qwΛουδοβικοσ των

ΑνωγειωνφιertyuiΛουδοβικοσ των
Ανωγειωνopasdfghjklzxερυυξnmηqς
wωΛουδοβικοσ των
΢υλλογή
Ανωγειωνψerβνtyuσiopasdρfghjklzxc
Λουδοβικος των Ανωγειων
vbnΛουδοβικοσ
των
Ανωγειωνmqwertyuiopasdfghjklzxcv
bnΛουδοβικοσ των
ΑνωγειωνφγιmλιqπσΛουδοβικοσ των
ΑνωγειωνπζαwωeτrtνyuΛουδοβικοσ
τωνΑνωγειωντioρνμpκaλsdfgΛουδοβ
ικοστωνΑνωγειωνhσjklzxcΛουδοβικο
στωνΑνωγειωνvλοπbnαmqwertyuiop
asdfghjklzxcvbnmςγqwφertyuioςδφ
pγρaηsόρωυdΛουδοβικοσ των
ΑνωγειωνfghjργklαzxΛουδοβικοσ

τι είναι μια σταγόνα στον ωκεανό? κι όμως μια σταγόνα ξεχειλίζει το
ποτήρι...
…………………………………………………………………
"Ο έρωτας κρατεί τόξο και όχι ασπίδα.
Δε φοράει παπούτσια γιατί δεν αγγίζει τη γη.
Είναι μικρός και δεν σκέφτεται.
Δεν έχει τσέπες
Και φοράει φτερά για να έρχεται αλλά κυρίως
να φεύγει όποτε εκείνος θελήσει"...
…………………………………………………………………
... όταν η θάλασσα συνάντησε πρώτη φορά τον ουρανό, τον
ερωτεύθηκε. Σης φαινόταν όμως τόσο μακρινός και ακατάδεκτος που
δεν ήξερε πώς να του το πει. Ως που μια μέρα, έκοψε ένα κομμάτι αφρό
από τα κύματά της, έφτιαξε έναν γλάρο και του τον έστειλε...
…………………………………………………………………

O ANEMO΢
.... ο άνεμος στην νυχτερινή του βόλτα, μπαίνει στο ανοιχτό παράθυρο.
Η όμορφη κόρη κοιμάται γυμνή και τα μακρυά ξανθά μαλλιά της
αγγίζουν στο πάτωμα. Αυτός εκστασιασμένος, περνάει τρυφερά μέσα
απ τα μαλλιά της την χαϊδεύει στον ώμο και φεύγει ευτυχισμένος.
Διασχίζει λαγκάδια, όρη κοιλάδες, βάφει τα χόρτα με το ξανθό των
μαλλιών της, φυσάει πάνω στην λίμνη και της δίνει το σγουρό των
μαλλιών, αγγίζει τά άνθη και τους δίνει το άρωμά της και κουρασμένος
από το ατέλειωτο ταξίδι κάθεται κάτω από ένα δέντρο.
- το χάδι όμως στον ώμο θα το κρατήσω για μένα
…………………………………………………………………
γυρω στις 10 βγηκε αποψε η νυχτα .
το λειψο φεγγαρι ανεβαλε το μυστηριο.
Η αλμυρα στάζει
Σα τυφλά κύματα σκονταυτουν

στα βράχια
Η φωνη του γρυλου μετα βίας επιπλέει
Η τέλεια καταστροφή μιας ερημιας...
…………………………………………………………………
……………………………………………
Σο λευκό μιλούσε στη νύχτα. Είμαι περήφανο που με επέλεξε το
γιασεμί ο αφρός του κύματος,ο ασβέστης , το γάλα, η νύφη.Όμως η
μεγάλη μου χαρά ήταν ν ανέβω πάνω από τη σοφία του
ανθρώπου.Πάνω από τη σκέψη του.Κατάλευκα μαλλιά.Κι όμως
υπάρχουν κάποιοι που μουτζουρώνουν αυτή την τιμή του λευκού
προσπαθώντας ν ακυρώσουν το χρόνο προβάλλοντας μια πλαστή
νεότητα.
(Γιατί δεν πετυχαίνει ποτέ η βαφή των μαλλιών στους άντρες; )
…………………………………………………………………
γυρω στις 10 βγηκε αποψε η νυχτα .
το λειψο φεγγαρι ανεβαλε το μυστηριο.
Η αλμυρα στάζει
Σα τυφλά κύματα σκονταυτουν
στα βράχια
Η φωνη του γρυλου μετα βίας επιπλέει
Η τέλεια καταστροφή μιας ερημιας...
…………………………………………………………………
Βλεπω την ψηλοτακουνη υπεροψία μιας νιότης
με τη φτωχή της
Γλώσσα
να περιφέρεται βριζοντας
Σο "εδώ και τωρα " !
ενω το μέλλον κουνάει το κεφάλι του ανήσυχο...
…………………………………………………………………
Και μισό
το φεγγάρι τελικά
Ση κανει τη ζημιά του!!

...Και Κάποια φορα πέρασα
μπρος
απο τα ματια μου
και δεν μ' αναγνώρισα!!!
…………………………………………………………………
...ειχε καιρο πολυ να γυρισει στο σπιτι.
η κλειδαρια απροθυμη
δεν αναγνωρισε
το κλειδι της κι εμεινε πεισματικα αδιαφορη
στα λογια συγνωμης και στα παρακαλια του.
τοσο καιρο εμεινε
πιστη πηνελοπη η υπομονη ομως εχει και τα ορια της...
σιγα σιγα
συνηθισε , αγαπησε
τη μοναξια της..
μα
τελευταια δεν αντεξε
και τα 'φτιαξε
με τη σκουρια,
που την πολιορκουσε
επιμονα !!!
…………………………………………………………………
αυτη η ψιθυριστη παρακληση,
επετεια
μπροστα σ ενα εικονισμα,
δεν μοιαζει με το ανοιχτο χερι στα φαναρια;
οπου στο τελος κλεινουμε το τζαμι ;
φανταζομαι και ο καθε αγιος απο ενα σημειο και μετα θα βαζει
ωτασπιδες. δε μπορει;
…………………………………………………………………
΢τα υφαλα του νου
κατοικουν
καποιες σκεψεις
μακρινα ξαδερφια της αμαρτιας,
που δεν θα εμφανιστουν

ποτε
στην οθονη προβολης.
Αποκαλυπτονται
μονο νυχτα
στις μοναχικες μας καταδυσεις .
…………………………………………………………………
ΟΑΝΕΜΟ΢
ΕΚΠΡΟ΢ΩΠΕΙ ΣΗΝ ΔΤΝΑΜΗ ΣΟΤ ΑΟΡΑΣΟΤ
ΒΑ΢ΑΝΙΖΕΣΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ Η΢ΤΦΑΖΕΙ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ
ΑΓΝΩ΢ΣΗ ΕΚΚΡΕΜΟΣΗΣΑ
ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο "ΜΕΓΑ΢ ΦΟΡΗΓΟ΢"
ΣΟΤ ΢ΤΜΠΑΝΣΟ΢ ΒΙΟΤ.
…………………………………………………………………
ΝΟ΢ΣΑΛΓΙΑ
Μια χειρογραφη επιστολη υπογεγραμμενη απο ευτυχεις
αναμνησεις...
…………………………………………………………………
οταν λες τη λεξη
ΥΩΣΙΑ
το Σ αφ να το προφερεις
σαν Θ ητα
αλλιως δεν θα καιει.
το ιδιο με τα Μ Α Σ Ι Α
Θ. ητα θητα
για να παρουν λιγο απ τη φωτια
…………………………………………………………………
΢τριμωχτηκε ο βραχος και τσακισε , γιατι φοβηθηκε μηπωσ και δεν
χωρεσει να περασει την πορτα της αιωνιοτητας

Έρχεται Μεγάλη Γιορτή ...
Γιορτάζει Ο Άνεμος
Που Κάνει Σα Δέντρα Να
Μιλούν ...
Γιορτάζει
Αυτός Ο Άνεμος Μπροστάρης
Που Η Θάλασσα Ακολουθεί ...
Αυτός Ο Άνεμος

Που Κατευθύνει Σα ΢ύννεφα ...
Αυτός
Που Μεγαλόπρεπα Δοξάζει
Σην Άμμο Και Σο Υως ...
"Μονόλογος Ενός Διαλόγου"
…………………………………………………………………
Ανάβουν οι σταγόνες
στο φως της αστραπής
Σο μυστικό τσ' αγάπης
εσύ θα μου το πεις
Δώδεκα τα όχι
και τέσσερα τα ναι
θέλει βαθιά ανάσα
να πεις τον αμανέ
Σα γιασεμιά κι οι κρίνοι
ανοίγουν την αυγή
Σο ύψος της αγάπης
φαίνεται στη φυγή
Ανάβουν οι σταγόνες
στο φως της αστραπής
Σο ερωτευμένο βλέμμα
μοιάζει με της ντροπής
Σα άνθη της αγάπης
για να γενούν καρπός
ένα στα δέκα δένει
αν είσαι τυχερός.

………………………………………………………………….
-"Είναι κάποιες ιδέες, κάποιοι λόγοι που "στριμώχνονται" πίσω από την
φαντασία σου και σου φωνάζουν "άσε να περάσω εγώ"...έτσι γεννιέται
το τραγούδι"
…………………………………………………………………
"Ο καθρέφτης σου"
Σην πρώτη πρώτη μας φορά
θυμούμαι ένα βλέμμα σου θλιμμένο
Κράτησε μόνο μια στιγμή
μα στο μυαλό μου μένει χαραγμένο
Ένας καθρέφτης σου είμαι εγώ
κι αυτό που θα μου στείλεις πίσω θα στο δώσω
Να μη μου λες πως μ' αγαπάς
άσε με το δικό μου τρόπο να το νιώσω
…………………………………………………………………...
H τελεία μοιάζει με τη στιγμή. Η τελεία μένει, η στιγμή δραπετεύει.
«Εσύ πού είσαι;»
«Εκεί που η θάλασσα δεν τελειώνει κι ο ουρανός δεν αρχίζει, υπάρχει
μια γραμμή που ενώνει και χωρίζει.
Άναψε δυο κεριά για να με ψάξεις, ένα στην ανάμνηση κι ένα στην
προσδοκία».
…………………………………………………………………..
Η πύλη της άμμου είναι η πόρτα που βγάζει στο αβέβαιο στο
δύσκολο,στο τίποτα.Είναι μια πύλη όπου ο άνεμος ραπίζει και ο χρόνος
φορεί κουρελιασμένη πέτρα.Πάνω στην άμμο είμαστε αδιάβαστοι στο
περπάτημα ούτε αφήνουμε όυτε βρίσκουμε καθαρά ίχνη.Όλοι κάποτε
διαβαίνουμε την ωραία πύλη της άμμου και είναι σα να ξαναμπαίνουμε
στην κολυμπήθρα.

………………………………………………………………….
O EPΩTA΢ ΓIA TO ONOMA TOY ΔANEI΢THKE TA ΓPAMMATA
AΠO THN ΛEΞH "EPΩTH΢H" ΓIATI TH ΘEΩPEI THN ΠIO
΢YΓΓENH TOY ΢TO ΛEΞIΛOΓIO
.EINAI EKEINO΢
ΠOY ΢TH BAΘIA TOY EKΔOXH ΔEN KATAΥEPE NA ΠAPAΓEI
XAPA , EKEINO΢ ΠOY TON
MI΢H΢E O OPKO΢,
KATOIKEI ME ENOIKIO ΢THN ANA΢ΥAΛEIA KAI OΛA AYTA
ME ΠAΘO΢ ΓIA MIA MAXH YΠEP TH΢ ΢KΛABIA΢ TOY.
AΛΛA ZHTΩ !
…………………………………………………………………
Η λέξη "αγάπη" θα έπρεπε να κατοικεί στην ανάσα, στο βλέμμα και στη
σιωπή.
…………………………………………………………………
''Βλέπω τις ανθισμένες αμυγδαλιές,να ενθαρρύνουν το παγωμένο
τοπίο.Λίγο ακόμα κι η βασίλισσα άνοιξη θ' ανοίξει τη γιορτή.Οι
μέλισσες δοκιμάζουν τα φτερά τους πριν κάνουν την πρώτη τους
πτήση στον κάμπο.Φιλιάδες άνθη σας περιμένουν.Σα φτερά σας να
προσέξετε η πτήση είναι δική σας.Ο Ίκαρος αγνόησε τον πατέρα,αλλά
εξυψώθηκε με την πτώση του!κανείς πια δεν θυμάται τον πολυμήχανο
Δαίδαλο.Θυμηθείτε όταν μια μέλισσα προσανθίζεται στο στεφάνι της
μαργαρίτας,όπως και να μετρήσετε τα πέταλα η αγάπη κερδίζει.''
…………………………………………………………………
Σο λάθος
"Σο λάθος οφείλει να έχει μόνο παρελθόν".
"΢ε μένα το λες! είπε ο έρωτας και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
…………………………………………………………………

Δε ζηλεύω
"Δε ζηλεύω τα πουλιά επειδή πετούν. Ζηλεύω που δεν έχουν γκρεμό",
είπε η μικρή χελώνα κοιτάζοντας το πονεμένο ποδαράκι της.
……………………………………………………………….
Σο σκέφτομαι
"Αν είσαι πιο ελαφρύ από τον άνεμο, γιατί δεν ανεβαίνεις προς τα
πάνω κι αν είσαι πιο βαρύ γιατί δεν κατεβαίνεις στη γη;" φώναξε
πειραχτικά το νεαρό μυρμήγκι στο λευκό σύννεφο που στεκόταν
ακίνητο στο λόφο.
"Σο σκέφτομαι. Μπορείς εσύ να μου πεις τι είναι αυτό που θα με πάει
ψηλά; Σο πάνω ή το κάτω;
………………………………………………………………
Πού είναι ο Θεός;
Λένε πως κουβέντιαζε με τα ζώα, τα πουλιά και πως τα φίδια και οι
σαύρες δεν έφευγαν όταν τον έβλεπαν. Όλη του η ζωή στο χωράφι.
"Τπάρχει Θεός, μπαρμπα-Νικόλα;"
"Αυτή τη στιγμή μπήκε εκεί μέσα", είπε κι έδειξε μια μέλισσα που
χώθηκε στην καρδιά του ρόδου.
……………………………………………………………….
Πεταλούδα
"Μα για το σώμα που έχεις δεν είναι μεγάλα τα φτερά σου; ρώτησε ένα
μικρό μηρμύγκι την πεταλούδα.
"Είναι! Αλλά εμένα με λέν και ψυχή και δεν ξέρεις τι βάρος έχει αυτό.
…………………………………………………………………