Πανεπιστήμιο Κρήτης

Φιλοσοφική Σχολή
Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας
Μεταπτυχιακό πρόγραμμα νεώτερης και σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας

Κώστας Παλούκης

Αφοί Παπαστράτος (1900 – 1940)
από την περιφέρεια στο κέντρο

Διδάσκουσα: Χριστίνα Αγριαντώνη

Ζωγράφου Απρίλης 2003

στον πατέρα μου Ανδρέα και στον αδελφό του
και θείο μου Σπύρο για τις όμορφες ιστορίες που
μας έλεγαν για «τα παλιά τα χρόνια» στην
περιοχή της Βόνιτσας Αιτωλοακαρνανίας όπου
έζησαν τα παιδικά τους χρόνια

2

περιεχόμενα
Εισαγωγή
Κεφάλαιο Πρώτο
Η Αιτωλοακαρνανία του 19ου αιώνα
Ενότητα Πρώτη
Οι κοινωνικές σχέσεις
Ενότητα Δεύτερη
Τα καπνά στην Αιτωλοακαρνανία
Κεφάλαιο Δεύτερο
Η συμβολή του Παπαστράτου
Ενότητα πρώτη
Το πρόσωπο και η οικογένεια
Ενότητα Δεύτερη
Τα καπνά στην Αιτωλοακαρνανία
Κεφάλαιο Τρίτο
Οι εμπορικές εταιρίες Παπαστράτου, η μετάβαση από την περιφέρεια στο
κέντρο
Ενότητα πρώτη
Ο εμπορικός οίκος «Αυγερινός & Παπαστράτος»
Ενότητα Δεύτερη
Η εταιρία «Αδελφοί Παπαστράτου»
Ενότητα Τρίτη
Οι Παπαστράτοι ως εθνική αστική τάξη
Ενότητα Τέταρτη
Η εταιρία Παπαστράτος στη διεθνή αγορά
Κεφάλαιο Τρίτο
Η βιομηχανία Παπαστράτου
Ενότητα πρώτη
Η Μετάβαση στη Βιομηχανία
Ενότητα Δεύτερη
Τα εθνικά χαρακτηριστικά της βιομηχανίας Παπαστράτου
Επίλογος Συμπεράσματα
Βιβλιογραφία
3

Εισαγωγή
Η προβληματική μιας μελέτης που αφορά τα καπνά, την οικογένεια Παπαστράτος και
την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, δηλαδή τρεις γιγάντιες σε σημασία και κοινωνικό
μέγεθος «ιστορίες», αναμφισβήτητα δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια μεταπτυχιακή εργασία.
Ούτε, τελικά, είναι αυτός ο στόχος μας. Θα είμαστε ικανοποιημένοι εάν συγκροτώντας μια
προβληματική πάνω σε ζητήματα που ανακύπτουν από αυτήν την υπαρκτή σχέση
καταφέρουμε να αναδείξουμε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο τέτοιο που θα μας επιτρέπει να
διαμορφώσουμε μια πληρέστερη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου 1900 – 1940.
Κεντρικός στόχος μας είναι να μελετήσουμε την πορεία συνεχούς διεύρυνσης των
καπιταλιστικών σχέσεων στην περιοχή, τη μετάβαση δηλαδή από πρωτόγονες μορφές
σχέσεων σε πιο ώριμες.
Η πορεία αυτή στην ουσία είναι μια πορεία διεύρυνσης της κοινωνικής
διαφοροποίησης και της συγκρότησης από τη μια μιας ισχυρής ντόπιας εμπορικής αστικής
τάξης και από την άλλη μιας μεγάλης μάζας εξαρτημένων άμεσων παραγωγών από το
εμπορικό κεφάλαιο. Η διαδικασία όμως αυτή ως διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης και
ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων είναι εκείνη που γεννάει τις προϋποθέσεις για τη
μετάβαση στη βιομηχανία και τη μεταποίηση. Η Αιτωλοακαρνανία των καπνών είναι εκείνη
που γεννάει την ελληνική βιομηχανία τσιγαρέττων Παπαστράτος. Η δημιουργία ντόπιας
μεγάλης βιομηχανίας μεταποίησης των καπνών με κέντρο την Αθήνα αποτελεί σημαντικό
παράγοντα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενοποίησης του παραγωγικού ιστού της
Ελλάδας και τη δημιουργία μιας ενιαίας εσωτερικής αγοράς. Η μεταφορά της έδρας της
εμπορικής εταιρίας Αφοί Παπαστράτος από το Αγρίνιο στην Αθήνα και στη συνέχεια η
ίδρυση της βιομηχανίας Παπαστράτος στον Πειραιά αποτελεί το όχημα για την ένταξη της
Αιτωλοακαρνανίας σε αυτήν την αγορά.
Η ντόπια αστική τάξη φεύγει από την επαρχία, πάει στην πρωτεύουσα και
μετατρέπεται σε κομμάτι της εθνικής αστικής τάξης. Ένα ζήτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι
εάν χάνει την επαφή της με τον τόπο καταγωγής της, στην πραγματικότητα τον κοινωνικό
και οικονομικό χώρο που την ανέδειξε, ή συνεχίζει να συγκροτείται με βάση αυτόν και σε
ποιο βαθμό. Ποια η πολιτική, οικονομική και κοινωνική διασύνδεση της εταιρίας
Παπαστράτου με την περιοχή στις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της εταιρίας και σε ποιο
βαθμό επηρέασε η ανάπτυξη της εταιρίας στον κοινωνικό μετασχηματισμό της περιοχής και
την διεύρυνση της καπνοπαραγωγής ως μονοκαλλιέργειας.

Κεφάλαιο Πρώτο

Η Αιτωλοακαρνανία του 19ου αιώνα
Με τα λίγα στοιχεία που κατέχουμε θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τις κοινωνικές
και οικονομικές δομές της περιοχής της Αιτωλοακαρνανίας την εποχή αυτή.
Τα πολιτικά σύνορα του νομού της Αιτωλοακαρνανίας την περίοδο που εξετάζουμε
ήταν πολύ πιο διευρυμένα από ότι σήμερα αφού περιεχόταν σε μια ενιαία επικράτεια και η
περιοχή της Ευρυτανίας, που μεταπολεμικά συνιστά αυτόνομο νομό. Εμπεριείχε, λοιπόν, τις
επαρχίες Ξηρομέρου με πρωτεύουσα την Βόνιτσα, την επαρχία Βάλτου με πρωτεύουσα την
Αμφιλοχία, την επαρχία Τριχωνίδας με πρωτεύουσα το Αγρίνιο, την επαρχία Ναυπακτίας με
τη Ναύπακτο, την επαρχία Μεσολογγίου με το Μεσολόγγι και την επαρχία Ευρυτανίας με το
Καρπενήσι. Ήταν και είναι από τις πιο ορεινές περιοχές της χώρας και διασχιζόταν από την
τη Νότια Πίνδο και τις νότιες προεκτάσεις της, που σχηματίζουν τον ορεινό όγκο των
Αγράφων, τον Τυμφριστό, την Καλιακούδα, το Χελιδόνι. Στα δυτικά διασχίζεται από τα
Ακαρνανικά Όρη και το Μακρυνόρος που καταλήγει στα ανατολικά στον Αμβρακικό κόλπο.
Στο νότιο ή νοτιοανατολικό τμήμα της υψώνεται ο Αράκυνθος ή Ζυγός και τα βουνά της
Ναυπακτίας. Στο κέντρο σχεδόν βρίσκεται το Παναιτωλικό. Η μόνη ομαλή είναι από τη
λιμνοθάλασσα μέχρι την Τριχωνίδα λίμνη. Εκεί χύνονται τα περισσότερα νερά της χώρας και
σχηματίζονται πολλές λίμνες: η Τριχωνίδα, η Οζερός, η Αμβρακία, του Αγγελοκάστρου κ.α.
σπουδαιότερο ποταμός είναι ο Αχελώος. Άλλοι σημαντικοί επίσης είναι ο Εύηνος και ο
Μόρνος στα νοτιανατολικά σύνορα.
Ο νομός βρέχεται στα δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος και από την πλευρά αυτή πλησιάζει
την Λευκάδα, σχηματίζοντας μαζί της τον ομώνυμο με το νησί πορθμό. Στα βορειοδυτικά
καταλήγει στον Αμβρακικό κόλπο, στα νότια στον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο και
πλησιάζει την Πελοπόννησο με το στενό του Αντιρρίου – Ρίου. Κοντά στη δυτική παραλία
βρίσκονται οι νησίδες Κάλαμος, Κάστος, Εχινάδες και άλλες που ανήκουν στο νομό. Στο
νοτιοδυτικό τμήμα σχηματίζεται η ρηχή θάλασσα του Μεσολογγίου.1
Πολιτική πρωτεύουσα ήταν, όπως είναι και σήμερα, το Μεσολόγγι, ενώ οικονομική
πρωτεύουσα αναδείχθηκε ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα το παλιό Βραχώρι, δηλαδή το
Αγρίνιο.

1

Βλ. Νέα Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νόμπελ

Ενότητα Πρώτη

Οι κοινωνικές σχέσεις
Παρά την αναμφίβολα μεγάλη σημασία της περιοχής τόσο κατά την περίοδο της
επανάστασης όσο και μεταπαναστατικά δεν υπάρχουν εκείνες οι μελέτες που θα μας
επιτρέψουν να συγκροτήσουμε μια συνολική εικόνα για την περιοχή. Δε γνωρίζουμε παρά
μόνο αποσπασματικά τις δυσκολίες ενσωμάτωσης στο νέο κράτος μετά το 1830.
Αντιλαμβανόμαστε, ότι οι κοινωνικές σχέσεις στην περιοχή δε θα απέκλιναν πολύ από το
μέσο όρο της περιόδου για την Ελλάδα, αλλά μόνο έμμεσα μπορούμε να υποψιαστούμε τις
εντόπιες διαφοροποιήσεις.
Γενικά τα ερωτήματα που καλείται σήμερα με βάση τις προϋπάρχουσες μελέτες να
απαντήσει όποιος επιχειρεί να ασχοληθεί με θέματα γύρω από την Αιτωλοακαρνανία είναι
πολλά και βασικά. Καταρχήν δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι σχέσεις μεταξύ των
κτηνοτρόφων και των αγροτών και πως βέβαια λειτουργεί πάνω σε αυτές διαμεσολαβητικά
το κράτος και οι φορείς του. Ποιες είναι οι έγγειες σχέσεις, η μικρή και η μεγάλη ιδιοκτησία,
η αναλογία σε βουνό και πεδιάδα και ο ρόλος των κτηνοτρόφων σε αυτή. Ποια είναι η
παραγωγική βάση και ποιος τρόπος παραγωγής κυριαρχεί. Ποιες είναι οι σχέσεις παραγωγών
και ιδιοποιούντων της σχετικής ή απόλυτης υπερπαραγωγής. Σε ποιο βαθμό δηλαδή έχουν
διευρυνθεί και διεισδύσει στην οικονομική λειτουργία της περιοχής οι καπιταλιστικές
σχέσεις παραγωγής και σε ποιο βαθμό έχει υποχωρήσει η αυτοκατανάλωση σε όφελος του
παραγωγικού καταμερισμού. Σε ποιο βαθμό τελικά η μονοκαλλιέργεια έχει υποκαταστήσει
την αυτοκατανάλωση. Ποιες μονοκαλλιέργειες επικρατούσαν και τι σημαίνει το κάθε είδος.
Ποια είναι η σχέση πόλης και υπαίθρου. Ποιος είναι ο ρόλος συγκεκριμένα του Αγρινίου.
Τέλος, ποια είναι η ταξική συγκρότηση της περιοχής, ποια τμήματα της αστικής τάξης είναι
τα κυρίαρχα και τα ηγεμονικά στην περιοχή. Ποια είναι η σχέση εμπορίου, βιοτεχνίας και
παραγωγής. Ποιος είναι ο ρόλος της ντόπιας άρχουσας τάξης στην κεντρική πολιτική σκηνή
και ευρύτερα η Αιτωλοακαρνανία στην Ελλάδα. Εάν μπορούσαμε να έχουμε σαφή εικόνα
για όλα αυτά τότε θα μπορούσαμε ευκρινέστερα να παρατηρήσουμε την εμφάνιση και την
ανάδειξη του Παπαστράτου και ό, τι σήμαινε αυτή για την εξέλιξη του αιτωλοακαρνάνικου
κοινωνικού σχηματισμού.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών
σχέσεων θα πρέπει να έπαιξαν δύο επιπλέον παράγοντες, πρώτον, το υψηλό ποσοστό
ορεινού όγκου και κατ’ επέκταση οι κτηνοτροφικές μετακινούμενες ομάδες και, δεύτερον, η
6

γειτνίαση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι δύο αυτοί παράγοντες συνέτειναν στην
έξοδο προς τη ληστεία και τη συγκρότηση ληστοσυμμοριών που μπορούσαν να έχουν για
ορμητήριο τα βουνά, να βρίσκουν καταφύγιο στους κτηνοτρόφους και να έχουν τη
δυνατότητα να «ριχτούν απέναντι», δηλαδή να περάσουν τα σύνορα, είτε μέσω του
Αμβρακικού είτε μέσω των βουνών ευκολότερα σε περίοδο καταστολής της ληστείας ή των
συγκεκριμένων ομάδων και να επιστρέψουν αργότερα, όταν θα κόπαζε η επίθεση. Δεν
υπάρχει ή δεν έχουμε υπόψη μας την έρευνα εκείνη που θα καταδείκνυε τις κοινωνικές αιτίες
της ληστείας ως προϊόν εντόπιων κοινωνικών σχέσεων και δομών και που θα παρουσίαζε την
ένταση ή την ύφεση του φαινομένου ανάλογα με τη συγκυρία. Δε γνωρίζουμε, αλλά
μπορούμε να εικάσουμε από έμμεσα μεταγενέστερα στοιχεία ένα σταθερό βαθμό
ενδημικότητας της ληστείας στην περιοχή που φτάνει και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.
Ο Παπαστράτος αναφέρει ότι στα παιδικά του χρόνια, στα τέλη δηλαδή του 19ου
αιώνα και συγκεκριμένα το Φθινόπωρο του 1896, ήρθε αντιμέτωπος με τέτοιους ληστές. Η
περιγραφή του ως η παιδική ανάμνηση ενός ώριμου ανθρώπου μας φέρνει τη αυθεντική
αναπαράσταση ενός φαινομένου: «Είχαμε προχωρήσει ως τη μέση σχεδόν του δρόμου, όταν
άξαφνα ακούσαμε μεσ’ από το λόγγο μια σφυριγματιά στην οποία αμέσως απάντησε ο
Δημητράντζος και μου είπε να μη φοβηθώ, γιατί ήταν κάποιος γνωστός του. Παρ’ όλη την
καθησύχαση του συνοδού, εγώ στην αρχή τρόμαξα, βλέποντας να ξεπετιέται από τον λόγγο
ένας πανύψηλος άντρας με ντουλαμά μπλε, μακριά γένεια κι οπλισμένος σαν αστακός. Όταν
όμως πλησίασε τον αναγνώρισα: καθόταν στη γειτονιά κι ήταν γνωστός σ’ εμάς τα παιδιά ως ο
Αντώνης της Λήταινας – δηλαδή ο Αντώνης Λήτος. Φυγοδικούσε επειδή είχε κάνει πρόσφατα
ένα από τα πολλά του εγκλήματα σε κάποια ταβέρνα [...].»2 Σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας
αναφέρει τις πολιτικές διασυνδέσεις των ληστών με τους διάφορους κομματάρχες της εποχής
του. Περιγράφοντας σε κάποιον Δημήτρη Χατζή που συνόδεψε το μικρό Παπαστράτο σε μια
αποστολή σε κάποιο χωριό συγκροτεί με λίγα, αλλά παραστατικά λόγια την εικόνα του:
«ήταν από τους καλούς νοικοκυραίους του χωριού, λεβέντης, με φουστανέλες, και
ομορφάνθρωπος, με το μουστάκι πάντα καλοστριμμένο. Πασίγνωστος σ’ όλη την περιφέρεια,
ήταν και κομματάρχης, και σαν τέτοιος γνώριζε, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής εκείνης, και
πολλούς ληστές και φυγόδικους.»3 Τα συγκεκριμένα λόγια του Παπαστράτου και η συνολική
εγκυρότητα που παρουσιάζει το κείμενο δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια πρωθύστερη
κατασκευασμένη εικόνα που προκύπτει από την «πολιτισμική» απόσταση που χώριζε τον
«εξαστισμένο» μεγαλοβιομήχανο Παπαστράτο του 1860 από το μικρό επαρχιωτόπουλο του
1896, όσο και αν η διαμεσολάβηση αυτή μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στην οπτική του
2
3

Βλ. Παπαστράτος Ευ., Η δουλειά κι ο κόπος της, σ. 41
Βλ. Παπαστράτος Ευ., Η δουλειά κι ο κόπος της, σ. 41

7

κειμένου. Φαίνεται ότι η περιγράφουσα κατάσταση ήταν ακόμα πολύ συνηθισμένη εκείνη
την εποχή και ενταγμένη στα «πολιτισμικά», πολιτικά και κοινωνικά ήθη. Ένα ζήτημα,
λοιπόν, που ανακύπτει για τη δομή και τη συγκρότηση της Αιτωλοακαρνανίας ως
κοινωνικού σχηματισμού είναι ο ρόλος της ληστείας σε αυτή. Επίσης, δε γνωρίζουμε ποιες
ήταν συνέπειες στον ενδημικό χαρακτήρα της ληστείας στην περιοχή κατά τη διάρκεια της
κατασταλτικής πολιτικής εναντίον της ληστείας που εγκαινίασε το ελληνικό κράτος στα
1870, πάντως φαίνεται να επιβίωσε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στη δεκαετία του 1830
φαίνεται από την ανάγνωση των εφημερίδων της εποχής πως η ένταση του φαινομένου είχε
μειωθεί σε σημείο έκλειψης, αν και αναφέρονται, όχι σπάνια, τιμωρίες που αφορούν ληστές.
Σίγουρα βέβαια η ανάμνηση της φυγής προς το βουνό ήταν ζωντανή στην περιοχή και αυτό
φάνηκε την περίοδο της κατοχής με τη συγκρότηση ενόπλων αντάρτικων ομάδων.
Η ληστεία, χωρίς να συνδέεται άμεσα με το δικό μας αντικείμενο έμμεσα συνιστά
ενδεικτικό στοιχείο των κοινωνικοοικονομικών τάσεων που επικρατούσαν στη συγκεκριμένη
περιφέρεια. Κατά την άποψή μας το φαινόμενο της ληστείας είναι ενδεικτικό πολλών
καταστάσεων που αφορούν τη δική μας εργασία. Πρώτον, φανερώνει το βαθμό κοινωνικής
εμπέδωσης της ιδεολογικής αναγνώρισης στο κράτος του μονοπωλίου άσκησης της βίας. Σε
αυτήν την κατεύθυνση υποδηλώνει τη διάθεση των κυριαρχούμενων να αναγνωρίζουν ως
δικαίωμά τους να εκφεύγουν από την κρατική νομιμότητα όταν αυτή απειλεί να παραβιάσει
την πολιτική του, κοινωνική ή και ατομική του ελευθερία ή και όλα αυτά μαζί, δηλαδή τη
ελεύθερη δυνατότητα του ατόμου να ελέγχει το ίδιο τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα η
αναγνώριση του κράτους είτε να διαμεσολαβεί «από τα πάνω» στις εντόπιες συγκρούσεις
είτε να επιβάλει τη δική του νομιμότητα είναι ανά πάσα στιγμή πρακτικά και όχι μόνο
ιδεολογικά υπό αμφισβήτηση. Οι κοινωνικές σχέσεις που δομούνται πάνω σε αυτήν βάση
αμαγαλμοποιούνται σε ένα ιστορικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων με τον πήχη από την
πλευρά των εκμεταλλευόμενων ή κατώτερων τάξεων σε αρκετά υψηλό επίπεδο για τα
δεδομένα ενός κράτους στο οποίο υποτίθεται ότι αποτελεί μέσο κυριαρχίας της ανώτερης ή
εκμεταλλεύτριας τάξης. Η αντανάκλαση αυτής της συγκεκριμένης ιστορικής ισορροπίας στο
θεσμικό εποικοδόμημα γενικά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έγινε στην Ελλάδα των
τελευταίων σαράντα χρόνων του 19ου αιώνα μέσω της καθολικής ψηφοφορίας και του
κοινοβουλευτικού καθεστώτος, όπως αυτό δομήθηκε το 1864. Στην πράξη το καθεστώς αυτό
προσπαθούσε να ενσωματώσει και να αναιρέσει με πολιτικά μέσα τους κοινωνικά
υπάρχοντες συσχετισμούς δυνάμεων. Έδινε δυνατότητα πρόσβασης στην εξουσία και στο
κράτος σχετικά εύκολα σε όποιον από τα κάτω το αμφισβητούσε ή το διεκδικούσε είτε μέσω
του εκπαιδευτικού συστήματος είτε μέσω ενός δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης με

8

μικρή αναλογία βουλευτή ανά ψηφοφόρο το οποίο συγκροτούνταν στη βάση ενός πολιτικού
δικτύου διαμεσολάβησης, ενσωμάτωσης και ηγεμόνευσης, όπως ήταν το πελατειακό δίκτυο.
Ήταν επόμενο, λοιπόν, οι ληστές να αποτελούν κομμάτι αυτού του κοινωνικού μηχανισμού
αφού «αμφισβητούσαν» και «διεκδικούσαν» μερίδιο από την εξουσία. Στην πραγματικότητα
«η ληστεία», όπως εφαρμόστηκε και εκφράστηκε στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ήταν
ενσωματική στο κράτος, με τη διαφορά ότι στο βουνό οι ταξικοί συσχετισμοί ήταν ακόμη
περισσότερο υπέρ των «εκμεταλλευομένων» ομάδων σε σημείο να παύει να νοείται αυτός ο
χαρακτηρισμός για αυτές τις ομάδες.
Δεύτερον, η ληστεία υποδηλώνει ένα παραγωγικό σύστημα σε κρίση, το οποίο
αδυνατεί να καλύψει με επάρκεια τις ανάγκες αναπαραγωγής του κοινωνικού συνόλου. Το
συγκεκριμένο πρόσωπο που περιγράφει ο Παπαστράτος προέρχεται από το Αγρίνιο, από τη
γειτονιά της οικογένειάς του, και τα εγκλήματά του, το τελευταίο εκτυλίχθηκε σε ταβέρνα,
δε θα μπορούσε παρά να έχει, αν και δεν το αναφέρει ο συγγραφέας ξεκάθαρα, τη βάση σε
ζητήματα «τιμής». Στο σημείο αυτό εμείς θα προσθέταμε: με όλες τις έννοιες του όρου
«τιμή» που συχνά αλληλεπικαλύπτονται και ταυτίζονται μεταξύ τους. Η ληστεία με βάση
όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο αποτελεί μέσο κοινωνικής ανέλιξης, μέσο
υπέρβασης των ταξικών συσχετισμών, αποτελεί προϊόν της ταξικής διαπάλης και ως ένα
σημείο αποτελεί ένδειξη ανάπτυξης και διεύρυνσης των καπιταλιστικών σχέσεων που
καθορίζουν ενδοοικονομικές μορφές υπαγωγής στο κοινωνικό καθεστώς σε αντίθεση τις
εξωοικονομικές μεθόδους που είναι υποχρεωμένο να ανακαλύπτει το κράτος στις
προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Τη λύση αυτού του ζητήματος όσον αφορά την
Αιτωλοακαρνανία θα μπορούσαμε πετύχουμε εάν γνωρίζαμε επακριβώς τις παραγωγικές
δομές και σχέσεις της περιοχής, πράγμα που δεν μπορούμε.
Όσον αφορά την Αιτωλοακαρνανία μπορούμε πολύ εύκολα να βρούμε το σημείο
εκκίνησης του φαινομένου της ληστείας, καθώς συνδέεται με τη μετεπαναστατική ντόπια
εμφύλια σύγκρουση που έλαβε χώρα αποκλειστικά στην περιοχή με χαρακτήρα
αμφισβήτησης του οθωνικού κράτους στα 1936. Η σύγκρουση αυτή ξεκινώντας ως
κοινωνική εξέγερση εναντίον του Όθωνα και των φόρων που επέβαλλε στο αλάτι και οι
οποίοι βάρυναν πολύ τους κτηνοτρόφους κατέληξε να λάβει τη μορφή πολέμου μεταξύ των
ορεινών και των πεδινών κατοίκων της περιοχής, μια σύγκρουση, θα λέγαμε, μεταξύ
κτηνοτρόφων και αγροτών και τελικά μια σύγκρουση μεταξύ αντίπαλων συσχετισμών
εξουσίας που αντανακλούσαν σε διαφορετική παραγωγική βάση. Η βίαιη, αλλά
ανολοκλήρωτη τελικά λύση της εξέγερσης από πλευράς του κράτους με τη συμμετοχή των

9

ντόπιων κυβερνητικών γέννησε το φαινόμενο της ληστείας.4 Η εξέγερση αυτή υποδηλώνει
κατά την άποψή μας κάτι σημαντικό: ότι η ταξική ισορροπία όπως είχε αμαγαλμαποιηθεί
επαναστατικά δεν αντανακλούσε στο μέσο όρο που επιχειρούσε να επιβάλλει το οθωνικό
κράτος σε όλη την επικράτεια. Η καταστολή αυτής της εξέγερσης δε θα μπορούσε να πετύχει
πραγματικά, εάν το κράτος δεν έπαιζε με τις εσωτερικές αντιθέσεις της περιοχής εάν δεν
κατάφερνε να «εξαγοράσει» μια ντόπια μερίδα, ένα ντόπιο συνασπισμό εξουσίας ή να
επιβάλει έναν εκ των άνωθεν, όπως έκανε με την αποστολή πρώην αρματολών από τη
Δωρίδα. Η έννοια όμως «εξαγορά» σημαίνει εκχώρηση πολιτικής, οικονομικής και
κοινωνικής δύναμης με αντάλλαγμα την υποστήριξη. Κατά την άποψή μου όλοι οι
συνασπισμοί εξουσίας που συγκροτήθηκαν στην Αιτωλοακαρνανία καθ’ όλη την περίοδο του
19ου αιώνα αντανακλούσαν σε ένα υψηλό επίπεδο ταξικής ισορροπίας με μια αντίστοιχη
πλεονεκτική συμμετοχή στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τρεις
μεγάλοι πρωθυπουργοί και πολιτικοί της περιόδου ο Σπ. Τρικούπης, ο Επαμεινώνδας
4

Το κίνημα αυτό περιγράφει ο Θωμόπουλος Θεόδωρος στο βιβλίο του Το Αγρίνιο, απ’ την αρχαιότητα μέχρι
σήμερα, Αθήνα 1954, σ. 116 – 118. Συγκεκριμένα γράφει: «Το Μάιο του 1834 εξεδόθηκε η απόφαση θανατικής
καταδίκης των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, που είχαν φυλακιστεί απ’ ο προηγούμενο χρόνο μαζύ με τους Θ.
Γρίβα, Κ. Τζαβέλλα, Ιωάννη Μαμούρη, Σπ. Μήλιου κ.α.
Το ζήτημα της προικοδοτήσεως των οικογενειών των αγωνιστών, αντί να λάβη οριστική λύση, οξύνθηκε
περισσότερο, γιατί οι ευνοούμενοι της κυβερνήσεως οικειοποιήθηκαν το μεγαλύτερο μέρος των «εθνικών γαιών».
Η σύσταση της εθνικής φάλαγγος (τακτικού στρατού), ήταν πιστή αντιγραφή ξενικής μορφής οργανώσεως στρατού,
με τρόπο που δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Στο νέο στρατό, οι χιλίαρχοι και στρατηγοί του αγώνος
υποβιβάστηκαν. Απ’ τους φιλελεύθερους αρματωλούς ζητούσαν σιδερένια πειθαρχία. Τον τακτικό στρατό τον
αποκαλούσαν «στενά», για την ασυνήθιστη πειθαρχία του και για τη νέα του ενδυμασία.
Την εποχή αυτή στο Αγρίνιο (Βραχώρι) έδρευαν δύο τάγματα με επικεφαλής τον ταγματάρχη Ανδριώτη, που
φερνόταν στους στρατιώτες με ανάρμοστη διαγωγή. Τους τιμημένους αγωνιστές, που ούτε σπιθαμή γης είχαν, ούτε
κανέναν βιοποριστικό επάγγελμα ήξεραν, αφού μια ζωή ολόκληρη πολεμούσαν τον καταχτητή και είχαν καταταγεί
για ένα πιάτο φαγητό στο τακτικό στρατό, τους υπέβαλε σ’ ένα σωρό εξευτελισμούς και ταπεινώσεις, όπως άλλως
τε γινόταν και σ’ όλη την Ελλάδα.
Στην περιοχή αυτή, ένας ακόμη λόγος, έκανε τους πολίτες να δυσανασχετούν εναντίον του κράτους.
Μονοπωλήθηκε από το κράτος το αλάτι κι’ ενώ πρώτα το προμηθεύονταν απ’ τις κοντινές αλυκές σχεδόν δωρεάν,
τώρα έπρεπε να το πληρώνουν πανάκριβο, γιατί τους ήταν απαραίτητο, και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες, επειδή η
κτηνοτροφία ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένη σ’ όλη την επαρχία Τριχωνίδα.
Οι δυσαρεστημένοι και παραγκωνισμένοι αγωνιστές, είχαν πάρει τα βουνά. Οι πλαγιές της Κυρά – Βγένας και τα
βουνά του Βάλτου και Ξηρομέρου γέμισαν πάλι απ’ αυτούς που ζητούσαν να πολεμήσουν τη «βαυαροκρατία» όπως
έλεγαν.
Τον Αύγουστο του 1835, κατέβηκαν απ’ τα γύρω βουνά και βοηθούμενοι απ’ τους δυσαρεστημένους τακτικούς
διέλυσαν τα τάγματα του Ανδριώτη. Κύριοι της πόλεως [του Αγρινίου] λεηλάτησαν το δημόσιο ταμείο, το
διοικητήριο, όλα τα δημόσια καταστήματα και την κράτησαν τρεις μήνες.
Η κυβέρνηση, που δε διέθετε κανένα στρατιωτικό, για να επιβάλη την τάξη, αναγκάστηκε ν’ αποφυλακίση τους Θ.
Γρίβα και Κ. Τζαβέλλα, που ασκούσαν επιρροή στους στασιαστές. Οι υποσχέσεις όμως της κυβςρνήσεως για
παραχωρήσεις δεν έγιναν πιστευτές και τα κυβερνητικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να δώσουν μαζί μ’ αυτούς, έξω
απ’ τη πόλη, και να τους καταδιώξουν μέχρι το Βάλτο να τους σκορπίσουν σε μια αποφασιστική μάχη κοντά στην
Αγία Παρασκευή του Βάλτου, κι’ έτσι ν’ αποκαταστήσουν τις κρατικές αρχές στην πόλη στις αρχές του 1836.
Ο εμφύλιος σπαραγμός, καθυστέρησε τρομακτικά την αναδημιουργία του Αγρινίου. Χώρισε τους κατοίκους του σε
δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τους κυβερνητικούς και τους μη κυβερνητικούς. Οι τελευταίοι, καταδιωκόμενοι,
σκορπούσαν στην ύπαιθρο του Αγρινίου για να εξελιχθούν σε ληστές και συμμορίτες, που λεηλατούσαν κάθε
διερχόμενο. Με τη μάστιγα αυτή, το Αγρίνιο είχε υποστεί τέλειο αποκλεισμό απ’ τον άλλο κόσμο. Το βράδυ, ήταν
φόβος και τρόμος να περάση κανείς απ’ τα στενά της Κλεισούρας και της Φραγκόσκαλας. Το κράτος, πολλές φορές
μάταια αγωνιζόταν να εξοντώση αυτούς τους ληστές, γιατί καταδιωκόμενοι έφευγαν προς το τουρκικό έδαφος.
Το κακό αυτό περιορίστηκε κάπως, όταν εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, σαν αρχηγός της καταδιώξεως της ληστείας,
ο Βασίλειος Σκαλτσοδήμος, γυός του μεγάλου αρματωλού της Δωρίδος Δήμου Σκαλτσά (Σκαλτσοδήμου).»

10

Δεληγιώργης και ο Χαρ. Τρικούπης είχαν την εκλογική τους βάση στην Αιτωλ/νία και
συγκεκριμένα στο Μεσολόγγι.
Το ζήτημα που ανακύπτει είναι βέβαια ποια η συνέπεια των συγκεκριμένων ταξικών
συσχετισμών στην περιοχή στην παραγωγική δομή, στις έγγειες σχέσεις και στην ιδιοκτησία,
στην ίδια την παραγωγική διαδικασία και φυσικά στη διαδικασία διείσδυσης και διεύρυνσης
των καπιταλιστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η δική μας άποψη είναι ότι παρά την
έλλειψη πηγών φαίνεται ότι στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας οι ταξικοί συσχετισμοί
ήταν τέτοιοι που εμπόδιζαν περισσότερο από άλλες περιοχές την ένταξη της αγροτικής
καλλιέργειας

στον

εμπορευματικό

καπιταλισμό.

Αυτό

επιβεβαιώνεται

εμπειρικά

συγκρίνοντας την περιοχή αυτή με τη γειτονική της Αχαΐας. Εκεί οι κοινωνικοί συσχετισμοί
επέτρεψαν

την

εισαγωγή

της

καλλιέργειας

της

σταφίδας

ως

μονοκαλλιέργειας

διαρρηγνύοντας την οικονομία της αυτάρκειας. Η παραγωγή υποτάχθηκε άμεσα στον
εμπορευματικό καπιταλισμό και την εμπορική αστική τάξη και αναπτύχθηκε μια
καπιταλιστική εκμεταλλευτική σχέση ανάμεσα στους αγρότες και τους έμμισθους
αγρεργάτες από τη μία και τους εμπόρους αστούς από την άλλη. Από γεωμορφική άποψη η
Αιτωλοακαρνανία δε διαφέρει σημαντικά από την Αχαΐα διότι παρά τους πολλούς ορεινούς
όγκους υπήρχαν οι εύφορες κοιλάδες που θα επέτρεπαν μια τέτοια ανάπτυξη.
Παρότι, λοιπόν, είναι ακόμη ζητούμενο γιατί η σταφιδοκαλλιέργεια δεν πήρε τόσο
μεγάλη έκταση στην Αιτωλοακαρνανία, όπως στη γειτονική Αχαΐα, νομίζω ότι μια
συλλογιστική όπως αυτή που αναπτύχθηκε πιο πάνω μας επιτρέπει να υποθέσουμε τους
λόγους. Είναι ίσως το γεγονός ότι η σταφιδοκαλλιέργεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε με μια
συγκεκριμένη μορφή κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων που στην Αιτωλοακαρνανία δεν
μπορούσε να επικρατήσει ολοκληρωτικά.
Καταρχήν, θα προσπαθήσουμε, αν και χωρίς επαρκή στοιχεία, να ανιχνεύσουμε την
εικόνα της γαιοκτησίας στην περιοχή. Αυτό που ίσως να καταφέρουμε δεν είναι να
αποδείξουμε, αλλά να καταδείξουμε τις τάσεις. Ο Θωμόπουλος στο βιβλίο του Το Αγρίνιο
όταν αναφέρει τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του Αγρινίου αναφέρει και κάποια γενικά
στοιχεία της κοινωνικής βάσης της αίγλης τους. Κάποιοι είναι μεγάλοι γαιοκτήμονες.
Αναφέρει, λοιπόν, την οικογένεια των Στάικων (Σταϊκαίοι) ως κύριους και δεσπότες της
περισσότερης ορεινής περιοχής του Βραχωρίου που επί πέντε αιώνες ασκούσαν μεγάλη
πολιτική εξουσία. Την οικογένεια των Γαλαναίων που απέκτησαν τεράστια ακίνητη
περιουσία κατέχοντας τη θέση του προεστώτος του Βραχωρίου. Οι περισσότεροι γόνοι
αυτών των οικογενειών παρουσιάζονται να έδρασαν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και
τις αρχές του 20ου. Σίγουρα εκτός από αυτούς υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι

11

μεγαλογαιοκτήμονες σε άλλες περιοχές του νομού. Προφορικές μαρτυρίες συγχρόνων που
θυμούνται την ύπαρξη μεγαλογαιοκτημόνων στην περιοχή της Βονίτσης επιβεβαιώνουν
αυτήν την εικόνα.
Αντιλαμβανόμαστε

δηλαδή

ότι

το

αγροτικό

ζήτημα

που

κληρονόμησε

η

«ανολοκλήρωτη» επανάσταση του 1821, δηλαδή την οικειοποίηση της γης από την
πλειοψηφία των άμεσων παραγωγών ή των εν δυνάμει άμεσων παραγωγών φαίνεται ότι
χαρακτήριζε την περιοχή περισσότερο ίσως από άλλες. Το πρόβλημα αυτό κυρίως και άμεσα
συνδεμένο με την αδυναμία επίλυσης του ζητήματος των «Εθνικών Γαιών» ίσως να λάμβανε
στην Αιτωλοακαρνανία μια ιδιαίτερη οξυμένη μορφή διαρκούς κοινωνικής κρίσης, η οποία
λόγω και της οικονομικής πίεσης του φορολογικού συστήματος, δημιουργούσε μόνιμα
χαρακτηριστικά. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ίσως και τη φυγή προς
τη ληστεία και την αναπαραγωγή του κτηνοτροφικού κόσμου και γενικότερα τη στροφή προς
την πολιτική πίεση για την ανατροπή των δυσμενών κοινωνικών συνθηκών. Δεν είναι
καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η καταπολέμηση της ληστείας έγινε ταυτόχρονα με την λύση
του ζητήματος των εθνικών κτημάτων. Ποιές είναι οι συνέπειες της αγροτικής
μεταρρύθμισης του 1870 και γενικότερα της πορείας ελάφρυνσης των αγροτικών
φορολογικών βαρών στον κοινωνικό σχηματισμό της Αιτωλοακαρνανίας δεν είναι δυνατόν
να εκτιμηθούν επακριβώς. Αυτό το οποίο ίσως να μπορούμε να εκτιμήσουμε είναι ότι εν
μέρει η κοινωνική κρίση και η πολιτική πίεση συνεχίστηκε να αποτελεί μόνιμο
χαρακτηριστικό του νομού.
Την περίοδο μετά το 1870 θα πρέπει να εντάξουμε και την εκκίνηση των διαδικασιών
ενσωμάτωσης της αγροτικής παραγωγής της περιοχής στο σύστημα της μονοκαλλιέργειας
και της υπαγωγής της στο εμπορικό κεφάλαιο, εφόσον εκτιμήσουμε ότι η ληστεία και η
κτηνοτροφική παραγωγή με τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά καθώς και η μεγάλη
γαιοκτησία εμπόδιζαν τη διεύρυνση των καπιταλιστικών σχέσεων και την ενσωμάτωση της
αγροτικής παραγωγής στην εμπορευματική αγορά. Οι διαδικασίες αυτές προϊόντα της τάσης
της άρχουσας τάξης να διευρύνει τους κοινωνικούς όρους κυριαρχίας της σήμαινε
ουσιαστικά υποταγή της αγροτικής παραγωγής και των ανεξάρτητων αγροτών στο εμπορικό
κεφάλαιο. Στην πράξη σήμαινε ενσωμάτωση της αγροτικής παραγωγής στους οικονομικούς
μηχανισμούς του νόμου της αξίας, δηλαδή καπιταλιστικοποίηση της παραγωγικής βάσης και
των παραγωγικών σχέσεων. Το όπλο για την ενσωμάτωση της παραγωγής στο νόμο της
αξίας και τη διάλυση της οικονομίας της αυτάρκειας ήταν καταρχήν η φορολογία. Οι
αγρότες προκειμένου να πληρώσουν τους φόρους σε χρήμα εξαναγκάζονταν να ασχοληθούν
με συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα που ζητούσε η αγορά τα οποία πούλαγαν στους

12

εμπόρους για να μπορέσουν να αποκτήσουν το χρήμα για την πληρωμή των φόρων. Σε ένα
δεύτερο επίπεδο, ο ολοένα διευρυνόμενος βαθμός καταμερισμού εργασίας διαμόρφωνε πέρα
από εξωοικονομικό καταναγκασμό και ενδοοικονομικό καταναγκασμό. Οι αγρότες δεν
παρήγαγαν μόνοι τους τα προϊόντα πρώτης ανάγκης, αλλά έπρεπε να τα αγοράζουν. Η
ανταλλακτική οικονομία υποχωρούσε αφήνοντας χώρο στην οικονομία της αγοράς, η οποία
μέσα στα πλαίσια ενός κράτους με αστικές δομές έπαιρνε τα χαρακτηριστικά της
καπιταλιστικής αγοράς. Σε ένα τρίτο επίπεδο οι έμποροι ως κάτοχοι του χρήματος είχαν τη
δύναμη να συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο στις οικονομικές τους συναλλαγές με τους
εμπόρους ώστε τελικά να πετυχαίνουν τη δική τους κοινωνική άνοδο και ισχυροποίηση.
Εξάλλου, αποτελούσαν την ηγεμονεύουσα τάξη μέσα από την κατοχή της πολιτικής
εξουσίας.
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι ο βίαιος εκχρηματισμός προκαλούσε μεγάλη κοινωνική
και αγροτική κρίση η οποία επιχειρούταν να επιλυθεί, τουλάχιστον μέχρι το 1870, με
εξωοικονομικά (αυταρχισμός του κράτους, πελατειακές σχέσεις, φυγή προς την ληστεία,
αναπαραγωγή των κλειστών αυταρκών κτηνοτροφικών μονάδων). Αυτό συνέβαινε διότι οι
ταξικοί συσχετισμοί δυνάμεων ήταν τέτοιοι λόγω της συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου στο
πολιτικό σκηνικό που δεν επέτρεπε την επίλυση του κοινωνικού αυτού ζητήματος μέσω της
άμεσης υπαγωγής τους στη μεγάλη ιδιοκτησία ή στο κράτος. Αυτό συνεπαγόταν την
απομάκρυνση των εν δυνάμει παραγωγών από τη αγροτική παραγωγή και την ώθησή τους σε
παραδοσιακά μοντέλα κοινωνικής συγκρότησης που αναπαρήγαναν την κοινωνική κρίση,
διότι ούτε οι «από πάνω» μπορούσαν να ελέγξουν τους «από κάτω», ούτε οι «από κάτω»
είχαν τη δύναμη να αυτονομηθούν από τους «από πάνω». Το οθωνικό καθεστώς με έντονα
στοιχεία «βοναπαρτισμού» καταδεικνύει αυτήν την ιστορική ταξική ισορροπία η οποία
ανατράπηκε με την οκτωβριανή επανάσταση και την έξωση του Όθωνα στα 1862. Η
κοινωνική ισορροπία

μπορούσε να αποκατασταθεί στην πράξη μόνο εάν οι αγρότες -

κτηνοτρόφοι κατείχαν οι ίδιοι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή εάν «ολοκληρωνόταν» η
«ανολοκλήρωτη» κοινωνική επανάσταση του 1821.
Η ολοκλήρωση αυτή θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο στο μέτρο που
γινόταν μια αγροτική μεταρρύθμιση με αναδιανομή γαιών. Εκεί όπου επικρατούσε η μικρή
και μεσαία γαιοκτησία ο αγρότης δεμένος με τη γη του προσπαθούσε να επιλύσει το ζήτημα
της αναπαραγωγής του με βάση το μόνο μέσο που κατείχε, δηλαδή τη γη του. Το μικρό
μέγεθος της γης που σήμαινε ταυτόχρονα σπάσιμο της διευρυμένης οικογενειακής
αυτοκαταλωτικής και αυτάρκους παραγωγής μείωνε τις δυνατότητες επίλυσης του
προβλήματος της αναπαραγωγής και της επιβίωσης μέσα από την αυτοκατανάλωση και

13

ωθούσε τους αγρότες στην καλλιέργεια προϊόντων τα οποία θα εμπορεύονταν, τους
έσπρωχνε δηλαδή στην αγορά και την υποταγή στο νόμο της αξίας και στο εμπορικό
κεφάλαιο. Οι φόροι και ο δανεισμός μπορεί να αποτελούσαν αρχικά μοχλό πίεσης προς
αυτήν την κατεύθυνση, αλλά τελικά δημιουργούσαν μόνο κοινωνική κρίση για αυτό σιγά
σιγά μειώνονταν. Στην πράξη το ζήτημα επιλύθηκε σταδιακά με τη διανομή γαιών. Αλλά
τελικά αυτή η διαδικασία δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, παρά μόνο μέχρι τη μεταρρύθμιση
του 1917 και τις επόμενες μεταρρυθμίσεις μέχρι και τη δεκαετία του 1930.
Συμπερασματικά σε αυτήν την ενότητα μπορούμε να εκτιμήσουμε τα εξής: η
Αιτωλοακαρνανία «βγήκε» από την επανάσταση με μια κρίση ηγεμονίας, όπως βέβαια και η
υπόλοιπη χώρα. Η κρίση αυτή όμως λόγω γεωμορφίας και γεωγραφίας, αλλά γαιοκτησίας
ήταν περισσότερο οξυμένη από αλλού. Η εξαστισμένη γαιοκτημονική άρχουσα τάξη
επιχειρούσε να καθυποτάξει μέσω του βίαιου εκχρηματισμού και του εξωοικονομικού
πολιτικού ολοκληρωτισμού τις αγροκτηνοτροφικές μάζες σε ένα καπιταλιστικό παραγωγικό
σύστημα στο οποίο εκείνοι θα είχαν την ηγεμονία στον έλεγχο του προϊόντος και τελικά την
κυριαρχία επί των παραγωγικών τάξεων. Η προσπάθεια αυτή τελικά όξυνε την κοινωνική
κρίση σχετικά αναποτελεσματικά για τα συμφέροντα αυτών των ηγετικών ομάδων λόγω του
αυξημένου κοινωνικού ρόλου που έπαιζε ο λαϊκός παράγοντας συνολικά μετά την
επανάσταση. Η λύση της κρίσης ηγεμονίας μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της
ενσωμάτωσης της ικανοποίησης του κοινωνικού αιτήματος για γη σε μια διαδικασία
καπιταλιστικοποίησης της παραγωγής και ένταξης της νέας παραγωγικής δομής στο νόμο
της αξίας. Η λύση αυτή φαινομενικά θα αντανακλούσε στους συγκεκριμένους ταξικούς
συσχετισμούς, αλλά τελικά θα τους υπερέβαινε και θα τους ανέτρεπε προς όφελος του
εμπορικού κεφαλαίου, το οποίο θα ηγεμόνευε επί της παραγωγικής διαδικασίας, θα έλεγχε το
παραγόμενο προϊόν και θα λειτουργούσε επικυριαρχικά στις παραγωγικές τάξεις και στο
σύνολο της κοινωνίας. Το πολιτικό σύστημα που επιβλήθηκε μετά το 1864 και όπως
εξελίχθηκε εξέφραζε ακριβώς αυτή την κοινωνική ισορροπία και αυτήν την κοινωνική
συμμαχία.
Στην περίπτωση της Αιτωλοακαρνανίας, αντίθετα με την γειτονική περιοχή της Αχαΐας,
φαίνεται πως η διαδικασία αυτή παρέμενε ανολοκλήρωτη μετά το 1870 και η κοινωνική
κρίση δεν επέτρεπε την καθολική ένταξη της αγροτικής παραγωγής της περιοχής σε ένα
καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής ολοκληρωτικά ελεγχόμενο και κατευθυνόμενο από το
ντόπιο εμπορικό κεφάλαιο, αλλά μόνο εν μέρει και αποσπασματικά. Οι γενικότερες
κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή (ληστεία, πελατειακές σχέσεις)
λειτουργούσαν επιβραδυντικά και ανασχετικά σε μια τέτοια εξέλιξη.

14

Ενότητα Δεύτερη

Τα καπνά στην Αιτωλοακαρνανία
Ο κλάδος της καπνοπαραγωγής/ καπνεμπορίας/ τσιγαροβιομηχανίας στην Ελλάδα
φαίνεται, αν και μοιάζει περίεργο σε σχέση με τη σημασία του στον ελληνικό κοινωνικό
σχηματισμό, πως δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και στο σύνολό του, όπως αντίθετα έχει γίνει
αντίστοιχα για παράδειγμα στην περίπτωση της σταφίδας και την περιοχή της Αχαΐας. Ακόμη
περισσότερο δεν έχει μελετηθεί το ζήτημα του καπνού σε σχέση με την Αιτωλοακαρνανία.
Όπου έχει γίνει μελέτη συνήθως επικεντρώνεται στα καπνά της Μακεδονίας. Οι μόνες
αναφορές που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως πηγές είναι ο ίδιος ο Ευάγγελος
Παπαστράτος, το βιβλίο του Πρόντζα Οικονομικός Προστατευτισμός & Βαλκανική
Συνεργασία, κάποια άρθρα σε περιοδικά και μερικά βιβλία που έχουν γραφτεί στο
Μεσοπόλεμο, χωρίς όμως όλα αυτά να πετυχαίνουν να μας δώσουν μια σαφή εικόνα.
Αναζητώντας μια εικόνα για τα καπνά στην Ελλάδα καταφεύγουμε καταρχήν στον
Πρόντζα, ο οποίος γράφει για τη σχέση του καπνού με τα δημόσια έσοδα χωρίζοντάς την σε
τρεις φάσεις:
«Η θέση του καπνού στα δημόσια έσοδα του νεοελληνικού κράτους οριοθετεί τρεις
περιόδους οι οποίες εκτείνονται σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του αιώνα που διέρρευσε από την
απελευθέρωσή του ως τη δεκαετία του ’30.
Η πρώτη περίοδος αρχίζει από τη σύσταση του κράτους και φθάνει ως το 1882. Δεν
παρουσιάζει τίποτε το ιδιαίτερο για τη θέση του καπνού στην εθνική οικονομία: τόσο οι
περιφέρειες που απαρτίζουν το νεοελληνικό κράτος όσο και η διεθνής ζήτηση καπνού δεν
ενεργοποιεί την οικονομία τους. Η παραγωγή και η εμπορία του καπνού καθορίζεται από τους
παράγοντες του 17ου αιώνα: οι μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις της Παλαιάς Ελλάδας,
καλύπτουν με την παραγωγή τους την μικρή εσωτερική κατανάλωση και την ακόμη μικρότερη
εξωτερική ζήτηση. Η καλλιέργεια είναι ελεύθερη και στο προϊόν επιβάλλεται η ίδια φορολογική
μεταχείριση με τα άλλα αγροτικά προϊόντα: ο φόρος της δεκάτης. Τη σχέση του κράτους με τον
καπνό θα μεταβάλουν δύο σημαντικά γεγονότα. Οι συνέπειες τους θα εκδηλωθούν την επόμενη
περίοδο: α) το 1876 στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο θα εισαχθεί ο ‘‘επί του
15

καταναλισκομένου καπνού φόρος’’ ο οποίος υποχρεώνει την μεταφορά του άκοπου καπνού
στις κρατικές αποθήκες που θα δημιουργηθούν στις πρωτεύουσες των επαρχιών και την
καταβολή των δικαιωμάτων στο Δημόσιο όταν ο κομμένος καπνός εξάγεται από τις αποθήκες
και προορίζεται για τα καπνοπωλεία, και β) το 1881 ενσωματώνονται στο νεοελληνικό κράτος
οι επαρχίες της Ηπείρου και της Θεσσαλίας οι οποίες ενίσχυσαν σημαντικά την παραγωγή και
τις ελληνικές εξαγωγές καπνού.
Τα νομοθετήματα για την επιβολή του φόρου κατανάλωσης στον καπνό, το 1883,
αποτελούν την αρχή της δεύτερης περιόδου. Κανένας περιορισμός δεν ασκείται στην
καλλιέργεια ή στις εξαγωγές. Στο διάστημα που θα διαρρεύσει από το 1883 ως το 1919, στη
δεύτερη δηλαδή περίοδο του καπνού, σημαντικές ανακατατάξεις θα προκληθούν στις χώρες
παραγωγής ανατολικών καπνών: η Ελλάδα ανεβαίνει στην κορυφή των χωρών εξαγωγής του
προϊόντος. Η πρώτη ώθηση είχε δοθεί στην αρχή της δεκαετίας όταν η ελληνική παραγωγή
ενισχύθηκε κατά 25%, μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας. Η δεύτερη ώθηση θα δοθεί μετά
την λήξη των βαλκανικών πολέμων (1912 – 13): οι πλούσιες περιοχές της Δυτικής και
Ανατολικής Μακεδονίας, ειδικευμένες στην εξαιρετική ποιότητα των ανατολικών καπνών,
παραχωρούνται στο νεοελληνικό κράτος. Τέλος το 1919 η Ελλάδα αποκτά μια ακόμη
σημαντική παραγωγό περιοχή, τη Δυτική Θράκη. Οι μεταβολές στα εθνικά σύνορα αύξησαν
τον όγκο της παραγωγής και την ποιότητα του προϊόντος, έδειξαν όμως τις περιφερειακές
διαφορές στις συνθήκες παραγωγής, στο εμπόριο και την βιομηχανική επεξεργασία καπνού⋅
τόνισαν ιδίως τις συνθήκες για την ένταξη της καλλιέργειας στην εκβιομηχάνιση της περιοχής.
[...]
Η τρίτη περίοδος καθορίζεται από την κυριαρχία του καπνού στις εξαγωγές: ο καπνός
αγγίζει ή υπερβαίνει το μισό της αξίας των ελληνικών εξαγωγών. Η θέση των καπνών στις
εξαγωγές επηρεάζει τις εξελίξεις στον κλάδο (αγροτικό εισόδημα, εμπόριο, βιομηχανία,
απασχόληση) ενώ οι έντονες διακυμάνσεις στις ευρωπαϊκές αγορές κατανάλωσης επιταχύνουν
την οικονομική και κοινωνική παρέμβαση του κράτους.»5
Ο Πρόντζας δεν αναφέρει σχεδόν καθόλου την Αιτωλοακαρνανία, ενώ συνολικά την
υποβαθμίζει σχεδόν απόλυτα εντάσσοντάς την στο σχηματισμό «Παλαιά Ελλάδα». Εμείς θα
προσπαθήσουμε να την «ανακαλύψουμε» μέσα από τις αναλύσεις του. Γενικά, δε
γνωρίζουμε πότε ακριβώς εντάχθηκε η καλλιέργεια του καπνού στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία και στις περιοχές που μετέπειτα συνέστησαν το Ελληνικό Βασίλειο. Ακόμη
πιο συγκεκριμένα δε γνωρίζουμε για την περιοχή της Αιτωλ/νίας. Σίγουρα η καλλιέργεια των
5

Βλ. Πρόντζας Ε., Οικονομικός Προστατευτισμός & Βαλκανική Συνεργασία, Univercity Studio Press
Θεσσαλονίκη 1996, σ. 179 - 181

16

καπνών στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει από τον 17ο αιώνα και ίσως αυτή η περίοδος να
συνιστά και την απαρχή της καπνοκαλλιέργειας. Με βάση τον Πρόντζα για εκείνη την εποχή,
εάν υπάρχει καλλιέργεια στην Αιτωλοακαρνανία, που μάλλον υπάρχει, τότε αυτή αφορά
μόνο «μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις της Παλαιάς Ελλάδας, που καλύπτουν με την
παραγωγή τους την μικρή εσωτερική κατανάλωση και την ακόμη μικρότερη εξωτερική
ζήτηση». Κατά τον ίδιο μελετητή αυτό αλλάζει περίπου τη δεκαετία του 1880 εξαιτίας της
ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας και της νομοθεσίας των κυβερνήσεων του Τρικούπη. Ο
Πρόντζας υποτιμάει ή δεν τον ενδιαφέρουν οι διαδικασίες εκείνες στην κοινωνία που
οδήγησαν στις νομοθετικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων. Πέρα από την
ένταξη της Θεσσαλίας με τη συνειδητή απόφαση των νέων γαιοκτημόνων της περιοχής να
προσανατολιστούν προς την καπνοκαλλιέργεια ο ίδιος ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός
μετασχηματίζεται κατά αυτόν τον τρόπο ώστε και να διαμορφώνει μια εσωτερική αγορά
ζήτησης-κατανάλωσης καπνού, αλλά κυρίως να επιτρέπει την καλλιέργειά του με μαζικό
χαρακτήρα. Οι κοινωνικές σχέσεις στην Ελλάδα της εποχής γεννούν την αναγκαιότητα της
μαζικής παραγωγής αγροτικών προϊόντων και συγκεκριμένα επιλέγεται η καπνική
μονοκαλλιέργεια. Ακριβώς λόγω της αδυναμίας της εσωτερικής αγοράς να καλύψει αυτήν
την αναγκαιότητα, παρά τις όποιες κυβερνητικές προσπάθειες, δημιούργησε την ανάγκη για
εξαγωγές. Όλη αυτή η προβληματική μόνο έμμεσα μπορεί να εξαχθεί από τον Πρόντζα.
Την περίοδο αυτή ακριβώς, δηλαδή στα 1880 πρέπει να αλλάζει και για την
Αιτωλοακαρνανία η σχέση με τα καπνά, καθώς δεν έχουμε μαρτυρίες για μαζική ειδικευμένη
παραγωγή για την προηγούμενη περίοδο. Το ερώτημα που τίθεται τώρα βέβαια είναι: γιατί
επιλέχθηκε από τους παραγωγούς της Αιτωλοακαρνανίας η καλλιέργεια καπνού, αντί
σταφίδας ή βαμβακιού – αν και δεν ήταν τα καπνά τα μόνα αγροτικά προϊόντα που
παράγονταν στο νομό. Η περιοχή παρήγαγε ακόμα καλαμπόκι, σιτάρι, ελιές, αμπέλια,
βελανίδι συν φυσικά τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Αυτό που δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε
είναι τα ποσοστά που αναλογούσαν στο κάθε προϊόν σε σχέση με το σύνολο της παραγωγής
και τη σχέση του κάθε προϊόντος με το εξαγωγικό εμπόριο. Ο Παπαστράτος αναφέρει για τα
τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου μόνο για τις ελιές τις οποίες αγόραζαν οι έμποροι και
έστελναν στην Αμερική, όπου καταναλώνονταν από τους έλληνες, ιταλούς και ισπανούς
μετανάστες.6 Τα υπόλοιπα προϊόντα μάλλον καταλήγανε στην εσωτερική αγορά. Γενικά
φαίνεται πως το προϊόν που σταδιακά όλο και περισσότερο μονοπωλούσε την αγροτική
παραγωγή ήταν τα καπνά χωρίς όμως ποτέ να εκτοπιστούν εντελώς τα άλλα προϊόντα.
Ήδη στην προηγούμενη ενότητα επιχειρήσαμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της
επιλογής του καπνού αντί της σταφίδας στην Αιτωλοακαρνανία που προκύπτει πολύ
6

Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 65

17

φυσιολογικά ως μια πρώτη παρατήρηση σε σύγκριση με την Αχαΐα που ήταν πολύ γειτονικές
περιοχές. Η δική μας άποψη συνιστά περισσότερο μια υπόθεση εργασίας παρά μια
αποδεδειγμένη άποψη, η οποία όμως μπορεί τελικά να δοκιμαστεί. Οι παραγωγοί της
Αιτωλοακαρνανίας ζώντας σε ένα κοινωνικό σχηματισμό που δεν είχε ολοκληρώσει
συνολικά τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό μπορούσαν να διατηρούν τη δυνατότητα να
διαπραγματευτούν με καλύτερους όρους από ότι ίσως στην Πάτρα την επιλογή του
προϊόντος. Δηλαδή η υπαγωγή στο εμπορικό κεφάλαιο γινόταν με σχετικά ευνοϊκούς όρους
για τους άμεσους παραγωγούς⋅ κοινωνική σχέση που αντανακλούσε τους συγκεκριμένους
ταξικούς συσχετισμούς της Αιτωλοακαρνανίας.
Ο Πρόντζας ενισχύει την άποψή μας κατά κάποιο τρόπο αναφέροντας γενικά ότι σε
σχέση με τα άλλα προϊόντα τα καπνά αποτελούσαν εκείνο το προϊόν που επέφερε το
μεγαλύτερο δυνατόν κέρδος στους άμεσους παραγωγούς. «Η καπνοκαλλιέργεια παρουσιάζει
μια αξιοσημείωτη διαφορά σχετικά με τα εισοδήματα των άλλων καλλιεργειών: η διακύμανση
του εισοδήματος, από έτος σε έτος, είναι μεγαλύτερη, και οι κοινωνικές δαπάνες της
οικογένειας αναπτύσσονται ταχύτερα στις καλές εσοδείες ενώ περιορίζονται δύσκολα στις
άσχημες εσοδείες.» ... «Η αγροτική οικογένεια στην προνομιακή περιφέρεια του καπνού
διαθέτει υψηλότερο εισόδημα από τους άλλους καλλιεργητές αλλά οι δαπάνες συντήρησής της
είναι υψηλότερες από τους αγρότες που ασχολούνται με άλλες καλλιέργειες. Το 1935 η
στρεμματική απόδοση του καπνού στην Ελλάδα είναι 1,3 φορές μεγαλύτερη από της σταφίδας
ενώ για το βαμβάκι, τα αμπέλια και το σιτάρι είναι 3,6, 3,8 και 8 φορές μεγαλύτερη από τις
αροτριαίες καλλιέργειες. Είναι ευνόητο ότι η ιδιότητα αυτή του καπνού για περιοχές με
ανεπάρκεια καλλιεργήσιμης γης και με τα ιδιαίτερα γεωργοοικονομικά χαρακτηριστικά που
συνάδουν με το βαλκανικό περιβάλλον (ανθεκτικότητα στην ξηρασία, καλλιέργεια σε επκλινή
και πετρώδη εδάφη, εαρινή – σκαλιστική καλλιέργεια, ανώτερη ποιότητα σε άνυδρα έτη),
αποτελούν ισχυρά κίνητρα επιλογής του που ενισχύονται ακόμη περισσότερο από τη θέση του
στο εμπορικό ισοζύγιο.»7 «Το μέγεθος του κλήρου, στις συνθήκες που επιβάλλει η δημογραφική
πίεση, καθιστά το συγκριτικό πλεονέκτημα της καλλιέργειας του καπνού (αποδόσεις, εισόδημα,
ενεργός ζήτηση) αποφασιστικόν παράγοντα στις επιλογές της αγροτικής οικογένειας: το κόστος
παραγωγής και οι καλλιεργητικές δαπάνες του προϊόντος είναι υψηλότερες από τις αροτριαίες
καλλιέργειες αλλά το εισόδημα από την εκμετάλλευση είναι μεγαλύτερο και ελάχιστο από το
καταναλισκόμενο κεφάλαιο.» 8 Επομένως, είμαστε στη θέση να ερμηνεύσουμε μια κατά τα
άλλα «αυθαίρετη» επιλογή των αγροτών της Αιτωλοακαρνανίας. Επίσης, θα μπορούσαμε να
υποθέσουμε πως η δυνατότητα του καπνού να παράγεται ακόμη και σε ημιορεινές περιοχές
7
8

Βλ. πρόντζας Ε., ό.π., σ. 174
Βλ. πρόντζας Ε., ό.π., σ. 175

18

δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για διάλυση των κτηνοτροφικών παραγωγικών δομών και
της ένταξης αυτών στην καπιταλιστική σχέση με σχετικά ευνοϊκούς όρους.
Προσπαθώντας να απαντήσουμε στο γιατί έχουμε καπνά στην Αιτωλοακαρνανία
μπροστά μας, λοιπόν, δύο δεδομένα: πρώτον, γνωρίζουμε ότι τα καπνά σε σχέση με τα άλλα
αγροτικά προϊόντα που καλλιεργούνταν εκείνη την εποχή στην ελληνική επικράτεια και στον
ευρύτερο βαλκανικό χώρο είχαν θετικότερες συνέπειες στην κοινωνική αναπαραγωγή και
επιβίωση και, δεύτερον, έχουμε ήδη εκτιμήσει ότι η ιστορική ταξική ισορροπία στην περιοχή
αμαγαλμοποιούταν σε ένα σχετικά ευνοϊκό επίπεδο για τις κατώτερες τάξεις. Αυτά, λοιπόν,
τα δεδομένα δεν μπορεί παρά να συνδέονται και να εξηγούν την επιλογή των
αιτωλοακαρνάνων αγροτών.
Από μια άλλη πλευρά όταν στα τέλη του 19ου αιώνα η ελληνική αγροτική παραγωγή
βιώνει την σταφιδική κρίση και υπάρχει το φαινόμενο της μετανάστευσης οι παρατηρήσεις
του Πρόντζα μας κάνουν πολύ λογική την επιλογή των αιτωλοακαρνάνων αγροτών, εφόσον
«οι ικανότητες της καλλιέργειας των ευγενών καπνών να συντηρείται με ελάχιστα δαπανώμενα
κεφάλαια και να καλύπτει το υψηλότερο κόστος και τις μεγαλύτερες δαπάνες καλλιέργειας με
την εντατική εργασία της αγροτικής οικογένειας, αποδείχθηκαν σημαντικοί παράγοντες
περιορισμού της αγροτικής εξόδου[...].»9
Αυτό το οποίο παρατηρεί και ο Πρόντζας, αλλά είναι και δική μας εκτίμηση είναι ότι
με όχημα την καπνοκαλλιέργεια επιτεύχθηκε μια ισορροπία στο σύστημα της μεγάλης και
μικρής αγροτικής γαιοκτησίας. Επίσης, πάλι με όχημα την καπνοκαλλιέργεια έσπασαν οι
προκαπιταλιστικοί κοινωνικοί μηχανισμοί και η ελληνική ύπαιθρος σταδιακά μέχρι το 1956
εντάχθηκε στην καπιταλιστική οικονομία. Αυτό συνέβηκε και στην περιοχή της Αιτωλ/νίας.
Αυτή η διαδικασία όμως για την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας ήταν σταδιακή και ίως με
ασυνέχειες.
Όπως και νάναι όμως το μερικό πέρασμα της περιοχής από την κλειστή κτηνοτροφική
οικονομία και την οικονομία της αυτάρκειας στην καπιταλιστική οικονομία κατά τη διάρκεια
του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα συνεπάγεται μια ανατροπή των ταξικών
συσχετισμών σε βάρος των άμεσων παραγωγών όσο και ευνοϊκή μπορεί να είναι η μετάβαση
σε σχέση με άλλες περιοχές ή χώρους της βαλκανικής. Η υπαγωγή των άμεσων παραγωγών
στους εμπόρους εντείνει όμως τελικά την ταξική εκμετάλλευση μέσα στις καθαρά
παραγωγικές σχέσεις, παρά το γεγονός ότι η ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων στην
παραγωγική βάση αναιρείται από την ανολοκλήρωτη μετάβαση συνολικά του κοινωνικού
σχηματισμού της Αιτωλοακαρνανίας σε ένα διευρυμένο καπιταλιστικό παραγωγικό μοντέλο
(φαινόμενα ληστείας και φυγής, διατήρηση των κτηνοντροφικών μονάδων στους ορεινούς
9

Βλ. Πρόντζας Ε., ό.π., σ. 192

19

όγκους). Επίσης, αναιρείται από την ταξική ισορροπία που αντανκλά το θεσμικό σύστημα
και οι πολιτικές σχέσεις έτσι όπως έχουν δομηθεί με το κοινοβουλευτικό σύστημα της
καθολικής ψηφοφορίας στα 1864, έστω και αν τελικά οι πελατειακές σχέσεις στρεβλώνουν
την αυτόνομη πολιτική έκφραση μιας ταξικής στρατηγικής για τα αγροτικά στρώματα.
Οι ίδιες οι σχέσεις μέσα στην παραγωγή πάντως είναι δεινές για τους αγρότες. Ο
Παπαστράτος γράφει για αυτό «Εκείνη την εποχή, οι συνθήκες ήταν τόσο δύσκολες για τους
παραγωγούς, ώστε να βρίσκονται πολλές φορές στην ανάγκη ή να προπολούν σε πολύ χαμηλές
τιμές ένα μέρος της παραγωγής τους, κι αυτό το έλεγαν ‘‘προστύχι’’, ή να δανείζονται με τόκο
βαρύ (το 12% το χρόνο ήταν το νόμιμο, αλλά συνήθως για μικρά ποσά και για σύντομο
χρονικό διάστημα, πλήρωναν 2, 3 και καμία φορά και 5 δραχμές τον μήνα στις 100 δραχμές).
Το ίδιο γινόταν πολλές φορές και με τα καπνά ⋅ όταν η εσοδειά ήταν μεγάλη κι έμεναν
απούλητα, τα έδιναν σε τιμές εξευτελιστικές, σε σημείο που να μην καλύπτουν ούτε τα έξοδα
της καλλιέργειάς τους, χωρίς να λογαριάσουν διόλου την προσωπική εργασία της οικογένειάς
τους.»10
Είναι προφανές ότι η εμπέδωση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Αιτωλοακρανανία
και η ολοκλήρωση της μετάβασης σε ένα καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν είναι μια
εύκολη υπόθεση για την αστική τάξη. Αντίθετα, είναι αναγκασμένη να εντάξει την όλη
προσπάθεια μέσα στη δομημένη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και να λάβει υπόψη τις
υπάρχουσες ταξικές ισορροπίες, ώστε να μπορέσει να υπάρξει η συναίνεση. Αυτός ο
μετασχηματισμός φαίνεται πως δεν μπορούσε να πραγματωθεί στην Ελλάδα κατά την
περίοδο του καπιταλιστικού σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, φάση την οποία ο
ελληνικός καπιταλισμός είχε διανύσει με ένα ιδιόμορφο και ανολοκλήρωτο τρόπο, αλλά
μόνο κατά την περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Κατά την άποψή μας σε αυτήν την
προσπάθεια συνέβαλε ο οίκος Παπαστράτος και συγκεκριμένα η στραηγική που χάραξε από
νωρίς ο Ευάγγελος Παπαστράτος. Αυτήν τη συμβολή θα παρακολουθήσουμε στο επόμενο
κεφάλαιο.

10

Βλ. Παπαστράτος, ό.π., σ. 50

20

Κεφάλαιο Δεύτερο

Η συμβολή του Παπαστράτου
Ενότητα πρώτη

Το πρόσωπο και η οικογένεια
Οι Παπαστράτοι δρούσαν επιχειρηματικά ως οικογένεια και η επιχείρησή τους ήταν
κατεξοχήν οικογενειακή. Ο πρωτοπόρος από τους Παπαστράτος και αυτός που θα λέγαμε
πέτυχε την πρωταρχική συσσώρευση ήταν ο Ευάγγελος Παπαστράτος, το βιβλίο του οποίου
αποτελεί βασική πηγή για εμάς σήμερα.
Κάποια βιογραφικά στοιχεία της οικογένειας ίσως να μας είναι χρήσιμα. Ο πατέρας
Παπαστράτος ονομαζόταν Αναστάσιος και ήταν γιος του Παπα Στράτου από το χωριό
Προσήλια του τότε διευρυμένου δήμου Θέρμου κοντά στο Αγρίνιο. Ο Αναστάσιος
Παπαστράτος τον οποίο ο γιός του χαρακτηρίζει «δουλευτή», δηλαδή εργατικό, κατάφερε να
ανοίξει μπακάλικο και να φτιάξει κάποια περιουσία. Η κτηματική περιουσία που απέκτησε
με τη δουλειά του ήταν δυό χωράφια καμιά εβδομηνταριά στρέμματα και δύο αμπέλια
εικοσιπέντε στρέμματα περίπου11. Η κοινωνική του θέση ως εμπόρου φαίνεται ότι του
επέτρεψε να παντρευτεί τη Χαρίκλεια Καββαδία, κόρη του Γεωργίου Καββαδία, που ήταν ο
δάσκαλος του μόνου τότε σχολείου στο Αγρίνιο. Πήρε προίκα ένα χωράφι και δέκα χιλιάδες
δραχμές που για εκείνη την εποχή, μας λέει ο Ευάγγελος Παπαστράτος, ήταν καλή προίκα.12
Ο Αναστάσιος Καβαβδίας πέθανε στα 1888 από πνευμονία αφήνοντας έξι παιδιά, τέσσερα
αγόρια και δυο κορίτσια. Το ένα κορίτσι πέθανε πολύ σύντομα. Όλα τα παιδιά ήταν πολύ
μικρά. Ο μεγαλύτερος ο Επαμεινώνδας ήταν δέκα χρονών, ο Γιάννης οκτώ, ο Σωτήρης
πεντέμησι, ο Ευάγγελος λιγότερο από τεσσάρων και η Αλεξάνδρα τριών ετών. Με το θάνατο
του πατέρα Παταστράτου η οικογένεια καταστράφηκε οικονομικά. Το μπακάλικο έκλεισε,
αλλά τα κτήματα και τα αμπέλια απέφεραν σημαντικά εισοδήματα που επέτρεπαν την
επιβίωση της τόσο μεγάλης οικογένειας και τελικά την ανέλιξη των μελών της με τους όρους
της κοινωνικής της τάξης. Συνολικά η περιουσία τους σε κτήματα ήταν την περίοδο του
θανάτου του Αναστάσιου Παπαστράτου ικανή να παράγει κρασί αξίας 2.000 – 3.000 δραχμές
το χρόνο.
11
12

Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 44
Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 44

Ο Ευάγγελος Παπαστράτος στην αυτοβιογραφία του αυτοπαρουσιάζεται ως ο φτωχός
που έγινε πλούσιος. Η πραγματικότητα είναι βέβαια λίγο διαφορετική, αν και πραγματικά ο
ίδιος δούλεψε πολύ από μικρός και η οικογένεια αρκετές φορές φαίνεται ότι βρέθηκε σε
δύσκολη θέση. Η ένστασή μας έγκειται στο ότι από την οικογένειά του ο μικρότερος σε
ηλικία Ευάγγελος Παπαστράτος, αλλά ο πρώτος που ασχολήθηκε με το εμπόριο από τα
τέσσερα αγόρια της οικογένειας, κατείχε το πολιτισμικό κεφάλαιο του εμπόρου και της
κοινωνικής ανέλιξης. Ο ίδιος ο πατέρας του ήταν ένας καλός έμπορος, ο οποίος σίγουρα εάν
δεν πέθαινε νωρίς θα είχε αναπτύξει την επιχείρησή του. Η μητέρα του ήταν κόρη δασκάλου
και κατάφερε να εμπεδώσει στους γιούς της την λογική της κοινωνικής ανέλιξης που είχε
διακοπεί με τον θάνατο του πατριάρχη της οικογένειας. Ο αδελφός της μητέρας
Παπαστράτου, ο Δ. Καββαδίας ήταν φαρμακοποιός, ενεργός οπαδός των τρικουπικών και
συγγενής βουλευτών. Ο άλλος αδελφός της Χαρίκλειας Παπαστράτου ήταν έμπορος
υφασμάτων. Ο ίδιος ο Ευάγγελος χαρακτηρίζει την οικογένειά του ως «γνωστή» και το
αναφέρει για να δικαιολογήσει κάποιες ευκολίες που σήμαινε αυτό το πλεονέκτημα για την
έναρξη της δικής του σταδιοδρομίας. Η κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειας
παρά το γεγονός ότι ο θάνατος του πατέρα σήμαινε καταστροφή φαίνεται ότι ήταν αρκετά
καλή. Όλα τα αδέλφια τελείωσαν το σχολείο. Τα μεγαλύτερα σπούδασαν. Ενας, ο Σωτήρης
έγινε στρατιωτικός, άλλος φυσικομαθηματικός για να καταλήξει μετά από μακροχρόνιες
σπουδές στο εξωτερικό καθηγητής στην Εμπορική Σχολή Αθηνών. Αλλος σπούδασε νομικά
και άνοιξε δικηγορικό γραφείο στο Αγρίνιο. Η κοπέλα η Αλεξάντρα παντρεύτηκε καθηγητή
μαθηματικών στο Γυμνάσιο του Αγρινίου, τον Σπύρο Καψάλη, με τον οποίο απέκτησε το
Θάνο Καψάλη ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό συνεργάτης της εταιρίας. Είναι σαφές,
λοιπόν, ότι η οικογένεια Παπαστράτου είχε όλα τα προσόντα κοινωνικά και πολιτισμικά
ώστε να έχει την εξέλιξη που είχε.
Ο πρωτεργάτης στο εμπόριο από την οικογένεια, ο Ευάγγελος, δε θα μπορούσε παρά
να ασχοληθεί με τα καπνά, εφόσον βρισκόταν στην Αιτωλοακαρνανία. Από νωρίς δούλεψε
σε εταιρίες που ασχολούνταν με τα καπνά. Από μικρός στον κόσμο του εμπορίου
αποκτώντας το επιχειρηματικό ένστικτο κατάλαβε ότι το μέλλον βρίσκεται σε αυτά. Δε
δυσκολεύτηκε να βρει κεφάλαια και συνεργάτες, ώστε να στήσει μια δική του επιχείρηση.
Ήδη από 12 χρονών έπιασε δουλειά ως παραγιός σε εμπορικό κατάστημα, στου
Αναστάσιου Παναγόπουλου. Ο Παναγόπουλος φαίνεται ότι ήταν ένας από τους
μεγαλύτερους εμπόρους του Αγρινίου. Εκτός από εμπόριο υφασμάτων έκανε και
συνεταιριστικές δουλειές σε διάφορα προϊόντα – σιτηρά, καπνά, λάδια, μαλλιά από πρόβατα
και γίδια – με τον πεθερό του, τον Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο και με τον κουμπάρο του, τον

22

Βασίλη Φαφούτη. Ο γιός του Ανδρέας Παναγόπουλος διαδέχτηκε τον πατέρα του στο
καπνεμπόριο και ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχτηκε πολλές δήμαρχος Αγρινίου και
βουλευτής της επαρχίας Τριχωνίδας. Μεγαλώνοντας ο Ευ. Παπαστράτος αισθανόταν την
ανάγκη να εξελιχθεί, πράγμα που φαίνεται δεν μπορούσε να γίνει στην εταιρία του
Παναγόπουλου. Ο μισθός που έπαιρνε αν και ήταν ικανοποιητικός, όπως δηλώνει ο ίδιος,
δεν ήταν ακριβώς αυτό που ονειρευόταν. Αρχικά σκέφτηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική
ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, αλλά τελικά έπιασε δουλειά στην εταιρία «Ρόζης &
Ραγκαβής», από τις σοβαρότερες στην Αιτωλοακαρνανία, όπως δηλώνει ο ίδιος. Η εταιρία
«εμπορευόταν σε όλα σχεδόν τα εγχώρια προϊόντα κι έφερνε από την Πάτρα άλευρα και,
αργότερα, ξυλεία ευρωπαϊκή».13 Η εργασία του Παπαστράτου στην εταιρία αυτή τον έφερε
πολύ κοντά στο καπνεμπόριο. Γράφει ο ίδιος:
«Αργότερα ακόμα, μου είχαν αναθέσει τις παραλαβές των καπνών που έρχονταν από τα
χωριά, τις φορτώσεις, καθώς και την παρακολούθηση της επεξεργασίας των καπνών και ιδίως
την πληρωμή των εργατικών ημερομισθίων.
Αυτή η απασχόληση ήταν για μένα η πιο ενδιαφέρουσα, επειδή είχα την ευκαιρία να
παρακολλουθώ τα καπνά, την ποιότητα, τις τιμές και την απόδοσή τους, καθώς και το κόστος
της επεξεργασίας.»14
Ύστερα από πέντε χρόνια εργασία στην εταιρία «Ρόζης & Βαρνάβας» αποφάσισε να
φτιάξει δική του εταιρία, που ήταν και το όνειρό του να γίνει δηλαδή ανεξάρτητος.
Δανείστηκε από τον πεθερό του Παναγόπουλου που ήταν τοκιστής (ο ίδιος θεωρεί το
επάγγελμα αυτό αποκρουστικό) με εγγυητή τον θείο του Δημήτρη Καραββία που ήταν
φαρμακοποιός και φίλος του τοκιστή. Για όλους αυτούς τους λόγους, συν επιπλέον της
καλής εικόνας και σχέσης που είχε με την ευρύτερη οικογένεια Παναγόπουλου ο ίδιος ο
Παπαστράτος, ο τόκος ήταν ιδιαίτερα χαμηλός για την εποχή. Του έδωσε κεφάλαιο 3.000
δραχμές με τόκο 6% όταν ο νόμιμος ήταν μέχρι 12%, όριο το οποίο αρκετές φορές
ξεπερνούσαν οι τοκιστές. Ο Ευάγγελος σημειώνει πως οι κινήσεις του βρήκαν αντίθετους τη
μητέρα του και τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Φαίνεται, λοιπόν, πως δεν πήρε χρήματα από
την οικογένειά του.
Στα 1906 σε ηλικία 22 ετών περίπου, ύστερα από δεκάχρονη υπαλληλική δουλειά
ξεκίνησε την αυτόνομη εργασία του. Η ηλικία του μπορεί να φαίνεται σήμερα αρκετά μικρή
όπως και είναι. Αλλά δε φαινόταν ακριβώς το ίδιο εκείνη την εποχή που η ένταξη στην
παραγωγική διαδικασία γινόταν σε πάρα πολύ μικρή ηλικία. Στα 30 τους χρόνια οι άνθρωποι
θεωρούνταν πια μεγάλοι. Επομένως, ο Ευάγγελος θα πρέπει να θεωρούταν λίγο πιο μικρός
13
14

Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 61
Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 66

23

από μια ηλικία, ίσως γύρω στα 25, που νομιμοποιούσε μια αυτόνομη εργασία. Σήμερα που οι
άνθρωποι εντάσσσονται σχετικά αργά στην παραγωγή, λόγω σπουδών, ανεργίας κ.α. μια
τέτοια κίνηση μπορεί να αφορά ηλικίες πολύ μεγαλύτερες.
Ο Παπαστράτος είχε όλους εκείνους τους όρους που θα τον βοηθούσαν να πάρει αυτήν
απόφαση, δηλαδή να αισθάνεται την ικανότητα και την αυτοπεποίθηση να δράσει μόνος του
σε ένα εμπορικό σύστημα μάλλον αρκετά δύσκολο και ανταγωνιστικό. Είχε όμως αρκετά
πλεονεκτήματα: α) το οικογενειακό κύρος που θα του επέτρεπε να τον αποδεχτούν ως ίσο οι
ανταγωνιστές, οι συνεργάτες του και να το εμπιστευτούν οι πελάτες του. Αυτό σήμαινε
πρακτικά τη δυνατότητα ηθικής και οικονομικής υποστήριξης από την πλευρά του θείου του
για παράδειγμα. Από την προϋπηρεσία του επίσης είχε δώσει διαπιστευτήριά του στον
εμπορικό κόσμο και είχε τις κατάλληλες γνωριμίες με τους παραγωγούς, αλλά και με τους
εμπόρους. Είχε την εμπειρία της εργασίας και τη συναίσθηση της εγκράτειας που χρειάζεται
ένας κεφαλαιοκράτης στην περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης. Η εικόνα που δίνει
τελικά ο ίδιος ο Παπαστράτος για τον εαυτό του είναι ενός ανθρώπου που δε διασκέδασε
πολύ στα νιάτα του, όχι επειδή δεν είχε τα χρήματα, αλλά επειδή δεν το ήθελε
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο στόχος του ήταν κάτι άλλο να γίνει ανεξάρτητος.
Αυτή η αναγκαιότητα της κοινωνικής ανέλιξης αποτελούσε ένα οικογενειακό
«γονίδιο». Όλοι οι θείοι καθώς και ο πατέρας του ήταν πετυχημένοι έμποροι, τα αδέλφια του
ο καθένας είχε ανελιχθεί κοινωνικά είτε σε ανεξάρτητο δικηγόρο είτε διανοούμενο του
κράτους καθηγητή Πανεπιστημίου είτε σε φαρμακοποιό και έπειτα σε υπαξιωματικό. Ο ίδιος
θα έπρεπε να αισθάνεται την κοινωνική και ψυχολογική πίεση να γίνει ανεξάρτητος
περισσότερο από κάθε άλλο νέο της εποχής του στο Αγρίνιο. Αποτελούσε τον δείκτη
επιτυχίας του να αναπαραχθεί δηλαδή στο επίπεδο που αναλογεί στην οικεγένειά του.
Επίσης, από την προϋπηρεσία του ο Παπαστράτος είχε αποκτήσει εκτός από το know
how και το νεωτεριστικό επιχειρηματικό στρατηγικό πρόγραμμα που χρειαζόταν η παραγωγή
της περιοχής του, αλλά και ο ίδιος για να υπερκεράσει τον ανταγωνισμό και να επιβιώσει ως
επιχειρηματίας.

24

Ενότητα Δεύτερη

Ο συντελεστής Παπαστράτος
Η συμβολή του Παπαστράτου στην καπνοπαραγωγή της Αιτωλοακαρνανίας φαίνεται
ότι ήταν καταλυτική για την ανάπτυξη της μονοκαλλιέργειας του καπνού. Θα μπορούσαμε
να ισχυριστούμε ότι αποτέλεσε τον κυριότερο συντελεστή διεύρυνησης και παγίωσης των
καπιταλιστικών σχέσεων στην περιοχή και της μετάβασης από το στάδιο του ελεύθερου
ανταγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, αν και ο καπνικός κάδος στην Ελλλάδα δεν
έλαβε ποτέ το χαρακτήρα του κρατικού μονοπωλίου. Όλη την περίοδο που εξετάζουμε αυτό
είναι και το βασικό ζήτημα που απασχολεί τον κλάδο, δηλαδή η δημιουργία κρατικού
καπνικού μονοπωλίου. Από τη μία πιέζει το κράτος για μια τέτοια εξέλιξη και από την άλλη
μια μεγάλη μερίδα βιομηχάνων, εμπόρων, αλλά και η πλειοψηφία, τουλάχιστον, όσο αφορά
την Αιτωλ/νία, των άμεσων παραγωγών αντιστέκεται στο κρατικό μονοπώλιο.
Η διεύρυνση βέβαια ήταν μια υπόθεση που ενισχύθηκε και από το κράτος. Αλλά η
ανάπτυξη

των

παραγωγικών

δομών

προς

μια

συγκεκριμένη

κατεύθυνση,

τη

μονοκαλλιέργεια, διαμόρφωνε το πεδίο της ταξικής διαπάλης δημιουργώντας τις
προϋποθεσεις στο κράτος να πριμοδοτήσει αυτές τις κατευθύνσεις. Έτσι, θα ακολουθήσει η
δεύτερη και σημαντικότερη αγροτική μεταρρύθμιση κατά την οποία παγιώνεται το καθεστώς
της μικρής γαιοκτησίας. Θα ακολουθήσουν και αλλές αναδιανομές γης. Επίσης, εκείνη την
περίοδο η ίδρυση της αγροτικής τράπεζας αντικαθιστά τους «εμπόρους χρήματος», τους
τοκιστές.
Η εμφάνιση του Παπαστράτου ήταν προϊόν της συγκυρίας, έφερε τη νέα εποχή, την
εποχή του ολοκληρωμένου καπιταλισμού. Δεν είναι ίσως τυχαίο ίσως από άποψη συγκυρίας
ότι η έναρξη του εγχειρήματος του Παπαστράτου γύρω στα 1906 βρίσκεται πολύ κοντά σε
μια ημερομηνία σταθμό, 1909 με το κίνημα στο Γουδί. Πολιτικά οι τρικουπικοί
Παπαστράτοι στη συνέχεια μετεξελίσσονται σε βενιζελικούς υποστηρίζοντας σταθερά την
προσπάθεια του αστικού εκσυγχρονισμού.
Όταν ο Παπαστράτος έφυγε από την εταιρία «Ρόζης & Βαρνάβας» προσεγγίστηκε από
έναν κεφαλονήτη έμπορο, τον Σωτήρη Αυγερινό, που του πρότεινε συνεργασία στα εγχώρια
προϊόντα. Ο Αυγερινός ασχολούταν με την τυροκομία και εξαρχής αποκλείστηκε αυτός ο
τομέας στην κοινή εταιρία. Αυτό το οποίο είχε σημασία για τον έυελπι νεαρό Ευάγγελο ήταν
η σεβαστή περιουσία του Αυγερινού ο οποίος μπορούσε να διαθέσει τα απιτούμενα
25

κεφάλαια για μιαν οπωσδήποτε σοβαρή εργασία, ενώ ο ίδιος μόνος του με τις 3.000 δραχμές
που ήταν και δανεικές εκ των πραγμάτων θα ήταν υποχρεωμένος σε μικρότερους κύκλους
εργασιών. Ο ίδιος τις χαρακτήρσε «δουλειές του ποδαριού αγοράζοντας μικρές ποσότητες
καπνών ή άλλων προϊόντων και μεταπουλώντας τις με πολύ μικρό κέρδος».15 Με τον
Αυγερινό μπορούσε να πραγματώσει τα σχέδιά του. Ο Παπαστράτος αναφέρεται στις
αναμνήσεις του για το πρόσωπο του Σ. Αυγερινού με τα καλύτερα λόγια. Η εταιρία που
έστησαν πήρε την επωνυμία «Αυγερινός & Παπαστράτος» με κεφάλαια 6.000 δρχ. που
καταβλήθηκαν κατά το ήμισι από τον καθένα. Ο Παπαστράτος τις δικές του 3.000 δρχ. Τις
δανείστηκε από τον τοκιστή Αντωνόπουλο. Επίσης, ο Αγερινός ανέλαβε επιπλέον την
υποχρέωση να καταθέσει δάνειο στην Εταιρία το σημαντικό ποσό των 24.000 δρχ με τόκο
6% τον χρόνο. Τα κέρδη θα μοιράζονταν εξίσου μετά την αφαίρεση των εξόδων.16
Γράφει για όλα αυτά ο Παπαστράτος:
«Σκοπός της Εταιρίας ήταν η αγορά κι η πώληση εγχωρίων προϊόντων κι η εισαγωγή κι
εξαγωγή κάθε άλλου εμπορεύματος. Η διάρκειά της ορίστηκε σε πέντε χρόνια.
Τη 19 Ιουλίου 1906 υπογράφηκε το εταιρικό της ομόρρυθμης εταιρίας «Αυγερινός &
Παπαστράτος», που έδινε αποκλειστικά στον εταίρο Σωτήριο Αυγερινό το δικαίωμα να
συνάπτει δάνεια από τρίτους ή ν’ αναλαμβάνει οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις για
λογαριασμό της Εταιρίας.
Μόλις συστήθηκε η Εταιρία φρόντισα να προσλάβω, για τις προαγορές καπνών, τους
απαραίτητους μεσίτες που σύμφωνα με την καθιερωμένη τότε συνήθεια έπαιρναν για μεσιτεία
τρία ή πέντε λεπτά την οκά, ανάλογα με το είδος των καπνών.»17
Ο ίδιος ο Παπαστράτος μεταφέρει την εικόνα της κατάστασης στον καπνεμπορικό
κλάδο την εποχή εκείνη στην Αιτωλοακαρνανία:
«Το Αγρίνιο, σαν κέντρο παραγωγής του νομού Αιτωλοακαρνανίας, ήταν ανέκαθεν
γνωστό για την παραγωγή των εκλεκτών καπνών και ιδίως των καπνών Ζαπαντίου,
Παραβόλας και Ξηρομέρου, για την εσωτερική κατανάλωση, καθώς και καπνών μυρωδάτων,
για το εξαιρετικό, που είχαν ζήτηση στην αγορά της Αιγύπτου.
Την εποχή εκείνη το καπνεμπόριο εργαζόταν με τρόπο ανοργάνωτο κι ασυστηματοποίητο.
Η χαμηλή τιμή των καπνών, εκείνων ιδίως που προορίζονταν για την εξωτερική κατανάλωση,
με εξαίρεση την αγορά της Αιγύπτου, έδινε σε πολλούς την ευχέρεια να ανακρατώνται,
καιροσκοπικά, και σαν πάρεργο, στο είδος αυτό.

15

Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 76
Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 78
17
Βλ. Παπαστράτος Ε., ο.π., σ. 78
16

26

Σ’ αυτό οφείλεται το ότι τα καπνά του Αγρινίου ήταν άγνωστα στις αγορές της Ευρώπης,
πράμα που δεν συνέβαινε για τα καπνά της Θεσσαλίας. Αυτά, εκτός από την αγορά Αιγύπτου,
που απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, ήταν γνωστά και στη γερμανική αγορά
και τα διάφορα Μονοπώλια, αν και η ποιότητά τους, συγκριτικά με τα μυρωδάτα του Αγρινίου,
λογαριαζόταν κατώτερα.
Τα χρόνια εκείνα, ασχολούνταν με το εμπόριο των καπνών στην περιφέρεια Αγρινίου
τρεις κατηγορίες παραγόντων:
1. Το καπνεμπόριο, που αγόραζε καπνά μυρωδάτα, από τις καλές ποιότητες, για την
αγορά της Αιγύπτου. Αγόραζε επίσης κι από τις κατώτερες, μυρωδάτα και τσαμπέλια. Αυτές τις
πουλούσε συνήθως στους εξαγωγείς των Πατρών, που ασχολούνταν κυρίως με άλλα είδη
εμπορευμάτων, αλλά και πουλούσαν καπνά στις αγορές της Ολλανδίας και της Γερμανίας.
Οι εξαγωγείς αυτοί έστελναν τα καπνά να πουληθούν για λογαριασμό τους και συνήθως
απέβλεπαν να πραγματοποιήσουν κέρδη από τις θαλασσασφάλειες, δηλαδή από τις αβαρίες
που πάθαιναν συχνά τα καπνά στη μεταφορά τους. […]
Η επεξεργασία των καπνών γινόταν κι αυτή χωρίς κανένα σύστημα κι ήταν κακή, έτσι
που πολλές φορές τα καπνά χαλούσαν πριν φτάσουν στο προορισμό τους, επειδή τα φόρτωναν
βιαστικά πριν ακόμη γίνει η ζύμωση. Εξάλλου, τα δέματα τύχαιναν συχνά να περιέχουν
τρίμματα καπνού, πολλές φορές και σκουπίδια της αποθήκης. Ολα αυτά δυσφημούσαν τα
καπνά του Αγρινίου. Επί πολλές δεκαετίες, έτσι διεξαγόταν κατά κανόνα το καπνεμπόριο με τις
αγορές του εξωτερικού. […]»
παρά κάποιες φιλότιμες προσπάθειες κάποιων καπνεμπόρων που έστελναν ανταποκρίσεις
στο εξωτερικό
«Τα καπνά του Αγρινίου αγοράζονταν από τους ξένους μονάχα επειδή η τιμή τους ήταν πάρα
πολύ χαμηλή και τα χρησιμοποιούσαν μόνο για ν’ αντικαταστήσουν άλλα κατώτερα, αποικιακά
καπνά, κι όχι για να φτιάνουν μ’ αυτά σιγαρέτα ορισμένων τύπων. Για τούτο οι
καπνοβιομήχανοι δεν το θεωρούσαν απαραίτητο να προμηθεύονται καπνά Αγρινίου.
Αντίθετα με όλα αυτά, την ίδια εποχή, στην Αίγυπτο, το ελληνικό καπνεμπόριο, κατόρθωσε να
δημιουργήσει μια αξιόλογη θέση για τις καλές ποιότητες των καπνών «μυρωδάτων» του
Αγρινίου. […]
Δεύτερη κατηγορία παραγόντων, για τα καπνά του Αγρινίου, ήταν οι λεγόμενοι μεσίτες
του εσωτερικού, που μεσολαβούσαν ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καπνοβιομήχανους
για τα καπνά «τσεμπέλια», που προορίζονταν για την εσωτερική κατανάλωση. Αυτοί είχαν
καταντήσει να συμπεριφέρονται σαν τυρρανίσκοι των παραγωγών. Οι ίδιοι κατάφερναν πολλές
φορές να γίνουν και ισχυροί κομματάρχες […].

27

Μια ή δυό φορές το χρόνο έρχονταν έρχονταν στο Αγρίνιο από τις διάφορες πόλεις της
Ελλάδας οι καπνοβιομήχανοι της εποχής εκείνης. Επισκέπτονταν τα καπνά των περιφερειών
Αγρινίου, Παραβόλας και Ξηρομέρου κι έκαναν τις προμήθειές τους.
Ας σημειωθεί πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ακόμη καπνεργοστάσια ιδιωτικά,
υπήρχαν μόνο σε διάφορες πόλεις τα κρατικά καπνοκοπτήρια, και μέσα σ’ αυτά γινόταν η
επεξεργασία και βιομηχανοποίηση του κομμένου καπνού, που κυκλοφορούσε σε πρωτόγονα
πακέτα, με το ανάλογο σιγαρόχαρτο, καθώς και των σιγαρέτων. Αυτά, παλαιότερα, ήταν
χειροποίητα, κατόπι άρχισαν να χρησιμοποιούνται και σιαγαροποιητικές μηχανές.[…]
3. Τρίτοι παράγοντες του καπνεμπορίου ήταν οι αντιπρόσωποι. Η κατηγορία αυτή είχε
δημιουργηθεί κάπως αργότερα από τις δύο πρώτες. Οι αντιπρόσωποι αγόραζαν καπνά για
λογαριασμό τρίτων, των οποίων εκτελούσαν τις εντολές, παίρνοντας ορισμένη προμήθεια.
Στην αρχή ενεργούσαν μόνο για την αγορά της Αιγύπτου, κατόπιν όμως και για άλλες αγορές
της Ευρώπης και της Αμερικής.»18
Ο νεαρός Παπαστράτος κατάλαβε αμέσως ότι για τη βελτίωση της κατάστασης ήταν
απαραίτητο να γίνει πρώτα η συστηματοποίηση της επεξεργασίας των καπνών κι ύστερα η
προσπάθεια άμεσης επαφής με την κατανάλωση. Κατανόησε την ανάγκη να παρέμβει, να
ελέγξει να κατευθύνει και να υποτάξει πρώτα την παραγωγή και μετά έχοντας αυτή ως όπλο
να δράσει επιθετικά προς την αγορά. Σε ένα δεύτερο επίπεδο κατανόησε την ανάγκη να
υπερβεί τους παραδοσιακούς εμπόρους και να αναλάβει μόνος τη διακίνση και εμπορία στο
εξωτερικό. Ουσιαστικά, θα επιχειρούσε να ανεξαρτητοποιηθεί από άλλους μεσάζοντες και
συγκεκριμένα του πατρινούς.
Η εταιρία Παπαστράτος και Αυγερινός εφάρμοσε ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα
σχέσεων με τους άμεσους παραγωγούς. Ακολουθώντας τις σύγχρονες μέθοδες που πρόβαλλε
ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ως εγγενή τάση για την καπιταλιστική ανάπτυξη κατάφερε
μέσα από την οργάνωση της παραγωγής και της διακίνησης να αυξήσει για την ίδια το
ποσοστό σχετικής υπεραξίας επιτρέποντας να διατηρήσει σε ένα καλό επίπεδο τις τιμές για
τους άμεσους παραγωγούς. Προσέφερε πιο υψηλές προσφορές απαιτώντας την υποταγή στις
απαιτήσεις της επεξεργασίας. Με αυτόν τον τρόπο παρατηρήθηκε το φαινόμενο που ο
Παπαστράτος θεωρεί ως περίεργο, πως ενώ η εταιρία αγόραζε συχνότατα καπνά σε τιμές
κάπως υψηλότερες από εκείνες που πλήρωναν οι ανταγωνιστές της, κατόρθωσε ωστόσο να
προσφέρει στην κατανάλωση τα προϊόντα της καλύτερα επεξεργασμένα και σε τιμές
συναγωνισμού. Κατάφεραν να πετύχουν ομοιογένεια στα καπνά πράγμα πολύ βασικό διότι οι
εργοστασιάρχες διευκολύνονταν στη σύνθεση των χαρμανιών. Με αυτόν τρόπο τα καπνά
Αγρινίου μπορούσαν να αποτελούν βασικό κομμάτι της παραγωγής τσιγάρων και όχι
18

Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 82

28

βοηθητικό όπως πριν. Επίσης, κατέβαλλαν προσπάθειες για την καλή συντήρηση των
καπνών στις αποθήκες και για την κανονική τους ζύμωση. Ορθολογικοποίησαν τα
συστήματα παρακολούθησης όλης της διαδικασίας της παραγωγής.
Οι αλλαγές αυτές που εισήγαγε ο Παπαστράτος επέδρασαν συνολικά στην παραγωγική
βάση του νομού, εφόσον ακολουθήθηκαν και από άλλους εμπόρους για λόγους
ανταγωνισμού. Πάνω σε αυτή τη βάση φαίνεται δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη
διεύρυνση και την ποιοτική εμβάθυνση των καπιταλιστικών σχέσεων στην παραγωγή με
βάση την εμπορευματική μονοκαλλιέργεια. Οι καπιταλιστικές σχέσεις διευρύνθηκαν, καθώς
η μονοκαλλιέργεια εκτάθηκε και η οικονομία της αυτάρκειας περιορίστηκε. Η εξουσία των
εμπόρων διευρύνθηκε μεταφέροντας όμως το πεδίο της συναίνεσης από στην ίδια την
οικονομία. Η υποταγή των αγροτών έγινε μέσα από ενδοοικονομικούς καταναγκασμούς
πλέον και όχι από εξωοικονομικούς (δανεισμό, φορολογία, πολιτική βία). Δεν είναι τυχαίο
ότι όσο θα επεκτείνεται το νέο οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα τόσο περισσότερο θα
μειώνεται η αγροτική φορολογία, ενώ θα ιδρυθεί και αγροτική τράπεζα. Στην ενίσχυση
αυτών των τάσεων συνετέλεσε η αγροτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου, ιδιαίτερα μετά το
22, και οι συνεχείς αναδιανομές γης μέχρι το 1956 που επέκτειναν το παραγωγικό αυτό
μοντέλο σε όλη την περιφέρεια της Αιτωλοακαρνανίας. Η αγροτική μεταρρύθμιση σίγουρα
αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στη σταθεροποίηση των νέων δομών. Η είσοδος των
προσφύγων στην Αιτωλοακαρνανία με μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις σύγχρονες
μέθοδες καλλιέργειας συνέβαλλε σε κάποιο βαθμό να παγιωθεί και να μονιμοποιηθεί ο νέος
τρόπος παραγωγής.
Αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι ότι βασικός παράγοντας στην εξέλιξη αυτών των
διαδικασιών είναι η συναίνεση των παραγωγών που πετυχαίνεται με ένα παραγωγικό
μηχανισμό και με ένα πολιτικό σχέδιο που εισαγάγει τον πληθυσμό στην αστική οικονομία
με όρους ευνοϊκούς φαινομενικά, αλλά και πραγματικά για τον ενεργό παραγωγικό
πληθυσμό. Η διαδικασία αυτή αντανακλά την υπάρχουσα ταξική ισορροπία, αλλά τελικά την
υπερβαίνει δημιουργώντας νέες ταξικές σχέσεις στις οποίες οι άμεσοι παραγωγοί είναι
ενδοοικονομικά εξαρτημένοι από τους αστούς εμπόρους και δεν έχουν τη δυνατότητα φυγής
κι αντίδρασης στο κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς. Ακόμη και οι πολιτικές σχέσεις θα
αλλάξουν μορφή και δε θα διαπερνούν απαραίτητα μέσα από τους αστικούς πολιτικούς
συνασπισμούς και τη στρεβλώσεις των πελατειακών δικτύων, αλλά οι παραγωγοί θα
αυτοοργανώνονται σε νέου τύπου κόμματα, ταξικά. Συγκεκριμένα στο Αγρίνιο δεν ήταν
ισχυρό μόνο το κομμουνιστικό κόμμα, αλλά ήταν ισχυρό και το αρχειομαρξιστικό. Από την
άλλη βέβαια το πλαίσιο ένταξης είναι τόσο θετικό σε σχέση με το παρελθόν που δεν

29

υφίστανται οι κοινωνικοί λόγοι για παράτασης της κρίσης. Το αστικό σύστημα κατάφερε να
υποτάξει την αγροτική παραγωγή και να δημιουργήσει μια νέα ταξική ισορροπία προϊόν των
υπαρχόντων ταξικών συσχετισμών στην περιοχή.
Είναι εμφανές πως αυτή η τομή στην περιοχή δε θα μπορούσε παρά να επιτευχθεί την
περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός προϊόν της ίδιας
της κρίσης του ελεύθερου καπιταλιστικού ανταγωνισμού έχει ένα πλεονέκτημα που έδωσε
τη δυνατότητα συνολικά στον καπιταλισμό να υπερκεράσει την κρίση και να δημιουργήσει
νέους ταξικούς συσχετισμούς στους οποίους η αστική τάξη να συνεχίζει να κυριαρχεί. Το
πλεονέκτημα αυτό είναι ότι σταθεροποιεί ή μειώνει την απόλυτη υπεραξία και με αυτόν τον
τρόπο ενσωματώνει τα κοινωνικά αιτήματα της μείωσης του ωραρίου και οργανώνει την
παραγωγή ή εισάγει τέτοιες τεχνολογίες που αυξάνουν τη σχετική υπεραξία πετυχαίνοντας
την αύξηση των κερδών. Η περίοδος της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα και του
μεσοπολέμου είναι οι δεκαετίες που συγκροτείται ένα τέτοιο γιγάντιο εγχείρημα στην
Ελλάδα (αναδιανομές γης, ΤΑΠ, μείωση του ωραρίου, κοινωνική πολιτική) που θα
καταλήξει στο οκτάωρο και στο ΙΚΑ. Κατά την άποψή μας η άνοδος και η διατήρηση της
ηγεμονίας των Παπαστράτων ταυτίζεται με την εμπέδωση και την ανάπτυξη του
μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Στο νέο παραγωγικό μοντέλο οι ανεξάρτητοι αγρότες τύποις μόνο είναι ανεξάρτητοι,
απλώς διαφοροποιούνται από την υπόλοιπη εργατική τάξη στο ότι κατέχουν η ίδια τα μέσα
παραγωγής και ελέγχουν η ίδιοι το χρόνο τους. Κατά τα άλλα οι πραγματικές σχέσεις με τους
εμπόρους έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του εργοδότη και του εργάτη. Είναι πλήρως
εξαρτημένοι και υποταγμένοι, χωρίς στην πραγματικότητα να μπορούν να κάνουν
διαφορετικά, εάν θέλουν να επιζήσουν σε μια κοινωνία με μεγάλο βαθμό καταμερισμού
εργασίας.
Το νέο αυτό όμως παραγωγικό μοντέλο δε θα καταφέρει παρά μόνο ύστερα από μεγάλη
προσπάθεια να υποτάξει ολοκληρωτικά την παραγωγική δομή της περιοχής της
Αιτωλοακαρνανίας. Ήταν μια διαδικασία πολύ αργή και ίσως πολύ επώδυνη για την
ισορροπία του εμπορικού συστήματος. Από μια ιστορία που αναφέρει ο Ευάγγελος
Παπαστράτος φαίνεται ότι οι προκαπιταλιστικοί μηχανισμοί και οι πολιτικές δομές
αναίρεσης

της

διαδικασίας

ολοκληρωτικής

ηγεμονίας

του

εμπορικού

κεφαλαίου

λειτουργούσαν ακόμη την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Το περιστατικό αυτό που
τοποθετείται στα 1906 ή στα 1907 αναφέρεται για να καταδειχθεί η κεφαλλονίτικη
ξεροκεφαλιά του Αυγερινού, ο οποίος επέμενε να διακινδυνέψουν να μετακινηθούν στην
Αιτωλοακαρνανία βράδυ όταν έχασαν την άμαξα. Ο Παπαστράτος περιγράφει ότι ύστερα

30

από ταλαιπωρία έφτασαν στο σπίτι ενός κομματάρχη, του Γιάγκα, φίλου του Αυγερινού ο
οποίος και τους φιλοξένησε. Αργότερα έμαθαν ότι εκείνο το βράδυ ο Γιάγκας φιλοξενούσε
στο σπίτι του, στον στάβλο, τρία-τέσσερα «παλληκάρια»19 που είχαν κατέβει από τα λημέρια
τους με σκοπό να στήσουν καραούλι στον Αυγερινό γνωρίζοντας πως θα κατέφτανε σε αυτό
το σπίτι. Όλο το βράδυ τα παλικάρια άκουαν τις συζητήσεις τους και κοιμήθηκαν στο ίδιο
σπίτι. Τελικά, ο Γιάγκας τους έπεισε να μην τους επιτεθούν διότι είχαν φιλοξενηθεί στο σπίτι
του και θα εκτιθόταν.20
Το περιστατικό αυτό το οποίο δε φαίνεται να παραξενεύει τον Παπαστράτο στη
διήγησή του ως προς τα δεδομένα εκείνης της εποχής υποδεικνύει τη διατήρηση των
κοινωνικών σχέσεων που έχουμε ήδη περιγράψει σε πιο πάνω κεφάλαια. Η ίδια μάλιστα η
εταιρία Αυγερινός δείχνει να συνδέεται με αυτούς τους μηχανισμούς. Την περίοδο που έγινε
το περιστατικό αυτό είναι ακόμη στα πολύ αρχικά βήματα της εταιρίας, πριν ακόμη από το
κίνημα στο Γουδί. Το γεγονός αυτό μας δείχνει ακριβώς ότι οι κοινωνικός μετασχηματισμός
ήταν μια υπόθεση που μόλις ξεκινούσε. Αυτό το οποίο δε γνωρίζουμε είναι το βαθμό
διατήρησης καταλοίπων τέτοιων δομών στις επόμενες φάσεις. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως
να συνδεθεί με μια μελέτη για το αντάρτικο στην περιοχή κατά την περίοδο της κατοχής.

19
20

Η ορθογραφία είναι του Παπαστράτου
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 89

31

Κεφάλαιο Τρίτο

Οι εταιρίες Παπαστράτου, η μετάβαση από
την περιφέρεια στο κέντρο
Ενότητα πρώτη

Ο εμπορικός οίκος «Αυγερινός &
Παπαστράτος»
Ας επιστρέψουμε όμως στην εταιρία. Από τα γραφόμενα του Ευάγγελου Παπαστράτου
φαίνεται ότι ο ίδιος είχε μεγαλύτερη ευθύνη στη διεύθυνση της εταιρίας, καθώς ο Αυγερινός
ασχολούταν με την τυροκομία. Η σχέση του Αυγερινού με την εταιρία, εφόσον ο
Παπαστράτος μπορούσε να τα πηγαίνει καλά μόνος του, είχε περισσότερο τον χαρακτήρα
του επενδυτή μεγαλομετόχου. Η διεύρυνση των εργασιών όμως της εταιρίας έθετε ως
αναγκαιότητα της ενίσχυσης του διευθυντικού δυναμικού. Ο Ευάγγελος Παπαστράτος
πρότεινε τον αδελφό του Σωτήρη Παπαστράτο που είχε καταταχτεί στον στρατό. Η ένταξη
του Σωτήρη Παπαστράτου στις οικονομικές εργασίες υποδεικνύει τον οικογενειακό
χαρακτήρα που είχαν οι επιχειρήσεις την εποχή εκείνη, ακόμη και όταν, όπως βλέπουμε στην
περίπτωση της εταιρίας «Αυγερινός & Παπαστράτος», ξεκινούσε σε μη οικογενειακή βάση.
Η παρουσία του Σωτήρη Παπαστράτου βοήθησε τον Ευάγγελο να αποκτήσει μεγαλύτερη
ελευθερία κινήσεων ώστε να μπορεί να απομακρύνεται από το Αγρίνιο σε άλλες πόλεις για
δουλειές της Εταιρίας. Γράφει για την εξέλιξη των εργασιών της εταιρίας:
«Η εταιρία μας εκτός από τις αγορές καπνών για εξαγωγή απέβλεψε να δημιουργήσει
πελατεία και καπνά της εσωτερικής αγοράς. Τα διέθετε μέσον του Μιχ. Βάθη αντιπροσώπου
της στον Πειραιά, που βρισκόταν σ’ επαφή με διάφορους βιομηχάνους, Αθηναίους και
Πειραιώτες, και πουλούσε αρκετές ποσότητες.
Έτσι, η Εταιρία μας κατόρθωσε, μέσα στην πρώτη τριετία, να δημιουργήσει εργασία, όχι
μόνο στις κατώτερες ποιότητες καπνών, αλλά και στις καλύτερες κι έγινε γνωστή σ’ όλες τις
καπνοπαραγωγικές περιφέρειες του νομού Αιτωλοακαρνανίας.»21
21

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 89

32

Επίσης, βέβαια πολύ σημαντική εξέλιξη ήταν η σύνδεση με καπνοβιομηχάνους της
Σμύρνης και του Ανοβέρου της Γερμανίας. Κατά τον Παπαστράτο αυτή «η πρώτη
συνεργασία έδωσε την ευκαιρία να εκτιμηθούν τα καπνά της περιφερείας Αγρινίου σε βαθμό
που τα ποσά των παραγγελιών ... να διπλασιάζονται και να τριπλασιάζονται από τη μια χρονιά
στην άλλη, όχι μόνο για τις φτηνές ποιότητες παρά και για τις καλές. Έτσι, στο διάστημα από
το 1913 ως το 1916, οι παραγγελίες» που εκτελούσε η εταιρία «έφτασαν κατά μέσο όρο πάνω
από τα 400.000 χιλιόγραμμα το χρόνο.»22
Εκείνο όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η σύνδεση της εταιρίας άμεσα με μεγάλους
βιομηχανικούς οίκους έφερε μεταβολές στη διαδικασία της κατεργασίας του καπνού. Γράφει
ο Παπαστράτος: «Με τη συνεργασία μας αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από μας στο Αγρίνιο, για
πρώτη φορά το 1910, το σύστημα της επεξεργασίας ορισμένων καπνών σε «τόγκα»23, σύμφωνα
με τις υποδείξεις του Εργοστασίου Κωνσταντίνου, που είχε ήδη εφαρμόσει το ίδιο το σύστημα
και για τα καπνά της Σμύρνης.»24
Την περίοδο αυτή ο Ευάγγελος Παπαστράτος θα ταξιδέψει στην Ευρώπη, την
Ολλανδία και τη Γερμανία. Θα έρθει σε επαφή με τους μεγάλους του κλάδου, θα συνδεθεί
με τους έλληνες εμπόρους, βιομηχάνους και τραπεζίτες που ασχολούνταν με τον καπνό. Τα
ταξίδια αυτά θα του επιτρέψουν να αποκτήσει την εικόνα ενός πρότυπου παραγωγικού
μηχανισμού που θα προσπαθήσει να μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα. Από τις
περιγραφές του καταλαβαίνουμε ότι στην πραγματικότητα θαυμάζει τον μονοπωλιακό
καπιταλισμό και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται οι παραγωγικές σχέσεις μέσα σε
αυτόν.25
Το ενδιαφέρον στην ανάπτυξη των εργασιών της εταιρίας «Αυγερινός &
Παπαστράτος» ήταν ότι ταυτίστηκε χρονικά με μια περίοδο φαινομενικά δύσκολη για την
Ελλάδα, όπως ήταν η περίοδος των πολέμων 12 –13. Τόσο ο Ευάγγελος όσο ίσως ακόμη
περισσότερο ο Σωτήρης Παπαστράτος, που είχε στρατιωτικό αξίωμα, συμμετείχαν στον
πόλεμο. Ο Ευάγγελος υπηρέτησε ως τραυματιοφορέας, ενώ ο Σωτήρης ως υπολοχαγός στο
22

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 97
«Η επεξεργασία σε «τόγκα» σημαίνει το ξεκαθάρισμα, δηλαδή το συστηματικό ξεχώρισμα των καπνών σε
ποιότητες, την ανάμιξη των καπνών της κάθε κατηγορίας για να εξασφαλιστεί ομοιομορφία, και τη δεματοποίηση
σε φύλλα, αντί των συνηθισμένων τότε συστημάτων της επεξεργασίας των καπνών σε «αρμάθες», όπου τα φύλλα
των καπνών ήταν περασμένα σε κλωστές, ή σε κεφαλοδεμένα φύλλα καπνών, πασταλιασμένα σε μάτσα και δεμένα
με κλωστή στα κοτσάνια, ή τέλος σε «μπασμάδες» - φύλλα πασταλιασμένα χωρίς κλωστές. Το Εργοστάσιο
Κωνσταντίνου προτιμούσε το σύστημα της τόγκας για τρεις σοβαρούς λόγους. Χάρη στην τόγκα πετύχαινε
μεγαλύτερη ποιοτική ομοιομορφία στα καπνά του, που διευκόλυνε τον εργοστασιάρχη να εξασφαλίσει τη
σταθερότητα των χαρμανιών του, χρησιμοποιώντας ορισμένο ποσοστό από κάθε κατηγορία καπνών. Απέφυγε την
περιττή δαπάνη, με την οποία επιβαρυνόταν για το ξεφύλλισμα και το άνοιγμα των φύλλων. Τέλος, απέφυγε και τον
κίνδυνο ν’ αλλοιώνονται τα συστατικά του καπνού από τις κλωστές, (που ανακατώνονταν με τα φύλλα του καπνού
από απροσεξία των εργατριών και κόβονταν μαζί με τον καπνό), ή άλλες ξένες ύλες κολλημένες στα φύλλα.» Βλ.
Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 97-98
24
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 97
25
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 102-5
23

33

μέτωπο. Η απουσία τους δημιούργησε πρόβλημα στις εργασίες της εταιρίας. Σύντομα όμως
ο Ευάγγελος, όταν καταλήφθηκαν τα Γιάννενα και χρησιμοποιώντας προφανώς τις πολιτικές
του διασυνδέσεις, κατάφερε να πάρει άδεια η οποία εξελίχθηκε σε απόλυση.
Το τέλος του πολέμου συνέπεσε με μια μεγάλη αλλαγή για την εταιρία, καθώς ο
Σωτήρης Αυγερινός πέθανε. Ήδη από τον Αύγουστο του 1913 είχε αποσυρθεί από την
εταιρία.
Ο ίδιος ο Ευάγγελος στο σημείο αυτό της περιγραφής του κάνει μια αποτίμηση των
κεκτημένων της εταιρίας. « ... Η αξία κι η χρησιμότητα της [εταιρίας «Αυγερινός &
Παπαστράτος»] δεν περιορίστηκαν μονάχα στην προαγωγή των συμφερόντων των συνεταίρων
και στα αξιόλογα κέρδη που πραγματοποίησαν. Η δράση της στάθηκε ωφέλιμη και για τους
καπνοπαραγωγούς της περιοχής, και τελικά και για τον υπόλοιπο πληθυσμό της περιφέρειας
Αγρινίου. Χάρη στη σωστή γραμμή που χάραξε η Εταιρία μας, τη συστηματοποίηση της
εργασίας και τη σχολαστική εφαρμογή μερικών βασικών κανόνων εμπορικής και τεχνικής
τακτικής, τα καπνά του Αγρινίου απέκτησαν μέσα σε λίγα χρόνια θέση προνομιούχα σε
ορισμένες σπουδαίες αγορές του εξωτερικού. Αυτό είχε για συνέπεια πως βελτιώθηκαν οι
τιμές, επειδή αυξήθηκε η ζήτηση και μαζί μ’ αυτήν αυξήθηκαν φυσικά η καπνοκαλλιέργεια κι η
καπνοπαραγωγή. Τέλος, μια άμιλλα φιλότιμη, αλλά και ζωτικά απαραίτητη πλέον για όλους
τους καπνεμπόρους της περιοχής, αναπτύχθηκε μεταξύ τους, για τη χρησιμοποίηση μεθόδων
εργασίας πιο συγχρονισμένων από άλλοτε.»26
Αναμφισβήτητα η εταιρία αυτή αποτέλεσε σταθμό για την καπνοπαραγωγή στην
Αιτωλοακαρνανία. Άλλαξε όλα τα δεδομένα στον κλάδο και συνέβαλε στη διαδικασία
καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής παραγωγής στην περιοχή και την επέκταση του
κοινωνικού μετασχηματισμού. Η «ευγενής άμιλλα» που αναφέρει ο Ευάγγελος Παπαστράτος
δεν είναι μόνο ένας ανταγωνισμός με επίδικο αντικείμενο κάποιο προϊόν, π.χ. του καπνού, ή
κάποια αγορά. Είναι κατά βάση η συντεταγμένη προσπάθεια του εμπορικού κεφαλαίου να
καθυποτάξει τους άμεσους παραγωγούς και το προϊόν της εργασίας τους δηλαδή την
αγροτική παραγωγή τους σε ένα παραγωγικό πλαίσιο τέτοιο που τον ολοκληρωτικό έλεγχο
της παραγωγής θα κατέχει το εμπορικό κεφάλαιο. Είναι η συντεταγμένη προσπάθεια
υπέρβασης των υπαρχόντων ταξικών συσχετισμών σε μια νέα ταξική ισορροπία στην οποία
εμπορική αστική τάξη θα είναι τελικά περισσότερο ενδυναμωμένη και κυρίαρχη στον
κοινωνικό σχηματισμό. Το «ευγενές» σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι ο κάθε ένας έμπορος
ξεχωριστά επιχειρούσε με το δικό του τρόπο μέσα στα πλαίσια της συνολικότερης
προσπάθειας να ενισχυθεί πετυχαίνοντας καλύτερους όρους υπαγωγής σε αυτόν της
παραγωγικής διαδικασίας και των άμεσων παραγωγών. Η εταιρία «Αυγερινός &
26

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 127-128

34

Παπαστράτος» με τη δυναμική του Ευάγγελου κατόρθωσε να αισθανθεί το μοντέλο εκείνο
που θα μπορούσε να οδηγήσει την ίδια να βγει περισσότερο ενισχυμένη σε αυτήν την
προσπάθεια και ως εισηγητής αυτού του μοντέλου κατάφερε να πολύ γρήγορα να γίνει μια
από τις πιο σημαντικές εταιρίες στην περιοχή και να συντελέσει σε γενικότερες κοινωνικές
αλλαγές. Με αυτόν τρόπο κατάφερε να ενισχύσει τη θέση της στο πλέγμα του διεθνούς
εμπορίου ταυτιζόμενη με τα καπνά του Αγρινίου πράγμα που της επέτρεπε να ενισχύσει
ακόμη περισσότερο τη θέση της στον αιτωλοακαρνάνικο κοινωνικό σχηματισμό τόσο επί
των αγροτών και καπνεργατών όσο σε βάρος των ανταγωνιστών της.
Οι διαδικασίες αυτές στον τοπικό κοινωνικό σχηματισμό της περιφέρειας της
Αιτωλοακαρνανίας ταυτίζονταν χρονικά με ανάλογες διεργασίες που συνέβαιναν σε
ολόκληρη τη χώρα. Αναπτύχθηκαν σε τέτοιο βαθμό οι νέες ταξικές σχέσεις και
αναπτύχθηκαν τόσο πολύ οι παραγωγικές δυνάμεις διαμορφώνοντας ένα νέο πεδίο ταξική
πάλης που δημιουργήθηκαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι για ανατροπή με την συναίνεση
και των «από κάτω» της γενικότερης ταξικής ισορροπίας συνολικά στον ελληνικό κοινωνικό
σχηματισμό και τη διαμόρφωση νέων κοινωνικών συμμαχιών που θα επέτρεπαν την
εμπέδωση και ανάπτυξη συνολικά της ελληνικής οικονομίας προς μια τέτοια κατεύθυνση. Η
πολιτική αυτή ταυτίστηκε εκείνη την περίοδο με το εκσυγχρονιστικό σχέδιο του
βενιζελισμού.

Ενότητα Δεύτερη

Η εταιρία «Αδελφοί Παπαστράτου»

Διάδοχος της εταιρίας «Αυγερινός & Παπαστράτος» ήταν η ομόρρυθμος εταιρία
«Αδελφοί Παπαστράτου». Πρώτοι συνέταιροι ήταν οι Σωτήρης και Ευάγγελος
Παπαστράτος. Η συγκρότηση της νέας εταιρίας συνέπεσε με μια νέα πρόκληση για όσους
ασχολούνταν με τον καπνό. Οι «Νέες Χώρες» φάνταζαν για τους επιχειρηματίες της εποχής
κάτι σαν ένα αμερικάνικο «Ελτοράντο» που έπρεπε να το κατακτήσουν. Αυτόν το στόχο
θέτει και ο Παπαστράτος «την επέκταση της καπνεμπορικής μας εργασίας και πέρα από τα
όρια της περιφερείας Αγρινίου», καθώς «με την απελευθέρωση της Μακεδονίας οι εθνικές
προοπτικές ήταν αισιόδοξες: η Ελλάδα θα καταλάμβανε προνομιακή θέση στα καπνά της

35

Ανατολής, που ήταν ως τότε γνωστά ως τουρκικά καπνά»27. Σε αυτό το σημείο μπορούμε
εύκολα να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοεί ο Παπαστράτος με την έννοια «εθνικές
προοπτικές» αφού τις ταυτίζει με το δικό του εγχείρημα. Το ατομικό όραμα του
Παπαστράτου είναι το εθνικό όραμα μιας μεγάλης και ισχυρής οικονομικά Ελλάδας. Είναι η
νέα μεγάλη ιδέα του βενιζελισμού που θα αντικαταστήσει την ολοκληρωμένη ή εκφυλισμένη
παλιά μεγάλη ιδέα που είχε ταυτιστεί με την γεωγραφική επέκταση και όχι με την ανάπτυξη
των παραγωγικών δυνάμεων ή έθετε ως προϋπόθεση του δεύτερου το πρώτο. Η ταύτιση του
προσωπικού συμφέροντος του Παπαστράτου με τα επεκτατικά εθνικά σχέδια μας δίνει ένα
ερμηνευτικό εργαλείο να κατανοήσουμε την επιτακτική αναγκαιότητα της επέκτασης του
ελληνικού κράτους. Η νέα οικονομία που είχε αναπτυχθεί, και κομμάτι της ήταν ο
Παπαστράτος, είχε δημιουργήσει μια δυναμική ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και
διεύρυνσης των αγορών η οποία έβρισκε περιορισμούς που έμπαιναν τόσο από τους
εσωτερικούς ενδοταξικούς και διαταξικούς ταξικούς συσχετισμούς της Παλαιάς Ελλάδας
όσο και από τους διεθνείς συσχετισμούς στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αν είχαμε
μια γενική εικόνα των επιχειρήσεων της εποχής θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε τα
εμπόδια εκείνα που οδηγούσαν σε κρίση και ενέτεινα τη διαρκή πτωτική τάη του ποσοστού
κέρδους. Αυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι πως με έναν νικηφόρο επεκτατικό πόλεμο
εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ελληνική αστική τάξη θα κατάφερνε να
διευρύνει το πεδίο των αγορών της, τις παραγωγικές δυνάμεις της και φυσικά ως νικήτρια
στον πόλεμο θα δημιουργούσε νέους ταξικούς συσχετισμούς επί των κατοίκων νέων χωρών
που δε θα καλύπτονταν από τις δεσμεύσεις που δημιουργούσε η ταξική ισορροπία στην
Παλαιά Ελλάδα. Ο νικητής μπορούσε να θέσει καλύτερα τους όρους στο παιχνίδι της
εξουσίας.
Η εδαφική επέκταση αποτελούσε ένα άλμα προς τα μπρος για την ελληνική οικονομία.
Εταιρίες όπως αυτή των αδελφών Παπαστράτου είχαν τη δυνατότητα να υπερβούν τις
εγγενείς αδυναμίες περιορισμού της Παλαιάς Ελλάδας. Για τους Παπαστράτους αυτό
αποτελούσε πρόκληση για εξελιχθούν σε εθνική αστική τάξη. Ήδη πολιτικά είχαν ταυτιστεί
με τον βενιζελισμό και είχαν ενταχθεί ως τοπική αστική τάξη στο μεγάλο εθνικό σχέδιο,
τώρα μπορούσαν να το ενισχύσουν και να ενισχυθούν από αυτό. Υπήρχαν όλα τα δεδομένα
για περάσουν από την περιφέρεια στο κέντρο και να γίνουν μια εθνική υπόθεση και να
ταυτίσουν ακόμη πιο στενά τα δικά τους συμφέροντα με τα ελληνικά, δηλαδή να
μετατραπούν από μια περιφερειακή αστική τάξη, εθνική αστική τάξη. Φαίνεται πως είχαν τη
συνείδηση και το σχέδιο για να κάνουν πραγματικότητα αυτό το τεράστιο βήμα.
27

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 130

36

Σε αυτή τη φάση και με αυτή την προοπτική εντάχθηκε και ο Γιάννης Παπαστράτος
που ήταν επί δώδεκα χρόνια δικηγόρος στο Αγρίνιο. Σε αυτή τη συγκυρία ξέσπασε και ο
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος που βρήκε τον Ευάγγελο στη Γερμανία. Φαίνεται πως ο
πόλεμος ωφέλησε την εταιρία. Ίσως, να κάνανε και παράνομο εμπόριο όπως συνηθίζουν από
παράδοση οι έλληνες έμποροι σε περιόδους πολέμου από τον 18ο αιώνα μέχρι και σήμερα,
αλλά δεν έχουμε στοιχεία να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Ο Ευάγγελος Παπαστράτος
αναφέρει πως «οι εργασίες της εταιρίας πήραν μεγάλη έκταση γιατί, εκτός από τις αγορές της
Αιγύπτου και της Γερμανίας, άρχισε κι η αμερικανική αγορά να ενδιαφέρεται για τις εκλεκτές
ποιότητες καπνών Αγρινίου, από τις οποίες πουλήσαμε ποσότητες σημαντικές για κείνη την
εποχή»28.
Με την επιστράτευση του 1915 οι δουλειές της εταιρίας δε διακόπηκαν καθώς ο
Σωτήρης και ο Ευάγγελος Παπαστράτος υπηρέτησαν στην Πάτρα. Μόνο ο Γιάννης
στάλθηκε στην Μακεδονία. Παρόλα αυτά η συνέχιση των εργασιών της εταιρίας ήταν
δύσκολη. Τότε εντάχθηκε στην εταιρία και ο θείος τους, ο αδελφός της μητέρας τους,
φαρμακοποιός Δημήτρης Καββαδίας. Πάντως φαίνεται πως τις δυσκολίες της επιχείρησης
και όλων των ελληνικών επιχειρήσεων που ξαφνικά έχασαν τις αγορές τους κατάφερε να
ξεπεράσει μεσούντος του πολέμου ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που κυβερνούσε ακόμη.
Κατά τον Παπαστράτο «είχε επιτύχει από τις κυβερνήσεις της Ανταντ να επιτρέψουν την
εξαγωγή καπνών, σταφίδας και σύκων προς εχθρικές χώρες, αλλά από ουδέτερους λιμένες,
ώστε να μπορέσουν να πουληθούν τα κυριότερα ελληνικά προϊόντα, που η εξαγωγή τους εκεί
απαγορευόταν ως τότε από τους Συμμάχους»29. Η εταιρία σταθεροποίησε τις σχέσεις της με
τη Γερμανία και την Ολλανδία, καθώς και με το σουηδικό μονοπώλιο. Σε αυτή τη φάση
εντάχθηκε στην εταιρία και ο μεγαλύτερος Παπαστράτος, ο Επαμεινώνδας, ο οποίος ήταν
από χρόνια καθηγητής των εμπορικών στη Δημόσια Εμπορική Σχολή Αθηνών και είχε τις
γνώσεις να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις. Ο Επαμεινώνδας μετέβηκε στην Ολλανδία
όπου έμεινε για πολύ καιρό πετυχαίνοντας πολύ καλές συμφωνίες για την εταιρία.
Ακολούθησε ο Ευάγγελος περιοδεύοντες σε διάφορες χώρες της εμπόλεμης Ευρώπης και
στη συνέχεια ο Σωτήρης. Στα 1917, μετά από μια μεγάλη επενδυτική αποτυχία στο ρούβλι
ύστερα από την Οκτωβριανή επανάσταση, στράφηκαν και προς τα αποικιακά καπνά
ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Ο πόλεμος, λοιπόν,
έφερε κέρδη για τους αδελφούς Παπαστράτου. Ίσως μάλιστα ο πόλεμος να ήταν ο
παράγοντας που τους εκτόξευσε τόσο ψηλά. Είχαν ήδη κάποιες σχέσεις από πριν με το
εξωτερικό, το πλεονέκτημα της Ελλάδας στην ουδετερότητα και η δυνατότητα ίσως να
28
29

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 130
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 131

37

κερδίζουν μέσα από το βενιζελισμό τους βοήθησε να αναπτυχθούν και να βγουν στο τέλος
του πολέμου μια πολύ μεγάλη δύναμη στην Ελλάδα και διεθνώς. Στα 1918 με την υπογραφή
της ανακωχής επέστρεψαν και οι τρεις αδερφοί στην Ελλάδα.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, λοιπόν, ότι στα 1919, ένα χρόνο μετά το τέλος του πολέμου,
η έδρα της εταιρίας, ύστερα από αναμόρφωση του καταστατικού, μεταφέρθηκε στην Αθήνα
ώστε να μπορέσουν να όπως γράφει ο Ευάγγελος να συνεχίσουν και να αναπτύξουν την
καπνεμπορική τους επιχείρηση μέσα στα μεγαλωμένα όρια της Ελλάδας και στο εξωτερικό.
Ταυτόχρονα με την εγκατάσταση της εταιρίας στην Αθήνα ίδρυσαν υποκαταστήματα στο
εσωτερικό, στα κυριότερα καπνικά κέντρα της χώρας: στο Αγρίνιο φυσικά, στον Πειραιά,
τον Βόλο, το Ναύπλιο, την Καρδίτσα, τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, κι αργότερα στη
Δράμα, στην Ξάνθη και τη Σάμο. Υποκατάστημα άνοιξαν και στη Σμύρνη όσο βρισκόταν
υπό ελληνική κατοχή. Η καταστροφή της Σμύρνης ήταν για τους αδελφούς Παπαστράτου το
μεγαλύτερο πλήγμα που είχε υποστεί μέχρι τότε η εταιρία τους. 30

Ενότητα Τρίτη

Οι Παπαστράτοι ως εθνική αστική τάξη
Δύο είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που επιτρέπουν να θεωρηθεί από τους μελετητές
ένας αστός ως κομμάτι της εθνικής αστικής τάξης ή ως μέρος της τοπικής αστικής τάξης. Το
ένα το ιδεολογικό στοιχείο, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο θέτει τις ατομικές του
στρατηγικές ως εθνικές και πως αυτοπροβάλλεται στην κοινωνία. Το δεύτερο είναι το
πραγματικό, η πραγματική δηλαδή σχέση του καπιταλιστή με την εθνική παραγωγή. Από που
δηλαδή συγκροτείται ως αστική τάξη. Ο Παπαστράτος, όπως φαίνεται από το βιβλίο του,
ξεκίνησε ως επιχειρηματίας ταυτίζοντας το δικό του εγχείρημα με την Αιτωλοακαρνανία και
τα καπνά της Αιτωλοακαρνανίας και κάποια στιγμή κατά τα δικά του λεγόμενα το πέτυχε.
Πράγματι, τα καπνά Αιτωλοακαρνανίας και ιδιαίτερα τα καλής ποιότητας αναδείχτηκαν
πανευρωπαϊκά μετά από προσπάθειες του Ευάγγελου ως άξια να χρησιμοποιούνται ως
βασικά στα διάφορα χαρμάνια των καπνοβιομηχανιών. Οι εταιρίες Παπαστράτου
συγκροτούσαν την κυριαρχία τους πάνω στους καπνοπαραγωγούς και καπνεργάτες του
νομού. Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις να υπερβούν το νομό και αυτό επιτεύχθηκε κατά
τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, καθώς εκμεταλλεύτηκαν αρχικά τις δυνατότητες
της ουδετερότητας της Ελλάδας και δημιούργησαν μια δυναμική που τους επέτρεψε να
30

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 142

38

επεκταθούν στις νέες χώρες, αλλά και στις υπόλοιπες καπνοπαραγωγικές περιοχές της
«Παλαιάς Ελλάδας».
Η ανεξαρτησία της εταιρίας από τα καπνά του Αγρινίου φάνηκε ένα χρόνο μετά τη
μεταφορά της έδρας στην Αθήνα, στα 1920, όταν αντιμετώπισαν ένα εχθρικό καπνεργατικό
κίνημα στο Αγρίνιο με αφορμή την προσπάθειά τους να επεκτείνουν το σύστημα της
«τόγκας». Το αίτημα αυτό οικειοποιήθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευση και κέρδισε τις
εκλογές. Το 1922 η κυβέρνηση Γούναρη νομοθέτησε υπέρ της απαγόρευσης του συστήματος
της «τόγκας», πράγμα που εκτιμήθηκε από το λαό της Αιτωλόακαρνανίας ως νίκη. Η άμεση
αντίδραση του Παπαστράτου ήταν να διακόψει κάθε αγορά καπνών από την περιφέρεια της
Αιτωλοακαρνανίας. Έκανε δηλαδή αυτό που ονομάζεται «lock out». Αυτό προκάλεσε
σοβαρή κρίση στα καπνά Αγρινίου, πτώση των τιμών και ζημιές σοβαρές, όχι όνο για τους
καπνοπαραγωγούς και τους καπνεργάτες, αλλά και για όλο τον επαγγελματικό και εμπορικό
κόσμο της περιοχής. «Τότε», γράφει ο Ευάγγελος Παπαστράτος, «οι συμπολίτες μας δεν
άργησαν να καταλάβουν το λάθος τους. Με διαβήματα και υπομνήματα όλων των
επαγγελματικών τάξεων, που έδειχναν πως είχαν μετανοιώσει31 για τη συμπεριφορά τους κι
αναγνώριζαν πως, όχι μόνο δεν προκαλούσαμε την καταστροφή της Αιτωλοακαρνανίας, παρά
αποτελούσαμε απεναντίας αξιόλογο συντελεστή ευημερίας για την περιοχή, μας μετέπεισαν⋅ κι
έτσι, ύστερα από δυό ετών απουσία από την καπναγορά του Αγρινίου, ξαναρχίσαμε τις αγορές
μας.»32
Το παράδειγμα αυτό μας αποδεικνύει τη δυνατότητα της εταιρίας να λειτουργεί και
χωρίς την πρωταρχική της βάση που είναι η Αιτωλοακαρνανία. Η επιστροφή της μετά από
δύο χρόνια σημαίνει όμως ότι τελικά η Αιτωλοακαρνανία είναι σημαντική για αυτή,
ιδιαίτερα μάλιστα όταν επιστρέφει ως νικήτρια στο συγκυρία της όξυνσης της ταξικής
πάλης, γεγονός που της επιτρέπει να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο επί των άμεσων
παραγωγών. Κατά μία έννοια η εθνικοποίηση της εταιρίας Παπαστράτου είναι προϊόν της
ταξικής διαπάλης στο εσωτερικό του αιτωλοακαρνάνικου κοινωνικού σχηματισμού, της
προσπάθειας τους να ανατρέψουν τους ταξικούς συσχετισμούς υπέρ τους. Αυτό μπορούσε να
γίνει εφικτό μόνο εάν στην πραγματικότητα η εταιρία είχε τη δυνατότητα να αυτονομηθεί
από την Αιτωλοακαρνανία, ώστε να μπορεί να εκβιάσει, όπως και έκανε. Η μετάβαση στην
Αθήνα δημιούργησε μια νέα ταξική ισορροπία στην Αιτωλοακαρνανία. Η πολιτική κρίση του
1920 αντανακλά την άρνηση της πολιτικής του αστικού εκσυγχρονισμού και την περαιτέρω
υποταγή στο εμπορικό κεφάλαιο που πρέσβευε αυτός. Ο αστικός εκσυγχρονισμός
ταυτισμένος με τον βενιζελισμό σε ένα συνασπισμό εξουσίας που ήταν κοινωνικά
31
32

Η ορθογραφία είναι του Παπαστράτου.
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 145-7

39

συγκροτημένος έτσι ώστε να εκφράζει την περαιτέρω ανάπτυξη και διεύρυνση των
καπιταλιστικών σχέσεων και την εμπέδωση της κυριαρχίας της νέας αστικής τάξης τύπου
Παπαστράτου ήρθε σε σύγκρουση με την παλαιά αστική τάξη, την τοκιστική, την κρατική
αστική τάξη, τους κομματάρχες και όλους όσους στηρίζονταν στην παλαιά ταξική ισορροπία
που αντανακλούσε στο παλαιό πολιτικό σύστημα, όπως είχε δομηθεί από το 1864, και είχε
διαρραγεί το 1909. Όλοι αυτοί συγκροτούσαν ένα συνασπισμό εξουσίας που αντικατόπτριζε
ένα πολιτικό πρόταγμα αναίρεσης των βημάτων του καπιταλισμού και επιστροφής στην
παλαιά προ 1909 καλή εποχή. Η ταύτιση των κοινωνικών κινημάτων με την Ηνωμένη
Αντιπολίτευση επομένως δεν ήταν τυχαία. Για αυτόν ακριβώς το λόγο το ΣΕΚΕ
συνεργάστηκε μαζί της στις εκλογές του 1920.
Ο ίδιος ο Παπαστράτος φαίνεται πως κατά τη διάρκεια του πολέμου και του μεγάλου
εθνικού διχασμού που γεωγραφικά πήρε το χαρακτήρα αντίθεσης Νέας και Παλαιάς Ελλάδας
αποκόπηκε από τις πολιτικές του διασυνδέσεις στην πατρίδα του, καθώς ο ίδιος συνέχιζε να
ταυτίζεται με τον βενιζελισμό, ο οποίος φαίνεται ότι έχανε στην περιοχή της
Αιτωλοακαρνανίας. Το 1925, όχι τυχαία την περίοδο της παγκαλικής δικτατορίας, φαίνεται
ότι τις επανακτά και μάλιστα με πλεονέκτημα στους όρους του. Η εθνικοποίηση των κύκλων
εργασιών του και η εθνικοποίηση της κυριαρχίας του ως αστό τον κάνει να είναι πιο δεμένος
με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό και τις πολιτικές ανατροπές που συμβαίνουν σε αυτό.
Καθόλου συμπτωματικά μεταφέρει την έδρα του στην Αθήνα στα 1919 όταν κυριαρχεί ο
βενιζελισμός.
Η εταιρία Παπαστράτος αποκτώντας εθνικά χαρακτηριστικά συνέβαλλε με τις
νεωτεριστικές της μεθόδους στον κοινωνικό μετασχηματισμό συνολικά του ελληνικού
κοινωνικού σχηματισμού και τη διαμόρφωση πανεθνικά ενός ενιαίου ταξικού συσχετισμού
δυνάμεων, μιας εθνικής ιστορικής ταξικής ισορροπίας. Η εταιρία Παπαστράτος προσέφερε
σε αυτήν την υπόθεση το πεδίο διεξαγωγής αυτής της διαπάλης αναπτύσσοντας τις
παραγωγικές

δυνάμεις

προς

την

εκσυγχρονιστική

κατεύθυνση,

προσέφερε

τον

ενδοοικονομικό καταναγκασμό μέσα από τις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις δημιουργώντας
τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις αυτή η νέα ταξική ισορροπία να εκφραστεί και
πολιτικά μέσα από ένα συνασπισμό εξουσίας που θα προέρχεται και θα αντικατοπτρίζει
αυτές τις σχέσεις με στρατηγικό στόχο να τις παγιώσει και στο εποικοδόμημα. Αυτή η
συμπόρευση αποτελεί στρατηγικός ωφέλιμο στόχο για τον Παπαστράτο εφόσον μόνο με
αυτόν τον τρόπο οι νέες παραγωγικές σχέσεις μπορούν τελικά να σταθεροποιηθούν και στην
οικονομία για να επιτρέψουν στην νέα αστική τάξη της οποίας ο ίδιος είναι μέλος να
επιχειρήσει το νέο επιθετικό της βήμα σε μια επόμενη φάση.

40

Από τον ίδιο τον Ευάγγελο Παπαστράτο διαβάζουμε για τη δική τους συμβολή στην
ενιαιοποίηση και ομογενοποίηση του διευρυμένου παραγωγικού ιστού της μεταπολεμικής
Ελλάδας, στην διαδικασία διεύρυνσης και παγίωσης των καπιταλιστικών σχέσεων, στην
παγίωση του μονοπωλιακού καπιταλισμού μέσο του οικονομικού εξορθολογισμού και της
εισαγωγής νέας τεχνολογίας με βάση δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα.
Το 1936 ο Σωτήρης Παπαστράτος θα κάνει τον απολογισμό της εταιρίας. Σε αυτό το
λόγο εκφρασμένο αρκετά μακριά από την εποχή που ξεκίνησαν φαίνεται ξεκάθαρα η
αίσθηση του εθνικού. Το τοπικό έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την αποτίμηση. «Από την
πρώτη στιγμή, η προσπάθεια της εταιρίας μας ήταν διαρκώς πως να επιβάλλει στο εξωτερικό
τη φήμη των ελληνικών καπνών.»33 Στη συνέχεια περιγράφει όλες εκείνες τις νεωτερικές
μεθόδους που εισήγαγε ο οίκος Παπαστράτου στην επεξεργασία των καπνών:
«Εγκαίρως είδε η Εταιρία μας πως οι αποθήκες, όπου γινόταν η επεξεργασία των
καπνών στα διάφορα καπνικά κέντρα, ήταν ανθυγιεινές για τους εργάτες και δεν είχαν ούτε τις
στοιχειώδεις ανέσεις που χρειαζόταν ένας άνθρωπος. Αλλά και τα καπνά είχαν ανάγκη από
πολύ προσεκτικότερη μεταχείριση. Ιδίως στην παλιά Ελλάδα (στις νέες επαρχίες το
καπνεμπόριο ήταν καλύτερα οργανωμένο), τα καπνά αποθηκεύονταν ως τότε με τρόπο
ακατάλληλο, κι αυτό προκαλούσε πολλές βλάβες, που ζημίωναν τα συστατικά τους.
Σ’ εποχή που κανένας μας από τους τέσσερεις34 αδελφούς δεν είχε ακόμα αποκτήσει δικό
του σπίτι, η Εταιρία μας ετοίμασε ένα οικοδομικό πρόγραμμα κι έκτισε διαδοχικά, στα
μεγαλύτερα καπνοπαραγωγικά κέντρα, δώδεκα υποδειγματικές μεγάλες καπναποθήκες, μέσα
στις οποίες εξασφαλίστηκαν βαθμιαία οι απαραίτητες συνθήκες για την υγεία, την άνεση και
την καθαριότητα του εργατικού προσωπικού, καθώς κι η καλή συντήρηση των καπνών
Με την παρακολούθηση και την επιμονή, βρέθηκε ο καλύτερος τρόπος, και με διάφορα
νέα σκεύη κι εργαλεία, που κατασκευάστηκαν από την εταιρία μας, ύστερα από πολλές δοκιμές,
κατορθώθηκε να γίνεται άρτιος ο καθαρισμός κι η επεξεργασία του καπνού, ν’ απαλλάσσεται
από τις ξένες ύλες, να γίνεται η συσκευασία του ευπαρουσίαστη, αλλά και να εκτελείται όλη η
εργασία από τον εργάτη πιο άνετα, μέσα σε περιβάλλον καθαρό κι υγιεινό.
Η συσκευασία του καπνού σε καθαρή «τόγκα», το κιβώτιο με τα διαφορετικά του
σχήματα – ανάλογα με την κατηγορία – όπου, με την επεξεργασία, πέφτει ο καπνός καθαρός,
το ηλεκτρικό μπουράτο που ξεχωρίζει τη σκόνη και τα τρίμματα, τα κιβώτια για τη
δεματοποίηση, τα δίτροχα και τετράτροχα καροτσάκια μεταφοράς, το κάθισμα του εργάτη, κι η
μπλούζα του – όλα αυτά είναι εφευρέσεις ή τελειοποιήσεις της εταιρίας Παπαστράτου....

33
34

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 143
Η ορθογραφία είναι του Παπαστράτου

41

Κι όταν αργότερα εφευρέθηκαν νέα μηχανήματα, άλλα για να υγραίνουν τα καπνά και ν’
αφαιρούν τη σκόνη, κι άλλα για τον αερισμό των αποθηκών, πρώτη τα εγκατέστησε στη χώρα
μας η Εταιρία μας, σε όσες αποθήκες μπορούσε, και τα συμπλήρωσε μάλιστα με πρωτότυπες
βελτιώσεις, που κάνουν εντύπωση στους ξένους ειδικούς.
Επίσης στις αποθήκες της Εταιρίας μας εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η
τεχνητή ζύμωση των καπνών, με πολύ καλά αποτελέσματα.»35
Ο Ευάγγελος Παπαστράτος προσθέτει στα λόγια του αδελφού του, ο οποίος είχε
πεθάνει την εποχή που έγραφε τις αναμνήσεις του, τις κοινωνικές αλλαγές που κατά την
άποψή του προκάλεσε η εταιρία του με την εθνικοποίησή του χαρακτήρα της. Γράφει,
λοιπόν:
«Η επέκταση των εργασιών μας στις κύριες καπνοπαραγωγικές περιφέρειες της Ελλάδας,
είχε νομίζω, επίδραση σημαντικά ωφέλιμη στους καπνοπαραγωγούς ορισμένων τουλάχιστον
περιφερειών, όπως του Ναυπλίου, λόγου χάρη. Οι όροι συνεργασίας των καπνεμπόρων με τους
εκεί παραγωγούς ήταν ως τότε πολύ μειονεκτικοί για τους δεύτερους. Πολύ συχνά, οι
παραγωγοί, παραδίνοντας τα καπνά τους, έπαιρναν μια μικρή προκαταβολή, και τα υπόλοιπα
τα εισπράττανε μονάχα αφού οι μεσάζοντες πουλούσαν τα καπνά στο εξωτερικό για
λογαριασμό των παραγωγών. Φυσικά αυτό κρατούσε μόνιμα τους καπνοπαραγωγούς σε
οικονομική κατάσταση πολύ αβέβαιη, και σε στενή εξάρτηση από τους καπνεμπόρους.»36
Τα στοιχεία που παραθέσαμε και τα οποία στην πραγματικότητα αναφέρονται στις
επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρίας κατά την περίοδο της δράσης της σε πανεθνικό
επίπεδο αποδεικνύουν αυτό το οποίο από την αρχή είχαμε υποστηρίξει. Οι ταξικές σχέσεις
αναδιαμορφώνονται και συγκροτούνται νέοι συνασπισμοί εξουσίας, οι καπιταλιστικές
σχέσεις βαθαίνουν και αποκτούν μονοπωλιακά χαρακτηριστικά. Εισάγεται επιστημονική
μέθοδος στην κατεργασία των καπνών, μειώνεται η απόλυτη εκμετάλλευση με τη βελτίωση
των όρων εργασίας και αυξάνεται η σχετική εκμετάλλευση με τον εξορθολογισμό του
χρόνου εργασίας, της μεθοδολογίας και την ποιοτική βελτίωση, προσαρμόζεται στα
δεδομένα και τις ανάγκες των βιομηχανιών. Εξαφανίζονται οι ενδιάμεσοι μεσάζοντες οι
οποίοι λειτουργούσαν παρεμποδιστικά για τη διεύρυνση της κυριαρχίας του μεγάλου
εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου και για την αύξηση των κερδών του. Εξαφανίζονται
ή τείνουν να εξαφανιστούν όλοι αυτοί οι ενδιάμεσοι που διαμόρφωναν τους συνασπισμούς
εξουσίας του «παλαιού καθεστώτος». Οι ταξικές σχέσεις οριζοντιοποιούνται και στο
πολιτικό επίπεδο οι «από κάτω τάξεις» μπορούν να αναπτύσσουν αυτόνομες στρατηγικές
μέσα από ταξικά κόμματα. Αυτό το οποίο συνέβηκε αρχικά ως ένα βαθμό στην
35
36

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 144 - 5
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 145

42

Αιτωλοακαρνανία επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια και βέβαια βαθαίνει ακόμη
περισσότερο και στην Αιτωλοακαρνανία.

Ενότητα Τέταρτη

Η εταιρία Παπαστράτος στη διεθνή αγορά
Στα 1920 ο οίκος Παπαστράτου, παράλληλα με την επέκταση στο εσωτερικό της χώρας
και την αύξηση των εργασιών του, μονιμοποίησε και την παρουσία του στο εξωτερικό. Τότε
ίδρυσε υποκατάστημα με την επωνυμία «Papastratos Freres» στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας
που για πολύ καιρό κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτελούσε το κέντρο των επιχειρήσεών
του στο εξωτερικό. Από το Άμστερνταμ επικοινωνούσαν με διάφορα εργοστάσια και
μονοπώλια άλλων κρατών προσφέροντας ελληνικά καπνά. Σύντομα οι εργασίες
επεκτάθηκαν στη Γερμανία ιδρύοντας γραφείο στη Δρέσδη όπου και εκεί υπήρχε παράδοση
στις σχέσεις της εταιρίας. Εμπόδιο στην επέκταση των εργασιών στη Γερμανία στάθηκε η
γερμανική επανάσταση. Τότε αποφάσισαν να επεκταθούν στην Αμερική. Ο ίδιος ο
Ευάγγελος Παπαστράτος μετέβηκε στις ΗΠΑ, αλλά τελικά δεν κατάφεραν να
σταθεροποιήσουν τη σχέση τους. Εντωμεταξύ είχε αλλάξει το κλίμα στη Γερμανία με την
ήττα της επανάστασης και οι στόχοι της εταιρίας υπαναχώρησαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Έτσι οι εργασίες τους στο εξωτερικό συγκεντρώθηκαν κυρίως στη Γερμανία. Μεγάλοι
πελάτες ήταν το εργοστάσιο Yasmatji, στο οποίο προμήθευαν κατά μέσο όρο 2.000.000
καπνά το χρόνο. Στα 1925 σταμάτησε η συνεργασία με αυτό το εργοστάσιο και άρχισαν να
προμηθεύουν καπνά στο καπνεργοστάσιο του Αμβούργου Neuerburg, στο οποίο διευθυντής
ήταν ένας έλληνας. Οι ποσότητες που διαθέτανε σε αυτό το εργοστάσιο κάθε χρόνο ήταν
επίσης μεγάλες: 3.000.000 κιλά καπνά από όλες τις περιφέρειες της Ελλάδας, αλλά κυρίως
καπνά Μακεδονίας και Θράκης.37
Η δυναμική που ανέπτυξε ο οίκος Παπαστράτου στο εξωτερικό στηρίζεται στη μεγάλη
δυνατότητα κεφαλαιακών αποθεμάτων που είχε συγκεντρώσει ύστερα από την επιτυχημένη
πορεία κατά την περίοδο του πολέμου. Έτσι είχε τη δυνατότητα να αγοράζει μαζικά, να
τελειοποιεί το προϊόν, να το αποθηκεύει σε δικές του αποθήκες περιμένοντας και
αναζητώντας αγοραστές στο εξωτερικό. Επίσης, ο οίκος Παπαστράτου εκμεταλλεύτηκε τη
διάλυση των μεγάλων εμπορικών οίκων της Ευρώπης, κάτι που δε συνέβαινε στις ΗΠΑ και
για αυτό τελικά υποχώρησε στην Ευρώπη. Όταν στην Ευρώπη άρχισαν να ανοικοδομούνται
37

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 149 - 59

43

μεγάλοι οίκοι που έστηναν μονοπώλια, όπως το Konzern Reetsma που με βάση τον
Ευάγγελο Παπαστράτο μέχρι τα 1930 κατάφερε να ελέγχει το 70% περίπου της γερμανικής
καπνοβιομηχανίας, τότε ο Παπαστράτος συνέχισε να χάνει έδαφος περιορίζοντας τις
εργασίες του ολοένα και περισσότερο στην ελληνική επικράτεια μέχρι την κρίση του 1929,
οπότε και αναγκάστηκε να αναδιατάξει τη στρατηγική του.

44

Κεφάλαιο Τρίτο

Η βιομηχανία Παπαστράτου
Ενότητα πρώτη

Η μετάβαση στη Βιομηχανία
Οι Παπαστράτοι κατά τη μαρτυρία του Ευάγγελου είχαν από νωρίς (1921) στοχεύσει
στη δημιουργία δικής τους βιομηχανίας, κάτι που πραγματοποιήθηκε όμως μόνο μια δεκαετία
αργότερα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να εκτιμήσει κάποιος ότι συντέλεσαν σε αυτήν
την «αργοπορία». Ο βασικός λόγος ενδεχομένως να είναι ότι οι εμπορικές τους εργασίες στο
εξωτερικό πήγαιναν καλά και δε χρειαζόταν να επενδύσουν σε κάτι τέτοιο38. Επίσης, ίσως
διεθνής ανταγωνισμός και ο σταθερός προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας στην
αγροτική παραγωγή δεν επέτρεπε μια τέτοια επένδυση. Στην τελευταία ενότητα του
προηγούμενου κεφαλαίου αναφερθήκαμε στη σταδιακή υποχώρηση του εμπορικού οίκου
Αφοί Παπαστράτου από την Ευρώπη. Επομένως η στροφή προς τη βιομηχανία ήταν
αναπόφευκτη. Η κρίση του 29 είναι αυτή που και από ομολογία του Ευάγγελου Παπαστράτου
επέτρεψε τη μετάβαση στη μεταποίηση. Οι αγορές στο εξωτερικό έκλεισαν τα καπνά
παρέμεναν αδιάθετα. Η μόνη λύση ήταν η δημιουργία ενός εργοστασίου.39 «Όταν οι
περιστάσεις έκαναν να περιοριστούν σημαντικά οι δυνατότητες του εξαγωγικού
καπνεμπορίου κρίναμε πως είχε φτάσει η ώρα ν’ ασχοληθούμε και με τη βιομηχανία
σιγαρέτων στην Ελλάδα»40 γράφει ο ίδιος.
Μέχρι τότε οι περισσότερες καπνοβιομηχανίες είχαν τις εγκαταστάσεις τους μέσα στα
κτίρια των κρατικών Καπνοκοπτηρίων, σε χωριστά διαμερίσματα η κάθε επιχείρηση, με
άθλιες συνθήκες εργασίας για τους εργάτες. Οι Παπαστράτοι έχοντας ως πρότυπο εργοστάσια
του εξωτερικού, αλλά και εμπεδωμένη τη λογική της διαμόρφωσης εκείνων των συνθηκών
38

«Το εμπόριο καπνού σε φύλλα μας είχε απορροφήσει αποκλειστικά ολόκληρη τη δεκαετία 1920-1930.» Βλ.
Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 160
39
«Τους πρώτους μήνες του 1930 , όταν σταμάτησε η συνεργασία της εταιρίας μας με το εργοστάσιο Neuerburg
και περιορίστηκαν σημαντικά οι συναλλαγές μας στη γερμανική αγορά, πήραμε την απόφαση να
πραγματοποιήσουμε πια το σχέδιο, που χρόνια μελετούσαμε: να ιδρύσουμε στην Ελλάδα ένα πρότυπο
εργοστάσιο σιγαρέτων, που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας. Η
πρώτη σκέψη είχε έρθει δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1921. Μέσα στα πλαίσια του γενικού μας προγραμματισμού
να εργαστούμε συστηματικά για την επιβολή των ελληνικών καπνών στο εξωτερικό, είχαμε φυσικά διακρίνει και
τη σκοπιμότητα να βοηθήσουμε και στην ανάπτυξη της εξαγωγής ελληνικών σιγαρέτων». Βλ. Παπαστράτος Ευ.,
ό.π., σ. 159
40
Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 160

εργασίας που θα επέτρεπαν στον εργάτη να αποδώσει και τα μέγιστα, δημιούργησαν ένα
υπερσύγχρονο για την εποχή εργοστάσιο παρασκευής σιγαρέτων. Η μεταφορά σύγχρονων
μεθόδων οργάνωσης

της παραγωγής αντικατοπτρίζουν το οριστικό πέρασμα των

καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Η
δημιουργία της βιομηχανίας στην Ελλάδα επιβεβαιώνει την κυριαρχία της αστικής τάξης, η
οποία μετά την κρίση του 29 και τη γενικότερη αμφισβήτηση που αισθανόταν μάλλον στην
κοινωνία αναζητούσε νέους μηχανισμούς επιβολής της κυριαρχίας και αναπαραγωγής της.
Τον Ιούλιο του 1930 ιδρύθηκε η καπνοβιομηχανική επιχείρηση, με την επωνυμία
«ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Σιγαρέτων», ΠΑΒΕΣ. Το εργοστάσιο
οικοδομήθηκε στον Πειραιά, δίπλα από τις αποθήκες της καπνεμπορικής εταιρίας σε μια
έκταση που πλέον καταλάμβανε 12.000 τ.μ. Το εργοστάσιο κτίστηκε πολύ γρήγορα. Έτσι σε
λιγότερο από 12 μήνες, στις 31 Μαΐου 1931 ήταν έτοιμο να λειτουργήσει. Ο ίδιος ο
Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν παρόν στα εγκαίνια και πάτησε το κουμπί που έβαλε σε κίνηση τις
μηχανές.
Ο Ευάγγελος Παπαστράτος σημειώνει ο ίδιος ποιες ήταν οι αλλαγές που έφερε το
εργοστάσιό τους το οποίο κατά δικά του λεγόμενα «δεν είχε όμοιο στην Ελλάδα». Γράφει,
λοιπόν: «Η λειτουργία του εργοστασίου μας στον Πειραιά έγινε δεκτή με πολλή συμπάθεια από
το ελληνικό καπνιστικό κοινό, χάρη στη σταθερή ποιότητα και την ποικιλία των τύπων που
προσφέραμε.
Η ίδρυση της καπνοβιομηχανίας Παπαστράτου βοήθησε να υψωθεί η στάθμη της
σιγαρετοβιομηχανίας στη χώρα μας. Η τεχνικά άρτια κατασκευή κι η καλαίσθητη συσκευασία
των προϊόντων μας έγιναν φυσικά αφορμή να καταβάλουν κι οι άλλες βιομηχανίες σιγαρέτων
ανάλογες προσπάθειες. Έτσι, αναπτύχτηκε μεταξύ μας μια ευγενή άμιλλα, με αποτέλεσμα να
καλυτερέψουν σημαντικά τα σιγαρέτα που προσφέρονταν στην ελληνική αγορά. (Είναι δίκαιο να
σημειώσω πως την εποχή εκείνη η Καπνοβιομηχανία Μαρούλη και μια – δυο άλλες
κυκλοφορούσαν μακεδονικά σιγαρέτα σε καλαίσθητη εμφάνιση⋅ επίσης και του Γιαννουκάκη –
Πρωτόπαπα, αλλά είχαν ελάχιστη ζήτηση). Έτσι, αύξησε η κατανάλωση και, χάρη σ’ αυτή,
καλυτέρεψαν κι οι τιμές του καπνού, με ανάλογη ωφέλεια των παραγωγών. Και, τέλος, αύξησαν
και τα κρατικά έσοδα από τη φορολογία του καπνού, που εξελίχτηκε ολοένα περισσότερο σε
μιάν από τις κύριες πηγές προσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.»41
Το 1933 αποφάσισαν να επεκταθούν στην Ευρώπη ιδρύοντας στο Βερολίνο ένα νέο
εργοστάσιο με την επωνυμία «Hellas Zigaretten Fabrik». Τα τσιγάρα που κατασκεύασαν σε
αυτό ήταν τα «Hellas Rea», «Hellas Diana», «Hellas Fee». Η προσπάθεια της βιομηχανίας να
41

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 164

46

επεκταθεί με εργοστάσιο στο εξωτερικό κατέληξε σε αποτυχία. Η εξήγηση που δίνει ο
Ευάγγελος είναι ότι χρησιμοποίησαν καπνά αποκλειστικά ελληνικά, ενώ το καπνιστικό κοινό
της Γερμανίας ήταν μαθημένο σε τσιγάρα φτιαγμένα από ανάμεικτα χαρμάνια ελληνικών,
βουλγαρικών, τουρκικών καπνών.42 Δεν πρόφτασαν όμως να διορθώσουν το λάθος τους και
να χρησιμοποιήσουν καπνά μη ελληνικά, γιατί όπως σημειώνει και ο ίδιος άρχισε με την
άνοδο του ναζισμού μια δύσκολη περίοδος για τους ξένους στη Γερμανία.
Επίσης, το 1933 η εταιρία Παπαστράτου επιχείρησε μια κόμη επένδυση στο εξωτερικό.
Εξαγοράσανε τις μάρκες ενός εργοστασίου αρκετά γνωστού στη διεθνή αγορά, του «Nestor
Gianaclis».43 Οι αποτυχίες αυτές υποδεικνύουν τα όρια των ελληνικών επιχειρήσεων σε μια
εποχή που επικρατούσε η κλειστή οικονομίας σε όλο τον κόσμο.

Ενότητα Δεύτερη

Τα εθνικά χαρακτηριστικά της βιομηχανίας
Παπαστράτου
Το εκπληκτικό με την πορεία των Παπαστράτηδων είναι ότι ταυτίζεται ακριβώς με την
ιστορική πορεία και τις μεταμορφώσεις που έλαβε η ελληνική κοινωνία στο Μεσοπόλεμο.
Προκύπτει μέσα από εσωτερικές κοινωνικές διεργασίες και έχει αμιγώς «ελληνικά»
χαρακτηριστικά από όλες τις απόψεις. Η έννοια της «ελληνικότητας» προσδιορίζεται από μια
σειρά πολιτισμικών χαρακτηριστικών που είτε οι ίδιοι άνθρωποι εντελώς ιδεολογικά
42

Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 169
Ο ίδιος γράφει για αυτή την προσπάθεια: «Το εργοστάσιο αυτό είχε τότε μικρή κατανάλωση μέσα στην Αίγυπτο,
και πολύ μεγαλύτερη στο εξωτερικό. Ελπίζαμε λοιπόν να επιτύχουμε την αύξηση της κυκλοφορίας των σιγαρέτων
του μέσα στην Αίγυπτο. Ενεργήσαμε όμως χωρίς να λογαριάσουμε τις τοπικές συνθήκες, και κυρίως το αιγυπτιακό
σύστημα καπνικής φορολογίας, εντελώς διαφορετικό από των άλλων κρατών. Στην Αίγυπτο απαγορεύεται η
καλλιέργεια καπνού. Όλος ο καπνός που ξοδεύεται εκεί εισάγεται από το εξωτερικό. Αντί να φορολογείται στην
κατανάλωση, όπως σχεδόν παντού αλλού, ο καπνός δασμολογείται όταν εισάγεται στη χώρα. Αποκεί και πέρα οι
καπνοβιομήχανοι δεν έχουν καμία φορολογική ούτε κι άλλη κρατική δέσμευση. Μπορούν να συσκευάζουν τα
προϊόντα τους και να τα προσφέρουν στην εγχώρια κατανάλωση όπως τους αρέσει ή τους συμφέρει, σε όποια
μορφή – σιγαρέτα ή καπνό κομμένο – και με οποιοδήποτε βάρος σιγαρέτων ή πακέτων προτιμούν. Και σε
οποιαδήποτε τιμή. Αυτό ευνόησε εξαιρετικά τα καπνά ελαφρού ειδικού βάρους όπως ήταν τα καπνά της Άπω
Ανατολής (ιαπωνικά και κινέζικα) που σιγά – σιγά άρχισαν να εκτοπίζουν τα ελληνικά καπνά.
Εξάλλου, μια πολύ δυνατή αγγλική εταιρία σιγαρέτων, η «Ήστερν Τομπάκο», προ πολλού εγκατεστημένη στην
Αίγυπτο, είχε αγοράσει κι εκμεταλλευόταν αρκετά αιγυπτιακά εργοστάσια, που αντιπροσώπευαν μεγάλο μέρος της
εκεί παραγωγής σιγαρέτων. Ο συναγωνισμός με έναν τέτοιον κολοσσό ήταν πολύ δύσκολος, κι έτσι, το ένα μετά το
άλλο, τα γνωστά ελληνικά εργοστάσια της Αιγύπτου – του Κυριαζής, του Δημητρινού, του Μελαχροινού, του Χέλμη,
του Κασσίμη κλπ – είχαν βρεθεί στην ανάγκη να κλείσουν. Το μόνο που κατάφερε να επιζήσει ήταν το εργοστάσιο
Κουταρέλη, που διατήρησε το 20% από την κατανάλωση σιγαρέτων στην Αίγυπτο. Ύστερα λοιπόν από αγώνα
δεκαοχτώ περίπου ετών, δαπανηρότατο, αναγκαστήκαμε κι εμείς το 1955 να σταματήσουμε τη λειτουργία του
εργοστασίου μας του Καΐρου.» Βλ. Παπαστράτος Ευ., ό.π., σ. 170 - 171
43

47

αξιολογούν ως ιδιαίτερα εθνικά είτε εκ των πραγμάτων προκύπτουν από τον τρόπο δόμησης
της κοινωνίας, τους ταξικούς συσχετισμούς, το βαθμό και το χαρακτήρα καπιταλιστικής
ανάπτυξης και μια σειρά άλλων παραγόντων. Ο ίδιος ο Παπαστράτος αυτοπαρουσιάζεται
επίμονα με αυτήν την συνείδηση, η οποία αντικαθιστά ή επικαλύπτει ενισχυτικά την
συνείδηση της «αιτωλοακαρνικότητας», αν θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την ύπαρξη
μιας τέτοιας συνείδησης. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η εταιρία αναπτύσσεται σε μια
εποχή που η έννοια της ελληνικότητας ως πολιτισμική συνείδηση κυριαρχεί ολοκληρωτικά
στον ελλαδικό χώρο. Είναι η εποχή που η ελληνικότητα είναι αντικείμενο αναζήτησης ή και
κατασκευάζεται. Μπορούμε να φέρουμε ως παράδειγμα τον μεγάλο ζωγράφο της εποχής του
μεσοπολέμου Παρθένη.
Έχοντας τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την περίπτωση των Παπαστράτηδων
μπορούμε ενδεχομένως να εκτιμήσουμε πιο συνολικά την ανάδυση αυτή της ιδεολογίας, αφού
μπορούμε να την παρατηρήσουμε μέσα σε οικονομικούς μηχανισμούς.
Το βασικό στοιχείο που δένει την επιχείρηση Παπαστράτου με την ελληνική κοινωνία
είναι οι ισχυροί σχέση αλληλεπίδρασης στην εξέλιξη τόσο του ελληνικού κοινωνικού
σχηματισμού όσο και της εταιρίας. Οι Παπαστράτοι είναι η κατεξοχήν ελληνική αστική τάξη.
Οι Παπαστράτοι ως αστοί γεννιούνται από τις εξελίξεις και προκαλούν τις εξελίξεις στην
Ελλάδα. Οι όποιες προσπάθειες να ξεφύγουν από αυτή τη σχέση τελικά έγιναν με βάση αυτή
τη σχέση και όχι με μια οπτική υπέρβασής της. Δηλαδή οι Παπαστράτοι συνειδητά
αυτοπροβάλλονταν στο διεθνή χώρο ως οι εκπρόσωποι και οι φορείς «των ελληνικών
καπνών». Ακόμη και στην προσπάθειά τους να επεκταθούν αναδείκνυαν αυτήν την
ταυτότητα. Το είδαμε ξεκάθαρα στην περίπτωση της προσπάθειας να δημιουργήσουν
εργοστάσιο στην Γερμανία, αλλά και στην Αίγυπτο. Και στις δύο περιπτώσεις παίξανε το
χαρτί ελληνικότητα και χάσανε.
Το εντυπωσιακό σε αυτή τη σχέση είναι θα λέγαμε ο τρόπος συγκρότησης των
επιχειρήσεών τους. Είναι αυστηρά οικογενειακός. Την περίοδο του 1930 προστέθηκε στους
συνεργάτες και ο γιος του Γιάννη Παπαστράτου, ο Τάσος Παπαστράτος. Ο ίδιος ο Ευάγγελος
Παπαστράτος σημειώνει πως ήταν συνειδητή επιλογή τους να διατηρήσουν τους συνεργάτες
τους στα πλαίσια της οικογένειας. Οι συγγενικοί δεσμοί ήταν πολύ σημαντικοί για τους ίδιους
ώστε να προσπαθούν να αποκτήσουν συγγενικούς δεσμούς (κουμπαριές, γάμους) με όσους
συνεργάτες τους δεν ήταν συγγενείς τους. Αυτό παρατηρείται βέβαια σε όλες τις
καπνεμπορικές και καπνοβιομηχανίες εταιρίες του ελληνικού μεσοπολέμου. Ίσως να ισχύει
γιατί τα καπνά είναι δεμένα με την ελληνική οικονομία και την κοινωνική συνοχή της
Ελλάδας περισσότερο από άλλα προϊόντα και από άλλους τομείς της ελληνικής παραγωγής.

48

Είναι μια υπόθεση που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες αγρότες και εργάτες. Δεν είναι
τυχαίο ότι το μεσοπόλεμο έχουμε πολλά βιβλία και εργασίες που αναφέρονται και προτείνουν
λύσεις στα αδιέξοδα της εποχής στον τομέα του καπνού. Βλέπουμε τη διαφορά σε άλλες
χώρες. Στη Γερμανία τα εργοστάσια σιγαρέτων δεν μπορεί παρά να είχαν ένα πολύ μικρό
ειδικό βάρος σε σχέση με τις τεράστιες βιομηχανικές μονάδες της πολύ βαριάς βιομηχανίας.
Δεν ήταν μια υπόθεση κεντρική για τη χώρα, όπως για την Ελλάδα. Στην Αίγυπτο ούτε καν
παρήγαγαν καπνά. Ήταν μια υπόθεση ξένων επιχειρήσεων. Το ίδιο και στη Γερμανία μέχρι
μια εποχή.
Από καθαρά πολιτική άποψη μπορούμε να δούμε αυτή τη σχέση. Οι σχέσεις με τον
Βενιζέλο και το βενιζελισμό είναι εμφανείς και έχουν περιγραφτεί σε όλη την εργασία.
Μάλιστα ο Επαμεινώνδας Παπαστράτος διετέλεσε και γερουσιαστής. Μπορεί κανείς να
φανταστεί την εταιρία Παπαστράτος ως βασικό οικονομικό ενισχυτή του κόμματος των
Φιλελευθέρων, αλλά το σημαντικότερο ως κοινωνικό εκφραστή του βενιζελικού συνασπισμού
εξουσίας. Οι Παπαστράτοι συγκροτούσαν στην παραγωγική βάση το πεδίο της ταξικής πάλης
και τους όρους συναίνεσης και υποταγής των παραγωγικών τάξεων στην αστική τάξη.
Δημιουργούσε τους ενδοοικονομικούς κοινωνικούς όρους ενσωμάτωσης στο αστικό
καθεστώς. Συγκροτούσε την ταξική ισορροπία, το αμάγαλμα της οποίας το κόμμα των
φιλελευθέρων επιχειρούσε να επιβάλλει συνολικά στην επικράτεια.

49

Επίλογος.
Η παρούσα εργασία προσπάθησε να δώσει ένα σχήμα κατανόησης της διαδικασίας
διεύρυνσης των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα ξεκινώντας από μια επαρχία όπως η
Αιτωλοακαρνανία. Ξεκίνησε από την περιφέρεια για να καταλήξει στο κέντρο
ακολουθώντας την πορεία διαμόρφωσης μιας ενιαίας εσωτερικής αγοράς την πορεία
ομογενοποίησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού πάνω στη υλική βάση ανάπτυξης
των καπιταλιστικών σχέσεων. Σε αυτή τη διαδικασία παρατηρήσαμε τον συντελεστή
Παπαστράτο ως τον έμπορο και βιομήχανο που ταυτίζει την άνοδό του με και την
αναπαραγωγή του σε αυτές τις αλλαγές. Αναγνωρίσαμε τον καταλυτικό ρόλο του καπνού σε
αυτή τη διαδικασία.
Συγκεκριμένα είδαμε τις κοινωνικές σχέσεις στην Αιτωλοακαρνανία και εκτιμήσαμε τη
σημασία τους στη μετάβαση στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. Αναγνωρίσαμε τον
ειδικό ρόλο του καπνού στην διεύρυνση του μονοκαλλιεργητικού μοντέλου και την ώθηση
που έδωσε στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού. Παρατηρήσαμε διεξοδικά
χάρη στον Παπαστράτο τη διαλεκτική σχέση ατόμου και κοινωνίας μέσα από το πρίσμα των
ταξικών σχέσεων. Είδαμε δηλαδή να αρθρώνεται το πεδίο ταξικής διαπάλης που είναι η
καπνοπαραγωγή, να συγκροτούνται οι τάξεις, καπνέμποροι από την μία καπνοπαραγωγοί
από την άλλη και πως αυτή η αναμεταξύ τους πάλη για βελτίωση των κοινωνικών όρων
διαβίωσης οδηγούσε κάθε φορά στην κίνηση της ιστορίας τόσο σε τοπικό εθνικό όσο και σε
εθνικό ή και διεθνές επίπεδο. Κάναμε κάποιες έμμεσες εκτιμήσεις για τη δυναμική της
ελληνικής οικονομίας και όσο μπορούσαμε συνδέαμε το οικονομικό με το πολιτικό.
Βασική αδυναμία αυτής της εργασίας είναι ότι δεν εμβάθυνε πιο πολύ στον πολιτικό
ρόλο του Παπαστράτου στην Αιτωλοακαρνανία και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία.
Επίσης, δεν ασχολήθηκε πιο επισταμένα με το ζήτημα του καπνού στο μεσοπόλεμο και τη
συζήτηση για τη δημιουργία μονοπωλίου. Υπήρχε η δυνατότητα, αλλά ο χαρακτήρας της θα
ξεπερνούσε τους στόχους μιας σεμιναριακής εργασίας.

Βιβλιογραφία
1.
2.
3.
4.

Αγριαντώνη Χριστίνα,
Νέα Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νόμπελ
Παπαστράτος Ευ., Η δουλειά κι ο κόπος της
Πετμεζάς Σωκ., Αγροτική Οικονομία, Οι Απαρχές 1900 – 1922, Ιστορία της
Ελλάδα του 20ου αιώνα, Α1 Τόμος, Βιβλιόραμα Αθήνα 2000
5. Πετμεζάς Σωκ., Αγροτική Οικονομία, Ο Μεσοπόλεμος 1922 – 1940, Ιστορία της
Ελλάδα του 20ου αιώνα, Β1 Τόμος, Βιβλιόραμα Αθήνα 2003
6. Πρόντζας Ε., Οικονομικός Προστατευτισμός & Βαλκανική Συνεργασία,
Univercity Studio Press Θεσσαλονίκη 1996

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful