You are on page 1of 19

ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ… ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ…

«… ‘Ένα βράδυ αμέσως μετά το δείλι, άναψα το λυχνάρι μου και μαζί ένα μικρό
θυμιατήρι με μοσχολίβανο για να μυρίσει λίγο το στενάχωρο και ζεστό κελί μου.
Την προηγούμενη είχα αρχίσει να μελετάω προσεκτικά το πρώτο κεφάλαιο της
Γενέσεως. Η μελέτη μου αυτή, αμέσως μετά τις πρώτες γραμμές, με είχε γεμίσει
κατάπληξη που γρήγορα έγινε σύγχυση και ένα πλήθος ερωτηματικά είχαν ορθωθεί
μπροστά μου. Αποφάσισα να γράψω με την ελπίδα πως, με τον τρόπο αυτό, θα
ξεκαθάριζα λίγο τις σκέψεις μου, αλλά δεν υποπτευόμουν έως που θα με
παρέσερνε το καλάμι που κρατούσα στο χέρι:

«…Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως μου έχει προκαλέσει αφάνταστη

κατάπληξη με τις χτυπητές αντιφάσεις του … και τα ασυμβίβαστα που

υπονοεί… Και ήσαν οι δύο γυμνοί ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ

ησχύνοντο, ο δε όφις φρονιμότατος πάντων των θηρίων των επί της

γής ων εποίησεν Κύριος ο Θεός. Και είπεν ο όφις τη γυναικί. Τι ότι

είπεν ο Θεός, ου μη φάγητε από του ξύλου του γιγνώσκειν το καλόν

από το πονηρόν;

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του αλλά τον

στέρησε συνείδηση απαγορεύοντας του να γευτεί το ξύλο της Γ ν ώ σ ε

ω ς πού θα του έδινε τη δυνατότητα να διακρίνει το καλό από το κακό.

Τον καταδίκασε έτσι σε μια κατάσταση ουδέτερη, της ασυνειδησίας,

στην οποία θα μπορούσε, αδιάφορα, να κάνει το καλό ή το κακό χωρίς

να το καταλαβαίνει. Ο Διάβολος όμως θέλησε να τελειοποιήσει το θείο

έργο και γι αυτό συμβούλεψε την Εύα να δοκιμάσει τον απαγορευμένο

καρπό. Είναι αυτή η σκέψη σωστή; Σημειώνω πως ο Διάβολος πήρε

μορφή φιδιού- του φρονιμότατου των ζώων- και μπήκε στον

Παράδεισο και τούτο παρά την άγρυπνη προσοχή των ρομφαιοφόρων


αγγέλων. Ας δεχτώ την απροσεξία των υπηρετών του Παραδείσου,

αλλά είναι ποτέ δυνατόν να υποθέσω πως ο Κακός μπήκε στον

Παράδεισο χωρίς να το ξέρει ο Δημιουργός;

Ο Θεός είναι παντογνώστης και πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι ήξερε

την παρουσία του Διαβόλου μέσα στον Παράδεισο και δεχόταν,

σιωπηρά, τον κίνδυνο που διέτρεχε το «δίδυμο» αριστούργημα του

που το είχε πλάσει κατ’ εικόνα και ομοίωσίν Του. Τούτο οδηγεί στο

συμπέρασμα πως η παρουσία του Διαβόλου ήταν αναγκαία μέσα στον

Παράδεισο και ότι παραδεχόταν ο Δημιουργός την ατέλεια του έργου

του και όχι μόνο την παραδεχόταν, αλλά έδινε στον Πονηρό την

ευκαιρία να το τελειοποιήσει, δείχνοντας του τρόπο να αποκτήσει

συνείδηση. Η Εύα έφαγε από το Ξύλο και έδωσε και του Αδάμ να φάει.

Τότε διοινήχθησαν οι οφθαλμοί των δύο… Και να! Επειδή ο άνθρωπος

τελειοποιήθηκε και κατόρθωσε να διακρίνει το καλό από το κακό είναι

ο μόνος από τα πλάσματα του Θεού που πρέπει να ζει με την απίστευτη

κατάρα στους ώμους του, εν ιδρώτι του προσώπου του φάγηται τον

άρτον του…επικατάρατος η γη εν τοις έργοις του…

Αυτά είναι αδιανόητα ! Είναι βίαια αντιφατικά προς την

Παντοδυναμία και Παναγαθότητα του Πατρός! Αν ο άνθρωπος δεν

είχε φάγει από το ξύλο της γνώσεως, θα είχε μείνει σε κατάσταση

ζωώδη, ασυνειδησίας. Τον βοήθησε ο Πονηρός – εν γνώσει του

Κυρίου- να αποκτήσει συνείδηση, να ανυψωθεί σε κάποιο αξίωμα


και να μπορεί να κάνει συνειδητά καλές- και κακές βέβαια- πράξεις.

Και πρέπει και γι’ αυτό να τιμωρηθεί ο άνθρωπος και ο διάβολος εις

τον αιώνα;

Αλλά, αφού ο Κύριος ήξερε την παρουσία του Διαβόλου μέσα στον

Παράδεισο, γιατί δεν τον εμπόδισε να επιτύχει; Αν υποθέσω ότι ο Θεός

θεωρούσε αμάρτημα θανάσιμο το να αποκτήσει ο άνθρωπος

συνείδηση, τότε θα έπρεπε να εμποδίσει στην Εύα να πέσει στην

αμαρτία, απαγορεύοντας στον Διάβολο να μπει στον Παράδεισο. Η

αναγκαία απάντηση στο ερώτημα είναι ότι το να αποκτήσει συνείδηση

ο άνθρωπος δεν ήταν αμάρτημα, αφού αμάρτημα σημαίνει πράξη

ενσυνείδητη, δηλαδή διάκριση του καλού και του κακού και δυνατότης

επιλογής. Το να έχει συνείδηση ο άνθρωπος ήταν απόκτημα, που θα

τον παίδευε ίσως, αλλά θα του δημιουργούσε την ικανότητα

διακρίσεως, ικανότητα που του έδινε ταυτόχρονα την ικανότητα της

σωτηρίας. Δεν είναι τούτο ανεκτίμητο δώρο; Και αυτό το δώρο του

το προσέφερε ο Διάβολος, ο φίλος και ευεργέτης του ανθρώπου

Διάβολος, που για την πράξη του αυτή γκρεμίστηκε στην γέννα του

εξώτερου πυρός εις τον αιώνα!

Α! Η ελληνική μυθολογία! Πόσο πιο ορθολογική, πιο συνεπής, πιο

καθαρή! Ο Προμηθέας δεν πειθαρχεί στο Δία και κλέβει το ζωογόνο και

δημιουργό πυρ από τον Όλυμπο. Το χαρίζει στον άνθρωπο, που ως

προς τον Δία είναι κλεπταποδόχος, κι όμως δεν τιμωρείται. Για πιο
λόγο; Επειδή είχε πλαστεί ατελής και αποκτούσε ένα στοιχείο

απαραίτητο για την επιβίωση του. Εκείνος που καταδικάζεται είναι

πάλι, εδώ, ο ευεργέτης, αλλά καταδικάζεται πρόσκαιρα. Τον

ελευθερώνει ο Ηρακλής από τον Καύκασο, ενώ για τον Πονηρό ελπίδα

καμιά στον αιώνα! Στη Γένεση ο άνθρωπος γίνεται επικατάρατος,

επειδή απόκτησε, χωρίς καν να το επιδιώκει, χωρίς να ξέρει τι κάνει

συνείδηση. Στην ελληνική μυθολογία ο άνθρωπος, ευθύς εξαρχής,

είναι εκτός κρίσεως.

Γιατί ο Πονηρός μας εμβάλλει εις πειρασμόν; Για να μας δοκιμάζει!

Για να μας κάνει να νιώθουμε την αξία του δώρου που μας έκανε.

Και για να μας πειράζει τόσο συχνά, θα πει πως επιζητεί την

ευγνωμοσύνη μας, την αγάπη μας, πως ζητάει από μας κάτι σ’

αντάλλαγμα… Και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αγαπάμε

τον Πονηρό και να προσευχόμαστε στον Παντοδύναμο Θεό να τον

συγχωρήσει και να τον βγάλει από τα Τάρταρα όπου βρίσκεται. Πρέπει

να προσευχόμαστε, όσο πιο θερμά μπορούμε, για τη σωτηρία του

Διαβόλου. Μας έβγαλε από την παραδεισιακή κατάσταση της

ασυνειδησίας, μας λύτρωσε από το σκοτάδι της, μας έφερε το φως και

γι’ αυτό ονομάστηκε Εωσφόρος! Ωσαννά τω Σατανά! Ωσαννά τω…»

Δεν πρόφτασε το καλάμι μου να τελειώσει τη φράση και αναπήδησα

ακούγοντας πλάι μου μια βαθειά φωνή που ψιθύρισε, σαν ηχώ της

σκέψης μου:
«Ωσαννά τω Σατανά!»

Καθόταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνί στην άλλη άκρη του μακρόστενου

κελιού μου. Καθόταν με το κορμί στητό, με τα χέρια κρυμμένα μέσα

στα φαρδομάνικα του, και τα παπούτσια του, μακρομύτικα, κίτρινο

ανοιχτό χρώμα, έδειχναν λίγο, ανάμεσα από τις βαθυπράσινες πτυχές

της αυλικής στολής. Καταχλώμιασα από την ντροπή όταν είδα τον

ξένο, αλλά η ντροπή μου έγινε θυμός και ένιωσα ένα δυνατό πύρωμα

στο πρόσωπο μου και μία δυνατή ζαλάδα. Θέλησα να φωνάξω του

ξένου να βγει αμέσως από το κελί, αλλά στάθηκε αδύνατο να μιλήσω.

Άλλο δεν μπορούσα να κάνω παρά ν’ ακούω, ακίνητος, τα όσα άρχισε

να λέει:

« Ήρθα να πλουτίσω την επιχειρηματολογία σου, Δημήτριε. Τα όσα

έγραψες, έως τώρα, έχουν κάποια αξία, αλλά είναι και λίγο ισχνά.

Εκτός τούτου, ποια η ανάγκη της αναδρομής και της σύγκρισης με την

ελληνική μυθολογία; Αν ήθελες να κάνεις μια τέτοια σύγκριση θα

έπρεπε τότε να παραδεχτείς πως κι η Παλαιά Διαθήκη είναι μια

μυθολογία…χριστιανική. Αλλά τι αναχρονισμός! Η Παλαιά Διαθήκη

χριστιανική! Με συγχωρείς. Στην αρχή του κειμένου σου λες ότι μ π ή κ

α στον Παράδεισο. Ανακρίβεια! Ήμουν στον Παράδεισο από εξαρχής

και αυτό είναι επιχείρημα πολύ πιο ισχυρό για τους συλλογισμούς σου

γιατί στο κάτω κάτω, όπως λες κι εσύ, και οι Αρχάγγελοι

ξεκουράζονται και χαλαρώνουν την προσοχή τους, και μην φαντάζεσαι


πως κι ο Θεός δεν έχει τις απροσεξίες του. Μήπως λοιπόν ο

Παράδεισος δεν ήταν ο Παράδεισος, αφού ήμουν κι εγώ, ο Κακός, εκεί

μέσα;…»

Έκανα μια κίνηση ου σώματος, σαν για να σηκωθώ, αλλά ένιωθα

πως είχα χάσει το βάρος μου και μου ήταν αδύνατο να μετακινηθώ από

τη θέση μου.

«Διστάζεις…Δε σου έρχεται στη σκέψη πως ίσως ο Παντοδύναμος

να με διέταξε να ψιθυρίσω στο αυτί της Εύας τα πλάνα εκείνα, όπως τα

λέτε, λόγια;»

Τα μάτια του σπίθισαν και δυο φλογίτσες έπαιξαν τις κόρες τους.

«Τι ανατροπή! Τι αναστάτωση στην παγκόσμια τάξη αν το

παραδεχόσουν αυτό. Αλλά σχεδόν το παραδέχτηκες, εκεί σ’ αυτά που

γράφεις. Βλέπω την αγωνία σου. Θέλεις να σου ξεδιαλύνω τώρα δα

αμέσως αν ναι ή όχι ο Παντοκράτωρ με είχε διατάξει τα εμβάλλω εις

πειρασμόν την Εύα, αν δηλαδή είναι ο Θεός συνένοχος μου! Τί θα πει

όμως ένοχος, συνένοχος; Τι θα πει Παντοκράτωρ! Αλλ’ ας ξανάρθουμε

στο στοχασμό σου γιατί βλέπω πως οι παρενθέσεις σε κουράζουν.»

Η όψη του τώρα είχε αλλάξει, ή καλύτερα, μπορούσα να την

διακρίνω πιο καλά, γιατί, εντελώς αθόρυβα, είχε πλησιάσει πιο κοντά,

και το πρόσωπο του φωτίζονταν λίγο περισσότερο από το φως του

λυχναριού μου. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, κατάμαυρα και πολύ


πυκνά τα κοντά του γένια. Ήταν χλωμός και κάτω από δυο

καλογραμμένα φρύδια γυάλιζαν ζωηρά, με λίγη αυστηρότητα και

κάποια ελάχιστη μελαγχολία, μάτια καταπράσινα.

«Η σκέψη σου ήταν ότι σας βοήθησα να ανυψωθείτε από την

ζωώδη κατάσταση στο αξίωμα του ανθρώπου. Κι αυτό θα έπρεπε να

είναι υπό εξέταση, αλλ’ ας είναι…Λες ύστερα ότι σας έδωσα συνείδηση

με την οποία μπορείτε να διακρίνετε το καλό από το κακό. Αλλά τι

είναι το καλό, τι το κακό; Μην ταράζεσαι, θα μιλήσω αργότερα γι

αυτό. Αλλά κάτι άλλο παράλειψες! Ότι σας έκανα ένα ανεκτίμητο

δώρο! Να μπορείτε να χαίρεστε και να λυπάστε, να μπορείτε να

σκέπτεστε. Σας χάρισα τη γνώση. Σας χάρισα το νου, που χωρίς αυτόν

πνεύμα δεν υπάρχει. Τι μπορεί μόνη της η ψυχή; Τίποτα! Εγώ σας

έδωσα τη θεία σπίθα που, ίσως από λησμοσύνη, ίσως από υπολογισμό,

δεν σας είχε προσθέσει ο Δημιουργός και έτσι κάνοντας, σας έκανα

ισόθεους. Θυμήσου τι λέει ο ψαλμός : «Θεοί εστέ και Υιοί Υψίστου

πάντες». Το λέει και ο Μαθαίος στην επί του Όρους ομιλία: «Υμείς εστέ

το φως του κόσμου!». Επομένως είστε οι αντιπρόσωποι μου επί της

Γής, αφού εγώ σας έφερα το φως. Ξαναδιάβασε τον Ιωάννη…Τι είπε ο

Χριστός προς τους Ιουδαίους; «Υμείς εκ του πατρός του Διαβόλου εστέ

και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν». Είστε λοιπόν οι

υπήκοοι μου οι πειθαρχικοί.»Ουκ έτι πολλά λαλήσωμεν μεθ’ υμών,


έρχεται γαρ ο του Κόσμου άρχων…» Πόσο σοφά είναι τα λόγια αυτά του

… Αντιπάλου μου!

Σε παραξένεψε ο δισταγμός μου να τον ονομάσω αντίπαλο; Μα

φυσικά δισταγμός. Δεν είναι αντίπαλος, όχι. Πώς θα ήταν άλλωστε!

Είναι αντίστοιχος, σαν μια αντίθετη προβολή αν θέλεις. Εκείνος η

προβολή προς τα άνω, εγώ η προβολή προς τα κάτω. Εκφράζομαι με

τους δικούς σας συμβατικούς όρους. Είμαστε, εκείνος κι εγώ,

διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας μορφής, της ίδιας έννοιας.

Στρογγυλεύουν τα μάτια σου από κατάπληξη! Αλλά είσαι οκνός τη

σκέψιν! Τι λέει η καθημερινή σας προσευχή; Η προσευχή που όλοι σας

ψιθυρίζετε γονατιστοί επί αιώνες τώρα; «Πάτερ ημών ο εν τοις

Ουρανοίς…».

Σταμάτησε και με κοίταζε απογοητευμένος. Τα μάτια του είχαν

μια έκφραση λυπημένης αγωνίας.

«Τον παρακαλάτε να σας δώσει το καθημερινό σας ψωμί, πολύ

σωστά, και του λέτε ύστερα «… και μη εισενέγκης ημάς εις

πειρασμόν…» Εκείνον παρακαλείτε να μη σας βάλει σε πειρασμό! Δεν

τον παρακαλείτε να σας προστατέψει από κάτι, όχι! Τον παρακαλείτε

να μην αλλάξει όψη! Τι τρανότερη απόδειξη θέλεις! Ο Θεός είναι ένας

αλλά έχει δύο πρόσωπα. Εγώ κι Εκείνος είμαστε ομοούσιοι! Και

πρόσεξε τούτο. Ότι η προσευχή ετούτη δεν είναι ανθρώπινο


κατασκεύασμα, σαν εκείνο το σχοινοτενέστατο «Πιστεύω» που κάθισαν

και έφτιαξαν οι άγιοι Πατέρες της Νίκαιας και μοιάζει σαν νομοθετικό

κείμενο, στεγνό, χωρίς καμία έξαρση, χωρίς καμιά ποίηση, αυστηρό

και βαρετό σαν κανονισμός Μοναστηριού. Η προσευχή αυτή που λέτε

σας δόθηκε από τα χείλη του Άλλου, όταν μίλησε στα πλήθη από το

Όρος, όπως αναφέρει πανέμορφα ο Ματθαίος, ο αγαπητός μου

ευαγγελιστής.

Χρειάζεται κόπος βέβαια για να συνηθίσεις μ’ αυτή την ιδέα

αφού, απ’ τους προπάτορες σου, έμαθες να πιστεύεις πως είμαι εχθρός

του Θεού, πως έπεσα στα Τάρταρα και τυραννώ τις ψυχές των

κολασμένων. Εσείς με τοποθετήσατε στα Τάρταρα, μέσα σε

ολοπόρφυρα από τις φλόγες σκοτάδια, στα έγκατα κάποιου

φανταστικού χώρου. Μου φορέσατε κέρατα κι ενώ η πρόθεση σας

ήταν να με εξευτελίσετε, χαρίζοντας μου αυτό το στολίδι, με

τιμήσατε. Τα κέρατα από αμέτρητους αιώνες είναι σύμβολο

εξουσίας και σοφίας. Θυμήσου τον Μωυσή! Κοίταξε με προσοχή τις

μήτρες που φορούν οι μητροπολίτες σας… ο Πατριάρχης σας… Μου

βάλατε ουρά για να με γελοιοποιήσετε, αλλά η ουρά θυμίζει φίδι, το

φρονιμότατο των ζώων. Με ζωγραφίσατε με τραγίσια πόδια! Σου

θυμίζω πως ο τράγος είναι το σύμβολο της δύναμης. Με τριγυρίζετε

με φλόγες και καπνούς. Η φλόγα είναι ζωή και δύναμη και

δημιουργία και ο καπνός είναι πνεύμα.


Πλάσσατε ένα ωραίο και εύκολο σχήμα. Ο Θεός στον Ουρανό,

εγώ στην κόλαση κι εσείς μεσοστρατίς στην Γη, κότινος τάχα της

πάλης, πολύτιμος! Και τι άλλο δεν επλάσσατε με την τόσο αντιφατική

φαντασία Σας! Με κάνατε επαναστάτη που σήκωσε πρόσωπο εναντίον

του Κυρίου του, που θέλησε, αχάριστα, να χτυπήσει τον ευεργέτη του

και δεν συλλογιστήκατε, ότι αφού είμαι κι εγώ, σύμφωνα με η σκέψη

σας, πλάσμα του Θεού, δεν μπορούσα να «επαναστατήσω» εναντίον

του με σκοπό να τον ανατρέψω. Εσείς με τη μηδαμινή νοημοσύνη σας

τον λέτε Παντοδύναμο… Κι εγώ; Δεν θα είχα συνείδηση της

παντοδυναμίας του; Θα επιχειρούσα έναν μάταιο αγώνα,

καταδικασμένος εκ των προτέρων στην αιώνια κατάρα; Πάλι με κοιτάς

λίγο χαζά και όμως από τα όσα άρχισες να γράφεις εκεί φαίνεσαι

μάλλον αξιοπρόσεκτος άνθρωπος. Πώς θα είχε συμβεί; Πώς θα με είχε

καταδικάσει σε αγύριστη τιμωρία ο Π α ν α γ α θ ο ς Θεός; Κάκιστο θα

σας έδινε παράδειγμα, σε σας τους πιστούς του, αν Εκείνος δεν με

αγαπούσε. Πάλι θα σε παραπέμψω στο Ματθαίο. Μη σηκώνεσαι να τον

συμβουλευτείς, τον ξέρω απέξω, όπως άλλωστε όλη την Αγία Γραφή.

Παραξενεύεσαι… εγώ θεολόγος… Τι λέει λοιπόν ο Ευαγγελιστής;

«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον

εχθρόν σου, εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών και

προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς». Σε παρακαλώ να μου πεις αν

ποτέ ακούστηκε να έχει ανάψει ποτέ ένας χριστιανός ένα κεράκι για

μένα σε κάποια εκκλησία! Αν ποτέ, κατά την επιταγή του Άλλου,


προσευχήθηκε άνθρωπος επί της γης για μένα τον διώκτη σας. Και

όμως, τι λογικότερο, τι συνεπέστερο, αφού έχετε χρέος σας να με

αγαπάτε. Θα έπρεπε σε κάθε προσευχή σας, σε κάθε προσκύνηση, να

κάνετε και μια δέηση για μένα και ν’ ανάβετε μπροστά στην εικόνα του

Παντοκράτορα – όχι κανενός αγίου!- ένα κερί και για τον … Καλά! Μην

τρομάζεις! Δεν λέω το όνομα μου, αλλά σκέψου πως με την δική σας

λογική, παρ’ ολίγον να με δοξάζετε…

Πάλι βλέπω από το ύφος που πως πρέπει να σου εξηγήσω.

Περίεργο όμως μου φαίνεται το πώς παραβλέπετε τα κύρια σημεία της

πίστεως σας. Πιστεύετε ότι επαναστάτησα εναντίον του Άλλου,

παραδέχεστε λοιπόν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο μιας δικής μου νίκης,

πότε στο όνομα μου θα κάνατε την προσευχή σας… Ανατριχιάζεις; Είσαι

έτοιμος να πεις πως μωρολογώ ή πως αντιφάσκω με τα όσα σου έλεγα

πριν. Αλλά σου αναλύω τις δικές σας δοξασίες, όπως τις έχετε

διαμορφώσει ανόητα και αστόχαστα. Το Καλό και το Κακό, ο Θεός και ο

Διάβολος, ο Παράδεισος και η Κόλαση, ο Ουρανός και τα Τάρταρα κι

εσείς στη μέση να καμαρώνετε αυτάρεσκα, τιμή της αιώνιας μάχης! Σας

έχει τυφλώσει η οίηση, η αλαζονεία και η υπεροψία. Φταστήκατε ότι το

Σύμπαν, ο Ουρανός, η Γη η Θάλασσα, τα ζώα, η Φύση, όλη ετούτη η

δόξα, όλο τούτο το θαύμα το εξαίσιο πλάστηκε αποκλειστικά για να

είναι δικός σας στίβος, όπου να επιδίδεστε στην άσκηση του καλού και

του κακού! Ελεεινοί οιηματίες που δεν στοχάζεστε ότι και σεις είστε
πλάσματα του κόσμου τούτου, υποταγμένα στην εσωτερική λειτουργία

του που ούτε καν την υποπτεύεστε. Είναι έτσι πλασμένος ο κόσμος,

έτσι διαρθρωμένος, που το Καλό και το Κακό σχηματίζουν έναν ενιαίο

πλοχμό, αδιαίρετο κι αδιάσπαστο. Δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Δεν

υπάρχουν πράξεις καλές και πράξεις κακές. Υπάρχουν πράξεις

αναγκαίες και πράξεις περιττές. Είναι η μόνη ουσιαστική διάκριση που

πρέπει να γίνεται. Θα έπρεπε να διαβάζετε με μεγαλύτερη προσοχή τις

Γραφές. Πολλά προσπάθησε να σας εξηγήσει ο Άλλος που «τον ήλιον

Αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και

αδίκους».

Είχε πλησιάσει ακόμα πιο πολύ και τον έβλεπα καθαρά. Η ομιλία

του είχε μεγάλη γοητεία. Άρθρωνε ευδιάκριτα τις λέξεις, και η φωνή

του, βαθειά και ζεστή, είχε παλμούς απαλούς που κυμάτιζαν μέσα στον

αέρα και τους ένιωθα να απλώνονται σ’ όλο μου το σώμα, σαν χάδι

θερμό. Ήταν πολύ ήρεμος. Μια- δυο φορές μόνο είχε ζωηρέψει.

«Ξέρω, Δημήτριε, πως καταστρέφω τις δοξασίες σου και

σταλάζω την αμφιβολία στην ψυχή σου, αλλά είμαι ήσυχος! Όταν ο

Άλλος ανατείλει τον ήλιο του, αύριο πρωί, θα έχεις ξεχάσει τη σοφία

ετούτης της νυχτιάς και θα έχεις επιστρέψει στα παλιά και στα εύκολα.

Αυτά που σου λέω τα συγκρατούν οι φύσεις οι εκλεκτές που είναι καλά

βαμμένες, σαν το δαμασκηνό ατσάλι. Οι άλλοι πάντα τα ίδια πιστεύουν.

Από τη μια το Καλό, από την άλλη το Κακό και στη μέση εσείς, μικρό
και τιποτένιο πράγμα… Τότε θα ρωτήσεις γιατί σου παρουσιάστηκα,

αφού δεν είσαι εκλεκτός; Αλλά εσύ με κάλεσες. Έχεις γράψει εκεί,

Ωσαννά τω… Καλά. Εξακολουθώ. Έχω παρουσιαστεί κατά καιρούς σε

μερικούς εκλεκτούς, όχι μόνο της δικής σας Εκκλησίας, αλλά και σε

Λατίνους, και προσπάθησα να διαφωτίσω μερικούς κληρικούς της

υπάτης ιεραρχίας. Οι περισσότεροι με απογοήτευσαν αλλά είμαι

υπομονετικός. Θα ξανάρχομαι ως τη συντέλεια. Σεις μου χαρίσατε

αυτήν υπεροχή έναντι του Άλλου. Ο Άλλος φανερώθηκε μία φορά και

επειδή δεν καταλάβατε, τον σταυρώσατε. Ναι.. ξέρω… Αν δεν τον

είχατε σταυρώσει, δεν θα είχε αναστηθεί, και αν δεν είχε αναστηθεί δεν

θα είχατε πιστέψει. Η λογική σου αυτή είναι τετράγωνη, αλλά

αντιλαμβάνεσαι, ή όχι πως μ’ αυτόν τον τρόπο δοξάζετε την ίδια την

ευτέλεια σας και ομολογείτε το ταπεινό της φύσης σας;

Είχατε ανάγκη από ένα θαύμα για να πιστέψετε στο Θεό και είχα

εγώ νομίσει πως δίνοντας σας συνείδηση σας είχα δώσει ταυτόχρονα

και τη συνείδηση του θείου. Όχι! Ήταν ανάγκη να γίνει ένα θαύμα και ο

Άλλος σας το χάρισε, αλλά δεν ξέρω διόλου αν έκανε καλά!

Ξαφνιάζεσαι; Με την Σταύρωση δημιουργήθηκε για σας η έννοια της

Λύτρωσης και η έννοια της Αγάπης. Μεταχειρίζομαι την λέξη, όπως την

χρησιμοποιεί ο Απόστολος στην προς Κορινθίους Επιστολή.

Ταυτόχρονα όμως, η Σταύρωση σας καλλιεργεί το μίσος, την

περιφρόνηση, την μνησικακία και την έπαρση, γιατί χρειάστηκε


ενόχους. Τους Εβραίους, τους Φαρισαίους, τον Άννα και τον Καϊάφα,

τον Πιλάτο και προπάντων τον δύστυχο Ιούδα. Όλη αυτή η πλευρά του

Μεγάλου Γεγονότος σας καλλιεργεί αισθήματα κακά, και δεν

σκέπτεσθε, φυσικά, ποτέ, πως όλη αυτή η ετοιμασία έγινε για να

βοηθήσει εσάς τους άπιστους, να αποκτήσετε μια πίστη. Και με πόση

αυταρέσκεια καλλιεργείται μεταξύ σας ένα αίσθημα υπεροχής έναντι

των άλλων που Τον σταύρωσαν για τη δική Σας σωτηρία, χωρίς να σας

έρχεται ποτέ στο νου ότι εσείς, ναι εσείς, είσαστε οι πρωταίτιοι του

μαρτυρίου του Άλλου. Είστε συνένοχοι του Άννα και του Καϊάφα,

συνένοχοι του Λογγίνου. Μόνο εκείνος, ο αντιπαθητικός Πιλάτος,

κατάφερε να μείνει για τις επερχόμενες γενεές, άσπιλη μορφή γιατί

κάποιος, φυσικά, έπρεπε να βγει λευκός από όλη αυτήν την τραγωδία.

Έτσι τον έχετε πλάσσει, χωρίς να σκέπτεσθε πως ίσως ο πιο φταίχτης

απ’ όλους, ο πραγματικός ένοχος, γιατί ήταν κριτής και αρνήθηκε να

κρίνει, ήταν άρχοντας και αρνήθηκε να ασκήσει την εξουσία του, ήταν

ο Ρωμαίος κοσμοκράτωρ, εξουσιαστής απόλυτος που επηρεάστηκε από

το όνειρο της γυναίκας του. Ξέρω καλά πως όλοι σας νιώθετε έναν

απύθμενο φθόνο για τον Πιλάτο αυτόν και το κατόρθωμα του. Α! Να

μπορούσατε κι εσείς βολικά- βολικά να πλένατε τα χέρια σας σε μια

λεκάνη… Και ο Ιούδας; Γιατί δεν του έχετε αφιερώσει εκκλησίες και

παρεκκλήσια που να σκεπάσουν την Οικουμένη; Αν είναι κάποιος άξιος

της ευγνωμοσύνης σας, είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης που επιτέλεσε το

τραγικότερο έργο που επωμίσθηκε άνθρωπος ποτέ, που χωρίς αυτόν


Σταύρωση δεν θα είχε γίνει, και χωρίς Σταύρωση δεν θα είχε γίνει κι

Ανάσταση, δεν θα είχατε πιστέψει ποτέ. Πάλι ταράζεσαι και το

πρόσωπο σου κοντεύει να γίνει βυσσινί! Λίγη υπομονή. Δεν γελάνε

αγανακτήσεις όταν μιλάω εγώ.»

Το ύφος του είχε γίνει ανεπαίσθητα αυστηρό και η φωνή του είχε

γίνει ακόμη πιο βαθειά.

«Ο Ιούδας είναι ένας από τους Δώδεκα. Πρόσεξε τι είναι από τους

πρώτους που ακολουθούν τον Άλλον. Ο Ιούδας, μαζί κι αυτός με τους

έντεκα, κήρυξε τον Λόγο, θεράπευσε αρρώστους και παραλυτικούς,

τυφλούς και κωφάλαλους και εξέβαλε δαιμόνια. Όχι μόνο αυτά, αλλά

είχε και σπουδαία θέση στην παρέα… με συγχωρείς, στην συνοδεία του

Άλλου. Ήταν ο ταμίας! Αυτός κρατούσε τον κορβανά και μάλιστα ήταν

καλός διαχειριστής, αφού δυσφόρησε όταν η Μαγδαληνή έσπασε το

κρύσταλλο με το πολύτιμο μύρο για να αλείψει τα πόδια του Άλλου.

Βλέπεις λοιπόν πως και ο Ιούδας είναι από τους εκλεκτούς και τους

αγαπητούς. Και όταν ήρθε η στιγμή, όταν μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα

φάνηκαν τα δαδιά και προχώρησε ο Ιούδας μέσα στο μισοσκόταδο του

περιβολιού της Γεθσημανής, ο Άλλος στράφηκε και του είπε: «Εταίρε,

εφ ω πάρει». Φ ί λ ε ! του λέει Φίλε! Και σεις θαρρείτε πως το Καλό και

το Κακό είναι εχθροί! Ο Ισκαριώτης φίλησε τον Άλλον και αυτή είναι η

τραγικότερη στιγμή. Τον δέχτηκε ο Άλλος τον ασπασμό του Κακού,

γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει μια ολοκλήρωση.»


Τα μάτια του άρχισαν να σπιθίζουν μέσα στο σκοτάδι και μια

ανεπαίσθητη ταραχή φανερωνόταν στην φωνή του.

«Πρέπει, πριν φύγω, να σου επαναλάβω μερικά πράγματα. Δεν

υπάρχει τίποτε από αυτά τα αγχώδη κατασκευάσματα της φαντασίας

σας, τα εκπληκτικά που σας κρατούν άγρυπνους τις νύχτες και

μωραίνουν το στοχασμό σας. Το άγχος το έχετε γιατί προσπαθείτε να

εξιχνιάσετε το ανεξιχνίαστο. Ρωτάτε. Ύστερα; Τι έρχεται ύστερα; Και

δίνεται την απάντηση. Παράδεισος ή Κόλαση, αμοιβή ή καταδίκη.

Άκουσε με. Δε έρχεται τίποτα ύστερα. Εσείς τα πλάσσατε αυτά τα

σχήματα γιατί δεν μπορείτε να κάνετε το καλό παρά μόνο με την ελπίδα

ότι σας περιμένει κάποια αμοιβή και προσπαθείτε να μην κάνετε το

κακό από τον φόβο κάποιας τιμωρίας. Αλλά επιδοθήκατε και στην

άσκηση μιας άλλης πονηριάς. Ποια η ανάγκη να έρχομαι εγώ να σας

ψιθυρίζω στ΄ αυτί συμβουλές, αφού εσείς με βάζετε κάτω στην

πονηριά! Η εφεύρεση σας είναι η μετάνοια… Η βολική μετάνοια που

καλύπτει τα πάντα, το εύκολο φάρμακο, η πανάκεια για ότι κακία, ότι

πονηρία, ότι δολερή πράξη κάνετε –με τα δικά σας κριτήρια- και η

μετάνοια αυτή φωλιάζει στη σκέψη σας από πριν. Η μετάνοια είναι και

αυτή η συνέπεια του τρόμου σας για το Ύστερα. Μη βαριανασαίνεις!

Τίποτα δεν έρχεται ύστερα. Είμαι φίλος των ανθρώπων Σου το έχω

αποδείξει και γι’ αυτό βρίσκομαι μαζί σου απόψε, για να σε βγάλω από

την πλάνη αυτή. Μην ελπίζεις σε παράδεισο μην φοβάσαι Κόλαση. Δεν
υπάρχουν. Υπάρχουν η Ζωή και ο Θάνατος και όταν φάγατε από το

Ξύλο της Γνώσης, σεις μόνοι, από όλα τα άλλα πλάσματα του Κόσμου,

μάθετε πως υπάρχει και Θάνατος. Είστε τα μόνα πλάσματα που ξέρετε

πως θα ρθει η μέρα του Τέλους. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο

που σας έκανα, δείχνοντας σας τον τρόπο να νιώσετε την αξία της

ζωής».

Ένα μελαγχολικό χαμόγελο μόλις χάραξε το πελιδνό πρόσωπο

του κι ύστερα άρχισε, πολύ σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, να ψαλμωδεί τον

ξορκισμό:

«…Ο Θεός των Θεών και Κύριος των Κυρίων, ο των Πυρίνων

Ταγμάτων δημιουργός και των άυλων δυνάμεων τεχνουργός, ο των

επουρανίων και επιγείων τεχνίτης, ο τον τραχηλιάσανατ ποτέ

αρχιστράτηγον ρίψας επί της Γής και τους συναποστάτας Αυτώ

Αγγέλους, δαίμονας γενομένους εις σκοτωσιν βυθού ταρταρώσας, δος

τον αφορκισμόν τούτον. Εξορκίζω Σε τον αρχέκακον της βλασφημίας

και αυτουργόν της πονηρίας, ορκίζω Σε πνεύμα ακάθαρτον κατά του

Θεού Σαβαώθ και πάσης στρατιάς Αγγέλων Θεού Αδωνάι, έξελθε και

αναχώρησον από του κελίου τούτου…»

Όσο προχωρούσε η ψαλμωδία, η εικόνα του άρχισε να γίνεται

θολή και ο ίδιος να γίνεται διάφανος, τόσο που άρχισε να διακρίνεται

πίσω του ο τοίχος λές και χωνευόταν η μορφή του μέσα στην
τοιχοδομή. Τα μάτια του μόνο έμεινα λαμπρά και ευδιάκριτα σαν δυο

κάρβουνα αναμμένα στο σκοτάδι που τα έσβησε κι αυτά σιγά-σιγά

[‘Άγγελος Βλάχος, Οι Τελευταίοι Γαληνότατοι].

-------------------------------------------------------------------------------

-------------------------------------

Σχόλιο αποστολέα: Παρέθεσα αγαπητέ φίλε ολόκληρο το απόσπασμα


από το βιβλίο του Άγγελου Βλάχου προς αποφυγήν πάσης
παρεξήγησης. Όπως θα διαπιστώσεις, κορυφαία κεφάλαια αυτού που
αποκαλούμε Χριστιανική Πίστη και Ορθόδοξο Δόγμα καταρρίπτονται
σαν χάρτινοι πύργοι. Το Προπατορικό Αμάρτημα, Το Κακό, οι
Σκοτεινές Δυνάμεις, Ο διάβολος, ο Αντίχριστος, η Προδοσία του Ιούδα,
η Μετά Θάνατον Ζωή, η Ανάσταση των Νεκρών, Η Τελική Κρίση, η
Μετάνοια. Δεν καταρρίπτονται φυσικά από το Διάβολο. Ο Διάβολος
εδώ δεν είναι τίποτα άλλο από την Κοινή Λογική. Αυτή Συμβολίζει ο
«Σατανάς» του αποσπάσματος. Τον Ορθό Λόγο, που όταν
υπεισέρχεται στα Δόγματα της επίσημης Εκκλησίας, δεν μπορεί
παρά να τα κάνει να καταρρέουν. Ναι, ορθά επισημαίνει στο βιβλίο
του ο Dan Brawn, Iluminati, ότι όλους εκείνους τους εκφραστές του
Ορθού Λόγου, της Καθαρής Επιστήμης, η Εκκλησία τους ονόμασε
«Σατανιστές» και δημιούργησε πληθώρα φρικιαστικών μύθων γύρω
από αυτούς για να τους διαβάλλει και να τους πολεμήσει. Τον ορθό
λόγο κυνήγησε και κυνηγά η Εκκλησιά από τον φόβο μήπως η
διάδοση του κάνει τους απλούς ανθρώπους να καταρρίψουν ένα-
ένα τους μύθους και τις δοξασίες που έπλασε για να κυριαρχήσει,
για να ποδηγετεί τυφλά, αιώνες τώρα, τις ψυχές των απλών και
καθημερινών ανθρώπων. Η Εκκλησία, άλλωστε, φίλε μου, δεν το
κάνει αυτό για να δώσει ελπίδα στους ανθρώπους, δύναμη και
κουράγιο να αντιμετωπίσουν τον φόβο του θανάτου. Δεν Δίνει
Ελπίδα. Πουλάει Ελπίδα !!! Αιώνες τώρα. Δες την παγκόσμια ιστορία.
Κράτη, αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, εκατομμύρια επιχειρήσεις
πτώχευσαν… Η Εκκλησία είναι η μοναδική Οικονομική Επιχείρηση
που ουδέποτε κήρυξε πτώχευση ανά τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς
το λόγο που αναφέρει το απόσπασμα. Γιατί πότε με το φόβο, πότε με
την αγάπη, πότε με την ανταμοιβή και πότε με την τιμωρία, πουλάει
αιώνες τώρα την πραμάτεια της, την Ελπίδα… Όχι σε όλους, στους
απλούς, στους καθημερινούς ανθρώπους που δεν έχουν ή δεν θέλουν
να έχουν τη πολυτέλεια να διαλογίζονται, να σκέφτονται. Η Σκέψη, ο
Λόγος, είναι ο Εχθρός της, Ο Διάβολος, ο Σατανάς, ο Αντίχριστος.
Ένας Αντίχριστος ήταν κι ο Καζαντζάκης. Τον πολέμησαν τον
αφόρισαν μα αυτός στάθηκε αγέρωχα απέναντι τους και τους πέταξε
στα μούτρα τους μύθους και τα δόγματα τους, και όσα ο Άγγελος
Βλάχος τους έγραφε σε τόσες σελίδες, ο Μεγάλος Στοχαστής τα
συμπύκνωσε σε τρεις λιτές κι απέριττες φράσεις που κοσμούν το
στερνό του κάστρο: ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΙΠΟΤΑ… ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ…
ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ…
Αναρτήθηκε από Makelaris στις 11/23/2008 01:26:00 μμ

1 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μη ξεχνάς συνάνθρωπε πως κάνεις αυτό που καταδικάζεις. Εκθιάζεις ένα κείμενο
ενός, σωστού για σένα δάσκαλου, ενος πνευματικού ανθρώπου. Όμως κι αυτό
κείμενο είναι όπως όλα τα άλλα. Βιάζεσαι να πεις ότι αυτό είναι το σωστό, να
στερηθείς κρίση και άποψη, το δώρο που σου χάρισε ο ευώνυμος, όπως
ανάφερεται, για να μειώσεις τον "εχθρό" σου. Σαστίζεις στην εκκλησιά και στην
πίστη, στις μυθοπλασίες τους, στον εμπαιγμό τους, αλλά πιστεύεις ακράδαντα
πάλι σε ένα κείμενο. Πάλι σε κάτι γραμμένο από κάποιον, απλά επείδη είναι φίλα
προσκείμενο σε σένα. Δεν σου λέω, σε καμία περίπτωση, να πιστέψεις στο Θεό ή
οπουδήποτε αλλού, ούτε θα σε καταδικάσω σαν λάθος. Κάτι τέτοιο το θεωρώ
άσκοπο και ανόητο. Θα σου πω μόνο ότι όποιος δεν πιστεύει ή ελπίζει σε κάτι δεν
είναι ελεύθερος, αλλά νεκρός. Νεκρός που περιμένει να τον θάψουν γιατί απλά
ήρθε χωρίς αξία σ' αυτόν τον κόσμο. Ένα άνθρωπο που μπορείς να τον διακρίνεις
σε κατώτερο, σε άχρηστο, σε δούλο, αν δεν ταιριάζει με τα δόγματα της
κοινωνίας. Δεν είναι απλά καλό και κακό, σκοταδισμός και γνώση. Υπάρχουν πιο
λεπτές γραμμές στα περισσότερα πράγματα. Καλή σου μέρα