ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

THEANCIENTWEB.WORDPRESS.COM

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ
ΕΛΛΑΔΑΣ
Ηλεκτρονική εφημερίδα
ancientweb
24/6/2013

ΤΕΥΧΟΣ 1

Αρχειακή εφημερίδα του ιστιότοπου theancientweb.wordpress.com
1

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Περιεχόμενα
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ......................................................................................................................... 3
Μαντείο Τροφωνίου ............................................................................................................................................... 3
ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΗ .......................................................................................................................................................... 4
Ταναγραίες κόρες ..................................................................................................................................................... 4
ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ............................................................................................................................. 6
Η Μάχη της Ιμέρας – 480 π.χ. ............................................................................................................................. 6
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ........................................................................................................................................ 7
Διατροφή στην Αρχαία Ελλάδα ........................................................................................................................ 7
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ..............................................................................................................................................................17
Οι Ερινύες ...................................................................................................................................................................17
Η Γέννηση του Ηρακλή ........................................................................................................................................18
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ...............................................................................................................................................................20
Το Σπήλαιο του Πλάτωνα ..................................................................................................................................20
ΠΡΟΣΩΠΑ ...................................................................................................................................................................22
Ο Ισάδας της Αρχαίας Σπάρτης .......................................................................................................................22

2

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Μαντείο Τροφωνίου

Το μαντείο του Τροφωνίου

Έ

να κυκλικό οικοδόμημα που είχε έρθει σε
φως κατά την διάρκεια παλαιότερων
αρχαιολογικών ανασκαφών, ταυτίστηκε
τελικά με το περίφημο Μαντείο του Τροφωνίου.
Πρόκειται για ένα υπόγειο κλιβανοειδές κτίσμα, το
οποίο διασώζεται μέχρι το ύψος του φυσικού
εδάφους. Η τοιχοδομία του είναι από πέτρες σε
δεύτερη χρήση, αφού το πρωτότυπο, όπως
περιγράφεται
από
τους Παυσανία,Φιλοστρατο, Στράβωνα κ.ά., είχε την
τύχη όλων των αρχαίων Ιερών, κατά την περίοδο
των καταστροφών που ακολούθησαν μετά την
κατάργηση της αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας.

Αρχιτεκτονική δομή
Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν στα 1968 με την
συνεργασία της Θ’ Εφορείας Προϊστορικών και
Κλασσικών Αρχαιοτήτων.[1]
Οι διαστάσεις του εν λόγω οικοδομήματος στο μεν
δάπεδο είναι διαμέτρου 1,90 μ., ενώ το ύψος φτάνει
περίπου στα 3,5 μέτρα. Δείχνει κατά τι μεγαλύτερο
του αρχικού μεγέθους των 8Χ4πήχεων, όπως
περιγράφεται από τον Περιηγητή. Αλλά αυτό έχει την
ερμηνεία του. Τα τελευταία όστρακα που βρέθηκαν
στο δάπεδο χρονολογούνται ήδη την εποχή των
καταστροφών που προκάλεσαν οι Έρουλοι, ενώ είναι
γνωστό ότι κατά την διάρκεια κατάργησης
της αρχαίας
Θρησκείας,
έγιναν
ακόμη
συστηματικότερες καταστροφές.
Είναι έτσι πολύ λογικό να γίνει αποδεκτή μια
κυριολεκτική διάλυση του περιβόητου Αδύτου, αφού
όπως πληροφορεί ο Παυσανίας, ήταν οικοδομημένο
“συν τέχνη και αρμονία” απ’ ευθείας πάνω στον
συμπαγή πυριτόλιθο, από τον οποίο αποτελείται
αποκλειστικά ο συγκεκριμένος τόπος.
Υπάρχει ένα κύριο χαρακτηριστικό το οποίο πείθει με
βεβαιότητα ότι πρόκειται για το καθεαυτό Χρηστήριο,

Άντρο, Καταβάσιο, Σπήλαιο, Στόμιο και πολλές
άλλες επωνυμίες του μαντείου του Τροφωνίου. Στο
δάπεδο του εν λόγω μνημείου, διασώζεται ένα στενό
αυλάκι που συμφωνεί απόλυτα με την αρχαία
περιγραφή “του στομίου με ύψος δύο μόλις
σπιθαμών”.
Αυτό ακριβώς το τμήμα, που περιγράφεται ως Οπή,
παρά το ότι φέρει εμφανή ίχνη απόπειρας
κακοποίησης, εν τούτοις παρέμεινε ουσιαστικά
αβλαβές.
Το συγκεκριμένο μνημείο, το οποίο απετέλεσε
αντικείμενο αναζητήσεων και ερευνών από
ημεδαπούς
και
αλλοδαπούς αρχαιολόγους και
ερασιτέχνες επίσημα ήδη από τα 1795, βρίσκεται στο
δυτικό
τμήμα
της Λειβαδιάς,
πάνω
στην
επιπεδοποιημένη από την αρχαιότητα κορυφή του
λόφου του Προφήτη Ηλία.
Σε πολύ κοντινή απόσταση εκτείνονται τα ερείπια του
μεγάλου ναού του Διός Βασιλέως, στον οποίο
εικάζεται
ότι
κάτω
από
την αψίδα ήταν
τοποθετημένος ο Θρόνος της Μνημοσύνης. Τρεις
επιφανείς Μακεδόνες
βασιλείς συμπεραίνεται
μέσω Επιγραφικών μαρτυριών
ότι
μυήθηκαν
βασιλείς σε αυτό το ιερό: ο Αμύντας του Περδίκκα, ο
πολύ γνωστός Φίλιππος Β’ και τέλος οΑντίοχος Δ’
Επιφανής.

Μαρτυρίες σε έργα του αρχαίου θεάτρου
Στην αρχαιότητα,
όπως
μαρτυρείται
στις Νεφέλες του Αριστοφάνη,
η
έκφραση
“Κατεβαίνω στο Τροφώνιο άντρο” σήμαινε “έχω
καταληφθεί από φόβο”[2].
Στην
τραγωδία Ίων του Ευριπίδη,
ο
άτεκνος Ξούθος μηνεί στη σύζυγό του, Κρέουσα, ότι
πήφε να συμβουλευτεί τον Τροφώνιο στο δρόμο του
για τους Δελφούς.

3

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΗ

Ταναγραίες κόρες

Οι

Ταναγραίες κόρες είναι περίφημα
αρχαία Ελληνικά έργα πλαστικής
τέχνης από τερακότα. Παρουσιάζουν
γυναίκες σε όρθια ή καθιστή στάση, και προέρχονται
από τα λεγόμενα κοροπλαστικά εργαστήρια
τηςΤανάγρας, στην αρχαία Βοιωτία. Το μέγεθός τους
κυμαίνεται από 15 ως 35 εκατοστά και χρησίμευαν
ως ταφικά αναθήματα, ή για να φέρνουν γούρι στον
κάτοχό τους.
Αν και μεμονωμένα ευρήματα ήταν ήδη γνωστά από
διάφορους αρχαιολογικούς τόπους, τα έργα των
κοροπλαστών δεν είχαν προσελκύσει το ιδιαίτερο
ενδιαφέρον των αρχαιολόγων, μέχρι που το 1874 ένα
σημαντικό εύρημα τα έκανε γνωστά στο ευρύ κοινό.
Ένας αγρότης που όργωνε το χωράφι του στην
Τανάγρα, ανακάλυψε ένα σύμπλεγμα αρχαίων
τάφων, στους οποίους βρίσκονταν πολλές
Ταναγραίες κόρες, οι οποίες μάλιστα ήταν
διατηρημένες σε πολύ καλή κατάσταση.
Οι Ταναγραίες κόρες ήταν πολύ δημοφιλείς στους
Έλληνες του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., και το εμπόριό
τους ήταν πολύ διαδεδομένο σε όλη την Ελληνιστική
επικράτεια, ενώ εργαστήρια παραγωγής τους άνθιζαν
στην Αλεξάνδρεια, Τάραντα,
και Μυρίνα.
Η
παραδοσιακή τέχνη των Ταναγραίων κορών ξεκινάει
τουλάχιστον από τον 5ο αι. π.Χ., αφού η αρχαία
Ελληνίδα ποιήτριαΚόριννα από την Βοιωτία στο
ποίημά της αναφέρει τα εξής:

ἐπί με Τερψιχόρα [καλῖ
καλὰ Ϝεροῖ' ἀισομ[έναν
Ταναγρίδεσσι λε[υκοπέπλυς·
μέγα δ' ἐμῆς γέγ[αθε πόλις
λιγουροκω[τί]λυ[ς ἐνοπῆς.
[...]
λόγια δ’ ἐπ πατέρω[ν
κοσμείσασα
Ϝιδιο[
παρθ[έ]νυσι
κατά[ρχομη
πο]λλὰ μὲν Καφ[ισὸν ἱών[...]
Ο Γερμανός ποιητής Ρίλκε εξύμνησε την ομορφιά
των κορών της Τανάγρας αφιερώνοντάς τους το
1906 το ποίημα «Τανάγρα». Και ο Όσκαρ
Ουάιλντ περιγράφει την πανέμορφη πρωταγωνίστρια
του στο «Ένας ιδανικός σύζυγος» ως κόρη της
Τανάγρας.
Ο
Γάλλος
ζωγράφοςΖαν-Λεόν
Ζερόμ (Jean-Léon Gérôme) συχνά χρησιμοποιεί
ταναγραίες κόρες στους πίνακές του, ενώ το γλυπτό
του
με
τίτλο Tanagra έγινε
διάσημο
στην
καλλιτεχνική έκθεση Salon de Parisτου 1890.
Οι κόρες της Τανάγρας έγιναν σύντομα τόσο
δημοφιλείς, που τα Μουσεία και οι ιδιώτες συλλέκτες
ανταγωνίζονταν ποιος θα τις αποκτήσει.
Οι Ταναγραίες κόρες παρουσιάζουν ως επί το
πλείστον ευγενείς κυρίες, πρότυπα ιδανικής ομορφιάς
και μόδας της εποχής τους. Η ενδυμασία είναι
πολυτελής και περίτεχνα διπλωμένη, ενώ τονίζουν τις
ωραίες γραμμές του σώματος. Η κεφαλή και κόμη
έχει όλα τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά, ακόμη
και όταν είναι καλυμμένη με μαντήλι. Συνοδεύονται
δε και με καλαίσθητα και πολύτιμα αξεσουάρ, όπως
σκουλαρίκια, βεντάλιες, καπέλα και άλλα. Σπάνια
συναντούμε και θεότητες, όπως την Αφροδίτη.

4

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Είναι άξιο θαυμασμού, πως ένα απλό αγροτικό
χωριό σαν την Τανάγρα έκανε τόσο θαυμάσια έργα
για την εποχή τους, ενώ η καλή κοινωνία που
απεικονίζουν βρισκόταν μάλλον στην Αθήνα και
την Αλεξάνδρεια.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν ως νεκρικά παραθέματα,
σε τάφους νεαρών γυναικών, γιαυτό συμπεραίνουμε,
ότι η τέχνη αυτή εξελίχθηκε ως έκφραση της ιδανικής
και τέλειας ομορφιάς, σοφίας και καλλιτεχνίας, και
ως συνοδεία της αγαπημένης νεκρής στον κόσμο
μετά τον θάνατο. Ίσως να ήταν και αφιερώματα στην
θεά Αφροδίτη, η οποία εκπροσωπούσε το ιδανικό της
θηλυκής ομορφιάς, οι Μούσες εκπροσωπούσαν την
καλλιτεχνική
Μουσική,
επιστήμη,
ρητορική
ικανότητα, γλυπτική, ζωγραφική, καλλιγραφία.
Πιθανώς να χρησίμευαν ως φυλακτό ή για γούρι, και
γιαυτό συνόδευαν τις γυναίκες σε όλη τους τη ζωή,
από την παιδική ηλικία ως το θάνατο.
Η κατασκευή των Ταναγραίων κορών ήταν
εξελιγμένη σε βαθμό βιομηχανοποίησης. Οι
κατασκευαστές ονομάζονταν «κοροπλάστες» και
χρησιμοποιούσαν ξύλινα καλούπια, τα οποία πολλές
φορές είχαν πρότυπο κάποιο πραγματικό πρόσωπο.

Οι κεφαλές, και μερικές φορές και τα χέρια,
κατασκευάζονταν ξεχωριστά από τα σώματα και
προσαρμόζονταν μετά το ψήσιμο. Μια στρογγυλή ή
συχνότερα τετράγωνη οπή στην όπισθεν όψη
χρησίμευε ως διέξοδος των καυτών αερίων κατά την
διάρκεια του ψησίματος, έτσι ώστε να αποφεύγονται
οι ρωγμές και τα σπασίματα. Μετά την αποθέρμανση
ζωγράφιζαν την επιφάνεια με άσπρο χρώμα (όχι
σμάλτο), το οποίο χρησίμευε ως υπόβαθρο για την
υπόλοιπη πολύχρωμη διακόσμηση των λεπτομερειών.
Συχνά η λευκή μπογιά δεν κρατούσε πολύ και
ξεφλούδιζε, γιαυτό πολλά από τα ευρήματα δεν
διατηρούν τον αρχικό τους ζωγραφικό διάκοσμο.
Όσα όμως έχουν διατηρηθεί, είναι πανέμορφα
δείγματα τέχνης. Πολλά των σημαντικότερων
μουσείων, όπως το Λούβρο, τοΒρετανικό Μουσείο,
το Αρχαιολογικό
Μουσείο
του
Βερολίνου,
το Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, το
Μουσείο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Τέχνης της
Αλεξάνδρειας φιλοξενούν συλλογές Ταναγραίων
κορών. Ιδίως στην Αλεξάνδρεια, όπου και
κατασκευάζονταν στην αρχαιότητα, η φήμη τους ήταν
πολύ
μεγάλη

5

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Μάχη της Ιμέρας – 480 π.χ.1

Τ

ην ίδια στιγμή που οι Έλληνες της
ηπειρωτικής Ελλάδος αντιμετώπιζαν τα
βάρβαρα στίφη των Περσών εισβολέων στη
Σαλαμίνα και στις Θερμοπύλες σ ένα άλλο σημείο το
Ελληνικό στοιχείο αντιμετώπιζε θανάσιμο κίνδυνο.
Εκεί που ο Ελληνισμός άφησε ανεξίτηλα την
πολιτισμική του ταυτότητα και ανωτερότητα σε κάθε
επίπεδο. Στη Μεγάλη Ελλάδα της Νότιας Ιταλίας και
της Σικελίας, την Magna Grecia.
O Καρχηδόνιος Αμίλκας μαζί με 300.000 άνδρες και
200 πολεμικά πλοία-σύμφωνα με τον Διόδωρο τον
Σικελιανό-ξεκινά από την Καρχηδόνα ,αποβιβάζεται
και κατευθύνει την ογκώδη στρατιά του προς την
πόλη της Ιμέρας. Λίβυοι, Νουμιδοί, Ίβηρες,
Σαρδήνιοι, Φοίνικες Καρχηδόνιοι αποτελούν το
αναρίθμητο στράτευμά του το οποίο αρχίζει την
πολιορκία της πόλης. Ο Θήρων ο Ακραγαντινός
επιχειρεί τολμηρή ξαφνική επίθεση η οποία
αποτυγχάνει. Ζητά βοήθεια τοτε από τον ικανότατο
τύραννο των Συρακουσών, Γέλωνα. Αυτός
καταφθάνει με 50.000 πεζούς και 5.000 ιππείς και με
μικρές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο και τους πρώτους
Καρχηδόνιους αιχμάλωτους εξυψώνει το ηθικό των
Ιμεριωτών. Το σχέδιό του είναι να αξιοποιήσει όποια
ευκαιρία του παρουσιαστεί με το μικρότερο δυνατό
κόστος. Η τύχη που βοηθά τους τολμηρούς ,του
χαμογέλασε… Οι άντρες του συνέλαβαν έναν
γραμματοκομιστή που θα έφερνε γράμμα στον Αμίλκα

1

http://ellinonpaligenesia2.blogspot.gr/

ότι οι Σελινούντιοι θα του παρείχαν τους ιππείς τους
ως βοήθεια. Η ευκαιρία δεν θα πήγαινε χαμένη. Θα
πήγαινε το δικό του ιππικό ,ως Σελινούντες, να τους
αιφνιδιάσει .Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν εξωτερικές
διαφορές σε οπλισμό και εμφάνιση μιας και οι
Σελινούντιοι ήταν και αυτοί Έλληνες. Μόλις
ξημέρωσε εμφανίστηκαν οι ιππείς του Γέλωνα και οι
φύλακες ανυποψίαστοι τους δέχτηκαν..Αμέσως
επιτέθηκαν σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά
τους και βάζοντας φωτιά στα πλοία των μισητών
εισβολέων. Έφθασαν και σκότωσαν τον ίδιο τον
Αμίλκα-κατ άλλη εκδοχή έπεσε μέσα στη φωτιά.
Ήταν και το έναυσμα για την γενική επίθεση και το
σύνολο του στρατού των Ελλήνων κατέπεσε με μανία
στο Καρχηδονιακό στρατόπεδο αρχίζοντας μια
σφοδρή
και
φονική
σύγκρουση.
Έλληνες
Συρακούσιοι και Ακραγαντινοί και όλα τα βαρβαρικά
φύλα υπό των Καρχηδονίων πολεμούσαν με λύσσα
γνωρίζοντας ότι αυτή η μάχη θα είναι κρίσιμη για το
μέλλον τους. Παρά την απρόσμενη και ξαφνική
επίθεση οι πολλαπλάσιοι εχθροί είχαν ακόμα το
πάνω χέρι και σ αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι
μερικοί
Έλληνες
ασχολήθηκαν
με
την
λαφυραγώγηση του στρατοπέδου. Μία Ιβηρική
επίθεση τείνει να απειλήσει την Ελληνική θέση. Η
είδηση όμως του θανάτου του Αμίλκα διαδίδεται και
πανικοβάλλει τους Καρχηδόνιους. Ο Γέλων δίνει
εντολές να μην δείξει κανείς οίκτο και οι εχθροί
πλέον σφαγιάζονται ανηλεώς. Ένα μεγάλο τμήμα των
Καρχηδονίων διαφέυγει σ ένα λόφο, το όρος
Καλόγερος 5 μίλια δυτικά της Ιμέρας, έτοιμο να
αντισταθεί με την δύναμη της απελπισίας. Ο Γέλων
όμως δεν επιτίθεται, απλά τους περικυκλώνει.
Γνωρίζει ότι το όρος αυτό είναι άνυδρο και έτσι σε
λίγο το τμήμα παραδίδεται αφυδατωμένο και
εξαντλημένο. Το Φοινικικό στράτευμα νικήθηκε
πλέον ολοκληρωτικά. Τα αιματοβαμμένα όπλα των
Ελλήνων σηκώνονται ψηλά μαζί με τις κραυγές
νίκης. Κατά τον Διόδωρο οι απώλειες των
Καρχηδονίων ανέρχονται στις 150.000 πολλοί από
τους οποίους θα πωληθούν ως δούλοι. Έντρομοι οι
Καρχηδόνιοι ζητούν αμέσως συνθήκη ειρήνης
σύμφωνα με την οποία θα καταβάλλουν 2.000
τάλαντα και θα κατασκευάσουν δύο ναούς όπου θα
χαράσσονταν η συνθήκη.Ο Γέλωνας εκμεταλλεύτηκε
στο έπακρο την ευκαιρία που του δόθηκε κερδίζοντας
μια τεράστιας σημασίας νίκη. Η ήττα απέτρεψε για
70 χρόνια οποιαδήποτε επιθετική κίνηση της
Καρχηδόνας. Αυτό συνέβαλε στην ανάπτυξη και
ανάδειξη του Ακράγαντα ως το ομορφότερο
‘κόσμημα’ της Σικελίας και των Συρακουσών ως το
μεγαλύτερο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της
Ελληνικής Δύσης

6

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Διατροφή στην Αρχαία Ελλάδα

Τ

ις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων
Ελλήνων χαρακτήριζε η λιτότητα, κάτι που
αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες υπό τις
οποίες διεξάγετο η
ελληνική γεωργική δραστηριότητα. Θεμέλιο τους
ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή
τριάδα»:[α] σιτάρι, λάδι και κρασί.
Στη βάση της διατροφής των αρχαίων
Ελλήνων συναντούμε τα δημητριακά, ζεία και σε
περιπτώσεις ανάγκης μείγμα κριθαριού με σιτάρι,
από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος. Με το σιτάρι
που χρησιμοποιείται σήμερα οι αρχαίοι τάιζαν τα
ζώα.Τα δημητριακά συνοδεύονταν συνήθως από
οπωροκηπευτικά
(λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβύθια). Η
κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με
την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και
με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή
κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν
ιδιαιτέρως τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί.
Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά αντί αυτού γινόταν
χρήση κυρίως τουελαιόλαδου. Το φαγητό
συνόδευε κρασί (κόκκινο, λευκό ή ροζέ)
αναμεμειγμένο με νερό.
Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των
αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές
μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές
απεικονίσεις: οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και το
έργο του γραμματικού Αθήναιου από τη μία πλευρά,
τα κεραμικά αγγεία και τα αγαλματίδια από
ψημένο πηλό από την άλλη.

Γεύματα
Ιδιωτικά

Γ

μπορούσε να σερβιριστεί αργά το απόγευμα στη θέση
του δείπνου.
Φαίνεται πως, στις περισσότερες περιστάσεις, οι
γυναίκες γευμάτιζαν χωριστά από τους
άνδρες.[3] Εάν το μέγεθος του σπιτιού το καθιστούσε
αδύνατο, οι άνδρες κάθονταν στο τραπέζι πρώτοι, με
τις γυναίκες να τους ακολουθούν μόνο αφού οι
τελευταίοι είχαν ολοκληρώσει το γεύμα τους.[4] Ρόλο
υπηρετών διατηρούσαν οι δούλοι. Στις φτωχές
οικογένειες, σύμφωνα με το φιλόσοφοΑριστοτέλη, τις
υπηρεσίες τους προσέφεραν οι γυναίκες και τα
παιδιά, καλύπτοντας την απουσία δούλων.[5]
Χάρις στο έθιμο της τοποθέτησης
στους τάφους μικρών μοντέλων επίπλων από ψημένο
πηλό, σήμερα κατέχουμε σημαντικές πληροφορίες για
το πώς έμοιαζαν. Οι Έλληνες έτρωγαν καθιστοί, ενώ
οι πάγκοι χρησιμοποιούνταν κυρίως
στα συμπόσια.[6] Τα τραπέζια, υψηλά για καθημερινή
χρήση και χαμηλά για τα συμπόσια, είχαν
συνήθως ορθογώνιο σχήμα. Κατά τον 4ο αιώνα
π.Χ. ιδιαίτερα διαδεδομένα ήταν τα στρογγυλά
τραπέζια, συχνά με ζωόμορφα πόδια.
Κομμάτια πεπλατυσμένου ψωμιού μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν ως πιάτα, ωστόσο τα πήλινα
δοχεία ήταν και τα πιο διαδεδομένα.[7] Τα πιάτα με
την πάροδο του χρόνου κατασκευάζονταν με
περισσότερο γούστο και επιμέλεια, με αποτέλεσμα να
συναντά κανείς κατά τη ρωμαϊκή περίοδο πιάτα από
πολύτιμα μέταλλα ή ακόμη και γυαλί. Η χρήση
μαχαιροπήρουνων δεν ήταν και πολύ συχνή: η χρήση
του πηρουνιού ήταν άγνωστη και ο σύνηθης τρόπος
λήψης του φαγητού ήταν με τα
δάχτυλα.[8] Εντούτοις μαχαίρια χρησιμοποιούνταν
για την κοπή του κρέατος, καθώς και κάποια
μορφή κουταλιών για σούπες και
ζωμούς.[7] Κομμάτια
ψωμιού (ἀπομαγδαλία) μπορούσαν να χρησιμεύσουν
για τη λήψη τροφής [8] ή ακόμη και ως πετσέτα για τα
δάχτυλα.[9]

ια τους αρχαίους Έλληνες τα γεύματα της
ημέρας ήταν τρία στον αριθμό. Το πρώτο
από
αυτά (ἀκρατισμός) αποτελούσε κριθαρένιο ψωμί βου
τηγμένο σε κρασί (ἄκρατος), συνοδευόμενο
απόσύκα ή ελιές.[1] Το δεύτερο (ἄριστον) λάμβανε
χώρα το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα.[2] Το
τρίτο (δεῖπνον), το οποίο ήταν και το σημαντικότερο
της ημέρας, σε γενικές γραμμές καταναλωνόταν αφού
η νύχτα είχε πλέον πέσει. Σε αυτά μπορεί να
προστεθεί ένα επιπλέον ελαφρύ
γεύμα (ἑσπέρισμα) αργά το απόγευμα. Τέλος
το ἀριστόδειπνον ήταν ένα κανονικό γεύμα που

7

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Συμπόσιον

Σ

την ελληνική αρχαιότητα εκτός από το
καθημερινό δείπνο (βραδινό γεύμα) υπήρχε
και το δειπνούμενο γεύμα με φίλους ή
γνωστούς που ονομάζονταν “συμπόσιο” ή “εστίαση”
που σήμερα λέγεται συνεστίαση. Υπήρχαν και δείπνα
όπου οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν ή οικονομικά, ή
με τρόφιμα, τα οποία και λέγονταν “συμβολές”.
Ο Όμηρος τα αποκαλεί “εράνους“, ενώ γνωστές
είναι οι αρχαίες σχετικές φράσεις “δειπνείν από
συμβολών“, ή “δείπνον από σπυρίδος“.
Το συμπόσιον (λέξη που σημαίνει «συνάθροιση
ανθρώπων που πίνουν») αποτελούσε έναν από τους
πιο αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των
Ελλήνων.[10] Περιελάμβανε δύο στάδια: το πρώτο
ήταν αφιερωμένο στο φαγητό, που σε γενικές
γραμμές ήταν λιτό, ενώ το δεύτερο στην κατανάλωση
ποτού.[10] Στην πραγματικότητα, οι αρχαίοι
έπιναν κρασί και μαζί με το γεύμα, ενώ τα διάφορα
ποτά συνοδεύονταν από
μεζέδες (τραγήματα): κάστανα, κουκιά, ψημένοι
κόκκοι σίτου ή ακόμη γλυκίσματα από μέλι, που
είχαν ως στόχο την απορρόφηση
του οινοπνεύματος ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος της
συνάθροισης.[11]
Το δεύτερο μέρος ξεκινούσε με σπονδή, τις
περισσότερες φορές προς τιμή
του Διονύσου.[12] Κατόπιν οι παριστάμενοι
συζητούσαν ή έπαιζαν διάφορα επιτραπέζια
παιχνίδια, όπως ο κότταβος. Συνεπώς τα άτομα
έμεναν ξαπλωμένα σε ανάκλιντρα (κλίναι), ενώ
χαμηλά τραπέζια φιλοξενούσαν τα φαγώσιμα και τα
παιχνίδια. Χορεύτριες, ακροβάτες και μουσικοί
συμπλήρωναν την ψυχαγωγία των παρευρισκομένων.
Ένας «βασιλιάς του συμποσίου» ο οποίος εκλεγόταν
στην τύχη αναλάμβανε να υποδεικνύει στους δούλους
την αναλογία κρασιού και νερού κατά την
προετοιμασία των ποτών.[12]
Εντελώς απαγορευμένο στις γυναίκες, με εξαίρεση
τις χορεύτριες και τις εταίρες, το συμπόσιο ήταν ένα
σημαντικότατο μέσοκοινωνικοποίησης στην Αρχαία
Ελλάδα. Μπορούσε να διοργανωθεί από έναν ιδιώτη
για τους φίλους ή για τα μέλη της οικογένειάς του,
όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τις
προσκλήσεις σε δείπνο. Μπορούσε επίσης να αφορά
τη μάζωξη μελών μιας θρησκευτικής ομάδας ή μιας
εταιρείας (ενός είδος κλειστού κλαμπ για
αριστοκράτες). Τα πολυτελή συμπόσια προφανώς
προορίζονταν για τους πλούσιους, ωστόσο στα
περισσότερα σπιτικά θρησκευτικές ή οικογενειακές

γιορτές αποτελούσαν αφορμή για δείπνο, έστω και
μετριοπαθέστερο.
Το συμπόσιο ως πρακτική εισήγαγε κι ένα
πραγματικό λογοτεχνικό ρεύμα:
το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα, το ομώνυμο έργο
του Ξενοφώντα, «Το Συμπόσιον των Επτά
Σοφών» του Πλουτάρχου και
οι «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου αποτελούν
χαρακτηριστικά έργα.

Συσσίτια

Τ

α συσσίτια αποτελούσαν κοινά γεύματα στα
οποία συμμετείχαν υποχρεωτικά άνδρες
κάθε ηλικίας στα πλαίσια κοινωνικού ή
θρησκευτικού εθιμοτυπικού. Οι χαρακτηριστικότερες
περιπτώσεις εντοπίζονται στην Κρήτη και τη Σπάρτη,
αν και ορισμένες πηγές κάνουν αναφορά σε ανάλογες
πρακτικές και σε άλλα μέρη. Άλλες γνωστές
ονομασίες της πρακτικής αυτής
είναι φειδίτια καιὰνδρεῖα.
Συγκεκριμένα στην Αρχαία Σπάρτη, η συμμετοχή στα
συσσίτια ήταν υποχρεωτική. Ανάμεσα στις
υποχρεώσεις των Ομοίων, δηλαδή των μελών της
σπαρτιατικής κοινωνίας με πλήρη πολιτικά
δικαιώματα, ήταν η συνεισφορά τροφίμων (ή έτερης
αποζημίωσης) για τη διατροφή που τους παρείχε το
κράτος. Η αποτυχία ανταπόκρισης στον κανόνα αυτό
ήταν ατιμωτική. Αντίθετα με τα συμπόσια, τα
συσσίτια χαρακτήριζε η λιτότητα και η
μετριοπάθεια.[13]

Τρόφιμα
Δημητριακά και ψωμί

Τ

α δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της
διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, κατά
τη μινωική, τη μυκηναϊκή[14] και
την κλασική περίοδο.[15] Χαρακτηριστικό είναι πως
η Αθήνα του Περικλή, αποτελούσε το μεγαλύτερο
εισαγωγέα σιτηρών του αρχαίου κόσμου: τα φορτία
που κατέφθαναν από τη Μαύρη Θάλασσα και
τον Ελλήσποντο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε
17.000 τόνους ετησίως.[16]
Κύρια προϊόντα ήταν το σκληρό σιτάρι (πύρος),
η όλυρα (ζειά) και το κριθάρι (κριθαί).[17]
Το σιτάρι μουσκευόταν προκειμένου να γίνει μαλακό
και κατόπιν επεξεργαζόταν με δύο πιθανούς τρόπους:
πρώτη περίπτωση ήταν το άλεσμά του προκειμένου
να γίνει χυλός, ώστε να αποτελέσει συστατικό
του λαπά. Η άλλη περίπτωση ήταν να μετατραπεί
σε αλεύρι (ἀλείατα) από το οποίο προέκυπτε

8

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
το ψωμί (ἄρτος) ή διάφορες πίττες, σκέτες ή γεμιστές
με τυρί ή μέλι.[18] Η μέθοδος «φουσκώματος» του
ψωμιού ήταν γνωστή. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι
Έλληνες χρησιμοποίησαν κάποιο αλκαλικό συστατικό
ή μαγιά σαν καταλύτη της διαδικασίας.[19][20]

Τα δημητριακά κατείχαν εξέχουσα θέση στη
διατροφή τωνΑρχαίων Ελλήνων. Ήδη από την
ομηρική εποχή ήταν γνωστός ο τρόπος
καλλιέργειας σίτου, κριθαριού και όλυρας.

Η ζύμη ψηνόταν στο σπίτι σε υπερυψωμένους
φούρνους από άργιλο (ἰπνός).[21] Μια απλούστερη
μέθοδος προέβλεπε την τοποθέτηση αναμμένων
κάρβουνων στο έδαφος και την κάλυψη του σκεύους
με καπάκι σε σχήμα θόλου (πνιγεὐς). Όταν το έδαφος
ήταν αρκετά ζεστό, τα κάρβουνα απομακρύνονταν
και στη θέση τους τοποθετούταν η ζύμη, η οποία
καλυπτόταν και πάλι από το καπάκι. Κατόπιν τα
κάρβουνα αποθέτονταν πάνω ή γύρω από το καπάκι
για διατήρηση της θερμοκρασίας.[22] Οι πέτρινοι
φούρνοι έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη ρωμαϊκή
πια περίοδο. Ο Σόλων, ο Αθηναίος νομοθέτης
του 6ου αιώνα π.Χ., όρισε πως το ψωμί από σιτάρι
έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές
ημέρες.[23] Από την κλασική εποχή και έπειτα, και
μόνο για εκείνους που είχαν τα οικονομικά μέσα, το
εν λόγω ψωμί ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα
αρτοπωλεία.[24][25]
Το κριθάρι ήταν απλούστερο στην παραγωγή, μα
αρκετά πιο δύσχρηστο στην παραγωγή ψωμιού. Το
ψωμί που προκύπτει από το κριθάρι είναι θρεπτικό
αλλά και βαρύτερο.[19] Συνεπώς συνήθως ψηνόταν
προτού αλεστεί για να προκύψει αλεύρι (ἄλφιτα), το
οποίο χρησίμευε στην παραγωγή (τις περισσότερες
φορές άνευ ψησίματος καθώς οι σπόροι ήταν ήδη
ψημμένοι) του βασικού πιάτου της ελληνικής
κουζίνας, που ονομαζόταν μᾶζα.

Γενικά το σιταρένιο ψωμί λεγόταν “άρτος“, το
κριθαρένιο “άλφιτον“, το προερχόμενο με ζύμη που
ψηνόταν σε χαμηλούς κλιβάνους (είδος γάστρας)
λεγόταν “ζυμίτης“, ενώ το προερχόμενο χωρίς ζύμη
που ψηνόταν σε ανθρακιά λεγόταν “άζυμος” και
ιδιαίτερα “σποδίτης“. Οτιδήποτε τρώγονταν με ψωμί
(προσφάγιο) λεγόταν “όψον“. Ο άρτος ή το άλφιτο
που τρώγονταν βουτηγμένο σε άκρατο οίνο (=
ανέρωτο) λεγόταν “ακράτισμα“. Το ακράτισμα
τρώγονταν κυρίως το πρωί, εξ ου και το πρωινό
γεύμα λέγονταν ομοίως ακράτισμα.
Χαρακτηριστικά οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους
Έλληνες «κριθαροφάγους», ενώ στην κωμωδία
«Ειρήνη» ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την
έκφραση «ἔσθειν κριθὰς μόνας», που μεταφράζεται
«το να ζει κανείς μονάχα με κριθάρι» ή κατά τη
νεοελληνική έκφραση «τη βγάζω με νερό και
ψωμί».[26] Στις μέρες μας επιβιώνουν διάφορες
συνταγές για την παρασκευή μάζας. Σερβιριζόταν
ψημένη ή ωμή, με τη μορφή χυλού ή ζυμαρικών ή
ακόμη και πίττας.[18] Επίσης μπορούσε να νοστιμίσει
με τυρί ή μέλι.

Φρούτα, λαχανικά και όσπρια

Τ

α δημητριακά σερβίρονταν συνήθως με ένα
συνοδευτικό γνωστό με τη γενική
ονομασία ὄψον.[27] Αρχικά η ονομασία
αναφερόταν σε ό,τι μαγειρευόταν στη φωτιά, και,
κατ’ επέκταση, σε ο,τιδήποτε συνόδευε το ψωμί. Από
την κλασική εποχή και μετά, πρόκειται για ψάρι και
λαχανικά: λάχανα, κρεμμύδια (κρόμμυον), γλυκομπίζ
ελα, πράσα, βολβούς, μαρούλια, βλίτα, ραδίκια κ.ά.
Σερβίρονταν ως σούπα, βραστά ή
πολτοποιημένα (ἔτνος), καρυκευμένα
με ελαιόλαδο, ξύδι, χόρτα ή μια σάλτσα ψαριού
γνωστή με την ονομασία γάρον. Αν πιστέψουμε τον
Αριστοφάνη,[28] οπουρές ήταν ένα από τα αγαπημένα
πιάτα του Ηρακλή, ο οποίος στις κωμωδίες πάντα
παρουσιαζόταν ως μεγάλος λιχούδης. Οι πιο φτωχές
οικογένειες
κατανάλωναν βελανίδια (βάλανοι).[29] Οιελιές ήταν
πολύ συνηθισμένο συνοδευτικό, ωμές ή
συντηρημένες.[30]
Ειδικά οι λαϊκές τάξεις κατανάλωναν πολύ
και όσπρια.[15] Προτιμούσαν τους
φασίολους,[β] τις φακές, τα ρεβίθια,
τα κουκιά (κύαμοι) και τους θέρμους (λούπινα).
Για τους κατοίκους των πόλεων τα φρέσκα
οπωροκηπευτικά ήταν πολύ ακριβά κι έτσι
καταναλώνονταν σπάνια. Οι φτωχότεροι πολίτες
προτιμούσαν τα ξηρά λαχανικά. Το τυπικό φαγητό
του μέσου εργάτη ήταν η φακή. Μια τυπική

9

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
στρατιωτική μερίδα
περιελάμβανε τυρί, σκόρδο και κρεμμύδια.[31] Ο
Αριστοφάνης συχνά συνδέει την κατανάλωση
κρεμμυδιών με τους στρατιώτες,[32] για παράδειγμα
στην κωμωδία του, «Ειρήνη», ο χορός που
πανηγυρίζει για τη λήξη των πολέμων εκφράζει την
χαρά του που απαλλάχτηκε πλέον «από το κράνος, το
τυρί και τα κρεμμύδια».[33] Ο
πικρός βίκος θεωρούταν φαγητό λιμού.
Τα φρούτα, φρέσκα ή ξηρά, τρώγονταν ως επιδόρπιο.
Πρόκειται κυρίως
για σύκα, σταφίδες, καρύδια και φουντούκια. Τα
ξηρά σύκα χρησίμευαν επίσης ως ορεκτικό, πίνοντας
παράλληλα κρασί. Στην περίπτωση αυτή,
συνοδεύονταν συχνά από ψητά κάστανα, στραγάλια ή
ψημένους καρπούς οξιάς.

Κρέας

Η

κατανάλωση ψαριών και κρεατικών σχετίζ
εται με την οικονομική επιφάνεια του
σπιτικού αλλά και τη γεωγραφική του θέση: οι
αγροτικές οικογένειες μέσω του κυνηγιού και της
τοποθέτησης μικροπαγίδων είχαν πρόσβαση
σε πτηνά και λαγούς, ενώ μπορούσαν να
μεγαλώνουν πουλερικά και χήνες στις αυλές τους. Οι
ελαφρώς πλουσιότεροι μπορούσαν να διατηρούν
κοπάδια μεπρόβατα, κατσίκες και γουρούνια. Στις
πόλεις το κρέας κόστιζε πάρα πολύ με εξαίρεση
το χοιρινό: κατά την εποχή του Αριστοφάνη, ένα
γουρουνάκι γάλακτος κόστιζε τρεις δραχμές,[34] ποσό
που αντιστοιχεί σε τρία ημερομίσθια ενός δημοσίου
υπαλλήλου. Στην κλασική Αθήνα, οι περισσότεροι
έτρωγαν κρέας, αρνίσιο ή κατσικίσιο, μονάχα στις
γιορτές.[16] Μολαταύτα, τόσο οι πλούσιοι όσο και οι
φτωχοί κατανάλωναν λουκάνικα.[35]
Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο είναι γνωστό πως
κατανάλωναν αρνίσιο, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας.
[15] Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. ο Ησίοδος, περιγράφει
στο «Έργα και Ημέραι» την ιδανική αγροτική γιορτή:
«…εἴη πετραίη τε σκιὴ καὶ Βίβλινος οἶνος, μάζα τ᾽
ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων, καὶ βοὸς ὑλοφάγοιο
κρέας μή πω τετοκυίης πρωτογόνων τ᾽ ἐρίφων·»

Το κρέας αναφέρεται πολύ λιγότερο στα κείμενα
της κλασικής εποχής σε σύγκριση με την ποίηση
της αρχαϊκής εποχής. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό
δεν οφείλεται σε αλλαγή των διατροφικών
συνηθειών, μα μόνο στους άτυπους κανόνες που
διέπουν τα δύο αυτά είδη γραμματείας.
Η κατανάλωση κρέατος έχει εξέχοντα ρόλο στα
πλαίσια θρησκευτικών εθιμοτυπικών: η μερίδα των
θεών (λίπη και οστά) παραδίδονται στις φλόγες, ενώ
η μερίδα των ανθρώπων (το ψαχνό κρέας)
μοιράζεται στους παρευρισκομένους. Παράλληλα
παρατηρούμε την ακμή ενός εμπορικού κλάδου,
εκείνου των ψημένων ή παστών κρεάτων, που
φαίνονται επίσης να σχετίζονται με θρησκευτικές
τελετές και θυσίες.[37] Χαρακτηριστικό της τεχνικής
του Έλληνα χασάπη είναι πως το σφάγιο δεν
διαμελιζόταν ανάλογα με τον τύπο των μελών του, μα
σε κομμάτια ίσου βάρους. Στην Κρήτη τα καλύτερα
από αυτά αποδίδονταν στους φρονιμότερους πολίτες
ή στους καλύτερους πολεμιστές. Σε άλλες περιοχές
όπως στη Χαιρώνεια, οι μερίδες μοιράζονταν τυχαία
με αποτέλεσμα να είναι θέμα τύχης για τον καθένα το
αν θα λάμβανε καλό ή κακό κομμάτι.[38]
Κύρια τροφή των Σπαρτιατών πολεμιστών ήταν ένας
ζωμός από χοιρινό, γνωστός με την ονομασία μέλας
ζωμός. Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως «ανάμεσα
στα πιάτα, αυτό που έχαιρε της μεγαλύτερης
εκτίμησης ήταν ο μέλας ζωμός, μάλιστα σε τέτοιο
σημείο που οι ηλικιωμένοι δεν αναζητούσαν καθόλου
το κρέας. Το άφηναν για τους νεότερους και
δειπνούσαν μονάχα με το ζωμό που τους
παρείχαν».[39] Για τους υπόλοιπους Έλληνες
πρόκειται για αξιοπερίεργο φαινόμενο. «Φυσικά και
οι Σπαρτιάτες είναι οι γενναιότεροι ανάμεσα σε
όλους», αστειεύεται ένας Συβαρίτης, «ο
οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα προτιμούσε να
πεθάνει χίλιους θανάτους παρά να διάγει τόσο λιτό
βίο».[40][41] Το πιάτο αυτό αποτελούταν από
χοιρινό, αλάτι, ξύδι και αίμα.[7] Συνοδευόταν από τη
γνωστή μάζα, σύκα, τυρί και καμία φορά από
θηράματα ή ψάρι.[39] Ο Αιλιανός, συγγραφέας του
2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., υποστηρίζει πως στους
Λακεδαιμόνιους μάγειρες απαγορευόταν να
προετοιμάζουν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από κρέας.[42]

«…θα μπορούσα να έχω τη σκιά ενός βράχου
και Βίβλινο κρασί, πέτσα και γάλα από κατσίκες
που έχουν στερέψει και κρέας δαμάλιδος η
οποία τράφηκε στα δάση και που δεν γέννησε
ποτέ ή εριφίων από πρώτη γέννα…» [36]

10

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ψάρι

Ερυθρόμορφο πιάτο με παράσταση ψαριών, Μουσείο
του Λούβρου, Παρίσι, 350 – 325 π.Χ. περίπου.

Η

στάση των Ελλήνων απέναντι
στο ψάρι ποικίλλει ανάλογα με την εποχή.
Στο έπος της Ιλιάδας δεν γίνεται
κατανάλωση ιχθύων παρά μόνο ψητού
κρέατος.[43] Ο Πλάτων το αποδίδει στην
αυστηρότητα των εθίμων της εποχής,[44] εντούτοις
μοιάζει πως το ψάρι θεωρούταν φαγητό για φτωχούς.
Στην Οδύσσεια αναφέρεται πως οι σύντροφοι
του Οδυσσέα κατέφυγαν στο ψάρι, αλλά μόνο γιατί
υπέφεραν από την πείνα αφού πέρασαν από τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης κι έτσι αναγκάστηκαν
να φάνε ό,τι υπήρχε διαθέσιμο.[45]
Αντιθέτως, κατά την κλασική εποχή, το ψάρι
μετατρέπεται σε προϊόν πολυτελείας, το οποίο
αναζητούν για το τραπέζι τους οι γευσιγνώστες.
Μάλιστα κατά την ελληνιστική περίοδο συναντούμε
και σχετική βιβλιογραφία, όπως ένα σύγγραμα
του Λυγκέως από τη Σάμο το οποίο πραγματεύεται
την τέχνη του να αγοράζει κανείς ψάρι σε χαμηλές
τιμές.[46] Άλλα ειδικά συγγράματα της αρχαίας
ελληνικής γραμματείας με έξοχες και λεπτομερείς
περιγραφές ψαριών είναι: το «Περί
Ιχθύων» του Αριστοτέλη, ο «Αλιευτικός» του
Νουμηνίου, η «Αλιευομένη», του Αντιφάνους,
ο «Ιχθύς» του Αρχίππου.
Πάντως όλα τα προϊόντα αλιείας δεν κόστιζαν το
ίδιο. Μια στήλη που ανάγεται στα τέλη του 3ου
αιώνα π.Χ. και που προέρχεται από
τηβοιωτική πόλη Ακραιφνία, στη λίμνη

της Κωπαΐδας, εμπεριέχει έναν τιμοκατάλογο
ψαριών, ίσως για την προστασία των καταναλωτών
από τηνκερδοσκοπία.[47] Οικονομικότεροι όλων
είναι οι σκάροι, ενώ η κοιλιά του
κόκκινου τόννου κοστίζει τρεις φορές
περισσότερο.[48] Οι σαρδέλλες, οι αντζούγιες και
οι μαρίδες είναι οικονομικές και αποτελούν φαγητά
της καθημερινότητας για τους αρχαίους Αθηναίους.
Επίσης στην ίδια κατηγορία μπορούν να αναφερθούν
ο λευκός τόνος, το λυθρίνι, το σαλάχι, ο ξιφίας και
ο οξύρρυγχος, ο οποίος καταναλώνεται αλατισμένος.
Η λίμνη Κωπαϊδα φημιζόταν για τα χέλια της,
ξακουστά σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία
εξαίρονται και στην κωμωδία «Αχαρνείς». Ανάμεσα
στα ψάρια του γλυκού νερού μπορούν να σημειωθούν
το λαβράκι, ο κυπρίνος και το
υποτιμημένο γατόψαρο.
Οι Έλληνες απολάμβαναν εξίσου και τα υπόλοιπα
θαλασσινά. Σουπιές (σηπία), χταπόδια (πολύπους) κα
ι καλαμάρια (τευθίς)μαγειρεύονταν ψητά ή τηγανητά
και σερβίρονταν ως ορεκτικά, ως συνοδευτικά ή
ακόμη και στα συμπόσια αν ήταν μικρού μεγέθους.
Τα θαλασσινά μεγαλύτερου μεγέθους
συγκαταλέγονταν στα πιάτα της υψηλής
μαγειρικής.[49] Ο ποιητής Έριφος κατατάσσει τις
σουπιές, την κοιλιά του τόνου και τον γόγγρο στα
εδέσματα των θεών, απλησίαστα για τους θνητούς με
περιορισμένα οικονομικά μέσα.[50] Οι σουπιές και τα
χταπόδια αποτελούσαν παραδοσιακά δώρα κατά τον
εορτασμό των Αμφιδρομίων, όταν οι γονείς έδιναν
ονόματα στα παιδιά τους. Όσον αφορά
τα οστρακοειδή, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν την
κατανάλωση
σπειροειδών κοχυλιών, μυδιών, πίννας, αυτιών της
θάλασσας, αχιβάδων, πεταλίδων και χτενιών.[49] Ο Γ
αληνός είναι ο πρώτος που αναφέρει την
κατανάλωση ψητών στρειδιών (ὄστρεον).[51] Τέλος
εκτίμησης έχαιραν τα καβούρια (καρκίνος),
οι αστακοί (ἀστακός), οι αχινοί (ἐχῖνος) και
οι καραβίδες (κάραϐος).[52]
Οι ψαράδες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων
έβγαιναν στη θάλασσα μόνοι και παρέμεναν κοντά
στην ακτή.[53] Χρησιμοποιούσαν άγκιστρα,
κυρίως χάλκινα, τα οποία έδεναν με ορμιά (πετονιά),
φτιαγμένη από τρίχες ζώων ή φυτικές ίνες. Για να
βυθίζεται το άγκιστρο, του έδεναν μολύβδινο βαρίδι.
Συνηθισμένο ήταν το ψάρεμα με δίχτυα διαφόρων
ειδών ανάλογα με το είδος των ψαριών, εφοδιασμένα
με φελλούς και βαρίδια, αλλά και το ψάρεμα
με καμάκι (κάμαξ) ή τρίαινα. Χρησιμοποιούσαν
επίσης κύρτους πλεγμένους από βέργες. Πιο
κατάλληλες ώρες για ψάρεμα θεωρούσαν το

11

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
σούρουπο και το χάραμα. Ψάρευαν επίσης τη νύχτα
με φως πυρσών.[54]
Το μεγαλύτερο μέρος της ψαριάς πρέπει να πωλούταν
στις αγορές των πόλεων σε ειδικούς χώρους.[55] Το
ψάρι εμφανίζεται συχνά διατηρημένο στην άλμη.
Πρόκειται για μια διαδικασία πολύ διαδεδομένη στα
ψάρια μικρού μεγέθους, ωστόσο απαντάται και σε
μεγαλύτερα όπως η παλαμίδα, ο τόνος, το σκουμπρί,
η πεσκαντρίτσα και ο οξύρρυγχος, ακόμη στα
καβούρια και τους αχινούς.[56]

Αυγά και γαλακτοκομικά

Οι

Έλληνες
ανέτρεφαν πάπιες, χήνες, ορτύκια και κ
ότες για να εξασφαλίζουν αυγά.
Ορισμένοι συγγραφείς [57] κάνουν ακόμη αναφορά σε
αυγά φασιανού και αιγυπτιακής χήνας, εντούτοις
μπορούμε να υποθέσουμε πως επρόκειτο για σπάνια
εδέσματα. Τα αυγά καταναλώνονταν είτε μελάτα είτε
σφικτά ως ορεκτικό ή επιδόρπιο. Επιπλέον τόσο ο
κρόκος όσο και το ασπράδι του αυγού αποτελούσαν
συστατικά διάφορων συνταγών.[58]
Το γάλα ήταν αρκετά διαδεδομένο, ωστόσο σπάνια
χρησιμοποιούταν στη μαγειρική. Το βούτυρο ήταν
γνωστό, αλλά χρησιμοποιούταν σπάνια: γενικώς
θεωρούταν χαρακτηριστικό της διατροφής
τωνκατοίκων της Θράκης τους οποίους ο κωμικός
ποιητής Αναξανδρίδας αποκαλεί
«βουτυροφάγους».[59] Παρόλα αυτά
τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχαιραν εκτίμησης.
Η πυριατή [60] ήταν ένα είδος παχύρρευστου
γάλακτος, το οποίο συχνά συγχέεται με το γιαούρτι.
Βασικό συστατικό της ελληνικής διατροφής ήταν
το τυρί, είτε από γάλα κατσίκας είτε από
γάλα προβάτου. Γινόταν διάκριση ανάμεσα στο
φρέσκο και το σκληρό τυρί που πωλούταν σε
διαφορετικά καταστήματα: το πρώτο κόστιζε τα δύο
τρίτα της τιμής του δεύτερου.[61] Καταναλώνονταν
σκέτα ή με μέλι ή με λαχανικά. Επίσης αποτελούσε
συστατικό διάφορων συνταγών, ανάμεσα στα οποία
συναντούμε και το ψάρι.[62]

Άλλα φαγητά

Ά

λλα εδέσματα των αρχαίων Ελλήνων ήταν
γλυκά όπως η «σησαμίς» (είτε με τη μορφή
που έχει το σημερινό παστέλι, είτε σε
σφαιροειδή μορφή),[63] οι «πλακούντες», η
«άμμιλος» (τούρτα), η «μελιττούτα» (είδος
γαλατόπιττας) καθώς και τα «αρτοκρέατα»
(κρεατόπιττες), οι «τηγανίτες» ή τα «τήγανα»
(τηγανήτες ή λουκουμάδες).[64]

Ποτά

Σ

τη πόση των αρχαίων Ελλήνων με την
ευρύτερη κατανάλωση ήταν προφανώς
το νερό. Η αναζήτηση νερού υπαγόταν στις
εργασίες που έπρεπε να διεκπεραιώσουν καθημερινά
οι γυναίκες. Αν και η χρήση πηγαδιού συχνά ήταν
αναπόφευκτη, όπως είναι φυσικό υπήρχε προτίμηση
σε νερό «από πηγή πάντα ρέουσα και
αναβλύζουσα».[65] Το νερό θεωρείται θρεπτικό –
κάνει τα δέντρα και ταφυτά να αναπτύσσονται – αλλά
και επιθυμητό.[γ] Ο Πίνδαρος ονομάζει το νερό μιας
πηγής «ευχάριστο σαν μέλι».[66] Οι πηγές
περιγράφουν κατά καιρούς το νερό ως
βαρύ (βαρυσταθμότερος), ξηρό (κατάξηρος),
όξινο (Ὀξύς), να θυμίζει κρασί (Οἰνώδης) κ.ά. Ένας
από τους χαρακτήρες του κωμικού
ποιητή Αντιφάνη υποστηρίζει πως θα μπορούσε να
αναγνωρίσει ανάμεσα σε όλο το νερό του κόσμου
εκείνο της Αττικής από την καλή του
γεύση.[67] Τέλος, ο Αθήναιος αναφέρει μια σειρά από
φιλοσόφους που κατανάλωναν παρά μόνο νερό,
συνήθεια που συνοδεύεται συνήθως από
αυστηρή χορτοφαγία.[68] Άλλα ποτά που
καταναλώνονται συχνότατα ήταν το γάλα κατσίκας
και το υδρόμελι.
Το σκεύος που χρησιμοποιούταν για την πόση ήταν
ο σκύφος, κατασκευασμένος
από ξύλο, πηλό ή μέταλλο. Ο Κριτίας αναφέρει δια
μέσου του έργου
του Πλουτάρχου ένα λακωνικής καταγωγής κυκλικό
αγγείο, που ονομαζόταν κώθων.[69] Θεωρούνταν από
τους αρχαίους το πιο κατάλληλο για στρατιωτική
χρήση, γιατί λόγω του χρώματος του δοχείου
εμποδίζονταν εκείνος που έπινε να αντιληφθεί τις
τυχόν ακαθαρσίες του νερού και χώματα, ενώ
παράλληλα είχε αρκετά γυριστό χείλος, ώστε να
μένουν σε αυτό οι ακαθαρσίες κατά την πόση. Ένα
άλλο διαδεδομένο σκεύος ήταν ηκύλικα, ένα ποτήρι
κυκλικού σχήματος, βαθύ, αλλά τελείως ανοιχτό, με
βάση και δύο λαβές. Επίσης, ο κάνθαρος, αγγείο με
δύο, συνήθως ψηλές, κάθετες λαβές και το ρυτόν που
ήταν συχνά ζωόμορφο και που χρησιμοποιούταν
συνήθως ως κρασοπότηρο σε συμπόσια.[70]

12

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Οίνος

Νεαρός που στο δεξί χέρι κρατά μια οινοχόη για να
αντλήσει κρασί από έναν κρατήρα, ώστε να γεμίσει
μια κύλικα στο αριστερό του χέρι. Το γεγονός ότι
εμφανίζεται γυμνός μαρτυρά πως υπηρετεί ως
οινοχόος σε συμπόσιο. Αττικό ερυθρόμορφο
κύπελλο,Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι, 490 – 480
π.Χ. περίπου.

Κ

ατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά
είδη κρασιού: λευκό, κόκκινο, ροζέ.
Υπάρχουν μαρτυρίες για όλα τα είδη
καλλιέργειας, από το καθημερινό κρασί μέχρι
εκλεκτές ποικιλίες. Ξακουστοί αμπελώνες υπήρχαν
στη Νάξο, τη Θάσο, τη Λέσβο και τη Χίο. Δευτερεύον
κρασί παραγόταν από νερό και μούστο,
αναμεμειγμένο με κατακάθια, το οποίο και
διατηρούσαν οι χωρικοί για προσωπική τους χρήση.
Ορισμένες φορές το κρασί γινόταν γλυκύτερο με μέλι,
ενώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για
φαρμακευτικούς σκοπούς αν ανακατευόταν
με θυμάρι,κανέλλα και άλλα βότανα.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ίσως και λίγο νωρίτερα,
ήταν γνωστό ένας πρόγονος της
σημερινής ρετσίνας [71] και
του βερμούτ.[72] Ο Αιλιανός επίσης αναφέρει έναν
οίνο που αναμιγνυόταν με άρωμα.[73][74] Επίσης
παρασκευαζόταν και ζεστό κρασί,[75] ενώ στη Θάσο
ένα είδος «γλυκού κρασιού».[73]

Το κρασί στις περισσότερες περιπτώσεις αραιωνόταν
με νερό, καθώς ο “άκρατος οίνος” (μη αραιωμένο
κρασί) δεν ενδεικνυόταν για καθημερινή χρήση. Το
κρασί αναμιγνυόταν σε έναν κρατήρα από τον οποίο
οι δούλοι γέμιζαν τα ποτήρια με τη βοήθεια
μιας οινοχόης. Το κρασί επίσης είχε θέση και στη
γενική ιατρική, καθώς του αποδίδονταν
φαρμακευτικές ιδιότητες. Ο Αιλιανός αναφέρει πως
το κρασί της Ηραίας στην Αρκαδίαμπορεί να
επιφέρει τρέλλα στους άνδρες, αλλά και πως
καθιστούσε τις γυναίκες γόνιμες. Αντιθέτως ένα
κρασί από την Αχαΐα είχε τη φήμη πως μπορούσε να
επιφέρει αποβολή στις εγκύους.[76] Εκτός από τις
ιατρικές περιστάσεις, η ελληνική κοινωνία
αποδοκίμαζε τις γυναίκες που έπιναν κρασί.
Σύμφωνα με τον Αιλιανό ένας νόμος
στη Μασσαλία απαγόρευε στις γυναίκες να πίνουν
ο,τιδήποτε εκτός από νερό.[77] Η Σπάρτη ήταν η
μοναδική πόλη όπου επιτρεπόταν στις γυναίκες να
καταναλώνουν ό,τι ήθελαν.
Τα κρασιά που προορίζονταν για τοπική χρήση
διατηρούνταν σε ασκιά. Εκείνα που επρόκειτο να
πουληθούν τοποθετούνταν σε πίθους, μεγάλα
αποθηκευτικά αγγεία από πηλό. Κατόπιν
μεταφέρονταν σε σφραγισμένους αμφορείς για να
πωληθούν ανεξάρτητα, είτε στον ίδιο τόπο, είτε σε
άλλο, μεταφερόμενοι με πλοία. Τα επώνυμα κρασιά
έφεραν ετικέτες με το όνομα του παραγωγού ή των
αρχόντων μιας πόλης που εγγυόντουσαν την
καταγωγή του.[78] Αποτελεί το πρώτο παράδειγμα
στην ιστορία μιας πρακτικής που επιβιώνει ως τις
ημέρες μας.

Κυκεών και Πτισάνη

Ο

Έλληνες παρασκεύαζαν επίσης ένα
τρόφιμο ανάμεσα στο φαγητό και το ποτό
που ονομαζόταν κυκεών (προέρχεται από
το ρήμα κυκάω που σημαίνει «ανακατεύω»).
Πρόκειται για πληγούρικριθαριού στο οποίο
προσέθεταν νερό και βότανα.
Στην Ιλιάδα περιελάμβανε επίσης τριμμένο
κατσικίσιο τυρί.[79] Στην Οδύσσεια, η
μάγισσα Κίρκη του προσέθεσε μέλι κι ένα μαγικό
φίλτρο.[80]Στον Ομηρικό Ύμνο της Δήμητρας,[81] η
θεά απορρίπτει το κόκκινο κρασί, ωστόσο δέχεται
κυκεώνα από νερό, αλεύρι και βλήχονα. Χρήσιμος
και ως ιερό ποτό στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο
κυκεώνας αποτελεί και λαϊκή τροφή ιδίως στην
ύπαιθρο: ο Θεόφραστος στους «Χαρακτήρες» του
παρουσιάζει έναν αγρότη που ήπιε δυνατό κυκεώνα
προκαλώντας δυσφοριά στους διπλανούς του
στην Εκκλησία του Δήμου με την αναπνοή του.[82] Το

13

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ποτό αυτό είναι επίσης φημισμένο για την ιδιότητά
του να βοηθά στην πέψη. Έτσι, στην «Ειρήνη», ο
θεός Ερμής το συνιστά στον πρωταγωνιστή που το
παράκανε τρώγοντας ξηρά φρούτα.[83]
Στην ίδια λογική, η πτισάνη ήταν ένα αφέψημα από
κριθάρι που χρησίμευε ως τροφή για
αρρώστους.[84] Ο Ιπποκράτης το συνιστά σε ασθενείς
που υποφέρουν από οξείες παθήσεις.[85]

Καλοφαγάδες και μάγειροι

Κ

ατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, η
λιτότητα, την οποία επέβαλλαν οι φυσικές
και κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας,
αναγνωρίζεται ως αρετή. Οι Έλληνες δεν αγνοούν
την καθαρή απόλαυση που μπορεί να προσφέρει το
φαγητό, εντούτοις το τελευταίο ώφειλε να παραμένει
απλό. Ο Ησίοδος, ως άνθρωπος της υπαίθρου,
θεωρεί πραγματικό τσιμπούσι μια μερίδα κρέατος
ψημμένη στη σχάρα, το γάλα και τις γαλέττες, όλα
αυτά στα πλαίσια μιας ηλιόλουστης ημέρας. Ακόμη
καλύτερο γεύμα θεωρείται το δωρεάν γεύμα:
«ξεφάντωμα χωρίς πληρωμή είναι κάτι που δεν
πρέπει να αφήνει κανείς να πάει χαμένο», σημειώνει
ο φιλόσοφος Χρύσιππος.[86]
Η επιδίωξη της γαστρονομικής υπερβολής
θεωρούταν, αντίθετα, απαράδεκτη, το δίχως άλλο
ένα σημάδι ανατολίτικης μαλθακότητας:
οι Πέρσες ήταν πρότυπο παρακμής εξαιτίας της
αγάπης τους για την πολυτέλεια, η οποία εκδηλώνεται
φυσικά και στο τραπέζι.[87] Οι αρχαίοι συγγραφείς
αρέσκονταν στο να περιγράφουν το γεύμα του
Μεγάλου Βασιλέως των Αχαιμενιδών:
ο Ηρόδοτος,[88] οΚλέαρχος ο
Σολεύς,[89] ο Στράβων [90] και ακόμη περισσότερο
ο Κτησίας [91] συμφωνούν στις περιγραφές τους.
Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες τόνιζαν με
υπερηφάνεια την αυστηρότητα των διατροφικών τους
συνηθειών. Ο Πλούταρχος [92] αφηγείται πως ένας
από τους βασιλείς του Πόντου, περίεργος να
δοκιμάσει τον περίφημο «μέλανα ζωμό» των
Λακεδαιμονίων, αγόρασε έναν μάγειρα από
τη Λακωνία. Δοκιμάζοντάς το διαπίστωσε πως ήταν
πολύ άνοστο για τα γούστα του. Ο μάγειράς του,
ωστόσο, απεφάνθη: «Ω βασιλιά, για να εκτιμήσει
κάποιος αυτό το ζωμό, πρέπει αρχικά να κολυμπήσει
στον ποταμό Ευρώτα». Σύμφωνα με
τον Πολύαινο,[93] ο Αλέξανδρος ο Μέγας,
ανακαλύπτοντας την αίθουσα όπου παρατίθονταν τα
γεύματα της περσικής αυλής, ειρωνεύτηκε το γούστο
τους στο φαγητό και σε αυτό απέδωσε την ήττα τους.
Ο Παυσανίας από τη Σπάρτη, μαθαίνοντας τις

διατροφικές συνήθειες του Πέρση Μαρδόνιου,
ειρωνεύτηκε τους Πέρσες που επιθυμούσαν να
κατακτήσουν τους Έλληνες τη στιγμή που ζούσαν
τόσο απλά.[94]
Αποτέλεσμα αυτής της λατρείας για την αυστηρότητα,
ήταν η κουζίνα παραμένει για αιώνιες βασίλειο των
γυναικών, είτε ελεύθερων είτε δούλων. Μολαταύτα,
στην κλασική περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους
στην αρχαία γραμματεία ειδικοί στη μαγειρική. Τόσο
ο Αιλιανός, όσο και ο Αθήναιος αναφέρουν τους
χίλιους μάγειρες που συνόδευαν το Σμινδυρίδη από
τη Σύβαρη στο ταξίδι του στην Αθήνα κατά την εποχή
του Κλεισθένη, αν και με αποδοκιμασία.
Ο Πλάτων στο έργο του «Γοργίας» αναφέρει το
Θεαρίωνα τον αρτοποιό, το Μίθαικο που συνέγραψε
μια πραγματεία για τη μαγειρική των Σικελών και το
Σάραμβο που πωλούσε κρασιά. Τρεις εξέχοντες
γνώστες των γλυκισμάτων, της κουζίνας κα του
οίνου.[95] Και διάφοροι άλλοι μάγειρες συνέγραψαν
έργα σχετικά με την τέχνη τους.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι Έλληνες όλο και πιο
πολύ εξελίσσονται σε καλοφαγάδες. Ο Αιλιανός
σημειώνει: «στη Ρόδο, εκείνος που προσέχει
ιδιαίτερα τα ψάρια και τα εκτιμά κι εκείνος που
ξεπερνά τους πάντες σε γευσιγνωσία εγκωμιάζεται,
θα λέγαμε, από τους συμπολίτες του ως ευγενικό
πνεύμα». Κατά την ελληνιστική και κατόπιν κατά τη
ρωμαϊκή περίοδο, οι Έλληνες – τουλάχιστον οι
εύποροι – χάνουν σιγά σιγά την εμμονή στη λιτότητα.
Οι συνδαιτημόνες του συμποσίου το οποίο αφηγείται
ο Αθήναιος κατά το 2ο – 3ο αιώνα μ.Χ. αφιερώνουν
μεγάλο μέρος της συζήτησής τους σε απόψεις για το
κρασί και τη γαστρονομία. Αναφέρονται στις
ιδιότητες κάποιων ποικιλιών κρασιού, λαχανικών
και κρεάτων, καθώς και σε ξακουστά πιάτα (γεμιστό
καλαμάρι, κοιλιά κόκκινου τόνου, καραβίδες,
μαρούλια ποτισμένα με οίνο και μέλι). Επικαλούνται
ακόμη μεγάλους μάγειρες όπως ο Σωτηρίδης, σεφ
του βασιλέως Νικομήδη Α’ της Βιθυνίας. Όταν ο
αφέντης του Σωτηρίδη βρισκόταν βαθειά στην
ενδοχώρα πεθύμησε να φάει αντζούγιες. Εκείνος τότε
προσομοίασε τη γεύση τους
χρησιμοποιώντας ραπανάκια προσεκτικά τυλιγμένα
ώστε να θυμίζουν αντζούγιες, λαδωμένα και
αλατισμένα, πασπαλισμένα με σπόρους παπαρούνας.
Το κατόρθωμα αυτό η Σούδα,
μια βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια,[96] το αποδίδει
λανθασμένα στο διάσημο Ρωμαίο
γευσιγνώστη Απίκιο (1ος αιώνας π.Χ.), απόδειξη πως
οι Έλληνες δεν υπολείπονταν πλέον σε τίποτα από
τους Ρωμαίους.

14

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ιδιαίτερες διατροφικές συνήθειες
Χορτοφαγία

Η ελευσινιακή τριάδα : ο Τληπόλεμος λαμβάνει ως
δώρο ένα στάχυ από τη θεά Δήμητρα, ενώ
ηΠερσεφόνη τον ευλογεί, ανάγλυφο του 5ου αιώνα
π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Ο

ορφισμός και ο πυθαγορισμός, δύο
αρχαιοελληνικά θρησκευτικά ρεύματα,
πρότειναν ένα διαφοροποιημένο τρόπο
ζωής, βασισμένο στηναγνότητα και την κάθαρση στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μορφή
άσκησης. Στο πλαίσιο αυτό η χορτοφαγία αποτελεί
κεντρικό σημείο στην ιδεολογία του ορφισμού, καθώς
και σε μερικές από τις παραλλαγές του
πυθαγορισμού.
Ο Εμπεδοκλής τον 5ο αιώνα π.Χ. πλαισιώνει τη
χορτοφαγία στην πεποίθηση της μετεμψύχωσης:

ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα ζώο που
θανατώνεται δεν αποτελεί το καταφύγιο μιας
ανθρώπινης ψυχής; Οφείλουμε να παρατηρήσουμε,
ωστόσο, πως ο Εμπεδοκλής, αν ήθελε να είναι
συνεπής με την ίδια του τη λογική, θα έπρεπε να
αρνείται επίσης να καταναλώνει και φυτά για τον
ίδιο λόγο.[97] Η χορτοφαγία πιθανώς επίσης
εκπορεύεται από την απέχθεια προς τη θανάτωση
ζωντανών οργανισμών, καθώς ο ορφισμός δίδασκε
την αποχή από αιματοχυσίες.[98]
Η διδασκαλία του Πυθαγόρα τον 4ο αιώνα π.Χ. είναι
ακόμη δυσκολότερο να οριοθετηθεί με ακρίβεια. Οι
ποιητές της Μέσης Κωμωδίας, όπως οΆλεξις ή
ο Αριστοφών, περιγράφουν τους πυθαγόρειους ως
αυστηρά χορτοφάγους: μάλιστα ορισμένοι
περιορίζονταν μονάχα στην κατανάλωση ψωμιού και
νερού. Ωστόσο, άλλα ρεύματα περιορίζονταν στην
απαγόρευση συγκεκριμένων φυτικών τροφών όπως
τα κουκιά [99] ή ιερών ζώων όπως ο
λευκός κόκκορας ή ακόμη συγκεκριμένων σημείων
του σώματος των ζώων. Τέλος, ακόμη και οι οπαδοί
της χορτοφαγίας σε συγκεκριμένες θρησκευτικές
περιστάσεις κατανάλωναν θυσιασμένα ζώα, κατά την
άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.[100]
Η χορτοφαγία και η ιδέα της αγνότητας παρέμειναν
στενά συνδεδεμένες και ορισμένες φορές
συνοδεύονταν κι από την αποχή από τη σεξουαλική
πράξη. Στο έργο του «Περί σαρκοφαγίας»
ο Πλούταρχος (1ος - 2ος αιώνας μ.Χ.) αναβιώνει την
αντίληψη πως η αιματοχυσία αποτελεί βάρβαρη
πράξη και ζητά από τον άνθρωπο που καταναλώνει
σάρκα να δικαιολογήσει την προτίμησή του.[101]
Ο νεοπλατονικός Πορφύριος από την Τύρο (3ος
αιώνας), στο έργο του «De abstinentia ab esu
animalium» συνδέει τη χορτοφαγία με τα κρητικά
μυστήρια και παρέχει έναν κατάλογο με διάσημους
χορτοφάγους του παρελθόντος, ξεκινώντας από
τον Επιμενίδη. Για εκείνον, είναι ο
ήρωαςΤριπτόλεμος, που δέχτηκε από το
θεά Δήμητρα ένα στάχυ ως δώρο, εκείνος που
εισήγαγε τη χορτοφαγία. Οι τρεις εντολές του ήταν:
«Τίμα τους γονείς σου», «Τίμα τους θεούς με
καρπούς» και «Δείξε οίκτο στα ζώα».[102]

Διατροφή των αρρώστων

Οι

αρχαίοι Έλληνες ιατροί συμφωνούν για
την αναγκαιότητα ιδιαίτερης διατροφής
για τους αρρώστους, εντούτοις οι
απόψεις τους για το ποια τρόφιμα πρέπει να
περιλαμβάνει δεν συμφωνούν. Στο έργο του «Περί
Διαίτης Οξέων» ο Ιπποκράτης αναφέρεται στις
ευεργετικές ιδιότητες της πτισάνης, η οποία

15

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
αφομοιώνεται εύκολα από τον οργανισμό και
προκαλεί πτώση του πυρετού. Εντούτοις, άλλοι τη
θεωρούν βαρειά, καθώς εμπεριέχει σπόρους
κριθαριού, ενώ άλλοι την συνιστούν με την
προϋπόθεση να μην τοποθετούνται οι σπόροι αυτοί
κατά την προετοιμασία της. Ορισμένοι ιατροί δεν
επιτρέπουν παρά μόνο υγρές τροφές μέχρι και την
έβδομη ημέρα, και μετά επιτρέπουν την πτισάνη.
Τέλος μια μερίδα εξ αυτών υποστηρίζει πως δεν θα
πρέπει να καταναλώνονται στερεές τροφές καθ’ όλη
τη διάρκεια της ασθένειας.[103]
Οι ίδιες οι μέθοδοι του Ιπποκράτη αποτελούν
αντικείμενο διχογνωμίας ανάμεσα στους διάφορους
ιατρούς: άλλοι κατηγορούν το μεγάλο ιατρό πως
υποσιτίζει τους ασθενείς του, ενώ άλλοι πως τους
τρέφει υπερβολικά. Κατά την ελληνιστική εποχή,
ο Αλεξανδρινός Ερασίστρατος προσάπτει στον
Ιπποκράτη ότι απαγόρευε στους αρρώστους να τρώνε
ο,τιδήποτε παρά λίγο νερό, χωρίς να λαμβάνουν
κανένα άλλο θρεπτικό στοιχείο: πρόκειται πράγματι
για την πρακτική των μεθοδικών που δεν επέτρεπαν
στους ασθενείς τη λήψη τροφής κατά το πρώτο
48ωρο. Αντίθετα, κάποιος Πετρονάς συνιστά την
κατανάλωση χοιρινού και τη λήψη ανόθευτου
οίνου.[104]

Διατροφή των αθλητών

Αν

θεωρήσουμε τον Αιλιανό αξιόπιστη
πηγή, ο πρώτος αθλητής που
ακολούθησε ποτέ ειδική διατροφή ήταν
ο Ίκκος από τον Τάραντα, που έζησε κατά τον 5ο
αιώνα π.Χ.[105] Ο Πλάτωνεπιβεβαιώνει πως
ακολουθούσε πολύ πειθαρχημένο πρόγραμμα, με την
έκφραση «γεύμα του Ίκκου» να γίνεται
παροιμιώδης.[106] Ωστόσο, ο Μίλων από
τον Κρότωνα, ολυμπιονίκης της πάλης, κατείχε τη
φήμη πως κατανάλωνε 7,5 λίτρα κρασιού, 9 κιλά
ψωμί και κάμποσο κρέας καθημερινά.[107] Πριν από
αυτόν, οι αθλητές της κλασικής εποχής
ακολουθούσαν δίαιτα στηριγμένη στις ξηρές
τροφές (ξηροφαγία), όπως για παράδειγμα στα ξηρά
σύκα, το τυρί και το ψωμί.[108] Ο Πυθαγόρας (είτε
ο γνωστός φιλόσοφος είτε κάποιος προπονητής
αθλητών) είναι ο πρώτος που συμβουλεύει τους
αθλητές να καταναλώνουν κρέας.[109]

Ακολούθως, οι προπονητές συνιστούν μια
προκαθορισμένη διατροφή: για να κατακτήσει
κάποιος έναν ολυμπιακό τίτλο «πρέπει να ακολουθεί
ιδιαίτερη διατροφή, να μην τρώει επιδόρπια (…), να
μην πίνει παγωμένο νερό και να μην καταναλώνει
ποτήρια κρασιού όποτε του κάνει κέφι».[110] Η
διατροφή αυτή πρέπει να είχε ως βάση το κρέας,
πληροφορία που επιβεβαιώνει ο Παυσανίας.[111]Ο
ιατρός Γαληνός αποδοκιμάζει τους συγχρόνους του
αθλητές επειδή καταναλώνουν ωμό κρέας που ακόμη
στάζει αίμα.[112] Θεωρεί πως η συνήθεια αυτή
προκάλεί πύκνωση της σαρκικής μάζας
εξαφανίζοντας την εσωτερική θερμότητα του
σώματος, οδηγώντας σταδιακά τον αθλητή στο
θάνατο.[113] Αντίθετα, υποστηρίζει πως η διατροφή
πρέπει να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες του
κάθε αθλητή και να βασίζεται στις συμβουλές
εξειδικευμένου ιατρού.[114][115]

Πηγές για την αρχαιοελληνική
διατροφή

Γ

ια τις τροφές και τις διατροφικές συνήθειες
των Αρχαίων Ελλήνων, αντλούμε
πληροφορίες από διαφορετικές πηγές,
ανάλογα με την εκάστοτε εποχή. Ειδικά, για τις
πρώτες χιλιετίες, σημαντική θεωρείται η συμβολή
της αρχαιολογίας.[15] Έτσι, από πινακίδες
της Πύλου και της Κνωσού, πληροφορούμαστε για τη
διατροφή των Μυκηναίων και των Μινωιτών.[14] Για
τη Γεωμετρική εποχή(1100-800 π.Χ.)
χρησιμοποιούνται τα έπη του Ομήρου, τα οποία και
απεικονίζουν την πραγματικότητα.[15] Αντίθετα,
ωστόσο, με τις προηγούμενες περιόδους, για
την Κλασική εποχή η σπουδαιότερη πηγή είναι η
αρχαία ελληνική γραμματεία,[15] όπως οι κωμωδίες
του Αριστοφάνη και τα έργα του Αθήναιου. Σε
γενικές γραμμές, πάντως, πληροφορίες μας παρέχουν
και τα αγγεία και τα αγαλματίδια.

16

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Οι Ερινύες

Οι

Ερινύες στην Ελληνική
μυθολογία ήταν μυθικές χθόνιες
θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν
διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσικής και ηθικής
τάξης των πραγμάτων. Επίσης είναι γνωστές και
ως Ευμενίδες, δίνοντάς έτσι το όνομά τους στην τρίτη
τραγωδία της τριλογίας Oρέστειας τουΑισχύλου. Στη
συγκεκριμένη τραγωδία, κατατρέχουν τον Ορέστη,
γιο τουΑγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, για το
φόνο της μητέρας του.
Λέγεται κατά μεν τον Ησίοδο ότι οι Ερινύες
γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, προκειμένου
να εκδικηθεί ο ίδιος τον ευνουχισμό του από τον ίδιο
του το γιο τον Κρόνο, κατά δε τον Αισχύλο ότι αυτές
ήταν κόρες της Νύκτας και κατά τον Σοφοκλή κόρες
της Γης και του Σκότους, ενώ ακολουθούν και άλλες
γνώμες. Ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής,
ο Όμηρος δεν γνωρίζει αριθμό αυτών, ο Αισχύλος
εισάγει ολόκληρο χορό Ερινύων, αντίθετα
ο Ευριπίδης σ΄ ένα δράμα του αναφέρει τρεις, με
ονόματα που έδωσαν μεταγενέστεροι όπως
ο Βιργίλιος που επίσης αναγνωρίζει τρεις:

την Αληκτώ (ανθρωπομορφισμός της οργής και

μανίας),
την Μέγαιρα (ανθρωπομορφισμός του μίσους και
του φθόνου) και

την Τισιφόνη (ανθρωπομορφισμός της εκδίκησης
φόνου).

Τα κεφάλια των Ερινύων ήταν τυλιγμένα με φίδια,
εικόνα που θυμίζει τη Μέδουσα Γοργώ, και
γενικότερα όλη η εμφάνισή τους ήταν φρικιαστική
και απωθητική. Συνήθως απεικονίζονται με
αστραφτερό βλέμμα μαύρες στην όψη, αποπνέουσες
καταστρεπτικό πυρ αλλά και με φτερά φέρουσες
μαύρες εσθήτες. Κατοικία τους είχαν τον κάτω κόσμο
του Άδη απ΄ όπου και αναλάμβαναν την εκτέλεση
των ποινών που έθεταν οι κριτές του Άδη και της
Δίκης στους ανθρώπους, ακόμα και πέραν του τάφου
τους γι αυτό επί των φονέων αποκαλούνταν ως
θεότητες “Επίκουροι της Δίκης”. Στα χέρια τους
έφεραν συνήθως αναμμένες δάδες για να διαλύουν τα
σκότη που ευνοούσαν ή κάλυπταν τα διαπραχθέντα
εγκλήματα καθώς και μαστίγιο φιδοφόρο ως όπλο
κατά των δραστών. Στη μέση τους έφεραν ζώνη

δίνοντας την όψη Μαινάδων και γι αυτό επίσης
ονομάζονταν και “Βάκχες του Άδη”
πό τις πιο γνωστές καταδιώξεις των Ερινύων
αναφέρεται εκείνη κατά του μητροκτόνου Ορέστηπου
ερχόμενος στην Αθήνα δικάστηκε από τον Άρειο
Πάγο ως φονεύς έχοντας συνήγορό του τον
θεό Απόλλωνα, ενώ η θεά Αθηνά προεδρεύει των
δικαστών. Στην ισοψηφία που ακολούθησε η Αθηνά
έδωσε την ψήφο της υπέρ της αθώωσης του ήρωα.
Τότε αναφέρεται πως οι Ερινύες οργίστηκαν και
κατά της Αθηνάς και κατά της πόλεως και που για να
τις εξευμενίσουν οι Αθηναίοι ίδρυσαν “Ιερό
Ευμενίδων” πλησίον του Αρείου Πάγου, τις δε δίκες
περί φόνου να τις εκδικάζει ο Βασιλεύς. Αλλά στην
αρχαία Αθήνα υπήρχε και άλλο ιερό για τις Ερινύες
που βρισκόταν στο “Ίππιο Κολωνό”, εκεί ερχόμενος
ο τυφλός Οιδίπους εύρε τον ποθούμενο θάνατο.
Επίσης στο δήμο «Φλύα» υπήρχε μεταξύ των άλλων
βωμών και εκείνος προς τιμή των “Σεμνών
θεών”. Σημειώσεις:
Η παραπάνω δίκη του Ορέστη αποτέλεσε και την
υπόθεση του δράματος «Ευμενίδες» που με τον
«Αγαμέμνονα» και τις «Χοηφόρες» συγκροτούσαν τη
περίφημη τριλογία του Αισχύλου με το όνομα
“Ορέστεια”. Βέβαια με αφορμή την υπόθεση αυτή ο
μεγάλος τραγικός εξαίρει το τότε δικαστήριο του
Αρείου Πάγου χαρακτηρίζοντας με τις φράσεις του
ως: “άθικτο κερδών”, “εγρήγορο” (άγρυπνο),
“φούρημα της χώρας”, “σεμνότατο”, κ.ά. κάτι που
συνηθίζεται μέχρι και σήμερα προκειμένου οι
αποφάσεις κατά κατηγορουμένων να τύχουν ευμενείς
(Ευμενίδες)

17

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η Γέννηση του Ηρακλή

Ο

ΓΙΟΣ του Περσεα Ηλεκτρύων, βασιλιάς
των Μυκηνών και σύζυγος της Αναξους,
ξεκίνησε εκστρατεία για να πάρει εκδίκηση
από τούς Ταφιους και τους Τηλεβόες, οι όποιοι είχαν
συμμαχήσει για μια νικηφόρα επίθεση εναντίον του
κοπαδιού του Ηλεκτρύωνα , την είχε σχεδιάσει
κάποιος Πτερέλαος, διεκδικητής του θρόνου των
Μυκηνών, και στις συμπλοκές σκοτώθηκαν οκτώ
από τούς γιους του Ηλεκτρύωνα. Κατά τη διάρκεια
της απουσίας του η αντιβασιλεία ανατέθηκε στον
ανιψιό του και βασιλιά της Τροιζηνας Αμφιτρύωνα.
- Βασίλευε με σύνεση και εφόσον νικήσω, θα σε
παντρέψω με την κόρη μου Αλκμήνη! φώναξε
αποχαιρετώντας τον ο Ηλεκτρύων.
Ο Αμφιτρύων, μόλις έμαθε ότι το κλεμμένο κοπάδι
βρέθηκε στην κατοχή του βασιλιά της Ήλιδας,
πλήρωσε τα μεγάλα λύτρα πού του ζήτησε και κάλεσε
τον Ηλεκτρύωνα να επιστρέψει για να το
αναγνωρίσει . Ο Ηλεκτρύων δεν χάρηκε καθόλου
όταν κατάλαβε ότι ο Αμφιτρύων περίμενε να
εισπράξει από τον ίδιον το τίμημα των λύτρων
ρώτησε θυμωμένος λοιπόν με ποίο δικαίωμα οι
Ηλείοι πουλάνε κλεμμένα ζώα, και για ποίο λόγο
συναίνεσε ο Αμφιτρύων σε τούτη την άπάτη; Ο
Αμφιτρύων θεώρησε υποτιμητικό να απαντήσει στην
ερώτηση και για να ξεσπάσει έριξε το ρόπαλό του σε
μια αγελάδα πού είχε ξεφύγει από το κοπάδι , το
ρόπαλο χτύπησε στα κέρατα του ζωντανού, άλλαξε
κατεύθυνση και σκότωσε τον Ηλεκτρύωνα. Ύστερα
από αυτά ο θειος του, ο Σθένελος, εξόρισε τον
Αμφιτρύωνα κρατώντας τις Μυκήνες και την Τίρυνθα
για τον εαυτό του, ενώ παραχώρησε την υπόλοιπη
χώρα στους δύο γιους του Πέλοπα, στον Ατρέα και
στον Θυέστη, ορίζοντας τη Μιδέα ως πρωτεύουσα
(1).

β. Ο Αμφιτρύων διέφυγε στη Θήβα μαζί με την
Αλκμήνη, όπου ο βασιλιάς Κρέων τον εξάγνισε και
επιπλέον πάντρεψε την αδελφή του Περιμηδη με τον
Λικύμνιο, μοναδικό διασωθέντα γιο του
Ηλεκτρύωνα: ήταν το νόθο πού του είχε κάνει μια
Φρυγη ονόματι Μιδεα (2). Η θεοσεβούμενη Αλκμήνη
όμως δεν δεχόταν να πλαγιάσει με τον Αμφιτρύωνα
όσο εκείνος δεν έπαιρνε εκδίκηση για το θάνατο των
οκτώ αδελφών της . Ο Κρέων λοιπόν επέτρεψε στον
Αμφιτρύωνα να μαζέψει στρατό στη Βοιωτία για να
εκδικηθεί, υπό την αίρεση ότι προηγουμένως θα
έσωζε τη Θήβα από την Τευμησια αλεπού , έτσι και
έγινε, με τη βοήθεια του φημισμένου κυνηγόσκυλου
Λαίλαπα πού είχε δανειστεί ο Αμφιτρύων από τον
Κέφαλο τον Αθηναίο . Έπειτα νίκησε τούς Τηλεβόες
και τούς Τάφους με τη βοήθεια αθηναϊκών,
φωκικων, αργειακων και λοκρικων στρατευμάτων
και δώρισε τα νησιά τους στους συμμάχους του,
μεταξύ τους και στον θειο του Έλειο.

γ. Εν τώ μεταξύ ο Ζευς εκμεταλλεύτηκε την απουσία
του Αμφιτρύωνα υποδυόμενός τον άντρα της
καθησύχασε την Αλκμήνη ότι είχε πάρει εκδίκηση για
τα αδέλφια της – αφού ο Αμφιτρύων πράγματι εκείνο
το πρωί είχε πετύχει τη νίκη πού τόσο ποθούσε η
Αλκμήνη – και πέρασε μια ολόκληρη νύχτα μαζί της,
μόνο πού εκείνη η νύχτα κράτησε όσο τρεις (3). Ο
Ερμής κατ’ εντολή του Δία πρόσταξε τον Ήλιο να
σβήσει τις ηλιαχτίδες του, να βάλει τις Ώρες να
ξεζέψουν τα άλογα από το άρμα του και την επόμενη
να μείνει σπίτι του, επειδή η δημιουργία ενός ήρωα,
όσο μεγάλο τον επιθυμούσε ο Ζευς, δεν γινόταν από
τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Ήλιος υπάκουσε
μουρμουρίζοντας κάτι για τούς παλιούς καλούς
καιρούς, όταν ήμέρα ήταν μέρα και η νύχτα ήταν
νύχτα, και όταν ο Κρόνος, ο τότε παντοδύναμος, δεν
παρατούσε τη νόμιμη γυναίκα του να πεταχτεί μέχρι
τη Θήβα για ερωτοδουλειές. Έπειτα ο Ερμής
πρόσταξε τη Σελήνη να αργοπορήσει και τον Ύπνο να
κοίμηση τόσο βαθιά την ανθρωπότητα, ώστε μην
αντιληφθεί κανείς τι συνέβαινε (4). Τέλεια
παραπλανημένη η Αλκμήνη άκουγε ευτυχισμένη την
αφήγηση του άντρα της για τη συντριπτική ήττα του
Πτερελαου στην Οιχαλία και πέρασε ανυποψίαστη
διασκεδάζοντας με τον υποτιθέμενο σύζυγό της
τριάντα έξι ολόκληρες ώρες. Όταν την επόμενη μέρα
επέστρεψε ο Αμφιτρύων φουσκωμένος από τη νίκη
του και από τον έρωτα για τη γυναίκα του, η Αλκμήνη

18

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
δεν τον υποδέχτηκε στο συζυγικό κρεβάτι τόσο
ενθουσιασμένη όσο θα περίμενε εκείνος.
- Δεν κλείσαμε μάτι τη νύχτα, παραπονιόταν. Και
σίγουρα δεν έχεις την απαίτηση να ακούσω δύο
φορές διάλεξη για τα κατορθώματα σου.
Ο Αμφιτρύων δεν μπορούσε να καταλάβει τα λόγια
της γυναίκας του συμβουλεύτηκε τον Τειρεσία κι
εκείνος του μαρτύρησε ότι ο Ζευς τον είχε στολίσει με
κέρατα. Έκτοτε ο Αμφιτρύων δεν τόλμησε να
πλαγιάσει με την Αλκμήνη φοβούμενός μην ξυπνήσει
τη ζήλια του Δία (5).

δ. Ύστερα από εννέα μήνες ο Ζευς παινεύτηκε τυχαία
πάνω στον Όλυμπο ότι θα γινόταν πατέρας ενός γιου
πού θα γεννιόταν σύντομα , θα τον ονόμαζε Ηρακλή,
«κλέος της Ήρας», και θα βασίλευε στον ευγενή οίκο
του Περσεα . Η Ήρα τον έβαλε τότε να της υποσχεθεί
ότι θα γινόταν βασιλιάς όποιος Περσειδης πρίγκιπας
γεννιόταν προτού πέσει η νύχτα. Μόλις πήρε τον
όρκο η Ήρα έτρεξε στις Μυκήνες για να επισπεύσει
τούς πόνους της γέννας της Νικιππης, γυναίκας του
Σθενελου. Από εκεί πήγε στη Θήβα, κούρνιασε
σταυροπόδι μπροστά στην πόρτα της Αλκμήνης, έδεσε
κόμπους τα ρούχα της και έμπλεξε τα δάχτυλά της
σφιχτά καθυστερώντας τη γέννηση του Ηρακλή,
ώσπου να τοποθετήσουν στην κούνια του τον
εφταμηνίτικο γιο του Σθενελου Ευρυσθέα. Όταν με
καθυστέρηση μιας ώρας γεννήθηκε επιτέλους ο
Ηρακλής, βρέθηκε ότι είχε και δίδυμο αδελφό τον
Ιφικλή, γιο του Αμφιτρύωνα, και κατά μια νύχτα
νεότερο. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Ηρακλής και όχι
ο Ιφικλής ήταν νεότερος κατά μια νύχτα άλλοι πάλι
ότι η σύλληψη των διδύμων έγινε την ίδια νύχτα, η
γέννηση τους επίσης και ότι ο Πατέρας Ζευς
πλημμύρισε θεϊκό φως το δωμάτιο του τοκετού. Στην
αρχή ο Ηρακλής λεγόταν Αλκαίος ή Παλαίμων (6).

ε. Μόλις επέστρεψε η Ήρα στον Όλυμπο και
καυχήθηκε κυνικά ότι είχε καταφέρει να
απομακρύνει την Ειλείθυια , τη θεά του τοκετού, από
την πόρτα της Αλκμήνης, ο Ζευς θύμωσε φοβερά.
Άρπαξε την Ατή , τη μεγαλύτερη κόρη του πού
συμμετείχε στην παραπλάνηση του από την Ήρα, και
έδωσε ιερό όρκο ότι η κοπέλα δεν θα ξαναπατούσε
στον Όλυμπο, τη στριφογύρισε από τα μαλλιά γύρω
από το κεφάλι του και την πέταξε κάτω στη γη.
Βέβαια δεν μπορούσε να πάρει πίσω το λόγο του και
να βασιλέψει ο γιος του ο Ηρακλής στον οίκο του
Περσεα , κατάφερε όμως να πείσει την Ήρα να γίνει

θεός , εφόσον εκτελούσε τούς δώδεκα άθλους πού θα
του ανέθετε ο Ευρυσθεύς.

ζ. Αντίθετα από τις προηγούμενες θνητές ερωμένες
του, αρχής γενόμενης από τη Νιόβη, ο Ζευς
προτίμησε την Αλκμήνη όχι τόσο για την απόλαυση
του – μολονότι ξεπερνούσε σε ομορφιά, σε καταγωγή
και σε εξυπνάδα όλες τις γυναίκες της εποχής της –
όσο για να γεννήσουν μαζί έναν γιο δυνατό, ικανό να
υπερασπιστεί τούς ανθρώπους αλλά και τούς θεούς
από την καταστροφή. Η Αλκμήνη, απόγονος της
Νιόβης, και μάλιστα δέκατης έκτης γενεάς, στάθηκε η
τελευταία θνητή με την οποία έσμιξε ο Ζευς επειδή
έβλεπε ότι με καμία άλλη δεν θα μπορούσε να
γεννήσει ήρωα ισάξιο του Ηρακλή , εξάλλου
εκτιμούσε τόσο πολύ την Αλκμήνη ώστε δεν την
έκανε βιαία δική του: μπήκε στον κόπο να υποδυθεί
τον Αμφιτρύωνα και να κερδίσει την εύνοια της με
γλυκόλογα και χάδία. Ήξερε ότι η Αλκμήνη ήταν
αδιάφθορη και όταν την αυγή της πρόσφερε ως δωρο
ένα κύπελλο καρχησιο, εκείνη το δέχτηκε νομίζοντας
ότι είναι λάφυρο, κληρονομιά των Τηλεβόων από τον
πατέρα της Ποσειδώνα (8).

η. Μερικοί ισχυρίζονται ότι η Ήρα δεν καθυστέρησε
η ίδια προσωπικά τη γεννά της Αλκμήνης, άλλά ότι
έστειλε μάγισσες τις οποίες ξεγέλασε η Ιστορίς, κόρη
του Τειρεσία, μπήγοντας κραυγή χαράς από το
δωμάτιο του τοκετού – το οποίο αιώνες αργότερα
υπήρχε ακόμα στη Θήβα. Στο άκουσμα της οι
μάγισσες έφυγαν και μπόρεσε επιτέλους να γεννηθεί
το παιδί. Κατ’ άλλους, ενώ η Ειλείθυια παρέτεινε
τούς πόνους της γέννας για χάρη της Ήρας, μια πιστή
υπηρέτρια της Αλκμήνης, η ξανθή Γαλανθίς ή Γαλην,
πετάχτηκε έξω από το δωμάτιο με την ψεύτικη είδηση
ότι επιτέλους είχε γεννηθεί το παιδί. Όταν η
Eιλείθυια αναπήδησε από την έκπληξη λύνοντας τη
γροθιά της και ξεσταυρώνοντας τα πόδια της,
γεννήθηκε ο Ηρακλής και η Γαλανθίς ξεκαρδίστηκε
με το πετυχημένο της κόλπο, με αποτέλεσμα να την
αρπάξει η Ειλείθυια από τα μαλλιά και να την
μεταμορφώσει σε νυφίτσα . Η Γαλανθίς συνέχισε να
επισκέπτεται στο σπίτι της Aλκμηνης, η Ήρα όμως
την τιμώρησε επειδή είχε πει ψέματα: την καταδίκασε
να γεννάει πάντα τα μικρά της από το στόμα. Οι
Θηβαίοι, προτού θυσιάσουν στο βωμό του Ηρακλή,
προσέφεραν θυσίες στη Γαλανθίδα , την
αποκαλούσαν επίσης Γαλινθιάδα και τη θεωρούσαν

19

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
κόρη του Προιτου και τροφό του Ηρακλή, ο όποιος
αργότερα ίδρυσε προς τιμήν της Ιερό (9).

θ. Οι Αθηναίοι γελούσαν ειρωνικά με τούτο το
παραμύθι. Θεωρούσαν τη Γαλανθίδα εταίρα πού τη
μεταμόρφωσε η Εκάτη σε νυφίτσα τιμωρώντας τη για
την υπερβολική λαγνεία της. Έτυχε να περνάει
μπροστά από το σπίτι της , Αλκμήνης, τότε πού η
Ήρα παρέτεινε ατελείωτα τις ωδίνες της, και τρόμαξε
τόσο τη λεχώνα πού γέννησε αμέσως (10).

ι. Τα γενέθλια του Ηρακλή γιορτάζονταν την τέταρτη
ήμέρα κάθε μηνός άλλοι ισχυρίζονται ότι γεννήθηκε
μόλις ο Ήλιος μπήκε στο Δέκατο Σημείο του
Ζωδιακού Κύκλου κατ’ άλλους η Μεγάλη Άρκτος τον
αντίκρισε δεκάμηνο μωρό από ψηλά όταν κατά τα
μεσάνυχτα πέρασε πάνω από τον Ωρίωνα
πηγαίνοντας δυτικά – όταν ο Ήλιος βγαίνει από το
Δωδέκατο Σημείο του Ζωδιακού Κύκλου δηλαδή

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Το Σπήλαιο του Πλάτωνα
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ,
ΕΒΔΟΜΟ ΒΙΒΛΙΟ
ετά από αυτά όμως,
είπα, φαντάσου την
ανθρώπινη φύση ως
προς την παιδεία και την
απαιδευσία, σαν μια εικόνα που
παριστάνει μια τέτοια
κατάσταση. Δες λοιπόν με τη
φαντασία σου ανθρώπους που
κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά
κάτω από τη γη, που να έχει την
είσοδό της ψηλά στην οροφή,
προς το φως, σε όλο το μήκος
της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι
αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και
στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο
σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά
τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών,
να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι
ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι
πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη
φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να
υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι
χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που
τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους
ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα
ταχυδακτυλουργικά τους.

Μ

Βλέπω, είπε.
Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι,
ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους,
που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και
ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα
και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους
υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα
μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.
Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους
συνάμα δεσμώτες, είπε.

Μα είναι όμοιοι με μας, είπα
εγώ και πρώτα και κύρια,
νομίζεις πως αυτοί έχουν δει
κάτι άλλο από τους εαυτούς τους
και τους υπόλοιπους που είναι
μαζί, εκτός από τις σκιές που
δημιουργεί η φωτιά, και που
αντανακλούν ακριβώς απέναντί
τους στον τοίχο της σπηλιάς;
Μα πως είναι δυνατόν, είπε,
αφού είναι αναγκασμένοι να
κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια
τους εφ’ όρου ζωής;
Κι από αυτά που μεταφέρονται ;
Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο;
Τι άλλο;
Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν
νομίζεις πως σ’ αυτά που βλέπουν θεωρούν πως
αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν;
Αναγκαστικά.
Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε
αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που
κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως
θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε
άλλο από τη φευγαλέα σκιά;
Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε.
Και σε κάθε περίπτωση, είπα εγώ, αυτοί δεν θα
θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές
των αντικειμένων.
Απόλυτη ανάγκη, είπε.
Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι
η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα
δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα
εξής: Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν
κάποιος και θ’ αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και
να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει
προς το φως, κι όλ’ αυτά θα τα έκανε με μεγάλους
πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα
μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε
τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ’ απαντούσε αυτός,

20

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ
τώρα είναι κάπως πιο κοντά στο ον και πως έχει
στραφεί προς όντα που πραγματικά και βλέπει με
σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από
αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και
αναγκάζοντάς τον ν’ αποκριθεί, δεν νομίζεις πως
αυτός θ’ απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που
έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του
δείχνουν;
Και πολύ μάλιστα, είπε.
Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το
φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα
έφευγε για να ξαναγυρίσει σ’ εκείνα που μπορεί να
δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην
πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του
δείχνουν;
Έτσι, είπε.
Και αν, είπα εγώ, τον τραβούσε κανείς με τη βία από
εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι
ανηφορικό, και δεν τον άφηνε, πριν τον τραβήξει έξω
στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα
αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε
στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη
λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι
ένα απ’ αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά;
Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε.
Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει,
αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και
στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει
καλά τις σκιές, και μετά απ’ αυτό, πάνω στην
επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και
των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια.
Και μετά από αυτά, τ’ αντικείμενα που είναι στον
ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει
ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων
και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον
ήλιο και το ηλιόφως.
Πως όχι;
Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι
στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια
διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε
να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και
να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι.
Κατ’ ανάγκη, είπε.
Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός
είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και
που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς
και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που
έβλεπαν αυτοί.
Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα
από τα προηγούμενα.
Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του
κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι
τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα
καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και
θα οικτίρει τους άλλους;
Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και
έπαινοι και βραβεία γι’ αυτόν που θα μπορούσε να
διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά
από τα μάτια του και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να
θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν
πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα
μπορεί να προβλέπει τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις
πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και
θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους
μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που
λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε “να ήταν
ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο
φτωχότερος” και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα
πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει
έτσι εκεί;
Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε
να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι.
Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν
κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν
θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού
ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο;
Και πολύ μάλιστα, είπε.
Αν χρειαζόταν ν’ ανταγωνιστεί αυτός με κείνους τους
παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του
σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του
είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και
για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο
μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε
περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν πως
με το ν’ ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα
μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν
καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να
τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν
κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον
σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;
Αναμφίβολα, είπε.
Αυτή την εικόνα λοιπόν, φίλε μου Γλαύκωνα, είπα
εγώ, πρέπει να την προσαρμόσεις σε όλα όσα είπαμε
πρωτύτερα και να παρομοιάσεις τον ορατό κόσμο με
την κατοικία του δεσμωτηρίου, και τη φωτιά που
αντιφέγγιζε μέσα σ’ αυτή με τη δύναμη του ηλιακού
φωτός. Αν όμως παρομοιάσεις την ανάβαση και τη
θέα των αντικειμένων, που βρίσκονται στον επάνω
κόσμο, με την άνοδο της ψυχής στον νοητό κόσμο,
δεν θα σφάλεις ως προς τη δική μου άποψη, αφού
επιθυμείς να την ακούσεις. Κι ο θεός τουλάχιστον
ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή. Εμένα λοιπόν έτσι
μου φαίνεται. Πως στην περιοχή του γνωστού η ιδέα
του αγαθού είναι τελευταία και μετά βίας
διακρίνεται, όταν όμως τη διακρίνει κανείς δεν
μπορεί να μην συλλογιστεί πως αυτή είναι η αιτία για
όλα γενικά τα σωστά και καλά πράγματα, γεννώντας
μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του
φωτός, και γιατί μέσα στον νοητό κόσμο αυτή είναι
που διευθύνει και παρέχει την αλήθεια και τον νου
και πως πρέπει να την ατενίσει οπωσδήποτε αυτός
που εννοεί να ενεργήσει φρόνιμα και στην ιδιωτική
και στη δημόσια ζωή.

21

ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ
Ο Ισάδας της Αρχαίας
Σπάρτης

Οι

μοναδικές τεκμηριωμένες
πληροφορίες
που
διαθέτουμε για τον Ισάδα
προέρχονται από ένα χωρίο του
Πλούταρχου στο Βίο του Αγησίλαου. Το http://kosv01.deviantart.com/gallery/ 1
περιστατικό συνέβη στη διάρκεια της
έφοροι αφού τον στεφάνωσαν έπειτα τον τιμώρησαν
εισβολής του Επαμεινώνδα στη Σπάρτη το 362 π.Χ. ,
με πρόστιμο χίλιες δραχμές, γιατί τόλμησε να
ωστόσο, παρά την κρίσιμη σημασία των γεγονότων,
διακινδυνεύσει χωρίς όπλα.
το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το χωρίο δεν
εξαντλείται μόνο στην περιγραφή τους:
Παρ’ όλα αυτά, η συμπεριφορά του ήταν ταυτόχρονα
Κι ο Ισάδας, ο γιος του Φοιβίδα, νομίζω πως
ιδιαίτερα αντισπαρτιατική , τόσο επειδή πολέμησε
παρουσίασε όχι μόνο στους συμπολεμιστές του αλλά
μόνος του και όχι ως μέλος μιας πειθαρχημένης
και στους εχθρούς θέαμα ξεχωριστό και
φάλαγγας, όσο και επειδή ρίχτηκε στη μάχη με
αξιοθαύμαστο. Γιατί ήταν όμορφος στο πρόσωπο και
παράφορο μένος. Οι Σπαρτιάτες θεώρησαν ότι είχε
στη σωματική διάπλαση και σε ηλικία που οι
πολεμήσει διακατεχόμενος από μια πεισιθάνατη
άνθρωποι ανθούν, περνώντας από την παιδική στην
επιθυμία και όχι με την αυτοπειθαρχία που άρμοζε σε
ανδρική, γυμνός, χωρίς αμυντικά όπλα και ρούχα,
ένα Σπαρτιάτη.
αλειμμένος στο σώμα με λίπος , κρατώντας στο ένα
του χέρι λόγχη και στο άλλο ξίφος, όρμησε έξω από
Οι έφοροι αναμειγνύοντας με χαρακτηριστικό
το σπίτι του, μπήκε ανάμεσα σε εκείνους που
σπαρτιατικό τρόπο την τυπολατρία με τον
μάχονταν κι ανακατεύτηκε με τους εχθρούς
πραγματισμό, στεφάνωσαν τον Ισάδα σαν να είχε
χτυπώντας και φονεύοντας όποιον συναντούσε. Δεν
κερδίσει σε αθλητικούς αγώνες και στη συνέχεια τον
τραυματίστηκε όμως από κανέναν ή γιατί τον
τιμώρησαν επιβάλλοντάς του ένα μεγάλο χρηματικό
προστάτεψε ο θεός για την ανδρεία του ή γιατί
πρόστιμο.
φάνηκε στους εχθρούς ως ο καλύτερος και ο ποιο
γενναίος από τους άνδρες. Γι ‘αυτό λέγεται πως οι

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
theancientweb.wordpress.com

22