ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΖΙΩΤΗΣ

ΕΠΙΚΤΗΝΙΑΤΡΟΣ
ΤΡΟΦΟΓΕΝΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ
Ιογενή Νοσήματα
Ηπατίτιδα τύπου Α
Οφείλεται σε ιό της Οικογένειας Picornaviridae Στον άνθρωπο μεταδίδεται
σποραδικά μέσω της τροφής λόγω κακής υγιεινής ή επιβαρυμένων
περιβαλλοντικών καταστάσεων παραγωγής.
Η τροφογενής μετάδοση συνήθως είναι λόγω κακής ατομικής υγιεινής και μη
λήψης των απαιτούμενων μέτρων προστασίας όπως ο έλεγχος της υγείας του
προσωπικού. Ένας ακόμα δρόμος είναι μέσω Οστρακόδερμων που έχουν
συλλεχθεί από θαλάσσιες περιοχές ιδιαίτερα επιβαρυμένες από αστικά λύματα.
Η περίοδος επώασης είναι κατά μέσο όρο 28 ημέρες και η διάρκεια του
νοσήματος ποικίλει από 2 εβδομάδες έως 3 μήνες. Τα παρουσιαζόμενα
συμπτώματα είναι:
α. Κακουχία, απώλεια όρεξης, γριπώδης συνδρομή.
β. Ναυτία, διάρροια.
γ. Χολή στα ούρα, ίκτερος.
Ιογενείς Γαστρεντερίτιδες
Οφείλονται σε ιούς Norovirus του γένους Caliciviridae και σε ιούς Rotavirus
του γένους Reoviridae. Μεταδίδονται κυρίως μέσω της τροφής, λόγω κακής
ατομικής υγιεινής και υγείας του προσωπικού, που διαχειρίζεται τρόφιμα.
Η περίοδος επώασης για τους ιούς Norovirus είναι 12 έως 48 ώρες ενώ για
τους ιούς Rotavirus είναι 1 έως 3 ημέρες και η διάρκεια του νοσήματος είναι 12
έως 60 ώρες και 4 έως 8 ημέρες αντίστοιχα. Τα εμφανιζόμενα συμπτώματα είναι
κυρίως:
α. Για τους ιούς Norovirus είναι κυρίως ναυτία, έμετος, κοιλιακές κράμπες,
διάρροια, πυρετός, μυαλγία, πονοκέφαλος.
β. Για τους ιούς Rotavirus έμετος, υδαρής διάρροια, χαμηλός πυρετός,
προσωρινή δυσανεξία στη λακτόζη.
Τα αυστηρά μέτρα ατομικής υγιεινής και η παρακολούθηση της υγείας του
προσωπικού καθώς και η αυστηρά προσεκτική επιλογή προμηθευτών όσον
αφορά τα οστρακόδερμα, είναι τα απαραίτητα μέτρα προστασίας από τα
παραπάνω Ιογενή νοσήματα.

Βακτηριδιακά Νοσήματα
Τα συγκεκριμένα τροφιμογενή νοσήματα προκαλούνται είτε απευθείας από
τα βακτήρια είτε μέσω της παραγωγής τοξινών από αυτά και την τελική πρόσληψή
τους από τον άνθρωπο. Προκαλούν συχνά σοβαρές επιδημίες και αποτελούν μία
από τις σοβαρότερες μορφές ασθενειών με απώλειες ανθρώπων λόγω χαμηλού
επιπέδου υγιεινής.
Χολέρα
Οφείλεται στο Vibrio cholerae και συγκεκριμένα στην εντεροτοξίνη, που αυτό
παράγει προκαλώντας οξεία διαρροϊκή νόσο. Μεταδίδεται μέσω της τροφής που
έχει μολυνθεί με ανθρώπινα κόπρανα, μέσω οστρακόδερμων και κυρίως μέσω του
νερού σε συνθήκες χαμηλής υγιεινής, ανεπαρκή παροχή νερού και ιδιαίτερα όταν
έχουμε γειτνίαση των μαγειρείων εστιατορίων και των δικτύων ύδρευσης ή των
γεωτρήσεων με αυτά της αποχέτευσης ή τους βόθρους.

Vibrio cholerae

Κακές συνθήκες ύδρευσης.
Ιδανικές συνθήκες Χολέρας

Η περίοδος επώασης διαρκεί συνήθως 2 με 3 ημέρες και το βακτήριο
αποβάλλεται με τα κόπρανα και λίγες ημέρες μετά την επώαση αν και έχουν
περιγραφεί περιπτώσεις φορίας μερικών μηνών.
Η κλινική εικόνα της προσβολής εξαρτάται από τον ορότυπο του βακτηριδίου.
Στους περισσότερους οροτύπους η νόσος είναι ασυμπτωματική ή ήπια αλλά
στελέχη των οροτύπων Ο1 και Ο139 προκαλούν τη σοβαρή νόσο που
χαρακτηρίζεται ως Χολέρα. Χαρακτηρίζεται από:
α. Υδαρή διάρροια (rice-water), εμέτους και μυϊκές κράμπες.
β. Η γρήγορη απώλεια σωματικών υγρών μπορεί να οδηγήσει σε
αφυδάτωση, υπογλυκαιμία, οξείδωση, κυκλοφορική καταπληξία, σοβαρές
ηλεκτρολυτικές διαταραχές, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και κώμα.
γ. Θάνατος που μπορεί να προκύψει σε μερικές ώρες εξαιτίας της σοβαρής
αφυδάτωσης και η θνητότητα μπορεί να φτάσει στο 50%.Με την κατάλληλη και
έγκαιρη ενυδάτωση του ασθενή η θνητότητα είναι μικρότερη από 1%.

Αλλαντίαση
Προκαλείται από Νευροτοξίνη που παράγεται από το Clostridium botulinum
(Κλωστρίδιο της Αλλαντίασης) αλλά και από κάποια στελέχη των Clostridium
butyricum και Clostridium baratii. Η τοξίνη (Αλλαντοτοξίνη) παράγεται όταν σπόροι
ή βακτήρια του Κλωστριδίου αναπτύσσονται σε τρόφιμα ακατάλληλα
παρασκευασμένα ή κονσερβοποιημένα, χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι ή
ζάχαρη, χαμηλής οξύτητας, καθώς και σε παστεριωμένα ή ελαφρώς μαγειρεμένα
τρόφιμα που δεν έχουν καταψυχθεί, ειδικά αυτά σε αεροστεγή συσκευασία (π.χ
καπνιστά ψάρια, προϊόντα κρέατος, σάλτσες κ.α). Η τοξίνη καταστρέφεται με το
βρασμό (85οC για 5 λεπτά ή περισσότερο), ενώ τα σπόρια απαιτούν περισσότερο
χρόνο για να καταστραφούν (120οC για 10 λεπτά ή περισσότερο).
Παραγωγή αλλαντοτοξίνης έχουμε και σε περίπτωση κατάποσης σπόρων
Clostridium botulinum από βρέφη ή ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες που δεν έχουν
τη φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου ή ανάπτυξη των σπόρων διαμέσου ανοικτών
απεριποίητων τραυμάτων. Κάποιες μελέτες αναφέρουν ως προδιαθεσικό
παράγοντα στη βρεφική αλλαντίαση την κατανάλωση μελιού γι’ αυτό και δεν
συνίσταται αυτή πριν τη συμπλήρωση του 1 έτους ηλικίας.
Η περίοδος επώασης στην τροφιμογενή αλλαντίαση είναι από πολύ μικρή (6
ώρες από την κατανάλωση μολυσμένης τροφής) έως πολύ μεγάλη μέχρι και 10
ημέρες. Συνήθως, ο μέσος χρόνος επώασης της νόσου είναι 18-36 ώρες. Στη
βρεφική αλλαντίαση είναι άγνωστος λόγω του ότι δεν διευκρινίζεται συνήθως πότε
έγινε η κατάποση των σπόρων του βακτηρίου. Παρόλο που η απέκκριση τοξίνης
και μικροβίων στα κόπρανα των ενηλίκων ασθενών με εντερική τοξιναιμία
συνεχίζεται για εβδομάδες ή μήνες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων δεν έχει
καταγραφεί μετάδοση της νόσου από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Τα κύρια συμπτώματα είναι τα εξής:
α. Αρχικά αδυναμία, ίλιγγος, θαμπή όραση, ξηροστομία.
β. Δυσκολία στην κατάποση και την ομιλία, λόγω της προσβολής των
κρανιακών νεύρων από την αλλαντική τοξίνη.
γ. Χαλαρή συμμετρική κατιούσα παράλυση. Η παράλυση των
αναπνευστικών μυών μπορεί να είναι θανατηφόρα αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως
με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
δ. Μπορεί να συνυπάρχουν γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία,
έμετος, δυσκοιλιότητα ή σπανιότερα διάρροια, ενώ δεν παρατηρείται πυρετός ή
απώλεια συνείδησης.
Η Βρεφική Αλλαντίαση περιλαμβάνει δυσκοιλιότητα, απώλεια όρεξης, αδύναμο
κλάμα, αδύναμο μυϊκό τόνο, λήθαργο και απώλεια στήριξης της κεφαλής. Η κλινική
εικόνα κυμαίνεται από ήπια που δεν απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο μέχρι
αιφνίδιο θάνατο.

Λιστερίωση
Οφείλεται σε προσβολή από το βακτήριο Listeria monocytogenes η οποία είναι
πιθανόν να αποικίσει το χώμα, το νερό, τις ζωοτροφές, τις χορτονομές και τα
λύματα. Ο άνθρωπος όπως επίσης και τα κατοικίδια ζώα, πτηνά και άγρια
θηλαστικά μπορεί να φέρουν το βακτήριο χωρίς να νοσούν. Η L. monocytogenes,
σε αντίθεση με άλλα παθογόνα που προκαλούν τροφιμογενή νοσήματα, μπορεί να
αναπτυχθεί σε κατεψυγμένα τρόφιμα αποτελώντας ένα από τα λίγα βακτήρια που
χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ανθεκτικότητα. Η Λιστέρια μπορεί να επιβιώσει και
να αναπτυχθεί στο βιοφίλμ, γεγονός που σε μονάδες παραγωγής ενέχει μεγάλο
κίνδυνο μεταφοράς σε τρόφιμα.
Η μετάδοση του νοσήματος γίνεται κατά κανόνα:
α. Με την κατανάλωση τροφίμων που μολύνονται από ασθενείς ή
ασυμπτωματικούς φορείς του νοσήματος. Τα λαχανικά μπορεί να μολυνθούν από
το χώμα ή από την κοπριά, όταν αυτή χρησιμοποιείται ως λίπασμα.
β. Μέσω της επαφής με πάσχοντα ζώα ή με τις απεκκρίσεις τους
γ. Από τη μητέρα στο έμβρυο είτε μέσω του πλακούντα κατά τη διάρκεια της
κύησης είτε κατά τον τοκετό.
Η περίοδος επώασης του νοσήματος ποικίλει, είναι μεγαλύτερη από αυτή των
άλλων τροφιμογενών νοσημάτων και κυμαίνεται από 3 έως και 70 μέρες μετά την
κατανάλωση μολυσμένου τροφίμου με μέση περίοδο τις 3 εβδομάδες περίπου. Τα
μολυσμένα άτομα είτε ασθενείς είτε ασυμπτωματικοί φορείς μπορούν να
διασπείρουν το βακτήριο για αρκετούς μήνες.
Σαν νόσος είναι συνήθως ασυμπτωματική και κλινικά εμφανίζεται κυρίως σε
νεαρά ή ανοσοκατεσταλμένα άτομα καθώς και σε εγκύους. Η κλινική εικόνα του
νοσήματος περιλαμβάνει:
α. Πυρετό, μυαλγίες και ενίοτε ναυτία ή διάρροια.
β. Από το νευρικό σύστημα κεφαλαλγία, δυσκαμψία του αυχένα, σύγχυση,
έλλειψη ισορροπίας ή σπασμοί.
γ.

Σηψαιμία ή μηνιγγίτιδα

δ. Βλατιδώδη εξανθήματα στα χέρια και τις παλάμες λόγω άμεσης επαφής
ε. Οι έγκυες γυναίκες πυρετό και πιθανόν αποβολή, θνησιγένεια (γέννηση
νεκρού νεογνού), πρόωρο τοκετό ή σοβαρή λοίμωξη του νεογνού.
Η αυστηρή επιλογή των προμηθευτών, ο συνεχής έλεγχος των προϊόντων και
οι αυστηροί κανόνες υγιεινής και παρασκευής των τροφίμων, όπως η επισταμένη
πλύση των λαχανικών και η υγιεινή της ύδρευσης είναι από τα μέτρα εκλογής για
την πρόληψη και των ανωτέρω νοσημάτων.

Βρουκέλλωση - Μελιταίος Πυρετός
Η βρουκέλλωση ή μελιταίος πυρετός είναι μια λοιμώδης νόσος που
προκαλείται από το ενδοκυτταρικό βακτήριο Brucella melitensis και μεταδίδεται
στον άνθρωπο από τα ζώα, κυρίως με την κατανάλωση τροφίμων, ιδιαίτερα
γαλακτοκομικών προϊόντων, που προέρχονται από μολυσμένα ζώα και δεν έχουν
υποστεί την κατάλληλη επεξεργασία ή με την χωρίς προστασία επαφή με
μολυσμένα ζώα αποτελώντας επαγγελματική νόσο των Κτηνιάτρων, Κτηνοτρόφων
και εκδοροσφαγέων.
Η περίοδος επώασης είναι περίπου 2 με 7 εβδομάδες από την είσοδο του
μικροοργανισμού στον άνθρωπο και τα συμπτώματα που παρουσιάζονται είναι:
α. Διαλείπον κυματοειδής πυρετός κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες.
β. Εφίδρωση, ανορεξία και κόπωση.
γ.

Πόνοι στις αρθρώσεις, ρίγη, κεφαλαλγία και μείωση του βάρους.

δ. Ως επιπλοκές εμφανίζονται η ενδοκαρδίτιδα, η μηνιγγοεγκεφαλίτιδα , η
κερατίτιδα ή η χρόνια ιριδοκυκλίτιδα και ορχίτιδα. Κυρίως όμως μπορεί να
εμφανιστεί αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, οστεομυελίτιδα και δισκοσπονδυλίτιδα.
Ως μέτρα πρόληψης και προστασίας έναντι του Μελιταίου Πυρετού
συστήνονται τα παρακάτω:
α. Κατανάλωση παστεριωμένου γάλακτος. Σε περίπτωση νωπού αυτό πρέπει
να βράζετε τουλάχιστον για 2 λεπτά (δεν αρκεί απλώς να φουσκώσει)πριν την
κατανάλωση.
β. Αποφυγή κατανάλωσης φρέσκων μαλακών τυριών εάν δεν έχουν
ωριμάσει για το κατάλληλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 2 μήνες) όπως και
άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων αν δεν είναι γνωστή η τήρηση της σωστής
διαδικασίας παρασκευής.
γ. Προμήθεια γαλακτοκομικών προϊόντων
προμηθευτές σύμφωνα με την παρούσα.

μόνο

από

εγκεκριμένους

Λοιπές Βακτηριδιακές και Πρωτοζωϊκές Γαστρεντερίτιδες
Οφείλονται σε προσβολή από βακτηρίδια, από τις παραγόμενες τοξίνες τους
και πρωτόζωα. Η μετάδοση στην τροφή οφείλεται είτε σε κακές συνθήκες υγιεινής
και υγείας του προσωπικού, είτε σε αρχική προσβολή των πρώτων υλών, είτε σε
πρωτογενή προσβολή των ζώων προέλευσης.
Οι εκδηλώσεις είναι κυρίως έμετος και διάρροιες σε διάφορες μορφές, ένταση
και βαρύτητα, που εξαρτάται από το είδος του βακτηριδίου, το στέλεχός του και
την παραγωγή ή όχι εντεροτοξινών. Συνοπτικά στοιχεία των γαστρεντερίτιδων
φαίνονται στον παρακάτω πίνακα.

Παθογόνο αίτιο
Campylobacter
jejuni
E. coli (EHEC)
Εντεροαιμορραγική
E. coli (ETEC)
Εντεροτοξινογενής
Salmonella spp. (μη
τύφο-παρατυφική)
Salmonella Typhi
και Paratyphi
Shigella spp.
Βακτηριακή
δυσεντερία
Yersinia
enterocolytica

Bacillus cereus

Clostridium
perfringens

Staphylococcus
aureus
Cryptosporidium
parvum
Entamoeba
histolytica
Giardia lamblia

Περίοδος
επώασης

Συμπτώματα

Διάρκεια
νοσήματος

Διάρροια (συχνά αιματηρή),
κοιλιακές κράμπες, πυρετός,
2–10 ημέρες
έμετος
Σοβαρή διάρροια, συχνά
1–8 ημέρες
αιματηρή, κοιλιακό άλγος και
5–10 ημέρες
έμετος
Υδαρής διάρροια, κοιλιακές
1–3 ημέρες
3 - >7 ημέρες
κράμπες, έμετος
Διάρροια, πυρετός, κοιλιακές
1–3 ημέρες
4–7 ημέρες
κράμπες, έμετος
3 ημέρες
Πυρετός, πονοκέφαλος,
έως 1 μήνα. δυσκοιλιότητα, καταβολή, ρίγος,
1-10 ημέρες
μυαλγία. Η διάρροια είναι
4–7 ημέρες
για τον
ασυνήθιστη, ο έμετος είναι
παράτυφο
συνήθως μικρής βαρύτητας
Κοιλιακές κράμπες, πυρετός,
24–48 ώρες διάρροια, τα κόπρανα μπορεί να
4–7 ημέρες
περιέχουν αίμα και βλέννη
Συμπτώματα που μοιάζουν με
σκωληκοειδίτιδα (διάρροια,
24–48 ώρες
1–3 εβδομάδες
έμετος, πυρετός και κοιλιακό
άλγος)
Τοξίνες
Κοιλιακές κράμπες, υδαρής
10–16 ώρες
24–48 ώρες
διάρροια, ναυτία
Υδαρής διάρροια, ναυτία,
κοιλιακές κράμπες, σπάνια
8–16 ώρες
πυρετός
24–48 ώρες
Νεκρωτική εντεροκολίτιδα
(Τύπος C)
Ξαφνική έναρξη σοβαρής
1–6 ώρες
ναυτίας και εμέτου, κοιλιακές
24–48 ώρες
κράμπες
Πρωτόζωα
Διάρροια (συνήθως υδαρής),
Εβδομάδες
2–10 ημέρες
κράμπες στο στομάχι, πυρετός
έως και μήνες
2–3 ημέρες
Αρκετές
Διάρροια (συχνά αιματηρή),
έως 1–4
εβδομάδες έως
πόνος στην κάτω κοιλιακή χώρα
εβδομάδες
μήνες
1–2
Ημέρες έως
Διάρροια, κράμπες στο στομάχι
εβδομάδες
εβδομάδες
2–5 ημέρες

Για την πρόληψη απαιτείται η αυστηρή προσήλωση στα μέτρα υγιεινής του
προσωπικού ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη στην τουαλέτα και την επιμελή
παρακολούθηση της υγείας του από όλους τους εμπλεκόμενους.

Παρασιτικά Νοσήματα
Τα παρασιτικά τροφιμογενή νοσήματα επιβάλλουν κακές συνθήκες υγιεινής
αλλά και κακή παραγωγή των τελικών προϊόντων. Σαν τροφιμογενή παρασιτικά
νοσήματα αναφέρονται κυρίως οι Ταινίες και η Τριχινέλλα.
Οι Ταινίες που προσβάλουν τον άνθρωπο από τα τρόφιμα είναι κυρίως η
Taenia saginata και Taenia solium. Η Τ. saginata έχει ως τελικό ξενιστή τον
άνθρωπο που προσβάλλεται με την βρώση ατελώς ψημένου κρέατος και
σπλάχνων βοοειδών, που αποτελούν τους ενδιάμεσους ξενιστές. Η Τ. solium έχει
ως τελικούς ξενιστές το χοίρο και τον άνθρωπο, ο οποίος μολύνεται με την
κατάποση αυγών παρασίτων είτε με επιμόλυνση των τροφών, είτε με κακές
συνθήκες υγιεινής. Επίσης μολύνεται με Τ. solium μέσω της κατανάλωσης ατελώς
ψημένου κρέατος προσβεβλημένου χοίρου.

Βιολογικός Κύκλος της Taenia saginata

Βιολογικός Κύκλος της Taenia solium

Η προσβολή με Taenia saginata έχει περίοδο επώασης 10 με 14 εβδομάδες
και συνήθως είναι ασυμπτωματική. Σπάνια παρουσιάζεται διάρροια, διάχυτα
κοιλιακά άλγη και μικρή απώλεια βάρους.
Η προσβολή με Taenia solium έχει περίοδο επώασης 10 με 14 εβδομάδες και
συνήθως είναι ασυμπτωματική. Σπάνια παρουσιάζεται νευροκυστικέρκωση με
κεφαλαλγία, επιληψία και υδροκέφαλο και μυοκυστικέρκωση με μυοσίτιδα και
ψευδοδυστροφία.
Η Τριχίνωση αποτελεί νόσημα που οφείλεται στο νηματώδη έλμινθα
Trichinella spiralis με κύριο ξενιστή το χοίρο. Ο άνθρωπος προσβάλλεται μέσω της
κατανάλωσης ατελώς ψημένου κρέατος χοίρου.

Προνύμφες Trichinella spiralis στο διάφραγμα του χοίρου.
Τα αρχικά συμπτώματα εμφανίζονται 1–2 ημέρες και τα υπόλοιπα ξεκινούν 2–
8 εβδομάδες μετά τη λοίμωξη. Αρχικά εμφανίζεται Nαυτία, διάρροια, έμετος,
κόπωση, πυρετός και κοιλιακή δυσφορία, ενώ ακολουθούν, η μυαλγία, αδυναμία,
περικογχικό οίδημα και καρδιακές ή νευρολογικές επιπλοκές.
Άλλα παρασιτικά νοσήματα όπως η Υδατίδωση και το Σύνδρομο
μεταναστευουσών προνυμφών περιγράφονται στην Μ.Δ. 7-1/2013/ΙΙΙ ΤΑΞΥΠ/ΔΥΓ.
Για όλα τα παρασιτικά νοσήματα ως μείζων μέτρο πρόληψης είναι οι αυστηρές
συνθήκες υγιεινής και το καλό ψήσιμο των κρεάτων.
Μύκητες
Εδώ αναφέρονται τα διατροφικά ατυχήματα από κατανάλωση μη βρώσιμων
(δηλητηριωδών) μανιταριών. Στην Ελλάδα είναι γνωστά περίπου 2.200 είδη
αγρίων μανιταριών και από αυτά τα 150 είδη είναι βρώσιμα.
Τα περισσότερα είδη δεν είναι ούτε επικίνδυνα ούτε όμως και βρώσιμα.
Υπάρχουν είδη που προκαλούν απλές γαστρεντερικές διαταραχές λόγω του
μεγάλου ποσοστού μυκοχιτίνης που περιέχουν και σε αυτά που προκαλούν
διαφόρου βαθμού επικινδυνότητας δηλητηριάσεις.
Η αντιμετώπιση της δηλητηρίασης έγκειται στην έγκαιρη διάγνωση και στη
αποβολή από τον οργανισμό του δηλητηρίου που δεν έχει απορροφηθεί. Ο
χρόνος επώασης του δηλητηρίου στη χειρότερη περίπτωση πολλές φορές είναι

μεγάλος με τα πρώτα συμπτώματα να εμφανίζονται 4 έως 24 ώρες μετά την
κατανάλωση.
Αρχικά εμφανίζεται διάρροια, κοιλιακό άλγος, εμετός και πιθανόν πυρετός,
άσθμα και αλλεργική αντίδραση. Μετά μια ύφεση 1-2 ημερών, ξεκινά η «νέκρωση»
του ήπατος. Ο θάνατος επέρχεται 6 με 10 ημέρες μετά το πρώτα συμπτώματα. Η
θανατηφόρος δόση είναι περίπου 50 χιλιοστόγραμμα (milligram) που αντιστοιχούν
σε ένα μανιτάρι.
Για την προστασία από αυτού του τύπου τις δηλητηριάσεις επιβάλλεται να μην
καταναλώνονται άγρια μανιτάρια αλλά μόνο καλλιέργειας. Γενικά στα μανιτάρια
επικρατεί ο κανόνας του αν δεν είμαστε σίγουροι δεν καταναλώνουμε.
Τα τροφιμογενή νοσήματα προλαμβάνονται μόνο όταν ως προτεραιότητα
έχουμε την απόλυτη τήρηση των κανόνων υγιεινής σε όλα τα επίπεδα της
παραγωγής και της διάθεσης των τροφίμων. Στο θέμα της υγείας το κακό μπορεί
να γίνει μόνο μια φορά γι’ αυτό «Καλύτερα το προλαμβάνειν παρά το θεραπεύειν».