GIUSEPPE VERDI - AIDA, η "εξωτική όπερα

"
Ξυγαλά Σοφία
Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

H Aida ήταν το έργο εκείνο που διέγειρε την ευαισθησία του νεαρού Puccini και
µετά από µια παράσταση που παρακολούθησε στη Σκάλα, αποφάσισε να
σπουδάσει µουσική στο Ωδείο.
H όπερα αυτή σήµερα - σύµφωνα µε τους αριθµούς - είναι το πιο δηµοφιλές έργο
του Βέρντι. ∆ε λείπει από καµία Λυρική Σκηνή και είναι ίσως η αγαπηµένη όπερα
των θερινών φεστιβάλ.
'Aρχισε να τη γράφει ο Verdi πάνω στα πρότυπα της Γαλλικής grand opera
(=πολυπληθή χορωδιακά, µπαλέτα που εναλλάσσονται µε ορχηστρικά µέρη,
ντουέτα, τρίο, µεγάλες άριες κλπ) γιατί είχε συζητηθεί η προοπτική να ανέβει και
στο Παρίσι το έργο.
Ωστόσο παραγγέλθηκε από τον Αιγύπτιο µονάρχη Ismail Pasha στα πλαίσια του
εορτασµού της ∆ιώρυγας του Σουέζ και όχι -όπως εσφαλµένα αναφέρεται- για τα
εγκαίνια της (1869) ή τα εγκαίνια του νεοσύστατου Λυρικού Θέατρου του Καΐρου
(παρουσιάστηκε εκεί ο Ριγκολέττο). Εξάλλου η σύνοψη του έργου στάλθηκε στο
συνθέτη µόλις το 1870.
Η υπόθεση της όπερας βασίζεται πάνω σε ένα σενάριο-ιδέα του August Marriette
(επιµελήθηκε και το εικαστικό µέρος της παγκόσµιας πρεµιέρας) µεγάλου
αιγυπτιολόγου της εποχής: η Aida, αιχµάλωτη κόρη του βασιλιά της Αιθιοπίας
Amonasro είναι ερωτευµένη µε τον Radames, στρατηγό του αιγυπτιακού στρατού,
έχει όµως ως αντίζηλο της πριγκίπισσα Amneris, κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου κάτι
που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτες συγκρούσεις. Το σενάριο του εµπεριείχε αρκετά
ιστορικά στοιχεία -τα ονόµατα του έργου δεν έχουν επιλεγεί τυχαία- και το είχε
ήδη θεατροποιήσει ο Camille du Locle. Το λιµπρέτο ανέλαβε να γράψει ο Antonio
Ghislanzoni.
Ο Βέρντι δεν είχε επισκεφτεί ποτέ την Αίγυπτο και δεν χρησιµοποίησε κανένα τοπικό παραδοσιακό όργανο στην
ορχήστρα για να δηµιουργήσει την ατµόσφαιρα της εποχής (εκτός από κάποιες τροποποιηµένες τροµπέτες που
παρήγγειλε στο Μιλάνο). Μελέτησε βέβαια την αραβική και αιγυπτιακή µουσική καθώς και κάποια ανατολίτικα
µοτίβα, γι' αυτό και κάθε σχεδόν ήχος των χάλκινων πνευστών, των κρουστών και της άρπας δηµιουργεί την
παραίσθηση του τόπου και του χρόνου της εποχής της 20ης ∆υναστείας των Φαραώ!
Ενώ όµως το έργο παραδόθηκε εγκαίρως για την προγραµµατισµένη ηµεροµηνία παρουσίασης του, το παράδοξο
είναι ότι τα σκηνικά αποκλείστηκαν στο Παρίσι -όπου κατασκευάστηκαν- όταν ξέσπασε ο πόλεµος µεταξύ
Γαλλίας και Γερµανίας. Έτσι η πρεµιέρα του έργου έγινε πολύ αργότερα από την καθορισµένη ηµεροµηνία - δυο
χρόνια µετά τη λειτουργία της ∆ιώρυγας του Σουέζ- στις 24 ∆εκεµβρίου 1871 στην Khedivial Opera του Καΐρου,
παρουσία πολλών διακεκριµένων προσώπων και διασηµοτήτων.
Η επιτυχία ήταν άµεση και πολύ σύντοµα όλα τα λυρικά θέατρα του κόσµου συµπεριλάµβαναν στο πρόγραµµα
τους την όπερα. Στην Ιταλία παρουσιάστηκε τον επόµενο χρόνο στη Σκάλα, στις 8 Φεβρουαρίου 1872 µε τη
διάσηµη σοπράνο Teresa Stolz στον οµώνυµο ρόλο και τον ίδιο το συνθέτη στο πόντιουµ. Ακολούθησε η Νέα
Υόρκη, το Λονδίνο, και αργότερα το Παρίσι.
ΠΗΓΕΣ
- Phil Goulding, Ticket to the Opera , Editions Ballantine Publishing Group
- Andras Batta: ΟΠΕΡΑ, εκδ. Ελευθερουδάκη
- Rosenthal & Warrack, Oxford Dictionary of Opera
- Α. Σπανούδη: ΜΟΥΣΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ραδ. εκποµπή: "Η Αϊντα του Βέρντι"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ NORMA FANTINI
Σοφία Ξυγαλά: Κυρία Fantini, είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην
Ελλάδα, σας καλωσορίζουµε.
Norma Fantini: Θέλω να χαιρετίσω τους αγαπητούς φίλους της
Θεσσαλονίκης. Αν και τραγουδώ για πρώτη φορά στην Ελλάδα, είµαι πολύ
ικανοποιηµένη που µου δίνεται αυτή η ευκαιρία. Σ' αυτή τη χώρα γεννήθηκε η
Μαρία Κάλλας που τη θεωρώ τη µεγαλύτερη τραγουδίστρια του περασµένου
αιώνα γι' αυτό περισσότερο από κάθε άλλη χώρα είναι µεγαλύτερη η
υποχρέωση και η επιθυµία που νιώθω για να κάνω ότι καλύτερο µπορώ.
Σ.Ξ.: Θέλετε να µας µιλήσετε για τα πρώτα σας βήµατα;
Norma Fantini: ’ρχισα σπουδές µουσικής µε σκοπό τη µουσικοθεραπεία. Μετά το δίπλωµα που πήρα στο Ωδείο,
κέρδισα τον διαγωνισµό Belli στο Σπολέτο. Έκτοτε άλλαξε ολόκληρη η ζωή µου.
Σ.Ξ.: Την εποχή αυτή που η βιοµηχανία της όπερας είναι πολύ απαιτητική και οι τραγουδιστές οφείλουν να
είναι υπεράνθρωποι πως µια πριµαντόνα καταφέρνει να διατηρείται σε υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, χωρίς
να κάνει εκπτώσεις;
Norma Fantini: Πρέπει να τραγουδά όπερες που να ταιριάζουν µε το
ρεζίστρο (έκταση) της φωνής που διαθέτει. ∆εν πρέπει να υπερβάλει
δουλεύοντας συνεχώς γι' αυτό οφείλει να βρίσκει πάντα κάποια µέρα
ξεκούρασης µεταξύ των υποχρεώσεων της. Πρέπει να διατηρεί τη φωνή
πάντα σε φόρµα και να έχει έναν καλό δάσκαλο που να παρακολουθεί την
πορεία της και να τη συµβουλεύει σωστά.
Σ.Ξ.: Έχετε κερδίσει εξαιρετικές κριτικές ως Aida. Ποια πιστεύετε ότι
είναι τα πιο επικίνδυνα σηµεία στο ρόλο αυτόν.
Norma Fantini: Η Αίντα είναι πράγµατι µια δύσκολη πάρτα και ειδικά η
άρια της πρώτης πράξης γιατί η φωνή δεν έχει ζεσταθεί ακόµα. Έπειτα όλη
η 3η πράξη φωνητικά είναι πολύ έντονη. Παρότι έχω µια µακρά εµπειρία
στο ρόλο ακόµα και τώρα προσπαθώ µε την σωστή τεχνική να µην υποβάλω σε δοκιµασία τη φωνή µου καθώς και
σε ακραίες εντάσεις.
Σ.Ξ.: Κλείνοντας, θα ήθελα να ρωτήσω, πόσο εύκολο είναι για µια γυναίκα καλλιτέχνιδα ειδικά σε ένα τόσο
απαιτητικό επάγγελµα να διατηρεί σε αρµονία καλλιτεχνική και προσωπική-οικογενειακή ζωή.
Norma Fantini: Ο χρόνος που αποµένει για την προσωπική ζωή είναι ελάχιστος και είναι τροµερά δύσκολο να
σκεφτεί κανείς να δηµιουργήσει οικογένεια...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ TOY NICOLA MARTINUCCI
Σοφία Ξυγαλά: Μαέστρο Martinucci καλώς ήρθατε για ακόµη µια φορά στην Ελλάδα. Αν δεν κάνω λάθος
έχετε τραγουδήσει το ρόλο του Calaf στην Αθήνα. Ελπίζω οι αναµνήσεις σας να είναι ζωντανές. Θα ήθελα να
σας ρωτήσω, µετά από τόσα χρόνια λαµπρής καριέρας τι είναι εκείνο που κάνει έναν τραγουδιστή να
εξακολουθεί να έχει πάθος για την όπερα; Τι είναι εκείνο που διατηρεί τη φλόγα αναµµένη;
Nicola Martinucci: Έκανα το ντεµπούτο µου το 1966 και φέτος συµπληρώνω
41 χρόνια καριέρας. Βλέπετε, είµαι όπως λέµε, γεννηµένος για να τραγουδώ.
Όταν δούλευα σερβιτόρος, στα 16, µου άκουγα τις µεγάλες ροµάντζες από το
ραδιόφωνο των νοικάρηδων τριγύρω και µετά τις τραγουδούσα ο ίδιος. Πρέπει
να υπάρχει µια βαθιά αγάπη για τη µουσική και για τα όσα σε κάνει να νιώθεις.
Όταν κάποιος είναι πραγµατικά ερωτευµένος βλέπει την κάθε µέρα
διαφορετική από την προηγούµενη και όχι ίδια. Έτσι είναι και µε τη µουσική.
Πως γίνεται να µην σε συνεπαίρνουν πάρτες όπως ο Andrea Chenier, ο Χορός
των Μεταµφιεσµένων, το ντουέτο της α' πράξης της Butterfly, ή ο Tabard και
σταµατώ εδώ γιατί θα συµπεριλάβω όλες τις όπερες.
Σ.Ξ.:Ένας καλλιτέχνης πόσο εύκολο είναι να καταφέρνει να διατηρεί αρµονικά µια προσωπική ζωή και µια
καριέρα;
Nicola Martinucci: Θα ήθελα πριν απαντήσω να πω δηµόσια ένα µεγάλο ευχαριστώ µέσα από τα βάθη της
καρδιάς µου στη σύζυγό µου Marcella και στην κόρη µου Leyla οι οποίες έχουν συµµεριστεί µαζί µου την πορεία
µου. Η Leyla γεννήθηκε θα 'λεγε κανείς µέσα στο θέατρο... Η γυναίκα µου ήταν
στην κλινική τις τελευταίες µέρες της εγκυµοσύνης της και εγώ έπρεπε να φύγω
για να τραγουδήσω Τουραντώ στη Βερόνα. Εκείνο το απόγευµα που αναχώρησα η
Leyla αποφάσισε να γεννηθεί και ήταν τη στιγµή που τραγουδούσα την άρια
Nessun dorma στη Βερόνα! Μετά το τέλος της άριας η παράσταση διακόπηκε και
µου έδωσαν συγχαρητήρια γιατί είχα γίνει µπαµπάς. Αυτό το λέω γιατί η
οικογένεια µου έχει ζήσει µαζί µου το παλκοσένικο, αλλά το πιο σηµαντικό
πράγµα για να παραµένει µια οικογένεια δεµένη και σε αρµονία είναι να υπάρχει
βαθύς σεβασµός για τις ανάγκες και τα θέλω των µελών της. Μετά από τόσα
χρόνια πιστεύω ότι αυτό ήταν το µυστικό για να πάνε όλα καλά. Όταν πρέπει να
τραγουδήσω εκείνες είναι διακριτικές και παρούσες, όταν δεν τραγουδώ προσπαθώ
να είµαι διαθέσιµος, να σιγοντάρω τις δικές τους ασχολίες και να τις συνοδεύω σε
ότι κάνουν.
Σ.Ξ.: Ποιο είναι το µυστικό για έναν τενόρο ώστε να διατηρεί την υγεία της
φωνής του και να τραγουδά πολλά χρόνια;
Nicola Martinucci: Το µυστικό είναι ένα: ∆ΟΥΛΕΙΑ, ∆ΟΥΛΕΙΑ, ∆ΟΥΛΕΙΑ.
Και δεν ντρέποµαι να πω ότι µετά από 41 έτη στο παλκοσένικο ακόµα και σήµερα
µια φορά την εβδοµάδα (όταν έχω παραστάσεις) πηγαίνω στη δασκάλα µου για να
κάνω ασκήσεις και να ξαναπεράσω το έργο. Ένας ποδοσφαιριστής επαγγελµατίας
δεν είναι δυνατό να παίζει καλά αν δεν προπονείται καθηµερινά. Κ' εγώ 41 έτη
παίζω στο 'πρωτάθληµα' και ειλικρινά σας λέω, πιστεύω ότι δικαιούµαι ακόµα να
κερδίσω κάποια...
Σ.Ξ.: Ας µιλήσουµε λίγο για το ρόλο του Ρανταµές. Λένε ότι είναι ένας
δυσκολότατος ρόλος για τον Βερντιάνο λίρικο-σπίντο τενόρο. Θέλετε να µας
πείτε δυο λόγια για την πάρτα του;
Nicola Martinucci: Είναι ο ρόλος µε τα 23 κόντρα σι αλλά δεν είναι αυτά το πιο
δύσκολο κοµµάτι. Είναι µια πάρτα που έχει ταυτόχρονα ένα πλεονέκτηµα που µπορεί να γίνει µειονέκτηµα και
αυτό είναι η µεγάλη άρια που υπάρχει τόσο νωρίς στο έργο. ∆εν έχεις το χρόνο να αποδείξεις ποιος είσαι, δεν
προλαβαίνεις να αντιληφθείς πόσο κόσµο έχεις µπροστά σου και µε τι διαθέσεις, είσαι σαν έναν σπρίντερ που σε
10'' ολοκληρώνεται ο αγώνας του. Αν η άρια πάει καλά µετά το υπόλοιπο της όπερας (µιλώ για φυσιολογικές
συνθήκες) προχωρά, τρέχει, νιώθεις καλά, αλλά αν για κάποιο λόγο η άρια κολλήσει µετά κάθε λεπτό της Αϊντα
έχει πετάξει στην αιωνιότητα! Για τους υπόλοιπους είναι πραγµατικά µια όµορφη όπερα µε ηρωικά σηµεία,
εκρήξεις έρωτα, λυρικά σηµεία µεγάλης έµπνευσης.

Σ.Ξ.: Θα ήθελα τη γνώµη σας για τη νέα γενιά τραγουδιστών. Λέγεται πως το star system έχει καταστρέψει
και στο χώρο της όπερας τη διάρκεια και την ποιότητα της καριέρας των τραγουδιστών. Θέλετε να µας
πείτε την άποψη σας;
Nicola Martinucci: Για την υγεία µιας φωνής δεν συνίσταται να τραγουδώ σήµερα Aida στη Θεσσαλονίκη µε
θερµοκρασία 30 βαθµούς Κελσίου, να παίρνω µετά το αεροπλάνο µε το air condition στο φουλ για να πάω στη
Στοκχόλµη που έχει 5 βαθµούς και να τραγουδήσω στη Τουραντώ, φεύγοντας µετά από εκεί για τη Μαδρίτη όπου
βρίσκω 40 βαθµούς θερµοκρασία και πρέπει να τραγουδήσω Τροβατόρε... Προσπαθώ όσο µπορώ να αφήνω µια
µέρα κενή από το ένα ρεσιτάλ στο άλλο και να µην κλείνω συµµετοχή σε διασταυρωµένες παραγωγές. Πρέπει να
πω ωστόσο, ότι σήµερα -και µιλάω γενικά- εξαιτίας ενός ανώφελου ανταγωνισµού µεταξύ των διευθυντών
ορχήστρας το να συνοδεύει κανείς τον τραγουδιστή χαρακτηρίζεται ως όνειδος και έτσι αυτή η γενιά των
µαέστρων εκβιάζει τους καλλιτέχνες αντί να εναρµονίζει µια εκτέλεση και να υπάρχει αµοιβαία βοήθεια. Παρόλ'
αυτά µαέστροι όπως οι Vottο, Serafin, De Sabata, Santini, Molinari-Pradelli (και δε θέλω να αναφερθώ στους
Toscanini, Furthwaengler, Von Matacic) 'συνόδευαν' εκπληκτικά και δεν επικρίθηκαν από κανέναν ότι έπεφταν σε
2η µοίρα. Μια ακόµα αρνητική αιτία είναι πως το star system σήµερα δε θέλει ποιότητα από τον καλλιτέχνη, αλλά
µόνο να πουλάει. Αν ο καλλιτέχνης έχει ένα ατζέντη Τύπου, έναν άνθρωπο για τις δηµόσιες σχέσεις του µε φήµη,
ένα επώνυµο γραφείο και το πληρώνει καλά, σε δυο χρόνια έχει κάνει εξώφυλλά στα πιο εµπορικά περιοδικά,
παραγωγές στα µεγαλύτερα θέατρα και πολλούς δίσκους. Αλήθεια, δεν ξέρω κανέναν που αν τραγουδήσει χωρίς
µικροφωνική εγκατάσταση θα 'περάσει' η φωνή του την πρώτη σειρά της ορχήστρας ή χωρίς τις διορθώσεις των
στούντιο η φωνή θα είναι γεµάτη, σταθερή τονικά, κλπ... Αλλά κάτι τέτοια ο ατζέντης Τύπου τα υπερπηδά. Αν
µετά, το κοινό που ακούει ζωντανά εκφράζεται αρνητικά τότε αυτό εκπλήσσει...Μµµ... οµολογώ ότι καταλαβαίνω
όλο και λιγότερο αυτά που συµβαίνουν. Ελπίζω απλά ότι θα γεννιέται πάντα κάποιο ευλογηµένο λαρύγγι...
Σ.Ξ.: Μαέστρο, σας ευχαριστώ θερµά. Εύχοµαι να έχετε τις καλύτερες αναµνήσεις από τη Θεσσαλονίκη.
Καλή επιτυχία! (in bocca al lupo)
Nicola Martinucci: Crepi il lupo! Και επιτρέψτε µου να διατυπώσω µια επιθυµία: σ' αυτή την πανέµορφη πόλη, µε
τη µεγάλη ιστορία θα ήθελα να τραγουδήσω στο µέλλον Οθέλλο ή Σαµψών, αφού συνάντησα ένα περιβάλλον και
έναν επαγγελµατισµό πραγµατικά υψηλό από την πρώτη µέρα που ήρθα σε επαφή για να τραγουδήσω εδώ και η
καλή µέρα από το πρωί φαίνεται.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΛΙΖΑΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Σ.Ξ.: Κυρία Ξανθοπούλου, πόσο δύσκολο είναι τελικά για
έναν καλλιτέχνη να επιχειρεί να διευθύνει έναν καλλιτεχνικό
οργανισµό. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές είναι εκτεθειµένοι
στην κριτική. Σπάνια καταφέρνουν να τους ικανοποιούν
όλους, σπάνια παραµένουν για πολλά χρόνια σε έναν
οργανισµό να δουν τα αποτελέσµατα του έργου τους. Θέλει
κουράγιο µια τέτοια θέση, ή δεν είναι έτσι τελικά;
Λίζα Ξανθοπούλου: Πράγµατι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός
τέτοιου οργανισµού στην Ελλάδα καλείται να είναι συγχρόνως
λογιστής, οικονοµολόγος, µάνατζερ, διπλωµάτης, χαρισµατικός
ηγέτης, νοµικός, δικαστής, ψυχολόγος, παιδαγωγός,
κοινωνιολόγος, προφήτης, ανθεκτικός ψυχοσωµατικά σε συνεχές άγχος, από µηχανής Θεός και άλλα πολλά. Η
έννοια κυρίως που καταβάλλει κυρίως έναν τέτοιον άνθρωπο είναι η συνεχής ευθύνη των πράξεων και αποφάσεων
του, καθώς όπως είπατε είναι συνεχώς εκτεθειµένος στην κριτική όλων. Μπορώ να αποδεχθώ οποιαδήποτε
κριτική, αρκεί να είναι καλοπροαίρετη και να αποσκοπεί και να συµβάλλει στην βελτίωση της πορείας του
οργανισµού, που διευθύνω και αγαπώ. Όταν ανέλαβε η νέα διοίκηση η Όπερα Θεσσαλονίκης ήταν ένας απόλυτα
υποτελής φορέας, που στεγαζόταν σε ένα καµαρίνι µερικών τετραγωνικών, αυτοτελές αλλά όχι αυτόνοµο τµήµα
ενός µεγαλύτερου οργανισµού, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Με ακατάπαυστο αγώνα η Όπερα έχει
αποκτήσει υπόσταση. Αυτή η - ακόµη - εξαρτώµενη πορεία της Όπερας από τις αποφάσεις του Κ.Θ.Β.Ε. είναι κάτι
που µας κούρασε αφάνταστα.
Σ.Ξ.: Η Όπερα Θεσσαλονίκης αποτελεί µια ευχάριστη έκπληξη για την πόλη µας που µάλλον 'πάσχει'
µουσικά. Ποιό είναι το δικό σας όραµα για τον οργανισµό αυτό? Έχει µέλλον σε µια χώρα που η κλασική
µουσική δεν αντιµετωπίζεται -όπως λέγεται- όπως της αρµόζει από το Κράτος;
Λίζα Ξανθοπούλου: Το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι κατά την γνώµη µου το πιο απαιτητικό και καταρτισµένο
κοινό αυτής της χώρας. Η πολιτιστική ζωή της πόλης έχει παρουσιάσει άλµατα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Το
πρόβληµα το οποίο εκκρεµεί να λυθεί βέβαια είναι η στέγαση και η αναγκαία επιχορήγηση των πολιτιστικών
οργανισµών, προκειµένου να διανθίζουν την πολιτιστική ατζέντα της πόλης σε µόνιµη βάση, δηµιουργώντας
παράδοση, µία σηµαντική λέξη που µας λείπει στον τοµέα της κλασικής µουσικής. Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια
Ελλάδα χρειάζεται ένα µόνιµο λυρικό θέατρο και σε αυτήν την κατεύθυνση διακρίνω να κινείται σταθερά και η
σύγχρονη πολιτική βούληση. Το λυρικό θέατρο δεν θα έπρεπε να αποτελεί όραµα, αλλά κάτι το αυτονόητο.
Σ.Ξ.: Επιτρέψτε µου να σας πω, παρότι έχουµε εντυπωσιαστεί µε το cast της ΑΙΝΤΑ (ευχόµαστε καλή
επιτυχία) πολλοί αναρωτιούνται γιατί η επιλογή ξένων καλλιτεχνών και φοβούνται µήπως η ΟΠΕΡΑ
ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ γίνει τελικά ένας οργανισµός που θα προτιµά τους ξένους καλλιτέχνες. ∆εν υπάρχουν νέα
παιδιά που να µπορούν να στελεχώσουν έναν τέτοιο οργανισµό µε επιτυχία ώστε να µην χρειάζονται οι
µετακλήσεις ξένων καλλιτεχνών?
Λίζα Ξανθοπούλου: Όπως είπα παραπάνω δέχοµαι την κριτική. Αυτή η συγκεκριµένη είναι και καλοπροαίρετη,
καθώς προτρέπει στην απασχόληση του εντόπιου καλλιτεχνικού δυναµικού. Πιστέψτε µε όµως, ότι η
συγκεκριµένη κριτική βασίζεται σε ελλιπή πληροφόρηση. Αυτοί που αναρωτιούνται, ίσως να µην θυµούνται, ότι η
Όπερα Θεσσαλονίκης την περασµένη καλλιτεχνική περίοδο συνεργάστηκε αποκλειστικά µε έλληνες καλλιτέχνες
τόσο πρωτοεµφανιζόµενους, όσο και καταξιωµένους. Και αυτό µπορεί κανείς να το διαπιστώσει πολύ εύκολα
ανατρέχοντας απλώς στα προγράµµατα των παραστάσεων της Απαγωγής από το Σεράι του Mozart, της
Νυχτερίδας του Strauss, της Έξυπνης του Orff. Τον Νοέµβριο του 2006 µάλιστα διοργανώσαµε ένα δωρεάν
σεµινάριο µονωδίας µε την συµµετοχή 30 νέων καλλιτεχνών υπό την καθοδήγηση της διάσηµης µεσοφώνου
Christa Ludwig. Το παιδαγωγικό µας πρόγραµµα επίσης µύησε στο είδος της Όπερας όλο το σχολικό έτος 7000
παιδιά. Η µετάκληση ξένων καλλιτεχνών αιτιολογείται και από παράγοντες που ίσως µερικοί ούτε καν
υποψιάζονται. Μήπως η Όπερα Θεσσαλονίκης αναµένοντας την έγκριση της παραχώρησης του χώρου
πραγµατοποίησης µίας παραγωγής αναγκάζεται να καλέσει τους κατάλληλους έλληνες καλλιτέχνες εκπρόθεσµα, οι
οποίοι είναι ήδη δεσµευµένοι από άλλους καλλιτεχνικούς οργανισµούς? Μήπως ένας νέος πολιτιστικός
οργανισµός χρειάζεται µία προβολή και εκτός των συνόρων, η οποία επιτυγχάνεται σε µεγάλο βαθµό µέσω της
µετάκλησης σηµαντικών ξένων καλλιτεχνών, κάτι το απολύτως σύνηθες σε όλα τα λυρικά θέατρα του κόσµου?
∆εν υπάρχει κανένας λόγος να νοιώθουµε ότι απειλούνται ή µειονεκτούν οι έλληνες καλλιτέχνες από την
µετάκληση ξένων συναδέλφων τους, καθώς πολλές φορές η σύγκριση µε αυτούς κλείνει υπέρ τους ή αποβαίνει
ωφέλιµη για αυτούς.