Λιλή Ζωγράφου 

Οι Εβραίοι κάποτε 
(Μίκαελ) 
Δεύτερη έκδοση
Με την ιστορία των εβραίων της Ελλάδας, τους διωγμούς που υπέστησαν στη διάρκεια της
γερμανικής κατοχής και το Γολγοθά του Άουσβιτς, καταπιάνεται στο βιβλίο αυτό η Λιλή
Ζωγράφου.
Σ’ αυτό το δημοσιογραφικής υφής κείμενο, από το οποίο δε λείπουν βέβαια και οι
λογοτεχνικές εξάρσεις, η συγγραφέας παρακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ελλήνων
εβραίων στη διάρκεια του πολέμου: Τις μετακινήσεις τους, τις αλλαγές ταυτοτήτων, την
αποφασιστικότητά τους να επιβιώσουν με κάθε μέσο, αλλά και τις προδοσίες που τους
οδήγησαν στη σκλαβιά, κι ακόμη στο θάνατο.
Μιλά ακόμη για την παλληκαριά: “Αν είμαι μεγάλος για να με σκοτώσουν, γιατί είμαι
μικρός για να τους πολεμήσω… και να σωθώ ίσως”, για την Ελπίδα: “Κάθε αυγή ο
ουρανός είναι μια αιώνια καινούρια υπόσχεση” και για: “…την ανθρώπινη ουσία (που)
δεν την καταργεί αμετάκλητα παρά μόνον ο θάνατος”.
Με πάθος πολύ η συγγραφέας ακολουθεί την πορεία των εβραίων προς το θάνατο, τον
αγώνα τους για επιβίωση, τη χτηνωδία των θυτών τους και τις μικρές αναλαμπές
ανθρωπίνου φωτός, που τους κρατούσαν αναμμένη τη φλόγα ενός καλύτερου αύριο.
Σ’ ένα κόσμο, μια εποχή, που: “…δεν υπάρχουν πια παιδιά, (επειδή), αυτό είναι μια
πολυτέλεια που δεν ταιριάζει στον πόλεμο”, πως να επιζήσει κανείς; από που να αντλήσει
δυνάμεις για να αντέξει τον καθημερινό πόνο, τους δίχως τέλος εξευτελισμούς;
Η συγγραφέας θρηνεί για τη μοίρα των εβραίων, αλλά κραυγάζει επίσης σπαραχτικά για
την ανημποριά των ανθρώπων να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους: “Γεννηθήκαμε
φορτωμένοι τη μωρία αιώνων αμορφωσιάς και καταστάσεων ολότελα άσχετων και την
Digitized by 10uk1s

κουβαλάμε αδιαμαρτύρητα. Γεννιέσαι και βρίσκεις σερβιρισμένα, έτοιμα, γονείς, νόμους,
θρησκεία, κανόνες τιμής, μια μοίρα που σχεδόν σου προδιαγράψανε άλλοι. μια κοινωνική
οργάνωση που δε θ’ αξίωνες ούτε να φτύσεις και συμμορφώνεσαι με τους θεσμούς της!
Μου πασάρανε ένα όνομα τυπωμένο σ’ ένα κωλόχαρτο, που με βασανίζει και το
βασανίζω…”.
Ούτε και σ’ αυτό το βιβλίο η Λ.Ζ. χαρίζεται στους ήρωές της, πόσο μάλλον όταν αυτό
στηρίζεται σε ζωντανές μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Εδώ συναντάμε βαθιά ανθρώπινους
χαρακτήρες, με πολλά πάθη, που σφύζουν από ζωή περιμένοντας το θάνατο ή που
σιγοπεθαίνουν προτού φανεί στη γωνιά η ζωή. “Το θάνατο ακολουθεί πάντα η ανάσταση”
φαίνεται να θέλει να μας πει η συγγραφέας.
Το “Οι Εβραίοι κάποτε” είναι ένα συνταραχτικό ντοκουμέντο για την ανθρώπινη πτώση,
ένας πικρός ύμνος για τη ζωή. Η Λιλή παθιάζεται με το θέμα της, και μεις δεν έχουμε παρά
να ακολουθήσουμε τους δρόμους της γραφής της. Ας μην αδιαφορήσουμε γι’ αυτά που
θέλει να μας πει, γιατί πολλές φορές: “…η αδιαφορία είναι προδοσία”… προς την
ανθρώπινη υπόστασή μας.

Digitized by 10uk1s

Στην αλησμόνητη
ΧΑΝΑ ΧΑΪΜ WINE
ω φίλε καίγομαι απ' τον πόνο που μου άναψες
(τούρκικος θρήνος) 

Digitized by 10uk1s

Πρόλογος στη Β' Έκδοση
Το βιβλίο αυτό είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στα 1966 με τον τίτλο
ΜΙΚΑΕΛ.
Στην εβραϊκή γλώσσα Μίκαελ σημαίνει, "Ποιος σαν το Θεό". Η παρουσία
του ανθρώπου στη γη, η χαρά του γι’ αυτή τη χαρά της ζωής
συμπυκνώνεται σε τούτη τη χωρίς ερωτηματικό φράση. Μια κατάφαση
που περικλείει το δέος για τη δημιουργία, αλλά και μιαν απαγόρευση
ταυτόχρονα ν’ αφανίσεις κάποιον. Γιατί έτσι προσβάλλεις αυτή την
τιμητική επιθυμία του Θεού να υπάρξει μέσα από τον άνθρωπο. Ποιος
άλλος μπορεί να παρέμβει και να με καταλύσει, αφού δεν μπορεί να με
δημιουργήσει;
Ποιος άλλος, εκτός από τους ίδιους πάντα επιχειρηματίες δολοφόνους της
Ευρώπης, με τ’ αναρίθμητα πιστοποιητικά πολιτισμού, που επενδύουν τα
εγκληματικά τους συμφέροντα, αιώνες τώρα, με τα ιδανικά της
ελευθερίας. Μόνον αυτοί, πάντα σύμφωνοι, μπορούσαν ν’ αποκλείσουν
κάθε διέξοδο στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, αφήνοντας ανοιχτό το
μονόδρομο που οδηγούσε άσφαλτα, έξη εκατομμύρια Εβραίους, στα
κρεματόρια του Χίτλερ.
Τι σήμαινε για τους νέους της εποχής η παραπάνω αποκάλυψη αμέσως
μετά τη λήξη του πολέμου; Και πως μας διαμόρφωσε η ενοχή; Σε
κατηγορούμενους οπωσδήποτε.
Πώς αλλιώς να διαμαρτυρηθώ και τόσο πιο πολύ να ταπεινώσω την
περηφάνια μου, παρά συλλέγοντας πληροφορίες και γράφοντας τούτο το
βιβλίο. Γιατί μπροστά στον κάθε Εβραίο που μου ’λεγε τις αναμνήσεις του,
ήμουν ο μη Εβραίος. Ανήκα, λοιπόν, στο άλλο στρατόπεδο, εκείνων, όλων,
που τον οδήγησαν στα Άουσβιτς. Αμφιβάλλω αν κανένας απ’ αυτούς με
Digitized by 10uk1s

απάλλασσε από την ευθύνη. Ούτε κι επιδίωκα κάτι τέτοιο. Αντίθετα,
γράφοντας το χρονικό των Ελλήνων Εβραίων, αναλάβαινα την ευθύνη και
του εγκλήματος της γενιάς που με γέννησε, αλλά και της υποχρέωσής μου
ν’ αγωνιστώ σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή μου για να μην επαναλειφτεί το
έγκλημα.
Σήμερα, ετοιμάζοντας την επανέκδοση του βιβλίου μου, αισθάνομαι
υποχρεωμένη ν’ αποσύρω τον παλιό τίτλο. Δεν έχω παραισθήσεις. Πόση
σημασία έχει ένα βιβλίο που δεν ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας, το ξέρω
καλά. Μα εγώ με την Ελλάδα συνομιλούσα πάντα. Ο τόπος μου και τα
δεινά του διαμόρφωσαν τη συνείδησή μου. Σ’ αυτόν απευθυνόμουνα όταν
έγραφα τον “Μικαέλ”. Σ’ αυτόν καταγγέλλω και σήμερα - με την αλλαγή
του τίτλου του βιβλίου μου - το γεγονός πως η Ύβρις άλλαξε στρατόπεδο.
Οι Εβραίοι τώρα συμμαχούν με τους θύτες τους. Ένας τόσο μικρός λαός
δεν μπορεί να συμμαχεί με τους ισχυρούς, τους δυνάστες των αδυνάτων.
Γιατί ένας τόσο μικρός λαός δε λογαριάζεται από τους μεγάλους.
Χρησιμοποιείται απλά για να εξυπηρετήσει τα δικά τους συμφέροντα. Αλλά
προδίνεται εύκολα. Γιατί οι Μεγάλοι έχουν κι αυτό το προνόμιο: Να
προδίδουν χωρίς να λογοδοτούν. Και το Ισραήλ δε θα μπορέσει ποτέ ν’
ανήκει στους Μεγάλους. Γιατί οι ισχυροί δε θα το αφήσουν να γίνει. Και
κάποτε, όταν θα το προδώσουν - αν δεν το πρόδωσαν κιόλας - δε θ’
ανήκει πια ούτε στους μικρούς.
Αλλά που, λοιπόν, ανήκουν οι Εβραίοι;
Ποιος άλλος λαός γεύτηκε την αδικία και τον κατατρεγμό τόσο
συστηματικά;
Οι πλέον σκοτεινοί σταθμοί της ιστορίας του πολιτισμού μας και η
διαμόρφωση

των

επονείδιστων

εγκληματικών

όρων

που

τους

χαρακτηρίζουν, την εξολόθρευση των Εβραίων αφορούν.
Digitized by 10uk1s

 Autodafés: στη Δυτική Ευρώπη του Μεσαίωνα.
 Pogrom: στην Πολωνία και τη Ρωσία των Τσάρων ως τα 1917.
 Θάλαμοι αερίων και Κρεματόρια στον πόλεμο 1940 - ’45.
Εκεί, στα στρατόπεδα του Χίτλερ και με τη σιωπηλή συγκατάθεση όλων
των Μεγάλων της Ευρώπης, γράφτηκε η τελευταία πράξη της τραγωδίας.
Έξη εκατομμύρια Εβραίοι ήταν το τίμημα της κάθαρσης. Αλλά και το
σύνθημα της αφύπνισης. Επί τέλους οι λαοί κατάλαβαν. Τίποτα πια δεν
τους χώριζε από τους Εβραίους που ήταν το ίδιο ανυπεράσπιστοι, όπως
όλοι οι αδύνατοι της γης. Μιας γης που τους ανήκε, όπως κι όσο σ’ όλους
μας, για να στεγαστούν στην, κοινή, πικρή μοίρα.
Κατάλαβαν όμως και οι Εβραίοι;
25 του Οκτώβρη 1973 

Λ.Ζ. 

Digitized by 10uk1s

Πρόλογος στην Α' Έκδοση
Όλα τα πρόσωπα και τα γεγονότα του «Μίκαελ» είναι πέρα για πέρα
αληθινά.
Χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ στη φίλη Λίζα Σεβίλια, που μου 'φερε μόνη
της το χειρόγραφο του πατέρα της, πριν τέσσερα χρόνια, κι ας το
παράτησα απογοητευμένη, όταν το διάβασα για πρώτη φορά.
Μέσα από το λεπτομερειακό ξετύλιγμα της περιπέτειάς του ο Σ. ήταν
πρωταγωνιστής παθητικός, αντιηρωικός, αλλά χωρίς ίχνος πάθους, μίσους
ή έστω και αγανάχτησης. Λες κι έπρεπε όλ' αυτά να συμβούν και να τα
υποστεί, μόνο και μόνο για να ζήσει το θρίαμβο να σώσει τον εαυτό του
με χίλιες πονηριές και αθλιότητες.
Όταν, μετά λίγους μήνες, καταπιάστηκα με την πρώτη γραφή, το κείμενό
μου δεν μπόρεσε ν' αποχτήσει την ψυχή που 'λειπε κι από το χειρόγραφο
του Σ. Τότε αποφάσισα να πάω να τον γνωρίσω. Τρόμαξα και πάγωσα. Ο
Σ. μιλούσε και γελούσε σαν και σας και σαν εμένα, μα δεν ήταν ούτε
«εμείς» ούτε και κανένας άλλος.
Τα παράτησα όλα κι άρχισα να γυρίζω την Ελλάδα ψάχνοντας να βρω τους
ελάχιστους επιζήσαντες Εβραίους. Καθένας μου επαναλάβαινε, σε βασικές
γραμμές, την ιστορία του χειρόγραφου: πώς τους παγίδεψαν, στη
συναγωγή ή τα σπίτια τους, πώς τους ταξίδεψαν με τα τραίνα «του
θανάτου», πως μάρκαραν τα χέρια τους με τα ανεξίτηλα νούμερα· η
ιστορία ήταν η ίδια, τα μεγάλα γεγονότα συμπίπτανε σε κάθε λεπτομέρεια
και μόνο τα ατομικά βιώματα και οι εντυπώσεις ήταν διαφορετικά. Έτσι η
αλήθεια του ενός επιβεβαιωνόταν με απίστευτη ακρίβεια από τον άλλον.
Μα, όπως και με το χειρόγραφο του πρώτου, έτσι και με τις αφηγήσεις
των επόμενων, διαπίστωνα πως, οι ίδιοι, ήταν απόντες. Κανένα μίσος,
Digitized by 10uk1s

κανένα πάθος, τίποτα· ούτε καν ο εαυτός τους δεν τους κατοικούσε.
Τέλεια απελπισμένη ξεκίνησα για την κεντρική Ευρώπη. Ένα και δυο
στρατόπεδα, σκουπισμένα, καθαρά, με το χιόνι να στάζει λυώνοντας από
τα εξωτερικά λούκια των φούρνων, ήταν κι αυτά ενσταντανέ, όπως και οι
Εβραίοι που είχα γνωρίσει.
Μόνο

σαν,

επιστρέφοντας,

ανακάλυψα

τον

Σαμ

Νεχαμά,

το

δεκατετράχρονο αγόρι του βιβλίου μου, άντρα σήμερα, κατάλαβα πως
ήταν ο μοναδικός από τους ελάχιστους επιζήσαντες, που είχε πραγματικά
επιζήσει και πραγματικά επιστρέψει. Μέσα από την αφήγησή του όλα κι
όλοι ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κινούνται: οι τοίχοι γίνηκαν φυλακές, τα
ηλεκτροφόρα σύρματα, θανατηφόρες παγίδες, η πείνα απογύμνωνε τους
σκελετούς, που καίγονταν έτσι ευκολότερα, τρίζοντας, στους φούρνους
και ο φόβος στραγγάλιζε καθημερινά εκείνους που γνώρισα πριν από τον
Σαμ· εκείνους που πίστευαν, όπως και μεις, πως είχαν επιζήσει, μια και δε
θανατώθηκαν.
Αλλά μόνον η πέτρα μπορεί ν' αντισταθεί στο φόβο και την πείνα που
δοκίμασαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς.
Δεν πήραν λοιπόν, οι γερμανοί, μόνον έξι εκατομμύρια Εβραίους και τους
έριξαν στους φούρνους. Πήραν και μερικές χιλιάδες ακόμη, που
ισχυρίζονται πως τους άφησαν ζωντανούς. Μα ψεύδονται. Τους σκότωσαν
κι αυτούς· τους χτίσανε στην πέτρα. Κι αν ξέφυγε κανένα παιδί, είναι γιατί
δεν είχε συνείδηση του φόβου, ακριβώς όπως ο Σαμ, ο ξανθός μου
έφηβος.
Αν

πάτε

στο

«διασωθέντες»·

Ισραήλ,
είναι

θα

κείνοι

βρείτε
που

πολλά

δεν

φρενοκομεία

άντεξαν

στα

για

τους

πέτρινά τους

περιβλήματα.
Digitized by 10uk1s

Σαν πας στο Ισραήλ, ανέβα στο «Όρος της Μνήμης». Εκεί βρίσκεται το
σεμνότερο μνημείο του κόσμου, για το πιο ξεδιάντροπο έγκλημα του
γερμανικού φασισμού, μα και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Εκεί απάνω,
είναι το μνημείο των έξι εκατομμυρίων Εβραίων, σχεδιασμένο από τον
διάσημο αρχιτέκτονα Παλόμπο. Στην είσοδό του θα δεις μια μεγάλη πέτρα
με μια λακκούβα, όση μια αντρική γροθιά, που στάζει νερό. Την
τοποθέτησε ο Παλόμπο, μοναδικό διάκοσμο του γυμνού λόφου και τη
βάφτισε:

«Η πέτρα που κλαίει».
Ιούνης 1965 

Λ. Ζ. 

Digitized by 10uk1s

Ο Φασισμός δεν μπορεί να νικηθεί μόνο στα πε δία της μάχης· πρέπει
να νικηθεί και μέσα στο μυα λό, στις καρδιές και στους αδένες των
ανθρώπων. Γιατί είναι απλώς μια νέα λέξη για μια πολύ παλιά
πνευματική

κατάσταση.

Οπουδήποτε

γίνεται

συ

ζήτηση

για

βρωμονέγρους, χαχαμίκους και οβρι ούς, οπουδήποτε υπάρχει
χαφιεδισμός, επίσημος ή ανεπίσημος για τα ερωτικά ήθη και τις
πολιτικές πε ποιθήσεις των Πολιτών, οπουδήποτε η απαίτηση για
καλύτερους μισθούς ονομάζεται Ερυθρά Απειλή και οι νόμιμες
απεργίες συντρίβονται με τα γκλομπς και τις πιστολιές — οπουδήποτε
συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, ο φασισμός είναι κει μπρος στη μύτη
σας.
«Κομισσάριος και Γιόγκι» 

Άρθουρ Καίσλερ 

Μόλις σκοτείνιαζε σαν έφτασε ο μπαμπάς σπίτι. Στάθηκε στην εξώπορτα,
μέσα από το διάδρομο και ρώτησε αν είναι όλα τα παιδιά μέσα. Όταν τον
βεβαίωσε η μαμά πως κανείς δεν έλειπε, σύρτωσε. Ύστερα προχώρησε με
πρόσωπο γελαστό κατά τη μεγάλη σάλα. Ανοιξε την πόρτα κι είπε.
—Ελάτε μέσα.
Ο Ανρύ ακολούθησε πρώτος. Η μαμά παρακολουθεί σιωπηλή με τα μεγάλα
γκρίζα μάτια της. Δε ρωτά. Είναι πάντα σα να ξέρει για όλα. Ο Σαμ
τσατίστηκε. Όταν γίνεται κάτι σπουδαίο, οι μεγάλοι πηγαίνουν στη σάλα
που τόσο του αρέσει με κείνα τα κόκκινα βελούδα και το θεώρατο
μπουφέ. Ο Σαμ τον λέει «ο Πύργος μου», καθώς είναι ψηλός και
στολισμένος σκαλωσιές - σκαλωσιές με αμέτρητα κα-γκελάκια που του
φαίνονται σαν πολεμίστρες. Από παλιά είχε τ' όνειρο ν' ανέβει στην κορφή
του. Οι τρεις τους μέσα ψιθυρίζουν. Όλο ψιθυρίζουν τον τελευταίο καιρό.
Digitized by 10uk1s

Όλο και κάτι μυστικό έχουν να πουν. Γλύστρησε δειλά ως την πόρτα.
—Σαμ, λέει η μαμά, κάθησε στην τραπεζαρία με το μικρό.
—Άστον ν' ακούσει, λέει ο μπαμπάς.
—Το παιδί;...
—Δεν υπάρχουν πια παιδιά. Είναι κι αυτό μια πολυτέλεια που δεν ταιριάζει
στον πόλεμο, λέει ο μπαμπάς. Όλοι θα γίνετε άντρες, όλοι, τονίζει, σα
θυμωμένος.
«Ώστε όλοι θα γίνουμε άντρες μονομιάς!» σκέφτεται ο Σαμ. «Μα πώς;»
αναρωτιέται, περπατώντας μαλακά στο παχύ χαλί. «Να τώρα δα, θα
χτυπήσει ο μπαμπάς ένα μαγικό ραβδί στην πλάτη μας και θα φυτρώσουν
μουστάκια στη μαμά και σε μένα». Όλες οι μεγάλες σάλες είναι δροσερές
και μυρίζουν μπαγιάτικες σοκολάτες· και της θείας Ρίτας και της γιαγιάς
Λίλιαν, όλες. Ο Ανρύ, ο μεγάλος του αδερφός κάθεται με το 'να πόδι
απάνω στ' άλλο σα μεγάλος.
—Λοιπόν, συνεχίζει ο μπαμπάς το ψιθύρισμά του, όσο πιο γρήγορα τόσο
το καλύτερο. Εγώ λέω να φύγουμε απόψε...
—Μα θα προλάβουμε να μαζέψουμε τόσα πράματα;
—Να μη χαθούμε για καμιά κουβέρτα που θα μείνει πίσω Εσθήρ, αι; την
διακόπτει ο μπαμπάς. Δεν ξέρουμε καθόλου πότε θ' αρχίσει το μάζεμα.
Μπορεί αύριο, μπορεί και σ' ένα και σε δυο μήνες...
—Στη Θεσσαλονίκη πάντως, λέει τώρα κι ο Ανρύ, δεν έχει μείνει Εβραίος
για Εβραίος λέφτερος. Τους έχουν κλείσει όλους στο στρατόπεδο και
φαίνεται πως περνούν φοβερά μαρτύρια...

Digitized by 10uk1s

—Μα γιατί είμαστε Εβραίοι;
Γυρίσανε κι οι τέσσερις τα κεφάλια τους κατά την πόρτα. Ο Τέο, ο
μικρότερος αδερφός, στέκει με τα σγουρά του μαλλάκια ανακατωμένα και
περιμένει μιαν απάντηση. Δεν έχει ακόμη συμπληρώσει τα έξι. Η μαμά
κυττάει για πρώτη φορά σα να μη ξέρει. Ο μπαμπάς περιμένει κάτι από τον
Ανρύ, λες και ζητάει βοήθεια. «Μα γιατί φοβούνται όλοι τόσο;»
αναρωτιέται ο Σαμ. «Ώστε κανείς εδώ μέσα δεν ξέρει γιατί είμαστε
Εβραίοι;». Η σιωπή μεγαλώνει στο μισοσκότεινο σαλόνι όμοια με λεκέ.
Χοντρά δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του Τέο, που επαναλαβαίνει την
ερώτησή του με λυγμούς.
—Ναι, γιατί είμαστε Εβραίοι και μας πάνε φυλακή...
Ο Ανρύ σηκώθηκε και τον πήρε στην αγκαλιά του.
—Θα σου πω αύριο που θα πάμε σ' ένα καινούριο σπίτι, ωραίο!
—Γιατί; Θα σκεφτείς; τον ρωτά ο μικρός σιγουρεμένος στη ζεστασιά του.
—Ναι, λέει, θα σκεφτώ, και τον φιλά στο μάγουλο. Αλλά τώρα δεν πρέπει
να κουβεντιάζουμε. Πρέπει να μαζέψουμε τα πράματά μας και τα παιχνίδια
σου και να πάμε στο καινούριο μας σπίτι. Πάμε να ξαπλώσουμε στο
κρεβάτι μου;
Κι αμέσως άρχισε ένα γρήγορο πήγαιν' έλα μέσ' στο σπίτι, σουρτό,
αθόρυβο σχεδόν, γεμάτο ψίθυρους, τριξίματα χαρτιών, λεπτούς ήχους
ασημικών

που

ανοιγοκλείνουν,

σκαλώνουν
πιατικά,

στα

κλειδιά

μισοσκότεινα
που

βελούδα.

κουδουνίζουν

Συρτάρια

απαγορευμένα

περιεχόμενα αιώνια κλειδωμένων ντουλαπιών, όλα ανακατεύονται με
Digitized by 10uk1s

κοντές ανάσες και σπασμένες λέξεις. Ο μπαμπάς κι ο Ανρύ βγαίνουν από
το σπίτι φορτωμένοι, ξεφορτώνουν σε δυο γειτονικά χριστιανικά σπίτια και
γυρίζουν πίσω για να ξαναφορτωθούν.
—Μα το ραδιόφωνο δε βιάζει, πάρε το κοφίνι με τα κρύσταλλα...
—Ασε να ξενοιάσω με δαύτο... ο μπαμπάς περνάει στο διάδρομο
κρατώντας στην αγκαλιά του το ραδιόφωνο με την ίδια προσοχή που
σηκώνει και τον Τέο. Εδώ μέσα όλοι κανακίζουν τον Τέο και καμαρώνουν
τον Ανρύ. Ο Σαμ, ο μεσαίος, περνά ως τώρα απαρατήρητος. Μα απόψε τ'
αρέσει που δεν τον προσέχουν. Κανείς δε θυμήθηκε να τον διώξει από τη
σάλα. Έπεσε μπρούμυτα στο μεγάλο καναπέ και χαϊδεύει το μάγουλό του
στο αδρό βελούδο. Έψαξε με τη μύτη του, ώσπου βρήκε το σημείο που οι
σούστες είναι χαλαρωμένες και βουλιάζει μαλακά το μούτρο του μέσα. Η
λάμπα μπαίνει και βγαίνει, σαν από μόνη της, τόσο σιγανά περπατούν
όλοι. Θριμματισμένες κουβέντες σκορπιούνται στο σκοτάδι.
—Κράτα εσύ το σερβίτσιο, σε παρακαλώ, ο Ανρύ θα πάρει τη...
—Αχ, καημενούλα μου το... μεράκι κι αυτό.
—Μαμά, κι αυτό;
—Μα γιε μου είναι βαρύ πουλόβερ, κι ο χειμώνας πάει...
—Θα 'ρθει κι άλλος...
Τι θαύμα! Σα να παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους! Κι οι ψίθυροι! «Σα να
κάνουμε συνωμοσία!».
—Ανρύ, έλα στο σαλόνι.
—Περίμενε μπαμπά να τυλίξω...
Digitized by 10uk1s

Τα ηλεκτρικά είναι σβηστά. Η πετρόλαμπα του διαδρόμου στέλνει αμυδρές
ανταύγειες στο κρύσταλλο της πόρτας. Ο Σαμ δεν κουνιέται. Παραφυλάει
το μπουφέ.
Οι σκιές κουνήθηκαν. «Νάτους! εκεί ψηλά παραφυλάνε οι αστυνόμοι τους
κλέφτες να φανούνε στη φωτισμένη είσοδο για να πυροβολήσουν. Να
τους και οι άλλοι».
Οι δυο σκιές, του μπαμπά φαρδιά κι ασουλούπωτη, του Ανρύ λιγνή και
ψηλή, σμίγουν λίγα βήματα μακρυά του. Συσπειρώνεται να μην τον
πάρουν οι πυροβολισμοί των αστυνόμων από το ύψος του πύργου.
—Ακουσες ερώτηση! Γιατί είμαστε Εβραίοι! Τι να πεις;
Σηκώνει την παλάμη του κατά τους αστυνόμους στην κορφή του Πύργου
να μην πυροβολήσουν ακόμη. «Οι κλέφτες θ' αποκαλύψουνε τώρα που
κρύβουνε το θησαυρό». Καιρός να μάθει κι αυτός κάτι που τον έχει
βασανίσει. «Γιατί είναι τόσο κακό να 'σαι Εβραίος; Κι αφού είναι τόσο
κακό, γιατί δεν αλλάζουν; Γιατί δεν φεύγουν από τους Εβραίους να γίνουν
κάτι άλλο; Αφού Εβραίος, δεν είναι όπως Έλληνας! Εβραίος δεν είναι
πατρίδα». Μα ο μπαμπάς ρωτάει.
—Λοιπόν, είσαι αποφασισμένος;
—Ναι μπαμπά.
—Και που θα πας;
—Έχω ήδη συνεννοηθεί, τον καθησυχάζει ο Ανρύ. Απόψε θα κοιμηθώ
στου Γιάννη, στην Κυψέλη, Αύριο το βράδυ θα 'ρθει να με παραλάβει από
κει ο σύνδεσμος για το βουνό.
—Είσαι μικρός... βγήκε η φωνή του μπαμπά μ' ένα ροχαλητό σα να 'χει
Digitized by 10uk1s

λόξυγγα.
—Αν είμαι μεγάλος για να με σκοτώσουν, γιατί είμαι μικρός για να τους
πολεμήσω... και να σωθώ ίσως.
Ησυχία. Οι σκιές έχουν σχεδόν κολλήσει κατακόρυφα. «Μα τι κάνουν οι
βλάκες από κει πάνω. Δίνουν θαυμάσιο στόχο τώρα». Ο Σαμ είναι έτοιμος
να δώσει το σύνθημα κατά τον Πύργο, αλλά κάτι ψιθυρίζει πάλι ο
μπαμπάς.
—Αν όμως Ανρύ... η φωνή του κόβεται από μια μεγάλη ανάσα κι από κείνο
τον λόξυγγα. «Θες να κατάλαβε ο κλέφτης την προδοσία και να κλαίει;»
—Αν όμως μπαμπά;... λέγε, σ' ακούω.
Τώρα ο μπαμπάς μιλάει γρήγορα, γρήγορα.
—Αν παιδί μου μπλοκαριστείς κάπου και πέσεις στα χέρια των γερμανών,
να τρέξεις, να φύγεις, έτσι πολύ επιδειχτικά, για να τους προκαλέσεις να
σε πυροβολήσουν και να σε σκοτώσουν.
—Ναι!
Οι ψίθυροι κατρακύλησαν ζεστοί από το σβέρκο του Σαμ στη σπονδυλική
του στήλη, καθώς παρακολουθεί τις σκιές να σωπαίνουν αγκαλιασμένες.
Τα μάτια του τεντώνονται μέσ' στο σκοτάδι. Θέλουν να δουν ένα
αντικείμενο, ν' αγγίξουν κάπου. Πλέει σ' ένα κενό. «Ναι», είπε ο Ανρύ.
Δηλαδή;

Όταν οι Ιταλοί παράδωσαν την Αθήνα στους γερμανούς, τον
Σεπτέμβρη του 1943, το γερμανικό φρουραρχείο, κάλεσε τον Ραβίνο
και του ζήτησε ονομαστικό κατάλογο, όλων των Εβραίων κατοίκων
Αθηνών. Ο Ραβίνος δεν τα 'χασε.
Digitized by 10uk1s

—Δεν έχω τέτοιο πράμα έτοιμο.
—Σε δυο βδομάδες, ρωτούν οι γερμανοί καλόγνωμα, μπορείς να μας
τα ετοιμάσεις και να μας τα φέρεις;
—Σε τρεις, πρότεινε ο Ραβίνος. Έχω να καταγράψω κι όσους
κατέβηκαν από τις επαρχίες... αν θέλετε να σας κάνω καλή δουλειά.
—Γκουτ, γκουτ, ενθουσιάστηκαν οι γερμανοί με την αφέλειά του και
τον άφησαν να φύγει.
Ο Ραβίνος γύρισε στη Συναγωγή και κάλεσε το Κοινοτικό συμβούλιο
σε σύσκεψη που κράτησε μια βδομάδα. Ώσπου τελικά κάψαν όλα τα
μητρώα και τα αρχεία, Ύστερα έμαθαν πως ο Ραβίνος με μερικούς
προύχοντες Εβραίους πήραν τα βουνά. Οι γερμανοί θύμωσαν και
διόρισαν ένα καινούριο Συμβούλιο απ' αυτούς που έμειναν, με τη ρητή
διαταγή να γίνει η καταγραφή τούτη τη φορά. «Όσοι θα γραφτούν θα
'ναι νόμιμοι και δεν έχουν να πάθουν τίποτα. Όσοι δεν γραφτούν θα
θεωρούνται παράνομοι και θα συλλαβαίνονται».
Ο Σαμ δεν ξανάδε τον Ανρύ. Πήγαινε μόνο πότε, πότε σ' ένα χριστιανικό
σπίτι που κρυβόταν ο πατέρας του και του 'λεγε τα νέα τους.
Αυτός με τη μητέρα του και τον Τέο κρύφτηκαν τις πρώτες μέρες στο
Χαλάντρι. Από κει τους έδωσαν τη διεύθυνση ενός σπιτιού που 'χαν
νοικιάσει για λογαριασμό τους κάπου στους Αμπελόκηπους. Φόρτωσαν τα
πράματά τους σ' ένα κάρο και ξεκίνησαν. Μα σαν έφτασαν η
σπιτονοικοκυρά δεν τους δέχτηκε. «Το νοίκιασα», λέει στη μάνα του σαν
χτύπησε την πόρτα κι εξαφανίστηκε χωρίς άλλη κουβέντα. Η Εσθήρ
κύτταξε χαμένη τον Σαμ.
—Στο Χαλάντρι δεν μπορούμε να ξαναγυρίσουμε λέει.
Digitized by 10uk1s

Ο καροτσέρης που παρακολούθησε όλη τη σκηνή χαμογέλασε φιλικά.
—Ξέρω γω κυρία ένα ήσυχο σπίτι, θα 'θελες να σε πάω;... είναι παλιό
βέβαια, σε μια αυλή, κάθουνται φτωχοί νοικοκυραίοι... την καθησυχάζει ο
άνθρωπος. Καλοί άνθρωποι απονήρευτοι.
Δεν είχαν να διαλέξουν και ξεκίνησαν, ακολουθώντας το κάρο.
Ήταν πια σκοτεινά σαν φτάσανε στο καινούριο σπίτι. Από μια παλιά
ξεχαρβαλωμένη πόρτα τους μπάζει σε μιαν αυλή που μύριζε άσκημα από
ένα ορθάνοιχτο αποχωρητήριο. Φάτσα και δεξιά γλυστρούν από αθέατες
χαραμάδες

κάτι

κουτσουρεμένες

γλωσσίτσες

φως,

θαμπό

και

τρεμουλιαστό.
Ο Σαμ σφίχτηκε κοντά στη μητέρα του.
—Εδώ θα μείνουμε μαμά;
—Πρέπει Σαμ, πρέπει αγόρι μου, του λέει μαλακά. Εγώ περιμένω να μου
δώσεις εσύ κουράγιο.
Ο καροτσέρης είχε εξαφανιστεί σε μια πόρτα και ξαναβγήκε μ' έναν ψηλό,
σα σκιά του καραγκιόζη. Προχώρησαν κι οι δυο προς τ' αριστερά,
σκύβοντας λίγο λες και φοβούνται μην χτυπήσουν πουθενά. Ο ψηλός
έκανε ένα νόημα προς το μέρος τους. Ένα κλειδί αγωνίστηκε στρίβοντας
σε

μια σκουριασμένη

κλειδαριά.

Οι τρεις τους ακολούθησαν.

Ο

«καραγκιόζης» άναψε μ' ένα σπίρτο ένα λιχνάρι που κρέμεται κάπου. Η
αχαμνή φλόγα φτιάχνει άγαρμπες καρικατούρες στο παλιό χαλασμένο
πάτωμα. Το δωμάτιο είναι κρύο και αντιπαθητικό.
—Παλληκάρι, έλα να με βοηθήσεις, ψιθυρίζει στον Σαμ ο καροτσέρης. Και
σιγά αι, μη μας πάρει είδηση όλος ο κόσμος, δεν χρειάζεται.

Digitized by 10uk1s

Όλα πάλι γίνουνται συνωμοτικά. Οι κλέφτες κι οι αστυνόμοι ταιριάζουν πιο
καλά σε τούτη την αυλή και στις ψιθυριστές σκιές. Ο Σαμ διασκεδάζει
κουβαλώντας μέσα τα πράματα.

«Απαγορεύεται εις τους Εβραίους να κυκλοφορούν μετά την πέμπτην
απογευματινήν», έγραφε η διαταγή που τοιχοκόλλησαν οι γερμανοί
στην έρημη Συναγωγή. Και βέβαια κανείς δεν έχει σφραγίδα στο
κούτελο πως είναι Εβραίος, μα οι πιο πολλοί δεν κυκλοφορούν πια
ούτε στη διάρκεια της μέρας.
Το χαμηλοτάβανο δωμάτιο δεν είναι ασφαλώς καθόλου ευχάριστο, όμως
μένουν όλη μέρα κλεισμένοι. Κάθε τόσο η μαμά ρωτά.
—Πώς σε λένε Σαμ;
—Αριστοτέλη Καραβοκύρη.
Ο Τέο έχει διατηρήσει το όνομά του εξελληνισμένο.
—Που είναι ο Θοδωρής μου;
Ο μικρός σηκώνει το κεφαλάκι του από τα μολύβια και τις ζωγραφιές και
κυττάει τη μάνα του πονηρά χαμογελώντας, σαν τον ρωτά με τη σειρά
του.
—Εδώ, λέει, κοντά στη μαμά του τη Μαρία.
Σαν βεβαιώθηκαν πως ο Τέο ξέρει πια καλά το μάθημά του, τον αφήνουν
και βγαίνει στην αυλή να παίξει με τ' άλλα παιδιά. Η Εσθήρ και ο Σαμ
μένουν τις ατέλειωτες ώρες της μέρας μέσ' στο σπίτι άλλοτε σωπαίνοντας,
μα τις πιο πολλές ώρες κουβεντιάζουν καθισμένοι δίπλα, δίπλα. Και τι δεν
του λέει. Στην αρχή τον ξαφνιάζει. Του μιλεί σα να 'ναι μεγάλος, πιο
μεγάλος κι από τον δεκαοχτάχρονο Ανρύ. Κι ύστερα σαν σκοτεινιάζει ο
Digitized by 10uk1s

Σαμ βγαίνει να κάνει μια βόλτα στη γειτονιά να ξεμουδιάσει.

Ο ρυθμός της καταγραφής ήταν πολύ αργός γιατί οι άνθρωποι δεν
ήξεραν τι θα τους έβγαινε σε καλό. Να 'ναι νόμιμοι ή παράνομοι; Οι
γερμανοί ανυπομονούσαν. Κι όταν είδαν πως δεν γίνεται τίποτα,
έφεραν

στην

Αθήνα

την

γνωστή,

σαν

ειδικευμένη,

μονάδα

Ρόζεμπεργκ.
Αυτοί ταξίδευαν από χώρα σε χώρα και οργάνωναν τη σύλληψη των
Εβραίων. Με μοναδική εμπειρία και ικανότητα ανακάλυπταν τα
πρόσωπα τα ικανά για την κατάλληλη προπαγάνδα που παράσερνε
τους Εβραίους να δηλωθούν. Τα μέτρα και οι συνέπειες για όσους
παρουσιάζονταν ήταν τελείως ασήμαντα. Έπρεπε κάθε Παρασκευή
πρωί να δίνουν για ένα λεπτό το παρόν. Αντίθετα οι απειλές για τους
παράνομους γίνονταν όλο και τρομερότερες. Τους ελάχιστους
αδήλωτους που κατάφεραν να πιάσουν, τους έκλεισαν αμέσως στο
Χαϊδάρι.
Ο φόβος μεγάλωνε, ενώ η ζωή των δηλωμένων κυλούσε ομαλή. Σιγά
σιγά, τόλμησαν οι φτωχότεροι να εμφανιστούν, για να μπορούν πια
να κυκλοφορούν λέφτερα και να δουλεύουν για να βγάλουν το ψωμί
τους. Οι φήμες οργίαζαν. Οι γερμανοί ανυπομονούσαν. Σε πολλές
οικογένειες οι μισοί ήταν δηλωμένοι κι οι άλλοι μισοί αδήλωτοι. Κι
επειδή έπρεπε να δώσουν και διεύθυνση κατοικίας, άλλαζαν όλοι
σπίτια αμέσως μετά τη δήλωση και χώνονταν σε απίθανες γειτονιές
και στα περίχωρα. Το Φεβρουάριο του 44, οι άνθρωποι των γερμανών
διάδωσαν πως οι νόμιμοι θα 'παιρναν βοηθήματα σε τρόφιμα και
χρήματα.
Ο Ερρίκο, βαλιτσάς το επάγγελμα, δηλώθηκε αφού συνάντησε κατά τύχη
τον παιδικό του φίλο τον Ζακ. Αυτός, που δούλευε σαν δραγουμάνος των
Digitized by 10uk1s

γερμανών, τον καθησύχασε και τον έπεισε να πάει να δώσει τα στοιχεία
του στη Συναγωγή. Όλα κι όλα μα είχε εμπιστοσύνη στον φίλο του.
Κάμποσα χρόνια, τα λίγα που πήγε ο Ερρίκο στο σχολειό, μαζί με τον Ζακ
τα πέρασε. Μαζί διάβαζαν, μαζί καμάρωναν σαν άρχισαν να μιλούν τα
ιταλικά. Ύστερα βέβαια ο Ερρίκο μπήκε στην τέχνη. Το δέκατο παιδί μιας
φτωχιάς οικογένειας. Τι να σου κάνουν τα γράμματα; Και να που ο Ζακ
τώρα τον βεβαίωσε πως όσο θα 'ναι αυτός στους γερμανούς δεν έχει να
φοβηθεί τίποτα. Έτσι και μυριστεί το παραμικρό, θα ειδοποιήσει, πρώτον,
πρώτον τον Ερρίκο, «φυσικά ούτε λόγος». Αυτός πάλι θα ειδοποιούσε
τους δικούς του, εκείνοι τους άλλους κι ας ψάχνουν οι γερμανοί να τους
βρουν... «αν φυσικά αποφασίσουν κάτι κακό». Κι ο Ερρίκο βέβαια
δηλώθηκε μα πήρε τη γυναίκα και την κόρη του και τις έκρυψε στο
Μαρούσι.
Το πρωί στις 24 του Μάρτη, Παρασκευή, πήγαινε ο Ερρίκος ανόρεχτα να
δώσει το παρόν του. Μα συνάντησε το φίλο του το Ζακ. «Μπράβο που σε
βρήκα, του λέει. Πάμε μαζί, θα μας μοιράσουν σήμερα αλεύρι». Σαν
φτάσαν, ένα σωρό κόσμος ήταν κιόλας μαζεμένος στο παράμερο δρομάκι
της Συναγωγής, μα οι πόρτες της ήταν κλειστές. Κι απάνω κει ένα χαρτί
κολλημένο που 'γραφε πως σήμερα Παρασκευή, θα μοίραζαν αλεύρι για το
εβραίικο Πάσχα.
—Περίμενε δω, του λέει ο Ζακ, να πεταχτώ μέσα να δω τι γίνεται. Αλλά μη
φύγεις. Μόλις τελειώσει η διανομή θα σε πάω κάπου που μου 'χουν
φυλάξει πατάτες. Του 'κλεισε πονηρά το μάτι κι απομακρύνθηκε.
«Να φίλος μια φορά», σκεφτόταν ο Ερρίκο, καθώς ο Ζακ χτυπούσε
συνθηματικά την πόρτα, που άνοιξε κι έκλεισε γρήγορα πίσω του.
Η ώρα περνά, η διανομή αργεί, μα κανείς δεν παραξενεύεται. Πολλοί
πετιούνται μια ματιά στο μαγαζί τους και ξαναγυρίζουν τρέχοντας. Το
Digitized by 10uk1s

στενό δρομάκι είναι γεμάτο κόσμο. Του Ερρίκο δεν τ' αρέσει και τόση
πολυκοσμία, γιατί φοβάται πως θα λιγοστέψει η ποσότητα που θα τους
μοιράσουν. Επί τέλους η πόρτα άνοιξε κάποτε διάπλατα κι ο Ζακ ο
παλιόφιλος, καταμεσής χαμογελαστός, φώναξε δυνατά.
—Να περάσετε όλοι μέσα, ήσυχα, χωρίς να στριμώχνεστε, για ν' αρχίσει η
διανομή.
Λες και τους είπαν να μπουκάρουν όλοι μονομιάς. Μπήκαν πατείς με πατώ
σε, τρέχοντας γρήγορα κατά το βάθος που στεκόταν η μεγάλη ζυγαριά. Με
μάτια γεμάτα λαχτάρα ψάχνουν όλοι ν' αντικρύσουν κείνα τα ωραία άσπρα
τσουβάλια, να στέκουνται καργαρισμένα στον τοίχο. Μα οι τοίχοι ολόγυρα,
όλοι οι τοίχοι, προβάλλουν παράξενα άδειοι. Καθώς στρίβουν απορημένοι
τα κεφάλια να ρωτήσουν αν πρέπει ν' ανέβουν απάνω, μη και βρίσκεται
εκεί το αλεύρι, άκουσαν πρώτα το τρίξιμο της παλιάς δίφυλλης πόρτας και
τότε πρόσεξαν πως έκλεινε. Κάτι σαν λιγούρα τράβηξε τα στομάχια τους
προς τη ραχοκοκκαλιά. Πίσω από τα πορτόφυλλα που κλείσαν, αντίκρυσαν
τέσσερις γερμανούς, δυο από την κάθε πλευρά της πόρτας με πολυβόλα
στα χέρια. Ύστερα το βαρύ κρακ της αμπάρας κράτησε ορθάνοιχτα τα
στόματα και τα τεντωμένα μάτια. Ο Ερρίκο άκουσε το θόρυβο με τα
μάτια, που παρακολουθούν τον Ζακ να τοποθετεί την αμπάρα στις
υποδοχές της. Στο μισοσκόταδο γυάλιζε η σιωπή στα κράνη των
γερμανών, στο ατσάλι των όπλων και στα δόντια του Ζακ που χαμογελά.
Τα ανοιχτά στόματα δεν πρόλαβαν να κλείσουν, σαν ακούστηκαν έξω από
την

πόρτα

γροθιές

διαμαρτυρίας.

«Γιατί

τόση

αδικία

για

λίγη

καθυστέρηση» φωνάζουν οι αργοπορημένοι. Οι γερμανοί τραβήχτηκαν
παράμερα, ο Ζακ κάνει σινιάλο, κανείς να μην βγάλει άχνα, δείχνοντας τα
πολυβόλα, ενώ οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται και η πόρτα άνοιξε. Ένα
καινούριο τσούρμο Εβραίοι μπούκαραν.

Digitized by 10uk1s

—Γιατί κλείσατε; Όλοι άνθρωποι του θεού δεν...
Πίσω από την πόρτα που 'κλεισε γρήγορα, αντίκρυσαν οι διαμαρτυρόμενοι
τα πέτρινα πρόσωπα των γερμανών. Τα στήθια τους μείναν αντικρυστά
στα γυαλιστερά αυτόματα. Με την σειρά τους άνοιξαν τα στόματα να
χωρέσει ο ήχος της αμπάρας όρθιος.
Αυτό επαναλήφτηκε ένα σωρό φορές, λες και γινόταν μια θεατρική δοκιμή
που ποτέ δεν πετύχαινε, καθώς χτυπούσε συνέχεια η πόρτα από
καθυστερημένους. Σε δυο ώρες έχουν μαζευτεί ως εφτακόσιοι. Η δοκιμή
σταμάτησε

για

λίγο.

Όταν

ξανάρχισε,

το

χτύπημα

ήταν

δειλό,

τρεμουλιάρικο γεμάτο διλήμματα. Δεν απαιτούσε, παραδιδόταν. Το κακό
είχε κιόλας διαδοθεί. Οι μανάδες ερχόταν να βρουν τους γιους ή τις κόρες
τους. Τα παιδιά τους γονιούς, οι γυναίκες τους άντρες τους και να
ενωθούν στην μοίρα που τους περίμενε.
Εκεί κατά το μεσημέρι φέραν και τον δάσκαλο Κοέν μέσα σε μια σκάφη.
Ογδόντα χρόνων, τυφλός και παράλυτος.
Μα ο Ερρίκο ξαναβρήκε γρήγορα την ψυχραιμία του. Αφού είναι δω ο
φίλος του ο Ζακ, γιατί να φοβάται; Κάποτε τέλος τον ανακάλυψε μέσ'
στον κόσμο.
—Φίλε μου, του λέει, σε σένα κρέμομαι. Πώς μου το 'κανες αυτό;
—Μη σε νοιάζει. Έχεις είκοσι πέντε λίρες, να τις δώσουμε στους Ες Ες να
τους μπουκώσουμε;
—Έχω απάνω μου, μόνο πέντε. Βγάλε με και θα σου τις φέρω.
—Εν τάξει, λέει ο Ζακ, πάμε σπίτι σου να μου τις δώσεις. Μα θα πάρουμε
μαζί κι έναν Ες Ες, γιατί δεν μπορώ να βγω ούτε και γω από δω μόνος
μου.
Digitized by 10uk1s

Ο Ερρίκο καταλαβαίνει πως προσπαθεί ν' ανακαλύψει την κρυψώνα και της
υπόλοιπης οικογένειάς του. Μα ελπίζει ακόμα.
—Έλεος Ρικανάτι! Δεν έχω σπίτι, δεν έχω κανέναν. Η οικογένειά μου
λείπει. Πάρε τις πέντε λίρες... και γονάτισε στα πόδια του παιδικού του
φίλου. Αυτός τον έσπρωξε με το παπούτσι του κι έκανε τόπο να περάσει.
Ο Ερρίκο έμεινε μπρουμουτισμένος κατά γης. Ένα χέρι τον τράβηξε από
το μανίκι. Καθώς σήκωσε το κεφάλι του, είδε τον κουνιάδο του, σαν και
τον ίδιον λυπημένο. Παραπέρα στεκόταν κι ο γαμπρός του ο Δαυίδ, και τα
δυο του ανήψια, ο Αλμπέρ, δεκαοχτώ χρόνων κι ο Ζακ στα δέκα.
Η Συναγωγή τώρα είναι ασφυκτικά γεμάτη. Εκεί κατά το μεσημέρι άνοιξαν
τις πόρτες. Ο μικρός δρόμος είναι φρακαρισμένος από πάνοπλους
γερμανούς, που στέκονται με τις πλάτες γυρισμένες κατά το πλήθος των
περίεργων που παρακολουθούν, τους τρομοκρατημένους Εβραίους, χωρίς
κουβέντα. Μεγάλα φορτηγά φόρτωσαν γρήγορα τους κρατούμενους και
ξεκίνησαν για το Χαϊδάρι.

Ο καιρός περνά αργά δηλητηριασμένος από το φόβο. Τα νέα γίνουνται όλο
και απειλητικότερα κι ο κίνδυνος ξημεροβραδιάζεται μέσ' στα σπίτια. Από
την Θεσσαλονίκη φτάνουν τρομαχτικές φήμες και περιγραφές, για
εκβιασμούς, συλλήψεις, εκτοπίσεις.
Μα μόλις σουρουπώνει ο Σαμ δεν κρατιέται. Η άνοιξη είναι βουερή, η
γειτονιά περιμένει, με τις πλεξίδες στα παράθυρα, τα λαμπρά μάτια που
χαμηλώνουν γεμάτα υποσχέσεις, τις παραστάσεις του Καραγκιόζη στη
μάντρα, και το μπαμπά που τον επισκέφτεται τώρα ολο και σπανιότερα,
μα σαν συναντηθούν του κουβεντιάζει κι αυτός σα σε μεγάλο.
—Μαμά πάω.
Digitized by 10uk1s

—Μην αργήσεις Σαμ. Νιώθω έρημη σαν φεύγεις.
Ο Σαμ μεγάλωσε σε τούτους τους μήνες πολύ. Μα πιο πολύ απ' όλα τον
μεγάλωσε τούτη η φράση της μάνας του. Πότε ήταν ακόμη που οι μεγάλοι
τον απομάκραιναν σαν είχαν κάτι σοβαρό να πουν; Και πριν έντεκα μέρες
του λέει η μητέρα του. «Τι ωραία Σαμ. Σήμερα συμπληρώνεις τα
δεκατέσσερά σου χρόνια. Έχω πια έναν σωστό άντρα κοντά μου».
Ο Τέο έβαλε τα κλάματα. Θέλει να πάει μαζί του στον Καραγκιόζη. Μα
απόψε η Άρτεμις θα του κρατούσε θέση. Το πεισματωμένο κλάμα του
μικρού τον ακολούθησε ως τη γωνιά του δρόμου. Καθώς έστριψε είδε τα
φώτα της μάντρας αναμένα ακόμη. Αποφάσισε να περιμένει να σβήσουν
για να μπει. Η Άρτεμις έτσι κι αλλιώς θα τον περιμένει. Το όνομά της τον
γεμίζει πάλι με το μεγάλο του ερωτηματικό. Θέλει και δε θέλει να
βεβαιωθεί η υποψία του. Όλοι οι Εβραίοι αλλάζουν τα ονόματά τους στις
μέρες αυτές του τρελού φόβου και διαλέγουν άλλα χριστιανικά χωρίς
αγίους όμως. Είναι πιο βολικό και δεν κινδυνεύουν να μπερδευτούν αν
τους ρωτήσει κανείς πότε γιορτάζουν.
Τα φώτα στη μάντρα σβήσαν κι αντήχησε ψιλή και κλαφτερή η φωνή του
Καραγκιόζη. Προχώρησε στα σκοτεινά. Θα ξεχώριζε μέσα σε χίλια
σκοτάδια την γυαλιστερή κοτσίδα της Άρτεμης. Μα κείνη τον είχε δει
πρώτη και απλώνοντάς του το χέρι τον τράβηξε στην άδεια καρέκλα δίπλα
της. Σε λίγο οι δυο τους παλάμες που δεν είχαν χωριστεί άρχισαν να
ιδρώνουν. Ήθελε κάτι να πει, μα καθώς δεν έβρισκε πρόσεχε εντατικά τις
οδυρόμενες σκιές. Αλλά η Άρτεμις τον κυτταζει. Το νιώθει, το ίδιο
συγκεκριμένα όπως και την παλάμη της μέσ' στη δική του. Τέλος τα μάτια
τους σμίξαν στο σκοτάδι και δεν χώρισαν πια. Μένουν εκεί, καθηλωμένοι ο
ένας στα μάτια του άλλου και κάπου μακριά ξέσπαγαν τα γέλια των άλλων
παιδιών και οι τσιριχτές διαμαρτυρίες του Καραγκιόζη. Ξαφνιασμένοι κι οι
δυο φουγκράζονται ν' αναδεύει μέσα τους κι από ένας άγνωστος, ένας
Digitized by 10uk1s

μεγάλος άγνωστος, τρυφερός και γλυκός, ένας άντρας και μια γυναίκα.
Κάθονταν τελευταίοι και βγήκαν πρώτοι. Ο Σαμ είναι αποφασισμένος να τη
φιλήσει στο μάγουλο. Έχει ένα πρόσωπο θαμπό, που δεν το βλέπει ο
ήλιος, λες και κρύβεται κι αυτό.
—Άρτεμις.
Εκείνη σταμάτησε. Θέλει να την κυττάξει κατάματα, μα καθώς αποφάσισε
την ερώτησή του, το βλέμμα του χαμήλωσε από μόνο του.
—Πες μου τ' όνομά σου.
Η φωνή της απάντησε γρήγορη και τρομαγμένη.
—Μα τώρα δα, δεν μ' είπες Άρτεμη;
—Άρτεμις πες μου τ' όνομά σου, επιμένει ο Σαμ με πολλή βεβαιότητα
τούτη τη φορά και θέλει να κλάψει. Δεν ξέρει από που ξεπηδά η σιγουριά
του, μα τώρα είναι βέβαιος πως είναι και κείνη ένας «απαγορευμένος
άνθρωπος», όπως λέει η μαμά του.
Άλλα παιδιά που γύριζαν και κείνα σπίτια τους, πλησίασαν.
—Καληνύχτα, του λέει τρομαγμένη, αύριο αι;
Μα ο Σαμ κράτησε το χέρι που του άπλωσε σ' αποχαιρετισμό και την
πλησίασε ξανά. Δεν ξέρει τι θέλει, μα του είναι αδύνατο να την αφήσει
χωρίς να της δώσει κάτι. Ήξερε πια πως δε θα 'χε το κουράγιο να τη
φιλήσει κι ας λένε οι φίλοι του πως είναι τάχα τόσο απλό να φιλήσεις ένα
κορίτσι. Μα θέλει να της αφήσει κάτι.
—Έμενα με λένε Σαμ, είπε κυττώντας την άφοβα στο μισοσκόταδο.

Digitized by 10uk1s

—Σαμ είναι πιο ωραίο, ψιθύρισε και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένη.
Εγώ ορκίστηκα στη ζωή της μαμάς μου, πως δε θα πω ποτέ, πως είμαι η
Χανά.
—Δεν το 'πες.
Περπατούσε τώρα με τα χέρια ανοιχτά, με το στέρνο διάπλατο, κρατώντας
απάνω του το υπέροχο μυστικό. Ένιωθε τόσο ξένος μέσ' στο ηλίθιο κείνο,
Αριστοτέλης!
—Χανά!
Όσο προσεχτικά κι αν προσπάθησε ν' ανοίξει την πόρτα, το σκουριασμένο
τρίξιμο τάραξε την ησυχία της αυλής. Ψαχουλευτά βρήκε το ντιβάνι. Τώρα
και δεκαπέντε μέρες κοιμάται έξω, μπροστά στην πόρτα του δωματίου
τους μαζί με το μικρό, γιατί τους κουβάλησαν και την κατάκοιτη γιαγιά.
Δεν χωρούσαν πια τέσσερις άνθρωποι σε τόσο μικρό χώρο. Κι είναι
ανυπόφορα τα βογγητά της, που δεν σταματούν. Το σώμα της είναι
πληγιασμένο και παράλυτο. Και το χειρότερο δεν μπορεί να συνεννοηθεί
με κανέναν, παρά μόνο με τη μητέρα του, γιατί μιλάει ισπανικά.
—Αριστοτέλη! άκουσε τη φωνή της μάνας του, από μέσα.
—Ναι μαμά. Προχώρησε και στάθηκε στην πόρτα.
—Ο Τέο κοιμήθηκε ντυμένος. Είδα κι έπαθα να τον παρηγορήσω. Γιατί δεν
τον πήρες μαζί σου;
—Καλά, θα τον πάρω μεθαύριο... καληνύχτα μαμά, λέει και βγήκε. Κάθησε
στο ντιβάνι κι έλυσε το παπούτσι του. Είδε μπροστά του τη Χανά όπως
τον αποχαιρετούσε στη στροφή του δρόμου και τεντώθηκε στο στρώμα
χαμογελώντας. Τ' άστρα τον θάμπωσαν. Έκλεισε τα μάτια, τ' όραμα
χάθηκε κι αποκοιμήθηκε. Μέσ' στον ύπνο του έτρεχε να στρίψει την
Digitized by 10uk1s

γωνιά, γιατί εκεί ακριβώς τον περίμενε. Δεν την έβλεπε, μα τον τραβούσε
η καρδιά του, που προπορευόταν, ένα μεγάλο ηλιοτρόπιο με ψιλά, ψιλά
ποδαράκια και χέρια το ίδιο μίσχους λεπτούς, που χόρευαν ρυθμικά
μαδώντας τα φύλλα του. Μια φυσαρμόνικα τραγουδούσε από μόνη της,
περπατώντας στα πόδια της από μαύρες νότες. Η φυσαρμόνικα λικνιζόταν
αγκαλιάζοντας

το

ηλιοτρόπιο

που

'τρεχε

σαν

άνεμος

κι

έλαμπε

εκτυφλωτικά ασημένια. Στα μάτια του έπεσε η λάμψη της και τον
τύφλωσε. Δεν μπορεί πια να διακρίνει την γωνιά του δρόμου κι η Χανά θα
φύγει. Τέντωσε τους μίσχους των χεριών του να προστατέψει τα
στραβωμένα του μάτια, μα δεν τα κατάφερε, γιατί κάτι του τα σφίγγει όλο
και δυνατότερα.
—Πώς σε λένε;
Ένας τεράστιος φακός γυρνοφέρνει τώρα στο πρόσωπό του και πολλές
μουντές φωνές σκεπάζουν τον σκοπό της φυσαρμόνικας. Μια ακέφαλη
φωνή, που την ξερνάει το φως, τον ξαναρωτάει.
—Πώς σε λένε;
«Πώς με λένε, πώς με λένε; Όχι βέβαια, Χανά, ούτε Άρτεμις, όχι, Σαμ...»
—Μίλαα...
—Αριστοτέλη Καραβοκύρη.
—Ξεκουμπώσου.
«Αχ, αυτό ήτανε! Το 'μαθαν, όλοι το 'μαθαν το μαρτύριό του. Μέρες τώρα
ανατριχιάζει σαν να τον περιλούζουν καυτό νερό από μια τυραννική
αίσθηση ζωής, που αναδευόταν στα σκέλια του και που δεν ήξερε αν είναι
ντροπή καθώς του καίει το αίμα κι ύστερα το μαζεύει σε κόμπους
χοντρούς που τον πιέζουν να τον διαρρήξουν. Και τότε έτρεχε στο
Digitized by 10uk1s

αποχωρητήριο και κυττούσε απορημένος το ανεξάρτητο τούτο μέλος του
κορμιού του, που έκανε ένα δικό του πόλεμο, μιαν ανταρσία ολότελα
ακατανόητη. Και σαν ακουμπούσε και το ρούχο του ακόμα πάνω κει, μια
γλύκα τον παράλυε σφαλώντας του τα μάτια. Και τώρα...»
—Ξεκουμπώσου είπα.
Η φυσαρμόνικα κομματιάστηκε σε χιλιάδες λαμπερά θρύψαλα. Του
ζητούν, τι του ζητούν; να ξεκουμπωθεί... μα αυτό το κουμπί είναι ο
θώρακας η ασφάλειά του. Το μουδιασμένο χέρι του άνοιξε το παντελόνι
του. Ο μικρός φαλός του σα να παραμόνευε, τινάχτηκε έξω από τ'
άνοιγμα.
—Σκατοεβραίε! Κάποιος τον σκαμπίλησε. Ο Σαμ έκλεισε τα μάτια και
ξύπνησε οριστικά.
—Ξεκούμπωσε και τούτο το μούλο.
Ο Τέο είναι κιόλας ξύπνιος και παρακολουθεί τη σκηνή με γουρλωμένα
μάτια. Έσκυψε τρυφερά απάνω του και ξεκούμπωσε το μοναδικό
κουμπάκι, στο παντελόνι του μικρού. Μονομιάς πλημμύρισαν τ' αυτιά του
απ' όλους τους θορύβους που κατάκλυζαν το σπίτι, από δυνατά πατήματα,
γερμανικές λέξεις, γυναικείες φωνές... «Μα πότε ήρθαν; Που σταματούσε
η ντροπή κι άρχιζε το σφάλμα να 'σαι Εβραίος; Κι αν ήταν έγκλημα; Μα αν
είναι έγκλημα, γιατί τους σημάδεψαν τον Τέο κι αυτόν; Ποιος τον ρώτησε
αν θ' άντεχε μια μέρα σε τούτη την ταπείνωση; -Ξεκουμπώσου! - Ώστε απ'
αυτό ήθελε να γλυτώσει τον Ανρύ ο μπαμπάς, όταν του 'πε, κείνο το
βράδυ -«αν πέσεις στα χέρια τους, τρέξε να σε πυροβολήσουν». Για να
μην ακούσεις εσύ ένα αγόρι δεκαοχτώ χρόνων το πρόσταγμα του έσχατου
εξευτελισμού: «Ξεκουμπώσου»... Το κεφάλι του στράφηκε κατά την
εξώπορτα που 'χαν αφήσει ανοιχτή. Να τρέξει, αφού ήρθε και γι' αυτόν η
Digitized by 10uk1s

ώρα, να κυνηγήσει τον πυροβολισμό, να ξεπλυθεί από την ταπείνωση. Τα
μικροσκοπικά χέρια του Τέο, που στέκει όρθιος απάνω στο ντιβάνι, είναι
γαντζωμένα στο πουκάμισό του. Και το ακέφαλο χέρι πέφτει βαρύ και
μαγγώνει το σβέρκο του, σπρώχνοντάς τον κατά το δωμάτιο. Άπλωσε τα
μπράτσα του και σφίγγοντας τον αδερφό του γερά πάνω στο στήθος του,
προχώρησε και στυλώθηκε στην πόρτα. Από δυο αντίθετες κατευθύνσεις
ενώνουνται δυο δυνατές λουρίδες φως και τυλίγονται στη φιγούρα της
μάνας του, που γονατισμένη στο άθλιο πάτωμα, λέει, λέει και κλαίει, με τα
χέρια της γαντζωμένα στα παντελόνια ενός άγνωστου. Ο κότσος της
τραμπαλίζει κατά πίσω και μόνο μια ολοσκότεινη τούφα, αποκομμένη από
τα μαλλιά της, πηγαινοέρχεται στο δεξί της μάγουλο καθώς την
τραντάζουν οι φωνές της.
—... τα λεφτά στο στρώμα, κι άλλα κάτω από το μάρμαρο του
κομοδίνου... μαζί με τα χρυσαφικά κι οι λίρες, και μένα, πάρε και μένα,
άφησε όμως τα παιδιά, δες τα είναι μικρά, τι να τα κάνετε;
Το στρώμα τσίριξε ανοίγοντας μεγάλα στόματα από το σουγιά που το
πέρασε πάνω κάτω. Το κομοδίνο άνοιξε σαν κεφάλι στα δυο από μια
τσεκουριά.
—Έλεος Ρικανάτι, έλεος, άφησε τα παιδιά.
—Τη γριά, τη γριά, φωνάζει κάποιος. Κι η θλιβερή κι αναγάπητη γιαγιά
βρέθηκε μεμιάς ξεσκέπαστη. Άγρια χέρια ψαχουλεύουν το μισόγυμνο
πληγιασμένο κορμί της, σκίζουν τη φανελένια νυχτικιά και ξεσκεπάζουν
αηδιαστικές κοκκινόμαυρες σάρκες.
—Έλεος Ρικανάτι...
—Σήκω και ντύσου, λέει ο Ρικανάτι και της γύρισε την πλάτη. Και τότε η
μαμά μεταμορφώθηκε.
Digitized by 10uk1s

—Σκύλας γιε! ούρλιαζε μέσ' στη νύχτα, σκύλε και συ! Φωτιά σε σένα και
τα παιδιά σου, φωτιά και δίψα να σε καίει! Προδότη.
Τα δυο σκαμπίλια που κόλλησαν στα βρεγμένα της μάγουλα, την
εξαγρίωσαν πιο πολύ και τη λεφτέρωσαν ολότελα.
—Προδότες! φώναξε κι είδε ο Σαμ το στόμα της να ξερνάει μια γλώσσα
φωτιάς. Όσο θα δέρνετε γυναίκες και θα φυλακίζετε τα παιδιά, θα σημαίνει
πως φοβάστε! Ώστε δεν μας νικήσατε, δεν μας νικήσατε, όχι, αφού μας
φοβάστε... Τώρα τα σκαμπίλια πέφτουν βροχή. Ο Σαμ έκλεισε τα μάτια.
Τα χέρια του πέσαν παράλυτα στα πλάγια. Ο Τέο γλύστρησε κατά γης κι
έκρυψε το κεφαλάκι του, χωρίς μιλιά, στην κοιλιά του αδερφού του.
—Σκύλοι του θεού... πήδηξε τελευταία μια κραυγή στο χωματένιο δρόμο.
«Σκύλοι του θεού, σκύλοι του θεού» πηδούσε στο δρόμο η απόγνωση,
σκουντουφλώντας στα σανιδένια παράθυρα της φτωχογειτονιάς.
Η Χανά που 'χε αποκοιμηθεί κουβαλώντας τον Σαμ στ' όνειρό της
τυλίχτηκε στη φωνή που εκσφεντόνισε η νύχτα, άνοιξε τα μάτια κι
αφουγκράστηκε. Ο χοντρός ήχος ενός μοτέρ, κλάπα, κλουπ, πόρτες
αυτοκινήτου που κλείνουν με θόρυβο... τινάχτηκε απάνω.
—Μαμά, γερμανοί, φώναξε.
Η μάνα της που φυλούσε τις νύχτες, έρμο σκυλί, είχε τα πάντα ακούσει.
—Δεν είναι για μας, κοιμήσου.
Το αυτοκίνητο μουγγρίζει. «Δεν είναι για μας; Τότε θα 'ναι...».
Έτρεξε και κόλλησε το μούτρο της στο ξύλινο παντζούρι, λες κι η
υπερφυσική δύναμη της ανάγκης της θα την βοηθούσε να δει μέσ' από το
Digitized by 10uk1s

ξύλο, μέσ' από το σκοτάδι. Ψαχούλεψε στα τυφλά τον σύρτη που κρατά
κλειστά τα παραθυρόφυλλα. Καθώς τον τραβούσε, το χέρι της μάνας της
την τράβηξε από την κοτσίδα με δύναμη.
—Λυσσασμένη, σφύριξε η μάνα της, τρελή, λύσσαξες;
—Άσε με να δω, άσε με κάτω... μια γρήγορη λαχανιασμένη πάλη γίνηκε
ανάμεσα στις δυο γυναίκες, ώσπου η απόγνωση της εξαγριωμένης μάνας,
νίκησε και τίναξε την Χανά προς τα πίσω. Το κεφάλι της χτύπησε στην
κόχη του κάγκελου που στέκονταν απειλητικό κι αθέατο μέσ' στο σκοτάδι.
Από καιρό, το πόμολό του ξεβιδωμένο από την ίδια, είχε χαθεί. Ένας πόνος
σουβλερός της τρύπησε το κεφάλι πίσω από το αυτί. Άρχισε να κλαίει
ανακουφισμένη, σφίγγοντας την παλάμη της στο χτύπημα.
Το αυτοκίνητο μούγγριζε δυνατά, βγαίνοντας στο στενό δρόμο. Το αίμα
κύλησε μέσ' από τα δάχτυλά της και την πλημμύρισε μια ανακουφιστική
γλύκα. Ανάσανε και μύριζε το κόκκινο χρώμα του.
Η σιωπή τεντώθηκε πάλι μέσ' στο καταραμένο, εχθρικό σκοτάδι. Αλλά
κανείς δεν κοιμόταν. Ούτε ο μπαμπάς, ούτε η μαμά. Το καμιόνι, από ώρες
φευγάτο, όργωνε όλη τη νύχτα, μουγγρίζοντας, τα συσπειρωμένα κορμιά
τους.
Το πρωί η Χανά δεν σηκώθηκε. Βυθισμένη στον πυρετό. «Μόλυνση», είπε
ο γιατρός. «Ψάξτε για σουλφαμίδες».

Κανείς δεν γνώρισε πιο μανιακούς προδότες από τον Ρικανάτι και τον
Ευγένιο. Αυτός, ο τελευταίος βαφτίστηκε σαν πήραν οι γερμανοί την
Τσεχοσλοβακία κι ακούστηκαν οι πρώτες φήμες για ανελέητους
διωγμούς των Εβραίων. Κανείς δεν τον κατηγόρησε, ούτε κι άλλαξε
συμπεριφορά απέναντί του. Αν κάτι ξέρουν καλά όλοι οι Εβραίοι της
γης είναι ο φόβος. Μα ο ίδιος, διάβαζε σ' όλων των Εβραίων τα
Digitized by 10uk1s

πρόσωπα την δειλία του ν' απαρνηθεί τον εαυτό του και να γίνει ένας
αδύνατος χριστιανός, όπως υπήρξε κι ένας αδύνατος Εβραίος. Και σαν
ήρθαν οι γερμανοί στην Ελλάδα, η ντροπή του μαζί με το φόβο του
βρήκαν διέξοδο στην προδοσία. Πρόδιδε σαν μανιακός, ό,τι ήξερε, κι
ό,τι δεν ήξερε το μάθαινε με ιδρώτα. Έτρεχε, παραμόνευε,
ξενυχτούσε, με χτυποκάρδι κυνηγόσκυλου και πάθος συλλέχτη.
Κοσκίνιζε την Αθήνα, μόνος του αυτός, σαν πενήντα σκυλιά
γυμνασμένα να μυρίζουνται τον κρυμένο φόβο. Έψαχνε τις
φτωχογειτονιές, έψαχνε τα πρόσωπα, την έκφρασή τους, τα μάτια
τους που γυρνόφερναν ανήσυχα, ανοίγοντας μια πόρτα. Παραφύλαε
τη σιωπή των σπιτιών, τα παιδιά που δεν βγαίναν να παίξουν στο
δρόμο, και χαμογελούσε ευτυχισμένος, σαν άρπαζε τ' αυτί του σ' ένα
μπακάλικο, τ' όνομα μιας ελληνικής θεότητας σ' ένα αποβλακωμένο
από το φόβο πρόσωπο. Γιατί με τον καιρό, όλοι πια ξέρουν τι δουλειά
κάνει ο «Βαφτισμένος».
Ένα μαύρο αυτοκίνητο φρέναρε στο στενοδρόμι. Η Χανά ανατρίχιασε μέσ'
στα σκεπάσματά της. Είναι ολομόναχη στο σπίτι. Η μάνα της πετάχτηκε
στην αγορά κι ο πατέρας της τόλμησε να βγει μέρα μεσημέρι. Αυτή την
ώρα θα 'φερναν στο φαρμακοποιό μια μικρή ποσότητα σουλφαμίδες. Η
πόρτα χτύπησε, ταυτόχρονα κάποιος την έσπρωξε, βήματα διασχίσαν την
αυλή κι είδε μπροστά της, όρθιους πάνω από το κρεβάτι, δυο
αξιωματικούς της Γκεστάπο. Ο ένας της μίλησε τέλεια ελληνικά.
—Πώς λέγεσαι;
«Πώς λέγομαι; Τι ωφέλησε που ο Σαμ λεγόταν Αριστοτέλης; Αφού ήρθαν
πια».
—Πώς λέγεσαι;

Digitized by 10uk1s

—Χανά.
—Χανά; ρώτησαν κι οι δυο γερμανοί και κυττάχτηκαν ξαφνιασμένοι.
—Δεν είσαι η Άρτεμις Μπώκου;
—Είμαι η Χανά Κοέν, λέει χαμογελώντας δειλά, σχεδόν ευχαριστημένη.
Η δουλειά τους αυτών δεν είναι να πιάνουν Εβραίους. Και κανείς βέβαια δε
θα τολμούσε να κρύψει την παράνομη δράση του κάτω από ένα εβραίικο
όνομα.
—Δεν πήγαινες στο ελληνικό γυμνάσιο;
Το μυαλό της καθάρισε μονομιάς. Ο καθηγητής Μιχαήλ. Τον συλλάβανε
πριν ένα μήνα. Όχι, αυτός δεν μπορεί να πρόδωσε. Ώστε προδόθηκε μόνη
της. Δεν την ζητούν σαν Εβραία.
—Όχι, λέει, δεν ξαναπήγα σχολειό, απ' όταν άρχισε ο πόλεμος...
Ο θόρυβος ενός άλλου αυτοκινήτου ακούστηκε έξω στο δρόμο. Γρήγορα
βήματα τρέχουν στην αυλή και δυο Ες Ες τώρα μπούκαραν στο μικρό
δωμάτιο, με τον Βαφτισμένο, λαχανιασμένο πίσω τους.
Οι Ες Ες στάθηκαν προσοχή και χαιρέτησαν τεντώνοντας τα χέρια. Το ίδιο
κι ο Βαφτισμένος. Οι αξιωματικοί της Γκεστάπο κάτι είπαν σαν διαταγή και
υποχώρησαν, κάνοντας θέση στους καινούριους.
—Που είναι οι δικοί σου; τη ρωτά ο Βαφτισμένος.
—Τους πήραν, λέει χωρίς να σκεφτεί.
—Πότε;

Digitized by 10uk1s

—Πριν πέντε μέρες...
«Πριν πέντε μέρες πήραν τον Σαμ! Ή μήπως πριν πέντε χρόνια!»
—Πώς τη λένε, ρωτάει ο γερμανός τον Βαφτισμένο που επανάλαβε την
ερώτηση ελληνικά.
Με μάτια γεμάτα πανικό, κυττά την πόρτα που στέκουν ακόμα δισταχτικοί
οι δυο αξιωματικοί. Αν είχαν φύγει αυτοί, θα μπορούσε, ίσως...
Μα για ποιο πράμα την ζητούν; Για ποιο από τα δυο;
—Χανά.
—Σήκω πάνω.
«Ναι, ναι, να σηκωθώ γρήγορα πριν γυρίσουν ο μπαμπάς κι η μαμά».
—Να ντυθώ;
Ο Βαφτισμένος μετάφρασε την ερώτηση κι ο γερμανός έκανε ναι, με το
κεφάλι. Ένα αχαμνό, λιγνό κοριτσάκι, ανασηκώθηκε από τα ρούχα. Οι δυο
αξιωματικοί της Γκεστάπο βγήκαν με αργά βήματα στην αυλή.
Η Χανά άρπαξε ό,τι ρούχο βρήκε κρεμασμένο στο κάγκελο του κρεβατιού
και το πέρασε απάνω της. Ήταν μια παλιά φανελένια ρόμπα της μάνας της,
που της έφτασε ως χαμηλά στα πόδια. Ο ένας από τους δυο Ες Ες βγήκε
άπραχτος από μια έρευνα στο μικρό κουζινάκι. Το σπίτι δεν έχει άλλο
δωμάτιο. Ψάξαν από 'ξω την αυλή και το αποχωρητήριο. Η Χανά
τραμπαλίστηκε στα αδύνατα από τον πυρετό πόδια της. Ο γερμανός την
άρπαξε από το μπράτσο και την έβγαλε στην αυλή. Το φως του
μεσημεριού τη ζάλισε και χαμήλωσε το κεφάλι. Ο Βαφτισμένος την
τράνταξε από το άλλο χέρι.
Digitized by 10uk1s

—Αυτά αλλού, δεν περνούν σε μας.
Μόλις κατάφερνε να σταθεί στα πόδια της. Πιο πολύ την τραβούσαν. Σε
κάθε βήμα τα γόνατά της λύγιζαν μπαμπακένια. Μόλις βγήκε στο δρόμο
νόμισε πως οι πόρτες του πρώτου αυτοκινήτου που 'κλειναν με θόρυβο,
την χαστούκιζαν. Κλονίστηκε πάλι, όλα θάμπωσαν για μια στιγμή. Άνοιξε
τα μάτια της και στράφηκε κατά την πόρτα του Σαμ. Μα είδε τον πατέρα
της να ξεπροβάλει στη γωνιά. Κυττάχτηκαν. Αυτός σταμάτησε στη στροφή
ένα λεπτό, όσο για να πάρει μια μεγάλη ανάσα κι όρμησε φωνάζοντας.
—Εγώ, εγώ είμαι ο πατέρας της, για μένα θα 'ρθατε, κι άνοιγε τα χέρια σα
φτερά. Πάρτε με, πάρτε με λοιπόν. Αφήστε το το παιδί, είναι άρρωστο. Να
'μαι, εγώ ήρθα.
Ο Βαφτισμένος εξηγούσε. Ο γερμανός έδωσε μια σπρωξιά στο κορίτσι
κατά πίσω, που φαινόταν αστεία μικρό στη μεγάλη ρόμπα, και τράβηξε
τον πατέρα γρήγορα στ' αμάξι. Το άλλο αυτοκίνητο είχε κιόλας
εξαφανιστεί! σηκώνοντας σύννεφο σκόνης, κι η Χανά στηρίχτηκε άβουλη
στην εξώπορτα και δεν αποφάσιζε αν έπρεπε να χαθεί από τα μάτια τους
τρυπώνοντας μέσ' στην αυλή. Μα ο Βαφτισμένος την έπιασε από το χέρι
και φώναξε στον Ες Ες που 'χε χωθεί στ' αμάξι.
—Φραντς, αίι Φραντς!
Αυτός, που τον φώναξε Φραντς, δε φάνηκε ν' άκουσε, καθισμένος στο
βάθος του αυτοκινήτου. Ο άλλος, ο οδηγός, έβγαλε το χέρι του και του
'κανε νόημα να τρέξει στη θέση του. Μα ο Βαφτισμένος φώναξε πάλι.
—Φραντς!
Ο γερμανός έβγαλε τέλος το κεφάλι του.
—Αυτήν που την άφησες;
Digitized by 10uk1s

Ο γερμανός σήκωσε τους ώμους.
—Καλά, φέρτην!
Τη στιγμή που την κάθισαν δίπλα στον πατέρα της, το αυτοκίνητο της
Γκεστάπο έστριψε σα δαιμονισμένο τη γωνία και φρέναρε μπροστά τους.
—Τη μικρή στη Μέρλιν, διάταξαν τον Ες Ες οδηγό.

Μόλις τους κλείσαν στο κελλί, η Χανά κόλλησε το στόμα της στ' αυτί του
πατέρα της και του ψιθύρισε. «Μπαμπά, ποτέ, ποτέ μην πεις, πως όλον
αυτό τον καιρό ήμουν και η Άρτεμις».
Η υγρασία και το σκοτάδι είναι απόλυτα. Όπου κι αν αγγίξουν, βρίσκουν
μόνο σκληρό, σαν ακατέργαστο, έδαφος, σκεπασμένο μ' ένα στρώμα
λάσπης. «Εδώ, εδώ» ψιθύρισε ο πατέρας της και την κάθισε στα γόνατά
του. Έτρεμε και τα δόντια της χτυπούσαν ακράτητα. Η πόρτα άνοιξε
απότομα σε λίγο, κι ένας δυνατός φακός τους τύφλωσε.
—Έλα δω εσύ.
—Εγώ, λέει με σιγουριά ο πατέρας.
—Όχι αύτη.
Την τραβούσαν για ν' ανέβει τις σκάλες. Όταν έφτασαν απάνω επιτέλους,
προχώρησαν

σ'

ένα

διάδρομο

μισοσκότεινο

κι

άρχισαν

πάλι

να

κατεβαίνουν. Η μούχλα της έκλεινε ολότελα τη μύτη. Κρατιόταν τώρα
γερά στο συνοδό της για να μη σωριαστεί, τόσο τα πόδια της δεν την
υπάκουαν. Τέλος συνάντησαν πάλι ένα διάδρομο.
—Στάσου εδώ, της λέει ο γερμανός και κατάλαβε χωρίς να ξέρει λέξη
Digitized by 10uk1s

γερμανικά. Χτύπησε μια πόρτα, που άνοιξε αμέσως. Στο άνοιγμα που
φωτιζόταν δυνατά, φάνηκαν δυο αξιωματικοί όμοιοι με τους πρωινούς,
του μαύρου αυτοκινήτου. Ο συνοδός της, κάτι μουρμούρισε και
γυρνώντας την πήρε από το χέρι. Τυφλωμένη από το φως έκλεισε τα
μάτια, καθώς την έσπρωξαν μέσα. Σε μια γωνιά σωριασμένος ένας όγκος
που κατάλαβε πως θα 'ναι άνθρωπος, από κάτι κουρελιασμένα ρούχα. Το
κεφάλι του είχε κομμένα παράξενα γκρίζα μαλλιά, και που και που,
φαίνονταν ματωμένα κομμάτια επιδερμίδα. Τα μπράτσα του, χτύπησαν
ολόλευκα στα μάτια της, μέσ' από τα κουρελιασμένα μανίκια. Μόνο που
φαίνονται σα να μην ανήκουν στο κορμί του. «Κάποιος άλλος κρύβεται
πίσω του», σκέφτεται η Χανά, που δεν καταλαβαίνει γιατί την έφεραν εδώ.
—Κύτταξέ την, διάταξε ο γερμανός τον σωριασμένο άνθρωπο. Το κεφάλι
που σηκώθηκε προς το μέρος της αργά, είχε δυο μάτια σα λίμνες αίματος.
Κι ολόγυρα πρησμένα σαν τεράστια αυγά και μαύρα ή μπλε, δεν διακρίνει
καλά. Από τα ρουθούνια του, που είναι υπερβολικά ανοιγμένα, σαν
ψαλιδισμένα, έχει στάξει αίμα, που μένει ξερό, απάνω σε χοντρές άσπρες
τρίχες μουστακιού. Δεν ξέρει αν την βλέπει. Όμως ευτυχώς, δεν της
θυμίζει κανένα γνωστό, κανέναν... «και βέβαια δεν...»
—Τον γνωρίζεις; την ρωτούν.
Η Χανά κάνει όχι με το κεφάλι, με μια καθαρότητα στα μάτια και λίγη
περιέργεια μάλιστα, που κάνει το βλέμμα της ερευνητικό, καθώς κυττάζει
αναγκαστικά τον αξιωματικό που τη ρωτά.
—Μίλα της, τον διατάζουν, πες της, φώναξέ την με τ' όνομά της.
—Αφού δεν την γνωρίζω, ακούεται μια βραχνή φωνή μέσ' στο κελλί.
«Ο καθηγητής Μιχαήλ! Αδύνατον, αδύνατον, θεέ, βοήθησέ με...» Οι
γερμανοί την κυττούν προσεχτικά.
Digitized by 10uk1s

—Ποιος είναι; τον γνώρισες τώρα; της λέει απότομα ο αξιωματικός.
Τώρα τρέμει και δεν μπορεί να κρυφτεί.
—Δεν είναι ο καθηγητής σου;
—Αφού σας είπα πως δεν πήγα ποτέ στο γυμνάσιο.
—Κύριε

καθηγητά,

είστε

λίγο

στραπατσαρισμένος,

και

η

μικρή

δυσκολεύεται να σας αναγνωρίσει. Όμως εσείς την γνωρίζετε την Άρτεμη,
δεν την γνωρίζετε;
—Με λένε Χανά, φώναξε αυτή δυνατά, ενώ ένα χέρι τη χαστούκιζε και στα
δυο μάγουλα. Μα ο άλλος αξιωματικός πρόλαβε και είδε με πόση έκπληξη
στάθηκαν τα μάτια του καθηγητή, στο πρόσωπο της μικρής.
—Ποιος σε ρώτησε; Ποιος σου 'δωσε το δικαίωμα να μιλήσεις;
—Γιατί δεν με λένε Άρτεμη. Γιατί είμαι Εβραία, επανάλαβε τώρα με
σιγουριά, κυττώντας τα εξαρθρωμένα χέρια του καθηγητή της. Όχι, αυτό
δεν θα το άντεχε... «ναι, τα ξέρω όλα. Τα θυμάμαι όλα κύριε καθηγητά».
Μ' ένα νόημα, ο τρίτος, άρπαξε τον καθηγητή και τον σήκωσε στον τοίχο.
Το σώμα του φαινόταν ανύπαρχτο μέσ' στα ρούχα του, χωρίς κλειδώσεις
και απ' όπου τον άφηναν, βάραινε και έγερνε. Τα 'βλεπε όλα η Χανά, μα
σα να τα 'χε ξαναδεί... «Πρέπει να 'μαστε έτοιμοι για όλα. Όχι, εγώ δεν
είμαι, δεν είμαι κύριε καθηγητά».
—Λέγε, τον ρωτούν, η Χανά, ήταν ή δεν ήταν στην Οργάνωση. Πώς
βρέθηκε τ' όνομά της μέσα σε κείνο τον κατάλογο;
—Δεν υπήρχε τέτοιο όνομα στον κατάλογο, ψελλίζει ο καθηγητής. Καμιά
Εβραία... ο γερμανός του τράβηξε τα χέρια προς τα πίσω και προσπάθησε
Digitized by 10uk1s

να τα δέσει μεταξύ τους. Ο καθηγητής μούγγρισε. Η φωνή του βγαίνει
μέσα από κείνο το αηδιαστικό πρόσωπο που την ανατριχιάζει. Η Χανά
σωριάστηκε κάτω. Το μούγγρισμα σταμάτησε. «Ευτυχώς τον άφησαν. Μα
τι θα κάνω την άλλη φορά που θα ξαναρχίσουν;» Ένα κανάτι παγωμένο
νερό την περίλουσε. Άνοιξε τα μάτια της κι είδε τα κεφάλια των δυο
γερμανών σκυμμένα απάνω της.
—Μαμάκα, ψιθύρισε αρκετά καθαρά ώστε να την ακούσουν. Την σήκωσαν
κι είδε τον καθηγητή στα χέρια του βασανιστή. «Θα ξαναρχίσουν, τι θα
γίνω;»
—Δεν το γνωρίζω το κορίτσι, άκουσε τον καθηγητή να λέει, δεν το 'δα
ποτέ. Η Άρτεμις ήταν υπεύθυνη μιας ολόκληρης αχτίδας. Ήταν
μεγαλόσωμη κοπέλλα, γύρω στα είκοσι. Τούτη δω είναι μωρό δεν την
βλέπετε;
—Πόσων χρόνων είσαι; ρωτούν τη Χανά.
—Δεκάξι. Την κυττούν καλά, φαίνεται και μικρότερη. Με την κόψη της
παλάμης ο βασανιστής χτύπησε το κεφάλι του καθηγητή, που σωριάστηκε
στη γωνιά του. Ο άλλος αξιωματικός διάταξε αυτόν τον ίδιον που την
έφερε να την πάει πίσω. «Μα σ' ένα χωριστό κελί». Τη σήκωσε από κάτω
και την έστησε όρθια. Το κορμί της είναι παγωμένο. Λίγο μετά αφού την
ρίξαν στο κελλί δεν έχει πια καμιά αίσθηση. Τα πάντα βουλιάζουν στους
πάγους. Σε μαύρους πάγους, που γλυστρούν απάνω της και την
καταπίνουν.

Ο Σαμ νόμιζε πως το σκοτάδι των υπογείων της Μέρλιν, θα τον ρουφούσε
αιώνια, από την πρώτη βραδιά που κουτρουβάλησε τις σκάλες. Δέκα μέρες
που 'μειναν εκεί, δεν είδαν ποτέ το χώρο που ζούσαν ούτε το πρόσωπο ο
Digitized by 10uk1s

ένας του άλλου. Την πρώτη εκείνη νύχτα σταμάτησε ανατριχιασμένος, μη
ξέροντας τι θα 'βρισκε αν, υπακούοντας στο τρεμούλιασμα των ποδιών
του, κάθιζε. Μάταια προσπάθησε να σκεφτεί κάτι, κάτι φτιαγμένο από
φως. Καμιά εικόνα δεν ερχόταν μπροστά του, λες κι είχε γεννηθεί τυφλός.
Ύστερα από λίγο το σκοτάδι γίνηκε ήχος. Το βογγητό της γιαγιάς που
είχαν κάπου δίπλα τους πετάξει, τυλιγμένη όπως την σήκωσαν μέσ' στην
κουβέρτα της, τους συνέφερε όλους. Η γιαγιά διαμαρτυρόταν για όλ' αυτά
και ήταν τόσο μάταιο να προσπαθήσει η μαμά να της εξηγήσει. Οι πόνοι
της φαίνεται να γίναν ανυπόφοροι γιατί έκλαιγε σαν παιδί. Άκουσε τη μάνα
του να λέει με απόγνωση.
—Σταμάτα σε παρακαλώ, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ να σου κάνω τίποτα.
Κανείς τους δεν πρόσεξε πότε και γιατί την ξέχασαν. Κάποτε, που φαίνεται
πως θα 'ρθε η άλλη μέρα, κάποιος κατέβηκε και ξεκλείδωσε την πόρτα
τους. Μ' ένα φακό αναμμένο στα χέρια του, τους έδειξε το δρόμο
διατάσσοντάς τους να τον ακολουθήσουν. Η μητέρα του προχωρούσε
πρώτη σα να βιαζόταν. Ο Σαμ έβλεπε στο βρώμικο φως του διαδρόμου τα
μαλλιά της μπερδεμένα και σταχτιά. Στο χέρι της κρεμόταν ο Τέο
αμίλητος. Ένας πετρωμένος γερμανός τους περίμενε, καθισμένος πίσω από
ένα μεγάλο γραφείο. Δίπλα του, όρθιος, σε στάση προσοχής, ένας άλλος
με ξεπλυμένα χρώματα. Κι αριστερά ο διερμηνέας.
—Ποιοι είστε;
—Εβραίοι, απάντησε προκλητικά η μάνα του. Τότε μόνο είδε ο Σαμ το
πρόσωπό της πασαλειμένο με χώματα που 'χαν ξεραθεί με τα δάκρυα.
«Ώστε τη νύχτα έκλαιγε!». Πλημμυρισμένος τρυφεράδα, διαπίστωσε
ακόμη πως φορούσε το φουστάνι της ανάποδα.
—Ποιοι Εβραίοι; μετάφρασε ο διερμηνέας.
Digitized by 10uk1s

—Δεν χρειαζόμαστε ονόματα. Δεν έχουμε ανάγκη απ' αύτη την πολυτέλεια
για να δοκιμάσουμε την αναντρία σας.
Ο Σαμ την αγαπούσε όσο ποτέ. Ήταν η μαμά του, μα και μια άγνωστη με
μάτια μισόκλειστα, που τίναζαν σκούρες λάμψεις.
—Που είναι ο άντρας σου;
—Δεν ξέρω.
—Και ο μεγάλος σου γιος;
—Πουθενά.
—Λέγε που είναι ο γιος σου;
—Όπου δε φτάνει η βρώμα σας.
—Σκασμός, φώναξε ο γερμανός που στεκόταν σε προσοχή και τη
σκαμπίλισε απανωτά δυο φορές, μόλις άκουσε τη μετάφραση.
—Λέγε πώς ζούσατε.
—Με το φόβο σας.
Ένα καινούριο σκαμπίλι της μάτωσε τα χείλια. Ο Σαμ δεν άντεχε άλλο. Κι
ενώ το λιγνό κορμί του έτρεμε από φόβο, δεν κατάλαβε πως, έκανε ένα
βήμα μπροστά και είπε.
—Μαμά, άφησέ με να μιλήσω εγώ.
—Εν τάξει, συμφώνησε ο γερμανός, λέγε μας που είναι ο πατέρας σου.
Ο Σαμ πάγωσε. Πώς τόλμησε να μπει στη μέση;

Digitized by 10uk1s

—Στην Καλαμάτα, απάντησε.
—Πώς ζούσατε εσείς;
—Μας έστελνε λεφτά ο μπαμπάς.
—Με ποιον;
—Με άγνωστους.
Ένα δυνατό σκαμπίλι βούιξε στ' αυτί του.
—Πώς άγνωστους; βρυχήθηκε ο γερμανός χτυπώντας τον κι από τ' άλλο
μάγουλο. Ένας πόνος αιχμηρός χώθηκε στο βάθος του κρανίου του.
—Άγνωστους, επανάλαβε με σίγουρη φωνή. Κάθε φορά ερχόταν και
κάποιος άλλος που δεν ξέραμε. Χτυπούσε την πόρτα, «αυτό από τον
πατέρα σας» μας έλεγε, μας έδινε ένα φάκελο με λεφτά κι έφευγε.
—Κι ο αδερφός σου;
—Έφυγε στο βουνό.
—Με ποιον; Ποιος τον βοήθησε;
—Μόνος του, φαντάζομαι.
—Ώστε τα σκουλήκια γίνανε κι αντάρτες! και το χοντρό του δαχτυλίδι
κόλλησε ψηλά δεξιά στο μάτι του Σαμ. Θυμήσου, φώναξε ο ξεπλυμένος
γερμανός και τον ξαναχτύπησε. Ύστερα τράβηξε από ένα συρτάρι ένα
άσπρο μαστίγιο και το 'παιξε επιδειχτικά μπροστά στα μάτια του παιδιού.
—Λοιπόν, μήπως τώρα θυμήθηκες ποιος τον πήρε από το σπίτι;
Το λαρύγγι του Σαμ σφίχτηκε. Απάντησε, «δεν ξέρω», μα δεν τ' άκουσε
Digitized by 10uk1s

ούτε ο ίδιος. Με μια τελευταία προσπάθεια, η φωνή του αντήχησε
τεντωμένη ξερή.
—Έφυγε μόνος του.
Το μαστίγιο κινιόταν σαν λυσσασμένο φίδι, σφυρίζοντας μπρος στα
έντρομα μάτια του. Η καρδιά του κατρακύλησε και χάθηκε, το κεφάλι του
πονούσε και βούιζε. Αν τον χτυπούσε κι άλλο δε θα μπορούσε πια να
συγκρατήσει τα δάκρυά του, τα 'νιωθε κιόλας να υγραίνουν το λαρύγγι
του. Το μαστίγιο διάγραψε μια μανιασμένη καμπύλη στον αέρα και
τυλίχτηκε στα γυμνά πόδια του Σαμ, τη στιγμή που ο πέτρινος γερμανός
έδωσε εντολή να τους πάρουν. Κάποιος τον πέταξε σηκωτό σχεδόν έξω.
Ο συνοδός τους φώτισε με το φακό, ανοίγοντας την πόρτα του κελλιού
τους, τον όγκο της γιαγιάς.
—Ποια είναι αυτή; φώναξε. Γιατί δεν ήρθε στην ανάκριση;
Η μάνα τους που καταλαβαίνει σχεδόν όλα τα γερμανικά, λέει με κακία στα
δυο παιδιά.
—Και γιατί δεν την παίρνουν να την ανακρίνουν; Πολύ θα ευχαριστηθώ να
τη σηκώσουν Όλα εκείνα τα σκαλιά, στις πλάτες τους...
Ο φρουρός της έδωσε μια κλωτσιά, φωτίζοντάς την. Μα η γιαγιά δεν
διαμαρτυρήθηκε ούτε ισπανικά, τούτη τη φορά. Κύτταζαν κι οι τρεις, στο
δυνατό φως του φακού το μελανιασμένο πρόσωπό της. «Καπούτ» λέει ο
γερμανός. «Πέθανε!» λέει και η μαμά. Και γίνηκε πάλι σκοτάδι.
Ύστερα από πολλή ώρα σιωπής ο Τέο μουρμούρισε.
—Σαμ, που είσαι; Σαμούλη μου!

Digitized by 10uk1s

Ο Σαμ άπλωσε το χέρι του και τον τράβηξε κοντά του. Τον έσφιξε
τρυφερά απάνω του.
—Δεν πονούσες που έτρωγες ξύλο;
—Πονούσα, λέει ο Σαμ.

Όταν το άλλο πρωί, έστειλαν πάλι να φέρουν τη Χανά στην αίθουσα
ανακρίσεων, τη βρήκαν αναίσθητη στο κελί της. Ο φρουρός φώναξε τον
υπαξιωματικό κι εκείνος απάντησε πολύ σίγουρος για τον εαυτό του.
—Στάσου να δεις πως τους κόβω γω τα νάζια.
Βγήκε ξανά στο διάδρομο, όπου η καθαρίστρια είχε αφήσει ένα κουβά
βρώμικα νερά με την πατσαβούρα της να πλέει στην κορφή. Τον πήρε και
τον άδειασε στην ακίνητη Χανά. Ο φρουρός γελούσε, όλος δουλικότητα,
αλλά έκοψε αναγκαστικά το γέλιο του από την αγριοφωνάρα του
υπαξιωματικού, σαν είδε πως η φυλακισμένη δεν κινήθηκε.
—Πες στον κύριο λοχαγό πως τα τίναξε, κι έσκυψε απάνω της. Η αναπνοή
της έβγαινε βαρειά και δύσκολη. Σε λίγο φάνηκε ο φρουρός, και πίσω του,
ο λοχαγός της Γκεστάπο. Η πατσαβούρα ήταν ακόμα κολλημένη στο λαιμό
και το στήθος της, κι η φανελένια ρόμπα που την τύλιγε κόλλαγε κι αυτή
απάνω της λασπωμένη.
—Τι είναι αυτό; ρώτησε αγριεμένος.
Ο υπαξιωματικός μασούλησε κάτι λέξεις μέσ' στα δόντια του.
—Να την καθαρίσεις αμέσως, και να την σηκώσεις να την φέρεις απάνω.
Όταν την ανέβασαν, ο γιατρός ειδοποιημένος περίμενε κιόλας. Την
Digitized by 10uk1s

εξέτασε πρόχειρα και σηκώθηκε.
—Πνευμονία, εξήγησε στο λοχαγό. Αμφιβάλλω πολύ αν θα επιζήσει...
Την τύλιξαν σε μια κουβέρτα και την μετάφεραν στο νοσοκομείο.

Digitized by 10uk1s

Στο Χαϊδάρι χώρισαν αμέσως τις γυναίκες από τους άντρες και τους
έκλεισαν σε τεράστιους φρεσκοασπρισμένους θαλάμους. Κάθε τόσο οι
πόρτες άνοιγαν κι έφερναν μέσα καινούριες ομάδες. Κι όλοι οι
προηγούμενοι τρέχουν να δουν μη βρίσκεται ανάμεσα στους καινούριους
και κανείς δικός τους. Η αγωνία του Ερρίκο έφτασε στην τρέλλα καθώς
κανείς δεν μπορούσε να τον βεβαιώσει στα σίγουρα αν είδε τη γυναίκα και
την κόρη του ανάμεσά τους. Σαν βράδιασε όμως ησύχασε και προσπάθησε
να παρηγορήσει τον τρομοκρατημένο μικρό του ανηψιό.
—Εμείς λοιπόν, του λέει, θα κοιμηθούμε αγκαλιά.
—Που, απόρησε ο μικρός κυττώντας γύρω του τον ολόγυμνο θάλαμο.
—Να εδώ, σε τούτη τη γωνιά, και του δείχνει τις πλάκες.
—Δεν μπορώ να κοιμηθώ χάμω, διαμαρτύρεται το παιδί με κουρασμένα
αναφιλητά.
Αλλά ρούχα δεν υπάρχουν. Μόνο όσοι πιάστηκαν στα σπίτια τους έφεραν
μαζί τους και καμιά κουβέρτα. Μα που να εξοικονομηθεί τόσο πλήθος.

Η ομάδα Ρόζεμπεργκ εργάστηκε με σύστημα όπως πάντα. Και μόνο
σαν συγκέντρωσε όλες τις διευθύνσεις σπιτιών, μαγαζιών και
κρυψώνων, αποφασίστηκε ομαδική η σύλληψη σ' όλη την Ελλάδα.
Στις επαρχίες οι γερμανοί φέρθηκαν πολύ μαλακά, για λόγους που δεν
έμαθε ποτέ κανείς.
Άφηναν, δηλαδή, τους Εβραίους να πιστέψουν πως ήταν δικαίωμά
τους και ν' αρνηθούν να τους ακολουθήσουν. Τους βεβαίωναν όμως
πως η μεταφορά και συγκέντρωσή τους στην Αθήνα γινόταν για να
τους προστατέψουν από αόρατους κινδύνους που τους απειλούσαν
στην επαρχία.
Digitized by 10uk1s

Το πιθανότερο όμως είναι πως οι γερμανοί επιδίωκαν να γίνει όσο πιο
αθόρυβα η σύλληψη των Εβραίων, γιατί φοβόντουσαν τις αντιδράσεις
των ντόπιων που τους έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση σε άλλες χώρες
της Ευρώπης. Στη Βουλγαρία, όταν οι Εβραίοι κλείστηκαν σε
στρατόπεδο, οι Βούλγαροι παρακολουθούσαν άγρυπνοι τις κινήσεις
των γερμανών. Κι όταν κάποτε οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στο σταθμό
και κλείστηκαν στα βαγόνια, όλοι οι κάτοικοι της περιοχής
συγκεντρώθηκαν κατά μήκος των γραμμών. Μόλις η αμαξοστοιχία
ξεκίνησε οι Βούλγαροι σκέπασαν με τα κορμιά τους τις γραμμές και το
τραίνο στάθηκε αδύνατο να προχωρήσει. Έτσι ματαιώθηκε για τρεις
μέρες το ταξίδι.
Η ζωή πήρε μέσα στο Χαϊδάρι κάποιον ρυθμό, παρ' όλη την αβεβαιότητα.
Ο Ερυθρός Σταυρός έστελνε άφθονα τρόφιμα για τους κρατούμενους, που
παίρνουν κανονικό συσσίτιο τρεις φορές την ημέρα. Δεν άργησαν να
νιώσουν σχεδόν προνομιούχοι. Από τα παράθυρα των θαλάμων μπορούν
να παρακολουθούν εκατοντάδες άλλους φυλακισμένους, όχι Εβραίους, που
κάνουν βαρειές αγγαρείες. «Αν βγάλεις πως δεν μπορούμε να πάμε σπίτια
μας και να επικοινωνήσουμε με τους δικούς μας, η ζωή εδώ κυλάει ήσυχα
και χορτάτα!» σκέφτεται ο Ερρίκο. Μα υπάρχουν κι άλλοι, ακόμη πιο
αισιόδοξοι απ' αυτόν.
—... βλέπεις, όσοι δουλεύουν σε αγγαρείες, βαρύνουνται με σοβαρές
κατηγορίες. Σαμποτάζ, ανταρτοπόλεμο, και μην τα ρωτάς...
—... βέβαια! ... ενώ εμείς βλέπεις, δεν ανακατευτήκαμε πουθενά.
—... εδώ που τα λέμε, τρία χρόνια τώρα δεν πειράξαμε κανέναν! Ούτε
Ιταλούς, ούτε Γερμανούς... και σε τίποτα δεν βλάψαμε...
—Ακριβώς, πετιέται με εξοργισμένο ύφος ο Δαυίδ, ο γαμπρός του Ερρίκο.
Digitized by 10uk1s

Ούτε βλάψαμε, ούτε ενοχλήσαμε. Ίσως αυτό να 'ναι και το μεγαλύτερο
μας σφάλμα. Αντιμετώπισε μια δεκαριά ζευγάρια μάτια, που τον κυττάζουν
ξαφνιασμένα. Δεν φτάνει, λέει τέλος, να μην βλάφτεις κανέναν... ίσως να
μη φτάνει καθόλου μάλιστα, να 'σαι καλός, τίμιος, ήσυχος... όχι, όχι, αυτό
μια φορά δεν φτάνει.
—Και δηλαδή! τι έπρεπε να κάνουμε; ρωτάει κάποιος δειλά.
—Να μην κρυφτούμε στα λαγούμια σα δεσποινίδες! Να τι δεν έπρεπε να
κάνουμε... Δεν βλάψαμε, δεν πειράξαμε! Σαν πολύ δεν βάσταξε το
τροπάριο της άμωμης ζωής μας; Με λίγα λόγια αδιαφορήσαμε. Μα η
αδιαφορία είναι προδοσία. Και γιατί να μην βλάψουμε τους γερμανούς, ή
τους Ιταλούς; Γιατί; Όταν δεν κάνεις το κακό, δεν σημαίνει πάντα πως
κάνεις το καλό. Και το να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα, είναι τις πιο
πολλές φορές το ίδιο με το να κάνεις το κακό, είπε και σηκώθηκε
κουρασμένος, διαβάζοντας τόση απορία στα πρόσωπα που τον τριγύριζαν.
Η

συντροφιά

αναστέναξε

με

ανακούφιση

καθώς

τον

είδε

ν'

απομακρύνεται.

Την τέταρτη μέρα μετά την ομαδική σύλληψη, οι πόρτες άνοιξαν. Ο
Μάρτης είναι ζεστός. Τους σύνταξαν όλους κατά οχτάδες στον περίβολο.
Ο Ερρίκο νιώθει ευτυχισμένος λουσμένος στην θαλπωρή της μέρας. Ποτέ
πριν δεν είχε προσέξει πόσο λαμπρός είναι ο ήλιος. Τον κυττάει
χαμογελώντας, όταν κάποιος τον σπρώχνει απότομα. Πόση ώρα μπορεί
κανείς να κυττάει τον ήλιο; Εκατοντάδες Ες Ες τους έχουν κιόλας
κυκλωμένους με τα αυτόματα κολλημένα στα ρούχα τους. Τα μάτια των
γερμανών τους κυττούν πέτρινα, παγωμένα. Και μονομιάς όλοι μαζί
σκέφτουνται το ίδιο. «Τώρα θα μας εκτελέσουν». Κανείς δεν μίλησε,
Digitized by 10uk1s

κανείς δεν μαρτύρησε στον άλλον την υποψία του. Κι όμως τα παιδιά
αρχίζουν πρώτα να κλαίνε. Κι αμέσως ακολουθούν οι γέροι με κείνο το
παράξενο σαν λόξυγγα κλάμα τους. Ο Ερρίκο σφίγγει σχεδόν με κακία τον
ώμο του ανηψιού του γιατί δεν αντέχει το σπαραχτικό του κλάμα. Τον
σφίγγει τόσο, που το παιδί τρομαγμένο σταματά. Τότε παρουσιάστηκαν
και οι οκτάδες των γυναικών. Ο πανικός παραμερίζεται για λίγο από την
περιέργεια και τον τρόμο. Όλοι ψάχνουν με μάτια τρελά, μην
αναγνωρίσουν μέσ' στις καινουριοφερμένες, συγγενείς τους. Και μέσα στη
θανάσιμη απελπισία, μια υποσυνείδητη ελπίδα τάραξε τις ψυχές: Ν'
ανακαλύψουν δικούς τους. Να ιδούν, ν' αντικρύσουν για μια στιγμή ένα
δικό τους, αγαπημένο πρόσωπο.
Οι γυναίκες, κυρίως αυτές, ψάχνουν με πυρετώδικα μάτια, σα χέρια που
ανακατεύουν και παραμερίζουν, τις γραμμές των αντρών. Η στιγμιαία χαρά
που λάμπει στα βλέμματα μόλις ανακαλύψουν κάποιον δικόν τους, σβήνει
αμέσως. Βαριά βήματα που τρίζουν στην άμμο ανανεώνουν τον πανικό και
την απειλή. Τα μάτια χαμηλώνουν περίτρομα για να καρφωθούν ξανά στη
συνοδεία των γερμανών αξιωματικών, που ξεφύτρωσε κανείς δεν είδε από
που. Ένας ωραίος γεροδεμένος, ως σαράντα χρόνων άντρας, πηγαίνει
μπροστά από τους άλλους που σταμάτησαν πίσω του σε κάποια
απόσταση. Το πρόσωπό του δεν μοιάζει δικό του. Κανείς δεν μπορεί να
θέλει να 'χει για δικό του ένα τέτοιο πρόσωπο, ούτε αυτός ο ίδιος. Λες και
του 'χουν κόψει το λαιμό κι έχουν κολλήσει στην άκρη του το κεφάλι ενός
πεθαμένου. Μια τρεμούλα συνεπήρε τους αιχμάλωτους μόλις τον
αντίκρυσαν, μια τρεμούλα άγρια που 'κανε τις οκτάδες να κυματίζουν
απάλαφρα, σα να τις κουνά άνεμος. Κοντοί, ψηλοί, γέροι, παιδιά, γυναίκες
κι άντρες, όλες αυτές οι χιλιάδες των ανθρώπων, έχουν την εντύπωση πως
τους κυττάζει κατάματα, καθέναν χωριστά, αυτός, ο μόνος.
«Τι μπορεί να κάνει αυτός ο άνθρωπος στην ιδιωτική του ζωή»,
Digitized by 10uk1s

αναρωτιέται ο Δαυίδ. «Θ' αγκαλιάζει μια γυναίκα και κείνη δεν θα πεθαίνει
από το φόβο της;»
Ο Ερρίκο σφίγγει απάνω του τον ανηψιό του μ' όλη του τη δύναμη. Θέλει
να τον προστατέψει, μην σαρωθεί, μην διαλυθεί κάτω από τούτο το
ασύληπτο βλέμμα.
Κανείς δεν περίμενε να βγει φωνή μέσ' από το πεθαμένο κεφάλι. Κι όμως
άρχισε να μιλεί κι οι φράσεις βγαίνουν από το στόμα του που σχεδόν δεν
κουνιέται, σα μετάλλινες λουρίδες ομοιόμορφες. Κι ο δραγουμάνος πιο
πέρα, περιμένει να τελειώσει η λουρίδα και να την εξηγήσει.
«Θα παραδώσετε ό,τι πράμα, αξίας και μη, κρατάτε απάνω σας,
χρυσαφικά, λεφτά, λίρες, ρολόγια, δαχτυλίδια και γυαλιά. Ακόμα και
σουγιάδες, αναπτήρες, αλυσίδες».
Και ξαφνικά η φωνή του άλλαξε και γίνηκε ένα ξυνάρι που χτυπάει
μανιασμένα σ' ένα βράχο.
«Μετά την παράδοση όλων των αντικειμένων θα γίνει λεπτομερής
σωματική έρευνα στον καθένα. Όποιος κρατήσει απάνω του έστω κι ένα
κέρμα θα εκτελεστεί επί τόπου».
Μέσα στην ίδια θανάσιμη σιωπή που ήρθε, έφυγε. Και μόνο σαν χάθηκε
από τα μάτια τους ολότελα, μια παχειά, μονοκόμματη εκπνοή ξεδιπλώθηκε
από τα στόματα δυο χιλιάδων ανθρώπων.
«Δε θα μας εκτελέσουν!»

Μπροστά στην είσοδο του θαλάμου βρίσκονται κιόλας τοποθετημένα
τέσσερα καλάθια. Το ένα για τις λίρες, το άλλο για τα κοσμήματα, το τρίτο
Digitized by 10uk1s

για τα χαρτονομίσματα και το τέταρτο για όλα τα άλλα μικροπράγματα. Οι
κρατούμενοι συνταγμένοι πάντα στις οκτάδες τους προχωρούν μέσα από
το μακρύ διάδρομο. Δεξιά τους, ξυστά στην παράταξη, είναι οι τέσσερις
πόρτες των αποχωρητηρίων. Η ουρά προχωρεί σιγά, σιγά για ν' αδειάζει ο
καθένας τις τσέπες του προσεχτικά μπρος στα καλάθια. Ένα ανάλαφρο
ψιθύρισμα, σαν ανάσα, κύλησε από το στόμα των πρώτων προς τα πίσω,
κι έσβησε στους τελευταίους. Και τότε άρχισε να γίνεται κάτι που οι
γερμανοί δεν πρόσεξαν, αλλ' ούτε και διανοήθηκαν. Μέσ' στο στρίμωγμα
οι πιο πολλοί από τους κρατούμενους, υποχωρούν για λίγο στις
μισάνοιχτες πόρτες των αποχωρητηρίων. Μπαίνοντας αδειάζουν γρήγορα
στις λεκάνες τις λίρες, τα χρυσαφικά και τα χαρτονομίσματα που έφεραν
μαζί τους. Κρατούν ελάχιστα απάνω τους για να μην τους υποψιαστούν και
βγαίνουν ξαλαφρωμένοι να πάρουν τη θέση τους. Και για λίγη ώρα αυτοί
οι δειλοί, οι αιώνια φοβισμένοι, στέκονται στην ουρά μ' ένα θρίαμβο στα
μάτια και την ψυχή τους που όμοιό του δεν δοκίμασαν ποτέ στη ζωή τους.

Φτωχοί και πλούσιοι, όλοι οι Εβραίοι, κυκλοφορούσαν πάντα με όσα
περισσότερα χρήματα μπορούσαν να φέρνουν απάνω τους. Ακριβώς
γιατί φοβόντουσαν μια απρόοπτη σύλληψη και γιατί πολλοί είχαν
ξεφύγει εξαγοράζοντας τη λεφτεριά τους. Αλλά εκείνοι που
κουβαλούσαν αληθινό θησαυρό μαζί τους, ήταν όσοι είχαν συλληφτεί
στις επαρχίες, τάχα για να προστατευτούν. Όμως όλοι χωρίς εξαίρεση,
δεν δείλιασαν

ούτε στιγμή να πετάξουν στα αποχωρητήρια

περιουσίες. Από πρόχειρους λογαριασμούς που έγιναν, υπολογίστηκε
πως πρέπει να πετάχτηκαν στους οχετούς του Χαϊδαρίου γύρω στις
δέκα χιλιάδες λίρες, εκτός τα μετρητά και τα χρυσαφικά. Η εκδίκηση
αυτή κρατήθηκε τόσο αυστηρά μυστική μεταξύ τους ώστε οι γερμανοί
δεν την έμαθαν ποτέ.
Πολλοί από τους κρατούμενους διασκέδασαν κιόλας παριστάνοντας τους
Digitized by 10uk1s

αφελείς. Έτσι κάποιος που πέταξε ολόκληρη περιουσία από λίρες, κράτησε
λίγα κομμάτια. Όταν πλησίασε τα καλάθια, άρχισε να τις ρίχνει μια, μια
μετρώντας τις. «... δυο, τρεις τέσσερις... έντεκα λίρες, το ρολόι μου κι
έναν αναπτήρα». Κι ύστερα στάθηκε περιμένοντας.
—Εσύ, προχώρει, του λέει ο διερμηνέας.
—Που να πάω; Δεν θα μου δώσετε απόδειξη για τόσες λίρες που άφησα;
Ο διερμηνέας βιάστηκε να μεταφράσει στον Ες Ες, βέβαιος πως θα τον
διασκεδάσει. Εκείνος το επανέλαβε στους συναδέλφους του, που
ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
—Ηλίθιοι, βρωμοτσιγγούνηδες... τσακίσου από δω.
Κι όμως τα δυο καλάθια, για τις λίρες και τα χρυσαφικά, γέμισαν ως απάνω
από το περίσσευμα του φόβου.
Σαν

τέλειωσε

κι

ο

τελευταίος

και

βρέθηκαν

όλοι

στο

θάλαμο,

παρουσιάστηκε ξανά ο φοβερός διοικητής. Κανένα κεφάλι δεν έσκυψε στ'
αντίκρυσμά του. Όλοι διατηρούσαν στη μορφή τους το θρίαμβο της πιο
περήφανης, της πιο σκληρής νίκης απέναντι στον εαυτό τους και στον
εχθρό.
—Προσέξετε καλά. Αν ξεχάσατε κάτι, έχετε όλον τον καιρό να το
παραδώσετε τώρα. Ξέρετε καλά τι σας περιμένει, αν βρεθεί έστω κι ένας
αναπτήρας απάνω σας κατά την έρευνα που θα επακολουθήσει.
Η φωνή του είχε τον ίδιο τρομαχτικό ήχο. Όμως τα πρόσωπα, ως το πιο
μακρινό βάθος του θαλάμου, μείναν ατάραχα και γαληνεμένα. Έκανε
μεταβολή και βγήκε. Οι πόρτες κλείσαν πίσω του.
Μάταια περίμεναν όλοι ως το βράδυ. Έρευνα δεν γίνηκε. Σαν μοιράστηκε
Digitized by 10uk1s

και το βραδινό συσσίτιο, μια βαθειά απελπισία πλάκωσε ανάμεσα στους
κρατούμενους. Φωτιά για ν' ανάψουν τσιγάρο δεν υπήρχε, μα ούτε και
λεφτά ν' αγοράσουν σπίρτα.
Και με την πέμπτη μέρα που ξημέρωσε, αυτός ο γυμνός θάλαμος, με τους
μονοκόμματους άσπρους τοίχους, χωρίς ούτε ένα καρφί, ούτε μια καρέκλα
ή κρεβάτι, γέμισε με μιας ψείρες.

Στους καινούριους που φέρνουν, πέντε - δέκα, καθημερινά, κάνουν
αμέσως σωματική έρευνα. Κι αν φορούν κανένα ρούχο της προκοπής τους
το παίρνουν κι αυτό.
—Βγάλε το σακάκι σου, είπαν και στον Σαμ. Και κείνος μπερδεύει το χέρι
του στη φόδρα, έτσι για να καθυστερήσει τον αποχωρισμό από το
αγαπημένο ρούχο. Ένιωσε τόσο μεγάλος σαν του το χάρισε ο αδερφός
του, κείνη την τελευταία νύχτα του ξεσηκωμού.
Τον χώρισαν από τη μάνα του και το μικρό. «Εσύ με τους άντρες», λέει ο
γερμανός που 'κανε και τη σωματική έρευνα. «Εσύ με τους άντρες» έλεγε
και ξανάλεγε, καθώς ξάπλωσε το βράδυ κατάσαρκα στις πλάκες. «Με τους
άντρες, εσύ, εγώ». Μέσ' στο

μισοσκόταδο διακρίνει μόλις τους

συγκρατούμενούς του στριμωγμένους κατά γης. Οι πιο πολλοί κοιμούνται
κιόλας βαθιά. Χθες ακόμη μπορούσαν όλοι να τον μαλώσουν που έσκισε
το παντελόνι του. Και σήμερα; «εσύ με τους άντρες!» Και τι, μπροστά,
στη μαμά του.
Μα είναι δύσκολο να 'σαι με τους άντρες σαν ξημερώσει. Ο Ούγγρος
φύλακας Κόβατς είναι ένας τύραννος, ένας σαδιστής. Ένας εφιάλτης για
όλους· όταν τον βλέπουν στην αυλή τρέμουν.

Digitized by 10uk1s

—Το παιχνίδι, κύριοι, αρχίζει. Εμπρός... εμπρός... Θα παίξουμε σήμερα τα
πηδήματα του λαγού. Εσείς οι δέκα, από δεξιά κι οι άλλοι, μαζευτείτε πιο
κοντά, πιο κοντά· έτσι· εσείς απ' αριστερά. Θα πηδάτε στα δυο πόδια, σαν
μικρά, χαριτωμένα λαγουδάκια, λέει χαμογελώντας.
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που χαμογελά να 'ναι τόσο αποκρουστικός.
Αυτή η φωνή που ακούεται μελιστάλαχτη, κυλάει στις πλάτες των
φυλακισμένων ανατριχιαστική.
—Όχι, όχι έτσι... ο λαγός πηδάει στα δυο μισοδιπλωμένα του πόδια.
Διασκεδάζει ιδιαίτερα με τους χοντρούς και τους γέρους. Αν πέσεις, σε
σηκώνει με το μαστίγιο. Από την προσπάθεια και το φόβο μην τις φάνε, τα
μάτια τινάζουνται έξω μαζί με χοντρά κόκκινα δάκρυα. Μα κάποτε ο φόβος
του μαστίγιου δεν βοηθά πια τις κλειδώσεις κι οι άντρες κυλιούνται χάμω
παράλυτοι. Ο Κόβατς τότε λυσσάει με το μαστίγιό του. Και κει που λες πως
δε θα σταματήσει, ποτέ, ποτέ, χαμογελάει.
—Άντε, καλά, ας αλλάξουμε παιχνίδι για να ξεκουραστείτε. Θα παίξουμε το
φίδι.
Τότε πρέπει ν' αρχίσεις να σούρνεσαι στο χώμα. Όρος του παιχνιδιού είναι
πως τα χέρια αχρηστεύουνται. Ο Κόβατς τρέχει μπροστά επιβλέποντας την
τελειότητα της εκτέλεσης και φωνάζοντας.
—Άντε μπρος, σουρθείτε να με φτάσετε για να τυλιχτείτε γύρω μου και να
με δαγκώσετε ... κι όλο κι απομακρύνεται με μικρά χαριτωμένα πηδήματα.
Όταν κάνουν το γύρο του περίβολου δυο τρεις φορές, σταματάει.
—Και τώρα καλά, ας πούμε πως με φτάσατε. Αναριχηθείτε απάνω μου να
με πνίξετε.
Αν κάποιος δεν τολμά να τον ακουμπήσει, τον χτυπά στο πρόσωπο με το
Digitized by 10uk1s

μαστίγιο. Τα μάτια τυφλώνουνται από τον πόνο. Όταν πάλι τον
ακουμπήσεις σου δίνει μια κλωτσιά κατάφατσα με τις καλογυαλισμένες
μπότες του. Ο Σαμ είναι από τους τελευταίους τυχερούς. Το αίμα λούζει το
παιδικό του πρόσωπο που θυμίζει παλιάτσο τσίρκου, καθώς κυλά στο
κατάχλωμο δέρμα του.
—Τσο, τσο, του φωνάζει ο Κόβατς, μα πρόσεχε λοιπόν, μου λέρωσες τις
μπότες μου... και του δείχνει τις πιτσιλιές από το αίμα. Έλα, καθάρισέ τες.
Ο Σαμ απλώνει το χέρι του. Το μαστίγιο του τσεκουρώνει τα δάχτυλα.
—Έχασες. Ξέχασες πως τα φίδια δεν έχουν χέρια; Όλα τα κάνουν με τη
γλώσσα. Εμπρός, έλα.
Και ο Σαμ γλείφει τη μπότα ώσπου την καθαρίζει τέλεια.
Η γλώσσα του είναι πρησμένη και θέλει να κάνει συνέχεια εμετό.

Κι ύστερα ήρθε η Κυριακή. Και ναι, περίεργο, η Κυριακή ενός στρατοπέδου
έχει τη γεύση μιας Κυριακής. Την πλήξη, τη γλύκα της, την αμηχανία των
μικρών που βρίσκονται, αναγκαστικά, διαρκώς μπροστά στους μεγάλους,
με την ξεκούραστη νωθρότητά τους. Τις μακρόσυρτες ατέλειωτες
απογευματινές της ώρες και, στο σούρουπο, τη λαχτάρα να ξημερώσει για
να πας στο σχολειό άλλοτε, και τώρα στις πέτρες, ή στη μεταφορά άμμου.
Μια νοσταλγία από άλλες μεγάλες Κυριακές που βαριόταν και χαιρόταν,
που δεν είχε σχολειό, κι η μαμά έφτιανε κείνες τις νόστιμες λιχουδιές, όλο
και καινούργιες, άγνωστες. Η μαμά είναι σαν το αύριο. Δεν ξέρεις ποτέ τι
χαρά θα σου φέρει. Τώρα τεντώνει, τεντώνει τα μέλη του στο δικό του,
ζεσταμένο από το κορμί του, χώρο πάνω στις πλάκες και νιώθει
καινούριος, άγνωστος και πυρωμένος. Πάρα πέρα βλέπει τα μικρά,
Digitized by 10uk1s

ανάμεσα οκτώ και πέντε χρόνων αγόρια, να ξαναζούν τα κυριακάτικα
παιχνίδια στο κρεβάτι του μπαμπά, παλεύοντάς τον, τυραννώντας τον
απάνω στις πλάκες όμως τώρα. Μόνο που η Κυριακή δεν έχει τον ήχο της.
Κι ο ήχος της Κυριακής για όλα τα παιδιά έχει ένα χοντρό αντρίκιο γέλιο,
το θαυμαστό γέλιο του παντοδύναμου μπαμπά, που τα παιδιά το
απολαβαίνουν ασυνείδητα, σαν κάτι το ξεχωριστό. Κάτι που δεν ακούεται
έτσι ξένοιαστο καμιά άλλη μέρα, καμιά άλλη ώρα μέσ' στο σπίτι.
Οι πιο έξυπνοι εκμεταλλεύουνται την παραδοσιακή ανάγκη των αντρών να
ξυριστούν Κυριακάτικα κι εμπορεύουνται ένα πολυμεταχειρισμένο ξυράφι,
κρυμμένο με χίλιους κινδύνους από τα μάτια των Ες Ες.
—Έχω δυο τσιγάρα. Να σου δώσω το ενα.
—Εν τάξει...
—Ευχαριστώ.
Κι ύστερα, κείνοι οι άλλοι, οι αιώνιοι κυριακάτικοι, που στη Συναγωγή δε
μιλούσαν, στους πάγκους του Ζαππείου δε μιλούσαν, επίσημα στοχαστικοί,
δε μιλούν ούτε δω, κρατώντας σφαλιχτά τα πρόσωπά τους. Ούτε πόνος,
ούτε χαρά, καμιά έκπληξη, καμιά προσδοκία, τίποτα απάνω στις μορφές.
«Σαν τη σκηνή ενός Καραγκιόζη που δεν παίζει ποτέ, όσο κι αν
περιμένεις», σκέφτεται ο Σαμ.
—Αυτοί, άκουσε τον Δαυίδ να λέει, είναι προορισμένοι να επιζήσουν απ'
ό,τι κι αν μας μέλλεται να περάσουμε. Δεν καταδέχουνται την πιπίλα της
ελπίδας...
Ο Σαμ δεν το καταλαβαίνει αυτό, αλλά δεν τολμά να ρωτήσει τον Δαυίδ.
Αυτός δεν ανήκει στη σιωπή και την επίσημη απουσία. Είναι ο λυπημένος
κι ο αγαναχτισμένος μαζί, με το κεφάλι του το μεγάλο, που σου δίνει την
Digitized by 10uk1s

εντύπωση πως είναι γεμάτο ουσία.
Η Κυριακή έχει ακόμα την οδύνη, πως δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα ν'
αντικρύσει σε κάποιο παράθυρο τη μορφή της μάνας του. Όσο για την
εξαιρετική τύχη να τη δει να περιφέρεται στον γυναικείο περίβολο, αυτό
μόνο τις καθημερινές μπορούσε να συμβεί. Και δεν επιτρέπεται βέβαια να
μιλήσουν. Όμως πάντα οι γυναίκες βρίσκουν ένα πανέξυπνο πρόσχημα να
πλησιάσουν στο διαχωριστικό συρματόπλεγμα, κάνοντας κάποιο νόημα ή
πετώντας με δυο λέξεις μια πολύτιμη πληροφορία. Εκφράσεις, σχεδόν
ανύπαρχτες στο λεξιλόγιο του παρελθόντος, χρησιμοποιούνται τώρα μ'
όλη τη σημασία και την πυκνότητά τους.
«Αγάπη μου», ψιθύριζε η μάνα του και τα μάτια της τύλιγαν με πάθος το
κάθε μέρα πιο γερό και πιο ψημένο αγόρι που περνούσε μπροστά της. Τα
ξανθά μαλλιά του αστράφτουν στον ήλιο και το παιδικό του αγίνωτο
στόμα πάντα χαμογελά. Κι η τρυφερή επίκληση τρυπώνει στα μαλλιά του,
γλυστρά στο λαιμό, στο στήθος του, ως τα μύχια της καρδιάς του. Κι ενώ
έχει κιόλας προσπεράσει, νιώθει τη ματιά της τυλιγμένη απάνω του
μαλακιά και ζεστή. Και ξετυλίγεται έτσι σ' όλο το μάκρος της διαδρομής
του, χωρίς να τη βλέπει και χωρίς εκείνη να τον κυττα πια.
Τις πρώτες νύχτες τα μέλη του ήταν όλα πιασμένα από τη δουλειά. Μα
τρώει καλά κι ανασαίνει τον καθαρό αέρα, που μήνες τώρα είχε στερηθεί
κλειδωμένος στο σπίτι. Μετά την πρώτη βρομάδα, το κορμί του αλάφρυνε
κι οι ώμοι του δε λυγίζουν από το βάρος, σαν τους φορτώνει. Και τις
νύχτες μόλις τεντωθεί στις κρύες πλάκες αποκοιμιέται αμέσως.

Digitized by 10uk1s

Μια μέρα είδε ο Σαμ τη μητέρα του να εμφανίζεται στον περίβολο με δυο
παιδιά. Τον αδερφό του κι ένα άλλο μελαχρινό αγόρι συνομήλικο περίπου
με τον Τέο. Τη ρώτησε με μια κίνηση των φρυδιών και κείνη χαμογέλασε
και χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι του ξένου παιδιού.
Το μεσημέρι βρήκε στο θάλαμο τον κύριο Μωρίς, φίλο του πατέρα του.
Δεν θα τον γνώριζε αν δεν του μιλούσε πρώτος. Τρόμαξε. Το δέρμα έλειπε
από πολλά σημεία του προσώπου του, σαν κακογδαρμένο κουνέλι. Το ένα
μάτι ήταν πρησμένο και μισόκλειστο, ολόμαυρο τριγύρω, και σ' όλο το
πρόσωπο ήταν κολλημένη μια μαυριδερή παχειά κρούστα αίμα, που
κατέβαινε ως το πασαλειμμένο κολλάρο.
—Γεια σου Σαμ.
—Καλημέρα σας, είπε και τα χείλια του στέγνωσαν από αηδία. Αμέσως
μετά τον κυρίεψε ο τρόμος, πως θα μάθαινε κάτι κακό για τον μπαμπά
του. Μα δε ρώτησε. Κυττάζει μόνο μ' αγωνία το τρομαχτικό πρόσωπο του
Μωρίς. Εκείνος τον αγκάλιασε από τους ώμους.
—Ο μπαμπάς είναι καλά, πολύ καλά και σου εμπιστεύεται τη μητέρα σου
και τον αδερφό σου.
Ο Σαμ χαμογέλασε ευτυχισμένος. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει κι ο Μωρίς,
μα το πρόσωπό του έκανε έναν απαίσιο μορφασμό. Ο Σαμ ντράπηκε για
την αηδία που του προκαλούσε. Δεν ξέρει πως γίνεται να μπερδεύεται έτσι
η χαρά με τη ντροπή, κι η σιχαμάρα με τη συμπάθεια, καθώς δεν μπορεί
να τραβήξει το βλέμμα του από τη λεπτή κείνη χαραμάδα που θυμίζει τη
θέση του ματιού στο ανατριχιαστικό, ωμό και γυμνό κρέας του προσώπου.
—Ευτυχώς που η μαμά σου πήρε τον Ισαάκ μου κοντά της.
—Αχ, καλά το λέτε, ήταν ο γιος σας το άλλο παιδί, που είδα με τη μαμά.
Digitized by 10uk1s

—Ναι. Κι ευτυχώς τη γνώρισε αμέσως κι ένιωσε άνετα μαζί της.
—Και η γυναίκα σας;
—Ελπίζω πως θα γλυτώσει αυτή, απάντησε ο Μωρίς γεμάτος αισιοδοξία.
Η Σύλα, η γυναίκα του Μωρίς, ήταν άρρωστη από καιρό. Οι γιατροί
διάγνωσαν έναν όγκο στη μήτρα. «Να χειρουργηθεί αμέσως». Ο Μωρίς
τρελλάθηκε από το φόβο του. «Υπάρχει κίνδυνος για κάτι κακό;». Ο
γιατρός τον καθησύχασε. «Πάντα ελπίζουμε να 'χει ένας όγκος την
ευγένεια να 'ναι καλοήθης. Εξ άλλου είναι τόσο νέα». Κι όλα πήγαν καλά.
Μόνο που ήταν πολύ αδύνατη και με την εγχείρηση εξαντλήθηκε τελείως.
Η αναιμία της μεγάλωνε επικίνδυνα. Το βράδυ σαν έκλεινε το γραφείο του
πήγαινε να τη δει. Οι συλλήψεις άρχισαν στις είκοσι μέρες που βρισκόταν
η Σύλα στην κλινική. Ο Μωρίς συνεννοήθηκε με τους γιατρούς να μην της
πουν απολύτως τίποτα, παρά μόνο αν ζόριζαν πολύ τα πράματα. Τα
πρωινά έπαιρνε κείνος το γιο του στο γραφείο και τ' απογέματα τον
κρατούσε η σπιτονοικοκυρά με μεγάλη της ευχαρίστηση, ώσπου το κακό
φούντωσε.

Η

Συναγωγή

μπλοκαρίστηκε.

Χιλιάδες

Εβραίοι

κουβαλιόντουσαν από παντού και κλείνονταν στο Χαϊδάρι.
Ο Μωρίς ανέβηκε την τελευταία νύχτα, μετά την επίσκεψή του στη Σύλα,
να δει το γιατρό Διευθυντή που τον περίμενε.
—Τα νέα είναι πολύ άσκημα. Μπορούμε να τη μεταφέρουμε;
—Αδύνατον. Με τέτοια αναιμία δεν το τολμώ. Κι αν έχουμε καμιά
αιμορραγία;
—Τότε; ρώτησε απελπισμένος ο Μωρίς.
—Τότε θα κάνουμε μεις ότι μπορούμε στην περίπτωση που θα σε
πιάσουνε. Θα γίνει ακριβώς όπως έχουμε συμφωνήσει.
Digitized by 10uk1s

—Εγώ, έκανε συλλογισμένος ο Μωρίς, δε θα ξανανοίξω το γραφείο μου.
Θα 'ρχομαι όμως κάθε βράδυ για να μην τρομάξει η Σύλα. Έτσι, αν κάποτε
δεν παρουσιαστώ πρέπει να μ' έχουν πιάσει. Κι αν σας ρωτήσουν τι έκανα
δω που ερχόμουν...
—Εν τάξει αγαπητέ. Θεραπεία για εχινόκοκκους.
Σφίξαν τα χέρια. «Καλή νύχτα». «Καλή τύχη».
Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά της εισόδου, είδε πρώτα τους δυο γερμανούς
που τον περίμεναν κι ύστερα τον Ρικανάτι.
—Που ήσουνα;
—Στο γιατρό.
—Τι να τον κάνεις;
—Εγώ, τίποτα. Αυτός μου κάνει θεραπεία για εχινόκοκκους.
—Ανέβα αμέσως, είπε ο γερμανός στόν Ρικανάτι και τράβηξε τον Μωρίς σ'
ένα κλειστό αυτοκίνητο. Έπεσε στο κάθισμα που τον σπρώξαν και δε
σκεφτόταν τίποτα. Ύστερα άκουσε τη φωνή του Ρικανάτι χωρίς να γυρίσει
το κεφάλι του.
—Αλήθεια λέει. Μου δείξαν τις πλάκες του. Τα πλεμόνια του είναι σαν
πληγιασμένος σκύλος.
—Που κάθεσαι;
Ο Μωρίς δεν άκουσε. Βιαζόταν μόνο να πάνε οπουδήποτε για να ουρήσει.
Ένα σκαμπίλι τράνταξε το κεφάλι του πέρα δώθε. «Το παιδί μου».
—Είπα που κάθεσαι;
Digitized by 10uk1s

—Οδός Τρικόρφων...
Σταμάτησαν μπρος στο διώροφο σπίτι.
—Ξεκλείδωσε.
Έβγαλε το κλειδί κι άνοιξε αθόρυβα.
—Φώναξε τη γυναίκα σου.
—Σύλα, φώναξε ο Μωρίς, Σύλα.
Το σπίτι δεν απάντησε.
—Θα λείπει, είπε.
—Προχώρα.
Τον ακολούθησαν μέσα. Ψυχή. Πλάι στο μεγάλο κρεβάτι στεκόταν το
κρεβάτι του παιδιού.
—Που είναι το παιδί σου;
—Θα το πήγε περίπατο η μάνα του... μπορεί να 'ναι κι απάνω.
—Ποιοι κάθουνται απάνω;
—Οι νοικοκυραίοι.
Χτύπησαν την πόρτα που 'κρυβε την εσωτερική σκάλα. Κρατήθηκαν κι οι
τρεις κρυμμένοι. «Και τώρα; Και τώρα τι θα πω για να καταλάβουν».
—Ρώτησε, του 'πε ο Ρικανάτι.
—Καλησπέρα κυρία Έλλη, φώναξε ο Μωρίς όσο σιγότερα μπορούσε, στη
Digitized by 10uk1s

γυναίκα που εμφανίστηκε στη μισοσκότεινη σκάλα. Γύρισε απ' έξω η
γυναίκα μου;
Ένα τεράστιο δευτερόλεπτο σιωπής.
—Όχι κύριε Μωρίς, βγήκε.
—Το παιδί, είναι απάνω;
—Ναι, εδώ μου τ' άφησε, πως θα γύριζε ενωρίς... κι αυτό το καημένο
αποκοιμήθηκε νηστικό...
Οι γερμανοί όρμησαν μ' ένα νόημα του Ρικανάτι. Ο Μωρίς τους
ακολούθησε κουρασμένος.
—Εσύ, μείνε δω, λένε στη γυναίκα, και συ, κι άφησαν τον Ρικανάτι δίπλα
της.
Οι άλλοι δυο άρχισαν να ερευνούν το σπίτι, τις γωνιές, τα ντουλάπια του.
Ο Μωρίς κύτταξε το γιο του, που κοιμόταν ξένοιαστος στο ντιβάνι του
χωλ. Από την ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας, είδε την ορθάνοιχτη
τρίφυλλη ντουλάπα, ν' αδειάζει το περιεχόμενό της στο αναστατωμένο
δωμάτιο. Με ύφος ένοχου, στράφηκε στη σπιτονοικοκυρά του. Η γυναίκα
στεκόταν τσιτωμένη, επίσημη, με τα μάτια της ακίνητα μέσ' στα δικά του.
Πόσα θα 'θελε

να

της

πει!

Μα ο

Ρικανάτι όρθιος δίπλα του

παρακολουθούσε και τις συσπάσεις των χειλιών τους. Πώς κατάλαβε η
θαυμάσια γυναίκα το τι και πως έπρεπε ν' απαντήσει; Βέβαια την είχε
ειδοποιήσει, μα μήπως ήξεραν πως θα 'ρθουν τα πράματα, για να ξέρει και
πως θ' αντιδράσει; Άκουσε έναν παράξενο θόρυβο σα να γκρεμίζεται το
σπίτι. Έριχναν τις βαλίτσες κι άδειαζαν το πατάρι. Ντροπιασμένος κύτταξε
τη γυναίκα, που δεν ξεκολλούσε το βλέμμα της από πάνω του. Εκείνο το
πολύφωνο βλέμμα, ζεστό σαν τα σπλάχνα του κόσμου. Το βλέμμα της
Digitized by 10uk1s

αυτό θα τον συντρόφευε από δω κι ύστερα, πολύτιμο φυλαχτό της πίστης
του για τον άνθρωπο, του ακριβότερου αγαθού της γης, στο πείσμα του
ανθρώπου, στο πείσμα του μίσους, στο πείσμα της προδοσίας.
Οι γερμανοί τέλειωσαν επί τέλους κι έκαμαν νόημα στον Μωρίς να τους
ακολουθήσει. Η κυρία Έλλη πήγε στην κρεβατοκάμαρα, πήρε από τα
ανακατωμένα έπιπλα μια ολοκαίνουρια κουβέρτα, τύλιξε μέσα το παιδί και
το ακούμπησε στα χέρια του πατέρα του, κυττώντας τον πάντα.
—Καληνύχτα κύριε Μωρίς, είπε.
—Καληνύχτα κυρία Έλλη.

Η άλλη Κυριακή ξημέρωσε στο Χαϊδάρι, με μια ασυνήθιστη φασαρία. Οι
φυλακισμένοι πετάχτηκαν στα παράθυρα τρομαγμένοι από τις άγριες
φωνές των γερμανών, τα όπλα που χτυπούσαν απάνω στις καραβάνες και
τον ήχο από σουρτά βήματα. Το νέο διαδόθηκε μονομιάς, όπως
διαδίδονταν όλα τα νέα, χωρίς ποτέ να ξέρει κανείς πώς. Τρακόσοι χωρικοί
χριστιανοί πιάστηκαν σαν όμηροι για ένα σαμποτάζ κάπου στην
Πελοπόννησο. Σαν πέρασαν όλοι στον περίβολο κι έκλεισαν πίσω τους οι
θύρες, τους έστησαν όρθιους κατά τετράδες και τους είπαν: «Κανείς δε θα
καθήσει ούτε θα κινηθεί από τη θέση του, ως τη στιγμή, που ή θα
ομολογήσετε ή θα σας εκτελέσουμε».
Μια σιωπή θανάτου απλώθηκε, απ' άκρη σ' άκρη, στο στρατόπεδο. Ούτε οι
τρακόσοι χωρικοί μα ούτε κι οι χιλιάδες φυλακισμένοι Εβραίοι και
Χριστιανοί, μιλούσαν. Όλοι περίμεναν με την ίδια απορία πως θα τελειώσει
ο σιωπηλός αγώνας ανάμεσα στους γερμανούς και στους ανέκφραστους
πεισματάρηδες χωριάτες, που περίμεναν ακίνητοι στον καφτό ήλιο. Και οι
τρακόσοι, από μεσήλικες κι απάνω, με γένεια γκρίζα ή κι ολόασπρα,
Digitized by 10uk1s

πρόσωπα χαραγμένα κι ανελέητα, λες κι όλη τους τη ζωή όργωναν τη γη
πάνω στα μούτρα τους. Ράκη φορεσιές και χέρια χοντρά μαυριδερά, άπονα
χέρια, που κρέμονται μισολυγισμένα στο μάκρος των σωμάτων. Και μάτια
μισόκλειστα, ανέκφραστα κι αυτά, σα να μη βλέπουν τα αμέτρητα κεφάλια
που τους παρακολουθούν μέσ' από τα κάγκελα. Καμιά έκπληξη· ούτε
τρόμος δεν φάνηκε στα πρόσωπά τους καμιά στιγμή. Κι ας στήσαν οι
γερμανοί τα πολυβόλα γύρω τους κι ας πηγαινοέρχονταν με τα βλοσυρά
μάτια τους πάνω κάτω.
Ο Σαμ στράφηκε ξαφνιασμένος στον Μωρίς που στέκει δίπλα του.
—Πέστε μου δεν σκέφτουνται;
—Πιο πολύ από σένα κι από μένα, τον βεβαιώνει ο Μωρίς. Μα έχουν τη
δύναμη της πέτρας και την αντοχή της γης τους... όλοι αυτοί που βλέπεις
είναι πολεμιστές σε πολλά αντίτυπα.
Ο Σαμ τον κυττά απορημένος. Μα πως τον μπερδεύει έτσι ο Μωρίς;
—Ο καθένας τους, του εξηγεί εκείνος, έχει κάποιους γιους, κάποια
αδέρφια, ξαδέρφια, τη γριά του και τις νύφες του που πολεμούν όλοι,
κρυφά και φανερά το γερμανό. Και οι ίδιοι είναι πολεμιστές, παλιοί και
πρόσφατοι. Όλοι αυτοί που βλέπεις, ξέρουν ποιος ή ποιοι κάναν το
σαμποτάζ. Μα είναι άτρωτοι... τι ωραίος που 'ναι ο Ρωμιός, χαμογελά ο
Μωρίς. Έχει πάντα την αίσθηση, πως σηκώνει στους ώμους του την
ευθύνη για τη λεφτεριά του κόσμου.
Το απομεσήμερο βρήκε τους τρακόσους όρθιους πάντα, καταπονημένους,
ιδρωμένους και το ίδιο ανέκφραστους.
Ο ήλιος μαλάκωσε κι η μέρα πήρε επί τέλους κείνη τη γαλήνια κυριακάτικη
όψη της, με τους έρημους δρόμους, τα ναρκωμένα δέντρα της και τους
Digitized by 10uk1s

μακρινούς ζωηρούς θορύβους των μεγάλων αρτηριών. Η γλυκύτατη κείνη
ώρα που η ζωή ζει και δε ζει.
Τότε παρουσιάστηκαν στον περίβολο πάλι μερικοί γερμανοί αξιωματικοί. Οι
οπλίτες φρουροί ταράχτηκαν κι άνοιξαν λίγο τον κλοιό τους, καθώς οι
αξιωματικοί άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω και να δίνουν αμετάφραστα
παραγγέλματα.
—Τώρα θα τους εκτελέσουν; ρώτησε μ' αγωνία ο Σαμ.
Ο Μωρίς πέρασε το χέρι του στους ώμους του παιδιού.
—Θα δούμε. Αν μας πουν ν' απομακρυνθούμε από τα παράθυρα, σίγουρα
που θα τους εκτελέσουν.
Επί τέλους εμφανίστηκε και ο δραγουμάνος του διοικητή. Ακούστηκε
ακόμα μια διαταγή στα γερμανικά.
—Αν είναι δυνατόν! Μπράβο! ψιθύρισε ο Μωρίς, αβέβαιος.
Ένας Ες Ες πλησίασε με αργά βήματα τη μεγάλη σιδερένια πύλη του
στρατοπέδου και κάτι είπε στο φρουρό. Σήκωσαν κι οι δυο την αμπάρα. Ο
Μωρίς πρόλαβε να μεταφράσει στον Σαμ πριν από τον διερμηνέα.
—Ακούς; Θα τους αφήσουν να φύγουν.
Τα μεγάλα καγκελωτά θυρόφυλλα τρίξαν ανοίγοντας διάπλατα. Για ένα
λεπτό, μόλις ο διερμηνέας μετάφρασε τη διαταγή της απελευθέρωσης, οι
τρακόσοι χαλάρωσαν τις γραμμές και κόλλησαν όλοι σε μια μάζα,
πιέζοντας τα κορμιά τους ο ένας στον άλλον. Κι αμέσως τα δύσκαμπτα
εκείνα σώματα όρμησαν πηδώντας, πέφτοντας, σπρώχνοντας στα μουγγά,
τυφλά, χωρίς να βγάλουν ούτε έναν ψίθυρο. Για λίγα, ελάχιστα,
δευτερόλεπτα εκατοντάδες χαρούμενα πόδια τινάζονταν σε ακατόρθωτες
Digitized by 10uk1s

δρασκελιές, τραβώντας τα δυσκίνητα καμπουριαστά τους σώματα, λες και
τ' αρπούσαν από άλλον. Κι όλα αυτά γίναν τόσο σύντομα, όσο ένα
ανοιγόκλημα των ματιών. Κι όταν ξανακύτταζες κατάμπροστα, αντίκρυζες
όχι μόνο τον άδειο περίβολο, μα και τον πλατύ δρόμο που απλωνόταν
πέρα από την καγκελόπορτα, ολόγυμνο, πεντακάθαρο, λες και άνθρωπος
δεν είχε περάσει να ταράξει την κυριακάτικη ερημιά του. Μόνο εκεί,
καταμεσής της φαρδιάς, ανοιχτής πύλης, είδε ο Σαμ, ένα παλιό,
στραβοπατημένο άθλιο παπούτσι.
Ο Μωρίς κυττάει πλάγια το πανιασμένο από τη συγκίνηση πρόσωπο του
Σαμ.
—Κάποτε θα πηδήσουμε και μεις έτσι, Σαμ. Μόνο να μην το σκέφτεσαι
τώρα.
—Γιατί να μην το σκέφτομαι; τον ρωτά ο μικρός ξαφνιασμένος.
—Γιατί σίγουρα η δική μας η ώρα δεν είναι κοντά. Κι όσο μετατοπίζεις
τσιγγούνικα την ελπίδα, από μέρα σε μέρα, εκείνη γιγαντώνεται· σε
εξαντλεί, σου ρουφά την αντοχή.
Ο Σαμ είδε τις μεγάλες σιδερένιες πόρτες του στρατοπέδου να κλείνουν.
—Κύτταξε, του 'πε ο Μωρίς, και τον τράβηξε να στρίψει το κεφάλι του
κατά το εσωτερικό του θαλάμου. Όλοι κάθονται τώρα συντριμμένοι με
μάτια άδεια. Πολλοί κλαίνε.
—Αν κλεισμένος μέσα δω, ή και παρά πέρα, λιγουρεύεις διαρκώς το
μερτικό των έξω, πάει χάθηκες, του λέει πάλι ο Μωρίς. Μη νοσταλγείς
τίποτα. Ούτε τον πατέρα σου. Εδώ δεν έχουμε παρελθόν, ούτε ρίζες,
τίποτα. Γεννηθήκαμε σήμερα. Σήμερα λοιπόν, αι, παλληκάρι! Σήμερα!
Αύριο μπορεί να 'ναι χειρότερα.
Digitized by 10uk1s

Και το χειρότερο ήρθε με το κακό μαντάτο πως φέρναν και τους Εβραίους
της Ρόδου. Χίλιους οχτακόσους τόσους. Μια σχετική αισιοδοξία που είχαν,
χάθηκε. Τόσοι πολλοί που γίναν, είναι πια φανερό πως δεν θα μείνουν στο
Χαϊδάρι. Οι θάλαμοι κιόλας βρωμούν αποπνιχτικά από τ' άπλυτα σώματα·
το ίδιο και τα ρούχα που φορούν όλοι στον ύπνο και τον ξύπνιο τους
δουλεύοντας. Το νερό στράγγιξε στις βρύσες κι οι ψείρες κυκλοφορούν
ασύδοτες.
Την άλλη μέρα από το μαντάτο, δόθηκε εντολή στους θαλαμάρχες να
οργανώσουν συνεργεία για να ξεφορτώσουν τα καμιόνια και να
εγκαταστήσουν τους νεοφερμένους. Τον Σαμ τον τοποθέτησε ένας καλός
φίλος, σε μια ομάδα που προοριζόταν να δουλέψει στους γυναικείους
θαλάμους. Η ιδέα πως θα 'βλεπε τη μάνα του από κοντά τον γέμισε χαρά.
Τον Εβραίικο πληθυσμό της Ρόδου τον είχαν ξεσηκώσει με χίλιες ψευτιές
κι υποσχέσεις. Και τι δεν κουβαλούσαν μαζί τους! Καλάθια, κούνιες,
κιβώτια, ξεκοιλιασμένους μπόγους απ' όπου ξεπρόβελναν παρδαλά
φουστάνια, τετζερέδια και ψάθινα καπέλα.
Ο Σαμ σήκωσε ένα μπόγο στο κεφάλι του, σα να κουβαλούσε φτερό κι
όρμησε στο θάλαμο της μάνας του. Στάθηκε αλύγιστος και περήφανος με
το φορτίο του ισορροπημένο στο κεφάλι κι έψαξε με τα μάτια ολόγυρα.
Δεν είδε τον Τέο που πλησίασε και του αγκάλιασε τα γόνατα κλαίγοντας
δυνατά.
—Σαμ, Σαμίκο μου, πες μου, θα μας σκοτώσουν;
Ο Σαμ ξεφορτώθηκε, γονάτισε κι έσφιξε το μικρό στην αγκαλιά του. Τον
κρατούσε σφιχτά κι αναρωτιόταν. «Και τι θα δώσω στον αδερφό μου;
Γιατί Μωρίς μου απαγόρεψες την ελπίδα;». Φιλούσε τα μαλλιά του Τέο
Digitized by 10uk1s

χωρίς λέξη. Πόσο θα πρέπει να μεγαλώσει ακόμα για να μην του 'ρχεται η
επιθυμία να κλαίει;
—Λοιπόν Τέο, τι θα γίνει; Θα μιλήσουμε σαν άντρες;
—Δε θέλω να μας σκοτώσουν, επαναλαβαίνει αυτός συνέχεια μέσ' στ'
αναφιλητά του.
Η μητέρα τους πλησίασε. Ο Σαμ σηκώθηκε με τον αδερφό του σφιγμένο
πάντα στο στήθος του. Εκείνη τέντωσε λίγο τον λαιμό της για να τον
φιλήσει στο μάγουλο.
—Σαμ, πόσο ψήλωσες γιε μου σ' ένα μήνα! Δες, με πέρασες.
—Ναι μάνα, λέει, και την αγκαλιάζει με το λέφτερο χέρι του.
Ο ίδιος δεν πρόσεξε πως δεν την έλεγε πια μαμά.
—Τι θα γίνει Σαμ; Τι θα μας κάνουν, τόσοι πολλοί που γίναμε;
Την κύτταξε βαθιά στα μάτια, με την ελπίδα πως δεν θα επέμενε να της
απαντήσει. Μα κείνη τον κυττά και εξαρτά πολλά από τούτη την ερώτηση.
—Τώρα πια θα μας πάρουν, δεν την γλυτώνουμε, λέει τέλος.
—Θα μας πάρουν να μας σκοτώσουν; ρωτάει τρέμοντας ο Τέο.
—Όχι Τέο, όμως θα 'ναι άσκημα, πολύ άσκημα.
Το στόμα της μάνας του σφάλισε πικρό. Την κυττά και χαμογελά αμήχανα.
Όσο την έβλεπε από μακριά, διατηρούσε όλη εκείνη τη θαυμαστή
υπόστασή της των ευτυχισμένων ημερών. Και μονομιάς την είδε κοντή κι
αδύνατη. Ξαφνικά αισθάνεται πως χρειάζεται και κείνη την προστασία του
όσο κι ο Τέο, μα συγκρατιέται, ντρέπεται να την αγκαλιάσει.
Digitized by 10uk1s

Όλη αυτή την ώρα, ο μικρός Ισαάκ παρακολουθούσε αμίλητος, λίγο
παράμερα, τη σκηνή. Και τρόμαξαν κι οι τρεις σαν άρχισε να κλαίει,
φωνάζοντας.
—Θέλω τη μαμά μου...
Ο Διευθυντής της κλινικής πληροφορήθηκε αμέσως την σύλληψη του
Μωρίς από το θυρωρό, που τα παρακολούθησε όλα. Μα και μόνη η
σύντομη επίσκεψη του Ρικανάτι κι η πρόχειρη ανάκριση, θα 'φτανε για να
καταλάβει πως τον πιάσανε. Το πρωί έδωσε εντολή να φυλάξουν έναν από
τους πεθαμένους. Συχνά οι ανάγκες απαιτούσαν να αναβληθεί μια κηδεία.
Περίμενε όμως να 'ρθει και η επόμενη νύχτα, για να βεβαιωθεί. Και ο
Μωρίς φυσικά δε φάνηκε. Τότε ανέβηκε μόνος του στο δωμάτιο της Σύλα.
Τα μάτια της καρφώθηκαν απάνω του ερευνητικά.
—Ο Μωρίς άργησε, του λέει.
—Μάλλον δε θα 'ρθει...
—Τον πιάσανε... ψιθύρισε. Ο γιατρός δεν κουνήθηκε.
—Και το παιδί; φώναξε και τινάχτηκε απάνω.
Ο Διευθυντής την ξάπλωσε στο μαξιλάρι της.
—Δεν ξέρουμε ακόμη τίποτα, της λέει. Για όλα έχω συνεννοηθεί με τον
άντρα σας. Θα χρειαστεί να σας μεταμφιέσουμε και να σας μεταφέρουμε
για κάθε ενδεχόμενο σε μέρος ασφαλές...
—Το παιδί!
—Αν ταραχτείτε και σας μπει πυρετός, δε θα μπορέσουμε να σας
φυγαδέψουμε. Τότε κάθε ελπίδα να τους συναντήσετε θα χαθεί.
Digitized by 10uk1s

—Πότε θα φύγω;
—Αύριο. Ευτυχώς έχουμε έναν πεθαμένο. Κάθε τόσο καθυστερούμε και
κάποιου την ταφή. Δεν ξέρουμε βλέπετε τι ανάγκη θα παρουσιαστεί. Θα
τον κηδέψουμε κατά τις δέκα. Μπορείτε να 'στε έτοιμη;
—Ναι. Μα δεν μου είπατε, τον πιάσανε;
—Πιθανόν, λέει ο γιατρός. Αν πάλι τη γλύτωσε θα 'χει κρυφτεί στην
κρυψώνα που θα οδηγήσουν και σας. Αν δεν είναι κει δε θα κυκλοφορείτε
καθόλου, αλλά θα σας κρατούμε ενήμερη συνεχώς.
Η κηδεία γίνηκε μ' όλους τους τύπους. Μια νοσοκόμα πήρε τη
μαυροντυμένη Σύλα από το δωμάτιό της και την κατέβασε στο νεκρικό
θάλαμο. Δυο ακόμη μαυροντυμένες γυναίκες βγήκαν με την ίδια ευκαιρία
από την κλινική για να κρυφτούν αλλού. Ένας άγνωστος πήρε τη Σύλα
από το μπράτσο. Φορούσε κι αυτός πένθος κι ήταν αξούριστος. Μπήκαν σ'
ένα σαράβαλο φορτηγό μαζί με το φέρετρο και πήγαν στο τρίτο
νεκροταφείο. Ο παπάς έψαλε, εν αγνοία του, σ' ένα ακροατήριο από δυο
χριστιανούς και τέσσερις Εβραίους. Κάναν όλοι κανονικά το σταυρό τους
κάθε τόσο, τέλεια πειστικοί. Πολύ καιρό είχε ο παπάς του νεκροταφείου να
χαρεί ένα τόσο ταπεινό και πιστό κοινό.
Το φέρετρο χάθηκε στη γη κι οι συγγενείς σκόρπισαν σιωπηλοί και χωρίς
βιασύνη. Η Σύλα περπάτησε με το συνοδό της, που την κρατούσε πάντα
προσεχτικά από το μπράτσο. Σ' έναν ερημικό δρόμο ένα άλλο αυτοκίνητο
τους πήρε και πήγε τη Σύλα σ' ένα χριστιανικό σπίτι, κάπου στα περίχωρα
της Αθήνας.

Digitized by 10uk1s

Ένα πρωί, άνοιξαν οι πόρτες των θαλάμων. Οι φυλακισμένοι βγήκαν
μουδιασμένοι στον ηλιόλουστο περίβολο. Το πρωινό είναι καθαρό, θερμό
και τόσο γνώριμο, που όλα τα πρόσωπα άρχισαν να γελούν. Οι άντρες
γίνουνται σχεδόν τρυφεροί κι εκδηλωτικοί, σα να βλέπουνται μόλις τώρα.
Χτυπούν ο ένας την πλάτη του άλλου και ρωτούν τα νέα. Όταν φάνηκαν
ύστερα κι οι γυναίκες, το στρατόπεδο έμοιαζε για λίγο σα να πανηγυρίζει,
πλημμυρισμένο από χαρούμενα ξεφωνητά. Πολλές οικογένειες ξεχνούν
τους κινδύνους και σμίγουν ευτυχισμένες. Μα μέσα από το χαρούμενο
αχολοητό μια ανησυχία φουσκώνει ανείπωτη, ένας τρόμος και μια υποψία
πως τούτη η στιγμιαία απολεφτέρωση δεν σημαίνει κάτι καλό. Σε λίγο
μεγάλα φορτηγά μπήκαν μουγγρίζοντας στον περίβολο. Η διαταγή δόθηκε
σύντομα και κοφτά. «Να επιβιβαστούν με όσα λιγότερα πράματα
μπορούν». Και πάλι η αγωνία, για το που τους πήγαιναν, λιγόστεψε από τη
χαρά πως καμιά απαγόρεψη δε χώρισε τα ζευγάρια ή τους συγγενείς... Ο
Μωρίς, κρατημένος από το χέρι με τον Σαμ, έψαχνε μ' αγωνία τους δικούς
τους. Επί τέλους συναντήθηκαν και πήραν σειρά για το καμιόνι που θα
τους ταξίδευε στο άγνωστο.
Ο Δαυίδ ψάχνει με μάτια τρελλού τις γυναίκες που σπρώχνονται, καλώντας
πότε τον ένα και πότε τον άλλον. «Ας γλυτώσει τουλάχιστον αυτή. Ας μην
την αντικρύσω κάπου με την παγερή θαμπωτική μορφή της», παρακαλεί
μέσα του. Με βήματα αδιάφορα πλησίασε τον Ερρίκο που στεκόταν
μακάριος δίπλα σ' ένα φορτηγό. Αυτός πάλι νιώθει ευτυχισμένος. Η
γυναίκα του έχει σωθεί κι ο μικρός Ζακ ο ανηψιός του, έσμιξε επί τέλους
τα δυο αγοράκια τον Τέο και τον Ισαάκ και χαμογελά ευχαριστημένος.
—Γέρο μου, του λέει ο Δαυίδ, εμείς οι φουκαράδες είμαστε οι καλύτεροι,
έτσι;
—Να ξέρει η Ραχήλ πως φεύγουμε; ρώτησε ο Ερρίκο.

Digitized by 10uk1s

—Θα το μάθει, μην ανησυχείς.
—Σκέψου το κλάμα της, λέει.
Και στην ιδέα πως η Ραχήλ θα 'κλαιγε γι' αυτόν, τα μάτια του πλημμύρισαν
δάκρυα.
«Η Ραχήλ σου εσένα θα κλάψει οπωσδήποτε. Ενώ η Ζακελίν, αχ, η ωραία
Ζακελίν... θα πεθάνω και δε θα μάθω ποτέ αν αυτή η παγωμένη καλλονή
μ' αγάπησε. Μα ξέρει τι 'ναι αγάπη; Μακάρι να μάθαινα πως αγάπησε
κάποιον, μα να 'μουνα βέβαιος πως κάποτε πόνεσε. Σφίγγα ή πεθαμένη;».
—Θείε, ανέβασέ με με τα παιδιά, παρακάλεσε ο Ζακ.
Ο Δαυίδ τον άρπαξε και τον ακούμπησε στο φορτηγό. Βοήθησε και τον
Ερρίκο κι ανέβηκε με τη σειρά του. Εξήντα σε κάθε φορτηγό που τους
μετάφερε στο σταθμό του Ρουφ.
—Εδώ εδώ, κοντά μου, έλεγε διαρκώς η Εσθήρ, η μάνα του Σαμ, με
ασυνήθιστη μαλακάδα στην ως τώρα αυστηρή και επιταχτική φωνή της.
—Μα δεν φεύγει κανείς μάνα, και να 'θελες, την καθησυχάζει ο Σαμ.

Τα φορτηγά πήγαν κι ήρθαν κάμποσες φορές κι άδειασαν στα
συρματοπλέγματα του σιδηροδρομικού σταθμού τρεις χιλιάδες τόσους
αιχμαλώτους. Τα βαγόνια στέκουν κλειστά μπροστά τους. Οι περίεργοι,
έξω από τα σύρματα, παρακολουθούν σιωπηλοί κι ανέκφραστοι. Τα παιδιά
παίζουν

σε

μικρές

ομάδες

δειλά

κυνηγητά.

Καθώς

κουνιούνται

μουδιασμένα, χαμογελούν με τρομαγμένους μορφασμούς κι αγγίζουν
χαδιάρικα το 'να τ' άλλο· θυμίζουν εφιάλτες πυρετού.

Digitized by 10uk1s

Ο Ερρίκο αναζητά ανάμεσα στους περίεργους μια γνωστή μορφή, έναν
φίλο, κάποιον, όποιον κι αν είναι. Φτάνει να μη φύγει σαν από ξένο τόπο.
Ήθελε ν' αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο μ' ένα κρυφό κούνημα του
κεφαλιού.

Μα

δεν

βρήκε

κανέναν

και

κάθησε

αποκαμωμένος

ανακούρκουδα σε μια πέτρα. Ο Δαυίδ στεκόταν ολομόναχος με το βλέμμα
χαμένο, μακριά, χωρίς να περιμένει τίποτ' άλλο από το ξεκίνημα του
τραίνου. Όταν αντίκρυσε, μέσ' στους αραιούς περαστικούς, μια γνώριμη
γυναικεία σιλουέτα να διασχίζει το δρόμο, η ανάσα του κόπηκε· έψαξε
γύρω του κάποιον να γαντζωθεί απάνω του, να του μιλήσει για να τον
συνεφέρει και να του διαλύσει την παραίσθηση. Γιατί βέβαια είναι
αδύνατον τούτη η μαυροφορεμένη γυναίκα με το σκεπασμένο κεφάλι να
'ναι η Ζακελίν, όπως είναι αδύνατο και να 'ναι μια άλλη. Θα την αναγνώριζε
ανάμεσα σε χιλιάδες λαό, περήφανη κι αναίσθητη, όπως την ήξερε έξι
χρόνια τώρα. Η γυναίκα πλησίασε και σταμάτησε στο συρματόπλεγμα. Δεν
ψάχνει με τα μάτια, δεν ερευνά μέσ' στο πλήθος. Κυττάζει ίσια μπροστά
της. Και έχει σκεπασμένα τα μαλλιά της με τη μαύρη μαντήλα, για να μην
κάνει αίσθηση ο πυκνός χαλκόχρυσος κότσος, τόσο μεγάλος, που τραβάει
πάντα κατά πίσω το θεσπέσιο κεφάλι. Τα μάτια της, κυττώντας κατά
μπροστά τους, περιμένουν να συναντήσουν τα δικά του. Κι ο Δαυίδ, ο
ψήλος τεράστιος Δαυίδ, με την τρομαχτική σωματική δύναμη και την
τέλεια κορμοστασιά τρέμει από οργή και χαρά. Όλη του η ψυχραιμία τον
εγκαταλείπει με τούτο της το τόλμημα, μα κι όλη του η δύναμη
εξαφανίζεται και διαλύεται σε μια γλυκάδα, που κυλάει στο παγωμένο του
αίμα. «Δηλαδή, τι; Τον αγαπά;». Προχωρεί με βήματα αργά να μπει μέσα
στο οπτικό της πεδίο. «Υποφέρει τώρα που αυτός χάνεται; Θα τον θυμάται
και θα τον ξαγρυπνά σε μοναχικές νύχτες; Κι αυτός; Αυτός δε θα 'χει πια
μόνο τον προορισμό να επιζήσει για να γυρίσει, μα θα τυραννιέται κι από τ'
όνειρο, την υπόσχεση επί τέλους, της αγάπης!».
Έφτασε όσο γινόταν πιο κοντά στο σημείο που στεκόταν η Ζακελίν. Την
Digitized by 10uk1s

κυττά σα μεθυσμένος και πάντα θέλει να ρωτήσει κάποιον αν βλέπει εκεί,
στο συρματόπλεγμα, να στέκει αλήθεια μια μαυροφορεμένη γυναίκα... Μα
πάλι δε θέλει ν' ανακατευτεί κανείς σε τούτη τη στιγμή της ζωής του. Είναι
δική του, όπως δικός του ήταν όλος ο πόνος κι όλο το μαρτύριο της
αμφιβολίας, τόσα χρόνια τώρα.
Τέλος τα μάτια τους συναντήθηκαν.
Τα τελευταία καμιόνια άδειασαν το φορτίο τους. Μια καινούρια διαταγή
ακούστηκε.
—Να μαζευτείτε ανά εξήντα μπροστά σε κάθε βαγόνι. Είστε λέφτεροι τα
ταξιδέψετε με τους δικούς σας.
—Ισαάκ... Μύριαμ... Λίλη... μαμά, εδώ... μη σε χάσω... Νίνα...
Ο κόσμος τρέχοντας προς τα βαγόνια τον άφησε εκτεθειμένο, ολομόναχο
στο κενό της πλατείας.
—Νάτος, ο θείος, θείε... Δαυίδ, αι, Δαυίδ... θείε Δαυίδ!
Ο γερμανός φρουρός πλησίασε. Ο Δαυίδ έκανε στροφή και πήγε στους
δικούς του. Τον μέτρησαν, τον στρίμωξαν κι ανέβηκε παρασυρμένος από
το πλήθος.
Ένα μικρό καμιόνι μπήκε με ταχύτητα στο σταθμό και διέκοψε την
επιβίβαση. Δυο γερμανοί Ες Ες τραβούσαν από μέσα κάποιον, που
αντιστεκόταν ουρλιάζοντας πότε γερμανικά και πότε ελληνικά.
—Εγώ είμαι Τούρκος, εγώ είμαι Τούρκος, σας λέω.
Επί τέλους κατάφεραν να τον βγάλουν έξω.
—Ρωτείστε, θα δείτε, φώναζε αυτός τώρα, αν με ξέρει κανείς. Κανείς δε με
Digitized by 10uk1s

γνωρίζει· μα ρωτείστε λοιπόν, και στράφηκε φάτσα στους Εβραίους, που
δεν είχαν ακόμη προλάβει ν' ανεβούν στα βαγόνια τους.
—Πείτε άνθρωποί μου, πείτε να χαρείτε τα ματάκια σας, παρακαλούσε με
τα χέρια απλωμένα, με γνωρίζει κανείς; Με είδατε ποτέ στη συναγωγή
σας; Εγώ είμαι Τούρκος, σας λέω.
Ο Σαμ κρεμασμένος στο μισογεμάτο βαγόνι του παρακολουθεί τον
άνθρωπο, που χτυπιέται λίγα μέτρα μακριά του, ενώ χιλιάδες μάτια τον
κυττάζουν ανέκφραστα. Δεν έβλεπες ούτε μια γκριμάτσα, ούτε σύσπαση,
ούτε ένα χαλάρωμα των χαραχτηριστικών στα ακινητοποιημένα πρόσωπα
των Εβραίων, που παρακολουθούν τη σκηνή σα μάσκες νεκρές.
—Είμαι Τούρκος σας λέω... αντηχούσε ο σταθμός απ' άκρη σ' άκρη.
Ο ένας από τους γερμανούς, που τον συνόδευαν, κύτταξε τις πετρωμένες
φάτσες. Και νόμισε πως ψυχολόγησε στις σφραγισμένες εβραίικες μορφές
το φθόνο και τη λαχτάρα να μη γλυτώσει τούτο το σκουλήκι τη δική τους
μοίρα· κι ας μην ήταν πραγματικά δικός τους. Ο έξαλλος άνθρωπος του
απλώνει τώρα τα χέρια ικετεύοντας.
—Μη Τουρκί, μπεστίμπτ, Τούρκος εγώ...
Ο Γερμανός που αναλογίστηκε με σαδισμό τη ζήλεια του άθλιου πλήθους,
που παρακολουθούσε, του 'δωσε μια σπρωξιά.
—Βάλε τον στ' αμάξι, είπε στο σύντροφό του.
Ο Τούρκος που δεν κατάλαβε, έκανε την τελευταία του προσπάθεια και
σούρθηκε στα γόνατα κλαίγοντας. Μα ο Ες Ες τραβώντας τον με κλωτσιές
τον ξανάφερε πίσω στ' αυτοκίνητο. Και τότε μόνο ξεσφίχτηκαν όλα τα
στόματα και χαμογέλασαν με μια κακία πιο δυνατή και πιο χορταστική κι
από τη χαρά. Ο άνθρωπος που γλύτωσε ήταν πραγματικά Εβραίος.
Digitized by 10uk1s

Ο Σαμ μπήκε στο βαγόνι και κάθησε δίπλα στη μάνα του γελώντας. Την
ίδια στιγμή γύρισε ο γερμανός θριαμβευτικά στο αμάξι του. Κλείνοντας την
πόρτα διάκρινε στο σκοτεινό βάθος του καμιονιού την κοπέλλα, που
προσπαθούσε να μικρύνει ώστε να μη τη θυμηθούν.
—Και τούτη την ξεχάσαμε, είπε.
Πήδηξε ξανά κάτω και κατέβασε τη Χανά που του 'χαν παραδώσει μαζί με
τον «Τούρκο». Η Χανά είναι τόσο φοβισμένη που θαρρεί πως δε θα
ξαναμιλήσει, ούτε θ' ακούσει ξανά τη φωνή της. Την παράδωσε σ' έναν Ες
Ες του σταθμού και κείνος την έσπρωξε σ' ένα βαγόνι.
Οι περίεργοι πλήθυναν έξω από το συρματόπελγμα κι ανάμεσά τους
ακίνητη κι αποφασισμένη η Ζακελίν με τα μάτια της καρφωμένα στα μάτια
του Δαυίδ που στεκόταν όρθιος στην πόρτα του δικού του βαγονιού. «Αν
έβλεπα λίγο τα μαλλιά της!»
Και ξαφνικά μια παράλογη ιδέα σφηνώθηκε στα μυαλό του. «Αν της
φώναζα να 'ρθει μαζί μου, έτσι δοκιμαστικά! Θα 'ρχόταν άραγε;».
Ο Σαμ γελάει ακόμα με την τόλμη του Τούρκου.
—Μα είστε βέβαιος, ρωτάει το Μωρίς, πως είναι Εβραίος;
—Ναι, παιδί μου!
—Και γω τον γνωρίζω, βεβαιώνει ο Ερρίκο.
Ο Μωρίς τον παρακολουθεί από ώρα χαμογελώντας.
—Δε σ' άρεσε αι; ρωτά τον Σαμ. Είναι όμως νόμιμο και σεβαστό δικαίωμα
του καθενός να σωθεί μ' οποιοδήποτε τρόπο, φτάνει να μη βλάψει
κανέναν. Αυτό να το θυμάσαι από τώρα κι έπειτα για όλους, μα κυρίως για
Digitized by 10uk1s

λογαριασμό σου.
Τα βαγόνια κλείναν ένα ένα με χοντρές αμπάρες. Ο Δαυίδ αναγκάστηκε να
εγκαταλείψει την πόρτα και παρακάλεσε κάποιον, που στεκόταν στο ένα
από τα δυο παραθυράκια, να τον αφήσει να κυττάξει για λίγο ακόμα έναν
δικό του.
—Ποιόν; ρώτησε ο Ερρίκο που 'χει εξασφαλίσει κιόλας μια γωνιά κι είναι
στρογγυλοκαθισμένος.
Ο Δαυίδ κούνησε εκνευρισμένος τους ώμους. Ο Ερρίκο που έκανε να
σηκωθεί, ξανακάθησε δειλιασμένος. Μα αμέσως ο Δαυίδ μετάνιωσε και του
'κανε νόημα με το χέρι να πλησιάσει. Αυτός πλησίασε πρόθυμα και
ξαφνιάστηκε από τη θερμή οικειότητα του κουνιάδου του που, περνώντας
το χέρι στους ώμους του, του ψιθύρισε.
—Η γυναίκα μου.
Τα στρογγυλά ματάκια του Ερρίκο καρφώθηκαν τρομαγμένα στο σημείο
που του 'δειξε. Η Ζακελίν έχει ξεσκεπάσει τώρα τα μαλλιά της, που
λάμπουν ζεστά, προκλητικά, στο μεσημεριανό ήλιο.
—Μα είναι τρελλή, λέει.
Μόλις κλείσανε και τη δική τους πόρτα, ο χώρος στένεψε ασφυχτικά.
—Θα συνηθίσουμε, αγόρι μου, λέει στον Σαμ η μάνα του, καθώς είδε τα
μάτια του να κυττούν ολόγυρα σαν παγιδευμένου αγριμιού.
—Τώρα να ξεκινήσουμε και θα βολευτούμε μια χαρά, τον παρηγόρησε κι ο
Μωρίς που στεκόταν όρθιος καταμεσής του βαγονιού. Έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να κάθουνται όλοι ταυτόχρονα.

Digitized by 10uk1s

Ο συρμός κουνήθηκε μπρος πίσω, σα ζώο που ετοιμάζεται να χιμήξει. Οι
καρδιές όλων σπαρτάρισαν.
—Φεύγουμε.
Η μάνα του Σαμ δαγκώνει τα χείλια της. Ξαφνικά διαπιστώνει πως όλες οι
γυναίκες δαγκώνουν τα χείλια τους, λες και κλείνουν μια πόρτα, βάζοντας
όλη τους τη δύναμη. Το άγριο φρενάρισμα ενός αυτοκινήτου, που
σκλήριζε μπαίνοντας στο σταθμό, έδωσε σ' όλους την εντύπωση πως
χιμούσε με τέτοια δύναμη που θα 'πεφτε πάνω στο τραίνο. Κι αμέσως μια
βραχνή γυναικεία κραυγή πήδηξε σ' όλα τα βαγόνια.
—Είμαι Εβραία, είμαι Εβραία, πάρτε με μαζί σας.
Τρεχάματα,

κοφτές

γερμανικές

διαταγές,

ακαταλαβίστικες

φράσεις

ελληνικά και γερμανικά και το τραίνο σταμάτησε να κουνιέται μπρος πίσω.
Όλοι περίμεναν ανατριχιασμένοι.
Ο Σαμ σηκώθηκε και πλησίασε το παραθυράκι του Δαυίδ. Αυτός του 'κανε
γενναιόδωρα θέση δίπλα του. Από κει είδε την πλάτη μιας πολύ αδύνατης
γυναίκας που μιλούσε με πολλές χειρονομίες σε δυο Ες Ες. Μα δεν
καταλαβαίνει τα λόγια της που μπερδεύονται με ξερά αναφιλητά. Σε λίγο
πλησίασαν και οι τρεις σ' ένα βαγόνι από το τέλος. Τράβηξαν τη σιδερένια
αμπάρα, άνοιξαν την πόρτα και κάτι φώναξε ο γερμανός χώνοντας το
κεφάλι του στο βαγόνι. Το ίδιο επαναλήφτηκε και στο δεύτερο και στο
τρίτο. Το δικό τους είναι πέμπτο.
Όσο πλησίαζαν, ο Σαμ βλέπει τώρα καθαρά τη μορφή της γυναίκας και
σπάζει το κεφάλι του να θυμηθεί ποια είναι, που την έχει ξαναδεί. Όταν
φτάσαν στο τέταρτο, άκουσε πια καθαρά το όνομα που φώναξε ο
γερμανός.

Digitized by 10uk1s

—Σαμουήλ...
Γύρισε απότομα και κόλλησε την πλάτη του στην πλάτη του Δαυίδ. Τον
πρώτο που αντίκρυσε είναι ο Μωρίς, όρθιος καταμεσής, με τα μάτια, τ'
αυτιά, όλα του τα χαραχτηριστικά τόσο τεντωμένα που νόμιζες πως είχαν
αποκολληθεί από το κεφάλι και ζούσαν το καθένα ανεξάρτητο την
υπερέντασή του. Ο Σαμ τρόμαξε. Του είναι αδύνατο να πάρει τα μάτια του
από τον Μωρίς, ενώ ακούει κιόλας τη δική τους αμπάρα, να βγαίνει από τις
διχάλες της... κι οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα.
—Νάτος, φώναξε η γυναίκα με άγρια μάτια και πελιδνό πρόσωπο.
—Είναι η γυναίκα σου; ρωτάει ο γερμανός.
Ο Μωρίς σκέφτεται για ένα δευτερόλεπτο ν' αρνηθεί, μα την έχουν κιόλας
υποβοηθήσει κι η Σύλα βρίσκεται όρθια δίπλα του. Ο Ισαάκ ανασηκώθηκε
ψιθυρίζοντας:
—Η μαμά μου...
Μα η Εσθήρ, χωρίς να ξέρει ούτε κι η ίδια γιατί, τράβηξε το μικρό να
καθήσει δίπλα της, βεβαιώνοντάς τον, πως να, τώρα θα 'ρθει η μαμά
κοντά τους.
Η Σύλα κύτταζε τον Μωρίς, με κείνα τα ίδια γεμάτα άγρια απόγνωση
μάτια, που έψαχνε σ' όλα τα βαγόνια, Μα κι όλοι, οι εξήντα όμηροι του
βαγονιού, περίμεναν, δεν ξέρουν τι, τόσο ακατανόητη είναι η σιωπή του
Μωρίς. Στεκόταν στην ίδια ακριβώς θέση με τον κορμό κυρτωμένο λίγο
προς τα μπρος, λες και η πόρτα δεν είχε ακόμα ανοίξει, λες και μαρμάρωσε
σε κείνα τα δευτερόλεπτα της αγωνίας, καθώς οι αισθήσεις του δέχτηκαν
την κραυγή που πρώτος πρώτος άκουσε και κατάλαβε πως καλούσε
εκείνον. Μέσ' στην αφύσικη αυτή σιωπή, ακούστηκε ξανά, όλη η γνωστή
Digitized by 10uk1s

διαδικασία της πόρτας που κλεινόταν απόξω κι αμέσως μετά ένα σύνθημα
μονοσύλλαβο και τα βαγόνια τριζοβόλησαν κάτω από τα πόδια τους.
Τότε τινάχτηκαν τα χέρια του Μωρίς κι άρχισαν να χτυπούν τη γυναίκα
του με μια λύσσα χωρίς έλεος, μια λύσσα που όλο και μεγάλωνε και
γινόταν φονική. Κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του, κανείς δεν τολμά
να τον σταματήσει. Κι ο Μωρίς συνέχιζε τ' αλύπητα χτυπήματά του στην
ανυπεράσπιστη γυναίκα. Κι όλοι νόμισαν πως δεν θα σταματήσει ποτέ. Μα
κι όλοι, κι οι πιο αμόρφωτοι, καταλαβαίνουν.
Το ξεκίνημα του τραίνου ταρακούνησε δεξιά κι αριστερά το σύμπλεγμα και
το 'ριξε κάτω. Οι άλλοι κυριεμένοι από δέος για την ιερή μανία του
απελπισμένου άντρα, τραβήχτηκαν. Πρώτος έπεσε ο Μωρίς, ενώ η γυναίκα
του σωριάστηκε σιγά σιγά στα πόδια του.
Ο Ισαάκ ξεκόλλησε τότε από τη μάνα του Σαμ, πλησίασε και κάθησε
ήσυχα κοντά τους.

Σε κάθε βαγόνι, εχτός από τους εξήντα ανθρώπους, υπάρχουν διακόσια
μαύρα καρβέλια, δυο τσουβάλια σταφίδα, ένα βαρέλι θρεψίνη, άφθονα
καρότα ή κρεμύδια, ένα μεγάλο βαρέλι νερό κι ένα άλλο, άδειο αυτό, για
τις ανάγκες τους.
Μόλις ξεκίνησε το τραίνο άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί, ν' απορούν πώς θα
βολευτούν, τόσα τρόφιμα, τόσοι άνθρωποι και κείνα τα μεγάλα βαρέλια.
Κανείς στην αρχή δεν σκέφτεται πως τέτοιος εφοδιασμός προμηνύει
μακρινό ταξίδι. Για την ώρα επικρατεί μόνο ο πανικός και το στρίμωγμα.
Είναι κοντά στ' άλλα κι η σκάφη του γέρο δάσκαλου που πιάνει τόσο τόπο.
Και τα παιδιά, που όλες οι μανάδες θέλουν να τα ξαπλώσουν, και οι
μεγάλοι με τ' ανοικονόμητα πόδια και οι εξήντα γνώμες των εξήντα
Digitized by 10uk1s

ανθρώπων.
Δεν θα 'χουν τρέξει, ούτε δυο χιλιόμετρα, όταν το τραίνο μούγγρισε,
ταλαντεύτηκε, ξέρασε ένα θυμωμένο σφύριγμα και ξανασταμάτησε.
Αγρια ξεφωνητά γερμανών μπερδεύτηκαν με αγριότερες ελληvικές
διαμαρτυρίες. Απειλητικοί κι αποφασισμένοι οι άνθρωποι του Ερυθρού
Σταυρού, σαν διαπίστωσαν πως το τραίνο δεν είχε τη διάθεση να
σταματήσει, παρ' όλη τη σημαία τους, στάθηκαν καταμεσής στις γραμμές.
Οι χιλιάδες αιχμάλωτοι διασκέδαζαν στην αρχή με τις βρισιές που άκουαν
ν' ανταλλάσσονται. Ο Σαμ πετάχτηκε μ' άλλους περίεργους στο παράθυρο,
μα τους διάταξαν να καθήσουν κάτω. Και τότε γίνηκε κάτι που κανείς δεν
το περίμενε. Μια βροχή από τσιγάρα, μπισκότα, σοκολάτες καραμέλες, ως
και άσπρα ωραία ψωμιά και κονσέρβες με κρέας, Όλα τα ξεχασμένα αγαθά
κι οι λιχουδιές τρυπώνουν από τα παράθυρα και πέφτουν στα κεφάλια,
στα πόδια, τις αγκαλιές.
Κι όταν η ευλογία του θεού, γέμισε τα πάντα γύρω τους, από τον ίδιο
δρόμο πέσανε ακόμα πιο απροσδόκητοι οι αποχαιρετισμοί.
—Κουράγιο παιδιά!
—Θα σας περιμένουμε γρήγορα...
—Να μας ξανάρθετε με το καλό!
Επί τέλους τους αποχαιρετούσαν. Κι όπως δεν έβλεπαν κανέναν,
φυλακισμένοι μέσ' στα σανιδώματα, οι φωνές πήραν τα πρόσωπα εκείνων
που αγαπούσαν. Ο Ερρίκο, και πολλοί μαζί του, κλαίγαν ντροπαλά. Ώστε
δεν έφευγε μόνος. Ούτε κι άφηνε στην Αθήνα μια έρημη γυναίκα με το
παιδί τους. Άφηνε όλη την Αθήνα, όλους τους κατοίκους της να τον
περιμένουν. Κανείς από τους χιλιάδες Εβραίους δεν έφυγε μόνος του. Τα
Digitized by 10uk1s

τεντωμένα πρόσωπα χαλάρωσαν. Οι στεγνές καρδιές πλημμύρισαν ζεστά
μαλακά δάκρυα. Η Αθήνα παράστεκε το φευγιό τους. Είχανε που να
γυρίσουν. Η αγάπη των ανθρώπων τους καρτερούσε.

Digitized by 10uk1s

Προσπάθησαν να νοικοκυρευτούν. Βάλανε το βαρέλι - αποχωρητήριο σε
μια γωνιά και κρέμασαν μια κουβέρτα μπροστά. Στην απέναντι γωνιά
σωριάστηκαν τα τρόφιμα και το βαρέλι με το νερό.
Από το πρώτο βράδυ τα σώματα, άπλυτα τόσο καιρό, αρχίζουν ν'
αναδίνουν την μπόχα, την ξυνίλα και την απλυσιά στον περιορισμένο
χώρο. Μα όσο βραδιάζει μια καινούρια μυρουδιά τα σκεπάζει όλα. Το
βαρέλι - αποχωρητήριο.
Αρχίζουν να παίρνουν σειρά για ν' ανασάνουν καθαρό αέρα μπρος στα
στενά παραθυράκια, δυο όλα κι όλα. Κάθε τόσο οι μεγάλοι σηκώνουν και
κάποιο παιδί για λίγο. Οι πιο πολλοί άντρες στέκουνται αναγκαστικά όρθιοι.
Το σκοτάδι, το αργό κούνημα του τραίνου και η αναγκαστική ακινησία
παραλύουνε σιγά σιγά την αντίσταση των ποδιών που λυγίζουν από μόνα
τους

και

σωριάζουν

τους

μισοκοιμισμένους

όρθιους

πάνω

στους

καθισμένους. Όλοι κάνουν μια και δυο φορές την προσπάθεια να
ξανασηκωθούν, ώσπου στο τέλος ενδίδουν στην αδυναμία τους και
μένουν εκεί που πέφτουν. Οι από κάτω βογγούν. Βογγούν και κείνοι που
πατούν πάνω τους μια κι έχουν ανάγκη να πάνε στο βαρέλι. Δε
διαμαρτύρονται. Βογγούν. Έτσι κι αλλιώς κι αν δεν ήταν σκοτάδι πάλι
πάνω τους θα πατούσαν.
Ο Ερρίκο δεν άντεξε για πολύ πεσμένος χάμω. Με τεράστια προσπάθεια
σηκώθηκε και στάθηκε όρθιος δίπλα στον Δαυίδ. Τα παιδιά τυραννούνται
από εφιαλτικά όνειρα. Θλιβερά ξεφωνητά αντηχούν ολόγυρα. Στο μικρό
τετράγωνο παράθυρο, διάκρινε ο Ερρίκο τη σιωπηλή μορφή του Δαυίδ,
μόλις άρχισε να φωτίζει. Κι ύστερα κείνο το μικρό κομματάκι ο ουρανός
έλαμψε. Κάθε αυγή ο ουρανός είναι μια αιώνια καινούρια υπόσχεση. Ο
Δαυίδ αισθάνθηκε να γεμίζει καλωσύνη. Κύτταξε το αγαθιάρικο πρόσωπο
του Ερρίκο και ψιθύρισε.

Digitized by 10uk1s

—Κι όπως καταλαβαίνεις, γέρο μου, πρέπει να γυρίσουμε.
Κατά τις εννιά το τραίνο σταμάτησε στη Λάρισα. Τη μάντεψαν, γιατί δεν
την είδαν. Το τραίνο φρέναρε σε μια έρημη γραμμή και κυκλώθηκε
αμέσως από δεκάδες ένοπλους γερμανούς. Κανείς δεν κατάλαβε από που
ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί.
Κάποιος που γνώριζε τον Μωρίς τον παρακάλεσε, μια και μιλάει γερμανικά
να ζητήσει από τους γερμανούς να τους ανοίξουν για ν' αδειάσουν το
βαρέλι. Ο Μωρίς κύτταξε όλους ένα γύρω κι ύστερα κούνησε αρνητικά το
κεφάλι.
—Γερμανικά δε θα μιλήσω.
Ο Πειραιώτης, ένας λιμενεργάτης που δεν είπε σε κανέναν τ' όνομά του,
έκανε τον άγριο.
—Έχεις υποχρέωση, του λέει.
Ο Μωρίς κάρφωσε τα μάτια του απάνω του, ώσπου εκείνος τα κατέβασε.

Μετά δυο ώρες, το τραίνο άρχισε πάλι να τρέχει, να τρέχει ασταμάτητα σ'
έρημες γραμμές, έρημους κάμπους. Δυο φορές τη μέρα οι νεώτεροι
σηκώνουν τους γέρους και τους φέρνουν μπρος στα παραθυράκια ν'
ανασάνουν. Όσο απλώνεται η βρώμα, τόσο και μια θέση στο ένα από τα
δυο παραθυράκια είναι προνόμιο. Πολλοί κολλούνε τα στόματά τους στις
χαραμάδες της πόρτας, αλλά με το τράνταγμα του τραίνου μαγκώνονται
τα χείλια τους. Τα παιδιά διψούν από αηδία, διψούν από πλήξη, και κάποτε
από δίψα· και το νερό λιγοστεύει επικίνδυνα, και κανείς δεν ξέρει πια αν θα
σταθούν κάπου και πότε. Οι ψείρες ανεβαίνουν και στα μεγαλωμένα γένεια
των αντρών. Μα όλα είναι υποφερτά, εκτός από τη βρώμα του βαρελιού
Digitized by 10uk1s

που όσο πάει και μεγαλώνει.
Όταν το άλλο μεσημέρι το τραίνο σταμάτησε στη Γευγευλή, οι στρατιώτες
που ξεκλείδωσαν τα βαγόνια, απομακρύνθηκαν γρήγορα, βουλώνοντας τις
μύτες τους. Όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, ρίχτηκαν στο
άνοιγμα για ν' ανασάνουν. Τα παιδιά γλυστρούν κάτω από τα πόδια των
μεγάλων προσπαθώντας να φτάσουν στην έξοδο. Κι όλοι ανασαίνουν
λαχανιασμένα λες κι έχουν φτάσει στα σύνορα τρέχοντας με τα πόδια. Οι
πιο γέροι κλαίνε γιατί δεν μπορούν να μετακινηθούν. Οι αραιοί πολίτες του
σταθμού κυττούν με φρίκη τα κίτρινα και στεγνά πρόσωπα των ομήρων.
Οι γερμανοί σπρώχνουν τον κόσμο προς τα μέσα με φωνές και όπλα.
Ύστερα διατάσσουν να κατέβουν τέσσερις από κάθε βαγόνι, ν' αδειάσουν
το ένα βαρέλι και να γεμίσουν το άλλο με νερό.
Ο Ερρίκο πήδησε πρώτος για ν' αποθηκέψει αέρα. Έβγαλε τη γλώσσα του
και γλειφόταν σα να 'ναι ο αέρας φαγώσιμο. Ο Μωρίς έσπρωξε πίσω του
τον Σαμ.
—Τρέχα και συ ν' ανασάνεις.
—Περπατάτε αργά παιδιά, λέει ο Ερρίκο, για ν' αναπνεύσουμε όσο
μπορούμε περισσότερο αέρα.
Μα οι φρουροί τους πήραν από πίσω και τους αναγκάζουν να τρέξουν. Με
λαχτάρα πετούν νερό στο πρόσωπό τους. Ο Σαμ χτυπούσε με δύναμη τα
μάγουλά του, με τις γεμάτες νερό παλάμες του, λες και θα τους άνοιγε
αυλάκια με τα χτυπήματα και θ' αποθήκευαν δροσιά. Κι έτσι, ολότελα
ξαφνικά, ένιωσε μέσ' στις φούχτες του τα μάγουλά του σκεπασμένα από
ένα χνούδι σγουρό και μαλακό. Σαν ξαναγύρισε στο βαγόνι, τους κύτταζε
όλους στα μάτια, απορημένος που δεν μένουν, όσο κι ο ίδιος,
ξαφνιασμένοι μπροστά στο ολάνθιστο πρόσωπό του.
Digitized by 10uk1s

Τη στιγμή που κλείνανε την πόρτα του βαγονιού τους, σπρώξανε μέσα μια
νέα γυναίκα, που τραβολογούσε αδέξια μια μισοκακόμοιρη γριά.
Το μούτρο της νέας είναι άγριο και πρησμένο. Τους κύτταξε όλους
εχθρικά, προκλητικά σχεδόν, ώσπου το βλέμμα της σταμάτησε στη μάνα
του Σαμ. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, που δεν μαλάκωσαν καθόλου τη
μορφή της. Ο Σαμ, που την παρακολουθούσε όλην αυτήν την ώρα,
τρόμαξε. Δεν είχε δει πιο άγρια μάτια, πιο άγρια δάκρυα.
—Δεν είσαι η θεία Εσθήρ, ρωτάει με το ίδιο επιθετικό ύφος.
—Αν είναι δυνατό, απάντησε κείνη, δεν σε γνώρισα παιδί μου! Έλα κοντά
μου, και της άπλωσε το χέρι.
—Μια στιγμή να την καθίσω κάπου, κάνει εκνευρισμένα, ταχτοποιώντας τη
γριά με απότομες κινήσεις.
—Είναι η κόρη ενός ξαδέρφου από τη Θεσσαλονίκη, εξηγεί στον Σαμ. Η
γριά φαντάζομαι πως είναι η μάνα της, μα δεν τη θυμάμαι. Κάποτε την
είχα δει, πολύ παλιά...
Η γυναίκα πλησίασε και προσπάθησε να βολευτεί κάπου κοντά τους.
—Και πως βρέθηκες και συ εδώ Μπουένα; ξαναρωτά η μάνα του.
—Είχα κρυφτεί. Δεν θα με ξετρυπώνανε ποτέ. Αλλά σαν πιάσανε τη μάνα
μου, κι έριξε ένα εχθρικό βλέμμα κατά τη γριούλα, πήγα και παραδόθηκα.
Μια μάνα έχει κανείς στον κόσμο, τέλειωσε αγαναχτισμένα.
Ο Μωρίς τη λυπήθηκε. «Κρίμα!» σκέφτηκε. «Έχει μάταια θυσιαστεί. Είναι
ολόκληρη μέσα κι όξω κακιωμένη για τη θυσία της».
Digitized by 10uk1s

—Μα θα γυρίσω, είπε δυνατά σε λίγο χωρίς να τη ρωτήσει κανείς. Να το
ξέρεις πως θα γυρίσω. Με περιμένουν.
Η φωνή της τραχιά κι απότομη ακούστηκε σχεδόν απ' όλους και τους
τρόμαξε. Ο θεληματικός και πεισματάρικος τόνος της έδειχνε πόσο
δύσκολο θα 'ναι να γυρίσουν από κει που τους πήγαιναν.
—Ξέρετε που μας πηγαίνουν; τόλμησε ο Ερρίκο να ρωτήσει.
—Που να ξέρω; Μα ένας γαλλικός σταθμός που ακούαμε τα βράδυα πριν
με πιάσουν, έλεγε καθημερινά: «Τα τραίνα του θανάτου ξεκινούν κάθε
βράδυ γεμάτα Εβραίους από τη Θεσσαλονίκη».
—Και γω που νόμιζα πως το δικό μας είναι το πρώτο.
Το γέλιο της Μπουένα αντήχησε ξερό και άφιλο.
—Καλά την περάσατε σεις ως πριν μερικούς μήνες με τους Ιταλούς στην
Αθήνα! Ακούς το πρώτο! Έχουν κιόλας φύγει όλοι οι Εβραίοι της
Θεσσαλονίκης... πάνω από εξήντα χιλιάδες!
—Και που τους πάνε;
—Κανείς δεν ξέρει, και σηκώνει τους ώμους.
—Και μεις να μην ξέρουμε τίποτα, σκέφτεται μεγαλόφωνα ο Ερρίκο.
—Καλύτερα! Ρώτα και μένα! Αν με ρωτήσεις, τι έκανες Μπουένα τους
δέκα, είκοσι τελευταίους μήνες, θα σου απαντήσω: Φοβόμουνα. Η φωνή
της χαμήλωσε προς το μέρος της Εσθήρ.
—Και τι δεν έκανε ο κακόμοιρος ο αρραβωνιαστικός μου και τι δεν
πρόσφερε, για να μας δώσει την άδεια ο Δεσπότης να βαφτιστώ και να
παντρευτούμε. Όλα ήταν μια χαρά κανονισμένα. Αδύνατο να τον πείσουμε
Digitized by 10uk1s

τον τραγόπαπα.

Ο θάνατος ταξίδευε μαζί τους. Από τους τρεις πολύ γέρους, ο δάσκαλος
Κοέν ήταν πιο βαριά.
Τώρα γλυστρούσαν σ' ένα κάμπο μ' απογεματινή ανοιξιάτικη γλύκα.
Καθισμένοι κι όρθιοι κουνιούνται όλοι μαζί, μπρος πίσω, μπρος πίσω, σα
μεθυσμένοι. Κι η βρώμα του βαρελιού απλωνόταν όσο σουρούπωνε όλο
και δυνατότερη. Ο Ερρίκο άρχισε να ζαλίζεται. Τα παιδιά ξερνούν. Ο Δαυίδ
έμενε στο παραθυράκι του ανακαλώντας τ' όραμα της Ζακελίν κάθε τόσο,
και κάθε τόσο ορκιζόταν στον εαυτό του να 'ναι η τελευταία φορά. «Αν
την πάρω μαζί μου, η νοσταλγία της θα μ' αφανίσει».
Ο Μωρίς ακούμπησε το γιο του στα γόνατα της γυναίκας του και κόλλησε
το μούτρο του στο άλλο παραθυράκι. Τράβηξε και τον Σαμ κοντά του.
—Τώρα περνούμε από χωριά κατοικημένα. Δες, άνθρωποι περπατούν.
Τους κύτταζαν μαζί, να κουνούν τα πόδια τους, χωρίς να βρίσκουν κανένα
εμπόδιο. Το θέαμα, έφερνε και στους δυο μια ηδονική ανατριχίλα.
Πρόφταιναν να δουν πρώτα το ένα πόδι να σηκώνεται, να πατά στο χώμα
κι ύστερα τ' άλλο. Του Σαμ οι γάμπες μυρμύδισαν τρυπημένες από
εκατομμύρια βελόνες.
—Δες τη γριά, τον σκούντησε ο Μωρίς.
Πρόλαβε κι είδε μια γριά καθισμένη στην εξώπορτα ενός χωριατόσπιτου. Κι
όλο το κατώφλι δίπλα της ήταν άδειο. Παρακάτω ο απογεματινός ήλιος
γυάλιζε κοκκινωπός σ' ένα τζάμι κλειστό. «Ένα μεγάλο τζάμι κλειστό»,
σκέφτεται ο Σαμ. Ο Μωρίς χαμογελούσε. «Οι άνθρωποι κάθουνται σ' ένα
δωμάτιο κι ανασαίνουν άνετα με τα παράθυρα κλειστά. Θα 'χαν ανοίξει το
Digitized by 10uk1s

πρωί, θα 'χαν αερίσει το δωμάτιο και τώρα το κλείσαν και κάθουνται
μέσα».
Ο Ερρίκο έβαλε με τρόπο το χέρι του στην κωλότσεπη. Φροντίζει να
βγάζει τσιγάρο όταν δεν τον προσέχουν οι άλλοι. Στάθηκε βέβαια τυχερός
στη μοιρασιά, γιατί πήρε και το μερτικό του μεγάλου του ανηψιού που δεν
καπνίζει. Μα όσο περνούν οι μέρες, φοβάται πως θα βρεθεί αναγκασμένος
να δώσει από τα τσιγάρα του στους άλλους, όταν τους τελειώσουν τα δικά
τους. Με χίλιους κόπους πλησίασε τον Δαυίδ να καπνίσουν μαζί. Μα αυτός
δεν τον πρόσεξε. Χάζευε δυο παιδιά που τρέχαν στο λασπωμένο δρόμο.
—Γιατί γελάς; τον ρωτά ο Ερρίκο.
—Δυο παιδιά τρέχουν... είπε. Βέβαια δεν φαίνονται πια, μ' αυτά θα
τρέχουν ακόμα όσο θέλουν.
Ο Ερρίκο που δεν κατάλαβε, περιμένει τη συνέχεια. Φύλαξε πάλι το
τσιγάρο που 'χε βγάλει για να δώσει στον κουνιάδο του. «Ασφαλώς δεν
θέλει να καπνίσει». Αν ήθελε θα του ζήταγε.
Το βαγόνι βρώμαγε κι έτρεχε, βρώμαγε κι έτρεχε, έτρεχε και βρωμούσε
ασταμάτητα. Όσο σουρουπώνει, οι δρόμοι χάνονται, τα δέντρα χάνονται,
η ευτυχία των έξω ανθρώπων χάνεται κι αυτή μαζί με το κομματάκι τ'
ουρανού. Και μόνο η βρώμα θιαμβεύει, πρωταγωνιστεί, τρυπώνοντας στα
μάτια, στα ρουθούνια, στ' αυτιά, ώσπου το μυαλό αδρανεί από τις
αναθυμιάσεις και γίνονται όλοι απαθείς. Αρχίζουν απλά ήσυχες αφηγήσεις,
εξομολογήσεις που δεν θα κάναν ποτέ σ' έναν άλλο χώρο. Οι πιο νέοι που
βαριούνται τους μεγάλους, ξεκινούν δειλά τα πρώτα μουρμουριστά
τραγούδια. Οι μεγαλύτεροι ακούνε ευχάριστα και συχνά βοηθούν σ' ένα
λησμονημένο σκοπό ή κάποια ξεχασμένα λόγια. Κι όλοι, λίγο πολύ,
αποξεχνιούνται για να θυμηθούν ή να ξεφύγουν.
Digitized by 10uk1s

Το άλλο απόγεμα έχουν όλοι την εντύπωση πως θα πεθάνουν από
ασφυξία. Τα παιδιά πεινούν μα δεν μπορούν πια να φάνε, όπως κι οι
μεγάλοι. Όλα τα τρόφιμα έχουν ποτιστεί με την ανυπόφορη μπόχα του
βαρελιού.
Δεν είχε ακόμα σκοτεινιάσει, όταν το κουβαριασμένο κορμί του δάσκαλου
Κοέν τινάχτηκε από ένα δυνατό σπασμό. Δυο μικρά, που παίζαν δίπλα στη
σκάφη του, τρόμαξαν κι άρχισαν να κλαίνε. Τα τυφλά γαλανά μάτια του
άνοιξαν ολοστρόγγυλα και καρφώθηκαν στη σκοτεινή στέγη του βαγονιού.
Το κοκκαλιάρικο, καμπουριασμένο από χρόνια, κορμί τεντώθηκε τόσο, που
βγήκε έξω από τη σκάφη, ενώ τα μάτια του καρφωμένα ψηλά, ήσουνα
βέβαιος πως αναζητούσαν ένα θεό για την ύστατη διαμαρτυρία.
«Ως πότε Κύριε;»

Ο πεθαμένος δάσκαλος γέμισε μελαγχολία τον Ερρίκο. Όλη του η ζωή τον
έπνιξε με τη νοσταλγία της. Όταν ήταν παιδί, μεγάλωνε βέβαια στη
φτώχεια, μα όλα ήταν ήσυχα και καλά. Πήγε μετά στο σχολειό· ήταν
ωραίο το σχολειό. Τον βγάλαν από το σχολειό και τον ρίξαν στη δουλειά.
Αγάπησε τη δουλειά. Γίνηκε πόλεμος και τον κάμαν στρατιώτη. Δεν ήταν
ωραίο να 'σαι στον πόλεμο. Πολέμησε βέβαια, αφού ήταν υποχρεωμένος,
μα δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να σκοτώσει άγνωστους που δεν τον
έβλαψαν όσο τουλάχιστον θυμόταν. Και ξανάρθε ο πόλεμος. Αν ήταν οι
Τούρκοι, που τον έκλεισαν σήμερα σε τούτο το βρωμερό βαγόνι, θα το
καταλάβαινε. Είχαν πια προηγούμενα. Ήταν εχθροί τώρα, όπως και να
κάνουμε. Μα οι γερμανοί; Που τον ξέρανε τον Ερρίκο; Πότε τους
πειράξαμε μεις οι Ρωμιοί; Και γιατί ταξίδευε τώρα; Για που;
Digitized by 10uk1s

Άρχισε να κλαίει απάνω στο κεφάλι του ανηψιού του που κοιμόταν στην
αγκαλιά του. «Όχι δεν θέλω να πεθάνω».
Αλλά το πρωί ήρθε και, μαζί με το φως, μια μικρή χαρά. Κάποιος
αποκάλυψε πως είχε καταφέρει να κρύψει στην κουβέρτα του, μια
ξυριστική μηχανή και λίγα ξυραφάκια. Όλοι οι άντρες ξυρίστηκαν, εκτός
από τον Μωρίς, που το πρόσωπό του είχε ακόμη απάνω του την κρούστα
από τα μαρτύρια της ανάκρισης. Οι άλλοι άντρες απαλλάχτηκαν από τα
γένεια και μαζί από τις ψείρες που φώλιαζαν μέσα τους, μα αυτός, είχε
τόπους τόπους φωλιές τα γένεια και τις ψείρες να τον τρώνε και να μην
αφήνουν τα καψίματα να κλείσουν. Οι γυναίκες επωφελούνται από το
πρωινό για να ξεψειρίσουν λίγο τα παιδιά, που ξεγδέρνουνται από τη
φαγούρα. Ύστερα γδύνουνται όλοι, όσο περισσότερο μπορούν και κάνουν
την ίδια δουλειά. Πρέπει να σηκώσουν και τους γέρους και τις γριές να
πάνε στο βαρέλι. Η ώρα αυτή της ανάγκης τους είναι για όλους μαρτυρική.
Το βαρέλι είναι φαρδύ και ψηλό. Οι πιο νέοι και πιο ευλύγιστοι, κάπως τα
καταφέρνουν. Μα τους μεγάλους και τις γυναίκες ιδιαίτερα, πρέπει να τους
κρατούν ανά δυο, για να στηριχτούν στο γείσο του βαρελιού. Στην αρχή
όλοι ντρέπουνται και προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από την κουβέρτα
που έχουν κρεμάσει. Μα όσο περνούν οι μέρες, όλες οι ανθρώπινες
συνήθειες, θα 'λεγες πως ξεθυμαίνουν. Εξ άλλου αν καθήσουν πάνω κει,
με την κουβέρτα κατεβασμένη μπρος στα μούτρα τους, κινδυνεύουν να
πνιγούν από την ασφυξία. Κι έτσι η κουβέρτα αχρηστεύεται. Όλοι
αποφεύγουν να κυττούν κατά τα αλλοιωμένα πρόσωπα που, στην
προσπάθειά τους να κρατηθούν στην ακροβατική αυτή στάση, τεντώνουν
κατά μπρος, με μάτια γουρλωμένα και τα χείλια τραβηγμένα στις άκριες
από τον πόνο. Ο γύρος του βαρελιού καρφώνεται στα μεριά τους σα
μαχαίρι. Τα βρακιά τους κρέμουνται βρώμικα, στα αιωρούμενα πόδια τους,
που πηγαίνουν πέρα δώθε καθώς το τραίνο τρέχει.

Digitized by 10uk1s

Όσο ο ήλιος ανεβαίνει η ζέστη δυναμώνει, μαζί κι η βρώμα. Αρχισε κι ο
νεκρός να μυρίζει και σήκωσαν τα δυο παιδιά που κοιμούνται πάνω στο
σκεπασμένο του πτώμα.
Το τραίνο σταμάτησε κάπου στη βόρεια Γιουγκοσλαβία. Ένα κάρο περνά
σειρά τα βαγόνια και μαζεύει τους πεθαμένους. Η καθυστέρηση τους
γεμίζει χαρά, καθώς ανασαίνουν όλοι λιμασμένοι τον αέρα. Το βαρέλι
πλένεται, όσο καλύτερα γίνεται, μα τώρα πια μυρίζει δυνατά μόλις
κλείσουν πάλι οι πόρτες. Όλα, οι ανάσες των ανθρώπων, τα ρούχα, το
σανίδι του βαγονιού, όλα έχουν ποτιστεί με τη βρώμα. Το πετρωμένο
ψωμί δεν τρώγεται, αν και κανείς δεν ζητά πια να φάει. Τα καρότα
μαραμένα κι άθλια βρωμούν κι αυτά το ίδιο. Μόνο διψούν, και πίνουν
διαρκώς, παρ' όλο που δεν ξέρουν πότε και που θα σταματήσουν και το
νερό λιγοστεύει, αμέσως μόλις εφοδιαστούν με καινούριο.
Τα βογγητά των ηλικιωμένων είναι ανυπόφορα καθώς δεν σταματούν πια
μέρα και νύχτα. Μα το πιο ανυπόφορο απ' όλα είναι το θέαμα των παιδιών.
Αυτά που στην αρχή ρωτούσαν όλο για τα ίδια πράματα επίμονα και
κουραστικά...
—Μα που μας πάνε μπαμπά;
—Μα τι βρωμάει μαμά;...
—Πότε θα φτάσουμε; Θ' αργήσουμε;
—Μα γιατί είμαστε Εβραίοι;
Τώρα πια έχουν βουβαθεί. Τα πρόσωπά τους αφύσικα κιτρινισμένα και
ζαρωμένα, σαν εκατόχρονες γριές, μένουν απαθή για όλα. Και μόνο τα
μάτια τους, τεράστια στα ρουφηγμένα χαλκοπράσινα μουτράκια, αφύσικα
διασταλμένα μάτια, κυττούν συνέχεια τους μεγάλους, επίμονα και
Digitized by 10uk1s

τυραννικά. Και κει που όλοι ανακουφίστηκαν σαν έπαψαν να μιλούν,
άρχισαν να νιώθουν τη σιωπή τους, ασύγκριτα πιο κουραστική από τις
φλυαρίες των πρώτων ημερών. Η απάθεια και η ψυχραιμία που με τόσο
κόπο προσπαθούν να διατηρήσουν οι μεγάλοι, όλο αύτο το διάστημα,
άρχισε να κλονίζεται, κάτω από τα ανυπόφορα παιδικά βλέμματα. Κι όσο η
σιωπή τους παρατείνεται, οι άντρες στρίβουν αδέξια τα κεφάλια, σα να
σφίγγεται ο λαιμός τους σ' ένα στενό κολλάρο, σα ν' αποφεύγουν μη
ξέροντας κι αυτοί, τι; Μα τα παιδιά δε θέλουν ούτε αντέχουν το κενό.
Επίμονα ζητούν πάντα κάποιου τα μάτια, ίσως γιατί φοβούνται τη μοναξιά.
Ο Ζακ, ο μικρός ανηψιός του Ερρίκο, κάθεται συνήθως στα γόνατά του.
Πιο πέρα όρθιος, δίπλα στον Δαυίδ, στέκει ο Αλμπέρ, ο μεγάλος του
αδερφός. Ένα καλό και πράο παιδί που προσπαθεί να μην ενοχλεί κανέναν.
Γι' αυτό και ξαφνιάστηκαν όλοι, όταν τον είδαν να ορμά κατά τον μικρό
Ζακ, να τον αρπάζει από τ' αυτιά και να του γυρίζει το κεφάλι δεξιά κι
αριστερά, φωνάζοντας.
—Δεν είναι άλλος κανείς εδώ μέσα να τον κυττάξεις, αι; Δες λοιπόν, πόσοι
είναι γύρω σου... πάψε να κυττάς εμένα έτσι, ακούς; Πάψε είπα, τι φταίω
γω!
Ο Ζακ ούτε δάκρυσε. Έμεινε βουβός, ξαφνιασμένος. Ο Μωρίς κι ο Δαυίδ
τράβηξαν τον Αλμπέρ κατά το παραθυράκι.
—Δώστε μου ένα τσιγάρο! τους παρακάλεσε.
«Να τα μας!» σκέφτηκε ο Ερρίκο αγαναχτισμένος. «Τώρα θ' αρχίσει και
τούτος να καπνίζει... ώρες είναι να μου ζητήσει πίσω το μερτικό του!».
Ένα πηχτό πλαφ, σκέπασε με το θόρυβό του το βαγόνι κι έσπασε τη
στενάχωρη σιωπή. Τα κεφάλια στράφηκαν προς το βαρέλι απ' όπου βγήκε
ο υγρός ήχος. Δυο παπούτσια και δυο χέρια αγωνίζονταν στο γείσο του
Digitized by 10uk1s

βαρελιού. Κανείς δεν είχε προσέξει ποιος είχε πάει εκεί για την ανάγκη του.
Πλησίασαν κι είδαν τον Πειραιώτη βουλιαγμένο με τον πισινό στο βαρέλι,
που ήταν κιόλας ως τη μέση γεμάτο. Τον τράβηξαν και βγήκε. Ήταν
πασαλειμένος ως τους ώμους κι έσταζε ακαθαρσίες. Η μυρωδιά
διπλασιάστηκε μέσ' στο βαγόνι, και δημιουργήθηκε καινούριο πρόβλημα.
Ή έπρεπε να σταθεί κολλημένος σύρριζα στο βαρέλι ή θα τους λέρωνε
όλους με την παραμικρή μετακίνηση.
—Βρόμοι, σκατοεβραίοι, χαχάμηδες, άρχιζε να ουρλιάζει, κυττώντας το
χάλι του.
Κανείς δεν του μιλούσε, μα και κανείς δεν τον λυπάται. Είναι ο μόνος που
κράτησε μια αφίλιωτη διάθεση με το πλήθος, μια διάθεση που 'φτανε στην
εχθρότητα. Σχεδόν δεν ήξεραν τίποτα γι' αυτόν. Κάποιος άκουσε πως
δούλευε λιμενεργάτης στον Πειραιά, πως πιάστηκε για λαθρεμπόριο με
γερμανούς κι έτσι αποκαλύφτηκε πως είναι Εβραίος. Κανείς δεν ξέρει ούτε
το μικρό του όνομα. Στεκόταν εκεί, αβοήθητος, αποπνιχτικά βρώμικος και
με καμιά ελπίδα να καθαριστεί, μια και το τραίνο είχε μόλις το πρωί
σταματήσει. Στράφηκε στο βαρέλι με το νερό. Μα ο Δαυίδ είχε ήδη
προλάβει τη σκέψη του και μ' ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα του.
—Είμαστε εξήντα άνθρωποι και δεν ξέρουμε αν το τραίνο θα σταματήσει
αύριο πουθενά. Στο νερό δε θ' αγγίξεις· μόνο αν θέλεις να πιεις. Εξ άλλου,
αν σου χύσουμε όλο το βαρέλι απάνω σου, δε θα καθαριστείς και θα
κολυμπήσουμε όλοι στα σκατά.
Οι πιο νέοι μαζεύτηκαν γύρω από τους δυο άντρες, βλέποντας τις άγριες
διαθέσεις του Πειραιώτη.
—Το μόνο που μπορούμε να σου κάνουμε, συνέχισε ο Δαυίδ, είναι να σου
δώσουμε τούτη την κουβέρτα, που 'χομε δω για κουρτίνα. Κάνε την ο,τι
Digitized by 10uk1s

θες. Ή την χρησιμοποιείς για πατσαβούρα να καθαριστείς, η γδύνεσαι,
πετάς τα ρούχα σου και τυλίγεσαι μέσα της.
Ο Πειραιώτης έβγαλε το σακκάκι και το παντελόνι του και τυλίχτηκε στην
κουβέρτα.

Η Χανά σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να δει έξω απ' το
παραθυράκι. Τα μαλλιά της είναι άγρια από την απλυσιά και κολλημένα
από τους ιδρώτες. «Πώς θα ζήσω; Τι θα ζήσω;» αναρωτιέται. «—Πρέπει
να 'μαστε για όλα έτοιμοι», συνήθιζε να λέει ο καθηγητής Μιχαήλ. «Μα
ποια ήταν όλα; Και πόσα να 'ναι; Αυτό δεν το φανταζόσαστε ούτε και σεις,
φαίνεται, κύριε καθηγητά!».
Κι όμως δεν είναι πια τρομαγμένη. Άπλυτη είναι. Η βρόμα την τυραννεί και
την κυριαρχεί τόσο, που αδρανεί. Αυτό το αφύσικο ταξίδι στην ακαθαρσία
εξήντα

άγνωστων

ανθρώπων.

Και

που

όλοι

έχουν

ένα

κοινό

χαρακτηριστικό. Την ανευθυνότητά τους. Όχι για την ώρα της φρίκης που
ζούνε με τούτο το ταξίδι, μα για όλα. Και πιο πολύ για τον ίδιο τον εαυτό
τους. «Μα πως είμαστε έτσι, ιδιαίτερα μεις οι Εβραίοι; Γιατί δε βλέπουμε;
Τι δε θέλουμε να δούμε;».
Στην αρχή θέλησε να τους τα πει, να μάθουν... μα να τους μάθει, τι; «Τι
μου 'παν εμένα;».
Ήταν δεκατεσσάρων χρόνων σαν οργανώθηκε στην αντίσταση. Στην
καινούρια γειτονιά, που τη βρήκε ενάμισυ χρόνο αργότερα ο Σαμ,
παρουσιάστηκαν με το καινούριο όνομα, που με χίλιους κόπους κατάφερε
ο πατέρας της να εξασφαλίσει, μαζί και με καινούριες ταυτότητες. Για
κείνον και τη μαμά. Τα παιδιά, όσα ήταν κάτω από δεκάξη χρόνων, δεν
χρειάζονταν. Μ' αυτό το καινούριο όνομα και επίθετο γράφτηκε στο
Digitized by 10uk1s

γυμνάσιο, χωρίς πολλές διατυπώσεις. Έδωσε εξετάσεις «ως κατ' οίκον
διδαχθείσα». Εκεί, σε κείνες τις εξετάσεις, γνωρίστηκε με τον καθηγητή
Μιχαήλ. Της είπε όλο το κεφάλαιο της ιστορίας και το 'γραψε. Ύστερα
πληροφορήθηκε πως ο καθηγητής έκανε και ιδιαίτερα μαθήματα δωρεάν,
σ' όσα παιδιά είναι αδύνατα στα αρχαία. Συνήθισε να πηγαίνει σπίτι του.
Τους μιλούσε για τις γερμανικές θηριωδίες, για την αντίσταση των
Εβραίων στους υπόνομους της Πολωνίας, για τα στρατόπεδα, για τα
μαρτύρια, για την εξόντωση και τις εκτελέσεις. «Αντίσταση, αντίσταση,
τίποτ' άλλο» συνήθιζε να τους λέει. «Έτσι που πάμε δε θα μείνει κανείς.
Αλλά αυτός που πεθαίνει σήμερα χωρίς διαμαρτυρία, πεθαίνει δυο φορές,
έγραψε κάποιος σ' ένα τελείως ασήμαντο βιβλίο».
Κι όμως η Χανά δεν αποκάλυψε ούτε σε κείνον πως είναι Εβραία. Στην
Οργάνωση γράφτηκε και δούλεψε όπως και στο σχολειό ως Άρτεμις
Μπώκου. Και τώρα σαν θυμάται την αναπαράσταση με τον καθηγητή στα
υπόγεια της Μέρλιν ντρέπεται. Εκείνο το τυραννισμένο, εξαρθρωμένο
χούφταλο με τα τσιμπλιασμένα, ματωμένα μάτια, τι να σκέφτηκε άραγε,
σαν την άκουσε να ομολογεί πως είναι Εβραία; «Μπορεί και να με
λυπήθηκε για το βαρύ μου μυστικό. Είχε τέτοιο μεγαλείο και τέτοια
γενναιότητα, κρυφή, αληθινή. Αν ζει ακόμα, θα με λυπάται οπωσδήποτε,
γιατί δεν πηγαίνω στο άγνωστο και γω όπως όλοι τούτοι δω μέσα. Εγώ
ξέρω. Ξέρω τι με περιμένει και μένα και όλους μας ...». Ευτυχώς δεν
πρόλαβε να πει τίποτα στον Σαμ. Όμως ο πατέρας της ξέρει. Κι εκείνος
βρίσκεται στην ίδια περίφημη πλεονεχτική θέση, αν ταξιδεύει σε κάποιο
βαγόνι με άλλους εξήντα ανυποψίαστους. «Αγαπημένε κύριε καθηγητά».
Η ανάμνησή του την λεφτέρωνε πολλές φορές από τα βογγητά των γέρων
και τα κλάματα των παιδιών. Κάποτε αναπληρούσε και τον καθηγητή των
θρησκευτικών. «Ωραία! Αν σε ραπίσουν από το ένα μάγουλο γύρισε και τ'
άλλο. Αι λοιπόν, η υπομονετική καρτερική αγάπη είναι, για μένα,
Digitized by 10uk1s

ισοδύναμη με την αναντρεία. Δεν ξέρω αν είναι χριστιανισμός αυτά. Ξέρω
μονάχα πως είναι κηρύγματα δουλόφρονων προς δούλους». Τα παιδιά τον
παρακολουθούσαν με μεγάλα έκπληχτα μάτια και ξαναμμένα πρόσωπα.
«Αχ, αυτή η πολιτισμένη ανθρωπότητα, που κολυμπάει σε συνταγές
χριστιανικής

αγάπης,

τόσο

χριστιανικής,

που

θεωρεί

φυσικό

να

θανατώνουνται οι Εβραίοι στα στρατόπεδα των γερμανών».
Την ένατη μέρα του ταξιδιού οι κουβέντες και οι θόρυβοι στα βαγόνια
είχαν τόσο κατασιγάσει, που νόμιζε κανείς πως το τραίνο μετάφερνε
πεθαμένους.
Στο βαγόνι του Σαμ, εκεί κατά το ξημέρωμα, άρχισε να ψυχορραγεί ο
δεύτερος γέρος. Τον σήκωσαν και τον έφεραν μπρος στο παράθυρο, γιατί
πνιγότανε. Δεν ωφέλησε. Μετά από μια ώρα ξεψύχησε. Τώρα όλοι οι
ηλικιωμένοι κυριεύουνται από τον πανικό του θανάτου. Όλοι απαιτούν να
τους σηκώνουν διαδοχικά για ν' ανασαίνουν καθαρόν αέρα στα μικρά
παράθυρα. Μα δεν έχει μείνει κανείς που να μη νιώθει εξαντλημένος και
αδύνατος.
Και ο άχαρος κάμπος δεν αλλάζει, δεν τελειώνει· όλο ίδιος· ίδια χωράφια,
ίδιοι φράχτες, ακόμα και τα ρούχα των χωρικών νομίζουν πως
αναγνωρίζουν.
Διαδόθηκε πως θα τους πηγαινοφέρνουν έτσι άσκοπα, πάνω κάτω στην
Ευρώπη, για να πεθάνουν μέσ' στο τραίνο από ασφυξία και δηλητηρίαση.
Αβοήθητοι κι απληροφόρητοι εγκαταλείψαν τότε την αντίστασή τους,
θανάσιμα κουρασμένοι καθώς ήταν, και παραδόθηκαν σε νάρκη και
αδράνεια. Δυο άλλοι γέροι που πέθαναν μέσα στο απόγεμα δεν
συγκίνησαν πια κανέναν. Τώρα είναι όλοι τους βέβαιοι πως θα τελειώσουν
με τον ίδιο τρόπο, ο ένας ύστερα από τον άλλο, διασχίζοντας τους
έρημους κάμπους.
Digitized by 10uk1s

Τον Σαμ τον έβαλαν αμέσως στο μυστικό οι τρεις νεαροί που αποφάσισαν
ν' αποδράσουν. Θα δραπετέψουν πηδώντας από το παραθυράκι. Το
άνοιγμα είναι βέβαια πολύ στενό και θα δυσκολευτούν πολύ στους ώμους,
καθώς το σώμα τους θα κρέμεται μετέωρο προς τα έξω, αλλά με λίγη
βοήθεια από μέσα, όλα θα πάνε καλά. Εξ άλλου το τραίνο, τρέχει πολύ
σιγά, ιδιαίτερα τη νύχτα, καθώς ταξιδεύει χωρίς φώτα.
Η απόδραση ορίστηκε για την επόμενη βραδιά, τη δέκατη του ταξιδιού. Το
σχέδιο είχε γίνει κοινό μυστικό ως την καθορισμένη ώρα. Οι πιο
συντηρητικοί έχουν πολλές αντιρρήσεις. Τι θα γινόταν αν τους έπιαναν οι
γερμανοί; Και δε θα σκοτωθούν πηδώντας; Οι γυναίκες όμως πήραν
γενναία το μέρος των τολμηρών. «Αν υπάρχει μια ελπίδα να γλυτώσουν
τρία παλληκάρια, να γλυτώσουν οπωσδήποτε». «Μακάρι και να 'χαν όλοι
το

κουράγιο

να

τους

ακολουθήσουν».

«Έτσι

κι

αλλιώς

είμαστε

καταδικασμένοι».
Ο Σαμ είναι στα μέσα και στα έξω, όλη μέρα, στις προετοιμασίες και τους
υπολογισμούς. Μα σαν σουρούπωσε, κάθησε μελαγχολικός δίπλα στη
μάνα του. Θα 'θελε τόσο να πάει μαζί τους. Η μάνα του κατάλαβε. Ας είχε
το κουράγιο να του πει, «πήδα και συ γιε μου!». Μα δεν το λέει. Και
μάλιστα για να προλάβει μην της το πει εκείνος, και δε θα 'ξερε, αλήθεια
δε θα 'ξερε τι ν' απαντήσει, τον προλαβαίνει.
—Τι θα γινόμουν χωρίς εσένα Σαμ; τον ρωτάει. Και μόνο που σε νιώθω
πλάι μου, ανασαίνω χωρίς φόβο.
Της χαμογέλασε ξαφνιασμένος. Ώστε τον έχει κι αυτή ανάγκη; Και κείνος
σκεφτόταν μόνο τον Τέο.
Την τελευταία στιγμή όμως γίνηκε κάτι απροσδόκητο. Μπήκε στη μέση ο
Digitized by 10uk1s

Πειραιώτης κι έκοψε όλον τον ενθουσιασμό της απόδρασης. Η κακία του,
που τον πιάσαν, είχε μεταβληθεί τώρα σε μίσος για όλους, ύστερα μάλιστα
από το πάθημά του. Ίσως να λαχταρούσε κι ο ίδιος μιαν απόδραση για
λογαριασμό του, μα δεν την τολμούσε. Κι αποφάσισε να επιδείξει το
νταηλίκι του, απειλώντας όλους αυτούς τους εξαντλημένους ανθρώπους.
—Όποιος αποφασίσει, λέει, να δραπετέψει, θα τον πνίξω σαν κοτόπουλο.
Αστεία εγώ δε λέω.
Τα παιδιά λούφαξαν τρομαγμένα. Δεν ήθελαν δα και πολύ να χάσουν το
θάρρος τους. Μα η Μπουένα η Θεσσαλονικιά αγρίεψε για καλά.
—Και αφού είσαι τέτοιος νταής, του λέει, και μπορείς να πνίγεις τους
ανθρώπους σαν κοτόπουλα, γιατί δεν το σκας τουλόγου σου;
—Βέβαια, σκάσε το και συ, φώναξε μια άλλη. Θα σε βοηθήσουμε όλοι.
—Δεν το κάνω για να μη σας πάρω στο λαιμό μου...
—Ναι, σε βλέπω, έλυωσες σ' όλο το ταξίδι από φιλανθρωπία, ξανάπε η
Μπουένα. Δεν λες πως τρέμεις!
Ο Πειραιώτης γύρισε τις πλάτες και την έστησε στο παράθυρο. Από το
άλλο παράθυρο, δίπλα στην πόρτα, αποκλείεται οπωσδήποτε να το
σκάσουν, γιατί 'ναι πάρα πολύ στενό. Τα παιδιά μαζεύτηκαν σε μια γωνιά
κι αποφάσισαν να προσποιηθούν πως εγκατάλειψαν το σχέδιό τους. Οι
κουβέντες σιγά σιγά καταλάγιασαν. Όλοι προσπαθούν να βολευτούν για
την καινούρια νύχτα. Τα τρία αγόρια, με τον Σαμ πάντα, κουρνιάζουν στα
πόδια του Πειραιώτη. Παίρνουν δίπλα τους και μερικούς άλλους κι ο χώρος
γύρω του είναι τόσο στριμωγμένος, που δεν μπορεί ούτε τα πόδια του να
μετακινήσει. Ύστερα από δέκα νύχτες στο βαγόνι, ξέρουν πια πως κανείς
δεν αντέχει να μείνει ακίνητος τόσες ώρες. Το σκοτάδι απλώνεται τελείως,
Digitized by 10uk1s

μα ο Πειραιώτης κρατά καλά. Τα παιδιά προσποιούνται πως κοιμούνται
βαθιά, μα ξαγρυπνούν με μάτια ορθάνοιχτα μέσ' στο σκοτάδι. Στα μισά
της νύχτας, το σώμα του Πειραιώτη αρχίζει να βαραίνει προς τα κάτω. Μα
θέση για να καθήσει και να κοιμηθεί δεν υπάρχει. Δυο τρεις φορές
καταφέρνει κι ανασηκώνεται στο πόστο του. Μα η νύχτα είναι ατέλειωτη.
Τεντώνει τ' αυτιά του, βεβαιώνεται για την ησυχία και κρατιέται ακόμα
λίγο. Ώσπου κάποτε δρασκελάει τους γύρω του και πέφτει σ' ένα μικρό
κενό, που, επίτηδες, του 'χαν αφήσει από νωρίς. Τα παιδιά σφίγγουν τα
χέρια αμίλητα. Σαν πέρασε αρκετή ώρα, ο Σαμ σηκώθηκε πρώτος και
στάθηκε όρθιος στο παράθυρο. Οι άλλοι παραμόνεψαν κατά τη γωνιά του
Περαιώτη, που δεν μετακινήθηκε. Ένας ένας σηκώθηκαν όσο πιο αθόρυβα
μπορούσαν. Ο Σαμ έσπρωξε τον τελευταίο μόνος του και τον είδε να
κουλουριάζεται σκοτεινός σωρός και να κυλάει σα βαρελάκι στο χαντάκι
του δρόμου.

Τα τρία παλληκάρια έπεσαν στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας
Πολωνίας. Ακολούθησαν την αντίθετη με το τραίνο πορεία,
παράλληλα

στις

γραμμές.

Έτσι

μπήκαν

στο

εσωτερικό

της

Τσεχοσλοβακίας, χωρίς να 'χουν ίδέα, φυσικά, για το που βρίσκονται.
Πέσαν στα χέρια των Τσέχων παρτιζάνων. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
γύρισαν κι οι τρεις πίσω στην Ελλάδα.
Τα παιδιά ξερνούν χολή. Τα τσιγάρα τέλειωσαν. Ο Ερρίκο δεν μπορεί πια
να καπνίσει τα ελάχιστα που του απομένουν, γιατί κανείς άλλος δεν έχει
και μοίρασε ήδη αρκετά. Οι άνθρωποι είναι πεσμένοι όπως - όπως, ο ένας
απάνω στον άλλον. Κανείς δεν προσπαθεί να μετακινηθεί. Έχουν
παραδεχτεί τα πάντα. Τη βρώμα, τη λιγούρα, το θάνατο.
Οι γυναίκες βαστούν λίγο καλύτερα· κι η Θεσσαλονικιά καλύτερα απ'
όλους, μικρούς και μεγάλους.

Digitized by 10uk1s

—Παιδί μου, ψελλίζει η μάνα της κάθε τόσο, πεθαίνω...
—Σταμάτααα! φωνάζει η Μπουένα, άσε με επιτέλους ν' αναπνεύσω. Και
κολλάει τη μούρη της στο παράθυρο. «Α, αρκετά! Φτάνει! Τώρα που
παραδόθηκα στην ίδια μοίρα με σένα, το χρέος μου τέλειωσε. Αλλά στο
θάνατο θα πω όχι, όχι, όχι».

Digitized by 10uk1s

Όταν το άλλο μεσημέρι από την απόδραση το τραίνο σταμάτησε ξανά,
κανείς δεν κουνήθηκε. Από τις πόρτες των βαγονιών που ανοίγουν
διάπλατες, φαίνουνται, λίγα μέτρα πιο πέρα, ένα πλήθος κουρελήδες που
σκάβουν. Μα κανείς τους δεν πιστεύει πως το ταξίδι μπορεί να τέλειωσε,
γι' αυτό και δεν καταλαβαίνουν τι εννοούν οι γερμανοί που ανοίγοντας τις
πόρτες φωνάζουν.
—Ράους! άλες ράους...
—Έξω, λέει με κόπο ο Μωρίς, να βγούμε λένε όλοι έξω. Μα κανένας δεν
τον προσέχει κι αφήνει το κεφάλι του να ξαναπέσει.
Οι γερμανοί τώρα ανεβοκατεβαίνουν, πολλοί μαζί, τσιρίζοντας.
—Ράους, ράους, άλες ράους.
Ο Μωρίς ανασηκώνεται και κυττάει το πλήθος των καταδίκων με τις
ριγωτές στολές. Βέβαιος πια, φωνάζει με σιγουριά.
—Φτάσαμε παιδιά, φτάσαμε. Οι γερμανοί μας ειδοποιούν να βγούμε όλοι
έξω.
Τότε όλοι αυτοί οι μισοπνιγμένοι άνθρωποι αρχίζουν να σπρώχνουνται, να
πηδούν, να εγκαταλείπουν μέσα τις μανάδες ή και τα παιδιά τους και ν'
ανασαίνουν βαθιά, καταβροχθίζοντας κυριολεχτικά τον αέρα· ακόμα και να
χαμογελούν.
—Φτάσαμε.
—Να που φτάσαμε!
Κανείς δε νοιάζεται να ρωτήσει για την ώρα, που βρίσκονται. Μα κι αν
τους το πουν, πάλι δεν σημαίνει τίποτα γι' αυτούς η λέξη Άουσβιτς· τ'
Digitized by 10uk1s

όνομα Άουσβιτς, ούτε και τ' άκουσαν ποτέ πριν στη ζωή τους.
Τώρα τους φτάνει πως μπορούν ν' ανασάνουν καθαρόν αέρα, να
τεντώσουν τα κορμιά τους, να κάνουν λίγα βήματα. Δε βλέπουν τίποτα
συγκεκριμένο γύρω τους, μόνο μυρίζουνται τον αέρα και ξεχωρίζουν την
υγρή οσμή του, από την μπόχα που αναδίδουν τα σώματά τους.
Οι γέροι κι οι άρρωστοι εκλιπαρούν να τους κατεβάσουν. Τα παιδιά κλαίνε,
εγκαταλειμμένα προς στιγμή στα ψηλά βαγόνια απ' όπου δεν τολμούν να
πηδήσουν με τα μουδιασμένα πόδια τους.
Ο Σαμ βοηθά τη μάνα του και τον μικρό να κατέβουν και μένει ξερός
μπροστά στο θέαμα των αιχμαλώτων που πλησιάζουν κιόλας τα βαγόνια.
Έχει την εντύπωση πως βλέπει εφιάλτες, αντικρύζοντας σκελετούς
ντυμένους σε ράκη. Και πρόσωπα που δεν θυμίζουν ανθρώπους.
Επιδερμίδες κίτρινες, με μαυριδερές σκιές, τεντωμένες μα και ζαρωμένες
απάνω στα οστά ξουρισμένων κρανίων. Και μάτια βαθουλωμένα σε
τεράστιες κόγχες, που μοιάζουν άδειες. Τον σπρώχνουν, μα δεν μπορεί να
περπατήσει. Τους παρακολουθεί απολιθωμένος να κουνούν κάτι απίθανα
καλάμια ποδιών, που βγαίνουν μέσ' από κοντά πάνινα παντελόνια. Πηδούν
μέσ' στα βαγόνια, απ' όπου για τους ταξιδιώτες απαγορεύτηκε να πάρουν
μαζί τους το παραμικρό. Τα εφιαλτικά ριγωτά όντα, ανακατεύουν τα ράκη,
τις βρώμες κι ότι άλλο άφησαν αυτοί πίσω τους κι αρπάζουν με αφύσικα
χέρια, αφύσικες κινήσεις, ότι βρίσκουν, κρύβοντας τη λεία τους στα
λιγοστά ρούχα τους. Μένει εκεί αναστατωμένος και δεν βρίσκει τίποτα που
να μπορεί να το συγκρίνει με τούτα τα πλάσματα, γιατί δεν έχει ξαναδεί
παρόμοια, ούτε ζώα, ούτε ανθρώπους. Με τα μάτια ανήσυχα κυττούν
ολόγυρα και καταβροχθίζουν τ' άθλια καρότα, τα κρεμύδια, δείχνοντας
κίτρινα μυτερά δόντια. Κι όλοι έχουν τα ίδια μακριά και μαύρα σαν
άρπαγες χέρια και μάτια τρομαχτικά.

Digitized by 10uk1s

Ο Μωρίς βοήθησε τη Σύλα να κατέβει από το τραίνο και την κράτησε στην
αγκαλιά του. Στις έντεκα μέρες του ταξιδιού, δεν αντάλλαξε με τη γυναίκα
του λέξη. Σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής στάθηκε αμείλιχτος με τον
εαυτό του. Μέτρησε και ξαναμέτρησε όλες τις πιθανότητες να βγει
γελασμένος στα προαισθήματά του, χωρίς να βλέπει και κανέναν τρόπο να
αντέξει η Σύλα τις κακουχίες που τους περίμεναν στα στρατόπεδα
εργασίας. Παραδέχτηκε τέλος πως η απελπισία του δεν ήταν άδικη, μα
τίποτα δεν τον παρηγορούσε και δεν τον λύτρωνε από τη ντροπή του πως
την χτύπησε. Κι αν διατήρησε αυτή την απόσταση και την ψυχρότητα
ανάμεσά τους, δεν το 'κανε βέβαια από θυμό, μα γιατί καμιά απειλή όσο κι
αν ήταν φανερή δεν δικαιολογούσε την πράξη του αυτή. Φοβόταν πως, αν
άνοιγε το στόμα του να πει μια λέξη, θα 'πεφτε απάνω της, εκεί μπροστά
σ' όλους, να κλάψει όλο το σπαραγμό, τη ντροπή και την λατρεία του. Μα
μόλις κατέβηκε από το τραίνο, νόμισε πως δε θα μπορούσε πια για τίποτα
στον κόσμο να την αφήσει από την αγκαλιά του. Στ' αυτιά του έφταναν
κομμένες λέξεις και διαταγές «να χωριστούν οι γυναίκες από τους
άντρες»... «δεξιά οι γυναίκες, από κει...». Αναλογίστηκε πως θα τους
χώριζαν και πως έχασε έντεκα μέρες να την αγαπά, να κάθεται κοντά της,
ν' αγγίζει απάνω της, ν' ακούει τη φωνή της. Την έσφιξε απελπισμένα στο
στήθος του. Η Σύλα ανυποψίαστη, κούρνιασε στην αγκαλιά του
μικροσκοπική κι ευτυχισμένη. Πήρε το κεφάλι της μέσ' στις παλάμες του,
την απομάκρυνε λίγο και την κύτταξε στα μάτια.
—Όλων των ανθρώπων οι θεοί, Σύλα, της λέει, να με λυπηθούν και να μη
δικαιώσουν ποτέ την αγανάχτησή μου γι' αυτό που έκανες...
Ένας γερμανός του την άρπαξε από την αγκαλιά και την έσπρωξε πέρα.
—Πρόσεχε, πρόσεχε τον εαυτό σου, της φώναξε.

Digitized by 10uk1s

Η Χανά πήδηξε σβέλτα από το τραίνο, με την ελπίδα να βρει τον πατέρα
της. Ανάσανε βιαστικά και λαίμαργα τον αέρα, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα
στο βρώμικο πλήθος που ξερνούσαν τα βαγόνια. Μα πως θ' αναγνώριζε
κανείς κάποιον, όσο δικός του κι αν ήταν; Οι μορφές των ανθρώπων την
κύκλωναν αλλοιωμένες κιτρινοπράσινες, με ασπρόμαυρα γένεια και μάτια
εξαγριωμένων ζώων. Τα πρόσωπα της φαίνονταν όλα ίδια, αλαφιασμένων
τρελλών.
—Να χωρίσουν οι άντρες από τις γυναίκες... ούρλιαζε το μεγάφωνο. Μα η
Χανά αδιαφορούσε κι εξακολουθούσε ν' ανοίγει δρόμο, σπρώχνοντας με
τις παλάμες της και ψιθυρίζοντας, «Μπαμπά, Μπαμπάκα»... Όλος ο κόσμος
έκανε σαν κι αυτήν, και φώναζε κάποιον. Σιγά, σιγά κι η δική της φωνή
δυνάμωσε χωρίς να το συναισθάνεται και φώναζε όπως όλοι, «Μα που
είσαι, Μπαμπά, Μπαμπά!...».
—Ζακ, που πας;
—Μη φεύγεις Έβελυν...
—Μαμά, που είσαι, μαμά μου...
—Σαμ, Σαμ...
Σταμάτησε και κύτταξε κατά τη φωνή. Μια λιγνή γυναίκα, με το λαιμό
τεντωμένο πάνω από το πλήθος, εξακολουθούσε να φωνάζει κάποιον Σαμ
με δυο παιδιά κρεμασμένα στα χέρια της. Είναι και τα δυο τους άθλια,
όπως κι όλοι, βρόμικα, πασαλειμένα σκόνη και δάκρυα. Το ένα
επαναλάβαινε την επίκληση της μάνας του, και το άλλο καλούσε τη μαμά
του.
Δυο Ες Ες σπρώξανε τις γυναίκες κατά την αριστερή πλευρά του
περίβολου. Το κύμα που υποχωρούσε πειθήνιο, την πλησίασε πιότερο
Digitized by 10uk1s

στην άγνωστη με τα παιδιά. Έσκυψε και πήρε στην αγκαλιά της το ξανθό
αγόρι που καλούσε τον Σαμ. Ο μικρός την κύτταξε μ' απορία και
σταμάτησε να κλαίει.
—Να τώρα είσαι ψηλά και μπορείς να ιδείς και συ τους άλλους. Σ' αρέσει;
—Θέλω τον Σαμ.
—Που είναι, να τον φωνάξουμε! Για ψάξε να τον δεις!
—Είναι ο αδερφός του, της εξηγεί τώρα η γυναίκα, και τον χάσαμε
μονομιάς. Τώρα δα ήτανε δίπλα μας.
Μια άλλη γυναίκα, πιο αδύνατη αυτή, σωστό σκιάχτρο, όρμησε απάνω
τους κλαίγοντας.
—Ισαάκ, αγοράκι μου!
Το άλλο παιδί, σφίχτηκε στην καινουριοφερμένη, παρακαλώντας την.
—Μαμά, πάρε με στην αγκαλιά σου.
Εκείνη το 'σφιξε απάνω της πνιγμένη στο κλάμα.
—Δεν μπορώ παιδί μου, δεν μπορώ να σε σηκώσω...
—Θα τον σηκώσω γω τον Ισαάκ, ναι; προσφέρθηκε η Χανά. Άφησε κάτω
τον Τέο και σήκωσε τον άλλο στην αγκαλιά της.
—Τέο, εδώ...
Η ανάσα της κόπηκε καθώς άκουσε τ' όνομα του μικρού αγοριού. Ώστε
ήταν σίγουρα αυτός ο Σαμ που ζητούσαν! Μέσα στο παραζαλισμένο μυαλό
της προσπάθησε να βεβαιωθεί πως έτσι λέγαν τον μικρό αδερφό.
Digitized by 10uk1s

Η φάλαγγα είχε σχηματιστεί και προχωρούσε με βήμα σημειωτό. Πολλά
μέτρα μακριά η επιλογή είχε αρχίσει.
Από τα βαγόνια δεν τους άφησαν να πάρουν τίποτα. Οι κουρελήδες
εργάτες, όμηροι κι αυτοί, κάνουν έρευνα στους καινούριους. Ό,τι βρίσκουν
απάνω τους τα πετούν πίσω στα βαγόνια. Ούτε ένα τσιγάρο, ούτε μια
κουβέρτα ή ένα σακάκι περίσσιο δεν έπρεπε, λέει, να κρατήσουν.
Ο Ερρίκο αποχωρίστηκε με σπαραγμό, τα τελευταία πέντε τσιγάρα που
έκρυβε σα θησαυρό.
Οι ταξιδιώτες είχαν μοιραστεί σε δυο μακριές ουρές. Ένας ανώτερος
αξιωματικός με δυο τρεις άλλους, κυττά τους καινούριους με μάτι
εμπειρογνώμονα κι αρχίζει την επιλογή από τις γυναίκες. Από το ένα μέρος
στέλνει τις γριές, τις άρρωστες και τις μητέρες με τα μικρά. Τις νέες τις
κρατούσε δεξιά του.
Δυο τρεις παλιοί όμηροι χώθηκαν στις γραμμές των γυναικών. Παίρνουν τα
παιδιά από τις αγκαλιές των νέων και τα παραδίδουν στις πιο ηλικιωμένες.
—Πάρτο θείτσα, λέγανε μουλωχτά, άμα δουν πως έχεις παιδάκι, δε θα σ'
αφήσουν να δουλέψεις σε κουραστική αγγαρεία.
—Άσε μου το παιδί μου, διαμαρτυρήθηκε μια νέα ως είκοσι χρόνων.
—Ντροπή, η γιαγιάκα δε μπορεί να δουλέψει. Ενώ εσύ είσαι τόσο νέα.
Έτσι κι αλλιώς μαζί θα μείνετε όλες.
Ένας απ' αυτούς ξετρύπωσε ανάμεσα στα πόδια της Χανά που κρατούσε
ακόμα τον Ισαάκ στην αγκαλιά της.
—Δικό σου είναι το αγοράκι; Δε φαντάζομαι... και τήν κύτταξε καλά.

Digitized by 10uk1s

—Δικό μου, πετάχτηκε η Σύλα.
Ο όμηρος την τύλιξε με μια γρήγορη ματιά, από το ρουφηγμένο πρόσωπο
με τα βαθουλωμένα μάτια, ως το σκελετωμένο μικρό σώμα της. Πήρε το
παιδί από την αγκαλιά της Χανά και της το παράδωσε.
—Εσύ είσαι πολύ νέα και αντέχεις να δουλέψεις, ενώ αυτή η καημένη είναι
άρρωστη, δεν τη βλέπεις; ρώτησε και γλύστρησε κάτω από τα πόδια τους.
Ένας Ιταλός όμηρος περνούσε μπροστά από τον Ερρίκο, βρίζοντας θεούς
και δαίμονες. Ο Ερρίκο πανευτυχής που βρήκε κάποιον να τον
καταλαβαίνει τον άρπαξε από το μανίκι.
—Γιατί χωρίζουν τις γυναίκες έτσι; τον ρώτησε.
—Έτσι γίνεται εδώ, μην ανησυχείς, του λέει κι απομακρύνθηκε.
Ο Σαμ έψαχνε με τα μάτια τη φάλαγγα των γυναικών μπας και διακρίνει τη
μάνα του. Κάποιος τον τράβηξε κι άκουσε τη φωνή του Μωρίς.
—Έλα από δω, δίπλα μου. Εγώ ρώτησα και θα μας επιτρέψουν λέει αύριο
να τις δούμε.
Οι δυο φάλαγγες των γυναικών απομακρύνθηκαν ακόμη περισσότερο,
γιατί η επιλογή τους είχε τελειώσει. Κυκλωμένες από φρουρούς
περιμένουν, δεν ξέρουν τι.
Ο αξιωματικός πλησίασε την πολύ μεγαλύτερη μάζα των αντρών και
φώναξε.
—Αν υπάρχουν δίδυμα αδέρφια ανάμεσά σας να παρουσιαστούν.

Digitized by 10uk1s

Κανείς δεν κουνήθηκε. Δυο δίδυμα ζευγάρια σκόρπισαν στις τέσσερις
άκρες της φάλαγγας.
Τους χώριζαν κι αυτούς στα δυο. Από τη μια πήγαιναν οι γέροι, τα μικρά
αγόρια κι όσοι φαίνονταν πολύ εξαντλημένοι κι άρρωστοι. Τον Ερρίκο με
τον μικρό του ανηψιό τον στείλαν μ' αυτούς. Κύτταξε όλο το
αποκαμωμένο πλήθος της ουράς. «Αυτό να λέγεται πως εμάς θα μας
βάλουν σε αλαφριές δουλειές», σκέφτηκε με ανακούφιση. Μα ο Δαυίδ που
στεκόταν στην απέναντι σειρά του 'κανε απεγνωσμένα νοήματα. Κάποια
στιγμή που οι φρουροί δεν κύτταζαν κατά το μέρος τους, του σφύριξε.
—Ερρίκο, μα έλα λοιπόν και συ από δω να μη χωρίσουμε, και του 'δειξε
τον Αλμπέρ, τον Μωρίς και τον Σαμ που στέκονταν δίπλα του.
Ο Ερρίκο αναζήτησε τον μικρό ανηψιό του, να τον πάρει μαζί του. Ο Ζακ
έπαιζε μ' ένα άλλο παιδί ειρηνικά και μελαγχολικά λίγο πιο πέρα.
—Ν' αφήσω τον ανηψιό μου με το γιο σου και τον παίρνω αργότερα;
ρώτησε τον πατέρα του άλλου μικρού.
—Ναι, ναι, τον καθησύχασε ο ανθρωπάκος, θα τα προσέχω και τα δυο.
Ο Ερρίκο παραφύλαξε και σε μια στιγμή που ο φρουρός είχε γυρίσει τις
πλάτες, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στη φάλαγγα των φίλων του. Μέσα
στη μεγάλη φασαρία πολλοί άλλαζαν θέσεις, σμίγοντας με τους δικούς
τους.
Ξεκίνησαν πρώτοι οι γέροι οι άρρωστοι και τα παιδιά. Οι γριές και οι
μανάδες με τα μικρά τους. Οι νέες και γερές γυναίκες πήγαν σ' ολότελα
αντίθετη κατεύθυνση. Οι γεροί άντρες περπάτησαν κάπου δέκα λεπτά,
ώσπου φτάσαν σε μια μεγάλη πλατεία, γεμάτη χιλιάδες όμηρους με
ριγωτές φορεσιές.
Digitized by 10uk1s

Ο Ερρίκος τρόμαξε. Θες να τον ντύσουν κι αυτόν έτσι, σα να 'ναι κλέφτης;
Τράβηξε τον Δαυίδ από το ρούχο.
—Λες να μας ντύσουνε και μας έτσι; ρώτησε ανήσυχος.
—Αλλο καημό να μην πάρεις μέσα δω, μπάρμπα - Ρίκο, τον παρηγόρησε
κείνος γελώντας.
Στις γραμμές τους πλησίασε ένας όμηρος. Τους κύτταξε όλους προσεχτικά.
—Γεια σας πατρίδα, είπε.
Η καρδιά του Δαυίδ έκανε ένα κρακ. Χούφτωσε το στήθος του, βέβαιος
πως θα 'πιανε τα θρύψαλα της. Το στόμα του Σαμ, γέλασε πλατύ, παιδικό.
Ο Μωρίς ήθελε πολύ να τον ρωτήσει που πήγαν τις γυναίκες με τα παιδιά,
μα δεν άντεχε. «Καλύτερα να περιμένω. Έτσι κι αλλιώς θα μάθω».
—Ακούστε με, ψιθύρισε. Τώρα θα 'ρθουν άλλοι γερμανοί, ολόκληρη
επιτροπή. Όταν ρωτήσουν αν κανείς σας είναι άρρωστος μην κάνετε
κανένα αστείο και πείτε κουβέντα... έστω κι αν είστε του θανατά.
—Γιατί; ρώτησε ο Ερρίκο.
—Λεπτομέρειες. Πάντως κουβέντα, ούτε για πονοκέφαλο.
—Και τους άλλους τους δικούς μας, που τους πήγαν; ρώτησε πάλι.
Ο Μωρίς κρεμάστηκε μ' αγωνία στην απάντηση του ξένου.
—Λίγη υπομονή και θα τα μάθετε και τα δυο. Όλα θα τα μάθετε αδέρφια.
Αύριο, είπε, και προχώρησε παρακάτω.

Digitized by 10uk1s

Κατά τετράδες!
Οι άντρες συνάχτηκαν σιωπηλοί. Οι Ες Ες τους κύκλωσαν.
—Θα βαδίσετε πιασμένοι από τα χέρια, χωρίς να βγει κανείς από τη
γραμμή. Προσέχτε καλά μην αγγίξετε τα σύρματα δεξιά κι αριστερά σας
γιατί 'ναι ηλεκτροφόρα. Όποιος ακουμπήσει κατά λάθος το χέρι του απάνω
κει, θα μείνει στον τόπο.
Περπατούσαν κολλημένοι ο ένας στον άλλον, καταμεσής του δρόμου, με
τα μάτια καρφωμένα στα φονικά σύρματα. Ο Δαυίδ και ο Μωρίς βάλανε
στη μέση τον Σαμ και τον Αλμπέρ, τους δυο νέους. Ο Ερρίκο ακολουθούσε
με το γαμπρό του στην επόμενη τετράδα. Όσο σκοτείνιαζε δεν διάκριναν
πια, μόνο φαντάζονταν, μόνο φοβόντουσαν κι όλο θαρρούσαν πως τα
σύρματα στένευαν, στένευαν, πλησιάζοντας από μόνα τους να τους
αγγίξουν. Σφιγγόντουσαν τόσο, που περπατούσαν ο ένας μέσα στον
άλλον.
Κάποτε τέλος η τρομαχτική πορεία ανάμεσα στα ηλεχτροφορα σύρματα
τέλειωσε και φτάσανε σ' ένα μεγάλο θάλαμο.
—Τώρα μπορείτε να κοιμηθείτε, είπαν οι γερμανοί που τους συνόδευαν κι
έφυγαν αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα.
Τα σφιγμένα από την εφιαλτική πορεία πρόσωπα χαλάρωσαν. Κυττάζονταν
μεταξύ τους ξαφνιασμένοι. Μερικοί χαμογελούσαν στην ορθάνοιχτη
πόρτα. Κι άλλοι ψιθύρισαν, «επί τέλους λέφτεροι», ύστερα από την
ασφυξία του τραίνου.
Στο άνοιγμα της πόρτας ξεπρόβαλαν τότε κείνα τα ξουρισμένα κεφάλια με
τα κιτρινοπράσινα πρόσωπα που είχαν τρομάξει τον Σαμ σαν κατέβηκε από
το τραίνο. Τα τεντωμένα δέρματα στα πεταγμένα οστά του προσώπου
Digitized by 10uk1s

ζάρωναν τώρα από ένα χαμόγελο. Οι φυσιογνωμίες αποχτούσαν μακάβρια
κωμικότητα.
—Καλώς ορίσατε πατρίδα.
—Καλώς τους... Οι ερωτήσεις μπερδεύτηκαν με θερμές χειραψίες.
Ο Ερρίκο παρακολουθούσε χαμένος τους επισκέπτες. «Μα που βρέθηκαν
τόσοι Έλληνες;».
—Μα πότε ήρθατε δω; ρώτησε κάποιον.
—Πότε; γέλασε αυτός. Είκοσι δυο μήνες και δεκαεπτά μέρες...
—Πολλοί;
—Λίγοι και λίγοι, και λίγοι... Αλλά τώρα είμαστε χιλιάδες... Μπρος στην
έκπληξη του Ερρίκο κούνησε το κεφάλι. Πάντως δεν σας λείψαμε...
Τουλάχιστον ξέρεις που βρισκόμαστε;
—Στη Γερμανία;
—Όχι! Στην Πολωνία. Στο στρατόπεδο Μπιρκινάους, στο Άουσβιτς.
Κανείς τους δεν είχε ξανακούσει αυτά τα ονόματα που για την ώρα, για τη
νύχτα αυτή, δε σήμαιναν τίποτα. Τους πληροφόρησαν ακόμη πως,
ακριβώς δίπλα στο θάλαμό τους, είναι τα λουτρά.
—Κοιμηθείτε, λοιπόν, κι αύριο θα σας κάνουμε κούκλους. Θα σας
ξεψειριάσουμε, θα σας κουρέψουμε...
—Κι ο θάλαμος μας θα μείνει ξεκλείδωτος;
—Λέτε να τους διέφυγε; Αμ δεν κάνετε κανένα αστείο να βγείτε πάρα έξω;
Digitized by 10uk1s

Η περιοχή είναι κυκλωμένη απ' άκρη σ' άκρη, με ηλεκτροφόρα σύρματα...
—Και κυκλοφορείτε λέφτερα!
—Ανάμεσα στα λάγγερ, ναι.
—Τι είναι αυτά;
—Αυτό εδώ που βρίσκεστε, ένας μεγάλος θάλαμος.
—Τότε, παρακαλεί ο Ερρίκο, δεν μπορούμε να πεταχτούμε στο λάγγερ που
πήγαν τους δικούς μας; Έχω ξέρετε ένα ανηψάκι και ανησυχώ...
—Και μένα η γυναίκα μου, λέει ο Μωρίς, και θα 'θελα...
—Μην ανησυχείτε γι' απόψε, κοιμηθείτε...
—Μα γιατί, είναι μακριά;
—Κάπου εδώ γύρω θα βρίσκουνται... αύριο θα μάθουμε...
—Και θα τους βλέπουμε;
—Αύριο, αύριο, τους καθησυχάζουν οι παλιοί.
—Λίγο ψωμάκι βρε παιδιά, πεινάμε, τόλμησαν να πουν μόλις τους
βεβαίωσαν πως οι δικοί τους θα 'ναι κάπου κοντά.
Οι όμηροι γέλασαν, όπως γελούν οι μεγάλοι με τις αφέλειες των παιδιών.
—Θ' αστειεύεστε βέβαια! Ούτε ψίχουλο.
Κυττάχτηκαν απελπισμένοι. Μα είναι τόση η κούρασή τους και τόσο ζεστός
και ευρύχωρος ο τεράστιος άδειος θάλαμος, που έχουν στη διάθεσή τους,
ώστε μόλις ξάπλωσαν και τέντωσαν άνετα τα μέλη τους σ' όσο χώρο
Digitized by 10uk1s

ήθελε ο καθένας, αποκοιμήθηκαν.

Τα μικρά ακολουθούσαν με δύσκολα βήματα τις μανάδες και τους
παππούδες, που περπατούν κι αυτοί εξαντλημένοι. Σούρνονται στο
μισοσκόταδο και δεν αναρωτιούνται, ούτε ανησυχούν. Λαχταρούν μόνο να
φτάσουν όπου να 'ναι, για να ξαπλώσουν και να κοιμηθούν. Οι χιλιάδες
όμηροι που είδαν φτάνοντας στο στρατόπεδο, παρ' όλη την αθλιότητά
τους, είναι μια καθησυχαστική παρουσία. Μόνο τα παιδιά, που πήραν
απάνω τους, καθώς βγήκαν από τα βαγόνια κι ανάσαναν καθαρό αέρα,
πεινούν και φωνάζουν από παντού, με τις εξαντλημένες φωνές τους,
«πεινώ, πεινώ». Η Εσθήρ, παρηγορεί τον Τέο, με την τελευταία δύναμη
που της απομένει.
—Κάνε λίγο υπομονή, αγοράκι μου, τώρα που θα μας ταχτοποιήσουν θα
μας δώσουν και κάτι να φάμε ασφαλώς.
Η Σύλα κυττάζει την Εσθήρ με απελπισία. Εκείνη δεν έχει ούτε αυτή τη
δύναμη να καλοπιάσει τον Ισαάκ, που κλαψουρίζει διαρκώς.
—Κάτι έπρεπε να κρύψουμε στα ρούχα μας, ψιθυρίζει ξεπνεμένα.
Μπήκαν σ' έναν περίβολο, άδειο, πεντακάθαρο, όπου δε φαινόταν ούτε
γερμανός ούτε όμηρος. Ο αρχηγός της συνοδείας φώναξε δυνατά.
—Καθείστε όπου θέλετε, μόνο φασαρία μην κάνετε.
Η φάλαγγα διαλύθηκε σε ομάδες. Όλοι μαζεύουνται στο γύρο για ν'
ακουμπήσουν τις πλάτες τους στον τοίχο. Η Εσθήρ κάθησε δίπλα με τη
Σύλα και τα παιδιά στα γόνατά τους.
—Τώρα θα μας δώσουν φαγητό όπως στο Χαϊδάρι; ρωτά πάλι ο Τέο.
Digitized by 10uk1s

—Μακάρι να 'ξερα γιε μου...
Από

έναν

όμηρο

που

εμφανίστηκε

μια

στιγμή

στον

περίβολο,

κυκλοφόρησε η πληροφορία πως εδώ που τους φέρανε είναι τα λουτρά
καθαριότητας. Έπρεπε να πλυθούνε, να ξεψειριαστούνε κι έπειτα θα τους
οδηγήσουν στους θαλάμους για ύπνο. Οι πιο γέροι, κυρίως αυτοί,
απελπίστηκαν, τόσο εξαντλημένοι και κουρασμένοι που νιώθουν. Τα παιδιά
κλαψουρίζουν ξελιγωμένα κι αυτά. Η Εσθήρ πήρε τα δυο μικρά κοντά της.
—Απόψε θα περάσουμε όπως, όπως. Μα αύριο το πρωί θα μας δώσουν
ένα ζεστό ωραίο τσάι. Ύστερα θα σας πάρουν εσάς, τ' αγοράκια με τα
κορίτσια και θα σας αφήσουν να παίξετε σε μια μεγάλη αυλή... θα 'χει
φαντάζομαι ξυλαράκια να μαζεύετε, μπορεί και λουλούδια και πάπιες να
τρέχουν και να σκαλίζουν το χώμα... αντείτε τώρα να παίξετε ώσπου να
μπούμε στο λουτρό...
Τα μικρά την ακούνε προσεχτικά και σε λίγο μαλακωμένα με τις θαυμαστές
υποσχέσεις ενός τόσο ωραίου αύριο, απομακρύνθηκαν χέρι χέρι.
Πλησίασαν

μια

ομάδα

παιδιών

που

τα

δέχτηκαν

αδιάφορα

και

μουδιασμένα. Σιγά σιγά, άρχισαν να μιλούν σαν καλά πληροφορημένοι. Κι
όσο

προχωρούσαν,

χρησιμοποίησαν

την

τερατώδικη

παιδική

τους

φαντασία, για ν' αφηγηθούν ό,τι θα παρηγορούσε τα ίδια και θα τραβούσε
και την προσοχή των άλλων.
—...και έχει λέει εδώ, πίσω, διηγιέται ο Τέο, έναν μεγάλο κήπο, μόνο για
παιδιά, με λουλούδια και κούνιες...
—... και πάπιες, συμπληρώνει ο Ισαάκ, που κολυμπάνε σ' ένα μεγάλο
λάκκο με νερό...
—Λίμνη είναι καημένε... και θα βγάζουμε τα παπούτσια μας και θα
βουτακάμε... αλλά πρέπει πρώτα να πιούμε όλο μας το γάλα!
Digitized by 10uk1s

Ο ενθουσιασμός τα συνεπήρε κι άρχισαν να παίζουν δειλά στην αρχή. Οι
ψίθυροι των μεγάλων σκεπάστηκαν σε λίγο από τα τρεχαλητά τους.
Κουτσουρεμένες μικρές φωνές, διασταυρώνονταν με κοφτά γελάκια και
λαχανιάσματα.
Ένας όμηρος βγήκε στη μεγάλη πόρτα κι είπε σ' έναν από τους φρουρούς.
—Κάνε αυτά τα μπάσταρδα να σωπάσουν.
—Τη δουλειά σου Πολωνέ, βρυχήθηκε ο γερμανός και συμπλήρωσε
μελιστάλαχτα. Τι σου κάνουν τα καημένα τα παιδάκια;
Η Σύλα ρώτησε με τα μάτια την Εσθήρ, τι είπαν. Η Εσθήρ της εξήγησε
άκρες μέσες το διάλογο.
—Ίσως, συνέχισε, οι γερμανοί να 'ναι μαλακότεροι στον τόπο τους, παρά
στα κατεχόμενα εδάφη... δεν αποκλείεται να κάνουν επίδειξη περίσσειας
δύναμης εκεί στην Ελλάδα για να μας πάρουν τον αέρα... —Λες να
φερθούν και στους άντρες μας καλά; ρώτησε γεμάτη ελπίδα η Σύλα.
—Στους άντρες μας! αναστέναξε η Εσθήρ. Ο Σαμ μου με τους άντρες!
Σκέψου πως δεν είχα προλάβει να του φορέσω μακριά παντελόνια. Και
μονομιάς τους δυο τελευταίους μήνες, ιδίως στο Χαϊδάρι, γίνηκε κοτζάμ
άντρας!
—Για τα παιδιά ήταν σαν εξοχή. Είχαν καθαρό αέρα, καλό φαγητό... αν
συνεχίσουν να μας ταΐζουν και δω έτσι...
—Μμμ, πολύ αμφιβάλλω! Εκεί τα 'δινε όλα ο Ερυθρός Σταυρός...
«Φτάνει ν' αντέξουμε», συλλογίζεται. «Ο Σαμ, ο Τέο κι εγώ. Κι εγώ
φυσικά! Τι θ' απογίνουν τα παιδιά χωρίς εμένα». Άλλοτε πίστευε πως
κανείς τους δεν θα μπορούσε να επιζήσει χωρίς την προστασία του άντρα
Digitized by 10uk1s

της. Και ξάφνου! Πόσες μέρες πέρασαν από τότε που δεν τον σκέφτηκε;
Ούτε καν το μεγάλο της γιο. «Ίσως γιατί όσο κι αν περνούν άσκημα, είναι
κει. Σε λαγούμι ή στο βουνό ζουν στον τόπο μας, ενώ εμείς!».
Άνοιξε τα μάτια της για να βεβαιωθεί πως τα παιδιά βρίσκουνται κάπου
κοντά. Άραγε η Σύλα είναι πιο ευχαριστημένη που ήρθε δω μαζί με τον
Μωρίς; Την κύτταξε. Έμοιαζε κουρασμένη, σα λυπόθυμη.
Με τα μάτια κλειστά, αναμασούσε ξανά και ξανά τα τελευταία λόγια του
Μωρίς και το βλέμμα του, καθώς κράτησε το κεφάλι της στις παλάμες του
κατεβαίνοντας από το τραίνο. Εφτά χρόνια παντρεμένη· το ίδιο
ερωτευμένη μαζί του. Τώρα ξέρει πολύ καλά, πως δεν παραδόθηκε μόνο
για το παιδί. Η ιδέα να ζήσει μακριά του την τρέλλαινε. Όταν θα τον
ξαναδεί θα του το ομολογήσει. Πρέπει να το ξέρει κι εκείνος κι ας μην είναι
σωστό για τον Ισαάκ. Είναι μια μικρή προδοσία για το παιδί τους. Ντροπή,
βέβαια, ντροπή. Θυμήθηκε πως το ζήλευε τον πρώτο καιρό που
γεννήθηκε. «Με παραμελείς», της παραπονιόταν.
Ένας όμηρος με ριγωτή φορεσιά εμφανίστηκε στη μεγάλη πόρτα.
—Να περάσετε όλοι σιγά σιγά, μέσα, χωρίς να σπρώχνεστε, για τα λουτρά,
φώναξε, κουνώντας τα χέρια του σα για να τους μαζέψει όλους.
Οι περισσότεροι μισοναρκωμένοι από την κούραση λαγοκοιμούνταν.
Σκουντώντας ο ένας τον άλλον ξεσηκώθηκαν. Οι γέροι τραβούν με
δυσκολία τα σκεβρωμένα κορμιά τους κατά πάνω. Όσοι απ' αυτούς είναι
με τις γριές τους, τις βοηθούν άτσαλα να σηκωθούν. Η μάνα της Μπουένα
φαίνεται ετοιμοθάνατη. Η Σύλα την ξύπνησε μα δεν κατάφερε να την
ανασηκώσει. Η Εσθήρ της έκανε νόημα να περιμένει γιατί βοηθούσε
κάποιον άλλο. Οι πιο πολλοί ζητούσαν βοήθεια για να μετακινηθούν.
Τέλος

το

ανθρώπινο

κοπάδι

πέρασε

ένα

μεγάλο

άδειο

χώρο,

Digitized by 10uk1s

ακολουθώντας τον όμηρο και κατέβηκε τις φαρδιές σκάλες. Μπροστά σε
μια άλλη πόρτα, όρθιος ένας ψηλός γερός άντρας τους υποδέχεται
καλοσυνάτα και με τέλεια ελληνικά.
—Και τώρα προσοχή. Να γδυθείτε όλοι σας τελείως και να κρεμάσετε τα
ρούχα σας σε μια από τις κρεμάστρες που βλέπετε ολόγυρα στη σειρά. Να
θυμάστε μόνο καλά το νούμερο της κρεμάστρας σας, για να ξαναβρείτε
εύκολα τα πράγματά σας, όταν θα βγείτε από το λουτρό. Πετσέτες και
σαπούνι θα βρείτε μέσα στα ντους.
Οι περισσότερες γυναίκες εντελώς ξύπνιες πια από τη διαταγή, βγάζουν
μικρές τρομαγμένες φωνές.
—Να γδυθούμε τελείως!
—Μέσα σε τόσο κόσμο;
—Αν τολμάς μη γδύνεσαι...
Οι μανάδες παίρνουν κοντά τους τα παιδιά κι αρχίζουν να τα γδύνουν
πρώτα, για να κερδίσουν καιρό. Η Σύλα κύτταξε την Εσθήρ με απόγνωση
καθώς βγάζει το βρακάκι του γιου της. Η Εσθήρ της χαμογελά με κόπο.
—Τι να γίνει! στον πόλεμο, σα στον πόλεμο.
—Τι απλό που είναι να είσαι άντρας, λέει η Σύλα.
«Κι ακόμα απλούστερο να μην είσαι Εβραίος», σκέφτεται η Εσθήρ.
«Νόμιζα πως δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την αθλιότητα. Κι όμως δεν
είχα δει την αθλιότητα εξευτελισμένη, γελοιοποιημένη...».
Τα παραμορφωμένα γεροντικά κορμιά, ξεχασμένα από χρόνια στον σιγανό
αφανισμό τους αποκαλύπτονται τώρα γύρω της. «Μα τι εικόνα, τι εικόνα».
Digitized by 10uk1s

Έκλεισε τα μάτια της και στηρίχτηκε στον τοίχο.
Τα παιδιά απαλλαγμένα από τα βρώμικα ρούχα τους, γλυστρούν από τα
χέρια των μανάδων τους ολοτσίτσιδα και τρέχουν μακριά από τους
μεγάλους.
—Εσθήρ, τα παιδιά, άκουσε τη φωνή της Σύλα. Κι είδε τα δυο αγόρια που
'χαν πλησιάσει στην έξοδο. Η Σύλα είχε κιόλας γδυθεί, κι έτρεξε κείνη προς
το μέρος τους.
—Τεό, Ισαάκ, έλατε δω, μη βγείτε έξω.
—Μην ανησυχείς, την καθησύχασε ο φρουρός. Κανείς δεν επιτρέπεται να
βγει αν δεν περάσει από το λουτρό.
Ήσυχη, γύρισε κοντά στη Σύλα κι άρχισε να γδύνεται, σκύβοντας το
κεφάλι. Κάθε που βγάζει κι από 'να ρούχο, κυττά γύρω της να προλάβει
μια στιγμή που δε θα την προσέχουν. Μα όλοι ντρεπουνται το ίδιο και
στέκουνται με χαμηλωμένα μάτια σα να 'χουν κάνει μια μυστική
συμφωνία, ή κυττώντας κάπου ψηλά, στο κενό. Ένας γέρος αχαμνός
στέκει μπροστά σε μια αγαθή χοντρή γυναίκα και προσπαθεί να την
καλύψει με το σώμα του. Μα είναι χοντρή και τόσο άσπρη. Σφιγμένη στις
πλάτες του άντρα της, πιέζει τα στήθια της απάνω του κι αυτά ξεχειλίζουν
από τα πλάγια. Ένας άλλος γδύνει αδέξια το εγγόνι του. Το παιδί τού
τραβάει τα μαλλιά κι αυτός του φιλά πεταχτά τ' αχαμνά καθώς το
ξεβρακώνει.
Σαν έφτασε στο τελευταίο της εσώρουχο η Εσθήρ κυττά την Σύλα για να
πάρει κουράγιο. Αδύνατη, μα σφιχτά δεμένη στο σκελετό της, ακουμπά
στον τοίχο, κρύβοντας με το δεξί της χέρι το κατακόρυφο σημάδι της
εγχείρησης πάνω στην κοιλιά της. Το ξεγύμνωμά της γίνηκε ένα βουητό
στ' αυτιά της, που σιγά σιγά ξεκαθάρισε στη βραχνή φωνή του Μωρίς,
Digitized by 10uk1s

όπως αλλοιωνόταν παράξενα τις νύχτες, όταν την αγκάλιαζε. Μια
ανατριχίλα, τριγυρίζοντας από τους ώμους της, κατρακύλησε στα μικρά
της στήθια που τινάζουν μια σκούρα παρθενική ρόγα. «Πόσο καιρό θα
κάνουμε άραγε να ξαναγκαλιαστούμε!».
Η Εσθήρ κυττάζεται ντροπιασμένη από πάνω ως κάτω με το βλέμμα ενός
ξένου. «Βέβαια, η Σύλα είναι πολύ πιο νέα· ζήτημα αν θα 'ναι τριάντα
χρόνων. Εξ άλλου εγώ έχω γεννήσει και τρία παιδιά!».
—Μαμά! ακούστηκε η φωνούλα του Τέο δίπλα της. Άπλωσε τις παλάμες
της στο μάκρος του κορμιού της. Ο μικρός την κυττούσε με τα στοχαστικά
αμείλιχτα μάτια των παιδιών, που σε υποχρεώνουν να σκέφτεσαι
πράγματα που δε θες. Με το παιχνίδι δεν είχε προσέξει ως τούτη τη στιγμή
τους μεγάλους που είχαν γδυθεί. Η μάνα του γυμνή! «Μα πως είναι έτσι;»
Το βλέμμα του περπατά από κείνην στη θεία Σύλα κι ακόμα σ' όλους τους
άλλους που στέκονταν σειρά πέρα για πέρα... τα σώματα των μεγάλων,
αυτά τα κρυφά, τα απαγορευμένα μυστήρια, είναι τώρα στην διάθεση των
άπληστων ματιών του. Το βλέμμα του γλυστράει από το μαύρο χνουδωτό
τρίγωνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς της μάνας του, στης Σύλα και της
άλλης κυρίας παρακάτω. «Όλοι οι μεγάλοι έχουν το ίδιο»... σταμάτησε
ανατριχιασμένος σε δυο μπούτια πασαλειμένα αίματα ως κάτω χαμηλά,
στα γόνατα... μικρά κόκκινα αυλάκια που ξεκινούν κάτου από την κοιλιά,
κατηφορίζοντας στις γάμπες. «Αυτή τη σκότωσαν!». Σκέφτεται και
σηκώνει τα μάτια του στο πρόσωπό της. Μα είναι ζωντανή και μάλιστα
μιλάει με μια άλλη γυναίκα. «Θα την σκότωσαν μόνο εκεί...». Ένας γέρος
τον τρόμαξε. Στέκεται όρθιος με κόπο, κρατώντας τα πόδια του ανοιχτά κι
ανάμεσα τους, εκεί στην κορφή, κρέμεται μια απαίσια μεγάλη και
μαυριδερή σακούλα κρέατα. Το χέρι του απλώθηκε κι έπιασε το πουλάκι
του, για να βεβαιωθεί πως δεν του μοιάζει. Μα οι πιο πολλοί μεγάλοι
άνθρωποι είναι άσκημοι και κιτρινιάρηδες και ζαρωμένοι και βρομούν
Digitized by 10uk1s

κιόλας. «Ναι, ναι, βρομούν» σκέφτεται γεμάτος κακία. «Βρομούν»,
ψιθυρίζει και στράφηκε να βρει τη μάνα του πάλι, πνιγμένος από αηδία και
πανικό. Μα μόλις την αντικρύζει ντρέπεται πολύ, γιατί, ολότελα
ασυνείδητα, αισθάνεται πως έκλεψε το μυστικό της γύμνιας της με μια
ευκαιρία που δεν του 'δωσε η ίδια. «Ούτε κι αυτή δεν είναι όμορφη».
Χαμήλωσε το κεφάλι κι απομακρύνθηκε τραβώντας τον Ισαάκ από το χέρι.
«Όμως την αγαπώ»...
Όλα τα παιδιά τώρα έχουν προσέξει τους γυμνούς μεγάλους και μένουν
σιωπηλά κι απογοητευμένα. «Αυτή λοιπόν η ασκήμια κρύβεται πίσω από
τις κλειστές πόρτες». Κι όλοι οι μεγάλοι περνούν το ίδιο μαρτύριο,
καθηλωμένοι από την απελπισία των παιδικών ματιών, ένοχοι κι
ανυπεράσπιστοι.
—Εμπρός, εμπρός, ακούεται μια φωνή, έτοιμοι όλοι;
—Ναι, ναι, έτοιμοι, προθυμοποιούνται με ανακούφιση οι κρατούμενοι.
Ο ριγωτός άνθρωπος που μίλησε, στέκει τώρα στο βάθος μπροστά σε μια
μεγάλη δίφυλλη πόρτα, απέναντι ακριβώς από την είσοδο, που έκλεισε
αθόρυβα πριν από λίγο, χωρίς κανείς να την προσέξει.
—Πλησιάστε!
Επί τέλους η δοκιμασία τελειώνει. Η γύμνια τους, καθώς στριμώχνουνται
όλοι μαζί, λιγοστεύει. Γύρω τους οι φουροί έχουν πληθύνει· σα να τους
ξέρασε η μεγάλη πόρτα των λουτρών που τώρα ανοίγει διάπλατη, σαν από
μόνη της. Οι πρώτοι βρέθηκαν γρήγορα στο βάθος, σπρωγμένοι από τους
άλλους που τους ακολουθούν. Δυο τρεις Ες Ες κλείνουν στην αλυσίδα των
χεριών τους απ' έξω, πιέζοντάς τους να προχωρήσουν γρήγορα. Μα το
πρώτο κύμα έχει κιόλας ερευνήσει ολόγυρα το θάλαμο και δεν βρίσκει
πουθενά ούτε ντους, ούτε βρύσες. Οι τοίχοι και η οροφή απλώνουνται
Digitized by 10uk1s

ολόλευκοι και λείοι· μια απειλητική άσπρη έρημος, χωρίς κανένα σημάδι·
χωρίς κανένα αντικείμενο να διασπά τη γύμνια του χώρου. Αλαφιασμένοι
οι πρώτοι στρίβουν πίσω, κατά την έξοδο, μα δε βλέπουν πια, παρά το
στριμωγμένο πλήθος που τους ακολουθεί. «Τι είναι δω;» — «Γιατί τόσοι
πολλοί;» — «Τι θα τον κάμουν τόσο κόσμο να τον μαντρώσουν, και
γιατί;». Μια κρυάδα χώνεται στα τρομαγμένα μάτια, κι ορμά κυκλώνοντας
τα μέτωπα, που ζαρώνουν τινάζοντας χοντρό παγωμένο ιδρώτα.
—Δεν είναι λουτρά...
—Όχι, δεν είναι λουτρά...
—Δεν είναι λουτρά, επαναλαβαίνει ο ένας ύστερα από τον άλλο, σιγανά,
σα να ελπίζουν σε κάποια διάψευση. Ώσπου υψώνεται η πρώτη φοβισμένη
μεγαλόφωνη προειδοποίηση.
—Μη μπαίνετε, μην προχωρείτε!...
—Δεν είναι λουτρά, δεν είναι...
Κι αμέσως το πρώτο κύμα κάνει μιαν απογνωσμένη προσπάθεια να γυρίσει
πίσω κατά την έξοδο. Οι τελευταίοι, που βρίσκουνται ακόμα στριμωγμένοι
στην είσοδο, νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να υποχωρήσουν, καθώς
μια καινούρια κραυγή αντηχεί τρομαχτικά στη θολωτή αίθουσα.
—Έξωω... δεν είναι λουτρά... θα μας σκοτώσουν...
Η ανθρωποθάλασσα συσπειρωμένη σπρώχνει, επαναλαβαίνοντας σαν ηχώ
το παράγγελμα του πανικού, «έξω». Οι μεγάλοι αφήνουν τα χέρια των
παιδιών και πιέζουν μ' όλη τους τη δύναμη να βρουν διέξοδο. Τα παιδιά
εγκαταλειμμένα ξεφωνίζουν, γιατί πνίγουνται στριμωγμένα στα ψηλότερα
κορμιά των μεγάλων. Οι Ες Ες έχουν αφήσει το μελιστάλαχτο ύφος τους
και φρακάρουν το πέρασμα με τη βοήθεια των φρουρών, κάνοντας έτσι
Digitized by 10uk1s

αδύνατη την υποχώρηση. Μα ο πανικός των παγιδευμένων δεν τους
λογαριάζει και σπρώχνει με ζωώδη δύναμη. Τότε αρχίζουν τα μαστίγια και
τα γκλομπς να χτυπούν αλύπητα τους έξαλλους γυμνούς, που ελπίζουν
ακόμα πως είναι δυνατό να ξεφύγουν.
—Μέσα, όλοι μέσα, ουρλιάζουν οι γερμανοί και χτυπούν μανιασμένοι.
—Έξω, όλοι έξω, φωνάζουν δυνατότερα από το βάθος.
Μα το ξύλο, το σπρωξίδι, κομματιάζουν τα λόγια που βγαίνουν σε
παραμορφωμένες κραυγές, απάνθρωπα τσιρίγματα, πονεμένες σκληριές
και σπαραχτικά κλάματα παιδιών, τσαλαπατημένων από τον όγκο του
πλήθους που, στην προσπάθειά του να σωθεί, έχει γίνει ένα κουβάρι. Οι
άντρες πρώτοι σηκώνουν τα χέρια για να κάνουν χώρο και να κρατηθούν
ορθοί, καθώς οι γυναίκες γατζώνουνται απάνω τους. Όλοι αγωνίζουνται το
ίδιο, να μην καταπλακωθούν κι ο ένας μετά τον άλλον υψώνουν τα χέρια.
Η ανάταση που γίνεται αυτόματη για να κρατηθούν τα κεφάλια ψηλά και
τα στόματα λέφτερα ν' ανασαίνουν, καταντά σε λίγα λεπτά αναγκαστική
για το παγιδευμένο πλήθος.
Ο Τέο ακολούθησε τη μάνα του, που προχώρησε από τις τελευταίες καθώς
προσπαθεί να στηρίξει τη μάνα της Μπουένα. Τ' αυτιά του τραντάχτηκαν
από τις κραυγές, «έξω θα μας σκοτώσουν» και γλύστρησε κάτω από τα
πόδια των μεγάλων. Οι γερμανοί παλεύοντας να συγκρατήσουν το
ξεφρενιασμένο πλήθος δεν πρόσεξαν το παιδί, που περπατώντας στα
τέσσερα, κατάφερε να φτάσει στον τοίχο με τις κρεμάστρες. Άκουσε την
τελευταία φωνή της μάνας του, καθώς ξεγάντζωσε το χεράκι του από το
δικό της κι ύστερα όλα χάθηκαν ... «Και τώρα;» Ορθώνει το κορμί του και
κυττάει ολόγυρα, ψάχνοντας μια κρύπτη, ένα καταφύγιο. Μα όλα γύρω
του είναι επίπεδα και κλειστά. Οι φωνές των ανθρώπων χτυπούν απάνω
στο σώμα του όλο τον πανικό τους κι αυτός κολλά, κολλά μ' όλη του τη
Digitized by 10uk1s

δύναμη στην επιφάνεια του τοίχου, τεντώνοντας τους βραχίονες προς τα
πλάγια. Μα ο τοίχος μένει ξερός, αλύγιστος, αφιλόξενος. Μια γροθιά, που
δε βλέπει, χτυπάει το στήθος του, που αντηχεί σαν πέτρινο, αναδίδοντας
ένα άδειο, νταπ, ντουπ, ντάπα, ντουπ, νταπ, πάνω και δυνατότερα απ' όλα
τα εφιαλτικά

ξεφωνητά της

απόγνωσης.

Οι

πλάτες του

πονούν

σπρώχνοντας τον τοίχο. Τώρα δεν είναι πια γροθιά, μα ένα ταμπούρλο
που χοροπηδάει στο μικρό στήθος. Οι φωνές αντηχούν ξέφρενες· ένα
κοριτσάκι, κάπου δίπλα του, κλαίει σπαραχτικά, ξέχωρα απ' όλα. Το κλάμα
διαπερνάει το κρέας του· αν δεν σταματήσει τουλάχιστον αυτό! Όχι, όχι,
να μη φωνάξει κι ο ίδιος και τον προσέξουν οι γερμανοί. Ανοίγει την
παλάμη του και ψάχνει στο μάκρος του τοίχου το κλάμα, χωρίς να
κυττάξει κατά κει. Τέλος βρίσκει το ορθάνοιχτο στόμα του κοριτσιού και
πιέζει απάνω το χεράκι του. Το κλάμα σταματάει στη μουσκεμένη του
παλάμη.

Δεν

έχουν

καιρό

να

κυτταχτούν.

Και

τα

δυο

παιδιά

παρακολουθούν τις πλάτες των γερμανών που παλεύουν με το πλήθος κι
έχουν την εντύπωση πως με τα γουρλωμένα μάτια τους, τους εμποδίζουν
να γυρίσουν να τα δουν. Όλη τους η δύναμη μα κι όλη τους η άμυνα
συγκεντρώνουνται σ' αυτά τα μάτια, που νομίζουν πως, κρατώντας τα
ορθάνοιχτα, κρατούν τα πάντα μακριά τους· τους γερμανούς, τον
φρακαρισμένο θάλαμο μαζί και την ασφυξία του, που τη νιώσανε για λίγο,
τσαλαπατημένα ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων που στέκονται τώρα με
τα χέρια υψωμένα, φτιάχνοντας ένα παράξενο κάντρο στα φοβερά τους
πρόσωπα.
Τώρα όλοι βρίσκουνται πια μέσα κι οι Ες Ες ευθυγραμμίζουν την είσοδο.
Ένας απ' αυτούς κάνει μια γρήγορη στροφή πάνω σε μαύρα γυαλιστερά
τακούνια, ερευνώντας με τα μάτια ολόγυρα. Στον απέναντι, από τον Τέο,
τοίχο στέκουν δυο κοριτσάκια, που έχουν τραβήξει τα ρούχα από τις
κρεμάστρες κι έχουν σκεπάσει τα κεφάλια τους. Τα λιγνά ποδάρια τους
κουνιούνται σα να χορεύουν επί τόπου κι ανάμεσα στα γυμνά τους
Digitized by 10uk1s

πέλματα γυαλίζουν μικρές λίμνες. «Έχουν κατουρηθεί!». Νταπ, ντουπ, οι
δυο δρασκελιές του Ες Ες που αρπάζει και τα δυο, από ένα στο κάθε του
χέρι, χωρίς να τους ξεσκεπάσει τα πρόσωπα και τα πετά ψηλά, πάνω από
τα κεφάλια του πλήθους, στον καργαρισμένο θάλαμο. Τα κοριτσάκια
διαγράφουν την τροχιά τους και πέφτουν απάνω στα χίλια χέρια που
μένουν υψωμένα. Κι ύστερα, αυτός ο ίδιος κυττά τον Τέο. Τα μάτια του
παιδιού τον ακινητούν για ένα δευτερόλεπτο. Ο Τέο τον βλέπει ακόμα
όλον. Τους χωρίζουν είκοσι βήματα, μπορεί και πιο πολλά. Ύστερα οι
μαύρες μπότες σηκώνουνται, η μια, η άλλη, μεγαλώνουν, γίνουνται
τεράστιες, γίνουνται ολοκόκκινες. Τα μάτια του παιδιού ανοίγουν,
σκίζουνται, μα δεν χωρούν πια τούτο το μαύρο βουνό που πλησιάζει, ούτε
το κόκκινο σύννεφο που πλησιάζει, γιατί ο γίγαντας όλο και μεγαλώνει,
αστράφτοντας δυο γαλανές τρύπες. Το κορμάκι του παιδιού πιέζει τον
τοίχο, το κεφάλι του τον σπρώχνει κι αυτό, κυλώντας δεξιά κι αριστερά και
τα βρώμικα, μεγαλωμένα από το ταξίδι, νύχια του καρφώνουνται στο
στόμα του αθέατου κοριτσιού δίπλα του. Ο γερμανός όλο και πλησιάζει με
δυο τρομαχτικές παλάμες, ανοιχτές, δυο γιγάντιους βραχίονες ανοιχτούς,
δυο πανύψηλα πόδια ανοιχτά, παίζοντας άγρια κι άρυθμα το ταμπούρλο
που κρέμεται στο στήθος του Τέο, να εκεί καταμεσής, μα ποιος του το
κρέμασε, νταπ, ντουπ, νταπ, ντάαπ, ΝΤΑΠΑ, ΝΤΟΥΠ, ΝΤΑΑΠ, ΝΤΑΑΠ,
ΝΤΟΥΟΥΠ, ΝΤΑΠ, ΠΥΥΡ! κι ανασηκώθηκε στο αέρα. Το κορμάκι του
αλάφρυνε, εκσφεντονίστηκε κι όρμησε στο θόλο χτυπώντας τον με
δύναμη. Το αίμα του ψιχάλισε ζεστό τις τεντωμένες κεφαλές. Χιλιάδες
υψωμένα χέρια τον δέχτηκαν νεκρό.
—Κλείστε.
Τρεις φρουροί πίεσαν τα μεγάλα πορτόφυλλα του θαλάμου αερίων. Το
αυτόματο σύστημα λειτούργησε και οι θύρες έκλεισαν «αεροστεγώς»,
καταπίνοντας αφύσικα ουρλιαχτά.
Digitized by 10uk1s

Όμηροι και Ες Ες σκούπισαν με τις παλάμες τα μέτωπα κι άναψαν τσιγάρο.
Ένα συνεργείο μπήκε, κι αρχίζει να μαζεύει γρήγορα τα κρεμασμένα ρούχα
και τ' αραδιασμένα παπούτσια. Ένα χέρι έσφιξε, πριν πετάξει στο
χειράμαξο, ένα ζευγάρι μωρουδιακά κατουρημένα παπουτσάκια. Ένα άλλο
συνεργείο φάνηκε κουνώντας σε χαιρετισμό τις τανάλιες.
—Αργούμε;
—Βιάζουνται οι κύριοι οδοντογιατροί; Ασε ντε να καπνίσουμε το τσιγάρο
μας.
—Θα 'χουμε λέει και νυχτερινό απόψε;
—Δυο ακόμα, βεβαίωσε ο Πολωνός.
Ένα δυνατό κουδούνισμα σαν ξυπνητηριού αντήχησε.
—Στο διάολο, πέρασε κιόλας ένα τέταρτο.
Δυο όμηροι πλησίασαν, άνοιξαν τα πορτόφυλλα κι αποτραβήχτηκαν στα
πλάγια. Η μάζα των όρθιων νεκρών έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα
ασάλευτη, ώσπου, αστήριχτη πια, άρχισε να γέρνει μαλακά προς το
άνοιγμα με τα χέρια υψωμένα πάντα. Οι πρώτοι πέφτουν απότομα,
παρασέρνοντας, στο κενό που αφήνουν όλον τον υπόλοιπο όγκο, που
γέρνει σιγά σιγά, καθώς ο αέρας εισχωρεί στο συμπιεσμένο πλήθος. Τα
παιδιά που κρατιούνταν στα υψωμένα, όλη τούτη την ώρα, χέρια,
κατρακυλούν και βρίσκουνται με τους πρώτους έξω από το θάλαμο.
—Γρήγορα, γρήγορα χέρια παιδιά, το ολλανδικό τραίνο ξεφόρτωσε κιόλας.
Το συνεργείο των «οδοντογιατρών» παράλαβε βιαστικά τα πτώματα
ψάχνοντας για χρυσά δόντια στα στόματά τους.

Digitized by 10uk1s

Η πρώτη μέρα στο Άουσβιτς άρχισε μ' ένα πικρό ζουμί που μύριζε καφέ.
Ύστερα τους γδύσανε για καινούριο ιατρικό έλεγχο. Κι εκεί στημένοι,
καθώς είναι ολοτσίτσιδοι, άκουσαν το διερμηνέα να τους ρωτάει, αν έχουν
απάνω τους χρυσαφικά. «Πρέπει να παραδεχτούμε πως έχουν χιούμορ οι
γερμανοί», σκέφτεται ο Μωρίς.
Ύστερα άρχισε η παρέλαση μπροστά από τέσσερις ομήρους, που κρατάει ο
καθένας τους κι από ένα στυλό στο χέρι.
Ο Ερρίκο πάντα περίεργος έτρεξε και πήρε θέση πρώτος στην ουρά.
—Το χέρι σου, του λέει ελληνικά ο όμηρος.
Απλωσε αυτός το δεξί του.
—Το αριστερό, φώναξε κείνος βάναυσα.
Κι άρχισε να τον τσιμπά με το στυλό του, που στη θέση της πένας είχε μια
βελόνα. Μ' αυτήν του τσιμπούσε το δέρμα, μια δεκαπενταριά πόντους
πάνω από τον καρπό, σα να κεντούσε. Έτρεχε αίμα, το σκούπιζε και
συνέχιζε ατάραχος φτιάχνοντας σχέδια και κύκλους.
Ο Ερρίκο τα χρειάστηκε, κυριολεχτικά, βλέποντας το αίμα του να τρέχει
ολόγυρα.
—Τι είναι αυτό; ρώτησε έντρομος.
—Μπόλι, λέει αγέλαστος ο όμηρος.
—Για τον τύφο;
Ο όμηρος σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε με μίσος, σχεδόν, στον
τρομοκρατημένο Ερρίκο.

Digitized by 10uk1s

—Για να μην ξεχάσεις ποτέ.
Ο Ερρίκο κατάλαβε πως τον είχε θυμώσει και δεν ξαναμίλησε, αν κι ήθελε
πολύ να μάθει τι σχέση έχει το μπόλι με το θυμητικό.
Ο Μωρις τράβηξε τον Σαμ πίσω με τους τελευταίους.
—Εδώ δε θα βιάζεσαι ποτέ, του λέει. θα περιμένεις πάντα να δεις τι
κάνουν στους πρώτους.
Ο Σαμ περίμενε υπομονετικά. Έβλεπε όσους τέλειωναν να κυττούν κι
αυτοί με περιέργεια το αριστερό τους χέρι, πασαλειμένο ως τον αγκώνα με
κακοστεγνωμένα αίματα.
—Τι σας κάναν; τους ρωτούσαν μερικοί.
—Ένα παράξενο μπόλι.
Όταν φτάνει η σειρά του, ο Σαμ παρακολουθεί σιωπηλός τη διαδικασία
του κεντήματος. Δεν πονά άλλα ανατριχιάζει.
—Να κι ένας σοφός που δε ρωτά, λέει ο όμηρος και σήκωσε το κεφάλι. Το
βλέμμα του περπάτησε από τα γελαστά μάτια στο σγουρό ξανθό αραιό
γενάκι, που αγωνιζόταν να φουντώσει στο παιδικό πρόσωπο του Σαμ.
—Πόσων χρόνων είσαι;
—Δεκατεσσάρων.
—Γιατί δεν ξαφνιάζεσαι;
—Δεν προφταίνω, λέει αυθόρμητα ο μικρός.
Ο όμηρος γέλασε και συνέχισε τη δουλειά του.
Digitized by 10uk1s

—Αι, λοιπόν, σε πληροφορώ ότι αυτή τη στιγμή σε αρραβωνιάζω. Οι
καθολικοί άμα χειροτονούν μια καλογριά της περνούν τη βέρα και
ψέλνουν, «αρραβωνιάζεται η δούλη του Θεού Τερέζα με τον κύριον ημών
κ.λπ.». Αρραβωνιάζω τώρα και γω τον δούλο του θεού — πώς σε λένε;
—Σαμ.
—Ωραία! Τον δούλο του θεού Σαμ, με την πολιτισμένη ανθρωπότητα, εις
τον αιώνα των αιώνων...
Του σκούπισε το χέρι και πέρασε το κέντημα μ' ένα απολυμαντικό.
—Άντε, προβιβάστηκες. Από ένας κάποιος Σαμ που ήσουνα, γίνηκες ο υπ'
αριθ. 37464 αδιάψευστος μάρτυρας του μεγαλείου του ανθρώπου. Κι
ανασηκώνοντας το μανίκι του του 'δειξε, στο δικό του βραχίονα, έναν
μπλε αριθμό τυπωμένο στο πετσί του.
«Τατουάζ!». Ο λαιμός του Σαμ σφίχτηκε από συγκίνηση. «Τι θαύμα, να
'χει και κείνος ένα καράβι στο στήθος ή καμιά γοργόνα στο χέρι, όπως είχε
δει κάποτε σ' ένα ναυτικό. Και τι θα γινόταν, σαν θα γύριζε, με τ' άλλα
παιδιά!».
—Κατάλαβες; τον ρωτά ο όμηρος κυττώντας τον βαθιά στα μάτια. Η
ανθρωπότητα περνά τις εξετάσεις της, ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια
κηρύγματος, αγάπης, ανθρωπισμού... αυτά εδώ, και του 'δειξε το νούμερο,
είναι τα πιστοποιητικά της.
Ο Σαμ κούνησε το κεφάλι του κι άφησε τη θέση του στον επόμενο.
«Κρίμα, μόνο ένα αριθμό του χάραξαν. Και πώς το 'πε; Ένας αδιάψευστος,
μα πώς το 'πε;»... Σήκωσε τους ώμους. «Τέλος πάντων, κάποτε θα μάθω
τι σημαίνει να 'σαι σφραγισμένος».

Digitized by 10uk1s

Αμέσως μετά περνούν στο θάλαμο με τα ντους. Εδώ είναι ζεστά, όλο
ατμούς. Άλλοι όμηροι γυμνοί από τη μέση κι απάνω, τους παραλαβαίνουν
και τους ξυρίζουν από την κορφή ως τις φτέρνες. Μα τα ξυράφια είναι
στομωμένα και τους πετσοκόβουν αλύπητα. Στο ζεστό λουτρό, που
ακολουθεί, πονούν ακόμη περισσότερο. Κι όταν πια νομίζουν πως τα
μαρτύρια έχουν τελειώσει, φτάνοντας στην έξοδο, τους περιμένουν δυο
άλλοι, που περνούν το κορμί τους με μια πατσαβούρα βουτηγμένη στο
πετρέλαιο. Οι «καινούριοι» πηδούν παλαβωμένοι από το τσούξιμο, οι
παλιοί γελούν...
Επί τέλους τους δώσανε τα ρούχα τους. Είναι υγρά ακόμη, μόλις βγαλμένα
από την απολύμανση. Ένα πουκάμισο, ένα παντελόνι, ένα μπερέ κι ένα
σακάκι· όλα πάνινα και μισολυωμένα.
Ο Ερρίκο πλησίασε τον κουνιάδο του απελπισμένος.
—Δαυίδ, κύττα τι μου δώσανε!... και του 'δειξε τα υγρά ρούχα που δεν
έλεγε να φορέσει.
—Και λοιπόν; τον ρωτάει ο Δαυίδ με καλωσύνη.
—Μα πρέπει να διαμαρτυρηθούμε. Εγώ είμαι συνηθισμένος στις μάλλινες
φανέλες μου, το πουλόβερ μου, σε μάλλινο σακάκι... και την καπαρντίνα
μου, γιατί μου την πήραν; Δεν μπορώ ν' αλλάξω συνήθειες στα
σαρανταπέντε μου... θ' αρρωστήσω, καταλαβαίνεις;
Ο Δαυίδ τον κυττάζει κατάπληχτος. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι χωρίς
κουβέντα. «Όχι, όχι, δεν μπορώ να τον ακούω! Σχεδόν τον ζηλεύω!».
Στην έξοδο τους περιμένει κάποιος, ο τελευταίος· ανώδυνος αυτός, μ' ένα
πινέλο κι ένα δοχείο με κόκκινη λαδομπογιά. Του γυρίζουν την πλάτη και
τους πατάει μια χοντρή πινελιά στο σακάκι και μια στο παντελόνι.
Digitized by 10uk1s

—Ρώτα τους γιατί μας λαδομπογιατίζουν, σα να 'μαστε πατζούρια,
παρακίνησε ο Ερρίκο τον Μωρίς, που βρέθηκε δίπλα του.
— Δεν χρειάζεται, τον καθησύχασε. Απλούστατα, δεν υπάρχουνε άλλες
ριγωτές στολές καταδίκων. Φαίνεται πως είμαστε πάρα πολλοί.
— Ευτυχώς! λέει ο Ερρίκο.
— Ευτυχώς; Και γιατί;
— Μα να μας ντύσουν σαν κλέφτες; Αστειεύεσαι;
Ο Μωρίς χαμογέλασε.
— Είναι κι αυτό μπάρμπα Ρίκο, έχεις δίκιο.

Οι καινουριοφερμένες διατάχτηκαν να γδυθούν για τον ιατρικό έλεγχο, μα
καμιά δεν τ' αποφασίζει. Μόλις εμφανίστηκε η επιτροπή των γιατρών στην
πόρτα του θαλάμου, γδύθηκαν όλες σαν αυτόματα και μπήκαν στη σειρά.
Ο έλεγχος γίνεται με μεγάλη προσοχή από τους τρεις αξιωματικούς.
Χώρισαν δυο με σπυριά και μιαν άλλη που δεν είχε τίποτα εκτός από το ότι
είναι πάρα πολύ όμορφη. Η Χανά την παρακολουθεί σα μαγεμένη. Τόσο
ωραία και τόσο αμέτοχη σε όλα, ίσια, απαθής, σαν υπνωτισμένη, με την
υπέροχη γύμνια της άψογη.
Αντίθετα η μικρή ντρέπεται. Με μεγάλη προσπάθεια κατεβάζει τα χέρια
της, ίσια στα πλάγια, όπως έκανε κείνη η κοπέλλα, αλλά πλησίασε την
επιτροπή με σκυφτό κεφάλι. Οι γιατροί κάτι είπαν σαν την είδαν κι ύστερα
τη ρώτησαν.
—Πόσων χρόνων είσαι;
Digitized by 10uk1s

Η Χανά που κατάλαβε πως κάτι τη ρωτούσαν, ανασήκωσε το κεφάλι
βουβή. Τα πράσινα μάτια της, τρελλά από το φόβο, κυττούν τον ένα
ύστερα από τον άλλο· σα να θέλει να δικαιολογηθεί πως δεν καταλαβαίνει
γερμανικά. Μ' ένα νόημα τη στέλνουν κοντά στην όμορφη μοναχική
κοπέλλα. Ύστερα κάτι είπανε σ' ένα φρουρό και συνέχισαν τον έλεγχο.
Εκείνος βγήκε και ξαναγύρισε αμέσως μ' ένα παράξενο αντικείμενο στα
χέρια. Ο αξιωματικός του 'δειξε τις δυο κοπέλλες κι αυτός πλησίασε και
πάτησε το «αντικείμενο» λίγο ψηλότερα από το αριστερό στήθος της κάθε
μιας σα να σφράγιζε έγγραφο. Η Χανά επηρεασμένη από την παγερή
ακινησία της διπλανής της ούτε δεν ανασαίνει. Μένει με τα μάτια, γεμάτα
πανικό, καρφωμένα ίσια μπροστά της. Μα την καίει η περιέργεια, καθώς
νιώθει την κρύα επαφή του μεταλλικού αντικειμένου στο δέρμα της, πολύ
ώρα αφού τέλειωσε ο φρουρός. Είναι βέβαιη πως κάτι σαν νόμισμα έχει
μείνει κολλημένο στο σημείο εκείνο.
Τέλος η επιτροπή έφυγε, αφού πήρε μαζί και τις δυο κοπέλλες με τα
σπυριά, χωρίς να τις αφήσει να ντυθούν.
Αμέσως φάνηκε στην πόρτα ένας όμηρος κι ύστερα άλλος και τρίτος. Ο
πρώτος φώναξε.
—Εμπρός, μη χαλάτε τις γραμμές, περάστε για κούρεμα.
Πειθήνιες και πανικόβλητες, συνέχισαν τη γυμνή τους παρέλαση. Τότε
μόνο η Χανά στράφηκε στη σύντροφό της. Κι οι δυο καρφώνουν τα μάτια
στο κρύο σημάδι. Απάνω στο δέρμα τους διαγράφεται καθαρά ένας κύκλος
χρώματος μπλε και μέσα του δυο λέξεις γερμανικές, η μια κάτω από την
άλλη, με περιποιημένους γοτθικούς χαρακτήρες σε κόκκινο χτυπητό
χρώμα.
—Τι γράφει; ρωτούν η μια την άλλη και κυττάζουνται μ' αγωνία.
Digitized by 10uk1s

—Τι θα μας κάνουν;
Η μελαχρινή κατάπιε με δυσκολία το σάλιο της. Η Χανά την κυττά μ'
ανακούφιση. «Ώστε φοβάται κι αυτή!».
—Ήσουνα τόσο πέτρινη, της λέει, που σε ζήλευα.
—Α, αυτό το 'χω ορκιστεί, να μην καταλάβουν ποτέ πως αισθάνομαι.
Νομίζω πως τους εκδικούμαι λίγο... ίσως να 'ναι ανόητο. Πόσων χρόνων
είσαι;
—Δεκάξη. Εσύ;
—Είκοσι.
Τότε είδαν τις τρεις πρώτες κουρεμένες που βγήκαν από τα χέρια των
ομήρων. Τα κεφάλια τους ήτανε σύρριζα ξυρισμένα, ακριβώς όπως και τα
αντρικά. Οι ίδιες δεν καταλαβαίνουν, δεν μπορούν να διανοηθούν τι θέαμα
παρουσιάζουν. Μα οι άλλες οι ακούρευτες βάλανε τα κλάματα.
—Βλακείες, φώναξε η Μπουένα η Θεσσαλονικιά. Το κεφάλι μη μας
κάψουνε και για τα μαλλιά... θα ξαναφυτρώσουν.
Το κούρεμα προχωρεί γρήγορα. Ο ένας κόβει τα πολλά μαλλιά μ' ένα
μεγάλο ψαλίδι. Ο δεύτερος τα κόβει βαθιά κι ο τρίτος περνάει στο κεφάλι
τη χοντρή μηχανή. Όλες σχεδόν γαργαλιούνται και γελούν.
—Ήσυχα, ήσυχα κορίτσια, λένε οι όμηροι με καλωσύνη.
—Τι θα μας κάνουν; τους ρωτούν όλες σαν φτάνει η σειρά τους.
—Θα σας βάλουν να δουλέψετε...
—Είναι αλήθεια, ρωτούν μετά, πως όσες έχουν μωρά δε θα δουλεύουν;
Digitized by 10uk1s

—Δεν ξέρω... θα μάθουμε, μπορεί... λίγη υπομονή και θα τα μάθετε όλα...
—Πώς σε λένε; ρωτά η Χανά τη σύντροφό της.
—Ιουδήθ, μα με φωνάζουν Τζούντυ. Και σένα;
Μα η Χανά βρίσκεται κιόλας μπροστά στον πρώτο κουρέα. Αυτός την
κύτταξε από πάνω ως κάτω.
—Πώς σε λένε κοπέλλα;
—Χανά!
—Λοιπόν Χανά, εσένα δε θα σε κουρέψω. Έχεις τόσο ωραία μαλλιά!
Εκείνη

νόμισε

πως

ο

καλός

άνθρωπος

αστειεύεται

και

πρότεινε

χαμογελώντας την κοτσίδα της.
—Δεν μπορώ να σε κουρέψω, λέει ξανά σοβαρός.
—Μα γιατί;
Ο όμηρος της έδειξε με το δάχτυλο τη σφραγίδα στο στήθος της.
—Ξέρετε γερμανικά; Τι γράφει, θα με σκοτώσουν; τον ρωτά τρέμοντας.
—Μη φοβάσαι παιδί μου.
—Μα τι γράφει;
—Δεν ξέρω γερμανικά. Ξέρω μόνο, πως όταν βάλουν σε μια κοπέλλα αυτή
τη σφραγίδα δεν επιτρέπεται να την κουρέψουμε.
—Μα γιατί, τι θα μου κάνουν; ξαναρωτά μπουκωμένη από τα δάκρυα.

Digitized by 10uk1s

—Που θες να ξέρω; φώναξε εκνευρισμένος. Αν ήταν πάντως να σε
σκοτώσουν, δε θ' άφηναν τόσο ωραία μαλλιά να σαπίσουν μαζί σου.
Στρίβε τώρα...
Η Τζούντυ, που στεκόταν ακριβώς πίσω της, έκανε ένα βήμα μπροστά.
—Ούτε σένα, εμπρός, προχωρεί η επόμενη...
Οι όμηροι με τα στυλό ήρθαν στις γυναίκες αφού τέλειωσαν με τους
άντρες. Της Τζούντυ και της Χανά δεν τους μάρκαραν το χέρι όπως
γινόταν με όλους. Τους κέντησαν το νούμερο ακριβώς κάτω από τη
σφραγίδα.
—Μα γιατί;
—Γιατί;... γιατί; Μήπως μας λένε τίποτα;
—Πέστε μου τουλάχιστον τι γράφει;
—Τίποτα! Δηλαδή δεν ξέρω γερμανικά.

Αργά

το

απόγευμα,

όταν

πια

τέλειωσαν

όλες

οι

διατυπώσεις,

μεταφέρθηκαν οι νεοφερμένοι στο λάγγερ-καραντίνα. Εκεί θα μείνουν
σαράντα μέρες. Τότε τους δώσανε κι ένα κομμάτι ψωμί με λίγη μαργαρίνη.
Το καταβρόχθισαν μονομιάς και κυττάχτηκαν αναμεταξύ τους έτοιμοι να
ουρλιάξουν από την πείνα. Κάποιος πρόλαβε την απόγνωσή τους και
φώναξε δυνατά.
—Από αύριο θα μας δώσουν κανονικό συσσίτιο παιδιά...
Οι όμηροι σκόρπισαν, λίγο λίγο, από το θάλαμο. Όλοι αγωνιούν το ίδιο για
τους δικούς τους και ψάχνουν να βρουν πατριώτες να τους ρωτήσουν.
Digitized by 10uk1s

Ο Μωρίς με τον Ερρίκο και τον Δαυίδ βγήκαν μαζί. Κάποιος τους
προσπέρασε, σταμάτησε για ένα λεπτό, κι όταν βεβαιώθηκε πως μιλούν
ελληνικά τους χίμηξε στις πλάτες.
—Καινούριοι;
—Ναι, καινούριοι.
—Με το χθεσινοβραδινό;
—Ναι, ναι...
—Πώς είναι κάτω αδέρφια...
—Καλά θα 'ναι...
—Καλά αι;... για σκέψου! Οι άνθρωποι, η Αθήνα, το Ζάππειο, τα παιδιά!...
Ο Μωρίς τρώγεται να τον ρωτήσει μα κρατιέται. «Όχι, δε θα ρωτήσω εγώ.
Θα περιμένω. Θα μάθω να πειθαρχώ. Θα μάθω».
Τα μάτια του συναντήθηκαν με του Δαυίδ. Η ματιά του Δαυίδ γλύστρησε
αδιάφορη πέρα.
—Εσύ 'σαι παλιός, λέει ο Ερρίκο, δε μπορεί, θα ξέρεις να μας πεις, που
πήγαν τους άλλους, τους δικούς μας, που θα τους βρούμε; Να, τις
γυναίκες, τα παιδιά...
—Α! οι γυναίκες; Αύτες πάνε σε χωριστά λάγγερ... αυτό δα έλειπε να
κοιμάστε μαζί, είπε και χαμογέλασε άγαρμπα.
Ο Μωρίς χαμήλωσε τα μάτια. Το πόδι του «παλιού» κλωτσάει το χώμα με
το ξυλοπάπουτσό του. Ο Ερρίκο όμως επιμένει.

Digitized by 10uk1s

—Μα τα παιδιά, οι γέροι, κάτι γριές, τα μωρά με τις μανάδες τους; Είναι
και τ' ανηψάκι μου μαζί ξέρεις...
Ο παλιός κυττάζει τον ένα ύστερα από τον άλλο. Σταμάτησε στο
αποφασισμένο βλέμμα του Δαυίδ, που τον ρώτησε.
—Γιατί δε μιλάς;
—Αδέρφια, θέλετε και καλά να μάθετε; Και τους κυττά παρακαλεστικά μην
επιμείνουν.
Ο Μωρίς θέλει να φωνάξει «όχι».
—Μα βέβαια και θέλουμε, επιμένει ο ανυποψίαστος Ερρίκο.
—Τότε, αφού θέλεις και καλά να ξέρεις, λέει, σα να 'ναι μόνος ο Ερρίκος
παρών, κύττα κατά κει πέρα... και τέντωσε το χέρι του.
Σουρούπωνε.
Ο ουρανός κρύβεται στα σύννεφα. Στο μισοσκόταδο ξεχωρίζει ένας
σκοτεινός όγκος, που υψώνεται πολύ πάνω από ένα συγκρότημα
κτισμάτων, κάτι σαν καμινάδα. Και στην κορυφή της κολλημένο ένα παχύ
κοκκινωπό σύννεφο που μοιάζει να 'χει γλυστρήσει από τον ουρανό. Μόνο
άμα πρόσεχες καλά, καταλάβαινες πως, το παχύ σύννεφο, το ξερνούσε η
ίδια καμινάδα, φωτίζοντάς το, κάθε τόσο, με αχνοκόκκινες λάμψεις.
—Βλέπεις;
—Ναι, λέει ο Ερρίκο.
—Εκεί, εκεί τους πήγαν όλους ... τους γέρους, τους άρρωστους, τα παιδιά
με τις μανάδες.

Digitized by 10uk1s

—Δουλειά στα καμίνια; απόρησε ο Ερρίκο.
Ο «παλιός» στράφηκε στον Δαυίδ, κι ύστερα στον Μωρίς. Οι δυο άντρες
στέκονταν με τους κορμούς τεντωμένους, σα σε στάση προσοχής,
κυττώντας ίσια, μπροστά, πουθενά. Πάντως όχι προς την καμινάδα. «Είναι
έτοιμοι», σκέφτεται ο όμηρος. «Γιατί όμως εγώ; Γιατί; Είχα ορκιστεί να
μην ξαναμιλήσω σε καινούριο».
—Μύρισε, λέει στον Ερρίκο. Μύρισε! ακούς την τσίκνα;
Αυτός πήρε υπάκουα μια βαθιά εισπνοή. Οι δυο άντρες δεν ανασαίνουν
καθόλου.
—Μέσα κει, σκοτώνουν κι ύστερα... καίνε όλους όσους τους είναι
άχρηστοι... ακατάλληλοι για δουλειά.
—Και τα παιδιά; φώναξε ο Ερρίκο με τα μάτια διασταλμένα.
—Και τα παιδιά...
Ο Ερρίκο άρχισε να κλαίει. Δεν το χωράει το μυαλό του. Ποιοι είναι οι
άχρηστοι σε τούτη τη γη; Οι μανάδες; Τα παιδιά; Και ποιος την έβγαλε την
κρίση;
«Όλους και τα παιδιά», επαναλάβαινε μια μηχανή μέσα στον Μωρίς.
«Όλους και τα παιδιά».
—Έτσι γίνηκα και γω τις πρώτες μέρες, λέει ο παλιός, χτυπώντας φιλικά
τον Ερρίκο στον ώμο. Ένα κουρέλι.
«Όλους και τα παιδιά», κλωθογυρίζει στο στήθος του Μωρίς. Μα το
επαναλαβαίνει ο ίδιος, όπως όταν μετρούμε ηλίθια με την ελπίδα ν'
αποκοιμηθούμε, «όλους και τα παιδιά».
Digitized by 10uk1s

—... μα θα συνηθίσεις και συ...
—Θα συνηθίσω να βλέπω τα παιδιά να καίγουνται; ρωτάει αγαναχτισμένος
ο Ερρίκο.
—Θα δεις! Έχεις να δεις κι άλλα χειρότερα...
Οι λυγμοί του Ερρίκου δυναμώνουν. Ο Μωρίς κυττά τα αγαθιάρικα μάτια
του να τρέχουν ακράτητα και τον αγαπά σχεδόν· τόσο τον ανακουφίζει το
κλάμα του.
—... θα πιάσεις τον εαυτό σου αδιάφορο για όλα, ναι, ναι, σ' όλα θα
συνηθίσεις, επιμένει ο παλιός χωρίς να στραφεί ούτε μια φορά στους δυο
ασάλευτους άντρες. Θα συνηθίσεις να τρως, να κοιμάσαι, την ίδια ώρα
που τα φουγάρα θα καπνίζουν. Τέσσερα, έκανε ανοίγοντας την παλάμη
του, τέσσερα.
«Αν θέλω», σκέφτεται ο Δαυίδ, «μα αν δε θέλω, αν δε δεχτώ; αν αρνηθώ;
Ποιος μπορεί να μ' εμποδίσει; Ποιος; Πάλι εγώ, πάλι εγώ, εγώ...».
—... όλοι εδώ γινόμαστε αναίσθητοι. Δεν έχουμε πια καιρό όχι να
λυπηθούμε αλλά ούτε και να κλάψουμε για τους άλλους, αφού κάθε μέρα
μπορεί να 'ρθει η δική μας σειρά. Κι άμα αρχίζεις και τρέμεις για τον εαυτό
σου, που καιρός! Δεν θα σκέφτεσαι πια. Άλλο τίποτα δεν μας απασχολεί
παρά που να βρούμε κάτι να φάμε και κάνα τσιγάρο... εδώ όλοι είμαστε
ίσοι, εφήμεροι. Πάρτο απόφαση. Σήμερα γω, αύριο συ.
Τα τελευταία λόγια του όμηρου γεμίζουν τρόμο την καρδιά του Ερρίκο,
που κλαίει τώρα δυνατότερα, από λύπηση στον ίδιο τον εαυτό του.
Ο άνθρωπος χάθηκε μέσ' στο σκοτάδι. Ο κόσμος τέλειωσε για μια στιγμή.
Η σιωπή τρελλάθηκε κι άρχισε να στροβιλίζεται ολόγυρα, τρυπώντας το
άδειο μυαλό τους, τους ήσυχους παλμούς της καρδιάς τους, τα στηλωμένα
Digitized by 10uk1s

πόδια

τους,

την

ακίνητη

σκέψη

τους.

Παντού

εισχωρούσε,

στριφογυρίζοντας γρήγορα γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα ανεμίζοντας το
σκοτάδι ολόγυρα.
—Κρυώνω, πάμε μέσα, λέει ο Ερρίκο σιγά.
—Πήγαινε, συμφωνεί τρυφερά ο Δαυίδ, αλλά προσοχή μπάρμπα Ρίκο, μη
σου ξεφύγει τίποτα στα παιδιά.
—Στα παιδιά;
—Ναι, στον Σαμ, στον Αλμπέρ...
Ο Ερρίκο κούνησε το κεφάλι του, ξεμυξίστηκε μ' ένα κουρέλι κι
απομακρύνθηκε κατά το λάγγερ.
Ο Μωρίς περπάτησε με ήρεμα βήματα κατ' ευθείαν μπροστά του. «Και
τώρα θα κυττάξω» ψιθύρισε. Σήκωσε τα μάτια του και αντίκρυσε στον
ολοσκότεινο πια ουρανό, το κόκκινο σύννεφο. «Σύλα, αντέχω το θάνατό
σου. Είμαι λιγότερο κι από ένας σκύλος. Οι σκύλοι θέλουν να πεθάνουν
άμα χάσουν το αγαπημένο τους αφεντικό. Το θέλουν και πεθαίνουν. Εγώ
ούτε σκύλος δεν είμαι. Δεν πάω να καρφωθώ στα σύρματα».
Άκουσε βήματα πίσω του. Ο Δαυίδ τον ακολουθούσε. Τον κύτταξε στα
μάτια.
—Καταλαβαίνεις, τον ρωτά, τον μηχανισμό της τυραννίας ή αν θέλεις του
εξευτελισμού μας; Μας ξεπατώνουν, μας ξερριζώνουν το συστατικό
άνθρωπος και μας αφήνουν απογυμνωμένους κι ανυπεράσπιστους, χωρίς
δικαιολογητικό και απέναντι στους άλλους, κυρίως όμως, απέναντι στον
ίδιο τον εαυτό μας. Πες μου σε παρακαλώ. Γιατί συζητώ; Γιατί παλεύω με
τη ντροπή μου και γιατί διαλέγω ακόμη; Για ποιον επιζώ, αφού τους έχασα
και τους δυο, με τέτοιο τρόπο μάλιστα; Σε κείνο το κόκκινο σύννεφο, σε
Digitized by 10uk1s

μια φλόγα, μια λάμψη που δεν παραφύλαξα και δεν ξέρω ποια είναι,
διαλύθηκε το παιδί μου και η Σύλα. Και δεν τρέχω ν' αγκαλιάσω τα
σύρματα, δεν αυτοκτονώ. Μ' αφήνουν ανυπεράσπιστο απέναντι στην πιο
αμείλιχτη λογική, ναι ή όχι; Με υποχρεώνουν να παραδεχτώ πως υπάρχω,
όπως κι ένα ζώο. Ιδού κύριε, σου λένε. Μέσα σ' αυτό το φούρνο καίω τη
μάνα σου, τη γυναίκα σου, τον αδερφό, το γιο σου. Εσένα θα σε
υποχρεώσω με το μαστίγιο στο χέρι, να δουλέψεις, να πεινάσεις, να
παγώσεις· όχι όμως και να ζήσεις. Είσαι λέφτερος να πεθάνεις. Μα δε θα
το κάνεις. Θα αντιδράσεις μπροστά στο θάνατο· και μάλιστα θ' αγωνιστείς
για το τομάρι σου, ανάμεσα στο φούρνο και τα σύρματα, με τα μοναδικά
εφόδια που διαθέτουν κι όλα τ' άλλα ζώα. Σου αχρηστεύω κάθε
επιχείρημα, λογικό ή αισθηματικό, που σου 'δινε το δικαίωμα να
ισχυρίζεσαι πως είσαι άνθρωπος. Σε καθαιρώ σε χτηνος. Και μόνο σα
χτηνος σου επιτρέπω να επιζήσεις, όσο αντέξεις. Το μοναδικό που είσαι
λέφτερος να διεκδικήσεις σαν άνθρωπος, μέσα δω, είναι ο θάνατός σου.
Και γω;... Τι κάνω; Το βλέπεις. Εγώ θα προσπαθήσω να επιζήσω,
παρατείνοντας την ταπείνωσή μου, ενώπιόν σου, ενώπιον όλων των
ανθρώπων, μα κυρίως ενώπιόν μου.
Χαμήλωσε το κεφάλι μα το ξανασήκωσε αμέσως, κυττώντας τον Δαυίδ
ικετευτικά.
—Δαυίδ, εσύ τι θα 'κανες στη θέση μου;
—Γιατί δεν είμαι στη θέση σου; Είμαι φαντάζεσαι λιγότερο ντροπιασμένος
για τα παιδιά που καιγουνται; Αισθάνομαι το ίδιο καθαιρεμένος από
άνθρωπος, όσο και συ. Αλλά πιστεύω πως την ανθρώπινη ουσία δεν την
καταργεί αμετάκλητα παρά μόνον ο θάνατος. Απόδειξη πως βρισκόμαστε
πάλι φορτωμένοι με δυο υποχρεώσεις: τη μαρτυρία μας και την ευθύνη.
Μην ξεχνάς, πως ύστερα από τέσσερα χρόνια πολέμου, ποτέ και πουθενά
δεν ακούστηκε τίποτα για τα κρεματόρια. Όσο για τα παιδιά μας, δεν είναι
Digitized by 10uk1s

τα τελευταία που γεννήθηκαν στη γη. Όμως πρέπει να μείνουν τα
τελευταία που κάηκαν. Καταλαβαίνεις Μωρίς;

Digitized by 10uk1s

Όταν τέλειωσαν και για τις γυναίκες οι διατυπώσεις, τις μεταφέρανε κι
αυτές στα λάγγερ - καραντίνα γυναικών, πεντακάθαρες, ξυρισμένες, μ' ένα
μοναδικό φουστάνι απάνω τους κι ένα κομμάτι πανί δεμένο ολόγυρα στο
γυμνό τους κεφάλι. Αρκετές έχουν κι από ένα εσώρουχο· άλλες βρακί,
άλλες μισοφόρι κι ελάχιστες την πολυτέλεια που δίνει ένα ζευγάρι κάλτσες
αντρικές ή γυναικείες και συχνά δίχρωμες.
Φάγανε λιμασμένες το κομμάτι τους το ψωμί με τη μαργαρίνη και μείναν
ξεχάσκωτες από την έκπληξη πως τέλειωσε έτσι γρήγορα αυτή η ευτυχία.
Πολλές ξέσπασαν την κακία τους με υπονοούμενα και φθονερά βλέμματα
στη Χανά και την πλημμύρα των ξανθών μαλλιών της, καθώς τ' άνοιξε
στους ώμους της να στεγνώσουν.
Μέσ' στο θάλαμο βρήκαν άλλες που η καραντίνα τους τέλειωνε και θα τις
μεταφέρνανε σε λίγο στα κανονικά λάγγερ εργασίας. Σαν ανακάλυψαν
ρωμιές, μαζεύτηκαν όλες και ρώτησαν μ' αγωνία που πήγαν τους δικούς
τους.
—Τους άντρες;
—Όχι, τα παιδιά, τους γονείς μας...
—Αυτούς τους κάψανε.
-Τι;
—Τους κάψανε στους φούρνους.
Οι καινούριες πέτρωσαν. Οι παλιές γύρισαν αδιάφορα τις πλάτες και
συνέχισαν την κουβέντα τους. Κύλησαν λίγα λεπτά απόλυτης ακινησίας.
Και ξαφνικά μια νέα αποσπάστηκε από την πετρωμένη ομάδα και χίμηξε σε
κείνη που 'δωσε τις πληροφορίες. Την άρπαξε από τους ώμους και την
τράνταζε φωνάζοντας και φτύνοντας γύρω από τα χείλια της πυκνό άσπρο
Digitized by 10uk1s

σάλιο.
—Ποιους κάψανε μωρή κακούργα; Μίλα γιατί θα σε πνίξω. Που το πήγανε
το παιδί μου και τη μάνα μου; Λέγε, λέγε, γιατί...
Η παλιά της έπιασε τα χέρια και προσπάθησε να τη σπρώξει μακριά.
—Άσε με ντε και θα σου πω.
Η κοπέλλα τραμπαλίστηκε πέρα δώθε κι υποχωρώντας δυο βήματα,
στηρίχτηκε, σα σε τοίχο, στα σώματα των συντρόφων της, που
παρακολουθούσαν τη σκηνή κολλημένες η μια πάνω στην άλλη.
—Λοιπόν, αν θες ν' ακούσεις την αλήθεια, μην τα βάζεις μαζί μου, λέει πάλι
η παλιά. Τους γέρους, τις γριές, τους άρρωστους και τα παιδιά, οι γερμανοί
τους θεωρούν άχρηστα στόματα, που παίρνουν το ψωμί από μας που
δουλεύουμε... γι' αυτό τους καίνε.
—Ζωντανούς;
—Τους σκοτώνουν πρώτα...
Καμιά δε ρώτησε τίποτα άλλο. Μείναν εκεί για λίγο, όρθιες, ξερές, στεγνές,
σωπαίνοντας. Ύστερα αποχώρησε η πρώτη. Πήγε, διπλώθηκε σ' ένα
κρεβάτι κι έσφιξε τα χέρια γύρω στα γόνατά της. Οι άλλες μαζεύτηκαν
γύρω

της,

συσπειρώθηκαν

και

περίμεναν,

ώσπου

η

φωνή

της

λεφτερώθηκε και τέντωσε μοιρολόι στον απέραντο θάλαμο.
Η Χανά κι η Τζούντυ έμειναν σε λίγο ολομόναχες, απέναντι στις παλιές.
—Τι λες, τις ρωτάμε;
—Τι θα μας πουν; ανατρίχιασε η Τζούντυ.

Digitized by 10uk1s

—Δεν αντέχω άλλο...
—Ρώτησε συ, ξαναλέει η Τζούντυ.
—Μαζί.
Πιασμένες από το χέρι πλησίασαν τις παλιές.
—Μπα, δεν σας κούρεψαν έσας;
Η Χανά είχε τραβήξει το φουστάνι της λίγο κι έδειξε τη σφραγίδα που δεν
είχε φύγει με το λουτρό.
—Όχι, δεν μας κούρεψαν λέει. Μα τι είναι αυτό;
—Έκανες την τύχη σου, της λέει μια μελαχρινή, κυττώντας την από πάνω
ως κάτω.
—Γιατί; Ξέρεις γερμανικά, τι γράφει;
—«Μπορντέλο Στρατοπέδου».
Η Τζούντυ με μια τελευταία ελπίδα, κατέβασε και τον δικό της γιακά.
—Και μένα;
—Αι, το ίδιο. Τόσο δε σου κόβει; Αφού δε σε κούρεψαν ούτε σένα.
Αρπαγμένες από το χέρι βγήκαν γρήγορα από το λάγγερ. Περπατούν, σα
να

πηγαίνουν

κάπου

συγκεκριμένα.

Τα

παγωμένα

τους

δάχτυλα

σφίγγονται απελπισμένα.
«Πρέπει να σκεφτώ», λέει μέσα της η Χανά. «Πρέπει ν' ανακαλύψω το
μπαμπά μου, που ίσως βρίσκεται κάπου εδώ ολόγυρα. Είναι νέος και
γερός, δε θα τον κάψανε αυτόν. Και τη μαμά μου που είναι στην Αθήνα...
Digitized by 10uk1s

και τον μικρούλη Σαμ... εκείνο το παιδί. Κάποτε ήμουνα τόσο ευτυχισμένη
που μπορούσα να γεμίζω τις ώρες μου μ' ένα αγόρι τόσο δα».
—Τζούντυ, πες μου, μίλησέ μου για τους δικούς σου, για σένα. Σε
παρακαλώ. Πώς ήσουνα με τους δικούς σου εσύ;
—Ολομόναχη. Τους δικούς μου τους πιάσανε πριν... δε θέλω, όχι... μα
δηλαδή, τι θα μας κάνουν εμάς; Κατάλαβες; Οι γερμανοί!...
—Αν κουρευτούμε μόνες μας, ρωτά, με μάτια που λάμπουν μέσ' στο
σκοτάδι, η Χανά.
—Κι ύστερα;... σήκωσε η Τζούντυ απελπισμένα τους ώμους.
—Δεν... δε θα τους αρέσαμε, εξηγεί χωρίς σιγουριά τώρα η Χανά.
—Και η σφραγίδα μας; Και πως θα πληρώσουμε την ανταρσία μας;
—Δε θέλω να με κάψουν, λέει μ' ένα πνιγμένο λυγμό, η Χανά πάλι, δε
θέλω να πεθάνω...
—Ούτε γω! Δεν ξέρω.

Digitized by 10uk1s

Όλοι οι όμηροι της καραντίνας δουλεύουν σ' άλαφριές δουλειές στον
απομονωμένο περίβολο του λάγγερ τους. Κουβαλούν πέτρες και άμμο,
από την μιαν άκρη που ξεφορτώνουν τα φορτηγά, στην άλλη που χτίζεται
ένα καινούριο χτίριο. Με τη δεύτερη βόλτα οι καινούριοι νιώθουν κιόλας
κουρασμένοι. Οι Ες Ες που το ξέρουν τους έχουν στο μάτι και δεν τους
αφήνουν να ξανασάνουν.
Όταν ο Ερρίκο έφαε τις πρώτες βουρδουλιές, άρχισε να τρέχει σαν
τρελλός. Ο Ες Ες, που κατάλαβε πως είχε να κάνει μ' ένα ιδιαίτερα
φοβιτσάρη, διασκεδάζει κυνηγώντας τον κατά πόδι. Έτσι πέρασε η πρώτη
ατέλειωτη μέρα πόνου που 'ζησε ο Ερρίκο στα σαράντα πέντε του χρόνια.
Και σαν ξάπλωσε το βράδυ, ανακάλυψε πως δεν είχε ποτέ πριν υποφέρει
στη ζωή του. Ήταν και το χέρι του που τον τρόμαζε, μελανό και πρησμένο
απ' το τατουάζ. Τρεις μέρες μετά φάνηκε ολοκάθαρος ένας μπλε αριθμός,
όπως είδε να 'χουν τόσοι άλλοι: 182699.
—Και θα μείνει σ' όλη μου τη ζωή; ρωτούσε τον Δαυίδ απορημένος.
—Και θα μείνει σ' όλη σου τη ζωή, αφού πιστεύεις πως θα την ζήσεις όλη,
τον βεβαιώνει αυτός.
—Αα! μην ανησυχείς! Δε θα τους το κάνω το χατήρι... ας μην ήταν εκείνο
το ξύλο μονάχα... Δεν το χωράει το μυαλό μου βρε Δαυίδ! Εγώ, ένας
τίμιος εργατικός άνθρωπος, να τρέχω; Κι αν σταματήσω μια στιγμή, να
τρώγω ξύλο! Κι από ποιον; Από ένα βλογιοκομμένο τσογλάνι. Γιατί είμαι
λέει Εβραίος! Όχι τι να 'μουνα δηλαδή; Μογγόλος; Και πως μας το
κρατούνε φίλε μου... Λες κι ο Χριστός ήταν Εγγλέζος! Εβραίος ήταν κύριε,
κι όπως μας είπε ο δάσκαλος ο Κοέν, τις εντολές του Μωυσή κοπάναγε κι
αυτός, το ξέρεις;
—Το ξέρω! Και λοιπόν; τον ρωτά κεφάτα ο Δαυίδ.
Digitized by 10uk1s

—Δε βαρεθήκανε τόσες χιλιάδες χρόνια, το ίδιο βιολί... μας σταυρώσατε το
Χριστό και μας σταυρώσατε το Χριστό... Άσε που αν δεν τον σταυρώνανε
και τον αφήνανε να πεθάνει όμορφα όμορφα στο κρεβατάκι του, πως θα
φτιάνανε όλο κείνο το παραμύθι της ανάστασης με το τσούρμο τους
αγγέλους, τα σύννεφα που μιλούσαν και τις Μαρίες. Όχι πες μου τι θα
κάνανε τότε;
—Δεν έχεις άδικο, μόνο μη φωνάζεις ν' ακούμε και τα παιδιά.
Τα παιδιά είναι μια παρέα νέοι που σκάρωσαν μια χορωδία. Τα βράδυα,
μετά τη δουλειά, μαζεύουνται και τραγουδάνε. Ανάμεσά τους είναι κι
αρκετοί Ροδίτες, που ξέρουν όμορφα ιταλικά τραγούδια. Με τον καιρό
συντονίσανε τις φωνές τους και με το πλούσιο ρεπερτόριό τους,
ξεκουράζουν όλους της καραντίνας και συγκινούν τους φρουρούς τους.
Έτσι οι Ες Ες δώσανε διαταγή, όλα τα μέλη της χορωδίας να πάρουν μισή
μερίδα συσσίτιο επί πλέον.
Αλλά ο Σαμ έμεινε νηστικός επί τρεις μέρες, παρ' όλο το θαυμασμό που
προκαλεί στο μπάρμπα Ρίκο για τη μιάμιση μερίδα του.
Όρθιος στην ουρά ένα από τα πρώτα μεσημέρια, χάζευε περιμένοντας
ήσυχα τη σειρά του για το συσσίτιο. Απέναντί του ακριβώς ένας Ες Ες,
στητός και ατσαλάκωτος, κουνιέται πάνω στις καλογυαλισμένες του
μπότες παρακολουθώντας τη διανομή. Τα γαλάζια μάτια του φέρνουν μιαν
ανατριχίλα στον μικρό, γιατί του θυμίζουν τον Κόβατς. Όμως δε μπορεί να
ξεκολλήσει

το

βλέμμα

του,

από

τα

λαμπερά

κείνα

μάτια

που

πηγαινοέρχουνται απ' το καζάνι στον κάθε όμηρο που απομακρύνεται
κρατώντας προσεχτικά στις παλάμες του τη γεμάτη γαβάθα. Ποτέ του δεν
πρόσεχε τους ανθρώπους. Μα τώρα, καθώς είναι, υποχρεωτικά, πολλές
ώρες σιωπηλός και ακίνητος, κυττάζει, προσέχει, προσπαθεί να καταλάβει.
Κι είναι η πρώτη φορά που διαβάζει σ' ένα βλέμμα την αηδία έτσι
Digitized by 10uk1s

ξεκάθαρη κι έντονη, όπως στα μάτια του γερμανού επιτηρητή τους.
Τελείως μηχανικά παρακολουθεί κι αυτός ό,τι κυττάζει ο Ες Ες. Οι
αιχμάλωτοι ξεμακραίνουν από το καζάνι, μα δεν προφταίνουν ν'
απομακρυνθούν, και χώνουν το σκυμμένο κεφάλι τους στην αχνιστή
γαβάθα. Μια μακριά φάλαγγα κουρελιάρηδες, με αστεία αποφόρια,
πολύχρωμα. Μια φάλαγγα παλιάτσοι, με ξουρισμένα κεφάλια κι αξούριστα
πρόσωπα, μα καθόλου διασκεδαστικοί, καθόλου αστείοι. Κανείς τους
σχεδόν δεν παίρνει ανάσα πριν ρουφήξει όλη του τη σούπα κι όταν σε λίγα
λεπτά σηκώνουν τα κεφάλια τους, δείχνουν κάτι πρόσωπα άθλια,
πασαλειμενα, μα και λυπημένα, πολύ λυπημένα.
Ο Σαμ πούλησε τριών μερών συσσίτιο σ' ένα Πολωνό κι απόχτησε ένα
κουτάλι.

Δέκα μέρες ζωής στην καραντίνα αρρώστησε τους περισσότερους με
κοιλιακά. Μάταια τους είπαν πως το νερό είναι πολύ βαρύ κι επικίνδυνο.
Αυτοί ασυνήθιστοι στις χειροναχτικες δουλειές, πίνουν με την καρδιά τους.
Ο Ερρίκο έτρεξε ενθουσιασμένος στο θαλαμάρχη να του αναφέρει πως
έχει κόψιμο και δε μπορεί να σούρει τα πόδια του. Ο θαλαμάρχης τον
έβγαλε άρρωστο στο προσκλητήριο και τον έστειλε να ξαπλώσει. Γύρισε
θριαμβευτικά στο θάλαμο κι ανάγγειλε σε μια δεκαριά άλλους άρρωστους
πως είχε κι αυτός γλυτώσει την αγγαρεία. Δυστυχώς όμως δε βρήκε
κανέναν Έλληνα να μοιραστεί τη χαρά του. Τι ευτυχία να μη δουλεύεις και
να ξαπλώνεις άνετα σ' ένα κρεβάτι, ολομόναχος, χωρίς να σε στριμώχνουν
τρεις τέσσερις άλλοι!
Κατά τις δέκα τους παράλαβε ένας όμηρος νοσοκόμος και τους πήγε στο
γιατρό, όμηρο κι αυτόν, Πολωνό. Μα κύτταζε τους άρρωστους τόσο άγρια
Digitized by 10uk1s

που ο Ερρίκο τα 'χασε. Σαν ήρθε κι η σειρά του, είχε κιόλας μετανιώσει και
προσπάθησε να του εξηγήσει πως δεν είχε τίποτα σοβαρό. Μόνο που ο
Πολωνός δεν καταλαβαίνει βέβαια ελληνικά κι ούτε του δίνει σημασία. Λέει
δυο λέξεις στο νοσοκόμο, που του βάζει δυο χάπια στο στόμα· σε λίγο
τους έφερε όλους πίσω στο λάγγερ.
—Για σήμερα λέφτεροι, τους λέει και τους άφησε μόνους.
Ο Ερρίκο ξάπλωσε και πέρασε τη μέρα του καμαρώνοντας για την
εξυπνάδα του και μετρώντας πόσα καρότσια και πόσο ξύλο γλύτωσε.
Το βράδυ, σαν σκολάσανε τα κομάντος, ήρθε κι έπιασε θέση δίπλα του,
ένας πιο αδύνατος κι από τον ίδιον και με αστείο πρόσωπο.
Ο Ερρίκο ενθουσιάστηκε. Όλη μέρα δε βρήκε κανένα Ρωμιο να
κουβεντιάσει.
—Ξάπλες; τον ρωτάει.
—Ξάπλες λέει δε θα πει τίποτα. Όλη μέρα σκεφτόμουνα από τι με γλύτωσε
το κόψιμο!
Άλλη φορά, του λέει ο άγνωστος χαμογελώντας, μη τεμπελιάσεις το καλό
που σου θέλω. Προτίμησε να πεθάνεις περπατώντας.
—Σοφέέ! ακούστηκε μια φωνή από το βάθος. Έλα, δω, σου 'χουμε θέση.
Ο άγνωστος τον άφησε με το σύγκρυο της απειλής κι έφυγε κατά κει που
τον φώναζαν.
Το άλλο πρωί έβρεχε δυνατά· ο Ερρίκο σηκώθηκε κι έτρεξε πρόθυμα στην
ομάδα του εργασίας. Ο θαλαμάρχης όμως τον τράβηξε έξω από τις
γραμμές.
Digitized by 10uk1s

—Γύρνα στο θάλαμό σου, κι όταν πει ο γιατρός πως είσαι καλά, τότε θα
δουλέψεις.
—Μα είμαι καλά, τον βεβαιώνει ο Ερρίκο.
—Ας τα πολλά λόγια και τράβα μέσα, τον έδιωξε κείνος αγριεμένος.
Κείνη τη μέρα δεν γύρισε από τα ιατρεία. Στη μεσημεριανή διακοπή τρέξαν
ανήσυχοι ο Δαυίδ κι ο Μωρίς.
—Τι έγινες; Γιατί δεν γύρισες στο θάλαμο; τον ρωτούν.
—Θα με πάνε, λέει, στο νοσοκομείο.
Τον άφησαν με κατεβασμένα κεφάλια χωρίς κουβέντα. Ο μπάρμπα Ρίκο
πάγωσε.
Στο νοσοκομείο τους γδύσαν, τους πήραν όλα τα ρούχα, τους ξύρισαν
πάλι από την κορφή ως τα νύχια και τους παράτησαν ολοτσίτσιδους στο
ζεστό θάλαμο. Το νοσοκομείο δεν διαφέρει σε τίποτα από τα άλλα λάγγερ.
Τα κρεβάτια είναι και δω το 'να απάνω στ' άλλο, σαν ράφια, και στο
καθένα κοιμούνται τρεις με τέσσερις.
Πρώτος επισκέφτηκε τους καινούριους ένας Γάλλος γιατρός όμηρος, για να
δει τι έχει ο καθένας και να αναφέρει στην επιτροπή. Όταν ο Ερρίκο
ανακάλυψε πως ο Γάλλος μιλάει ιταλικά, του διηγιέται τρομοκρατημένος
ολη την αλήθεια.
—Καταλαβαίνετε, του λέει τελειώνοντας, είμαι άμάθητος σε τέτοιες βαριές
δουλειές· στον τόπο μου ήμουν ένας καλός και σεβάμενος τεχνίτης.
Ο γιατρός τον άκουσε με υπομονή και καλωσύνη.
—Θα μείνεις εδώ για λίγο, τον καθησυχάζει, να δυναμώσεις και 'γώ θα σε
Digitized by 10uk1s

στείλω ξανά στο λάγγερ σου. Τώρα όμως να ξαπλώσεις και να κοιμάσαι
όσο πιότερο γίνεται.
Ο Ερρίκο ανάσανε ευτυχισμένος. Σε τούτο τον άνθρωπο μπορεί να 'χει
εμπιστοσύνη. Έψαξε παντού, ώσπου ανακάλυψε σε κάποιο ράφι έναν
πατριώτη. Προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα, μα ο σύντροφός του δε
βγάζει μιλιά. Αυτή την προσβολή ο Ερρίκο δεν την περίμενε.
—Γιατί δε μου μιλάς, τον ρωτάει.
—Για να μην κουράζομαι.
—Άλλο πάλι αυτό! Βλαμμένος θα 'ναι ο άνθρωπος σκέφτεται.
Έξω βρέχει με το τουλούμι, μα ο θάλαμος είναι ζεστός. Οι άρρωστοι
ξαπλωμένοι ή καθιστοί σε μικρές παρέες, μιλούν, γελούν. Ο Ερρίκο βέβαια
δεν καταλαβαίνει, μα κλείνει τα μάτια και το ευχάριστο βουητό του κρατά
συντροφιά και του ζεσταίνει την καρδιά. Μονομιάς απλώθηκε μέσα στο
θάλαμο τόσο απόλυτη σιωπή, σαν να 'κλεισαν απότομα το ραδιόφωνο.
Τώρα ακούει μόνο τη βροχή και τη σιωπή. Ξαφνιασμένος από την αλλαγή
άνοιξε τα μάτια. Οι πλαγιασμένοι άρρωστοι με τα κεφάλια ανασηκωμένα
σα χελώνες κυττούν όλοι, με μάτια γουρλωμένα, κατά την είσοδο.
Όσοι πάλι βρέθηκαν όρθιοι, έχουν παράξενες στάσεις που του θυμίζουν τα
παιδιά της γειτονιάς του, σαν παίζαν τα αγάλματα και ξύλιαζαν σε όποια
στάση τα 'πιανε ο φύλακας. Ύστερα οι ξαπλωμένοι τράβηξαν τις
κουβέρτες ως την κορφή της κεφαλής τους κι εξαφανίστηκαν βογγώντας.
Άλλοι πάλι σηκώθηκαν και πηδούσαν τεντώνοντας χέρια και πόδια και
φωνάζοντας ο καθένας στη γλώσσα του ακαταλαβίστικα λόγια. Το θέαμα
είναι ξεκαρδιστικό, με τόσους γυμνούς κοκκαλιάρηδες ανθρώπους να
πηδούνε σαν καραγκιόζηδες με τ' αχαμνά τους να κουνιούνται, πέρα δώθε,
άχαρα και ξεψυχισμένα. Ο Ερρίκο απορεί που κανείς τους δε γελά.
Digitized by 10uk1s

Αντίθετα όλων τα πρόσωπα έχουν μιαν αγριάδα, με τα μάτια τους
πεταγμένα έξω και καρφωμένα σ' ένα σημείο. Ο Ερρίκο σκούντησε τον
βλαμμένο του σύντροφο.
—Κύττα ρε, τι σόι αστείο κάνουν αυτοί;
—Οι γιατροί! μούγγρισε κι εξαφανίστηκε κάτω από την κουβέρτα του.
Τότε μόνο πρόσεξε ο Ερρίκο τους δυο γερμανούς αξιωματικούς κι άλλους
δυο, με λευκή μπλούζα, που περνούσαν κείνη τη στιγμή την είσοδο του
θαλάμου. Κι απ' όλους πρώτος ο Γάλλος γιατρός. «Επιλογή, επιλογή»,
μουρμούριζε μέσ' από τα ρούχα ο σύντροφός του κι έτρεμε ολόκληρος.
Ξυλιασμένος από το φόβο του κι από την άγνωστη απειλή ο Ερρίκο, δεν
ένιωσε πως κάποιος τον ταρακουνούσε.
—Τρέχα γρήγορα και πέσε σε κείνο το τελευταίο κρεβάτι, στο βάθος,
άκουσε τον Γάλλο να του ψιθυρίζει.
—Γιατί; τι συμβαίνει;
Ο γιατρός θυμωμένος σφύριξε μέσ' στα δόντια του.
—Κάνε γρήγορα ότι σου λέω. Πήγαινε και ξάπλωσε κει πίσω.
Τρέμοντας γλύστρησε στο βάθος και χώθηκε κάτω από μια κουβέρτα στο
άδειο κρεβάτι. Κουκουλωμένος ως την κορφή, νιώθει τον παγωμένο του
ιδρώτα να κατρακυλάει σε ρυάκια στο στήθος του. Τα δόντια του χτυπούν
τόσο δυνατά που φοβάται πως θα προδοθεί η κρυψώνα του. Τα κλάματα
κι οι φωνές που ακούει μεγαλώνουν τον πανικό του. «Μα τι συμβαίνει
λοιπόν;» Έκανε με τρόπο ένα άνοιγμα στην κουβέρτα κι είδε τους
άρρωστους χωρισμένους στα δυο. Τους περισσότερους τους στέλνουν μ'
ένα νόημα κατά την έξοδο. Μα αυτοί δεν προχωρούν, μένουν εκεί
κλαίγοντας και παρακαλώντας κι όλοι σχεδόν ξαναρχίζουν το χορό τους,
Digitized by 10uk1s

για ν' αποδείξουν πως είναι γεροί. Τότε τους αρπάζει ο φρουρός και
χτυπώντας τους στα γυμνά πισινά τους ξαποστέλνει με μια κλωτσιά στον
περίβολο. Οι άρρωστοι πέφτουν στην παγωμένη λάσπη, κυλιούνται κι
ύστερα καρφώνουν τα μούτρα και τα δάχτυλα, όσο πιο βαθιά μπορούν,
στο λασπωμένο χώμα, μουγγρίζοντας. Οι φρουροί φτύνουν απάνω τους,
τους σηκώνουν σαν τσουβάλια και τους πετούν στα φορτηγά. Τα κορμιά
αφήνουν έναν κούφιο ήχο πέφτοντας στην καρότσα κι ανασηκώνουνται με
κόπο. Και τότε όλα σταματούν το κλάμα, οι διαμαρτυρίες, όλα. Τα
πρόσωπα τρομαχτικά, πασαλειμένα δάκρυα και λάσπες, πετρώνουν στον
τελευταίο μορφασμό, καθώς το φορτηγό ξεκινάει. Ο θάλαμος έμεινε
βουβός, σαν τάφος. Κανένας δε θέλει συντροφιά. Του καθένα του αρκεί ο
εαυτός του, πολύτιμος, τεράστια μόνος, σωσμένος.
Σε λίγο παρουσιάστηκε ένας νοσοκόμος και τους μοίρασε κινίνο.
—Που τους πάνε; ψιθυρίζει σβησμένος ο Ερρίκο.
—Που αλλού γέρο μου! Στους θαλάμους αερίων. Ο Ερρίκο λιποθύμησε. Ο
νοσοκόμος του χτύπησε τα μάγουλα.
—Έλα, έλα, τον παρηγορεί, τι σε νοιάζει; αφού τη γλύτωσες βρε! Εξ άλλου
τέτοια επιλογή γίνεται κάθε είκοσι μέρες. Ώσπου να ξαναγίνει εσύ θα 'χεις
φύγει από δω.
Μα ο Ερρίκο είναι απαρηγόρητος. Μόλις κατάφερε να σταθεί στα πόδια
του έτρεξε στον Γάλλο γιατρό. Τον καθησύχασε κι αυτός, βεβαιώνοντάς
τον πως θα τον βγάλει οπωσδήποτε μέσα από το νοσοκομείο. Μα ο φόβος
τον λυώνει, τον διαλύει, τον καταβροχθίζει. Κάθε πρωί και κάθε απόγεμα,
σαν κυριεύεται από τον πανικό του, τρέχει στον Γάλλο για να του πει κάθε
φορά τα ίδια. «Μη με βλέπετε έτσι αδύνατο, είναι το σκαρί μου τέτοιο!
Αλήθεια σας λέω! Να δείτε!» Και τότε αρχίζει κι αυτός το μακάβριο χορό,
Digitized by 10uk1s

επίδειξη δύναμης, που τόσο τον είχε διασκεδάσει όταν τον πρωτόδε. Ο
Γάλλος παρακολουθεί με μάτια όλο τρυφερότητα τα αχαμνά μπράτσα του
και τα κοκκαλιάρικα πόδια του να τινάζουνται αδέξια.
—Καλά, καλά, σταμάτα Ερρίκο, το ξέρω, τον καθησυχάζει. Αλλά τους
γερμανούς βλέπεις δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το σκαρί σου. Αυτό που
έχει σημασία είναι να κοιμάσαι, ξαπλωμένος συνέχεια, για να καταφέρουμε
να πάρεις λίγο βάρος!
Έδωσε διαταγή να παίρνει ο Ερρίκο διπλή μερίδα συσσίτιο. Όμως το βάρος
του μένει το ίδιο. Οι νύχτες του περνούν με εφιάλτες. Μα κι οι μέρες του
δεν είναι ηρεμότερες. Αν περάσει κάποιος αξιωματικός τυχαία απ' έξω, τον
πιάνει κείνη η διαλυτική τρεμούλα. Έχει γίνει ολόκληρος μια εστία φόβου,
που περιμένει, περιμένει και καιροφυλαχτεί ξάγρυπνος, λες και τα μάτια
του μένοντας ανοιχτά και καρφωμένα στην πόρτα, θα εμποδίσουν τους
δήμιούς του να πλησιάσουν, ν' ανοίξουν, να τον πάρουν.
Δέκα μέρες πέρασαν σ' αυτή την κατάσταση. Ένα μεσημέρι τον φώναξε ο
Γάλλος και τον πληροφόρησε πως την επομένη, θα περνούσε πάλι η
επιλογή.
—Να κρυφτώ; ρώτησε παγωμένος.
—Όχι. Αύριο είμαι αποφασισμένος να σε παρουσιάσω. Θα κάνω ότι
μπορώ, να σε στείλω πίσω στο λάγγερ να πιάσεις δουλειά.
Τον ζύγισε όπως όλους. Πενήντα κιλά. Το κατώτατο όριο, που σου
επιτρέπει να γλυτώσεις από το κρεματόριο. Από κει και κάτω τίποτα δεν σε
σώζει. Ο γιατρός σημείωσε την καρτέλα και τον έστειλε να ξαπλώσει.
Βράδιασε, ξημέρωσε, μπανιαρίστηκαν, ξυρίστηκαν. Όταν φάνηκε η
επιτροπή στην είσοδο, ο Ερρίκο κατουρήθηκε. Κύτταζε απορημένος την
Digitized by 10uk1s

υγρασία που άπλωνε πάνω στο σανίδι της κουκέτας του χωρίς να
καταφέρει να συγκρατηθεί. Ύστερα σηκώθηκε και μπήκε στη γραμμή. Και
οι δυο αρχίατροι είναι, για την κακή του τύχη, Πολωνοί. Αμείλιχτοι και
σκληροί όσο και οι γερμανοί. Οι ελπίδες είναι ελάχιστες. Ο Ερρίκο
πλησίασε με το στενό του στέρνο φουσκωμένο όμοιος με γερασμένο
παιδάκι. Τον εξετάζουν προσεχτικά και πιάνουν ζωηρή συζήτηση. Κάτι δεν
πάει καλά. Μα δεν καταλαβαίνει. Με μια απίθανη υπερένταση προσπαθεί
να διαβάσει στις εκφράσεις των προσώπων τους και στον τόνο της φωνής
τους τη διαφωνία τους. Και πραγματικά. Ο ένας Πολωνός επιμένει πως
αργά ή γρήγορα θα τον «πετάξουν», ενώ ο άλλος «νομίζει πως μπορεί να
δουλέψει για ένα μήνα ακόμη». Του Ερρίκο τα μάτια καρφώνουνται
ικετευτικά στον Γάλλο που σωπαίνει. Τέλος λέει τρεις λέξεις. Ο Ερρίκο
λυσσάει. «Μα γιατί δεν λέει περισσότερα; Γιατί δεν με υποστηρίζει;» Αλλά
να που ο Πολωνός που έχει τις αντιρρήσεις, σφίγγει τα χείλια, σηκώνει
τους ώμους και υπογράφει την καρτέλα. Ο Γάλλος έκλεισε τα μάτια για ένα
δευτερόλεπτο κι ύστερα κύτταξε τον Ερρίκο και του 'κλεισε συνωμοτικά το
μάτι. Ώστε σώθηκε! Δεν βλέπει πια τίποτα μπροστά του! Ούτε το νόημα
που του κάνουν ν' απομακρυνθεί. Μα έτσι κι αλλιώς δε μπορεί να
περπατήσει. Ο Γάλλος που καταλαβαίνει την ταραχή του, τον κυττά άγρια,
σαν για να τον συγκρατήσει να μην λιποθυμίσει. Ο επόμενος ουρλιάζει
κιόλας γονατισμένος. Ο Ερρίκο δέχτηκε μια κλωτσιά στα πισινά του και
συνήλθε. Περπάτησε με δυσκολία και κάθησε στο πρώτο κρεβάτι. Θέλει
πολύ να κρυφτεί μα δεν γίνεται να περπατήσει, αδύνατον. Οι άρρωστοι
κλαίνε, παρακαλούνε, σούρνουνται, οι γιατροί εκνευρίζουνται κι ο Ερρίκο
αγαναχτεί, που δεν το παίρνουν απόφαση να πάνε ήσυχα στο αυτοκίνητο
που τους περιμένει. «Θες να θυμώσουν οι γιατροί και να μας στείλουν
όλους για κάψιμο;»
Επί τέλους φύγανε. Σε λίγο ο Γάλλος ξαναγύρισε στο θάλαμο μ' ένα
ελαφρό, αδιόρατο χαμόγελο στο πάντα θλιμμένο στόμα του. Ο Ερρίκο
Digitized by 10uk1s

άρπαξε τα χέρια του και τα φιλούσε.
—Σωτήρα μου, σωτήρα μου!
—Τα καταφέραμε, λέει εκείνος ήρεμα. Σε είχα γράψει στη καρτέλα σου
δυο κιλά βαρύτερο. Αν κάναν το αστείο και σε ζύγιζαν ξανά, θα πηγαίναμε
χέρι χέρι στο κρεματόριο.
Ο Ερρίκο γελά και κλαίει, λίγο τρομαγμένος με τη λυπημένη ματιά του
Γάλλου.
—Γιατί με κυττάτε σα να μην εχω σωθεί; τον ρωτάει.
—Έλα φτάνει! Αυτό είναι προσωρινό. Όλοι στο κρεματόριο θα φτάσουμε
ξέρεις... κι έφυγε.
Έστειλε σ' όλους και τους έντεκα που απαλλαγήκανε, διπλή μερίδα
φαγητό. Ο Ερρίκο πήγε ξανά να τον ευχαριστήσει, λίγο πριν τους πάρουν.
—Πρέπει, Ερρίκο, να συνηθίσεις στην ιδέα, του είπε, πως για μας εδώ δεν
υπάρχει αύριο. Αναστολή μόνο από το θάνατο. Σήμερα! Ένα σήμερα είναι
ότι έχουμε. Όλη μας η ζωή.
Δεν τον ξανάδε τον Γάλλο του. Μα τον αγαπούσε. Μ' όλο τον εγωισμό του
δεν τον ξέχασε ποτέ...

Όταν τους παράλαβαν οι Ες Ες να τους πάνε πίσω στο λάγγερ, ο Ερρίκο
δεν κρατιόταν. Νόμιζε πως θα πετάξει από την χαρά του. «Λέφτερος!
Λέφτερος!».
Βιαζόταν να φτάσει, να ξαφνιάσει τους δικούς του, που τώρα καταλαβαίνει
καλά πως τον έχουν για χαμένο. Όμως δεν γύρισε στο λάγγερ - καραντίνα.
Digitized by 10uk1s

Τους πήγαν κατ' ευθείαν σε λάγγερ εργασίας. Η ευτυχία του, αμοίραστη
καθώς έμεινε, κουτσουρεύτηκε.
Το

άλλο

πρωί

παρουσιάστηκε

στο

προσκλητήριο,

μια

ατέλειωτη

διαδικασία. Μαζί τους υπάρχουν και γερμανοί αιχμάλωτοι, αντιχιτλερικοί,
όμοια με τους Εβραίους, μαρκαρισμένοι κι αυτοί στα χέρια. Αλλά είναι όλοι
τους Κάπο, ομαδάρχες. Ο κάθε κάπο παίρνει κι από ένα συνεργείο, τριάντα
ως σαράντα όμηρους και τους πηγαίνει στη δουλειά με συνοδεία δυο Ες Ες
οπλισμένους. Πριν ξεκινήσουν το πρωί ο κάπο γράφει όλα τα νούμερα του
συνεργείου του για να τα τσεκάρουν, το βράδυ, που θα παραδώσει.
Ρώτησε και τον Ερρίκο σαν ήρθε η σειρά του. Αυτός τον κυττά σα χαζός
και δεν απαντά. Ένα φοβερό χαστούκι τον τράνταξε ολόκληρο.
Δυο μέρες δούλευε μαθαίνοντας το νούμερό του. Την πρώτη μέρα έμαθε
το μισό, άιν, αχτ, τσβάι και δόστου και πάλι, άιν, αχτ, τσβάι, άιν, αχτ,
τσβάι. Κατά το βράδυ πια το στόμα του κουνούσε από μόνο του και δεν
μπορούσε να το σταματήσει. Το τέλος της δεύτερης μέρας ένιωθε σα να
φύτρωσαν μακριά ραδίκια στη γλώσσα του, από το πολύ να λέει ολόκληρο
το νούμερο συνεχώς.
Την τρίτη μέρα το πρωί δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει η σειρά του. Κι
όταν επί τέλους ο κάπο του τον ρώτησε, φώναξε λαχανιασμένος.
—Άιν αχτ, τσβάι, νόιν, νόιν, ζεξ.
Ο κάπο χαμογέλασε κι ο Ερρίκο ένιωσε πολύ περήφανος. Κάθε πρωί είναι
περήφανος και κάθε πρωί ο κάπο του χαμογελά. Μα δεν ακούει πια από το
αριστερό αυτί, ύστερα από κείνο το χαστούκι.

Την πρώτη μέρα, μετά την σωτηρία του, πέρασε με το συνεργείο του
Digitized by 10uk1s

πηγαίνοντας για δουλειά, μπροστα από το λάγγερ - καραντίνα που
κρατούσαν ακόμη τους δικούς του. Πρώτος τον είδε ο ανηψιός του ο
Αλμπέρ.
—Θείε, θείε, σφύριξε μέσ' από τα δόντια του στον Δαυίδ, δείχνοντάς του
με το κεφάλι κατά το κομάντο που περνούσε. Ο Δαυίδ γούρλωσε τα μάτια.
—Σαμ, Μωρίς, σφύριξε με τη σειρά του, ο Ερρίκο!
Και οι τέσσερις παρακολουθούσαν ξεροί τον μπάρμπα Ρίκο να περπατάει
αδέξια στα ξυλοπάπουτσά του. Κι αυτός τους κύτταζε λοξά θριαμβευτής.
—Μπράβο Ερρίκο, μπράβο, του σφύριζαν μέσ' από το σύρμα. Κι ένιωθε
αυτός τη λεφτεριά του να μεγαλώνει μέσ' από τον ενθουσιασμό και το
ξάφνιασμά τους.
Φτάσαν στον περίβολο του κρεματόριου, όπου χτίζαν ένα καινούριο χτίριο.
Ο Ερρίκο κουβαλούσε χαλίκι με το χειραμάξι και γέμιζε τη μπετονιέρα. Σε
λίγο είχε την εντύπωση πως τα χέρια του είναι περασμένα σε σούβλες. Ο
Ες Ες τον χτύπησε με το βούρδουλα. Πάλι τρελλάθηκε από το φόβο του
και πάλι άρχισε να τρέχει. Και πάντα άμα τρέχει ο μπάρμπα Ρίκο, οι
γερμανοί ξεκαρδίζουνται στα γέλια. Επί τέλους η μεσημεριανή παύση
σήμανε. Τα ιδρωμένα κορμιά ξυλιάζουν μονομιάς. Ευτυχώς η σούπα είναι
ζεστή. Ο Ερρίκο άρπαξε τη γαβάθα του κι έχωσε μέσα το κεφάλι του. Το
λαρύγγι του κάηκε κι αναγκάστηκε να σταματήσει για λίγο. Έσφιξε τη
γαβάθα στις χούφτες του. Καθισμένος ανακούρκουδα, άρχισε να ρουφάει
υπομονετικά, απολαβαίνοντας την ευτυχία του και κυττώντας με λύπη τη
σούπα που λιγόστευε. Ένας θόρυβος κινούμενης μυρμηγκιάς έφτασε από
μακριά στ' αυτιά του. Σήκωσε το κεφάλι κι είδε μιαν ατέλειωτη πένθιμη
φάλαγγα να προχωρεί από το σταθμό. Γυναίκες, άντρες, γέροι, κίτρινοι κι
εξαντλημένοι, τραβώντας θλιβερές μορφές παιδιών, με τεράστια μάτια στα
Digitized by 10uk1s

βαθουλωμένα τους πρόσωπα. Ο Ερρίκο γνώρισε την εικόνα, την ξανάζησε
κι άρχισε να τρέμει. Η σούπα του είχε παγώσει, μα αυτός δε μπορούσε να
σηκώσει τα μάτια από την πομπή που, περνώντας σε λίγο μπροστά του,
προχώρησε προς το θάλαμο του κρεματόριου. Πάνω από οχτακόσοι
ζωντανοί, πολλοί, αμέτρητοι άνθρωποι, πηγαίνουν, περπατώντας με τα
δικά τους πόδια, να χωθούν στους φούρνους. Χωρίς να καταλαβαίνει, με
τα μάτια πάντα καρφωμένα στους ανήξερους που τον προσπερνούν,
αρχίζει να ξερνά μέσ' στη γαβάθα του. Πόδια, πόδια, πόδια που θα καούν,
πόδια παιδιών που δε θα τρέξουν σε καμιά αυλή, σε κανένα δρόμο, ποτέ
πια, πόδια που παρελαύνουν, χωρίς να υποψιάζουνται πως κάνουν τα
τελευταία τους βήματα, απάνω κιόλας στις φλόγες. Μια βουρδουλιά στο
λαιμό τον πόνεσε αφόρητα. Δυο μπότες ορθώθηκαν και του 'κρυψαν την
άθλια φάλαγγα. Ο Ες Ες ουρλιάζει κάτι που ο Ερρίκο δεν καταλαβαίνει. Ο
βούρδουλας ξανασφύριξε στ' αυτί του τούτη τη φορά. Ο Ες Ες του πίεσε
το κεφάλι και του το κατέβασε ως τη γαβάθα του. Ο Ερίκο εξακολουθεί να
μην καταλαβαίνει, μα η μούρη του ολόκληρη είναι χωμένη στον παγωμένο
του εμετό. Ανοίγει το στόμα γιατί πνίγεται κι αρχίζει να καταπίνει. Η πίεση
χαλαρώνει λίγο, όσο να μπορεί να καταπίνει συνέχεια το περιεχόμενο της
γαβάθας. Σαν την άδειασε όλη, ο γερμανός είπε γελώντας.
—Γκουτ, γκουτ, κι απομακρύνθηκε.

Digitized by 10uk1s

Κάποιο Σαββατόβραδο η καραντίνα τέλειωσε και οι όμηροι μεταφέρθηκαν
στο μπλοκ εργασίας 32. Ο Ερρίκο που το 'μαθε, επιστρέφοντας με το
συνεργείο του, έκανε σαν παιδί από τη χαρά του, που θα ξανασμίξει με
τους δικούς του. Μασουλώντας ακόμα το συσσίτιό του έτρεξε στο μπλοκ
τους. Μαζεμένοι κι οι πέντε γύρω του σε λίγο, ρωτούν όλοι μαζί, πως
γίνηκε το θαύμα και γλύτωσε.
—Υπομονή, υπομονή, θα τα πούμε όλα, τους βεβαιώνει ξεκουμπώνοντας
με καμάρι τη μπλούζα του. Κι ύστερα, κυττώντας τους με μάτια πονηρά,
βγάζει ένα καλό κομμάτι ψωμί, τσιγάρα και μια κονσέρβα. Ο ενθουσιασμός
του

δεν

λέγεται,

καθώς

βλέπει

τα

βλέμματα

θαυμασμού

που

καρφώνουνται απάνω του χωρίς λέξη. Επί τέλους ο Μωρίς ρωτάει.
—Μπάρμπα Ρίκο, που τους βρήκες τέτοιους θησαυρούς;
Ο Ερρίκο θέλει να μιλήσει μα δεν τα καταφέρνει σκασμένος στα γέλια.
—Επιτυχία, λέει τέλος. Δουλεύω στα κομάντος του κρεματόριου. Μην το
ρωτάτε το τι τυχερά έχουμε. Άσε τα πράματα που αφήνουν οι
μελλοθάνατοι στους προθάλαμους των αερίων... έχουμε και τα τραίνα!
Που να ξέραμε το βράδυ που φτάσαμε! Θυμάστε την πλατεία...
Ο Ερρίκο λέει, λέει, περιγράφει το πλιάτσικο από τους δυστυχισμένους
ταξιδιώτες και δεν προσέχει καθόλου τα αλλοιωμένα πρόσωπα των
συντρόφων του που, όσο προχωρεί η αφήγησή του, παγώνουν. Κάποτε
τέλος βλέπει τα χαμόγελα που έχουν γίνει μορφασμοί και τα μάτια που τον
παρακολουθούν, μισόκλειστα, τσαλακωμένα ολόγυρα.
—Μα τι πάθατε; ρωτάει.
—Τίποτα, τίποτα, λοιπόν λέγε.
Ο Σαμ κι ο Αλμπέρ, στρίβουν λίγο τα κεφάλια, σα ν' αφαιρούνται από την
Digitized by 10uk1s

κίνηση και τα πηγαιν' έλα των άλλων ομήρων. Διάφορα μισόλογα κι
απότομα κομμένες στη μέση συζητήσεις τους ξανάρχουνται στο μυαλό.
«Ποιους καίνε; Ποιοι ήταν οι θάλαμοι αερίων;» «Που είναι ο μικρούλης
Ζακ;».
Τα δυο αγόρια, υποχώρησαν λίγα βήματα και πιάσαν κουβέντα με άλλους
νέους συντρόφους.
—Και βέβαια είναι επικίνδυνο, συνεχίζει ο Ερρίκο, τον θριαμβευτικό του
μονόλογο. Πριν μια βδομάδα μας κάναν έρευνα στο γυρισμό. Ευτυχώς που
δεν ήμουν από τους πρώτους. Μα τους εφτά τους πιάσαν με τσιγάρα και
μια κονσέρβα θαρρώ, τους κάναν μαύρους από το ξύλο. Λόγω τιμής
Δαυίδ, δεν τους γνώρισα το πρωί... αλλά σου κάνει καρδιά πάλι ν' αφήσεις
τέτοιο θησαυρό; Ξέρεις τι λέω γω; Ας τρώμε στα σίγουρα μην
αρρωστήσουμε και μας πετάξουν στους φούρνους και χαλάλι λίγο ξύλο...
—Αν είναι λίγο, πάει καλά...
—Δεν ξέρεις τι χαρά μου κάνουν τα βράδυα κάτι πατριωτάκια σαν γυρίζω,
καμάρωσε ο Ερρίκο. Όλο και κάτι εχω να τους φιλέψω...
Σαν ξημέρωσε η Κυριακή, το μπλοκ 32 δε βγήκε στο προσκλητήριο.
—Κακοσημαδιά, ανησυχήσανε μερικοί.
Οι μοναδικοί όμηροι που δε βγαίνουν ποτέ στα καθημερινά προσκλητήρια
ούτε και κυκλοφορούν τα βράδυα, ανάμεσα στη διακοπή εργασίας και τον
ύπνο, είναι οι όμηροι του μπλοκ 13. Το καταραμένο μπλοκ. Εκεί ζουν
πάντα περιορισμένοι, όσοι δουλεύουν στους θαλάμους αερίων και τους
φούρνους. Μόνο να δεχτούν επισκέψεις από άλλα λάγγερ επιτρέπεται κι
όταν βγουν για δουλειά, συνοδεύουνται από ισχυρή δύναμη Ες Ες. Είναι
σίγουροι μελλοθάνατοι. Αφού εργαστούν πέντε έξι μήνες στα κρεματόρια,
Digitized by 10uk1s

τους εκτελούν και τους αντικαθιστούν με καινουριοφερμένους. Αυτό
προβλέπει ο κανονισμός.
Κατά τις δέκα, οι λέφτεροι όμηροι, είδαν να καταφτάνουν ανώτεροι
αξιωματικοί και οι ανησυχίες τους για τους καινούριους δικαιώθηκαν. Οι
πόρτες του 32 άνοιξαν διάπλατες κι η επιλογή άρχισε. Ξεδιάλεξαν
διακόσους και ανάμεσά τους τον Δαυίδ και τον κουνιάδο του. Κατά το
μεσημέρι, κυκλωμένοι από πολλούς Ες Ες, μεταφέρθηκαν στο καταραμένο
μπλοκ 13. Είχαν επιλεγεί για το θάνατο.

Η καραντίνα τέλειωσε και για τις γυναίκες. Η Τζούντυ κι η Χανά ελπίσανε
προς στιγμή πως θα τις μεταφέρουν μαζί με τις άλλες σε λάγγερ εργασίας.
Αλλά τις παράλαβε ένας Ες Ες και τις πήγε σ' ένα χτίσμα, αρκετά μακριά
από τα λάγγερ, στις φαρμακαποθήκες. Τις άφησε σ' ένα δωμάτιο που δε
θύμιζε τίποτα, μα μοιάζει με όλα. Κάτι ανάμεσα σε αίθουσα αναμονής
ιατρείου και σε σαλόνι επαρχιώτικου σπιτιού. Οι δυο κοπέλλες στάθηκαν
μπροστά στο παράθυρο αμίλητες. Πέρασε μισή ώρα σε απόλυτη ακινησία
και σιωπή. Μια παράξενη απόσταση είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους στη
διάρκεια της καραντίνας. Όσο η Χανά ένιωθε την ανάγκη να προσκολληθεί
στη Τζούντυ από μια ενστιχτώδη αναζήτηση προστασίας, τόσο εκείνη
κλεινόταν στον εαυτό της και γινόταν εχθρική. Σχεδόν έδειχνε αποστροφή
για τη Χανά. Αμυνόταν σε κάθε τρυφερότητα που μπορούσε να πάρει ή
και να δώσει. Η άγρια μοίρα της την όπλιζε και τη βοηθούσε να διατηρεί
και εσωτερικά την απάθεια που είχε και η μορφή της.
Οι γονείς της εκτελέστηκαν στη Θεσσαλονίκη κι ο νέος που την αγαπούσε
την πήρε κι έφυγαν για την Αθήνα. Περπατούσαν συνήθως από τα
ξημερώματα ως τις δέκα. Ένα βράδυ που κατέβηκε σ' ένα χωριό, να βρει
τίποτα φαγώσιμο και τσιγάρα, δεν ξαναγύρισε. Τον περίμενε όλη νύχτα
Digitized by 10uk1s

κρυμμένη σ' ένα χαλασμένο σταύλο. Το ξημέρωμα συνέχισε μόνη της την
πορεία στον άδειο δρόμο, στον άδειο κόσμο. Δεν είχε ούτε έναν συγγενή
στην Αθήνα. Δεν μίλησε, δεν αφηγήθηκε, δεν έκλαψε. Όταν λίγο έξω από
την Κόρινθο την έπιασε ένα γερμανικό περίπολο και της ζήτησε
ταυτότητα, μπορούσε να πει πως δεν έχει. Μα δεν το σκέφτηκε. Ανοιξε τη
τσάντα της και τους έδωσε την εβραϊκή της ταυτότητα. Την έφεραν κατ'
ευθείαν στο Χαϊδάρι. Δεν γνωρίστηκε, δεν συμφιλιώθηκε με το
περιβάλλον. Δεν ήθελε κανείς να της μιλεί, κανέναν να την λυπηθεί,
κανέναν να την προσέχει. Κι έτσι γίνηκε αντιπαθής σε όλους. Μέσα σ' αυτή
την εχθρότητα ένιωθε τουλάχιστον να ορίζει την ανάλγητη μοναξιά της.
Μόνο που εδώ κι η μοναξιά είναι πολυτέλεια. Κατοικείς μέσα σ' όλους τους
πνιγμένους, τους καμένους, τους παραμορφωμένους και σε κατοικούν
όλοι. Το χώμα σου είναι ο πόνος. Αυτός και το χωράφι σου, αυτός, αυτός.
Και ο λαιμός ξερός από την τσίκνα των καμινάδων. Αι, λοιπόν, φτάνουν
τόσα. Δε θ' αναγνώριζε τα πρόσωπά τους, ούτε και θα δημιουργούσε
προηγούμενα για μελλοντικές οδύνες. Και τι δεν μπορούσε να χωρέσει
στην ερημιά της.
—Εσείς, ακούστηκε μια φωνή πίσω τους. Μείναν κοκκαλωμένες για ένα
δευτερόλεπτο κι ύστερα στρίψαν συγχρόνως το κεφάλι. Μια γυναίκα ως
τριάντα χρόνων, μελαχρινή, ξερακιανή, με μάτια ξεπλυμένα γκρίζα,
στεκόταν μπροστά τους. Την κυττάζουν βουβές. «Και τώρα;»
—Μήπως μιλάτε γαλλικά; τις ρώτησε.
—Σας καταλαβαίνουμε κι οι δυο, απάντησε η Τζούντυ.
—Ωραία! Είμαι η μπλόκοβα εδώ. Λοιπόν, το πρωί θα δουλεύετε με τις
άλλες κοπέλλες στη φαρμακαποθήκη. Πολύ αλαφριά δουλειά. Τ' απόγευμα
θα μένετε δω, ξέρετε...

Digitized by 10uk1s

Κούνησαν καταφατικά το κεφάλι πως ναι, ξέρουν. Τα μάτια της Χανά
ανοιγόκλεισαν και τα μάγουλά της φούντωσαν.
—Και μη διανοηθείτε να βγείτε έξω από τον περίβολο, αυτόν τον μικρό.
Και τώρα πάμε στο γιατρό για εξέταση.
—Μας εξέτασε, πετάχτηκε η Χανά.
—Αυτή ήταν γενική εξέταση, τις πληροφορεί η γυναίκα με απάθεια. Τώρα
θα σας κυττάξουν για αφροδίσια.
Η Χανά πισωπλάτισε. Το αίμα ανέβηκε από τα μάγουλά της στα μάτια της.
Η Τζούντυ της έδωσε μια σπρωξιά κι ακολούθησαν την ξένη. Δεν πήγαν
μακριά. Από τη μια πόρτα, στην άλλη, και βρέθηκαν σ' ένα μικρό
πεντακάθαρο ιατρείο. Ένα μουσαμαδένιο κρεβάτι, ένα μετάλλινο γραφείο,
δυο πολυθρόνες, ένας Χίτλερ στον τοίχο. Η γυναίκα χάθηκε πίσω από μια
πόρτα. Αυτές στέκουν όρθιες, τεντωμένες. Σε λίγο φάνηκε ο γιατρός. Είναι
ο νεώτερος από τους τρεις που τις σφράγισαν. Έκανε νόημα στη Χανά να
ξαπλώσει στο κρεβάτι. Το πρόσωπό της άναψε πάλι και τραβήχτηκε να
κρυφτεί πίσω από τη Τζούντυ. Εκείνη την παραμέρισε, προχώρησε και
ξάπλωσε στο μουσαμά. Κάτι είπε ο γιατρός κάνοντάς της νόημα να γδυθεί.
Υπάκουη κι ανέκφραστη, έβγαλε το μοναδικό φουστάνι που φορούσε και
φάνηκαν δυο παρδαλές κάλτσες στερεωμένες πάνω από το γόνατο μ' ένα
κορδόνι. Ξάπλωσε με τα μάτια καρφωμένα στον Χίτλερ. Ο γιατρός
πλησίασε, άνοιξε τα πόδια της και τα έκαμψε ώστε να πατήσουν οι
φτέρνες στο μουσαμά. Την εξετάζει προσεχτικά μ' ένα φακό. Ύστερα πήρε
από το μεταλλικό δίσκο το μητροσκόπιο. Το σπρώχνει μαλακά στα σκέλια
της Τζούντυ, ώσπου εξαφανίστηκε σχεδόν. Η Χανά έσφιξε τις παλάμες
χαμηλά στην κοιλιά της. Τώρα ο γιατρός τραβάει μια δυνατή λάμπα και
ρίχνει το φως της μέσα από κείνο το χωνί. Η Χανά τρέμει. Μόνο η Τζούντυ
δεν κουνιέται, λες κι όλα αυτά γίνονται σ' ένα ξένο σώμα.
Digitized by 10uk1s

—Δεν έχετε γεννήσει; τη ρωτά.
Η Τζούντυ δεν έδειξε, ούτε με μια τόση δα σύσπαση, ν' άκουσε την
ερώτηση. Της έκανε νόημα να σηκωθεί. Στράφηκε προς τη Χανά που είναι
άσπρη, όμοια με τους τοίχους και μόνο τα μάτια της σπούνε τη λευκότητα
της επιδερμίδας της. Κυττώντας τη Τζούντυ αυτή, με παιδική υποταγή,
ξεκίνησε με άκαμπτα πόδια κι όσο γινόταν μικρότερα βήματα για ν'
αργήσει να φτάσει στο κρεβάτι.
Ο γιατρός κάνει τις ίδιες κινήσεις τοποθετώντας τα πόδια της κι ύστερα
σκύβει απάνω της. Αλλά σηκώνεται αμέσως.
—Παρθένα, μονολογεί κι ακούμπησε το φακό και το μητροσκόπιο στο
γραφείο.
Ένα κύμα τρυφεράδας γλύστρησε ύπουλο κι αναστάτωσε την καρδιά της
Τζούντυ που κατάλαβε.
—Σηκωθείτε, λέει και γυρνώντας στη Τζούντυ. Είστε αδερφές;

Γύρισαν πίσω. Βρήκαν το παράξενο κείνο δωμάτιο γεμάτο από μια δεκαριά
κοπέλλες εχθρικές κι αγέλαστες. Τα βλέμματά τους δέχουνται σκληρά τις
καινούριες, που κρατούν ακόμα στη μορφή τους κάτι από την ανθρώπινη
λεφτεριά του έξω κόσμου. Μέχρι περήφανες δείχνουν. Τους δίνουν από
μια γαβάθα με σούπα. Η Χανά στέκει με τα χέρια φορτωμένα, σα να μην
ξέρει τον προορισμό της γαβάθας. Η Τζούντυ ρουφά αργά αργά,
παρακολουθώντας με τα νεκρά της μάτια το άφιλο πλήθος που την
περιεργάζεται.

«Καλύτερα

έτσι,

καλύτερα»,

σκέφτεται.

Είναι

Τσεχοσλοβάκες, Πολωνέζες, Ουγγαρέζες, μια Γαλλίδα και μια ψηλή
στρουμπουλή Ολλανδή, όλες Εβραίες φυσικά.
Digitized by 10uk1s

Μετά το φαγητό η Χανά βγήκε στον περίβολο. Η Τζούντυ την
ακολούθησε. Η μικρή ούτε γύρισε να της μιλήσει, ενώ πάντα λαχταρούσε
να της πιάνει κουβέντα. Σαν φτάσανε στα σύρματα σταμάτησαν κι οι δυο.
Πέρασαν κάμποση ώρα σιωπηλές η μια δίπλα στην άλλη.
Η ξερακιανή μπλόκοβα βγήκε και τις φώναξε. Μέσ' στο δωμάτιο
βρίσκονταν πάλι όλες οι άλλες και δυο άντρες. Τούτη τη στιγμή κι η
Τζούντυ ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Οι άντρες
είναι όμηροι, με ξουρισμένα κεφάλια, τα διαγραφόμενα οστά του κρανίου
και τον αριθμό στο χέρι. Μιλούν εγκάρδια μ' ένα πολύγλωσσο μίγμα και
γελούν. Η μπλόκοβα έκανε νόημα στη Χανά δείχνοντάς της μια πόρτα.
—Πήγαινε μέσα κει να ξαπλώσεις.
Η μικρή εξαφανίστηκε. Η Τζούντυ όρθια και απαθής περιεργάζεται τους
δυο άντρες με τα στεγνά μούτρα και τα ράκη. «Τι θέλουν αυτοί εδώ;» Ο
ένας από τους δυο, που τον φωνάζουν Αρτ, κάρφωσε τα μάτια του απάνω
της. Η Τζούντυ αντέχει στο βλέμμα του, που δεν ξεκολλά από το κλειστό
της πρόσωπο. Τέλος ρωτά κάτι τη μπλόκοβα. Εκείνη του απαντά
μονολεχτικά, σηκώνοντας τους ώμους. Ο Αρτ στέκει δισταχτικός λίγο
ακόμη. Οι άλλες παρακολουθούν σιωπηλά τη σκηνή. Όλες θυμούνται το
ίδιο. Την πρώτη μέρα, που δέχτηκαν τους πρώτους επισκέπτες - ομήρους
και δεν ξέρανε αν έπρεπε να χαρούν. Βέβαια τίποτα δεν αλλάζει τη θέση
τους, μα πάντως δεν είναι γερμανοί. Τι μυστήριο! Και λίγη ανακούφιση.
Μόνο που γρήγορα μάθανε πως έτσι γίνεται η εξαγορά συνειδήσεων. Οι
όμηροι που έχουν δικαίωμα να 'ρχουνται δω, είναι ή θα γίνουν χαφιέδες
των συντρόφων τους. Στην αρχή τους μίσησαν περισσότερο κι από τους
γερμανούς. Αλλά στην αρχή. Όλ' αυτά συμβαίνουν στην αρχή. Ύστερα
συνηθίζεις ν' ανοίγεις τα πόδια, όπως και να σκάβεις. Φτάνει να επιζήσεις.
Τίποτ' άλλο. Δεν είναι εξ άλλου και τόσοι πολλοί οι χαφιέδες.

Digitized by 10uk1s

Ο Αρτ πέρασε το χέρι του στους ώμους της Τζούντυ και την τράβηξε προς
την πόρτα δεξιά. Μόλις βρέθηκαν μόνοι την γύρισε προς το μέρος του και
την κύτταξε. Μα δεν κατάφερε να δει τίποτα. Τα μάτια της περνούν τα
δικά του και βγαίνουν μέσ' από το γυμνό κρανίο του στον απέναντι τοίχο.
Της έκανε νόημα να καθήσει. Εκείνη έβγαλε το φόρεμά της και ξάπλωσε.
Ξαφνιασμένος, έμεινε για κάμποσο ακίνητος, μπροστά στην τεντωμένη
άψογη ανυπαρξία της. Ύστερα τα πόδια του λύγισαν και γονάτισε μπροστά
της στο κρεβάτι. Με τα μακριά του κοκκαλιάρικα δάχτυλα άγγιζε τους
ώμους, σα να τους επαλήθευε, κατέβαινε στα μπράτσα κι επέστρεφε στο
λαιμό της, σαν σε πηγή και τον φιλούσε. Έτσι, οπτικά πιο πολύ, την
διάγραφε όλη, φιλώντας μαλακά τα πόδια της, μ' ένα στόμα ζεστό, όλο
κατάνυξη. Σε λίγο, ντυμένος όπως ήταν, ξάπλωσε δίπλα της και την πήρε
στην αγκαλιά του.
Στην απόφασή της να 'ναι απούσα, το σώμα της μένει μαλακό μέσ' στα
μπράτσα του. Όμως αυτός δεν το αγγίζει. Τα δάχτυλά του χώνουνται μέσ'
στα μαλλιά της, σαν το ζεσταμένο κορμί που παίρνει βουτιά στη θάλασσα,
γλυστρούν στο μάκρος τους και ξανά επιστρέφουν βρίσκοντας τις ρίζες
τους. Και πάλι και πάλι, ένα κύλισμα ατέλειωτο, ένα χάδι ναρκωτικό, μια
απόλαυση κι ένα πάθος που όλο αυξαίνουν στις άκρες των δαχτύλων του.
Η Τζούντυ νόμιζε πως θα 'ταν μια σύντομη διαδικασία, που θ' άρχιζε και
θα τέλειωνε χωρίς να την ενοχλήσει. Μα αυτός εξακολουθεί να κρατά
απάνω στο στήθος του το κεφάλι της και να υπάρχει μόνο μέσα απ' αυτή
την επαφή στα άφθονα μαλλιά της. Η Τζούντυ θα 'θελε πολύ να
διαμαρτυρηθεί, μα δεν ξέρει σε ποια γλώσσα θα μπορούσε να το κάνει,
ούτε κι αν έχει το δικαίωμα. Κι ο άντρας, αμίλητος, εξακολουθεί να
σούρνει με το ίδιο πάντα αχόρταγο πάθος τις σκληρές παλάμες του από τις
ρίζες των μαλλιών της ως τις πλάτες της. Το πετσί του κεφαλιού της
ζεσταμένο από το επίμονο χάδι εξαπόστελνε στο μάκρος του κορμιού της
μια διαλυτική γλύκα. Τα στεγνά του χείλια περπατούν ήμερα από το
Digitized by 10uk1s

πρόσωπο στο λαιμό. Τη στιγμή που αποφασίζει ν' αποτραβήξει το κεφάλι
της και ν' αρνηθεί, οι παλάμες του δεν γύρισαν πίσω, μα κατέβηκαν αργά
και μαγκώθηκαν σφιχτά, στα οστά της λεκάνης. Η Τζούντυ λιγόστεψε την
αναπνοή της κι αφουγκράστηκε. Δεν είναι βέβαιη μα νόμισε πως τα πόδια
της σαλεύουν απάλαφρα. Πρέπει να σκεφτεί, πρέπει. Πασπατεύει τις
αναμνήσεις της, ανακατεύοντας άτσαλα, όλα τα οδυνηρά γεγονότα των
πέντε τελευταίων μηνών. Τη φυγή της από το σπίτι. Την εκτέλεση των
δικών της, τοιχοκολλημένη έξω από την πόρτα της, που δεν τη διάβηκε.
Στάθηκε μόνο όπως όλοι, τη διάβασε και προσπέρασε. Και τώρα πάλι τους
προσπερνά. Όλα την εγκαταλείπουν, μαζί και το κορμί της. Την
εγκαταλείπει κι αυτό. Δεν είναι πια μόνο. Δάγκωσε τη γλώσσα της τόσο
που δεν άντεχε περισσότερο κι είναι αυτή η ίδια στιγμή, που διάλεξε αυτός
να μπει μέσα της. Και τότε, έξω από τη γεύση του αίματος στα χείλη της κι
απ' όλη τη δύναμη του νου της που 'τρεξε και στάθηκε με μάτια διάπλατα
«στους εκτελεσθέντας Ιωακείμ και Ματίλντα Μανουέλι», τα πόδια της
παραμέρισαν και τον δέχτηκε. Το στόμα του βρέθηκε για πρώτη φορά
μέσ' στο στόμα της κι η ανάσα του κυλούσε ένας μεγάλος ποταμός στα
άδυτα των σπλάχνων της.
Ένα ανθρώπινο σώμα βαραίνει απάνω της, ζεστό, τρεμουλιαστό,
εξουθενωμένο. Ανασαίνουν, ο ένας τον άλλο, με τα στόματα κολλημένα,
παραδομένοι στο φόβο και τη δική του ντροπή ο καθένας, μα επί τέλους,
δύο οι ολομόναχοι.

Κουβαριασμένη στο κρεβάτι της η Χανά περιμένει, με το μούτρο
κολλημένο στον τοίχο και το άνοιγμα της πόρτας στην πλάτη της που,
όμοιο μ' ένα τεράστιο μάτι καρφωμένο στη ραχοκοκκαλιά της, της διαλύει
τη μοναξιά· ασταμάτητοι θόρυβοι, βήματα, χαμηλές φωνές, δυνατές
κουβέντες σα διαταγές, μια διαρκής απειλή που δεν αποφασίζει, δεν
Digitized by 10uk1s

παίρνει επί τέλους ένα πρόσωπο. Παραμονεύει πετρωμένη με τις γροθιές
σφιγμένες στο στήθος της και τα μάτια καρφωμένα σ' ένα τόσο δα
κομματάκι τοίχου που όσο βραδιάζει σκουραίνει. «Γιατί φοβάμαι;
Καλύτερα να 'ρθει όποιος κι αν είναι, αφού έτσι κι αλλιώς, η θεία Έλση...
ποιος πλησιάζει;... πέρασε... έλεγε στη μαμά σα γύρισε από το ταξίδι του
γάμου της, ότι βέβαια πόνεσε λίγο... να τος. Οι μπότες του τρίζουν, ναι,
ναι... έφυγε! Γιατί τους εμποδίζουν; Τότε γιατί με φέραν εδώ; Η Τζούντυ
δεν ξαναφάνηκε να κυκλοφορεί στο κοινό δωμάτιο, που πάνε κι έρχουνται
όλες οι κοπέλλες... πόσες ώρες έχουν περάσει από τότε; μήνες; Γιατί δεν
φέρνουν ένα άντρα και στο κρεβάτι μου; Πώς θα 'ναι; Ποιος θα 'ρθει; Η
Τζούντυ πήγε με κείνον τον ξουρισμένο τον όμηρο». Τους είδε από την
πόρτα που περνούσαν έτσι, πιασμένοι οι δυο τους, σαν τα ζευγάρια της
γειτονιάς στην Αθήνα... Ένα χέρι που ακούμπησε στην πλάτη της, την
τίναξε σαν ηλεχτρικό ρεύμα κι έβγαλε μια φωνή.
—Μη τρομάζεις, συσσίτιο.
Γύρισε. Μπροστά στο κρεβάτι της στεκόταν μια από τις παλιές, με γαλανά
μάτια, σαν παιδί. Ανασηκώθηκε κυττώντας την περίεργα.
—Είσαι πολύν καιρό εδώ; τη ρωτά.
—Τέσσερις μήνες... ήρθα από την πατρίδα μου την Ουγγαρία... θα
συνηθίσεις.
—Πόσων χρόνων είσαι;
—Δεκαεφτά. Μη φοβάσαι, οι άντρες είναι καλοί... μόνο στην αρχή με
πονούσαν.
—Αμέσως την πρώτη μέρα;
—Τι;
Digitized by 10uk1s

—Κοιμήθηκες με άντρα; ρωτά κοκκινίζοντας η Χανά.
—Ναι, μόλις μπήκα. Δεν είναι ωραίο. Εσύ ξέρεις;
—Όχι, εσύ;
Η μικρή ουγγαρέζα σήκωσε τους αδύνατους ώμους δείχνοντας όλη την
ανημποριά της. Από τη σάλα ακούστηκε μια φωνή.
—Ελβίρα!
—Έφτασα! φώναξε και συνέχισε εξηγώντας στη Χανά. Ήρθε. Είναι ένας
πατριώτης, κι αυτός σπιούνος, μα μιλάμε ουγγαρέζικα την ώρα κείνη. Του
λέω ότι θέλω κι αυτός κάνει. Μα εγώ κλείνω τα μάτια μου και του λέω για
τη μαμά, για το σπίτι μας και δε θυμώνει που τον φωνάζω μπαμπά...
Η Χανά την ακολούθησε ξεροκαταπίνοντας. Φοβάται να βγει, μην τη
θυμηθούν, μα πεινά. Η Ελβίρα προχωρεί σ' έναν κατάδικο ριγωτό, όπως
όλοι, με σφηνωτό κεφάλι και βαθουλωτά μάτια, τον παίρνει από το χέρι
χαμογελώντας και χάνουνται. Στη σάλα μένουν τρεις κοπέλλες κι αυτή
όρθια να τρώει το ψωμί της. Κυττά γύρω της ερευνητικά, μα δεν έχει
καμιά περιέργεια. Ούτε και σκέφτεται τίποτα. Μέρες τώρα της είναι
αδύνατο να ξεκολλήσει από το άδειο εκείνο που αισθάνεται μέσα του
σφηνωμένη.

Όλο

τον

προηγούμενο

καιρό

έβρισκε

καταφύγιο

επιστρέφοντας πίσω, στην οργάνωση, στο σπίτι, στο σχολειό. Μα όσο
πλησίαζαν να τελειώσουν οι μέρες της καραντίνας δε μπορούσε άλλο, δεν
της άρεσε ν' ανακατεύει το παρελθόν της με το παρόν που την απειλούσε.
Ντρέπεται. Ντρέπεται να είναι και η κόρη της μαμάς της και του μπαμπά
της η φίλη και του συντρόφου Μιχαήλ η ιδιαίτερα αγαπημένη και του Σαμ
η κοπέλλα και να ζήσει σ' ένα μπορντέλο.
Δεν κατάλαβε πότε και ποια στιγμή γίνηκε ξένη προς τον ίδιο τον εαυτό
Digitized by 10uk1s

της. Λες κι είχε γεννηθεί, όχι στο βρώμικο βαγόνι που την έφερε, ούτε στο
θάλαμο της καραντίνας, μα στο κενό που αφήνουν δυο καλογυαλισμένες
μπότες στημένες όρθιες... Όσο πλησίαζε η ώρα που θα την πήγαιναν στο
μπορντέλο, τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν ούτε στιγμή, από τις
εκατοντάδες γυαλιστερές μπότες που πάνε κι έρχονται μέσ' στο
στρατόπεδο. Ακέφαλες, μ' ένα σχήμα ομοιόμορφο κι ένα γαύγισμα για
φωνή, οι μπότες θα τη σφίξουν κάποτε στο κενό τους, θα την πονέσουν,
θα την συνθλίψουν. Προσπαθώντας να συνηθίσει στη μοίρα που την
περιμένει, δε βλέπει τους χιλιάδες αιχμάλωτους. Όλα σβήνουν κι
εξαφανίζουνται

και

η

ζωή

της

κουβαριάζεται

στις

μπότες

που

προσεγγίζουν, ακολουθώντας την βήμα βήμα, τσαλαπατώντας όσα
τραβάει πίσω της. Μέσα από το φόβο για όσα την περιμένουν έχασε το
παρελθόν. Κι έμεινε μια μικρή ζωή χωρίς αποσκευές. Ούτε και το απρόσιτο
πρόσωπο της Τζούντυ δεν την βασανίζει πια. Τώρα βλέπει ένα κλειστό
παράθυρο, που δεν λέει ν' ανοίξει ούτε και θέλει.
Στην πόρτα της Τζούντυ εμφανίστηκε ένας άντρας. Δεν ξέρει αν είναι ο
ίδιος που μπήκε από νωρίς μαζί της. Ένας ριγωμένος άνθρωπος, όμοιος μ'
όλους, μέσα από τα κάγκελα της στολής του. Ο όμηρος κρατά με το 'να
του χέρι τον καρπό του άλλου που είναι ματωμένος.
Είναι ένας Πολωνός, ο έκτος επισκέπτης της Τζούντυ. Μετά τον πρώτο
ήρθε κι άλλος κι άλλος. Εκείνη δε σηκώθηκε, δε μετακινήθηκε δεν άλλαξε
θέση. Έμεινε κει με την ομορφιά της ανυπεράσπιστη σε κάθε ταπείνωση.
Οι τέσσερις, μετά τον πρώτο, μπήκαν και βγήκαν μέσα της, όπως σε μιαν
άδεια κάμαρα, ακατοίκητη, αφιλόξενη και για στοιχειά. Ύστερα ήρθε ο
έκτος, ο Πολωνός, που θέλησε να την βιάσει αλλιώς· γυρνώντας την
μπρούμυτα. Η Τζούντυ δάγκωσε το χέρι του πάνω από τον καρπό, ώσπου
το στόμα της γέμισε αίμα. Ο Πολωνός κύτταζε την πληγή και δυο μικρά
ρυάκια αίμα που κυλούσαν... Τα μάτια του βασίλεψαν σαν μεθυσμένου κι
Digitized by 10uk1s

έγλειψε με τα χείλια του την δαγκωματιά, ενώ ένας δυνατός σπασμός τον
τράνταξε ολόκληρο. Χαλαρώνοντας το σφίξιμο, γλύστρησε δίπλα στο
εχθρικό κορμί της κοπέλλας.
Τον είδε να φεύγει ακίνητη πάντα κι όμως φοβάται. Αν πάει να δείξει στη
μπλόκοβα την δαγκωματιά της; Τι θα της κάνουν; «Μα γιατί φοβάμαι;»
αναρωτιέται, «αφού δεν έχω τίποτα να σώσω και κανέναν να περιμένει τη
διάσωσή μου. Γιατί φοβάμαι, για ποιον αγωνίζομαι;»
Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η Χανά. Τα μάτια της μικρής κυττάζουν
άδεια· δεν είναι μάτια παιδιού, μα ούτε και γυναίκας. Ο Έτγκαρ της έλεγε:
«Θα κάνουμε πολλά παιδιά αγάπη μου».
—Πώς τα πέρασες;
Η απλή, αδιάφορη ερώτηση της μικρής, ξαφνιάζει επί τέλους τη Τζούντυ.
«Πόσες Εβραίες θες να σου γεννήσω, καλέ μου;» Χαμογελάει φιλικά,
τρυφερά σχεδόν και ρωτάει με τη σειρά της.
—Εσύ;
—Μπα, τίποτα! λέει, κυττώντας με απορία το χαμόγελο της Τζούντυ που
της αλλάζει τόσο το πρόσωπο. «Μα λοιπόν, τι, τι περίμενες για να μου
χαμογελάσεις;» Μα δεν το λέει, δεν καταδέχεται ούτε το παράπονο.
—Πώς τίποτα, επιμένει η Τζούντυ. Πώς πέρασες τ' απόγεμά σου;
—Με τα μούτρα κολλημένα στον τοίχο, περιμένοντας τους γερμανούς.
—Μα δεν έρχουνται γερμανοί, μόνο όμηροι...
—Ναι, μα γιατί; ρωτάει πάλι η μικρή.
—Μακάρι να 'ξερα.
Digitized by 10uk1s

—Και... πως εξηγείς πως εμένα δεν...
Πίσω της, στο άνοιγμα της πόρτας, στεκόταν ο έβδομος επισκέπτης της
Τζούντυ.
—Άντε, πήγαινε τώρα, θα τα ξαναπούμε.
Η Χανά βγήκε, κυττώντας κατάματα τον όμηρο.

Digitized by 10uk1s

Οι καινούριοι βγήκαν στο πρώτο προσκλητήριο κανονικής εργασίας. Ο
Μωρίς φώναξε τον Σαμ κοντά του, με την ελπίδα πως θα τους ρίξουν στο
ίδιο συνεργείο. Με το πέρασμα του καιρού η έγνοια του για τον μικρό
αυξαίνει· είναι ο μοναδικός προορισμός που τ' απόμεινε. Η μεγαλύτερη του
νίκη στάθηκε, πως πέτυχε να μην πληροφορηθεί ο Σαμ το τρομακτικό
τέλος των δικών του στις σαράντα μέρες της καραντίνας. Μα έκανε λάθος
γιατί απλούστατα ο Σαμ δεν έμαθε γιατί δεν θέλει να μάθει. Όσα
περισσότερα ακούει, τόσο λιγότερα ρωτά. Ένας τρόμος τον προστατεύει
από την ίδια του την περιέργεια, ενώ συγχρόνως η καθημερινή αμείλιχτη
πραγματικότητα, υψώνει στέρεο το ένστιχτό του της αυτοσυντήρησης.
Όχι, δε θέλει να πεθάνει, κι αν ακόμα δεν του το μάθαινε ο Μωρίς σαν
προσευχή.
—Εσείς, λέει καθημερινά στον Σαμ και τον Αλμπέρ, πρέπει πριν από μας να
καταχτήσετε τη μέθοδο της επιβίωσης μέσα δω. Και για να το πετύχετε
ένας τρόπος υπάρχει. Να καταργήσετε το παρελθόν και να ξεχάσετε πως
υπάρχει μέλλον. Οι νοσταλγίες και οι προσδοκίες είναι πολυτέλειες για
αργόσχολες δεσποινίδες. Έχετε τη μεγάλη ευθύνη της φυλής... Οι άντρες
χάνουνται καθημερινά και οι γυναίκες στειρώνουνται.
—Δηλαδή, πως στειρώνουνται;
—Τους αφαιρούν όλα τα γεννητικά τους όργανα, για να σβήσει η ράτσα
μας... αφού δε θα γεννούν άλλα παιδιά. Ξεριζώνουν τη μήτρα της φυλής.
Καταλαβαίνετε γιατί πρέπει να επιζήσετε εσείς; Κρατάτε το σπόρο.
Οι δυο νέοι κουνούν το κεφάλι ζαλισμένοι από τις αποκαλύψεις και την
περιέργεια.
—Και θ' αναζητήσετε, συνέχιζε ο Μωρίς, σ' όποια γη, τη μια, έστω, γερή
Εβραία που θα 'χει μείνει, για να γεννήσετε.
Digitized by 10uk1s

«Ποιος θα γεννήσει;» αναρωτιέται ο Σαμ, μα δεν τολμά να ομολογήσει την
άγνοιά του. Είναι τόσο ωραίο να τον αντιμετωπίζουν σαν άντρα που τα
ξέρει όλα! «Ίσως ο Αλμπέρ να ξέρει...» ελπίζει. Μα κι αυτός κατεβάζει το
κεφάλι σα να ντρέπεται.
—Κι όχι μόνο θα αντέξετε, επιμένει ο Μωρίς, μα θα κυττάτε καλά γύρω
σας. Κι όπου δείτε χαμένους, αποθαρρυμένους, θα τους στυλώνετε το
ηθικό με το ίδιο το κορμί σας.

Κανένα συνεργείο δεν δέχτηκε τον Σαμ. Όταν πια είδε πως φεύγουν κι οι
τελευταίοι όμηροι, έτρεξε τρομαγμένος στον αρχηγό του λάγγερ και του
ανάφερε πως κανένα συνεργείο δεν τον δέχεται. Αυτός κύτταξε από πάνω
ως κάτω τα μακριά κανιά και το εφηβικό χνούδι του προσώπου του και
τον ρώτησε.
—Πόσων χρόνων είσαι;
—Δεκατεσσάρων.
—Μα τότε πρέπει να πας στην παράγκα των παιδιών. Έλα να σου δώσω
ένα σημείωμα να παρουσιαστείς.
Ο Σαμ ξεκίνησε απογοητευμένος με το σημείωμα στο χέρι. Ύστερα από
τέσσερις μήνες συμβίωση και εξίσωση με τους άντρες, το 'νιωθε προσβολή
να τον στείλουν με τα παιδιά.
Η παράγγα τους είναι όμοια μ' όλα τα άλλα λάγγερ και στεγάζει καμιά
εβδομηνταριά παιδιά, ανάμεσα δεκατριών και δεκαπέντε χρόνων, που ζουν
τη δική τους ζωή με τις μικρές της αγγαρείες.
Έκανε ένα γύρω και σταμάτησε πάνω από μια παρέα που άκουσε να
Digitized by 10uk1s

μιλούν ελληνικά. Με τα πρόσωπα αλλοιωμένα, καμιά δεκαριά παιδιά, ακούν
προσεχτικά έναν άλλον μικρό, αδύνατο και παραμορφωμένο από το
κλάμα, που κάτι τους διηγείται. Φαίνεται πιο μικρός απ' όλους, τόσο
αδύνατος και ζαρωμένος που είναι. Φοράει γυαλιά, μα τα μάτια του δεν
διακρινουνται. Οι φακοί τους θυμίζουν στον Σαμ χειμωνιάτικες μέρες που
στεκόταν στο παράθυρο, παρακαλώντας να σταματήσει η βροχή, για να
τον αφήσει η μάνα του να φύγει για το σχολειό. Ο μικρός μιλάει και κλαίει
ασταμάτητα.
—...κι ύστερα, συνέχιζε ο απαρηγόρητος αφηγητής, τους βάνουν λέει σ'
ένα μεγάλο φούρνο, πολύ μεγάλο, σαν πλατεία, όλους μαζί και τους καίνε
όλους, μα όλους, τους παππούδες μας, τις μαμάδες μας και τα μικρά μας
αδερφάκια. Και κλαίνε και ουρλιάζουν μα κανείς δεν τους λυπάται και τα
παιδάκια πεθαίνουν πρώτα από τους μεγάλους, γιατί πνίγονται με τους
καπνούς...
Ο Σαμ έχει ξυλιάσει, όρθιος, μόνος κι ανυπεράσπιστος. Δεν έχει πια
κανέναν τρόπο να κρυφτεί. Τα ξέρει όλα τούτα κι άλλα περισσότερα.
Μπορεί να του πει κι ένα σωρό ακόμη, που τα 'μαθε από τις ατέρμονες
σιωπές του Μωρίς, από τα ουρλιαχτά των ομήρων τις νύχτες, στον
εφιαλτικό ύπνο τους, από τα γεμάτα αφέλεια λόγια του μπάρμπα Ρίκο κι
από τον ενθουσιασμό του που πλιατσικολογούσε τους μελλοθάνατους.
Ναι, οπωσδήποτε ο Σαμ ξέρει περισσότερα, διαπιστώνει μονομιάς πως τα
ξέρει όλα, μόνο που δεν το ομολόγησε ποτέ στον Σαμ.
Τράβηξε μέσ' από το πουκάμισό του ένα πανί, κι αυτό λάφυρο του
μπάρμπα Ρίκο, και σκούπισε το κούτελο, τα μάτια, το λαιμό του. Το
κύτταξε μετά ξαφνιασμένος που δεν είναι γεμάτο αίματα. Ύστερα έσκυψε
κι αγκάλιασε με το μακρύ του χέρι τους αχαμνούς ώμους του αφηγητή. Με
το άλλο, του 'βγαλε τα γυαλιά και του 'δωσε το πανί.

Digitized by 10uk1s

—Σκουπίσου τώρα, του λέει, και φτάνει αι; Ξέρεις γιατί δεν μας κάψαν
έμας;

Γιατί

μεγαλώσαμε.

Μας

θεωρούν

άντρες

αυτοί.

Και

μεις

κλαψουρίζουμε τώρα, σαν τ' αδέρφια μας τα μωρά...
Ο αφηγητής σκούπισε τα μάτια κι ύστερα τα γυαλιά του και στράφηκε
κατά την άγνωστη φωνή. Πλάι, κολλητά στο κεφάλι του, αντίκρυσε το
ξανθό φωτεινό πρόσωπο του Σαμ, με τα λαμπερά καλωσυνάτα μάτια.
Κυττάζουνται έτσι για λίγο. Ο λεπτοκαμωμένος Ζεφ, ο αφηγητής, φαίνεται
τώρα πολύ μικρότερος στην αγκαλιά του. Κανένα από τ' άλλα παιδιά δεν
κουνιέται.
—Αυτοί μας κυνηγούν, ακούει ο Σαμ ξάφνου τη φωνή του, γιατί είμαστε
Εβραίοι, έτσι; Πρέπει, λοιπόν, εμείς ν' αποφασίσουμε τώρα, ή έχουν δίκιο
που μας περιφρονούν και θα το παραδεχτούμε, πως είμαστε μια ντροπή
για τον κόσμο και θα ντρεπόμαστε και μεις για τον εαυτό μας, ή...
σταμάτησε να βρει τι θα 'λεγε, παραξενεμένος από τα ίδια του τα λόγια,
που 'φευγαν μόνα τους από μέσα του.
Τα μάτια των άλλων, σαν να ξυπνούν από τη νάρκωση μιας εγχείρισης κι
ενός ανυπόφορου πόνου, κυττούν λίγο ζωντανεμένα, το απρόσκλητο αυτό
αγόρι. Κι ο Σαμ τα 'χασε. Κοκκίνισαν ως και τ' αυτιά του και φώναξε
δυνατότερα, όπως θα 'παιρνε άλλοτε φόρα να πηδήξει παίζοντας.
—Ή,

λέει,

οι

Εβραίοι

είναι

μια

μεγάλη

φυλή

και

πρέπει

να

περηφανευόμαστε για μας και τους προγόνους μας. Λοιπόν, σε ρωτώ,
συνέχισε τραντάζοντας τον Ζεφ στην αγκαλιά του. Ντρέπεσαι που 'σαι
Εβραίος ή είσαι περήφανος;
—Είμαι περήφανος, απαντά με τη λεπτή φωνή του ο μικρός.
—Εσύ; ρωτά τα διπλανό.

Digitized by 10uk1s

Αυτός

μένει

αμίλητος,

αποσβολωμένος.

Ένας

άλλος

πετιέται

αναρουφώντας τα δάκρυα που τον πλημμυρίζουν ξαφνικά.
—Γιατί όμως μας τα κάνουν αυτά;
—Γιατί; Ο Σαμ δεν ξέρει τι ν' απαντήσει και ξαναβάζει τη φωνή. Εδώ
μιλάμε

για

άλλο,

λέει.

Είσαι

ένας

περήφανος

Εβραίος

ή

ένας

ντροπιασμένος;
—Περήφανος...
—Είστε όλοι περήφανοι! Έτσι; τους ξαναρωτά. Τα παιδιά κουνούν δειλά τα
κεφάλια, πως ναι, είναι.
—Λοιπόν, αρχίζει συνωμοτικά. Από τούτη τη στιγμή θα οργανωθούμε και
θα κάνουμε αντίσταση.
Τα παιδιά τον ακούν με απάθεια, χωρίς ένα μορφασμό.
—Θα κάνουμε αντίσταση, επαναλαβαίνει και τους κυττά έναν, έναν.
Κανείς δεν συγκινιέται. Μόνο το λιγνό κορμάκι του Ζεφ τρεμουλιάζει μέσ'
στην αγκαλιά του κι ύστερα τεντώθηκε κι αποτραβήχτηκε.
—Εμείς; ρωτά, κυττώντας κατάματα τον Σαμ.
—Εμείς, τον βεβαιώνει.
—Δηλαδή, ρωτάει ένας άλλος, θα τα βάλουμε με τους Ες Ες;
—Ναι, λέει ο Σαμ, θα τους αντισταθούμε. Τους παππούδες μας τους
κάψανε και τα μωρά μας! Θα κάψουν και τους μπαμπάδες μας. Ποιος
μένει; Εμείς!

Digitized by 10uk1s

—Και τι θα κάνουμε εμείς που μένουμε;
Ο Σαμ τα 'χασε. Το στόμα του γέμισε σάλιο από την αγωνία.
—Τι θα κάνουμε; Κι είναι να το ρωτάς; Θα... γίνουμε αρχηγοί... θα
σπουδάσουμε, θα γίνουμε...
—Κι αν μας κάψουν και μας;
«Όχι, εμάς δε θα μας κάψουν», τον βεβαιώνει μυστικά ο εαυτός του με
πεισματάρικη σιγουριά.
—Όχι λέει... ο κ. Μωρίς είπε πως εμείς θα συνεχίσουμε τη φυλή...
—Τι θα πει αυτό;
—Πώς θα τη συνεχίσουμε δηλαδή;
Οι ερωτήσεις τον στριμώχνουν από παντού. Όλα είναι μπερδεμένα μέσα
του για τη γέννα, τις γυναίκες, για μια μοναδική γερή Εβραία που τους
περιμένει κάπου αλλού... «Αχ, να ήταν εδώ ο κ. Μωρίς».
—Πώς θα συνεχίσουμε εμείς; ρωτάει σοβαρός ο Ζεφ, κυττώντας τον με
πολλή εμπιστοσύνη.
Εξαντλημένος

από

την

προσπάθεια,

είπε

τα

πρώτα

λόγια

που

συναρμολόγησε.
—Πώς;... θα τρώμε το φαγητό μας κι ότι άλλο πέσει στα χέρια μας, και δε
θα κλαίμε ποτέ. Ποτέ... θα τους ξεχάσουμε όλους... κι όταν θα
λεφτερωθούμε...
—Από ποιους;

Digitized by 10uk1s

—Από ποιους;... από τους σύμμαχους... Τότε θα κάνουμε και μεις πόλεμο,
όπως ο Κολοκοτρώνης με τους Τούρκους... θα χτίσουμε αγάλματα... θα
γράψουμε απάνω τα ονόματα των παππούδων μας.
—Και των μαμάδων μας...
Αχ, πάλι θέλει να κλάψει. Ο Τέο, η μάνα του!... μα θα κλάψει τη νύχτα που
τα παιδιά θα κοιμούνται και δε θα τον ακούσει κανένας...
Και σαν έφτασε η νύχτα και τ' άλλα παιδιά κοιμήθηκαν, ο Σαμ τυλίχτηκε
στην κουβέρτα του, έσφιξε τα μάτια του και βούτηξε το κεφάλι του στις
φλόγες, στη μάνα του, στον Τέο. Μα δεν μπορούσε πια να κλάψει.

Digitized by 10uk1s

Ο Δαυίδ απόχτησε έναν καινούριο φίλο στο λάγγερ των μελλοθάνατων,
τον Αλβέρτο Ερέρα, ήρωα αξιωματικό του Αλβανικού, από τη Λάρισα.
Την πρώτη μέρα ο Δαυίδ δούλεψε στο συνεργείο υποδοχής. «Περάστε,
ήσυχα παρακαλώ, να 'στε έτοιμοι για το λουτρό... μην ξεχνάτε τον αριθμό
της κρεμάστρας σας...»
—Θα

μιλάς

ήρεμα,

πειστικά,

τον

συμβουλεύει

ο

κάπο.

Θα

το

επαναλαβαίνεις συνέχεια, ώσπου να μπουν όλοι στον προθάλαμο για να
γδυθούν άφοβα, γεμάτοι εμπιστοσύνη.
«Περάστε γδυθείτε... το νούμερό σας...».
Η φωνή του, πυκνή και ζεστή, εισχωρούσε ανάμεσα στους κρατούμενους,
τους τύλιγε πειστική και αναπαυτική, σα ν' απευθυνόταν στον καθένα
χωριστά, σφίγγοντάς του το χέρι.
«Να 'στε έτοιμοι για το λουτρό...».
—Γκουτ, γκουτ, τον εγκρίνει ο κάπο.
Ύστερα πίεσε κι αυτός με τρεις άλλους τις μεγάλες θύρες του θαλάμου
αερίων να κλείσουν, σπρώχνοντας τα χέρια και τα περισσευάμενα μέλη,
που οι χίλιοι στριμωγμένοι απλώνουν ουρλιάζοντας, με την ίδια κίνηση που
θα παράχωνε περισσευάμενα κουρέλια σε μια βαλίτσα παραγιομισμένη.
Τέλος οι θύρες κλείνουν, οι φωνές κόβουνται λες και βγάλαν μια πρίζα,
σκουπίζει τον ιδρώτα με την παλάμη του, όπως κι οι τρεις άλλοι κι ανάβει
τσιγάρο. Το τέταρτο περνάει με το δεύτερο τσιγάρο κι οι θύρες
ξανανοίγουν. Ο όγκος των χίλιων νεκρών στέκει για μισό λεπτό ακίνητος
με τα χέρια υψωμένα. Τα σώματα λεφτερωμένα σωριάζουνται μπρος στα
πόδια τους· δυο χιλιάδες αλόφρονα γυάλινα μάτια ζητούν από τον Δαυίδ
εξήγηση για το τελευταίο ανθρώπινο ψέμα. Αποφασίζει να πετά τα ζεστά
Digitized by 10uk1s

πτώματα στα βαγονέτα με τα δικά του μάτια κλειστά, μα είναι αδύνατον,
γιατί ο κάπο και οι Ες Ες βιάζουνται.
Το άλλο συνεργείο, παραπέρα, ξερριζώνει με τις τανάλιες τα χρυσά δόντια
των νεκρών, και τα πετά στο σιδερένιο κουτί. Το καθένα κάνει τον δικό
του θόρυβο, ταπ, ντιν, νταν... γρήγορα, γρήγορα, περνούν τα βαγονέτα
μπροστά του, γεμίζουν, φεύγουν... γρήγορα αδειάζει ο θάλαμος... το
πάτωμα σε πολλά σημεία έχει ούρα, σκουπίζουνται... από το τελευταίο
βαγονέτο κατρακυλάει ένα τόσο δα κομματάκι ψωμί, μέσ' από τα δάχτυλα
ενός μικρού, και γρήγορα, γρήγορα, «—όλα έτοιμα!»... οι όμηροι ψάχνουν
τα εγκαταλειμμένα ρούχα, μερικοί δοκιμάζουν αντρικά παπούτσια... μόνο
τα παιδικά παπούτσια είναι άχρηστα... —«Γρήγορα, τελειώσαμε!» οι θύρες
του θαλάμου αερίων κλείνουν καλά το μυστικό τους και ξανανοίγουν οι
πόρτες του προθάλαμου, σε δυο ώρες και δέκα λεπτά, ακριβώς! Στο
προαύλιο ένα άλλο πλήθος περιμένει τη σειρά του να πεθάνει.
«Περάστε και ετοιμαστείτε για το λουτρό, ήσυχα γδυθείτε...».
Μια γυναίκα μικροσκοπική υψώνει τα λαμπρά της μάτια, τώρα, στον
Δαυίδ, σφίγγοντας ένα μωρό στην αγκαλιά της.
—Να το γδύσω κι αυτό; τον ρωτά.
—Βέβαια, δε θέλετε να το μπανιάρετε το παιδάκι;
—Πώς! και τρελλαίνεται για το νερό...
—Γρήγορα λοιπόν και μην ξεχνάτε τον αριθμό της κρεμάστρας σας...
Το βράδυ ο Δαυίδ δέχεται την επίσκεψη του Μωρίς και του Ερρίκο
αμίλητος. Καπνίζει συνέχεια και δεν λέει μια λέξη. Οι δυο άλλοι κάνουν σα
να μην έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία η σιωπή του, αλλά φοβούνται να
μιλήσουν κι αυτοί.
Digitized by 10uk1s

Το άλλο πρωί τοποθετείται σε άλλο συνεργείο. Έτσι μαθαίνει όλες τις
δουλειές του εσωτερικού των κρεματόριων.
—Εσείς οι τέσσερις σήμερα στους φούρνους.
Μια αγαθή εικόνα, σαν τους παππούδες αγαθή, κυλιέται νωθρά στο
ναρκωμένο μυαλό του. Ένας φούρνος που μυρίζει ασβέστη, καμένο
λιόκλαδο και ζεστή άχνη χωριάτικου ψωμιού. Νυστάζει αφόρητα και δεν
θέλει να ξυπνήσει. Μα ο φούρνος βρίσκεται τώρα μπροστά του με τα
ογδόντα μέτρα βάθος, και τις τέσσερις μπούκες στη φάτσα του, κάθε δυο
μέτρα κι από μια. Στέκει στο πόστο του, παραλαβαίνοντας το φτυάρι της
προηγούμενης βάρδιας. Δούλευαν τη νύχτα αυτοί. Τώρα είναι μέρα,
ξημέρωμα, μια καινούρια μέρα. Ένα βαγονέτο γλυστρά και σταματά στα
πόδια του ακριβώς. Τι θαύμα ακρίβειας! Πέντε πτώματα κείτουνται
αδιάφορα το 'να πάνω στ' άλλο. Τα φουρνίζει γρήγορα με σβέλτες
κινήσεις, σπρώχνοντάς τα όσο γίνεται βαθύτερα με το βοηθητικό κοντάρι,
μόλις αδειάσει το βαγονέτο. Τα πτώματα μπαίνοντας, διπλώνουνται,
αποχτώντας μια παράξενη ευλυγισία κι αρχίζουν έναν χορό, έτσι μόλις τα
παραλάβει η φλόγα, λυγίζοντας τον κορμό, στρουφίζοντας τα χέρια και
τινάζοντας τα μέλη σε αστείες κινήσεις. Τα μαλλιά των γυναικών αρπάζουν
μονομιάς, ορθώνοντας ένα φλόγινο στεφάνι γύρω στα ξεγυμνωμένα
κρανία που χαμογελούν άγρια με τα ξεδοντιασμένα τους στόματα και τα
μάτια καρφωμένα στον ψηλό φούρναρη.
Δυο Ες Ες πάνε κι ερχουνται επιβλέποντας. Περνούν κάθε λίγο μπρος από
τις μπούκες, φωνάζουν «γρήγορα, γρήγορα» και προχωρούν προς τα
κάτω. Και οι όμηροι βάζουν όλο τους το φιλότιμο να τους ικανοποιήσουν,
φουρνίζοντας χωρίς να παίρνουν ανάσα.
Το φτυάρι του Δαυίδ βρίσκεται έξω από το φούρνο καθώς ο Ες Ες τον
προσπερνά. — «Γρήγορα γρήγορα». Βλέπει τώρα τους φαρδιούς γοφούς,
Digitized by 10uk1s

τις στενές πλάτες και τον κοκκινωπό του σβέρκο. Κάνει τόση ζέστη εδώ
κάτω κι ο Ες Ες επιβλέπει χωρίς πηλίκιο. Ο Δαυίδ υψώνει το φτυάρι,
σφίγγοντάς το δυνατά στις δυο του παλάμες και σημαδεύει το χοντρό
κεφάλι του γερμανού. Μα η κίνησή του μένει ατέλειωτη, καθώς δυο άλλα
χέρια, σιδερένια, γραπώνουν τα μπράτσα του και τ' ακινητούν. Το μεγάλο
του κορμί βρίσκεται φυλακισμένο σ' ένα άλλο κορμί. Ασφαλώς ο άλλος Ες
Ες, σκέφτεται. Κι ένα ρυάκι ιδρώτας διακλαδίζεται, μισό πλάι στ' αυτί του
και τον γαργαλάει και τ' άλλο μισό σύρριζα στη μύτη του και σταματάει
αλμυρό στη γωνιά των χειλιών του. «Άχρηστο», του ψιθυρίζει μια φωνή
και ο κλοιός χαλαρώνει. Το φτυάρι του πέφτει και χτυπάει με δύναμη τα
δυο τελευταία πτώματα που περιμένουν υπομονετικά να φουρνιστούν. Το
μπροστινό βαγονέτο ξεκινάει κιόλας αδειασμένο, παρασέρνοντας και το
δικό του. Μόλις προλαβαίνει να τραβήξει τα δυο κουφάρια, ένα στο κάθε
χέρι και να τα πετάξει στο φούρνο. Καινούρια φορτώματα βρίσκουνται
αμέσως μπροστά του και μόλις προφταίνει να δει, με την κόχη του ματιού
του, το ψηλό ξανθό παλληκάρι που φουρνίζει στη διπλανή μπούκα με
λυσσασμένη ταχύτητα.
«Άχρηστο!».
Στο τέλος της βάρδιας τους βρίσκουνται δίπλα στη γραμμή, αμίλητοι.
Θέλει να του πιάσει το χέρι, όπως τότε στο σχολειό, σαν αποχτούσε έναν
φίλο. Ο Ερέρα περπατά δίπλα του, άτσαλα, με γρήγορα βήματα,
ανυπόμονα. Σε λίγο βρίσκουνται καθισμένοι σε μια απόμερη γωνιά του
θαλάμου τους.
—Να κάνεις κάτι σοβαρό, μελετημένο, με την ελάχιστη έστω ελπίδα ενός
αποτελέσματος, το καταλαβαίνω. Όχι να τους προσφέρεις τον εαυτό σου!
Εγώ σου λέω πως θα τον σκότωνες. Θα σ' άρπαζε αμέσως ο συνάδελφός
του και θα σε πέταγε ζωντανό στο φούρνο. Κι ύστερα; Και προς τι; Καίμε
δέκα χιλιάδες τη μέρα.
Digitized by 10uk1s

—Όλο Εβραίους;
—Και αντιχιτλερικούς, αλλά πάντα τη νύχτα. Και Ρώσους πολλούς! Και
χριστιανούς λιγότερους. Μόνο τους τσιγγάνους καίμε χωρίς διάκριση.
—Χωρίς καμιά επιλογή;
—Τίποτα σου λέω. Όλοι στο φούρνο.

Την άλλη Κυριακή, οχτώ μέρες μετά, ο Ερρίκο κι ο Μωρίς πήγαν να δουν
τον Δαυίδ. Στο φως της μέρας διακρίνουν πως τα καινούρια μαλλιά που
φυτρώνουν στο ξουρισμένο του κεφάλι είναι άσπρα. Αντίθετα το πρόσωπό
του έχει χάσει την αγριάδα των πρώτων ημερών κι είναι ήρεμο και γεμάτο
αποφασιστικότητα. «Πάλι καλά, γρήγορα συνήλθε», σκέφτεται ο Μωρίς.
Έπεσε όμως από τα σύννεφα σαν τον άκουσε να τους λέει με ήσυχη
φωνή.
—Εγώ δεν αντέχω άλλο, θ' αυτοκτονήσω.
—Θα συνηθίσεις, φωνάζει ο Ερρίκο τρομαγμένος. Περίμενε, να δεις, όλοι
το ίδιο υποφέρουν στην αρχή.
—Και συ μωρέ Ερρίκο; Δε ντρέπεσαι; τον αποπήρε ο Δαυίδ. Είναι λέξη
αυτή που ξεστόμισες;
—Έχει δίκιο, λέει κι ο Μωρίς. Δεν γίνεται, θα συνηθίσεις Δαυίδ! Πώς
συνήθισαν τόσοι και τόσοι;
—Και τι με νοιάζει μένα τι κάνουν όλοι αυτοί; Για παρηγοριά μου τους
δείχνεις;
—Σ' όλα συνηθίζει κανείς, τραύλισε τώρα ο Μωρίς κάνοντας μια τελευταία
Digitized by 10uk1s

προσπάθεια. Όσο η δουλειά συνεχίζεται...
—Και ποιος σου 'πε πως θέλω να συνεχίσω να 'μαι φονιάς; τον διακόπτει ο
Δαυίδ. Και προς τι να συνηθίσω; Ποιον, μα πες μου λοιπόν, ποιον
εξυπηρετώ συνηθίζοντας; Ας πούμε πως δεν ήμουν κι ο ίδιος σίγουρα
καταδικασμένος σε θάνατο· γιατί θα φρόντιζα να συνηθίσω;
—Γιατί δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη, λέει
άψυχα ο Μωρίς. Το ρωσικό μέτωπο καταρέει... και να σωθείς...
—Α! για να σωθώ! φωνάζει ο Δαυίδ με τις φλέβες του μετώπου του
φουσκωμένες. Και τι θα σώσω; Όταν εκτελώ χίλιους ανθρώπους τη μέρα,
γιατί τόσοι πέφτουν στην πάρτη μου. Να βγάλω έξω το τομάρι μου μια
μέρα, σαν τελειώσει ο πόλεμος, να το σεργιανάω στον κόσμο σωσμένο και
να φωνάζω κιόλας. Τρέχα κόσμε να δεις τον παλληκαρά! Εμένα που με
βλέπετε, γλύτωσα από τους γερμανούς, γλύτωσα από τους θαλάμους
αερίων, ξεγλύστρησα από τις ορθάνοιχτες μπούκες των φούρνων...
Τέτοιος παλληκαράς είμαι γω που βλέπετε! Κι ύστερα; Από τον εαυτό μου
ποιος θα με σώσει; Εσύ κύριε Μωρίς, ή εσύ μπάρμπα Ρίκο;
Οι δυο του σύντροφοι τον ακούν πανιασμένοι και βουβοί. Όμως μια φωνή
μέσα στον Ερρίκο επιμένει. «Θα συνηθίσεις! ναι, θα συνηθίσεις!».
—Ας ήξερα ποιος κερατάς επινόησε κείνες τις κρεμάστρες, ας ήξερα,
αναρωτιέται ο Δαυίδ. Αν μου τον δείχναν τώρα δα, θα του 'κοβα το
λαρύγγι με τα δόντια, θα τον ξέσκιζα... Δεν είναι που μας καίνε Μωρίς, δεν
είναι που μας πνίγουνε... τίποτα δεν είναι πολύ. Μα που μας κάνουν
εκτελεστές μας, δήμιούς μας, αυτό είναι ανήκουστη ιδέα. Και συ να επιζείς,
να θες να επιζήσεις... τι άθλιο, τι αξιοθρήνητο, αδύναμο ζώο είναι ο
άνθρωπος. Φτου!
Ο Ερρίκο δεν αντέχει τα τρελλά μάτια του Δαυίδ που τον καθηλώνουν. Τα
Digitized by 10uk1s

στρογγυλά ματάκια του στριφογυρίζουν απελπισμένα μα δε βρίσκει κανένα
πρόσχημα να το σκάσει, καθώς μάλιστα ο Μωρίς κάθεται με το κεφάλι
χωμένο μέσ' στις παλάμες. Κι ο απελπισμένος μονόλογος του άλλου
συνεχίζεται.
—Να συνηθίσω λοιπόν! Τι ωραία! Και να επιζήσω βυζαίνοντας ως και την
τελευταία στιγμή ζωής που θα μου παραχωρήσουν. Ως πότε; Ως τη στιγμή
που θα μας αντικαταστήσουν με διακόσους καινούριους γερούς. Και τότε
πια, αφού δεν θα μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, θα προχωρήσω στον
ανοιχτό θάλαμο των αερίων, σαν ένας γενναίος, παίζοντας τον άντρα! Εγώ
ο έσχατος.
Άρπαξε βίαια τις παλάμες που 'κρυβαν του Μωρίς το πρόσωπο.
—Αυτό δε θες, αγαπητέ Μωρίς, συστήνοντάς μου να κάνω υπομονή; αι;
Λοιπόν αρνούμαι, αρνούμαι... τα χέρια του κύλησαν τρέμοντας στα γόνατά
του.
—Αρνούμαι, ξαναλέει ήσυχα. Γεννηθήκαμε φορτωμένοι τη μωρία αιώνων
αμορφωσιάς και καταστάσεων ολότελα άσχετων και την κουβαλάμε
αδιαμαρτύρητα. Γεννιέσαι και βρίσκεις σερβιρισμένα, έτοιμα, γονείς,
νόμους,

θρησκεία,

κανόνες

τιμής,

μια

μοίρα

που

σχεδόν

σου

προδιαγράψανε άλλοι· μια κοινωνική οργάνωση που δεν θ' αξίωνες ούτε
να φτύσεις και συμμορφώνεσαι με τους θεσμούς της! Μου πασάρανε ένα
όνομα τυπωμένο σ' ένα κωλόχαρτο, που με βασανίζει και το βασανίζω...
Μου είπαν είσαι Εβραίος. Εν τάξει είμαι. Πως ο θεός σου δεν ήρθε,
περίμενε λέει. Να περιμένω. Πώς είμαι ένοχος για τη σταύρωση του θεού
άλλων. Το υφίσταμαι αιώνες. Και ποιο είναι το μόνο αυθεντικό, αδιάσειστο
κι αυταπόδειχτο απ' όλη τούτη την κωμωδία; Πως γεννήθηκα άντρας! Κι
είναι το μόνο που δεν υπερασπίζω.

Digitized by 10uk1s

Ο Ερρίκο σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα γινόταν και πήγε να κοιμηθεί.

Ένα πρωί τράβηξαν έξω από τη γραμμή τον Ερρίκο και δυο άλλους
ομήρους, το ίδιο αδύνατους μ' αυτόν για ένα έκτακτο συνεργείο. Ο Ερρίκο
τρελλάθηκε από φόβο καθώς είδε να τους οδηγούν στα άδυτα των
κρεματόριων. Δεν ανάσανε παρά σαν φτάσανε σ' έναν εσωτερικό περίβολο
πίσω από τους φούρνους ακριβώς. Εκεί τους έδωσαν φτυάρια και τη
διαταγή ν' αδειάσουν το περιεχόμενο μιας στέρνας, στα μεγάλα μαύρα
βαρέλια που βρίσκονταν ολόγυρα. Ο Ερρίκο απόρησε καθώς βύθισε το
φτυάρι στην κίτρινη επιφάνεια, που υποχώρησε σα λάσπη. Και μόνο στη
μεσημεριανή διακοπή πληροφορήθηκε με τι υλικό γέμιζε τα βαρέλια.
Οι φούρνοι έχουν στη μέση ένα αυλάκι που μαζεύει το ανθρώπινο λίπος.
Το αυλάκι καταλήγει έξω, σ' ένα λούκι. Από το λούκι το λίπος στάζει στη
στέρνα. Κάθε τόσο γεμίζει και κάθε τόσο έκτακτα συνεργεία την
αδειάζουν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ που μεταφέρουνται τα μεγάλα βαρέλια
που παίρνουν τα φορτηγά και φεύγουν.
Το βράδυ ο Ερρίκο πήγε στο λάγγερ να δει πως είναι ο Δαυίδ. Τον βρήκε
συντροφιά με τον Μωρίς και τον Ερέρα. Είχαν κιόλας ανησυχήσει που
εξαφανίστηκε όλη μέρα. Τρομοκρατημένος τους διηγήθηκε τα καινούρια
που 'χε δει και μάθει.
—Για σκέψου αλήθεια, λέει ο Μωρίς, σύστημα ολόκληρο. Και μεις τι
ξέραμε; Πως οι γερμανοί πιάνουν τους Εβραίους και τους μεταφέρουν σε
στρατόπεδα. Και τι μας τρόμαζε; Ο εκπατρισμός! Οποία πολυτέλεια φόβου,
φίλε μου!
—Και μόνο εμείς; Κανείς δεν ξέρει. Ποιος θα πει στον έξω κόσμο τι γίνεται
δω μέσα; Όλοι εμείς οι αυθεντικοί μάρτυρες πεθαίνουμε κάθε έξι με οχτώ
Digitized by 10uk1s

μήνες, λέει ο Ερέρα.
—Δεν ξέρουν; φώναξε ο Δαυίδ. Όλα τα ξέρουν, όλοι στην Ευρώπη.
Κάνουν πως δεν ξέρουν. Μας διάλεξαν για θύματα τούτη τη βόλτα. Η τύχη
μας είναι προ πολλού αποφασισμένη.
—Θύματα εμείς, οι Εβραίοι; τον διακόπτει ο Μωρίς. Αι, λοιπόν, σε
πληροφορώ πως δε θα 'ναι μακριά η μέρα, που η ανθρωπότητα ολόκληρη
θα πληρώσει τη σημερινή της ανοχή. Να 'σαι βέβαιος πως, αυτά τα
στρατόπεδα, θ' αποτελέσουν φροντιστήρια επιστημονικής εξόντωσης για
το μέλλον. Όχι, δε θα χρησιμέψει καν ο θάνατός μας για να συνεφέρει την
ανθρωπότητα. Αντίθετα θα την ξαναφέρει χιλιάδες χρόνια πίσω.
—Στην ιερά εξέταση;
—Πιο πίσω ακόμα.
—Μα καλά, ρωτάει ο Ερρίκο. Δεν το 'σκασε κανείς όλα τούτα τα χρόνια,
να πληροφορήσει τον έξω κόσμο το τι γίνεται δω μέσα;
—Κανείς,

βεβαιώνει

ο

Ερέρα.

Εκτός

από

τους

Πολωνούς

που

μπαινοβγαίνουν σαν εργάτες, αλλά δεν έχουν καμιά επικοινωνία μαζί μας.
Όσοι αποπειράθηκαν να δραπετέψουν πιάστηκαν.
Την άλλη μέρα το έκτακτο συνεργείο δούλεψε πάλι στον εσωτερικό
περίβολο του κρεματόριου, αλλά στο λάκκο τούτη τη φορά.
Λίγα μέτρα πιο πέρα από τη στέρνα, είναι ένας μεγάλος λάκκος που
ρίχνουν τα κόκκαλα όσων καίνε στους φούρνους. Πέντε έξι όμηροι τα
χτυπούν μ' ένα μακρύ κόπανο, ώσπου να γίνουν σκόνη. Η δουλειά αυτή
παίρνει συνήθως δυο μέρες. Τα κόκκαλα καβουρντισμένα θρυμματίζουνται
εύκολα, μα είναι πάρα πολλά. Κάθε μια ώρα ένας από τους εργάτες τ'
ανακατεύει με μια μακριά διχαλωτή τσουγγράνα, ώστε να κατεβαίνει η
Digitized by 10uk1s

σκόνη κάτω. Ο Ερρίκο το νόμισε στην αρχή παιχνιδάκι. Μα όσο προχωρεί
η μέρα αυτή η μονότονη κίνηση, που δεν πρέπει να σταματήσει ούτε
λεπτό, τον τσακίζει. Γιατί ο Ες Ες τους παρακολουθεί πολύ ευκολότερα,
καθώς είναι έξι εργάτες όλοι κι όλοι. Ο ιδρώτας τους τρέχει μέσ' από τα
μπατζάκια των λυωμένων παντελονιών τους και τα μάτια τους είναι
πρησμένα και κόκκινα από τη σκόνη που τους σκεπάζει από πάνω ως
κάτω.
Η σκόνη φορτώνεται μετά, με φτυάρια, σ' ένα φορτηγό και μεταφέρεται
στον καταρράχτη. Το αυτοκίνητο βγαίνει έξω από το στρατόπεδο,
ανεβαίνει σε μια πλαγιά και το περιεχόμενό του αδειάζεται, πάλι με
φτυάρια, στα ορμητικά νερά του ποταμού.
Τούτη τη φορά έγινε κάτι τελείως συμπτωματικό. Κι οι τέσσερις του
συνεργείου που συνόδεψαν το φορτίο είναι Έλληνες κι ανάμεσά τους κι ο
Ερέρα, ο παλλήκαρος.
Αφού φόρτωσαν τη σκόνη, ανέβηκαν στην κορφή, μπήκαν κι οι δυο Ες Ες
με τα αυτόματα μπροστά και ξεκίνησαν. Ο Ερέρα νιώθει ευτυχισμένος.
Από το ύψος που βρίσκεται, βλέπει τον κάμπο ολόγυρα με τους χιλιάδες
όμηρους να κινούνται σα μηρμυγκιές, τόπους τόπους, κάτω από έναν
ουρανό θαμπό ακόμα, με τις αχτίνες του ήλιου να ξετρυπώνουν δειλά από
τα σύννεφα. «Αν πηδούσα!» σκέφτηκε μια στιγμή και χαμογέλασε. Το
αυτοκίνητο έτρεχε τώρα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κύτταξε τους τρεις
συντρόφους του και μονομιάς άρχισε να καταστρώνει το σχέδιο, παίζοντας
με τη φαντασία του.
—Παιδιά, τους λέει κάποτε, βαστάει η καρδιά σας να το σκάσουμε;
Περίμενε με λαχτάρα την απάντησή τους, μ' αυτοί δεν έκαμαν καν τον
κόπο να του απαντήσουν. Αστεία πράματα!

Digitized by 10uk1s

—Μη γελάτε, τους λέει, μιλώ σοβαρά. Είμαστε όλοι εσωτερικοί και
επομένως σίγουροι μελλοθάνατοι. Ελπίζει κανείς σας πως δε θα καούμε και
μεις στους φούρνους, όπως όλοι οι προηγούμενοι εσωτερικοί εργάτες στα
κρεματόρια;
Οι τρεις σύντροφοι κατέβασαν τα μάτια γεμάτοι αμηχανία.
—Γιατί δεν μου απαντάτε; επιμένει ο Ερέρα. Θα μας κάψουν αύριο,
μεθαύριο, ναι ή όχι;
—Αι, ναι, λέει ο Γιόζεφ, σηκώνοντας αδύναμα τους ώμους.
—Αι λοιπόν, τότε; Τι έχουμε να φοβηθούμε πως θα χάσουμε; Δέκα, είκοσι,
τριάντα μερών ζωή ακόμα; Είναι δυο οι γερμανοί κι είμαστε τέσσερις. Αν
τους χτυπήσουμε με τα φτυάρια μας θα τους κάνουμε λυώμα. Τα μάτια
των συντρόφων του τον κυττούν με φρίκη... Μετά, συνεχίζει αυτός,
έχουμε μια πιθανότητα στις χίλιες να σωθούμε. Όχι περισσότερες. Μια.
Αλλά επιστρέφοντας πίσω στο στρατόπεδο, δεν έχουμε πια καμιά.
—Κι αν αποτύχουμε; τολμά να ρωτήσει ο νεώτερος.
—Τρελλάθηκες βρε, τον σταματάει ο Γιόζεφ, πως θα σκοτώσουμε τους Ες
Ες με τα φτυάρια;
—Θαυμάσια, επιμένει ο Ερέρα. Κι αν αποτύχουμε θα μας σκοτώσουν λίγες
μέρες νωρίτερα. Αυτό είναι όλο.
—Και που θα πηγαίναμε, αν γινόντουσαν όλα αυτά καλά και σώνει; Δεν
τους ξέρεις τους Πολωνούς! Αυτοί θα μας παραδώσουν με χαρά στους
Γερμανούς.
—Σύμφωνοι, λέει ο Ερέρα. Από τη μια μεριά βάζω γερμανούς, Πολωνούς,
κι όλους τους άλλους κινδύνους κι από την άλλη, μια πιθανότητα στις
Digitized by 10uk1s

χίλιες να γλυτώσουμε απ' όλα. Γιατί να μη δοκιμάσουμε; Τι θα χάσουμε;
Ένα μήνα ζωή καίγοντας τ' αδέρφια μας.
Μα όλοι σωπαίνουν. Τώρα πια δεν τον κυττάζουν καν. Κάθε φορά που
τους θυμίζει πόση λίγη ζωή τους μένει, κατεβάζουν τα μάτια.
—Ελάτε ρε παιδιά, τους παρακαλεί, δε θα ξαναβρούμε τέτοια ευκαιρία!
—Μα ευκαιρία το λες εσύ να σκοτώσουμε γερμανούς;
—Ευκαιρία Γιόζεφ, μάλιστα, ευκαιρία. Αλλά σκέψου τι ευτυχία, αν
γλυτώσουμε και βγούμε έξω στο ζωντανό κόσμο. Θα 'μαστε οι πρώτοι
μάρτυρες που θα υποχρεώσουμε τους λαούς να μάθουν, τι σημαίνει
Άουσβιτς ... Σκεφτείτε μονάχα πόσα εκατομμύρια ανθρώπους, αδέρφια, θα
σώσουμε αν πετύχουμε...
—Ναι, εσένα περιμένουν να τους φωτίσεις κακομοίρη! Μωρέ όλα τα
ξέρουν και κάνουν τον παπά. Δε βαριέσαι σου λέει, ας τους, Εβραίοι είναι,
ας καούν.
—Γιατί, ικετεύει τώρα ο Ερέρα, λίγους Ρώσους καίμε; Και τις φουρνιές
τους αντιχιτλερικούς, τους ξεχνάς αυτούς;
—Τα ίδια σκατά είναι όλοι! Για τους αντιχιτλερικούς θα σκοτώσω γω Ες Ες;
—Εν τάξει, λέει ο Ερέρα, εν τάξει. Θα τους σκοτώσω μόνος μου.
Σύμφωνοι;
Οι τρεις άλλοι ανάσαναν επί τέλους και βρήκαν το κουράγιο να
χαμογελάσουν. Αστείος που είναι ο κακομοίρης ... δεν είναι δα ο πρώτος
που του 'στριψε.
Το αυτοκίνητο έκαμε αγκομαχώντας τα τελευταία μέτρα πάνω στο ύψωμα
Digitized by 10uk1s

και σταμάτησε. Οι Ες Ες πήδηξαν κρατώντας τα αυτόματα μπρος στα
μούτρα τους.
—Γρήγορα, γρήγορα, δουλειά.
Τα φτυάρια άρχισαν να κινούνται με γοργό ρυθμό. Στο ύψωμα φυσάει
δυνατά κι η σκόνη σκορπίζεται ολόγυρα και τους τυφλώνει. Στα χείλια
τους νιώθουν την πικρή γεύση του καμμένου κόκκαλου. Ρυθμικά και
γρήγορα, η δουλειά συνεχίζεται κάπου μισή ώρα. Τέλος ο ένας γερμανός
έβγαλε τα τσιγάρα του και πρόσφερε και στον συνάδερφό του. Τα
φτυάρια πετούν, πάνω κάτω, πάνω κάτω· η σκόνη ταξιδεύει από το
φορτηγό στον άνεμο, στον καταρράχτη, στα μαλλιά τους, στα ξερά τους
στόματα και θαρρείς πως δεν προσέχει κανείς πόσο δυσκολεύουνται οι δυο
γερμανοί ν' ανάψουν το τσιγάρο τους με τον διαβολεμένο τούτο άνεμο
που φυσά. Σκύβουν τα κεφάλια, τα ενώνουν, τεντώνουν και τις παλάμες,
χώνουν σ' αυτές τα μούτρα τους για να προστατέψουν τη φλόγα του
αναπτήρα, όταν το φτυάρι του Ερέρα, στραφτοκοπάει ένα δευτερόλεπτο
στον ήλιο και πέφτει με δύναμη στο κεφάλι του πρώτου, που
μπρουμουτίζει ξερός ... Κι αμέσως το σηκώνει ξανά και το ξανακατεβάζει,
με πιότερη δύναμη, στο κεφάλι του δεύτερου, πριν προλάβει να τεντώσει
το καμπουριασμένο κορμί του. Ύστερα μένει ακίνητος, με το φτυάρι
σφιγμένο στις παλάμες του. Τα μάτια του έκθαμβα, απολαβαίνουν τούτο
το απίθανο θέαμα: Δυο γερμανοί ακίνδυνοι! Μα βλέπει τον δεύτερο ν'
αναδεύεται, σα να θέλει να ανασηκωθεί. Τότε χυμάει, τον αρπάζει, τον
σηκώνει ψηλά και στέκει τεράστιος, με τα πόδια ολάνοιχτα πάνω στο
ύψωμα, ζυγιάζοντάς τον θριαμβευτικά πάνω από το κεφάλι του, ώσπου
τον εκτινάζει με λύσσα στα αφρισμένα νερά του καταρράχτη.
—Και συ εκεί, εκεί, εκεί!
Ύστερα σηκώνει και τον δεύτερο, τον υψώνει πάλι και δείχνοντάς τον
Digitized by 10uk1s

στους συντρόφους του, φωνάζει βραχνά.
—Λέφτεροι! και τον εκσφενδονίζει στο κενό, μ' έναν άγριο μορφασμό στο
πουντραρισμένο με την γκρίζα σκόνη μούτρο του.
—Εμπρός! Ακολουθείστε με.
Οι τρεις άντρες υποχώρησαν βουβοί.
—Μα κουνηθείτε λοιπόν! προστάζει τώρα. Απ' τον τρόμο τους δε βρίσκουν
ίχνος φωνής για ν' αρνηθούν και κουνούν μόνο κατά πάνω τα κεφάλια
τους.
—Αστειεύεστε; Τους κυττά τώρα τρομαγμένος κι αυτός. Δε θα 'ρθείτε;
Κούνησαν πάλι αρνητικά τα κεφάλια και στριμώχτηκαν σφιχτά ο ένας
δίπλα στον άλλο, γιατί φοβούνται μην τους αρπάξει κι αυτούς με το έτσι
θέλω και τους εκσφενδονίσει στη λεφτεριά.
—Ο θεός μαζί σας, τους λέει και κατρακυλάει την πλαγιά με μεγάλες
δρασκελιές, απορώντας. «Μα είναι λοιπόν ευκολότερη η σκλαβιά;».
Οι τρεις, μείναν εξουθενωμένοι, ακίνητοι, με το θόρυβο του καταρράχτη
να χοχλακάει μέσα τους. Και τώρα;
Τέλος ο ένας αποσπάται και πλησιάζει στο ύψωμα. Σε λίγο είδε το κεφάλι
του Ερέρα, μέσ' στους αφρούς του ποταμού.
—Τρέξτε! Κολυμπάει...
Αγκαλιασμένοι και οι τρεις, εξαντλημένοι, στηρίζουνται ο ένας στον άλλο,
μην τους πάρει ο άνεμος, καθώς παρακολουθούν τον αγώνα του τρελλού
τους συντρόφου. Το ρέμα είναι άγριο, ο αγώνας του άνισος· το βλέπουν,
τρέμουν, αμφιβάλλουν και παρακαλούν. Η κάθε του κίνηση, κει κάτω,
Digitized by 10uk1s

γίνεται μια γρήγορη δική τους ανάσα, λες κι αναπνέοντας μ' όλη τους τη
δύναμη, τον βοηθούν. Ο Ερέρα παρασέρνεται από το ρέμα, χάνεται από
τα μάτια τους, εμφανίζεται ξανά, άλλοτε μακρύτερα κι άλλοτε πιο κοντά
στο στόχο του, την απέναντι όχθη. Ξεχασμένοι, σφίγγουν τα δάχτυλα ο
ένας στον ώμο του άλλου, ανίκανοι να ξεκαρφώσουν τα μάτια τους από το
σκούρο σημάδι που πλέει όλο και μακρύτερα. Σιγά σιγά αρχίζουν να τον
παρακινούν τελείως ασυνείδητα, με μικρά ξεφωνητά ... «άντε μπράβο ...
κράτει, πάρε βαθειά ανάσα, μπράβο, κουράγιο, να μου ζήσεις ... απάνω
του, άα γεια σου ...».
Όταν, ύστερα από μια ώρα, τον είδαν επιτέλους να μπουσουλάει στην
απέναντι όχθη και να σωριάζεται στο χώμα, κυττάχτηκαν χαμογελώντας
ευτυχισμένοι. Κι αμέσως τα λαμπερά μάτια στρογγύλεψαν γεμάτα φρίκη.
Μπροστά τους, λίγα βήματα, στεκόταν μισοαδειασμένο το φορτηγό και
κατά γης το ένα αυτόματο με το καλογυαλισμένο ατσάλι του, ήσυχα
πλαγιασμένο σχεδόν ειρηνικό. Το άλλο πετάχτηκε στο ρέμα, περασμένο
καθώς ήταν στον ώμο του γερμανού. Κυττάχτηκαν ακόμη μια φορά και
χωρίς ν' ανταλλάξουν λέξη, πήραν τον δρόμο του γυρισμού.

Μόλις είδαν οι φρουροί της μεγάλης πύλης, τρεις όμηρους, να 'ρχουνται
απ' έξω χωρίς συνοδό, ειδοποίησαν τη διοίκηση κι έτρεξαν να τους
πιάσουν. Σε λίγα λεπτά βρέθηκαν κυκλωμένοι απ' όλους τους Ες Ες που
βρίσκονταν στο στρατόπεδο κείνη την ώρα. Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή
κι όσο δεν καταλαβαίνουν τις απαντήσεις των ομήρων, μα μυρίζουνται
κάτι κακό, τόσο και φωνάζουν δυνατότερα, σκαμπιλίζοντάς τους. Τέλος
τους έκοψε κι άρπαξαν στην τύχη έναν Έλληνα αιχμάλωτο που μιλούσε
γερμανικά

και

τον

χρησιμοποίησαν

για

διερμηνέα.

Κι

οι

τρεις

δυστυχισμένοι, βέβαιοι πως θα σωθούν, μια και γύρισαν από μόνοι τους
στο παχνί τους, εξιστόρησαν όλη την αλήθεια. Τους άφησαν να
Digitized by 10uk1s

τελειώσουν κι ύστερα άρχισαν να τους χτυπούν, να τους κλωτσούν όπου
βρίσκανε. Το στρατόπεδο αναστατώθηκε. Οι σειρήνες βάλθηκαν να
ουρλιάζουν, όπως γίνεται πάντα σε αποδράσεις και οι κάπο εκνευρισμένοι
χτυπούν τους εργάτες των συνεργείων τους, κι ας βρίσκουνται μίλια
μακριά από τα επεισόδια. Οι τρεις όμηροι κείτουνται κιόλας μισοπεθαμένοι
από το ξύλο κατά γης. Ως και τον τυχαίο διερμηνέα ρίξανε κάτω και του
λυώσαν τα μούτρα. Απ' αυτόν όμως διαδόθηκε το νέο μ' όλες του τις
λεπτομέρειες στους χιλιάδες αιχμάλωτους του στρατοπέδου, μόλις οι Ες Ες
παραλάβανε τους τρεις και τους κλείσανε στο μπουντρούμι.
Πέντε

μοτοσυκλέτες

ξεκίνησαν

αμέσως,

με

δυο

αμάξια

γεμάτα

ειδικευμένους κομάντος και σκύλους μεγάλους σαν αρκούδες.
«Θα τον βρουν, δε θα τον βρουν; » Μ' αυτή την αγωνία έζησε όλο το
στρατόπεδο, ώσπου νύχτωσε.
Το βράδυ, την ώρα που τα κομάντος είναι παραταγμένα στον μεγάλο
περίβολο για το προσκλητήριο, ακούστηκαν από μακριά οι μοτοσυκλέτες
που γύριζαν. Οι αιχμάλωτοι, πετρωμένοι σε στάση προσοχής, ζουν μόνο
με την ακοή τους. Επί τέλους, σε λίγο, οι μοτοσυκλέτες, περνώντας δίπλα
από τις πυκνές γραμμές τους, σταμάτησαν πιο πέρα. Το βλέμμα πρέπει να
στραφεί κατά ένα χιλιοστό, για να δουν τι θ' αδειάσουν τ' αυτοκίνητα που
ακολουθούν. Μα ένα χιλιοστό τούτη την ώρα σημαίνει πολλά με τους
εξαγριωμένους κάπο και αξιωματικούς. Οι πιο τολμηροί το διακινδυνεύουν.
Από τα αυτοκίνητα δεν κατεβαίνει ούτε σηκωτός, ούτε με τα πόδια του,
κανένας με ριγωτή στολή. Ένα κύμα, μια θάλασσα, ένας αγρός πανύψηλα
στάχυα κυματίζει χρυσός, φλογερός, στα θαμπωμένα μάτια. Ο Ερέρα δε
βρέθηκε.
Ευτυχώς οι σύντροφοί του δεν αποκάλυψαν πως ο δραπέτης πέρασε
κολυμπώντας και βγήκε στην απέναντι όχθη. Έτσι χτένισαν άδικα όλο το
Digitized by 10uk1s

μήκος του ποταμού, σε πολλά χιλιόμετρα, λυσσασμένοι για την αποτυχία
τους και τη διπλή τους ταπείνωση.
Για τιμωρία δε μοιράστηκε βραδινό συσσίτιο. Μα κανείς από τους χιλιάδες
λιμασμένους και εξανλημένους ομήρους δεν παραπονέθηκε.
Η νύχτα έπεσε τρυφερή πάνω στο στρατόπεδο. Το σκοτάδι γέμισε
προσευχή. Ποτέ οι θεοί δεν συμπυκνώθηκαν στον ένα, τον Μέγα της
ελπίδας, όπως τη νύχτα αυτή, που χιλιάδες αλλόθρησκοι προσευχήθηκαν
για το δραπέτη.

Όταν ο Ερέρα πάτησε στην αντίπερα όχθη, ο ήλιος ήταν κιόλας ψηλά. Τον
κύτταξε με κομμένη ανάσα και σωριάστηκε με τα χέρια ανοιχτά. Μα καθώς
αντίκρυσε το δάσος λίγα μέτρα μακριά του, ξανασηκώθηκε και με μεγάλες
δρασκελιές έφτασε στο μαλακό υγρό χώμα. Άνοιξε τα δάχτυλα των ποδιών
του και τα βύθισε όσο βαθύτερα μπορούσε. Ύστερα άρχισε να τρέχει,
τινάζοντας κατά τη συνήθεια του άτσαλα, χέρια και πόδια. Άνοιγε τα
μπράτσα του, αγκαλιάζοντας τους κορμούς και προσπερνούσε χωρίς να
σταματά. Τραβολογούσε κρεμασμένα κλαδιά, τα 'σπαζε και τα πετούσε
πέρα, τρέχοντας ολοένα και, πιο χαλαρά, ώσπου μπερδεύτηκε σε μια
χοντρόριζα και πήρε μακροβούτι, πέφτοντας σ' ένα σωρό ξερά και φρέσκα
αγριόχορτα, γελώντας. Γύρισε ανάσκελα, τεντώθηκε, ανακλαδίστηκε και
προσπάθησε να διακρίνει τον ουρανό ανάμεσα απ' τα κλαδιά των δέντρων.
Μα το δάσος είναι πυκνό και τον τυλίγει ένα δροσερό μισοσκόταδο. «Τι θα
κάνουν αυτοί; Αλήθεια γιατί δεν τους ρώτησε; Μήπως κι ήταν ανάγκη; Θα
γύριζαν και θα 'λεγαν τα πάντα στους Ες Ες». Αποφάσισε να βγει προς τα
έξω, αντίθετα στο ποτάμι, να κατατοπιστεί που βρίσκεται. Μα πάλι δεν
έπρεπε να χάσει από τα μάτια του το ύψωμα. Σηκώθηκε σβέλτα μα
ξαναγονάτισε, τρομαγμένος από έναν θόρυβο, κάτι σα φωνή, δεν ήξερε
Digitized by 10uk1s

ακριβώς. Τέντωσε τ' αυτιά του. Ένας άνεμος χλιαρός ξανάφερε το
παραπονεμένο κλάμα ενός σκύλου βαθιά, πίσω από το δάσος. «Ώστε
κάπου εδώ γύρω κατοικούν άνθρωποι...». Σηκώθηκε πάλι κι έκανε το
δρόμο προς την όχθη, πίσω, ώσπου έφτασε σ' ένα ξέφωτο. Ανέβηκε σ' ένα
ψηλό δέντρο. Το φορτηγό ξεχώριζε καθαρά στο ύψωμα. «Αν το 'χε πάρει
κι έφευγε μ' αυτό; Βλακείες! Εχτός που είναι πολύ μεγάλο, θα τον
επισήμαιναν αμέσως. Μήπως ήξερε να κινηθεί στην Πολωνία;»... Ο ήλιος
πέφτει κατακόρυφα και τον ναρκώνει. Βολεμένος σ' ένα χοντρό διχαλωτο
κλαδί περιμένει. «Πόσο θα χρειαστεί να γυρίσουν οι άλλοι πίσω και να
'ρθουν οι Ες Ες;» Μπορεί και ν' αποκοιμήθηκε γιατί, σαν ξανάνοιξε τα
μάτια του, είδε να κατρακυλάει από το ύψωμα, στην απέναντι όχθη, ένας
μεγάλος σκούρος όγκος. «Έχει αρκούδες εδώ;» Από πίσω ακολουθούσε
δεύτερο ζώο και παραπίσω κάτι λαμπύρισε στον ήλιο. «Σκύλοι και κράνη».
—Ήρθαν !
Οι σκύλοι τρέχουν μπροστά. Ακολουθούν πέντε, εννιά, δεκατέσσερα,
δεκάξη κράνη ... «τα σκυλιά δεν τα 'χα σκεφτεί! ... μα μήπως πρόλαβα να
σκεφτώ και τίποτ' άλλο;» Τρέχουν κατ' ευθείαν μπροστά κατά μήκος της
όχθης. Το πρώτο σκυλί χάθηκε κιόλας από τα μάτια του. Πήρε μια βαθειά
ανάσα. Όσο θα τον αναζητούν στην απέναντι όχθη οι ελπίδες είναι πολλές.
Άραγε οι τρεις φίλοι δεν πρόδωσαν όλο το μυστικό; Πάλι καλά! Τα κράνη,
τρέχοντας πίσω από τα σκυλιά, εξαφανίζουνται στο βάθος μακριά. «Μα αν
πάνε παρακάτω για να βρουν κάποιο πέρασμα;» Η ζέστη είναι ανυπόφορη
ή του φαίνεται μέσ' στην αγωνία του; Προσεχτικά κατρακύλησε από το
δέντρο. Μόνο που τώρα, από κάτω, δε μπορεί πια να διακρίνει τίποτα·
ούτε να παρακολουθεί την κίνηση. Ξανανέβηκε σε μιαν άλλη κορφή. Το
ποτάμι λυσσομανά στους αφρούς, μα η οχθη απέναντι είναι πάλι έρημη.
«Ότι κι αν γίνει πρέπει να κερδίσω καιρό». Κατεβαίνει και περπατάει
αποφασιστικά ίσια μπροστά του. Όσο προχωρεί, ένα ημίφως πρασινωπό,
Digitized by 10uk1s

υγρό, τον τυλίγει. «Δεν ξέρω τίποτα! Ούτε πόσο μεγάλο είναι το δάσος,
ούτε πόσο μακριά βρίσκεται από κατοικημένο χώρο. Πώς δεν ρώτησα
ποτέ; ... Ποιον; Οι Πολωνοί δεν μιλιούνται ... αν δεν ήξερα την αντίστασή
τους, θα τους αντιπαθούσα και γω όπως κι οι περισσότεροι όμηροι...»
Περπατά χωρίς να σταματά πουθενά και χωρίς ν' ανακαλύπτει ίχνος ζωής.
Έστησε αυτί. Το δάσος μουρμουρίζει χίλιους μικρούς ανέμους απ' τις
τρύπες που αφήνουν οι πυκνές φυλλωσιές. Δεν ξέρει αν θέλει να
συναντήσει ανθρώπους. Η ερημιά τον τρομάζει ίσως λιγότερο από τα
πεταγμένα μήλα στα πρόσωπα των Πολωνών. «Απίστευτο πόσο ξένοι
είναι! Ίσως κι αυτοί να μας βλέπουν έτσι άγνωστους φυσιογνωμικά και μας
... πάντα το άγνωστο είναι εχθρικό σε κακές ώρες ... μα πάλι τι θα κάνω,
αν πούμε πως γλυτώνω; Πρέπει να συναντήσω κάπου Πολωνούς».
Τρίβει το μούτρο του με τις παλάμες του σα να το πλένει. Το στομάχι του
κλωτσά, άδειο. Θα κοντεύει μεσημέρι γιατί το στόμα του γεμίζει σάλιο.
«Τώρα θα τους μοιράζουν τη σούπα». Φτύνει το σάλιο και χαμογελάει.
Όλοι θα συζητούν το ίδιο. Ο Ερέρα το 'σκασε »... Έκοψε ένα κλαρί κι
άρχισε να το πιπιλά. Είναι δηλητήριο. Το φτύνει, και περπατά, περπατά
ασταμάτητα, μα το δάσος δε φαίνεται να τελειώνει πουθενά! Ένας
ιδρώτας κρύος, αρρωστημένος κυλάει από το σβέρκο, τ' αυτιά, τις
μασχάλες του. Ένα λοφάκι, σαν εξόγκωμα της γης, του κόβει το δρόμο. Τ'
ανεβαίνει και σκαρφαλώνει πάλι σ' ένα δέντρο. Πίσω του, πέρα μακριά,
φαίνεται λίγο ποτάμι και μπροστά του, κάμποσα χιλιόμετρα πιο κάτω, το
δάσος αραιώνει και ξεφτά σε χαμόκλαδα. Από κει κι έπειτα απλώνεται ο
κάμπος, αδυσώπητος, χωρίς διακοπή, ως το βάθος, που η γραμμή του
ορίζοντα θαμπώνει σε μια γάζα συμπυκνωμένο φως κι όλα γίνουνται
ακαθόριστα, αξεδιάλυτα. Μια βαθειά κούραση τραβάει το βάρος του προς
τη γη. Πρέπει να σκεφτεί, ν' αποφασίσει. Κατεβαίνει με δυσκολία γιατί τα
πόδια του δεν τον υπακούνε, σα μεθυσμένα. Τέλος αγγίζει το χώμα,
Digitized by 10uk1s

ξαπλώνει κι αποκοιμιέται.

Μεσοξύπνιος τέντωσε τα πόδια του και ξαφνιάστηκε, που τα μέλη του δεν
μπερδεύουνται σ' άλλου κανενός τα πόδια. Ένας δροσερός άνεμος κι η
μυρωδιά του χώματος, τον συνεφέρουν. «Λέφτερος; Είμαι ακόμα
λέφτερος;» Τινάζεται απάνω, μα δε διακρίνει σχεδόν τίποτα. Αγκαλιάζει
τον κορμό που ακουμπούσε και σκαρφαλώνει ευκίνητα στην κορφή. Ο
ήλιος σβήνει. Το φως εξαντλημένο, νικημένο, πέφτει απάνω στον κάμπο,
που απλώνεται ορατός τώρα, χωματένιος, σπαρμένος πέτρες και θάμνους.
Αφήνεται να κατρακυλήσει και κουλουριάζεται γονατιστός. Ακουμπά το
μάγουλό του στο μαύρο χώμα. Η παλάμη του ψαχουλεύει τους
ασύμετρους σβώλους. Το χώμα του γρατσουνάει τα μάγουλα, του λερώνει
τα χείλια. Σηκώνεται γαλήνιος κι αλαφρύς και περπατά πίσω κατά την
όχθη. «Μα βέβαια πρέπει να δω, πρέπει να μάθω τι κάνει ο φίλος μου ο
ποταμός. Ποιον θα διαλέξει; Ποιον θα βοηθήσει;».
Όταν αντίκρυσε την όχθη, μέσ' από τα δέντρα, σιγάνεψε το βήμα του. Το
φορτηγό δε φαινόταν στο ύψωμα. «Αδύνατον! Ώστε ξέγνοιασαν!
Εγκαταλείψανε την έρευνα;». Κάθησε κει στο αραιό σύδεντρο ήρεμος. Μια
νύχτα ολόκληρη, σύμμαχη, φιλική, άπλωνε την προστασία της ολόγυρά
του. Είχε όλο τον καιρό να περπατήσει, να βγει από το δάσος, να διασχίσει
τον κάμπο και να φτάσει σε κάποιον κατοικημένο χώρο. Και τι θα βρει;
Ποιον; «Κι αν μ' αρπάξουν και με παραδώσουν;». Κούμπωσε το μοναδικό
κουμπί της μπλούζας του. «Δε θα σκεφτώ τίποτα ώσπου να σκοτεινιάσει,
θα κυττάξω το ποτάμι, τα δέντρα και τον ουρανό. Απολεφτέρωσα μια
πατουσιά γης. Θα τη χαρώ! Αυτό το τελευταίο απόβραδο της σκλαβιάς ή
και της λεφτεριας. Έχω όλο τον καιρό να ρουφηχτώ σε λίγο, στο φίλο μου
το σκοτάδι και να δράσω...».

Digitized by 10uk1s

Τα νερά του καταρράχτη κατρακυλώντας με ορμή σηκώνουν βουνά τους
αφρούς που, ξεθυμαίνοντας, μοιάζουν με χαρούμενα γέλια. Η λευκότητά
τους είναι η τελευταία που αντιστέκεται στη νύχτα. Όσο την απορροφά το
σκοτάδι, ο θόρυβος παύει πια ν' ανήκει στον καταρράχτη. Γίνεται ένα
απειλητικό μουγγρητό. Κλείνει τα μάτια του και βεβαιώνει τον εαυτό του
μιλώντας δυνατά. «Είναι ο καταρράκτης». Για την ώρα ο κίνδυνος πέρασε.
Βέβαια μπορεί οι γερμανοί να 'διωξαν το φορτηγό μ' έναν οδηγό κι οι άλλοι
να βρήκαν, κάπου μακριά, ένα πέρασμα και να 'ναι κιόλας σκορπισμένοι
στο δάσος... οι σκύλοι θα ψάχνουν ρουθουνίζοντας. Μα, τι είναι αυτός ο
θόρυβος; «Αα, είναι ο καταρράχτης...» χαμογελάει. Οι γερμανοί βέβαια δε
μιλούν δυνατά, θα ψιθυρίζουν ... μπορεί και μια ομάδα λιμασμένων
Πολωνών να τον ψάχνει τώρα, αν τους υποσχέθηκαν τρόφιμα. Μα δεν
είναι σουρτά βήματα αυτά; «Όχι, είναι ο καταρράχτης. Πώς τον ξεχνάει
κανείς, σαν δεν βλέπει». Κι όμως το ξεχνάει, όσο πυκνώνει το σκοτάδι
ξεχνάει. Οι θόρυβοι τον ζώνουν τώρα από παντού και δεν ξέρει από που
να πρωτοφυλαχτεί. Δεξιά, αριστερά, πίσω, χέρια αρπαχτικά ψαχουλεύουν,
πόδια σουρτά τον ακολουθούν, μάτια εξασκημένα, όλα αόρατα, τον
απειλούν και μόνο τον εαυτό του νιώθει σαν φωταγωγημένο αντικείμενο,
εύκολο στόχο.
—Πρέπει να φύγω από δω. Πρέπει να βγω στον κάμπο, ψιθυρίζει και
σηκώνεται αποφασιστικά.
Μα μόλις στρέφει το πρόσωπό του κατά το δάσος, το υγρό του σκοτάδι
του φράζει μάτια και στόμα. Κάποιο αόρατο τέρας, πάλι το σκοτάδι, του
μαγκώνει την αναπνοή. «Τρελλάθηκα; Να νιώθω ασφυξία με το σκοτάδι;
Εγώ; Δεν είμαστε καλά». Βέβαιος πως κοροϊδεύει τον εαυτό του,
στραβώνει τα χείλια του σ' ένα μορφασμό κι ανοίγει το βήμα. Μα ένας
κορμός βρέθηκε στο άνοιγμα των ποδιών του και κόλλησε στο στήθος
του. Έσυρε μια τρομαγμένη φωνή, ενώ ο φλοιός είχε κιόλας αποχτήσει
Digitized by 10uk1s

την ιδιότητά του κάτω από τα παγωμένα του δάχτυλα. Έμεινε εκεί,
αγκαλιασμένος με το ξύλο και τρέμοντας. Οι θόρυβοι χυμούν από παντού·
κουβέντες, ψιθυρίσματα, ανάσες. Ποιος να 'ναι δίπλα του; Κι αν είναι λίγα
βήματα πιο πέρα, μπορεί να ξέρει;
—Πάλι ξέχασες τον καταρράχτη ... μαλώνει ψιθυριστά τον εαυτό του.
Πρέπει να απομακρυνθούμε από δω. Εμπρός, εμπρός.
Τώρα προχωρεί αργά, με τα χέρια απλωμένα μπροστά, πασπατεύοντας το
μαύρο κενό για να μη χτυπά στους κορμούς. Μα κάθε φορά που τους
αγγίζει, ανατριχιάζει ολόκληρος, αβέβαιος. Το γερμανικό χακί είναι το ίδιο
αδρό ... τα κρεμασμένα κλαδιά με τα ξερά φύλλα μπορούν να 'ναι τα
κουρέλια ενός Πολωνού, που ξέρει όλα τα περάσματα. Οι γυμνές ρίζες του
χώνουνται στα πόδια και του ξεσκίζουν τα δάχτυλα. «Ξέχασα να 'μαι
λέφτερος, ξέχασα να αμύνομαι σε στοιχειώδη πράματα, αυτό είναι· και με
τρομάζει το σκοτάδι. Τι παιδαριώδες!».
—Δεν το φοβάμαι, φωνάζει και κοκκαλώνει. Ποιος φώναξε; Από ποιο ξένο
σώμα βγήκε αυτός ο ήχος;
Αγκάλιασε πάλι έναν κορμό και κόλλησε το μάγουλό του στον σκληρό
φλοιό. «Μα είμαι γω, εγώ, δεν είμαστε καλά Αλβέρτο», προσπαθεί να
καθησυχάσει τον εαυτό του. Μα το σκοτάδι πιέζει το στήθος του, που
τινάζεται από τους ακανόνιστους τρελλούς χτύπους της καρδιάς του. Ο
καταρράχτης κάνει θρύψαλα τη σιωπή. Ξαγκιστρώνεται κι αρχίζει πάλι να
προχωρεί ψαχουλευτά. Τα κλαδιά τρίζουν προδοτικά κάτω από τα πέλματά
του. Κάποια στιγμή βλέπει ένα φως, κάπου, αρκετά μακριά, ίσια μπροστά
του. Είναι έτοιμος να ξεφωνίσει από χαρά, με το φως χάνεται. «Θα το
ξαναβρώ, θα το ξαναβρώ». Κάνει μικρά πλάγια βήματα, δυο δεξιά, δυο
αριστερά, έχοντας τα χέρια απλωμένα οριζόντια. Αυτή η καντρίλια
συνεχίζεται κάμποσο, ώσπου κάποτε κουρασμένος σταματάει. «Πρέπει να
Digitized by 10uk1s

σκεφτώ κάτι. Τι διάολο, περπατώ τόση ώρα, μπορεί και ώρες και δεν έχω
σκεφτεί το παραμικρό; Σε μια, σε δυο, σε πέντε, δεν ξέρω σε πόσες ώρες
θα ξημερώσει, που θα πάει; Μα θα ξανάρθει μέρα; Θα διακοπεί ποτέ αυτό
το σκοτάδι; Δεν μπορεί, όλες οι νύχτες τελειώνουν».
Το έδαφος γίνεται τώρα μαλακότερο κάτω από τα πόδια του. Τα αόρατα
κλαδιά που κρεμόντουσαν από τα δέντρα έχουν εξαφανιστεί. «Είδες»,
παρηγοριέται, «όλα θα πάνε καλά, μπορεί τώρα να βγαίνουμε στο
ξέφωτο». Το πόδι του, που σηκώθηκε για το επόμενο βήμα, βούλιαξε
κατεβαίνοντας σαν σε λάκκο, και πάτησε σ' ένα ζεστό σώμα. Ένα
ουρλιαχτό βγήκε από τα στήθια του κι έσκισε το δάσος, καθώς
μπερδεύτηκε και σωριάστηκε σε κάτι τριχωτό. Τρέμοντας σύγκορμος,
τραβήχτηκε μπουσουλώντας λίγο μακρύτερα και περίμενε, με το μούτρο
σφιγμένο στο χώμα.
—Ποιος είναι κει; τολμά τέλος να ρωτήσει λαχανιασμένος ακόμα.
Τίποτα δε σαλεύει.
—Ποιος είναι κεί; ρωτά τώρα γερμανικά. Τίποτα, σιωπή. Τρέμοντας,
αφήνει τα δάχτυλά του να περπατήσουν στη γη, ώσπου σκοντάφτουν στο
μαλλιαρό σώμα. Τα τραβάει αγριεμένος και περιμένει. Ύστερα από λίγο
ξαναρχίζει, αποφασισμένος τούτη τη φορά να καταλάβει, τι βρίσκεται
κοντά του. Δειλά, τρέμοντας πάντα, πιάνει λίγες σκληρές τρίχες· τέλος η
παλάμη του, ξεθαρρεμένη, αγγίζει ολόκληρη σ' ένα ζεστό πετσί που
συσπάται απάλαφρα.
—Ζώο! ψιθυρίζει και τραβιέται πάλι. Τι ζώο; Και γιατί δεν κουνιέται;
Ξαπλωμένος πάντα, τεντώνει το πόδι του και σκουντάει λίγο τον αθέατο
μαλλιαρό όγκο. Ακούει κάτι σα ρουχαλητό ανθρώπινο. Σούρνεται και το
πασπατεύει. Να τα πόδια του. Θα 'ναι ως τριάντα πόντους ύψος. Να κι ο
Digitized by 10uk1s

λαιμός, χοντρός κι ύστερα τ' αυτιά πέφτουν μαλακά σαν ανθρώπινες
δροσερές παλάμες. Σκύλος. Τα δάχτυλά του γλυστρούν στο ρύγχος που
μένει μισάνοιχτο. Το σφίγγει απαλά, για κάθε ενδεχόμενο, και σούρνεται
κοντά του. Καθώς πλησιάζει το κεφάλι του τεντώνοντας τα μάτια, σα να
'ταν δυνατό να σκίσει το σκοτάδι και να δει, το ζώο ταράζεται ολόκληρο
από δυο σπασμούς, βγάζει ένα τελευταίο ρουχαλητό, τινάζεται πάλι και
ακινητεί τελείως.
Τα μάτια του Ερέρα ανοίγουν διάπλατα, προσπαθώντας να συλλάβουν τι
σημαίνουν όλα τούτα. Πασπατεύει ξανά τον κορμό και τα πόδια που 'ναι
τεντωμένα σαν ψεύτικα.
—Πέθανε! Δεν είναι δυνατόν! Τον τραντάζει τώρα και με τα δυο του χέρια,
μα αυτός αφήνεται χωρίς αντίσταση.
—Μη, μην πεθαίνεις, μούγγρισε, μη μ' αφήνεις. Τον αγκαλιάζει, πέφτοντας
απάνω του, τον σφίγγει κι αρχίζει ένα ανυπεράσπιστο παιδικό κλάμα.
—Γιατί, γιατί μου πέθανες, καλέ μου! Που μ' άφησες, παραπονιέται μέσ'
στ' αναφιλητά του με το κεφάλι σφιγμένο στο υγρό μουσούδι του σκύλου.
Σιγά σιγά μερεύει κουρνιασμένος σα σε καταφύγιο. Τα δάχτυλά του
χαϊδεύουν τρυφερά τα μακριά αυτιά. «Ωραίο, αξιοπρεπές μου πλάσμα, του
ψιθυρίζει, πέθανες μέσ' στην ερημιά περήφανος, σαν άρχοντας. Δεν
φοβήθηκες εσύ, αι! Εγώ φοβάμαι τη σκλαβιά, φοβάμαι τη λευτεριά,
φοβάμαι το θάνατο ... Ίχνος αξιοπρέπειας δεν μας απομένει εμάς μπροστά
στο φόβο του θανάτου ... Ας ήξερα πώς σε λένε! Πώς σε φώναζε κείνος ο
αφέντης σου; Μπομπ; Εμείς όλους τους άγνωστους σκύλους στην πατρίδα
μου τους φωνάζουμε Μπομπ! Με ποιο δικαίωμα, λοιπόν Μπομπ
περιφρονούσα το πρωί τους συντρόφους μου; Κατάλαβες αι; Εγώ έπαιζα
τον γενναίο. Και τι κατάφερα; Τριάντα δυο χρόνων άντρας να κλαίω μέσα
σ' ένα δάσος. Να κλαίω από σκοτάδι, από μοναξιά, από εγκατάλειψη! Αμ τι
Digitized by 10uk1s

θαρρούσα πες, πως θα μαζεύονταν ο πολωνικός λαός με σημαίες να με
υποδεχτεί; Μπομπ, εσύ για να πεθάνεις εδώ, κάπου γύρω θα κατοικούσες.
Γιατί πέθανες Μπομπ και μ' άφησες; Κάπου θα 'χεις μια καλύβα. Που να
'ναι; Αν σ' έπαιρνα αγκαλιά και σε πήγαινα στ' αφεντικό σου, δε μπορεί, θα
με συμπαθούσε. Είμαι που είμαι αξιολύπητος, γιατί φοβάμαι. Πες μου εσύ,
γιατί να φοβάμαι; Ήμουνα που ήμουνα ετοιμοθάνατος. Και να! Κάνω μια
χειρονομία, σκοτώνω δυο γερμαναράδες και τώρα σακατεύω ότι έκανα με
το φόβο. Για μια στιγμή, όλα μου φαίνονταν εύκολα. Και ξέρεις τι τα
χάλασε; Η απουσία των ανθρώπων και το σκοτάδι. Που είναι οι άνθρωποι;
Όχι πες μου, που είναι οι άνθρωποι; Πώς εγκαταλείψαμε έτσι ο ένας τον
άλλον; Εγώ εγκατάλειψα το πρωί τους συντρόφους μου, ξέροντας τι τους
περιμένει. Αάχ, Μπομπ! Οι άνθρωποι θα 'πρεπε να κρατιούνται χέρι χέρι,
να κλείνουν σε μια μεγάλη αλυσίδα τη γη ολόκληρη και δε θα
φοβόντουσαν ποτέ ... και του πιο γενναίου άντρα η άμυνα σταματάει
μπροστά στη φύση. Είναι ολότελα ανυπεράσπιστος απέναντί της ... δες
έμενα ... ξέρεις ποιος είμαι γω; ένας πολεμιστής της Αλβανίας ... δεν ξέρεις
που είναι η Αλβανία Μπομπ; δεν πειράζει. Πες, είναι η Πολωνία, που δε
βρίσκεις ένα χέρι ν' ακουμπήσεις! Πες, είναι ο πόλεμος Μπομπ, που
καταργεί τη χειραψία. Δοκίμασες τι θαυμάσιο που είναι ένα χέρι που
τραντάζει το δικό σου; Άκου τι σιωπή, τι τρόμος! Που είναι η ζωή;
Έρημος, έρημος η γη των ανθρώπων. Έρημος και ντροπή. Μπομπ έχεις δει
παιδάκια, τόσα δα, να περπατούν με μικρά βήματα, πηδώντας λίγο, και να
πηγαίνουν, όχι στο πάρκο να παίξουν, μα Μπομπ, μην ξυλιάζεις έτσι, μη
μου το κάνεις αυτό, περίμενε λίγο να ξημερώσει, περίμενε...»
Ανασηκώθηκε, σταύρωσε τα πόδια, και τράβηξε το σκύλο πάνω στην
κοιλιά του. Τον έσφιξε καλά μην τον χάσει στο σκοτάδι κι άρχισε να
σκάβει με τα χέρια του. Έσκαβε με λύσσα, ευχαριστημένος που 'χε κάτι να
κάνει, βαθαίνοντας και πλαταίνοντας το λάκκο που άνοιγε. Δεν κατάλαβε
πως ξημέρωνε. Γιατί, όση ώρα κράτησε η δουλειά του, είχε συγκεντρωθεί
Digitized by 10uk1s

μ' όλες του τις δυνάμεις στην κίνηση των χεριών του κι είναι σχεδόν
βέβαιος πως τα βλέπει. Μόνο σαν ακούμπησε πάλι και πασπάτεψε το
τρίχωμα του ζώου, διάκρινε το καφετί μεγάλο κεφάλι πάνω στο μπούτι
του. Χαμογέλασε, τον σήκωσε τρυφερά και τον κατέβασε στο λάκκο.
Καθώς τον σκέπαζε με το χώμα, του φάνηκε πως άκουσε ένα μακρινό
αλύχτισμα σκύλου. «Θες να 'χει σύντροφο και να τον αναζητάει;». Ήξερε
πως έλεγε ψέματα και ξανάπε καθώς σηκώθηκε. «Δε βαριέσαι, ιδέα μου
είναι». Μα το αλύχτισμα ακούεται τώρα καθαρότερο, ύστερα άλλο κι άλλο.
—Έρχουνται! Όλη του η κερδισμένη ηρεμία σκίστηκε στα δυο και τον
άφησε ανυπεράσπιστο.
«Δεν πρέπει να με πιάσουν, στην ανάγκη θ' αυτοχτονήσω, μα δεν
ξαναπέφτω στα χέρια τους». Κύτταξε πίσω του, πλάι, δεξιά, μπροστά του.
Τα δέντρα επαναλαβαίνουνται ίδια, ίδια εφιαλτικά στο μισοφώς, όπως και
στο σκοτάδι, ένας τοίχος προστατευτικός και συγχρόνως ένα εμπόδιο για
την επαφή του με τον κόσμο. Χαμογέλασε. Η λεφτεριά είναι κάποτε το
μεγαλύτερο εμπόδιο για να πλησιάσεις τους ανθρώπους.
Ανέβηκε στο πρώτο δέντρο κι έμεινε κει, ακούγοντας τ' αλυχτίσματα, όλο
και πιο συγκεκριμένα. «Είναι ακόμη μακριά». Ασάλευτος προσπαθεί να
υπολογίσει την απόσταση που τους χωρίζει. «Αν κατέβω τώρα κι αρχίσω
να τρέχω, υπάρχει ο κίνδυνος να προχωρήσω έξω από το δάσος και να
πέσω στα χέρια κανενός Πολωνού που θα με παραδώσει σώο στα δικά
τους ... ενώ, όταν τους νιώσω κοντά, θα χυμήξω για να με κυνηγήσουν οι
σκύλοι και να με κατασπαράξουν». Ένα δυνατό ουρλιαχτό έσκισε τη
σιωπή. «Α, μάλιστα, τώρα πέρασαν το ποτάμι». Το δεύτερο ουρλιαχτό τον
τράβηξε προς τη γη κι άρχισε να τρέχει ξεφωνίζοντας, χωρίς να το
καταλαβαίνει. «Όχι, όχι, όχι». Έτρεχε μ' όλη του τη δύναμη, τυφλός,
κουφός, τρελλός, έτρεχε, έτρεχε, ενώ τα γαυγίσματα των σκύλων
σίμωναν. Δεν ήθελε να τ' ακούσει, δεν τ' άντεχε, «όχι, όχι», φώναζε
Digitized by 10uk1s

τρέχοντας με σβελτάδα ζώου. «Να, ξέφωτο!»... κι έτρεχε, έτρεχε, «όχι,
όχι, δεν, δε ... μη...». Το δάσος γέμισε τώρα από παντού με φωνές,
γαυγίσματα, λαχανιασμένες ανάσες και μόνο ο κάμπος, «αχ, ο κάμπος!»
έκλεισε από ένα τεράστιο σκυλί, που σάλταρε μπροστά του και του 'κοψε
το δρόμο· κι άλλο δεξιά, κι άλλο αριστερά, και πίσω, νάτος ένας πελώριος
σκύλος. Όλα με κεφάλια υπερφυσικά και πλατειές κατακόκκινες γλώσσες
κρεμασμένες, ανάμεσα σε τρομαχτικά δόντια. Πρώτα οι ανάσες τους κι
ύστερα τα κορμιά τους φτιάξαν ένα καφετί γυαλιστερό τείχος, ακίνητο,
αδιαπέραστο. «Γιατί αργούν; Γιατί δεν χυμούν να με ξεσκίσουν;». Μα τα
σκυλιά μένουν ασάλευτα λαχανιάζοντας. Κατάλαβε. Είναι επίτηδες
γυμνασμένα να παραδίνουν ανέγγιχτο το θήραμά τους σε κείνους. «Εκτός
βέβαια, αν τα προκαλέσεις!» ελπίζει. Ο Ερέρα τινάχτηκε με ορμή να
διασπάσει τον κλοιό τους. Μα ένα χοντρό, χνουδάτο πόδι ανέβηκε στον
ώμο του και τον ακινήτησε μ' όλο του το βάρος. Κυττάχτηκαν στα μάτια,
πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Αλβέρτο άπλωσε την παλάμη του και χάιδεψε το
πόδι του μολοσού. Πίσω του άκουε κιόλας καθαρά τις κουβέντες των
γερμανών που πλησίαζαν λαχανιασμένοι.

Δυο μέρες μετά, οι χιλιάδες όμηροι, ξεκίνησαν όπως κάθε πρωί για τη
δουλειά τους. Από μακριά, πολύ πριν φτάσουν στην έξοδο του
στρατοπέδου, ακούνε τη μουσική της μπάντας, που παίζει τα χαρούμενα
εμβατήρια. Το ίδιο γίνεται και το βράδυ που γυρίζουν. Μα τούτη τη φορά,
στην

έξοδο,

τους

περίμενε

μια

μεγάλη

έκπληξη.

Δίπλα

στους

παραταγμένους μουσικούς, βρισκόταν μια πολυθρόνα, σαν αυτές που
χρησιμοποιούν στα κουρεία. Εκεί απάνω, στερεωμένος με σκοινιά,
καθόταν ένας σωρός κρέατα που δε διατηρούσε κανένα ανθρώπινο σχήμα.
Τα πόδια και τα χέρια τελείως αποκολλημένα, συνδέονταν μόνο με
κομμάτια δέρμα στο σύνολο του αιμάτινου πολτού. Και στην κορφή,
Digitized by 10uk1s

τοποθετημένο το κεφάλι, με τα χείλια καμένα, χωρίς αυτιά, τα μάτια
χυμένα έξω και το τριχωτό της κεφαλής ξεκολλημένο λουρίδες, λουρίδες.
Δυο παλάμες πριονισμένες σύρριζα εκεί που αρχίζουν τα δάχτυλα,
κρέμονταν στους βραχίονες της πολυθρόνας, και στην πλάτη της μια
ταμπέλα που 'γραφε:

Έτσι θα καταντήσει
όποιος
τολμήσει να δραπετέψει
Δεξιά κι αριστερά κρέμουνται απαγχονισμένοι, οι τρεις σύντροφοι του
Ερέρα, το ίδιο παραμορφωμένοι.
Οι όμηροι βλέπουν αναγκαστικά τους εκτελεσμένους, γιατί οι κάπο,
σύμφωνα με τη διαταγή, οδηγούν τις ομάδες κατ' ευθείαν απάνω τους. Μα
η ανατριχίλα του θεάματος, γίνεται ένα φτερούγισμα που σπαρταράει
χαρούμενα στα στήθια ολονών, καθώς τα μάτια τους καρφώνουνται στην
ταμπέλα, που δεν αναφέρει τίποτα για την δολοφονία των δυο Ες Ες.
Έχουν λοιπόν νικήσει. Οι γερμανοί νιώθουν ταπεινωμένοι από τη λεβεντιά
του Ερέρα κι ας τον κατακρεούργησαν. Οι όμηροι μπορούν πάλι ν'
αντέξουν

για

κάμποσο

με

το

ηθικό

ανανεωμένο.

Οι

γερμανοί

παραδέχουνται πως οι Εβραίοι κάνουν αντίσταση. Ο ήρωάς της είναι δω,
μπροστά τους.

Digitized by 10uk1s

Η Τσέχα μπλόκοβα Ελεονώρα, Εβραία κι αυτή, πλησίασε την Μπουένα τη
Θεσσαλονικιά. Χρειάζονταν, λέει, δυο βοηθούς νοσοκόμους στο γυναικείο
νοσοκομείο, θα 'θελε η Μπουένα να πάει; Κυττάχτηκαν στα μάτια.
—Πότε;
—Τώρα αμέσως, λέει η Τσέχα αδιάφορα.
Η Μπουένα είχε νιώσει από την πρώτη στιγμή πως η Τσέχα τη
συμπαθούσε, γι' αυτό τώρα είναι σίγουρη πως κάτι την απειλεί. Πήρε τη
γαβάθα της και την ακολούθησε με μια Βελγίδα. Καθώς πλησίαζαν στο
νοσοκομείο, η Ελεονώρα τις έπιασε από το χέρι.
—Σταθείτε.
Μπροστά στην πόρτα του γυναικείου νοσοκομείου γινόταν χαλασμός. Δυο
φρουροί σήκωναν από κάτω γυναίκες που χτυπιόντουσαν κλαίγοντας και
παρακαλώντας και τις πετούσαν ολόγυμνες σ' ένα φορτηγό που περίμενε.
Ο λαιμός της Μπουένα στέγνωσε κι έκανε μια κίνηση να φύγει. Η
μπλόκοβα της μάγκωσε το χέρι μέσ' στο δικό της.
—Ήσυχα! Άδειασαν τα κρεβάτια του νοσοκομείου γιατί τα χρειάζουνται.
Τώρα θα κάνουν το γύρο των γυναικείων λάγγερ. Και χαμηλώνοντας την
φωνή της, συμπλήρωσε. Μαζεύουν, λέει, νέες γυναίκες για μια καινούργια
σειρά πειράματα.
—Πειράματα; ρωτούν κι οι δυο.
—Ναι ... στείρωσης ... για να μη γεννηθούν άλλοι Εβραίοι...
—Όχι, φώναξε η Μπουένα αγριεμένη. Και μένα τι με θες;
Η Ελεονώρα, κρατώντας την πάντα σφιχτά, της έδειξε με το κεφάλι την
Digitized by 10uk1s

πόρτα του νοσοκομείου απ' όπου έβγαιναν τρεις γερμανοί γιατροί,
τραβώντας κατ' ευθείαν απάνω τους.
—Περπατάτε ήρεμα και σταθερά, λέει πάλι η μπλόκοβα και το μούτρο της
στέγνωσε σα να του κόλλησε μια μάσκα.
Τις προσπέρασαν χωρίς να τις κυττάξουν. Παγωμένες οι δυο νέες
συνέχισαν το δρόμο τους αμίλητες. Το αυτοκίνητο ξεκινούσε. Οι
μελλοθάνατες στέκονταν τώρα στριμωγμένες, ήσυχες, στην καρότσα.
Άντρες

και

γυναίκες

σπαρταρούν

σε

κάθε

επιλογή,

χτυπιούνται,

διαμαρτυρούνται, όσο ακόμα τους αφήνουν να σούρνουνται κατά γης.
Έτσι και τους ανεβάσουν στ' αμάξι, λες και, εγκαταλείποντας κάθε ελπίδα,
απολαβαίνουν τούτη την τελευταία διαδρομή, για να ξαναρπαχτούν από
τον πανικό τους, μόλις βρεθούν στον προθάλαμο. Η Μπουένα και η
Βελγίδα πέρασαν γρήγορα μπρος από το φορτηγό με τα μάτια
κατεβασμένα, κρύβοντας τη μυστική χαρά τους.
—Ανεβείτε και ξαπλώστε σε μια ψηλή κουκέτα, διάταξε η Ελεονώρα και
φώναξε την αρχηγό του λάγγερ. Μίλησαν λίγο κι έφυγε χωρίς να ρίξει στις
κοπέλλες ένα βλέμμα.
Η Μπουένα προχώρησε στο βάθος κι ανέβηκε σε μια κουκέτα που τη
νόμισε άδεια. Μα βρήκε μια σκελετωμένη γυναίκα, να την κυττάζει με
μάτια τρομαχτικά. Όλο της το πρόσωπο είναι μάτια, βαθιά βαθιά χωμένα κι
ολόγυρα σκαμμένα με μεγάλους καφετιούς λάκκους. Το υπόλοιπο
πρόσωπο είναι ζαρωμένο και πράσινο. Τα χείλια της είναι άσπρα και
κομματιασμένα. Δεν είναι καθόλου βέβαιη, αν τούτη η νεκροκεφαλή
αναπνέει ή τουλάχιστον δίνει την εντύπωση πως το ξεχνά κι αναπνέει κάθε
τόσο.
—Φύγανε; ρωτά την Μπουένα που ξάπλωσε δίπλα της.
Digitized by 10uk1s

—Ναι ... Η άρρωστη έκλεισε τα βλέφαρά της.
Ο θάλαμος είναι ήσυχος, νεκρικός, όπως γίνουνται πάντα οι θάλαμοι μετά
από κάθε επιλογή. Όσοι σώζουνται, φοβούνται και ν' ανασάνουν, αν και
θα 'θελαν να σηκωθούν να χορέψουν. Κι αποκοιμούνται ανακουφισμένοι
πως κέρδισαν πάλι τον καιρό ως την άλλη επιλογή. Αν και όλα εξαρτώνται
από τα τραίνα. Όσο πιο πολύ κόσμο φέρνουν, τόσο οι επιλογές γίνουνται
συχνότερα. Και τυχαίνει να γίνουν σε μια μέρα και δυο και τρεις επιλογές,
ειδικά στα λάγγερ - νοσοκομεία. Καλύτερα να βολευτούν οι καινούριοι,
που είναι γερότεροι οπωσδήποτε.
—Θα πας εσύ για τη σούπα, την παρακάλεσε η γειτόνισσά της με βραχνή
φωνή.
Μια νύχτα χωρίς άμεση απειλή έκανε τη σκληρή Μπουένα καλή και
στοργική. Κατέβηκε πρόθυμα και πήρε και τις δυο γαβάθες να τις γεμίσει.
Ακούμπησε δίπλα στην άρρωστη την δική της, μ' αυτή δεν την άγγιξε.
Περίμενε ώσπου η Μπουένα τέλειωσε τη σούπα της κι ύστερα της λέει.
—Εγώ θα σου δώσω και τη δική μου, θέλεις; και την κυττά κατάματα
γεμάτη αγωνία, να δει αν θα ενθουσιαστεί με την προσφορά της. Μα ...
συνέχισε όλο και δυσκολότερα, μην αφήσεις να με πετάξουν στην κάτω
κουκέτα. Καμιά φορά χάνω τις αισθήσεις μου από την εξάντληση. Αν είναι
μέρα δε με νοιάζει. Μα την νύχτα μπορεί οι άλλες να με πετάξουν για να
κοιμηθούν πιο άνετα.
Η Μπουένα δεν ενδιαφέρεται και πάρα πολύ, αλλά η ελπίδα να φάει και
την άλλη σούπα, την αναγκάζει να δείχνει κάποιο ενδιαφέρον.
—Κάθε βράδυ δίνω και σ' άλλην το συσσίτιό μου... έτσι κι αλλιώς θα
πεθάνω ... αλλά να 'μαι τελείως νεκρή σα θα με ρίξουν από κάτω.

Digitized by 10uk1s

—Καλά, τη ρωτάει η Μπουένα, πώς την γλύτωσες; Τώρα δα δεν πέρασε η
επιλογή;
—Γιατί δεν με πάνε στο κρεματόριο; Γιατί έχουν κάνει πειράματα επάνω
μου και παρακολουθούν ως την τελευταία στιγμή τις αντιδράσεις του
οργανισμού...

τώρα

πια,

βέβαια,

μ'

εγκαταλείψανε...

τι

να

παρακολουθήσουν; Αλλά όσες έχουμε αυτή την κόκκινη καρτέλα στην
κουκέτα μας δεν μας παίρνουν στη γενική επιλογή... η ανάσα της έσβησε
σχεδόν, μα κατάφερε να πει ακόμη. Μη μ' αφήσεις ζωντανή στα
ποντίκια!...
—Στα ποντίκια; ρωτά απορημένη η Μπουένα. Μα η γυναίκα έχει κλείσει τα
μάτια της εξαντλημένη. Ωραία! Εδώ ούτε να ζήσεις, ούτε να πεθάνεις
μπορείς ... έλα πιες τώρα λίγη σούπα, της λέει, θα σου κάνει καλό. Δε
φαίνεται να την ακούει. Έχει βυθιστεί στο λήθαργό της.
Ένα κουρεμένο κεφάλι σκαρφάλωσε δίπλα της και δυο λιμασμένα μάτια
καρφώθηκαν στη γεμάτη γαβάθα.
—Πέθανε αυτή; ρωτά τη Μπουένα.
—Όχι, όχι, τη βεβαιώνει, τώρα δα μιλούσαμε.
Αποκοιμήθηκε.
—Δε βλέπεις τα χάλια της. Ρίχτην κάτω να κοιμηθούμε μαζί, να
μοιραστούμε και τη σούπα της.
—Τσακίσου γιατί θα σε γκρεμίσω, αγρίεψε η Μπουένα. Η σούπα είναι δική
μου.
Η άγνωστη εξαφανίστηκε. Η άρρωστη έχει τα μάτια ανοιχτά και χαμογελά
αδιόρατα. Η Μπουένα που ήταν έτοιμη να ριχτεί στη σούπα, πλαγιάζει,
Digitized by 10uk1s

αδιάφορη τάχα.
—Γιατί δεν την τρως; ρωτά η άρρωστη.
—Α μπα! Για σένα τη φύλαξα.
—Είναι η πρώτη νύχτα, ψιθυρίζει με τις ελάχιστες δυνάμεις που της
μένουν, που θα κοιμηθώ ήσυχη. Τώρα είμαι βέβαιη πως δε θα μ' αφήσεις
στα ποντίκια.
Ο θάλαμος είναι πια τελείως ήσυχος, μα η Μπουένα δεν κοιμάται.
Τρομοκρατημένη κρατά τα μάτια της ανοιχτά. Περιμένει κάτι, μα δεν ξέρει
από που θα της έρθει. Το λάγγερ έχει τα ίδια τριώροφα κρεβάτια σε
πυκνές σειρές ολόγυρα. Ο δεύτερος και τρίτος όροφος των κρεβατιών
είναι σχεδόν γεμάτος παρ' όλη την εκκαθάριση. Στον πρώτο, είκοσι
πόντους από το πάτωμα, δεν υπάρχει ψυχή. Ξαφνικά ένας μαύρος όγκος,
όσο ένα μικρό σκυλί, άρχισε να τρέχει από τη μια στην άλλη άκρη του
λάγγερ.
—Ποντικός; είναι δυνατόν; Κι αμέσως βλέπει έναν άλλο που κάνει το γύρο
του θαλάμου, κολλητά στις κουκέτες. Ο πρώτος ή κάποιος άλλος
ξετρύπωσε από μια κουβέρτα και πηδάει κατά γης. Τα δόντια της
Μπουένας χτυπούν δυνατά. Το βογγητό της άρρωστης δυναμώνει
παράξενα και την αγριεύει. Τη σκούντησε.
—Τα είδα, της ψιθυρίζει. Μα κείνη δε νιώθει τίποτα.
Από την άλλη άκρη του θαλάμου αντήχησε μια οργισμένη φωνή.
—Την βλέπεις! πάλι τα 'κανε απάνω της.
—Πουφ! θα σκάσουμε από τη βρόμα, φώναξε αγαναχτισμένη μια άλλη.

Digitized by 10uk1s

—Δος της μια να πάει κάτω μωρέ, μην πασαλειφτούμε και μεις.
Η Μπουένα βλέπει τώρα δυο γυναίκες ν' ανασηκώνουνται από το δεύτερο
δροφο, λίγο πάρα πέρα. Η μια τραβάει τη μεσιανή σανίδα του κρεβατιού.
Ύστερα κι οι δυο μαζί σπρώχνουν στο άνοιγμα την τρίτη τους σύντροφο,
τυλιγμένη στην κουβέρτα της. Πέφτοντας, η κουβέρτα άνοιξε και
ξεσκέπασε το κορμί της πασαλειμένο από την κοιλιά και κάτω. Οι δυο
άλλες τοποθέτησαν την σανίδα στη θέση της και ξαναπλάγιασαν.
Ένας ποντικός, όμοιος μ' αγριόγατο, πήδησε αμέσως στο εκτεθειμένο
κορμί της άρρωστης. Ανεβοκατέβηκε πρώτα στα στήθια της, στα μαλλιά
της, ψαχούλεψε το πρόσωπό της ... Ένας άλλος σκαρφάλωσε βιαστικός
και χώθηκε στις ακαθαρσίες ... Ο πρώτος έτρεξε σε συνάντησή του. Όταν
φάνηκε και τρίτος, η Μπουένα έκλεισε τα μάτια κι όλο της το κορμί έμενε
σφιγμένο σε μια ανυπόφορη γράμπα. «Πρέπει να συνηθίσω», ψιθύριζε σα
να προσευχόταν, «πρέπει να ζήσω... Δεν ξέρω τίποτα, δε βλέπω κανέναν
ποντικό...». Σκούντησε με τον αγκώνα της τη διπλανή.
—Πώς σε λένε;
Η άρρωστη δεν απάντησε. Την κύτταξε ανήσυχη. Της φάνηκε πως η αραιή
αναπνοή της αργούσε τώρα πάρα πολύ να βγει. Ανακάθησε κι έσκυψε
κοντά της.
—Θεέ μου! δεν αναπνέει! ... μα μπορεί να λιποθύμησε ... Πλάγιασε όσο
γινόταν πιο κοντά της, κι έκλεισε τα μάτια. Τα ποντίκια κάνουν
δαιμονισμένο θόρυβο. «Πρέπει να συνηθίσω, πρέπει», επαναλαβαίνει και
σφίγγεται όλο και περισσότερο στο ασάλευτο κορμί της συντρόφου της.
Μια παράξενη κρυάδα άρχισε να διαπερνά το σώμα της.
—Όχι, δεν πέθανε! λέει σχεδόν δυνατά κι αποκοιμήθηκε με το κεφάλι
ακουμπισμένο στον σκελετωμένο ώμο της άρρωστης.
Digitized by 10uk1s

Το πρωί δυο όμηροι φέρανε το καζάνι με το ρόφημα. Σαν τέλειωσε η
διανομή, πήραν το καζάνι και γύρισαν μ' ένα χειράμαξο.
—Γιατί τόση αναδουλειά, ρωτούν, τσουλώντας το καρότσι τους ολόγυρα
στο θάλαμο. Μόνο τρεις πεθαμένες; Μπράβο!
—Χθες βράδυ πέρασαν οι σκύλοι, τους πληροφορεί μια νέα. Πήραν 172.
Η Μπουένα, που τα βλέπει και τ' ακούει όλα, θέλει να τους φωνάξει να
μαζέψουν και τη συντροφιά της, μα τους αφήνει να προσπεράσουν χωρίς
ν' αρθρώσει λέξη. Με τα μάτια διασταλμένα παρακολουθεί το καρότσι που
περνά από μπροστά της φορτωμένο, τα τρία σαρακοφαγωμένα πτώματα
με τ' αφανισμένα πρόσωπα, τις άδειες τρύπες των ματιών και τα κόκκαλα
των ποδιών πάνω ψηλά. Ύστερα βλέπει δίπλα της τη σύντροφό της,
γαλαζόμαυρη

και

ήρεμα

πεθαμένη,

με

το

ζαρωμένο

δέρμα

σαν

τσαλακωμένο χαρτί.
—Αι, φωνάζει επί τέλους, έχει και δω μια πεθαμένη.
Οι όμηροι γυρίζουν πίσω.
—Δε σου 'κανε καρδιά να την αποχωριστείς;
Μα η Μπουένα δεν απαντά, γιατί τραβάει κιόλας τη νεκρή προς τα έξω να
τους την δώσει. Πίσω από το κεφάλι της άδειασε ο χώρος κι είδε την
κόκκινη καρτέλα στερεωμένη με μια πινέζα. «Ντόρα Κ., ετών 21, άγαμος».
Αυτή η γριά; Σκύβει ακόμα μια φορά. Το καρότσι έχει απομακρυνθεί, με τα
πόδια της Ντόρας να σούρνουνται μαυρισμένα στο πάτωμα.

Digitized by 10uk1s

Η Χανά έμεινε μόνο μια νύχτα στο μπορντέλο, την πρώτη, και δεν την
επισκέφτηκε κανείς. Το άλλο πρωί η μπλόκοβα, σύμφωνα με τη διαταγή
που είδε γραμμένη στην κάρτα της μικρής, την οδήγησε στο Μπλοκ 10,
απέναντι ακριβώς στο μπορντέλο. Ζήτησε τη γιατρό Αλίντα Μπριούντα και
της παράδωσε τη μικρή μαζί και την κάρτα της. Η Αλίντα εξήγησε στη
Χανά, πως δε θα ξαναγύριζε πίσω, θα 'μενε δω, στο Μπλοκ 10.
—Και τι 'ναι δω; ρώτησε υποψιασμένη πια για όλα και μη ξέροντας αν
έπρεπε να χαρεί.
—Ένα λάγγερ γυναικών, λέει η γιατρός αόριστα κι απομακρύνεται.
Ο τεράστιος θάλαμος είναι σχεδόν άδειος. Καμιά σαρανταριά κοπέλλες
πηγαινοέρχουνται σκόρπιες, ακεφες, οκνηρές.
—Τι είναι 'δώ; ρωτάει ξανά κάποια.
—Δεν ξέρουμε απαντά. Περιμένουμε.
—Τι; δουλειά;
—Δεν ξέρουμε. Στην αρχή είμαστε δέκα, τώρα είμαστε με σένα 51. Κάθε
βδομάδα μας περνούν από γιατρό, μας εξετάζουν και μας ξαναφέρνουν
πίσω. Μας πάνε περίπατους ...
—Χωρίς να δουλεύετε; ρωτάει πολύ ανήσυχη τώρα η Χανά.
—Να, στους περίπατους μαζεύουμε κάτι χορταρικά, σα βότανα ... τρώμε
καλά και κοιμόμαστε.
Δυο μέρες μετά έφτασαν καινούριες. Καμιά τριανταριά, αρκετές ρωμιές κι
ανάμεσά τους δυο κοπελλίτσες στην ηλικία της Χανά, η Ραχήλ και η
Ντόρα.
Digitized by 10uk1s

—Τι θα μας κάνουν;
Κανείς δεν ξέρει ν' απαντήσει ούτε σ' αυτές. Όμως η Χανά ανησυχεί. Έχει
πια καταλάβει το νόμο του στρατοπέδου. Θυμάται τα πρώτα λόγια της
παλιάς εκείνης. «Αυτούς τους κάψανε. Τους θεωρούν άχρηστους, τρώνε
το ψωμί όσων δουλεύουν». Εδώ, μέσα σε τούτη την κόλαση, κανείς δε
μπορεί να τρώει και να κοιμάται τζάμπα. Όμως δε λέει τίποτα στις
καινούριες της φίλες. Είναι τελείως φρέσκες, διατηρούν την ευαισθησία
του έξω κόσμου κι αισθάνεται σχεδόν ευτυχισμένη που μπορεί να τις
προστατέψει, από τη σκληρότητα που πήγε να την πετρώσει. Κοντά τους
αισθάνεται άνετα, δε ντρέπεται, όπως μπροστά στην σκληρότητα της
Τζούντυ, γίνεται σχεδόν παιδί. Οι τρεις τους κρατιούνται μ' εμπιστοσύνη
από τα χέρια, ανταλλάσσουν τις διευθύνσεις των σπιτιών τους και
προσπαθούν να πνίξουν τον φόβο που τις κυριεύει, με τις άπραχτες μέρες
τους. Το πιο συγκλονιστικό και για τις τρεις, είναι η μοναδική βραδιά που
πέρασε η Χανά στο μπορντέλο. Τους το δείχνει με το δάχτυλο, χωρισμένο
από το δικό τους Μπλοκ με τον μεγάλο περίβολο και τα πυκνά καλώδια.
—Και δε σ' ανάγκασαν να κοιμηθείς με κανέναν;
—Με κανέναν, λέει η Χανά. Ίσως, οι γερμανοί, να 'νειρεύουνται, ν'
αναστήσουν κάτι σαν τα ελευσίνια μυστήρια και να φυλάνε τις παρθένες!
Ποιος ξέρει;
Σε μια βδομάδα ο θάλαμος φαίνεται πιο γεμάτος. Διακόσιες γυναίκες, που
κατά τύχη, πολλές, πάρα πολλές απ' αυτές, είναι νιόνυφες. Η Βίκυ, μια
απλοϊκή και άχαρη κοπέλλα ως είκοσι τριών χρονών, κοιμάται στο ίδιο
κρεβάτι, στην από κάτω κουκέτα με τις τρεις φίλες. Είναι απαρηγόρητη,
γιατί την πάντρεψαν μέσα στο τραίνο που τους έφερνε από την Ελλάδα.
—Δεν τον χάρηκα, λέει, παρά την τελευταία νύχτα που βολευτήκαμε σε
Digitized by 10uk1s

μια γωνιά του βαγονιού, γιατί πέθαναν δυο τρεις απανωτά. Κι άμα
σκοτείνιασε, καταφέραμε κι αγκαλιαστήκαμε ... μα την επομένη φτάσαμε
και δεν ξανασμίξαμε!
Ένα πρωί, έτρεξε και τράβηξε τα παιδιά στο βάθος του λάγγερ, στην
αντίθετη ακριβώς μεριά από το μπορντέλο, φωνάζοντας: «Δείτε, τον
φέρανε, τον φέρανε κοντά μου ...» Και γελούσε τρελλή από χαρά.
Σκαρφάλωσαν όλες στη πιο ψηλή κουκέτα κι είδαν από το παράθυρο το
απέναντι λάγγερ, αντρικό αυτό. Οι άντρες, ξαπλωμένοι, είχαν κολλημένα
τα μούτρα τους στα τζάμια. Τα πρόσωπά τους ήταν αρρωστημένα,
κίτρινα, τα μάτια τους βαθουλωμένα. Η Βίκυ, χαιρετούσε μια εξαθλιωμένη
ζαρωμένη μορφή που μόρφαζε χαμογελώντας.
—Είναι άρρωστος; τη ρωτούν.
Κείνη τη στιγμή άρχισε να τους κάνει νοήματα, πως τον τρύπησαν,
φαίνεται με ενέσεις κι ύστερα έκανε μια απότομη οριζόντια κίνηση του
χεριού, θέλοντας να εξηγήσει πως κάτι κόπηκε ή σταμάτησε.
—Θα τον σκοτώσουν, φώναξε η Βίκυ κι άρχισε να κλαίει, θα μου τον
σκοτώσουν.
Η παντομίμα κρατούσε πολλές ώρες ανάμεσα και σ' άλλα ζευγάρια που
ξαναβρέθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Ώσπου τέλος μάθανε. Οι άντρες λέει που
είναι απέναντι, στο πίσω λάγγερ, πέρασαν από εγχείριση και τους κόψανε
τα γεννητικά τους όργανα, ακριβώς γιατί 'ναι νιόγαμπροι οι περισσότεροι...
Ένα πρωί, η γιατρός Αλίντα, φώναξε ονομαστικά καμιά εκατοστή κοπέλλες
μέσ' από το θάλαμο, ανάμεσά τους και τις τρεις μικρές. Τις φόρτωσαν σ'
ένα καμιόνι.
—Θες να τις πάνε στο κρεματόριο;
Digitized by 10uk1s

—Δεν πήραν όμως καμιά παντρεμένη, το πρόσεξες;
Τρέξανε όλες στους φεγγίτες, τα πόστα τους, να ειδοποιήσουν τους
άντρες τους, πως είχαν γλυτώσει.
Το καμιόνι σταμάτησε στα κεντρικά ιατρεία. Τις οδήγησαν σ' ένα θάλαμο
παραταγμένες σε τριάδες. Παρακολουθούν με μάτια τρομαγμένα την
πόρτα που κλείνει πίσω από τις πρώτες, που περνούν στο ιατρείο. Απο
μέσα δεν ακούεται τίποτα. Όμως μετά από ένα τέταρτο, είκοσι λεπτά, που
βγαίνει ξανά η κάθε τριάδα, κάτι έχει αλλάξει στα βουβά πρόσωπα. Τα
μάτια τους είναι εξογκωμένα, κατακόκκινα πάντα και τα χείλια άσπρα και
μανταλωμένα. Μόνο οι τελευταίες της σειράς έχουν τον τρόπο να δουν το
άστατο και δύσκολο βάδισμα, εκείνων που βγαίνουν, σα να τους έχουν
δέσει ένα βάρος στα πόδια. Μα ο Πολωνός νοσοκόμος, που τις φρουρεί,
είναι ένας κέρβερος και δεν επιτρέπει ν' ανταλλάξουν λέξη μεταξύ τους.
Σαν μπαίνει η Χανά, βλέπει πρώτα την Αλίντα όρθια, δίπλα σ' ένα
παράξενο κρεβάτι με δυο γυαλιστερούς βραχίονες στα πλάγια του, και
παραπέρα δεύτερο, και τρίτο, όλα όμοια.
Η Αλίντα της χαμογελά αδιόρατα και της κάνει νόημα να γδυθεί. Ύστερα
την ξαπλώνει μαλακά στο ψηλό κρεβάτι, που 'ναι σκεπασμένο με δέρμα.
Στην άκρη του, η Χανά διακρίνει λίγο αίμα. Μα η Αλίντα δεν την αφήνει να
σκεφτεί, γιατί της παίρνει τα πόδια, το ένα ύστερα από το άλλο και τα
δένει μ' ένα δερμάτινο λουρί στον κάθε νικέλινο βραχίονα. Παγιδευμένη σε
μια αφύσικα ξετσίπωτη στάση, με τη γύμνια της εκτεθειμένη σε
εκτυφλωτικούς λαμπτήρες, νιώθει πως θα πεθάνει από ντροπή. Αλλά
βλέπει από πάνω της έναν άνθρωπο, με το μούτρο του κρυμμένο κάτω
από μια άσπρη ποδίτσα, σαν αποκριάτικη μάσκα, που έχει δυο τρύπες για
τα μάτια. Κι αυτά τα μάτια ακριβώς, βαθιά και σκοτεινά, τη γεμίζουν
πανικό. «Τι θα μου κάνουν;» Μια νοσοκόμα, όμηρος κι αυτή, τον
Digitized by 10uk1s

ακολουθεί κρατώντας ένα γυάλινο δίσκο. Ο μασκαρεμένος γιατρός παίρνει
από τον δίσκο ένα εργαλείο, κείνο το ίδιο, που είχε κι ο άλλος γιατρός
χρησιμοποιήσει, την πρώτη φορά, εξετάζοντας τη Τζούντυ και που πέταξε
απάνω στο γραφείο, μόλις κύτταξε μέσ' στα ανοιχτά πόδια της Χανά.
Βέβαιη πως και τούτος θα κάνει, τώρα, το ίδιο, ανασαίνει ξεφοβισμένη.
Όμως ο γιατρός ακουμπάει το μητροσκόπιο ανάμεσα στα σκέλια της. Είναι
κρύο κι ανατριχιάζει. Νιώθει το χέρι της Αλίντα να σφίγγεται στον ώμο της,
τη στιγμή που, μια ξερή πίεση κι ύστερα ένας οξύς πόνος, τη μαχαιρώνει
κρύος, εισχωρώντας μέσα της· αναρριχάται στην κοιλιά, στο στομάχι,
σφίγγεται στο λαιμό να την πνίξει και λεφτερώνεται με μια κραυγή από το
παραμορφωμένο της στόμα.
Με τον πόνο σφηνωμένο στα μάτια της, βλέπει την Αλίντα απορώντας.
«Μα τι της κάνουν;» Και η Ρωσίδα της δίνει το μοναδικό που μπορεί· το
ανεπαίσθητο χαμόγελό της, σκουπίζοντας τον παγωμένο ιδρώτα στο
παιδικό της μέτωπο.
Οι ακριβείς στατιστικές και η άψογη καρτελοποίηση, των αιχμάλωτων του
γερμανικού

στρατοπέδου,

επιτρέπουν

στην

όμηρο

γιατρό

Αλίντα

Μπριούντα να ξέρει, τι σημαίνει τούτη η κραυγή: Το διακοσιοστό
τεσσαρακοστό όγδοο επιστημονικό ξεπαρθένεμα, στο τμήμα Πειραμάτων
Στείρωσης, όπου εργάζεται τώρα και τέσσερις μήνες.

Digitized by 10uk1s

Αύγουστος. Βαλαντωμένοι από τη ζέστη του απομεσήμερου οι εργάτες
που δουλεύουν έξω από το κρεματόριο, δεν είδαν αμέσως τη μαύρη
κούρσα, παρά μόνο σαν άκουσαν το θόρυβο της πόρτας, που άνοιξε κι
έκλεισε με πάταγο ο σωφέρ. Ο φόβος κι ο τρόμος γερμανών και ξένων, ο
Κράμερ, διοικητής του στρατοπέδου του Άουσβιτς, κατέβηκε αργά,
καρφώνοντας απάνω στους ομήρους τα πιο κακά κι απάνθρωπα μάτια που
είδαν ποτέ. Ο Ερρίκο τον αναγνωρίζει από μια προηγούμενη έφοδο.
Θυμάται τη βαθειά ουλή που σημαδεύει διαγώνια το πρόσωπό του, «όπως
έχουν στον κινηματογράφο όλοι οι εγκληματίες», διηγιέται το βράδυ στον
Δαυίδ.
Άρχισε να περπατά ανάμεσά τους, με την παγερή κι ανέκφραστη μορφή
του και τα μάτια του περπατούν, όπως κι ο ίδιος, αργά, τυραννικά από τον
έναν αιχμάλωτο στον άλλο. Οι κάπο στέκουν προσοχή. Τα χέρια των
εργατών παραλυμένα, αφήνουν να τους πέφτουν οι αξίνες, τα φτυάρια και
τα καρότσια ακινητούν. Ένας υπαξιωματικός, τρέμοντας κι αυτός,
στυλώνεται σε άψογη προσοχή μπροστά του. Ο Κράμερ τον διατάζει να
σταματήσει την εργασία, να παρατάξει τους εργάτες και να τους οδηγήσει
αμέσως στον εσωτερικό περίβολο του κρεματόριου. Οι όμηροι παγώνουν.
Μόλις φτάνουν εκεί, καινούρια διαταγή να γδυθούν. Οι περισσότεροι
αρχίζουν να κλαίνε. «Είχα τόσο τρομάξει, που δεν μπορούσα ούτε να
φοβηθώ», διηγιέται ο Ερρίκο. «Δέκα βήματα μας χώριζαν από τον θάλαμο
αερίων. Θαρρώ πως κλαίει κανείς και χτυπιέται μόνον όταν ελπίζει». Το
αμετάκλητο τον κυριαρχεί τόσο, που κι ο Μωρίς που δουλεύει μαζί του,
θαυμάζει την ψυχραιμία του. Ο κάθε αιχμάλωτος έχει ακουμπήσει, ρούχα
και παπούτσια, δίπλα του κατά γης. Ένας κάπο πλησιάζει τότε και αρχίζει
να ψάχνει προσεχτικά το κάθε ρούχο. «Μόλις κατάλαβα πως πρόκειται για
σωματική έρευνα και μόνο, τα πόδια μου λύθηκαν από ευτυχία κι
ακούμπησα στον τοίχο για να μη σωριαστώ κάτω. Σα να 'χα κρύψει στην
κοιλιά μου ένα ασκί αέρα, που 'σκασε κι έβγαινε γαργαριστός από το
Digitized by 10uk1s

λαρύγγι μου». Ο Κράμερ που τους παρακολουθεί κι είναι βέβαιος για τις
τεράστιες ψυχολογικές του ικανότητες, δείχνει με τα δάχτυλο τον Ερρίκο,
με το πανιασμένο πρόσωπο, και δίνει εντολή να τον ερευνήσουν αμέσως.
«Λίγο ακόμη και θα του 'βγαζα τη γλώσσα, σαν πέταξε ο κάπο τα ρούχα
μου χάμω χωρίς να βρει τίποτα».
Οι γερμανοί ξέρουν πως οι εσωτερικοί εργάτες των κρεματόριων
«περνούν» στους εξωτερικούς χρυσά δόντια και πως η μαύρη αγορά
οργιάζει, μα δεν τους πιάνουν σχεδόν ποτέ. Στην αρχή μάλιστα ο Δαυίδ
δεν ήθελε ούτε να τ' ακούσει. Αλλά ο Μωρίς τον έπεισε πως δεν πρόκειται
πια για τον εαυτό του, μα για ένα σωρό συντρόφους που θα συντηρηθούν
κάπως καλύτερα. Έτσι άρχισε κι αυτός να λεηλατεί τα πτώματα. Έβγαινε
μια στιγμή στον περίβολο που δούλευε ο Ερρίκο και του πέταγε «το
πράμα», τυλιγμένο σ' ένα χαρτάκι. Αυτός το βούταγε με την ίδια
γρηγοράδα κι άρχιζε τις συνεννοήσεις με τους εξωτερικούς Πολωνούς
εργάτες. Η συμφωνία «κυρίων» κλείνει προφορικά κι ύστερα τους πετά με
τη σειρά του το εμπόρευμα. Αυτοί ευθύνονται να το βγάλουν το βράδυ,
έξω, μετά τη δουλειά, φεύγοντας με τα ποδήλατά τους και να φέρουν την
επομένη τα συμφωνημένα. Για ένα χρυσό δόντι, τρία τσιγάρα. Μ' ένα
δαχτυλίδι παίρνουν τσιγάρα και τρόφιμα. Όμως κανείς δεν κρατάει απάνω
του κάτι περισσότερο από δέκα λεπτά το πολύ. Ένα δόντι, που βρίσκουν
απάνω σου, είναι μια σφαίρα επί τόπου. Και είναι για όλους μυστήριο, πως
καταφέρνουν οι Πολωνοί εργάτες και τα βγάζουν έξω κάθε βράδυ, παρά
την αυστηρότατη έρευνα που γίνεται και σ' αυτούς.
Πάντως ο Κράμερ, δε βρήκε την ευκαιρία να εκτελέσει κανέναν κείνο τ'
απόγεμα, γιατί δεν έπιασε τίποτα κατά την έρευνα.
Όταν τους δώσανε την εντολή να ντυθούν ξανά και να γυρίσουν στη
δουλειά τους, μερικές εκατοντάδες άνθρωποι νιώσανε σα να πήραν χάρη,
Digitized by 10uk1s

την τελευταία στιγμή, από το θάνατο.
Όμως η παρουσία του Κράμερ ανάμεσα στους αιχμάλωτους δεν προμηνύει
ποτέ κάτι καλό. Και τη νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, αντήχησε το
καμπανάκι του εγερτήριου και δόθηκε εντολή, να κατέβουν μόνον οι
Εβραίοι στην πλατεία των μαγειρείων. Οι υπόλοιποι, λέει, να μείνουν στα
κρεβάτια τους. Οι γραμμές που συντάχτηκαν κινούνται σαν καλαμιές. Όλα
γίνανε στην τύχη και πολύ γρήγορα. Πήραν από το σωρό εφτακόσους και
διατάξανε τους άλλους να γυρίσουν πίσω στα λάγγερ. Όταν ο Ερρίκο
έφτασε, τρέμοντας ακόμα, στην κουκέτα του, βρήκε τον ανηψιό του
κουκουλωμένο.
—Δεν κατέβηκες εσύ;
Ο Αλμπέρ του εξήγησε πως, σαν άκουσε την αρχή της διαταγής, κρύφτηκε
κάτω από μια κουκέτα. Ύστερα είπε ο κάπο, πως αν πιάσουν κανέναν
Εβραίο κρυμμένο θα τον σκοτώσουν επί τόπου. Άρχισε λοιπόν να
σούρνεται

σα

φίδι

ολόγυρα,

κάτω

από

τα

κρεβάτια

πάντοτε,

κουτουλώντας τους τοίχους.
«Νόμιζα πως θα τρυπούσα κανέναν με το κεφάλι μου να εξαφανιστώ». Και
κάποια στιγμή βρήκε μια μεγάλη στρογγυλή τρύπα. Είναι βέβαιο πως την
άλλη φορά θα χωρέσουν κι οι δυο τους, γιατί δεν πρέπει να ξανακατέβουν
σε τέτοιου είδους προσκλητήρια.
—Είδες τι έλεγε χθες ο Θείος Δαυίδ; Πως φτάνουν όλο και πιο πολλά
τραίνα και πως σε λίγο δε θα χωράμε και θ' αρχίσει το ομαδικό κάψιμο.
Πραγματικά

το

άλλο

βράδυ

το

μεταμεσονύχτιο

προσκλητήριο

επαναλήφτηκε. Όλοι κλαίγανε τώρα, γιατί οι χθεσινοί εξαφανίστηκαν.
Θείος κι ανηψιός σούρθηκαν με την κοιλιά κι έφτασαν σε μια τρύπα, που
κανονικά δεν χωρούσε, στο πλάτος, το κεφάλι ενός ανθρώπου. Είναι όμως
Digitized by 10uk1s

τόσο αδύνατοι και τόσο φοβισμένοι που μπαίνουν. Πρώτος πέρασε ο
Αλμπέρ. Με το μούτρο στο χώμα, άφησε τον Ερρίκο να τον σπρώξει, από
ένα σημείο κι έπειτα, για να τελειώνουν όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ύστερα
χώθηκε κι ο Ερρίκο με τη σειρά του. Το κεφάλι του ξεγδέρνει στους
σοβάδες που πέφτουν και του στραβώνουν τα μάτια. Τότε κατάλαβε γιατί
ο μικρός μπήκε μπρούμυτα. Όπως επωφελήθηκαν από τη φασαρία της
εξόδου, για να κρυφτούν, έτσι μόλις άκουσαν τα βήματα των άλλων που
γύριζαν και τις ψιθυριστές κουβέντες, βγήκαν και χώθηκαν στα κρεβάτια
τους. Από το φόβο τους μην προδοθούν, δεν κύτταξαν ποτέ, στη διάρκεια
της μέρας, ούτε κι έμαθαν, τι ήταν και που οδηγούσε ο κρυψώνας τους.
Τους έφτανε που υπήρχε. Τα κρεματόρια δεν σταματούν τώρα, νύχτα και
μέρα.
Ο Σαμ διοργάνωσε πάλι μια χορωδία. Τα βράδυα τα παιδιά τραγουδούν,
όσο κι αν γυρίζουν εξαντλημένα από τη δουλειά. Τώρα δουλεύουν στα
καρτόφελ κομάντος. Σ' ένα σταθμό σιδηροδρόμου, ειρηνικό, κάμποσα
χιλιόμετρα μακριά από τις καμινάδες των κρεματόριων, τα παιδιά
ξεφορτώνουν βαγόνια γεμάτα πατάτες που φτάνουν απ' όλη την Πολωνία.
Το κάθε παιδί γεμίζει ένα κιβώτιο και το μεταφέρει στον μεγάλο άδειο
κάμπο, δυο χιλιόμετρα πέρα από τις γραμμές. Όμορφα κι υπομονετικά
στήνουν τις πατάτες σε μικρά βουναλάκια. Ένα άλλο συνεργείο από
μεγάλους, σκεπάζει τους σωρούς με λάσπη κι άχυρο για να προστατευτούν
οι πατάτες από την παγωνιά. Από κει τις ξεθάβουν σε μικρές ποσότητες το
χειμώνα.
Τα παιδιά ιδρώνουν περπατώντας τόσο δρόμο· ύστερα, ο ιδρώτας παγώνει
στο κορμί τους, καθώς σταματούν μισή ώρα να φτιάξουν το βουναλάκι
τους. Και χάνουν όλο και περισσότερες δυνάμεις με τις ατέλειωτες
διαδρομές.
Η δουλειά γίνεται με ταχύ ρυθμό, γιατί πιάσαν κιόλας οι βροχές του
Digitized by 10uk1s

Σεπτέμβρη. Κι ένα πρωί ο Σαμ δεν άκουσε το καμπανάκι. Βυθισμένος στην
παραίσθηση ενός δυνατού πυρετού, κολυμπά σε ιδρώτα και όνειρα. Για
κάποιον άλλον θα σημαίνει τούτη η καμπάνα, σίγουρα.
Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε οξεία
εμπύρετος βρογχίτις.
Ο Γάλλος γιατρός έσκυψε πάνω στο γυμνό μακρύ αγόρι.
—Τ' όνομά σου, τον ρωτάει γαλλικά.
Ο Σαμ διακρίνει θολά τον άγνωστο από πάνω του. Πάντα άμα είναι
άρρωστος η μαμά του είναι δίπλα του.
—Μαμά, λέει γαλλικά, είδες το λάθος σου να 'σαι Εβραία; Πάλι θα σε
καίγαν δε λέω, μα ο πάπας θα σε ανακήρυσσε αγία! Ω τι ευκαιρία χάσαμε
μαμά!
—Πώς σε λένε, πες μου πώς σε λένε; επιμένει ο γιατρός.
—Κάνω αντίσταση με το εβραίικό μου όνομα κύριε ... ο γιατρός του
χάιδεψε το μάγουλο.
Στάθηκε αδύνατο να του ρίξει τον πυρετό τις δυο πρώτες μέρες. Και την
τρίτη πέρασε η επιτροπή της επιλογής. Λίγο πριν φτάσουν οι γιατροί, ο
Γάλλος σήκωσε το παιδί και το πέταξε στον τρίτο όροφο των κρεβατιών
σκεπάζοντάς το ολόκληρο.
Κατά το απόγεμα άνοιξε τα μάτια του. Κυττάει γύρω του χαμένος. Που
βρίσκεται; Που είναι οι φίλοι του; Το κορμί του όλο πονάει, το στήθος κι ο
λαιμός του καίνε κι ένας βήχας του ξεσκίζει τα σωθικά. Τέσσερις άντρες
πλαγιασμένοι στην ίδια κουκέτα πλάι του, βαριανασαίνουν, βρίζουν,
σπρώχνουν, προσπαθώντας το ακατόρθωτο· να βολευτούν. Όπως σκύβει
Digitized by 10uk1s

να δει, από το τρίτο ράφι που είναι ξαπλωμένος, ζαλίζεται και κλείνει τα
μάτια. Σε λίγο ένα χέρι τον χτυπάει αλαφριά στο μάγουλο.
—Τι θα γίνει; θα ξυπνήσεις καμιά φορά; Νομίζει πως ονειρεύεται. Τούτη η
μαλακή φωνή... ανοίγει τα μάτια και βλέπει στο ύψος της κουκέτας ένα
κεφάλι από το στόμα κι απάνω και στην κορφή του ένα άσπρο σκουφί.
Δυο σκούρα μάτια χαμογελούν... μια γαμψή μύτη.
—Έλα λοιπόν, δος μου το χέρι σου ...
Ο Σαμ του το απλώνει υπάκουα. Κρατάει για λίγο το σφυγμό και
ψιθυρίζει... μμμ, κάτι γίνεται. Για πες μου, πως νιώθεις μικρέ μου;
Η φωνή στέρεη, αντρίκια, κρουστή, έχει έναν τόνο από καιρό
καταργημένο στη ζωή του. Είναι όλοι! Ο μπαμπάς, η μαμά, ο θειος Ανρύ.
—Νομίζω πως είμαι άρρωστος, λέει.
—Μάλλον, χαμογέλα το σκουφί ...
—Και είστε ο Γάλλος γιατρός.
—Όμηρος, πρώτα ...
—Τώρα, τώρα ξέρω, λέει ενθουσιασμένος ο Σαμ. Είστε σεις που
βοηθήσατε τον μπάρμπα Ρίκο με κίνδυνο της ζωής σας...
Ο Γάλλος τον ακούει μ' ένα τόσο θλιμμένο χαμόγελο που ο μικρός δεν το
αντέχει.
—Ξέρεις Σαμ, εδώ μέσα, η έκφραση «με κίνδυνο της ζωής», είναι η πιο
ανόητη που μπορεί κανείς να πει ... είναι γελοία, πολυτελής ... αστεία.
Άντε τώρα κατέβα, κάνε μια προσπάθεια, έτσι μπράβο, να πάμε σ' ένα
χαμηλότερο κρεβάτι.
Digitized by 10uk1s

Τα πόδια του τρέμουν, μα ο γιατρός τον κρατάει σφιχτά.
—Να, εδώ, που έχει και πατριώτες σου ... και τον ξάπλωσε σε μια
χαμηλότερη κουκέτα. Ύστερα του άνοιξε το χέρι και του 'βαλε μέσα ένα
κομμάτι σοκολάτα. Σιγά, θα πνιγείς ... πρέπει να τα καταφέρουμε να βγεις
από δω μέσα το γρηγορότερο, λέει και κάθεται δίπλα του. Τα νέα από τα
μέτωπα είναι καλά. Οι Ρώσοι βρίσκουνται κιόλας στην Πολωνία. Το ξέρεις
αυτό;
Ο Σαμ χαμογελάει ευτυχισμένος.
—Αλλά αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα γίνει άλλη επιλογή. Έχεις δεν έχεις
πυρετό, πρέπει να βγεις από δω.
—Πώς;
—Φτάνει να καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου ... τα υπόλοιπα, ας τ'
αφήσουμε στο Θεό.
—Στο Θεό;
—Τον δικό σου, φυσικά, απάντησε ο γιατρός και ξανακάθησε δίπλα του.
Φοβούμαι, ξέρεις, πως ο δικός μου δεν θα 'χει πρόβλημα με σένα. Οι
Εβραίοι,

δυστυχώς,

δεν

συμπεριλαβαίνουνται

στην

επιχείρηση

«χριστιανική αγάπη».
—Ναι, αλλά με σας που είστε καθολικός, τι γίνεται;
—Εδώ σε θέλω! ωραία επινόηση ο πανάγαθος μας και η δικαιοσύνη του· τι
γίνεται όμως σαν γεννηθεί ένας Χίτλερ στη Γερμανία; Άλλη δοκιμασία πάλι
για το Χριστούλη μας, τέτοιον γλυκανάλατο που τον καταντήσανε. Αλλά
έτσι ή αλλιώς κανείς θεός δεν άντεξε στην κάθοδό του στη γη. Σε
περιμένω για ν' απονείμεις δικαιοσύνη και με παραδειγματίζεις, πως να
Digitized by 10uk1s

υφίσταμαι την αδικία. Ενώ εσείς!
—Τι κάναμε μεις;
—Οι Εβραίοι; Δεν φέρατε ποτέ τον Θεό σας σε δύσκολη θέση. Είχατε την
εξυπνάδα να καταλάβετε πως οι θεοί πεθαίνουν μέσ' στα ενδύματα των
αναγκών μας. Αλλά ένας θεός προσδοκώμενος είναι ότι δεν μπορέσαμε
μεις να πραγματοποιήσουμε.
—Δηλαδή, τι;
—Τη δικαιοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Τη δίκαιη κρίση. Αλλά είτε
γιατί την φοβάσαι, είτε γιατί την λαχταράς, την προετοιμάζεις, προσπαθείς
... περιμένεις. Τι δύναμη, ένας θεός αναμενόμενος, να 'ξερες!
—Ως πότε όμως;
—Ώσπου να ωριμάσει ο άνθρωπος. Και τότε θα πάψει πια να περιμένει τον
επισκέπτη, γιατί θα διαπιστώσει πως ο θεός μάς κατοικεί· τον περιέχουμε.
Δεν είναι επιτηρητής μας, αλλά συνεργάτης μας. Συνεγκληματεί μαζί σου
και συν-δολοφονείται με το θύμα σου. Εκεί μας γελάσανε· ο θεός δεν είναι
έξω από το χορό μας. Αν ήταν έτσι, η ανθρωπότητα θα κολυμπούσε στη
μετριότητα. Τη δύναμη του θεού, που δεν είναι όγκος, μα κύτταρο, θα την
αναγνωρίσεις στους παράφρονες, τους τύραννους, τους εγκληματίες, και
στους πεινασμένους. Ελπίζω Σαμ, να γλυτώσεις και να βγεις κάποτε
λέφτερος από δω. Αλλά να με θυμάσαι· δε θα γνωρίσεις τίποτα χειρότερο,
στη ζωή σου, από την πείνα που δοκιμάζουμε δω μέσα ... Όχι, όχι, μη
σκέφτεσαι τα κρεματόρια, ούτε τους θαλάμους και τους φούρνους. Μ'
οποιοδήποτε τρόπο κι αν πεθάνει ο άνθρωπος, πεθαίνει μια φορά· και
τέλειωσε. Όταν ακολουθεί ο θάνατος, είναι γαλήνη· ένας μεγάλος ύπνος.
Όμως την πείνα, αυτήν την ατέλειωτη και αδιάκοπη, υποδούλωση στ'
άντερά μας, πώς θα την αντέχαμε και γιατί, χωρίς ένα ψίχουλο θεό μέσα
Digitized by 10uk1s

μας; Πρόσεξε! Πόσες χιλιάδες σιχαμερά ανθρωπάκια, που ζούμε ολόκληρο
το εικοσιτετράωρο, με το όνειρο να πετύχουμε μια χιλιοπατημένη
πατατόφλουδα για να τη φάμε. Κι εκεί που συχαινόμαστε τον εαυτό μας κι
αρνούμαστε τον έσχατο εξευτελισμό μας, κάποιος μέσα μας επιμένει να
επιβιώσει. Ο Θεός μας χρειάζεται. Η αθανασία του είναι η διαιώνιση του
ανθρώπου.
—Πώς σας λένε;
—Γάλλο γιατρό.
—Μα θα 'χετε ένα όνομα.
—Το άφησα στο Παρίσι, Σαμ. Υπήρχε κίνδυνος να μ' έκανε εγωιστή, όσο
και το θεό των καθολικών. Έτσι έφτασα δω, χωρίς αποσκευές, αληθινά
λέφτερος.
«Συσσίτιο».
—Δος μου τη γαβάθα σου.
Με την καυτή σούπα, του 'φερε και μαργαρίνη.
—Θα τα φας όλα κι ύστερα θα πιεις αυτό το χάπι. Άντε, καληνύχτα.
Ο Σαμ ξύπνησε από δυνατό ταρακούνημα. Ανασηκώθηκε τρομαγμένος κι
είδε τον πλαϊνό του να τραντάζει τον τρίτο τους σύντροφο.
—Μπαμπά, μπαμπά, μα μίλα λοιπόν... δες μπαμπά, κακόμοιρο, ξύπνα
λοιπόν, σου 'χω κρυμμένο το ψωμί σου, δεν το 'φαγα. Παρακαλάει
συνέχεια, κουνώντας τον πατέρα του, που πάει κι έρχεται άβουλα στα
χέρια του. Τέλος απελπισμένος έπεσε απάνω στο νεκρό και τον αγκάλιασε
σφιχτά. Είναι τόσο ακίνητος, που ο Σαμ τρόμαξε πως πέθανε κι αυτός.
Digitized by 10uk1s

Ύστερα από πολλή ώρα, ο νέος άπλωσε το χέρι του κάτω από την
κουβέρτα, τράβηξε ένα ξεροκόμματο κι άρχισε να το μασάει, χωρίς ν'
αλλάξει στάση.
Μόλις φέρανε το πρωί το καζάνι με το ρόφημα, ο γιος πήρε τα δυο
κύπελλα, το δικό του και του πατέρα του, σκέπασε το νεκρό ως απάνω και
πήδησε από το κρεβάτι.
—Θέλεις να μου γεμίσεις και το δικό μου; τον παρακαλεί ο Σαμ.
Το πήρε κι έφερε και τα τρία κύπελλα γεμάτα.
Σε λίγο εμφανίστηκαν στον θάλαμο δυο όμηροι, τραβώντας από μια
χειράμαξα. Ο Σαμ φαντάστηκε πως πρόκειται για σκουπιδιαρέους. Μα
αυτοί άρχισαν να κάνουν το γύρο των κρεβατιών φωνάζοντας. «Άλλος
νεκρός ... έχετε νεκρό; ...» Σ' όποιο κρεβάτι υπάρχει πεθαμένος,
προωθείται από τους άρρωστους, τόσο, όσο να μπορεί ο καροτσέρης να
τραβήξει το πτώμα από τα πόδια ή από το κεφάλι. Και συνεχίζει τη βόλτα
του ... «έχετε νεκρό;» Όταν γεμίζει, βγαίνει στον περίβολο, αδειάζει τους
πεθαμένους σ' ένα μεγάλο σωρό και επιστρέφει.
—Έχετε νεκρό; ρωτάει περνώντας μπρος από την κουκέτα του Σαμ. Ο γιος
δεν απαντά. Ρουφάει, ήσυχα ήσυχα, το δεύτερο κύπελλο με το πρωινό,
που μυρίζει μέντα και καφέ. «Δε μπορεί να τον αποχωριστεί», σκέφτεται ο
Σαμ. Αλλά σε λίγο που χειάστηκε να βγει για την ανάγκη του, του λέει.
—Μη σου ξεφύγει και πεις σε κανένα νοσοκόμο πως πέθανε ο μπαμπάς.
Όσο τον κρατήσω Θα παίρνω τη μερίδα του.

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ο Γάλλος θερμομέτρησε τον Σαμ και
διαπίστωσε, τελείως απογοητευμένος, πως ο πυρετός είχε σκαλώσει στα
Digitized by 10uk1s

τριάντα οχτώ και δεν έλεγε να κατέβει γραμμή.
—Βαστάς, τον ρωτά, να σταθείς όρθιος με τα μάτια ανοιχτά;
—Ελπίζω.
—Εν τάξει! Μα πρόσεξε. Δε θα κουνήσεις ούτε το βλέφαρό σου μπροστά
στους γιατρούς. Σύμφωνοι; Όποιος κι αν σ' αγγίξει, ότι κι αν κάνω εγώ,
εσύ δε θα κάνεις τίποτα.
Κατά τις δέκα ήρθε η επιτροπή. Σύμφωνα με την καινούρια διαταγή
πρέπει, να κατέβουν αμέσως όλοι οι άρρωστοι από τα κρεβάτια και να
περάσουν για εξέταση. Όσους δε μπορούν να σηκωθούν, τους μαζεύουν
χωρίς διαδικασία και τους φορτώνουν στο φορτηγό που περιμένει απ' έξω.
Σαν ήρθε η σειρά του Σαμ, ο Πολωνός γιατρός κύτταξε την καρτέλλα του
και ρώτησε τον Γάλλο.
—Έχει ακόμα πυρετό;
—Όχι, λέει, να τον θερμομετρήσω;
—Ναι.
Ο Γάλλος έσπρωξε το θερμόμετρο βαθιά στη μασχάλη του Σαμ και τον
παραμέρισε να εξετάσουν τον επόμενο. Είναι ο σύντροφός του της
κουκέτας. Τον στέλνουν στους γερούς. Τα μάτια του χαμογελούν, για μια
στιγμή, φιλικά προς όλους. Τότε ο Γάλλος πλησιάζει τον Σαμ και απλώνει
επιδειχτικά το χέρι του στη μασχάλη του, κυττώντας τον αυστηρά στα
μάτια. Το γυμνό κορμί του παιδιού τρέμει από το κρύο, μα δαγκώνει τα
χείλια του για να συγκρατηθεί. Νιώθει τα δάχτυλα του γιατρού να
σπρώχνουν ακόμα βαθύτερα το θερμόμετρο κι ύστερα υψώνουνται
επιδειχτικά, κρατώντας ένα άλλο θερμόμετρο, που το απλώνει στον
Digitized by 10uk1s

Πολωνό.
—Τίποτα! Θερμοκρασία φυσιολογική.
Ο Σαμ τρέμει ασυγκράτητα. Νιώθει τα μέλη του να λύνουνται. «Τώρα θα
μου γλυστρήσει, θα πέσει κάτω, θα σπάσει, κι ο Πολωνός θα ρωτήσει: από
που έπεσε αυτό το θερμόμετρο; Και θα στείλουν το Γάλλο στο
κρεματόριο». Με μια τελευταία προσπάθεια σφίγγει τα χαλαρωμένα
μπράτσα του κατά μήκος του κορμιού του, ενώ ο Πολωνός υπογράφει
στην καρτέλα του. «Ελεύθερος». Στό κούτελο του γιατρού, ακριβώς εκεί
που τελειώνει το άσπρο σκουφί, ξεπροβάλλουν δυο τρεις σταγόνες
ιδρώτας.

Με το φθινόπωρο το στρατόπεδο γέμισε κρύο κι ελπίδες. Οι Πολωνοί
εργάτες φέραν το νέο πως η Γερμανία άρχισε να καταρέει σ' όλα τα
μέτωπα. Η μεγάλη ελπίδα ανανεώνει το ηθικό και ελαττώνει την αντίσταση
στις κακουχίες. Ο θάνατος αποχτά ξανά τη σημασία του. Οι βροχές, το
κρύο, όλα γίνουνται πάλι εχθροί κι άμεσοι κίνδυνοι που σμπαραλιάζουν τα
νεύρα. Την ίδια περίοδο άρχισαν οι πρώτες αεροπορικές επιδρομές στην
περιοχή. Ο κάθε συναγερμός είναι πανηγύρι για τους αιχμάλωτους που
βρίσκουν ευκαιρία να ξεκουραστούν. Μόλις ακουστούν οι σειρήνες, τα
κομάντος πρέπει να διαλυθούν και να κρυφτούν όπως όπως. Αν
δουλεύουν κάπου κοντά, τους γυρίζουν τρέχοντας στα λάγγερ, και τους
κλειδώνουν, γιατί φοβούνται τις ομαδικές αποδράσεις. Μα αυτό που
διασκεδάζει τους ομήρους είναι ο τρόμος των γερμανών. Η διαπίστωση
πως ήρθε επί τέλους η ώρα, να φοβηθούν και οι γερμανοί, τους γεμίζει
σαδιστική χαρά.
Δώδεκα ώρες δουλειά, μέσ' στη βροχή, είναι για όλους ένα ακόμη
Digitized by 10uk1s

μαρτύριο. Δε βλέπουν την ώρα να σκολάσουν τα βράδυα, να βγάλουν τα
ρούχα τους, να τα στραγγίζουν και να τα ξαναφορέσουν. Τα κόκκαλά τους
μουλιασμένα κι αυτά, τους τρυπούν σαν καρφιά. Τρέμουν όλη μέρα, μα
στην επιστροφή δεν επιτρέπεται να περπατήσουν, ούτε πιο γρήγορα ούτε
πιο αργά από το κανονικό. Και «κανονικό» είναι ότι καπνίσει του κάθε
κάπο. Και κει στην είσοδο, κατά το γυρισμό, η μπάντα των ομήρων να
παίζει συνέχεια μέσ' στη βροχή, ώσπου να περάσουν οι χιλιάδες εργάτες.
Σα βρέχει πολύ, τα εμβατήρια αλλάζουν, λες και ο ήχος πέφτει πρώτα
τσαλαβουτώντας στα νερά. Ένα βράδυ η καταιγίδα κουρέλιαζε τα πάντα.
Δε βλέπουν ούτε που πατούν, ούτε που πάνε. Και οι μουσικοί
εγκαταλείψανε το πόστο τους, πριν επιστρέψει το τελευταίο κομάντο.
Μια ώρα μετά την διανομή του συσσιτίου, χτύπησε γενικό προσκλητήριο
κι όλοι οι όμηροι παρατάχτηκαν πάλι έξω, μ' όλο που η καταιγίδα
μαινόταν. Ξέσκεποι, παρακολούθησαν το μαστίγωμα των μουσικών.
Ύστερα τους άφησαν εκεί, στη θέση τους, όλη τη νύχτα, μέσ' στη βροχή,
ως το πρωί που ξανάρχισαν να παίζουν για την έξοδο των εργατών.

Digitized by 10uk1s

Όσο τα νέα γίνουνται πιο ευχάριστα, τόσο οι νυχτερινοί συναγερμοί και οι
ομαδικές θανατώσεις πληθαίνουν. Ο Ερρίκο τρώει καλά, χάρη στον Δαυίδ,
και δεν κινδυνεύει πια τόσο άμεσα, μα σαν τους συγκεντρώνουν κι
αρχίζουν να ξεχωρίζουν τους σκάρτους, διαλύεται από το φόβο. Κι
ύστερα, κάθε φορά που ξεφεύγει, τρέχει θριαμβευτής το βράδυ, να βρει
τον Δαυίδ και να του περιγράψει πως γλύτωσε πάλι. Όμως ο κίνδυνος δεν
τελειώνει ποτέ· αντίθετα ανανεώνεται καθημερινά απειλητικότερος, γιατί
τα τραίνα ξεφορτώνουν όλο και καινούριες φουρνιές κι οι παλιοί, σαν πιο
εξαντλημένοι, θανατώνουνται χωρίς διατυπώσεις για ν' αδειάζει ο χώρος.
Ένα πρωί, σε μια τέτοια επιλογή, ο Ερρίκο τρόμαξε με την τύχη του.
Στεκόταν στη γραμμή, δίπλα δίπλα, με δυο αδερφούς που γνώριζε καλά
από την Αθήνα· είκοσι χρόνων παλληκάρια. Σαν διατάχτηκε να ντυθεί,
πράμα που σήμαινε πως τη γλύτωσε, άρχισε να τυλίγεται τα κουρέλια του
με

τρεμάμενα,

από

χαρά,

χέρια.

Μα

όπως

σήκωσε

το

κεφάλι

χαμογελώντας, αντίκρυσε τα δυο αδέρφια να στέκουν σιωπηλά κι
ολόγυμνα, πιασμένα χέρι χέρι, ανάμεσα στους μελλοθάνατους και να τον
κυττούν. Κι ο Ερρίκο, για μια στιγμή, για πρώτη φορά, ντράπηκε.
Κατέβασε τα μάτια και δε βλέπει την ώρα να φύγει· μα η επιλογή αργεί
ακόμη. Και τα δυο παλληκάρια στημένα κει, απέναντί του, να μην
ξεκολλούν το βλέμμα τους από πάνω του. Ξεσκόνισε αμήχανος το
κουρελιασμένο του παντελόνι, έψαξε ανάμεσα στα δάχτυλά του,
προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με τον διπλανό του, μα δεν γλύτωνε.
Τέλος τους πλησίασε. «Μπορεί να μη σας πάνε για κάψιμο», λέει, «μπορεί
να σας πάνε για άλλη δουλειά». Τ' αδέρφια μιλιά, μόνο που τον κυττούν
μελαγχολικά κι ολόγυμνα. «Εγώ την έπαθα έτσι μια φορά...» μα δεν
συνεχίζει. Ώσπου ο μικρότερος του λέει, «πες στον πατέρα και τη μάνα
μας, αν γλυτώσεις πως, τουλάχιστον, δεν μας χώρισαν τούτη την ώρα».
Ο Ερρίκο έσφιξε το ζωνάρι του, για να κάνει κάτι και, γεμάτος χαρά,
Digitized by 10uk1s

ανακάλυψε ένα κομμάτι ψωμί κρυμμένο· τους το προσφέρει, μα κείνα
αρνήθηκαν.
—Τίποτ' άλλο, του λέει ο μεγάλος.
Τους είδε να ξεκινούν, πιασμένοι απ' τα χέρια σφιχτά, για το φορτηγό. Δε
βρήκε ησυχία όλη μέρα, ούτε και το βράδυ πήγε να τα πει με τον Δαυίδ.
Μάταια παρηγοριόταν πως δεν έκανε τίποτα να γλυτώσει αυτός. «Η
δικαιοσύνη του θεού είναι παράξενη». Καθώς έκανε ν' αποκοιμηθεί απάνω
της, πετάχτηκε τρομαγμένος. «Ως πότε θα 'ναι μαζί μου;»
Όλοι τρέμουν το ίδιο παραλοϊσμένοι, πως να τώρα που η λεφτεριά
πλησιάζει, τώρα δε θα γλυτώσουν, τώρα θα τους καθαρίσουν όλους μαζί,
τώρα... τώρα... τώρα.

Τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη βγήκε ο Δαυίδ στον περίβολο κι έκανε
σινιάλο στον Ερρίκο και τον Μωρίς να πάνε οπωσδήποτε το βράδυ να τον
δουν, γιατί έχει κάτι πολύ ενδιαφέρον να τους πει. Ο Ερρίκο έτριψε τα
χέρια του όλος χαρά.
—Λες να βούτηξε κάτι αξίας και να φάμε με την ψυχή μας; Κι όλη μέρα
νειρεύεται μέσ' στην παγωμένη υγρασία, τι να 'ναι αυτό που θα τους πει
το βράδυ. Σα σκόλασε τρέχει ανυπόμονος και περιμένει, με μάτια πονηρά,
να βάλει ο Δαυίδ το χέρι στον κόρφο του και να βγάλει κάνα μαλαματικό.
Το πρόσωπο του γαμπρού του είναι ύστερα από τόσο καιρό γελαστό και
καλοσυνάτο.
—Έχω καλά νέα, λέει εκείνος. Ετοιμάζουμε μια γενική απόδραση με τη
βοήθεια των λέφτερων Πολωνών εργατών που θα μας υποστηρίξουν απ'
έξω.
Digitized by 10uk1s

Ο Ερρίκο κοκκάλωσε. Τα χαρακτηριστικά του Δαυίδ, τρεμουλιάζουν καθώς
μιλεί και εξηγεί τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Ούτε ο Μωρίς λέει τίποτα.
Με τα μάτια μισόκλειστα, μέσ' από τα γυαλιά του, δεν μπορείς να
καταλάβεις, τι σκέφτεται. Τέλος ο Ερρίκο τόλμησε.
—Πρόσεξε Δαυίδ, μη σε παίρνει ο ενθουσιασμός και ξεχνάς τι σκυλιά είναι
οι γερμανοί ...
—Μην τρομάζεις, λέει τότε στον Ερρίκο, σα να 'ναι σίγουρος πως ο Μωρίς
έχει μια γνώμη μαζί του. Είμαστε που 'μαστε χαμένοι. Ελπίδα καμιά δεν
έχουμε. Άμα το πάρεις αυτό απόφαση, θα 'σαι έτοιμος για όλα. Αν
προσέξεις και συ, θα δεις πως, από μέρα σε μέρα, οι φρουροί μας
λιγοστεύουν ...
—Μα αυτό ήθελα και γω να σου πω, τον διακόπτει ο Ερρίκο, πως τα νέα
του πολέμου είναι καλά, και... κάναμε που κάναμε υπομονή...
—Μα δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, πως αν αυτοί δουν πως χάνουν οριστικά
τον πόλεμο, θα μας καθαρίσουν πρώτα όλους για να μην επιζήσουν
μάρτυρες; Μίλα βρε Μωρίς, εξήγα ...
Μα ο Μωρίς αρκέστηκε να κουνήσει το κεφάλι χωρίς να βγάζει λέξη.
—Άντε τώρα πηγαίνετε και σε δυο μέρες θα σας κατατοπίσω καλύτερα. Ως
τότε, τσιμουδιά, έτσι;
Έκαναν το δρόμο ως το δικό τους λάγγερ σιωπηλοί. Σαν έφτασαν μόνο, ο
Ερρίκο παρακάλεσε δειλά τον Μωρίς, να εξηγήσει στον Δαυίδ, πως το
στρατόπεδο είναι γεμάτο σπιούνους.
—Τα 'χεις κάνει απάνω σου, μπάρμπα Ρίκο! του λέει ο Μωρίς γελώντας.
Τράβα τώρα να κοιμηθείς κι έχε εμπιστοσύνη στον Δαυίδ, γέρο μου.

Digitized by 10uk1s

Στις πέντε του Οχτώβρη, τους κάλεσε ξανά, για να τους αναγγείλει πως
όλα είναι έτοιμα. Ο Ερρίκο που ως εκείνη την ώρα έλπιζε πως το σχέδιο δε
θα προχωρούσε, τρόμαξε. Είχε βέβαια ακούσει κιόλας ένα σωρό
συζητήσεις στο λάγγερ του για την απόδραση, μα τ' άρεσε να πιστεύει
πως θα μείνουν στα σχέδια.
Η επιχείρηση ορίστηκε για την επόμενη Παρασκευή, στις τέσσερις, όταν
όλα τα κομάντο θα βρίσκουνται έξω. Οι εσωτερικοί του κρεματόριου θα
κάνουν την αρχή. Ο Δαυίδ, σαν αρχηγός τους, θα δώσει το σύνθημα. Θα
σκοτώσουν πρώτα με τα τσεκούρια τους τους εσωτερικούς κάπο και τους
έξι Ες Ες και θα ξεχυθούν έξω. Μόνο τότε, όταν τους δουν να εξορμούν,
θα πέσουν κι οι εξωτερικοί απάνω στους κάπο, θα τους καθαρίσουν και θα
ενωθούν όλοι μαζί.
—Οι Ες Ες βέβαια, εξηγεί ο Δαυίδ, θα μας χτυπήσουν. Αλλ' αυτή την ώρα
θα 'μαστε πάνω από δέκα χιλιάδες εργάτες στην περιοχή, κι αυτοί, ζήτημα
αν έχουν διακόσους πενήντα κι αυτούς διασκορπισμένους σ' όλο τον
κάμπο. Μια ομάδα, λοιπόν, θα τρέξει στο μπλοκ των Ες Ες, που είναι
συνήθως άδειο τέτοιαν ώρα, θα πάρουμε τα όπλα και θα καλύψουμε τους
άλλους. Βέβαια θα σκοτωθούν πολλοί από μας, αλλά όσοι θα ζήσουν, θα
γλυτώσουν οριστικά. Σε απόσταση δυο χιλιόμετρα, θα περιμένουν
κρυμμένοι δυο χιλιάδες Πολωνοί παρτιζάνοι που θα τρέξουν σε βοήθειά
μας.
Ο Ερρίκο ακούει με σκυμμένο κεφάλι. Ήθελε πολύ να πει τις αντιρρήσεις
του, μα δεν τολμά γιατί όλοι είναι σύμφωνοι και μάλιστα ενθουσιασμένοι.
Ο Δαυίδ τον χτύπησε στη πλάτη.
—Άντε κουράγιο μπάρμπα Ρίκο! Και να δεις που θα 'σαι απ' αυτούς που θα
σωθούν έτσι ή αλλιώς. Και τότε μην ξεχάσεις. Να πεις, πως το μοναδικό
δικαίωμα που μας έμεινε, το υπερασπιστήκαμε: Διαλέξαμε τον τρόπο του
Digitized by 10uk1s

θανάτου μας.
Ο Μωρίς τον φίλησε. Ο Ερρίκο άρχισε να κλαίει, αλλά έφυγε αισιόδοξος
από κοντά του.

Ο Αρτ έφτανε πάντα νωρίς, όσες φορές του 'διναν άδεια να πάει στο
μπορντέλο. Έτσι καταφέρνει να 'ναι ο πρώτος επισκέπτης της Τζούντυ.
Μήνες τώρα τη βλέπει, το πολύ δυο φορές τη βδομάδα, χωρίς να
συμφιλιωθούν ούτε με μια λέξη, παρά το ότι ο Αρτ μιλάει γαλλικά. Δεν
έγιναν φίλοι, ούτε εραστές. Καταφεύγουν ο ένας μέσα στον άλλον,
διατηρώντας μια μυστική επικοινωνία, τελείως σιωπηρή.
Κείνο το απόγεμα του Οχτώβρη, την ξάφνιασε, καθώς την κράτησε όρθια,
ντυμένη ακόμα, στην αγκαλιά του σαν έκλεισε η πόρτα πίσω τους.
—Έχω μια ευκαιρία, της λέει με τα χείλια σφιγμένα στ' αυτί της, σα να την
φιλούσε, θέλεις να επωφεληθείς;
Η Τζούντυ τον κύτταξε με τα άδεια, σχεδόν αντιπαθητικά μάτια της, που
δε ρωτούν ούτε περιμένουν. «Να επωφεληθώ;» Βέβαια, η επαφή της με
τον Αρτ είναι το μοναδικό ζωντανό νεύρο που της απομένει ...
—Αύριο τ' απόγεμα, συνεχίζει αυτός σφίγγοντάς την απάνω του, ελπίζω να
τα καταφέρω να το σκάσω. Θέλεις να το σκάσεις και συ;
—Να το σκάσω;
—Ναι.
—Να πάω που;
—Όπου θα πάω και γω στην αρχή, της λέει κι ερευνά το πρόσωπό της που
Digitized by 10uk1s

μένει ασύσπαστο, μόλις ξαφνιασμένο. Βέβαια, έχουμε τις ίδιες πιθανότητες
να μας σκοτώσουν και τις ίδιες να γλυτώσουμε ... Την τράβηξε και την
κάθησε στο κρεβάτι.
—Ξάπλωσε, μπορεί από κάπου να μας παρακολουθούν.
Εκείνη γδύθηκε υπάκουα. Ο Αρτ ξάπλωσε δίπλα της, την πήρε στην
αγκαλιά του και κρύβοντας το μούτρο του στα μαλλιά της, συνέχισε.
—Λοιπόν, θέλεις;
—Γιατί; τον ρωτάει με αφέλεια.
—Γιατί; Έχεις δίκιο! Είμαι γερμανός ...
«Είναι γερμανός, είναι αντιχιτλερικος και τώρα είναι και σπιούνος ανάμεσα
στους αντιχιτλερικούς. Γι' αυτό κι έρχεται δω μέσα. Μα δεν το σκέφτομαι
ούτε αυτό, ούτε το άλλο. Θαρρώ πως αν μου ανάσταιναν αυτή τη στιγμή
τους γονιούς μου, δε θα 'μουνα σε θέση να τους αγαπήσω...»
—Όχι, λέει επί τέλους, όχι.
—Μα είσαι πεθαμένη λοιπόν;
—Όχι, λέει πάλι.
—Μα τότε, φοβάσαι;
—Τι;
—Να ριψοκινδυνέψεις.
—Για ποιον;
—Μα για τον εαυτό σου, τουλάχιστον, Τζούντυ. Έχουμε μεγάλες
Digitized by 10uk1s

πιθανότητες να ξεφύγουμε από δω μέσα.
Του χαμογελάει με κείνο το ακατανόητο χαμόγελο που έχει πάντα στο
πρόσωπό της όταν τελειώνουν τον έρωτα.
—Πες, λοιπόν, δε θα 'θελες να μ' ακολουθήσεις και να σωθείς;
«Να σωθώ;» Είναι κάτι που δεν το 'χε σκεφτεί ούτε μια στιγμή ως τώρα.
«Από τι; Να βρω έναν κόσμο που ανασαίνει φυσιολογικά, που δεν
υποπτεύεται, ή που θέλει να μην ξέρει ... Ποιες είναι οι υποχρεώσεις ενός
ανθρώπου που βγαίνει από δω μέσα;...»
—Θα ξαναβρείς τον εαυτό σου Τζούντυ. Θα μπορούσα να σε κάνω
ευτυχισμένη θα ...
«Μα πάλι λοιπόν θα νοιαστούμε ο καθένας για τον εαυτό του;»
—... όταν θα βρεθείς σ' ένα σπίτι δικό σου, όταν θα πάψεις ...
«Για ένα δωμάτιο, δυο, τρία, έστω! υψώνοντας τοίχους; Η ζωή θα γίνει
πάλι, ύστερα απ' Αυτό, ατομική υπόθεση του καθενός μας; Η ευτυχία μου,
η δυστυχία σου, η πείνα του; ... μα τότε γιατί να καταβαλω τόση
προσπάθεια; Αφού δεν ήταν για μένα που τα υπόφερα όλα εδώ».
—Με περιφρονείς Τζούντυ;
«Με ποιο δικαίωμα θα περιφρονώ έναν άνθρωπο εγώ; Οι άνθρωποι είναι
ιεροί, ακριβώς γιατί είναι αδύνατοι, ακριβώς γιατί δεν είναι υπεράνθρωποι
κι έχουν ένα όριο αντοχής».
—Δεν ξέρει κανείς, της λέει τώρα, που σταματά η γενναιότητα, ούτε πότε
αρχίζεις να φοβάσαι το θάνατο!
Στη συνομωσία είχε το πιο επικίνδυνο πόστο. Έπρεπε να σταθεί δίπλα στο
Digitized by 10uk1s

γραφείο, δίπλα στο συρτάρι που είχαν τοποθετήσει την ωρολογιακή
βόμβα. Αν έκανε κανείς να το ανοίξει, έπρεπε να τον εμποδίσει με θυσία
της ζωής του. Και φυσικά, αν το σχέδιο πετύχαινε και πάλι δεν υπήρχε
καμιά απολύτως ελπίδα να σωθεί. Έπρεπε να μείνει κολλημένος στο έπιπλο
τα δέκα τελευταία λεπτά. Δε σκέφτηκε καθόλου πως θ' ανατιναχτεί μαζί.
Δεν τον απασχολούσε τίποτ' άλλο, παρά μονάχα μην αγγίξει κάνεις το
συρτάρι. Θυμάται πάντα πως, παρουσιάζοντας τα έγγραφα, μπορούσε να
βλέπει άνετα το ρολόι του, που δεν προχωρούσε, δεν προχωρούσε ... και
κάθε λεπτό που συμπλήρωνε ο λεπτοδείχτης, τινάζονταν από το κούτελό
του χοντρός, κρύος ιδρώτας, σα χαλάζι, λες κι έπεφτε απ' έξω. Στο έκτο
λεπτό δυο χέρια - τανάλιες μάγκωσαν, πίσω από τις πλάτες, τους αγκώνες
του. Όλοι όσοι ήταν στο γραφείο, τέσσερις επιτελικοί, βρέθηκαν το ίδιο
παγιδευμένοι. Από κείνη τη στιγμή ο εαυτός του αρνήθηκε να πεθάνει. Μια
και δεν κατάφεραν ν' αποδείξουν την ενοχή του για συμμετοχή, παρ' όλα
τα μαρτύρια της ανάκρισης, αποφάσισε ν' αρνηθεί τα πάντα προκειμένου
να γλυτώσει. Άλλο να διαλέξεις το πόστο του θανάτου, χωρίς ενδοιασμό,
όταν είσαι βέβαιος πως θα χρησιμέψει σε κάτι ... αλλά να καείς σ' ένα
φούρνο σαν κοτόπουλο; ... Ένα θάνατο που σου διάλεξαν οι άλλοι;
Τότε του είπαν. «Σύμφωνοι. Αν δεν είσαι ένοχος θα παρακολουθείς και θ'
αναφέρεις ότι αντιλαμβάνεσαι γύρω σου». Το δέχτηκε κι αυτό.
Συνεννοημένος με λίγους μυστικούς, κυνηγούσε μερικούς ηλίθιους που
έκαναν το παν, για ν' αποκατασταθούν στις τάξεις των ναζί.
Έμεινε έτσι πολύ ώρα σφιγμένος απάνω της.
—Με καταλαβαίνεις Τζούντυ, είπε τέλος, το θάνατο τον φοβάσαι, όταν δεν
εξυπηρετεί τίποτα· τότε λυπάσαι και τη ζωή σου.
—Δεν μ' ενδιαφέρει.

Digitized by 10uk1s

—Μα γιατί; Είμαι τόσο αξιοπεριφρόνητος;
—Με ποιο δικαίωμα θα σε περιφρονούσα; τον ρωτάει ξαφνιασμένη. Πριν
λίγες μέρες, έφεραν εδώ μια Ουγγαρέζα συνομήλική μου. Έμεινε είκοσι
τέσσερις ώρες, δέχτηκε όλη τη βραδιά τους «επισκέπτες» της και την άλλη
νύχτα βγήκε και κόλλησε στα καλώδια. Την είδα το ξημέρωμα, πριν ακόμα
διακόψουν το ρεύμα. Είχε τεντώνει τα χέρια στα πλάγια· μα το πρόσωπό
της, πως μπόρεσε κείνο το κατάξανθο πρόσωπο να γίνει έτσι μαύρο κι
αποκρουστικό; ... Κι αυτή διάλεξε το θάνατό της. Θα μπορούσες και συ να
με περιφρονείς, που δεν έκανα το ίδιο από την πρώτη μέρα που ήρθα
μέσα δω.
—Το θέμα ξέφυγε από τα άτομα, Τζούντυ. Δες. Η φύση είναι αμείλιχτη μα
έχει τους νόμους της. Το ίδιο και η ζούγκλα. Μόνον η ανθρωπότητα
ασχημονεί και παρανομεί ξεδιάντροπα, χωρίς προσχήματα. Ποιος θα
δικάσει ποιον; Πες μου σε παρακαλώ. Νομίζεις πως τα στρατόπεδα αυτά
έγιναν τώρα; Λειτουργούν δεκατέσσερα χρόνια περίπου ... βέβαια τα
τελειοποιήσαμε, τα προεχτείναμε, τα γεμίσαμε κομφόρ, φούρνους,
θαλάμους αερίων ... Και θ' απαιτήσουμε να πάρεις εσύ, ένα κοριτσάκι, την
ευθύνη καρφώνοντας το κορμί σου στα σύρματα; Μα είσαι ανύπαρχτη, και
συ και γω, μέσα στα εκατομμύρια τους ανθρώπους που οδηγήθηκαν δυο
χρόνια τώρα στο θάνατο της πυράς. Ίσα - ίσα που πρέπει να επιζήσεις.
—Γιατί;
—Καθένας που θα επιζήσει από σας, θα 'ναι ένα μνημείο ντροπής για την
ανθρωπότητα.
—Μα θα ντρέπομαι να βγω από δω και να συνεχίζεται «αυτό» Αρτ! Όλο
τούτο τον καιρό, νόμιζα πως διάλεγα το δυσκολότερο, ακριβώς γιατί ζούσα
το χειρότερο. Λες να 'ταν ένα πρόσχημα για τον εαυτό μου; Πίστευα πως
Digitized by 10uk1s

διάλεγα τον μαρτυρικότερο τρόπο να ζήσω, ενώ θα 'ταν πολύ απλό, πολύ
ξεκούραστο να πεθάνω ... παρά να δέχομαι οχτώ με δέκα σπιούνους στο
κρεβάτι μου, κάθε βράδυ ... αλλά μένοντας ζούσα και γω το μερτικό μου.
Αν όμως τώρα θελήσω να σωθώ, θα πρέπει να παραδεχτώ, πως άντεχα
από μια κοινότατη ανάγκη επιβίωσης ... και πως όλα, όλα, η ασυμφιλίωτη
διάθεσή μου, η αναισθησία μου, δεν είναι παρά ένα θέατρο, για μένα
πρώτα. Δεν ξόδεψα ούτε ένα χαμόγελο, μήνες τώρα, ούτ' ένα τόσο δα
λόγο. Παράσταινα τη μαρμάρινη πλάκα, που απάνω της καταγράφονταν
οσα έβλεπα.
—Έτσι νόμιζες.
—Όχι, έτσι ήταν!
—Έστω, λέει ο Αρτ.
—Έστω, έστω, ψιθυρίζει η Τζούντυ κλείνοντας τα μάτια. «Ναι, μα η
Ντόρα, η Χανά και η Ραχήλ που ξεπαρθενεύτηκαν μ' ένα μητροσκόπιο κι
ύστερα ...» Ύστερα από τόσους μήνες άρχισε να κλαίει στην αγκαλιά του
άντρα.

Συχνά τα βράδυα έβλεπε την κορμοστασιά της Χανά να πλησιάζει το
συρματόπλεγμα που χωρίζει το μπορντέλο από το μπλοκ Πειραμάτων. Δεν
τη φώναζε. Στεκόταν μόνο και περίμενε, με τα μάτια της να ψάχνουν στο
μισοσκόταδο. Η Τζούντυ δεν είχε πάντα κέφι κι αντοχή να της μιλήσει κι
ας μην είχε δουλειά. Ούτε κι έκανε καμιά προσπάθεια να κρυφτεί. Έμενε
όρθια, ασάλευτη, με το ψηλό κορμί της να διαγράφεται καθαρά στον
άσπρο τοίχο που ακουμπούσε. Η Χανά, που την έβλεπε, φυσικά, περίμενε
αδιαμαρτύρητα. Τέλος, τέντωνε ακόμη λίγο το λαιμό της, σα να την
καλούσε άφωνα για τελευταία φορά κι έφευγε. Μα η Τζούντυ δεν άντεχε,
Digitized by 10uk1s

βαριόταν να την ακούει, κάθε που σμίγαν, να την ρωτά με κείνη την
ψιθυριστή αγωνία. «Τι θα μου κάνουν; Τι άλλο λες να μου κάνουν;»
Ύστερα, είκοσι μέρες μετά, είδε να τις φορτώνουν πάλι στο καμιόνι. Και
πάλι κλαίγαν όλες, βέβαιες πως τις πήγαιναν στους θαλάμους αερίων. Αλλά
τις πήγαν στα κεντρικά ιατρεία. Τις έκλειναν ανά δυο σ' ένα σκοτεινό
θάλαμο. Τις ξάπλωναν ανάσκελα, γυμνές, σε μια κρύα πλάκα, τις τέντωναν
καλά και κατέβαζαν πάνω στην κοιλιά τους μιαν άλλη, παρόμοια πλάκα,
που τις πίεζε, όπως μια πρέσσα. Όταν η πίεση γινόταν ασφυχτική οι δυο
πλάκες άρχιζαν να ζεσταίνουν την κοιλιά και τα νεφρά τους. Η Χανά
γούρλωνε τα μάτια μέσ' στο σκοτάδι για να καταλάβει τι γινόταν. Μα όσο
περνούσε η ώρα μια κάψα ανυπόφορη διαπερνούσε την επιδερμίδα και
φλόγιζε τα σπλάχνα της. Νόμισε πως έμεινε έναν αιώνα σφιγμένη και
πυρπολούμενη στην πρέσσα. Μόλις τη λεφτέρωσαν, άρχισε να ξερνά,
όπως κι όλες οι άλλες, που είχαν περάσει, πριν απ' αυτήν. Και συνέχισε να
ξερνά είκοσι τέσσερις ώρες μετά. Οι σπασμοί του εμετού τραβούσαν το
δέρμα και μεγάλωναν τους πόνους του εγκαύματος στην κοιλιά και πίσω.
Μια βδομάδα μετά που μπόρεσε η Χανά να περπατήσει και βγήκε στον
περίβολο, ήταν άγρια, ρουφηγμένη, μ' ένα πρόσωπο χαλκοπράσινο. Σαν
είδε τη Τζούντυ, σήκωσε το φουστάνι της και της αποκάλυψε την κοιλιά
της, μια μονοκόμματη πληγή από το έγκαυμα.
—Στείρωση, της φώναξε, μου 'καναν στείρωση με ακτίνες Χ, και περίμενε
το ξάφνιασμα και την συμπόνια της Τζούντυ. Μα εκείνη δε μίλησε. Νόμισε
πως οποιαδήποτε εκδήλωση συμπόνιας θα τσάκιζε την αντίσταση της
μικρής.
Η Χανά, που 'νιωσε μετέωρη κι εκτεθειμένη, αναζήτησε κάποιο στήριγμα
και λέει.

Digitized by 10uk1s

—Ευτυχώς που η Αλίντα είναι καλή!
—Ποια είναι αυτή;
—Αυτή που μας συνοδεύει πάντα. Μια ρωσίδα γιατρός, όμηρος κι αυτή.
Μας αγαπά πολύ.
Μέσα στο χώρο αυτό της απαγορευμένης ανθρωπιάς, η Αλίντα ψιθύριζε
όλη της την τρυφεράδα ρούσικα, ιδιαίτερα στις μικρές, τις τόσο
ανυπεράσπιστες απέναντι σε όλους.
—Δε θα γεννήσω ποτέ μου παιδιά, Αλίντα;
—Νομίζω πως το πείραμα δεν πέτυχε, καθησυχάζει την μια, ύστερα από
την άλλη.
Ένα μήνα μετά πήραν ξανά στα ιατρεία, όλες όσες επιζήσανε από τα
εγκαύματα ή τις μολύνσεις. Με μάτια τρελλά από φόβο, οι μικρές,
αναζητούν μπαίνοντας την Αλίντα.
—Τι θα μας κάνουν; της ψιθυρίζει η Χανά, τρέμοντας.
—Τίποτα, σχεδόν, μια ένεση, και της έδεσε τα πόδια στους μετάλλινους
βραχίονες του χειρουργικού κρεβατιού.
Ύστερα ο γιατρός πλησιάζει με μια μακριά γυαλιστερή τσιμπίδα που
εξαφανίζεται μέσα της. Η Χανά μουγγρίζει. Μα ο γιατρός, αφού
ψαχούλεψε για λίγο, άρπαξε στη δαγκάνα της τσιμπίδας του το στόμιο της
μήτρας. Τώρα παίρνει στο άλλο του χέρι μια τεράστια σήριγγα, ίδια με το
μπιμπερό του αδερφούλη της, με τις γραμμές απάνω και τους ανάγλυφους
αριθμούς. Η σύριγγα χορεύει για λίγο πέρα δώθε στα δάχτυλα του
γιατρού, πλαγιάζει, σηκώνεται. «Βέβαια δεν είμαι και κανένα μωρό να
τρέμω για μια ένεση που θα μου κάνουν ...» σκέφτεται.
Digitized by 10uk1s

Ακούει η ίδια την κραυγή της και νομίζει πως τη βλέπει να χτυπάει και να
κομματιάζει το μεγάλο γλόμπο που κρέμεται ακριβώς πάνω από την κοιλιά
της. «Αυτό ήτανε!» παρηγοριέται και κλείνει τα μάτια. Δε βλέπει το
δάχτυλο του γιατρού που πιέζει με δύναμη το έμβολο. Το καυστικό υγρό
εισχωρεί στη μήτρα που πλημμυρίζει και φουσκώνει, ένα μικρό μπαλόνι
στα σπλάχνα ενός παιδιού. Το υγρό, πιεσμένο όλο και δυνατότερα,
ξεχειλίζει, κατρακυλάει στις σάλπιγγες, τις γεμίζει κι αυτές και ξεχύνεται
στην κοιλιά ... «Ένα φυτίλι από την κουπαστή ως την τούρκικη ναυαρχίδα,
που καθώς άναψε γλυστρούσε σα φλογερό φίδι στο σκοτάδι πάνω από τη
θάλασσα, ώσπου ...» Άνοιξε τα μάτια της, βέβαιη πως θα δει τα σπλάχνα
της να τινάζουνται στον αέρα, «με εκκωφαντικό θόρυβο», όσο το
αναμμένο φίδι ξεδιπλώνεται μέσα της. Το πρόσωπό της λούζεται στον
ιδρώτα. Κάποιος πατεί μ' ένα τεράστιο πέλμα την κοιλιά της. Είναι η
παλάμη του γιατρού που την πιέζει για να κυκλοφορήσει σίγουρα το υγρό.
—Καίγομαι!
Η Αλίντα σκουπίζει, υπηρεσιακώς, το μουσκεμένο πρόσωπο, πιέζοντας
περισσότερο τα δάχτυλα στα ρουφηγμένα μάγουλα. Ένας βοηθός τη
σηκώνει στα χέρια και την ξαπλώνει κατά γης στο διπλανό θάλαμο.
Οι σύριγγες αποστειρωμένες γεμίζουν ξανά. Η δουλειά προχωρεί
συστηματικά και με ρυθμό. Το μεσημέρι έχουν πια τελειώσει. Τις
αναγκάζουν όλες να σηκωθούν και να σταθούν όρθιες στο φορτηγό που
τις φέρνει πίσω στο λάγγερ 10. Με την μετακίνηση το υγρό κυκλοφορεί
ως το τελευταίο έντερο και το κατακαίει. Οι πόνοι γίνουνται αφόρητοι.
—Να, να, τις φέρνουν, φώναξε μια από τις κοπέλλες που συσκευάζουν
μπουκαλάκια στη φαρμακαποθήκη. Η Τζούντυ κυττάει από το παράθυρο,
τα αλλοιωμένα πρόσωπα, χέρια που κρέμουνται λυπόθυμα, και μάτια
ορθάνοιχτα, παραλοϊσμένα.
Digitized by 10uk1s

Η μπλόκοβα με δυο νοσοκόμες κατεβάζουν τις κοπέλλες που σωριάζουνται
αναίσθητες στο προαύλιο. Η Αλίντα επιβλέπει, τρέχει, μπαινοβγαίνει. Μέσα
σε κάποια χέρια κρέμεται ένα πανιασμένο πρόσωπο με τα μάτια κλειστά.
Καθώς προχωρούν προς την είσοδο, μια ξανθιά κοτσίδα, πεθαμένη από
καιρό, ταλαντεύεται πέρα δώθε.
Οι κοπέλλες της φαρμακαποθήκης γυρίζουν αμίλητες στη δουλειά τους. Το
βράδυ το στρατόπεδο όλο είναι σε συναγερμό. Οι σειρήνες ουρλιάζουν, τα
σκυλιά γαυγίζουν, οι γερμανοί τα συναγωνίζουναι γαυγίζοντας πιο δυνατά,
χιλιάδες όμηροι στέκουν όρθιοι, ώρες μετά το άπελ. Κάποιος το 'σκασε,
κάποιος σκότωσε, όλα είναι συγκεχυμένα στ' αυτιά των κοριτσιών του
μπορντέλου, από ξεκάρφωτες πληροφορίες. Απόψε κανείς δεν τις
επισκέπτεται. Ανάπαυση λοιπόν και ψιλοκουβέντα, ως αύριο, που κάποιος
από τους επισκέπτες θα τους ψιθυρίσει τα νέα. Η Τζούντυ στέκει
ολομόναχη έξω, κολλημένη στον τοίχο, με τα μάτια καρφωμένα στο
Μπλοκ 10. Καμιά από τις εκατό παρθένες που πήγαν το πρωί στο
νοσοκομείο κι από κει πάλι πίσω, δεν έκαμε την εμφάνισή της στον
περίβολο. Με τα μάτια και τ' αυτιά τεντωμένα, νομίζει πως ακούει τα
βογγητά των άρρωστων. Ξάφνου βλέπει την γεροκόκκαλη Αλίντα να
εμφανίζεται στην είσοδο και να κυττά πάνω κάτω, λες και κάποιον
περιμένει. Η Τζούντυ προχωρεί προς το διαχωριστικό συρματόπλεγμα και
της κάνει νόημα. Η Αλίντα δεν την έχει ξαναδεί. «Τι θέλει πάλι αυτή;».
Αλλά σκέφτεται πως ίσως κάποιος παρασκευαστής της φαρμακαποθήκης
να βρίσκεται απέναντι. Με σβέλτα βήματα τρέχει κοντά της.
—Πώς είναι; τη ρώτα η Τζούντυ.
—Ποια;
—Η ... οι κοπέλλες, οι μικρές ...

Digitized by 10uk1s

—Είναι όλες βαριά ... οι μεγάλες αντέχουν. Ξέρεις αν είναι κανείς
παρασκευαστής

μέσα;

...

και

με

το

κεφάλι

δείχνει

κατά

την

φαρμακαποθήκη.
—Όχι, γιατί;
—Δεν είναι κανείς εδώ. Τι να τις κάνω; Πονούν, φωνάζουν. Είχα δέκα
μορφίνες. Τα μικρά κυρίως που γύρισαν σε περιτονίτιδα ...
—Κι η Χανά; ρωτά η Τζούντυ.
—Κι η Χανά κι η Ντόρα με σαρανταένα πυρετό ... για τη Ραχήλ δεν είμαι
ακόμη σίγουρη. Μα πονούν φριχτά, τι να κάνω;
—Και η μορφίνη;
—Αν είχα μορφίνη! Θα ησύχαζα τις μεγαλύτερες και θ' ανακούφιζα τις
μικρές που είναι ζήτημα αν βγάλουν τη νύχτα.
—Περίμενε, λέει η Τζούντυ, ή μάλλον πήγαινε και ξαναγύρισε σε δέκα
λεπτά.
—Είναι μέσα κανείς; ρωτά η Αλίντα γεμάτη ελπίδα.
Μα η Τζούντυ απομακρύνεται κουνώντας της το χέρι. Πάει ως την πόρτα
της σάλας και σα να μετανιώνει στρίβει αριστερά. Αν έχει τύχη, μόνο να
μην ήρθε ο Βάλτερ τ' απόγεμα. Μα με τόση φασαρία δεν ξεμύτισε κανείς.
Προχωρεί ψύχραιμα πλάι στον τοίχο και φτάνει στην πόρτα της
φαρμακαποθήκης, που υποχωρεί, μόλις στρίβει την πετούγια. Ανάβει τον
διακόπτη και ψάχνει με τα μάτια ολόγυρα. «Που είδα, που είδα δύο τρία
κουτιά;» Προχωρεί κατά το δεξιό ράφι. «Στο γραφείο του!» Στο γραφείο
του είναι η μεγάλη ντουλάπα με τα συρταράκια και τις πλάκες από
πορσελάνα. «Μορφίνη». Το άνοιξε χαρούμενη, μα κοντοστάθηκε. Όλα κι
Digitized by 10uk1s

όλα δυο κουτιά. Ο δισταγμός της κράτησε ελάχιστα. Πήρε το ένα, έκλεισε
το συρτάρι και προχώρησε προς τα έξω σβήνοντας τα φώτα. Τραβώντας
πίσω της την πόρτα, είδε τους δυο Ες Ες να πλησιάζουν. Έστριψε
αδιάφορα το κεφάλι της και κρατώντας το κουτί, σα να πήγαινε κάπου ένα
δέμα με γλυκά, προχώρησε κατά την είσοδο της σάλας. Η Αλίντα την
παρακολουθούσε

από

απέναντι,

καθώς

διασταυρώθηκε

με

τους

γερμανούς. Αυτοί προσπέρασαν αμίλητοι κι η Τζούντυ στηρίχτηκε για λίγο
στον τοίχο. Ύστερα έτρεξε γρήγορα κατά την Αλίντα και της ψιθύρισε.
—Θα σου το πετάξω. Δε θα σπάσουν, έχουν γερό αμπαλάζ. Και πέταξε το
κουτί πάνω από το συρματόπλεγμα.
Η Αλίντα το 'πιασε στον αέρα, ρωτώντας συγχρόνως.
—Πώς σε λένε;
—Τζούντυ!
—Ευχαριστώ παιδί μου, ευχαριστώ, κι έφυγε γρήγορα.
Όλα πήγαν καλύτερα με την αυγή. Οι πόνοι, όλοι οι πόνοι της Χανά,
τέλειωσαν για πάντα. Η Τζούντυ ξάγρυπνη άκουσε τα σκυλιά, τα τζιπ και
τους Ες Ες, που ξεκινούσαν για το κυνήγι του δραπέτη. Μια ώρα μετά, με
το κύπελλο του καφέ ζεστό μέσ' στις χούφτες της, είδε το χειράμαξο να
μπαίνει στο μπλοκ 10. Σαν βγήκε, αναγνώρισε τη Ντόρα ξαπλωμένη
νωχελικά, απάνω σε τέσσερα άλλα πτώματα, δείχνοντας ξετσίπωτα τη
μαύρη κοιλιά της. Τ' άλλα πρόσωπα δε φαίνονταν. Μα η Τζούντυ είναι
βέβαιη, πως κάτω από τη νεκρή Ντόρα, βρίσκεται το τσουρουφλισμένο
κορμί της γοργόνας, που δεν έμαθε ποτέ, αν ο καλός της ζούσε.
Κι ο Σαμ ξύπνησε, χαμογελώντας, κείνο το πρωί καθώς θυμάται τ' όνειρό
του. Περπατούσε λέει σ' ένα φαρδύ δρόμο της Αθήνας και βιαζόταν να
Digitized by 10uk1s

φτάσει κάπου στο βάθος, όπου τον σταμάτησε ένα πλήθος κόσμου
συγκεντρωμένο, που περπατούσε αργά. Ο κόσμος ήταν πυκνός, ένα
αδιαπέραστο τείχος που δεν κατάφερνε να διασπάσει. — «Τι είναι, τι
συμβαίνει;» ρωτάει. — «Η κηδεία του Καραγκιόζη», τον πληροφορεί
κάποιος. — «Πέθανε ο Καραγκιόζης;» ρωτάει πάλι και ξεσπάει σε κλάμα. —
«Μα πως πέθανε ο Καραγκιόζης;» Κανείς δεν ήξερε να του πει. Κι έγινε ένα
με το ανθρώπινο πλήθος που δεν μετακινιόταν. Και τ' άρεσε να στέκει εκεί
ασάλευτος και να κλαίει. Τότε ένας άγνωστος τον αγκάλιασε από τους
ώμους. Στράφηκε κι είδε τον Καραγκιόζη να τον κυττάει κοροϊδευτικά. —
«Καλέ πεθαίνει ο Καραγκιόζης;» Από το ξάφνιασμα ξύπνησε.

Η Αλίντα μ' όλη την απόγνωσή της και τις φωνές των άρρωστων γυναικών
που την καλούσαν από παντού, παραμόνευε, που και που, να δει την
κοπέλλα που 'κλεψε τη μορφίνη. Μα η Τζούντυ έμενε στο κρεβάτι
συνέχεια όσο δεν ήταν υποχρεωμένη να βρίσκεται στη φαρμακαποθήκη.
Την τέταρτη μέρα, από τον θάνατο της Χανά, είδε κατά το σούρουπο την
Αλίντα να στέκει επίμονα μπροστά στο συρματόπλεγμα. Τεντώθηκε και
γύρισε το κεφάλι της στον τοίχο. Μα υψώθηκε μπροστά της η σιλουέτα
της Χανά, να την περιμένει με τις ώρες. Μια ντροπή την πλημμύρισε και
βγήκε στον περίβολο. Η Αλίντα χαμογέλασε μόλις την είδε.
—Είχα τρελλαθεί από το φόβο μου, της λέει μόλις πλησίασε, μπας κι
ανακάλυψαν τίποτα.
Η Τζούντυ σήκωσε το κεφάλι πως όχι. Κυττάχτηκαν στα μάτια.
—Καμιά ώρα, θαρρώ πως θα βουτήξω στο ποτάμι κι όπου με βγάλει ... λέει
η Αλίντα.
—Κολυμπάς;
Digitized by 10uk1s

—Πολύ καλά!
—Τι έγινε;
—Οι δυο, η Χανά κι η Ντόρα πέθαναν την πρώτη νύχτα. Η Ραχήλ βάσταξε
σαρανταοχτώ ώρες. Καπνίζεις;
—Όχι, λέει η Τζούντυ. Μα η Αλίντα της είχε κιόλας πετάξει ένα πακέτο
τσιγάρα.
—Πάρτα! Τα είχα για σένα!
Τα φύλαξε στην κουβέρτα της. Πότε, πότε, τις νύχτες, γλυστράει το
δάχτυλό της στη ζελατίνα του κουτιού.

Digitized by 10uk1s

Το τελευταίο απόγεμα της Τζούντυ στο μπορντέλο πέρασε μαρτυρικό.
—Θα προσέχεις ν' ακούσεις το σύνθημα, της είχε πει ο Αρτ, δίνοντάς της
το άσπρο σκουφί νοσοκόμας με τον κόκκινο σταυρό. Μόλις ακούσεις έναν
πυροβολισμό, μια σειρήνα, κάτι, θα γλυστρήσεις και θα πάρεις το δρόμο
πίσω από τη φαρμακαποθήκη. Θα περπατήσεις ήρεμα, βαδίζοντας ίσια
μπροστά σου, ώσπου να φτάσεις στο νοσοκομείο των γερμανών
αιχμαλώτων. Είναι το μπλοκ 21. Εκεί στην είσοδο θα σε περιμένω. Την
κύτταξε με αγωνία. Σύμφωνοι; Μου υπόσχεσαι να 'ρθείς;
—Ναι.
—Δε θα φοβηθείς;
Η Τζούντυ χαμογέλασε:
—Να φοβηθώ;
Και να που απόψε, την τελευταία βραδιά μέσα δω, φοβάται. Ιδίως βλέπει.
Επί μήνες δεν είχε δει κανέναν. Και τώρα βλέπει πρώτα απ' όλα τους
«επισκέπτες»

της.

Άθλιους,

κακομοιριασμένους,

άβουλους

κι

αναποφάσιστους προδότες για μικρά κέρδη, αμφίβολη παράταση ζωής και
μαζί λαίμαργους και δίβουλους. Αισθάνουνται ξεγελασμένοι, κλεμμένοι, με
τούτη την παγωμένη γυναίκα, το αντάλλαγμα της προδοσίας τους, που
δεν σηκώνει το χέρι της να τους αγγίξει, παρά μόνο για να τους σπρώξει
όταν τελειώσουν. Κι όλοι, σχεδόν, προσπαθούν να της πιάσουν κουβέντα.
— «Από που είσαι; — Εβραία, απαντά. — Σε ρώτησα από που είσαι; —
Από δω. Γεννήθηκα μέσα δω και σε περίμενα. — Θα πω πως δεν κάνεις
φράγκο».
Εκείνη σηκώνει τους ώμους. «Όπως σ' αρέσει, αλλά πήγαινε».
Μα κανείς δεν της έκανε παρατήρηση ποτέ. Η Τσέχα μπλόκοβα την
Digitized by 10uk1s

συμπαθεί κι ας έμεινε πάντα αφίλιωτη, εχθρική. — «Θέλεις αυτό το
φόρεμα;» τη ρώτησε μια μέρα. Η Τζούντυ πήρε το μαύρο μεταξωτό μα
δεν το φόρεσε ποτέ. «Αύριο όμως θα το φορέσω με τη ζακέτα μου από
πάνω για να φαίνομαι συμμαζεμένη». Τούτος εδώ ο κοκκαλιάρης βαραίνει
ανυπόφορα παλεύοντας απάνω της. Μα όλοι βαραίνουν σήμερα,
καθυστερούν, μυρίζουν άσκημα και τη βασανίζουν. Όλες οι αισθήσεις της
άνοιξαν, σαν τρύπες που ξέφραξαν και που ο αέρας μπούκαρε μονομιάς
μέσα τους. Βλέπει την ασκήμια, τις χυδαίες κινήσεις, μυρίζει την απλυσιά,
πνίγεται. Όταν επιτέλους την άφησαν ήσυχη, πήγε και πλύθηκε, τρίβοντας
με μανία το πετσί της. «Τέλειωσε, τέλειωσε, ψιθυρίζει τραγουδιστά. Η
ανάσα της κόπηκε από μια σκέψη. «Κι αν αποτύχουμε;» Έμεινε για λίγο με
τα δάχτυλα σφιγμένα στη βρύση, μα τινάχτηκε ανακουφισμένη.
—Κι αν αποτύχουμε, πάλι τέλειωσε.
Δεν κοιμήθηκε. Οι αφυπνισμένες αισθήσεις της ψαχουλεύουν το σκοτάδι
και τη σιωπή. Μα δεν καταφέρνει να ομορφύνει τον κόσμο που την
περιμένει. Τι άλλο είχε η ζωή; Τι ήταν η Θεσσαλονίκη; Πώς ήταν η
λεφτεριά πριν τη χάσει; Άγνοια. Μα είναι λεφτεριά η άγνοια της
ανθρώπινης δύναμης, της αδικίας, του εγκλήματος; Και τώρα; Που θα
βρει, που θα 'ναι η λεφτεριά, όσο μακριά κι αν πάει, αφού θα κουβαλεί
μέσα της το φόβο και τη δολοφονία τόσων ανθρώπων. «Τρία εκατομμύρια
έχουν κάψει» της είπε ο Αρτ. «Και πόσους θα κάψουν ακόμη!» Κάθε χρόνο
θα 'ρχεται δω, με μια αγκαλιά τριαντάφυλλα για τη Χανά. Και γιατί μόνο
στη

Χανά;

Μα

πως

να

κουβαλήσει

τρία,

τέσσερα

εκατομμύρια

τριαντάφυλλα, ένα τουλάχιστον για τον καθένα, αυτή, ένας μόνος
άνθρωπος. «Θα το ζητήσω από τους ανθρώπους», ψιθυρίζει, σφιγμένη
στο μαξιλάρι της. «Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα ζητήσω, μια μέρα το
χρόνο, όλοι οι άνθρωποι, απ' όλο τον κόσμο, ν' αποθέτουν σε μια κεντρική
πλατεία του τόπου τους, από ένα τριαντάφυλλο κόκκινο. Και θα
Digitized by 10uk1s

υψώνουνται βωμό! πανύψηλοι από τριαντάφυλλα, ένα για τον καθένα».
Μα αν οι στασιαστές δεν κάνουν το πραξικόπημα; Κι αν δε βρει τον Αρτ να
την περιμένει; Κι αν τη σκοτώσουν; Κρίμα, και δεν έχει κανένα να του πει
την ιδέα της για τα τέσσερα εκατομμύρια τριαντάφυλλα.

Το καμπανάκι του εγερτήριου ξύπνησε όλα τα λάγγερ. Ο Δαυίδ ήπιε ήρεμα
το ζεστό ζουμί με τη μυρουδιά της μέντας και στάθηκε στη γραμμή. Σ' όλη
τη διάρκεια της διαδρομής, ως τους φούρνους, κυττάζει γύρω του,
προσεχτικά, την κάθε λεπτομέρεια, ακριβώς γιατί 'ναι τόσο μονότονα
γνώριμη, τώρα κι έξι μήνες, που φοβάται, μην του διαφύγει τίποτα στο
πλάνο που έχει καταστρώσει, για την απογεματινή στάση. Το κομάντο του
διασταυρώνεται με άλλα κομάντο και παρ' όλο που φρουρούνται αυστηρά
από τους Ες Ες, ανταλλάσσουν ματιές και λέξεις, μέσα από τα κλειστά
χείλια τους που 'χουν γυμναστεί να μιλούν, χωρίς να κινούνται.
Στους φούρνους τα φτυάρια δουλεύουν ασταμάτητα. Είναι καιρός που δε
βλέπει πια τον μακάβριο χορό των πτωμάτων καθώς συναπαντιούνται με
τις πρώτες φλόγες. Μα σήμερα τους ξανακυττά, έναν, έναν, παραδίνοντάς
τους στη φωτιά. Ο τελευταίος νεκρός χαμογελάει σχεδόν, πεταμένος
καθώς βρίσκεται μέσ' στο βαγονέτο. Βέβαια το χαμόγελο είναι παγωμένο,
μα είναι χαμόγελο. «Σίγουρα θα τρελλάθηκε μέσ' στο θάλαμο» σκέφτεται
ο Δαυίδ. Καθώς τον σηκώνει για να τον πετάξει στο φούρνο, βλέπει ένα
κομμάτι χαρτί να ξεπροβάλλει από την ξυλιασμένη του χούφτα. Μόλις
προλαβαίνει, να το σώσει από τις φλόγες.
—Η πραμάτεια τέλειωσε, του φωνάζει ο διπλανός του.
Πραγματικά ένα καινούριο βαγονέτο ανεβαίνει από το υπόγειο, μόνο με
δυο νεκρούς μέσα. Το επόμενο ακολουθεί άδειο.
Digitized by 10uk1s

—Πάει καλά, λέει ο Δαυίδ, και κλείνει τη μετάλλινη πόρτα της μπούκας
του. Ύστερα ξεδιπλώνει προσεχτικά το διπλωμένο χαρτί. Είναι μια γαλλική
προκή ρυξη.
«Σύντροφοι, φυλακισμένοι όλης της Ευρώπης, εδώ κι έξω από την
πατρίδα, χαρείτε, κρατηθείτε, η απελευθέρωσή σας πλησιάζει. Οι σύμμαχοι
προχωρούν σ' όλα τα μέτωπα. Η Πολωνία είναι κιόλας η μισή στα χέρια
των

Ρώσων.

Οι

γερμανοί,

νικημένοι

παντού,

επιστρατεύουν

δεκαπεντάχρονα παιδιά και τα στέλνουν στον πόλεμο».
Ο κάπο κάνει τη βόλτα του κι ο Δαυίδ σκέφτεται, πως πρέπει να κρύψει
την προκήρυξη απ' όλους. Μπορεί βέβαια να τους εμψυχώσει. Μπορεί
όμως και να σκεφτούν, πως είναι μάταιο να διακινδυνέψουν. Καθώς
απομακρύνεται ο κάπο, ξαναβγάζει το χαρτί. «1η του Οκτώβρη 1944», και
δίπλα με μολύβι γραμμένο: Μωυσής. Την έκρυψε βαθιά στην τσέπη του
παντελονιού του κι ύστερα χτύπησε την παλάμη επάνω της, όπως θα
χτυπούσε στον ώμο ένος φίλου. «Εδώ Μωυσή, θα πολεμήσουμε μαζί. Και
ή που θα ξαναπεθάνεις...
Δυο φρουροί φέρνουν το καζάνι με το μεσημεριανό συσσίτιο. «Μια η
ώρα». Καταπίνοντας τη σούπα του κυττάζει ολόγυρα τα αυστηρά
πρόσωπα των συντρόφων του. Ύστερα τα μάτια του καρφώνουνται στο
τηλέφωνο. Όλοι οι εσωτερικοί θάλαμοι συνδέουνται απ' ευθείας με την
κεντρική διοίκηση. Ο Γιόζεφ είναι επιφορτισμένος να κόψει το σύρμα,
μόλις δοθεί το σύνθημα.
—Δεν είχε το πρωί τραίνο; ρωτάνε τον κάπο που πηγαινοέρχεται ανάμεσά
τους καπνίζοντας.
—Αι, να μην ξεκουραστούμε και λίγο;
—Γι' αυτό σ' άφησε ο Έρμπερτ; τον ρωτάει ένας άλλος, θέλοντας να μάθει
Digitized by 10uk1s

που βρίσκεται ο δεύτερος φύλακας. Μα ο κάπο συνεχίζει τη βόλτα του
χωρίς ν' απαντήσει.
—Ν' αφήσουμε τους φούρνους να σβήσουν για να τους καθαρίσουμε;
ρωτάει ο Δαυίδ υπηρεσιακά.
—Άσε να δούμε. Έστειλα τον Έρμπερτ να ρωτήσει... έτσι κι αλλιώς θα πάει
τέσσερις ως να καεί η παρτίδα, λέει ήρεμα ο κάπο.
Ο Δαυίδ παίρνει το κύπελλο και πάει τάχα για νερό. Ευκαιρία να πεταχτεί
ως την είσοδο, να δει πως είναι οι σύντροφοι στον περίβολο από κουράγιο
και να τους ειδοποιήσει, πως όλα πάνε καλά. Μόλις εμφανίζεται, δεκάδες
μάτια καρφώνουνται απάνω του. Ο Δαυίδ κουνάει πρώτα τα φρύδια του κι
ύστερα υψώνει με τρόπο τα τέσσερα δάχτυλα, βεβαιώνοντας πως η ώρα
του συναγερμού, παραμένει η συμφωνημένη: Τέσσερις τ' απόγεμα. Ο
Μωρίς του φάνηκε βαθιά συλλογισμένος. Ο μπάρμπα Ρίκο του χαμογέλασε
αγαθά. Έτσι κι αλλιώς είναι ευχαριστημένος, κυττώντας το σωρό τα
καντρόνια που

στέκουν

λίγα

μέτρα μακριά του.

Δεν ήθελε

να

γρουσουζέψει το κίνημα, μα μια και κουβαλούσε όλο κείνο το πρωί
καντρόνια, από ένα μεγάλο φορτηγό, τα τοποθετούσε κατά τέτοιο τρόπο,
όσο πλησίαζε το μεσημέρι, ώστε να μπορεί κάνεις να κρυφτεί σ' ένα είδος
μικρό υπόστεγο που σχημάτισαν, «καλού, κακού».
Καθώς ο Δαυίδ κατεβαίνει τα σκαλιά, βλέπει τον άλλο κάπο, τον Έρμπερτ,
να τον προσπερνά, τρέχοντας σα βολίδα και να ορμά στο κιγκλίδωμα που
οδηγούσε στο φούρνο. Τον ακολούθησε τρέχοντας κι έφτασε τη στιγμή
που ψιθύριζε, με το μούτρο ξαναμμένο, στ' αυτί του άλλου κάπο. Αυτός
τον κύτταξε με μισόκλειστα μάτια κι ύστερα του φώναξε.
—Τρέχα ν' αναφέρεις εσύ, μήπως εγώ δεν μπορέσω να πιάσω αμέσως τη
γραμμή, και τον έσπρωξε βιαστικά. Ο Έρμπερτ σκούντησε βίαια τον Δαυίδ,
Digitized by 10uk1s

τρέχοντας κατά την έξοδο. Όλοι, τώρα, παρακολουθούν πετρωμένοι, το
κόκκινο μούτρο του κάπο, που κυττάζει αλαφιασμένος ολόγυρα, καθώς
περιμένει να του δώσουν τον λοχαγό που ζήτησε στο τηλέφωνο.
—Μια πληροφορία, χερ κομαντάν ... μάλιστα, το ξέρω, μα είναι επείγουσα.
Φαίνεται πως μερικοί όμηροι ετοιμάζουν...
Ο Δαυίδ τον βούτηξε από πίσω με τέτοια δύναμη, που η συσκευή
ολόκληρη ξερριζώθηκε από τον τοίχο.
—Προδοσία! φωνάζει κρατώντας ψηλά στον αέρα τον κάπο. Οι σύντροφοι
τον κυκλώνουν, έτοιμοι να τελειώσουν με τα φτυάρια τους τον γερμανό,
που τινάζεται καλώντας βοήθεια.
—Τη μπούκα, φωνάζει ο Δαυίδ με χείλια αφρισμένα, ανοίχτε μου τη
μπούκα ...
Η μπούκα του φούρνου ανοίγει το φλεγόμενο στόμα της.
—Βοήθεια, ουρλιάζει ο κάπο, μα ο Δαυίδ τον έχει κιόλας πετάξει στη φωτιά
και κλείνει πίσω του τη μετάλλινη πόρτα.
—Ανεβείτε, μπρος, έξω, διατάζει τώρα, και γρήγορα, πριν προλάβουν να
κινηθούν από πάνω.
Από παντού ξεφυτρώνουν όμηροι που, με τα φτυάρια και τα τσεκούρια
της δουλειάς τους, ρίξανε κάτω λυωμένους τους άλλους δυο γερμανούς
του μικρού περίβολου.
—Εμπρός, εμπρός, προχωρείτε, φωνάζει ο Δαυίδ, να κόψουμε τα
σύρματα...
Οι εξωτερικοί είδαν τους εσωτερικούς να τρέχουν, να ξεχύνουνται
Digitized by 10uk1s

ακράτητοι και να κόβουν τα πρώτα συρματοπλέγματα που τους χωρίζουν
από τους συντρόφους τους. Κι αμέσως κατάλαβαν πως είχαν προδοθεί.
Η ώρα είναι μόλις δυο το μεσημέρι.
—Απάνω τους παιδιά! φωνάζουν αυτοί καθώς τρέχουν να τους
ανταμώσουν.
Τότε ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Πέντε -έξι Ες Ες φάνηκαν,
τρέχοντας από μακριά, με τα αυτόματα να κακαρίζουν, χτυπώντας στην
τύχη. Ο Ερρίκο έδωσε μια βουτιά και χάθηκε κάτω απ' τα καντρόνια.
Έβγαλε

το

χέρι

και

τράβηξε

το

πόδι

του

πετρωμένου

Μωρίς.

Κατρακύλησαν πρώτα τα γυαλιά του κι ύστερα σωριάστηκε κι ο ίδιος δίπλα
του. Γύρω τους μεγαλώνει το πανδαιμόνιο των πολυβόλων.
—Έξι Ες Ες όλοι κι όλοι, Ερρίκο, τους είδα, του ψιθυρίζει ο Μωρίς
τρέμοντας. Όλοι κι όλοι, έξι Ες Ες, καταλαβαίνεις;
—Άκου, άκου, πάει χαθήκαμε, τον κουνάει ο Ερρίκο. Οι φωνές των
πληγωμένων σκεπάζουνται από το κακάρισμα των πολυβόλων. Κι ύστερα
από λίγο, σιωπή. Μα τίποτα πιο τεράστιο, πιο αφύσικο, από τούτη την
απότομη, μονοκόμματη σιωπή.
Επιτέλους! Ένα γαύγισμα. Όχι, μια φωνή ανθρώπου· γερμανού.
—Να σηκωθούν οι ζωντανοί όρθιοι.
Ο Μωρίς ψάχνει τα γυαλιά του κι ο Ερρίκο δεν καταλαβαίνει γιατί τα
σφίγγει στα χέρια του, χωρίς να του τα δίνει. Δειλά, ξετρυπώνουν, ο ένας
ύστερα από τον άλλον, κάτω από τα καντρόνια.
—Ψηλά τα χέρια!

Digitized by 10uk1s

«Μπα, μας φοβούνται!» σκέφτεται ο Μωρίς και διπλώνει τα χέρια του πίσω
στο σβέρκο. Οι όρθιοι δεν τολμούν να κυττάξουν ούτε δεξιά ούτε
αριστερά. Μα όπου φτάνει η ματιά τους, δε φαίνεται γης, γιατί
εκατοντάδες σώματα δεν υπάκουσαν στη διαταγή, «να σηκωθούν οι
ζωντανοί όρθιοι». Οι κάπο που έτρεξαν στον τόπο της στάσης,
πηγαινοέρχουνται ανάμεσα στους νεκρούς και τους κλωτσούν, για να
βεβαιωθούν, αν πράγματι είναι πεθαμένοι. Ο Μωρίς δε μπορεί να πιστέψει
πως φοβούνται τόσο. Κι όμως κάπο και Ες Ες είναι όλοι κι όλοι, στον τόπο
της στάσης, δεκατέσσερις. Τους διατάσσουν να μπουν στη γραμμή. Για να
συνταχτούν, υποχρεώνουνται, μερικοί, να πατούν πάνω στα πτώματα των
συντρόφων τους. Άρχισε το προσκλητήριο. «Σωθήκαμε» πλημμύρισε
χαρά, η καρδιά του Μπάρμπα Ρίκο. Από το δικό του κομάντο, του μικρού
περίβολου, τριάντα οχτώ, από τους εξήντα που ξεκίνησαν το πρωί, δεν
απάντησαν.
—Στα λάγγερ, διάταξε ο Ες Ες τον κάπο.
Παραμερίζουν τους νεκρούς με τα ξυλοπάπουτσα για να προχωρήσουν. Ο
Ερρίκο αναγνωρίζει τους περισσότερους κι ας είναι μπρουμουτισμένοι. Ο
Γιόζεφ, ο Ζακ, ο Ανρύ, ο άλλος Γιόζεφ, αυτός είναι ο μικρούλης Άλεν ...
θεέ, κι ο χοντρό - Γιούλης ... και να, ο ανηψιός του ο Αλμπέρ, δίπλα δίπλα με τον κουνιάδο του ... ο Μωίς, ο Έτγκαρ. Τώρα διασχίζουν το
σημείο με τα ψαλλιδισμένα σύρματα. Εκεί, ανάμεσα στους Ες Ες και τρεις
κάπο, στέκουν με τα χέρια ακόμα ψηλά, μερικοί, ελάχιστοι εσωτερικοί. Ο
ψηλόκορμος Δαυίδ, ξεχωρίζει απ' όλους, με το πολυβόλο κολλημένο στο
στήθος του. Τα μάτια του παρακολουθούν ένα, έναν, τους συντρόφους
που τον προσπερνούν, σκουντουφλώντας στα πτώματα. «Μπάρμπα Ρίκο,
Λύκε».

Digitized by 10uk1s

Η Τζούντυ βρισκόταν μπροστά στο Μπλοκ 18 όταν κόπηκε σα με μαχαίρι ο
τελευταίος πολυβολισμός. Μια ερημιά ανήκουστη απλώθηκε γύρω της.
Περπάτα ίσια και γαλήνια, της είχε πει, ότι κι αν γίνεται. Μπλοκ 20. Γιατί,
ποιος έκοψε τον μαγικό ήχο; Μηχανικά αγγίζει το σκουφί της κι αρχίζει να
τρέχει. Και που είναι οι Πολωνοί παρτιζάνοι; Να τος, ο Αρτ. Το πρόσωπό
του είναι άσπρο· άσπρο σαν τους τοίχους του δωματίου της. Και φοράει
στρατιωτική στολή όπως οι Ες Ες, όπως όλοι οι γερμανοί, όλοι οι
δολοφόνοι.
—Μη σταματάς, περπάτα, τη διατάζει.
Περπατούν, πλάι πλάι, με αδιάφορο ύφος, μόνο που η Τζούντυ νομίζει
πως, όπως δεν ακούει τίποτα στη θανάσιμη ησυχία του στρατοπέδου, έτσι
και δε βλέπει. Γι' αυτό ξαφνιάζεται σαν την σπρώχνει σ' ένα χακί κουτί,
τετράγωνο. Κάθεται σ' ένα κιβώτιο που της παγώνει τον πισινό. Και δίπλα
της, κάθεται κείνος, ο άλλος, ο γερμανός. Το αυτοκίνητο ξεκινά,
μουγγρίζει, την τινάζει απάνω του. Μια παλάμη ξερή, αλύγιστη, παγωμένη,
την στερεώνει στο άβολο κάθισμά της. Το αμάξι χυμάει μπροστά, μα κείνη
το νιώθει να χυμάει μέσα της. Το χέρι περνά πάλι γύρω της, μα τούτη τη
φορά σφίγγει μέχρι πόνου τους ώμους της. Τώρα ναι, το αναγνωρίζει. Ένα
τεράστιο σκληρό κλαδί, τη σφίγγει, τη σφίγγει και το παγωμένο κορμί της
απαγγιάζει στο στέρνο του. Με το άλλο του χέρι της κρύβει το πρόσωπο
στο λαιμό του. Κείνη τη στιγμή ακριβώς, ακούεται πάλι το πολυβόλο, μα
δίπλα τους. Το πολυβόλο χορεύει και το αμάξι χορεύει δεξιά κι αριστερά,
πάει, έρχεται, μουγγρίζει, μα δεν τη νοιάζει «έτσι θα 'ναι η καινούρια
λεφτεριά», ώσπου σταματάει. Μέσ' στο λαιμό του Αρτ ακούει την ανάσα
του ή δε την ακούει; Το καρύδι του ανεβοκατεβαίνει και τα δάχτυλά του
χώνουνται στα μαλλιά της με κακία, σα να θέλουν να τα ξερριζώσουν,
τραβώντας της το κεφάλι κατά πίσω. Ο Αρτ την κυττά. «Αγάπη μου»,
ψιθυρίζει, μέσ' στο στόμα της, για πρώτη φορά και χάθηκε από τα μάτια
Digitized by 10uk1s

της.

Όλοι οι όμηροι της περιοχής του κρεματόριου 3 που στασίασε, στέκουν
ορθοί, στον περίβολο. Ο Μπάρμπα Ρίκο είναι τόσο ευτυχισμένος που τους
γύρισαν πίσω στο στρατόπεδο, που δεν τον νοιάζει για την ορθοστασία.
Τον φτάνει η βεβαιότητα πως δε θα τους εκτελέσουν. Μόνο που αύριο, δε
θα 'χει κανένα, να κουβεντιάσει μαζί του για το θρίαμβο της σωτηρίας του.
Γιατί είναι σίγουρος πως τον Δαυίδ δε θα τον ξαναδεί.
Τους στασιαστές τους οδήγησαν κατ' ευθείαν στους θαλάμους αερίων.
«Και τώρα, κύριε Δαυίδ, ετοιμαστείτε να παίξετε τον ηρωικό σας θάνατο.
Με βήμα σταθερό, κυττώντας τους φρουρούς προκλητικά, μπας και
θυμώσουν και σας ανάψουν καμιά. Μα δε θυμώνουν οι κερατάδες, δε
θυμώνουν. Αυτό λοιπόν φοβόσουν, αυτό δεν ήθελες... Το θάλαμο! Και
τώρα βρίσκεσαι στην είσοδό του ... εφτά, οχτώ, εννιά, όλοι κι όλοι. Ωραία,
θα χαρούμε την ασφυξία μας άνετα, χωρίς στριμώγματα».

Από τη διοίκηση δόθηκε εντολή, να κάψουν με την ευκαιρία το
περιεχόμενο του γυναικείου νοσοκομείου χωρίς εξαίρεση. Τα βραδυνά
τραίνα θα φέρουν χιλιάδες Ούγγρους. Το στρατόπεδο δεν χωρά πια άλλον
κόσμο.
Η Τσέχα μπλόκοβα έκανε νόημα στη Μπουένα να την πλησιάσει.
—Δε θα σας μοιράσουμε βραδυνό. Σε λίγα λεπτά θα σας μεταφέρουν όλες
στους θαλάμους αερίων. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Φρόντισε μόνη σου
... κι απομακρύνθηκε.
Η Μπουένα σκαρφάλωσε στο τρίτο ράφι κι άρχισε να σούρνεται από
Digitized by 10uk1s

κρεβάτι σε κρεβάτι, προχωρώντας προς το βάθος. Εκεί κούρνιασε για λίγο,
με τα μάτια καρφωμένα στον κλειστό φεγγίτη, για να μην τραβήξει την
προσοχή των άλλων γυναικών. Όλες οι άρρωστες έχουν ξεσηκωθεί και
παραπονιούνται για το συσσίτιο που καθυστερεί. Ένα μοτέρ αγκομαχεί
κιόλας, κι άλλο στριγγλίζει φρενάροντας. Πόσα φορτηγά φέρνουνε;
Κυττάει έξω από το τζάμι. Σκοτάδι. Κάνει να τραβήξει το σύρτη μα είναι
σκουριασμένος. Με τα μάτια πεταγμένα έξω, κάνει μια τελευταία
προσπάθεια. Ο σύρτης υποχωρεί τη στιγμή που τρεις Ες Ες με τέσσερις
φρουρούς ορμούν στο θάλαμο.
—Αάλτ! Μην κουνηθεί κανείς!
—Όλες έξω, φωνάζει ο Ες Ες χτυπώντας το μαστίγιο στον αέρα. Σε δυο
λεπτά ο θάλαμος να 'ναι άδειος.
Ο θάλαμος

γίνεται μονομιάς κόλαση. Οι φρουροί σηκώνουν τις

ετοιμοθάνατες και τις πετούν μέσ' στα καμιόνια. Οι άλλες στριγγλίζουν και
τρέχουν να κρυφτούν κάτω από τις κουκέτες στις φωλιές των ποντικών.
Οι γερμανοί τις ξετρυπώνουν με άγριο μαστίγωμα. Και τα ποντίκια
ξεσηκωμένα διασχίζουν πάνω κάτω το θάλαμο, προκαλώντας τον πανικό
και των γερμανών ακόμη. Κείνη τη στιγμή διαλέγει η Μπουένα για να
πηδήσει από το φεγγίτη έξω στο σκοτάδι. Αρχίζει να τρέχει με μάτια ξερά
και τυφλά. Με τα χέρια απλωμένα μπροστά, περιμένει να συναντήσει τα
σύρματα. «Προσοχή, προσοχή, κάπου θα συναντήσω τα σύρματα και
τώρα είναι ηλεκτρισμένα». Η ανάσα της κονταίνει όλο και περισσότερο,
ώσπου σταματά και πέφτει ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά. Ο ουρανός
αστράφτει μικρές φλόγες, για λίγο, που σβήνουν μαζί μ' όλους τους
κινδύνους που την απειλούν.
Συνήλθε στον ήσυχο θάλαμο, ξαπλωμένη σ' ένα άδειο κρεβάτι. Δίπλα της
καθισμένη η μπλόκοβα της χαμογελά.
Digitized by 10uk1s

—Καλά τα κατάφερες. Μόνο που δε μπόρεσες να τρέξεις πολύ. Αν τ'
αυτοκίνητα πήγαιναν από το πίσω μέρος του λάγγερ, θα περνούσαν από
πάνω σου, και θα σε μάζευαν νεκρή ή ζωντανή για το κρεματόριο 3 που
πάνε και τις άλλες.

Οι γερμανοί άδειασαν τις τετρακόσες τόσες γυναίκες με σπρωξιές και ξύλο
και τις κατέβασαν στον προθάλαμο αερίων, με τις κρεμάστρες. Καθώς
μπαίνουν, κυττούν απολιθωμένες τους εννιά όμηρους που στέκουν, με τα
χέρια ψηλά, κολλημένοι στον τοίχο· δυο πολυβόλα πηγαινοέρχουνται
μπροστά τους. Μα κι οι άντρες ανατρίχιασαν στη θέα αυτών των
σκιάχτρων με την αηδιαστική γύμνια.
Ο Ες Ες στάθηκε φάτσα στους εννιά στασιαστές.
—Βάλτε τις στο θάλαμο, τους διατάζει.
Ο Δαυίδ χαμογέλασε ένα αληθινά ευτυχισμένο χαμόγελο, που σημαίνει «Κι
αν δεν τις βάλω;»
—Βάλτε τις γυναίκες στο θάλαμο, γαύγισε ο Ες Ες και κόλλησε το
αυτόματο στο κορμί του Γιόζεφ, γιατί κατάλαβε πως από τον πρώτο δεν
είχε τίποτα να περιμένει.
«Αι, λοιπόν, δε θα κουνήσω το δαχτυλάκι μου» σκέφτεται ο Γιόζεφ,
κυττώντας τον κατάματα.
—Βάλτε τις γυναίκες μέσα, ουρλιάζει αυτός, με το πρόσωπο κόκκινο και τις
φλέβες του λαιμού φουσκωμένες. Μα οι στασιαστές τον κυττούν όλοι
γαλήνιοι. Οι γυναίκες παρακολουθούν σιωπηρές την απίστευτη σκηνή.
Πάνω από τη σκάλα ακούεται ένα γρήγορο βήμα και μια φωνή, ενώ
κατρακυλάει στα σκαλοπάτια ένα κουβάρι, που δύσκολα καταλαβαίνει
Digitized by 10uk1s

κανείς πως πρόκειται για άνθρωπο. Εννιά ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν
απάνω στον δέκατο, που σωριάζεται μπροστά τους. «Ο Προδότης».
Ο Ες Ες τον κλώτσησε κι έφτυσε απάνω του. Αυτός σηκώθηκε και στάθηκε
στη γωνιά χωρίς να κυττάξει κανέναν. Με μια κλωτσιά, χαμηλά στην
κοιλιά, τον σώριασε πάλι κάτω. Ύστερα στράφηκε με μάτια γεμάτα
απόγνωση στον Γκούντερ, τον αξιωματικό που παρακολουθεί την σκηνή.
Μα κείνος δεν ανακατεύεται, για να σώσει το γόητρό του. Βέβαια θα 'θελε
πολύ να τους θερίσει μονομιάς με μια ριπή, μα συγκρατεί τη λύσσα του,
για να τους δώσει το θάνατο που ξέρει πως τρέμουν όλοι τους. Αυτός
έλπισε να προηγηθούν και βασανιστήρια. Αλλά η διαταγή από τη διοίκηση
είναι αυστηρή. — «Κατ' ευθείαν στο κρεματόριο. Σε μια ώρα να αναφέρετε
εκτέλεση». Αλλά και πάλι, είχε τον τρόπο του αυτός, να τους κάνει
μαρτυρικές τις τελευταίες στιγμές, διοχετεύοντας το αέριο σε μικρές
δόσεις.
Ο Ες Ες διάταξε δυο κάπο να βάλουν τις γυναίκες στο θάλαμο. Αυτές
άρχισαν πάλι να ουρλιάζουν. Αλλά τις χτύπησαν με τέτοια μανία που, σε
λιγότερο από πέντε λεπτά, βρίσκουνται μέσα. Ύστερα στράφηκαν στους
στασιαστές, βέβαιοι πως θ' αρνηθούν να υπακούσουν. Μα ο Γιόζεφ, ο
μεγαλύτερος, αποσπάστηκε από τον τοίχο και προχώρησε κατά το θάλαμο
ψέλνοντας.
Μπαρούχ ατά aδωνάι
ελοένου μέλεχ αολάμ1
Ένας ένας, οι υπόλοιποι, τον ακολούθησαν ενώνοντας τη φωνή τους στον
ψαλμό.

1

Ευλογητός εσύ, Κύριε ο Θεός μας, Βασιλεύ του κόσμου.
Digitized by 10uk1s

Μπαρούχ ατά aδωνάι
ελοένου μέλεχ αολάμ
Οι γερμανοί είδαν τον Δαυίδ και τον Γάλλο Αλφόνς που ακολουθούσαν
τελευταίοι, να τραβούν ο καθένας, μπαίνοντας, από ένα φύλλο της πόρτας
και να την κλείνουν πίσω τους.

Η Τζούντυ βρέθηκε δεμένη ολόγυμνη σ' έναν τοίχο με τα πόδια και τα
χέρια ανοιχτά. Ένα σωρό γερμανοί πάνε κι έρχουνται, την κυττούν,
ουρούν απάνω της, τη φτύνουν και ξαναβγαίνουν. Δυο Ες Ες καίνε με το
πούρο τους τις τρίχες στις μασχάλες της. Σφίγγει τα βλέφαρα δυνατά στα
μάτια της, για να μη φωνάξει. Οι γερμανοί γελούν και κατεβάζουν το
πούρο στα σκέλια της. Της καίνε και κει τις τρίχες, ξεκαρδισμένοι στα γέλια
και φεύγουν. Μα ύστερα από λίγο ξαναγυρίζουν, με καινούρια πούρα που
τ' ανάβουν μπροστά της.
—Άνοιξε τα μάτια, τη διατάζουν, μα αυτή δεν υπακούει. Τότε πλησιάζει ο
καθένας το πούρο του στη ρόγα του στήθους της. Σε λίγο, με τη μυρωδιά
της σάρκας της, ακούεται και το πρώτο της ξεφωνητό. Τα μάτια της
τεντώνουνται κι οι βασανιστές της ξεκαρδίζουνται στα γέλια, κρατώντας
πάντα το πούρο κολλημένο στο δέρμα της. Όταν λιποθυμάει, την
αφήνουν κι ανοίγουν από ένα μπουκάλι μπύρα. Την αδειάζουν, χτυπούν τα
χείλια τους ευχαριστημένοι και την πλησιάζουν ξανά. Μόνο που τους
βλέπει, αρχίζει να τρέμει. Ο ένας από τους δυο την λαντουράει με λίγες
σταγόνες μπύρας που 'χουν απομείνει κι ύστερα βυθίζει τον λαιμό της
άδειας μποτίλιας ανάμεσα στα σκέλια της. Τον παρακολουθεί με μάτια
τρελλής, νιώθοντας τον κρύο λαιμό μέσ' στον κόλπο της.
—Μπράβο, όλη, όλη, φωνάζει ο σύντροφός του, και σκύβει για να
Digitized by 10uk1s

παρακολουθήσει καλύτερα το θέαμα.
Οι φωνές της σκίζουν τη νύχτα, το σκοτάδι, την ίδια, όσο η μποτίλια
πιέζεται να χωθεί ολόκληρη στο λιγνό κορμί. Τα δεμένα της μέλη
τινάζουνται, σπαράζουν, καθώς τα τοιχώματα της κοιλιάς της σπούν,
διαρυγνύουνται. Οι γερμανοί γελούν, βλέποντας το αίμα να κυλά ποτάμι
στα μπούτια της, και βγαίνουν βωμολοχώντας. Η μποτίλια γλυστρά λίγο
λίγο και σπα, πέφτοντας επί τέλους, κάποτε, στο πάτωμα. Το αίμα της
τρέχει ακράτητο τώρα, μόνο που η Τζούντυ δεν νιώθει πια, τίποτα, καθώς
μένει ήσυχα κρεμασμένη και αναίσθητη.
Ένα δοχείο νερό που την περιλούζει από το κεφάλι την συνεφέρνει. Της
χύνουν κι άλλο νερό στα πόδια, μα το αίμα έχει ξεραθεί και δε φεύγει. Την
λύνουν μα δεν την αφήνουν να πέσει. Την ξαπλώνουν κάπου και της
δίνουν να πιει κάτι ζεστό. Αισθάνεται να σβήνει, το νιώθει πως θα πεθάνει
κι είναι το μόνο που μπορεί να σκεφτεί με ανακούφιση. Μέσα στον ίλιγγό
της ακούει κάποιον που φωνάζει. —«Βλάκα, έτσι που μου την κατάντησες
πως θα σταθεί στον περίβολο;» Μα γιατί θα σταθεί στον περίβολο, τώρα
πια, αυτό δεν μπορεί να το σκεφτεί. Ένας νοσοκόμος της κάνει μια ένεση
και της χτυπά το μάγουλο.
—Καλύτερα αι;
Η Τζούντυ τον κυττά τρέμοντας. Τι άλλο θα της κάνουν πάλι; Γιατί δεν
πεθαίνει; Σε λίγο τη σηκώνουν όρθια.
—Αν δεν καταφέρεις να σταθείς, της λέει κάποιος, θα σε δέσουν ξανά εκεί.
Και της δείχνει στον τοίχο, τους χαλκάδες απ' όπου κρεμόταν όλη νύχτα.
Τρέμει. Της φοράνε το μαύρο της φουστάνι. Οι πόνοι της είναι
ανυπόφοροι. Έχει την αίσθηση πως οι σάρκες της κρέμουνται κουρέλια
ανάμεσα στα πόδια της. Κάποιος τη σηκώνει στα χέρια του και τη
Digitized by 10uk1s

μεταφέρει σ' ένα αμάξι. Σε λίγο την ξεφορτώνουν σε μια πλατεία που δεν
έχει ξαναδεί. Όχι, είναι ένας περίβολος λάγγερ. Ολόγυρα στέκουν πάρα
πολλές γυναίκες, τρομαχτικές, που πάλι δεν έχει ματαδεί όμοιές τους. Και
κάπου, πιο μπροστά απ' όλες, η Τσέχα μπλόκοβα να την κυττά με τα
ξεπλυμένα της μάτια. Τη σπρώχνουν κοντά σ' έναν αξιωματικό που μιλάει.
—Τούτη η Εβραία είχε το θράσος να ερωτευτεί έναν άρειο, έναν
καθαρόαιμο γερμανό και του ζήτησε να την πάρει να φύγουν. Τούτη η
Εβραία, φαντάστηκε πως μπορεί ποτέ, ένας γερμανός, να καταδεχτεί να
την αγγίξει, να προδώσει τη φυλή του. Τούτη η Εβραία θα τιμωρηθεί τώρα
όπως θα δείτε.
Ο γερμανός προχωρεί κατά το μέρος της μ' ένα περίστροφο υψωμένο. Η
Τζούντυ κλείνει τα μάτια, για ένα δευτερόλεπτο. Ύστερα τεντώνεται με μια
τεράστια προσπάθεια. Ο πόνος παραμορφώνει τα χαραχτηριστικά της, μα
καταφέρνει να κρατήσει τα μάτια της ορθάνοιχτα, περιμένοντας τον
γερμανό που την πλησιάζει. Κι όταν πια το περίστροφο βρέθηκε κάτω από
το σαγόνι της, καταφέρνει να χαμογελάσει.
Οι γυναίκες κλείσαν τα μάτια τους στον πυροβολισμό.
«Αρτ».

Digitized by 10uk1s

Τρία βράδια μετά, ο Μωρίς ζήτησε από τον Ερρίκο κανένα κομμάτι ψωμί.
—Πάω να δω κείνο το μικρό, τον ξεχάσαμε.
Ο Ερρίκο σήκωσε τους ώμους ανήμπορος. Πάνε πια αυτές οι πολυτέλειες.
Όλες οι συμφορές πλακώσανε μαζεμένες. Δε φτάνει που χάθηκε ο Δαυίδ.
Αλλάξανε όλα τα κομάντο μέσα κι έξω από το κρεματόριο. Τώρα
δουλεύουν μια ώρα μακριά από το στρατόπεδο. Πάνε και τα τυχερά από
τους πεθαμένους. Πρέπει πάλι να χορταίνουν από τη σκέτη σούπα και τα
λίγα γραμμάρια του ψωμιού με τη μαργαρίνη που τους δίνουν στο
συσσίτιο. Ο Μωρίς πήρε το δρόμο για το λάγγερ των παιδιών σκυφτός και
γερασμένος. Μα όσο πλησιάζει, η χαρά πως θα δει τον Σαμ και τους
άλλους μικρούς τον ζωντανεύει. Έχει πάντα την συνήθεια να στέκει και να
χαζεύει τα παιδιά πριν εκείνα τον αντιληφτούν. Κάθουνται παρέες παρέες
και διηγούνται παραστατικά, με τα λιγνά χέρια τους να διαγράφουν
μεγάλους κύκλους και τα μάτια τους εκστατικά και πεινασμένα στα
ρουφηγμένα πρόσωπα. Ο Σαμ γίνηκε από την πρώτη στιγμή ο φυσικός
αρχηγός των μικρών Ρωμιών. Εκτός από το ότι ψήλωσε κι άλλο κι είναι πια
τέλειο παλληκάρι, τους επιβλήθηκε και σαν πλουσιότερος σε ζωντάνια και
φαντασία. Ποτέ ήρωας δεν πλάστηκε με τόσο πάθος κι ομορφιά, όσο ο
Ερέρα από τον Σαμ κι ας μην τον είχε δει ποτέ. Τον ξόμπλιαζε, βράδυα
ολόκληρα, στους μικρούς συντρόφους του, καβάλα στ' άγρια κύματα του
καταρράχτη, μ' ατσαλένια μπράτσα κι αστραπές στα μάτια· τολμηρό κι
ακατάδεχτο να ζητιανέψει τη βοήθεια των Πολωνών κι έτοιμο ν'
αντιμετωπίσει ένα λόχο γερμαναράδες ... δεν είχε βέβαια υπολογίσει τα
σκυλιά!
Τα παιδιά τον ακούν μαγεμένα. Και οι νύχτες τους γεμίζουν από
ρακένδυτους ήρωες. Τη μέρα μασούν τις ωμές πατάτες που κλέβουν, μαζί
και το χώμα, γιατί πρέπει να σωθούν, να βγουν μέσα από το Μπιρκινάους,
να πολεμήσουν την αδικία και τη δειλία.
Digitized by 10uk1s

Μα κι ο Σαμ γεμίζει χαρά, σα βλέπει τον Μωρίς, γιατί ξέρει, πως πάντα
κάποια μικρή λιχουδιά θα του φέρει ο φίλος του, μα και γιατί θα μάθει πάλι
ένα σωρό καινούρια πράματα και θα 'χει θέματα να τροφοδοτεί με
κουράγιο τ' άλλα παιδιά. Κι απόψε ο Μωρίς γι' αυτό πάει. Για να παραδώσει
τον Δαυίδ στην αστραφτερή φαντασία του. Κι αυτός με την σειρά του, να
τον ξαναγεννήσει αθάνατο, στις καρδιές και τη μνήμη των άλλων παιδιών.
Πώς αλλιώς να σωθεί ο Δαυίδ από τη λησμονιά, μέσα στους χιλιάδες
καθημερινούς θανάτους του στρατοπέδου; Μα από την ανοιχτή πόρτα της
παράγκας, που στάθηκε, η καρδιά του σφίχτηκε. Η γωνιά που, συνήθως,
βρίσκει τα Ελληνάκια συγκεντρωμένα, είναι άδεια.
—Είδες τον Σαμ; ρωτάει έναν μικρό που 'μπαινε μέσα κείνη τη στιγμή.
—Τον κοκκινομάλλη τον Έλληνα;
—Ναι, λέει ο Μωρίς, γεμάτος κακά προαισθήματα.
—Αυτός πήγε με την παρέα του σ' ένα αγρόχτημα.
Ήρθαν προχτές και μας ζήτησαν να δουλέψουμε, αν θέλουμε, στο
Μπούντε, σ' ένα άγρόχτημα. Κι ο Σαμ πήρε μαζί του όλους τους δικούς
του.
Ο Μωρίς έφυγε απογοητευμένος. Τραβώντας κουρασμένος το δρόμο,
κούνησε το κεφάλι μονολογώντας. «—Και τώρα, καημένε Δαυίδ, αρκέσου
στην πενιχρή, δειλή μου καρδιά».

Digitized by 10uk1s

Στο αγρόχτημα η ζωή φαίνεται ένα θαύμα. Η πειθαρχία είναι ίδια, μα
τίποτα δε θυμίζει το στρατόπεδο. Δυο γερμανοί όλοι κι όλοι επιβλέπουν
τους σαράντα ομήρους και τα εφτά παιδιά που απασχολούν για τη
συντήρηση του αγροχτήματος. Τα παιδιά κάνουν όλες τις αλαφριές
δουλειές. Κουβαλούν ξύλα, ανάβουν τη σόμπα, βόσκουν τα γουρούνια και
καθαρίζουν την παράγκα, όπου ζουν όλοι μαζί. Καθαρίζουν ακόμη και τα
δυο μικροσκοπικά δωμάτια, στο βάθος της, όπου μένουν οι δυο γερμανοί.
Εδώ ο Σαμ θαμπώθηκε από την πολυτέλεια. Στο κάθε δωμάτιο, υπάρχει
ένα διώροφο κρεβάτι με πραγματικά στρώματα, σεντόνια άσπρα και
μαλακές χνουδάτες κουβέρτες. Βάζουν τον Σαμ, σα μεγαλύτερο, υπεύθυνο
για την καθαριότητα της παράγκας. Μα οι φρουροί είναι σχεδόν φιλικοί με
τους ομήρους, φτάνει να δουλεύουν.
Από τους σαράντα άντρες του χτήματος, οι τέσσερις είναι Έλληνες. Αυτοί
λένε στα παιδιά, πως τα βράδυα ακούνε νέα για την πατρίδα. «Έχουμε
ραδιόφωνο και οι γερμανοί κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν».
Σαν τελειώνει το βραδινό προσκλητήριο, ο Σουλτς και ο Βάλτερ
κλειδώνουν την είσοδο της παράγκας και πάνε για φαγητό στα δωμάτιά
τους.
Ένα βράδυ άκουσαν από το Λονδίνο πως η Ελλάδα λεφτερώθηκε. Οι
μεγάλοι μένουν ξεροί για λίγο, με τα στόματα στραβωμένα, σα να 'χουν
πάθει αποπληξία. Ύστερα μαζεύτηκαν κουβάρι στα γόνατά τους κι
αρχίζουν να κλαίνε. Τα παιδιά κυττάζουνται αμίλητα, προσπαθώντας να
συλλάβουν το νόημα ενός κόσμου χωρίς γερμανούς. Μέσα στη γενική
βουβαμάρα σηκώΘηκε πρώτος ο Μπόγκρατ, ένας Ούγγρος όμηρος,
πλησίασε και στάθηκε μπροστά στους Έλληνες, με τα τρύπια του
παπούτσια κολλημένα σε στάση προσοχής. Αυτοί ανασηκώθηκαν κι εκείνος
τους σφίγγει το χέρι μ' επισημότητα. Καθώς γύρισε στη θέση του,
διασταυρώθηκε με τον άλλο Ούγγρο, που τον ακολουθούσε. Χωρίς λέξη
Digitized by 10uk1s

αγκαλιάστηκαν, οι δυο τους, σφιχτά και χώρισαν. Η παράξενη τελετή
συνεχίστηκε σε απόλυτη σιωπή. Όλοι οι όμηροι αγκαλιάζουνται μεταξύ
τους, ακουμπώντας το κεφάλι τους ο ένας στον ώμο του άλλου κι ύστερα
σφίγγουν με επισημότητα τα χέρια των τεσσάρων ρωμιών, που έχουν κι
αυτοί σηκωθεί και στέκουν τεντωμένοι, σα να λεφτέρωσαν οι ίδιοι την
Ελλάδα.

Η ζωή στο Μπούντε είναι γεμάτη από μικρές, ευχάριστες στιγμές. Μα ήρθε
και μια μέρα που ξημέρωσε αληθινά γιορτινή. Ένα γουρουνάκι ψόφησε κι
οι γερμανοί το χάρισαν στους όμηρους. Έπρεπε, βέβαια, ν' ανάψουν φωτιά
για να το ψήσουν. Κανείς όμως δεν ήθελε να μεταφέρει ο άλλος τα ξύλα.
Έτσι βρέθηκαν, σαράντα μεγάλοι και εφτά μικροί, φορτωμένοι, να
πηγαινοέρχουνται κουβαλώντας, ώσπου το υπόστεγο της παράγκας γέμισε
ως την κορυφή. Όταν όλα είναι έτοιμα, δέκα όμηροι μεταφέρουν, σαν ιερό
σφάγιο, το γουρουνάκι, που δεν ζυγίζει πάνω από οχτώ κιλά. Καθισμένοι
όλοι σε κύκλο, στριμώχνουνται, κυττώντας, με μάτια εκστατικά, το
μελανιασμένο κρέας που ψήνεται. Παρακολουθούν την κάθε φλόγα, την
κάθε απόχρωση που μεταμορφώνει την ψόφια επιδερμίδα με τα πρόσωπα
αναψοκοκκινισμένα από τη φωτιά. Κι όταν σε λίγο αρχίζει ν' αναδίνεται η
μυρουδιά του κρέατος, σαράντα εφτά λαρύγγια καταπίνουν το σάλιο τους.
Αν χρειαστεί να σπρώξουν λίγη θράκα κάτω από το ψητό, εκείνοι που
'καναν προ ολίγου την ίδια κίνηση, παραχωρούν το προνόμιο στον
επόμενο. Μα όσο η μυρουδιά δυναμώνει, τα στόματα γεμίζουν σάλιο που,
ιδίως τα παιδιά, δεν προλαβαίνουν πια να καταπιούν. Και τα σαράντα
χέρια, που απλώνουνται κάθε τόσο ν' αλλάξουν θέση στο ψητό, τρέμουν,
ενώ τα παιδιά προσπαθούν, μάταια, να θυμηθούν, πως είναι η γεύση του
κρέατος. Σε λιγότερο από μια ώρα τα πρόσωπα όλων είναι ρουφηγμένα κι
αποφασίζουν πως το γουρουνάκι δεν πρέπει να παραψηθεί, για να μη
Digitized by 10uk1s

λυώσει το λίπος του απάνω στη φωτιά, αλλά και για να μην το μασούν
πολύ εύκολα. Κανείς δεν πετάει τα κόκκαλα που πέφτουν στη μερίδα του.
Τα φυλάνε και τα γλείφουν στα κρεβάτια τους.

Οι δυο γερμανοί κοιμούνται τώρα στο ίδιο δωμάτιο και οι μεγάλοι εξηγούν
στον Σαμ, πως όσο τα νέα γίνουνται πιο απελπιστικά, φαίνεται πως
φοβούνται. Οι αιχμάλωτοί τους είναι όλοι πειθαρχημένοι και καλοί, μα
νιώθουν πιο σίγουρα ο ένας με την συντροφιά του άλλου.
Ένα πρωί που ο Σαμ κάνει ολομόναχος την καθαριότητα, βλέπει πως η
ντουλάπα, στο μικρό δωμάτιο των γερμανών, έχει μείνει ξεκλείδωτη.
Τράβηξε δειλά το πορτόφυλλο, ενώ μια τρεμούλα διατρέχει το κορμί του
ολόκληρο με την τόλμη της χειρονομίας του. Μα αυτό που αντικρύζει, τον
ξυλιάζει. Ένα μεγάλο κομμάτι άσπρο αφράτο ψωμί, βρίσκεται ακριβώς
μπροστά στο σαγόνι του. Τρομαγμένος, δίνει μια και κλείνει το ντουλάπι.
«Γιατί φοβήθηκα; Μήπως πήρα τίποτα;» Στρώνει το κρεβάτι, πάνω και
κάτω και σκέφτεται πως μπορεί να ξανακυττάξει, χωρίς να κάνει κανένα
έγκλημα. Πιο ψύχραιμος τούτη τη φορά, βλέπει ένα σωρό πράματα, εκτός
από το ψωμί. Ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, μισό πακέτο μπισκότα, ένα κουτί
μαρμελάδα και λουκάνικα. Με χείλια στραβωμένα σ' ένα μορφασμό,
απλώνει το δάχτυλο, το σαλιώνει και το κολλά στα χοντρά ψίχουλα που
βρίσκουνται γύρω στο ψωμί. Τα μάζεψε όλα με τον ίδιο τρόπο κι έκλεισε
το πλακάρι ευχαριστημένος, που 'χε δει τόσα ωραία πράματα. Όμως σε
λίγο σκέφτηκε, πως αν έκοβε μια πολύ, πάρα πολύ, ψιλή φέτα ψωμί, έτσι
μόνο για να το νιώσει στα χείλια του, κανείς δεν πρόκειται να το
καταλάβει. Έτρεξε έξω για να βεβαιωθεί πως είναι πάντα μόνος και γύρισε
πίσω στο ντουλάπι. Το κομμάτι το ψωμί που έκοψε ήταν τόσο λεπτό, που
κόλλησε στον στεγνωμένο από το φόβο ουρανίσκο του. Ευτυχισμένος
συνέχισε την καθαριότητα. Σαν έφτασε στ' άλλο δωμάτιο, διαπίστωσε πως
Digitized by 10uk1s

και κείνο το ντουλάπι ήταν ανοιχτό. Έκοψε κι από κεί μια φετίτσα σαν
χαρτί και την έφαγε.
Όταν σκόλασαν όλοι, γυρίζει δεξιά κι αριστερά τρελλός από αγωνία. Μόνο
σαν είδε φρεσκοχτενισμένους τους γερμανούς να βγαίνουν από τα
δωμάτιά τους και να φλυαρούν ξένοιαστα, ανάσανε κι άρχισε να λαχταρά
πότε θα ξημερώσει η καινούρια μέρα. Από τότε, ποτέ πια, δεν κλειδώθηκε
κανένα ντουλάπι. Ο Σαμ κλέβει πολύ μικρές ποσότητες, αλλά πολλές
φορές, στη διάρκεια του πρωινού, απ' όλες τις λιχουδιές.
Μα η ευτυχία αυτή τέλειωσε με απροσδόκητο τρόπο. Δυο μικρά
αρρώστησαν κι έπεσε απάνω του και το άναμμα της πρωινής φωτιάς και η
ετοιμασία του ροφήματος. Έπρεπε να προλάβει, ώσπου ν' ανοιγοκλείσεις
τα μάτια, να 'ναι έτοιμα για να φύγουν οι όμηροι.
Έτσι, ένα πρωί, δεν πρόσεξε πως ο ένας, από τους δυο γερμανούς, δε
βγήκε από το δωμάτιό του. Πεινασμένος, παραμόνεψε και μόλις είδε τους
ομήρους να χάνουνται στο βάθος του κάμπου, έτρεξε στο ντουλάπι.
Έκοψε μια φέτα ψωμί, την άλειψε μαρμελάδα και τη δάγκωσε. Κείνη
ακριβώς τη στιγμή άκουσε ένα μουγγρητό, σαν αναστεναγμό ζώου. Ο Σαμ
ξύλιασε με την φέτα μαγκωμένη στις μασέλες του. Τα μάτια του μείναν
στυλωμένα στο εσωτερικό του ερμαρίου. Του ήταν αδύνατο να κυττάξει
κατά την πάνω κουκέτα, απ' όπου ήρθε η φωνή. Ένας πανικός, ο πρώτος
αληθινός φόβος της ζωής του, τον ακινητεί. Δεν ανασαίνει και η φέτα
βρίσκεται μετέωρη στα σφιγμένα του χείλια. Στέκει ακόμα για λίγο
ασάλευτος, περιμένοντας έναν πυροβολισμό· κάτι που δεν ξέρει, τον
καρφώνει με τόση δύναμη στο πάτωμα, όση είναι κι η ανημποριά του.
Όταν επί τέλους κατάφερε να κουνήσει τα πόδια του, έστριψε την πλάτη
και βγήκε έξω χωρίς να κυττάξει πίσω του.

Digitized by 10uk1s

Στο Άουσβιτς, την είδηση για την απελεφτέρωση της Ελλάδας, τη φέρανε
οι Πολωνοί εργάτες, κάποιο πρωί του Οχτώβρη. Ο Μωρίς στάθηκε μπρος
στον Ερρίκο, τον μοναδικό που του 'χει μείνει. Είναι δύσκολο. Γι' αυτόν,
όπως και για τους περισσότερους, η γη ολόκληρη είναι μια φυλακή. «Πώς
είναι η λεφτεριά;»
—Πώς να 'ναι;
Ο Ερρίκο κατεβάζει το κεφάλι.
—Μπάρμπα Ρίκο, τι, τώρα θα λυγίσεις, εσύ το θηρίο;
—Ξέρεις τι με καίει; τον ρωτά. Πώς δε μπορώ να ειδοποιήσω τη γυναίκα
μου και δε θα χαίρεται που είμαι ζωντανός.
Πόσες φορές δεν τον ζήλεψε ως τώρα! Ούτε δεν του περνά από το μυαλό
πως η γυναίκα του μπορεί να 'φτασε κάποια μέρα δω και να πήγε κατ'
ευθείαν στα κρεματόρια. Το θαύμα του ανθρώπου!
Την άλλη μέρα, πριν κινήσουν για δουλειά, ήρθαν δυο γερμανοί
αξιωματικοί κι άρχισαν να τους χωρίζουν. Ο Ερρίκο κυττάει τρομαγμένος,
αν τον βάζουν με τους ετοιμοθάνατους. Έχει βέβαια πολύ αδυνατίσει πάλι,
αλλά στην ομάδα που τον ρίχνουν, είναι κι άλλοι νέοι και γεροί. Τους
μεταφέρανε στο μπλοκ 12 και τους κλείσανε μέσα με πολλούς άλλους. Το
μεσημέρι που είδαν το συσσίτιο αναθάρρησαν. Μα η χαρά τους δεν
βάσταξε πολύ. Κατά τις τρεις εμφανίστηκε ο γιατρός και οι δυο
αξιωματικοί για τη συνηθισμένη επιλογή.
Ένα πεζούλι, από τσιμέντο, μισό μέτρο ύψος, χωρίζει το θάλαμο, από την
μια ως την άλλη άκρη. Οι όμηροι σχημάτισαν μια μεγάλη φάλαγγα, γυμνοί,
με τα ρούχα στο χέρι. Μετά από αυστηρή εξέταση, ο γιατρός στέλνει τους
ικανούς μέσα από το πεζούλι. Τους άλλους, που κρίνουνται άχρηστοι, τους
Digitized by 10uk1s

αφήνουν αριστερά από την μεγάλη φάλαγγα, προς την έξοδο. Οι φρουροί
τους παίρνουν αμέσως τα ρούχα και τα πετούν στο σωρό. — «Άσε, μην
κάνεις τον κόπο» τους λένε γελώντας. Μα αυτοί, μ' όλο που ξέρουν καλά
τι σημαίνει το αστείο, προσπαθούν να τραβήξουν κανένα κουρέλι και να
σκεπαστούν.
Ο Ερρίκο υποχώρησε σιγά σιγά και βρέθηκε με τους τελευταίους. Κάποτε
όμως η φάλαγγά του, μίκρυνε κι έγινε ίδια στο μήκος με την άλλη των
ξεδιαλεγμένων. Έτσι κι αλλιώς, από την αυστηρότητα της επιλογής, ξέρει
πως δεν έχει καμιάν ελπίδα. Κι όταν σε μια στιγμή ο φρουρός του γύριζε
την πλάτη, δίνει ένα σάλτο πάνω από το πεζούλι και βρίσκεται δεξιά με
τους γερούς. Όμως μπερδεύτηκε στα ρούχα του κι έπεσε στα πόδια του
Πολωνού φρουρού. Αυτός γύρισε, τον είδε και του 'δωσε μια κλωτσιά με
τη μπότα στα γυμνά πισινά.
—Στραβωμάρα έχεις; Τι κάθεσαι τσίτσιδος; Ντύσου σίχαμα! κι έφτυσε
απάνω του.
Ο Ερρίκο δε μπορούσε να πιστέψει στην τόση ευτυχία. Ο φρουρός νόμισε,
πως είχε μόλις περάσει από την επιλογή.

Εικοσιτέσσερις ώρες μετά, ταξιδεύουν ξουρισμένοι και ντυμένοι με
πεντακάθαρα ρούχα. Ο μπάρμπα Ρίκο κυττάζει από το παράθυρο του
τραίνου το χιονισμένο τοπίο κι ανησυχεί. «Πώς θ' αντέξω στο χιόνι έτσι
αμάθητος που είμαι;» Το βράδυ της δεύτερης μέρας, το τραίνο σταμάτησε
επιτέλους
θαμπωμένοι

στο
απ'

σταθμό
το

του

θέαμα

Μπρεσλάου.
ενός

κόσμου

Οι

όμηροι

κατεβαίνουν

ξεχασμένου.

Άνθρωποι

πηγαινοέρχούνται, μιλούν, γελούν και περπατούν μόνοι τους, ντυμένοι με
ζεστά ρούχα και γούνινους σκούφους. Φλύαρα μικρά παιδιά, με κόκκινες
Digitized by 10uk1s

μυτούλες, περπατούν δίπλα στους μεγάλους ... Οι όμηροι ξεκίνησαν
τρέμοντας από το κρύο. Ύστερα από μιας ώρας πορεία, έφτασαν σ' ένα
στρατόπεδο. Τους έκλεισαν σ' ένα μεγάλο θάλαμο, που στη μέση του
έκαιγε μια τεράστια σόμπα. Σα ζεστάθηκαν λίγο, έψαξαν για κρεβάτι. Ο
Ερρίκο απογοητεύτηκε από τη βρόμα του θαλάμου. Ένας ψηλός
ξερακιανός τον τράβηξε από το μανίκι.
—Απο που έρχεστε; τον ρωτά.
—Απο το Άουσβιτς.
—Μου δίνεις ένα τσιγάρο να σου πω το ωραιότερο νέο που θα 'θελες ν'
ακούσεις;
Ο μπάρμπα Ρίκο το σκέφτεται πολύ. Έχει τρία τσιγάρα όλα κι όλα. Μα εδώ
δεν έχει κανέναν και θέλει τόσο να μάθει.
—Να πάρε, του λέει και του δίνει ένα.
Ο άλλος έκλεισε τα μάτια, σφίγγοντας το τσιγάρο στη χούφτα του.
Ύστερα τ' άναψε. Ο μπάρμπα Ρίκο προσπαθεί, περιμένοντας, να θυμηθεί
που τον έχει ξαναδεί.
— Δεν είσαι ο Σοφός; φωνάζει κάποτε.
—Εγώ σε θυμήθηκα από την πρώτη στιγμή, λέει γελώντας ο άλλος. Λοιπόν
άκου. Δώδεκα ώρες δουλειά, έξω στο χιόνι. Δυο λαχανόσουπες τη μέρα,
αν δουλέψεις. Ψωμί έχουμε να βάλουμε στο στόμα μας δυο μήνες. Αλλά
... αν αρρωστήσεις, έχεις την πολυτέλεια, να πεθάνεις στο κρεβάτι σου.
—Θες να πεις; ρωτά ο Ερρίκο, μα δεν τολμά να προχωρήσει.
—Μάλιστα, εδώ δεν έχει φούρνους, ούτε θαλάμους αερίων. Τι λες; Το
Digitized by 10uk1s

άξιζα το τσιγάρο;
Ο Ερρίκο είναι ανίκανος να σκεφτεί οτιδήποτε. Η ξενοιασιά, τέλεια, υλική,
συγκεκριμένη, τρυπώνει μέσα του, ανοίγει πόρτες και παράθυρα. Το κορμί
του, ύστερα από εννιά μήνες, χαλαρώνει, αναπνέει. Ένας ύπνος παιδικός,
αθώος, μονοκόμματος, τον κρατά ακίνητο, σαν ευτυχισμένος θάνατος, ως
το πρωί, δίπλα στον Σοφό που χαμογελά.
Όταν ξεκίνησαν, στις τέσσερις, το σκοτάδι είναι ακόμα αδιαπέραστο. Ένας
Ες Ες προχωρεί μπροστά, φωτίζοντας το χιονισμένο δρόμο με το φανάρι
του. Οι καινούριοι δεν ξέρουν ακόμη να περπατήσουν στο πετρωμένο
χιόνι. Τα χιόνια κολλούν στα ξυλοπάπουτσά τους, που βαραίνουν,
γλυστρούν, σκοντάφτουν, και τους ρίχνουν κάτω. Ο Ες Ες που κλείνει την
πορεία, τρέχει σβέλτα και χτυπά με το μαστίγιό του τις υγρές πλάτες. Ο
μπάρμπα Ρίκο σηκώθηκε την πρώτη φορά μόνος του, μα την δεύτερη
σωριάστηκε για καλά, από μια κλωτσιά στα νεφρά. Κάποιος τον
ανασηκώνει ψιθυρίζοντας. — «Εδώ είμαστε βασιλιάδες, μην το ξεχνάς, δε
μας καίνε».
Χάραζε σαν φτάσανε στο χωριό. Ανοίγουν βαθιά χαντάκια για να περάσουν
σωλήνες νερού. Το χιόνι που πέφτει πυκνό, ξαναγεμίζει τους λάκκους, πριν
προλάβουν να φτάσουν με τα φτυάρια τους στο χώμα. Τα ξυλοπάπουτσα
βουλιάζουν, ποδοπατούν το χιόνι κι οι λάκκοι γεμίζουν λάσπη. Τα ρούχα
τους είναι υγρά. Το μαστίγιο κολλά απάνω στο πετσί τους.
Από το πρώτο βράδυ κιόλας, όλοι οι καινούριοι, έχουν χάσει τα ηθικό
τους. Τρέχουν στη μεγάλη σόμπα. Τα ξυλιασμένα μέλη τους πονούν
ανυπόφορα, μόλις αρχίζουν να ζεσταίνουνται.
Ο Ερρίκο έχει εξασφαλίσει μια θέση στο κρεβάτι του Σοφού.
—Κουράγιο γέρο, του λέει, κουράγιο να μη μας φάνε!
Digitized by 10uk1s

Κι ο Ερρίκο απομονωμένος τώρα απ' όλους τους δικούς του, νιώθει μεγάλη
ανακούφιση με τη φιλία του παλληκαριού. Δεν ξέρει καν αν είναι Εβραίος.
Όταν κάποτε τον ρώτησε, κείνος έσκασε στα γέλια. «Τι σημασία έχει; Γιατί
εσύ νιώθεις Εβραίος;» Το χαμένο ύφος του μπάρμπα Ρίκου τον
διασκεδάζει.
—Τι με κυττάς έτσι αγαθέ μου; Εβραίος θα πει ένας άνθρωπος, όπως
Ιταλός, Αμερικανός, Αργεντινός. Αισθάνεσαι συ κάτι τέτοιο; Γιατί εγώ
νιώθω πως είμαι ένα πράμα που διατηρεί τα μειονεκτήματα του ζώου και
του ανθρώπου. Έχω μυαλό και δεν έχω προβιά, ούτε δόντια να σε
μασήσω. Πεινώ, πεινώ και κρυώνω.
Αυτό το τελευταίο ο μπάρμπα Ρίκο το κατάλαβε και κούνησε το κεφάλι.
—Πάνε οι καλές μέρες! ψιθυρίζει νοσταλγικά. Ήθελα να 'χαμε γνωριστεί
περισσότερο στο Άουσβιτς. Και τι δεν είχαμε! Με δέκα χρυσά δόντια
έπαιρνα τσιγάρα, ψωμί, μαργαρίνη ...
—Πάνε τα μεγαλεία αι; γελάει δυνατά ο Σοφός ώσπου τα μάτια του
δακρύζουν από τα γέλια.

Καμιά φορά, πηγαίνοντας για δουλειά, τους περνούν από χωράφια με
πατάτες. Τις ξερριζώνουν με κίνδυνο άγριου ξυλοδαρμού. Κι αν αυτή την
τύχη την έχουν πηγαίνοντας, τις τρώνε ωμές. Αν όμως τις πετύχουν στο
γυρισμό, κάνουν υπομονή και τις ψήνουν στη σόμπα. Η μυρουδιά τους
τρελλαίνει όλους. Δεν έχουν δυνάμεις, διαφορετικά θα σκότωναν ο ένας
τον άλλον. Μα είναι διαλυμένοι. Τα χόνια, η νερόσουπα και οι ψείρες τους
ρουφούν το αίμα. Τη μέρα παγώνουν κι αυτές. Μα τις νύχτες, μόλις
ζεσταθούν λίγο, αμέτρητες, χιλιάδες ψείρες τους κατατρώνε.

Digitized by 10uk1s

Τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη παρουσιάστηκε ο διοικητής στο
προσκλητήριο και χώρισε σαράντα, τους πιο αδύνατους. — «Εσείς, θα
γυρίσετε στο θάλαμο να κοιμηθείτε, γιατί από δω και μπρος θα δουλεύετε
σε νυχτερινά συνεργεία».
Ξεκινούν το βράδυ, την ώρα που γυρίζουν οι πρωινοί. Οι φρουροί
περπατούν αθόρυβα μέσ' στις λαστιχένιες μπότες τους. Ο Σοφός βρίσκεται
πάντα δίπλα στον μπάρμπα Ρίκο. Τα ξυλοπάπουτσά του γλυστρούν κάθε
τόσο

στη

δίωρη

σιωπηλή

πορεία.

Το

μαστίγιο

σφυρίζει

στις

κοκκαλιασμένες πλάτες.
—Η ιστορία είναι τρελλή, τρελλή και οι άνθρωποι αναίσχυντοι, ψιθυρίζει
μέσ' από τα δόντια του ο Σοφός.
—Ποια ιστορία; ρωτά με τον ίδιο τρόπο ο Ερρίκο.
Ο Σοφός χαμογελάει κι ευγνωμονεί το σύντροφό του.
—Θυμάσαι από το σχολειό το μεγάλο Κωνσταντίνο; τον ρωτά.
Ο Ερρίκο κουνάει αρνητικά το κεφάλι.
—Το Βασίλειο το Βουλγαροκτόνο; Ούτε αυτόν; Αυτός ο κερατάς, έπιασε
μια φορά εκατό χιλιάδες αιχμάλωτους. Τους τύφλωσε όλους, εκτός από
μια εκατοστή που τους άφησε μονόφθαλμους, για να οδηγήσουν τους
υπόλοιπους στην πατρίδα τους ...
—Θεέ και κύριε, ξέφυγε δυνατά η φωνή του μπάρμπα Ρίκο και την ίδια
στιγμή το συρματένιο μαστίγιο τυλίχτηκε σφυρίζοντας στα πλευρά του.
Ένα αυλάκι ζεστό αίμα κύλισε δίπλα στ' αυτί του, στο δεύτερο χτύπημα,
μα ξεράθηκε αμέσως. Με την άκρη της παλάμης του, σκούπισε τα δάκρυα,
που 'τρεξαν απ' τα μάτια του, πριν κρουσταλιάσουν στην άκρη της μύτης
του. Κάποιος άλλος που έπεσε, στην αρχή της φάλαγγας, τράβηξε μακριά
Digitized by 10uk1s

τους το γερμανό.
—Λοιπόν, ρωτά μ' αγωνία τον Σοφό, τι τον κάναν αυτόν; Τον σουβλίσανε;
—Τι λες μωρέ! Τον Βουλγαροκτόνο τον Μέγα; Μας μαθαίνουν στο σχολειό
τα κατορθώματά του!
Ο μπάρμπα Ρίκο περπάτησε για λίγο σιωπηλός κι ύστερα ψιθύρισε στο
φίλο του.
—Αι, καλά που δεν πήγα στο σχολειό. Δε θα το 'χω πια μαράζι...
Πόση ώρα περπατούν κάθε νύχτα, δεν το ξέρουν. Μα είναι σίγουροι πως
το δαιμόνιο των γερμανών, καταφέρνει να μεταθέτει κάθε φορά και
μακρύτερα τον τόπο της δουλειάς. Κι όταν φτάνουν, αρχίζει το μαρτύριο.
Ενώ, δυο όμηροι, ανάβουν μια μεγάλη φωτιά για τους φρουρούς τους, οι
υπόλοιποι παλεύουν να λεφτερώσουν από τον πετρωμένο πάγο τα
φτυάρια και τους κασμάδες που 'χουν εγκαταλείψει τα πρωινά συνεργεία.
Όλα αυτά πρέπει να γίνουν γρήγορα για να συνεχίσουν το ξήλωμα.
Βγάζουν τις παλιές ράγες, για να τοποθετήσουν καινούριες. Μα όλα, χέρια
και

εργαλεία,

γίνουνται

ξένα

από

την

παγωνιά.

Ένας

φρουρός

πηγαινοέρχεται, πάντα, ανάμεσά τους και τους δίνει από μια βουρδουλιά
που και που.
—Έτσι για να ζεσταθείτε, λέει και χασκογελάει.
Τα μάτια δακρύζουν κι αυτά από το κρύο. Τα δάκρυα κρουσταλιάζουν
μόλις φτάσουν στην άκρη της μύτης και φτιάχνουν σκληρούς σταλαχτίτες.
Ο μπάρμπα Ρίκο προσπαθεί να σπάσει έναν τέτοιο, που του τσιμπά τη
μύτη και τρελλαίνεται στη φαγούρα. Μα τα δάχτυλά του φουσκωμένα και
δυσκίνητα δεν τα καταφέρνουν. Ο γερμανός τον χτυπά με την παλάμη
κατάμουτρα. Το αίμα του, που κύλησε ζεστό, ξεκόλλησε τον παγωμένο
Digitized by 10uk1s

σταλαχτίτη. «Η ιστορία είναι τρελλή, τρελλή, τρελλή» ψιθυρίζει χωρίς να
το καταλάβει.
—Τι είπες; ουρλιάζει ο κάπο και τον κλωτσά στα πισινά. Πέφτει μπρούμυτα
κι ο άλλος συνεχίζει τις κλωτσιές, όπου βρει. Για μισό λεπτό μένει ακίνητος
και λαχταρά να τον αφήσουν εκεί, να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί.
Η σφυρίχτρα σημαίνει μεσάνυχτα· διακοπή μισής ώρας. Δυο όμηροι
τρέχουν και τοποθετούν το καζάνι με τη σούπα στη φωτιά. Τους τη
μοιράζουν καυτή. Και οι όμηροι κολλούν τα ξυλιασμένα τους δάχτυλα στη
γαβάθα να ζεσταθούν. Περπατούν με μικρά βήματα, μη γλυστρήσουν και
χυθεί καμιά στάλα. Οι γερμανοί τους παρακολουθούν με μάτια κακά. Ο
μπάρμπα Ρίκο έσκυψε να καθήσει δίπλα στον Σοφό. Είναι η στιγμή που
διάλεξε, ο ένας από τους φρουρούς, να σηκώσει τη μπότα του και να
τινάξει με δύναμη τη γαβάθα από τα χέρια του Ερρίκο. Η γαβάθα
χοροπήδησε δυο τρεις φορές στον αέρα και τον περίλουσε με το
χορτόζουμο. Ο Ερρίκο κυττάει, με το στόμα ολάνοιχτο, τον γερμανό.
—Φτου, Εβραίε, φωνάζει αυτός και φτύνει μέσα στο ανοιχτό του στόμα.

Είκοσι μέρες μετά, τους ανέβασαν ψηλότερα, στο Καλτ - Βάσερ. Το κρύο
φτάνει τους 30 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Εκεί μεταφέρουν τσιμέντα
και πέτρες και χτίζουν ένα γκρεμισμένο σπίτι. Τα χέρια των αιχμαλώτων
ξεφεύγουν ολότελα από τον έλεγχό τους, σαν ξένα κούτσουρα. Ο Σοφός
είναι πιο εξαντλημένος από τον Ερρίκο. Σπάνια καταφέρνει να ισορροπήσει
το φορτίο τις πέτρες στις πλάτες του. Συνήθως κατρακυλούν και τον
πλακώνουν. Οι φρουροί τον κλωτσούν ώσπου να σηκωθεί. Πολλοί
πέφτουν και δε καταφέρνουν να ξανασηκωθούν. Οι γερμανοί τους
χτυπούν αλύπητα. Όταν πια το πάρουν απόφαση πως δε γίνεται τίποτα,
Digitized by 10uk1s

τους εγκαταλείπουν. Το χιόνι τους σκεπάζει σιγά σιγά. Το πρωί οι άλλοι
όμηροι είναι υποχρεωμένοι να τους κουβαλήσουν στα χέρια, ζωντανούς
ακόμα ή και πεθαμένους, πίσω στο λάγγερ. Ο Σοφός τρέμει αυτόν το
θάνατο μέσ' στο χιόνι. Γι' αυτό έτρεξε πρόθυμα, σαν φώναξε ο κάπο να
κόψουν ένα μεγάλο κούτσουρο, για να δυναμώσει η φωτιά. Μα τα
άχρηστα χέρια του είναι ανίκανα να σφίξουν το ξυνάρι και να χτυπήσουν
το ξύλο με τη δύναμη που χρειάζεται. Ο Ες Ες τον παρακολουθεί με
λύσσα. «Τώρα, θα χτυπήσω δυνατότερα», υπόσχεται στον εαυτό του. Μα
τα χέρια του δεν τον υπακούν. Μια κλωτσιά τον τίναξε στην άκρη της
φωτιας. Ένας άλλος γερμανός, καθιστός όπως είναι, χτύπησε με τη μπότα
του το μπρουμουτισμένο κεφάλι. «Είμαι κοντά στη φωτιά», σκέφτεται
αμυδρά. Ο Ες Ες ξεσπάει με λύσσα στο ακίνητο κορμί του. Και σα
βεβαιώνεται, πως δεν πρόκειται να σηκωθεί, τον κλωτσάει σαν πακέτο
πέρα μακριά.
—Ξύπνα βλάκα, σήκω απάνω, θα πεθάνεις! Τον σκουντά ένας όμηρος.
Κατάλαβες, λέει στο διπλανό του. Θα φορτωθούμε πάλι όλοι! Είναι κιόλας
πέντε κάτω.
Ξύπνησε στο κρεβάτι του. Οι πόνοι του κορμιού του είναι ανυπόφοροι. Ο
θάλαμος ολόκληρος αντηχεί σαν μοιρολόι. Όλοι οι νυχτερινοί πονούν το
ίδιο, μόλις πλησιάζουν τα παγωμένα μέλη τους στη σόμπα. Τα πόδια
μαυρίζουν, πρήζουνται και δε χωρούν στα ξυλοπάπουτσα. Τα χέρια τους,
στην αρχή, νομίζουν πως φουσκώνουν από χιονίστρες. Μα ανοίγουν
πληγές κι αρχίζουν να τρέχουν. Ο Ερρίκο ζήτησε να βγει «ασθενής». Ο
διοικητής του 'δωσε δυο σκαμπίλια και τον έστειλε στη σειρά του.
Ο Σοφός παραδόθηκε στην αδυναμία του και δεν σηκώθηκε για το
προσκλητήριο. Τίποτα πια και κανείς φόβος δε μπορούσε να τον κρατήσει
στα πόδια του. Ο Ες Ες μπήκε στο θάλαμο και τον τράβηξε από την
κουκέτα. Το κορμί του σωριάστηκε στο τσιμέντο χωρίς αντίσταση. Το
Digitized by 10uk1s

μαστίγιο του όργωσε την πλάτη, μα και πάλι δε μπόρεσε να σηκωθεί. «Ως
πότε θα χτυπάς; Κάποτε θα βαρεθείς». Και τον εγκαταλείψανε. Δυο
νοσοκόμοι τον σούρανε στο χιόνι και τον έφεραν στο αναρρωτήριο.

Παραμονή Χριστουγέννων. Οι όμηροι δουλεύουν από μια έσχατη επιταγή,
τυφλοί και νεκροί από την παγωνιά. Ο Ερρίκο έχει παραιτηθεί. Τα χέρια
του κρέμουνται, με πληγιασμένα τα χοντρά τους δάχτυλα, ανίκανα κι
αχρηστεμένα. Μεταφέρει μεγάλες πέτρες που τις τυλίγει στα μπράτσα του,
σφίγγοντάς τις στο στήθος. Ο Ες Ες του υποδείχνει όλο και μεγαλύτερες
και τον υποχρεώνει να τις κουβαλά από την μιαν άκρη του χώρου στην
άλλη. Καθώς τις ξεφορτώνεται, μια και δεν μπορεί να τις συγκρατήσει με
τις παλάμες του, πέφτουν απάνω στα γυμνά πρησμένα του πόδια. Το
μούτρο του είναι σκεπασμένο από μια παγωμένη κρούστα μύξες και
δάκρυα. Μα καθώς κανένας γύρω του δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση,
κάνει υπομονή. Η φωτιά καίει με τεράστιες φλόγες, λίγα μέτρα μακριά
τους, αλλά οι δυο Ρώσοι φρουροί που τους επιβλέπουν, είναι σκληρότεροι
κι από τους γερμανούς. Όσο βλέπουν πως η αποδοτικότητά τους
ελαττώνεται τόσο τους χτυπούν δυνατότερα. Το παγωμένο δέρμα σκίζεται
σα χάρτινο από το συρματένιο μαστίγιο και τα αίματα στάζουν και
παγώνουν στο χιόνι. Ξάφνου ένας όμηρος βάλθηκε να φωνάζει.
—Το θαύμα, το θαύμα! Και καθώς δε μπορεί πια να σταθεί ορθός, περπατά
στα τέσσερα. Τα μάτια του, τσιμπλιασμενα, γυαλίζουν κι η φωνή του
αναστατώνει τη νύχτα, σαν κλάμα σκύλου. Οι σύντροφοί του τον
κύτταξαν για μια στιγμή και συνέχισαν τη δουλειά τους κουνώντας το
κεφάλι. «Όλοι θα τρελλαθούμε».
—Νάτο το θαύμα, το θαύμα, ξανάπε κι έκανε να ορμήσει κατά τη φωτιά.

Digitized by 10uk1s

Ο Ες Ες ρώτησε κάποιον να του εξηγήσει, τι φωνάζει και σαν έμαθε,
σφύριξε στα δυο σκυλιά που 'μεναν κουλουριασμένα δίπλα του. Τα σκυλιά
ρίχτηκαν μ' ένα σάλτο στον γονατισμένο τρελλό. Το χιόνι βάφτηκε σε λίγα
λεπτά κατακόκκινο. Ο Ρώσος έβαλε δυο όμηρους κι έθαψαν τα λιγοστά
λείψανα του συντρόφου τους, μερικούς πόντους κάτω από το χιόνι.
Δυο ώρες πριν ξημερώσει το θαύμα γίνηκε. Διατάχτηκαν να τα
παρατήσουν όλα και να συνταχτούν για την επιστροφή. Ο Ερρίκο έκλεισε
τα μάτια, βέβαιος, πως δεν είχε να θυμηθεί κανένα ωραιότερο
χριστουγεννιάτικο δώρο σ' ολόκληρη τη ζωή του. Αν καταφέρνουν όλοι
τους ν' αντέξουν στο δρόμο της επιστροφής, είναι γιατί ονειρεύουνται τη
σόμπα που τους περιμένει στο θάλαμο. Και μόλις μπαίνουν, τρέχουν, ποιος
θα κολλήσει το κορμί του πιο κοντά στο πυρωμένο μέταλλο. Βγάζουν τα
ρούχα τους, τα στραγγίζουν, τα ζεσταίνουν λίγο και τα ξαναφορούν. Μα
χρειάζουνται δυο με τρεις ώρες, κάθε φορά, για να ζεσταθούν και να
πέσουν για ύπνο.
Η παγωνιά της παραμονής των Χριτουγέννων κι η διήμερη ανάπαυση
αποτελείωσαν τους νυχτερινούς εργάτες. Με τη ζέστη, τα πρησμένα μέλη
έσκασαν τελείως κι αρχίζουν να τρέχουν μαύρο αίμα και νερό. Τρελλοί από
τους πόνους, πηδούν γύρω από τη σόμπα, κλαίγοντας και μουγγρίζοντας.
Την επομένη των Χριστουγέννων ο Ερρίκο μεταφέρθηκε με πολλούς
άλλους στο αναρρωτήριο. Η ευτυχία τους είναι κιόλας μεγάλη, γιατί για
λίγες μέρες δε θα χτυπούν πια, στις ανοιχτές πληγές τους, τα μαστίγια.
Αλλά θέση να ξαπλώσουν δεν υπάρχει. Σε κάθε κουκέτα κείτουνται πέντε
έξι άρρωστοι, που κανείς δε νοιάζεται γι' αυτούς. Πολλοί τρελλαίνουνται
από τον πυρετό, κλαίνε, φωνάζουν, αποπατούν πάνω στους συντρόφους
τους, που δέχουνται τα πάντα αδιαμαρτύρητα, για να μη χάσουν τη θέση
τους στο κρεβάτι. Οι άρρωστοι πεθαίνουν σα μύγες κι όλοι χαίρουνται
γιατί αδειάζει και κάποια θέση για τους καινούριους. Ο Ερρίκο κλαψουρίζει,
Digitized by 10uk1s

γιατί οι ψείρες τον κομματιάζουν κι είναι αδύνατο να ξυστεί με τα χοντρά,
σα λουκάνικα, δάχτυλά του.
Μια και δε δουλεύουν, παίρνουν μια σούπα τη μέρα. Μα ο Ερρίκο είναι
ευτυχισμένος αφού γλύτωσε από το χιόνι και τη δουλειά. Σ' ένα κρεβάτι
που κοιμούνται άλλοι πέντε, ανακάλυψε επί τέλους και τον Σοφό. Αυτός
τον συμβούλεψε να μην απομακρύνεται, για να πάρει τη θέση κάποιου
από τους τρεις ετοιμοθάνατους συντρόφους του.
—Πεινώ, Ερρίκο, του 'πε μόλις τον είδε. Εσύ πάντα τα κατάφερνες. Δεν
έχεις τίποτα να φάμε;
Ο Ερρίκο σήκωσε μ' απόγνωση τα πληγιασμένα του δάχτυλα. Μα δεν
άργησε ν' ανακαλύψει τα σκουπίδια των μαγειρείων. Εκεί έβρισκε
πεταμένες πατατόφλουδες που τις μάζευε και τις έψηνε στη σόμπα. Έδινε
δυο τρεις στον Σοφό και τις άλλες τις χώριζε ανά πέντε και τις έτρωγε
πρωί μεσημέρι και βράδυ.
Τα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών του έχουν μαυρίσει τώρα και
στέκουν σαν καμένα ξύλα κι οι πόνοι τους γίνουνται όλο και πιο
ανυπόφοροι.

Digitized by 10uk1s

Οι εργάτες του αγροχτήματος διατάχτηκαν από τους φρουρούς τους να
σχολάσουν το μεσημέρι. Σαν έφτασαν στην παράγκα τους, οι γερμανοί
τους οδήγησαν σ' ένα μικρό σπιτάκι, που 'μενε πάντα κλειδωμένο. Είναι οι
αποθήκες τροφίμων.
—Πάρτε ότι θέλετε κι όσα μπορείτε να σηκώσετε. Εγκαταλείπουμε την
Πολωνία. Θα ξεκινήσουμε στις τέσσερις για να συναντήσουμε στο δρόμο
τους υπόλοιπους όμηρους του Άουσβιτς.
—Που μας πάνε; ρωτούν όλοι ξαναμμένοι από χαρά. Μα δεν παίρνουν
απάντηση.
Πέσανε με τα μούτρα στ' άφθονα τρόφιμα, στις ολοκαίνουριες κουβέρτες,
και στο ρουχισμό. Φορτώθηκαν γενναία και ξεκίνησαν. Οι πρώτες ώρες
κύλησαν αισιόδοξες και γεμάτες κέφι. «Που τους πήγαιναν;» Δεν έχει
σημασία. «Ο πόλεμος τελειώνει. Αυτό είναι το σημαντικό», λένε οι
μεγάλοι. Και τα παιδιά ψιθυρίζουν, σιγανά, σκοπούς τραγουδιών. Ο Σαμ
περπατά στην ίδια τετράδα με τον μικροκαμωμένο Ζεφ, τον Ζαν και τον
Μάριο. Μα η πορεία στο χιόνι δεν είναι καθόλου εύκολη, όσο κι αν ξέρουν
πως τους πλησιάζει στη λεφτεριά.
Το ξημέρωμα της άλλης μέρας συναντήθηκαν με τους τελευταίους της
φάλαγγας του Άουσβιτς. Το δάσος, που διασχίζουν, έχει κιόλας γεμίσει
θρήνο. Το χιόνι σταμάτησε να πέφτει κι όλα γύρω είναι σκληρά, ολόλευκα,
εχθρικά. Τα δέντρα ορθώνουνται πανύψηλα, χωρίς έναν ήχο, ένα φύλλο,
στα καμένα, από την παγωνιά, μαυριδερά τους κλαδιά. Η πορεία
συνεχίζεται κιόλας, είκοσι ώρες χωρίς διακοπή. Οι όμηροι μισόγυμνοι και
πεινασμένοι διαμαρτύρουνται. Μα οι φρουροί τούς ακολουθούν αμείλιχτοι.
Όσοι αποφασίζουν να σταματήσουν για να πάρουν ανάσα και δε
σηκωθούν, μόλις τους πλησιάσει ο γερμανός, πυροβολούνται επί τόπου.
Στην αρχή, οι περισσότεροι τα καταφέρνουν και ξαναπαίρνουν τα πόδια
Digitized by 10uk1s

τους. Όμως, ύστερα από δυο μέρες πορεία, χωρίς ούτε μιας ώρας
ανάπαυση, τα μέλη μουδιάζουν, ναρκώνουνται, μαζί και το μυαλό, που δεν
λαχταρά πια τίποτα άλλο, παρά κείνο το χαντάκι, κείνη τη λακκούβα, στα
πλάι του δρόμου· εκεί, δε μπορεί, θα 'ναι ζεστά, θα 'ναι μαζεμένα. Και το
μυαλό αποκοιμιέται, πριν ακόμα το κορμί αφεθεί να κατρακυλήσει. Οι
γερμανοί δε χάνουν καιρό. Τους πυροβολούν και προχωρούν, προχωρούν
και πυροβολούν όποιον δεν αντέχει άλλο να περπατήσει.
Τα παιδιά σφίγγουνται το 'να δίπλα στ' άλλο και δεν κυττούν τους νεκρούς
τους σπαρμένους στο χιόνι. Στην αρχή πέταξαν τις ζεστές κουβέρτες που
κρατούσαν. Την τρίτη μέρα ξαλάφρωσαν τα σακκίδια από τα μισά
τρόφιμα. Μα όσο η πορεία συνεχίζεται, χωρίς ούτε μιας ώρας ανάπαυση,
τέσσερις μέρες τώρα, τόσο παρηγοριούνται, πως κάπου κοντά τούς
πηγαίνουν, κάπου θα φτάσουν σύντομα. Πέταξαν όλους τους θησαυρούς
τους και πάλι δεν τα καταφέρνουν. Πρώτος ο Ζακ κι ύστερα ο Μάριο,
εγκαταλείψανε την τετράδα, την πέμπτη μέρα και σωριάστηκαν στην άκρη
του δρόμου. Μάταια ο Σαμ κι ο μικρός Ζεφ προσπάθησαν να τους
συγκρατήσουν. Και οι δυο, ο ένας ύστερα από τον άλλον, κυττούν τους
φίλους τους με θαμπωμένα μάτια, σα να τους ζητούν συγγνώμη και
κουλουριάζουνται, με την ελπίδα να γίνουν αθέατοι. Ο Σαμ είδε τον Ες Ες
που 'τρεξε κατά πάνω τους κι έκλεισε τα μάτια στο διπλό πυροβολισμό.
Ύστερα σφίγγει κοντά του, με τις ελάχιστες δυνάμεις που του μένουν, τον
Ζεφ, που κλονίζεται.
—Εμείς Ζεφ πρέπει να κρατήσουμε. Το υποσχεθήκαμε.
—Ναι, ψιθυρίζει αχνά ο μικρός.
Οι όμηροι συνωστίζουνται γύρω στα μετάλλινα κάρα που μεταφέρουν
υλικό σκεπασμένο με μουσαμάδες και κλαριά. Στην αρχή τρόμαξαν με
τούτο το βάρος που τους φόρτωσαν, μα αποδείχτηκε σωτήριο. Γιατί την
Digitized by 10uk1s

έκτη μέρα, της αδιάκοπης πορείας, όλοι κοιμούνται περπατώντας. Κι αν
δεν κοιμούνται είναι βυθισμένοι σε μια νάρκη παραλυτική. Σωριάζουνται
χάμω, γιατί δε μπορούν πια να βασταχτούν στα πόδια τους με κανένα
τρόπο. Ενώ το κάρο είναι ένα στήριγμα, που τους υποχρεώνει να το
ακολουθούν, καθώς το σπρώχνουν ή το σέρνουν με τα λουριά περασμένα
στον ώμο τους.
—Να σταματήσουμε, να σταματήσουμε, παρακαλούν ξεψυχισμένα όλοι.
Μα οι γερμανοί τρέχουν, λες και τους κυνηγούν, λες και πηγαίνουν να
καταχτήσουν, με τούτα τα ερείπια που σέρνουν πίσω τους, μια πολιτεία.
Γι' αυτούς είναι εύκολο να τρέχουν και να πυροβολούν. Μπρος και πίσω η
φάλαγγα κλείνει με αμάξια· οι επιτηρητές Ες Ες κατεβαίνουν με βάρδιες.
Κυνηγούν τους όμηρους κι αλλοίμονό τους αν σκοντάψουν και πέσουν. Η
διαδικασία τότε δεν κρατάει πολύ, αν ο όμηρος δεν προλάβει να σηκωθεί,
πριν τον πλησιάσει ο γερμανός. Αν δεν τα καταφέρει, αλλά υψώσει τα
μάτια και κυττάξει, ικετευτικά, τον δήμιό του, αυτός δε χάνει καιρό και του
φυτεύει μια σφαίρα στο κεφάλι.
Κι όμως η φάλαγγα είναι αφύλαχτη· αλλά κανείς δε σκέφτεται να
δραπετέψει. Είναι όλοι τόσο εξαντλημένοι, που δε διανοούνται, πως θα
μπορούσαν να τρέξουν λίγα μέτρα και να κρυφτούν πίσω από κάποιο
κορμό δέντρου. Πιότερο απ' όλα φοβούνται το θάνατο, από την πείνα και
το κρύο, στην ερημιά. Προτιμούν να εξαντλήσουν και την ελάχιστη
δύναμη που μπορούν να στραγγίσουν από το κορμί τους κι όταν πια δε θ'
αντέχουν άλλο, εμπιστεύουνται στον γερμανό να τους δολοφονήσει.
Ο Σαμ τραβάει με κόπο τον μικρούλη Ζεφ, που όλο και δυσκολεύεται να
περπατήσει. Τρέμει, γιατί καταλαβαίνει πως από στιγμή σε στιγμή, ο φίλος
του θα τον εγκαταλείψει. Κι ύστερα ... «Θα μείνω ολομόναχος στο
δάσος».
Digitized by 10uk1s

—Να δεις Ζεφ, απόψε, κάπου θα σταματήσουμε.
Μα ο μικρός δεν έχει πια ανάσα. Ο Σαμ τον σηκώνει σχεδόν. «Όχι, αυτόν
δε θα μου τον πυροβολήσουν». Το παιδί μπερδεύεται μέσ' στα πόδια του·
ο γερμανός περπατάει τώρα πλάι τους, σαν το κοράκι που μυρίζεται το
ψοφήμι.
—Ζεφ, άκουσες; Τώρα σε λίγο, λένε, θα σταματήσουμε. Να, ο Ες Ες τρέχει
κατά το αυτοκίνητο. Του φώναξαν για να του δώσουν τη διαταγή.
Μα ο Ζεφ γλυστράει μέσ' από το μπράτσο του και σωριάζεται στα πόδια
του. Με μια τελευταία προσπάθεια, ο Σαμ, τον τραβάει προς τα πάνω.
—Σε παρακαλώ Ζεφ, λυπήσου με, δεν έχω άλλη δύναμη, κρατήσου.
Μα το παιδί ξαναπέφτει κατά γης, βυθισμένο σ' ένα μακάριο ύπνο. Ο Σαμ
τον ταρακουνάει, λυσσάει, θέλει να τον χτυπήσει από την απελπισία, τον
εκλιπαρεί, με την ελπίδα πάντα να τον συνεφέρει. Οι όμηροι κάνουν μια
ελαφριά κλίση, δεξιά κι αριστερά και προσπερνούν τα δυο παιδιά στη μέση
του δρόμου· η φάλαγγα προχωρεί κανονικά κρύβοντας το μικρό
σύμπλεγμα.
—Ζεφ, μ' ακούς; τον τραντάζει για τελευταία φορά. Στην αρχή της
φάλαγγας δόθηκε κιόλας η διαταγή να σταματήσουν. Σήκω λοιπόν!
Μα το παιδί κοιμάται βαθιά. Ο Σαμ, γονατισμένος, τον κρατάει αγκαλιά,
νανουρισμένος κι αυτός από τον ήχο χιλιάδων πελμάτων που σούρνουνται
στην παγωμένη γη. Τα χιόνια τρίζουν από το βάρος των κάρων κι απ' τα
βήματα,

που

συνεχίζουν

την

πένθιμη

λιτανεία,

εγκαταλείποντας

εκατοντάδες νεκρούς στα χαντάκια του δρόμου. Κι αποκοιμήθηκε και ο
Σαμ. Η φάλαγγα τέλειωνε σχεδόν όταν τους έφτασε ο Μωρίς. Το μυαλό
του ναρκωμένο είχε πάψει να σκέφτεται. Μόνο σαν τους προσπέρασε, η
Digitized by 10uk1s

εικόνα τους ξύπνησε αμυδρά το μυαλό του. «Ο Σαμ». Γύρισε πίσω·
ανασήκωσε το κεφάλι του παιδιού που, γονατισμένο, ακουμπούσε μ' όλο
του το βάρος, στον άλλο κοιμισμένο μικρό.
—Σαμ, Σαμ, φώναξε τρέμοντας και τον τράνταξε. Αυτός άνοιξε μόλις τα
μάτια.
—Μα ξύπνα, λοιπόν, παιδί μου, δε βλέπεις πως φτάσαμε. Να η αρχή της
φάλαγγας σταμάτησε! Κυττώντας γύρω του, είδε πως κι οι τελευταίοι τους
προσπερνούσαν πια. Τρελλός από τον πανικό του, κατάφερε και τον
ανασήκωσε.
—Περπάτα, θα σε πυροβολήσουν, φώναξε άγρια.
Το παιδί τον ακολούθησε μισοκοιμισμένο κι αδιάφορο. Ως πόσο θα
κατάφερνε να τον συγκρατήσει; Να μπορούσε τουλάχιστον να τον
τραβήξει ως το πλήθος για να τον κρύβει λίγο... Μα οι ανύπαρχτες
δυνάμεις του, θα τον εγκαταλείψουν και τον ίδιο, από στιγμή σε στιγμή,
το νιώθει. Τότε σταμάτησαν τ' αυτοκίνητα και σφύριξαν ανάπαυση για
τρεις ώρες. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά στο δάσος βασίλεψε νεκρική
σιωπή. Έπεσαν όλοι, όπως ήταν, όπου βρέθηκαν κι αποκοιμήθηκαν απάνω
στο πετρωμένο χιόνι, χωρίς ούτε ένα σκέπασμα.
Σε τρεις ώρες ακριβώς η σφυρίχτρα ξέσκισε, με το επίμονο σφύριγμά της,
τ' αυτιά τους. Ο Σαμ δε θα ξυπνούσε, αν δεν τον μαχαίρωνε ένας πόνος
στο πλευρό. Στο δεύτερο σφύριγμα άνοιξε κι ο Μωρίς τα μάτια και
τινάχτηκε αλαφιασμένος.
—Κιόλας; Μα δε μπορώ, λέει και κουλουριάστηκε ξανά στο χιόνι.
—Σήκω, θα σε πυροβολήσουν, τον παρακίνησε ο Σαμ. Και μόνο σαν
πρόφερε τούτη τη φράση, ξύπνησε και φώναξε. Κι ο Ζεφ; Που είναι ο
Digitized by 10uk1s

Ζεφ;
—Τον αφήσαμε ... είχε πεθάνει, μάσησε τα λόγια του ο Μωρίς.
Η σφυρίχτρα αντηχεί απ' άκρη σ' άκρη, μα το κοιμισμένο δάσος δεν
αφυπνίζεται. Σαν μαγεμένο κράτησε στην παγωνιά του εκατοντάδες
ομήρους, που δεν ξύπνησαν πια.

Περπατούν δέκα μέρες και το τοπίο δεν αλλάζει. Οι ξερακιανοί μαύροι
κορμοί του απέραντου δάσους, πληγώνουν τα μάτια τους και τους
ναρκώνουν με τη μονοτονία τους. Περπατούν ασταμάτητα, όπως
ασταμάτητα νυστάζουν και πεινούν. «Μα δεν ξέραμε λοιπόν, όλη την
πείνα;» αναρωτιέται ο Μωρίς. Τόσο το σώμα τους τους γίνεται εχθρός,
που το μισούν, γιατί τους τυραννεί. Πώς να γίνει να μην το κουβαλούν
άλλο, τέτοιο μαρτυρικό, έτσι λιμάρικο. Κι όμως το κουβαλούν και το
προστατεύουν. Ο κάθε πυροβολισμός, που ακούεται, ανανεώνει τις
δυνάμεις αντίστασης. Τίποτα πια δεν συντηρεί αυτούς τους ανθρώπους,
τους χωρίς τροφή, ούτε νερό, με μισό μέτρο παγωμένο χιόνι κάτω από τα
γυμνά τους πέλματα και τα χιλιοτρυπημένα τους κουρέλια· τίποτα δεν
τους βοηθά, και δεν τους εμποδίζει να πεθάνουν ούτε η ελπίδα· μόνον ο
θάνατος.
Όταν φτάνουν σε μια σειρά ξεσκέπαστα βαγόνια, το απόγεμα της δέκατης
μέρας και παίρνουν τη διαταγή να επιβιβαστούν, σκαλώνουν με
ανύπαρχτες δυνάμεις και σωριάζουνται κατά εκατοντάδες. Πέφτουν ο ένας
απάνω στον άλλον, τυφλοί, αδιάφοροι, αποχτηνωμένοι, κακοί. Φτάνει να
χωρέσουν, μην τους εγκαταλείψουν στην εφιαλτική ερημιά του δάσους.
Το τραίνο τρέχει ξέσκεπο στην παγωνιά κι αυτοί χτυπούν, δέρνουνται,
ουρλιάζουν, ξεσκίζουνται. Το βράδυ αρχίζει πάλι να χιονίζει. Πατημένοι,
Digitized by 10uk1s

στριμωγμένοι, εχθρικοί, δε βλέπουν τίποτα άλλο, παρά την απειλή της
καινούριας νύχτας. Κανείς δε λυπάται κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του.
Όταν το τραίνο σταματάει, κάποτε, σ' όλα τα βαγόνια μένουν πολλοί
νεκροί. Κανείς δεν ξέρει τι και ποιος τους σκότωσε, μα ούτε νοιάζεται να
το μάθει. Κι όποιος το ξέρει, το ξεχνά. Αρκεί πως φτάνουν επιτέλους στο
Μπούνχενβαλντ, που τους κλείνει τις πόρτες του σαν τον απαγορευμένο
παράδεισο. Ύστερα, βέβαια, τους δέχτηκαν, μα όχι στα λάγγερ. Τους
έστειλαν στα παραπήγματα των ετοιμοθάνατων, μακριά από το κύριο
στρατόπεδο και τους αφήνουν να πεθάνουν χωρίς βία, από την εξάντληση
και το ελάχιστο συσσίτιο.

Digitized by 10uk1s

Στα μέσα του Φλεβάρη εμφανίστηκε ένας γιατρός στο αναρρωτήριο. Μόλις
τον είδε ο Ερρίκο πάγωσε. Είναι ο ίδιος που 'κανε κάθε τόσο την επιλογή
στο Μπίρκιναους.
—Δεν πάω να εξεταστώ, λέει τρομαγμένος και χώθηκε κάτω από την
κουβέρτα του.
—Είσαι καλά ή τρελλάθηκες; Οι φούρνοι ψήνουν, τώρα, ψωμιά για τους
Ρώσους...
Ο Ερρίκο έφτυσε χάμω και στάθηκε στη γραμμή. Ο γιατρός ξεχώρισε
όσους έχουν άμεση ανάγκη από περίθαλψη και διάταξε να τους στείλουν
στο νοσοκομείο. Μα του Ερρίκο δεν του κάνει καρδιά να εγκαταλείψει τον
Σοφό.
—Τι θα γίνεις εδώ ολομόναχος; Δεν έρχεσαι μαζί μου;
Κι αυτός φοβάται τη μοναξιά κι αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Η
επίβλεψη έχει τόσο χαλαρώσει που κανείς δεν προσέχει πως ο Σοφός
προσκολιέται στην ομάδα.
Μα είναι τόσο εξαντλημένοι όλοι τους που, αφού περπάτησαν μισή ώρα
μέσ' στο χιόνι, συνεχίζουν τον υπόλοιπο δρόμο τους μπουσουλώντας στα
τέσσερα. Μόλις έφτασαν στο τριώροφο χτίριο, που στεγάζεται το
νοσοκομείο, τους γδύνουν και τους παίρνουν τα ρούχα τους. Αλλά δεν
κρυώνουν. Οι δυο μεγάλες σόμπες που καίνε συνέχεια και οι εκατοντάδες
άρρωστοι, που ζουν στριμωγμένοι, ολόγυμνοι κι αυτοί, ο ένας απάνω στον
άλλο, διατηρούν ζεστασιά.
Ο Ερρίκο κυττά τον Σοφό με μάτια έντρομα· ύστερα περιεργάζεται τον
εαυτό του, να δει αν είναι ίδιος μ' αυτούς, τους ακρωτηριασμένους
σκελετούς, που κυκλοφορούν τις νεκροκεφαλές τους με τα τρελλά από
Digitized by 10uk1s

την πείνα μάτια και τις ψείρες τους. Τεράστιες, άσπρες, κόκκινες, μαύρες
ψείρες, που σεργιανούν κατά χιλιάδες απάνω τους, ανοίγοντας φωλιές στο
ξερό πετσί τους.
Στη μέση των θαλάμων περιμένει ένας σωρός νεκρών, που κανείς δεν
πέρασε σήμερα να μαζέψει, όπως τους εξηγούν. Κι οι σκελετοί των
ζωντανών, όσοι καταφέρνουν ακόμη να περπατούν, στηρίζουνται απάνω
στα πτώματα, για να διασχίσουν το θάλαμο, σαν χρειαστεί.
Το άλλο πρωί, επί τέλους, έρχεται ένα συνεργείο για να παραλάβει τους
χθεσινούς και τους φρέσκους νεκρούς. Επειδή οι περισσότεροι είναι πολύ
αδύνατοι κι εξαντλημένοι και δε μπορούν, πια, να μιλήσουν, το συνεργείο
περνάει ολόγυρα τις κουκέτες και τραβάει τα πόδια, που έτσι κι αλλιώς
εξέχουν· οι άρρωστοι πλαγιάζουν έξι μ' εφτά, κατά φάρδος, για να
χωρέσουν. Αν τα πόδια κουνηθούν, προχωρούν πάρα κάτω· αν μείνουν
ακίνητα, σημαίνει πως έχουν πεθάνει. Τότε τραβούν το νεκρό και τον
πετούν με τ' άλλα πτώματα που φτάνουν τα εβδομήντα τη μέρα.
Άλλος κανείς δεν τους επισκέπτεται ούτε δω, εκτός από τους δυο ομήρους
που κάνουν την διανομή της σούπας, μια φορά τη μέρα, μαζί με τα
τριάντα δράμια ψωμί.
Πολλοί

είναι

χειρουργημένοι,

με

κομμένα

πόδια

ή

χέρια

από

κρυοπαγήματα. Αλλά μετά τους ξεχνούν. Γάζες για να επιδεθούν τα
τραύματα δεν υπάρχουν. Οι χαρτόγαζες, που χρησιμοποιούν, κολλούν
απάνω στα τραύματα κι οι ψείρες που φωλιάζουν μέσα κει, αποτελειώνουν
την καθολική μόλυνση. Η πείνα τρελλαίνει, τα γαγγραινιασμένα τραύματα
τρελλαίνουν κι οι άρρωστοι, που έχουν ακόμη την τύχη να 'χουν τα πόδια
τους, στέκουν με τις ώρες έξω από το χειρουργείο, φωνάζοντας και
διαμαρτυρόμενοι γιατί δεν τους αλλάζουν τις πληγές τους. Μα κανείς δεν
τους ακούει, ούτε για να τους περιποιηθεί, ούτε για να τους τιμωρήσει. Κι
Digitized by 10uk1s

όλα αυτά τα σημάδια της εγκατάλειψης είναι, φανερά, η λεφτεριά που
φτάνει. Τρελλοί και υγιείς καρτερούν τους σύμμαχους που 'ρχονται όπου
να 'ναι και ξεψυχούν πιπιλώντας την ελπίδα.
Οι πιο γεροί, αυτοί που μπορούν να κινηθούν ακόμα, δεν έχουν πολλούς
τρόπους να διαλέξουν για να επιζήσουν. Γυμνοί, καθώς είναι, δε μπορούν
να βγουν έξω με μισό μέτρο χιόνι. Και κάνουν κυνήγι στους
ετοιμοθάνατους· πάντα, κάποιο ξεροκόμματο, που δε μπόρεσαν να
μασήσουν, το τελευταίο εικοσιτετράωρο της ζωής τους, κρύβεται στην
κουβέρτα τους. Και καθώς χάνουν, πολλές ώρες πριν, τις αισθήσεις τους, η
τελευταία σούπα τους μένει ανέγγιχτη κι αυτή, ως στην στερνή τους ώρα,
που δίδεται και η μεγάλη μάχη. Γιατί, σύμφωνα μ' έναν δικό τους κώδικα,
κανείς δε μπορεί ν' αγγίξει την σούπα του ετοιμοθάνατου, που μένει δίπλα
στο κεφάλι του, ως να ξεψυχίσει οριστικά.
Ο Σοφός ρωτά τον Ερρίκο, καθώς παρακολουθεί αυτό το απεγνωσμένο
κυνήγι.
—Λοιπόν, μπάρμπα Ρίκο; Πόσες σούπες κατάπιες σήμερα;
Αυτός γελά θριαμβευτικά, τρίβοντας την ανύπαρχτη κοιλιά του και
μετρώντας δυο, με τρεις τη μέρα. Στην αρχή ντρεπότανε.
—Μα είδα, εξηγεί στον Σοφό, πως αν σεβαστώ γω το νεκρό, κάποιος
άλλος θα φάει τη σούπα του.
—Εσύ βέβαια θ' αδειάσεις και την τελευταία δική μου γαβάθα, τον
πειράζει.
Ο Ερρίκο προσπαθεί να τον παρηγορήσει, χωρίς ποτέ να διανοηθεί πως
μπορεί να επιζήσει ο φίλος του περισσότερο απ' αυτόν.
Αλλά η μέρα που η σούπα του Σοφού μένει ανέγγιχτη δίπλα στο κεφάλι
Digitized by 10uk1s

του, ήρθε συντομότερα απ' ότι την περίμεναν κι οι δυο. Ο μπάρμπα Ρίκο
δεν τον αφήνει ούτε στιγμή. Προσπαθεί μάλιστα ν' αστειευτεί με τον
ετοιμοθάνατο. Κι ο Σοφός καταφέρνει να διατηρήσει το διάλογο, και
χαμογελάει με το παραμορφωμένο από τα κρυοπαγήματα στόμα του.
Μερικοί πλησιάζουν σιωπηλά το «κρεβάτι του κι αυτός τους κυττά με
μάτια έντρομα. «Ώστε ήρθε η ώρα;» Μα ο Ερρίκο θυμώνει με τους
επισκέπτες. Λαχταράει βέβαια να φάει και τη σούπα του φίλου του, μα δε
θέλει και να τον χάσει. Είναι ο μοναδικός φίλος που του απόμεινε.
—Τι θέτε δω; φωνάζει σ' όσους τους περιτριγυρίζουν. Εγώ θα τον
ξενυχτίσω. Δικός μου φίλος είναι. Ναι ή όχι Σοφέ; Και τον κυττάζει
περιμένοντας την επιβεβαίωση που θα κατοχυρώσει τα δικαιώματά του
πάνω στην παγωμένη σούπα.
Τα βλέφαρα του Σοφού κουνιούνται απάλαφρα. Και οι άλλοι δεν τολμούν
ν' αντιμιλήσουν. Μα και δεν φεύγουν. Μαζεύουν τους σκελετούς τους
σεμνά και κυττούν με πυρετώδικα μάτια, μια τον ετοιμοθάνατο, μια τη
γαβάθα του.
Ένας τρελλός φόβος κυριεύει τον Σοφό. Τα ξέρει καλά αυτά τα όρνια.
Μυρίζουνται σίγουρα το θάνατο. Είναι η μόνη αίσθηση που τους απομένει.
Ο μπάρμπα Ρίκο κάνει μια τελευταία προσπάθεια για να του δώσει
κουράγιο.
—Πες μας κείνα τα ωραία σου βρε Σοφέ, για τους αρχαίους!
Τα μάτια του ετοιμοθάνατου καρφώνουνται γεμάτα καχυποψία στον φίλο
του. Είναι βέβαιος πως θέλει να τον υποχρεώσει να μιλήσει για να
εξαντληθεί μια ώρα γρηγορότερα. Μα ξαφνιάζεται και με τον εαυτό του.
Γιατί τον τρομάζει τόσο ο θάνατος που 'ρχεται; Ήταν ήδη φυματικός σαν
τον ξετρύπωσαν οι γερμανοί. Δεν έμεινε κανείς πίσω του να περιμένει τον
Digitized by 10uk1s

γυρισμό του. Η μάνα του, η αδερφή του κι η γυναίκα του πέρασαν, πριν
εννιά μήνες, μπροστά του, με μια μακριά φάλαγγα γυναικόπαιδα που την
κατάπιε ο θάλαμος των αερίων. Αι, και; Δε μπορούσε να ζήσει μια ώρα
λεφτεριάς; Αμύνθηκε μεθοδικά έναν ολόκληρο χρόνο με τη λογική του, τις
γνώσεις του, την ιστορία, τους μαθηματικούς υπολογισμούς του. Και τον
νίκησε το κρύο. Το κρύο φώλιασε μέσα του λες και ζητούσε ζεστασιά. Το
κρύο βρίσκει απάγγειο μέσα μας και μας κατακαίει. Ώσπου γινόμαστε μέσα
κι έξω, μια στεγνή πέτσα, μια ξερή περγαμηνή. Να δουλεύεις έντεκα ώρες
τη μέρα φυτεμένος σε μισό μέτρο χιόνι, που σε ρουφά και ζεσταίνεται. Τις
τελευταίες νύχτες που δούλεψε έξω, τον φώναξε ένας γερμαναράς να του
ξύσει τα χιόνια από τις μπότες. Τον ρώτησε τι δουλειά έκανε «πριν».
—Καθηγητής των Ελληνικών, λέει ο Σοφός.
—«Κρόνο φίντο», του λέει τότε ο γερμανός καμαρώνοντας.
Ο Σοφός χαμογέλασε. «Χρόνου φείδου», τον διόρθωσε.
—Για, για! Γιγνώσκεις;
—Γιγνώσκω! τον βεβαίωσε ο Σοφός. «Μ' αυτό που δεν ξέρω είναι, πώς τον
μετρούσανε έτσι τσιγγούνικα τον χρόνο οι πρόγονοί μου» σκεφτότανε
ξύνοντας τα χιόνια από τις μπότες. «Τον είχανε ποτέ μετρήσει, με τα
ξυλιασμένα τους αχαμνά που μας μπήγουνται μέσ' στα σκέλια σαν
ξουράφια;»
—Χαμογελά! λέει ο Ερρίκο θριαμβευτικά.
—Μακάριοι! ψιθυρίζει ο Σοφός.
—Παραμιλεί βρε ο κακομοίρης! Ποιος είναι μακάριος Σοφέ;
Από τα μισόκλειστα μάτια του παρακολουθεί στις φάτσες τους το θάνατό
Digitized by 10uk1s

του να 'ρχεται.
—Αυτός θα μας παιδέψει ακόμα πολύ ώσπου να τα κακαρώσει, ακούει
κάποιον να λέει.
—Λες να τη βγάλει τη νύχτα; ρωτά ένας άλλος.
—Δεν είναι δική σου δουλειά, εξαγριώθηκε ο Ερρίκο. Για δεν τραβάς και
παραπέρα; Να ο Μωυσής ξεψυχά όπου να 'ναι, άντε ντε, πήγαινε!
Ο Σοφός κούνησε με τεράστια προσπάθεια το χέρι του και τ' ακούμπησε
στο γόνατο του Ερρίκο. Η χούφτα του ανοίγει σιγά κι αφήνει να
γλυστρήσει μια μπουκιά ξερό ψωμί. Ο Ερρίκο τ' άρπαξε κι έσκυψε απάνω
του.
—Βρε Σοφέ, ε, άκου! Μ' ακούς; Οικονόμησα ένα κουτάλι. Θα σου ταΐσω τη
σούπα σου. Αν καταφέρεις να καταπιείς λίγες κουταλιές, θα δυναμώσεις,
να δεις. Ναι;
«Αχ, το θαύμα! Ώστε ο Ερρίκο δε θέλει να πεθάνει. Είναι φίλος». Μα το
στεγνωμένο σώμα του δεν έχει πια ούτε ιδρώτα ούτε δάκρυα.
Συγκεντρώνει όλες του τις δυνάμεις και καταφέρνει να ψελλίσει.
—Φά' την εσύ.
—Εγώ, φωνάζει ο Ερρίκο στους άλλους. Όχι, επιμένει, εγώ θα στην
ποτίσω· και του πλησιάζει αδέξια το κουτάλι στο στόμα. Μα το λαρύγγι
του Σοφού έχει φράξει, λες και το 'χουν παραχώσει με στουπί. Η σούπα
τρέχει όλη στα γένεια του.
—Μην πετάς ρε τη σούπα! παρακαλεί κάποιος. Δεν τον βλέπεις; Πεθαίνει.
Δε μπορεί άλλο να τους κυττάζει. Δε μπορεί πια να αντιστέκεται στο
Digitized by 10uk1s

θάνατο, κρατώντας τα μάτια του ανοιχτά. Αχ, πόσο βαθειά θέλει να
κοιμηθεί με την αγάπη του Ερρίκο πλάι του.
—Πέθανε ρε!
Μια πάλη αστεία αρχίζει πάνω από το κεφάλι του. Οι σκελετοί παλεύουν
ανίσχυρα,

με

τα

δύσκαμπτα,

αργοκίνητα

χέρια

τους.

Ο

Ερρίκο

υπερασπίζεται τη γαβάθα με τις χοντρές πληγιασμένες παλάμες του και
ξέρει πως θα την κερδίσει, μόνο αν καταφέρει να την πλησιάσει στο στόμα
του. Μα του την τραβούν πέρα δώθε, με θλιβερά κλαψουρίσματα και
ξεφωνητά, ώσπου αναποδογυρίζεται όλη απάνω στην κουβέρτα. Κι οι
τέσσερις, τότε, πέφτουν μπρούμυτα και προσπαθούν να την γλείψουν,
πριν απορροφηθεί.

Θα 'χουν περάσει είκοσι μέρες απ' όταν μεταφέρθηκε ο Ερρίκο στο
νοσοκομείο, σαν εμφανίστηκε ένας γιατρός, όμηρος, μ' έναν κατάλογο στο
χέρι. Διαβάζει συνέχεια ονόματα στη σιωπή του θαλάμου. Μόνο σαν
φτάνει στο 32, ακούεται ένα ξεψυχισμένο «παρών».
—Καλά και που είναι οι άλλοι, ρωτά τότε.
—Θα πέθαναν.
Μα κι ο μοναδικός ζωντανός του καταλόγου, είναι μάταιο πια να
μεταφερθεί στο χειρουργείο. Είναι ολόκληρος σάπιος και γαγγραινιασμένος
και βρομά σαν πτώμα.
Ο Ερρίκο πλησίασε τον γιατρό και του 'δειξε τα μαύρα πληγιασμένα χέρια
του. Του 'πε να τον ακολουθήσει, μαζί με μερικούς άλλους, στο
χειρουργείο.

Digitized by 10uk1s

Εκεί τον εξετάζουν κι άλλοι γιατροί και του λένε να παρουσιαστεί την
επομένη να του κόψουν το ένα χέρι από τον καρπό και δυο δάχτυλα από
το άλλο. Στην αρχή τρόμαξε πως θα τον βάλουν κάτω με το ζόρι και θα
τον πετσοκόψουν. Μα σαν είδε πως κανείς δε μιλά γερμανικά, σκέφτηκε
πως είναι όλοι τους όμηροι, σαν και τον ίδιο, κι αρνήθηκε. «Όχι, λέει, δε
θέλω να με χειρουργήσετε».
—Θα 'ρθεις αύριο το πρωί. Κι αν δεν υπακούσεις θα σε στείλουμε πίσω στο
λάγγερ εργασίας.
Μα ο Ερρίκο είναι βέβαιος πως την άλλη μέρα θα τον έχουν ξεχάσει. Κι
όμως το πρωί ο νοσοκόμος έκανε το προσκλητήριο. Όσους αρνήθηκαν να
τον ακολουθήσουν στο χειρουργείο, τους τράβηξαν έξω από το θάλαμο, κι
από κει κατ' ευθείαν στο ύπαιθρο. «Θα περιμένετε, εδώ, να 'ρθουν να σας
πάρουν για το λάγγερ».
Τους μάζεψαν τόσο απότομα, που βρίσκουνται στο χιόνι ολόγυμνοι,
τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους μ' ένα μπερέ στο κεφάλι. Το χιόνι πέφτει
πυκνό. Σφιγμένοι ο ένας απάνω στον άλλον κλαίνε. Δυο φορές κάνουν μια
προσπάθεια ν' ανοίξουν την είσοδο και να μπουν, να περιμένουν από
μέσα, μα η πόρτα είναι μανταλωμένη κι ο σκοπός τους κουνάει άγρια το
κεφάλι. Τα πόδια και τα χέρια τους πρήζουνται και σκάνε, τινάζοντας αίμα.
—Θα γυρίσω πίσω, λέει ο Ερρίκο. Θα πάω να χειρουργηθώ. Κι έτρεξε κατά
την είσοδο.
—Άνοιξε, φωνάζει στο φρουρό, θα πάω απάνω να μου κόψουν τα χέρια.
—Νιξ, νιξ!
Όταν μετά τρεις ώρες ήρθαν δυο στρατιώτες να τους πάρουν, αντίκρυσαν
έναν ξυλιασμένο χιονάνθρωπο, με έξι κεφάλια.
Digitized by 10uk1s

Στο λάγγερ που επιστρέφει, η δουλειά δεν είναι υποχρεωτική. Όποιος
θέλει να βγει σε αγγαρεία παίρνει διπλή μερίδα σούπα. Μα ο Ερρίκο δε
μπορεί να δουλέψει. Το μόνο που μπόρεσε το 'κανε. Έγδυσε ένα
πεθαμένο,

ντύθηκε

κι

άρχισε

πάλι

να

περιδιαβάζει

στους

σκουπιδοτενεκέδες. Όλο και κάποιο λαχανόφυλλο ή πατατόφλουδες θα
βρει. Μερικές φορές έχει την μεγάλη τύχη να πετύχει και κανένα κόκκαλο.
Τότε περνά μια μέρα ευτυχισμένη. Μ' ένα μαχαιράκι κόβει το κόκκαλο
μικρά μικρά κομματάκια και το μασουλάει. Αλλά κι αυτή η ευτυχία δεν
κρατάει πολύ. Μέσα του Απρίλη κόπηκαν και τα τριάντα δράμια του
ψωμιού κι όλοι, όσοι μπορούν να μετακινηθούν, τρέχουν στα σκουπίδια.
Μα και τα σκουπίδια των μαγειρείων λιγοστεύουν, λες και δεν τρώνε ούτε
οι γερμανοί. Κι οι καυγάδες πάνω από τους σκουπιδοτενεκέδες καταλήγουν
σε μάχες.
Στις 20 του Απρίλη διατάχτηκαν όλοι να γδυθούν και να παραδώσουν τα
ρούχα τους στην απολύμανση. Αφού έμειναν ολόγυμνοι, μια άλλη διαταγή
τους αναγκάζει να βγουν από το λάγγερ και να πάνε σε άλλο μπλοκ. Και
τότε αρχίζει ένα εφιαλτικό τρέξιμο για τους γυμνούς σκελετούς που
τρέχουν, κυνηγημένοι στα χιόνια, από το ένα μπλοκ στο άλλο, γιατί γίνεται
γενική καθαριότητα κι απολύμανση σ' όλο το στρατόπεδο. Κατά τις δυο το
μεσημέρι τους έδωσαν επί τέλους καθαρά ρούχα και τους αφήνουν να
επιστρέψουν στη ζεστασιά τους.
Το άλλο πρωί ο Ερρίκο έχει τόσο πυρετό που δεν καταφέρνει να σηκωθεί
και να βγει στον περίβολο για το προσκλητήριο, που κρατά, συνήθως, μια
ώρα. Από στιγμή σε στιγμή περιμένει ν' ακούσει το γαύγισμα του κάπο από
πάνω του και να νιώσει τις κλωτσιές του στα κόκκαλά του. Μα ο κάπο
πέρασε αμίλητος και χάθηκε.
«Δεν μ' έδειραν!» σκέφτεται μ' απελπισία. «Ώστε θα πεθάνω». Αρχίζει να
κλαίει, απαρηγόρητος, όσο ακούει γύρω του τα ψιθυρίσματα των
Digitized by 10uk1s

συντρόφων του, πως οι σύμμαχοι όπου να 'ναι φτάνουν.
Την επομένη, δίνεται διαταγή να τον μεταφέρουν στον θάλαμο των
ετοιμοθάνατων. Μα δεν υπάρχει κανείς να τον σηκώσει. Τέσσερις, όμοια
εξαντλημένοι, τον τραβούν από τις άκρες της κουβέρτας του και
σούρνοντας, σιγά σιγά, καταφέρνουν να τον βάλουν μέσα από την πόρτα
δεξιά. Ο Ερρίκο κλαίει μ' όλο τον πυρετό του. Του φαίνεται πως, αν
καταφέρει να γυρίσει πίσω στο θάλαμό του, θα ξεφύγει το θάνατο. Μα η
εξάντλησή του είναι τόση, που καθώς ανασηκώνεται, ξανασωριάζεται
λιπόθυμος.

Digitized by 10uk1s

Ο Σαμ ξημερώθηκε την πρώτη του Απρίλη με δυνατό πυρετό. Όλα είναι
θολά στο ζαλισμένο μυαλό του. Οι σύντροφοι που πεθαίνουν, οι άλλοι που
δεν ξεψυχούν εύκολα, τα σιωπηλά πρόσωπα εκείνων που δε μιλούν,
σχεδόν καθόλου, για να διατηρούν τις ελάχιστες δυνάμεις που τους
απομένουν, περιμένοντας τους απελεφτερωτές. Ούτε τον Μωρίς δεν
λυπάται πια, που σβήνει δίπλα του, ύστερα από κείνη τη φοβερή πορεία
μέσ' στα χιόνια. Έτσι κι αλλιώς, μέσα σε τούτη την παράγκα, το ξέρουν
όλοι πως θα πεθάνουν, απόψε, αύριο, κάτω από τον χαρούμενο ήχο των
συμμαχικών αεροπλάνων που φέρνουν βόλτες πάνω από το στρατόπεδο.
Κι όμως εκεί κατά το μεσημέρι, οι επαφές με τη μυστική Οργάνωση του
στρατοπέδου έχουν γίνει κι ο Σαμ μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Ο
φρουρός που τον παραλαβαίνει τον οδηγεί κατ' ευθείαν στα λουτρά.
—Μα έχω πολύ πυρετό και δε μπορώ να πλυθώ, τολμά να πει.
—Προχώρει παλιόσκυλο ... έτσι κι αλλιώς δε μπορείς να μπεις στο
νοσοκομείο χωρίς να μπανιαριστείς, κι ανοίγει τη βρύση. Ο Σαμ
τραβήχτηκε και μόνο που είδε το νερό να τινάζεται με δύναμη. Αλλά μια
γερή κλωτσιά στα πισινά του τον σπρώχνει, ακριβώς, κάτω από το
παγωμένο ντους.
—Έλα καημένε, πως κρυώνεις!
Το ίδιο απόγεμα, οι όμηροι γιατροί αποφάσισαν την παρακέντηση στο
πλευρό του. Του τράβηξαν ενάμιση κιλό νερό, όμως ο πυρετός του δεν
υποχωρεί. Παραδέρνει σε εφιάλτες και άγρια ξεφωνητά για μια βδομάδα
ακόμη. Τότε παρουσιάστηκε στο θάλαμο ο γερμανός αξιωματικός και
ζήτησε να δηλώσουν ποιοι, από τους άρρωστους, είναι Εβραίοι. Κανείς
φυσικά δε μιλάει. Όλοι τρέμουν τις ομαδικές εκτελέσεις που γίνουνται τις
τελευταίες αυτές μέρες. Αλλά αυτό ακριβώς θέλει να προλάβει η
Digitized by 10uk1s

Οργάνωση αντίστασης του στρατοπέδου που συνεργάζεται με μερικούς
γερμανούς. Κι αποφασίζει να κρύψει σε σίγουρο μέρος τους νεότερους
Εβραίους και όσες προσωπικότητες έχουν, μέχρι της στιγμής, επιζήσει και
βρίσκουνται στο νοσοκομείο, είτε για λόγους ασφάλειας, είτε γιατί είναι
πολύ άρρωστοι. Τον γερμανό τον χρησιμοποίησαν για να φανεί νόμιμη η
μεταφορά τους από το προσωπικό. Όμως αυτό, οι άρρωστοι, δεν το
ξέρουν, όταν διαπιστώνεται η ταυτότητά τους από τις καρτέλες τους και
τους σηκώνουν, μέσ' στη νύχτα, τυλιγμένους στις κουβέρτες τους. Είναι
όλοι τόσο βέβαιοι πως πηγαίνουν να εκτελεστούν, που δεν καταλαβαίνουν
καθόλου γιατί, δέκα λεπτά μετά, βρίσκουνται σε μαλακά πραγματικά
κρεβάτια και τι σημαίνουν τα χαμογελαστά πρόσωπα των όμορφων
γυναικών που σκύβουν απάνω τους όλο τρυφερότητα. Τους εξηγούν πως
βρίσκουνται στο μπορντέλο του Μπούγχενβαλντ. Έχει τον ίδιο προορισμό
με του Μπίργκιναους. Όλα αυτά τα χρόνια το χρησιμοποίησαν οι γερμανοί
για τους χαφιέδες τους. Μόνο που τώρα οι χαφιέδες έχουν εξαφανιστεί.
Είτε γιατί εκτελέστηκαν από τους ίδιους τους γερμανούς, είτε γιατί, όσοι
καταφέρνουν να επιζήσουν, μέχρι την ώρα, προσπαθούν με κάθε τρόπο
να εξασφαλίσουν την εύνοια των ομήρων. Οι κοπέλλες του σπιτιού
περιποιούνται τους άρρωστους.
Ο Σαμ δεν ξέρει αν τα πρόσωπα που κινούνται γύρω του, είναι πραγματικά
ή οράματα του πυρετού του. Ξέρει πως διψάει, πως φωνάζει να του
δώσουν νερό και πως μια μαλακιά φωνή τον παρακαλεί, να κάνει υπομονή,
γιατί οι γερμανοί φεύγουν από στιγμή σε στιγμή και το στρατόπεδο έχει
μείνει χωρίς φως και νερό.
—Κι ύστερα όλα θα 'ναι όμορφα, συνεχίζει η φωνή, γιατί θα 'μαστε
λέφτεροι και θα μπορούμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας, στην πατρίδα.
Δεν ξέρει πόσες μέρες ή μήνες διψάει. Μόνο το σκοτάδι αναγνωρίζει, που
φεύγει και ξαναγυρίζει, μια, δυο, τρεις φορές, ανυπόφορο, πυκνό,
Digitized by 10uk1s

διψασμένο, μέσα σε νεκρικές σιωπές, βαθειές σαν το θάνατο. Κι ύστερα
πάλι ξημερώνει και η νεκρική ησυχία του στρατοπέδου σπάει μ' ένα
τεράστιο θόρυβο, που όμοιό του δεν έχει ποτέ ακούσει. Ένας βόμβος, ένα
βουητό πολύφωνο, μια ξεσκισμένη ιαχή. Τρομαγμένος ανοίγει τα μάτια και
για πρώτη φορά διακρίνει ολοκάθαρα τα αντικείμενα του δωματίου. Ένα
άλλο κρεβάτι απέναντί του, κι απάνω ένας ακίνητος κιτρινοπράσινος
άγνωστος που ανασαίνει με δυσκολία, ένα παράθυρο, μια πολυθρόνα που
φιλοξενεί έναν άλλον σκελετωμένο κιτρινιάρη και μια πόρτα που ανοίγει
απότομα κουβαλώντας ολοζώντανη την ιαχή, σαν την εικονογραφημένη
ηχώ ενός απέραντου άδειου χώρου, «Λέφτεροι, λέφτεροι» και μια κοπέλλα
σταράτη, ξεχτένιστη που ορμάει απάνω του, του αρπάζει το βαρύ κεφάλι
στις παλάμες της και φωνάζει μέσ' στα μάτια του, μέσ' στην ανάσα του,
μέσ' στο στόμα του.
—Είμαστε λέφτεροι μικρό μου, λέφτεροι και τον καταφιλά κι ο κόσμος
χάνεται πάλι, στην άβυσσο της εξάντλησής του και της προσπάθειάς του
να καταλάβει, αν είναι ξύπνιος ή αν ονειρεύεται.

Ο Ερρίκο ξύπνησε ξαπλωμένος σε μια κουκέτα. Δεξιά του κοιμάται, για
πάντα, με μάτια ορθάνοιχτα, ένας άγνωστος. Από τ' αριστερά του
ακούεται η βαριά ανάσα των ετοιμοθάνατων που αναγνωρίζει πολύ
καθαρά. Ο σύντροφός του δεν κινιέται, μόνο που προσπαθεί να πάρει
ανάσα, χωρίς να τα καταφέρνει και πολύ καλά. Και δίπλα στο κεφάλι του η
γεμάτη γαβάθα του. Με δυσκολία ανασηκώνει το χέρι του και πασπατεύει
και τη δική του, ανέγγιχτη κι αυτή. Προσεχτικά, γυρίζει μπρούμυτα και
ρουφά με μικρές ρουφηξιες την παγωμένη σούπα. Ευτυχισμένος
αποκοιμιέται. Σαν ξυπνά, βλέπει τον διπλανό του, ακίνητο, μπρούμυτα με
το μούτρο χωμένο στη γαβάθα του. «Πνίγηκε!» Με μεγάλη προσπάθεια
τον σπρώχνει. Όταν καταφέρνει να τον μετακινήσει, ο νεκρός του
Digitized by 10uk1s

σύντροφος κατρακυλάει στο τσιμέντο. Όμως προλαβαίνει και συγκρατεί τη
γαβάθα να μην αναποδογυριστεί μαζί του. Ύστερα σκύβει και ρουφά τη
μισοτελειωμένη σούπα του.
Στις 5 του Μάη η πείνα που τον θερίζει, του δίνει την δύναμη να
γλυστρήσει χάμω. Περπατώντας στα τέσσερα, καταφέρνει να βγει έξω από
την παράγκα. Εξαντλημένος ξαπλώνει μ' ολόκληρο το σώμα του στο χιόνι
κι ύστερα σιγά σιγά, σαν το σκουλήκι, τραβιέται προς τα μαγειρεία. Απο
μακριά βλέπει κι άλλους όμηρους μπρούμυτα κατά γης. Σούρνεται, όσο πιο
γρήγορα μπορεί, μα σαν πλησιάζει, δε βλέπει ούτε σκουπίδια ούτε ένα
ψίχουλο ολόγυρά του. Και γλείφει κι αυτός τη λάσπη του χιονιού, όπως
κάνουν κι οι άλλοι. Αυτή είναι η τελευταία του έξοδος. Έτσι κι αλλιώς δεν
έχει πια δυνάμεις γι' αυτό το μεγάλο ταξίδι των εκατό μέτρων. Γύρω του
πληθαίνουν τα πτώματα, που δεν έρχεται κανείς να μαζέψει. Μα ούτε και
συσσίτιο τους φέρνουν. Οι λίγοι που είναι ακόμα ζωντανοί, μέσα στο
θάλαμο, κείτουνται, σαν κι αυτόν, αμίλητοι μέσ' στην παγερή σιωπή. Τώρα
δεν έχει καμιά ελπίδα. Το ξέρει πως θα πεθάνει, μα δε μπορεί ούτε να
κλάψει. Σκέφτεται μόνο πως ίσως το στρατόπεδο να 'χει αδειάσει από τους
γερμανούς, αφού όλοι, ασφαλώς, οι όμηροι θα 'χουν πεθάνει. Βουλιάζει
μέσ' τη νάρκη του ξυλιασμένος, καθώς οι δυο διπλανοί του, πεθαμένοι από
ώρες, του μεταδίδουν την παγωνιά τους. Μα δεν έχει το κουράγιο ούτε
κρεβάτι ν' αλλάξει, ούτε να τους γκρεμίσει κάτω. Σήμερα κι οι σόμπες δεν
άναψαν. Στη βαθειά νύχτα που τον τυλίγει, ξυπνάει από κάποιο θόρυβο
που δεν καταφέρνει να προσδιορίσει. Στην αρχή είναι μια φωνή, μα σε
λίγο γίνεται και ο ήχος που κάνουν τα ξυλοπάπουτσα που τρέχουν απάνω
στο τσιμέντο, κι ύστερα πάλι ένα «Σύντροφοιοί!» και τα ξυλοπάπουτσα και
πάλι ένα «Λέφτεροι» και τα ξυλοπάπουτσα πιο κοντά, πλησιάζουν,
βρίσκουνται κιόλας στο θάλαμο. Με δυσκολία μισανοίγει τα μάτια του και
διακρίνει έναν όμηρο, που σταματά στο άνοιγμα της πόρτας, γυρίζει δεξιά
κι αριστερά το κεφάλι, σα να ψάχνει κάποιον κι ύστερα φωνάζει,
Digitized by 10uk1s

χοροπηδώντας.
—Ξυπνάτε παιδιά. Είμαστε λέφτεροι, οι γερμανοί φύγανε, είμαστε
λέφτεροι.
Μα καθώς κανείς δε φαίνεται να τον ακούει, συνεχίζει να φωνάζει, με το
μεγάλο μαύρο του στόμα ολάνοιχτο, γελαστό, τρέχοντας από κουκέτα σε
κουκέτα και τραντάζοντας τους ξαπλωμένους.
—Είμαστε λέφτεροιιι, σύντροφοι, σηκωθείτε!!
Και δόστου και ταρακουνάει τα ακίνητα κουφάρια. Ένας ψίθυρος, που
'φτασε στα χείλια του Ερρίκο, δεν κατάφερε να γίνει ήχος, καθώς ο
όμηρος, τον άρπαξε από τα πόδια, περνώντας πλάι του. Ώσπου, στα μισά
του θαλάμου, σταμάτησε και τέντωσε τα χέρια.
—Κανείς ζωντανός μωρέ να χαρεί; Αφού σας λέω πως είμαστε λέφτεροι!
Κυττάει ακόμα μια φορά ολόγυρα, η μεγάλη τρύπα του στόματός του
μισοκλείνει, και ξαναλέει κλαίγοντας.
—Μα κανείς ζωντανός, μωρέ, να χαρεί.

Ο Ερρίκο, ο Μωρίς, η Μπουένα και ο Σαμ γύρισαν πίσω στην Ελλάδα.
Μα τίποτα δεν τέλειωσε.
Μάης 1965 

Digitized by 10uk1s

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful