα δει. .. δείχνοντας μερικούς στρατιώτες που έφθαναν. Ακολούθησε τον Αυτοκράτορα και μπήκαν στο άλλο διαμέρισμα.Κοίταξε μέσα.Αχ. Και μπήκε μέσα. . Αποτραβήχθηκε λίγο και τον κοίταξε. Έκανε ένα βήμα και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. Δεν τόλμησε να ρωτήσει. Πέντε . . και της φάνηκε πως τα χείλια του έτρεμαν. είπε πάλι ο Νικήτας. Ένα φορείο ήταν ακουμπισμένο χάμω. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε. Δυο κόμποι κύλησαν στα ηλιοκαμένα μάγουλα του Βασιλέα. .. ούτε κούνησε. στο φως των αναμμένων δαυλών. το ακίνητο μαρμαρωμένο πρόσωπο. έπιασε το παγωμένο χέρι του καλού της. . Κι έξαφνα είδε πάλι τον Μιχαήλ. Της φάνηκε τόσο αδύνατο να ζήσει πια ο Μιχαήλ χωρίς το φίλο του. Μην τον περιμένεις πια. Βάλε λίγη χαρά στη ρημαγμένη του ζωή. καθώς και τον Νικουλιτσά που μας ξέφυγε. η Αλεξία διέκρινε τον Μιχαήλ. στηριγμένη στο τραπέζι με τα δυο της χέρια. Πολέμησε παλικαρίσια και νικήθηκε.Ο Ιβάτζης. Τον Ιβάτζη όμως. Και σιγά μουρμούρισε: . ένα σώμα ξεχώριζε. Μα ούτε σήκωσε το κεφάλι του από τα χέρια του. και φως πολύ χύθηκε στο καμαράκι.Έλα να τον δεις. Τιμή σε τέτοιους νικημένους. Πλησίασε και την πήρε στην αγκαλιά του. Κάποιος σήκωσε την κουρτίνα. . είπε ο Βασίλειος... .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΗ Με χέρια που έτρεμαν η κόρη άνοιξε τις δίπλες και ξεσκέπασε ένα χρυσοδεμένο μικρό προσευχητάριο.

Όταν γύρισε στη σκηνή του. Ύστερα από την τρανή του νίκη. όπου λαός και αρχές τον δέχθηκαν με μεγάλες τελετές. και όχι μόνο να ξαναξυπνήσει την επανάσταση. ως την ψυχή συντριμμένοι. σε όλο το στρατόπεδο η σιωπή απλώθηκε. όπως τους άλλους γενναίους βολιάδες. Έτσι έφθασε στην Αχρίδα. όλους αυτούς τους δέχθηκε με τιμές. και όπου λίγοι άντρες αρκούσαν για να σταματήσουν στρατόν ολόκληρο. Τέλος ήλθε και ο ανδρείος και αλύγιστος Κρακράς με τα κλειδιά των τριάντα τελευταίων κάστρων. Μόλις το έμαθε. Από παντού έφθαναν άρχοντες και φρούραρχοι. Η νίκη. κρυφά εξακολουθούσε να ετοιμάζεται για την επανάσταση. και ως το τέλος του χρόνου κατέγινε να διοικήσει και να διοργανώσει στρατιωτικά τις νέες κατακτήσεις. Ο Βασίλειος. Λίγο . η Πρόνιστα. βουνού απόκρημνου. Εκεί έμαθε. ενωμένοι στη φρικτή τους λύπη. που ήταν όχι μόνο μεγάλος στρατηγός αλλά και λαμπρός πολιτικός. βρίσκουνταν τότε ένα κτήμα των Τσάρων. μέσα στη νυχτερινή σιγή. Και γονατισμένοι πλάγι . Ο πονηρός Βούλγαρος. στερνό δώρο του Αυτοκράτορα που το είχε ρίξει. όπου άφησε στρατηγό τον Ευστάθιο Δαφνομήλη. Στην πλαγιά του Βροχωτού. ούτε μια φορά δε χρειάστηκε να χτυπηθεί ο στρατός του με τους Βουλγάρους.πλάγι. Την είχε πληρώσει με τη ζωή του Γίνου Βούγα. του πρότεινε να υποταχθεί. Αποκαμωμένοι οι στρατιώτες είχαν πέσει να κοιμηθούν. σάβανο βασιλικό. τον Ιανουάριο του 1018. αλλά και να γίνει αυτός Τσάρος της Βουλγαρίας. Σαν το έμαθε. που ήταν από μεγάλη αρχοντική οικογένεια. ο Μιχαήλ και η Αλεξία. Ο Ιβάτζης όμως. Η τύχη είχε παρατήσει πια το γενναίο μα και δόλιο βολιά. και προσκύνησε και αυτός. που είχε αρχίσει στα 986 και βάσταξε τριανταδυό χρόνια. Μόλις άρχισε η πολιορκία του Δυρραχίου. χωρίς όμως και να δεθεί με τελειωτική απάντηση. Τα φώτα έσβησαν. Εκεί είχε αποτραβηχτεί ο Ιβάτζης με μερικούς τολμηρούς συντρόφους. και πλάγιασε σε μια προβιά. εκδικώντας έτσι τη δολοφονία του γιου του Σαμουήλ. έγραψε του Ιβάτζη ένα γράμμα όπου του απέδειχνε πόσο τρελή ήταν πια η αντίσταση. Ο 165 . Και λίγο . Και μόνο στη βασιλική σκηνή. Ο Νικουλιτσάς και ο Ιβάτζης. Είχαν πάρει και οι δυο τα βουνά. και πήγε στη Διαβολή. και συνάμα οχυρότατο. Και με την ελπίδα ν' αποφύγει καινούριες αιματοχυσίες. φυσικά προστατευμένο από μια στενή κλεισούρα όπου περνούσε ο μόνος δρόμος που ανέβαινε στο κτήμα.λίγο είχε κατορθώσει να μαζέψει γύρω του αρκετό στρατό. κρίνοντας σωστά πως ο θάνατος αυτός θ' απέλπιζε και τους τελευταίους επαναστάτες. Ύστερα γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. αγρυπνούσαν κοντά στο νεκρό. Και στο μεταξύ. Χαρά για την επιτυχία του καμιά δεν ένιωθε. όπου ήλθε και παραδόθηκε η χήρα του Ιωάννη Βλαδισλάβ με πλήθος πριγκιπόπουλα. Ήταν σε μέρος ωραιότατο και κατάφυτο. μαχαίρωσε τον Βλαδισλάβ. τελείωσε και το μακρύ βουλγάρικο πόλεμο. σε λίγο. αποκρίθηκε με κολακείες κι ευγένειες και μισές υποσχέσεις. Ο τόνος όμως μαρτυρούσε την έχθρα που φούσκωνε την καρδιά του. για να κερδίσει καιρό. Και αλήθεια. ίσως ένας από τους αφοσιωμένους στο κόμμα του Ρωμανού. αργά αποκαίουνταν οι λαμπάδες. ορφανά των δύο τελευταίων Τσάρων. έβαλε με το νου του να μαζέψει γύρω του στρατό. ώστε να μη φοβάται την επίθεση του Αυτοκράτορα. πως ο αδάμαστος Βλαδισλάβ όχι μόνο δεν είχε χάσει το θάρρος του. που κατέστρεψε το στρατό του Βλαδισλάβ. ο Βασίλειος μάζεψε το στρατό του και ξεκίνησε για τη Μακεδονία. και προσκυνούσαν και παρέδιδαν χώρες και φρούρια. Και η τρεμουλιάρικη φλόγα πένθιμα φώτιζε το ασάλευτο πρόσωπο του νεκρού και τις γαλάζιες δίπλες του μανδύα. ο Βασίλειος πήγε στα Βοδενά. για να βρίσκεται πιο κοντά στην απόρθητη φωλιά της επανάστασης. αλλά και κατόρθωσε να μαζέψει πάλι στρατό και να πολιορκήσει το Δυρράχιο. Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ Η μεγάλη αυτή μάχη του καλοκαιριού του 1017. ο Βασίλειος έφυγε από την Αχρίδα. που είχε καταστρέψει τους εχθρούς του. δίνοντας του την υπόσχεση πως θα τον δεχθεί και αυτόν με τιμές και δόξες. και τους έδωσε αξιώματα και μεγαλεία ανάλογα με τη θέση και την αξία του καθενός. απάνω στο πεθαμένο παλικάρι. κάποιος στρατιώτης Βούλγαρος. Δυο μόνο βολιάδες έλειπαν ακόμα. και πως η ώρα ήταν κατάλληλη να ειρηνεύσει πια τον τόπο. Λίγο όμως βάσταξε η στάση αυτή.λίγο. αποφασισμένοι να μην υποταχθούν. Σιωπηλά πέρασε σε άλλο χώρισμα. Με όλη του την έχθρα και το θυμό.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΗ Δεν τελείωσε τη φράση του. του κόστιζε ακριβά. σε όλο το δρόμο. βρήκε την Αλεξία και τον Μιχαήλ όπως τους είχε αφήσει.

Ήταν παραμονές του Δεκαπενταύγουστου. τόσο πιο νευρικός γίνουνταν. . στρατηγέ. και πάλι με σουφρωμένα φρύδια γύριζε στο τραπέζι του.Επιτέλους! φώναξε. Ξέρεις όμως ποια είναι η αλήθεια.Και θα δεχθεί να έλθει. καλά.Το ξέρει. Οι δικές μου ειδήσεις είναι πως ο καταραμένος αυτός Ιβάτζης μας παίζει με τα λόγια του. γιατί σ' εκείνα τα κορφοβούνια στρατός δεν μπορούσε ν' ανέβει. έριχνε μια ματιά στο διάδρομο.Εσύ. και τρώγεται και οργίζεται.Ναι. Μα ο θυμός του πήγαινε χαμένος.Η κακομοίρα! Μουρμούρισε. στρατηγέ.Δεν ξέχασε η κόρη τον άλλο. Έλεγα πως έπαθες τίποτα. Τα μάτια του Νικήτα έλαμψαν.Ούτε θα τον ξεχάσει ποτέ.Τι. . Μα δε θα πας μόνος σου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ Βασίλειος το ήξερε και φουρκίζουνταν και αδημονούσε. όχι βέβαια.κάτω νευρικά στο δωμάτιο του. Λέγε γρήγορα! αναφώνησε ο στρατηγός παίρνοντας από το τραπέζι την απλωμένη περγαμηνή.Τι τα θέλεις. και πάλι την άφηνε και ξανάρχιζε να πηγαινοέρχεται. Κάθε λίγο σταματούσε στο τραπέζι του. είπε.Το ήξερα. . Μα ποιος είναι ο άλλος που θα θελήσει να μπει σ' αυτή τη σφηκοφωλιά. . θα σ' έχω ανάγκη. ήλθε μαζί μου.Τι τρέχει. . Ένας όμως μπορεί. . Τα χάλασαν. Ο Δαφνομήλης έβγαλε μια φωνή ανακουφισμένη και άπλωσε τα δυο του χέρια. Με απορία κοίταξε ο στρατηγός τον αφοσιωμένο του κατάσκοπο. . Ευστάθιε Δαφνομήλη. Στρατός δεν μπορεί ν' ανέβει εκεί απάνω. . . ούτε θα τον χαλάσουν. Όχι. . επίσης και πλήθος βουνίσιοι που του έμειναν πιστοί.Στρατός. Και γι' αυτό ήλθα. είπε. είπε ο Δαφνομήλης. . είπε. έπαιρνε ένα ανοιγμένο γράμμα. ξαναχώνουνταν στη μελέτη της περγαμηνής.Λοιπόν. ρώτησε ο Δαφνομήλης χαμηλώνοντας τη φωνή του. Τέτοιος αρραβώνας χειρότερος είναι και από θάνατο. πιστέ μου Νικήτα. .Άργησα. και με ψευτοϋποσχέσεις γυρεύει να πουλήσει τον Αυτοκράτορα. .Ο Μιχαήλ. τάχα πως θα εορτάσει την Κοίμηση της Παναγίας. Ο Νικήτας στέναξε. . Είχα μισομαντέψει το σκοπό σου από το γράμμα σου. Ο Δαφνομήλης χαμογέλασε. . μα πραγματικά στο παλάτι του ετοιμάζεται καινούρια επανάσταση. γιατί ήθελα να σου φέρω τις πληροφορίες που μου ζήτησες.Και ο Αυτοκράτορας το ξέρει. στο αετοβούνι του Βουλγάρου. Μα τι να κάνει. .κάπου πήγαινε στην πόρτα.Ξέρω. και ή θα νικήσομε μαζί σου ή θα πέσομε και οι τρεις. 166 .Και η αρραβωνιαστική του. Στο παλάτι του μέσα της Αχρίδας. . τον αρραβώνα. . το ξαναδιάβαζε. δεν τον χάλασαν. Νικήτα. Τέλος η πόρτα άνοιξε απέξω κι ένας άντρας μπήκε.Έμαθες τίποτα. Τους εκάλεσε όλους. .Θα σε παρακαλέσει. Κάπου . είπε πάλι ο Νικήτας. .Ο Ιγερινός. και άργησες τόσο! Ο Νικήτας πήρε το χέρι του στρατηγού κι έσκυψε και το φίλησε. και του το είπα. Και θα πάγω εγώ. αποκρίθηκε ο Νικήτας. . Και όσο περνούσε η ώρα. Ευστάθιε Δαφνομήλη. ο Ευστάθιος Δαφνομήλης πήγαινε κι έρχουνταν απάνω . Θα πάρεις και δυο συντρόφους. Η φάρα του ολόκληρη βρίσκεται μαζεμένη στην Πρόνιστα. Έλα. . και πάλι το έριχνε στο τραπέζι και ξανάρχιζε τον ανήσυχο περίπατο του.

Ναι.Εμένα θα με δεχθεί.Γιατί τους το άφησε παραγγελιά πριν πεθάνει. .Πώς αυτό. . Μα κοντοστάθηκε ξαφνισμένος. και ίσως είναι καλύτερο να μη χάνομε καιρό. Μόνο στα βουλιαγμένα τους κοιλώματα. ήταν σα μαρμαρωμένο. . άλλαξε γνώμη. . 167 ..Εσύ. . Μίσος έντονο ζωντάνεψε το άψυχο πρόσωπο του νέου. . Και γυρνώντας στον Νικήτα: . τα μάτια του φύλαγαν ακόμα ζωή.Όχι. είπε. να παρακούσει του πεθαμένου. οι κυρτοί του ώμοι.Δεν είμαι κουρασμένος.Ξέρεις λοιπόν το σχέδιο μου. τον έκαμναν αγνώριστο. . τα ψαρά του μαλλιά.Όχι. Ο Δαφνομήλης. Ο Δαφνομήλης αναπήδησε. πήγα να τον σκοτώσω. είπε ο Δαφνομήλης. . πρόσθεσε: .Ο Κρηνίτης. Η φλόγα που άναψε μια στιγμή το πρόσωπο του έσβησε πάλι. . Κι εκείνος κυνηγά τον Ιβάτζη.Ναι. Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος. ρώτησε ο Δαφνομήλης. κάπως συγκινημένος. και δεν την ξαναείδε ο Ιγερινός. Δε θέλει. και ξένους δε δέχεται. αναφώνησε. Πήγες ποτέ.Εκείνη πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου μένει με την αδελφή του.Δεν τον πέτυχα.. Ο Μιχαήλ ήταν σχεδόν γέρος. Ήταν πάντα περιτριγυρισμένος. .Κάθησε νά ξεκουραστείς. Στο λείψανο του ορκίστηκε να κάνει το θέλημα του. μα πήγε ο Ιγερινός. αποκρίθηκε ήσυχα ο Μιχαήλ.Μα λοιπόν γιατί αρραβωνιάστηκαν.Τι. Το αργό του περπάτημα. Με βαριά καρδιά τους αρραβώνιασε λοιπόν ο Αυτοκράτορας. . . Καθώς μπήκε ο Μιχαήλ στην κάμαρα. σαν άψυχο. . Και από κει που ήθελε η κόρη να κλειστεί σε μοναστήρι.Πρώτα απ' όλα όμως πρέπει να γνωρίζομε τα μέρη εκείνα. . είπε. πως όποιος από τους δυο γυρίσει ζωντανός θα έπαιρνε την Αλεξία Αργυρή.. . στρατηγέ.Και είναι τώρα εδώ. ο Δαφνομήλης σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. του είπε με συμπάθεια. σκοτεινά και ισκιωμένα. και συνάμα έγραψε της Αλεξίας πως της άφηνε παραγγελιά να πάρει το φίλο του.Ξέρω πως είσαι άξιος να πας να μαχαιρώσεις τον Ιβάτζη στο παλάτι του μέσα. λέγει. που του ήταν πια σα φυσική. στην εορτή μέσα. θέλησε να κρύψει την εντύπωση του.Ναι! Πριν φύγει εκείνη τη μέρα. . . είπε ο Νικήτας. Ευστάθιε Δαφνομήλη.Πες του να έλθει. και με την άτονη φωνή. Μα ήταν αληθινή κηδεία εκείνος ο αρραβώνας! Και από τότε χωρίστηκαν. Ύστερα είπε με απόφαση: .Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ . ο άλλος. Το αναίματο ισχνό του πρόσωπο ασάλευτο και αγέλαστο. φαίνεσαι κουρασμένος.Πως αν έχεις καμιάν ελπίδα να εκτελέσεις το σχέδιο σου. .Έρχομαι από κει. . . έβαλε τον Ιγερινό να ορκιστεί μαζί του. Ο Αύγουστος τον θέλει ζωντανό. αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Αργότερα μιλούμε.Πήγες να κατασκοπεύσεις. Μα το σχέδιο μου είναι λίγο διαφορετικό..Τι εννοείς. . τώρα είναι περίσταση. κάτασπρα στα μηνίγγια.

με όλη του τη σκληρότητα. και πείτε του πως ο πατρίκιος Ευστάθιος Δαφνομήλης. Και την καρδιά του θα του την πάρω εγώ.Δεν ξέρω. .τι σου πω. ασυλλόγιστα. Και βγήκε. . είπε. είπε ο Μιχαήλ. .Θα κάνεις ό. και σου την έκανα. ήταν όμως πολύ θεοφοβούμενος.Ίσως. Σήκωσε την κουρτίνα και χωρίς να γυρίσει ρώτησε: . που το εξοχικό αυτό κτήμα κατήντησε σα μικρή πόλη. είπε.Πηγαίνετε στον Ιβάτζη.Μιχαήλ.Θα κάνω ό.Και θα έλθεις μαζί μου. . . Τρεχάτος ανέβηκε ένας στρατιώτης κι έφερε του αφέντη του την απίστευτη είδηση. Ήθελες να πας σε κάποιο μοναστήρι όπου βρίσκουνταν πληγωμένος.Αμέσως. Με σφιγμένα χείλια κοίταζε τη λίμνη που απλώνουνταν γυαλιστερή και ολόφωτη κάτω από το παράθυρο. θα έλθω.Σε περιμένω έξω. διέταξε ο στρατηγός. Και γύρισε να φύγει. . . κι ετοίμαζε πολυτελέστατη τελετή. χωρίς καμιά προσπάθεια να κρυφθούν. τους κάλεσε και τους μάζεψε γύρω του για να δείξει το μεγαλείο και τη δύναμη της φάρας του. Οι φρουροί σαστισμένοι τους σταμάτησαν και τους ρώτησαν τι θέλουν.Πότε φεύγομε.Όποιος έλθει μαζί μου πρέπει ν' αποφασίσει πως δε θα γυρίσει ζωντανός. μια μέρα μου ζήτησες μια χάρη. οι στρατιώτες που φύλαγαν τα στενά είδαν έξαφνα με μεγάλη απορία τρεις Έλληνες που πλησίαζαν άφοβα.Σκέφθηκες την Αλεξία. αφότου άρχισε η 168 . Ξημέρωσε ο Δεκαπενταύγουστος. Μιχαήλ.. είπε ο Μιχαήλ. είτε Έλληνες ήταν είτε Βούλγαροι ο Ιβάτζης. Ο Μιχαήλ είχε φθάσει στην πόρτα.τι σου πω. να έλθω σε σένα.Ναι. μ' εξαιρετική πολυτέλεια. . αν πεις τ' όνομα σου.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ . Σήκωσε το χέρι και σταμάτησε το στρατηγό. . στο παλάτι του της Πρόνιστας. Βασιλικά τους υποδέχθηκε και τους φιλοξένησε στο παλάτι του. Σαν όλους τους ορθόδοξους εκείνης της εποχής. Και τόσος κόσμος μαζεύθηκε. . στη ρίζα του Βροχωτού. Ο ένας φορούσε λαμπρή στολή Βυζαντινού στρατηγού. Απότομα πήρε ο Μιχαήλ το χέρι του Δαφνομήλη και το έβγαλε από τον ώμο του.. ήλθε να πανηγυρίσει μαζί του.Και αν σκοτωθείς. Ο Δαφνομήλης ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νέου και με συγκίνηση είπε: . εκείνο το χρόνο του 1018. είπε ο Δαφνομήλης. κάτω. . Ευστάθιε Δαφνομήλη.τι θέλεις. Και μου είπες τότε πως αν ποτέ έχω ανάγκη από τυφλή αφοσίωση. Ενόσω απάνω στην Πρόνιστα ο Ιβάτζης δέχουνταν τα συγχαρητήρια των αξιωματικών και των προσκαλεσμένων του. έκανε ο Δαφνομήλης. . Γιατί όσο και αν είχαν διακοπεί οι εχθροπραξίες.Καλά. Αποφάσισε την εορτή του Δεκαπενταύγουστου να την εορτάσει. χωρίς συνοδεία. στρατηγός της Αχρίδας. είπε ο στρατηγός προφέροντας μια .Θα κάνεις ό. . Το στόμα του Μιχαήλ συσπάστηκε.Το ξέρω. Σαν το άκουσε ο Ιβάτζης έμεινε άφωνος. ως και τους πιο απομακρυσμένους. . ο Έλληνας στρατηγός. . να παραδοθεί στα χέρια του.. Δεν του χωρούσε στο κεφάλι πως μπορούσε να έλθει έτσι.τι σου πω! Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε.Θα έλθω. Όλους του τους συγγενείς. ..μια τις λέξεις.Και θα κάνεις ό. τη σκέφθηκα.

το ήξεραν όλοι όσοι γνώριζαν τον Ιβάτζη. 169 . με σηκωμένο το σπαθί. Αρματωμένος ήταν. Μιχαήλ. όχι! φώναξε ο Δαφνομήλης γυρεύοντας ν' απομακρύνει το όπλο. Πως για να τολμήσει ο Δαφνομήλης με τόση αστοχασιά να παραδοθεί στον εχθρό. και γύρευαν να μαντέψουν τα σχέδια του αρχηγού τους.Όχι. Μεμιάς του μπήκαν υποψίες. ποιος ξέρει ακόμα τι άλλες προτάσεις του έφερνε! Η καρδιά του φούσκωνε από υπερηφάνεια και χαρά. που αγωνίζουνταν να ξετινάξει τον Δαφνομήλη από το στήθος του. και με τα σιδερένια χέρια του κρατώντας τον καρφωμένο στο χώμα. Με το λαμπρό Δαφνομήλη σύμμαχο. Άρα άλλη αιτία πρέπει να έφερνε τον Έλληνα στρατηγό στα νύχια του. Σαν αστραπή ορμά ο Δαφνομήλης απάνω του. Αφού τελείωσε η εκκλησία. τον πλακώνει κάτω από το γόνατο του. ακράτητος ρίχνεται στον Ιβάτζη να τον σχίσει. πως ο Δαφνομήλης. με τα μάτια τρυπημένα. ξαναρίχθηκε του Ιβάτζη. Και όλο στο ίδιο συμπέρασμα έφθανε. και αμέσως τον πήρε και του σύστησε τους σημαντικότερους άρχοντες της συντροφιάς του.. παίρνοντας από το χέρι τον Δαφνομήλη. τον ρίχνει χάμω. ήλθε να συνεννοηθεί μαζί του. άλλος δεν πρέπει να τ' ακούσει. και βλέποντας την τέλεια μοναξιά και τη σιωπή του απόκεντρου εκείνου μέρους. . και αυτόματα άρπαξε του σπαθιού του τη λαβή. δυο φορές κατέβηκε το μαχαίρι. ο Ιβάτζης δεν μπόρεσε να βαστάξει. Από τη χαρά που χύθηκε μέσα του. βουλώνει το στόμα του και του πνίγει τις φωνές. είπε χαμηλόφωνα. τον καλωσόρισε με λόγια κολακευτικά. και το άγριο πράμα έγινε. θα πει πως παρατούσε. Τόσο ανόητο να φαντασθεί τον Δαφνομήλη δεν μπορούσε. και ξεφεύγοντας από τα χέρια του Νικήτα. Του φάνηκε έξαφνα σα να κούνησε κάτι μες στα κλαδιά. Έριξε γύρω μιαν ανήσυχη ματιά. που αμείλικτα τον είχε πολεμήσει τόσα χρόνια. Μα τότε ο Μιχαήλ έγινε έξω φρενών. το στόμα στουμπωμένο για να μην ακούονται οι στριγλιές του. αναίσθητος σχεδόν και σκεπασμένος αίματα. μα ήλθα και για να σου μιλήσω. ήλθα για να πανηγυρίσομε μαζί την Κοίμηση της Θεοτόκου. ο καθένας στην προσδιορισμένη του κατοικία. τι δε θα καταπιάνουνταν. Απάνω και κάτω στο δωμάτιο του περπατούσε ο βολιάς. Μα γι' αυτό ίσα . γυρνώντας και ξαναγυρνώντας στο νου του ρωτήματα και απαντήσεις.ίσα τους φαίνουνταν ανεξήγητοι οι ευγενικοί τρόποι του βολιά και τα ζαχαρένια λόγια που δεν έπαυε να μουρμουρίζει του Έλληνα στρατηγού. τον φίλησε. Μην τον σκοτώσεις. βέβαια. Έτρεξε στον Δαφνομήλη.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ αλληλογραφία του με τον Αυτοκράτορα. προδότης του βασιλέα του. Πήγαιναν κουβεντιάζοντας. Μα ήταν μόνος. Τότε ο Δαφνομήλης σίμωσε το βολιά. και με καρδιόχτυπο περίμενε ο Iβάτζης ν' αρχίσει ο Δαφνομήλης την ξεμολόγησή του. ακίνητος στα χέρια των εχθρών του. θυμήσου το λόγο σου! Τα μάτια του μόνο! Μεθυσμένος όμως από το μίσος. όπου τα δέντρα ήταν τόσο πυκνά. τον αγκάλιασε. Ευθύς έδωσε διαταγή ο Ιβάτζης να οδηγήσουν τον Δαφνομήλη στο παλάτι του. Με περιέργεια κοίταζαν οι Βούλγαροι τη μόνη αυτή ελληνική στολή ανάμεσα τους. όλοι οι προσκαλεσμένοι σκορπίστηκαν και αποτραβήχθηκαν..Ιβάτζη. πώς ήταν δυνατό να υποθέσει ο Δαφνομήλης πως θα τον άφηνε ποτέ ο Ιβάτζης να φύγει ζωντανός από τα χέρια του. Μια φορά. ο Μιχαήλ ούτε άκουε ούτε έβλεπε. Μεμιάς ο κατάσκοπος τον ξαρμάτωσε. Ο Ιβάτζης. τι δε θα κατόρθωνε! Η πόρτα άνοιξε και ο στρατηγός μπήκε. Τότε πια πείστηκε ο Ιβάτζης πως οι υποψίες του αλήθευαν.. τον κατέβασε στα περιβόλια και τον οδήγησε σ' ένα μικρό δάσος. ίσως να του παραδώσει την Αχρίδα. .. Ο ένας. Η αιτία που με φέρνει είναι σπουδαία και μυστική. από μέσα από τα δέντρα δυο άντρες πετιούνται. Ήταν μόνος. μόνος στα χέρια του θανάσιμου εχθρού του. τυλιγμένοι σε σκοτεινές κάπες. και σήκωσε το όπλο του.μύριες χρυσές ελπίδες έλαμψαν μπροστά του. τον έπιασε φόβος. Δεν πρόφθασε όμως να το σύρει. βρέθηκε δεμένος χειροπόδαρα. που ούτε να τους δει μπορούσε κανένας ούτε ν' ακούσει τις ομιλίες τους. τα λαμπρά του όπλα έλαμπαν από τα πολύτιμα πετράδια στη ζώνη και στο πλευρό του. τυλιγμένος στο μανδύα του. και μαζί πήγαν στην εκκλησία όπου πανηγυρικά άρχισε η λειτουργία.Νικήτα! φώναξε ο Δαφνομήλης. Πρόσταξε τους σωματοφυλακές του ν' απομακρυνθούν και. . καταχαρούμενος. Χίλιες . Και τι μπορούσε η αιτία αυτή να είναι άλλο από προδοσία. έσυρε το μαχαίρι του. Πως ο Δαφνομήλης δε θα έβγαινε ζωντανός από την Πρόνιστα. πως πρόδινε το Βασιλέα του. Την ίδια στιγμή.. Και όσα έχω να σου πω..

τι έκανα. πήρε όψη επαναστατημένης χώρας. κομματιάσετε τους! Θάνατος στους προδότες! Σπαράξετε τους κακούργους! Μερικοί τρεχάτα έφεραν πίσσα και ξύλα και άχυρα. Πολλοί όμως Βούλγαροι δείλιασαν. τα περίμενε. Από παντού βγαίνουν Βούλγαροι. μερικά χέρια σηκώθηκαν απειλητικά. Ανάμεσα στους προσκαλεσμένους.. έκανε νόημα πως θέλει να μιλήσει. φθάνουν με τον τυφλωμένο τους αιχμάλωτο στο απάνω πάτωμα. τους αφήνουν να περάσουν. από σπίτι σε σπίτι. Εμπρός όμως στο πάθος των λυσασμένων Βουλγάρων. Και ό. Πανικός έπιασε τους Βουλγάρους στα λόγια αυτά. ανεβαίνουν τη σκάλα τρεχάτα πάντα. ούτε στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του. . ψιθύρισε ο Δαφνομήλης. μα έλεος δε θα ζητήσομε. σαν αστραπή μεταδίνεται η φρικτή είδηση: . που να φανταστεί πως ήλθα από αμυαλιά ή από έχθρα δική μου να ριχθώ σε τέτοιον κίνδυνο. και περικυκλώνουν τους Έλληνες ξεφωνίζοντας: .Γρήγορα. χιλιάδες δικά σας θα πέσουν.Ποιος από σας είναι τόσο μωρός. Εδώ είμαστε! Να μην ελπίζετε όμως πως θα παραδοθούμε στο έλεος σας! Τη ζωή μας θα την πάρετε. τρέχουν πίσω στο παλάτι. όπως το περιμένομε. οι βρισιές λιγόστεψαν. άλλοι αποτραβήχθηκαν παράμερα.Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! επανέλαβε πιο δυνατά ο Δαφνομήλης. μερικοί έφυγαν.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ . Τότε τον αρπάζουν οι τρεις Έλληνες. να μοιράσομε μεταξύ μας. αποφασισμένοι να μην παραδοθούν ζωντανοί. τρέχουν. ποιος με λόγχη ή τόξο. Φρικιασμένοι.Τύφλωσαν τον Ιβάτζη! Σε μια στιγμή. αψηφώντας τις πέτρες και τις σαΐτες που σφύριζαν γύρω του. τρέμοντας. το θυμό. Στα λόγια αυτά οι Βούλγαροι σα να μούδιασαν κάπως.Αν πεθάνομε. . κι εκεί ξεσπαθώνουν.λίγο ν' ακούσουν. το χαριτωμένο κτήμα των Τσάρων γέμισε φωνές και αταξία. για να τους κάψουν στην κάμαρα μέσα όπου είχαν κλειστεί. Το ξέσπασμα αυτό. Μα όχι τόσο γρήγορα. φώναξε. 170 . και με λόγια πειστικά απέδειξαν στους νεότερους πόσο περιττή ήταν η αντίσταση. κι εγώ Έλληνας. Και βλέποντας πως μερικοί Βούλγαροι σώπαιναν λίγο . κρύβουνταν.Σκοτώσετε τους! Κάψετε. το ξέρετε. με αναμμένους δαυλούς. Μερικές θυμωμένες φωνές ακούστηκαν πάλι. Φοβισμένα μουρμουρίσματα πέρασαν από στόμα σε στόμα. παιδιά.Εδώ θα πεθάνομε. μα αφού την ακριβοπληρώσετε. και με τόλμη απίστευτη περνούν από μέσα από την αυλή. μερικοί δαυλοί έσβησαν. σας είναι εύκολο.. και τρομαγμένοι στάθηκαν ν' ακούσουν τα λόγια που σαν κεραυνούς τα έριχνε πάνω από το παράθυρο του ο ατρόμητος στρατηγός του Αυτοκράτορα. αποβλακωμένοι. με ξύλα. αφού είχε τυφλωθεί και ο Ιβάτζης. Φθάνει ο Αύγουστος να τους δώσει αμνηστία γενική. φθάνουν οπλισμένοι. Στον πύργο. παρά της απομακρυσμένης Ανατολής. Από πάνω από το παράθυρο ο Δαφνομήλης κοίταζε ατάραχα το εξαγριωμένο πλήθος. Και σκύβοντας στο παράθυρο. αυτοί που είχαν δει τις περισσότερες καταστροφές και που στην καρδιά τους δε φύλαγαν πια ούτε τόλμη ούτε ελπίδα. . Για εκδίκηση δεν ήλθα! Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! βροντοφώνησε. Σαν έπεισαν και ησύχασαν ακόμα και τους πιο τολμηρούς. εξακολούθησε: . άλλοι έριξαν ανήσυχες ματιές στο παράθυρο.ένας άρχιζαν κι έφευγαν. Είχε λογαριάσει πως θα πρόφθαινε κάπου να οχυρωθεί. μπαίνουν στο σπίτι. Τη σκληρή εκδίκηση του Αυτοκράτορα τη γνώριζαν! Ακόμα δεν είχαν ξεχάσει τις δέκα χιλιάδες τυφλωμένους που στα 1014 τους έστειλε του Σαμουήλ. εμπρός σε όλους τους σωματοφύλακες. το έκανα για τον Άρχοντα μου. είπε στους συντρόφους του. ο Ιβάτζης κι εγώ. που θεωρούνταν και πιο φρόνιμοι. Αν θέλετε να μας σκοτώσετε. . άλλοι με πέτρες. θα πεθάνομε χαρούμενοι πως κάναμε το καθήκον μας! Θα πεθάνομε ευχαριστημένοι. φώναξαν τον Δαφνομήλη και του είπαν πως υποτάσσονται στον Αυτοκράτορα και παραιτούνται από κάθε αντίσταση. ίσως και να συνθηκολογήσει. γιατί ξέρομε πως ο Αφέντης μας και Βασιλέας μας φρικτά θα μας εκδικήσει! Για κάθε κεφάλι δικό μας. τρύπωναν στα σπίτια. μα Έλληνας όχι της Μακεδονίας ή της Θράκης. και ποτάμι το αίμα σας θα ξεπλύνει το δικό μας. Οι γεροντότεροι. ποιος με σπαθί. την αγανάκτηση.Ακούσετε δω! Σας μιλώ φρόνιμα λόγια! Τον άρχοντα σας δεν τον τύφλωσα από μίσος προσωπικό. πήγαν τότε από τον ένα στον άλλο. Αυτός είναι Βούλγαρος. Τι λοιπόν θέλετε να έχομε. που σαστισμένοι. ένας .

αν ξέρει με τι τρόπο τον εκδίκησα.. Αλεξία. για να το δώσει του αγγελιοφόρου που. γιατί δε μ' άφησαν να το κάνω. Η καρδιά μου μαράθηκε. Ο πόλεμος τελείωσε. Αλεξία. ο Μιχαήλ ήταν σκυμμένος στο τραπέζι του. Χθες έδωσα την παραίτηση μου. Μα δάκρυα δεν ήλθαν να δροσίσουν τα θερμιασμένα του ματόκλαδα. Απίστευτο του φάνηκε του Αυτοκράτορα όταν. έγραφε... και άκουσε το τολμηρό ανδραγάθημα που τον ξεφόρτωνε επιτέλους από τον αδάμαστο εχθρό του. Ο Μιχαήλ τελείωνε ένα γράμμα. το ευγενικό εκείνο παλικάρι. πάγει ο Ιβάτζης. πως αν από κει πάνω βλέπει την πράξη μου. αφού η εκδίκηση έγινε. Κουβαλώντας πάντα τον τυφλωμένο Ιβάτζη. και τράβηξε για τη Διαβολή ανενόχλητος. είχε γυρίσει ο Νικουλιτσάς σαν κυνηγημένο αγρίμι από κορφοβούνι σε κορφοβούνι. Το καλάμι έπεσε από τα δάχτυλα του. πτώμα άταφο. Μόνος στο δωμάτιο του. Ο Αυτοκράτορας όμως δε θέλησε πια ούτε να τον συγχωρήσει ούτε καν να τον δει. με πόνο θα κρύβει τα μάτια. Όσο ήταν ο αγέρωχος Ιβάτζης.». το μίσος φυσομανούσε μέσα μου. χύνουνταν θαμπό και αδύνατο στου νέου το γερασμένο πρόσωπο. είδε τον Δαφνομήλη να παρουσιάζεται μπροστά του με τον αιματωμένο τυφλό. και άλλο δε συλλογίζουμουν παρά το κακούργημα του. πέρασαν από μέσα από τους προσκαλεσμένους και τους δαμασμένους σωματοφύλακες του βολιά. ζητώντας έλεος από το Βασιλέα. που ήταν από τις σημαντικότερες θέσεις και τις τιμητικότερες. τον οποίο τόσες φορές είχε γελάσει. Έτσι κατέβηκε ο Δαφνομήλης με τους δυο του συντρόφους και τον αιχμάλωτο του. στις φυλακές της Θεσσαλονίκης. τότε τον συλλογίστηκα εκείνον.ένας ή είχαν πεθάνει. «διευθύνεται νότια. ούτε καν ν' αγγίξει τους Έλληνες. Οι τρεις τολμηροί Έλληνες κατέβηκαν από το δωμάτιο όπου είχαν κλειστεί. καμένα στη λάβρα του καημού του. Και όμως καμιά χαρά δεν έχω που έρχομαι κοντά σου. πεινασμένος..Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ Και τότε έγινε κάτι πρωτάκουστο στην ιστορία. χωρίς να τολμήσει ένας από το πλήθος αυτό των Βουλγάρων να εκδικήσει τον αρχηγό τους. Ήταν ο Νικουλιτσάς. Το φως του λυχναριού. και η εκδίκηση δε με πλησίασε σε σένα. Είχαν στερέψει. όταν ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την εξώπορτα του παλατιού. όπου θέλει στο ναό μέσα της Θεοτόκου να προσκυνήσει την Πολιούχο και να Την ευχαριστήσει για την Αγία Της προστασία.Ο Αύγουστος φεύγει αύριο». Για να δείξει του Δαφνομήλη την ευγνωμοσύνη του. Πέρασαν μερικές μέρες και ο Βασίλειος ετοιμάζουνταν πια να φύγει από τη Διαβολή. ν' αποζήσει στο παντοτινό σκοτάδι τις μαύρες του μέρες. Μέρες και νύχτες μόνος. Οι σύντροφοι του όλοι και οι φίλοι του τον είχαν εγκαταλείψει ένας . Θα ήταν δίκαιο! Και θα ήταν στρατιωτική εκδίκηση! Μα σαν τον είδα χάμω. Και είπα. ρίχθηκα με λύσσα να τον σκοτώσω. τον διόρισε στρατηγό του θέματος του Δυρραχίου.πρωί. η θέληση του έσπασε. κάτι απίστευτο. Και όταν βρέθηκα μπροστά του. να του πάρω την καρδιά. όταν συλλογίστηκα την πράξη μου. βγήκαν από το παλάτι και από τα περιβόλια. απελπισμένος. Ώστε τίποτα πια δε με κρατεί εδώ. τον άσπιλο στρατιώτη. «. Ώσπου η ψυχή του ανυπότακτου βολιά απέκαμε. έφευγε για τη Θεσσαλονίκη.. με τα μάτια τρυπημένα. ερείπιο ζωντανό. μπορώ ν' αποσυρθώ. 171 . τους έστειλε αλυσοδεμένους στις φυλακές της Θεσσαλονίκης. Εγώ όμως δε θα τον συνοδεύσω. κι έγειρε το πρόσωπο του στα διπλωμένα του χέρια.. Πηγαίνει στην Ακρόπολη των Αθηνών. πέρασε την κλεισούρα. και του χάρισε όλα τα πλούτη του Ιβάτζη.. θα στρέφει το κεφάλι από ντροπή. καταδιωγμένος. που πεσμένο άνθρωπο ποτέ του δε χτύπησε. Αχ. αλυσοδεμένος. και μόνος ήλθε και παραδόθηκε. πρωί . την αυριανή. τον τίμιο. Τυφλός κι ελεεινός.. Και μπορώ να έλθω πια κοντά σου. δυνατός και μεγάλος. Κι εκείνον και τον Ιβάτζη. που κρέμουνταν από τη χαμηλή στέγη. ένα βράδυ αργά. τον ακίνδυνο πια Ιβάτζη.

org/w/index.wikisource.wikisource.php?oldid=49066  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΖ  Πηγή: http://el.php?oldid=49077  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΗ  Πηγή: http://el.php?oldid=49038  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΔ  Πηγή: http://el.php?oldid=49074  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΕ  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.org/w/index.wikisource.wikisource.wikisource.wikisource.org/w/index.Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α  Πηγή: http://el.wikisource.wikisource.wikisource.org/w/index.php?oldid=49076  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΖ  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.org/w/index.org/w/index.php?oldid=49034  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ι  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.php?oldid=49079  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou 172 .php?oldid=49072  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΓ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=49026  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Β  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.org/w/index.php?oldid=49027  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Γ  Πηγή: http://el.php?oldid=49071  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=49067  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΗ  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.php?oldid=49073  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΔ  Πηγή: http://el.php?oldid=49035  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΑ  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.org/w/index.wikisource.wikisource.org/w/index.php?oldid=49031  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ζ  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.php?oldid=49036  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΒ  Πηγή: http://el.php?oldid=49028  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Δ  Πηγή: http://el.wikisource.wikisource.wikisource.wikisource.org/w/index.wikisource.wikisource.php?oldid=49065  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΣΤ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=49030  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΣΤ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=49029  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Ε  Πηγή: http://el.php?oldid=49068  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΘ  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.php?oldid=49070  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ  Πηγή: http://el.org/w/index.php?oldid=49032  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Η  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.org/w/index.php?oldid=49033  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Θ  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.php?oldid=49069  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Κ  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.wikisource.php?oldid=49064  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΕ  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.php?oldid=49037  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΙΓ  Πηγή: http://el.php?oldid=49075  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΣΤ  Πηγή: http://el.php?oldid=49078  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΘ  Πηγή: http://el.

Άδειες και Συνεισφέροντες Άδεια Creative Commons Attribution-Share Alike 3.Πηγές Εικόνων.0/ 173 .0 Unported //creativecommons.org/licenses/by-sa/3.